Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 7. ΤΑ ΑΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΜΟΡΙΑ


§7.71. Τα μόρια είναι μικρές λέξεις με γενική σημασία, την οποία είναι μερικές φορές δύσκολο να αντιληφθούμε επακριβώς ή να περιγράψουμε. Οι πιο ευδιάκριτες λειτουργίες τους είναι ότι συνδέουν γλωσσικά στοιχεία, παραπέμποντας σε προηγούμενα ή επόμενα, οργανώνουν τον διάλογο ή εκφράζουν τη συναισθηματική στάση του ομιλητή δίνοντας μια ορισμένη νοηματική χροιά (ας σκεφτούμε π.χ. τα νεοελληνικά "δα" και "ντε" σε προτάσεις όπως "δεν είπε δα και τίποτα" ή "κάτσε καλά ντε"). Η διαφορά τους από τους συνδέσμους έγκειται στη λειτουργία: ενώ οι σύνδεσμοι έχουν μια καθαρά γραμματική λειτουργία, της σύνδεσης και εισαγωγής προτάσεων, τα μόρια έχουν περισσότερο την υφολογική λειτουργία του χρωματισμού των λεγομένων από τη μεριά του ομιλητή. Η ιδιότητά τους να παραπέμπουν στα προηγούμενα ή τα επόμενα προϋποθέτει μια συνολική εποπτεία του ευρύτερου συγκειμένου και εξηγεί το γεγονός ότι εμφανίζονται αρκετά αργά στην εξέλιξη της γλώσσας.

§7.72. Προέλευση - Χαρακτηριστικά

Τα μόρια είναι συνήθως εκφυλισμένα, μη πρωτοτυπικά επιρρήματα ή σύνδεσμοι ή σχηματίστηκαν από αντωνυμικά θέματα, ακόμη και από επιφωνήματα, ή τέλος αποτελούν απολιθώματα προτάσεων (π.χ. το εὖ οἶδ’ ὅτι σημαίνει “βέβαια”).

Ορισμένα από αυτά τονίζονται κανονικά (αὖ, ἔτι κ.λπ.), άλλα εμφανίζονται ως εγκλιτικά (γε, περ, που, τοι), σε στενή σύνδεση με κάποια άλλη λέξη που προτάσσεται, με την οποία, πολύ συχνά, κάποια από αυτά συγχωνεύονται (π.χ. ἔγωγε). Κάποιοι μελετητές θεωρούν εγκλιτικά και τους συνδέσμους μέν, δέ, γάρ, ακόμη και το οὖν (όπως μαρτυρεί η θέση του τόνου των οὔκουν και ἤγουν). Μερικά συνδετικά μόρια, όπως τα καί, ἀλλά, ἀτάρ, είναι προκλιτικά, εξαρτώνται δηλαδή φωνολογικά από τη λέξη που ακολουθεί. Η θέση τους μέσα στην πρόταση είναι συνάρτηση των φωνολογικών τους χαρακτηριστικών: τα προκλιτικά (καί, ἀλλὰ κ.λπ.) ή τα ερωτηματικά (ἆρα κ.λπ.) καταλαμβάνουν την πρώτη θέση της πρότασης, ενώ τα εγκλιτικά δείχνουν μια προτίμηση στη δεύτερη θέση, μετά τη λέξη από την οποία εξαρτώνται φωνολογικά. Η τάση αυτή των μορίων να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της πρότασης προδίδει τη συνδεσμική τους λειτουργία. Ωστόσο, μπορούν να βρίσκονται και σε οποιαδήποτε άλλη θέση της πρότασης, ακόμη και στην τελευταία (π.χ. το δὲ και το ὅμως). Επίσης, δεν εμφανίζονται συνήθως το ένα δίπλα στο άλλο, όπως τα επιφωνήματα ή και μερικά επιρρήματα, αλλά κατανέμονται σε δύο σκέλη (π.χ. οι σύνδεσμοι καὶ..καὶ…, μὲν…δὲ… κ.λπ.), παρόλο που υπάρχουν κάποιοι σύνθετοι σχηματισμοί μορίων (τοιγάρτοι, τοιγαροῦν, μέντοι, καίτοι, καίπερ), ιδιαίτερα κοινοί.

Σημασιολογικά, τα μόρια, που μπορούμε, όπως είπαμε, να τα συνεξετάσουμε με τους συνδέσμους, μπορούν να είναι βεβαιωτικά (μήν), προσθετικά (καί, τε), εμφατικά/ επιτατικά (γε, δή, περ), παρακελευσματικά (ἄγε), αιτιολογικά (γάρ), επεξηγηματικά (γάρ), συμπερασματικά (οὖν), ερωτηματικά (ἆρα), εναντιωματικά (ἀλλά) κ.λπ. Τα μόρια και οι σύνδεσμοι χωρίζονται επίσης σε δύο μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με τη φάση εμφάνισής τους: ορισμένα (γάρ, εἰ, ἄν, ἄρα, ἀτάρ, αὐτάρ, δέ, δή, ἔτι, καί, μέν, ναί, περ, τε, ὡς) ανήκουν σε ένα αρχαιότερο στρώμα και άλλα (ἀλλά, ὅμως, οὖν, οὐκοῦν) δημιουργήθηκαν σε μια νεότερη φάση.

Στα αρχαία Ελληνικά βρίσκουμε πάρα πολλά μόρια με ποικίλες χρήσεις και σημασίες, που όμως διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με την εποχή, τη διάλεκτο, το κειμενικό είδος και τον συγγραφέα. Έτσι, στον Όμηρο, παρατηρείται, όπως είπαμε, ρευστότητα και ασυνέπεια στη χρήση των μορίων, ενώ στα κλασικά χρόνια ακρίβεια και συστηματικότητα· ο διάλογος χαρακτηρίζεται για τη μεγάλη συχνότητα και πολυμορφία των μορίων, ο συνεχής λόγος όχι τόσο· στην κωμωδία βρίσκουμε περισσότερα μόρια απ’ ό,τι στην τραγωδία και μάλιστα ο Ευριπίδης τα χρησιμοποιεί περισσότερο από τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο· το μὴν/ μὰν έχει δωρική καταγωγή, τα δῆτα/ τοίνυν είναι χαρακτηριστικά αττικά· και ούτω καθεξής. Αυτές οι διαφορές στη χρήση των μορίων μάς βοηθούν σήμερα να τα χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο χρονολόγησης ή ταύτισης των κειμένων.

Επιμέρους μόρια

§7.73. Ἄν: τροπικό μόριο, συνοδευτικό εγκλίσεων, ενισχύει την υποτακτική (αοριστολογικό) και την ευκτική (δυνητικό), ενώ αργότερα συντάσσεται και με οριστική (δυνητικό).

ΗΡ 1.5 ἐπεὶ δὲ ἔμαθε ἔγκυος ἐοῦσα, αἰδεομένη τοὺς τοκέας, οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι συνεκπλῶσαι, ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται. || Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος, επειδή ντρεπόταν τους γονείς της, έφυγε λοιπόν μαζί με τους Φοίνικες οικειοθελώς, για να μην τυχόν προδοθεί.

ΙΣΟΚΡ 21.14 καὶ ταῦθ᾽ ὅτι ἀληθῆ λέγω, αὐτὸς ἂν ὑμῖν Εὐθύνους μαρτυρήσειεν || Και αυτά ότι αληθινά τα λέω, ο ίδιος ο Ευθύνους θα μπορούσε να σας το μαρτυρήσει.

ΙΣΟΚΡ 18.16. εἰ μὲν γὰρ καὶ τοὺς ἄλλους ἀδικεῖν ἐτόλμων, εἰκότως ἄν μου κατεγιγνώσκετε καὶ περὶ τοῦτον ἐξαμαρτάνειν || Αν βέβαια τολμούσα να αδικώ και τους άλλους, εύλογα θα μπορούσατε να μου προσάψετε ότι διαπράττω αδικήματα και απέναντί του.

Αρχικά είναι προαιρετικό, μετά όμως γίνεται αναγκαίο με την υποτακτική σε θέση μέλλοντα και τη δυνητική ευκτική, ενώ μεταγενέστερα, στη μεθομηρική εποχή, το βρίσκουμε και με απαρέμφατα και μετοχές να αντικαθιστά παρεμφατικούς τροπικούς τύπους.

ΘΟΥΚ 1.70.4 οἴονται γὰρ οἱ μὲν τῇ ἀπουσίᾳ ἄν τι κτᾶσθαι, ὑμεῖς δὲ τῷ ἐπελθεῖν καὶ τὰ ἑτοῖμα ἂν βλάψαι. || Γιατί εκείνοι νομίζουν πως με την απουσία τους θα μπορούσαν να αποκτήσουν κάτι, ενώ αντίθετα εσείς θεωρείτε ότι βγαίνοντας από τη χώρα θα βλάπτατε αυτά που έχετε ήδη.

ΘΟΥΚ 2.83.3 οἱ δὲ Κορίνθιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἔπλεον μὲν οὐχ ὡς ἐπὶ ναυμαχίᾳ, ἀλλὰ στρατιωτικώτερον παρεσκευασμένοι ἐς τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ οὐκ ἂν οἰόμενοι πρὸς ἑπτὰ καὶ τεσσαράκοντα ναῦς τὰς σφετέρας τολμῆσαι τοὺς Ἀθηναίους εἴκοσι ταῖς ἑαυτῶν ναυμαχίαν ποιήσασθαι. || Οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί τους έπλεαν όχι με σκοπό να ναυμαχήσουν αλλά για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ακαρνανία και δεν μπορούσαν να φανταστούν πως οι Αθηναίοι, με τα είκοσι καράβια τους, θα τολμούσαν να ναυμαχήσουν απέναντι στα δικά τους σαράντα επτά.

Η δυνητική οριστική φανερώνει κάτι που μπορούσε να γίνει στο παρελθόν ή το αντίθετο του πραγματικού· η δυνητική ευκτική το δυνατό στο παρόν ή το μέλλον. Το αοριστολογικό ἂν το βρίσκουμε με χρονικές και με τελικές προτάσεις. Συχνά συνδυάζεται με τους χρονικούς συνδέσμους και προκύπτουν οι σχηματισμοί ὅταν/ ὁπόταν/ ἐπὰν/ ἐπειδάν. Επίσης, μπορεί να συνδυαστεί με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ και να σχηματιστεί το ἐὰν και με συναίρεση οι τύποι ἂν/ ἤν, που λειτουργούν επίσης ως υποθετικοί σύνδεσμοι. Ο υποθετικός σύνδεσμος ἂν διαφέρει από το μόριο ως προς τη μακρότητα του φωνήεντος — στον σύνδεσμο το φωνήεν είναι μακρό. Όταν χάνεται η διαφορά μακρών και βραχέων, χρησιμοποιείται το ἐὰν αντί του ἄν.

§7.74. Ἆρα: εκτεταμένος τύπος του ἄρα, εμφανίζεται στην αττική ποίηση με όλες τις χρήσεις του τύπου αυτού, με τον οποίο εναλλάσσεται για καθαρά ρυθμικούς λόγους. Στον πεζό λόγο το βρίσκουμε σε ερωτηματικές προτάσεις, όπου πρέπει να περιγραφεί ως σύνθεση του ἄρα της ερωτηματικής επιρρώσεως με το ερωτηματικό ἦ. Πρόκειται για καθαρά αττικό/ιωνικό στοιχείο, που είναι άγνωστο στην επική γλώσσα. Ως ερωτηματικό μόριο (πβ. νεοελληνικό “άραγε”) δεν προδικάζει καταφατική ή αρνητική απάντηση, αλλά δίνει την απόχρωση του αγωνιώδους στην ερώτηση και απαντά σε ερωτήσεις μείζονος σημασίας.

ΠΛ Πολ 332e Ἆρα καὶ τοῖς μὴ πολεμοῦσιν ὁ δίκαιος ἄχρηστος; Οὐ πάνυ μοι δοκεῖ τοῦτο. || Άρα λοιπόν ο δίκαιος δεν είναι άχρηστος και σε αυτούς που δεν πολεμούν; Δεν το πιστεύω αυτό.

Όταν προεξαφλεί μια καταφατική απάντηση, συνοδεύεται συνήθως από το οὐ και σημαίνει “δεν είναι αλήθεια ότι…;”

ΠΛ Πολ 412c Οἱ δὲ γεωργῶν ἄριστοι ἆρ᾽ οὐ γεωργικώτατοι γίγνονται; Ναί. Νῦν δ᾽, ἐπειδὴ φυλάκων αὐτοὺς ἀρίστους δεῖ εἶναι, ἆρ᾽ οὐ φυλακικωτάτους πόλεως; Ναί. || Οι καλύτεροι από τους γεωργούς δεν είναι άραγε πολύ γεωργικοί; Ναι. Τώρα λοιπόν, επειδή αυτοί πρέπει να είναι οι άριστοι από τους φύλακες δεν θα πρέπει να είναι άραγε πάρα πολύ προσεκτικοί; Ναι.

§7.75. Αὖ (πβ. το επικό αὖτε, το ιωνικό αὖθις). Με τοπική σημασία (“πίσω”) και χρονική σημασία (“πάλι”), αποκτά ως μόριο τη σημασία του "επιπροσθέτως" ή "αντιθέτως" (πβ. και το νεοελληνικό “πάλι” σε προτάσεις όπως "ο Γιώργος είναι κοντός, ο Γιάννης, πάλι, είναι ψηλός"):

ΠΛ Πολ 353d τὸ ἐπιμελεῖσθαι καὶ ἄρχειν καὶ βουλεύεσθαι καὶ τὰ τοιαῦτα πάντα, ἔσθ᾽ ὅτῳ ἄλλῳ ἢ ψυχῇ δικαίως ἂν αὐτὰ ἀποδοῖμεν καὶ φαῖμεν ἴδια ἐκείνης εἶναι; Οὐδενὶ ἄλλῳ. Τί δ᾽ αὖ τὸ ζῆν; οὐ ψυχῆς φήσομεν ἔργον εἶναι; || Την επιμέλεια και την εξουσία και τη σκέψη και όλα αυτά δεν θα έπρεπε άραγε να τα αποδώσουμε στην ψυχή και να ισχυριστούμε ότι είναι ίδια χαρακτηριστικά της; Σε κανέναν άλλο. Και τη ζωή την ίδια πάλι; Δεν θα πρέπει να ισχυριστούμε ότι είναι έργο της ψυχής;

ΠΛ Πολ 363e πρὸς δὲ τούτοις σκέψαι, ὦ Σώκρατες, ἄλλο αὖ εἶδος λόγων περὶ δικαιοσύνης τε καὶ ἀδικίας ἰδίᾳ τε λεγόμενον καὶ ὑπὸ ποιητῶν. || Εκτός από αυτά, σκέψου, Σωκράτη, κάποιο άλλο είδος λόγων για τη δικαιοσύνη και την αδικία που λέγεται και ιδιωτικά και από τους ποιητές.

§7.76. Γε: εξαιρετικό κοινό και ευλύγιστο μόριο, το οποίο λειτουργεί ως προβολέας πάνω σε μια λέξη, την οποία εντείνει και υπογραμμίζει με επιμονή. Είναι εγκλιτικό στοιχείο, που εμφανίζεται στη δεύτερη ή την τρίτη θέση της πρότασης και γενικότερα μετά από τη λέξη την οποία ενισχύει.

ΞΕΝ Ελλ 2.3.38 ἐπεὶ δέ γε οὗτοι ἤρξαντο ἄνδρας καλούς τε κἀγαθοὺς συλλαμβάνειν, ἐκ τούτου κἀγὼ ἠρξάμην τἀναντία τούτοις γιγνώσκειν. || Επεδή αυτοί τουλάχιστον άρχισαν να συλλαμβάνουν καλούς και αγαθούς άνδρες, άρχισα και εγώ, ως εκ τούτου, να πιστεύω τα αντίθετα από αυτούς.

ΑΝΔΟΚ 1.20 καὶ μὲν δὴ τοῦτό γε ἐπίστασθε πάντες, ὅτι ἐσώθην καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἐμὸς πατήρ || Και βέβαια αυτό τουλάχιστον το γνωρίζετε όλοι, ότι δηλαδή σώθηκα και εγώ και ο πατέρας μου.

Αρχικά, στον Όμηρο, συναπτόταν πολύ συχνά σε προσωπικές αντωνυμίες δημιουργώντας την εντύπωση ότι αναφέρεται μόνο σε πρόσωπα.

ΟΜ Ιλ 1.557 ἠερίη γὰρ σοί γε παρέζετο καὶ λάβε γούνων || Την αυγή κοντά σου κάθισε και σου ’πιασε τα πόδια.

Δεν χρησιμοποιείται για σύνδεση προτάσεων, αλλά, αντίθετα, για να επισημαίνει τον ασύνδετο χαρακτήρα μιας πρότασης. Μπορεί ωστόσο να εμφανίζεται δίπλα σε συνδετικά μόρια, ώστε να τα επιτείνει, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι λειτουργεί ως συνδετικό.

ΛΥΣ 26.16 καίτοιγε αὐτὸν ἀκούω λέξειν ὡς οὐ περὶ αὐτοῦ μόνον ἡ δοκιμασία ἐστίν, ἀλλὰ περὶ πάντων τῶν ἐν ἄστει μεινάντων. || Και όμως πληροφορούμαι ότι αυτός θα πει ότι η δοκιμασία δεν είναι μόνο γι’ αυτόν αλλά για όσους έμειναν στην πόλη.

ΠΛ Πολ 334a ἀλλὰ μὴν στρατοπέδου γε ὁ αὐτὸς φύλαξ ἀγαθός, ὅσπερ καὶ τὰ τῶν πολεμίων κλέψαι καὶ βουλεύματα καὶ τὰς ἄλλας πράξεις; || Αλλά βέβαια δεν είναι άραγε καλός φύλακας του στρατοπέδου αυτός τουλάχιστον που μπορεί να κλέψει τα σχέδια και τις άλλες πράξεις των εχθρών;

Η εμφατική/ επιτατική λειτουργία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την κοινότερη και σημαντικότερη χρήση του γε, η οποία ωστόσο είναι δευτερογενής και μεταγενέστερη: την περιοριστική χρήση.

ΣΟΦ Ηλ 923 Πῶς δ᾽ οὐκ ἐγὼ κάτοιδ᾽ ἅ γ᾽ εἶδον ἐμφανῶς; || Πώς λοιπόν εγώ δεν γνωρίζω αυτά που είδα τουλάχιστον εμφανώς;

Κατ’ αυτή τη χρήση, ένα προτασιακό στοιχείο περιορίζεται, ώστε, μερικές φορές ως συνεπαγωγή, να εξαρθούν στο συγκείμενο τα υπόλοιπα. Το γε χρησιμοποιείται πολύ στον διάλογο, όπου έχει ισχυρή σημασία εντείνοντας μια (καταφατική ή αρνητική) απάντηση:

ΠΛ Πολ 353d Τί δ᾽ αὖ τὸ ζῆν; οὐ ψυχῆς φήσομεν ἔργον εἶναι; Μάλιστά γ᾽, ἔφη. || Τι λοιπόν συμβαίνει με τη ζωή; Δεν θα υποστηρίξουμε ότι είναι έργο ψυχής; Σίγουρα, είπε.

Γενικότερα, το μόριο αυτό, καθώς φωτίζει συγκεκριμένες λέξεις στην πρόταση, μπορεί να υποβάλλει ένα συναίσθημα, μια σημασιολογική απόχρωση, ακόμα και ένα νεύμα, ενώ μερικές φορές λειτουργεί ως αδύναμο σημείο στίξης (κόμμα). Στοιχείο πολλαπλών χρήσεων, με λεπτές σημασίες, που εμφανίζεται στον Όμηρο και συνηθίζεται πολύ στα κλασικά χρόνια, ατροφεί αργότερα (εμφανίζεται σπάνια στην Καινή Διαθήκη) και περιπίπτει σε αχρηστία.

§7.77. Ἦ: στοιχείο με σκοτεινή προέλευση, που αποτελεί ίσως λείψανο μιας πτώσεως δεικτικού θέματος, συσχετιζόμενο ίσως και με το ε της ρηματικής αύξησης, η οποία, σύμφωνα με μια θεωρία, δεν εξέφραζε αρχικά το παρελθόν αλλά διαβεβαίωση αναφερόμενη στην πραγματικότητα. Τίθεται στην πρώτη θέση της πρότασης. Ενώ τα περισσότερα επιτατικά/ βεβαιωτικά στοιχεία επιβάλλουν την πεποίθηση του ομιλητή στους συνομιλητές, αυτό το στοιχείο εκφράζει μια υποκειμενική κατάφαση που γίνεται για λογαριασμό του ίδιου του ομιλητή:

ΟΜ Ιλ 9.197 χαίρετον· ἦ φίλοι ἄνδρες ἱκάνετον ἦ τι μάλα χρεώ, οἵ μοι σκυζομένῳ περ Ἀχαιῶν φίλτατοί ἐστον. || Γειά σας· για κάποια ανάγκη θα έρχεστε βέβαια· απ΄ τους Αργίτες εσάς ακριβώς λογαριάζω φίλους περισσότερο, παρόλο που είμαι θυμωμένος.

Είναι πολύ κοινό στην ομηρική γλώσσα, αλλά συνηθίζεται λιγότερο στη δραματική ποίηση, ενώ στον κλασικό πεζό λόγο συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο. Στον Πλάτωνα συνδυάζεται με επιρρήματα ή επίθετα σε στερεότυπες εκφράσεις:

ΠΛ Πολ 605e Ἦ καλῶς οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὗτος ὁ ἔπαινος ἔχει. || Καλά λοιπόν, είπα εγώ, αυτός ο έπαινος είναι σωστός.

§7.78. Ναί: επιβεβαιωτικό. Στον Όμηρο ακολουθείται από το δή. Όχι τόσο συχνό όσο στα νέα ελληνικά.

ΟΜ Ιλ 1.286 ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα γέρον κατὰ μοῖραν ἔειπες || Ναι λοιπόν όλα όσα μου λες γέροντα είναι καλά και δίκαια.

ΠΛ Πολ 332e Χρήσιμον ἄρα καὶ ἐν εἰρήνῃ δικαιοσύνη; Χρήσιμον. Καὶ γὰρ γεωργία· ἢ οὔ; Ναί. || Άρα λοιπόν είναι χρήσιμο πράγμα και στην ειρήνη η δικαιοσύνη; Χρήσιμο. Αλλά και η γεωργία· ή μήπως όχι; Ναι.

§7.79. Νή: ορκωτικό μόριο.

ΞΕΝ Ελλ 4.1.7 Τούτου μέν φασι τὴν θυγατέρα αὐτῷ καλλίονα εἶναι. Νὴ Δί᾽, ἔφη ὁ Ὄτυς, καλὴ γάρ ἐστι. || Λένε ότι η θυγατέρα αυτού είναι ομορφότερη. Μα τον Δία, είπε ο Ότυς, είναι πραγματικά όμορφη.

§7.80. Νυν: (και νυ), εγκλιτικός τύπος του νῦν. Η χρονική σημασία του επιρρήματος υποχωρεί σταδιακά και λειτουργεί ως εισαγωγικό μιας αντικειμενικής κατάστασης, με τη σημασία του "τώρα, λοιπόν", ιδιαίτερα σε προτροπές και ερωτήσεις. Το βρίσκουμε σε συνδυασμούς με άλλα μόρια (ὥς νυ περ, ἐπεί νυ τοι, ἦ ῥά νυ κ.λπ.)

ΠΛ Πολ 334e Καὶ μάλα, ἔφη, οὕτω συμβαίνει. ἀλλὰ μεταθώμεθα· κινδυνεύομεν γὰρ οὐκ ὀρθῶς τὸν φίλον καὶ ἐχθρὸν θέσθαι. Πῶς θέμενοι, ὦ Πολέμαρχε; Τὸν δοκοῦντα χρηστόν, τοῦτον φίλον εἶναι. Νῦν δὲ πῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, μεταθώμεθα; Τὸν δοκοῦντά τε, ἦ δ᾽ ὅς, καὶ τὸν ὄντα χρηστὸν φίλον· || Και βέβαια, είπε, έτσι συμβαίνει. Αλλά ας το ξανασκεφτούμε· κινδυνεύουμε να μην έχουμε ορίσει ορθά τον φίλο και τον εχθρό. Πώς τον ορίσαμε, Πολέμαρχε; Αυτόν που θεωρούμε χρηστό τον θεωρούμε και φίλο. Τώρα λοιπόν, είπα εγώ, πώς θα μετακινηθούμε από αυτή τη θέση; Αυτόν που θεωρούμε χρηστό, είπα εγώ, και που είναι χρηστός θα είναι ο φίλος μας.

§7.81. Περ: τύπος χωρίς την τοπική κατάληξη. Είναι εγκλιτικό, που συνάπτεται στην προηγούμενη λέξη. Δηλώνει ότι η λέξη την οποία υπογραμμίζει πρέπει να λαμβάνεται με μεγάλη ακρίβεια.

ΗΡ 1.68 εἴπερ εἶδες τό περ ἐγώ, κάρτα ἂν ἐθώμαζες. || Αν είχες δει αυτό ακριβώς που είδα και εγώ, θα σάστιζες.

Συνάπτεται σε λέξεις πολλών κατηγοριών, ουσιαστικά, επίθετα, συνδέσμους ή αναφορικές αντωνυμίες και μερικές φορές, στην αττική, γράφεται σαν μία λέξη με τη λέξη στην οποία συνάπτεται (ἐπείπερ, ἐπειδήπερ, καίπερ, εἴπερ, ὥσπερ, καθάπερ, ὅσπερ).

ΘΟΥΚ 2.72.1 καθάπερ γὰρ Παυσανίας ὑμῖν παρέδωκεν, αὐτοί τε αὐτονομεῖσθε καὶ τοὺς ἄλλους ξυνελευθεροῦτε. || Όπως λοιπόν ο Παυσανίας σάς όρισε, οι ίδιοι να είστε αυτόνομοι και τους άλλους να τους ελευθερώνετε.

ΞΕΝ Ελλ 5.2.13 καὶ Πέλλαν, ἥπερ μεγίστη τῶν ἐν Μακεδονίᾳ πόλεων. || Και την Πέλλα, η οποία ακριβώς είναι πάρα πολύ σημαντική ανάμεσα στις μακεδονικές πόλεις.

Το καίπερ συντάσσεται αποκλειστικά με εναντιωματικές μετοχές με δεδομένη την επιδοτική σημασία του καί:

ΘΟΥΚ 7.77.7 καὶ οἱ Ἀθηναῖοι τὴν μεγάλην δύναμιν τῆς πόλεως καίπερ πεπτωκυῖαν ἐπανορθώσοντες || Και οι Αθηναίοι τη μεγάλη δύναμη της πόλης, παρόλο που έχει κάμψη, θα την αποκαταστήσουνε.

§7.82. Που / ποι / πως: αόριστο και άτονο επίρρημα. Εκφράζει αβεβαιότητα, άλλοτε ανυπόκριτη και άλλοτε προσποιητή ή ειρωνική:

ΘΟΥΚ 1.68.3 Καὶ εἰ μὲν ἀφανεῖς που ὄντες ἠδίκουν τὴν Ἑλλάδα, διδασκαλίας ἂν ὡς οὐκ εἰδόσι προσέδει. || Και αν βέβαια αδικούσαν την Ελλάδα κάπως χωρίς να φαίνονται, θα ήταν ανάγκη να σας διαφωτίσουμε.

ΘΟΥΚ 2.77.2 πᾶσαν γὰρ δὴ ἰδέαν ἐπενόουν, εἴ πως σφίσιν ἄνευ δαπάνης καὶ πολιορκίας προσαχθείη. || Σκέφτονταν λοιπόν κάθε ιδέα, πώς να κατακτήσουν με κάποιο τρόπο χωρίς δαπάνη και πολιορκία.

Η έκφραση της αβεβαιότητας συνεπιφέρει και τον μετριασμό μιας έννοιας, ο οποίος μειώνει την καταφατικότητα. Το μόριο χρησιμοποιείται συχνά στο γραπτό λόγο αντί για νεύματα και φωνολογικές αποχρώσεις που θα εξέφραζαν αμφιβολία, ειρωνεία και αβεβαιότητα.

§7.83. Τοι: σε δύο εκδοχές: αρχικά άτονη γενική/ δοτική της προσωπικής αντωνυμίας του δεύτερου προσώπου ή τονισμένο δεικτικό στοιχείο τοί. Άρχισε να λειτουργεί ως μόριο αφού εκτοπίστηκε από τον τύπο σοι. Το μόριο αυτό παρακινεί τον συνομιλητή να ενδιαφερθεί για το υπό συζήτηση θέμα, όπως υποδηλώνει και η ετυμολογία του δεύτερου προσώπου:

ΠΛ Ευθυφ 5c Καὶ ἐγώ τοι, ὦ φίλε ἑταῖρε, ταῦτα γιγνώσκων μαθητὴς ἐπιθυμῶ γενέσθαι σός. || Και εγώ, που λες, φίλε μου, γνωρίζοντας αυτά επιθυμώ να γίνω δικός σου μαθητής,

Η ύπαρξη του τοιγάρτοι πιστοποιεί ακριβώς ότι υπήρχε και τονούμενος και άτονος τύπος, οι οποίοι συνεμφανίζονται στη συγκεκριμένη λέξη. Το τοιγάρ, που βασίζεται στον τονούμενο τύπο, εμφανίζεται στην πρώτη θέση της πρότασης, ενώ τα μέντοι/ καίτοι βασίζονται μεν στον άτονο τύπο, αλλά η θέση τους καθορίζεται από το πρώτο συνθετικό τους.

ΗΡ 3.3 Τοιγάρ τοι, ὦ μῆτερ, ἐπεὰν ἐγὼ γένωμαι ἀνήρ, Αἰγύπτου τὰ μὲν ἄνω κάτω θήσω, τὰ δὲ κάτω ἄνω. || Λοιπόν, μητέρα, όταν μεγαλώσω, στην Αίγυπτο τα πάνω θα φέρω κάτω και τα κάτω επάνω.

ΠΛ Ευθυφ 9e οἶμαι μέντοι ἔγωγε τοῦτο νυνὶ καλῶς λέγεσθαι. || Νομίζω λοιπόν εγώ τουλάχιστον ότι αυτό καλώς έχει λεχθεί.

ΘΟΥΚ 1.69.5 καίτοι ἐλέγεσθε ἀσφαλεῖς εἶναι, ὧν ἄρα ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει. || Παρόλο που θεωρούσασταν σίγουροι, η φήμη ξεπερνά την πραγματικότητα.

Είναι δυσκολότερο να αποφασίσουμε για το τοίνυν αν προέρχεται από τον τονούμενο ή τον άτονο τύπο: επειδή το στοιχείο αυτό μπαίνει πάντα στη δεύτερη θέση της πρότασης, είναι πιο λογικό να θεωρήσουμε ότι προέρχεται από την άτονη εκδοχή.

ΗΡ 1.57 Εἰ τοίνυν ἦν καὶ πᾶν τοιοῦτο τὸ Πελασγικόν, τὸ Ἀττικὸν ἔθνος, ἐὸν Πελασγικόν, ἅμα τῇ μεταβολῇ τῇ ἐς Ἕλληνας καὶ τὴν γλῶσσαν μετέμαθε. || Αν λοιπόν αυτό ισχύει για το σύνολο των Πελασγών, το αττικό έθνος, που ήταν πελασγικό, καθώς μεταβλήθηκε σε ελληνικό άλλαξε και τη γλώσσα του.

Το τοίνυν προέρχεται από τον συνδυασμό των μορίων τοι/ νυν. Το δεύτερο από αυτά εμφανίζεται επίσης σε δύο εκδοχές, είτε με μακρό φωνήεν (το χρονικό επίρρημα) είτε με βραχύ, αλλά στο συγκεκριμένο σύνθετο πρόκειται για την άτονη εκδοχή, όπως δείχνει το γεγονός ότι το τοίνυν μπαίνει στη δεύτερη θέση και ποτέ στην πρώτη. Είναι σπάνιο στην ποίηση, αλλά πολύ συχνό στον πεζό λόγο. Εκφράζει την προοδευτική ανάπτυξη της σκέψης, δηλαδή συνοψίζει την προηγούμενη σκέψη και εισάγει ένα άλμα προς νέα ανάπτυξη. Στη δεύτερη θέση της πρότασης, παραλληλίζεται με το μέντοι και έρχεται σε αντίθεση με τα τοιγὰρ/ τοιγάρτοι/ τοιγαροῦν, που προτάσσονται, στην αρχική θέση της πρότασης.

Να μην είσαι απολιτίκ

Απολιτίκ· ένας όρος που τώρα τελευταία μας απασχολεί όλο και περισσότερο -αφού αρχίζουμε ν’ αμφιβάλλουμε γι’ αυτόν. Απολιτίκ είναι αυτός που δεν ψηφίζει κανένα κόμμα, που δεν έχει άποψη, που δηλώνει ουδέτερος.

Ίσως να φταίνε όλα τα δυσάρεστα γεγονότα και η αδικία που τα περιτυλίγει, πάντως πλέον αμφισβητούμε ευκολότερα την έως τώρα, ουδέτερη πολιτικά στάση μας. Η λέξη πολιτικά δε σημαίνει κομματικά, σημαίνει πολιτική θέση. Θέση και άποψη για όσα συμβαίνουν, το πώς μπορούν να αλλάξουν. Κι αυτό μπορεί να γίνει, με το να αλλάξουμε τη σκέψη μας. Να σταματήσουμε να είμαστε άβουλοι, κι αν κάτι μας ενοχλεί να το λέμε, και να προσπαθούμε να το αποτρέψουμε. Να το αλλάξουμε.

1. Για να μπορέσει να εξελιχθεί η κοινωνία μας

Αν συμβιβαζόμαστε μ’ όσα μας πλασάρουν κι επιλέγουμε μια πολιτικοποιημένη ουσιαστικά αδιαφορία, τότε υποστηρίζουμε τη στασιμότητα και την απάθεια -με αποτέλεσμα να μην προοδεύει η ζωή μας. Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ γιατί αυτή η απόφαση δημιουργεί μια παγιωμένη κατάσταση. Κάτι που δεν ενοχλεί την κάθε πολιτική εξουσία, αφού λειτουργεί υπέρ της.

2. Πώς αλλιώς θα έχουμε μια «θέση» σ’ όσα συμβαίνουν;

Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ, γιατί χρειάζεται να έχουμε μια θέση μας στην κοινωνία και στο τι συμβαίνει γύρω μας. Ο καθένας από μας πρέπει να έχει μια θέση και μια άποψη που να την επικοινωνεί και να την υποστηρίζει. Αν δηλώνουμε αδιάφοροι, η θέση μας ποτέ δε θα φανεί και ποτέ δε θα ακουστεί η άποψή μας.

3. Ψηφίζουμε ταυτόχρονα για τον πλανήτη αλλά και τα ζώα

Γιατί πρέπει να φροντίσουμε για την προφύλαξη των ζωών μας και την προστασία του πλανήτη. Η στάση μας κι οι σωστές αποφάσεις, μπορούν να αλλάξουν κατά πολύ την ποιότητα ζωής μας αλλά και του πλανήτη στον οποίο ζούμε και ασταμάτητα καταστρέφουμε. Πρέπει να μπορούμε να έχουμε άποψη για το πώς διαμορφώνεται το μέλλον του, και να έχουμε δικαίωμα να διαφωνούμε όταν κάτι δε μας αρέσει.

4. Γιατί μας αφορά ποιος αποφασίζει για εμάς

Γιατί πρέπει να έχουμε γνώμη για όσα γίνονται και για το ποιες αποφάσεις παίρνονται απ’ άλλους για εμάς. Για το ποιος παίρνει τις αποφάσεις αυτές γύρω από τις οποίες χτίζουμε τις ζωές μας και τις ζωές των ανθρώπων μας. Να μπορούμε να επιβληθούμε και να ελέγξουμε ποιους αφήνουμε να κρατάνε τα ηνία μας.

5. Είναι και το θέμα της κριτικής

Πρέπει να ασκούμε κριτική σε οποιαδήποτε εντολή δίνεται σ’ οποιονδήποτε τομέα από την εκάστοτε εξουσία, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αποτρέψουμε οποιοδήποτε λάθος. Να μπορέσουμε να αποτρέψουμε οποιαδήποτε αδικία. Η κριτική είναι η βάση της πολιτικής.

6. Αν δεν εκφέρουμε άποψη είναι σαν να συμφωνούμε σ’ όλα

Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ γιατί χρειάζεται αντίληψη για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Για τις πολιτικές ενέργειες και τα αποτελέσματά τους. Αν δεν εκφέρουμε άποψη είναι σαν να συμφωνούμε σε όλα. Σαν να δίνουμε το ok να συνεχιστεί το χάος που μας παρουσιάζεται σαν σωστή απόφαση.

7. Η αποστασιοποίηση δε δείχνει σεβασμό

Πρέπει να υπάρχει σεβασμός προς τους άλλους πολίτες και για όσα τους επηρεάζουν. Πρέπει να υπάρχει συλλογική σκέψη, ισότητα στις αποφάσεις που παίρνουν όσοι έχουν ισχύ, ισότητα προς τους πολίτες. Γι’ αυτό πρέπει να παίρνουμε θέση σε όσα συμβαίνουν, για να μιλάμε για όσους δεν έχουν φωνή.

8. Χρειαζόμαστε την πηγή του προβλήματος, για να προχωρήσουμε

Πρέπει να ξέρουμε την πηγή των όσων μας απασχολούν, μας θυμώνουν. Γι’ όλα αυτά που γίνονται και δεν τα καταλαβαίνουμε. Πρέπει να μάθουμε τι συμβαίνει πίσω από όλα αυτά που απλά παρακολουθούμε άβουλοι. Να διαβάσουμε, να ενημερωθούμε.

9. Πρέπει να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας

Οφείλουμε να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας. Δικαιώματα που έχουμε σαν άνθρωποι, σαν πολίτες. Δικαιώματα στη ζωή μας, στην ασφάλειά μας, στην υγεία μας. Σ’ όλους τους τομείς της ζωής που πάσχουν κάτω από την απολυταρχία.

10. Μπορούμε ακόμα ν’ αλλάξουμε

Δεν πρέπει να είμαστε απολιτίκ γιατί οφείλουμε ν’ αλλάξουμε όσα μπορούν ν’ αλλάξουν -κι είναι πολλά. Κι αυτό μπορούμε να το πετύχουμε αν σταματήσουμε να ζούμε στην καταστολή του απολιτικοποιημένου.

Δεν πρέπει να περιμένουμε κάτι που θα μας ταρακουνήσει για ν’ αναρωτηθούμε αν πρέπει να ενεργήσουμε. Από τώρα πρέπει να το κάνουμε. Με το να δηλώνουμε απολιτίκ δυναμώνουμε τους ήδη ισχυρούς. Τους δίνουμε χωρίς κανέναν κόπο από τη μεριά τους, το χρυσό εισιτήριο για το δικαίωμα των αποφάσεων στις δικές μας ζωές.

Πρέπει να έχουμε πολιτική άποψη και να μην αφήνουμε την κοινωνία μας στην τύχη της.

Πρέπει να αρχίσουμε να ενημερωνόμαστε και να ασκούμε ουσιαστική κριτική. Ενεργά και όχι με τη μορφή γκρίνιας στις παρέες μας. Γιατί έτσι γινόμαστε αυτομάτως πιστοί ψηφοφόροι, έρμαια του κάθε κόμματος που είναι στην ισχύ. Κι είναι σαν να τους χειροκροτάμε κιόλας όταν μέχρι χθες τους μουτζώναμε.

Με το να είμαστε απολιτίκ χαρίζουμε ακόμα μια νίκη σε κάποιους που δε γνωρίζουμε ουσιαστικά. Που δεν εμπιστευόμαστε. Σ’ αυτούς που είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο για να μας πείσουν πως κάνουν το σωστό.

Ας πολιτικοποιηθούμε λοιπόν. Και αυτό δε σημαίνει απαραίτητα να μπούμε σε κάποιο ψηφοδέλτιο ή να υποστηρίξουμε κάποιο συγκεκριμένο κόμμα. Αυτό σημαίνει να έχουμε άποψη και λόγο για τις ζωές μας. Και να τις διεκδικήσουμε.

Πηγή εσωτερικευμένου άγχους οι συγχωνευτικές σχέσεις στην οικογένεια

Η διαφοροποίηση του εαυτού είναι ο βαθμός που ένα άτομο μπορεί να διαχωρίσει τη λογική και τη συμπεριφορά του από τα συναισθήματα. H διαφοροποίηση του εαυτού είναι μια σπουδαία έννοια, καθώς αναφέρεται στην ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται και να αισθάνεται ως ανεξάρτητο, μοναδικό άτομο, ενώ παράλληλα έχει την ικανότητα να συνδέεται με άλλα άτομα. Κατά κάποιον τρόπο η διαφοροποίηση είναι παράλληλη με τη συναισθηματική ωριμότητα. Κάθε μικρό βήμα προς τη διαφοροποίηση του εαυτού έρχεται σε σύγκρουση με αυτό της εσωτερικής φωνής που ορίζει η οικογένεια: με τις πεποιθήσεις, τις αρχές , τις αξίες και τα συναισθήματα της οικογένειας. Κατά συνέπεια η διαφοροποίηση είναι μια δύσκολη διαδικασία, η οποία συχνά απαιτεί τη συνοδεία ενός ενήλικα.

Τα μέλη της οικογένειας είναι συναισθηματικά συγχωνευμένα σα να μην έχουν δική τους ατομικότητα. Είναι ένα γεγονός που ισχύει σε όλες τις οικογένειες. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός. Σε μια συγχωνευμένη οικογένεια όλα γίνονται μαζί. Τα μέλη μοιράζονται συναισθήματα, μύθους, αντιλήψεις. Ο Fogarty υποστηρίζει πως για να επιτύχουμε τη διαφοροποίηση χρειάζεται να πάρουμε αποστάσεις από τα συναισθηματικά δεσμά και να επιστρατεύσουμε τη λογική μας. Τελικά πρέπει να υπερνικηθεί ο φόβος να εγκαταλείψουμε την ασφάλεια που προσφέρει το «μαζί» και να εξερευνήσουμε τις άγνωστες δυνατότητες του εαυτού μας. Η προσπάθεια για ισορροπία ανάμεσα στην αυτονόμηση και τη συγχώνευση δημιουργεί αυξημένο άγχος και δυσλειτουργία. Στις σχέσεις που υπάρχει διαφοροποίηση το άγχος είναι χαμηλό, η εγγύτητα πιο ανεκτή και δεν υπάρχει δυσλειτουργία.

ΣΤΗ ΣΥΓΧΩΝΕΥΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΑΔΥΝΑΤΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΥΠΕΡΚΑΘΟΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ «ΕΜΕΙΣ».

Αυτό σημαίνει πως δυσκολεύεται να ανακαλύψει τον προσωπικό του χώρο και χρόνο, την εγγύτητα και την απόσταση από άλλα μέλη, να οριοθετηθεί στις σχέσεις, να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και τελικά να γίνει Πρόσωπο. Όσο λιγότερο διαφοροποιημένος και ανεπτυγμένος είναι ο Εαυτός ενός ατόμου τόσο περισσότερο οι άλλοι επηρεάζουν τη λειτουργία του και τόσο περισσότερο ο ίδιος προσπαθεί να ελέγξει ενεργητικά ή παθητικά τους άλλους. Οι οικογενειακές σχέσεις ενός ατόμου στη βρεφική και παιδική ηλικία καθορίζουν πόσο Εαυτό αναπτύσσει. Όταν παγιωθεί το επίπεδο του εαυτού, σπάνια αλλάζει εκτός και αν ο άνθρωπος κάνει μια δομημένη και μακροπρόθεσμη προσπάθεια να το αλλάξει. Ο Bowen παρατήρησε πως όσο μικρότερος είναι ο βαθμός διαφοροποίησης (δεν υπάρχει αίσθηση εαυτού, αδύναμη και ασταθής προσωπική ταυτότητα), τόσο μεγαλύτερη είναι η συνεξάρτηση και η συγχώνευση με τους άλλους. Όσο ένα πρόσωπο μπορεί να είναι ο Εαυτός του τόσο επιτρέπει και στους άλλους να είναι ο Εαυτός τους. Όταν υπάρχει χαμηλή διαφοροποίηση το συναίσθημα και η υποκειμενικότητα υπερισχύουν της λογικής. Συνήθως το άτομο λειτουργεί είτε αντιδραστικά προς το περιβάλλον, είτε θυσιάζει τις επιθυμίες του για να γίνει αποδεκτό. Είτε αποφεύγει τις στενές σχέσεις -γιατί τις βιώνει απειλητικά και φοβάται πως θα χάσει την ατομικότητά του- είτε συγχωνεύεται με τους άλλους.

Δεν είναι εύκολο να διαφοροποιηθεί κανείς από την οικογένεια προέλευσής του. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι το κάνουν με το να αποκοπούν εντελώς, όμως έτσι δεν επιτυγχάνεται η διαφοροποίηση καθώς αυτή σημαίνει να μπορεί κανείς μέσα στις σχέσεις να ισορροπεί ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική. Εν τέλει η διαφοροποίηση μάλλον είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια του ανθρώπου. «Η ικανότητα να μπορούμε να πούμε «εγώ»- να λέμε «ναι» χωρίς θυμό και «όχι» χωρίς τύψεις είναι μια θέση συνύπαρξης και ταυτόχρονα οριοθέτησης μέσα στις σχέσεις» (Bowen). Όσο δουλεύουμε με τον εαυτό μας εξελισσόμαστε, αλλά συχνά επιστρέφουμε στο παλιό, καθώς είναι δύσκολο να ξεφύγουμε από προγραμματισμούς και μοτίβα σχέσεων, που κυριαρχούν στην οικογένεια προέλευσής μας.

Η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή των συναισθημάτων μας

Η συνεχής ροή της συνείδησης

Ο Anil Seth, κορυφαίος ερευνητής στον τομέα της επιστήμης της συνείδησης, αναφέρει:
“Η συνείδηση αφορά πρώτα και κύρια την υποκειμενική εμπειρία – πρόκειται για φαινομενολογία”. (2021, p 12)

Για τον καθένα από εμάς, η συνείδηση είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, επειδή είναι το μόνο που υπάρχει.

“Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει απολύτως τίποτα: ούτε κόσμος, ούτε εαυτός, ούτε εσωτερικό ούτε εξωτερικό”. (Seth, 2021, σ. 3)

Παρά την κεντρική σημασία της συνείδησης στη νοητική μας ζωή, η ψυχολογία ως επιστήμη είχε μια δύσκολη σχέση μαζί της. Η ψυχολογία ως επιστήμη γεννήθηκε επίσημα στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Η ψυχολογία ως πτυχή της ζωής συνόδευε την ανθρωπότητα πάντα και παντού.

Ο William James ήταν πρωτοπόρος στην επιστημονική θεμελίωση της ψυχολογίας για τον οποίο η ενδοσκόπηση και η συνειδητότητα ήταν σημαντικές. Οι συμπεριφοριστές μετά από αυτόν εξόρισαν τη συνείδηση από τη μελέτη και την αντιμετώπισαν ως ένα μαύρο κουτί στη σχέση ερεθίσματος-απόκρισης. Παρά την παραμέληση, η υποκειμενική εμπειρία συνέχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή φαινομενολογία και στον αμερικανικό ανθρωπισμό (Merleau-Ponty, Frankl, Maslow, Rogers και άλλοι). Οι γνωστικιστές του τέλους του εικοστού αιώνα κράτησαν τη συνείδηση σε απόσταση ασφαλείας και, στα πρώτα χρόνια, σπάνια την άγγιξαν.

Η συνείδηση μπήκε στη “μεγάλη” ερευνητική ατζέντα της ψυχολογίας μόνο όταν σπουδαίοι επιστήμονες όπως ο Francis Crick, ο Gerald Edelman και ο Roger Penrose, μεταξύ άλλων, επανέφεραν το παλιό πρόβλημα της συνείδησης στο προσκήνιο με πλήρη ισχύ. Δεν παύει ποτέ να με εκπλήσσει γιατί αυτό το τόσο κεντρικό θέμα της ψυχολογίας παρέμεινε στο περιθώριο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην ψυχολογία. Και ακόμη και σήμερα η ενδοσκόπηση παραμένει σε ένα παράπλευρο μονοπάτι- η νευρωνική προοπτική κυριαρχεί στην επιστημονική μέθοδο.

Μια ισορροπία μεταξύ των προοπτικών

Ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αμφισβητούν την κυρίαρχη επιστημονική προσέγγιση:Μπορεί η ίδια η συνείδηση να παρατηρηθεί μέσω της επιστημονικής μεθόδου της παρατήρησης του εγκεφάλου;

Μας δίνουν οι νευρωνικές παρατηρήσεις μια άμεση και ανεξάρτητη πρόσβαση στην ίδια τη συνείδηση;

Η απάντηση που δίνει ο Evan Thompson, συν-ερευνητής μαζί με τον Francisco Varela της νευροφαινομενολογικής προοπτικής, είναι η εξής:

“Η ίδια η συνείδηση δεν έχει παρατηρηθεί και δεν μπορεί να παρατηρηθεί μέσω της επιστημονικής μεθόδου, διότι η επιστημονική μέθοδος δεν μας δίνει άμεση και ανεξάρτητη πρόσβαση στην ίδια τη συνείδηση”. (Thompson, 2015, σ. 97)

Το συμπέρασμα που δίνει έχει βαθύ αντίκτυπο σε ό,τι γνωρίζουμε για τη συνείδηση:

“Επομένως, η επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να έχει τον τελικό λόγο σε θέματα που αφορούν τη συνείδηση”. (Thompson, 2015, σ. 97)

Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο της συνείδησης πρέπει να αναπτύξουμε τη δική μας συνείδηση. Πώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την υποκειμενική εμπειρία από την άποψη αυτού που είναι θεμελιωδώς μη εμπειρικό; Δεν υπάρχει δυνατότητα να βγούμε έξω από τη συνείδησή μας ή έξω από την ενσάρκωσή μας.

Για να κατανοήσουμε πραγματικά το φαινόμενο της συνείδησης, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την καλλιέργεια της δικής μας εμπειρίας μέσω μορφών νοητικής εξάσκησης ή πρέπει να μπούμε σε διάλογο και να ακούσουμε με ανοιχτό μυαλό ανθρώπους που καλλιεργούν τη δυνατότητά τους για εσωτερική παρατήρηση εκ των έσω. Η συνείδηση χρειάζεται μια ισορροπημένη προοπτική από μέσα και από έξω. Η ψυχολογία, όπως φαίνεται, αρχίζει να κάνει αυτό το βήμα.

Ο νευροεπιστήμονας Christof Koch υιοθετεί έναν ευθύ ορισμό της συνείδησης ως κάθε υποκειμενική εμπειρία (2019). Δηλώνει: “Η συνείδηση είναι η έννοια της συνείδησης:

“Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια ποσοτική θεωρία που ξεκινάει από την εμπειρία και προχωράει από εκεί στον εγκέφαλο” (2019, σ. xiii).

Η εισαγωγή της διανοητικής εκπαίδευσης στη μελέτη της ψυχολογίας για την άμεση παρατήρηση της υποκειμενικής εμπειρίας μπορεί να είναι το απαραίτητο συστατικό για να αποκτήσουμε εικόνα για το τι είναι η συνείδηση, ως δυνατότητα πολύ πέρα από αυτό που έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε.

Παραμένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης

Παρά το γεγονός ότι η συνείδηση διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ανθρώπινη ζωή- παρά το γεγονός ότι η συνείδηση εκφράζεται στους ανθρώπους ως η υψηλότερη δυνατότητά τους: η συνείδηση δύσκολα φτάνει στις εφημερίδες. Είναι αναμφισβήτητο ότι η συνείδηση είναι θεμελιώδης για τη ρύθμιση της ζωής μας και για τη ρύθμιση των συναισθημάτων μας. (Damasio, 2021- LeDoux, 2019- Seth, 2021)

Το μέλλον μας εξαρτάται από το μέλλον της συνείδησής μας τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Η φυσική νοημοσύνη της συνείδησης βρίσκεται ήδη υπό πίεση και θα αμφισβητηθεί πολύ περισσότερο από την άνοδο ενός νέου τύπου τεχνολογικής νοημοσύνης, της τεχνητής νοημοσύνης. Επικαλούμενοι φόβους για τους βαθύτατους κινδύνους για την κοινωνία και την ανθρωπότητα, περισσότεροι από 1.000 ηγέτες της τεχνολογίας υπέγραψαν πρόσφατα μια ανοιχτή επιστολή που καλεί τους ερευνητές να διακόψουν την ανάπτυξη ορισμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης μεγάλης κλίμακας για τουλάχιστον έξι μήνες παγκοσμίως. (Ινστιτούτο Μέλλον της Ζωής, 2023, Ανοιχτή επιστολή)

Το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από την ισορροπία του πόσο επενδύουμε στην ανάπτυξη της ΤΝ ή πόσο επενδύουμε στη δική μας συνείδηση για να κατανοήσουμε τις δυνατότητές της. (Harari, 2015, 2023) Η συζήτηση μεταξύ της ψυχολογίας και της τεχνολογίας συνεχίζεται: Καμία τεχνολογία χωρίς ψυχολογία πρώτα;

Επίσης, η σχέση μεταξύ της δικής μας συνείδησης και της δικής μας ζωής είναι κρίσιμη. Η συνείδηση είναι ένα φυσικό δυναμικό του ανθρώπου που είναι πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζουμε.

Η εξέλιξη της συνείδησής μας θα γίνει η υψηλότερη δυνατότητά μας ως ανθρωπότητα ή η βαθύτερη τραγωδία μας αν αποτύχουμε; Πόσο επενδύουν τα εκπαιδευτικά συστήματα παγκοσμίως στη νοητική κατάρτιση; Αν αυτό δεν είναι αρκετό, θα το κάνουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους; Η ανάπτυξη της συλλογικής νοητικής κατάρτισης θα μπορούσε να γίνει πολιτικό ζήτημα. Υπάρχουν πολιτικοί παγκοσμίως που να βάζουν τη συνείδηση στην ατζέντα τους;

Όπως το θέτει ο Joseph LeDoux:

“Μπορούμε να επιβιώσουμε από τους συνειδητούς εαυτούς μας;” (2019, p 373)

Δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τη διπλή σημασία της συνείδησής μας:

Η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατασκευή των συναισθημάτων μας.
Η συνείδηση παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύνθεση του εαυτού μας.

Αν το δούμε έτσι, η συνείδηση ενσωματώνει όλα όσα υπάρχουν: τη ζωή μας, τον κόσμο μας, το μέλλον μας. Η ψυχολογία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πιθανή εξέλιξη της συνείδησής μας.

Όποιος προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα, χάνει τη ζωή του

Η μεγαλύτερη ανοησία που κάνουν πολλοί άνθρωποι είναι ότι προσπαθούν να τα έχουν «όλα υπό έλεγχο». Και όσο κι αν η ζωή τους αποδεικνύει ότι αυτό είναι μια ουτοπία, εκείνοι συνεχίζουν να παλεύουν, να αγωνιούν, να περιμένουν, να υπεραναλύουν για να καταφέρουν το ακατόρθωτο.

Ο φόβος μήπως πονέσουν από μια απροσδόκητη τροπή των πραγμάτων τους κάνει να βρίσκονται σε έναν διαρκή πόνο, σε έναν ολοένα αυξανόμενο φόβο μήπως κάτι δεν πάει έτσι όπως τα θέλουν. Αυτό που καταφέρνουν είναι να ζουν σε μια διαρκή έλλειψη την οποία δεν αντιλαμβάνονται. Χάνουν τις πολύτιμες στιγμές της ζωής προσπαθώντας να ζήσουν μια ελεγχόμενη ζωή.

Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρανόηση από αυτόν τον τρόπο σκέψης. Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι η αλλαγή. Και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να κατανοήσουμε πως τα συναισθήματα, ο τρόπος σκέψης και τελικά οι πράξεις μας καθορίζουν σε έναν σημαντικό βαθμό αυτές τις αλλαγές.

Ο φόβος θα φέρει περισσότερο φόβο, η ανησυχία θα φέρει περισσότερη ανησυχία και η γκρίνια θα φέρει περισσότερη γκρίνια… αλλά και το αντίστροφο! Η αισιοδοξία θα φέρει αισιοδοξία, η ευγνωμοσύνη θα φέρει περισσότερη ευγνωμοσύνη. Το πώς λειτουργεί ακόμα και αν κάποιος δεν κατανοεί ακριβώς, το μόνο που χρειάζεται να κάνει, είναι να το δοκιμάσει. Ο Jim Rohn έλεγε «Είναι κάποια πράγματα που δεν είσαι υποχρεωμένος να ξέρεις πώς δουλεύουν. Το θέμα είναι ότι δουλεύουν. Ενώ κάποιοι μελετούν τις ρίζες, κάποιοι άλλοι ξεφλουδίζουν τον καρπό. Εξαρτάται σε ποια άκρη θέλεις να είσαι εσύ».

Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθρέφτη για να δει την ομορφιά του

Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθρέφτη για να δει την ομορφιά του.
Η ομορφιά του αντανακλάται στα μάτια όσων τον εκτιμούν.

Δεν χρειάζεται ούτε ακριβά ρούχα, ούτε μακιγιάζ για να ομορφύνει.
Όλη η ομορφιά του κρύβεται στην ψυχή, στην καρδιά και το μυαλό του.
Ούτε τα όμορφα μάτια, ούτε το αψεγάδιαστο πρόσωπο, ούτε το καλλίγραμμο σώμα μπορούν να νικήσουν την λάμψη της φωτεινής ψυχής, του δυνατού μυαλού και της ζεστής καρδιάς. Αυτά έχουν την δική τους γοητεία.

Ο όμορφος άνθρωπος δεν θέλει φτιασίδια, ομορφαίνει με την αγάπη και βρίσκει τον τρόπο για να ξεχωρίσει.

Ένα παιδικό παραμυθάκι που θυμήθηκα λέει πως ήταν κάποτε μια οικογένεια βασιλιάδων που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί, κάποια στιγμή μια νεράιδα τους λυπήθηκε και αποφάσισε να τους δώσει αυτό το δώρο!

Τους ρώτησε λοιπόν πως θέλουν να είναι το παιδί τους!
Αυτοί ζήτησαν να είναι το παιδί τους υγιές, έξυπνο, δυνατό, γενναίο, ευγενικό, καλόψυχο και γενικώς να έχει όλα τα χαρίσματα που θα μπορούσε να έχει ένας πλήρως ευνοημένος από την φύση άνθρωπος!

Όταν έφυγε η νεράιδα μόνο τότε συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχάσει να ζητήσουν να είναι και όμορφο! Έτρεξαν να την προλάβουν για να της ζητήσουν να το προσθέσει και αυτό αλλά τότε η νεράιδα τους είπε ότι ήταν πολύ αργά! Οι χάρες είχαν ήδη δοθεί!

Είχαν μεγάλη στεναχώρια και επειδή νεράιδα τους λυπήθηκε τους είπε το εξής: Το παιδί σας μπορεί να μη γεννηθεί όμορφο όμως να ξέρετε πως όποιος το αγαπήσει πραγματικά θα το βλέπει πανέμορφο!

Έτσι και έγινε! Γεννήθηκε πολύ άσχημο όμως με τα χαρίσματα που είχε και με την καλοσύνη του γινόταν πάντα αγαπητός από όλους και κανένας δεν μπορούσε να δει την ασχήμια του! Όλοι τώρα τον έβλεπαν σαν τον πιο όμορφο άνθρωπο του κόσμου!

Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι επιμένουν να κρίνουν ποιους θέλουν δίπλα τους αποκλειστικά από την εμφάνιση.

Η ερώτηση είναι όμως αν όντως θέλεις τέτοιους ανθρώπους δίπλα σου.

Μπορεί στην εμφάνιση να οφείλεται η πρώτη έλξη, όμως δεν φτάνει από μόνη της να κρατήσει κάποιον που αξίζει.

Είμαστε αυτό που αισθανόμαστε. Οι άλλοι βλέπουν αυτό που εμείς τους αφήνουμε να δουν. Ό,τι είναι αληθινό αξίζει και διαρκεί, ακόμα κι όταν σύμφωνα με την νομοτέλεια της φύσης όλα αλλοιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Τίποτα όμως δεν μπορεί να ακουμπήσει το άφθαρτο της εσωτερικής ομορφιάς.

Δείξε χωρίς να φοβάσαι τον εαυτό σου στους άλλους, δίνοντας τους την ευκαιρία να δουν την ομορφιά που κρύβεται μέσα σου και να αγαπήσουν αυτό που πραγματικά είσαι. Αυτό είναι το μαγικό φίλτρο που θα μεταμορφώσει το τέρας σε όμορφο πρίγκιπα και θα βγάλει μια για πάντα την Σταχτοπούτα από τις στάχτες.

Παίρνεις εκείνο που σου αξίζει

Η ζωή είναι, απλά μαθηματικά

Η καλοσύνη δεν έχει καμία σχέση με το χρηματικό κέρδος. Η καλοσύνη κερδίζει κάτι πολυτιμότερο, κερδίζει ηρεμία του νου. Ο ενάρετος δεν χρειάζεται να ανησυχεί για πράγματα που αφορούν τα εγκόσμια. Μπορεί να μην έχει παλάτι, αλλά θα ζήσει με μεγαλύτερη ευδαιμονία στην καλύβα του από έναν βασιλιά που ζει στο παλάτι του. Ο ενάρετος δεν θα μπορέσει να αποκτήσει παλάτι, αλλά θα αποκτήσει μακαριότητα. Ο πονηρός θα τα καταφέρει να φθάσει στο παλάτι, αλλά θα χάσει τελείως την ηρεμία του νου, θα χάσει κάθε επαφή με τον εαυτό του.

Επομένως, για μένα είναι πολύ απλό. Εάν θέλεις τον εσωτερικό κόσμο και τα πλούτη, να είσαι καλός, να είσαι ενάρετος, να είσαι ωραίος και να μην ζηλεύεις εκείνους που είναι απλώς πονηροί και κερδίζουν χρήματα, που κάνουν όλων των ειδών τις εγκληματικές πράξεις και ανεβαίνουν σε πόστα και κερδίζουν φήμη και προβολή. Θέλεις να έχεις και τα δύο; Θέλεις χρήματα και εσωτερική αρμονία επίσης; Ζητάς πάρα πολλά. Κάτι πρέπει να αφήσεις και για τον πονηρό! Καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια. Και υποφέρει πολύ μέσα του – κι αυτό είναι μεγαλύτερο βάσανο από όσα γνωρίζεις.

Επομένως, δεν βλέπω γιατί πρέπει η ζωή να ερμηνεύεται με προϊόντα της φαντασίας. Η ζωή είναι, απλά μαθηματικά. Παίρνεις εκείνο που σου αξίζει. Μόνο μην ζητάς κάτι που δεν έχει σχέση με το ήθος σου και δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Τότε, δεν θα το βλέπεις έτσι όπως το βλέπεις τώρα – ότι οι ενάρετοι υποφέρουν. Όχι, κανείς ενάρετος δεν υποφέρει. Κάθε ενάρετος απολαμβάνει την μακαριότητα. Και εάν υποφέρει, τότε δεν είναι ενάρετος – είναι, απλώς δειλός. Βασικά, είναι πονηρός αλλά δεν έχει αρκετό κουράγιο να είναι πονηρός, ούτε είναι αρκετά έξυπνος για να είναι πονηρός. Η πονηριά είναι τέχνη.

Οι πονηροί πρέπει, να έχουν αυτά που τους αξίζουν. Οι φαύλοι πρέπει να έχουν αυτά που τους αξίζουν. Αλλά οι καλοί άνθρωποι δεν χρειάζεται να τους ζηλεύουν, γιατί εκείνοι έχουν τον αληθινό θησαυρό, τον εσωτερικό τους κόσμο. Πρέπει να τους συμπονούν. Πρέπει να βλέπουν εκείνους τους φτωχούς, πονηρούς πολιτικούς, τους ζάμπλουτους – πρέπει να βλέπουν την εσωτερική τους φτώχεια, το σκοτάδι μέσα τους, την εσωτερική τους κόλαση και πρέπει να τους συμπονούν, όχι να τους ανταγωνίζονται.

Η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση

Η άγνοια, που σημαίνει αγνωσία, αμάθεια και έλλειψη πληροφόρησης είναι μία κατάσταση τόσο διαδεδομένη όσο τ’ αγριόχορτα στη επιφάνεια της γης. Στους περισσότερους ανθρώπους, που διάγουν μία βιολογική ζωή χωρίς πνευματικούς προβληματισμούς, ο ψυχισμός (ο εγκέφαλος) αδρανεί ως προς την αναζήτηση της γνώσης, της αλήθειας. Και επειδή η άγνοια είναι μία πολύτοκη μητέρα της πλάνης, του λάθους, του ψεύδους, του σφάλματος, των προλήψεων, της δεισιδαιμονίας, της θρησκοληψίας, του σκοταδισμού κ.λ.π. γίνεται το βασικότερο εμπόδιο για την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Ο Θουκυδίδης το είχε επισημάνει αυτό και γράφει «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας, και επί τα έτοιμα μάλλον τρέπονται» (Ιστορ. Α 20). Δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν με τη σκέψη οι άνθρωποι και καταφεύγουν στα έτοιμα. Όπως τα βρήκαν έτσι τ’ αφήνουν (:τέλμα και στασιμότητα). Γι' αυτό τον λόγο και η γνώμη των πολλών δεν έχει κύρος. Και αυτή η γνώμη που στηρίζεται στην άγνοια και όχι στη γνώση, πρέπει να είναι ανεκτή, αλλά όχι σεβαστή γιατί δεν πρέπει να τιμούμε την αμάθεια. Αντίθετα πρέπει (με πολιτισμένο τρόπο) να την καταδικάζουμε.

Στη διαμόρφωση σωστής γνώμης χρειάζεται εκτός από τη συνεχή ενημέρωση και η σπουδή της ιστορίας, αφού το παρελθόν φωτίζει το παρόν, και ανοίγει τις προοπτικές για το μέλλον. Ωστόσο, για να είναι αμερόληπτος και πειστικός ένας φιλίστορας που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός πρέπει να έχει διαβάσει όλες τις ιστορικές εκδοχές και ερμηνείες αυτού του γεγονότος. Τις θετικές και τις αρνητικές ερμηνείες, τις σύμφωνες ή ασύμφωνες με τις προσωπικές του ιδεολογίες.

Όπως υπάρχει μια Ψυχολογία του βάθους (που ερευνά το υποσυνείδητο) έτσι θα έπρεπε να υπάρχει και μια Ιστορία του βάθους (που να ερευνά τα βαθύτερα αίτια των γεγονότων). Μια τέτοια ιστορία θα έκανε χρέη ψυχολογίας ομαδικής και ατομικής (της απρόσωπης μάζας και της προσωπικότητας) φωτίζοντας τις γενεσιουργές αιτίες του ψυχισμού των ανθρώπων, όπου φωλιάζουν τα ένστικτα.

Η ιστορία αυτή θα εντόπιζε τα ένστικτα της επιθετικότητας σε συνάρτηση προς τις κοινωνικο – οικονομικές συνθήκες, που θα τα έκαναν να εκδηλώνονται καταστροφικά. Ίσως τότε η ιστορία θα μπορούσε να διδάξει και να συμβουλέψει, ενώ με την απλή περιγραφή των γεγονότων αντί να αποτρέψει, συνδαυλίζει τα πάθη. Πάντως το γεγονός είναι ένα: «Κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης γεννήθηκε το δικαίωμα της ελευθερίας».

Θύρα της γνώσης είναι η διδαχή (η αγωγή, η εκπαίδευση, το παράδειγμα). Παράθυρο της γνώσης είναι το βιβλίο. Η αγωγή που στοχεύει στη σωστή μάθηση, μπορεί να επιδράσει στον χαρακτήρα και στην κληρονομική σύσταση (DNA) του νέου ανθρώπου. Έτσι, η αγαθή διδαχή και επιρροή που εμφυτεύει στον νέο την αρετή, με τον καιρό γίνεται συνήθεια = «έξις, Δευτέρα φύσις», που σημαίνει ένα νέο DNA. Ο Δημόκριτος είχε συλλάβει πρώτος τη διαδικασία αυτή, σε εποχές που δεν είχε ανακαλυφθεί το κληρονομίσιμο DNA. Στο σωζόμενο απόσπασμα 33 του έργου του αναφέρει: « Η φύση και η αγωγή είναι παραπλήσια. Γιατί και η αγωγή μεταπλάθει τον άνθρωπο, και μεταπλάθοντάς τον, τον φτιάχνει φύση».

Η καθημερινή άσκηση και επανάληψη του θετικού θεωρητικού και πρακτικού στοιχείου της αγωγής επιδρά στο DNA και προσδένεται σ’ αυτό όπως και το αντίθετο: η αδράνεια ή η προσφορά του αρνητικού στοιχείου επιδρά καταστροφικά και στο ήδη υπάρχον σωστό DNA.

Όταν όλα έρθουν κατ’ ευχήν και η γνώση γίνει κτήμα του ανθρώπου, ενός ανθρώπου που καλλιεργεί την “δια βίου παιδεία” τότε απολαμβάνει και τους καρπούς της, που συνοψίζονται σε δύο λέξεις: πνευματική ευδαιμονία. Αυτή ακριβώς η διανοητική και συναισθηματική χαρά είναι το δώρο της γνώσης. Ο Arthour Koestler μας λέει πως « η απόλαυση του ειδήμονα είναι υψηλότερου επιπέδου, στα Γράμματα, στις Τέχνες, και ιδιαίτερα στον Λόγο και στη Μουσική».

Ωστόσο ο καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια για να φτάσει στο ποθητό τέρμα. Ο Roger Bacon στο «Μείζον έργον» του μας υπενθυμίζει μερικά: “Εμπόδια για τη γνώση είναι: α) η μεγάλη εξάρτησή μας από τις προσωπικότητες, β) ο φόβος μήπως πούμε κάτι πολύ κοινό, γ) το να αφήνουμε να μας επηρεάζει πολύ το παραδεδεγμένο, δ) η προσποίηση γνώσης για να αποκρύψουμε την άγνοιά μας, ε) η πνευματική οκνηρία “.

Και αφού υπερπηδήσει αυτά τα εμπόδια θα διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση.

Η κτητικότητα στη φιλία

Για ορισμένους ανθρώπους η φιλία αποκτά την έννοια της αποκλειστικότητας. Ο ένας μπορεί να νιώθει πως ο φίλος του ανήκει και θεωρεί πως είναι κτήμα του. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως σε τέτοιου είδους καταστάσεις είναι δυνατό να πληγεί ο ψυχισμός και των δύο ατόμων.

Αρχικά, ο φίλος ”θύμα” είναι αρκετά πιθανό να νιώθει συναισθήματα πίεσης, εκνευρισμού και αδυναμίας, ώστε να εκφράσει αυτό που πραγματικά νιώθει. Συγκεκριμένα, η δημιουργία μιας φιλικής σχέσης είναι απόφαση των μελών που τη συνιστούν (δύο ή και περισσοτέρων) και επομένως ξεκινά με τη συγκατάθεσή τους. Κανείς δεν αναγκάζεται να συναναστραφεί με άτομα, τα οποία διαφέρουν αρκετά από εκείνον. Σταδιακά είναι λογικό να δημιουργούνται συναισθήματα φροντίδας και ενδιαφέροντος. Είναι, ωστόσο, συχνό φαινόμενο, το ένας μέλος να έχει παράλογες απαιτήσεις, οι οποίες δυσκολεύουν την ομαλή, φιλική, συνύπαρξη των ατόμων. Συχνή πίεση για εξόδους, αισθήματα ζήλιας για άλλους φίλους, συναισθηματική πίεση, η οποία εκδηλώνεται μέσα από ”μούτρα” ή από καυγάδες, δυσχεραίνουν τις μεταξύ τους σχέσεις.

Σταδιακά ο φίλος “θύμα”, νιώθει την ανάγκη να απομακρυνθεί. Άγχος και εκνευρισμός κατακλύζουν την καθημερινότητά του. Προκειμένου, να μην έρθει αντιμέτωπος με αρνητικές συμπεριφορές, αναγκάζεται να λέει ψέματα και τελικά να νιώθει περισσότερο βάρος, παρά ευχαρίστηση. Ο φίλος ”θύτης” μπορούμε να πούμε πως βιώνει κι εκείνος αρνητικά συναισθήματα. Έχει επενδύσει σε μία φιλία, στην οποία ίσως έχει την ανάγκη να είναι κυρίαρχος. Προοδευτικά, παύει να νοιάζεται τόσο για τη μεταξύ τους σχέση και αντιμετωπίζει τον διπλανό του ως τρόπαιο. Παράλληλα, στους φίλους “θύτες” είναι έντονο το συναίσθημα της απόρριψης. Νιώθουν πως παραγκωνίζονται και πως αντιμετωπίζονται ως ”λύση ανάγκης”.

Οι φίλοι ”θύτες”, είναι συνήθως άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση. Άτομα που ίσως έχουν βιώσει την απόρριψη σε άλλες περιστάσεις της ζωής τους. Έχουν την ανάγκη απλά και μόνο να νιώσουν πως ο άλλος νοιάζεται ειλικρινά για εκείνους και συνήθως προσπαθούν να το πετύχουν με το λάθος τρόπο. Συνήθως, οι φιλίες αυτές δεν έχουν μεγάλη διάρκεια. Ο φίλος ”θύτης” προσπαθεί, αρχικά, να δωροδοκήσει τον άλλον, μέσα από δώρα και λόγια με μεγάλη βαρύτητα, τα οποία τελικά δεν καταφέρνουν να ”νικήσουν” τη δεσποτική συμπεριφορά του.

Η αλγεβρική πραγματεία του Αλ-Χουαρισμα που επηρεάστηκε από τον Διόφαντο

Η αλγεβρική πραγματεία του Αλ-Χουαρισμα (Α.Χ) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γραπτά κείμενα στην ιστορία της άλγεβρας και θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα μαζί με τα βραδυητική του Διάφαντος. Αν και δεν έχουμε ακριβή γνώση όλων των παραδόσεων, προφορικών ή γραπτών που πιθανόν να επηρέασαν τον Α.Χ. είναι βέβαια ότι δέχτηκε επιδράσεις και από τις δύο. Συνδυάζοντας τα διάφορα νήματα των παραδόσεων που είχε κληρονομήσει κατάφερε να συνθέσει μερικά θεμελιώδη στοιχεία της άλγεβρας ώστε να παρουσιαστούν σε μία απλή και πρακτική δομή. Ο Λ.Χ. συνέγραψε ένα πρακτικό βιβλίο επίλυσης προβλημάτων με τη μέθοδο της Αλγεβρας. Αν και το έργο δεν θεωρήθηκε μαθηματικά πρωτότυπο από αρκετούς μαθηματικούς και ιστορικούς στο παρελθόν αλλά και στην εποχή μας, ωστόσο ο συστηματικός τρόπος που ακολουθεί ο συγγραφέας στην παρουσίαση των κανόνων της τέχνης της άλγεβρας αλλά και η εφαρμογή τους σε προβλήματα, σφράγισαν την αντίληψη των μαθηματικών την ματαίωνα για αυτήν την τέχνη. 

Το βιβλίο του Α.Χ. λειτούργησε ως πρότυπο για πολλούς συγγραφείς βιβλίων άλγεβρας, κατ’ αρχάς στον Ισλαμικό κόσμο και αργότερα στην Ευρώπη. Η επιρροή που άσκησε σε σημαντικούς μαθηματικούς του Ισλαμικού κόσμου αντανακλάται στα έργα τους. Μετά τον 12ο αιώνα, η διάδοση των μεταφράσεων της πραγματείας στους λόγιους της Δύσης, ήταν ένας παράγοντας, ο οποίες μαζί με τη μετάδοση της γνώσης λόγω των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στον Ισλαμικό κόσμο και τη Δύση, συνέβαλε στην κατοπινή δημιουργία της Ιταλικής μεσαιωνικής άλγεβρας. Η εξέλιξη αυτής της τελευταίας διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την παραπέρα ανάπτυξη της άλγεβρας προς τη σύγχρονη μορφή της. Ένας από τους που δημιουργικούς μαθηματικούς του 16ου αιώνα, ο Μίτα, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα της Ιταλικής παράδοσης της τέχνης της άλγεβρας και εμπνεόμενος από την παράδοση των Αριθμητικών Διόφαντον, ανέπτυξε μέσα από το ιδιαίτερα πρωτότυπο έργο του, τον αλγεβρικό συμβολισμό. Η απόκτηση του συμβολικού της χαρακτήρα οδήγησε την άλγεβρα στην πλήρη έκφρασή της ως θεωρία εξισώσεων. Το εγχείρημα που ανέλαβε ο Α.Χ. να πεγγράφει μια πραγματεία περί άλγεβρας, καταγράφοντας τις αλγεβρικές παραδόσεις με τις οποίες ήρθε σε επαφή, αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση η οποία οδήγησε την τέχνη της άλγεβρας σε επιστήμη. Ο ρόλος που έπαιξε η Αλγεβρα στην ιστορία των μαθηματικών, επιτρέπει να αναγνωριστεί η σπουδαία συμβολή του Α.Χ. στη μετεξέλιξη της πρακτικής αλγεβρικής τεχνικής μέσα από μια μακραίωνη πορεία στην επιστήμη της άλγεβρας.

ΕΝΑΣ ΛΟΓΙΟΣ ΣΤΗ ΒΑΓΔΑΤΗ ΤΟΥ 9ου ΑΙΩΝΑ

Αν και το όνομα του Αλ-Χουαρίζμα (Al-Kharisma) αλλά και η φήμη του σαν σπουδαίου μαθηματικού είναι πλαστικά διαδεδομένη από τον μεσαίωνα, εκτόσο τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τη ζωή του είναι λιγοστά. Το πλήρες όνομά του είναι Mishammed it Mid at Klimariami. Μόνο κατά προσέγγιση τοποθετούμε το έτος γέννησης πριν το 800 μ.Χ. και το θάνατό του μετά το έτος 147 μ.Χ. Στις Ισλαμικά βιβλιογραφικά έργα βρίσκουμε μόνο λίγες, σύντομες αναφορές στον Λ.Χ. και στο έργο. τους. Επίσης κάποιες περιστασιακές αναφορές σε αυτόν βρίσκονται στα έργα κάποιον. ιστορικών αλλά και γεωγράφων. Οι πληροφορίες, από τα έργα των μαθηματικών και αστρονόμων του καιρού του αλλά και μεταγενέστερων, είναι ελάχιστες.

Το όνομα του Α.Χ. και οι τίτλοι κάποιων έργων του αναφέρονται από τους αλγεβριστές. Από Kamil και Sinta ibn al-Fluch αλλά και από αστρονόμους όπως ο 11- Birini και ο al-Hashimi, Ελμως στα έργα αυτών των επιστημόνων δεν βρίσκουμε κάποι σημαντική πληροφορία για την ζωή του. Οι βιοβιβλιογράφος αl-Natin γράφει για τον Αν Χ. – Το όνομά του είναι Mutuaruntad ite Μαιά, η καταγωγή του είναι από την Κανείται. Αποσχολούνταν στη βιβλιοθήκη της σοφίας ( Κλίτικος ελλάπας του αλ Μαμούν. Αυτός ήταν αστρονόμος… Γίνεται αντιληπτό ότι η έλλειψη γραπτών και αξιόπιστων μαρτυρικών κυνικά την δημιουργία διαφόρων φανταστικών διηγήσεων και θρύλων σχετικά με τη ζωή του Α.Χ. Επαναλαμβάνουμε όμως, ότι τα πραγματικά αξιόπιστα στοιχεία για την ζωή του είναι ελάχιστα και αναφέρονται στην περίοδο της ηγεμονίας του χαλίφη αλ-Μαμούν και φτάνοντας μέχρι την ηγεμονία του χαλίφη αλ-Ουαθίκ

Με βάση το επίθετο “al- Khwarizmi” σαν τόπος καταγωγής του θεωρείται συνήθως η Καντίνα η οποία βρισκόταν στην περιοχή της σύγχρονης πόλης Κάβα, νότια της λίμνης Αράλης στην κεντρική Ασία. Πάντως δεν είναι βέβαιο, ότι καταγόταν από την Κανατίστε ο ίδιος ο Α.Χ. και όχι κάποιας πρόγονός του. Ο ιστορικός al-Tabari τον ονομάζει και “al-Majusi” επίθετο το οποίο δείχνει ότι ο Α.Χ. ήταν λάτρης της παλαιάς θρησκείας του Ζωροαστρισμού. Όμως, αν κρίνουμε από τις επικλήσεις στον Αλλάχ του περιέχονται στην πραγματεία του περί άλγεβρας, αυτές ασφαλώς σκιαγραφούν τα πορτραίτο ενός ευσεβούς Μουσουλμάνου. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον τρόπο τον τόπο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο την εκπαίδευσης που έλαβε. Όταν η Βαγδάτη έγινε πρωτεύουσα του χαλιφάτου στα χρόνια των πρώτων Αββασιδών χαλίφηδων, σαν μια υπηρεσία η οποία αποτελούσε τμήμα του διοικητικού και γραφειοκρατικού μηχανισμού του κράτους, λειτουργούσε μια βιβλιοθήκη, πιθανών μέσα στο παλάτι, με την ονομασία “bayt al-hikma’ που σημαίνει “οίκος της σοφίας”. 

Η περιγραφή του οίκου της σοφίας από διάφορους συγγραφείς δίνει πολλές και διαφορετικές εικόνες για την λόγιους που απασχολούνταν εκεί αλλά και για το είδος της δραστηριότητάς τους. Κάποιοι τον παρουσιάζουν σαν ένα ερευνητικό ίδρυμα, άλλοι μιλούν για σημαντικό μεταφραστικό κέντρο της αρχαίας γραμματείας και τέλος στον αντίποδα υπάρχει η άποψη που θεωρεί τον οίκο της σοφίας, μια ιδιοτική βιβλιοθήκη του χαλίκη στην οποία είχαν πρόσβαση μόνο διαπρεπείς λόγος που απολάμβαναν την εύνοια του χαλίφη. Στην πραγματικότητα υπάρχουν ελάχιστες αξιόπιστες πληροφορίες για τον οίκο της σοφίας. Αξιόπιστη για παράδειγμα είναι η πληροφορία, ότι επί αλ-Μαμούν (813-853.), ο αστρονόμος και μαθηματικός Α.Χ. απασχολούνταν πλήρως στην εν λόγω βιβλιοθήκη στην υπηρεσία του αλ-Μαμούν

Ο χαλίφης αλ Μαμούν έχει θεωρηθεί υποστηρικτής των επιστημών. Είναι βέβαιο ότι ο Α.Χ. ήταν στον κύκλο των λογίων, οι οποίοι ήταν ευνοούμενοι του χαλίφη και τον προσέφεραν υπηρεσίες. Αυτό επιβεβαιώνεται, όπως θα δούμε στο δεύτερο κεφάλαια και από το εγκώμιο που πλέκει ο Α.Χ. για το χαλίφη, στην απαγωγή της πραγματείας του περί της άλγεβρας. Επιπλέον ο Α.Χ, σε αναγνώριση της ευεργεσίας που δέχτηκε από τον αλ-Μαμούν του αφιέρωσε δύο από τα έργα που συνέγραψε, την πραγματεία του περί αστρονομίας και την Άλγεβρα του.

Η χρήση της αστρολογίας για πρόβλεψη, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και για κοινωνικά ενδεχόμενα ήταν της μόδας στην αυλή των περισσοτέρων χαλίφηδων. Έτσι φαίνεται πως αστρονόμοι και μαθηματικοί ήταν επιφορτισμένοι και με την περιοχή αστρολογικών προβλέψεων στους πάτρωνες τους. Ο ιστορικός αλ-Ταμπερή αναφέρει την ακόλουθη επιτυχία για τον χαλίφη αλ-Ουαθίκ (142- 147 μ.Χ). Κατά την διάρκεια σοβαρής ασθένειάς του, ο χαλίφης ζήτησε από τον Α.Χ να προβλέψει με βάση το προσκοπό του αν θα ανάρρευσε ή όχι. Αν και ο Α.Χ προέβλεψε ακόμη πενήντα χρόνια ζωής, οι αλ Ουαθικ απεβίωσε σε δέκα ημέρες. Δεν είναι σαφές αν ο αλ-Ταμπουρί αναφέρει την ιστορία για το δίδαγμα της, ότι ακόμη και σπουδαίοι επιστήμονες κάνουν λάθη ή σαν παράδειγμα για την “πολιτικής ευστροφία του Α.Χ. Πάντως από αυτή την ιστορία, στο βαθμό που δεν αμφισβητείται, προκύπτει το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Α.Χ. έζησε τουλάχιστον μέχρι το έτος 147 μ.Χ. 

Κάποιες βιογραφίες του Α.Χ αναφέρονται ότι συμμετείχε σε μια αποστολή εξερεύνησης στο έδαφος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατόπιν εντολής του αλ-Ουαθίκ το έτος 842 μ.Χ. Αυτή η πληροφορία δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και οφείλεται στη συσχέτιση του ονόματος Mutuammad Ibn Musa, ο αστρονόμος του λόγου που συμμετείχε, με τον Α.Χ. Όμως είναι σχεδόν βέβαια, ότι δεν πρόκειται για τον Α.Χ αλλά για τον έναν από τους τρείς αδελφούς Μπανού Μούσα, οι οποίοι απασχολούνταν επίσης στη βιβλιοθήκη της σοφίας Ο αστρονόμος και μαθηματικός αλ-Μπιρούνι 1973 – 2048 μ.Χ) μας πληροφορεί ότι ο Α Χ. σε συνεργασία με τον αστρονόμο Γιαχία την Αμπί Μανσούρ ανέλαβε τη μέτρηση της λοξότητας της εκλειπτικής, με εντολή του χαλίφη αλ-Μαμούν.

Το πρώτο ανυπεράσπιστο είδος ζώου που αφάνισε ο άνθρωπος τον 17ο αιώνα

Από την εποχή του πρώιμου αποικισμού, οι άνθρωποι έχουν εισβάλει σε εδάφη που ήταν απομονωμένα από άλλους ανθρώπους, αλλά όχι από ζώα. Πολλά ζώα που τώρα έχουν εξαφανιστεί είχαν πολύ συγκεκριμένο τρόπο ζωής, με άλλα λόγια, μπορούσαν να επιζήσουν μόνο σε ορισμένες τοποθεσίες – δεν μπορούν να προσαρμοστούν όπως μπορούν οι άνθρωποι.

Δεν θα ήταν πρόβλημα εάν οι άνθρωποι μπορούσαν να συνυπάρχουν με τόσο σπάνια είδη ζώων, αλλά όπου κι αν πάμε, πρέπει να κάνουμε αλλαγές σύμφωνα με τις «ανάγκες» μας, οι οποίες θα μπορούσαν να περιγράψουν καλύτερα ως επιθυμίες.

Το πρώτο είδος από το οποίο κατάφερε να αφανίσει η ανθρωπότητα ήταν το διάσημο πουλί Ντόντο που υπήρχε μόνο στα νησιά του Μαυρίκιου, απομονωμένο τόσο από τον άνθρωπο όσο και από άλλα ζώα που μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά ως αρπακτικά. Λέγεται ότι από τη γέννησή του, το πουλί ντόντο δεν γνώριζε τίποτα για τα αρπακτικά, καθώς δεν κυνηγήθηκε ποτέ μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι στον Μαυρίκιο.

Τα νησιά του Μαυρίκιου αποικίστηκαν από τη Γαλλία, τη Βρετανία και την Ολλανδία κατά τον 17ο αιώνα. Λέγεται ότι τον ίδιο αιώνα, το τελευταίο πουλί ντόντο έδωσε την τελευταία του πνοή. Πολλοί από τους αποικιστές σκότωσαν τα πουλιά ντόντο για την τροφή τους. Πολλά από αυτά επίσης εχαναν τις φωλιές τους καθώς το σπίτι τους άλλαξε σε μεγάλο βαθμό από τους αποικιστές, με πολλά από τα δέντρα και τα φυτά να κόβονται για να δημιουργηθεί χώρος για σπίτια.

Ο παλαιοντολόγος Julian Hume από το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας στη Μεγάλη Βρετανία λέει ότι δεν ήταν τόσο η θανάτωση του ντόντο για να φαγωθεί, που οδήγησε στην εξαφάνισή του, αλλά η εκμετάλλευση στην οποία είχαν υποστεί τα νησιά απλώς έκανε τον βιότοπο αφόρητο για τα πουλιά.

Ταυτόχρονα, πολλοί παλαιοντολόγοι υποστηρίζουν ότι το πουλί ντόντο δεν ήταν το πρώτο είδος που εξαφανίστηκε λόγω των ανθρώπων, ξεκινήσαμε να το κάνουμε αυτό πολύ καιρό πριν, περίπου 125.000 χρόνια πριν. Αυτό ήταν όταν οι Homo sapiens (οι πιο κοντινοί μας πρόγονοι) άρχισαν να μεταναστεύουν από την Αφρική και την Ασία στον υπόλοιπο κόσμο, προκαλώντας την εξαφάνιση πολλών ζώων.

Όταν δημιουργούσε ένα νέο σπίτι σε έναν άγνωστο βιότοπο, ο Homo sapiens έπρεπε να βεβαιωθεί ότι ο βιότοπός «τους» ήταν ασφαλής από τυχόν αρπακτικά ζώα που φαινόταν μια σημαντική απειλή ή ανησυχία. Ακόμη και από άλλους Homo sapiens, εμείς ως άνθρωποι δεν θέσαμε ποτέ τον εαυτό μας ως πιθανό πρόβλημα, αλλά όλα όσα μας περιέβαλλαν.

Ρητά Αρχαίων Ελλήνων για τα λάθη

Δείτε μερικά ρητά που θα σας βοηθήσουν να αναλάβετε δράση, να βγείτε νικητές μέσα από τις προκλήσεις της ζωής και να φέρετε εις πέρας τους στόχους σας.

Προτιμότερο να ολισθαίνει κανείς με τα πόδια του, παρά με τη γλώσσα του. – Ζήνων ο Κιτιεύς

Οι επιτυχίες είναι ένας πολύ καλός τρόπος να συγκαλύπτονται τα λάθη. – Δημοσθένης

Το να βιάζουμε τα πράγματα οδηγεί σε σφάλματα. – Ηρόδοτος

Όλοι είμαστε σοφοί στο να νουθετούμε τους άλλους, όταν όμως οι ίδιοι σφάλουμε δεν το καταλαβαίνουμε. – Ευριπίδης

Αυτός που του επιτρέπεται να σφάλλει, σφάλλει λιγότερο. – Οβίδιος

Οι άνθρωποι θυμούνται περισσότερο τα λάθη παρά τις σωστές ενέργειες. – Δημόκριτος

Αυτός που κάνει τα περισσότερα κάνει τα περισσότερα λάθη.- Ευριπίδης

Αν τολμάς πολλά, κάνεις και πολλά λάθη. – Μένανδρος

Η κακή απόφαση κάνει περισσότερο κακό σ’ αυτόν που την πήρε. - Ησίοδος

Η Μινωική γραφή εμφανίστηκε 500 χρόνια πριν – Έγραφαν με Ιερογλυφικά από την 3η χιλιετία πΧ

Στα μέσα της 3ης χιλιετίας πΧ φαίνεται πως τοποθετούνται οι κρητικές συλλαβικές γραφές, οι αναφερόμενες έως τώρα ως Μινωικές γραφές, δηλαδή 500 χρόνια πριν από την καθιερωμένη άποψη, η οποία τις τοποθετούσε στο 1900 πΧ.

Έτσι λοιπόν, οι γραφές αυτές χρονολογούνται παράλληλα με τη γραφή στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού περί το 2400 πΧ.

Τα παραπάνω επισημαίνουν σε δημοσίευσή τους ο ερευνητής Αιγαιακών γραφών δρ Μηνάς Τσικριτσής και ο καθηγητής Αρχαιολογίας Αδαμάντιος Σάμψων στο αμερικάνικο επιστημονικό περιοδικό «Annals of Archaeology» (April 2023) στον ιστότοπο Academia.edu και στο ResearchGate με τίτλο: «Symbols of Minoan Hieroglyphic Script and Linear A in Melos from the Middle of 3rd Millennium BC».

Όπως αναφέρεται στη μελέτη των δύο ερευνητών, στη θέση Ριβάρι στη δυτική πλευρά της Μήλου βρέθηκαν το 1996 και το 1997 μια ομάδα 90 πήλινων αγγείων της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙ περιόδου (φάση Καστρί) που χρονολογούνται στο δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας (2500-2200 πΧ).

Στο άρθρο αυτό ο αρχαιολόγος Α. Σάμψων κάνει μια συστηματική μελέτη της ομοιότητας των αγγείων, ώστε να χρονολογηθούν συγκρινόμενα με άλλα που βρέθηκαν σε Τροία IV, Πολιόχνη Λήμνου, Άγιο Κοσμά, Μάνικα, Μαραθώνα, Κέα που ανήκουν στην περίοδο Καστρί.

Από τα 39 ευρήματα του Α. Σάμψων, σημειώνεται ότι ενδιαφέρον έχουν 18 ακόσμητα ρηχά γυαλιστερά καφέ ή πορτοκαλοκόκκινα κύπελλα που φέρουν χαραγμένα σύμβολα, που κοινώς αποκαλούνταν «σημάδια του αγγειοπλάστη», τα οποία μοιάζουν κάπως με τα ελληνικά κεφαλαία Λ, Μ, Π, Ν, Τ, Χ, Ο.

Παράλληλα, η αρχαιολόγος Χριστίνα Τελεβάντου το 1997 σε παρακείμενο λακοειδή τάφο εντόπισε 16 μικρά δοχεία ημισφαιρικού σχήματος με παρόμοια εγχάρακτα σημάδια και ένα σύμβολο σε ραμφοειδή κανάτα τα οποία δημοσίευσε το 2008.

Εκτός από τα ευρήματα των μικρών ημισφαιρικών δοχείων με τα εγχάρακτα σύμβολα, ένα άλλο ενδιαφέρον αντικείμενο είναι η παρουσία του μοναδικού μοντέλου στέγασης οικίας.

Το μοντέλο αυτό φέρει δίρριχτη στέγη, με κεραμίδια. Το εύρημα είναι εντυπωσιακό και δύσκολα ερμηνεύσιμο για την εποχή αυτή.

Μετά από την επιγραφική μελέτη του ερευνητή δρ Τσικριτσή φαίνεται ότι 12 διαφορετικά σύμβολα, τα οποία επαναλαμβάνονται εγχάρακτα στο κέντρο των μικρών ημισφαιρικών δοχείων, έχουν ομοιότητα και μπορούν να ταυτιστούν με τα συλλαβικά σύμβολα της Γραμμικής Α και Κρητικής Ιερογλυφικής γραφής σε ποσοστό 50% για κάθε γραφή.

Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν μια κοινή χρήση των συμβόλων των κρητικών γραφών περίπου από το 2500 πΧ.

Έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι η εμφάνιση των 12 διαφορετικών συμβόλων της μινωικής γραφής δεν συνοδεύεται από ευρήματα Μινωικής κεραμικής στις ταφές στο Ριβάρι της Μήλου. Έτσι, έχουμε στο Ριβάρι Κυκλαδίτικη κεραμική “ανατολικής έμπνευσης” με Μινωικά σύμβολα.

Αν και το δείγμα των 12 διαφορετικών συμβόλων που αντιστοιχεί σε ένα 10% συνολικά της Μινωικής γραφής, αναδεικνύεται ο προβληματισμός μήπως η γραφή αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί κυκλαδική δημιουργία, η οποία σε κάποια φάση διαδόθηκε και στο Μινωικό πολιτισμό.

Την ίδια περίοδο στην Κρήτη, παρατηρείται εισβολή πολιτιστικών στοιχείων από Κυκλάδες (ειδώλια, αγγεία ανατολικού τύπου) στην Αγιά Φωτιά, Πετράς και Αρχάνες. Στο παρελθόν υπήρξε συζήτηση μεταξύ των ερευνητών σχετικά με την ύπαρξη κυκλαδικών αποικιών στο νησί της Κρήτης (Ντούμας 1976), (Δαβάρας και Betancourt 2004, Betancourt 2008) και (Σάμψων 1985, 1988).

Οι συλλαβές κοντά στη βάση των αγγείων φαίνεται ότι ήταν χαραγμένες από τον αγγειοπλάστη πριν το ψήσιμο. Πιθανόν να υποδηλώνουν το εργαστήριο ή τη χρήση ή το περιεχόμενο του αγγείου.



Από το σύνολο των 39 αγγείων με τα εγχάρακτα 12 επαναλαμβανόμενα συλλαβικά σύμβολα ενδιαφέρον είναι το σύμβολο βέλος «á» ή «â» (γραμμή 2 στον Table 1), που αντιστοιχεί στο σύμβολο του κριθαριού της Γραμμικής Α, έχει την υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης περίπου 30% και εμφανίζεται σε 6 μικρά ημισφαιρικά δοχεία.

Ενδεχομένως, αυτό το σύμβολο να είναι ένδειξη ότι τα μικρά ημισφαιρικά δοχεία πιθανόν να χρησιμοποιούντο ως προσφορές με κάποιου είδους προϊόντος “κριθαριού” για τη μετά θάνατον ζωή του νεκρού, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα ότι το Ριβάρι ήταν νεκροταφείο.

Πιθανόν τα υπόλοιπα σύμβολα που εμφανίζονται στα μικρά ημισφαιρικά δοχεία του Table 1 να είναι ακρόφωνα συλλαβικών λέξεων, υποδεικνύοντας ότι το αντίστοιχο ημισφαιρικό δοχείο χρησιμοποιήθηκε ως δοχείο προσφοράς για προϊόντα, σιτηρών, μελιού, λαδιού κλπ.

Η εμφανιζόμενη Αιγαιακή γραφή στο Ριβάρι της Μήλου δημιουργεί προβληματισμό στην καθιερωμένη άποψη που θεωρεί ότι η γραφή πρωτοεμφανίζεται στον Μινωικό Πολιτισμό περί το 2000 πΧ.

Η μεγάλη ανάπτυξη του Κυκλαδικού Πολιτισμού που παρατηρείται στην τεχνολογία κατασκευής οικιών στα διασωζόμενα κυκλαδικά ειδώλια που δείχνουν ανεπτυγμένες κοινωνικές δομές, στην Αστρονομική του γνώση που αποτυπώνεται στα Τηγανόσχημα με τις συνοδικές καταγραφές των Πλανητών, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μια ανεπτυγμένη ναυτική επικοινωνία, όπου η ανάπτυξη της γραφής ήταν αναγκαία για τις ανάγκες του εμπορίου.

Με βάση την επιγραφική μελέτη που πραγματοποίησαν οι κκ Τσικριτσής και Σάμψων διαφαίνεται ότι από το σύνολο των 12 διαφορετικών επαναλαμβανόμενων σημείων τα μισά ανήκουν στην Κρητική Ιερογλυφική και Γραμμική Α γραφή, δηλαδή 500 χρόνια πίσω είναι πιθανόν να είχε αναπτυχθεί μια Αιγαιακή γραφή, η οποία στη συνέχεια να υιοθετήθηκε και να αναπτύχθηκε μετά την 2η χιλιετία στον Μινωικό Πολιτισμό.

«Ο αριθμός των συμβόλων που βρέθηκε αντιστοιχεί περίπου στο 10% μιας αναπτυγμένης συλλαβικής γραφής και ευελπιστούμε στο μέλλον να αποκαλυφθούν ακόμα περισσότερα που θα ενισχύσουν την άποψη μας ότι η Αιγαιακή γραφή ξεκινά από την 3η χιλιετία πΧ».

Αριστοτέλης, η φιλαυτία και η αναγκαιότητα των φίλων

Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι η αγάπη του εαυτού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υγιή προσέγγιση του άλλου (όποιος δεν αγαπάει τον εαυτό του δεν μπορεί να έχει γνήσιους φίλους) συνεχίζει να διερευνά το ζήτημα της αγάπης του εαυτού θέτοντας το ερώτημα: «Ένα άλλο ερώτημα που προκαλεί συζητήσεις είναι αν πρέπει κανείς να αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό του ή κάποιον άλλο» (1168a 8, 31-32).

Η διερεύνηση μετατίθεται, καθώς η αγάπη για τον εαυτό δεν τίθεται πλέον ως προϋπόθεση για το πλησίασμα του άλλου, αλλά ως πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα που θα εξασφαλίσει την ισορροπία της ύπαρξης. Και βέβαια, μια τέτοια εκδοχή δε θα μπορούσε να μην επιφέρει αντιρρήσεις: «Κατηγορούν, πράγματι, οι άνθρωποι αυτούς που αγαπούν κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό τους και, σαν για να χρησιμοποιήσουν γι’ αυτούς μια άσχημη λέξη, τους ονομάζουν φίλαυτους» (1168a 8, 32-33).

Είναι ξεκάθαρο ότι η φιλαυτία αποτελεί αρνητική έννοια και αποδίδεται σε ανθρώπους χαμηλής ποιότητας: «Κατά την κοινή αντίληψη ο ασήμαντος και μικρής αξίας άνθρωπος ό,τι κάνει το κάνει για τον εαυτό του, τόσο μάλιστα περισσότερο όσο πιο κακός είναι» (1168a 8, 33-35). Κι από την άλλη: «ο καλός και αξιόλογος άνθρωπος ό,τι κάνει το κάνει για χάρη του ωραίου (όσο μάλιστα πιο καλός είναι, τόσο πιο πολύ για χάρη του ωραίου), και ακόμη το κάνει για χάρη του φίλου του· το δικό του συμφέρον το αφήνει κατά μέρος» (1168a 8, 36-38).

Το επιχείρημα της αγάπης προς το φίλο, που πρέπει να τίθεται πάνω από τον εαυτό, καταδεικνύει ότι, όταν κάποιος αγαπά τον εαυτό του πάνω από οτιδήποτε άλλο, είναι αδύνατο να συμπλέει με τους κανόνες της αρετής: «Λένε δηλαδή ότι πρέπει να αγαπούμε κατά πρώτο και κύριο λόγο τον καλύτερό μας φίλο, και καλύτερος φίλος είναι αυτός που τα αγαθά που επιθυμούμε γι’ αυτόν τα επιθυμούμε για χάρη εκείνου, έστω κι αν αυτό δε θα γίνει γνωστό σε κανέναν» (1168b 8, 1-3).

Από την άλλη, το δεδομένο ότι οι φιλικές σχέσεις είναι μια προέκταση των σχέσεων με τον εαυτό καταδεικνύει ότι ο φίλος εκλαμβάνεται ως άλλος εαυτός για τον οποίο ενδιαφέρεται κανείς εξίσου: «Έχουμε, πράγματι, ήδη πει ότι από αυτή τη σχέση» (εννοείται τη σχέση με τον εαυτό) «τα χαρακτηριστικά της φιλίας επεκτείνονται και προς τους άλλους ανθρώπους. Και όλες οι παροιμίες συμφωνούν σ’ αυτό, π.χ. “Μια ψυχή”, “Όλα των φίλων κοινά”, “Φιλία θα πει ισότητα”, “Κοντινότερο από την κνήμη είναι το γόνατο”» (1168b 8, 5-9).

Η αντίληψη του φίλου ως «μια ψυχή» με τον οποίο όλα είναι κοινά σε καθεστώς απόλυτης ισότητας καθιστά σαφές ότι η αγάπη του φίλου δεν υπερβαίνει αλλά τίθεται ισάξια με την αγάπη του εαυτού. Με άλλα λόγια, αυτό που αξίζει να αισθάνεται κανείς για το φίλο αξίζει να το αισθάνεται και για τον εαυτό του. Κι αν για το φίλο αξίζει να ενδιαφέρεται κανείς «για χάρη εκείνου», με τον ίδιο τρόπο αξίζει να ενδιαφέρεται και για τον εαυτό του ως (κυριολεκτικά) «μια ψυχή».

Το συμπέρασμα πηγάζει αβίαστα: «Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούμε να τα βρούμε κατά πρώτο και κύριο λόγο στη σχέση μας προς τον ίδιο τον εαυτό μας· γιατί ο καθένας είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του, και άρα ο καθένας πρέπει να αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό του» (1168b 8, 9-11).

Όμως, εφόσον ισχύει αυτό που λένε οι πολλοί κατηγορώντας την αγάπη του εαυτού ως φιλαυτία, πώς μπορεί να ισχύει ταυτόχρονα και το συμπέρασμα που θέλει ότι «ο καθένας πρέπει να αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο τον εαυτό του»; Με άλλα λόγια: «Ποια από τις δύο απόψεις πρέπει να ακολουθήσουμε, τη στιγμή που και οι δύο είναι αληθοφανείς;» (1168b 8, 12-13).

Ο Αριστοτέλης θα πάρει τα πράγματα από την αρχή: «Ίσως λοιπόν πρέπει να ξεχωρίσουμε τη μια από την άλλη τις απόψεις αυτές και να προσπαθήσουμε να ορίσουμε ως ποιο σημείο και πώς αληθεύει η καθεμιά τους. Αν καταλάβουμε με πιο τρόπο συλλαμβάνουν οι μεν και οι δε το νόημα της φιλαυτίας, το πράγμα θα γίνει αμέσως φανερό» (1168b 8, 13-16).

Εν τέλει, η διαφωνία έχει να κάνει με τον τρόπο που ορίζεται η φιλαυτία στη μια και την άλλη περίπτωση. Ο Αριστοτέλης θα αποσαφηνίσει αρχικά την πρώτη περίπτωση: «Αυτοί λοιπόν που καταλαβαίνουν το πράγμα ως όνειδος ονομάζουν φίλαυτους αυτούς που θέλουν για τον εαυτό τους το μεγαλύτερο μερτικό των χρημάτων, των τιμών και των σωματικών ηδονών – αυτά, πράγματι, λαχταρούν οι περισσότεροι άνθρωποι και γι’ αυτά έδειξαν πολύ μεγάλο ζήλο σαν να είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει, πράγμα που τα έκανε να είναι περιπόθητα. Αυτοί λοιπόν που είναι άπληστοι ως προς αυτά τα πράγματα κοιτάζουν πώς να υπηρετήσουν τις επιθυμίες τους και, γενικά, τα πάθη τους και το άλογο μέρος της ψυχής τους· τέτοιοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι· αυτός είναι και ο λόγος που η συνήθης σημασία της λέξης έχει την αρχή της στους πολλούς, που είναι ασήμαντοι και δίχως καμιά αξία άνθρωποι· δικαιολογημένα λοιπόν ψέγονται οι με αυτό το νόημα φίλαυτοι» (1168b 8, 16-26).

Η έννοια της φιλαυτίας θεωρείται στρεβλή μέσα στο πλαίσιο της ολικής στρέβλωσης, που ταυτίζει το συμφέρον του εαυτού με τον εγωισμό και την απληστία. Αν, όμως, τα πράγματα αντιστραφούν και η αγάπη για τον εαυτό εκδηλώνεται με τους όρους της αρετής ως διαρκής επιδίωξη του ωραίου και της δικαιοσύνης, τότε η ερμηνεία αλλάζει: «αν κανείς άλλο δε θέλει συνεχώς παρά να πράττει, περισσότερο αυτός από όλους τους άλλους, τα έργα της δικαιοσύνης ή της σωφροσύνης ή τα έργα οποιασδήποτε άλλης αρετής, και γενικά προσπαθεί συνεχώς να εξασφαλίζει για τον εαυτό του την (ηθική) ομορφιά, κανένας δε θα πει ότι ο άνθρωπος αυτός είναι φίλαυτος, ούτε θα τον ψέξει» (1168b 8, 28-32).

Όμως, για τον Αριστοτέλη η φιλαυτία ως χαρακτηρισμός αρμόζει περισσότερο σ’ αυτή τη δεύτερη εκδοχή του ενάρετου ανθρώπου: «Αυτού του είδους όμως τον άνθρωπο θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει πιο φίλαυτο από τον άλλο. Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός θέλει για τον εαυτό του τα πιο όμορφα και τα καλύτερα πράγματα, και κοιτάζει να υπηρετήσει το κυριότερο μέρος του εαυτού του, και υπακούει σ’ αυτό σε όλα» (1168b 8, 32-35). Και συμπληρώνει: «ο κατεξοχήν λοιπόν φίλαυτος είναι αυτός που αγαπάει και υπηρετεί αυτό το μέρος του εαυτού του» (1168b 8, 37-38).

Σε τελική ανάλυση, όλες οι πράξεις έχουν να κάνουν με την αγάπη προς τον εαυτό, τον οποίο ο καθένας προσπαθεί να ικανοποιήσει. Το ζήτημα είναι η ποιότητα των πράξεων με τις οποίες το πετυχαίνει κανείς. Ο ενάρετος νιώθει χαρά με την πραγμάτωση της αρετής όχι ως άρνηση του εαυτού, αλλά επειδή ικανοποιείται μόνο από τις ωραίες πράξεις (σε αντίθεση με τον τιποτένιο που χαίρεται με τις τιποτένιες). Κι επειδή η ικανοποίηση της αρετής είναι η ύψιστη χαρά, ο ενάρετος καταδεικνύεται ως κατεξοχήν φίλαυτος, αφού φτάνει στην ύψιστη ικανοποίηση του εαυτού ασκώντας την αρετή.

Θα έλεγε κανείς ότι η φιλαυτία, ως έννοια, έχει δύο όψεις: από τη μια την ποταπότητα της φτηνής ικανοποίησης που προέρχεται από τις ανάξιες πράξεις κι από την άλλη τη μεγαλοπρέπεια που γεννιέται από τις υψηλές πράξεις, η οποία όμως έχει και πάλι ως κίνητρο την αγάπη και την ευχαρίστηση του εαυτού. Το ζήτημα είναι πώς έχει μάθει κανείς (με τον εθισμό) να προσφέρει χαρά στον εαυτό του, δηλαδή αν έχει μάθει να ενεργεί σύμφωνα με τη λογική ή να παρασύρεται από τις άλογες παρορμήσεις της ψυχής που αποχαλινώνουν τα πάθη.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Ο άνθρωπος λέγεται εγκρατής ή ακρατής ανάλογα με το αν ο νους του έχει ή δεν έχει τον έλεγχο του εαυτού του: θέλουν με αυτό να πουν ότι ο καθένας μας δεν είναι παρά ο νους του. Θεωρούν, άλλωστε, ότι κατεξοχήν δικές τους πράξεις και καμωμένες με τη θέλησή τους είναι οι πράξεις που έχουν γίνει σύμφωνα με το λογικό μέρος της ψυχής τους. Ότι αυτό λοιπόν το μέρος του εαυτού του, ή κατά κύριο λόγο αυτό, είναι ο κάθε άνθρωπος, είναι φανερό, όπως και το ότι ο αξιόλογος και ενάρετος άνθρωπος αυτό το μέρος του εαυτού του αγαπάει κατά πρώτο και κύριο λόγο» (1168b 8, 40-41 και 1169a 1-4).

Κι εφόσον η ικανοποίηση του εαυτού καταδεικνύει τη φιλαυτία, αυτός που ευχαριστιέται περισσότερο είναι και ο περισσότερο φίλαυτος: «Γι’ αυτό και θα λέγαμε ότι αυτός είναι ο πραγματικός φίλαυτος – διαφορετικού βέβαια είδους από το είδος που ψέγεται: η διαφορά του από εκείνον είναι όση η διαφορά μιας ζωής που κυβερνιέται από τη λογική από μια ζωή υποταγμένη στα πάθη, ή όση είναι η διαφορά της επιθυμίας για το ωραίο και το καλό από την επιθυμία γι’ αυτό που θεωρεί κανείς συμφέρον του» (1169a 8, 4-8).

Αυτός είναι και ο λόγος που ο ενάρετος άνθρωπος οφείλει να είναι φίλαυτος (οφείλει δηλαδή να θέλει να ευχαριστεί τον εαυτό του) σε αντίθεση με τον τιποτένιο, που θα ήταν καλύτερο να μην είναι: «Ο ενάρετος άνθρωπος πρέπει να είναι φίλαυτος (γιατί πράττοντας ηθικά ωραίες πράξεις και ο ίδιος θα ωφεληθεί και τους άλλους θα ωφελήσει), ενώ ο κακός άνθρωπος δεν πρέπει να είναι· γιατί αυτό θα βλάψει και τον εαυτό του και τους άλλους, καθώς ακολουθεί τα κακά του πάθη» (1169a 8, 13-17).

Από αυτή την άποψη, δε θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη ευχή για μία πόλη από το να αποτελείται από πολίτες που θα ανταγωνίζονται στη φιλαυτία με τον τρόπο της αρετής: «Τους ανθρώπους λοιπόν που δείχνουν εξαιρετικό ζήλο για τις ωραίες πράξεις όλοι τους εγκρίνουν και τους επαινούν· και αν όλοι οι άνθρωποι συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο στο ωραίο και έβαζαν όλες τους τις δυνάμεις στο να πράττουν ό,τι είναι πιο ωραίο, τότε και η κατάσταση της κοινότητας θα ήταν αυτή που πρέπει να είναι και το κάθε επιμέρους άτομο θα είχε τα μεγαλύτερα αγαθά, αφού η αρετή είναι το μεγαλύτερο αγαθό» (1169a 8, 8-13).

Από αυτή την άποψη, η θυσία για το φίλο μπορεί να εκληφθεί ως ύψιστη φιλαυτία, αφού προσφέρει την υπέρτατη χαρά πραγματώνοντας την τέλεια αρετή: «Αληθεύει, επίσης, ότι ο ενάρετος άνθρωπος κάνει πολλά για τους φίλους του και για την πατρίδα του, και ότι, αν χρειαστεί, δίνει και τη ζωή του για χάρη τους· πραγματικά, και τα χρήματα θα τα θυσιάσει και τις τιμές και, γενικά, τα περιπόθητα αγαθά, επιδιώκοντας να κερδίσει για τον εαυτό του την (ηθική) ομορφιά· ο άνθρωπος αυτός θα προτιμούσε μια μικρής διάρκειας έντονη ηδονή από μια μεγαλύτερης διάρκειας ήρεμη και άνετη απόλαυση· θα προτιμούσε να ζήσει ένα χρόνο με (ηθική) ομορφιά παρά πολλά χρόνια με τρόπο ασήμαντο και τυχαίο· θα προτιμούσε μια πράξη όμορφη μεγάλης αξίας παρά πολλές μικρής αξίας. Και μάλλον αυτό είναι που συμβαίνει σ’ αυτούς που δίνουν τη ζωή τους για τους φίλους τους· αυτό, επομένως, που επιλέγουν για τον εαυτό τους είναι κάτι το μεγάλο και ωραίο» (1169a 8, 21-30).

Ο ενάρετος φίλαυτος είναι αυτός που ικανοποιείται όταν έχει το μεγαλύτερο μερίδιο από τις πράξεις της αρετής. Κι αυτή είναι η διαφορά του από τη φιλαυτία των πολλών που δικαίως θεωρείται κακό και ψέγεται: «Με αυτόν, επομένως, τον τρόπο πρέπει κανείς να είναι φίλαυτος, με τον τρόπο όμως των πολλών, όχι» (1169b 8, 1-3).

Η φιλαυτία αυτού του είδους καταδεικνύει και την ανάγκη του ανθρώπου για προσφορά σύμφωνα με τις επιταγές της αρετής. Κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος που καθιστά σαφή την αναγκαιότητα των φίλων: «Αν είναι γνώρισμα του φίλου πιο πολύ το να ευεργετεί παρά το να ευεργετείται· αν οι ευεργεσίες είναι γνώρισμα του ενάρετου ανθρώπου και της αρετής· αν είναι πιο όμορφο πράγμα να ευεργετεί κανείς φίλους παρά ξένους ανθρώπους, τότε ο ενάρετος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να χρειάζεται ανθρώπους στους οποίους θα κάνει τις ευεργεσίες του» (1169b 9, 12-15).

Κι ακριβώς έτσι ορίζεται η ευδαιμονία που έχει να κάνει με τη συνύπαρξη που διέπεται σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής. Ο ευδαίμων είναι ευδαίμων, όχι γιατί κατάφερε να αποκτήσει την πληρότητα από μόνος του, αλλά επειδή πέτυχε την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους ανθρώπους. Η ύπαρξη των φίλων και η καθημερινή τους συναναστροφή είναι που τον καθιστά ευτυχισμένο – σε συνδυασμό βέβαια και με την καλλιέργεια της ψυχής, που τον πλουτίζει με ενδιαφέροντα. Γι’ αυτό η ευτυχία είναι συνθήκη καθημερινή που απαιτεί την ενέργεια της ψυχής προκειμένου να αποκτηθεί. Και μόνο η αρετή είναι σε θέση να την προσφέρει.

Στο ζήτημα, λοιπόν, της αναγκαιότητας των φίλων δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφισβήτηση. Ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει: «Είναι παράδοξο να κάνουμε μοναχικό τον ευδαίμονα άνθρωπο· κανένας, πράγματι, δε θα προτιμούσε να έχει όλα τα αγαθά του κόσμου, αν ήταν να τα χαίρεται μόνος του· γιατί ο άνθρωπος είναι ένα ον προορισμένο να ζει στην κοινωνία της πόλης, που πάει να πει ότι η ίδια η φύση τον προόριζε να ζει μαζί με άλλους ανθρώπους. Το ίδιο λοιπόν ισχύει και για τον ευδαίμονα άνθρωπο, αφού έχει όλα όσα είναι εκ φύσεως αγαθά – και είναι προφανώς προτιμότερο να περνάει κανείς τις ώρες και τις μέρες του μαζί με φίλους και καλούς ανθρώπους παρά με ξένους και με τυχαίους ανθρώπους» (1169b 9, 20-26).

Η αντίληψη που υποστηρίζει ότι ο ευδαίμων δεν έχει ανάγκη από φίλους δεν μπορεί παρά να αναπαράγεται από τη στρέβλωση που υποβαθμίζει τη φιλία ταυτίζοντάς τη με τη ρηχότητα της ωφέλειας ή της επιφανειακής ευχαρίστησης: «Τι ακριβώς λοιπόν λένε οι οπαδοί της πρώτης άποψης» (εννοείται της άποψης ότι ο ευδαίμων δεν έχει ανάγκη από φίλους) «και σε ποιο σημείο πετυχαίνουν την αλήθεια; Μήπως στο ότι για τους περισσότερους ανθρώπους φίλοι είναι αυτοί που μας είναι χρήσιμοι; Τέτοιους φίλους ο ευδαίμων άνθρωπος πραγματικά δε θα τους χρειαστεί, αφού αυτός έχει ήδη όλα τα αγαθά· όπως, επίσης, δε θα χρειαστεί αυτούς που τους κάνει κανείς φίλους του για την ευχαρίστηση που θα του προσφέρουν, ή θα τους χρειαστεί σε μικρό μόνο βαθμό (γιατί η ζωή του, ευχάριστη από μόνη της, δεν έχει καμιά ανάγκη από “εισαγόμενη από έξω” ευχαρίστηση)· επειδή λοιπόν δε χρειάζεται τέτοιους φίλους, ο κόσμος θεωρεί ότι δε χρειάζεται φίλους. Αυτό όμως δεν είναι ασφαλώς αλήθεια» (1169b 9, 26-33).

Η πληρότητα του ανθρώπου δεν έχει να κάνει μόνο με την εκπλήρωση των φυσικών αναγκών ούτε ερμηνεύεται μόνο μέσα από την αντίληψη των αισθήσεων. Μια τέτοια εκδοχή αρμόζει περισσότερο στα ζώα. Ο άνθρωπος διαθέτει και νόηση, που του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται με τρόπο πληρέστερο όλα τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Η νόηση είναι που γεννά και την ανάγκη της αληθινής επαφής και της συντροφικότητας, ως απόρροια της κοινωνικής φύσης που του έχει αποδοθεί. Η ανθρώπινη συνύπαρξη δεν έχει καμία σχέση με εκείνη των ζώων που μπορεί να βρίσκονται στο ίδιο βοσκοτόπι. Η νόηση επιβάλλει μια άλλη δυναμική στις σχέσεις που θα δημιουργηθούν προτάσσοντας την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη του κοινωνείν για όλους τους ανθρώπους.

Από αυτή την άποψη, ο ενάρετος άνθρωπος είναι αυτός που ξέρει να εκπληρώνει τις ανάγκες του. Κι αυτός είναι ο λόγος που θα κατακτήσει την ευτυχία. Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να γίνει σαφέστερος: «Πρέπει λοιπόν να έχει κανείς συνείδηση για το φίλο του ότι υπάρχει, πράγμα που θα ερχόταν ως αποτέλεσμα του να συνυπάρχει μαζί του στην καθημερινή ζωή και να έχει μαζί του κοινωνία λόγων και σκέψεων – γιατί μόνο έτσι φαίνεται ότι πρέπει να γίνεται κατανοητή η συμβίωση στην περίπτωση των ανθρώπων και όχι όπως στην περίπτωση των ζώων να βόσκουν στον ίδιο τόπο» (1170b 9, 12-16).

Το ερώτημα, λοιπόν, του κατά πόσο ο ευδαίμων χρειάζεται φίλους ή όχι κρίνεται περιττό, αφού η απάντηση είναι δεδομένη. Για την ακρίβεια, οι φίλοι είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας του, καθώς χωρίς αυτούς δε θα ήταν ευδαίμων: «Για να είναι ευδαίμων, ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ενάρετους φίλους» (1170b 9, 21-22).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 3.5.14–3.5.17

Η Αθήνα σε παρακμή

Στην αρχή του τρίτου βιβλίου παρατίθενται διάφορες συζητήσεις του Σωκράτη με πρόσωπα που ανέλαβαν ή επιθυμούσαν να αναλάβουν δημόσια αξιώματα. Ανάμεσά τους κι εκείνη με την οποία ο φιλόσοφος προσπάθησε να εμψυχώσει και να συμβουλεύσει τον Περικλή, γιο του ομώνυμου ηγέτη της πόλης, να επιχειρήσει να ξαναδώσει στην Αθήνα την αίγλη του παρελθόντος. Στο παρακάτω απόσπασμα αναπτύσσονται κυρίως οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις του συνομιλητή του, τις οποίες θα ανασκευάσει στη συνέχεια ο Σωκράτης
.

[3.5.14] Νῦν οὖν, ἔφη, τί ἂν ποιοῦντες
ἀναλάβοιεν τὴν ἀρχαίαν ἀρετήν; καὶ ὁ Σωκράτης· Οὐδὲν
ἀπόκρυφον δοκεῖ μοι εἶναι, ἀλλ’ εἰ μὲν ἐξευρόντες τὰ τῶν
προγόνων ἐπιτηδεύματα μηδὲν χεῖρον ἐκείνων ἐπιτηδεύοιεν,
οὐδὲν ἂν χείρους ἐκείνων γενέσθαι· εἰ δὲ μή, τούς γε νῦν
πρωτεύοντας μιμούμενοι καὶ τούτοις τὰ αὐτὰ ἐπιτηδεύοντες,
ὁμοίως μὲν τοῖς αὐτοῖς χρώμενοι οὐδὲν ἂν χείρους ἐκείνων
εἶεν, εἰ δ’ ἐπιμελέστερον, καὶ βελτίους. [3.5.15] Λέγεις, ἔφη, πόρρω
που εἶναι τῇ πόλει τὴν καλοκἀγαθίαν. πότε γὰρ οὕτως
Ἀθηναῖοι ὥσπερ Λακεδαιμόνιοι ἢ πρεσβυτέρους αἰδέσονται,
οἳ ἀπὸ τῶν πατέρων ἄρχονται καταφρονεῖν τῶν γεραιτέρων,
ἢ σωμασκήσουσιν οὕτως, οἳ οὐ μόνον αὐτοὶ εὐεξίας ἀμε-
λοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιμελομένων καταγελῶσι; [3.5.16] πότε δὲ
οὕτω πείσονται τοῖς ἄρχουσιν, οἳ καὶ ἀγάλλονται ἐπὶ τῷ
καταφρονεῖν τῶν ἀρχόντων; ἢ πότε οὕτως ὁμονοήσουσιν,
οἵ γε ἀντὶ μὲν τοῦ συνεργεῖν ἑαυτοῖς τὰ συμφέροντα ἐπη-
ρεάζουσιν ἀλλήλοις καὶ φθονοῦσιν ἑαυτοῖς μᾶλλον ἢ τοῖς
ἄλλοις ἀνθρώποις, μάλιστα δὲ πάντων ἔν τε ταῖς ἰδίαις
συνόδοις καὶ ταῖς κοιναῖς διαφέρονται καὶ πλείστας δίκας
ἀλλήλοις δικάζονται καὶ προαιροῦνται μᾶλλον οὕτω κερδαί-
νειν ἀπ’ ἀλλήλων ἢ συνωφελοῦντες αὑτούς, τοῖς δὲ κοινοῖς
ὥσπερ ἀλλοτρίοις χρώμενοι περὶ τούτων αὖ μάχονται καὶ
ταῖς εἰς τὰ τοιαῦτα δυνάμεσι μάλιστα χαίρουσιν; [3.5.17] ἐξ ὧν
πολλὴ μὲν ἀτηρία καὶ κακία τῇ πόλει ἐμφύεται, πολλὴ δὲ
ἔχθρα καὶ μῖσος ἀλλήλων τοῖς πολίταις ἐγγίγνεται, δι’ ἃ
ἔγωγε μάλα φοβοῦμαι ἀεί, μή τι μεῖζον ἢ ὥστε φέρειν
δύνασθαι κακὸν τῇ πόλει συμβῇ.

***
Τώρα λοιπόν, είπε, τι πράττοντες, ήθελαν αναλάβει την παλαιάν των αρετήν; Και ο Σωκράτης· ― Νομίζω, ότι δεν είναι καθόλου πράγμα μυστικόν, αλλ' εάν μεν, εξεύροντες τας συνηθείας των προγόνων, ήθελαν τας εκτελεί καθόλου χειρότερα από κείνους, ουδόλως χειρότεροι εκείνων θα εγίνοντο· ει δε μη, μιμούμενοι τουλάχιστον εκείνους που πρωτεύουν τώρα και πράττοντες τα ίδια με αυτούς, καθόλου χειρότεροι δεν θα εγίνοντο απ' εκείνους, εάν δε επιμελέστερον πράττωσι, και καλύτεροι δύνανται να είναι. ― Διισχυρίζεσαι λοιπόν, είπεν, ότι απέχει πολύ από την πόλιν μας η τελειότης της σωματικής και ψυχικής μορφώσεως. Διότι πότε οι Αθηναίοι ωσάν τους Λακεδαιμονίους ή τους πρεσβυτέρους των θα σεβασθούν, αφού από τους πατέρας των αρχίζουν να περιφρονούν τους γεροντοτέρους, ή τόσον θα ασκηθούν σωματικώς, αφού όχι μόνον οι ίδιοι παραμελούν την σωματικήν υγείαν, αλλά και περιγελούν εκείνους που την φροντίζουν; Πότε δε θα πείθωνται τόσον εις τους άρχοντας, αφού και υπερηφανεύονται διότι περιφρονούν τους άρχοντας, ή πότε ούτω θα ομονοήσουν, αφού μάλιστα, αντί μεν να βοηθούν ο ένας τον άλλον εις τα συμφέροντά των, βλάπτουν αλλήλους και φθονούν ο ένας τον άλλον περισσότερον παρά τους ξένους ανθρώπους, προ πάντων δε και εις τας ιδιωτικάς συναθροίσεις και εις τας δημοσίας διχογνωμούν και πλείστας δίκας αναμεταξύ των κάμνουν και προτιμούν μάλλον κατ' αυτόν τον τρόπον να κερδίζουν ο ένας από τον άλλον, παρά βοηθούντες αλλήλους, επειδή δε τα θεωρούν τα κοινά ως ξένα, μάχονται δι' αυτά, και χαίρονται πάρα πολύ διά τας δυνάμεις τας οποίας καταναλίσκουν εις τας τοιαύτας έριδας; Ένεκα τούτων αφ' ενός μεν πολλή βλάβη και δυστυχία γεννάται εις την πόλιν, αφ' ετέρου δε πολλή έχθρα και μίσος μεταξύ των πολιτών δημιουργείται, διά τα οποία εγώ τουλάχιστον φοβούμαι πάντοτε, μήπως συμβή εις την πόλιν κανέν δυστύχημα μεγαλύτερον από όσον ημπορεί να βαστάξη;