Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Επιστήμη και Θεολογία


Ένα θέμα το οποίο έχει απασχολήσει για διάφορους λόγους την Ελληνική κοινωνία είναι η αφανής ή φανερή σύγκρουση μεταξύ του εν γένει Χριστιανισμού και της Επιστήμης. Προκειμένου να αποκαταστήσουμε την αλήθεια πάνω σε αυτό το θέμα πρέπει να τονίσουμε ότι η σύγκρουση μεταξύ Θεολογίας και Επιστήμης αφορά και αναφέρεται στις σχέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και όχι της Ορθοδοξίας με την Επιστήμη.

Η σύγκρουση αυτή κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα, πολύ μετά το σχίσμα, και δεν είχε καμιά σχέση με την Ορθοδοξία, που τότε στέναζε κάτω από τον τουρκικό ζυγό.


Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στα αίτια που δημιούργησαν αυτή τη ρήξη. Το δυτικό πολιτισμικό ρεύμα την περίοδο συγκρότησής του, μετά από εσωτερικές συγκρούσεις, υιοθέτησε ως εσωτερική φιλοσοφία του ένα μόρφωμα της προχριστιανικής ιουδαϊκής θεολογίας στην οποία ενσωματώθηκαν επιλεκτικά, μέρη του πρωτογενούς χριστιανικού δόγματος. Με λίγα λόγια επικράτησε η άποψη των χριστιανικών εκείνων ομάδων και εν τέλει στη Δύση, πίστευαν ότι ο Χριστιανισμός είναι μια συνέχεια του Ιουδαϊσμού με πραγματοποιημένη την προφητεία περί ελεύσεως του Μεσσία. Έτσι, όμως υιοθετήθηκε και ενσωματώθηκε στη δομή του δυτικού πολιτισμού η καμπαλιστική άποψη περί δομής του Σύμπαντος που περιεχόταν ως θεμελιώδες δόγμα στο πλαίσιο της ιουδαϊκής θρησκείας.
Μια τέτοια αποδοχή οδήγησε αρχικά στην υιοθέτηση ως βάση της δυτικής επιστήμης του μέρους εκείνου της αριστοτέλειας γνώσης που αφορούσε και εξέταζε μόνο το αισθητό σύμπαν. Το σύμπαν δηλαδή το οποίο έχουν την δυνατότητα να το αντιληφθούν και να το μετρήσουν οι αισθήσεις μας και τα όργανά μας.




Μια τέτοια μηχανιστική αντίληψη της συμπαντικής συγκρότησης εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο το υλιστικό και μηχανοκρατούμενο υπόβαθρο της λαϊκής προχριστιανικής ιουδαϊκής θρησκείας πάνω στην οποία δομήθηκε ο δυτικός χριστιανισμός.

Στα θεμέλια αυτά στηρίχτηκε η επιστήμη του δυτικού πολιτιστικού ρεύματος η οποία στη συνέχεια γέννησε την δυτική τεχνολογία. Αντιθέτως ο ανίσχυρος τότε ανατολικός χριστιανισμός στηριζόταν στον πλατωνικό ιδιοκεντρισμό ο οποίος εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα και τον λόγο του χριστού που βρίσκονταν πάνω και πέρα από την έννοια της υλικής πραγματικότητας.

Στα πρώτα της βήματα η μεγάλη επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα μέσω των μεγάλων αστρονομικών ανακαλύψεων συγκρούστηκε με τον παπικό χριστιανισμό στο μέτρο που κατέρριπτε σε πάρα πολλές περιπτώσεις το ιουδαϊκό καμπαλιστικό κοσμοείδωλο.

Ως παράδειγμα αναφέρουμε την καμπαλιστική και αριστοτελική ιδεοληψία περί γεωκεντρικού συστήματος. Οι μεγάλοι αστρονόμοι αποδεικνύοντας το ότι ο ήλιος και όχι η γη βρίσκεται στο κέντρο του πλανητικού συστήματος δεν κατέρριψαν μόνο μια επιστημονική άποψη αλλά ένα βασικό θεολογικό καμπαλιστικό δόγμα της ιουδαϊκής δυτικής εκκλησίας. Για το λόγο αυτό οι πρώτοι μάρτυρες της επιστήμης εκείνη την περίοδο υπήρξαν βασικά μόνο αστρονόμοι.

Η εμμονή της δυτικής χριστιανικής εκκλησίας να στηρίζει τα καμπαλιστικά ιουδαϊκά δόγματα που αφορούσαν την επιστήμη διατηρήθηκε μέχρι των ημερών μας όταν υπό την ισχυρή κοινωνική πίεση άρθηκαν τα αναθέματα που είχαν διατυπωθεί ενάντια σε μεγάλους αστρονόμους.

Όμως σε πολλές άλλες περιπτώσεις τα υλιστικά μηχανιστικά επιστημονικά χαρακτηριστικά της μεγάλης επιστημονικής επανάστασης δεν συνάντησαν καμία αντίδραση αφού εναρμονίζονταν με το ιουδαϊκό και καμπαλιστικό χριστιανικό δόγμα της δυτικής εκκλησίας.

Ως παράδειγμα αναφέρουμε τον Νεύτωνα και την επιστημονική γνώση που απέκτησε.

Η σκέψη του μεγάλου Άγγλου φυσικού αποδέχτηκε φιλοσοφικά την άποψη ότι η σκληρή ύλη όπως την αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις και τα όργανά μας αποτελεί το πρωταρχικό και γενεσιουργό αίτιο του σύμπαντος ενώ πριν και πίσω από αυτή δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο ο Θεός.

Διατυπώνοντας την άποψη αυτή ο Νεύτων αποδέχτηκε πλήρως την ιουδαϊκή θεολογική θέση περί γεννήσεως του σύμπαντος άρα και την θέση των δυτικών χριστιανικών δογμάτων.

Αντίθετη με αυτήν την άποψη υπήρξε η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση η οποία μέσω του Μεγάλου Βασιλείου στην 1η επιστολή του εις την εξαήμερων αναφέρει:

Όπως φαίνεται υπήρχε κάτι πριν από αυτόν τον κόσμο που η διάνοιά μας μπορεί να το συλλάβει μόνο θεωρητικά. Έμεινε όμως έξω από την εξιστόρηση επειδή ήταν ακατάλληλο για ανθρώπους που μαθήτευαν ακόμη και ήταν νήπιοι στη γνώση. Υπήρχε μια κατάσταση αρχαιότερη από την γένεση του κόσμου αρμόδια στις υπερκόσμιες δυνάμεις. Η κατάσταση η πάνω από τον χρόνο, η αιώνια, η παντοτινή…





Τα υλιστικά και μηχανιστικά χαρακτηριστικά του δυτικού χριστιανισμού μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.

Η μεταφορά αυτή έγινε από θρησκευόμενους λογίους εκείνης της περιόδου οι οποίοι πίστευα πως τα δυτικά χριστιανικά δόγματα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξάπλωση και την εδραίωση της χριστιανικής πίστης στην Ελλάδα αλλά και να συντελέσουν στην ανάπτυξη της επιστήμης στα πρότυπα των άλλων ανεπτυγμένων δυτικών κρατών.

Η προσπάθεια αυτή βρήκε τη θερμή στήριξη των διοικητικών δομών του μόλις απελευθερωμένου ελληνικού κράτους οι οποίες προερχόμενες από την δυτική Ευρώπη γνώριζαν μεν πολύ καλά την δυτική χριστιανική δογματική αγνοούσαν, όμως την ορθόδοξη θεολογία.

Ως εκ τούτου οι νεόφερτες από την εσπερία θεολογικές απόψεις βρήκαν στην Ελλάδα θερμή στήριξη και εξαπλώθηκαν.

Όπως είναι φανερό η αλληλεπίδραση επιστήμης και τεχνολογίας έχει βαθιές ρίζες και σε πολλές περιπτώσεις παίρνει εκρηκτικό χαρακτήρα. Το δραματικό γεγονός όμως είναι ότι η παρέμβαση των καμπαλιστικών δυτικών θεολογικών δομών στη συγκρότηση της επιστημονικής σκέψης συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Ως παράδειγμα αναφέρουμε την άποψη που διατύπωσε ο τότε πάπας Ιωάννης Παύλος ο 2ος το 1981 για το κοσμολογικό γεγονός της δημιουργίας του σύμπαντος σε ένα συνέδριο κοσμολογίας που έγινε στο Βατικανό και στο οποίο είχε παρευρεθεί και ο Στίβεν Χόκινγκ.


Είπε ο πάπας:

Η επιστήμη δεν μπορεί από μόνη της να απαντήσει σε ένα τέτοιο ερώτημα, πάνω από όλα χρειάζεται η γνώση που προέρχεται από την αποκάλυψη του θεού.

Επειδή όμως η άποψη της παπικής εκκλησίας περί δημιουργίας του σύμπαντος είναι ταυτόσημη με αυτήν της Καμπάλα η επιστήμη αν θέλει να είναι αποδεκτή από την εκκλησία θα πρέπει να την ενστερνιστεί.


Ας αναφέρουμε όμως και ένα 2ο παράδειγμα:

Σύμφωνα με την χριστιανική και ιουδαϊκή πεποίθηση που απορρέει βέβαια από το βιβλίο της γενέσεως, ο κόσμος είχε μια καθορισμένη αρχή και ένα συγκεκριμένο τέλος. Αυτό σημαίνει ότι η χριστιανική θεολογία αποδέχεται πως το σύμπαν έχει μια συγκεκριμένη ηλικία και δεν είναι άπειρο.

Με τον τρόπο αυτό κάθε κοσμολογική επιστημονική άποψη ότι το σύμπαν είναι άπειρο απορρίπτεται ως θεολογικό ατόπημα ασχέτως το αν μπορεί να αποδειχτεί επιστημονικά.

Είναι δυνατόν στη σύγχρονη εποχή οι θεολογικές απόψεις να εμποδίσουν την ανάπτυξη των επιστημονικών ιδεών; Η απάντηση είναι ασφαλώς και όχι!

Εντούτοις μπορούν να κάνουν την καθημερινή ζωή χιλιάδων επιστημόνων πολύ δύσκολη.





Οι θεολογικές διοικητικές δομές με την δυνατότητα παρέμβασής τους σε πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς κύκλους εμφανώς ή αφανώς παρεμβαίνουν θετικά ή αρνητικά στο έργο της επιστήμης και των επιστημόνων ανάλογα με το εάν-κατά την άποψή τους- οι επιστημονικές τους θέσεις ενισχύουν ή αντιστρατεύονται τις θρησκευτικές διοικητικές δομές τους.


Απλώς οι παρεμβάσεις αυτές διατηρούν και ενισχύουν τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις μεταξύ θεολόγων και επιστημόνων. Βεβαίως και η επιστημονική κοινότητα υποδαυλίζει αυτές τις αντιθέσεις όταν σε πολλές περιπτώσεις περιθωριοποιεί εκείνους τους επιστήμονες των οποίων το επιστημονικό έργο δεν υπακούει στα δόγματα της κλασικής ιουδαϊκής, υλιστικής και μηχανοκρατικής, δυτικής επιστημονικής σκέψης.

Η λογική που στηρίζει μία τέτοια περιθωριοποίηση είναι ότι κάθε τι που δεν συμφωνεί με τις υλιστικές καμπαλιστικές και μηχανοκρατικές απόψεις είναι θεολογικό κι μεταφυσικό και ως εκ τούτου αντιεπιστημονικό.

Σήμερα πλέον 2 είναι οι βασικές φιλοσοφικές ή θεολογικές διαφωνίες μεταξύ της δυτικής χριστιανικής σκέψης και της δυτικής νευτώνειας επιστήμης:

Α] Η πρώτη διχογνωμία αφορά στην ύπαρξη μιας αόρατης δημιουργίας η οποία συνυπάρχει περισσότερο ή λιγότερο με την αισθητή στον άνθρωπο πραγματικότητα.

Ο Ομότιμος καθηγητής της θεολογικής σχολής τους παν/μιου Αθηνών κύριος Ηλίας Οικονόμου στο βιβλίο του θεολογική οικολογία αναφέρει τα παρακάτω:

Ο άκτιστος θεός βουλήθηκε, και η βούλησή του υλοποιήθηκε σε αισθητή και μη αισθητή κτίση. Έτσι υπάρχουν οι εξής πραγματικότητες:


1ον: Η πραγματικότητα του άκτιστου τριαδικού θεού

2ον: Η πραγματικότητα της κτίσεως ως αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως δηλαδή ως η πραγμάτωση του βουλήματος του θεού η οποία υποδιαιρείτο σε :

i) Μη αισθητή κτίση αθέατου μεγαλείου

ii) Σε αισθητή κτίση τεραστίας διαστάσεως, εκτάσεως, ποικιλίας, όγκου και δυνάμεως
και

iii) Σε μικτή από αισθητό και μη αισθητό στοιχείο κτίση.
(Δηλαδή τον μέγα και μικρόν άνθρωπο κατά τον Γρηγόριο τον Ίσις)


Με βάση την κλασική υλιστική και μηχανοκρατούμενη δυτική επιστημονική σκέψη τίθεται υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη ενός αόρατου κόσμου υπαρκτών οντοτήτων τον οποίο υπερασπίζεται όχι μόνο η χριστιανική θεολογία αλλά και πολλές άλλες θεολογίες. Ο άυλος και πνευματικός κόσμος των αγγέλων και των δαιμόνων των αγαθών και πονηρών πνευμάτων σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα αποτελεί ένα μύθευμα.

Η μετά τον θάνατο ζωή αποσπά τα ειρωνικά χαμόγελα των πραγματιστών επιστημόνων ενώ έστω και ο υπαινιγμός ύπαρξης μεταφυσικών ή θεολογικών φαινομένων επισύρει ποινές κοινωνικού αποκλεισμού.

Με βάση λοιπόν τον επιστημονικό πραγματισμό θεολογικό θαύμα δεν υπάρχει, ούτε επιφοίτηση του αγίου πνεύματος. Τα πάντα καθορίζονται από τους νόμους και τις ιδιότητες της χοντρής ύλης και των και των κανόνων μηχανιστικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των διαφορετικών και ανεξάρτητων υλικών αντικειμένων.


Β] Ένα δεύτερο σημείο σύγκρουσης μεταξύ της θεολογίας με την υλιστική και μηχανοκρατούμενη επιστημονική σκέψη είναι η απάντηση στην ερώτηση του «τι είναι ύλη;» και τις σχέσεις της με τον αόρατο για την ανθρώπινη φυσιολογία κόσμο.





Και στις 2 αυτές διενέξεις δίνει απάντηση η σύγχρονη επιστημονική σκέψη και η πειραματική διαδικασία.

Γνωρίζουμε πλέον πως αυτό που μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμαστε και ονομάζουμε ως απτή και εξατομικευμένη ύλη, για την σύγχρονη φυσική δεν είναι παρά ένα ψευδές κατασκεύασμα των αισθήσεών μας

Βλέπουμε δηλαδή το περιβάλλον μας όχι όπως είναι στην πραγματικότητα άλλα όπως οι αισθήσεις μας μας επιτρέπουν να το αντιληφθούμε.

Εντέλει αυτό που θα πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι ζούμε μέσα σε ένα σύμπαν που δεν μπορούμε μέσω των αισθήσεών μας. Και ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι παρά μια σκιά εκείνου που πραγματικά υπάρχει.

Αυτό που αποκαλούμε ύλη και υλική πραγματικότητα είναι ένα matrix. Ένα σύνολο παραμορφωμένων και λειψών εικόνων μιας αόρατης για την ανθρώπινη βιολογία πραγματικότητας.

Οι σύγχρονες αυτές επιστημονικές απόψεις λογικά θα έπρεπε να ικανοποιούν την θεολογική φιλοσοφία και να γεφυρώνουν τις βασικές διαφωνίες της με την επιστήμη.

Σε πολλές περιπτώσεις η σύνδεση αυτή έχει πραγματοποιηθεί και ένας νέος διάλογος επιστήμης και θεολογίας έχει ανοίξει με στόχο τη διαμόρφωση των νέων πολιτιστικών δεδομένων του αύριο.
Όμως η μεγάλη αυτή επιστημονική επανάσταση βρήκε ανέτοιμες πολλές στρεβλά εξελιγμένες θεολογικές ή παραθεολογικές διοικητικές δομές.

Αυτές σε πολλές περιπτώσεις θεώρησαν αναίτια ότι αυτές οι νέες επιστημονικές ιδέες και ανακαλύψεις δυναμίτιζαν τις δομές τους, και παράλληλα διεκδικούσαν περιοχές δράσης οι οποίες κατά την άποψή τους αποτελούσαν δικά τους παραδοσιακά πεδία δράσης.

Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Στόχος και επιδίωξη του νέου επιστημονικού πνεύματος είναι η παράλληλη συμβίωσή του με τις θεολογικές διοικητικές δομές. Να τις πείσει δηλαδή ότι δεν προσπαθεί να τις υπονομεύσει ούτε θέλει να τις αντικαταστήσει. Αντιθέτως μπορεί να τις βοηθήσει εάν το θελήσουν προκειμένου να ανακτήσουν το χαμένο κύρος τους και την επιβεβαιωτική μεταξύ τους σύνδεση

Οι Θεολόγοι θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα των πατέρων της ορθόδοξης εκκλησίας ούτως ώστε να γίνουν και οι ίδιοι άριστοι γνώστες των θετικών επιστημών.

Οι αντιδράσεις αυτών των κακώς δομημένων θεολογικών διοικητικών και θεωρητικών κύκλων δεν μπορούν να οδηγούν στην άκριτη απόρριψη της θεολογίας ως πολιτισμικής συνιστώσας.





Ας αναλογιστούμε: Ζώντας υπό το κράτος κακών δημοκρατικών διοικητικών δομών, μπορούμε να αφορίζουμε την δημοκρατία; Είναι προφανές πως δεν μπορούμε να μπλέκουμε τις κακές διοικητικές δομές με το περιεχόμενο και το νόημα της δημοκρατίας.

Με όμοιο τρόπο δεν μπορούμε να ταυτίζουμε τις όποιες κακές διοικητικές θεολογικές δομές με την έννοια της θεολογίας.

Αν θέλουμε να απορρίψουμε την δημοκρατία ή την θεολογία θα πρέπει να αμφισβητήσουμε, αιτιολογημένα βέβαια, τόσο το φιλοσοφικό περιεχόμενό τους, όσο και την επίδρασή τους στην κοινωνική και επιστημονική συγκρότηση ενός πολιτισμού και όχι να στηριχτούμε στην κακή συμπεριφορά των εκφραστών τους.

Το νέο επιστημονικό πνεύμα δεν αναζητά φυσικά την κατάργηση της δημοκρατίας ή της θεολογίας. Αγωνίζεται για ένα νέο πολιτισμικό ρεύμα στο οποίο οι διοικητικές δομές δεν θα κακοποιούν ούτε την έννοια της δημοκρατίας ούτε της βασικές έννοιες του χριστιανισμού: την αγάπη, την δικαιοσύνη, την ισότητα, την ανεκτικότητα του διαφορετικού και το πνεύμα της ανθρώπινης αλληλεγγύης.

Λιαντίνης: "Οι θρησκείες θα αφανίσουν τον άνθρωπο"


Ηχητικό απόσπασμα από το τελευταίο μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου.


Άθως, η θρησκευτική μισαλλοδοξία σε όλο της το μεγαλείο


Στη μυθολογία των αρχαίων αναφέρεται ότι ο Άθως ήταν ένας γίγαντας από τη Θράκη,ο οποίος στο πόλεμο των Θεών και των Τιτάνων,έριξε μια τεράστια θρακική βουνοκορφή εναντίον του Ποσειδώνα και έτσι σχηματίστηκε η χερσόνησος του Άθω.Οι αρχέγονοι κάτοικοι του Άθω ήταν γίγαντες τους οποίους τους αφάνισε από προσώπου γης ο Ηρακλής,ο οποίος ήταν σύμμαχος των Θεών,στο πόλεμο εναντίον των Τιτάνων.

Το 1124 π.Χ ο Άθως κατοικείται από Χαλκιδείς, το 490π.Χ ναυάγησαν στη περιοχή 300 περσικά πλοία λόγο τρικυμίας στην προσπάθεια τους να περιπλεύσουν τον Άθω και έτσι ο Ξέρξης αναγκάστηκε να ανοίξει διώρυγα στο στενότερο μέρος της χερσονήσου,ώστε να αποφεύγει τον περίπλου.

Η φήμη του Άθω αυξήθηκε όταν ο Δεινοκράτης ο οποίος είχε σχεδιάσει την Αλεξάνδρεια είπε ότι μπορεί να φτιάξει των Άθω έτσι ώστε να παριστάνει τον Μέγα Αλέξανδρο να κάθεται στο θρόνο του,το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε λόγο της άρνησης του Μέγα Αλέξανδρου,ο οποίος δεν ήταν αλαζόνας για να δεχτεί κάτι τέτοιο και η ιστορία καταγράφεται από τον Πλούταρχο και τον Λουκιανό και σώζεται και σε σχόλια της Ιλιάδας.

Την Ουρανούπολη την έχτισε ο Μέγας Αλέξανδρος και ήταν αφιερωμένη στην Θεά Άρτεμη και η περιοχή κατοικούταν μόνο από γυναίκες που λάτρευαν την Άρτεμη και απαγορευόταν η πρόσβαση στους άντρες,όχι μόνο στην Ουρανούπολη αλλά και σε ολόκληρη την χερσόνησο του Άθω.

Η μετάβαση στη νέα εποχή

Η μετατροπή του Άθω από χώρα της Άρτεμης σε περιβόλι της Παναγίας που είναι και η σημερινή ονομασία, συνέβη όταν ο Ιησούς έριξε κλήρους μεταξύ των μαθητών του για το ποιος θα πάει και σε ποια χώρα να διδάξει,στη κλήρωση ήθελε να συμμετέχει και η Παναγία και της έτυχε να πάει στην Ισπανία,ο αρχάγγελος Γαβριήλ όμως είχε διαφορετική γνώμη και της είπε να πάει στον Άθω,πάντα σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση,όταν η Παναγία έφτανε στον Άθω τα αγάλματα μίλησαν και προέτρεπαν το κόσμο να πάει να συναντήσει τη μητέρα του μεγάλου Θεού,έτσι η Παναγία ίδρυσε μια κοινωνία χριστιανών και αφιέρωσαν την περιοχή στη μνήμη της.

Ξαφνικά και ενώ η Παναγία πήρε την θέση της Άρτεμης, στην περιοχή άρχισε να απαγορεύεται η παραμονή και η πρόσβαση των γυναικών κάτι που δεν έγινε και με τόσο ομαλό τρόπο και που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.Το άβατον του Αγίου όρους.Η απόφαση αυτή τηρείται από το 1045μ.Χ και ενώ οι γυναίκες απαγορεύεται να έχουν πρόσβαση στο Άγιο όρος στους άντρες παρέχεται στέγη και τροφή αρκεί να έχουν θρησκευτικά ενδιαφέροντα λες και οι γυναίκες δεν έχουν θρησκευτικές αναζητήσεις,αυτό είναι άλλη μια απόδειξη της θέσης της γυναίκας στο χριστιανικό κόσμο.

Εκεί που στον αρχαίο κόσμο βρίσκονταν αγάλματα και ναοί υψηλής αισθητικής και απείρου ομορφιάς την θέση τους πήραν κλειστοφοβικά μοναστήρια με νεκροκεφαλές και οστεοφυλάκια.

Και ενώ ο Μέγας Αλέξανδρος αρνήθηκε ο Άθως να πάρει την μορφή του,έρχεται η χριστιανική θρησκεία και τον μετατρέπει σε περιβόλι της. Η θρησκευτική μισαλλοδοξία σε όλο της το μεγαλείο..

Από την αρχαιότητα λοιπόν βλέπουμε ότι ο Άθως αποτελούσε ένα άβατο,αρχικά για τους άντρες και μετέπειτα για τις γυναίκες,γιατί όλο αυτό,γιατί να μην έχουν πρόσβαση όλοι στον Άθω;;Η θρησκεία και η παλιά και η νέα έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν διακρίσεις.Οι θρησκείες πάντα ήταν το όπιο των λαών.Όλα τα τραγελαφικά έχουν γίνει στους κόλπους της,εικόνες που κλαίνε κλπ,αλλά μην νομίζετε ότι αυτό είναι προνόμιο μόνο της χριστιανικής θρησκείας,ας μην ξεχνάμε και τον Ήρων τον Αλεξανδρινό ο οποίος έστηνε όλα τα ψευτοθαύματα της εποχής,αγάλματα Θεών να δακρύζουν και να τρέχουν αίμα,τεράστιες πόρτες ναών που ανοίγουν μόνες του μπροστά στα μάτια των επισκεπτών και ιπτάμενα άρματα εντός των ναών με τους πιστούς να αναφωνούν..Θαύμα..Θαύμα..Και κάπως έτσι εδραιωνόταν και η πίστη στους 12 Θεούς του Ολύμπου..

Οι ναοί της αρχαιότητος όμως δεν είχαν καμία σχέση με τους κλειστοφοβικούς ναούς του σήμερα,ήταν απαραίτητο όλο αυτό το μένος για την καταστροφή τους;Τα γυρίσματα των καιρών....

Ο Ορφικός μύθος περί προελεύσεως τού ανθρώπου


Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα θρησκευτικό ρεύμα, το οποίο σήμερα ονομάζουμε Ορφισμό. Επρόκειτο για ένα κίνημα με απροσδιόριστα όρια, το οποίο μοιραζόταν αρκετές δοξασίες με τους Πυθαγορείους, την Ελευ­σίνια και τη Διονυσιακή Θρησκεία, και υποστήρι­ζε απόψεις περί θεότητας παρόμοιες με αυτές που εξέφραζαν ποιητές του ώριμου αρχαϊσμού, όπως ο Αισχύλος ή ο Πίνδαρος.

Οι οπαδοί του κινήματος αυτού βασίζονταν σε μια σειρά ποικίλων κειμένων που αποδίδονταν στον Ορφέα, ένα θαυμάσιο μυθικό τραγουδιστή, για τον οποίο λεγόταν πως είχε συνοδεύσει τους Αργο­ναύτες, πως είχε κατεβεί στον Άδη προς αναζήτη­ση της νεκρής συζύγου του και πως είχε καταφέρει να συγκινήσει με το τραγούδι του ακόμη και τους ί­διους τους θεούς, όπως έκανε με τους θνητούς και τα ζώα.

Παρ’ όλ’ αυτά, η αδυναμία του να σεβαστεί τη θεϊκή απαγόρευση να μη γυρίσει να κοιτάξει τη σύζυγό του, όπως έλεγαν, ματαίωσε την τελευταία στιγμή τη διάσωσή της από τον άλλο κόσμο και την επιστροφή της στον κόσμο των ζώντων. Υπέθε­ταν πως ένα τόσο μυθικό ταξίδι, παρά την αποτυχία του, είχε προικίσει τον Ορφέα με ειδικές γνώσεις σχετικά με τον άλλο κόσμο, που του επέτρεπαν να γνωρίζει ποια ήταν η τύχη των ψυχών μετά το θά­νατο και πως ο Ορφέας είχε αποφασίσει να μετα­δώσει τις γνώσεις του σε συγκεκριμένες ομάδες θνητών μυημένων σε μια μυστηριακή θρησκεία μέσω μιας σειράς κειμένων. Πράγματι, έχουμε στοιχεία για την ύπαρξη μιας ευρείας και ποικίλης λογοτεχνικής παραγωγής, θρησκευτικής ή με φιλοσοφικά στοιχεία, που με βεβαιότητα προέρχεται από διάφορες εποχές, από τον 6ο αιώνα π.Χ. μέχρι αρκετά προχωρημένης της ρωμαϊκής εποχής, και η οποία θεωρούνταν έργο του Ορφέα.

Δεδομένου ότι ο Ορφέας ήταν ένα μυθικό πρό­σωπο και όχι υπαρκτός άνθρωπος, οφείλουμε να σκεφθούμε πως τα κείμενα που του αποδίδονταν θα πρέπει να ήταν έργα διαφόρων ποιητών, οι οποίοι, από φόβο μήπως δεν ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, αντί να διακινδυνεύσουν να παρουσιάσουν ως δικά τους τα έργα και το θρησκευτικό μήνυμα που περι­είχαν, προτίμησαν να παραμείνουν στην ανωνυμία, ώστε τα πιστεύω τους να γίνουν πιο εύκολα αποδε­κτά (με το πρόσχημα ότι προέρχονταν από ένα φη­μισμένο αυτόπτη μάρτυρα του άλλου κόσμου).

Ένας μύθος περί προελεύσεως του ανθρώπου

Το ορφικό δόγμα θεμελιωνόταν σε ένα μύθο πε­ρί προελεύσεως του ανθρώπου, κάτι το σπάνιο για τον ελληνικό κόσμο, στον οποίο ουσιαστικά δεν υ­πάρχουν άλλοι μύθοι γι’ αυτό το θέμα. Στη Θεογο­νία του Ησιόδου, το μόνο αρχαίο κοσμογονικό ποίημα που έχει διασωθεί ολόκληρο, λείπει η αναφο­ρά στο πως προέκυψαν οι άνθρωποι στον κόσμο. Ο ορφικός μύθος, η ύπαρξη του οποίου στην αρχαιότητα αμφισβητήθηκε επανειλημμένως αλλά με ανεπαρκή επιχειρήματα, [1] προκύπτει από διάφορα κείμενα τα οποία, όπως συχνά παρατηρείται στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αναφέρονται σε κάποιο α­πό τα επεισόδια ή σε συγκεκριμένες πτυχές του μύ­θου, αλλά δεν τον διηγούνται με τρόπο συνεχή.

Από τα στοιχεία που μας προσφέρουν αυτά τα κεί­μενα μπορούμε να συνθέσουμε ένα σύνολο που εί­ναι, σε γενικές γραμμές, το ακόλουθο: Ο Ζευς είχε λάβει το θεϊκό θρόνο από τον πατέρα του, τον Κρόνο, έπειτα από μια σειρά εναλλα­γών της εξουσίας, από τις οποίες δεν έλειπαν τα βί­αια επεισόδια. Κατά πολλές απόψεις, ο ορφικός μύ­θος συμπίπτει με αυτό που διηγείται ο Ησίοδος στη Θεογονία. Ο παππούς του Δία, ο Ουρανός, δεν ά­φηνε τα παιδιά του να γεννηθούν για να διατηρή­σει το θρόνο του, αλλά ευνουχήθηκε από τον Κρό­νο, γιο του και πατέρα του Δία, με τη βοήθεια της συζύγου του Ουρανού, της Γαίας. Αλλά και ο Κρόνος, έχοντας τον ίδιο σκοπό, δη­λαδή να μη χάσει το θρόνο, καταβρόχθιζε τους α­πογόνους του κατά τη γέννησή τους. Όμως η σύζυ­γός του, η Ρέα, έκρυψε έναν από αυτούς, τον Δία, σε μια σπηλιά και έδωσε στον άντρα της μια πέτρα τυλιγμένη σε σπάργανα για να την καταβροχθίσει. Όταν ο Δίας μεγάλωσε, ευνούχισε και αυτός τον πατέρα του (μια λεπτομέρεια που δεν αναφέρεται στην εκδοχή του Ησιόδου) και ανέλαβε την εξουσία των θεών.

Ο Ζευς διέπραξε τότε αιμομιξία με τη μητέ­ρα του Ρέα, η οποία ταυτίζεται με τη Δή­μητρα, και απέκτησε ως κόρη την Περσε­φόνη. Ο Ζευς επίσης ενώθηκε με την κό­ρη του και αποτέλεσμα της ένωσης ήταν η γέννηση του θεού Διονύσου (συχνά αποκαλούμε­νου ως Ζαγρεύς στην ορφική παραλλαγή). Ο νέος αυτός θεός ήταν λοιπόν αποτέλεσμα διπλής αιμο­μιξίας και ήταν συγχρόνως γιος, εγγονός και ετεροθαλής αδερφός του Δία. Αυτή η ανω­μαλία, όσον αφορά τις γενεές, απέτρεπε την κανονική σει­ρά διαδοχής, καθιστώντας τον Διόνυσο ένα είδος alter ego του Δία. Ο Ζευς αποφάσισε τότε να παραδώσει το σκήπτρο στον Διόνυσο ενώ ακόμη ήταν βρέφος. Η Ήρα, η σύζυγος του Δία, η οποία ενοχλούνταν από ένα γιο που προήλθε από άλλη θεά, εκμεταλλευ­όμενη το φθόνο των Τιτάνων, για το βασιλικό α­ξίωμα που παραχωρήθηκε στον Διόνυσο, τους υ­ποκίνησε να επιτεθούν στο βρέφος.

Οι Τιτάνες ήταν αδερφοί του Κρόνου και κατά συνέπεια ανήκουν στις πρωταρχικές γενεές των θε­ών, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από την εξουσία και δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με αυτή την ιδέα. Αποφασισμένοι να εκδικηθούν το μικρό Διό­νυσο, μεταμφιέστηκαν βάφοντας τα πρόσωπά τους με γύψο και παραπλάνησαν τον Διόνυσο με διά­φορα παιχνίδια, έτσι ώστε τελικά να τον φονεύ­σουν. Αφού τον σκότωσαν, τον διαμέλισαν, τον μα­γείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφι­κούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία, όπως θα δούμε αργότερα, απέρριπταν. Ο Ζευς, οργισμένος με την εγκληματική πράξη των Τιτάνων, τους κατακεραύνωσε. Από την ανάμι­ξη της φωτιάς του κεραυνού, της στάχτης και του αίματος των Τιτάνων με το χώμα, όπου έπεσαν, δη­μιουργήθηκαν τα ανθρώπινα όντα. Οι συνέπειες αυτής της προέλευσης είναι διάφο­ρες.

Η πρώτη είναι πως, δεδομένου ότι οι άνθρωποι προέρχονται εν μέρει από θεούς (οι Τιτάνες και ο Διόνυσος ήταν θεοί) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος, την ψυχή, και ένα θνητό και φθαρτό συστατικό, το σώμα. Η δεύτερη συνέπεια της προέλευσης των ανθρώ­πων είναι ότι η ψυχή τους, πριν από τη δημιουργία του είδους, μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτά­νων, ένα έγκλημα το οποίο απαιτούσε εξιλέωση. Η τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετι­κή θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά επίσης έχει και μια αρνητική θεϊ­κή συνιστώσα, κατάλοιπο της Τιτάνιας φύσης, δη­λαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων, οι οποίοι επίσης ήταν θεοί.

Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος της εγκληματικής συνιστώσας της και αυτό θα απαιτήσει ένα μεγάλο χρονι­κό διάστημα, ανάλογο του μεγέθους του ε­γκλήματος, πράγμα που σημαίνει πως η τιμωρία και ο εξαγνισμός υπερβαίνουν τη χρονι­κή διάρκεια μιας και μόνο ζωής. Συνεπώς, η είσο­δος της ψυχής στο σώμα, η εξιλέωση και η απε­λευθέρωσή της με το θάνατο του σώματος, επανα­λαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή εγκαθίσταται διαδοχικά σε σώματα τα οποία είναι γι’ αυτήν μια φυλακή ή ένας τάφος (θυμηθείτε την περίφημη φράση την οποία μας μεταδίδει ο Πλάτων, σώμα σήμα, δηλαδή, το σώμα, ένας τάφος, στην οποία κάνει λογοπαίγνιο βασιζόμενος στην ομοιότητα των δυο λέξεων στα ελληνικά [2]).

Ονομάζουμε μετεμψύχωση [3] τη μετοίκηση της ψυχής από τον άλλο κόσμο σε αυτόν και από ένα σώμα σε άλλο, έως ότου, εξιλεωμένη από τις α­μαρτίες της, μπορεί να επιτύχει την απελευθέρω­ση. Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κα­τά την οποία η ψυχή, οριστικά απελευθερωμένη, μπορεί να απολαύσει μια ευτυχισμένη ζωή στον άλλο κόσμο, ο άνθρωπος πρέπει, κατ’ αρχάς, να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και, στη συνέ­χεια, να ζει σε αυστηρή αγνότητα, χωρίς να μολύ­νεται από κανένα νεκρό ον, και να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες.

Η αρχαιότητα του μύθου

Ο μύθος εμφανίζεται στην πιο εξελιγμένη μορ­φή του στις Ραψωδίες, ένα ποιητικό έργο το οποίο είναι γραμμένο πιθανότατα στον 1ο αιώνα π.Χ., και το οποίο χρησιμοποιεί σημαντικά στοιχεία αρχαιό­τερων έργων. Πιο συγκεκριμένα, και όσον αφορά το μύθο που μας απασχολεί, υπάρχουν ενδείξεις πως υπήρχε από παλαιότερα. Μεταξύ των 4ου και 3ου αιώνων π.Χ., ο Καλλίμαχος αναφέρει τον Διό­νυσο Ζαγρέα ως γιο του Δία και της Περσεφόνης, ενώ κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ο Ευφορίων υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο έβαψαν το πρόσωπό τους οι Τιτάνες.

Και οι δυο αυτοί συγγραφείς διηγούνται πως οι Τιτάνες μαγείρεψαν τον Διόνυσο. [4]Και ακόμη πριν από αυτούς, ο Πλάτων μας προ­σφέρει δυο σημαντικά έπ’ αυτού κείμενα.

Νόμοι Πλάτωνος (ΟF 37 ΙΒ): Στη συνέχεια αυ­τής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ατό­μων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλ­λειψη φροντίδας των όρκων, της πίστης και γε­νικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης «αρχαίας Τιτάνιας φύσης», καταλή­γοντας κατ πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί η α­παλλαγή από τις δυστυχίες.

Οι σύγχρονοι σχολιαστές ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πλατωνική αναφορά στους Τιτάνες. Οι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ύπαρξη του μύθου στην αρχαιότητα, [5] θεωρούν ότι ο φιλόσο­φος δεν ταυτίζει την ανθρωπότητα με την Τιτάνια κληρονομιά, αλλά απλώς συγκρίνει τη συμπερι­φορά της με αυτήν των Τιτάνων ως ένα είδος αρνητικού παραδείγματος. Μια πιο προσεκτική εξέταση στο κείμενο καθιστά εμφανές ότι ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε μια συμπεριφορά όπως αυτή των Τι­τάνων, αλλά σε μια φύση η οποία εκδηλώνεται σε αυτούς. Η φύση λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει εκ γενετής. Ο φιλόσοφος ισχυρίζεται πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή τη φύση διότι η ανθρώπινη ψυχή έχει κληρονομήσει όχι μόνο την Τιτάνια φύση, αλ­λά και αυτήν του Διονύσου, η οποία είναι θετική.

Εκείνοι οι οποίοι επιδεικνύουν υπακοή στο νόμο αναπτύσσουν τη Διονυσιακή,[6] ενώ αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής, προσεγγίζουν διαρκώς την Τιτάνια φύση σε καθαρή μορφή. Γι’ αυτό το λόγο ο Πλάτων αναφέρει ότι επιδεικνύουν φύση Τιτάνια, διότι ήδη ενυπήρχε σε αυτούς, αλλά εμφανίζεται σε αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια έ­νταση που τους κάνει να μοιάζουν στους ίδιους τους Τιτάνες, οι οποίοι αποτελούν την προέλευση και το παράδειγμα αυτής της φύσης. Επί πλέον, μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται σε συμφωνία με μια σειρά από αναφορές του Πλάτωνα, όπως το σώμα ως φυλακή, η εξιλέωση του αρχικού αμαρτήματος και άλλα πα­ρεμφερή θέματα.[7] Επίσης, αυτή η ερμηνεία βρί­σκει έρεισμα και σ’ ένα άλλο κείμενο το οποίο επί­σης ανήκει στους «Νόμους». [8]

Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων α­δικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους.

Σε αυτό το κείμενο επαναλαμβάνονται αναφορές σε μια φυσική τάση του ανθρώπου προερχόμενη α­πό «παλαιά αδικήματα», που δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που διεπράχθησαν από τους Τιτάνες. Μια «έμφυτη τάση» δεν προέρχεται από την ίδια τη ζωή του ανθρωπίνου όντος, αλλά από τη σύ­στασή του ως είδους, την αρχική στιγμή. Ακόμη, μπορούμε να επικαλεστούμε και άλλες μαρτυρίες όσον αφορά την αρχαιότητα αυτού του μύθου. Ο Παυσανίας [9] αποδίδει στον Ονομάκριτο, τον οποίο οι Έλληνες τοποθετούσαν χρονικά στην κλασική περίοδο, την ίδρυση των ιεροτελεστιών του Διονύσου, κατά τις οποίες αναπαρίστατο ο τρό­πος με τον οποίο οι Τιτάνες προκαλούσαν το μαρ­τύριο του θεού.

Αυτό καταδεικνύει ότι ο Παυσανίας γνώριζε την ύπαρξη Διονυσιακών τελετών – αναμ­φίβολα μυστηριακών- κατά την κλασική περίοδο. Είναι πιθανό μια ιερή ιστορία, η οποία αφηγείται τη γένεση των ανθρώπων και την προέλευση του α­μαρτήματος το οποίο πρέπει να εξιλεωθεί, να α­παγγέλλονταν σε μυητικές τελετές οι οποίες θα ε­ξηγούσαν τη σωστή διαδικασία ώστε να επιτευχθεί ένας καλύτερος προορισμός στον άλλο κόσμο. Εν μέσω του 5ου αιώνα π.Χ. βρίσκουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Ηροδότου.[10]

Λένε οι Αιγύπτιοι ότι αυτοί που κυριαρχούν στον Καταχθόνιο κόσμο είναι η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Ήταν, επίσης, οι Αιγύπτιοι αυτοί που πρώτοι διατύπωσαν τη δοξασία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και ότι, μετά το θάνατο του σώματος, εισέρχεται σε άλλο ον που ξαναγί­νεται πάντα ζωντανό. Αφού περάσει από όλα τα ε­πίγεια όντα, τα θαλάσσια και τα πτερωτά, επα­νέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου που πρόκειται σύντομα να γεννηθεί και ολοκληρώνει αυτόν τον κύκλο σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν μερικοί Έλληνες, άλλοι πριν και άλλοι κατόπιν -τα ονόματα των οποίων, αν και γνωρίζω, δεν θα αναφέρω- που ακολούθησαν αυτή τη θεωρία σαν να ήταν δική τους.

Ο Ηρόδοτος μεταφράζει τα ονόματα των Αι­γυπτίων θεών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Δήμητρα να αντιστοιχεί στην Ίσιδα και ο Διόνυσος στον Οσιρι. Όμως, σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των αιγυπτιολόγων,[11] η θεωρία της μετεμψύχωσης αναμφίβολα δεν είναι αιγυπτιακή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που περισσότερο μας λυπεί είναι ότι ο ιστορικός δεν θέλησε να αναφέρει ρητά το ποιοι είναι οι Έλληνες – «κάποιοι πριν, κάποιοι κατόπιν»- τους οποίους α­ναφέρει ως υποστηρικτές αυτής της θεωρίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στη σύγχρονη εποχή συζητήθη­κε πολύ το αν ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Ορφι­κούς και τον Πυθαγόρα, στους Ορφικούς και τον Εμπεδοκλή ή στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδο­κλή. [12] Προσωπικά μου φαίνεται ως πιο πειστική η ερμηνεία του Μπέρκρετ (Burkret), σύμφωνα με την οποία ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, αλλά θεωρεί δεδομένο ότι οι Ορφι­κοί και ο Πυθαγόρας είναι ένα και το αυτό. [13]

Ο Ηρόδοτος δείχνει την ίδια έλλειψη σαφήνειας σε τρία χωρία (2,61· 132· 170) όπου αναφέρεται σε ιεροτελεστίες του Οσίριδος, τις οποίες δεν θεωρεί θεμιτό από θρησκευτικής πλευράς να μνημονεύσει. Στην Αίγυπτο, αυτές οι τελετές και οι μύθοι δεν ήταν μυστικά, ούτε και αποτελούσαν τμήματα μυστηρίων. Γι’ αυτό το λόγο, διάφοροι συγγραφείς [14] θεωρούν ότι αυτή η παράξενη σιωπή του ιστορικού εξηγείται μόνον εάν στην εποχή του, στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των Βακχικών μυστηρίων, διη­γούνταν μια παρεμφερή ιστορία (το διαμελισμό του Διονύσου) στην οποία δεν ήταν όντως θεμιτό να αναφερθεί.

Τέλος, προερχόμενο από μια εποχή ακόμη πιο παλιά, διατηρούμε ένα απόσπασμα του Πινδάρου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.) το οποίο ο Πλάτων μετέδωσε ως μαρτυρία της θεωρίας της μετεμψύχωσης, [15] όπου ο Θηβαίος ποι­ητής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψυχές πρέπει να τιμωρηθούν για ένα «παλαιό αδίκημα» διαπραχθέν εις βάρος της Περσεφόνης (που δεν μπορεί να είναι άλλο από το θάνατο του γιου της Διονύσου από τους Τιτάνες, προγόνους των ανθρώ­πων), και στο πως θα ελευθερωθούν όταν επιτύχουν τη συγγνώμη της καταχθόνιας θεάς.[16] Σε ένα χρυσό έλασμα της Πελίννας [17] προσδιορίζεται πως είναι ο ίδιος ο Διόνυσος αυτός που γνωστοποιεί στη μητέρα του τη στιγμή κατά την οποία η ψυχή επι­τυγχάνει την απελευθέρωση: «Πες στην Περσεφό­νη ότι ο ίδιος ο Βάκχος σε ελευθέρωσε».

Υποσημειώσεις:

[1] Κυρίως από τον R.Edmonds, «Tearing apart the Zagrus Myth.: a few disparaging remarks on Orphism and Originai Sin», Classical Antiquity, 18, 1999, 35-73. Αλλά Βλέπε τα επιχειρήματα του A. Bernabé, «La toile de Penèlope: a-t-il existé un mythe orphique sur Dionisos et les Titans?», Revue de l’ Histoire des Religions 219, 2002, 401- 433.

[2] Πλάτωνος Κρατύλος 400c.

[3] Βλ. G. Casadio, «La metempsicosi tra Orfeo e Pitagora», en Ph. Borgeaud (ed), Orphisme et Orphée, en l’ honneur de Jean Rudhardt, Genève 1991,119-155.

[4] Καλλίμ. 43, 117 Pfeiffer [OF 34 Β. Από εδώ και στο εξής το OF ακολουθούμενο από έναν αριθμό αναφέρεται στον αριθμό του χωρίου της έκδοσης (στο τυπογραφείο των Ορφικών αποσπασμάτων, έργο του συγγραφέα του παρόντος άρθρου στις εκδόσεις Biblioteca Teubneriana), Εύφορ. Απόσπ. 86 De Cuenca = 92 Van Groningen (OF 35B.), Schol. Tzetz. In Lycophr. Alex 208 (98, 6Scheer, cf Callim. Fr. 643 Pf. Euphor. Fr. 13 de Cuenca) (OF 36B.)

[5] I.M. Linforth, 1941 The Arts of Orpheus, Berkeley-Los Angeles 1941, 339 s, Edmonds, art. Cit., 43ss. Έχω αντικρούσει διεξοδικά τα επιχειρήματα του oro Bernabé, ό.π.

[6] Πλάτωνος Πολιτεία 363c και Γοργίας 493b βασιζόμενος σε Ορφική πηγή, περιγράφει μια τιμωρία στον άλλο κόσμο που ήταν το να κουβαλάει ο τιμωρημένος νερό μέσα σε ένα κόσκινο. Το όργανο της τιμωρίας θυμίζει σαφώς την αιτία της ποινής, την ανικανότητα να καθαριστεί η ψυχή από το αρνητικό και διεφθαρμένο μέρος, κατά τον ίδιο τρόπο που καθαρίζει κανείς το αλεύρι από τις ακαθαρσίες. Βλ. Α. Bernabé, «Platone e l’ orfismo», en G. Sfameni Gasparro (ed.), Destino e salvezza: tra culti pagani e gnosi cristiana. Itinerari storico-religiosi sulle orme di Ugo Bianchi, Cosenza 1998, 37-97:76.

[7] Όπως Κρατ. 400 (OF 430 I).

[8] Πλάτωνος Νόμοι 845b (OF 37 II Β.)

[9] Παυσανία 8,37,5 (OF 39 B.)

[10] Ηροδοτ. 2,123 (OF 423 B.)

[11] Βλ. π.χ. τα σχόλια του Lloyd σχετικά με αυτό το χωρίο, με βιβλιογραφία.

[12] Βλ. σχετικά με το ζήτημα στο Casadio, ó.π., 203 α. 9.

[13] W. Burkret, 1972 Lore and scince in ancient Pythagoreanism,CambridgeMass. 1972, 126 n. 38.

[14] Βλ. κυρίως W. Burkret, Homo necans, The antropology of ancient Greek sacrificial ritual and myth,Berlin-New York 1983, 225 n. 43.

[15] Πίνδ. fr. 133 Snell-Maehl. (OF 443 B.)

[16] Βλ. A. Bernabé, «Una cita de Pindaro en Platon Men 81 b (fr. 133 Sn.-M)», στον J. A. Lopez (ed.), Desde los poemas homéricos hasta la prosa griega del siglo IV d.C. Veintiséis estudios folologicos,Madrid 1999, 239-259, με την πλούσια βιβλιογραφία που αναφέρεται στην εργασία αυτή.

[17] OF 485 Β.

Η απύθμενη δεισιδαιμονία των ορθόδοξων Ρωμιών κατά τον 17ο αιώνα

ITALY VENICE 'VAMPIRE'Όταν διαβάζει κανείς γεγονότα τα οποία δυσκολεύεται να πιστέψει ότι διαπράττονταν από πιστούς του θεού του ιουδαιοχριστιανισμού, ο οποίος είπε «Εγώ ειμί το φως και η αλήθεια».
Οι Βρυκόλακες στην Ελλάδα του 17ου αιώνα
Απoσπάσματα από: Κυριάκος Σιμόπουλος,
Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333μ.Χ. – 1700, τόμος Α

Η εκστρατεία των καθολικών στην Ελλάδα για τον προσηλυτισμό των πιστών της ανατολικής Εκκλησίας συστηματοποιείται στις αρχές του 17ου αιώνα.
Ο πάπας Παύλος Ε’ οργανώνει την εγκατάσταση ιεραποστόλων στις Κυκλάδες το 1613.
Το 1642 οι καθολικοί κατόρθωσαν να εγκατασταθούν στην Σαντορίνη. Ο Γάλλος ιερωμένος Francois Richard ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της εκστρατείας προσηλυτισμού στο αιγαίο.
Έζησε πολλά χρόνια στην Σαντορίνη.
Ολόκληρο κεφάλαιο του χρονικού του Richard αναφέρεται στις δοξασίες περί βρυκολάκων. Έχει τίτλο «Οι ψευδοαναστημένοι που οι έλληνες ονομάζουν βρυκολάκους».
Περιγράφει τρομακτικά περιστατικά ομαδικών παρακρούσεων των κατοίκων της Σαντορίνης. Πεθαμένοι που ξαναγυρίζουν στη ζωή και εξοντώνουν τη νύχτα τους νησιώτες, φρικαλέες σκηνές εκταφής «βρυκολακιασμένων», τελετές εξορκισμών από τους ιερείς πάνω στα πτώματα μέσα στους ναούς, ανατριχιαστικοί ανασκολοπισμοί των άλιωτων πτωμάτων με τσεκούρι και σκαπάνες.
Αυτόπτης μάρτυρας των σκήνων αυτών ο Ιησουίτης ιεραπόστολος δεν αμφισβητεί διόλου την εμφάνιση των βρυκολάκων και την κακοποιό δράση τους:
-Κάθε τόσο οι έλληνες παπάδες, αφού προηγουμένως πάρουν άδεια του μητροπολίτη, πηγαίνουν στο νεκροταφείο, διαβάζουν μερικές ευχές και ύστερα ξεθάβουν το νεκρό
που υποπτεύονται πως έχει βρυκολακιάσει. Κι αν βρουν το πτώμα ολόκληρο, φρέσκο και ματωμένο, είναι βέβαιοι πως ο νεκρός έγινε όργανο του σατανά.
Αρχίζουν τότε τους εξορκισμούς και δεν σταματούν αν δεν δουν σημάδια που να φανερώνουν πως έφυγε το δαιμόνιο, όταν δηλαδή αρχίσει η αποσύνθεση του πτώματος.
-Αυτό έγινε πριν από λίγα χρόνια. Το πτώμα ενός κοριτσιού (Καλλίστη το όνομά του) βρέθηκε άλιωτο.
Το έφεραν στην εκκλησία κι ο έλληνας παππάς κατέφυγε στους εξορκισμούς. Και πραγματικά σε λίγο άρχισε η αποσύνθεση του πτώματος κατά τρομακτικό τρόπο,
έτσι που κάνεις δεν μπορούσε να μείνει στο ναό από τη δυσοσμία. Το έθαψαν λοιπόν, και δεν ξαναφάνηκε ο βρυκόλακας πια.
-Ωστόσο, μερικές φορές, οι εξορκισμοί των ελλήνων ιερέων δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα, είτε γιατί οι ίδιοι οι ιερείς δεν έχουν μεγάλη πίστη είτε γιατί το δαιμόνιο αντιστέκεται
και δεν εννοεί να εγκαταλείψει τη λεία του. Τότε ξεριζώνουν την καρδιά του πεθαμένου, τη λιανίζουν με το τσεκούρι και ύστερα καίνε ολόκληρο το νεκρό, ακριβώς όπως γίνεται
στη Γαλλία με τους μάγους και τις μάγισσες, ύστερα από απόφαση της δικαιοσύνης.
-Τελευταία που πήγα στην Αστυπάλαια έκαψαν πέντε πτώματα. Τα τρία ήταν ανδρών παντρεμένων, το τέταρτο ενός Έλληνα παππά και το πέμπτο ενός κοριτσιού. Το ίδιο έγινε και στη Νιό.
- Η γυναίκα ενός πεθαμένου ήρθε και μου εξομολογήθηκε πως είδε τον άντρα της ατόφιο, πενήντα μέρες ύστερα από την κηδεία του. Μ’ όλο που τον είχαν ξεθάψει και τον είχαν ενταφιάσει
σε άλλο σημείο και είχαν γίνει όλοι οι καθιερωμένοι εξορκισμοί, εκείνος ξαναγύρισε και βασάνιζε τον κόσμο, σκότωσε μάλιστα και τέσσερις ή πέντε ανθρώπους.
Τότε τον ξέθαψαν για δεύτερη φορά και τον έκαψαν σε επίσημη δημόσια τελετή.
-Πριν δυο χρόνια, για την ίδια αιτία, έκαψαν άλλα δυο πτώματα στη Σίφνο. Και δεν περνάει χρόνος που να μην γίνει λόγος γι’ αυτούς τους ψευδοαναστημενους.
-Αλλά εκείνο που αναστάτωσε περισσότερο την Σαντορίνη ήταν η προσήλωση ενός βρυκόλακα στη χήρα του. Λεγόταν Αλέξανδρος, ήταν παπουτσής και κατοικούσε στον Πύργο.
Ύστερα από το θάνατό του παρουσιάστηκε στη γυναίκα του, όπως ακριβώς ήταν και στη ζωή. Ερχόταν στο σπίτι και δούλευε, μερεμέτιζε τα παπούτσια των παιδιών,
έβγαζε νερό από τη στέρνα. Και πολλές φόρες τον έβλεπαν να κόβει ξύλα για τη φαμίλια του.
Ύστερα από λίγο καιρό ο κόσμος τρομοκρατημένος τον ξέθαψε, τον έκαψε και μαζί με τον καπνό εξαφανίστηκε και η εξουσία του σατανά.
-Έμαθα από ένα αξιόπιστο πρόσωπο πως στην Αμοργό, αυτοί οι βρυκόλακες έχουν τόσο αποχαλινωθεί που δεν τρέχουν μονάχα εδώ κι εκεί τις νύχτες, αλλά παρουσιάζονται και μέρα μεσημέρι,
πολλές φορές πέντε μαζί στα χωράφια και μαζεύουν φάβα. Ήθελα να έλθουν εδώ μερικοί από τους δικούς μας τους άθεους της Γαλλίας, όχι για να ακούσουν αλλά να δουν με τα μάτια τους
στο φως της ημέρας και να βεβαιωθούν ποσό άδικο έχουν που πιστεύουν ότι σαν πεθαίνει ο άνθρωπος όλα πεθαίνουν μαζί του*.
*(Υπάρχει άραγε μια πανάρχαια παράδοση στις δεισιδαιμονίες που κυριαρχούσαν στις Κυκλάδες κατά το μεσαίωνα και στους νεώτερους χρόνους; Οι αρχαιολόγοι που μελέτησαν τα ευρήματα στα νεκροταφεία του πρωτοκυκλαδικού λεγόμενου πολιτισμού, στη Σύρο, στη Νάξο, στην Αμοργό (3.000 π.χ. περίπου) παρατήρησαν με έκπληξη ότι οι νεκροί θάβονταν σε στενόχωρους τετραγωνικούς τάφους , διπλωμένοι στα δύο, έτσι που τα γόνατα να φθάνουν στο πρόσωπο. Μπορεί και να δένονταν πριν ακόμα ξεψυχήσουν. Και οι τάφοι καλύπτονταν από όλες τις πλευρές με βαριές πλάκες, κλείνονταν οι νεκροί ασφυκτικά στο κιβούρι τους για να μην μπορέσουν ίσως να ξαναβγούν στον επάνω κόσμο και βασανίσουν τους ζωντανούς, για να μην βρυκολακιάσουν ίσως).
Ιδού όμως και μια άλλη απόδειξη:
-Ο ηγούμενος του περίφημου μοναστηριού της Αμοργού, μου διηγήθηκε ότι ένας έμπορος από την Πάτμο πηγαίνοντας στην ανατολή για εμπόριο,
αντί να κερδίσει χρήματα έχασε τη ζωή του. Μαθαίνοντας η γυναίκα του το θάνατό του, έστειλε ένα καΐκι για να φέρουν τον νεκρό στην πατρίδα του και να τον θάψουν κατά πως ταιριάζει σε χριστιανό.
Έβαλαν λοιπόν το πτώμα σε μια κασέλα, τη φόρτωσαν στο καΐκι και ξεκίνησαν για το νησί. Ένας από τους ναυτικούς κάθισε επάνω στη κασέλα. Ξαφνικά νιώθει κάτι να κουνιέται μέσα.
Το λέει στους συντρόφους του. Αποφασίζουν τότε να την ξεκαρφώσουν για να δουν σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο νεκρός. Ανοίγουν και τι να δουν. Ο πεθαμένος έδειχνε σαν να ήταν ολοζώντανος.
Καταλαβαίνετε τώρα τον τρόμο των θαλασσινών. Αλλά τι να κάνουν, είχαν την υποχρέωση. Ξανακάρφωσαν την νεκρόκασα, έφτασαν στο νησί και την παρέδωσαν στη χήρα χωρίς να πουν λέξη για ότι είδαν στο καΐκι.
Αλλά λίγες μέρες μετά την κηδεία ο πεθαμένος σκόρπισε τη φρίκη και το θάνατο στο νησί. Έμπαινε τις νύχτες στα σπίτια ουρλιάζοντας και χτυπώντας. Δεκαπέντε άνθρωποι άλλοι από τα χτυπήματα, άλλοι από την τρομάρα τους πήγαν στον άλλο κόσμο.
-Οι ιερείς και οι καλόγεροι του τόπου έκαναν ότι μπορούσαν για να σταματήσουν αυτή την τραγωδία. Ωστόσο οι εξορκισμοί και οι δεήσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Αποφασίζουν λοιπόν, να διώξουν το νεκρό από το νησί και να τον μεταφέρουν στον τόπο του θανάτου του, στη μικρά Ασία. Τον φόρτωσαν στο καΐκι αλλά οι ναυτικοί δεν τον πέρασαν αντίπερα, στο πρώτο ερημονήσι που βρήκαν άναψαν φωτιά και τον έκαψαν. Κι από τότε ο βρυκάλακας δεν ξαναφάνηκε.
- Ο ηγούμενος προσπαθούσε να με πείσει ότι αυτές οι εμφανίσεις των βρυκολάκων αποδείχνουν πόσο ορθή είναι η πίστη της ελληνικής εκκλησιάς. Μου λέει:
Είδατε κανένα τούρκο ή κανένα Λατίνο να μεταμορφώνεται έτσι μετά το θάνατό του;
Τα αντίθετο συμβαίνει του απαντώ.
Το ότι μπαίνει ο σατανάς στους πεθαμένους σας και τους κάνει να βρυκολακιάζουν δείχνει ότι η ελληνική πίστη είναι καταδικασμένη από τον θεό. Όσο για τους τούρκους και τους Λατίνους που τάχα δεν γίνονταν βρυκόλακες τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όπως προκύπτει από την ιστορία των αράβων, αυτά τα φαινόμενα ήταν συνηθισμένα στην έρημο.
Έπειτα του θύμισα κάτι που είχε συμβεί στη Σαντορίνη με τον Μαμούρη, ένα Λατίνο κληρικό που τούρκεψε. Με απαίτηση όλου του λαού κρεμάστηκε στην αντένα του ανεμόμυλου. Ε λοιπόν, μ’ όλο που ήταν τούρκος, βρυκολάκιασε και καταβασάνισε τον κόσμο μετά το θάνατό του, ώσπου τον έκαψαν και ησύχασε το νησί.
-Πρέπει να προσθέσω ότι υπάρχουν κι άλλοι πεθαμένοι στα ελληνικά νεκροταφεία που τα πτώματά τους μένουν άλιωτα δεκαπέντε και είκοσι χρόνια μετά τον ενταφιασμό τους. Και τους βρίσκουν φουσκωμένους σαν μπαλόνια. Κι αν τους χτυπήσεις ηχούν όπως τα τύμπανα. Αυτόν τον πεθαμένο τον λένε «ντούπι». Το πώς γίνεται αυτό δεν είναι της στιγμής. Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι ότι οι Έλληνες πιστεύουν πως οι άλιωτοι είναι αφορισμένοι.
Είναι γνωστό ότι οι έλληνες ιερείς και μητροπολίτες όταν αφορίζουν κάποιον προσθέτουν στο τέλος την κατάρα: «Και μετά θάνατον άλυτος και τυμπανιαίος».
Γι’ αυτό ακριβώς, ο λαός που βλέπει συχνά άλιωτους νεκρούς, τρέμει όταν ακούει ένα απλό παπά να εκτοξεύει τον αφορισμό του σαν να είναι πατριάρχης.
Ο Richard παραθέτει στο χρονικό του και ένα κείμενο αυθεντικό, σχετικά με τα χαρακτηριστικά των βρυκολάκων και τις αιτίες που προκαλούσε το βρυκολάκιασμα.
Το αντέγραψε από παλιό χειρόγραφο που βρήκε στο ναό της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης.
Όποιος έχει κατάραν, κρατούσιν μόνον τα έμπροσθεν του σώματός του.
Εκείνος όπου έχει ανάθεμα, φαίνεται κίτρινος και ζαρωμένα τα δάχτυλά του.
Εκείνος όπου φαίνεται άσπρος είναι αφορισμένος παρά των Θείων Νόμων.
Εκείνος όπου φαίνεται μαύρος είναι αφορισμένος υπό αρχιερέως.
Περί βρυκολάκων γράφει και ο Γάλλος περιηγητής Thevenot που ταξίδεψε στο Αιγαίο το 1655. Στη Χίο διάβασε ένα υπόμνημα με πληροφορίες για τα χωριά του νησιού και τις δεισιδαιμονίες των κατοίκων: «Οι κάτοικοι αυτού του τόπου πιστεύουν ότι το πτώμα που δεν θα λιώσει σε σαράντα μέρες γίνεται βρυκόλακας». Ο Συγγραφέας του υπομνήματος σημειώνει ότι περνώντας από εκεί τον Απρίλη του 1637 βρήκε ένα παππά να διαβάζει ευχή πάνω σε ένα πτώμα που ενώ ήταν θαμμένο πενήντα μέρες δεν έδειχνε διόλου αποσύνθεση. Μονάχα ένας σκώληκας έβγαινε από το μάτι του πεθαμένου. Είναι η πανουργία του σατανά, είπε ο παππάς που θέλει να μας ξεγελάσει για να πιστέψουμε ότι το σώμα έχει σαπίσει. Όπως εξήγησε ο παππάς, το σώμα ή μάλλον το πνεύμα του γύριζε τις νύχτες στο χωριό, χτυπούσε τις πόρτες και καλούσε τους ανθρώπους με το όνομά τους, κι όσοι απαντούσαν πέθαιναν σε δύο ή τρεις ήμερες).
Πληροφορίες για την Σαντορίνη του ΙΖ’ αιώνα ανευρίσκονται και στην ιστορία των φράγκικων δουκάτων του Αιγαίου του Sauger που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1699:
-Το λιμάνι της Σαντορίνης είναι άπατο ακόμα και ένα βήμα από την ακτή. Άβυσσος που είναι αδύνατο να βυθομετρηθεί. Σε αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο. Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες ύστερα από την ταφή τους. Και κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει. Οι Σαντορινιοί τους λένε «βρυκόλακες».
-Σκότωσαν ένα χωριάτη Μυκονιάτη, από φυσικού του δύστροπο και φιλόνικο. Κανείς δεν ήξερε πως και γιατί. Δύο μέρες μετά τον ενταφιασμό του διαδόθηκε ότι τον είδαν να περπατάει τη νύχτα με βαριά βήματα, να μπαίνει στα σπίτια, να αναποδογυρίζει τα έπιπλα, να σβήνει τα λυχνάρια, να αγκαλιάζει ξαφνικά τους ανθρώπους και γενικά να κάνει χίλιες δυο κατεργαριές. Στην αρχή γέλασαν όλοι. Μα όταν άρχισαν να παραπονούνται και σοβαροί άνθρωποι η υπόθεση πήρε διαστάσεις.
Οι παππάδες έκανα εξορκισμούς. Τίποτα, ο Μυκονιάτης συνέχιζε αδιόρθωτος τις πανουργίες του. Τη δέκατη μέρα έγινε λειτουργία για να εκδιωχθεί ο δαίμονας. Αποφασίστηκε να ξεθάψουν το κουφάρι και να του ξεριζώσουν την καρδιά μέσα στην εκκλησία.
Ο χασάπης της Μυκόνου, γέρος και αδέξιος, αντί να ανοίξει το στέρνο, άνοιξε την κοιλιά. Έψαξε, έψαξε αλλά δεν εύρισκε αυτό που ζητούσε. Κάποιος του είπε να ανοίξει το διάφραγμα. Έτσι έβγαλα την καρδιά.
Για να καλυφθεί η μπόχα του πτώματος έκαιγαν λιβάνια. Αλλά το θύμιαμα, καθώς ανακατευόταν με τις αναθυμιάσεις του κουφαριού προκαλούσε φοβερότερη μπόχα.
Οι φτωχοί άνθρωποι τρελάθηκαν. Πάθαιναν παραισθήσεις, έβλεπαν εφιαλτικά οράματα. Φώναζαν πως από το ανοιγμένο κουφάρι έβγαινε πηχτός καπνός.
Που να τολμήσουμε να τους πούμε πως ήταν από το λιβάνι.
Μέσα στην εκκλησία αντηχούσε μονάχα η κραυγή «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!» «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!», Από το θόρυβο θαρρούσες πως θα γκρεμισθεί ο θόλος του ναού.
Ο χασάπης έβανε όρκο πως το πτώμα ήταν ολόζεστο. Μερικοί έλεγαν πως το αίμα ήταν κατακόκκινο.
Το φοβερό νέο απλώθηκε από σοκάκι σε σοκάκι σε όλη την πολιτεία. Και σε λίγο όρμησαν στην εκκλησία ένα πλήθος νησιώτες που βεβαίωναν πως όταν έφεραν το πτώμα από τα χωράφια ήταν ακόμα ζεστό. Σίγουρα λοιπόν είχε βρυκολακιάσει.
Βρισκόμουν πλάι στο κουφάρι για να βλέπω καλύτερα. Παραλίγο να λιποθυμήσω από την δυσωδία. Αλλά οι ζαλισμένοι νησιώτες ξέφρενοι από την τρομάρα, νόμιζαν πως είχε ακόμα ζωή. Ζήτησαν τη γνώμη μου και τους είπα ότι είναι 100 τοις εκατό πεθαμένος. Τους εξήγησα ήρεμα όλα τα περίεργα φαινόμενα και τις παραισθήσεις. Ποιος να με ακούσει;
Πήραν την καρδιά στην ακρογιαλιά και την έκαψαν. Με όλα αυτά ο βρυκόλακας δεν εννοούσε να ησυχάσει. Έγινε περισσότερο επιθετικός . Άνοιγε πόρτες και δωμάτια, ξυλοκοπούσε ανθρώπους τη νύχτα, έσπαζε παράθυρα, έσκιζε φορέματα, άδειαζε τις κυψέλες των μελισσιών και τα κρασοβάρελα. Μονάχα στο σπίτι του προξένου όπου είχαμε εγκατασταθεί δεν τόλμησε να τρυπώσει.
Όλο το νησί είχε υποστεί ομαδική παράκρουση. Ακόμα και οι έξυπνοι και οι μορφωμένοι είχαν παρασυρθεί. Ήταν μια αρρώστια του εγκεφάλου, επικίνδυνη όπως η μανία ή η λύσσα.
Οικογένειες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και έστηναν τα κρεβάτια τους καταμεσής στην πλατεία για να περάσουν τη νύχτα τους.
Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην είχε διαπιστώσει την παρουσία του βρυκόλακα. Όλη τη νύχτα άκουγες θρήνους. Πολλοί βγήκαν οικογενειακώς στα χωράφια.
Κάποιος είπε πως το κακό οφείλεται σε μια παράλειψη κατά την τελετή του εξορκισμού. Η λειτουργία έπρεπε να γίνει μετά την αφαίρεση της καρδιάς. Έτσι ξαναβρεθήκαμε στην αναστάτωση της πρώτης μέρας.
Γενική σύναξη πρωί και βράδυ, λιτανείες τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Οι παππάδες υποχρεωθήκαν να νηστέψουν αυστηρά. Τους έβλεπες να τρέχουν από σπίτι σε σπίτι με την αγιαστούρα στο χέρι.
Είπαμε στους προεστούς να στήσουν ενέδρες τη νύχτα και να παρατηρούν τι συμβαίνει στην πολιτεία. Έτσι έπιασαν μερικούς βαγαπόντηδες που είχαν προκαλέσει όλη την αναστάτωση.
Δεν ήταν βεβαία οι πρώτοι δράστες και τους άφησαν ελεύθερους. Για να αναπληρώσουν τη νηστεία της φυλακής άρχισαν να αδειάζουν τη νύχτα τα σπίτια των κατοίκων που είχαν εγκαταλείψει το βιος τους.
Έτσι ξανάρχισαν οι λιτανείες.
Μια μέρα, αφού κάρφωσαν κι εγώ δεν ξέρω ποσά γυμνά σπαθιά επάνω στο μνήμα του βρυκόλακα (ξέθαφταν το πτώμα τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα ανάλογα με τις εμπνεύσεις του καθενός) Ένας Αρβανίτης που βρέθηκε στη Μύκονο είπε με ύφος μεγάλου σοφού ότι είναι γελοίο να καρφώνουν τον βρυκόλακα με σπαθιά χριστιανικά.
–Δεν βλέπετε χαζοί, ότι η λαβή αυτών των σπαθιών έχει το σχήμα του σταυρού κι εμποδίζει τον σατανά να βγει από το κουφάρι; Χρειάζονται τουρκικά σπαθιά. Αλλά και η συνταγή του Αρβανίτη δεν ωφέλησε.
Ο βρυκόλακας φαινόταν άτρωτος. Δεν ήξεραν πια σε ποιον άγιο να προσευχηθούν.
Ξαφνικά μια φωνή υψώθηκε από όλη την πόλη: πρέπει να κάψουμε ολόκληρο τον βρυκόλακα. Ξέθαψαν πάλι το κουφάρι και το κουβάλησαν στην πούντα του Άη Γιώργη, άναψαν δυνατή πυρά με πίσσα
(όχι ξύλο, από φόβο μήπως ο βρυκόλακας σβήσει την φωτιά) και το αποτέφρωσαν. Ο διάβολος είχε παγιδευτεί και εξοντώθηκε.
Ήταν καιρός. Γιατί οι περισσότερες οικογένειες ετοιμάζονταν να μεταναστεύσουν στην Τήνο ή τη Σύρο.
Οι λαϊκές δεισιδαιμονίες για τα βρυκολακιάσματα ταλάνισαν τον τόπο μας και κατά τους σκοτεινούς αιώνες της εθνικής δουλείας.
Περιστατικά ομαδικών ψυχώσεων αναφέρονται κατά τη διάρκεια του εικοσιένα, κατά την περίοδο που ακολούθησε την εθνική αποκατάσταση, ακόμα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.
Οι δεισιδαιμονίες έπαιρναν διαστάσεις λαϊκού πανικού και αλλοφροσύνης, όπως ύστερα από τις επιδημίες που προκαλούσαν θανατικό.
Το 1823 η Νάξος είχε αποδεκατιστεί από την ευλογιά. Τότες ακριβώς άρχισαν στο νησί τα ομαδικά βρυκολακιάσματα των πεθαμένων.
Κάτι ανήκουστο έγινε το 1893 στο χωριό Βουρκωτή της Άνδρου.
Η γυναίκα ενός χωρικού υπέφερε από επιλόχειο πυρετό. Ο σύζυγος, επειδή πριν λίγες πέθανε η μητέρα του, πίστεψε πως βρυκολάκιασε και βασάνιζε τη νύφη της.
«Το επίμονον της συζύγου του πάθος απέδωκεν ο σύζυγος εις την πρότινων ημερών θανούσαν μητέρα του ητις κατά την κρίσιν του, επειδή ζώσα δεν ηυτύχησε να ιδή εγγονόν, ηδη νύκτωρ επεφοίτα επί της κλίνης της ασθενούς και τεκούσης νύμφης της και παρενώχλει αυτήν. Και ο αλιτήριος, χωρίς να διστάσει, εξέθαψε το πτώμα της ιδίας μητρός και, φρικτόν ειπείν, διαμέλισεν αυτό εις τεμάχια, ατινα εδώ κι εκεί κατέρριψε».
Απήχηση των λαϊκών δεισιδαιμονιών για τους βρυκόλακες αποτελεί και το διήγημα του Σκιαθίτη πεζογράφου Αλέξανδρου Μωραϊτίδη «Η Κουκίτσα»
-Και μια βραδιά, την ώρα όπου ανάπτουν τα φώτα, ολίγας εβδομάδας μετά τον θάνατον της Κουκίτσας, διεδόθη εις το χωρίον; Βρυκολάκιασε η Κουκκίτσα……
Ο “Βρυκόλακας” του Αρ. Βαλαωρίτη
-”Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον ‘Αδη;
Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη…
Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
‘Ασε με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.
Το κρίμα που ‘καμες με συνεπήρε.
Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.
Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση τι έκαμα και με τρομάζεις;
Πως είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα…
Πες μου… δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;
Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου…
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, για δες… πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.
Πες μου πουθ’ έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
Μες απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πουθ’ έρχεσαι; Τι ‘λθες να δεις”;
Ε’
-”Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
κι εκεί οπού ‘στεκα σαβανωμένος,
βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,
έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
ακούω που φώναξε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α
σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
και θα σε πάρουνε να πάτε κει-.
Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.
-Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,
έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι-.
Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.
Και σα με βρήκανε όλοι με μια
έξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,
γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.
Πετάμε, τρέχομε, φυσομανάει,
το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.
Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.
Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σα ν’ αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.
Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α-.
Έτσι εφτάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,
που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.
Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
Μου ‘δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
Για δες το στόμα μου, το ‘χω βαμένο.
Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
κάποιος εφώναξε… στέκουν κι ακούνε.
-Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή-.
Εδώθε μπαίνουνε μες την αυλή.
Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
Με παρατήσανε… Κανείς δε μένει.
Κρυφά τους έφυγα και τρέχω ‘δω,
με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ”.
ΣΤ’
-”Θανάση σ’ άκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στο μνήμα σου να πας είν’ ώρα”.
-”Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
θέλω απ’ το στόμα σου τρία φιλιά”.
-”Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα”.
-”Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…
Μου πήρ’ η κόλαση κειό το φιλί”.
-”Φέυγα και σκιάζομαι τ’ άγρια σου μάτια.
Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
Απ την αχάμνια τους λες κι είν’ μαχαίρια”.
-”Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι ‘γω
κείνος π’ αγάπησες, ένα καιρό;
Μη με σιχαίνεσαι, είμ’ ο Θανάσης”.
-”Φεύγ’ απ’ τα μάτια μου, θα με κολάσεις”.
Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ’ αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.
Τήνε ξεγύμνωσε… το χέρι απλώνει…
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει…
Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ’ το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο…
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.
Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ’ το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α-!
Του νεκρού αδελφού
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
- Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
- Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
- Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
- Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
- Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
- Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».
Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Δεισιδαιμονία



 

Η ένθρονη Λογική κεραυνοβολεί την
δεισιδαιμονία 

Η καταδίκη της δεισιδαιμονίας από τους Έλληνες φιλοσόφους.

Σύμφωνα προς τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τα εξής τρία κοινωνικά φαινόμενα, δηλαδή:
α΄) η ειδωλολατρία,
β΄) η φυσεοφοβία (Παγανισμός), και
γ΄) η μαγεία, αποτελούσαν μέρη της πνευματικής μάστιγας που ονομαζόταν γενικά δεισιδαιμονία.
Η δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους απαίδευτους ανθρώπους, ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
Οι ιερείς της αρχαιότητας θεωρούσαν, ότι το Θείον μπορούμε να τον πλησιάσουμε μόνο μέσα από την έρευνα και την φιλοσοφία. Η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το πρόσωπο και τη φύση του Θεού ήταν ότι σημαντικότερο για τον αρχαίο Έλληνα σε αντιδιαστολή φυσικά με το χριστιανικό «πίστευε και μη ερεύνα»: «Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351Ε)…
Ο Πλούταρχος, λοιπόν, υποστήριζε ότι η μελέτη και η έρευνα γύρω από την θεία φύση είναι σημαντικότερη ακόμα και από την ανάληψη ιερατικών καθηκόντων.
Ο άνθρωπος, που ενώ δεν γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι θρήσκος τότε θα καταλήξει στην δεισιδαιμονία:…
«Η αμάθεια και η άγνοια σχετικά με τους θεούς χωρίζεται ευθύς εξ αρχής σε δύο ρεύματα, από τα οποία το ένα δημιουργεί στους σκληρούς χαρακτήρες, σαν πάνω σε τραχύ έδαφος, την αθεΐα, και στους μαλακούς (λεπτούς) χαρακτήρες, σαν σε υγρά εδάφη, τη δεισιδαιμονία. Οποιαδήποτε ψευδής αντίληψη, ιδίως αν αφορά τα ζητήματα αυτά, είναι πολύ κακό πράγμα αν μάλιστα δημιουργείται και πάθος, είναι πράγμα κάκιστο. Κάθε πάθος άλλωστε μοιάζει με νοσηρή απάτη. Όπως λοιπόν οι εξαρθρώσεις που συνοδεύονται από τραυματισμό είναι άσχημες, έτσι και οι ψυχικές διαστροφές που συνοδεύονται από πάθος είναι ακόμα πιο άσχημες» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 164Ε).
Εξίσου αρνητική με την δεισιδαιμονία, είναι η αθεΐα. Τόσο οι δεισιδαίμονες όσο και οι άθεοι προσβάλλουν τους θεούς με την συμπεριφορά τους διότι αμφότεροι έχουν εξαπατηθεί και εγκλωβιστεί στην πόλωση τους, υπερβαίνοντας την αρχή του «μέτρου άριστου» έτσι διαταράσσουν την ισορροπία που διδάσκει η ιδεολογία του Ελληνισμού ισορροπία μεταξύ ύλης και πνεύματος.:
«… η αθεΐα, αφ’ ενός, καθώς είναι λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα μακάριο και άφθαρτο, φαίνεται να οδηγεί, με την έλλειψη πίστης στη θεότητα, σε κάποιου είδους έλλειψη αντίληψης, και καταλήγει με το να μην πιστεύει στους θεούς στο να μην τους φοβάται. Από την άλλη μεριά, η δεισιδαιμονία, όπως φανερώνει και το όνομα της, είναι αντίληψη που συνοδεύεται από πάθος, και κρίση που δημιουργεί δέος το οποίο ταπεινώνει και συντρίβει εντελώς τον άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει πως υπάρχουν μεν θεοί αλλά πως αυτοί προκαλούν λύπη και βλάβη. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο άθεος είναι ακίνητος όσο αφορά τη θεότητα, ενώ ο δεισιδαίμων κινείται με τρόπο που δεν πρέπει, εκτρεπόμενος από το σωστό (…) Έτσι η αθεΐα είναι λόγος που αποδείχτηκε ψευδής, ενώ η δεισιδαιμονία πάθος που προέρχεται από ψευδή λόγο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Β)
Μερικές αράδες παρακάτω, ο Πλούταρχος λέει σχετικά με όσους θεοποιούν από τον φόβο του αγνώστου τις δυνάμεις της φύσης:
«Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Ε).
Ο Πλούταρχος, στο χριστιανικό δίλημμα «κόλαση ή παράδεισος» που κατατρέχει τους ανθρώπους και δίνει στον κλήρο θεϊκή εξουσία μέσω της «άφεσης αμαρτιών» απαντά (αν και… αγνοούσε τον Χριστιανισμό) βάση των Ελληνικών λαϊκών παραδόσεων περί μεταθανάτιων τιμωριών:
«Γιατί όμως μακρηγορούμε; «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής»[1], αλλά όχι και της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας τον φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με τον θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας, τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά, ότι τότε μπαίνει σε βάσανα που δεν έχουν τελειωμό. Ανοίγουν τότε κάποιες βαθιές πύλες του Άδη, και πύρινοι ποταμοί ενώνονται με ρεύματα της Στυγός, και το σκοτάδι γεμίζει από τρομακτικές εικόνες φανταστικών μορφών, που επιτίθενται βγάζοντας φοβερές φωνές, ενώ δικαστές και τιμωροί, χαράδρες και κόλποι, βρίθουν μύριων κακών. Με τον τρόπο αυτό η κακοδαίμων δεισιδαιμονία, με την υπερβολική προσπάθεια της ν’ αποφύγει οτιδήποτε φαίνεται φοβερό, χωρίς να το καταλαβαίνει υποβάλλεται από μόνη της σε κάθε είδους δεινά» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 166F).
Σύμφωνα προς τον Πλούταρχο δεν υπάρχει «Θεός τιμωρός», παρά μόνο μέσα στα μυαλά των δεισιδαιμόνων:
«Για τον δεισιδαίμονα, όμως, κάθε σωματική ασθένεια καθώς και η απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι των παιδιών του και η κακή του πορεία και αποτυχία στην πολιτική ζωή ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη. Έτσι δεν τολμάει να επιχειρήσει να επανορθώσει το κακό ούτε να το εξαλείψει ή να το αντιμετωπίσει, για να μη δώσει την εντύπωση ότι αντιδικεί με τον θεό και αντιδρά στην τιμωρία που του επιβάλλεται, αλλά, όταν είναι άρρωστος, διώχνει τον γιατρό, όταν πενθεί, δεν αφήνει να μπει ο φιλόσοφος που θα τον συμβουλεύσει και θα τον παρηγορήσει. «Άσε με», του λέει, «άνθρωπε μου, να τιμωρηθώ ο ασεβής, ο καταραμένος, ο μισητός από θεούς και δαίμονες»[2] (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 168C).
Ενάντια στην λαϊκή πίστη που θέλει τον Θεό τιμωρό, είχε καταφερθεί πριν τον Πλούταρχο, ο Πλάτων:
«Τα αίτια των συμφορών κάπου αλλού πρέπει να αναζητάμε και όχι στο θεό» (Πλάτων, «Πολιτεία», 379c).
«Μάταια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από ’κείνους προέρχονται οι συμφορές τους» (Πλάτων, «Αλκιβιάδης Α΄», 142d).
Κατά της δεισιδαιμονίας έχει γράψει και ο Πρόκλος:
«… μήτε να με αποπλανήσει το γένος δεισιδαιμόνων ανθρώπων από την ιεράν οδόν την φεγγοροβόλον, με τους λαμπρούς καρπούς» (Πρόκλος, «Ύμνος εις τας Μούσας»).
Ο Ευριπίδης, επίσης, έχει δριμύτατα καταφερθεί εναντίον της βασκανίας, μια μορφή δεισιδαιμονίας που σχετίζεται με την μαγεία:
«Είναι καθήκον σου να θεωρείς εχθρό το βάσκανο άνθρωπο
και να ακολουθείς τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή» (Ευριπίδης, «Αποσπάσματα»).
Τέλος, ο Πλούταρχος μας προειδοποιεί, ότι πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να μην καταλήξουμε στα άκρα. Δηλαδή στην δεισιδαιμονία και την αθεΐα. Κάτι τέτοιο θα το καταφέρουμε μόνο αν έχουμε ορθή γνώση του Θεού, κρατώντας σε ισορροπία στην κρίση μας την λογική με το συναίσθημα:
«… διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας τον βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.
»68. Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε με ευλάβεια καθετί απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A).
Ο Ελληνισμός ενάντιος και στην αιγυπτιακή δεισιδαιμονία
Ο Ελληνισμός, ως ζωντανή ιδεολογία ανθρωποκεντρικού περιεχομένου, είδε τους θεούς ανθρωπόμορφους. Όχι φυσικά επειδή ο Θεός ή οι θεοί μοιάζουν των ανθρώπων αλλά επειδή ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του.
Γι’ αυτό και μέσα από τα αλληγορικά μηνύματα των Ελληνικών μύθων, δόθηκαν στους θεούς ανθρώπινες αδυναμίες με σκοπό την ηθική διδασκαλία των ανθρώπων και την κωδικοποίηση αστρονομικής γνώσης και όχι για την διαπόμπευση των εκφράσεων του θείου. Αυτό μας το επιβεβαιώνει ο Πλούταρχος:
«Αλλά είναι ανόσιο να αποδίδουμε στους θεούς τα δικά μας ανθρώπινα πάθη ή να θεωρούμε ότι τα δικά μας πάθη είναι θεϊκά» (Πλούταρχος, «Ερωτικός»).
Στην αιγυπτιακή θρησκεία ίσχυαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Εκεί το επίκεντρο δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά ο μονάρχης. Ο Φαραώ, που θεωρούνταν γιος του θεού και θεός ο ίδιος. Σε αυτήν την «ελέω θεού μοναρχία», ο Φαραώ ήταν και αρχιερέας συγκεντρώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του.
Κατά την προκατακλυσμιαία εποχή, η Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα ενός κοινού πολιτισμού. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδας η χώρα τράβηξε τον δικό της δρόμο στην εξέλιξη της ιστορίας. Από τα «Αργοναυτικά» του Ορφέα γνωρίζουμε, ότι την βασική γνώση για τα θεία πράγματα, την δίδαξε ο Ορφέας. Ο ίδιος το ομολογεί στους παρακάτω στίχους:
«Επίσης (σου είπα) και όσα ιερά λόγια εξεγένησα (διεκήρυξα) εις την Αίγυπτον, όταν προσήγγισα εις την ιεράν Μέμφιν και τας ιεράς πόλεις του Άπιδος, τας οποίας στεφανώνει (περιβάλλει) ο Νείλος, που χύνει πολλά νερά» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 42-44).
«απεκαλύπτων εις τους ανθρώπους τα θέσφατα (τους χρησμούς) εις την Αίγυπτον και εις την Λιβυήν» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 102-104).
Η αντίληψη των Ελλήνων περί του Θείου, όμως, ήταν προϊόν ελεύθερης σκέψης προσαρμοσμένης φυσικά στις ανάγκες ελεύθερων ανθρώπων. Οι ελεύθεροι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, δεν ανέχονται μονάρχες και τυράννους. Η Αίγυπτος, όμως, δεν αποτελούνταν από ελεύθερους ανθρώπους, άρα έπρεπε να βρεθεί μία λύση στο θρησκευτικό ζήτημα. Η λύση τελικά βρέθηκε. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί σχετικά:
«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 380Α).
Η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν δηλαδή μία καθαρά δεισιδαιμονική αντίληψη για τους θεούς, γεμάτη φόβους και ανασφάλειες. Καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των πιστών έπαιζαν και οι κτηνόμορφες εικόνες των θεών. Βεβαίως το ιερατείο και οι μυημένοι γνώριζαν ότι τα ζώα δεν είναι θεοί, αλλά σύμβολα. Αυτό, όμως, δεν το αποκάλυπταν στον λαό που τον ήθελαν ευκολόπιστο και φοβισμένο:
«Στην Αίγυπτο, όταν κάποιος πλησιάζει ένα τέμενος εντυπωσιάζεται από τη λαμπρότητα του, από τους ιερούς του κήπους, την μεγάλη είσοδο και την ομορφιά του, περιτριγυρισμένο καθώς είναι με επιβλητικές σκηνές, κι επίσης από τις γεμάτες δεισιδαιμονία ιεροτελεστίες που έχουν χαρακτήρα μυστηρίων× σαν μπει όμως παραμέσα, στα ενδότερα, βλέπει να προσκυνούν μια γάτα ή ένα πίθηκο ή ένα κροκόδειλο ή σκύλο ή τράγο. Η σκοπιμότητα είναι να νομίσει ο μυούμενος ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται κάποιο σπουδαίο νόημα. Και μπορεί μεν οι χριστιανοί να κοροϊδεύουν τους Αιγυπτίους, (που στο κάτω κάτω μας εξηγούν ότι τα ζώα τα λατρεύουν ως σύμβολα αοράτων, αιώνιων ιδεών και όχι – όπως νομίζει ο πολύς κόσμος – ως ζώα καθαυτά)…» (Κέλσος, «Αληθής Λόγος», Γ΄).
Οι Έλληνες, διαφωνούσαν με την τακτική υπόθαλψης της δεισιδαιμονίας των Αιγυπτίων. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και ο Ορφέας, είχε διδάξει στους Αιγυπτίους ιερά μυστήρια. Προσπαθώντας να τους συνεφέρει από την δεισιδαιμονία τους δίδασκε την ορθή φύση των θεών:
«Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος, έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούσαν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379B).
Όταν ο Ηρόδοτος προσπάθησε να «μπερδέψει» τα πράγματα ανάμεσα στην Ελληνική αντίληψη περί θείου και στο αιγυπτιακό πάνθεο, ισχυριζόμενος ψευδώς ,ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν τα μυστήρια και την λατρεία των θεών στους Έλληνες, πήρε την παρακάτω οργισμένη απάντηση από τον ιερέα και φιλόσοφο Πλούταρχο:
«Λέει πως οι Έλληνες έμαθαν από τους Αιγυπτίους τις πομπές και τις πανηγύρεις και τη λατρεία των δώδεκα θεών× το όνομα, μάλιστα, του Διονύσου, λέει, έμαθε από τους Αιγυπτίους ο Μελάμπους, ο οποίος δίδαξε και τους άλλους Έλληνες. Τα μυστήρια επίσης και τις τελετές της Δήμητρας, λέει, μετέφεραν από την Αίγυπτο οι θυγατέρες του Δαναού. Υποστηρίζει πως οι Αιγύπτιοι στηθοκοπιούνται και πενθούν, αλλά δεν θέλει να αναφέρει προς τιμήν τίνος θεού, διότι προσέχει τα λόγια του στα ιερά ζητήματα. Για τον Ηρακλή, όμως, και για τον Διόνυσο, τους οποίους τιμούν οι Αιγύπτιοι, λέει ότι τους τιμούν ως αρχαίους θεούς, ενώ γι’ αυτούς που τιμούν οι Έλληνες λέει ότι τους τιμούν ως ανθρώπους που γέρασαν, χωρίς να δείχνει πουθενά την ίδια ευσέβεια. Υποστηρίζει, παρά ταύτα, ότι ο Αιγύπτιος Ηρακλής ανήκει στους δεύτερους θεούς και ο Διόνυσος στους τρίτους, υπό την έννοια ότι κάποτε άρχισαν να υπάρχουν και ότι δεν είναι αιώνιοι. Λέει όμως πως εκείνοι είναι θεοί, ενώ πως σε τούτους πρέπει να προσφέρουμε καθαρμούς, θεωρώντας τους θνητούς ήρωες, και όχι να τους προσφέρουμε θυσίες, θεωρώντας τους θεούς. Τα ίδια λέει και για τον Πάνα, ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αιγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών ιερών» (Πλούταρχος, «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», 857C).
Ο Πλούταρχος υποστήριζε, όπως και ο Ορφέας, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που δίδαξαν την λατρεία των θεών στους Αιγυπτίους:
«… χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ίεσθαι (προχωρώ ορμητικά) με γνώση και κινούμαι, διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγματικότητα το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς υπάρχει όνομα κοινό που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός που τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κίνηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν. (…) Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από το όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμεσα στα πράγματα του ουρανού και του Άδη… (…) Δεν πρέπει όμως να απορεί κανείς με τον εξελληνισμό των ονομάτων, διότι βέβαια και πολλά άλλα, που έφυγαν μαζί με τους ξενιτεμένους Έλληνες, συνεχίζουν και υπάρχουν μέχρι και σήμερα απόδημα σε άλλους λαούς… (…) …διότι θεωρώ πως το πρώτο (Σάραπις) είναι ξενικό, ενώ το δεύτερο (Όσιρις) Ελληνικό…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 375C&D).
Είναι ξεκάθαρο, ότι ο Ελληνισμός δεν αποδέχεται ειδωλολατρία, φυσεοφοβία (Παγανισμό) και θεοποίηση των ζώων. Όλα αυτά θεωρούνταν στοιχεία δεισιδαιμονίας και αποτελούσαν ξένο σώμα στην Ελληνική κοσμοθεωρία.
Η «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» κατά της δεισιδαιμονίας
Πολλοί υποστηρίζουν, ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 έγινε «για της πατρίδος την ελευθερία και του Χριστού την πίστη την Αγία». Αυτό είναι μερικώς ορθό. Διότι, εκείνοι που οραματίστηκαν την ελευθερία της Ελλάδας δεν ήταν ούτε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ούτε οι κοτσαμπάσηδες. Ήταν οι κύκλοι μορφωμένων (διαφωτιστών) Ελλήνων του εξωτερικού. Οι πατριώτες αυτοί αφού έμαθαν τα αρχαία κείμενα και τους αρχαίους συγγραφείς, και αφού ένιωσαν Έλληνες (και όχι Ρωμιοί), στην συνέχεια ξεκίνησαν την ιδεολογική προετοιμασία ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Έτσι και μετά από πολλές περιπέτειες, το έτος 1806 στην Ιταλία κυκλοφόρησε ένα επαναστατικό κείμενο που έμελλε να γίνει η ιδεολογική διακήρυξη της Ελληνικής εξέγερσης. Το έργο αυτό τιτλοφορήθηκε «Ελληνική Νομαρχία» και ο συγγραφέας του παραμένει άγνωστος μέχρι και σήμερα, εφόσον επέλεξε την οδό της ανωνυμίας. Είναι ο διάσημος – άσημος, Ανώνυμος ο Έλλην.
Η «Ελληνική Νομαρχία» θεωρείται ως η μόνη εργασία Ελληνικής πολιτικής αγωγής που συντάχτηκε τα νεότερα χρόνια. Ουσιαστικά, όμως, είναι η ιδεολογία του Ελληνισμού προσαρμοσμένη στις επικρατούσες συνθήκες των αρχών του 19ου αιώνα.
Ο Ανώνυμος ήταν ένας άνθρωπος που είχε μελετήσει Ηρόδοτο, Πλάτωνα, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και Πλούταρχο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της «Νομαρχίας». Ο ίδιος, όμως, επιλέγει να δώσει το βαθύτερο ιδεολογικό του στίγμα μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Πλούταρχο[3] στο κείμενο του.
Οραματιζόμενος, λοιπόν, την νέα Ελλάδα την αισθάνθηκε απαλλαγμένη από τα δεσμά της δεισιδαιμονίας. Ο καυστικός του λόγος παρατίθεται δίχως σχόλια διότι περιττεύουν. Αρκεί, να καταλάβει ο αναγνώστης την διαχρονική διάσταση της αναγκαιότητας του μηνύματος του Ελληνισμού, αλλά και τα δεινά που προξενεί η δεισιδαιμονία στους ανθρώπους:
«Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου, ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω καθώς πρέπει τα της Ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τα φοβεράς χρείας σου και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα» (7).
«Αυταί αι τυραννίαι, ω Έλληνες, είναι συνθεμέναι από θεοκρατίαν και ολιγαρχίαν» (94).
«Η δε θεοκρατία είναι ο κλήρος. (α) Οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδύνατους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε όπου αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον…» (95).
«Από τότε λοιπόν έως εις τους 364 μετά Χριστόν, όπου διεμοιράσθη το Ρωμαϊκόν βασίλειον εις Ανατολικόν και Δυτικόν, οι Έλληνες υπόκειντο εις φοβεράν τυραννίαν και έπαθον ανήκουστα βάσανα και ταλαιπωρίας από τους διαφόρους σκληροτάτους ιμπεράτωρας οπού η Ρώμη τους έπεμπεν. Δεν εδύναντο να ελευθερώσι από τοιούτον ζυγόν (αγκαλά και τα ήθη των να μην ήτον παντάπασιν διεφθαρμένα και να υπόκειντο εις ξένην αρχήν) επειδή η επικράτεια ήτον μεγαλωτάτη και δεν υπέφερον όλοι εξ ίσου τας δυστυχίας και εξακολούθως δεν ημπορούσαν να ενωθούν όλοι μαζί δια να εξολοθρεύσουν τους τυράννους των (α). Από τότε λοιπόν όπου εστερεώθη ο χριστιανισμός έως εις τους 1453, αντίς να αυξήσουν τα μέσα της ελευθερώσεώς των, φευ! εσμικρύνοντο.
Η δεισιδαιμονία και ο ψευδής τε και μάταιος ζήλος των ιερέων και πατριαρχών κατεκυρίευσεν τας ψυχάς των βασιλέων, οι οποίοι, αντίς να επιμελούντο εις το να διοικώσι τον λάον καθώς έπρεπε, άλλο δεν εστοχάζοντο παρά να φιλονικώσι και να κτίζωσιν εκκλησίας. Τότε εις την Ελλάδα εφάνησαν τρεις κυριότητες: η Τυραννία, το Ιερατείον και η Ευγένεια, αι οποίαι δια ένδεκα αιώνας σχεδόν κατέφθειραν τους Έλληνας και κατερήμωσαν την Ελλάδα. Η ματαιότης των πατριαρχών και παπών επροξένησεν το σχίσμα ανάμεσον ημών και των λατίνων.
Και η δεισιδαιμονία ήνωσεν εις αυτό εν μίσος φοβερόν μέχρι της σήμερον.
»Αφού λέγω το Ιερατείον ηθέλησε να ενώση τα εκκλησιαστικά εντάλματα με τους πολιτικούς νόμους, δια να τιμάται εν ταυτώ και να ορίζη, χωρίς δυσκολίαν εκατάλαβεν ότι αναγκαίον ήτον πρότερον να τυφλώση τον λαόν με την αμάθειαν, δια να στερεώση καλλιότερα τον σκοπόν του. Και ούτως επροσπάθησεν να εσβήση κάθε σπουδήν εις την Ελλάδα και υπερασπίσθη την αμάθειαν. Αι επιστήμαι, οπού πρότερον ήνθιζον, άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφαλίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν εξωρίσθησαν. Άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο ειμή τα πονήματα των ιερέων. Κάθε φιλόλογος άλλο δεν ημπορούσε να αναγνώση ειμή τα θαύματα και τους βίους των αγίων. Και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, υστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι κατά συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δε από την αμάθειαν και δεισιδαιμονίαν υπήκουον και εφοβούντο τους τυράννους των χωρίς να ηξεύρουν το διατί.
Ένας αφορισμός του αρχιερέως ετρόμαζεν τόσα μιλούνια ανθρώπων. Ω δεισιδαιμονία, πόσον φοβερά είσαι ανάμεσα εις τα ανθρώπινα πάθη και πόσον ουτιδανώνεις την ανθρωπότητα όταν κυριεύσης τας ψυχάς των απλών και αμαθών λαών× οι οποίοι τόσον απομωρώνονται, όπου τρέμουσιν εις την ψευδή λαλιάν σου, καθώς τα βρέφη φοβούνται ένα όφιν ξύλινον ή ένα χαλκούν λέοντα. Εις τοιαύτην κατάστασιν, αδελφοί μου, ευρίσκετο η Ελλάς όταν προ 453 χρόνων από την σήμερον η αυτή δεισιδαιμονία και η αμάθεια είχεν αναβιβάσει εις υψηλόν θρόνον ένα αχρείον αιθίοπα, ο οποίος ώρμησε με τα άρματα του ψεύδους και της πλάνης και εκυρίευσεν σχεδόν το τέταρτον της γης» (105 έως 108).
Ο Ανώνυμος γράφει αυτά τα σημαντικά και άλλα πολλά. Σημασία πάντως έχει, ότι από τα παραπάνω αποσπάσματα γίνεται κατανοητό το πόσο η αρχαία Ελληνική σκέψη είχε επηρεάσει τους διανοούμενους διαφωτιστές, που ονειρεύονταν την αναγέννηση του Ελληνισμού και όχι της διεθνιστικής Ρωμιοσύνης!
Ο Ανώνυμος επίσης καταγγέλλει ως ανθελληνική και εναντίον των συμφερόντων του Γένους, την ταύτιση Εκκλησίας και Κράτους. Ο ίδιος υποστηρίζει, ότι εξαιτίας αυτής της σχέσης έχουν προκληθεί στους Έλληνες μεγάλα δεινά. Και το κείμενο αυτό γράφτηκε 194 έτη πριν διατυπώσει τις επίμαχες απόψεις του ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης, από έναν γνήσιο Έλληνα πατριώτη και επαναστάτη, που έβλεπε την πατρίδα του υπόδουλη και τον Κλήρο στην πλειοψηφία του να συνεργάζεται και να ευλογεί τον κατακτητή.
Όπως και να το κάνουμε, η «Ελληνική Νομαρχία» είναι αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο, αν και λίαν ενοχλητικό για κάποιους ρασοφόρους. Με το βιβλίο αυτό στο χέρι, πάντως, έκαναν οι Έλληνες επανάσταση το 1821. Με τα ιδεώδη του Ελληνισμού ζυμώθηκε ιδεολογικά και προετοιμάστηκε η εξέγερση εναντίον των Τούρκων, την οποία (για την ιστορία) ο Γρηγόριος ο Ε΄ την αφόρισε.
Το κεντρικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ένα: ο Ελληνισμός, είναι θανάσιμος εχθρός της δεισιδαιμονίας. Και τότε αλλά και τώρα! Και όσοι επιμένουν στις δεισιδαιμονίες, δεν μετέχουν στην Ελληνική Παιδεία, άρα ούτε Έλληνες έχουν δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται.

Συμβουλές Ισοκράτη περί ορθού & ηθικού βίου

Στο έργο αυτό, παρατίθενται διάφορες πρακτικές διδαχές του Ισοκράτη προς κάποιον Δημόνικο για το πώς θα πρέπει να είναι ένας ορθός και ηθικός τρόπος ζωής.

Κανένα να μη κάνεις φίλον πρότου εξετάσης πώς έχει συμπεριφερθή προς τους παλαιούς του φίλους· διότι πρέπει να προβλέπης ότι θα συμπεριφερθή και προς σε, όπως συμπεριεφέρθη προς εκείνους. Να γίνεσαι μεν βραδέως φίλος, αφού δε γίνης φίλος να μένης πιστός εις την φιλίαν. Διότι είναι εξ ίσου απρεπές να μη έχης κανένα φίλον και να αλλάζης πολλούς φίλους συχνά. Να μη δοκιμάζης τους φίλους σου κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκ της δοκιμής ταύτης να προέρχεται διά σε ζημία, μήτε όμως να θέλης να έχης τους φίλους σου αδοκιμάστους. Τούτο δε θα κατορθώσης, αν προσποιείσαι ενώπιον αυτών ότι έχεις ανάγκας τας οποίας δεν έχεις· να ανακοινώνης εις αυτούς ζητήματα, τα οποία δύνανται να κοινολογηθούν, παρουσιάζων αυτά ως μυστικά· αν διαψευσθής εις τας ελπίδας σου, δεν θα υποστής εκ τούτου καμμίαν ζημίαν, εάν δε αι ελπίδες σου επιβεβαιωθούν, θα έχης ασφαλεστέραν γνώσιν του χαρακτήρος των φίλων σου. Να δοκιμάζης τους φίλους εις τας δυστυχίας και εις τους κοινούς κινδύνους· διότι τον μεν χρυσόν δοκιμάζομεν εις το πυρ, τους δε φίλους διακρίνομεν εις τας ατυχίας. Θα τηρήσης την αρίστην στάσιν απέναντι των φίλων σου, αν δεν περιμένης ούτοι να σου γνωρίσουν τας ανάγκας των, αλλ' αν αυθορμήτως έλθης εις βοήθειάν των, όταν αι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Να νομίζης ότι είναι εξ ίσου επαίσχυντον να νικάσαι υπό των εχθρών σου εις το κακόν και να φαίνεσαι κατώτερος των φίλων σου εις τας ευεργεσίας που σου κάμνουν. Να θεωρής ως αληθείς φίλους όχι μόνον εκείνους που λυπούνται διά τας δυστυχίας σου, αλλά και εκείνους οι οποίοι δεν σε φθονούν διά την ευτυχίαν σου· διότι πολλοί λυπούνται μεν μαζί με τους φίλους των διά τας ατυχίας των, αλλά τους φθονούν, όταν ευτυχούν. Να ενθυμήσαι τους απόντας φίλους σου ενώπιον των παρόντων, διά να φαίνεσαι ότι ουδέ τούτους λησμονείς, όταν είναι απόντες.

Να θέλης να είσαι όσον αφορά την ενδυμασίαν σου φιλόκαλος και όχι καλλωπιστής. Είναι δε ίδιον γνώρισμα του μεν φιλοκάλου η μεγαλοπρέπεια, του δε καλλωπιστού το εξεζητημένον (η επίδειξις, ίνα κινηθή η περιέργεια των άλλων). Να αγαπάς ουχί την υπερβολικήν αύξησιν των υπαρχόντων αγαθών, αλλά την μετρίαν απόλαυσιν τούτων. Να καταφρονής τους φιλοχρημάτους, οι οποίοι ζητούν να συσσωρεύουν θησαυρούς και δεν γνωρίζουν να απολαύσουν εκείνους που έχουν· διότι ούτοι πάσχουν κάτι παρόμοιον με εκείνους οι οποίοι αγοράζουν ωραίον ίππον, ενώ γνωρίζουν να ιππεύουν κακώς.

Προσπάθει να καθιστάς τον πλούτον σου προσοδοφόρον και χρήσιμον· είναι δε ο πλούτος χρήσιμος μεν εις τους επιθυμούντας να μεταχειρίζωνται τούτον ελευθερίως, προσοδοφόρος δε εις τους δυναμένους να αποκτούν κτήματα προσοδοφόρα. Να εκτιμάς την υπάρχουσαν περιουσίαν διά δύο λόγους, και διά να δύνασαι να πληρώσης μέγα πρόστιμον και διά να βοηθής χρηστόν φίλον όταν δυστυχή· διά τας άλλας δε ανάγκας της ζωής σου να μη προσκολλάσαι εις αυτήν υπερβολικά, αλλά να την αγαπάς με μέτρον.