Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (68-122)

ΤΕΥΚΡΟΣ
τίς τῶνδ᾽ ἐρυμνῶν δωμάτων ἔχει κράτος;
Πλούτωι γὰρ οἶκος ἄξιος προσεικάσαι
70 βασίλειά τ᾽ ἀμφιβλήματ᾽ εὔθριγκοί θ᾽ ἕδραι.
ἔα·
ὦ θεοί, τίν᾽ εἶδον ὄψιν; ἐχθίστης ὁρῶ
γυναικὸς εἰκὼ φόνιον, ἥ μ᾽ ἀπώλεσεν
πάντας τ᾽ Ἀχαιούς. θεοί σ᾽, ὅσον μίμημ᾽ ἔχεις
75 Ἑλένης, ἀποπτύσειαν. εἰ δὲ μὴ ᾽ν ξένηι
γαίαι πόδ᾽ εἶχον, τῶιδ᾽ ἂν εὐστόχωι πτερῶι
ἀπόλαυσιν εἰκοῦς ἔθανες ἂν Διὸς κόρης.
ΕΛ. τί δ᾽, ὦ ταλαίπωρ᾽, ὅστις εἶ μ᾽ ἀπεστράφης
καὶ ταῖς ἐκείνης συμφοραῖς ἐμὲ στυγεῖς;
80 ΤΕ. ἥμαρτον· ὀργῆι δ᾽ εἶξα μᾶλλον ἤ μ᾽ ἐχρῆν·
μισεῖ γὰρ Ἑλλὰς πᾶσα τὴν Διὸς κόρην.
σύγγνωθι δ᾽ ἡμῖν τοῖς λελεγμένοις, γύναι.
ΕΛ. τίς δ᾽ εἶ; πόθεν γῆς τῆσδ᾽ ἐπεστράφης πέδον;
ΤΕ. εἷς τῶν Ἀχαιῶν, ὦ γύναι, τῶν ἀθλίων ...
85 ΕΛ. οὔ τἄρα σ᾽ Ἑλένην εἰ στυγεῖς θαυμαστέον.
ἀτὰρ τίς εἶ πόθεν; τίνος ἐξαυδᾶν σε χρή;
ΤΕ. ὄνομα μὲν ἡμῖν Τεῦκρος, ὁ δὲ φύσας πατὴρ
Τελαμών, Σαλαμὶς δὲ πατρὶς ἡ θρέψασά με.
ΕΛ. τί δῆτα Νείλου τούσδ᾽ ἐπιστρέφηι γύας;
90 ΤΕ. φυγὰς πατρώιας ἐξελήλαμαι χθονός.
ΕΛ. τλήμων ἂν εἴης· τίς δέ σ᾽ ἐκβάλλει πάτρας;
ΤΕ. Τελαμὼν ὁ φύσας· τίν᾽ ἂν ἔχοις μᾶλλον φίλον;
ΕΛ. ἐκ τοῦ; τὸ γάρ τοι πρᾶγμα συμφορὰν ἔχει.
ΤΕ. Αἴας μ᾽ ἀδελφὸς ὤλεσ᾽ ἐν Τροίαι θανών.
95 ΕΛ. πῶς; οὔ τί που σῶι φασγάνωι βίου στερείς;
ΤΕ. οἰκεῖον αὐτὸν ὤλεσ᾽ ἅλμ᾽ ἐπὶ ξίφος.
ΕΛ. μανέντ᾽; ἐπεὶ τίς σωφρονῶν τλαίη τάδ᾽ ἄν;
ΤΕ. τὸν Πηλέως τιν᾽ οἶσθ᾽ Ἀχιλλέα γόνον;
ΕΛ. ναί·
μνηστήρ ποθ᾽ Ἑλένης ἦλθεν, ὡς ἀκούομεν.
100 ΤΕ. θανὼν ὅδ᾽ ὅπλων ἔριν ἔθηκε συμμάχοις.
ΕΛ. καὶ δὴ τί τοῦτ᾽ Αἴαντι γίγνεται κακόν;
ΤΕ. ἄλλου λαβόντος ὅπλ᾽ ἀπηλλάχθη βίου.
ΕΛ. σὺ τοῖς ἐκείνου δῆτα πήμασιν νοσεῖς;
ΤΕ. ὁθούνεκ᾽ αὐτῶι ‹γ᾽› οὐ ξυνωλόμην ὁμοῦ.
105 ΕΛ. ἦλθες γάρ, ὦ ξέν᾽, Ἰλίου κλεινὴν πόλιν;
ΤΕ. καὶ ξύν γε πέρσας αὐτὸς ἀνταπωλόμην.
ΕΛ. ἤδη γὰρ ἧπται καὶ κατείργασται πυρί;
ΤΕ. ὥστ᾽ οὐδ᾽ ἴχνος γε τειχέων εἶναι σαφές.
ΕΛ. ὦ τλῆμον Ἑλένη, διὰ σ᾽ ἀπόλλυνται Φρύγες.
110 ΤΕ. καὶ πρός γ᾽ Ἀχαιοί· μεγάλα δ᾽ εἴργασται κακά.
ΕΛ. πόσον χρόνον γὰρ διαπεπόρθηται πόλις;
ΤΕ. ἑπτὰ σχεδόν τι καμπίμους ἐτῶν κύκλους.
ΕΛ. χρόνον δ᾽ ἐμείνατ᾽ ἄλλον ἐν Τροίαι πόσον;
ΤΕ. πολλὰς σελήνας, δέκα διελθούσας ἔτη.
115 ΕΛ. ἦ καὶ γυναῖκα Σπαρτιᾶτιν εἵλετε;
ΤΕ. Μενέλαος αὐτὴν ἦγ᾽ ἐπισπάσας κόμης.
ΕΛ. εἶδες σὺ τὴν δύστηνον, ἢ κλυὼν λέγεις;
ΤΕ. ὥσπερ σέ γ᾽, οὐδὲν ἧσσον, ὀφθαλμοῖς ὁρῶ.
ΕΛ. σκόπει δὲ μὴ δόκησιν εἴχετ᾽ ἐκ θεῶν.
120 ΤΕ. ἄλλου λόγου μέμνησο, μὴ κείνης ἔτι.
ΕΛ. οὕτω δοκεῖτε τὴν δόκησιν ἀσφαλῆ;
ΤΕ. αὐτὸς γὰρ ὄσσοις εἰδόμην, καὶ νοῦς ὁρᾶι.

***
ΤΕΥΚΡΟΣ
Το κάστρο ετούτο ποιός εξουσιάζει;
Γιατί από τις στοές και τους ωραίους
70 θριγκούς που το κυκλώνουν, για παλάτι
άρχοντα πλούσιου μπορείς να το νομίσεις.
Άα!
Θεοί, ποιάν όψη αντίκρισα; Κοιτάζω
την πολυμίσητη θωριά κακούργας
γυναίκας, που ξεκλήρισε κι εμένα
κι όλους τους Αχαιούς. Άμποτε να ᾽χεις
την έχθρα των θεών που τόσο μοιάζεις
με την Ελένη. Κι αν σε ξένη χώρα
δεν βρισκόμουν, με τούτη τη σαΐτα
που αλάθευτα χτυπά θ᾽ αφανιζόσουν,
για να γευτείς αυτή τη χάρη, αφού είσαι
παρόμοια με του Δία θυγατέρα.
ΕΛΕ. Γιατί, δυστυχισμένε, όποιος και να ᾽σαι,
μ᾽ αποστράφηκες έτσι και μου δείχνεις
μίσος για τα δεινά που ᾽φερε κείνη;
ΤΕΥ. Έσφαλα· η οργή με συνεπήρε
80 πιότερο απ᾽ όσο θα ᾽πρεπε· η Ελλάδα
βαθιά μισεί, να ξέρεις, την Ελένη·
συχώρα με, κυρά, γι᾽ αυτά τα λόγια.
ΕΛΕ. Ποιός είσαι και από ποιά χώρα εδώ φτάνεις;
ΤΕΥ. Ένας από τους Έλληνες τους δόλιους.
ΕΛΕ. Γι᾽ αυτό λοιπόν δεν στέργεις την Ελένη.
Ποιός είσαι κι από πού; Ποιός ο γονιός σου;
ΤΕΥ. Με λένε Τεύκρο, γιος του Τελαμώνα
και Σαλαμίνα η γη που μ᾽ έχει θρέψει.
ΕΛΕ. Στον τόπο εδώ του Νείλου τί γυρεύεις;
90 ΤΕΥ. Με διώξαν οι δικοί μου απ᾽ την πατρίδα.
ΕΛΕ. Θα ᾽σαι δυστυχισμένος· ποιός σε διώχνει;
ΤΕΥ. Ποιός άλλος; Ο πατέρας Τελαμώνας·
ΕΛΕ. Γιατί; Κάποιο κακό θα ᾽ναι η αιτία.
ΤΕΥ. Στην Τροία εχάθη ο Αίας ο αδελφός μου.
ΕΛΕ. Πώς; Δεν εχάθη απ᾽ το δικό σου χέρι;
ΤΕΥ. Ρίχτηκε στο σπαθί του κι εσκοτώθη.
ΕΛΕ. Μανία τον ηύρε; Αλλιώς δεν θα τολμούσε.
ΤΕΥ. Ξέρεις το τέκνο του Πηλέα, τον Αχιλλέα;
ΕΛΕ. Ναι·
πήγε, όπως λεν, μνηστήρας στην Ελένη.
ΤΕΥ. Σαν αφανίστηκε, άφησε μεγάλη
100 για τ᾽ άρματά του αμάχη στους συμμάχους.
ΕΛΕ. Και πώς αυτό τον Αίαντα έχει βλάψει;
ΤΕΥ. Σκοτώθηκε που πήρε άλλος τα όπλα.
ΕΛΕ. Και για τις συμφορές εκείνου πάσχεις;
ΤΕΥ. Γιατί δεν χάθηκα κι εγώ μαζί του.
ΕΛΕ. Ήσουν λοιπόν στην ξακουσμένη Τροία, ξένε;
ΤΕΥ. Την κούρσεψα, μα πάω κι εγώ χαμένος.
ΕΛΕ. Την έκαψαν, την έχουν κάνει στάχτη;
ΤΕΥ. Δεν μένει από τα κάστρα της σημάδι.
ΕΛΕ. Δύσμοιρη Ελένη, παν για σένα οι Φρύγες.
110 ΤΕΥ. Κι οι Έλληνες· τρανό κακό έχει φέρει.
ΕΛΕ. Πόσος καιρός που πήρατε την πόλη;
ΤΕΥ. Εφτά χρονιές περάσαν από τότε.
ΕΛΕ. Και πρώτα πόσο μείνατε στην Τροία;
ΤΕΥ. Πολλά φεγγάρια, δέκα χρόνια ακέρια.
ΕΛΕ. Και την Ελένη πήρατε της Σπάρτης;
ΤΕΥ. Την έσυρε ο Μενέλαος απ᾽ την κόμη.
ΕΛΕ. Είδες εσύ τη δύστυχη ή σου το ᾽παν;
ΤΕΥ. Με τα ίδια μου τα μάτια, ως βλέπω εσένα.
ΕΛΕ. Σκεφτείτε μη θεόσταλτη ήταν πλάνη.
120 ΤΕΥ. Άλλη κουβέντα πιάσε όχι για κείνη.
ΕΛΕ. Κι ό,τι έχεις δει για αλήθεια το λογιάζεις;
ΤΕΥ. Την είδα εγώ κι ακόμα ο νους τη βλέπει.

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι πανελλαδικοί - Άλλοι θεοί

Στη Μακεδονία λατρεύονται και άλλοι θεοί. Ο Απόλλωνας, η κυριότερη θεότητα στη Βοττική όπως φαίνεται από τα νομίσματα της περιοχής κατά τον 4ο αι. π.Χ., η Αθηνά, η Άρτεμη, η Δήμητρα, η  Αφροδίτη, ο Ερμής, ο Ασκληπιός –η λατρεία του οποίου οφείλεται στο ενδιαφέρον των βασιλέων της χώρας για την ανάπτυξη της ιατρικής, ως ένδειξη φροντίδας για τους υπηκόους τους, κυρίως όμως για τον στρατό–, ο θεραπευτής δαίμονας Δάρρων, η Βαυώ. Η λατρεία τους είναι γνωστή από ιερά, επιγραφές και άλλα στοιχεία.Δεν θα ήταν λοιπόν παράλογο να υποθέσουμε ότι οι σχετικοί με αυτούς μύθοι θα ήταν γνωστοί, τουλάχιστον στους φορείς της εξουσίας, στους οποίους η επίσημη ελληνική θρησκεία εμφανίζεται δεδομένη. 

Μια ατελείωτη προσδοκία ο έρωτας

Μεγαλώνοντας, μεγαλώνουν κι οι απαιτήσεις μας. Ανεβαίνουν τα «στάνταρ» μας όπως λέμε. Αυξάνονται οι ιδιοτροπίες μας, όπως δε λέμε. Λέμε πως πάθαμε και μάθαμε, πως πια ξέρουμε τι να ζητήσουμε απ’ τη ζωή. Πως μπορούμε να αναγνωρίσουμε όταν ένας άνθρωπος είτε «μας κάνει» είτε «δε μας κάνει». Γιατί ξέρουμε, λέμε, με ποιον «κλικάρουμε», ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν τον άλλον να μοιάζει επαρκής απέναντι στις προσδοκίες μας.

Όλα τα ξέρουμε, όλα τα μάθαμε κι όλα τα καταλάβαμε. Αυτό που ξεχάσαμε στο δρόμο προς την αλαζονεία, είναι ότι οι άνθρωποι είναι πακέτα. Δε μπορώ να κρατήσω τα χαρακτηριστικά που βρίσκω χρήσιμα κι εκείνα που με ενοχλούν, που δεν τα θέλω, δε μου ταιριάζουν, να τα αφαιρέσω κάπως απ’ τον άλλο άνθρωπο. Πως αν στα δέκα πράγματα που αποζητάω έχει τα επτά και πως αν τα άλλα τρία είναι αντίθετα από μένα, δε μπορώ να απαιτήσω να τα αποποιηθεί και να προσθέσει τρία δικής μου επιλογής.

Ανθρώπινες σχέσεις σημαίνει θέληση. Σημαίνει συμβιβασμός κι αμοιβαία κατανόηση. Όταν τα συναισθήματα τα οποία δημιουργούν μια ανθρώπινη σχέση είναι αγνά, τότε η κατανόηση είναι που σπρώχνει προς την παράβλεψη παραπτωμάτων. Παραπτωμάτων λέγοντας και συνήθως εννοώντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που δεν εγκρίνουμε πάνω σε έναν συμμετέχοντα πιθανής σύναψης σχέσεων μαζί μας. Παραβλέποντας βέβαια το γεγονός πως τέτοια χαρακτηριστικά έχουμε όλοι. Πως όπως εμείς διαλέγουμε, έτσι μας διαλέγουν κι οι άλλοι. Και πως κι εμείς δεν εμπίπτουμε σε κάποιου είδους εξωπραγματική τελειότητα που κάνει κάθε χαρακτηριστικό μας ιδανικό για έναν άνθρωπο που θα μας πλησιάσει.

Κάνουμε σχέσεις, δημιουργούμε δεσμούς, γνωρίζοντας πως αυτός που έχουμε απέναντί μας δεν είναι ο καθρέπτης μας. Δεν αντικατοπτρίζει ένα άλλο εγώ μας. Παρά μόνο είναι η δικιά του αντανάκλαση, με τα άκρως υποκειμενικά «καλά» και «κακά» του. Κι έπειτα στην πορεία, πολύ ανώριμα κι εγωιστικά, κατηγορούμε ανθρώπους γιατί δεν πληρούν τις προδιαγραφές μας, γιατί δεν μπαίνουν στα καλούπια τα δικά μας. Και προσπαθούμε να τους αλλάξουμε, να τους αποδείξουμε πως εκείνα τα οποία τους χαρακτηρίζουν είναι λάθος. Πως για να συνεχίσουμε να τους κάνουμε την τιμή να είμαστε παρόντες στη ζωή τους, θα πρέπει να αφαιρέσουν από πάνω τους καθετί που δεν ταιριάζει στο δικό μας παζλ. Έπος αφιερωμένο στον εγωισμό.

Κι ίσως μερικοί να προσπαθήσουν να θυσιαστούν. Να αλλάξουν για χάρη της αγάπης και του τόσο σημαντικού γι’ αυτούς, ατόμου. Να προσποιηθούν πως δήθεν πια δεν υπάρχει εκείνο το χαρακτηριστικό που δε βρίσκεται μέσα στο τοπ 10 του άλλου. Για πόσο όμως; Για πόσο είναι ένας άνθρωπος ικανός να κοροϊδεύει πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους, πως μπορεί να απαρνηθεί τη φύση του; Χαρακτηριστικά τα οποία κουβαλά όλη του τη ζωή και που ένας περαστικός εισέβαλε και απαίτησε να τα πετάξει στα σκουπίδια.

Συνήθως η καταπίεση τελικά θα μεταφραστεί σε θυμό. Ίσως άλλοτε σε θλίψη κι έλλειψη αυτοπεποίθησης. Ίσως το μικρόβιο να κρυφτεί καλά για καιρό και να ‘ναι όλοι ευχαριστημένοι. Εγώ, που έφτιαξα τον τέλειο ή την τέλεια κι εκείνος ο άνθρωπος που επιτέλους κατάφερε να ευχαριστήσει το αγαπημένο του πρόσωπο. Όμως η έκρηξη δεν αργεί να έρθει.

Κι έρχεται η ζωή να μας θυμίσει πως δεν είμαστε μονοδιάστατοι. Έχουμε πτυχές, κρυφές και φανερές. Έχουμε επίπεδα διαφορετικά και πλευρές. Πως δεν είναι κατά παραγγελία που κτίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Οι ρομαντικές, οι φιλικές, οποιεσδήποτε. Πως όταν η επιθυμία μας να έχουμε έναν άλλον, διαφορετικό άνθρωπο στη ζωή μας είναι ειλικρινής, θα δεχτούμε με αγάπη εκείνα τα χαρακτηριστικά που βρίσκουμε ταιριαστά μ’ εμάς. Αλλά με ακόμα περισσότερη αγάπη θα καλωσορίσουμε κι εκείνα που είναι εκτός των δικών μας δεδομένων. Και θα μάθουμε να ζούμε μ’ αυτά. Γιατί ανθρώπινες σχέσεις σημαίνει θέληση, συμβιβασμός, κατανόηση. Σημαίνει σεβασμός.

BERTRAND RUSSELL: Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ

Ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, αν γενικά ο τρόπος της ζωής τους κι οι αντιλήψεις τους για τον κόσμο δεν εγκρίνονται απ’ αυτούς, με τους οποίους βρίσκονται σε κοινωνικές σχέσεις και, ειδικότερα, από εκείνους που συναναστρέφονται. Μια ιδιομορφία των σύγχρονων κοινωνιών είναι, ότι χωρίζονται σε ομάδες ή στρώματα, που διαφέρουν αισθητικά μεταξύ τους σε ό,τι αφορά τα ήθη και τις πεποιθήσεις τους. Η ιδιομορφία αυτή που άρχισε με τη Μεταρρύθμιση ή, ίσως, θα μπορούσε κανείς να πει, με την Αναγέννηση, έχει γίνει σήμερα ακόμη πιο έκδηλη. Υπήρχαν τότε διαμαρτυρόμενοι και καθολικοί που δεν είχαν μόνο θεολογικές διαφορές μεταξύ τους, αλλά και πολλές άλλες, σε πιο πρακτικά ζητήματα. Υπήρχαν οι αριστοκράτες, στους οποίους επιτρέπονταν διαφόρων λογιών ενέργειες, που δε γίνονταν ανεκτές απ’ την αστική τάξη. Υπήρχαν έπειτα οι ελευθερόφρονες κι οι ελεύθεροι στοχαστές, που δεν αναγνώριζαν κανένα θρησκευτικό καθήκον.

Εξαιτίας των διάφορων αντιλήψεων, ένα άτομο με ορισμένες προτιμήσεις και πεποιθήσεις μπορεί να βρει τον εαυτό του αποδιοπομπαίο στην ορισμένη κοινωνική τάξη που ζει, ενώ, σε μια άλλη κοινωνική ομάδα θα γινόταν δεκτό σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένα μεγάλο μέρος απ’ τη δυστυχία, ιδιαίτερα των νέων, γεννιέται μ’ αυτό τον τρόπο. Ένας νέος ή μια νέα αποκτά, κατά κάποιο τρόπο, ιδέες που κυκλοφορούν γύρω τους, αλλά διαπιστώνει ξαφνικά, ότι οι ιδέες αυτές είναι αναθεματισμένες στο δικό του περιβάλλον. Κι οι νέοι εύκολα φαντάζονται, ότι το περιβάλλον που αυτοί γνωρίζουν, αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον κόσμο. Δύσκολα μπορούν να πιστέψουν, ότι σ’ έναν άλλο τόπο, σε μιαν άλλη κοινωνική ομάδα, οι αντιλήψεις, που αυτοί δεν μπορούν να ομολογήσουν από φόβο μη θεωρηθούν τρομερά διεφθαρμένοι, θα γίνονταν δεκτές σαν συνηθισμένες κοινοτοπίες της εποχής. Έτσι, πολλοί απ’ αυτούς, αγνοώντας τον κόσμο, υποφέρουν από μια παράλογη και αδικαιολόγητη δυστυχία, που κρατάει κάποτε μονάχα όσο είναι νέοι, μα πολύ συχνά και σ’ όλη τους τη ζωή.

Η απομόνωση αυτή δεν είναι μόνο πηγή στενοχώριας και λύπης. Έχει σαν αποτέλεσμα και μεγάλη σπατάλη ενέργειας από μέρους τους, στην ανώμαλη προσπάθειά τους να διατηρήσουν την πνευματική τους ανεξαρτησία απ’ την τριγύρω εχθρότητα, και ενενήντα εννιά φορές στις εκατό δημιουργεί μια κάποια ατολμία για την παρακολούθηση των ιδεών τους ως τις λογικές τους συνέπειες.

Είναι λίγοι αυτοί που κλείνουν μέσα τους δύναμη. Για όλους σχεδόν τους ανθρώπους, είναι απαραίτητο ένα περιβάλλον, με κατανόηση, για να είναι ευτυχισμένοι. Για τους περισσότερους, βέβαια, το περιβάλλον, όπου τυχαίνει να ζουν, δείχνει κατανόηση, γιατί καθώς ποτίζονται με τις δικές του συνήθειες και προκαταλήψεις από μικροί, εύκολα και ενστικτωδώς προσαρμόζονται στις πεποιθήσεις, που επικρατούν σ’ αυτό. Για μια μεγάλη μειονότητα όμως, στην οποία ανήκουν όλοι όσοι έχουν κάποια πνευματική ή καλλιτεχνική αξία, ο τρόπος αυτός της προσαρμογής είναι αδύνατος. Ένα άτομο, ας πούμε, γεννημένο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, βρίσκεται από τα πρώτα του βήματα περιτριγυρισμένο από εχθρότητα προς καθετί που του είναι απαραίτητο, για ν’ ανέβει πνευματικά. Αν αισθάνεται την επιθυμία να διαβάζει σοβαρά βιβλία, τ’ άλλα παιδιά τον περιφρονούν κι οι δάσκαλοι του λένε πως τέτοια βιβλία δεν τον ωφελούν. Αν ενδιαφέρεται για την τέχνη, οι συνομήλικοί του τον θεωρούν ονειροπαρμένο κι οι μεγαλύτεροί του τον χαρακτηρίζουν ανήθικο. Αν δείχνει την προτίμησή του σε μια ορισμένη σταδιοδρομία, αξιοπρεπή βέβαια, αλλά όχι συνηθισμένη στον κύκλο που ανήκει, του λένε πως σηκώνει ψηλά τη μύτη του κι ότι αυτό που ήταν αρκετά καλό για τον πατέρα του, πρέπει να είναι αρκετά καλό και για τον ίδιο. Αν δείξει διάθεση για να κριτικάρει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή τις πολιτικές αντιλήψεις των γονιών του, τότε είναι που τραβάει τα πιο μεγάλα βάσανα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η εφηβική ηλικία είναι για τους περισσότερους νέους με κάποια ιδιαίτερη αξία, μια περίοδος μεγάλης δυστυχίας. Για τους πιο απλοϊκούς τους συντρόφους, μπορεί να είναι περίοδος χαράς κι ευχαριστήσεων, αλλά για τους εαυτούς τους χρειάζονται κάτι το σοβαρότερο, κάτι που δεν μπορούν να το βρουν ούτε ανάμεσα στους συνομήλικούς τους, ούτε ανάμεσα στους μεγαλύτερούς τους, σ’ αυτή την κοινωνική ομάδα, που η τύχη τους θέλησε να γεννηθούν. Αν αυτοί οι νέοι παν σ’ ένα πανεπιστήμιο, ανακαλύπτουν συνήθως ομόφρονές τους και χαίρονται λίγα χρόνια μεγάλης ευτυχίας. Αν μάλιστα είναι τυχεροί, μπορεί, τελειώνοντας το πανεπιστήμιο, να πετύχουν καμιά δουλειά, που τους δίνει ακόμη τη δυνατότητα να κάνουν συντροφιά με ομόφρονές τους. ‘Ένας έξυπνος άνθρωπος, που ζει σε μια πόλη μεγάλη, όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη, μπορεί γενικά να βρει μια ομάδα με την ίδια πνευματικότητα, μέσα στην οποία δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει συμβιβασμούς ή να υποκρίνεται. Αν όμως η δουλειά του τον υποχρεώνει να ζει σε μια μικρότερη περιοχή, κι ακόμα περισσότερο αν χρειάζεται να διατηρήσει την εκτίμηση του κόσμου, που τον περιτριγυρίζει, όπως συμβαίνει μ’ ένα γιατρό ή μ’ ένα δικηγόρο, θα βρεθεί ίσως, σ’ όλη του τη ζωή, αναγκασμένος να κρύβει τις πραγματικές του προτιμήσεις και πεποιθήσεις απ’ τους περισσότερους ανθρώπους, που θα συναναστρέφεται καθημερινά. Αυτό είναι αληθινό ειδικότερα στην Αμερική, που είναι μια τόσο εκτεταμένη χώρα. Στις πιο απίθανες περιοχές, στο βορρά, στο νότο, σ’ ανατολή και δύση, βρίσκει κανείς άτομα κλεισμένα στον εαυτό τους, που ξέρουν απ’ τα βιβλία, ότι υπάρχουν τόποι όπου δε θα ένοιωθαν τόση μοναξιά, μα δεν έχουν την τύχη να ζουν σ’ αυτούς τούς τόπους και που πολύ σπάνια βρίσκουν την ευκαιρία μιας ευχάριστης φιλικής κουβέντας με κάποιον ομόφρονά τούς.

Για να μπορέσουν να φτάσουν την ευτυχία αυτή, πρέπει να βρεθεί τρόπος να περιορίσουν ή να ξεφύγουν απ’ την τυραννία της κοινής γνώμης. Πρέπει τα μέλη της πνευματικής αυτής μειονότητας να κατορθώσουν να γνωριστούν μεταξύ τους και να χαίρονται ο ένας τον άλλον τη συντροφιά. Σε αναρίθμητες περιπτώσεις, μια αδικαιολόγητη δειλία κάνει την κατάσταση χειρότερη απ’ όσο θα ‘πρεπε να είναι. Η κοινή γνώμη είναι πάντα πιο τυραννική απέναντι σ’ αυτούς που φανερά τη φοβούνται, παρά σ’ όσους αδιαφορούν γι’ αυτή. Ένας σκύλος γαβγίζει πιο δυνατά και δαγκώνει πιο πρόθυμα, όταν τον φοβούνται παρά όταν τον περιφρονούν· και το ανθρώπινο κοπάδι διατηρεί ακόμη κάτι απ’ το χαρακτηριστικό αυτό του σκύλου. Αν του δείξεις πως τον φοβάσαι, θα σε κυνηγήσει για καλά, ενώ αν του δείξεις αδιαφορία θ’ αρχίσει ν’ αμφιβάλλει για τη δύναμή του και θα σ’ αφήσει ήσυχο στο τέλος. Δε μιλώ, φυσικά, για την έσχατη περιφρόνηση κι αδιαφορία. Δε μιλώ για εξτρεμισμούς, αλλά για πολύ ήπια ξεγλιστρήματα απ’ τα «ειωθότα», όπως, είναι να αμελείς το ντύσιμό σου, να μην ανήκεις σε κάποιο θρησκευτικό δόγμα ή να μη διαβάζεις βιβλία που κινούν το γενικό ενδιαφέρον.

Στην εποχή μας, που η ψυχανάλυση έχει τόση πέραση, έχει επικρατήσει η συνήθεια, όταν ένας νέος βρίσκεται σε δυσαρμονία με το περιβάλλον του, να αποδίδουμε τη δυσαρμονία αυτή σε κάποια ψυχολογική διαταραχή. Όμως αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια αντίληψη απόλυτα σφαλερή. Υποθέστε λόγου χάριν, ότι ένας νεαρός έχει γονείς που χαρακτηρίζουν τη θεωρία της εξελίξεως για χυδαία και κακοήθη. Στην περίπτωση αυτή, δε χρειάζεται και πολλή εξυπνάδα εκ μέρους του για να τον κάνει να ‘ρθει σε σύγκρουση με τους γονείς του. Το να βρίσκεται κανείς σε δυσαρμονία με το περιβάλλον του, είναι φυσικά, μια ατυχία, αλλά όχι πάντα τόσο μεγάλη, ώστε να πρέπει να την αποφύγει με κάθε θυσία. Όταν το περιβάλλον αποδείχνεται ηλίθιο, γεμάτο προκαταλήψεις ή βάρβαρο, το να βρίσκεσαι σε αντίθεση μ’ αυτό, αποτελεί απόδειξη της δικής σου αξίας. Κι ως ένα βαθμό, τα παραπάνω χαρακτηριστικά υπάρχουν, λίγο-πολύ, σε κάθε περιβάλλον.

Ο Γαλιλέος και ο Κέπλερ είχαν «επικίνδυνες σκέψεις» (όπως τις χαρακτηρίζουν μερικοί) και τέτοιες σκέψεις έχουν κι οι πιο έξυπνοι άνθρωποι της εποχής μας. Δεν ωφελεί σε τέτοιες περιπτώσεις να είναι το κοινωνικό συναίσθημα τόσο ανεπτυγμένο, ώστε να κάνει τους τέτοιας ολκής ανθρώπους να φοβούνται την κοινωνική εχθρότητα που θα ξεσήκωνε η γνώμη τους. Θα ‘ταν προτιμότερο να βρισκόταν τρόπος να γίνει η έχθρα αυτή όσο μπορεί πιο ασήμαντη και ανώδυνη.

BERTRAND RUSSELL, Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Ἠράσθην

Ἠράσθην· τίς δ’ οὐχί· κεκώμακα· τίς δ’ ἀμύητος
κώμων; ἀλλ’ ἐμάνην· ἐκ τίνος; οὐχί θεοῦ;
ἐρρίφθω· πολιή γάρ ἐπείγεται ἀντί μελαίνης
θρίξ ἤδη, συνετῆς ἄγγελος ἡλικίης.
καί παίζειν ὅτε καιρός, ἐπαίξαμεν· ἡνίκα καιρός
οὐκέτι, λωιτέρης φροντίδος ἁψόμεθα.
Αγάπησα – ερωτεύθηκα
– ο πρώτος είμαι τάχα εγώ ή ο τελευταίος;
Στα όργια του Διονύσου εκώμασα
– ουδείς αμύητος νομίζω.
Για μια μικρούλα μου εσάλεψε ο νους
– και ποιος τα φταίει,
αν όχι ο ίδιος ο θεός ο φτερωτός με τα χιλιάδες βέλη;
Ρε, δε βαριέσαι!…
Και τι έγινε δηλαδή;!…
Κάνα έγκλημα;…
Οι άσπρες τρίχες στα μαλλιά με βία διώχνουνε τις μαύρες
τη συνετή ηλικία που ’ρχεται προαναγγέλλοντας,
αλλά και καταργώντας
την ποικιλία των καθημερινών μας διασκεδάσεων.
Όταν και όσο έπρεπε να παίξουμε,
επαίξαμε
– και παίξαμε καλά!
Γι’ αυτό καιρός πια να μαζευτούμε τώρα…
να συνετιστούμε λίγο …
αν και,
εδώ που τα λέμε,
δεν το πολυπιστεύω
να γίνεται!

ΦΙΛΟΔΗΜΟΥ – ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ*, Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή
------------------------------
*Η ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ είναι το δημοφιλέστερο ποιητικό ανάγνωσμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, από τον 7ο π.Χ. έως τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Το δε συντριπτικώς δημοφιλέστερο τμήμα της είναι το Πέμπτο Βιβλίο, αυτό που περιλαμβάνει ερωτικά επιγράμματα διακρινόμενα για την κομψότητα του λυρικού ύφους και την αγέραστη επικαιρότητά τους.Ο κόσμος του έρωτα – από την απλή εξομολόγηση ως τη σοφιστευμένη απιστία, από τα συνήθη παράπονα και τα χαριεντίσματα ως τα αφάνταστα καρδιοχτυπήματα και τα βάσανα, από τη συγκρατημένη σεμνότητα ως την απερίφραστη χυδαιότητα – παρουσιάζεται ανάγλυφα και με χαριτωμένη βραχύτητα στα μάτια του αναγνώστη, που όχι μόνο διαπιστώνει ότι στο θέμα αυτό (:στον έρωτα) τίποτα δεν έχει αλλάξει αιώνες τώρα, αλλά και μαντεύει ότι ποτέ δεν πρόκειται τα πράγματα να είναι διαφορετικά. Ως προς αυτό όμως όλοι συμφωνούν και λένε “ευτυχώς”.

Hegel: Τι είναι πατριωτισμός;

Γκέοργκ Χέγκελ: 1770‒1831

Πατριωτισμός, καιροσκοπισμός των πολιτικών
και
πολιτική «αυτοκτονία» του λαού


§1

     Ι. Ο πατριωτισμός, ως έννοια-φράση και ως ποιοτικός προσδιορισμός του ιστορικού μας Είναι, συνυφαίνεται, από άποψη αρχής, με την πολιτική-εθνική υπόσταση του ανθρώπινου ατόμου και του εκάστοτε οργανωμένου κράτους. Οποιαδήποτε παγκοσμιοποίηση ή τεχνικά και όχι λιγότερο τεχνητά πλανητική χειραγώγηση των λαών δεν μπορεί να καταργήσει την έννοια του έθνους ‒ κράτους και την αντίστοιχη ιστορικότητά του. Αντικειμενικά λοιπόν ο πατριωτισμός αφορά όλους τους πολίτες, μαζί και τους πολιτικούς, ανεξάρτητα αν πολλοί απ’ αυτούς ενεργούν περισσότερο ως ιδιώτες παρά ως δημόσια πρόσωπα, όπως θα όφειλαν. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν η έννοια του πατριωτισμού είναι τόσο σαφής έννοια όσο και ασαφής.
   
     ΙΙ. Εάν επιχειρήσουμε να σκεφτούμε σχετικά επί του παραδείγματος: Ελλαδική χώρα του τώρα, διαπιστώνουμε ότι η πλειονότητα των πολιτών αμφισβητεί τον πατριωτισμό του πολιτικού προσωπικού ‒και όχι άδικα‒ επειδή πιστεύει πως ένα μέρος του τελευταίου, το πιο ανίκανο: η εθνομηδενιστική μαφία της νεοφασιστικής αριστεράς, παρέδωσε αμαχητί και ηθελημένα τη χώρα στα οργανωμένα συμφέροντα διεθνών κερδοσκοπικών συμμοριών και πως ορισμένες άλλες πολιτικές δυνάμεις, κι αυτές όχι ιδιαίτερα ικανές, ενώ αρέσκονται να μιλάνε στο όνομα των συμφερόντων του έθνους-κράτους, ακολουθούν τον ίδιο σχεδόν πολιτικό καιροσκοπισμό με εκείνον των πρωτεργατών του κακού, ανεχόμενες έμμεσα ή άμεσα την εν λόγω πολιτική διαβουκόληση.

     ΙΙΙ. Το μόνο που φαινομενικά διακρίνει τις «αντίπαλες» πολιτικές παρατάξεις είναι μια προσχηματική ρητορική γύρω από την υπεράσπιση του δημόσιου και εθνικού συμφέροντος. Στην πράξη όμως ουδεμία έχει τολμήσει να εναντιωθεί με ριζοσπαστικές πολιτικές στην ως τώρα καταστροφική πορεία. Η μέριμνα για την ανθρώπινη ύπαρξη, η διακύβευση της επιβίωσης –περί βίωσης ουδείς λόγος– δεν αποτελεί μαρτυρία ζωής και αγαθού πολιτικού βίου για την απάτη της πολιτικής «εκπροσώπησης». Η τελευταία, και δη εκείνη της νεοφασιστικής αριστεράς, ενδιαφέρεται μόνο για το βόλεμα του δικού της σαθρού πελατειακού κοπαδιού, με προεξάρχον το κοπάδι των συγγενικών της προσώπων. Παράλληλα ωστόσο δεν διστάζουν να επιστρατεύουν το οργανωμένο ψεύδος, την υπόθαλψη της ποταπότητας και τη διαφθορά της καλόπιστης γνώμης.

§2

     Ι. Από τα ανωτέρω προκύπτει με δριμύτητα το ερώτημα: Τι είναι πατριωτισμός; Σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο πατριωτισμός δεν είναι μόνο η ετοιμότητα για ανδραγαθήματα, για ξεχωριστές ή εξαιρετικές πράξεις και θυσίες σε περιόδους κρίσης ή μεγάλης ανάγκης (Φιλοσοφία του Δικαίου § 268), αλλά θεμελιωδώς η συνείδηση, η επίγνωση ότι κανείς πραγματώνεται μόνο μέσα από την εύρυθμη κοινωνική και πολιτική συμβίωση με τους άλλους ανθρώπους· η επίγνωση συναφώς ότι οι καθημερινές βιοτικές σχέσεις του κάθε μεμονωμένου ατόμου ευδοκιμούν μόνο όταν έχουν ως υποστασιακό τους υπόβαθρο τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας και της πολιτείας.

     ΙΙ. Επομένως, συνεχίζει ο Χέγκελ, θεμελιώδης προϋποθεση, για να υπάρχει πατριωτισμός, είναι η έντιμη πολιτική συνείδηση, το ισχυρό πολιτικό φρόνημα (politische Gesinnung), που επιτρέπει εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος, με βάση τις αρχές της κοινωνικής ηθικότητας (Sittlichkeit), και αποτρέπει την ιδιοτέλεια των πολιτικών προσώπων, άρα και την προδοσία. Παράλληλα καλλιεργεί και την ύψιστη ετοιμότητα, αναγκαία για την υπεράσπιση των συμφερόντων του έθνους.

     ΙΙΙ. Όταν το πολιτικό προσωπικό απαρτίζεται από άξεστους ανθρώπους, μας προειδοποιεί ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος, αντισταθμίζει την απουσία πολιτικού φρονήματος, άρα και πατριωτισμού, με δήθεν «μεγαλόψυχες» πράξεις και αφειδώλευτη λογολογία –τέτοιες πολιτικές «μεγαλοψυχίες» επιδεικνύει καθημερινά το δικό μας αμοραλιστικό πολιτικό σύστημα– για να πείθει έτσι τον εαυτό του και τους άλλους ότι εργάζεται για τη «σωτηρία» της πατρίδας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, στη θέση του πατριωτισμού ανυψώνει τον πιο επικίνδυνο πολιτικό καιροσκοπισμό.

     ΙV. Και οι μάζες; Αν δεν θέλουν να «αυτοκτονούν» πολιτικά, συνεπώς και οντολογικά, αναπαράγοντας μια άθλια πολιτική τους εκπροσώπηση και μετατρέποντας τον εαυτό τους σε αγέλη, αξίζει να έχουν οδηγό της συνολικής τους πράξης τη ρήση του Καντ: «θα επικρατήσει το δίκαιο, ακόμη κι αν χρειάζεται να αφανιστούν όλα τα καθάρματα του κόσμου». Τουτέστι να έχουν ανεπτυγμένη πολιτική συνείδηση/αρετή, αυτονομία σκέψης και εμπνευσμένη πρακτική στάση. Πόσο αυτό είναι δυνατό; Είναι πάντοτε δυνατό ως αφετηρία για την ανάπτυξη μιας ανώτερης κοινωνικο-πολιτικής ηθικής, που θα αναγκάζει τον κάθε ανεπαρκή σε πνευματικό ανάστημα και πονηρό, κατά Αριστοτέλη: μεγαλο-απατεώνα ή μικρο-απατεώνα της πολιτικής, να υφίσταται τις συνέπειες της δίκαιης τιμωρίας, που απορρέει από ένα άτρωτο από την πολιτική ανομία δικαιϊκό σύστημα, και να εξαφανίζεται από το πολιτικό προσκήνιο.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1403a-1403b)

[XXVI] Τὸ δ᾽ αὔξειν καὶ μειοῦν οὐκ ἔστιν ἐνθυμήματος στοιχεῖον· τὸ γὰρ αὐτὸ λέγω στοιχεῖον καὶ τόπον· ἔστιν γὰρ στοιχεῖον καὶ τόπος εἰς ὃ πολλὰ ἐνθυμήματα ἐμπίπτει. τὸ δ᾽ αὔξειν καὶ μειοῦν ἐστὶν ἐνθυμήματα πρὸς τὸ δεῖξαι ὅτι μέγα ἢ μικρόν, ὥσπερ καὶ ὅτι ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἢ δίκαιον ἢ ἄδικον, καὶ τῶν ἄλλων ὁτιοῦν. ταῦτα δ᾽ ἐστὶν πάντα περὶ ἃ οἱ συλλογισμοὶ καὶ τὰ ἐνθυμήματα, ὥστ᾽ εἰ μηδὲ τούτων ἕκαστον ἐνθυμήματος τόπος, οὐδὲ τὸ αὔξειν καὶ μειοῦν.

Οὐδὲ τὰ λυτικὰ ἐνθυμήματος εἶδός τί ἐστιν [ἄλλο τῶν κατασκευαστικῶν]· δῆλον γὰρ ὅτι λύει μὲν ἢ δείξας ἢ ἔνστασιν ἐνεγκών, ἀνταποδείκνυσι δὲ τὸ ἀντικείμενον, οἷον εἰ ἔδειξε ὅτι γέγονεν, οὗτος ὅτι οὐ γέγονεν, εἰ δὲ ὅτι οὐ γέγονεν, οὗτος ὅτι γέγονεν· ὥστε αὕτη μὲν οὐκ ἂν εἴη [ἡ] διαφορά (τοῖς αὐτοῖς γὰρ χρῶνται ἀμφότεροι· ὅτι γὰρ οὐκ ἔστιν ἢ ἔστιν, ἐνθυμήματα φέρουσιν)· ἡ δ᾽ ἔνστασις οὐκ ἔστιν ἐνθύμημα, ἀλλά, καθάπερ ἐν τοῖς Τοπικοῖς, τὸ εἰπεῖν δόξαν τινὰ ἐξ ἧς ἔσται δῆλον ὅτι οὐ συλλελόγισται ἢ ὅτι ψεῦδός τι εἴληφεν.

Ἐπεὶ δὲ τρία ἔστιν ἃ δεῖ πραγματευθῆναι περὶ τὸν λόγον, ὑπὲρ μὲν παραδειγμάτων καὶ γνωμῶν καὶ ἐνθυμημάτων καὶ

[1403b] ὅλως τῶν περὶ τὴν διάνοιαν, ὅθεν τε εὐπορήσομεν καὶ ὡς αὐτὰ λύσομεν, εἰρήσθω ἡμῖν τοσαῦτα, λοιπὸν δὲ διελθεῖν περὶ λέξεως καὶ τάξεως.

***
[26] Η αύξηση, πάντως, και η μείωση δεν αποτελούν στοιχείο του ενθυμήματος («στοιχείο» και «τόπος» έχουν για μένα το ίδιο νόημα: «στοιχείο» και «τόπος» είναι κατηγορίες στις οποίες υπάγονται πολλά ενθυμήματα). Η αύξηση και η μείωση είναι κάτι που το χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ότι κατιτί είναι μεγάλο ή μικρό, ακριβώς όπως δείχνουμε ότι κατιτί είναι καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο ή οτιδήποτε άλλο τέτοιο. Όλα όμως αυτά είναι πράγματα με τα οποία σχετίζονται οι συλλογισμοί και τα ενθυμήματα. Αν, επομένως, κανένα από αυτά δεν είναι τόπος ενθυμήματος, τότε ούτε η αύξηση και η μείωση.

Ούτε, επίσης, τα ενθυμήματα που χρησιμεύουν στην ανασκευή είναι ένα ιδιαίτερο είδος ενθυμημάτων. Είναι, πράγματι, φανερό ότι ανασκευάζει κανείς είτε αποδεικνύοντας κάτι είτε κάνοντας ένσταση: η απόδειξή του αποτελεί απάντηση στη θέση του αντιπάλου· αν, π.χ., εκείνος απέδειξε ότι κατιτί έγινε, αυτός αποδεικνύει ότι δεν έγινε· αν, πάλι, εκείνος απέδειξε ότι κατιτί δεν έγινε, αυτός αποδεικνύει ότι έγινε. Έτσι, βέβαια, δεν υπάρχει καμιά διαφορά (αφού και οι δύο χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα, παρουσιάζοντας ενθυμήματα που δείχνουν ότι κατιτί είναι ή δεν είναι υπαρκτό). Η ένσταση, από την άλλη, δεν είναι ενθύμημα, αλλά, όπως το είπαμε και στα Τοπικά, είναι η διατύπωση μιας γνώμης, από την οποία θα γίνει φανερό ότι ο αντίπαλος δεν παρουσίασε έναν πραγματικό συλλογισμό ή ότι χρησιμοποίησε ως προκείμενη πρόταση κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Δεδομένου ότι είναι τρία τα θέματα που πρέπει να γίνουν αντικείμενο μελέτης σε μια πραγματεία για τον ρητορικό λόγο, ας θεωρηθούν αρκετά όσα είπαμε για τα παραδείγματα, τις γνώμες, τα ενθυμήματα,

[1403b] γενικά για όλα τα σχετικά με το διανοητικό περιεχόμενο του λόγου: πώς θα εξασφαλίζουμε τη δική μας επιχειρηματολογία και πώς θα ανασκευάζουμε την επιχειρηματολογία του αντιπάλου. Μένει να μιλήσουμε τώρα για το ύφος και για τη διάταξη των μερών του ρητορικού λόγου.