Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙV. -τύ-


§ 374. Το ελληνικό ρηματικό αφηρημένο επίθημα -τύ- αντιστοιχεί ως προς τη λειτουργία του τόσο πολύ με τον ινδοευρωπαϊκό τύπο που διατηρήθηκε στο λατ. - tus (ex - i - tus 'έξοδος' κτλ.), που πρέπει να σχετίζεται μ' αυτόν, παρότι η κλίση του αποκλίνει σημαντικά και το αρσενικό γένος υποχώρησε μπροστά στο θηλυκό, που θεωρήθηκε χαρακτηριστικό των αφηρημένων [1]. Η διάκριση του -τυ- από το - ti - προκαλεί μεγάλες δυσκολίες· γι' αυτό και το -τυ- αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει. Έτσι ο Όμηρος σχηματίζει ακόμη από τους νεότερους μετονοματικούς τύπους τα αφηρημένα με το -τυ-: ἀλαωτύς 'τύφλωση' από το ἀλαοῦν 'τυφλώνω' (ἀλαός 'τυφλός'), ἀκοντιστύς 'το ρίξιμο του ακόντιου' από το ἀκοντίζειν 'ρίχνω το ακόντιο (ἄκων, ἄκοντ-ος)' ενώ αργότερα εμφανίζονται κανονικά τα -ωσις και -ισις (ἀκόντισις Ξεν.). Η προτίμηση του Ομήρου για το -τυ- φαίνεται να προέρχεται από την ιωνική διάλεκτο, και, ακριβώς επειδή οι άλλες διάλεκτοι είχαν απολέσει λίγο-πολύ το επίθημα, ήταν κατάλληλο ως μέσο ποιητικής έκφρασης.

§ 375. Άλλα παραδείγματα:

γραπτύς 'αμυχή (του δέρματος)' (Όμ.) από το γράφειν 'χαράζω',

κλειτύς 'πλαγιά' (Όμ.) από το κλι- 'κλίνω',

φλεγμαντύς 'φλεγμονή' (Ιπποκρ.) από το φλεγμαίνειν 'πρήζομαι από φλεγμονή',

ἀσπαστύς 'χαιρετισμός' (Καλλίμ.) από το ἀσπάζεσθαι 'χαιρετώ',

ῥυστακτύς 'κακοποίηση' (Όμ.) από το ῥυστάζειν 'σέρνω πέρα δώθε'.

§ 376. Το επίθημα -τύ- χρησιμεύει επίσης στο σχηματισμό αριθμητικών ουσιαστικών:

τρικτύς 'τριάδα', αττ. τριττύς (αφομοίωση του -κτ- σε -ττ- ή προσαρμογή στο τριττός 'τριπλός') 'το ένα τρίτο μιας φυλής' από τα τρίχα 'τριπλά', τριττός τρισσός·

πεντηκοστύς 'σώμα 50 αντρών' (Ξεν.) από το πεντήκοντα, πρβ. πεντηκοστός.
---------------------------
[1] Τα ουδέτερα θέματα σε tuήταν ανέκαθεν πολύ σπάνια: ἄστυ 'πόλη', φῖτυ 'γόνος'. Το μακρόχρονο -ū- φαίνεται ότι ήδη στην προελληνική περίοδο θεωρήθηκε χαρακτηριστικό του θηλυκού σε αντίθεση με το αρσενικό και ουδέτερο -ŭ-.

Τι σημαίνει «σέβομαι» μέσα σε μια σχέση

Όταν ακούμε την ερώτηση «μ’ αγαπάς;», απαντάμε αυτόματα «Ναι». Χωρίς να ψάχνουμε βαθιά μέσα μας τι νιώθουμε πραγματικά – αγάπη ή εξάρτηση. Άλλωστε, πολύ συχνά μπερδεύουμε τα συναισθήματα που νιώθουμε: συνήθεια, φόβο μοναξιάς, εξάρτηση, τρυφερότητα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιεί τις υγιείς σχέσεις από τις τοξικές είναι η παρουσία του σεβασμού.

Ο σεβασμός σε ένα ζευγάρι

Σε κάθε σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, σεβασμός σημαίνει ότι αναγνωρίζω την αξιοπρέπεια της προσωπικότητας ενός συντρόφου. Τι σημαίνει ακριβώς αυτό; Οι σύντροφοι λαμβάνουν υπόψη την άποψη της άλλης πλευράς, ακούνε τα σχόλια και τις ανάγκες τους, προσπαθούν να δράσουν με έναν τρόπο που δεν προκαλεί απογοήτευση στο άλλο μισό. Ο σεβασμός προϋποθέτει εμπιστοσύνη και ελευθερία στις σχέσεις.

Σε έναν γάμο, η φύση του σεβασμού μπορεί να αλλάξει. Οι σύζυγοι συχνά παραπονιούνται για την έλλειψή του. Η επαναφορά αυτού του χαρακτηριστικού, απαραίτητη για μια υγιή σχέση, είναι δύσκολη, αλλά πιθανή. Ας σκεφτούμε την «εσωτερική» και «εξωτερική» πλευρά του σεβασμού στην οικογένεια.

Στην πρώτη περίπτωση, χρειάζεται να δημιουργηθούν άνετες συνθήκες για τον σύντροφο. Αυτό προϋποθέτει έναν ήρεμο τόνο ομιλίας και ένα αυθεντικό ενδιαφέρον για τη ζωή του άλλου. Όσο για την «εξωτερική» πλευρά, σημαίνει ότι ένα άτομο χρειάζεται να συμπεριφέρεται σωστά δημοσίως στο/στη σύντροφό του/της. Να μην τον/τη προσβάλει δημοσίως και να μην προκαλεί δυσάρεστα σχόλια για τη μεταξύ τους σχέση. Επιπλέον, δεν πρέπει να περιορίζεται ο προσωπικός χώρος ή η ελευθερία του άλλου με απαγορεύσεις και χειραγώγηση.

Πώς δείχνουμε και χτίζουμε σεβασμό σε μια σχέση;

Ο σεβασμός σε μια σχέση αντανακλάται στο πώς αντιμετωπίζουμε και συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλο σε καθημερινή βάση. Ακόμα κι αν διαφωνούμε ή έχουμε έναν καυγά (ναι, οι καυγάδες συμβαίνουν και στις υγιείς σχέσεις), μπορούμε να σεβόμαστε και να εκτιμάμε τις απόψεις και τα συναισθήματα του άλλου επιχειρηματολογώντας δίκαια.

Ο σεβασμός δεν έχει καμία σχέση με τον έλεγχο ή τη χειραγώγηση. Ο σεβασμός μας επιτρέπει αντιθέτως να νιώθουμε ελεύθεροι να είμαστε ο εαυτός μας και να αγαπιόμαστε γι’ αυτό που είμαστε.

Σε μια υγιή σχέση, λοιπόν, ο σεβασμός περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία:

– Μιλάμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια ο ένας στον άλλο

– Ακούμε πραγματικά τι λέει ο άλλος

– Εκτιμάμε τα συναισθήματα και τις ανάγκες του

– Συμβιβαζόμαστε όταν πιστεύουμε ότι χρειάζεται

– Μιλάμε με καλοσύνη ο ένας στον άλλο

– Στηρίζουμε τα ενδιαφέροντα, τα χόμπι και την καριέρα ο ένας του άλλου

– Εξελισσόμαστε μέσα από μια σχέση, εξελίσσοντας και την ίδια τη σχέση

– Τιμάμε και σεβόμαστε τα όρια του άλλου, ό,τι κι αν συμβεί

Φυσικά, αν και είναι σημαντικό να σεβόμαστε τον/τη σύντροφό μας σε μια σχέση, είναι εξίσου σημαντικό να δείχνουμε σεβασμό στον εαυτό μας. Ο αυτοσεβασμός είναι το κλειδί για να χτίσουμε αυτοπεποίθηση και να διατηρήσουμε υγιείς σχέσεις, καθώς έτσι θέτουμε όρια και χτίζουμε εκτίμηση σε όλη τη ζωή μας.

Η Μάνταλα του Ανώτατου Διαλογισμού: Ένα Μεταφυσικό Ταξίδι

Στην απέραντη έκταση της ανθρώπινης συνείδησης, υπάρχει ένα βασίλειο πέρα από τη φυσική μας κατανόηση, ένα βασίλειο που αψηφά τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, ένα βασίλειο που είναι το αληθινό σπίτι της ψυχής μας. Αυτό το βασίλειο είναι η Μάνταλα του Ανώτατου Διαλογισμού, ένα άπειρο επίπεδο ύπαρξης που ξεπερνά την κοσμική μας αντίληψη και μας προσφέρει μια ματιά στην απόλυτη πραγματικότητα.

Η αναζήτηση της ανεξαρτησίας

Στην αδυσώπητη επιδίωξη της ανεξαρτησίας, ο άνθρωπος διασχίζει τις ερήμους της απόγνωσης, πλέει στην πολυτάραχη θάλασσα της αβεβαιότητας και σκαρφαλώνει στα βουνά των αντιξοοτήτων. Ωστόσο, η απόλυτη ελευθερία δεν είναι μια φυσική τοποθεσία ή μια κατάσταση ύπαρξης, αλλά μια κατάσταση συνείδησης. Βρίσκεται όχι στο τέλος ενός επίπονου ταξιδιού, αλλά στη συνειδητοποίηση ότι το ίδιο το ταξίδι είναι ένας αντικατοπτρισμός. Το νησί της αναζήτησης, η αληθινή κατοικία της αυτονομίας, βρίσκεται πέρα από τη θάλασσα των σκέψεων, στην αχαρτογράφητη επικράτεια της αυτοπραγμάτωσης.

Η ψευδαίσθηση της πραγματικότητας

Ζούμε σε έναν κόσμο που περιορίζεται από τις αισθήσεις μας, που κυβερνάται από τη λογική και κυριαρχείται από την αντίληψη της ύπαρξης. Ωστόσο, αυτές οι κατασκευές, που φαίνονται αληθινές, είναι απλώς ψευδαισθήσεις, ολογράμματα του νου που καλύπτουν την απόλυτη πραγματικότητα. Ο κόσμος όπως τον ξέρουμε είναι απλώς ένα κλάσμα της άπειρης πραγματικότητας που εκτείνεται πολύ πέρα από την κατανόησή μας.

Η δυαδικότητα της Ύπαρξης

Όταν παρασυρόμαστε από το θέαμα της ύπαρξης, πέφτουμε θύματα της ψευδαίσθησης της δυαδικότητας. Χωρίζουμε τον κόσμο σε αντίθετα, βασίζουμε την κατανόησή μας για τη ζωή σε αυτές τις διχοτομίες και παγιδευόμαστε στον λαβύρινθο της δυϊστικής σκέψης. Ωστόσο, όταν μπορούμε να απομακρυνθούμε από αυτές τις ψευδείς αντιλήψεις και να διαπεράσουμε το πέπλο της ψευδαίσθησης, μπορούμε να βιώσουμε την Ενότητα της Πραγματικότητας. Αυτή η κατάσταση συνείδησης ενότητας φέρνει μια γαλήνια ηρεμία που διαπερνά τόσο τη δραστηριότητα όσο και την ακινησία.

Το βασίλειο της Μάνταλα του Ανώτατου Διαλογισμού

Η Μάνταλα του Ανώτατου Διαλογισμού είναι ένα βασίλειο χωρίς περιγράμματα, σημεία ή κατευθύνσεις. Είναι ένα άπειρο επίπεδο συνείδησης όπου η αντίληψη του πραγματικού επεκτείνεται από το πεπερασμένο στο άπειρο. Σε αυτό το βασίλειο, το Εδώ και το Τώρα συγκλίνουν σε μια διαχρονική και άχωρη πραγματικότητα. Η Μάνταλα του Ανώτατου Διαλογισμού δεν είναι ένας προορισμός που πρέπει να φτάσει κανείς, αλλά μια κατάσταση συνείδησης που πρέπει να πραγματοποιηθεί. Είναι η απόλυτη πραγματικότητα που βρίσκεται πέρα από την ψευδαίσθηση της ύπαρξης, η απόλυτη ελευθερία που βρίσκεται πέρα από την αναζήτηση της ανεξαρτησίας.

.Συμπερασματικά, ο Υπέρτατος Διαλογισμός Μάνταλα αντιπροσωπεύει την κορυφή της ανθρώπινης πνευματικής εξέλιξης, ένα βασίλειο όπου το πεπερασμένο συγχωνεύεται στο άπειρο, το άτομο ενώνεται με το καθολικό και η ψευδαίσθηση της ύπαρξης διαλύεται στην πραγματικότητα της Ενότητας. Είναι μια υπενθύμιση ότι η απόλυτη αλήθεια δεν βρίσκεται στον κόσμο έξω από εμάς, αλλά στη δική μας συνείδηση. Το ταξίδι σε αυτή την απόλυτη πραγματικότητα δεν είναι ένα φυσικό ταξίδι, αλλά μια μεταφυσική εξερεύνηση, ένα ταξίδι προς τα μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής μας.

Τι κρύβεται πίσω από τις κακές συμπεριφορές των παιδιών

Πολλές φορές μαλώνουμε τα παιδιά μας για συμπεριφορές τις οποίες χαρακτηρίζουμε «κακές», αποδίδοντάς τις στην ανυπακοή και την αντιδραστικότητά τους. Αυτές οι συμπεριφορές ωστόσο, δεν προκύπτουν απ’ το πουθενά, αλλά έχουν τις ρίζες τους σε βαθύτερες αιτίες που, καλό είναι, να ανακαλύψουμε και να μην αγνοήσουμε. Διαφορετικά, μπορεί να διογκωθούν και να καταλήξουν σε κάτι πιο ανησυχητικό με το πέρασμα του χρόνου.

Θέλει να τραβήξει την προσοχή σας

Όταν ένα παιδί αισθάνεται αποκομμένο ή παραμελημένο από τους φροντιστές του, θα χρησιμοποιήσει πολλούς τρόπους προκειμένου να τραβήξει την προσοχή τους – ακόμη και άσχημους, όπως το να κάνει ζημιές ή να συμπεριφέρεται επιθετικά.

* Με το να το τιμωρήσουμε ή να το μαλώσουμε για την εν λόγω συμπεριφορά, απλώς θα κάνουμε τα πράγματα χειρότερα. Αφιερώστε ποιοτικό χρόνο στο παιδί σας, δείξτε του έμπρακτα ότι είστε δίπλα του, επιβραβεύστε την καλή του συμπεριφορά, και δημιουργείστε ένα ασφαλές περιβάλλον για να αναπτυχθεί.

Δεν μπορεί να διαχειριστεί το άγχος του

Τα αγχώδη παιδιά που δεν μπορούν να διαχειριστούν το άγχος και τα συναισθήματά τους, πολλές φορές ξεσπούν με άσχημο τρόπο προκειμένου να ξεφύγουν από μια δύσκολη κατάσταση.

* Με υπομονή, διάλογο και, γιατί όχι, την καθοδήγηση ενός παιδοψυχολόγου βρείτε τι ακριβώς πυροδοτεί το άγχος του παιδιού σας και μαζί βρείτε τεχνικές που το βοηθούν να ηρεμεί. Είναι πολύ σημαντικό σε αυτή τη φάση να του δείξετε ότι είστε ουσιαστικά δίπλα του. Ακούστε τι έχει να σας πει και μη μειώσετε αυτό που αισθάνεται.

Μπορεί να έχει μαθησιακές δυσκολίες

Εάν ένα παιδί συμπεριφέρεται με άσχημο τρόπο στο σχολείο ή κατά τη διάρκεια της μελέτης στο σπίτι, τότε υπάρχει περίπτωση να έχει κάποια μαθησιακή δυσκολία. Αυτά τα παιδιά απογοητεύονται πιο εύκολα και χάνουν πολύ συχνά την ψυχραιμία τους!

* Για να μπορέσετε να στηρίξετε το παιδί σας όπως πρέπει, καλό θα είναι να απευθυνθείτε σ’ έναν ειδικό, ο οποίος θα σας ενημερώσει κατάλληλα για το τι συμβαίνει με το παιδί και στη συνέχεια, θα σας καθοδηγήσει. Μην ξεχνάτε ότι μαθαίνοντας το πρόβλημα, μαθαίνετε και πώς να βοηθήσετε το παιδί σας.

Θέλει μεγαλύτερη αυτονομία

Αν δεν ικανοποιείται η έμφυτη ανάγκη ενός παιδιού να αισθάνεται ικανό και σημαντικό και να έχει κάποιον έλεγχο στη ζωή του, τότε θα συμπεριφερθεί με «κακό» τρόπο ώστε να εξασφαλίσει δια της βίας την αυτονομία του.

* Για να τονώσετε την αυτοπεποίθηση του παιδιού μάλλον θα χρειαστεί να του δώσετε χρόνο και χώρο δικό του, να στηρίξετε την αυτονομία του και να του δείξετε πόσο τον εμπιστεύεστε επιτρέποντας του να πάρει πρωτοβουλίες και να μην εξαρτάται τόσο από εσάς. Με αυτόν τον τρόπο τα… ξεσπάσματά του θα μειωθούν.

Το παρελθόν δεν είναι φυλακή… Ήταν απλά ένα μάθημα, όχι καταδίκη σε ισόβια

Never be a prisoner of your past. It was just a lesson, not a life sentence. Ποτέ να μην είσαι φυλακισμένος, φυλακισμένη του παρελθόντος σου. Ήταν απλά ένα μάθημα και όχι ισόβια κάθειρξη».

Πόσο αληθινό και ταυτόχρονα μας πονάει, ίσως γιατί είναι κάτι που πολλοί άνθρωποι το κάνουμε πράξη. Όλοι κουβαλάμε το παρελθόν μας, υπάρχουν όμως φορές που δεν του συμπεριφερόμαστε σαν παρελθόν⋅ αντίθετα, το αντιμετωπίζουμε σαν παρόν και το σκεφτόμαστε σαν μέλλον.

Δεν το αφήνουμε να φύγει. Εστιάζουμε σε αυτό και προσπαθούμε συχνά να κατανοήσουμε γιατί μας συνέβη κάτι. Προσπαθούμε να καταλάβουμε την αιτία, αναλογιζόμαστε αν φταίξαμε και επειδή δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τη συμπεριφορά του άλλου, της άλλης, το κουβαλάμε. Κουβαλάμε τα δικά τους λάθη, τις δικές τους ευθύνες και άλλες φορές νιώθουμε θλίψη, άλλες θυμό και άλλες άρνηση.

Είναι όμως κάποια γιατί, τα οποία θα μείνουν αναπάντητα. Και αυτό πρέπει να το αποδεχτούμε. Γιατί, η αλήθεια είναι ότι δεν εξαρτώνται όλα από τον έλεγχό μας. Δεν μπορούμε να τον έχουμε τον έλεγχο. Οι σχέσεις όμως είναι αμφίδρομες, είναι διαδραστικές, που σημαίνει ότι αναπόφευκτα δεν μπορούμε να προβλέψουμε τη συμπεριφορά του άλλου.

Δώσε στο παρελθόν σου λοιπόν τη θέση που του αρμόζει. Μάθε από αυτό, χωρίς όμως να ασκείς αυτοκριτική. Να μην χαρακτηρίζεις δηλαδή τον εαυτό σου.

Κάνε αυτο-αξιολόγηση. Δες τα θετικά σου στοιχεία, τα αδύναμα, τα λάθη σου, χωρίς όμως να εμμένεις, γιατί με αυτό τον τρόπο γίνεσαι μονοδιάστατος, μονοδιάστατη. Η εμμονή και η επιμονή συχνά μας εγκλωβίζουν. Μας εγκλωβίζουν σε ένα φαύλο κύκλο σκέψεων, συναισθημάτων και αναπάντητων γιατί.

Μην αφήσεις το παρελθόν να πάρει τη θέση του μέλλοντός σου. Να του δώσεις τη θέση που του αξίζει και σε εσένα το δικαίωμα να ονειρευτείς και να ελπίζεις.

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας

Δύσκολα μπορεί κάποιος να αντλήσει από τους διαλόγους του Πλάτωνα πραγματικά ιστορικά στοιχεία για τον Σωκράτη, τον άντρα που περιφερόταν ξυπόλυτος στην αθηναϊκή αγορά φορώντας έναν πεντακάθαρο χιτώνα και έθετε επίμονα ερωτήματα των οποίων η ουσία δεν γινόταν εύκολα αντιληπτή, καταφέρνοντας να δημιουργήσει γύρω του ένα πλήθος από περίεργους, καθώς ανέτρεπε κάθε απάντηση που του έδιναν. Ήταν ένας πλανόδιος της διαλεκτικής, ένας φιλόσοφος-αντάρτης της πόλης.

Ο Πλάτωνας βέβαια δεν είναι ο μόνος Αθηναίος που έγραψε σωκρατικούς διαλόγους μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Είναι, όμως, ο μόνος συγγραφέας σωκρατικών διαλόγων που υπήρξε, συνάμα, και φιλοσοφική ιδιοφυία. Η στάση του Πλάτωνα απέναντι στον «δικό» του Σωκράτη δεν παραμένει στάσιμη κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής του. Αν παρακολουθήσουμε τις μεταβολές στη στάση του απέναντι στον φιλόσοφο, του οποίου ο θάνατος έκανε τον ίδιο φιλόσοφο, ίσως καταφέρουμε να πλησιάσουμε περισσότερο το πρόσωπο της απόμακρης μορφής του Πλάτωνα.

Είναι δύσκολο, για να μην πω ανάρμοστο, να προσεγγίσουμε τον Πλάτωνα ως πρόσωπο. Κανείς άλλος φιλόσοφος δεν αποθαρρύνει τόσο πολύ μια τέτοια προσέγγιση. Ο Πλάτωνας φαινόταν να συμπαθεί ελάχιστα ό,τι ήταν προσωπικό. Θεωρούσε ότι όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας. Ότι γινόμαστε καλύτεροι όσο περισσότερο κατανοούμε το Σύμπαν, όσο περισσότερο αναλογιζόμαστε το μεγαλείο του και όσο λιγότερο τη δική μας μικρότητα. Ο Πλάτωνας εκδηλώνει συχνά τρόμο μπροστά στην ανθρώπινη φύση, την οποία θεωρεί πλησιέστερη προς εκείνη του ζώου παρά του Θεού. Η ανθρώπινη φύση είναι ένα ηθικό και πολιτικό πρόβλημα προς επίλυση, και μόνο το Σύμπαν φαντάζει επαρκές για την απεραντοσύνη του εγχειρήματος.

Η ζοφερή απόγνωση του Πλάτωνα για το «γένος μας» έγινε μάλλον πιο φανερή στα τελευταία του χρόνια, ωστόσο, διαισθάνομαι πως είχε άσχημη γνώμη για την ανθρωπότητα ακόμη και όταν ήταν πιο νέος. Η μοίρα του Σωκράτη στα χέρια της δημοκρατίας -η θανατική καταδίκη του, όπως και η ετυμηγορία της ενοχής του, ήταν αποτέλεσμα λαϊκής ψήφου- ίσως σχετίζεται τόσο με την άσχημη εικόνα που είχε διαμορφώσει για την ανθρωπότητα, όσο και με την εξαρχής στροφή του στη φιλοσοφία. Ενώ ο Σωκράτης γελούσε δυνατά με τα κακόγουστα αστεία των κωμικών συγγραφέων, ακόμη και όταν γινόταν ο ίδιος αντικείμενο διακωμώδησης, η χαρακτηριστική αντίδραση του Πλάτωνα στις ταραχώδεις και γελοίες πτυχές της ανθρώπινης φύσης θα ήταν, υποψιάζομαι, ένα ρίγος ανατριχίλας. Η αγάπη του για τον Σωκράτη τον βοήθησε να απωθήσει το ρίγος. Ο Σωκράτης στάθηκε γι’ αυτόν ένα μέσον για να συμφιλιώσει τον εαυτό του με την παραμορφωμένη από τις ασχήμιες και τις αντιφάσεις ανθρώπινη ζωή. Μάλιστα, ο Σωκράτης, ως πολύ ανθρώπινος -όπως ο Πλάτωνας πασχίζει να μας δείξει-ενσαρκώνει ο ίδιος αυτές τις αντιφάσεις.

Απλώς επειδή υπήρξε ένας άνθρωπος όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας θα μπορούσε να πειστεί ότι τελικά αξίζει να νοιάζεται κάποιος για την ανθρώπινη ζωή.

Με τα γραπτά του ο Πλάτωνας δημιούργησε ένα αδιέξοδο και μια ερμηνευτική σύγχυση. ‘Όμως, δημιούργησε επίσης και τη φιλοσοφία, καθιστώντας την ζωντανό μνημείο του Σωκράτη. Η λέξη φιλοσοφία δηλώνει την αγάπη για τη σοφία. Και η αγάπη για τη σοφία είναι ένα απρόσωπο είδος αγάπης. Αξίζει, λοιπόν, να σημειωθεί ότι μια πολύ προσωπική αγάπη -η αγάπη του Πλάτωνα για τον Σωκράτη- ενεργούσε μέσα στον άνθρωπο που δημιούργησε τη φιλοσοφία όπως την γνωρίζουμε.

Όλα αυτά προσθέτουν ένα στοιχείο παραδόξου στο ύφος με το οποίο έγραψε ο Πλάτωνας, ιδίως αν λάβουμε υπόψη όσα θα πει για τον φιλοσοφικό έρωτα, που αντικαθιστά τον προσωπικό έρωτα (από εδώ πηγάζει η στρεβλωμένη ιδέα μας για τον «πλατωνικό έρωτα»). Όμως, ακόμη και αυτή η ένταση χρησιμοποιείται από τη φιλοσοφία. Στόχος του Πλάτωνα -ή, τουλάχιστον, έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ- είναι να μην αφήσει ποτέ τη σκέψη να γίνει υπερβολικά αυτόματη, να μην επαναπαυθεί. Στόχος του, με άλλα λόγια, είναι ο άνθρωπος να σκέφτεται διαρκώς, να μην περιπίπτει σε νοητική αδράνεια, και γι’ αυτό δεν είναι ποτέ αρνητικός απέναντι στις αποσταθεροποιητικές επιδράσεις του παραδόξου.

Η επικαιρότητά του οφείλεται αποκλειστικά στα ερωτήματα που έθεσε και στην επιμονή του ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε εύκολα απ’ αυτά, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. ‘Ένα από τα περίεργα χαρακτηριστικά των φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι η προθυμία με την οποία δίνουν πολλοί απαντήσεις οι οποίες δεν συλλαμβάνουν την ουσία των ερωτημάτων. Μερικές φορές οι λανθασμένες απαντήσεις δίνονται από επιστήμονες, άλλοτε στο πλαίσιο θρησκειών, άλλοτε βασισμένες σε αυτό που ονομάζουμε απλή, κοινή λογική. Ο Πλάτωνας διατύπωσε μερικά από τα πιο οριστικά αντεπιχειρήματα απέναντι σε απαντήσεις που αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ουσία του φιλοσοφικού ερωτήματος.

Ο ίδιος σπανίως παρουσιαζόταν σαν να δίνει τις τελικές απαντήσεις. Αυτό που τόνιζε ήταν η απειθαρχία την οποία επιδεικνύουν τα ερωτήματα απέναντι στην προσπάθεια να τους δώσει κάποιος ρηχές απαντήσεις.

ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΟΠΟΙΣ ΚΤΩΝΤΑΙ

Χαρακτηριστικό της εποχής μας βασικό είναι η αποθέωση της ευκολίας. Όλα θέλουμε να τα κάνουμε εύκολα και γρήγορα. Έχουμε τόσο πολύ οικειωθεί αυτό το πνεύμα ώστε και η παραμικρή δυσκολία μάς θλίβει και μας απομακρύνει από την προσπάθεια και την επιμονή. Τίποτε το κακό δεν βλέπουμε σε αυτήν τη νοοτροπία· θεωρούμε απόλυτα λογικό να θέλουμε το εύκολο και να απορρίπτουμε το δύσκολο. Επιζητούμε να πετύχουμε τα πάντα εύκολα και άκοπα και ταυτίζουμε την ευτυχία με μία κατάσταση παθητικής απόλαυσης. Φαίνεται πως κάτι δεν κατάλαβε καλά ο Οδυσσέας, όταν εγκατέλειψε την Καλυψώ που του πρόσφερε τα πάντα και ρίχτηκε ξανά σε μία μεγάλη και επικίνδυνη περιπέτεια ελπίζοντας να καταφέρει να επιστρέψει στην οικογένειά του που τον περίμενε στην Ιθάκη!

Την νοοτροπία μας αυτή την υπηρετεί και η τεχνολογία που έχει περιβληθεί το ένδυμα της ανωτάτης αυθεντίας και επαγγέλλεται την λύση όλων μας των προβλημάτων – σωματικών αλλά και ψυχικών. Πραγματικά ριζοσπαστική η άποψη αυτή! Συνιστά δηλαδή ένα σπάσιμο της ρίζας που μας συνδέει με τον ελληνικό πολιτισμό ο οποίος και σε αυτό το θέμα – ανάμεσα σε άλλα πολλά – βρίσκεται σε διαφορετική συχνότητα από αυτήν που βρισκόμαστε εμείς σήμερα.

Αρχαίοι Έλληνες και κόπος

Οι Έλληνες από πολύ παλιά είχαν διαπιστώσει άρρηκτη σχέση ανάμεσα στον κόπο και την πραγματική ευτυχία. ο κώος φιλόσοφος και κωμωδιογράφος Επίχαρμος (5ος αι. π.Χ.) σε κάποιο από τα λίγα διασωθέντα αποσπάσματα των έργων του επισημαίνει: «τῶν πόνων πωλοῦσιν ἡμῖν πάντα τ΄αγαθὰ οἱ θεοί» – δηλαδή οι θεοί μας πωλούν όλα τα αγαθά με αντίτιμο την καταβολή του αντίστοιχου κόπου από μέρους μας. Αλλά και ο πολύς Σοφοκλής στην Ηλέκτρα του αναφέρει: «πόνου χωρίς οὐδὲν εὐτυχεῖ». Ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης (436 – 338 π.Χ.) συμβουλεύει: «γύμναζε σεαυτὸν πόνοις ἑκουσίοις, ὅπως ἂν δύνῃ καὶ τοὺς ἀκουσίους ὑπομένειν» – δηλαδή να ασκείς τον εαυτό σου με εκούσιους κόπους, για να μπορείς να αντιμετωπίσεις και τους ακούσιους.

Δεν είναι τυχαίο ότι την έννοια του ευτυχώ στα Αρχαία Ελληνικά αποδίδει το ρήμα εὖ πράττω, που σημαίνει πρωταρχικά ενεργώ σωστά. Στη σωστή ενέργεια δηλαδή έβλεπαν την ευτυχία και όχι στην παθητική απόλαυση όπως σήμερα. Γι΄αυτό και η ενέργεια του Οδυσσέα να εγκαταλείψει την Καλυψώ και όσα αυτή του πρόσφερε (έρωτα, επάρκεια αγαθών, αθανασία) και να επιστρέψει στην θνητότητα με όσα δεινά αυτή συνεπάγεται είναι απολύτως κατανοητή για τους Έλληνες εκείνης της εποχής και απολύτως παράλογη για εμάς σήμερα.

Για τον Οδυσσέα το υπέροχο νησί της θεάς ήταν χειρότερο από φυλακή. Υπέφερε νοσταλγώντας την γυναίκα του την Πηνελόπη, τον μοναχογιό του τον Τηλέμαχο, τον γερο-Λαέρτη τον πατέρα του, τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, το νησί του, την Ιθάκη του! Δεν μπορούσε να νιώσει ευτυχισμένος μακριά από τα αγαπημένα του πρόσωπα, μακριά από την οικογένειά του.

Αυτά ισχύουν όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε εθνικό: «Ἐν γὰρ τοῖς πόνοισιν αὔξεται ἡ πατρὶς» διαπιστώνει ο Ευριπίδης (480 – 406 π.Χ) η πατρίδα δηλαδή μεγαλώνει με κόπους και αγώνες· άρα, όταν λείπουν αυτά συρρικνώνεται!

Η νέα γενιά

Η νοοτροπία αυτή της καλοπέρασης και της αποστροφής προς τον κόπο πέρασε φυσικά και στα παιδιά μας. Το κριτήριο της ευκολίας και της δυσκολίας παίζει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις τους· και είναι – ως ένα βαθμό – φυσιολογικό με την δεδομένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Καθίσταται όμως τελικά επικίνδυνο, διότι η πραγματικότητα στην οποία θα κληθούν να ζήσουν ως ενήλικες δεν θα είναι εύκολη αλλά δύσκολη. Εάν λοιπόν δεν τα μάθουμε να μην φοβούνται τον κόπο και την ανηφόρα, θα λυγίσουν και θα σπάσουν, όταν έλθουν σε επαφή με την πραγματικότητα. Το σπάσιμο αυτό εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, γι΄αυτό και πολλές φορές δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό: μελαγχολία, ηττοπάθεια, οργή, φυγή στο παράλογο, εξαρτήσεις, αδιαφορία για το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα. Και όλα αυτά, διότι ο τρόπος εισαγωγής των νέων στην κοινωνία των ενηλίκων δεν τα προετοιμάζει κατάλληλα για όσα θα αντιμετωπίσουν, αλλά μάλλον τα κοιμίζει και τα αποπροσανατολίζει. Είναι ενδεικτικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ως γονείς ανέθεταν την διαπαιδαγώγηση των νεαρών βλαστών τους σε παιδαγωγούς – συνήθως μορφωμένους δούλους – με την εντολή να τα σκληραγωγήσουν και να τα καταστήσουν ικανά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής. Μήπως θα ήταν σώφρον να εγκαταλείψουμε – έστω και λίγο – τις σύγχρονες (;) θεωρίες και να αφουγκραστούμε τις παιδαγωγικές αντιλήψεις των προγόνων μας; Όχι βέβαια όσον αφορά τα εξωτερικά σχήματα και τις περιστάσεις, αλλά την ουσία της σκέψης τους. Λίγα έχουμε να χάσουμε και πολλά να κερδίσουμε!

Hermann Hesse: Οφείλουμε να είμαστε ευέλικτοι σαν το μπαμπού, που λυγίζει με τον άνεμο αλλά δεν σπάει

Ο παλαιστής του τζούντο κατευθύνει τη δύναμη του αντιπάλου του προς ίδιον όφελος. Θα φέρουμε ένα παράδειγμα που απαντάται σε διάφορα λαϊκά παραμύθια: τον αγώνα ανάμεσα στο νερό, τον βράχο και το σπαθί.

Τα δύο τελευταία πίστευαν ότι μπορούσαν να νικήσουν το νερό επειδή το σπαθί θα το τραυμάτιζε, θα το χώριζε στα δύο, όπως χωρίζει οποιοδήποτε πράγμα, ενώ ο βράχος ήξερε ότι θα έπεφτε πάνω στο νερό και θα το κατέστρεφε. Ωστόσο ούτε ο βράχος μπορεί να πληγώσει το νερό, απλώς το κάνει να παρεκκλίνει της πορείας του, ούτε το σπαθί, όσο και να βυθίσει τη λεπίδα του μες στο νερό, δεν το χωρίζει στα δύο. Το νερό προσαρμόζεται, τυλίγει το σπαθί, δεν παύει να ρέει και μπορεί, αντίθετα, να διαβρώσει αυτό τον βράχο και να κάνει το σπαθί να σκουριάσει και να μην κόβει.

Η υπομονή, η ηρεμία και η δυνατότητα προσαρμογής είναι ισχυρότερα όπλα. Το μαλακό -το νερό- αγκαλιάζει, ενώ το σκληρό – ο βράχος- αποδιώχνει. Μπορεί μια αιχμηρή πέτρα να είναι απειλητική, αλλά, όταν το νερό εισχωρήσει στις σχισμές της και παγώσει, θα την κάνει κομμάτια, η πέτρα θα σπάσει.

Ο δρόμος μας μπορεί να μας οδηγήσει σε πολλά μέρη, αλλά για να μάθουμε γι’ αυτά, χρειάζεται να είμαστε σαν το νερό, να προσαρμοζόμαστε στην κοίτη των γεγονότων. Δεδομένου ότι ο κόσμος ποτέ δε θα προσαρμοστεί σ’ εμάς, οφείλουμε να είμαστε ευέλικτοι σαν το μπαμπού, που λυγίζει με τον άνεμο αλλά δε σπάει.

Κάθε φορά που ένα ποτάμι περνάει από έναν τόπο μαζεύει στην κοίτη του ό,τι έχει ζήσει σε αυτόν τον τόπο, όλα όσα έχουν συμβεί. Αυτά το πλουτίζουν. Με τον ίδιο τρόπο, ό,τι συναντάμε στον δρόμο μας μας τρέφει και μας προσφέρει σοφία, πάντα και εφόσον δεν θέλουμε να το καταστρέψουμε, να το καθυποτάξουμε ή να το περιφρονήσουμε.

Σε πολλές σχέσεις, ένα από τα μέλη του ζευγαριού ή και τα δύο προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλο, να τον σμιλέψουν ώστε να γίνει κάτι που δεν είναι. Το μυστικό των ευτυχισμένων ζευγαριών, όπως και κάθε είδους διαπροσωπικής σχέσης, είναι το να αθροίζουν ελευθερίες. Το πεπρωμένο μας το φτιάχνουμε με τη φαντασία μας και με τις πρωτοβουλίες μας, άλλα κάθε πράξη μας χρειάζεται να είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των μεταβλητών συνθηκών.

Πρέπει να παρατηρούμε και να αντιλαμβανόμαστε πρώτα και μετά να πράττουμε.

Η σωκρατική θεώρηση για τον άνθρωπο

Η στροφή της φιλοσοφικής έρευνας από τις κοσμολογικές αναζητήσεις και τη μελέτη της φύσεως προς τα προβλήματα της ηθικής και πολιτικής ζωής του ανθρώπου, στροφή που, ως γνωστόν, συντελέσθηκε κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. με τους Σοφιστές και τον Σωκράτη[1], έφερε αναπόφευκτα στο επίκεντρο των φιλοσοφικών ενδιαφερόντων και το ερώτημα «τι είναι άνθρωπος».

Πριν επιχειρηθεί η παρουσίαση των ανθρωπολογικών απόψεων του Σωκράτη με βάση τους πρώιμους κυρίως πλατωνικούς διαλόγους, τα Ἀπο­μνη­μονεύματα του Ξενοφώντα και σχετικές πληροφορίες του Αριστοτέλη[2], θα γίνει εν συντομία αναφορά στις κυριότερες θέσεις των Σοφιστών, όσον αφορά την ανθρώπινη φύση, γιατί αυτό θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πληρέστερα την σωκρατική αντίληψη για τον άνθρωπο, εφόσον οι Σοφιστές υπήρξαν οι σημαντικότεροι συνομιλητές και αντίπαλοι του Σωκράτη[3] και ο σωκρατικός στοχασμός συνιστά αναμφισβήτητα απάντηση στη σοφιστική πρόκληση, αλλά και απάντηση στη γενικότερη ηθικοπολιτική κρίση της εποχής, αφού με αφετηρία τις θέσεις των Σοφιστών ο Σωκράτης διαμόρφωσε τις δικές του θεωρητικές τοποθετήσεις και — το κυριότερο — τη δική του, μοναδική ίσως, στάση ζωής[4].

Ι.

Οι Σοφιστές, όσο τα αποσπάσματα από το έργο τους και οι αρχαίες γι’ αυτούς μαρτυρίες επιτρέπουν να συμπεράνουμε, είδαν στον άνθρωπο ένα ξεχωριστό ον, που κατόρθωσε να περάσει από την κατάσταση της αγριότητας στον πολιτισμό[5] και το οποίο χάρη στην ικανότητά του για αίσθηση και αντίληψη, στη νοημοσύνη του και τη λογική του κρίση είναι σε θέση να δίνει νόημα και περιεχόμενο στον κόσμο που το περιβάλλει. Η αντίληψη αυτή, η οποία αντιπροσωπεύει την πιο ουσιαστική έκφραση του σοφιστικού ανθρωποκεντρισμού, βρίσκει τη χαρακτηριστική διατύπωσή της στη γνωστή ρήση του Πρωταγόρα «πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄν­θρω­πος τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν»[6], ρήση η οποία, από την αρχαιότητα ώς και τις μέρες μας, αποτέλεσε αντικείμενο ενδελεχούς διερεύνησης εκ μέρους σημαντικών φιλοσόφων και ερευνητών και παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις συχνά υποστηρίζεται ότι συνεπάγεται γνωσιολογικό και ηθικό σχετικισμό, ότι υπηρετεί την αυθαιρεσία της υποκειμενικής διάθεσης και ότι ενθαρρύνει την ανάπτυξη ατομικιστικών τάσεων.

Οι Σοφιστές, παρόλο που στην ιδιότητα του ανθρώπου να σκέπτεται και να εκφράζει την σκέψη του με την ομιλία αναγνώρισαν την ειδοποιό διαφορά του έναντι των άλλων ζώων[7], δεν ταύτισαν ποτέ τον άνθρωπο αποκλειστικά με τη λογική του διάσταση. Όπως συνάγεται από το χωρίο 493 a-c της πλατωνικής Πολιτείας καθώς και από σχετική μαρτυρία του Κοϊντιλιανού (ΙΙΙ 1.12 = DK 80 B 6 και DK 84 A 10) οι εκπρόσωποι της αρχαίας Σοφιστικής έστρεψαν την προσοχή τους και στις άλογες ψυχικές δυνάμεις που κατευθύνουν την ανθρώπινη δράση. Αντίκρισαν δηλαδή τον άνθρωπο όχι μόνο ως λόγον, αλλά και ως πάθος και πίστευαν ότι με τις δυνατότητες που προσφέρει η τέχνη της ρητορικής, την οποία δίδασκαν, το θυμικό στοιχείο της ψυχής μπορεί να χειραγωγηθεί.[8] Αξίζει να σημειωθεί ότι η λογική διάσταση του ανθρώπου και ο συναισθηματικός του κόσμος δε βρίσκονται σε σύγκρουση κατά την αντίληψη των Σοφιστών. Όπως επισημαίνεται από τον C. P. Segal[9], τα πενιχρά αποσπάσματα που σώζονται από το έργο τους επιτρέπουν να φανεί μια αλληλεπίδραση και μια συμβιβαστι­κό­τητα ανάμεσα στα δύο αυτά μέρη. Δεν υπάρχουν επίσης στα αποσπάσμα­τα αυτά ενδείξεις για σαφή διάκριση μεταξύ σώματος και ψυχής, διαπίστωση που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Σοφιστές δεν είδαν τον άνθρωπο μέσα από την οπτική γωνία του δυϊσμού. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από άλλες πηγές. Έτσι, κατά τον Διογένη Λαέρτιο (ΙΧ. 51 = DK 80 A 1), ο Πρωταγόρας υποστήριζε «μηδὲν εἶναι ψυχὴν παρὰ τὰς αἰσθήσεις», θέση που ισοδυναμεί με ταύτιση αίσθησης και ψυχής. Ο Αριστοτέλης (Π. ψυχ. 405 b 5-8 = DK 88 A 23) πάλι παραδίδει ότι ο Κριτίας ισχυριζόταν μαζί με άλλους πως η ψυχή είναι αίμα, με το σκεπτικό ότι το καθαυτό γνώρισμά της είναι η αίσθηση, η οποία οφείλει την ύπαρξή της στη φύση του αίματος. Και στις δύο περιπτώσεις τα όρια ανάμεσα στο ψυχικό και στο σωματικό είναι ασαφή, καθώς το ψυχικό δεν εμφανίζεται ως κάτι το αμιγώς πνευματικό, αλλά ως κάτι που συνάπτεται με το στοιχείο της σωματικότητας, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι οι Σοφιστές συνέλαβαν τον άνθρωπο ως μία ενιαία και κατ’ ουσίαν αδιαφοροποίητη ψυχοσωματικά οντότητα. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο λόγος κατά τη σοφιστική αντίληψη δεν ανάγει την καταγωγή του σε καμιά υπερφυσική οντότητα[10] και ότι η αξία και το κύρος του είναι συνάρτηση της πρακτικής του χρησιμότητας και αποτελεσματικότητας.

Πίστευαν επίσης οι Σοφιστές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ανάγκες, ορέξεις και επιθυμίες, που απαιτούν ικανοποίηση, η οποία είναι άρρηκτα δεμένη με το αίσθημα της ηδονής και της ευχαρίστησης. Την ιδιότητα του ανθρώπου να επιζητεί την ηδονή και να αποστρέφεται τον πόνο την εξέλαβαν ως βασικό οντολογικό του γνώρισμα και δεν δίστασαν ορισμένοι από αυτούς να αναγάγουν την ηδονή σε ρυθμιστική αρχή της πράξης, να την ταυτίσουν με το τελικό αγαθό[11] και να θεωρήσουν την επιδίωξή της ως την κατεξοχήν έκφραση της ορθολογικότητας, θέτοντας έτσι τελικά τον λόγο στην υπηρεσία των παθών και της επιθυμίας και συνεπώς στην υπηρεσία εγωιστικών και χρησιμοθηρικών στόχων και σκοπών. Η εργαλειοποίηση του λόγου εντός του σοφιστικού κινήματος, η οποία κατά τον Σωκράτη σήμαινε κλονισμό του κύρους του, είχε σημαντικές συνέπειες για την ανθρωπολογία του, όπως στη συνέχεια θα φανεί.

ΙΙ.

Με τον Σωκράτη η μελέτη του ανθρώπου γίνεται συστηματικότερη και ουσιαστικότερη, αφού αφετηρία της φιλοσοφικής του κατεύθυνσης υπήρξε η προτροπή «γνῶθι σαυτὸν»[12] και έργο ζωής η ανακάλυψη των ποιοτήτων και των γνωρισμάτων της ανθρώπινης φύσης. Με επιμονή και ακατάπαυστη ζήτηση ο Σωκράτης κατόρθωσε να διακρίνει τα σταθερά και καθολικά στοιχεία, που συνθέτουν την ουσία του ανθρώπου, και να συλλάβει — όσο και αν αυτό ηχεί παράξενα — σύμφωνα με τον G.W.F. Hegel[13] την υποκειμενικότητα «κατά τρό­πο πιο οριστικό, πιο διεισδυτικό» από ό,τι οι Σοφιστές.

Η προσπάθεια του Σωκράτη να προσεγγίσει την εσώτερη ύπαρξη του ανθρώπου και να γνωρίσει τον αληθινό εαυτό, καθώς και η αποκλειστική ενασχόλησή του με τα ανθρώπινα[14] μαρτυρούν για τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του στοχασμού του, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σωκρατικός ανθρωποκεντρισμός δεν καταλήγει σε άκρο υποκειμενισμό. Ο άνθρωπος κατά τον Σωκράτη, παρόλο που είναι ένα θαυμαστό ον και η θεία πρόνοια έχει κατασκευάσει με περισσή επιμέλεια τα πάντα προς εξυπηρέτησή του[15], δεν είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Η δικαιοδοσία του ανθρώπου περιορίζεται στα ανθρώπινα πράγματα, στο βαθμό που αυτά δεν είναι αναγώγιμα στα θεία ή φυσικά πράγματα, όπως συνάγεται από μία πληροφορία που μας παραδίδει ο Ξενοφών στα Ἀπομνημονεύματά του. Σύμφωνα με μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία του σχετικού χωρίου (I. 1. 6-9) από τον Βασίλειο Τατάκη[16], ο Σωκράτης διέκρινε την ανθρώπινη ζωή στην περιοχή των «ἐφ’ ἡμῖν» και στην περιοχή των «οὐκ ἐφ’ ἡμῖν». Στην πρώτη που ισοδυναμεί με την περιοχή της ηθικής δραστηριότητας, η διάνοια και η σκέψη του ανθρώπου μπορούν να κατευθύνουν τα πάντα· στη δεύτερη, που ταυτίζεται με την περιοχή της τύχης, το λόγο έχει η θεϊκή βούληση. Η περιοχή όμως της ανθρώπινης ζωής που ορίζεται από το θείο δεν είναι τελείως απρόσιτη στην «ἀνθρωπίνην γνώμην» κατά τον Σωκράτη, αφού με τη βοήθεια της μαντικής ο άνθρωπος μπορεί να εισχωρήσει σε αυτήν (Ἀπομν. Ι. 1. 3). Δεδομένου μάλιστα ότι «ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει»[17], το άτομο είναι υποχρεωμένο να υποβάλλει σε κριτική εκτίμηση τα μηνύματα και τα ση­μά­δια του θεού και να καταλήγει τελικά σε μια ορθολογική σύλληψη του πρακτέου[18]. Τα δελφικά μηνύματα δεν καταστρατηγούν την προσωπική ελευθερία, αλλά αποτελούν για τον Σωκράτη «πηγή ἔμπνευσης καί δη­μι­ουρ­γίας»[19]. Ο άνθρωπος έτσι επωμίζεται την ευθύνη για τις πράξεις του ακόμη και όταν ζητεί την αρωγή του θεϊκού παράγοντα, για να χαράξει την πορεία του, και προσπαθεί να συμμορφωθεί προς τις θεϊκές υποδείξεις. Με τη διάκριση της ανθρώπινης ζωής στις δύο προαναφερθείσες περιοχές αφενός επικυρώνεται η αυθεντία του λόγου στο πεδίο της πράξης και αφετέρου τίθενται όρια στον υποκειμενισμό.

Η σωκρατική πρόσκληση για αυτογνωσία δεν υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να αποκόψει τους δεσμούς του με τον κόσμο, για να αφιερωθεί στην επισκόπηση της ατομικότητάς του. Η ενδοσκόπηση δεν είναι η μέθοδος που θα συνιστούσε ο Σωκράτης για να ανακαλύψει ο άνθρωπος την αλήθεια που υπάρχει μέσα του. Η μέθοδος αυτή, όπως παρατηρεί ο E. Cassirer[20], δεν οδηγεί από μόνη της σε μια σφαιρική αντίληψη για την ανθρώπινη φύση. Αν στα πλαίσια της σωκρατικής φιλοσοφίας — και στη συνέχεια της πλατωνικής — η αλήθεια δεν κατακτάται από το μεμονωμένο άτομο, αλλά είναι απότοκος μιας επίμονης διαλεκτικής πορείας[21], κατά ανάλογο τρόπο και η αυτογνωσία συντελείται μέσα από την επαφή του υποκειμένου με τα άλλα υποκείμενα, επαφή που επιτυγχάνεται χάρη στον άμεσο και ζωντανό διάλογο[22]. Γίνεται έτσι κατανοητό γιατί ο Σωκράτης, που είχε θέσει ως πρωταρχικό στόχο του το «γνῶθι σαυτόν», δε ζούσε, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική αριστοτελική έκφραση, «βίον μονώτην» (Ἠθ. Νικ. 1097 b 9), περιορισμένος σε μια σοφία καθαρά ιδιωτική, αλλά ἀεὶ διελέγετο με ἑταίρους, συμπολίτες και ξένους στην αγορά, στα συμπόσια και στο γυμνάσιον[23]. Από αυτά συνάγεται ότι για τον Σωκράτη ο άνθρωπος είναι το ον που μέσα στο πεδίο του διαλόγου μπορεί να εξοικειωθεί με τον εαυτό του και να γνωρίσει τα ουσιώδη στοιχεία του είναι του· είναι επομένως το ον, το οποίο, αποκτώντας γνώση της φύσης του, μπορεί να καταστρώσει το σχέδιο ζωής που αρμόζει σε αυτό και να πραγματώσει το ιδεώδες της ευπραξίας.

Η αυτογνωσία οδηγεί στη διαπίστωση ότι το πολυτιμότερο πράγμα στον άνθρωπο είναι η ψυχή, η οποία κατά τον Σωκράτη «εἴπερ τι καὶ ἄλλο τῶν ἀνθρωπίνων, τοῦ θείου μετέχει»[24]· γι’ αυτό και υποστήριζε ότι το ύψιστο καθήκον των ανθρώπων, είναι να μεριμνούν για την ψυχή τους[25] και με επιμονή προέτρεπε τους Αθηναίους να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να την κάνουν όσο γίνεται καλύτερη, δηλαδή ενάρετη, αφού ήταν πεπεισμένος ότι η ψυχή βρίσκεται στην καλύτερη κατάστασή της, όταν έχει κατακτήσει την αρετή[26]. Η ψυχή εξάλλου είναι ο πραγματικός εαυτός, δηλαδή ο καθαυτό άνθρωπος, όπως διατείνεται ο Σωκράτης στον πλατωνικό διάλογο Ἀλκιβιάδης (130 e), διάλογο που θεωρείται γνήσιος από ένα σημαντικό αριθμό ερευνητών[27] και βασικός στόχος του οποίου ήταν σύμφωνα με τον J. Burnet[28], ανεξάρτητα από το ποιος τον έγραψε, να χρησιμεύσει ως εγχειρίδιο για τη σωκρατική φιλοσοφία. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται στο διάλογο αυτόν, όσον αφορά την ανθρωπολογία του, ως εκφραστής ενός ιδιότυπου δυϊσμού, αφού δηλώνει κατηγορηματικά ότι ούτε σώμα, ούτε «συναμφότερον», δηλαδή σώμα και ψυχή, είναι ο άνθρωπος, παρά μόνο ψυχή (130 c). Το σώμα που εξουσιάζεται από την ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα απλό εργαλείο στη διάθεση της ψυχής. Η σχέση με άλλα λόγια μεταξύ ψυχής και σώματος είναι η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον τεχνίτη και στα εργαλεία που χρησιμοποιεί[29].

Εκτός από τον Ἀλκιβιάδην, ο οποίος κατατάσσεται από όλους σχεδόν εκείνους που αποδέχονται τη γνησιότητά του[30] στους διαλόγους της πρώιμης συγγραφικής περιόδου του Πλάτωνα, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι και σε άλλους διαλόγους της ίδιας περιόδου ο Σωκράτης δε διστάζει να προβεί στη διάκριση ψυχής και σώματος και να θεωρήσει την ψυχή και τον ανθρώπινο εαυτό ως πράγματα ταυτόσημα[31]. Το γεγονός ότι και στον Ξενοφώντα οι αναφορές στις σωκρατικές απόψεις για την ψυχή, που συνεπάγονται δυϊσμό, είναι άφθονες[32], επιτρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα, στο οποίο έχουν ήδη καταλήξει μέσω άλλης επιχειρηματολογίας ο D. J. Allan και ο H. E. Dale[33], ότι δηλαδή «η αντίληψη της ψυχής ως του αληθινού εαυτού είναι χωρίς αμ­φιβολία σωκρατική».

Για τον Σωκράτη η ψυχή είναι η έδρα των ηθικών αξιών και των δια­νο­ητικών ικανοτήτων[34]· συνίσταται, όπως λέγει χαρακτηριστικά ο W. Jaeger[35], από «σκεπτόμενο πνεύμα» (denkender Geist) και «ηθικό λόγο» (sittliche Vernunft). Η φύσις, επομένως, του ανθρώπου, ο οποίος ταυτίζεται με την ψυχή, είναι λογικής και ηθικής υφής, μια αντίληψη που προσδίδει στον άνθρωπο μοναδική αξία. Από τον Αριστοτέλη — αν αυτός είναι ο συγγραφέας των Ἠθικῶν Μεγάλων — αντλούμε επίσης την πληροφορία ότι ο Σωκράτης θεωρούσε την ψυχή ως αδιαίρετη λογική ενότητα, που ήταν ο τόπος των ηθικών αρετών και στην οποία το «ἄλογον» δεν είχε καμία θέση (1182 a 19-23). Η ηθική και διανοητική διάσταση της ψυχής είναι σύμφυτες∙ συγχρόνως όμως η πρώτη εξαρτάται από τη δεύτερη, εφόσον αυτή παρέχει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γνωρίσει «τοὺς λόγους … τοὺς καλούς», τους λόγους δηλαδή τους φιλοσοφικούς, χάρη στους οποίους γεννιέται κατά τον Σωκράτη στην ψυχή η σωφροσύνη[36], που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ευδαιμονία (Πλάτ., Ἀλκ. 134 a), τη σταθερή και μόνιμη επιδίωξη κάθε ανθρώπου[37] και τον τελικό σκοπό της έλλογης δράσης του[38].

Εφόσον η ψυχή, που «μετέχει τοῦ θείου», είναι λόγος και δεδομένου ότι ο θεός είναι απόλυτα αγαθός σύμφωνα με τον Σωκράτη[39] γίνεται κατανοητό γιατί κατά την αντίληψή του ο άνθρωπος ως λογική ψυχή δεν είναι δυνατόν να επιθυμεί συνειδητά το κακό («κακὸς ἑκὼν οὐδεὶς»[40]) και γιατί η σωκρατική ηθική είναι νοησιαρχική (ἀρετὴ = ἐπιστήμη[41]).

Η διδασκαλία του Σωκράτη για την ψυχή και η πεποίθησή του ότι αυτή είναι ο άνθρωπος δεν συνεπάγεται περιφρόνηση του σώματος. Όπως ο τεχνίτης φροντίζει τα εργαλεία που χρησιμοποιεί, αφού με τη βοήθειά τους τα δημιουργικά του σχέδια θα πάρουν σάρκα και οστά, έτσι και το ανθρώπινο ον θα πρέπει να μην παραμελεί το πολυτιμότερο εργαλείο που βρίσκεται στη διάθεσή του, δηλαδή το σώμα με τα διάφορα όργανά του[42]. Γι’ αυτά τα όργανα ο Σωκράτης, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφών, είχε εκφρασθεί με θαυμασμό και τα είχε θεωρήσει έργα «προνοίας»[43]. Ακολουθώντας και αυτός την τάση της εποχής να διαχωρίζεται σαφώς ο άνθρωπος από τα υπόλοιπα ζώα, ήταν της γνώμης ότι οι άνθρωποι υπερτερούν, σε σύγκριση με τα άλλα ζώα, όχι μόνο ως προς την ψυχή, αλλά και ως προς την κατασκευή του σώματος ( Ξεν., Ἀπομν. Ι. 4. 11 κ.ε.). Το σώμα —έργο «σοφοῦ τινος δημιουργοῦ καὶ φιλοζῴου» (Ἀπομν. Ι. 4. 7)— που βρίσκεται στην υπηρεσία του ανθρώπου, είναι το πιο κατάλληλο και πιο μελετημένο, για να ανταποκριθεί στις δυνατότητες της ψυχής[44]. Φρονούσε επίσης ότι η αδιαφορία για το σώμα και η παραμέλησή του έχουν σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στη δυναμικότητα και στην εν γένει ζωτικότητά του, αλλά και σε πράγματα για τα οποία φαίνεται ότι ελάχιστα απαιτείται η συνδρομή του, όπως είναι η ψυχική λειτουργία του νοείν[45].

Ο Σωκράτης είχε συναίσθηση ότι η ικανοποίηση των αναγκών του σώματος είναι συνδεδεμένη με το αίσθημα της ευχαρίστησης και, επομένως, ότι η ηδονή συνιστά ουσιαστική έκφραση της ζωής. Θεωρούσε μάλιστα τις αισθήσεις, «δι’ ὧν ἀπολαύομεν πάντων τῶν ἀγαθῶν», ως ένα από τα δώρα των θεών προς το ανθρώπινο γένος (Ξεν., Ἀπομν. IV. 3. 11). Ως ένδειξη της ιδιαίτερης εύνοιας των θεών προς τον άνθρωπο — κατ’ εξαίρεση από ό,τι συμβαίνει με τα άλλα ζώα — θεωρούσε επίσης, εκτός των άλλων, και το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι προικισμένοι με την ικανότητα να απολαμβάνουν «τὰς τῶν ἀφροδισίων ἡδονὰς … συ­νεχῶς μέχρι γήρως» (Ξεν., Ἀπομν. Ι. 4. 12-13). Όμως, όπως καθετί που υπερβαίνει το μέτρο οδηγείται στην καταστροφή —μια πίστη βαθιά ριζωμένη στην ελληνική συνείδηση και συνυφασμένη με τον πολιτισμό της πόλεως —, έτσι και η υπέρμετρη ηδονή και γενικά η έλλειψη εγκράτειας στις απολαύσεις θα επέφεραν αναπόφευκτα την εξασθένιση και παρακμή του σώματος με αποτέλεσμα ο βίος να καταστεί αβίωτος[46].

Η κατάχρηση στις αισθητηριακές ηδονές, σύμφωνα με τον Σωκράτη, εγκυμονούσε παράλληλα σοβαρούς κινδύνους και για την ψυχή, αφού η ψυχή κινδύνευε να υποδουλωθεί στον κόσμο της ηδυπάθειας και να παύσει να ασκεί το φυσικό της δικαίωμα να άρχει πάνω στο σώμα[47]· κινδύνευε δηλαδή να χάσει την ελευθερία της και να καταστεί υποχείριο του σώματος. Όταν η ψυχή, που στην ουσία της είναι νοῦς, φρόνησις, λογισμός, διοικεί και εξουσιάζει το σώμα, ο άνθρωπος αυτοκαθορίζεται, αφού υποχρεώνεται να δρα και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με ό,τι πιο αυθεντικά του ανήκει, δηλαδή το λόγο του. Η κυριαρχία επομένως της ψυχής πάνω στο σώμα συνεπάγεται κατά τον Σωκράτη την ελευθερία του ανθρώπου[48], ελευθερία που τον καθιστά ικανό να μεριμνά όχι απλώς για το ζῆν, αλλά για το εὖ ζῆν.

Ανακεφαλαιώνοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Σωκράτης συνέλαβε τον άνθρωπο ως λογική ψυχή, που έχει στην κατοχή της ως εργαλείο ένα σώμα. Η ψυχή είναι ο χώρος των διανοητικών λειτουργιών, αλλά και ο τόπος, όπου έχει την έδρα της η ηθική συνείδηση. Ο άνθρωπος δεν είναι κατά τον Σωκράτη το μέτρο όλων των πραγμάτων· στην περιοχή όμως της πράξης και των ηθικών αξιών ο λόγος του είναι το ορθό και το αλάνθαστο κριτήριο, γι’ αυτό και είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του και την εν γένει συμπεριφορά του. Το σώμα ως εργαλείο της ψυχής χρειάζεται προσοχή και φροντίδα· η ευρωστία του συνιστά απαραίτητο όρο, για να εκπληρωθεί ο προορισμός του ανθρώπου ως έλλογου, ηθικού και πολιτικού όντος. Ο Σωκράτης αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητα του σώματος δεν απέρριψε τις ηδονές που συνδέονται με την ικανοποίηση των βασικών του αναγκών. Απαιτούσε όμως πάντα να εξουσιάζεται το σώμα από την ψυχή, γιατί τότε μόνο η επιδίωξη της ηδονής διέπεται από το πνεύμα της εγκράτειας και δεν αποβαίνει ολέθρια για το άτομο και την κοινότητα.

Από όσα έως τώρα έχουν εκτεθεί έγινε, νομίζουμε, φανερό ότι ο Σωκράτης διαφοροποιείται από τους Σοφιστές με τη θέση που προβάλλει, όσον αφορά το ερώτημα για τον άνθρωπο, και η διαφοροποίησή του αυτή, όπως βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε, υπήρξε συνειδητή. Με τη δυϊστική και αυστηρά νοησιαρχική ανθρωπολογία του ο Σωκράτης επιχείρησε να ενισχύσει το λόγο, ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε περιέλθει σε κρίση εξαιτίας των γενικότερων ιστορικών συγκυριών των τελευταίων δεκαετιών του 5ου αιώνα π.Χ., αλλά και εξαιτίας της διδασκαλίας των Σοφιστών, αφού είχε μεταβληθεί σε όργανο για την ικανοποίηση των ανθρώπινων επιθυμιών και ιδιαίτερα της επιθυμίας για ισχύ και εξουσία και είχε τεθεί στην υπηρεσία του εγωκεντρισμού και της αλαζονείας του ατόμου[49]. Είναι επίσης πιθανό να προβλημάτισε τον Σωκράτη και η αποδυνάμωση του λόγου στη σύγχρονή του τραγωδία, καθώς ο Ευριπίδης δε δίστασε να παρουσιάσει επί σκηνής το θρίαμβο του πάθους έναντι της γνώμης[50]. Ο λόγος με τη βοήθεια της φιλοσοφικής παιδείας έπρεπε να ξαναβρεί την ηθική του ποιότητα, να αποσπασθεί από τη σφαίρα των ιδιοτελών συμφερόντων, να εκφράσει πάλι κοινά αιτήματα και να εργασθεί για την επίτευξη της ατομικής και της κοινωνικής ευδαιμονίας. Ο λόγος κατά τον Σωκράτη θα ανακτούσε το κύρος του, αν ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν ότι ο λόγος είναι η ουσία του είναι του, ένας λόγος όμως εξουσιαστικός και οργανωτικός, με αναφορά στην αρετή, στην αλήθεια και στο θείο, ικανός να επιβάλλει την τάξη και το μέτρο και να εξασφαλίζει τη σωτηρία του ατόμου και της πόλεως.
--------------------------------
[1]. Για την «ἀπόκλισιν» των «φιλοσοφούντων» από τὴν φύσιν στον άνθρωπο, κατά την εποχή του Σωκράτη, βλ. Ἀριστ., Π. ζῴ. μορ. 642 a 28-31. Ειδικά για τη στάση του Σωκράτη βλ. Ξεν., Ἀπομν. Ι. 1. 11, 16, IV. 7. 5-6· Πλάτ., Φαίδ. 96 a κ.ε.· Ἀριστ., Μ.τ.φ. 987 b 1-6, 1078 b 17-19· Cic., Tusc. V. 4. 10· Acad. I. 4. 15. Για τη σημασία και τις γενικότερες συνέπειες αυτού του προσανατολισμού της σκέψης βλ. ενδεικτικά Β. Ν. Τατάκης, Ὁ Σωκράτης. Ἡ ζωή του, ἡ διδασκαλία του (19701· Ἀθῆναι: Ἀστήρ, 19833), σ. 56-65· Β. Α. Κύρκος, Αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός και Σοφιστική (19871· Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα, 19922), σ. 115-160.

[2]. Η αναφορά στα ονόματα του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα και του Αριστοτέλη παραπέμπει στο λεγόμενο «σωκρατικό πρόβλημα», στο πρόβλημα δηλαδή των πηγών για τον Σωκράτη και της αξιοπιστίας τους, όσον αφορά την ανασυγκρότηση της προσωπικότητας και της φιλοσοφίας του. Για τις διάφορες πτυχές του προβλήματος αυτού, που αποτελεί και, όπως φαίνεται, θα αποτελεί πάντα ανοικτό πεδίο έρευνας, βλ. ενδεικτικά C. J. de Vogel, “The Present State of the Socratic Problem”, Phronesis, 1 (1955), 26-35· E. A. Havelock, “The Socratic Problem: Some Second Thoughts”, στο: J. P. Anton and A. Preus (eds.), Essays in Ancient Greek Philosophy, Vol. II (Albany: State University of New York Press, 1983), 147-173· A. Patzer (Hrsg.), Der historische Sokrates, ‘Wege der Forschung, Bd. 585’ (Darmstadt: Wissensch. Buchgesellschaft, 1987)· J. Prior (ed.), Socrates: Critical Assessments of Leading Philosophers, Vol. I: The Socratic Problem and Socratic Ignorance (London and New York: Routledge, 1996), σ. 17-223· Χ. Α. Τέζας, «Δυνατότητα και όρια της γνώσης κατά τον Σωκράτη», στο: Ξανά για τον Σωκράτη (Αφιέρωμα στον Ομότιμο καθηγητή Νίκο Κ. Ψημμένο), ‘Δωδώνη, Πα­ράρτ. αρ. 72’ (Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τομέας Φιλοσοφίας, 2004), 59-94, και κυρίως σ. 59-63· C. C. W. Taylor, Σωκράτης: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε, Originally Publi­shed in English by Oxford University Press, μτφρ. Α.–Σ. Αντωνίου, (Αθήνα: Το Βήμα - Ελληνικά Γράμματα, 2006), σ. 30-54· L.–A. Dorion, Σωκράτης, μτφρ. Μ. Μουρκούση, ‘Que sais-je? / Τι γνωρίζω; αρ. 1’ (Αθήνα: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2007), σ. 19-29. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επικρατέστερη μάλλον άποψη στις μέρες μας είναι ότι ο Σωκράτης των πρώιμων διαλόγων του Πλάτωνα ανταποκρίνεται περισσότερο στον ιστορικό Σωκράτη, πράγμα που σημαίνει ότι ο Πλάτων της πρώιμης συγγραφικής περιόδου θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη και σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για την σωκρατική φιλοσοφία. Η άποψη αυτή, την οποία σε γενικές γραμμές αποδεχόμαστε, προβλήθηκε με ζήλο και πειστική επιχειρηματολογία από τον Γρηγόρη Βλαστό στο έργο του Socrates [G. Vlastos, Socrates: Ironist and Moral Philosopher (Cambridge: Cambridge University Press, 1991) (ελλ. μτφρ. Π. Καλλιγᾶ: Γ. Βλαστός, Σωκράτης: Εἰρωνευτής καί ἠθικός φιλόσοφος, Προλεγόμενα-Ἐπιμέλεια μετάφρασης Ἀ. Νεχαμᾶς, Ἀθήνα: Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἰ. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., 1993)] καθώς και από άλλους ερευνητές [βλ. σχετ. S. Ahbel-Rappe and R. Kamtekar (eds.), A Companion to Socrates (Oxford: Blackwell, 2006), σ. xiv]. Διεξοδική και κριτική παρουσίαση των θέσεων γενικά του Βλαστού στο σημαντικό αυτό έργο του για τον Σωκράτη βλ. π.χ. C. H. Kahn, “Vlasto’s Socrates”, Phronesis, 37 (1992), 233-258 (ελλ. μτφρ. Σ. Μεϊντανόπουλου: C. H. Kahn, «Ὁ Σωκράτης τοῦ Γ. Βλαστοῦ», Δευκαλίων, 12 [1993], 123-151)· T. H. Irwin, “Socratic Puzzles: A Review of Gregory Vlastos, So­crates: Ironist and Moral Philosopher”, Oxford Studies in Ancient Philosophy, 10 (1992), 241-266∙ Χ. Α. Τέζας, Βι­βλι­οκρισία του έργου Σωκράτης: Εἰρωνευτής καί ἠθικός φιλόσοφος, υπό Γ. Βλαστοῦ, μτφρ. Π. Καλλιγᾶ, Δωδώνη (Μέρος Τρίτο), 22 (1993), 321-342· Π. Καλλιγάς, «Ο Σωκράτης του Γρηγόρη Βλαστού: Μια παρουσίαση», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, 11 (1994), 107-113. Κριτική της προαναφερθείσας άποψης του Βλαστού και επαναπροβολή της θέσης ότι το «σωκρατικό πρόβλημα» δεν επιδέχεται επίλυση, αφού η ανασύνθεση της σωκρατικής φιλοσοφίας δεν είναι δυνατή, βλ. π.χ. C. H. Kahn, “Vlasto’s Socrates” (ελλ. μτφρ.: C. H. Kahn, «Ὁ Σωκράτης τοῦ Γ. Βλαστοῦ»)· του ιδίου, Plato and the Socratic Dialogue: The Philosophical Use of a Literary Form (Cambridge: Cambridge University Press, 1996, σ. 3, 71-100. Πβ. Β. Καρασμάνης, Σωκράτης. Ο σοφός που δε γνώριζε τίποτα (Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2002), σ. 49-59. Ενδιαφέρουσα απάντηση στον Charles Kahn και άλλους επικριτές των Σωκρατικών σπουδών βλ. T. C. Brickhouse and N. D. Smith, “Apology on Socratic Studies”, Polis, 20 (2003), 108-127. Για απουσία του «σωκρατικού προβλήματος» κατά την αρχαιότητα βλ. Ε. Καραμπατζάκη, «Σωκράτης και ελάσσονες Σωκρατικοί», στο: Ξανά για τον Σωκράτη, 25-41, και συγκεκριμένα σ. 26-27. Για την ανάδυση του προβλήματος αυτού κατά το 18ο αιώνα βλ. M. Montuori, De Socrate iuste damnato: The Rise of the Socratic Problem in the Eighteenth Century (Amsterdam: J. C. Gieben, 1981). Για μια περιεκτική συλλογή των πηγών, στις οποίες μπορεί να στηριχθεί η γνώση μας για τον Σωκράτη, βλ. J. Ferguson, Socrates: A Source Book (London and Basingstoke: Macmillan for the Open University Press, 1970). Ειδικότερα για τις πηγές που αναφέρονται στη θανατική καταδίκη του Σωκράτη βλ. T. C. Brickhouse, N. D. Smith, The Trial and Execution of Socrates: Sources and Controversies (New York, Oxford: Oxford University Press, 2002). Για τη ζωή του Σωκράτη βλ. π.χ. J. Irmscher, Sokrates. Versuch einer Biographie (Leipzig: 19821∙ Verlag Philipp Reclam Jun., 19852). Βλ. και βιβλιοκρισία του έργου αυτού από την Γ. Αποστολοπούλου (Δωδώνη [Μέρος Τρίτο], 16 [1987], 239-240).

[3]. Για την αντίθετη άποψη σύμφωνα με την οποία οι Σοφιστές, και μάλιστα ο Πρωταγόρας, δεν βρίσκονταν σε κατάσταση αντιπαλότητας με τον Σωκράτη, βλ. Γ. Ἀλα­τζό­γλου-Θέμελη, «Πρωταγόρας καὶ Σωκράτης: Ἐνδείξεις τῆς συνοδοιπορίας τους», Φιλοσοφία, 8-9 (1978-79), 117-143. Για βαθιά και ουσιαστική αντίθεση μεταξύ Σωκράτη και Πρωταγόρα βλ. Σ. Δημητρίου, «“Ἕτοιμοι λόγῳ διαμάχεσθαι”: Κρίση και ρητορική διακινδύνευση του φιλοσοφικού επιχειρήματος στον πλατωνικό Πρωταγόρα», στο: Ξανά για τον Σωκράτη, 13-24, και ιδιαίτερα σ. 13-19. Για ομοιότητες, αλλά και διαφορές μεταξύ Σοφιστών και Σωκράτη βλ. π.χ. Μ. Djurić, “Sokrates und die Sophisten”, στο: Ἡ Ἀρχαία Σοφιστικὴ / The Sophistic Movement – Πρακτικὰ τοῦ Α΄ Διεθνοῦς Συμποσίου Φιλοσοφίας γιὰ τὴν Ἀρχαία Σοφιστικὴ ποὺ διοργάνωσε ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφικὴ Ἑταιρεία τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1982 – (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984), 31-40· P. Woodruff, “Socrates Among the Sophists”, στο: S. Ah­bel-Rappe and R. Kamtekar (eds.), A Companion to Socrates, 36-47.

[4]. Πβ. Α. Νεχαμάς, Η τέχνη του βίου. Σωκρατικοί στοχασμοί: από τον Πλάτωνα στον Φουκώ, μτφρ. Β. Σπυροπούλου, επιμ. Σ. Βιρβιδάκη (Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη, 2001), σ. 138, όπου υποστηρίζεται ότι «το μείζον επίτευγμα» του Σωκράτη «είναι ότι εγκαθίδρυσε ένα νέο τρόπο ζωής, μία νέα τέχνη του βίου». Βλ. και βιβλιοκρισίες του έργου αυτού από την G. Maggini [Skepsis, 10 (1999), 178-182] και τον Η. Μαρκολέφα [Υπόμνημα στη Φιλοσοφία, τεύχ. 2 (2004), 249-262]. Δεν είναι γι’ αυτό τυχαίο που αυτή η στάση ζωής του Σωκράτη υπήρξε γονιμοποιός για τη φιλοσοφική σκέψη ώς και τις μέρες μας. Για φιλοσόφους του 20ου αιώνα, «που αναμετρήθηκαν στο έργο τους με τον Σωκράτη», βλ. Ι. Πρελορέντζος, «Ο Σωκράτης στο έργο του σύγχρονου Γάλλου φιλοσόφου Eric Weil», στο: Ξανά για τον Σωκράτη, 111-172, και συγκεκριμένα σ. 114-115.

[5]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Πρωτ. 321 c κ.ε. και DK 80 B 8b (Πρωταγόρας)· DK 88 B 25, 1-8 (Κριτίας)· Πλάτ., Γοργ. 448 c (Πῶλος)· DK 89 6. p. 100, 5 (1) («Ἀνώνυμος»).

[6]. DK 80 B 1. Ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις του πολυσυζητημένου αυτού αποσπάσματος βλ. ενδεικτικά A. Levi, “Studies on Protagoras. The Man-measure Principle: its Meaning and Applications”, Philosophy, 15 (1940), 147-167· E. Dupréel, Les Sophistes, Pro­ta­go­ras, Gorgias, Prodicus, Hippias, ‘Bibliothèque Scientifique 14’ (Neuchâtel: Éditions Du Griffon, 1948), σ. 14-25· Μ. Untersteiner, The Sophists (1949), trans. from the Italian by K. Freeman (Oxford: B. Blackwell, 1954), σ. 77-91· W. K. C. Guthrie, The Sophists (Cambridge: Cambridge University Press, 1971), σ. 181-192 (ελλ. μτφρ. Δ. Τσεκουράκη: W. K. C. Guthrie, Οἱ Σοφιστές, Ἀθή­να: Μ.Ι.Ε.Τ., 1989, σ. 227-239)· Ν. Ο. Bernsen, “Protagoras’ Homo – Men­su­ra – Thesis”, Classica et Mediaevalia, 30 (1969), 109-144· Γ. Ἀλατζόγλου-Θέμελη, Πά­ντων χρη­μά­των μέτρον ἄν­θρωπος. Ἡ πλατωνικὴ καὶ ἡ ἀριστοτελικὴ μαρτυρία, Διδακτ. Διατρ. (Ἀθή­να: Φι­λο­λο­γι­κὸς σύλλογος «Παρνασσός», 1976)· Β. Α. Κύρκος, Αρχαίος ελ­λη­νι­κός δια­φω­τι­σμός και Σοφιστική, σ. 123-137· C. Farrar, The origins of democratic thinking: The invention of po­li­tics in classical Athens (1988· rpt., Cambridge: Cambridge University Press, 1990), σ. 47-77 (ελλ. μτφρ. Α. Η. Σακελλαρίου: C. Farrar, Οι αρχές της δημοκρατικής σκέψης στην κλασική Αθή­να, Αθήνα: Δ. Ν. Παπαδήμας, 1991, σ. 84-119)· Π. Νούτσος, Φιλοσοφείον. Ένας θεσμός χει­ρα­φέ­τη­σης; (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2001), σ. 110-111, 127.

[7]. Βλ. π.χ. τη διάκριση που κάνει ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο ανάμεσα στο «τὸ ἀνθρώπων γένος» και στα «ἄλογα» (Πρωτ., 321 c), διάκριση με την οποία υποδηλώνεται η ανωτερότητα του ανθρώπου έναντι των άλλων ζώων εξαιτίας της λο­γικής του ικανότητας. Για την αντιπαραβολή ανθρώπου και ζώου ως τυπικό γνώρισμα της ελληνικής σκέψης από τις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα και εξής βλ. R. Renehan, “The Greek Anthropocentric View of Man”, Harvard Studies in Classical Philology, 85 (1981), 239-259.

[8]. Βλ. π.χ. το έργο του Γοργία Ἑλένης ἐγκώμιον (DK 82 B 11, και κυρίως τις παραγράφους 8-14), όπου η αντίληψη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα σαφής. Για τις ψυχολογικές αναλύσεις του Γοργία και την πίστη του ότι με τα κατάλληλα ορθολογικά μέσα ο συναισθηματικός κόσμος της ψυχής μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο βλ. C. P. Segal, “Gorgias and the Psychology of the Logos”, Harvard Studies in Classical Philology, 66 (1962), 99-155 και κυρίως σ. 104-119. Πβ. Β. Α. Κύρκος, Αρχαίος ελληνικός διαφωτισμός και Σοφιστική, σ. 291-292, 297.

[9]. Βλ. την περίληψη από την αδημοσίευτη διδακτορική του διατριβή με τίτλος “Reason, Emotion, and Society in the Sophists and Democritus” (Harvard University, 1962), Harvard Studies in Classical Philology, 66 (1962), 268-271, και συγκεκριμένα σ. 269.

[10]. Στον μύθο που αναπτύσσει ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο (Πρωτ. 320 c – 322 d = DK 80 C 1) παρέχεται η εντύπωση ότι ο λόγος για τον σπουδαίο αυτόν σοφιστή έχει μια μεταφυσική διάσταση, αφού η «ἔντεχνος σοφία» ή η «περὶ τὸν βίον σοφία», με την οποία, όπως διατείνεται, είναι προικισμένος ο άνθρωπος, έχει θεϊκή προέλευση (Πρωτ., 321 d). Η εντύπωση όμως αυτή δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού προσκρούει στον εκπεφρασμένο κατά αναμ­φισβήτητο μάλλον τρόπο αγνωστικισμό του Πρωταγόρα, όσον αφορά την ύπαρξη των θεών (DK 80 B 4· πβ. Πλάτ., Θεαίτ., 162 d-e = DK 80 A 23). Για το θρησκευτικό αγνωστικισμό του Πρωταγόρα βλ. π.χ. W. K. C. Guthrie, The Sophists, σ. 64-65, 234-235 (ελλ. μτφρ. σ. 90-91, 286-288). Βλ. επίσης Κ. Θ. Δημαρᾶς, Δοκίμιον περὶ τῆς φυσικῆς θεολογίας τῶν Σοφιστῶν τοῦ 5ου π.Χ. αἰῶνος (Ἀθῆναι: Ἐκδοτικὸς οἶκος Γ. Ἰ. Βασιλείου, 1926), σ. 5-10.

[11]. Ο Πρωταγόρας, για παράδειγμα, στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο (351 c, 354 c, 358 a), μαζί μάλιστα με τον Πρόδικο και τον Ιππία (358 a), καθώς επίσης και ο Καλλικλής στον Γοργίαν (495 a, d) φαίνεται ότι δε διστάζουν να ταυτίσουν την ηδονή με το αγαθό. Ο Αντιφών εξάλλου εμφανίζεται μέσα από τα αποσπάσματά του (DK 87 B 44-fr. A 4 και Β 77) ή άλλες αρχαίες πηγές (DK 87 A 3) ως διαπρύσιος κήρυκας μιας ηδονιστικής βιοθεωρίας. Για πληρέστερη ενημέρωση, όσον αφορά τη στάση των Σοφιστών απέναντι στην ηδονή, βλ. Β. Π. Σολωμού-Παπανικολάου, Ανθρώπινος βίος και ηδονή κατά τον Πλάτωνα, αδημοσ. Διδακτ. διατρ. (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2003), σ. 46-49.

[12]. Βλ. Πλάτ., Φαῖδρ. 229 e - 230 a, όπου ο Σωκράτης δηλώνει κατηγορηματικά ότι το «γνῶναι ἐμαυτὸν» αποτελεί το πρωταρχικό και βασικό μέλημά του. Πβ. Ἀπολ. 28 e, 38 a. Για το νόημα και τις πρακτικές συνέπειες της αυτογνωσίας, σύμφωνα με τον Σωκράτη, βλ. Πλάτ., Ἀλκ. 132 d - 134 e· Φίληβ. 48 c - 49 c· Ξεν., Ἀπομν. IV. 2. 24 κ.ε. Ενδιαφέρουσες ερμηνείες, όσον αφορά τη σημασία του σωκρατικού «γνῶθι σαυτὸν», βλ. ενδεικτικά, J. Brun, Ὁ Σωκράτης, μτφρ. Τ. Τεγοπούλου, ‘«Τὶ πρέπει νὰ ξέρω;», ἀριθ. 69’ (Ἀθῆναι: Ἰ. Ν. Ζαχαρόπουλος, 1965), σ. 65-82· Β. Ν. Τατάκης, Ὁ Σωκράτης, σ. 76-110· K. S. Katsimanis, “Messages delphiques et socratism”, Φιλοσοφία, 4 (1974), 155-167, και κυρίως σ. 159-162· J. Annas, “Self-Knowledge in Early Plato”, στο: D. J. O’ Meara (ed.), Platonic Investigations (Washington, D. C.: The Catholic University of America Press, 1985), 112-138, και κυρίως σ. 121 κ.ε., όπου προβάλλεται η άποψη ότι η αυτογνωσία δεν είναι γνώση του προσωπικού και του ατομικού, αλλά του απρόσωπου και του αντικειμενικού· Γ. Αποστολοπούλου, «Ο Σωκράτης, η αυτογνωσία και η αυτοσυνειδησία», στο: Ξανά για τον Σωκράτη, 95-109, και ιδιαίτερα σ. 103 κ.ε.∙ P. Stern, “Tyranny and Self-knowledge: Critias and Socrates in Plato’s Charmides”, The American Political Science Review, 93 (1999), 399-412∙ L. P. Gerson, Knowing Persons: A study in Plato (Oxford: Oxford University Press, 2003), σ. 29-39.

[13]. Sämtliche Werke (der Jubiläumsausgabe), Bd. 18: Vorlesungen über die Geschichte der Phi­lo­­sophie, Zweiter Band, mit einem Vorwort von K. L. Michelet (Stuttgart – Bad Cannstatt: F. From­mann Verlag, 1965), σ. 42. Για τον τρόπο που ερμήνευσε ο Hegel την έννοια της υποκει­μενικότητας στην πρωταγόρεια και στη σωκρατική σύλληψή της βλ. Ν. Κ. Ψημμένος, «”Τὸ σταθερὸ σημεῖο, ὡστόσο, τῆς κίνησης ὡς κίνησης εἶναι τὸ ἐγώ”», στο: Γ. Ἀ­πο­στο­λο­πού­λου (ἐπιμ.), Ἱστορία καὶ ὑποκειμενικότητα στὴ φιλοσοφία τοῦ Χέγκελ (Ἰωάννινα: Πανε­πι­στήμιο Ἰωαννίνων, 1995), 171-190. Πβ. του ιδίου, «Ἡ σοφιστική στήν ἱστορικοφιλοσο­φι­κή θεώρηση τοῦ Hegel», στο: Ἡ ἀρχαία Σοφιστική / The Sophistic Movement, 294-311, και κυρίως σ. 302 κ.ε.

[14]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Ἀπολ. 19 b-d. Πβ. Ξεν., Ἀπομν. Ι. 1. 11-16∙ Ἀριστ., Μ.τ.φ. 987 b 1-2. Μια αντίθετη εικόνα για τις φιλοσοφικές ενασχολήσεις του Σωκράτη παρουσιάζει ο Αριστοφάνης στην κωμωδία Νεφέλαι (94 κ.ε.), όπου ο φιλόσοφος σατιριζόμενος φέρεται να διευθύνει φροντιστήριον, στο οποίο, μεταξύ άλλων, διδάσκονται θέματα φυσικής φιλοσοφίας, κοσμολογίας, αστρονομίας κτλ. Με αφορμή αυτή την εικόνα, αλλά και στοιχεία που περιέχονται στον πλατωνικό διάλογο Φαίδων, ορισμένοι ερευνητές οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι ο Σωκράτης υπήρξε κατά πρώτιστο λόγο ερευνητής της φύσεως. Βλ. ενδεικτικά C. P. Parker, “The Historical Socrates in the Light of Professor Burnet’s Hypothesis”, Harvard Studies in Classical Philology, 27 (1916), 67-75∙ A. E. Taylor, Socrates (1932∙ rpt., London: Peter Davies, 1951), κυρίως σ. 131-174. Για ενασχόληση του Σωκράτη με διάφορα θέματα βλ. π.χ. Χ. Τέζας, «Δυνατότητα και όρια της γνώσης κατά τον Σωκράτη», σ. 62-63.

[15]. Βλ. σχετ. Ξεν., Ἀπομν. IV. 3. 1-14.

[16]. Ὁ Σωκράτης, σ. 80-82.

[17]. Ἡράκλ., DK 22 B 93.

[18]. Πβ. G. Vlastos, Socrates, σ. 170-171 (ελλ. μτφρ. σ. 258-259). Βλ. επίσης Πλάτ., Κρίτ. 46 b, όπου ο Σωκράτης δηλώνει με σαφήνεια ότι στην πράξη κατευθύνεται πάντοτε από τις υπαγορεύσεις του λογικού του («μηδενὶ ἄλλῳ πείθεσθαι ἢ τῷ λόγῳ ὃς ἄν μοι λογιζομένῳ βέλτιστος φαίνηται»). Ενδιαφέρουσα ερμηνεία του χωρίου αυτού βλ. Ν. Κ. Ψημμένος, Σωκράτης. Ἕνα δοκίμιο + δώδεκα ἐρωτήματα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του (Ἰωάννινα: Ἐκ­δό­σεις «Δώτιον», 2007), σ. 83-89. Για την πίστη του Σωκράτη στο λόγο και για τις διαστάσεις που ο λόγος προσλαμβάνει μέσα στα πλαίσια του σωκρατικού διαλόγου βλ. Κ. Π. Μιχαηλίδης, Ὁ σωκρατικός λόγος. Μιά δοκιμή ἑρμηνείας τῆς διαλογικῆς παρουσίας (Ἀθήνα: Ἐκ­δό­σεις Χριστάκης, 1992).

[19]. Κ. Σ. Κατσιμάνης, Πρακτική φιλοσοφία καί πολιτικό ἦθος τοῦ Σωκράτους, (Ἀθήνα: Νικόδημος, 1979), σ. 150. Για τον θεό Απόλλωνα ως υπερασπιστή της ανθρώπινης ελευθερίας βλ. Σπ. Κυριαζόπουλος, «Ἀπόλλων, ὁ θεὸς τοῦ ἀστικοῦ ἤθους», στο: Σπ. Κυριαζόπουλος, Λόγος καὶ ἦθος. Φιλοσοφία τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος, ‘Δωδώνη, Παράρτ. ἀρ. 6’ (Ἰωάννινα: Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων, 1976), 26-47, και κυρίως σ. 38.

[20]. An Essay on Man. An Introduction to a Philosophy of Human Culture (New Haven and Lon­don: Yale University Press, 1944), σ. 2.

[21]. Πβ. Ν. Κ. Ψημμένος, «Σωκράτης», Παρνασσός, 28 (1986), 55-79, και συγκεκριμένα σ. 72. Όλη γενικά η φιλοσοφική έρευνα, που απώτερο στόχο έχει πάντα την αλήθεια, δε νοείται κατά τον Σωκράτη χωρίς το «κοινῇ βουλεύεσθαι» (Ξεν., Ἀπομν. IV. 5. 12), «κοινῇ σκέπτεσθαι» (Πλάτ., Πρωτ. 330 b, Θεαίτ. 151 e), «κοινῇ ζητεῖν» (Πλάτ., Γοργ. 506 a, Μέν. 89 e) και «κοινῇ συζητεῖν» (Πλάτ., Κρατ. 384 b). Αυτό δείχνει τη βαθιά απήχηση που είχε στη σκέψη του η πόλις ως ενσάρκωση της ιδέας του «κοινοῦ».

[22]. Στον πλατωνικό διάλογο Ἀλκιβιάδης (132 d κ.ε.) ο άνθρωπος αποκτά γνώση του εαυτού του χάρη στην ύπαρξη και την παρουσία του άλλου. Όπως ο οφθαλμός βλέπει τον εαυτό του στην κόρη ενός άλλου οφθαλμού, έτσι και ο άνθρωπος, που ταυτίζεται με την ψυχή σύμφωνα με τον Σωκράτη, βλέπει και γνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε μια άλλη ψυχή και μάλιστα στην περιοχή εκείνη, που κατοικούν οι ευγενέστερες δυνάμεις της. Αλλά το πλησίασμα των ψυχών για την πραγμάτωση της αυτογνωσίας δε φαίνεται να είναι δυνατό χωρίς το διάλογο (130 d). Πβ. J. -P. Vernant, «Ελληνικοί τρόποι να είσαι ο εαυτός σου», στο: R. –P. Droit (επιμ.), Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και εμείς. Η επικαιρότητα του αρχαίου κόσμου, μτφρ. Κ. Κουρεμένου (Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1992), 122-134, και κυρίως σ. 123-124. Πβ. και Πλατ., Χαρμ. 154 e, όπου η ποιότητα της ψυχής φαίνεται ότι αποκαλύπτεται μέσω του διαλόγου.

[23]. Για το δημόσιο χώρο και τη σημασία του στον τρόπο άσκησης της φιλοσοφίας από τον Σωκράτη βλ. Π. Νούτσος, «Περί ειρωνείας. Sancte Socrates, ora pro nobis”, στο: Ξανά για τον Σωκράτη, 219-228, και κυρίως σ. 220-224.

[24]. Ξεν., Ἀπομν. IV. 3. 14. Πβ. Πλάτ., Ἀλκ. 133 c, όπου ο Σωκράτης διατείνεται ότι το μέρος της ψυχής «περὶ ὃ τὸ εἰδέναι τε καὶ φρονεῖν ἐστιν» είναι το «θειότερον» και όμοιο με τον θεό. Η ψυχή έχει αναμφισβήτητα κάτι το θεϊκό στη σύστασή της κατά τον Σωκράτη, αλλά τόσο από τους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους όσο και από τα Ἀπομνημονεύματα του Ξενοφώντα δεν καθίσταται σαφές αν ο Σωκράτης πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Για την αθανασία της ψυχής ως πλατωνική διδασκαλία και όχι σωκρατική βλ. π.χ. E. Rohde, Psyche. Seelencult und Unster­blichkeitsglaube, Bd. II (18982∙ Nachdruck, Darmstadt: Wissensch. Buchgesellschaft, 1961), σ. 263-265. Για την άποψη ότι και ο Σωκράτης πίστευε στην αθανασία της ψυχής βλ. E. Ehnmark, “Socrates and the Immortality of the Soul”, Eranos, 44 (1946), 105-122∙ W. K. C. Guthrie, Socrates (Cambridge: Cambridge University Press, 1971), σ. 160-162 (ελλ. μτφρ. Τ. Νικολαΐδη: W. K. C. Guthrie, Ὁ Σωκράτης, Ἀθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., 1990, σ. 219-224)∙ Γ. Α. Μποζώνης, Ἡ σωκρατικὴ ἀνθρω­πολογία (Ἀθῆναι, 1974), σ. 52-54. Βλ. επίσης M. L. McPherran, “Socrates on the Immortality of the Soul”, Journal of the History of Philosophy, 32 (1994), 1-22, και κυρίως σ. 21, όπου υποστηρίζεται ότι ο Σωκράτης ήταν αγνωστικιστής ως προς το θέμα της αθανασίας της ψυχής.

[25]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Ἀπολ. 29 d – 30 b∙ πβ. Λάχ. 185 e· Ἀλκ. 132 c· Φαίδ. 107 c· Ξεν., Ἀπομν. I. 2. 4-5. Για τη σωκρατική αντίληψη της επιμέλειας της ψυχής βλ. π.χ. J. A. Colaia­co, Σωκράτης εναντίον Αθηνών. Η φιλοσοφία στο εδώλιο, μτφρ. Ε. Ραζή, Ι. Γαγλία, Σ. Μετα­ξά, επιμ. Α. Ασημακοπούλου (Αθήνα, Εκδόσεις Ενάλιος, 2004), σ. 214-218.

[26]. Πβ. T. Irwin, Plato’s Moral Theory. The Early and Middle Dialogues (Oxford: Clarendon Press, 1977), σ. 93.

[27]. Ο Ἀλκιβιάδης [ἢ περὶ ἀνθρώπου φύσεως, μαιευτικὸς] (Διογ. Λ., ΙΙΙ. 59) εθεωρείτο αυθεντικό πλατωνικό έργο στην αρχαιότητα, όπως φαίνεται π.χ. και από τα υπομνήματα που έχουν γράψει για το έργο αυτό ο Πρόκλος και ο Ολυμπιόδωρος. Από το υπόμνημα του Πρόκλου διαπιστώνεται επίσης ότι και ο Ιάμβλιχος συμπεριελάμβανε το έργο αυτό στα πλατωνικά συγγράμματα και μάλιστα το είχε κατατάξει στην πρώτη θέση ανάμεσα σε δέκα διαλόγους, οι οποίοι περιείχαν, κατά τη γνώμη του, «τὴν ὅλην τοῦ Πλάτωνος … φι­λοσοφίαν» (Εἰς Ἀλκ. 11. 15-17. A. Ph. Segonds). Η γνησιότητα αυτού του διαλόγου αμφισβητήθηκε για πρώτη φορά, όσο γνωρίζουμε, στις αρχές του 19ου αιώνα από τον F.E.D. Schleiermacher (Introductions to the Dialogues of Plato, σ. 328-336), αλλά χάρη στις εργασίες του M. Croiset (βλ. την εισαγωγή του στην έκδοση του Ἀλκιβιάδου, στο: Platon Oeuvres Complétes, Tome I [19201]∙ Paris: Societé d’ Édition “Les Belles Lettres”, 197010, κυρίως σ. 45-53) και του P. Friedländer (βλ. τα έργα του Der Grosse Alciabiades, I: Ein Weg zu Platon, II: Kritische Erörterung, Bonn: Cohen, 1921-23 και Plato, Vol. 2: The Dialogues: First Period, trans: from the German by H. Meyerhoff, New York and London: Bollingen Foundation and Routledge and Kegan Paul, 1964, σ. 231-243) επικρατέστερη είναι σήμερα η άποψη ότι πρόκειται για γνήσιο έργο, παρόλο που εξακολουθεί να προβάλλεται και η αντίθετη γνώμη. Για μια σύντομη ανασκόπηση της έρευνας, όσον αφορά το πρόβλημα της αυθεντικότητας του διαλόγου αυτού στον 20ο αιώνα, βλ. H. Thesleff, Studies in Platonic Chronology, ‘Commentationes Humanarum Litterarum, 70’ (Helsinki: Societas Scientiarum Fennica, 1982), σ. 215, σημ. 31.

[28]. “The Socratic Doctrine of the Soul”, Proceedings of the British Academy, 7 (1916), 235-259, και κυρίως σ. 244. Την άποψη αυτή του J. Burnet συμμερίζεται και παραθέτει και ο W. K. C. Guthrie (Socrates, σ. 150∙ ελλ. μτφρ. σ. 207. Πβ. του ιδίου, A History of Greek Philosophy, Vol. V: The Later Plato and the Academy, Cambridge: Cambridge University Press, 1978, σ. 387, σημ. 1). Ότι το περιεχόμενο του διαλόγου είναι «αυθεντικά σωκρατικό» τονίζεται και από τον Μ. Montuori (Ο Σωκράτης. Από το μύθο στην Ιστορία [1967], μτφρ. Θ. Ιωαννίδη και Σ. Ανδρικίδου, Αθήνα: Θ. Κακουλίδης, 1984, σ. 66, σημ. 138).

[29]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Ἀλκ. 129 c - 130 a∙ πβ. 131 c. Για το θέμα αυτό βλ. τις παρατηρήσεις του W. K. C. Guthrie (Socrates, σ. 149-150∙ ελλ. μτφρ. σ. 206-207). Βλ. επίσης R. Taylor, “Persons and Bodies”, American Philosophical Quarterly, 16 (1979), 67-72.

[30]. Βλ. τον κατάλογο που παραθέτει ο H. Thesleff (Studies in Platonic Chronology, σ. 7-17), στον οποίο περιλαμβάνονται τα πορίσματα της έρευνας σχετικά με το πρόβλημα της χρονολόγησης και της γνησιότητας των πλατωνικών κειμένων.

[31]. Βλ. T. M. Robinson, Plato’s Psychology (Toronto and Buffalo: University of Toronto Press, 1970), σ. 3-20, όπου παρατίθενται και αναλύονται διεξοδικά τα σχετικά χωρία.

[32]. Βλ. π.χ. Ξεν., Ἀπομν. Ι. 2. 23, Ι. 3. 14, Ι. 4. 9 και 17, IV. 3. 14∙ Συμπ. VIII. 14-15, VIII. 36. Ο D. B. Claus (Toward the Soul. An Inquiry into the Meaning of ψυχή before Plato, New Haven and London: Yale University Press, 1981, σ. 157-158), θεωρώντας γενικά επισφαλείς τις πληροφορίες του Ξενοφώντα για τη ζωή του Σωκράτη, είναι της γνώμης ότι τα περισσότερα χωρία από τα Ἀπομνημονεύματα και το Συμπόσιον, στα οποία εκφράζονται δυϊστικές αντιλήψεις, αποτελούν «φανερές απομιμήσεις του Πλάτωνα».

[33]. The Dialogues of Plato, trans. into English with Analyses and Introductions by B. Jowett, in 4 Vols., ed. by D. J. Allan and H. E. Dale (4th ed. rev. 1953∙ rpt., Oxford: Clarendon Press, 1967), Vol. I, σ. 601, σημ. 1. Παραπλήσιες απόψεις βλ. Α. Μπαγιόνας, Ἱστορία τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλληνικῆς ἠθικῆς ἀπό τούς Προσωκρατικούς ὥς τήν Ἀρχαία Ἀκαδημία (Θεσσαλονίκη: Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1978), σ. 96-97.

[34]. Βλ. π.χ. Πλάτ., Ἀπολ. 29 e, Εὐθύδ. 295 e, Κρίτ. 47 d - 48 a, Χαρμ. 156 e, Πρωτ. 313 a∙ Ξεν., Ἀπομν. Ι. 4. 17, Ι. 2. 53. Σύμφωνα με τον J. Burnet (“The Socratic Doctrine of the Soul”, σ. 256) η ψυχή πριν από τον Σωκράτη δεν είχε καμιά σχέση με την γνώση και την άγνοια, το καλό και το κακό, άποψη που ο W. K. C. Guthrie διστάζει να συμμερισθεί απόλυτα, εφόσον, όπως δείχνει, υπάρχουν και στην ποίηση μαρτυρίες για μια αντίληψη της ψυχής ως ηθικής και διανοητικής αρχής (Socrates, σ. 147-149∙ ελλ. μτφρ. σ. 204-206).

[35]. Paedeia. Die Formung des griechischen Menschen, Bd. I-III (1933-19471∙ Berlin, New York: Walter de Gruyter, 19734) (ελλ. μτφρ. Γ. Π. Βερροίου: W. Jaeger, Παιδεία. Ἡ μόρφωσις τοῦ Ἕλληνος ἀνθρώπου, τόμ. Ι-ΙΙΙ, Ἀθῆναι: Παιδεία, 1968-1974), Bd. II, σ. 91 (ελλ. μτφρ. τόμ. ΙΙ, σ. 100-101).

[36]. Βλ. Πλάτ., Χαρμ. 157 a. Πβ. Πλάτ., Πρωτ. 313 a - 314 b, όπου η ψυχή, κατά τον Σωκράτη, τρέφεται με «μαθήματα» και χρειάζεται προσοχή, ώστε να μην εξαπατηθεί από τα κίβδηλα μαθήματα των Σοφιστών.

[37]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Εὐθύδ. 282 a: «εὐδαίμονες μὲν εἶναι προθυμούμεθα πάντες».

[38]. Βλ. π.χ. Πλάτ., Γοργ. 499 e· πβ. Πλάτ., Συμπ. 205 a. Από τα χωρία αυτά καθίσταται εμφανής ο ευδαιμονιστικός χαρακτήρας της σωκρατικής ηθικής. Για τον σωκρατικό ευδαιμονισμό, καθώς και για τη σχέση ευδαιμονίας και αρετής στη σκέψη του Σωκράτη, βλ. τη διεισδυτική και ρηξικέλευθη ανάλυση του Γρηγόρη Βλαστού [Socrates, σ. 200-232 (ελλ. μτφρ. σ. 300-339)].

[39]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Πολιτ. 379 b-c. Βλ. επίσης Πλάτ., Ἀπολ. 21 b, όπου προβάλλεται από τον Σωκράτη η άποψη ότι ο θεός δεν ψεύδεται, άποψη που συνδέεται ασφαλώς με την πίστη του στην αγαθότητα του θεού. Στον θεό αποδίδεται από τον Σωκράτη και η ιδιότητα του σοφού, που είναι στενά συνδεδεμένη στη συνείδησή του με την ιδιότητα του αγαθού (Πλάτ., Ἀπολ. 23 a). Για την σωκρατική αντίληψη περί θεού βλ. π.χ. G. Vlastos, Socrates, σ. 157-178 (ελλ. μτφρ. σ. 240-269)· T. C. Brickhouse and N. D. Smith, Plato’s Socrates (New York, Oxford: Oxford University Press, 1994), σ. 179-189· M. L. McPherran, The Religion of Socrates (University Park, PA: University of Pennsylvania Press, 1996), ιδιαίτερα σ. 272 κ.ε.· Κ. Ε. Μπέης, Η δίκη του Σωκράτη. Σωκράτης – η προσωποποίηση της ηρωικής φιλοσοφίας– . Ώρα απιέναι – φιλοσοφική τραγωδία – (Αθήνα: Εκδόσεις Α. Ν. Σάκκουλα – Eunomia Verlag, 2001), σ. 146-150.

[40]. Για τη διδασκαλία αυτή του Σωκράτη βλ. Πλάτ., Μέν. 77 b - 78 b· Πρωτ. 358 c· Γοργ. 468 c. Πβ. Τίμ. 86 d-e· Νόμ. 731 c, 860 d.

[41]. Βλ. π.χ. Πλάτ., Μέν. 87 c, 89 a· Λάχ. 194 d - 195 a· Χαρμ. 165 c∙ Εὐθύδ. 282 c· Πρωτ. 361 a-b· Γοργ. 460 b· Πολιτ. 428 b-d· Ξεν., Ἀπομν. ΙΙΙ. 9.5· Ἀριστ., Ἠθ. Νικ. 1116 b 4-5, 1144 b 17-21 και 28-30· Ἠθ. Εὐδ.,1216 b 2-9, 1230 a 7-8· Ἠθ. Μεγ., 1182 a 15-17, 1183 b 8-9, 1190 b 28-29. Οι διδασκαλίες του Σωκράτη α) «κακὸς ἑκὼν οὐδεὶς» και β) ἀρετὴ = ἐπιστήμη, συνιστούν κατά την άποψη πολλών φιλοσόφων και ερευνητών παράδοξα, γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την καθημερινή εμπειρία και τις καταστάσεις της ζωής, με τις οποίες οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι, αφού συνεπάγονται, όπως διατείνονται, την αδυνατότητα της «ἀκρασίας» ή αλλιώς την άρνηση του ψυχολογικού φαινομένου της ηθικής αδυναμίας. Για την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία οι διδασκαλίες αυτές κατ’ ουσίαν δεν συνιστούν παράδοξα βλ. π.χ. G. X. Santas, Socrates: Philosophy in Plato’s Early Dialogues (Boston, London, Melbourne and Henley: Routledge and Kegan Paul, 1979), σ. 183-194) (ελλ. μτφρ. Δ. Βούβαλη: Γ. Ξ. Σάντας, Σωκράτης. Φιλοσοφία στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997, σ. 357-387). Βλ. επίσης H. Segvic, “No One Errs Willingly: The Meaning of Socratic Intellectualism”, στο: S. Ahbel – Rappe and R. Kamtekar (eds.), A Companion to Socrates, 171-185.

[42]. Βλ. σχετ. Ξεν., Ἀπομν. Ι. 2. 4· πβ. Ἀπομν. IV. 7. 9.

[43]. Βλ. Ἀπομν. Ι. 4. 5-6. Για την πίστη του Σωκράτη στη θεία πρόνοια βλ. π.χ. Μ. Δραγώνα-Μονάχου, «Πρόνοια καὶ εἱμαρμένη στὸν Τίμαιο : Μιὰ ἀνάγνωση τοῦ Μέσου Πλα­τω­νι­σμοῦ», Δευκαλίων, 15/2 (1997), 315-327, και συγκεκριμένα σ. 315-316.

[44]. Ο Ξενοφών παραδίδει (Ἀπομν. Ι. 4. 14) πως ο Σωκράτης υποστήριζε ότι, αν ο άνθρωπος ως έλλογο ον είχε σώμα βοδιού, δε θα μπορούσε να πράξει ό,τι ήθελε ούτε όμως τα άλογα ζώα, αν είχαν χέρια, θα κατάφερναν τίποτε αξιόλογο. Πιθανώς στο σημείο αυτό να ασκούσε κριτική στον Αναξαγόρα (βλ. DK 59 Α 102), που ισχυριζόταν ότι «διὰ τὸ χεῖ­ρας ἔχειν φρονιμώτατον εἶναι τῶν ζώιων ἄνθρωπον», άποψη την οποία επικρίνει και ο Αριστοτέλης, στον οποίο οφείλουμε τη μαρτυρία (Π. ζῴ. μορ. 687 a 7 κ.ε.).

[45]. Συγκεκριμένα ο Σωκράτης διατεινόταν, κατά τον Ξενοφώντα, ότι «καὶ λήθη δὲ καὶ ἀθυμία καὶ δυσκολία καὶ μανία πολλάκις πολλοῖς διὰ τὴν τοῦ σώματος καχεξίαν εἰς τὴν διάνοιαν ἐμπίπτουσιν οὕτως ὥστε καὶ τὰς ἐπιστήμας ἐκβάλλειν» (Ἀπομν. ΙΙΙ. 12. 6). Είναι φανερό ότι κατά τον Σωκράτη υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ σώματος και ψυχής.

[46]. Βλ. σχετ. Πλάτ., Κρίτ. 47 d-e, Γοργ. 505 a. Από τα χωρία αυτά συνάγεται ότι το υγιές και ακμαίο σώμα έχει ευδαιμονιστική αξία για τον Σωκράτη.

[47]. Ότι η ψυχή κυβερνά το σώμα προβάλλεται με έμφαση από τον Σωκράτη. Βλ. π.χ. Πλάτ., Ἀλκ. 130 a κ.ε.· Ξεν., επομν. Ι. 4. 9 και 17, IV. 3. 14.

[48]. Για την έννοια της ελευθερίας στον Σωκράτη βλ. π.χ. Γ. Α. Μποζώνης, Ἡ σωκρατι­κὴ ἀνθρωπολογία, σ. 40-41.

[49]. Για τους Σοφιστές και την κρίση του λόγου βλ. J. Brun, Ὁ Σωκράτης, σ. 88-89.

[50]. Βλ. π.χ. Ἄλκ. 1080· Μήδ. 1078-1080· Ἱππ. 380-383, 398-400. Στις αρχαίες πηγές γίνεται συνήθως λόγος για στενούς πνευματικούς δεσμούς μεταξύ Σωκράτη και Ευριπίδη (βλ. π.χ. Ἀριστοφ., Βάτ. 1491-1495· Διογ. Λ., ΙΙ. 18· Αἰλ., Ποικ. ἱστ. ΙΙ. 13), αλλά φαίνεται ότι δεν έλειψαν και διαφωνίες ανάμεσά τους (βλ. Διογ. Λ., ΙΙ. 33). Για την πιθανή ύπαρξη ενός διαλόγου μεταξύ Σωκράτη και Ευριπίδη, όσον αφορά τη σχέση θυμοῦ και λόγου βλ. J. de Romilly, «Βάστα καρδιά μου» Οδύσσεια υ, 18. Η ανάπτυξη της ψυχολογίας στα αρχαία ελληνικά γράμματα, μτφρ. Μ. Αθανασίου (Αθήνα: Εκδόσεις «Το Άστυ», 1992), σ. 104. Βλ. επίσης B. Snell, “Das früheste Zeugnis über Sokrates”, Philologus, 97 (1948), 128-134· J. Moline, “Euripides, Socrates and Virtue”, Hermes, 103 (1975), 45-67· T. H. Irwin, “Euripides and Socrates”, Classical Philology, 78 (1983), 183-197· C. Wildberg, “Socrates and Euripides”, στο: S. Ahbel-Rappe and R. Kamtekar (eds.), A Companion to Socrates, 21-35.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΜΕΝΩΝ

ΠΛ Μεν 92b–95a

Ο Σωκράτης αντικρούει τον ισχυρισμό του Άνυτου ότι οι ενάρετοι πολίτες είναι ικανοί να μεταδώσουν την αρετή

Για να τεκμηριώσει τη θεωρία της ανάμνησης, ο Σωκράτης καθοδήγησε έναν δούλο τού Μένωνα στην επίλυση μαθηματικών προβλημάτων που δεν έχει διδαχτεί ποτέ, απόδειξη, κατά τον φιλόσοφο, ότι η γνώση είναι ανάμνηση (και όχι προϊόν διδαχής). Ξαναγυρνώντας στο ζήτημα του διδακτού της αρετής, ρώτησαν τον Άνυτο, τον μετέπειτα κατήγορο του Σωκράτη, αν θεωρούσε τους σοφιστές αρμόδιους να την διδάξουν, αλλά αυτός εξέφρασε την αρνητική του γνώμη για εκείνους.

ΣΩ. Πότερον δέ, ὦ Ἄνυτε, ἠδίκηκέ τίς σε τῶν σοφιστῶν,
ἢ τί οὕτως αὐτοῖς χαλεπὸς εἶ;

ΑΝ. Οὐδὲ μὰ Δία ἔγωγε συγγέγονα πώποτε αὐτῶν οὐδενί,
οὐδ’ ἂν ἄλλον ἐάσαιμι τῶν ἐμῶν οὐδένα.

ΣΩ. Ἄπειρος ἄρ’ εἶ παντάπασι τῶν ἀνδρῶν;

ΑΝ. Καὶ εἴην γε.

[92c] ΣΩ. Πῶς οὖν ἄν, ὦ δαιμόνιε, εἰδείης περὶ τούτου τοῦ
πράγματος, εἴτε τι ἀγαθὸν ἔχει ἐν αὑτῷ εἴτε φλαῦρον, οὗ
παντάπασιν ἄπειρος εἴης;

ΑΝ. Ῥᾳδίως· τούτους γοῦν οἶδα οἵ εἰσιν, εἴτ’ οὖν
ἄπειρος αὐτῶν εἰμι εἴτε μή.

ΣΩ. Μάντις εἶ ἴσως, ὦ Ἄνυτε· ἐπεὶ ὅπως γε ἄλλως
οἶσθα τούτων πέρι, ἐξ ὧν αὐτὸς λέγεις θαυμάζοιμ’ ἄν.
ἀλλὰ γὰρ οὐ τούτους ἐπιζητοῦμεν τίνες εἰσίν, παρ’ οὓς ἂν
[92d] Μένων ἀφικόμενος μοχθηρὸς γένοιτο ―οὗτοι μὲν γάρ, εἰ σὺ
βούλει, ἔστων οἱ σοφισταί― ἀλλὰ δὴ ἐκείνους εἰπὲ ἡμῖν,
καὶ τὸν πατρικὸν τόνδε ἑταῖρον εὐεργέτησον φράσας αὐτῷ
παρὰ τίνας ἀφικόμενος ἐν τοσαύτῃ πόλει τὴν ἀρετὴν ἣν
νυνδὴ ἐγὼ διῆλθον γένοιτ’ ἂν ἄξιος λόγου.

ΑΝ. Τί δὲ αὐτῷ οὐ σὺ ἔφρασας;

ΣΩ. Ἀλλ’ οὓς μὲν ἐγὼ ᾤμην διδασκάλους τούτων εἶναι,
εἶπον, ἀλλὰ τυγχάνω οὐδὲν λέγων, ὡς σὺ φῄς· καὶ ἴσως τὶ
[92e] λέγεις. ἀλλὰ σὺ δὴ ἐν τῷ μέρει αὐτῷ εἰπὲ παρὰ τίνας
ἔλθῃ Ἀθηναίων· εἰπὲ ὄνομα ὅτου βούλει.

ΑΝ. Τί δὲ ἑνὸς ἀνθρώπου ὄνομα δεῖ ἀκοῦσαι; ὅτῳ γὰρ
ἂν ἐντύχῃ Ἀθηναίων τῶν καλῶν κἀγαθῶν, οὐδεὶς ἔστιν ὃς
οὐ βελτίω αὐτὸν ποιήσει ἢ οἱ σοφισταί, ἐάνπερ ἐθέλῃ
πείθεσθαι.

ΣΩ. Πότερον δὲ οὗτοι οἱ καλοὶ κἀγαθοὶ ἀπὸ τοῦ
αὐτομάτου ἐγένοντο τοιοῦτοι, παρ’ οὐδενὸς μαθόντες ὅμως
μέντοι ἄλλους διδάσκειν οἷοί τε ὄντες ταῦτα ἃ αὐτοὶ οὐκ
[93a] ἔμαθον;

ΑΝ. Καὶ τούτους ἔγωγε ἀξιῶ παρὰ τῶν προτέρων μαθεῖν,
ὄντων καλῶν κἀγαθῶν· ἢ οὐ δοκοῦσί σοι πολλοὶ καὶ ἀγαθοὶ
γεγονέναι ἐν τῇδε τῇ πόλει ἄνδρες;

ΣΩ. Ἔμοιγε, ὦ Ἄνυτε, καὶ εἶναι δοκοῦσιν ἐνθάδε ἀγαθοὶ
τὰ πολιτικά, καὶ γεγονέναι ἔτι οὐχ ἧττον ἢ εἶναι· ἀλλὰ
μῶν καὶ διδάσκαλοι ἀγαθοὶ γεγόνασιν τῆς αὑτῶν ἀρετῆς;
τοῦτο γάρ ἐστιν περὶ οὗ ὁ λόγος ἡμῖν τυγχάνει ὤν· οὐκ εἰ
εἰσὶν ἀγαθοὶ ἢ μὴ ἄνδρες ἐνθάδε, οὐδ’ εἰ γεγόνασιν ἐν τῷ
[93b] πρόσθεν, ἀλλ’ εἰ διδακτόν ἐστιν ἀρετὴ πάλαι σκοποῦμεν.
τοῦτο δὲ σκοποῦντες τόδε σκοποῦμεν, ἆρα οἱ ἀγαθοὶ ἄνδρες
καὶ τῶν νῦν καὶ τῶν προτέρων ταύτην τὴν ἀρετὴν ἣν αὐτοὶ
ἀγαθοὶ ἦσαν ἠπίσταντο καὶ ἄλλῳ παραδοῦναι, ἢ οὐ παρα-
δοτὸν τοῦτο ἀνθρώπῳ οὐδὲ παραληπτὸν ἄλλῳ παρ’ ἄλλου·
τοῦτ’ ἔστιν ὃ πάλαι ζητοῦμεν ἐγώ τε καὶ Μένων. ὧδε οὖν
σκόπει ἐκ τοῦ σαυτοῦ λόγου· Θεμιστοκλέα οὐκ ἀγαθὸν ἂν
[93c] φαίης ἄνδρα γεγονέναι;

ΑΝ. Ἔγωγε, πάντων γε μάλιστα.

ΣΩ. Οὐκοῦν καὶ διδάσκαλον ἀγαθόν, εἴπερ τις ἄλλος τῆς
αὑτοῦ ἀρετῆς διδάσκαλος ἦν, κἀκεῖνον εἶναι;

ΑΝ. Οἶμαι ἔγωγε, εἴπερ ἐβούλετό γε.

ΣΩ. Ἀλλ’, οἴει, οὐκ ἂν ἐβουλήθη ἄλλους τέ τινας
καλοὺς κἀγαθοὺς γενέσθαι, μάλιστα δέ που τὸν ὑὸν τὸν
αὑτοῦ; ἢ οἴει αὐτὸν φθονεῖν αὐτῷ καὶ ἐξεπίτηδες οὐ παρα-
[93d] διδόναι τὴν ἀρετὴν ἣν αὐτὸς ἀγαθὸς ἦν; ἢ οὐκ ἀκήκοας ὅτι
Θεμιστοκλῆς Κλεόφαντον τὸν ὑὸν ἱππέα μὲν ἐδιδάξατο
ἀγαθόν; ἐπέμενεν γοῦν ἐπὶ τῶν ἵππων ὀρθὸς ἑστηκώς, καὶ
ἠκόντιζεν ἀπὸ τῶν ἵππων ὀρθός, καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ θαυ-
μαστὰ ἠργάζετο ἃ ἐκεῖνος αὐτὸν ἐπαιδεύσατο καὶ ἐποίησε
σοφόν, ὅσα διδασκάλων ἀγαθῶν εἴχετο· ἢ ταῦτα οὐκ ἀκήκοας
τῶν πρεσβυτέρων;

ΑΝ. Ἀκήκοα.

ΣΩ. Οὐκ ἂν ἄρα τήν γε φύσιν τοῦ ὑέος αὐτοῦ ᾐτιάσατ’
ἄν τις εἶναι κακήν.

[93e] ΑΝ. Ἴσως οὐκ ἄν.

ΣΩ. Τί δὲ τόδε; ὡς Κλεόφαντος ὁ Θεμιστοκλέους ἀνὴρ
ἀγαθὸς καὶ σοφὸς ἐγένετο ἅπερ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἤδη του
ἀκήκοας ἢ νεωτέρου ἢ πρεσβυτέρου;

ΑΝ. Οὐ δῆτα.

ΣΩ. Ἆρ’ οὖν ταῦτα μὲν οἰόμεθα βούλεσθαι αὐτὸν τὸν
αὑτοῦ ὑὸν παιδεῦσαι, ἣν δὲ αὐτὸς σοφίαν ἦν σοφός, οὐδὲν
τῶν γειτόνων βελτίω ποιῆσαι, εἴπερ ἦν γε διδακτὸν ἡ ἀρετή;

ΑΝ. Ἴσως μὰ Δί’ οὔ.

ΣΩ. Οὗτος μὲν δή σοι τοιοῦτος διδάσκαλος ἀρετῆς, ὃν
καὶ σὺ ὁμολογεῖς ἐν τοῖς ἄριστον τῶν προτέρων εἶναι· ἄλλον
[94a] δὲ δὴ σκεψώμεθα, Ἀριστείδην τὸν Λυσιμάχου· ἢ τοῦτον
οὐχ ὁμολογεῖς ἀγαθὸν γεγονέναι;

ΑΝ. Ἔγωγε, πάντως δήπου.

ΣΩ. Οὐκοῦν καὶ οὗτος τὸν ὑὸν τὸν αὑτοῦ Λυσίμαχον,
ὅσα μὲν διδασκάλων εἴχετο, κάλλιστα Ἀθηναίων ἐπαίδευσε,
ἄνδρα δὲ βελτίω δοκεῖ σοι ὁτουοῦν πεποιηκέναι; τούτῳ γάρ
που καὶ συγγέγονας καὶ ὁρᾷς οἷός ἐστιν. εἰ δὲ βούλει,
[94b] Περικλέα, οὕτως μεγαλοπρεπῶς σοφὸν ἄνδρα, οἶσθ’ ὅτι δύο
ὑεῖς ἔθρεψε, Πάραλον καὶ Ξάνθιππον;

ΑΝ. Ἔγωγε.

ΣΩ. Τούτους μέντοι, ὡς οἶσθα καὶ σύ, ἱππέας μὲν ἐδί-
δαξεν οὐδενὸς χείρους Ἀθηναίων, καὶ μουσικὴν καὶ ἀγωνίαν
καὶ τἆλλα ἐπαίδευσεν ὅσα τέχνης ἔχεται οὐδενὸς χείρους·
ἀγαθοὺς δὲ ἄρα ἄνδρας οὐκ ἐβούλετο ποιῆσαι; δοκῶ μέν,
ἐβούλετο, ἀλλὰ μὴ οὐκ ᾖ διδακτόν. ἵνα δὲ μὴ ὀλίγους οἴῃ
καὶ τοὺς φαυλοτάτους Ἀθηναίων ἀδυνάτους γεγονέναι τοῦτο
[94c] τὸ πρᾶγμα, ἐνθυμήθητι ὅτι Θουκυδίδης αὖ δύο ὑεῖς ἔθρεψεν,
Μελησίαν καὶ Στέφανον, καὶ τούτους ἐπαίδευσεν τά τε ἄλλα
εὖ καὶ ἐπάλαισαν κάλλιστα Ἀθηναίων ―τὸν μὲν γὰρ Ξανθίᾳ
ἔδωκε, τὸν δὲ Εὐδώρῳ· οὗτοι δέ που ἐδόκουν τῶν τότε
κάλλιστα παλαίειν― ἢ οὐ μέμνησαι;

ΑΝ. Ἔγωγε, ἀκοῇ.

ΣΩ. Οὐκοῦν δῆλον ὅτι οὗτος οὐκ ἄν ποτε, οὗ μὲν ἔδει
[94d] δαπανώμενον διδάσκειν, ταῦτα μὲν ἐδίδαξε τοὺς παῖδας τοὺς
αὑτοῦ, οὗ δὲ οὐδὲν ἔδει ἀναλώσαντα ἀγαθοὺς ἄνδρας ποιῆσαι,
ταῦτα δὲ οὐκ ἐδίδαξεν, εἰ διδακτὸν ἦν; ἀλλὰ γὰρ ἴσως ὁ
Θουκυδίδης φαῦλος ἦν, καὶ οὐκ ἦσαν αὐτῷ πλεῖστοι φίλοι
Ἀθηναίων καὶ τῶν συμμάχων; καὶ οἰκίας μεγάλης ἦν καὶ
ἐδύνατο μέγα ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις Ἕλλησιν, ὥστε
εἴπερ ἦν τοῦτο διδακτόν, ἐξευρεῖν ἂν ὅστις ἔμελλεν αὐτοῦ
τοὺς ὑεῖς ἀγαθοὺς ποιήσειν, ἢ τῶν ἐπιχωρίων τις ἢ τῶν
[94e] ξένων, εἰ αὐτὸς μὴ ἐσχόλαζεν διὰ τὴν τῆς πόλεως ἐπιμέλειαν.
ἀλλὰ γάρ, ὦ ἑταῖρε Ἄνυτε, μὴ οὐκ ᾖ διδακτὸν ἀρετή.

ΑΝ. Ὦ Σώκρατες, ῥᾳδίως μοι δοκεῖς κακῶς λέγειν ἀν-
θρώπους. ἐγὼ μὲν οὖν ἄν σοι συμβουλεύσαιμι, εἰ ἐθέλεις
ἐμοὶ πείθεσθαι, εὐλαβεῖσθαι· ὡς ἴσως μὲν καὶ ἐν ἄλλῃ πόλει
ῥᾷόν ἐστιν κακῶς ποιεῖν ἀνθρώπους ἢ εὖ, ἐν τῇδε δὲ καὶ
[95a] πάνυ· οἶμαι δὲ σὲ καὶ αὐτὸν εἰδέναι.

***
ΣΩ. ― Τι συμβαίνει, Άνυτε; Σε έχει αδικήσει κανείς από τους σοφιστάς; Ειδεμή διά ποίον λόγον καταφέρεσαι τόσον εναντίον των;

ΑΝ. ― Όχι, μα τον Δία, ποτέ μου ως τώρα δεν συνήντησα κανένα απ' αυτούς, και ούτε θα άφηνα κανένα από τους δικούς μου [να τους συναντήση].

ΣΩ. ― Ώστε δεν τους γνωρίζεις αυτούς τους ανθρώπους καθόλου;

ΑΝ. ― Και ποτέ να μη μου τύχη.

ΣΩ. ― Τότε λοιπόν, ευλογημένε, πώς ημπορείς να ξεύρης δι' αυτό το πράγμα , αν περιέχη μέσα του κάτι καλόν ή κακόν χωρίς να το έχης καθόλου δοκιμάσει;

ΑΝ. ― Αυτό είναι εύκολον· αυτούς [τους ανθρώπους] τους ξεύρω τι είδους είναι είτε έτυχε να μη τους γνωρίσω είτε όχι.

ΣΩ. ― Ίσως είσαι μάντις, Άνυτε· διότι θα εδυσκολευόμην να καταλάβω, από όσα λέγεις μόνος σου, κατά ποίον άλλον τρόπον έχεις τας γνώσεις σου περί αυτών. Αλλά ας τ' αφήσωμεν αυτά, διότι δεν ζητούμεν τώρα να μάθωμεν ποίοι είναι εκείνοι που θα έκαμναν κακόν τον Μένωνα, αν επήγαινε προς αυτούς· ας παραδεχθώμεν, αν θέλης, ότι αυτοί είναι οι σοφισταί· αλλά δείξε μας εκείνους τους άλλους, και ευεργέτησε τον οικογενειακόν σου φίλον και ειπέ του, εις ποίους ημπορεί να υπάγη μέσα εις μίαν τόσον μεγάλην πόλιν [όπως αι Αθήναι] διά να γίνη αξιόλογος κατά την αρετήν που σου ανέπτυξα τώρα προ ολίγου.

ΑΝ. ― Και διατί δεν του το λέγεις συ ο ίδιος;

ΣΩ. ― Αλλά εγώ τους είπα, εκείνους που ενόμιζα ότι είναι διδάσκαλοι αυτών των πραγμάτων· φαίνεται όμως ότι δεν τα είπα καλά, όπως υποστηρίζεις συ· και ίσως έχεις δίκαιον. Αλλά ειπέ τώρα συ με την σειράν σου εις ποίους Αθηναίους ν' απευθυνθή· ειπέ ένα όνομα, οποιονδήποτε θέλεις.

ΑΝ. ― Μα τι χρειάζεται ν' ακούση το όνομα ενός ανθρώπου; Αφού οποιονδήποτε από τους καλούς Αθηναίους συναντήση, δεν θα εύρη κανένα ο οποίος να μη τον καταστήση καλύτερον, παρά οι σοφισταί, αν θελήση ν' ακολουθήση τας συμβουλάς του.

ΣΩ. ― Και πώς έγιναν τέτοιοι που είναι, αυτοί οι καλοί και έντιμοι Αθηναίοι, έτσι μόνοι των, χωρίς να το μάθουν από κανένα; Και όμως είναι ικανοί να διδάξουν άλλους εκείνα που δεν έμαθαν αυτοί οι ίδιοι;

ΑΝ. ― Εγώ υποστηρίζω ότι και αυτοί τα έμαθαν από τους παλαιοτέρους, οι οποίοι ήσαν καλοί και έντιμοι· ή νομίζεις ότι δεν υπήρξαν πολλοί ενάρετοι άνθρωποι εις αυτήν την πόλιν;

ΣΩ. ― Εγώ παραδέχομαι, ω Άνυτε, ότι και υπάρχουν πολλοί καλοί εις τα πολιτικά, και υπήρξαν άλλοτε όχι ολιγώτεροι από τώρα· ήσαν όμως άραγε και καλοί διδάσκαλοι της αρετής των; Διότι αυτό είναι το θέμα περί του οποίου συζητούμεν τώρα· όχι αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν εδώ ενάρετοι άνδρες, ούτε αν υπήρξαν άλλοτε, αλλά από πολλήν ώραν εξετάζομεν αν η αρετή ημπορεί να διδαχθή. Με την έρευναν δε αυτήν εννοούμεν το εξής: Άραγε οι ενάρετοι άνδρες, και από τους συγχρόνους και από τους παλαιοτέρους, ήξευραν να παραδώσουν και εις άλλους την αρετήν κατά την οποίαν ήσαν καλοί, ή αυτό το πράγμα δεν παραδίδεται από τον άνθρωπον και ούτε είναι δυνατόν να το παραλάβη ο ένας από τον άλλον· αυτό είναι που προσπαθούμεν να εύρωμεν από τόσην ώραν, και εγώ και ο Μένων. Κατά τον ιδικόν σου λοιπόν συλλογισμόν, εξέτασε το πράγμα με τον εξής τρόπον: θα έλεγες ότι ο Θεμιστοκλής υπήρξεν ενάρετος άνθρωπος;

ΑΝ. ― Βεβαιότατα, περισσότερον από κάθε άλλον.

ΣΩ. ― Θα έλεγες επομένως ότι, αν υπήρξε ποτέ κανείς άλλος διδάσκαλος της ιδίας του αρετής, θα ήτο και εκείνος τοιούτος;

ΑΝ. ― Εγώ τουλάχιστον το πιστεύω, αν το ήθελε.

ΣΩ. ― Αλλά δεν θα ηθέλησε, νομίζεις, να γίνουν και άλλοι άνθρωποι καλοί και ενάρετοι, ιδίως όμως, και πολύ φυσικά, ο υιός του, ή νομίζεις ότι τον εζήλευε και επίτηδες δεν του παρέδωσε την αρετήν, με την οποίαν αυτός ο ίδιος ήτο καλός; Ή μήπως δεν έχεις ακούσει ότι εδίδαξε τον Κλεόφαντον, τον υιόν του, και τον έκαμεν άριστον ιππέα; Είναι γνωστόν ότι εστέκετο επάνω εις τους ίππους ορθός και έρριπτεν από εκεί το ακόντιον και έκαμνε πολλά άλλα αξιοθαύμαστα πράγματα, εις τα οποία τον είχε, μορφώσει εκείνος, και τον κατέστησε σοφόν, εφ' όσον αυτό εξηρτάτο από καλούς διδασκάλους. Ή μήπως δεν τα έχεις ακούσει αυτά από τους παλαιοτέρους;

ΑΝ. ― Πως! Τα ήκουσα.

ΣΩ. ― Δεν θα ηδύνατο λοιπόν κανείς να κατηγορήση τον υιόν του και να ειπή ότι ήτο φύσις κακή.

ΑΝ. ― Ίσως όχι.

ΣΩ ― Πώς να εξηγήσωμεν τότε αυτό: Ήκουσες από κανένα, είτε νεώτερον είτε γεροντότερον, ότι ο Κλεόφαντος, ο υιός του Θεμιστοκλέους, υπήρξεν άνθρωπος ενάρετος και γνωστικός, ακριβώς όπως ο πατήρ του;

ΑΝ. ― Όχι βέβαια.

ΣΩ. ― Ημπορούμεν λοιπόν άραγε να πιστεύσωμεν ότι αυτός ήθελε μεν να μορφώση τον υιόν του εις εκείνα τα πράγματα, δεν ήθελεν όμως να τον κάμη καλύτερον από τον πρώτον τυχόντα εις την ιδικήν του σοφίαν, υπό την προϋπόθεσιν βέβαια ότι η αρετή είναι δυνατόν να διδαχθή;

ΑΝ. ― Μα τον Θεόν, ίσως είναι δύσκολον να το πιστεύσωμεν.

ΣΩ. ― Να λοιπόν ένας τέτοιος διδάσκαλος της αρετής κατά τον ορισμόν σου, που και συ ο ίδιος παραδέχεσαι ότι ήτο από τους καλυτέρους της προηγουμένης γενεάς· ας εξετάσωμεν όμως και ένα άλλον, τον Αριστείδην του Λυσιμάχου· ή μήπως δεν παραδέχεσαι ότι υπήρξεν ενάρετος;

ΑΝ. ― Εγώ; Ωρισμένως, υπό πάσαν έποψιν.

ΣΩ. ― Και αυτός όμως εμόρφωσε μεν τον υιόν του Λυσίμαχον καλύτερα από όλους τούς Αθηναίους εις όσα εξαρτώνται από διδασκάλους, νομίζεις όμως ότι [εις την αρετήν] τον έκαμε καλύτερον άνθρωπον από οιονδήποτε άλλον; Διότι τον έχεις και συναναστραφή και τον βλέπεις τι άνθρωπος είναι. Πάρε και τον Περικλέα, αν θέλης, ένα άνδρα τόσον εξαιρετικής αξίας και πνεύματος. Γνωρίζεις βέβαια ότι ανέθρεψε δυο υιούς, τον Πάραλον και τον Ξάνθιππον;

ΑΝ. ― Το ξεύρω.

ΣΩ. ― Αυτούς λοιπόν, όπως ξεύρεις, τους εμόρφωσε μεν εις την ιππασίαν και δεν ήσαν χειρότεροι από κανένα Αθηναίον, και τους εδίδαξε μουσικήν και αθλητισμόν και όλα τα άλλα όσα σχετίζονται με οιανδήποτε τέχνην καλύτερα από τον καθένα· δεν ήθελεν επομένως να τους προικίση και με όλας τας αρετάς; Μου φαίνεται ότι θα το ήθελε πολύ, αλλά φοβούμαι μήπως αυτό δεν ημπορεί να διδαχθή. Δια να μη νομίσης δε ότι μόνον ολίγοι Αθηναίοι, και οι μάλλον ασήμαντοι, υπήρξαν ανίκανοι εις αυτό, σκέψου ότι και ο Θουκυδίδης ανέθρεψε δύο υιούς, τον Μελησίαν και τον Στέφανον, και τους εμόρφωσε λαμπρά και κατά τα άλλα και εις την πάλην, εις την οποίαν ήσαν οι ικανώτεροι από όλους τους Αθηναίους· διότι είχεν αναθέσει την διδασκαλίαν του ενός εις τον Ξανθίαν, του δε άλλου εις τον Εύδωρον· αυτοί δε εθεωρούντο οι καλύτεροι παλαισταί της εποχής των· ή μήπως δεν το ενθυμείσαι;

ΑΝ. ― Μάλιστα, το έχω ακούσει.

ΣΩ. ― Είναι λοιπόν φανερόν ότι δεν ήτο δυνατόν αυτός, εκεί μεν όπου εχρειάζετο να εξοδεύση δια να μορφώση τα παιδιά του, αυτά μεν να τους τα εδίδαξε, εκεί δε που δεν εχρειάζετο να εξοδεύση τίποτε δια να τους καταστήση ενάρετους ανθρώπους, να μη τους το εδίδαξεν, εάν ήτο δυνατόν να διδαχθή. Άλλα ήτο μήπως ο Θουκυδίδης ένας ασήμαντος άνθρωπος, και δεν είχε πάρα πολλούς φίλους και μεταξύ των Αθηναίων και μεταξύ των συμμάχων; [Όχι]· και από ένδοξον γένος κατήγετο και μεγάλην δύναμιν είχεν εις την πολιτείαν και μεταξύ των άλλων Ελλήνων· ώστε αν αυτό ηδύνατο να διδαχθή, θα είχε ψάξει να εύρη ποίος ήτο άξιος να καταστήση τους υιούς του ενάρετους, είτε μεταξύ των συμπολιτών μας είτε μεταξύ των ξένων, αν δεν είχεν ο ίδιος καιρόν ένεκα των ασχολιών του εις την πολιτείαν. Άλλα [δεν το έκαμε] διότι φοβούμαι φίλε μου Άνυτε, μήπως δεν είναι δυνατόν να διδαχθή η αρετή.

ΑΝ. ― Α, Σωκράτη, μου φαίνεται ότι πολύ εύκολα κακολογείς τους ανθρώπους. Εγώ θα σε συνεβούλευα, αν θέλης να με ακούσης, να φυλάγεσαι· διότι ίσως και εις άλλας πόλεις ημπορεί κανείς ευκολώτερα να βλάπτη, παρά να ευεργετή τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως όμως εις αυτήν εδώ· το ξεύρεις, νομίζω, και συ.