Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (693-728)

ΠΗ. οἴμοι, καθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ὡς κακῶς νομίζεται·
ὅταν τροπαῖα πολεμίων στήσῃ στρατός,
695 οὐ τῶν πονούντων τοὔργον ἡγοῦνται τόδε,
ἀλλ᾽ ὁ στρατηγὸς τὴν δόκησιν ἄρνυται,
ὃς εἷς μετ᾽ ἄλλων μυρίων πάλλων δόρυ,
οὐδὲν πλέον δρῶν ἑνός, ἔχει πλείω λόγον.
σεμνοὶ δ᾽ ἐν ἀρχαῖς ἥμενοι κατὰ πτόλιν
700 φρονοῦσι δήμου μεῖζον, ὄντες οὐδένες·
οἳ δ᾽ εἰσὶν αὐτῶν μυρίῳ σοφώτεροι,
εἰ τόλμα προσγένοιτο βούλησίς θ᾽ ἅμα.
ὡς καὶ σὺ σός τ᾽ ἀδελφὸς ἐξωγκωμένοι
Τροίᾳ κάθησθε τῇ τ᾽ ἐκεῖ στρατηγίᾳ,
705 μόχθοισιν ἄλλων καὶ πόνοις ἐπηρμένοι.
δείξω δ᾽ ἐγώ σοι μὴ τὸν Ἰδαῖον Πάριν
ἥσσω νομίζειν Πηλέως ἐχθρόν ποτε,
εἰ μὴ φθερῇ τῆσδ᾽ ὡς τάχιστ᾽ ἀπὸ στέγης
καὶ παῖς ἄτεκνος, ἣν ὅ γ᾽ ἐξ ἡμῶν γεγὼς
710 ἐλᾷ δι᾽ οἴκων τήνδ᾽ ἐπισπάσας κόμης·
ἣ στεῖρος οὖσα μόσχος οὐκ ἀνέξεται
τίκτοντας ἄλλους, οὐκ ἔχουσ᾽ αὐτὴ τέκνα.
ἀλλ᾽, εἰ τὸ κείνης δυστυχεῖ παίδων πέρι,
ἄπαιδας ἡμᾶς δεῖ καταστῆναι τέκνων;
715 φθείρεσθε τῆσδε, δμῶες, ὡς ἂν ἐκμάθω
εἴ τίς με λύειν τῆσδε κωλύσει χέρας.
ἔπαιρε σαυτήν· ὡς ἐγὼ καίπερ τρέμων
πλεκτὰς ἱμάντων στροφίδας ἐξανήσομαι.
ὧδ᾽, ὦ κάκιστε, τῆσδ᾽ ἐλυμήνω χέρας;
720 βοῦν ἢ λέοντ᾽ ἤλπιζες ἐντείνειν βρόχοις;
ἢ μὴ ξίφος λαβοῦσ᾽ ἀμυνάθοιτό σε
ἔδεισας; ἕρπε δεῦρ᾽ ὑπ᾽ ἀγκάλας, βρέφος,
ξύλλυε δεσμὰ μητρός· ἐν Φθίᾳ σ᾽ ἐγὼ
θρέψω μέγαν τοῖσδ᾽ ἐχθρόν. εἰ δ᾽ ἀπῆν δορὸς
725 τοῖς Σπαρτιάταις δόξα καὶ μάχης ἀγών,
τἄλλ᾽ ὄντες ἴστε μηδενὸς βελτίονες.
ΧΟ. ἀνειμένον τι χρῆμα πρεσβυτῶν ἔφυ
καὶ δυσφύλακτον ὀξυθυμίας ὕπο.

***
ΠΗΛΕΑΣ
Αλίμονο, πόσο κακή συνήθεια
υπάρχει στην Ελλάδα. Όταν νικά ο στρατός
και στήνει τρόπαια, το έργο δεν λογαριάζεται
εκείνων που κοπιάσανε, αλλά τη δόξα παίρνει
ο στρατηγός, που τίποτ᾽ άλλο δεν κατέχει
παρά να παίζει το κοντάρι, όπως χιλιάδες άλλοι,
κι όμως εκείνος είναι ο ξακουστός.
Κάποιοι τάχα σπουδαίοι στρογγυλοκάθονται
στην εξουσία
καταφρονώντας το λαό στη χώρα,
700 κι ας μην αξίζουν τίποτα· μα οι άλλοι
είναι πολύ πιο ανώτεροι από δαύτους·
χρειαζόταν μόνο θέληση και τόλμη.
Έτσι κι εσύ κι ο αδερφός σου είστε περήφανοι
γιατί νικήσατε στην Τροία και φουσκώνετε
ακουμπώντας στα βάσανα και τους κόπους των άλλων.
Μα θα σε μάθω εγώ να μη θεωρείς
τον Πάρι εχθρό σου πιο επίφοβο
απ᾽ τον Πηλέα,
αν δεν χαθείς το γρηγορότερο απ᾽ αυτό το σπίτι
κι εσύ και η στείρα θυγατέρα σου, ειδαλλιώς
ο εγγονός μου θα τη διώξει σέρνοντάς την
710 απ᾽ τα μαλλιά·
στείρα δαμάλα, δεν ανέχεται, η λεγάμενη
τις άλλες που γεννούν παιδιά, όταν αυτή δεν έχει.
Αν όμως η αφεντιά της κακοτύχησε,
άτεκνοι θα ᾽πρεπε να μείνουμε κι εμείς;
Εσείς οι δούλοι, λέω, τραβηχτείτε μακριά της,
για να δω αν κανείς θα μ᾽ εμποδίσει
να της λύσω τα χέρια.
(Στην Ανδρομάχη.)
Σήκω επάνω.
Εγώ, κι ας τρέμω, τους κόμπους των λουριών
θα τους λύσω.
(Της λύνει τα δεσμά. Στον Μενέλαο.)
Πώς λάβωσες, κακούργε, αυτά τα χέρια;
720 Ταύρο ή λιοντάρι νόμισες πως σφιχτοδένεις;
Ή μήπως και φοβήθηκες
ότι θ᾽ αρπάξει το σπαθί να σε χτυπήσει;
(Στο παιδί.)
Μικρέ μου, έλα κοντά μου, να βοηθήσεις
να λύσω τα δεσμά της μάνας σου. Θα σε αναθρέψω
εγώ στη Φθία και θα γίνεις φοβερός
εχθρός για δαύτους.
(Στον Μενέλαο.)
Αν έλειπε από σας τους Σπαρτιάτες
η αξιοσύνη στο κοντάρι, η πείρα του πολέμου,
σε τίποτα δεν θα ᾽σαστε ανώτεροι
από κανέναν.
ΧΟΡΟΣ
Δεν τους κρατάς τους γέροντες με τίποτα
και δύσκολο
να φυλαχτεί κανείς απ᾽ τον θυμό τους.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΡΟΠΟΙΤΙΔΕΣ

ΠΡΟΠΟΙΤΙΔΕΣ
(πέτρα)
 
Ο Παυσανίας μαρτυρεί τα εξής: ἔστι δὲ Ἀμαθοῦς ἐν Κύπρῳ πόλις, Ἀδώνιδος ἐν αὐτῇ καὶ Ἀφροδίτης ἱερόν ἐστιν ἀρχαῖον (Παυσ. 9.41.2). Η μυθική ιστορία της πόλης, στη νότια ακτή του νησιού, είναι συνδεδεμένη με δύο μεταμορφώσεις: των κατοίκων της πόλης και των θυγατέρων του μυθικού βασιλιά Προποιτού. Και οι δυο μεταμορφώσεις προκλήθηκαν από την οργή της τιμώμενης στο νησί, και την πόλη ειδικότερα, θεά Αφροδίτη.
 
Οι Προποιτίδες αμφισβήτησαν τη θεϊκή υπόσταση της Αφροδίτης, και αυτή τις μεταμόρφωσε σε πέτρες, αφού πρώτα τις ανέδειξε σε αρχετυπικές πόρνες· ήταν δηλαδή οι πρώτες γυναίκες που εκπορνεύθηκαν έχοντας επιθυμίες που ήταν αδύνατο να ικανοποιηθούν ακόμη και από όλους τους άνδρες μαζί (Οβ., Μετ. 220-242). Αυτές είδε ο Πυγμαλίων και αντιπάθησε τις γυναίκες.

Τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι

Τον πλούτον πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς. Ελληνική παροιμία, άγνωστο ποιος την πρωτοείπε. Πόσο αληθινή είναι άραγε;
 
Το Εγώ μας έχει τρεις υποστάσεις. Είναι το αισθητό Εγώ, ό,τι από εμένα μπορεί να παρατηρηθεί από το φυσικό περιβάλλον μου. Είναι το κοινωνικό Εγώ, η εικόνα που έχει για μένα το έλλογο περιβάλλον μου, η κοινωνία μέσα στην οποία ζω. Είναι και το νοητό Εγώ, άμεσα αντιληπτό μόνον από το ίδιο, ενώ οι άλλοι μπορούν μόνο έμμεσα να το νοούν, να το συμπεραίνουν από τη συμπεριφορά του αισθητού Εγώ ή από την ομολογία του ίδιου. Στο αισθητό Εγώ περιλαμβάνονται όλες οι σωματικές ανάγκες, η ανάγκη για τροφή, πόση, ούρηση, έρωτα, ύπνο κλπ. Τα αγελαία ζώα μόλις αρχίσουν να νοιώθουν τέτοια ανάγκη μεριμνούν, συχνά με κόπο, με κίνδυνο, για να την ικανοποιήσουν. Αντίθετα, τα κοινωνικά ζώα, όπως οι μέλισσες, τα μυρμήγκια κλπ, σχηματίζουν αποθήκες αγαθών για να αντιμετωπίζουν άμεσα τις ανάγκες τους όποτε προκύψουν. Οι άνθρωποι έχομε το προνόμιο (ή την κατάρα) να μπορούμε να επιλέγουμε πόσο αγελαία και πόσο κοινωνικά θέλομε να ζούμε, είμαστε πολιτικά ζώα. Ο θησαυρισμός αγαθών είναι λοιπόν στη φύση μας, αλλά με επιλογές.
 
Βιολογικά, η ανεπαρκής πρόσληψη τροφής οδηγεί αναγκαστικά σε νόσηση και θάνατο. Αλλά και η υπερβολική πρόσληψη τροφής οδηγεί σε παχυσαρκία με νόσο και πρόωρο θάνατο. Το ίδιο ισχύει για την κτήση αγαθών. Η ανεπάρκειά τους, η πενία, οδηγεί σε νοσηρές καταστάσεις και δυστυχία. Η περίσσειά τους, ο πλούτος, ονομάζεται ευτυχία, δεν σημαίνει όμως ευδαιμονία. Η απόκτηση των αναγκαίων χρειάζεται κόπο (γαθ κόποις κτνται, Επίχαρμος), μεγάλη προσπάθεια, αλλά και η διατήρηση των αγαθών είναι ακόμη δυσκολότερη (τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι, Δημοσθένης). Η ανάγκη για θησαυρισμό είναι ακόρεστη. Στη φύση μας είναι, είπαμε, να διατηρούμε μια αποθήκη αγαθών για τις ώρες ένδειας. Αλλά τόσο η δημιουργία της, που έχει περίπου σταθερές δυσκολίες, όσο και η φύλαξή της, που οι δυσκολίες αυξάνοντα ανάλογα με το μέγεθός της, είναι μεγάλος μόχθος. Διαρκώς ενεδρεύει ο κίνδυνος να τη χάσουμε, από κάποιον που τη βλέπει και την επιβουλεύεται ή και από τυχαία συμβάμματα. Και τότε τι γίνεται; Ο πλούσιος είναι ευτυχής που έχει τον πλούτο, αλλά κάθε άλλο παρά ευδαίμονας, ζώντας διαρκώς με το φόβο, με φύλακες της περιουσίας ή και της ίδιας της ζωής του. Όμως, η επιθυμία για θησαυρισμό είναι ακόρεστη. Όπως και η βουλιμία, όσο παχύσαρκος και αν είναι κάποιος.
 
Πάμε τώρα στη δόξαΑυτή αφορά βέβαια το κοινωνικό μας Εγώ.
 
Γενικά, τα κίνητρα του κοινωνικού Εγώ είναι ανώτερα από εκείνα του αισθητού. Δηλαδή, αν μπορώ να επιλέξω, προτιμώ να ικανοποιήσω τις ανάγκες του κοινωνικού Εγώ μου παρά του αισθητού, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτές ικανοποιούνται τουλάχιστον στοιχειωδώς. Με τον όρον ότι δεν πεθαίνω της πείνας, προτιμώ να θεωρούμαι έντιμος παρά να γίνω κλέφτης. Η δόξα είναι ανάλογη με το εύρος της κοινωνίας που με θαυμάζει, αλλά και ανάλογα με το μέγεθος της πράξης για την οποίαν εκτιμώμαι. Ο άνθρωπος είναι, λέει ο Αριστοτέλης, πολιτικό ζώο, δεν μπορεί να ζήσει έξω από την κοινωνία του, εκτός αν είναι θεός ή θηρίο. Χωρίς μια στοιχειώδη δόξα, λοιπόν, κοινωνική αναγνώριση, είναι αδύνατο να ζούμε. Δόξα αποφέρουν οι ηρωικές πράξεις, ο πλούτος, η ομορφιά, η ευφυΐα, κάθε επιτυχία, ό,τι κάνει να ξεχωρίζει το άτομο από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας του. Το ερώτημα είναι λοιπόν, εντάξει, η δόξα είναι αναγκαία· μπορεί όμως να είναι υπερβολική; Όπως και ο πλούτος, ναι, και αυτή μπορεί να είναι υπερβολική. Κινεί τη ζήλεια κι αυτό δεν είναι κακό. Οι άλλοι θλίβονται που αυτοί δεν δοξάζονται και προσπαθούν να μιμηθούν το δοξασμένο. Όμως κινεί και το φθόνο. Οι άλλοι τον μισούν επειδή έχει δόξα. Και επιθυμούν, επιδιώκουν ή έστω εύχονται τον αφανισμό του. Όντας δοξασμένος, νοιώθω ευχάριστα να με ζηλεύουν, όχι όμως να με φθονούν.
 
Άραγε, υπάρχει κάτι παραπάνω από τον πλούτο και τη δόξα, κάτι που να μην έχει όρια πάνω από τα οποία να παύω να είμαι ευδαίμονας; Ο αθλητής στο στίβο το έχει νοιώσει αυτό. Μπορεί να νίκησε, να έφθασε πρώτος στο τέρμα ή να πήδηξε μακρύτερα ή ψηλότερα από τους άλλους. Και αποσπά τα χειροκροτήματα, τις επευφημίες του πλήθους, τη δόξα. Εκτός από αυτό όμως μπορεί να έχει και μια εντελώς προσωπική ικανοποίηση. Είτε πρώτευσε είτε όχι, μπορεί να πέτυχε μια επίδοση που μεγαλύτερή της δεν είχε παλιότερα. Αυτή είναι μια προσωπική ικανοποίηση ανεξάρτητη από τις επευφημίες του κόσμου. Οφείλεται σε έναν αυτοπροσδιορισμό από τον ίδιο τον αθλητή και όχι στον ετεροπροσδιορισμό από τους άλλους. Είναι μια ικανοποίηση της αυτοπραγμάτωσης, ανεξάρτητα από κάθε άλλη επιδίωξη.
 
Ο Επίκουρος το θέτει καλύτερα από εμένα. Λάθε βιώσας, λέει. Η προτροπή του έχει παρεξηγηθεί, όπως και ολόκληρη η φιλοσοφία του μεγάλου σοφού. Προέτρεπε την επιδίωξη της ευδαιμονίας και αυτή στρεβλώθηκε σε επιδίωξη της ηδονής, που, με την επικράτηση του Χριστιανισμού, θεωρήθηκε αμαρτία. Καταστράφηκαν τα βιβλία του και μόνο από τις αναφορές που του γίνονται από άλλους, κάτι ξέρομε σχετικά. Απαράδεκτη λογοκρισία. Πιο συχνά λέμε τη ρήση του παραποιημένη: ”λάθρα βιώσας”. Το τελευταίο σημαίνει να ζούμε στο σκοτάδι, να κρυβόμαστε από τους άλλους, σα να ντρεπόμαστε για ό,τι κάνομε ή για ό,τι είμαστε. Το ”λάθε βιώσας” όμως σημαίνει ότι επιλέγομε να αδιαφορούμε για το τι λένε οι άλλοι για μας και να επικεντρωνόμαστε στο τι λέμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Είναι πολύ δύσκολη επιλογή. Δεν μας σταματά από το να μοχθούμε για τους άλλους, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός μας. 
 
Η πολιτική είναι κι αυτή ένα άθλημα. Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών επιδιώκουν να γίνουν πρωθυπουργοί, υπουργοί, βουλευτές, στη χυδαιότερη περίπτωση για να γίνουν πλούσιοι - και ο πλούτος διαρκεί περισσότερο από το αξίωμά τους - ή στην καλύτερη περίπτωση για τη δόξα, τις τιμές, που τους αποδίδει ο κόσμος. Και όσοι κατέλαβαν τέτοια αξιώματα αποδεικνύουν αυτόματα ότι είχαν την ικανότητα να τα καταλάβουν. Ωστόσο, ο πραγματικός ηγέτης, ενδιαφέρεται όχι τόσο για το πώς θα αναλάβει την ηγεσία (δόξα), προϋπόθεση για τα υπόλοιπα, όσο για το τι θα κάνει όταν γίνει αρχηγός (βίωση). Πόσους ηγέτες γνωρίζετε με όραμα, που το διαμορφώνουν σε εφικτό σκοπό και προγραμματισμό για το πώς να επιτευχθεί;

Τζωρτζ Όργουελ: Δε θα υπάρχει πια η περιέργεια ούτε η χαρά της ζωής

Οι παλιοί πολιτισμοί ισχυρίζονταν πως βασίζονταν πάνω στην αγάπη και τη δικαιοσύνη.

Ο δικός μας βασίζεται στο μίσος.

Στο δικό μας κόσμο δε θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από το φόβο, την οργή, τη θριαμβολογία και την ταπείνωση.

Όλα τα άλλα θα τα καταπνίξουμε-όλα!

Ήδη τώρα καταστρέφουμε τις συνήθειες της σκέψης που έχουν επιζήσει από την Προ-Επαναστατική εποχή.

Σπάσαμε τα δεσμά που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άνδρες με τους άνδρες και τον άνδρα με τη γυναίκα.

Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή το φίλο του.

Στο μέλλον όμως δε θα υπάρχουν ούτε γυναίκες, ούτε φίλοι.

Τα παιδιά θα τα παίρνουμε από τη μητέρα τους μόλις γεννιόνται όπως παίρνει κανείς τα αυγά από την κότα.

Το σεξουαλικό ένστικτο θα ξεριζωθεί.

Η αναπαραγωγή θα είναι μια ετήσια τυπική διαδικασία όπως η ανανέωση του δελτίου τροφίμων.

Δε θα υπάρχει γέλιο παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιο νικημένο εχθρό.

Δε θα υπάρχει τέχνη, λογοτεχνία, επιστήμη.

Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι δε θα έχουμε πια ανάγκη την επιστήμη.

Δε θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια.

Δε θα υπάρχει πια η περιέργεια ούτε η χαρά της ζωής.

Δε θα υπάρχει άμιλλα.

Τζωρτζ Όργουελ, 1984

Άνθισε την ομορφιά σου πέρα από τον χρόνο

Η ζωή μας, μια διαδρομή που αρχίζει και τελειώνει σαν να μην πέρασε μια μέρα. Ρωτάς μεγάλους ανθρώπους τι θα ήθελαν από τη ζωή τους και σου απαντούν, χρόνο.

Κι όμως, κοιτώντας γύρω μου διαπιστώνω πως δεν είναι ο χρόνος το πρόβλημα. Δεν απέχει ο χρόνος, δεν απουσιάζει. Είναι εκεί και είναι πολύς. Οι πράξεις μας μέσα στο χρόνο είναι το πρόβλημα. Οι επιλογές μας.

Το πρόβλημα είναι ότι ζούμε για να ζούμε. Ή καλύτερα ζούμε επειδή ζούμε. Δεν ερευνούμε τη ζωή. Δεν στοχαζόμαστε για τη ζωή. Δεν επιδιώκουμε να αντιληφθούμε την Δημιουργία. Γιατί ζωή είναι να δημιουργείς Ζωή. Ζωή είναι να συνεχίζεις, να μη σταματάς.

Να βρίσκεις τρόπους να παρακάμπτεις εμπόδια, να τα υπερπηδάς ακόμη και να μην τους δίνεις σημασία αλλά μόνο να συνεχίζεις το ταξίδι σου στον ανθρώπινο χρόνο. Όπως ένα λουλούδι καταφέρνει κι ανθίζει στην πιο μικρούτσικη ρωγμή της ασφάλτου. Αυτό ορίζει τη ζωή του. Αυτό επιλέγει να ανθίσει κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Αν ρωτήσεις κάποιον να σου απαντήσει γιατί ζει, θα ακούσεις λογής απαντήσεις. Θεϊκή απόφαση «ο Θεός το αποφάσισε». Ερώτημα στο ερώτημα «έλα μου ντε;». Άγνοια «δεν ξέρω». Αποφυγή «αυτά είναι για τους γνωστικούς!» Μπορώ να γράψω κείμενο και μόνο από αυτές τις απαντήσεις.

Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους γιατί δεν κάνουν αυτά που θέλουν, θα σου απαντήσουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία πως φταίνε οι ρυθμοί που ζούμε. Φταίει ο τρόπος που μας έχουν κάνει να ζούμε. Δεν προλαβαίνουμε. Φταίει το σύστημα…

Όσο και να το έχω ψάξει για το τι φταίει στους ανθρώπους και δεν προλαβαίνουν να ζήσουν, να δημιουργήσουν ζωή, η αιτία είναι πάντα ένας εξωτερικός παράγοντας. Ψάχνουν μόνο γύρω τους, μόνον εκτός τους, αυτό αναγνωρίζουν ως περιβάλλον τους. Ο άνθρωπος είναι ένας ζωντανός οργανισμός που απαρτίζεται από πολλά συστήματα ώστε να είναι λειτουργικός. Κυκλοφορικό, νευρικό, αναπνευστικό κτλ. Εκτός του υλικού του στοιχείου όμως, έχει και το άυλο, έχει και ψυχή.

Όλα αυτά είναι περιβάλλοντα που το ένα βρίσκεται εντός του άλλου. Κάπου ακουμπιούνται, κάπου απομακρύνονται μα όλα είναι συνδεδεμένα. Ένα μεταφορικά αόρατο πλέγμα ζωής και δημιουργίας. Η αυλή ψυχή ρέει μέσα στην ύλη μας. Η ζωή ρέει πρώτα εντός μας και στην συνέχεια εκτός, μέσα από ενέργειες και πράξεις στην καθημερινότητά μας.

Ο άνθρωπος είναι μια δομή, ένα σύστημα που υπάρχει σε ένα περιβάλλον που ασχέτως εάν κυλά ο χρόνος, αργά ή γρήγορα, αυτό δεν έχει καμία σημασία. Δεν ρίχνει ευθύνες. Δεν αναζητά φταίχτες. Το σύστημά του δεν το σταματά τίποτα. Συνεχίζει να ζει. Προχωρά με μόνο του προορισμό τη ζωή, την Δημιουργία.

Πάει ο παλιός ο χρόνος και ήρθε καινούργιος. Παλιώνει ο χρόνος ή είναι μια δικαιολογία για να ρίξουμε την ευθύνη αλλού; Για να την μετακυλήσουμε στο παλιό, να στοιβάξουμε εκεί τις όποιες ευθύνες και να συνεχίσουμε επιρρίπτοντας τις επόμενες, σιγά σιγά στον καινούργιο.

Αμείλικτος για τους αχάριστους της ζωής ο χρόνος. Μέσα σε αυτόν υπάρχει η ζωή στη γη, δεν τον δυναμώνει όμως. Δεν του δίνει παραπάνω αξία, δεν του επιρρίπτει ευθύνες. Η ζωή εντός μας ξεκινά, μέσα από την ψυχή, πέρα από τον χρόνο και εκφράζεται μέσα από τις πράξεις μας βαδίζοντας μαζί του. Δημιουργούμε την ζωή εντός μας, για να μπορέσουμε να υπάρξουμε με τις πράξεις μας εκτός μας.

Μη ζεις επειδή υπάρχει ο χρόνος. Ζήσε επειδή υπάρχει η ζωή. Η ζωή είναι δημιουργία ανεξαρτήτως χρόνου. Ζωή είναι η ενέργεια που καθορίζει την ύπαρξή σου, τη μορφή σου μέσα στο περιβάλλον που ζεις. Το αποτύπωμά σου.

Μπορείς να είσαι η άσφαλτος, συμπαγής και φαινομενικά ανίκητη, ένας δρόμος σταθερός και γκρίζος. Μπορείς όμως να είσαι το λουλούδι που παρ’ όλες τις δυσκολίες κατάφερε να ανθίσει και να δημιουργήσει ζωή. Δεν το σταμάτησε ο χρόνος, δεν το σταμάτησε η δυσκολία. Βρήκε τον στόχο του, τη ζωή και βρέθηκε σε αυτόν του τον προορισμό, ανθίζοντας την ομορφιά εντός του.

Πανικός και φως

Υπάρχουν πολλές θεωρίες και μελέτες που ταυτίζουν τις ψυχικές ασθένειες, όπως η κατάθλιψη, το άγχος και τις κρίσεις πανικού, με την πνευματική αφύπνιση. Όλες οι ασθένειες κρύβουν ένα μήνυμα που πρέπει να αποκρυπτογραφήσεις. Κάτι δεν πάει καλά και το αντιλαμβάνεσαι. Κάτι εσωτερικό σου φωνάζει ότι πρέπει να συγκεντρωθείς σε ένα μήνυμα που αγνοείς και που αποφεύγεις να αντιμετωπίσεις. Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο ευχάριστο όσο ακούγεται καθώς όποιος γνωρίζει τι πραγματικά είναι η ψυχική ασθένεια αντιλαμβάνεται τον Γολγοθά με τον οποίο συνεπάγεται.

Πολλοί άνθρωποι ευγνωμονούν αυτή την σκοτεινή περίοδο της ζωής τους καθώς άνοιξε μια πόρτα σε ένα κόσμο γαλήνης και αυτογνωσίας. Δεν είμαι ειδικός αλλά πιστεύω ότι η κατάθλιψη είναι οδηγός αυτογνωσίας. Μέσα από το σκοτάδι βλέπεις καλύτερα το φως όταν εμφανίζεται. Ο πανικός και η θλίψη μετατρέπονται σε μια υπαρξιακή αναζήτηση και όταν έρθει η στιγμή, πιθανότατα με απόγνωση και απίστευτη κούραση, παραδίνεσαι τελείως και εκεί ανοίγεται ο δρόμος. Αυτό δεν γίνεται από την μια μέρα στην άλλη, ούτε είναι απλό. Πρέπει να δεχθείς την καταστροφή που προκαλείς στον εαυτό σου και πιθανότατα στο κόσμο γύρω σου. Οι κρίσεις και η θλίψη κράζουν κυριολεκτικά σαν κοράκια και σου μιλούν. Πολλοί πιστεύουν ότι είναι η ψυχή σου που θέλει να εισακουστεί. Να την προσέξεις και να ασχοληθείς μαζί της, να την αγαπήσεις.

Εσωτερικά υπάρχουν μορφές ενέργειας που δεν γίνονται αντιληπτές από το νου που βγαίνουν στην επιφάνεια και προκαλούν πολύ δυσάρεστα συναισθήματα αν τις επεξεργάζεσαι με το νου. Το μυαλό δεν μπορεί να τις ερμηνεύσει και τις μεταφράζει ως απειλή. Το σώμα και το μυαλό αντιδρούν. Η περίσσια ενέργεια βγαίνει στη επιφάνεια ώστε να επιστρέψουμε στη κατάσταση γαλήνης. Η θλίψη, ο πανικός είναι οι δάσκαλοι της μεταμόρφωσης. Σε βάζουν στα βαθιά για να ανακαλύψεις τον Εαυτό σου.

Όποιος ασχολείται με την πνευματικότητα γνωρίζει αυτό που αποκαλείται μαύρη νύχτα της ψυχής. Αυτή η μαύρη περίοδος της ψυχής είναι η στιγμή που μέσα από δοκιμασίες το Εγώ καταστρέφεται και από τον Μεσαίωνα περνάει θα λέγαμε στην Αναγέννηση. Ο Μεσαίωνας της ψυχής είναι μια ιερή περίοδος για τον αναζητητή. Είναι το κάλεσμα να επιστέψει η ψυχή στη Πηγή και να αποχωριστεί από την μάσκα του Εγώ.

Για να μην παρεξηγηθώ, όποιος υποφέρει από κατάθλιψη η κάποια μορφή αγχώδους διαταραχής, σε αυτή την δύσκολο περίοδο όμως καλό είναι να παρατηρήσει αυτή την πνευματική κατάθλιψη. Όσο πιο γρήγορα αφήσει κανείς τις παλιές συνήθειες και προσκολλήσεις τόσο πιο ομαλή θα είναι η μετάβαση στην επόμενη περίοδο μαθητείας. Ο καθένας θέλει τον χρόνο του.

Όσο πιο σκοτεινή είναι η νύχτα τόσο πιο κοντά είναι η ερεβοκτόνος αυγή..

Δεν είναι δουλειά των παιδιών να γιατρεύουν τους ψυχικά πληγωμένους γονείς τους

Η «συναισθηματική αιμομιξία» είναι ένα είδος κακοποίησης, στην οποία ένας γονιός βασίζεται στο παιδί του για να πάρει τη συναισθηματική υποστήριξη που, κανονικά, θα έπρεπε να παίρνει από έναν ενήλικα.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ζητά συμβουλές από το παιδί του για δικά του, ενήλικα ζητήματα, ότι περιμένει από το παιδί του να του τονώσει το εγώ ή να του ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του ή ότι αναθέτει στο παιδί την ευθύνη να του παρέχει θεραπεία ή να διαχειριστεί τις εκάστοτε κρίσεις.

Ή με πιο απλά λόγια: περιμένει από το παιδί του να είναι ο καλύτερος του φίλος/φίλη.

Σε αντίθεση με τη σεξουαλική αιμομιξία, οι «ανάρμοστες» αυτές σχέσεις δεν έχουν τίποτε σεξουαλικό στη φύση τους, αν και οι συναισθηματικές και ψυχολογικές συνέπειές τους είναι αναμφισβήτητες. Το φαινόμενο μπορεί να αφορά γονείς του ίδιου ή του αντίθετου φύλου από τα παιδιά, μονογονείς ή παντρεμένους και με το συναισθηματικό φορτίο που τους αναθέτουν, τα παγιδεύουν ανάμεσα σε μια αίσθηση απόγνωσης αλλά και δύναμης.

Τελικά, το παιδί που αναλαμβάνει το ρόλο του «άλλου γονιού» χάνει την ουσία της παιδικής του ηλικίας. Μπορεί να μην διακρίνουμε αυτή την καταστρεπτική δυναμική, όταν έχουμε μπροστά μας ένα πεντάχρονο νήπιο, που ανακουφίζει την αναστατωμένη μαμά του κατά τη διάρκεια μια δύσκολης στιγμής. Όταν, όμως, μιλάμε για έναν τριαντάχρονο, που δεν βγαίνει ραντεβού, γιατί φοβάται μην αποξενώσει την συναισθηματικά εξαρτώμενη από αυτόν μητέρα του, τότε η εικόνα γίνεται τραγικά ξεκάθαρη.

Άνθρωποι με άλυτα ψυχικά τραύματα έχουν, επίσης, πιθανότητες να γίνουν τέτοιοι γονείς.

Κι αν δεν ξεκαθαρίσουν στους εαυτούς τους ότι η επούλωση είναι δική τους ευθύνη, τότε θα καταλήξουν να αναθέσουν τη δουλειά αυτή στους ανθρώπους που αγαπούν περισσότερο.

Δεν είναι, όμως, δουλειά ενός παιδιού να θεραπεύσει τον πατέρα ή τη μητέρα του -ή οποιονδήποτε άλλο.

Δεν είναι ευθύνη του να βοηθήσει το γονιό του να βρει την γαλήνη ξεπερνώντας τις κακές αποφάσεις που πήρε. Και, σίγουρα, δεν είναι δουλειά του να βοηθήσει τους γονείς του να επεξεργαστούν τον πόνο μιας αποτυχημένης σχέσης, ακόμη κι αν αυτή είναι με τον άλλο βιολογικό γονιό.

Πρέπει να μάθουμε να χωρίζουμε από ανθρώπους που μας δελεάζουν και εμπλεκόμαστε σε μονόπλευρες, τοξικές σχέσεις, ειδικά όταν αυτοί οι άνθρωποι είναι οι γονείς μας.

Δεν είναι αρκετό να αναγνωρίζουμε τον τρόπο που συμπεριφέρονται -πρέπει να είμαστε έτοιμοι να σπάσουμε το φαύλο κύκλο.

Οι δύο φαντασμένες πουλάδες

Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.

–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.

–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δεν φαίνεται!

Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:

–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα…
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν… Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.

Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄ το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.

–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;

Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.

Τα δύο χειρότερα στρατηγικά λάθη

Υπάρχει ένα σύνθημα στην Αλχημεία: “Διαλύστε και συμπυκνώστε” .

Όπως ίσως γνωρίζετε, οι αλχημιστές προσπαθούσαν, μέσω εργαστηριακών μελετών, να αποστάξουν τον υδράργυρο από το θείο και στη συνέχεια επεξεργάζονταν τον υδράργυρο μέχρι αυτός να μετατραπεί σε χρυσό.

Αυτή η αναζήτηση θα τους οδηγούσε στην Φιλοσοφική Λίθο (που ήταν το στερεό συστατικό) και το Ελιξίριο της Μακροζωίας (όχι το Ελιξίριο της Αθανασίας – επειδή όσο περισσότερο ζείτε, οι πιθανότητες ενός ατυχήματος αυξάνονται).

Μέσω αυτής της ρουτίνας, οι αλχημιστές εκπαίδευαν επίσης την υπομονή τους και έτσι αναδιαμόρφωναν την αντίληψή τους για τον κόσμο.

Σεβόμαστε την κύρια διδασκαλία του Ching: «Η εμμονή είναι ευνοϊκή».

Η εμμονή δεν είναι το ίδιο με την επιμονή. Υπάρχουν φορές που οι μάχες συνεχίζονται περισσότερο από ό, τι είναι απαραίτητο, αποστραγγίζοντας όλους από τη δύναμη και τον ενθουσιασμό.

Ένας παρατεταμένος πόλεμος τελικά καταστρέφει και τους νικητές.

Πρέπει να ξέρουμε πότε να επιμείνουμε και πότε να αποσύρουμε τις δυνάμεις μας από το πεδίο μάχης.

Διάλυση (λύση) σημαίνει: χρόνος για ανάπαυση

Coagula (συμπύκνωση) σημαίνει: χρόνος δράσης

Τα δύο χειρότερα στρατηγικά λάθη είναι τα εξής: πρώτον να ενεργείς πρόωρα και δεύτερον να αφήνεις μία ευκαιρία να ξεφύγει.

ΕΙΡΗΝΗ και ΠΛΟΥΤΟΣ

Στο κέντρο της Αγοράς της Αρχαίας Αθήνας δέσποζε το άγαλμα της Θεάς Ειρήνης, προσωποποίηση της Ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, να κρατάει ένα μικρό αγόρι τον Πλούτο, με το δεξί του χέρι απλωμένο προς το πρόσωπο της Θεάς, ενώ με το αριστερό του χέρι να κρατάει το κέρας της Αμάλθειας, σύμβολο της αφθονίας. Δημιουργός του θεωρείται ο Κηφισόδοτος, πατέρας του Πραξιτέλη ή αδελφός του. Είναι ένα θαυμαστό έργο, στην έκφραση και στην τεχνική παρουσίαση του ενδύματος της Ειρήνης, το οποίο θυμίζει το στυλ των χρόνων του Φειδία. Σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.
 
Ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης παρουσιάζουν την Θεά Ειρήνη στα έργα τους ως φορέα της Ευφορίας και του Πλούτου. Οι Αρχαίοι Έλληνες ίδρυσαν βωμούς προς την Θεά Ειρήνη μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Γνωστά της επίθετα ήταν τα «Γλυκεία», «Βαθύπλουτος», «Πλουτοδότειρα» κ. α.
 
Ο συμβολισμός της Θεάς Ειρήνης και του γενεολογικού της δέντρου, μαζί με την αφθονία των αγαθών που την προσφέρει με παιδική αθωότητα και σκληρότητα ο Πλούτος, ήταν η ευχή των Αθηναίων για μια διαρκή Ειρήνη. Για την χρονολόγησή του θεωρείται σταθμός ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη, όπου προσωποποιείται για πρώτη φορά ο Θεός Πλούτος (γιός της Θεάς Δήμητρας και του Ιασίωνα).
 
Η κωμωδία, που τον παρουσιάζει τυφλό να αδικεί τους δίκαιους και να πλουτίζει τους άδικους, παρουσιάστηκε το 388 π.κ.ε. Αλλά είναι πιθανότερο ο Κηφισόδοτος να ήθελε να θυμίσει στους Αθηναίους ότι ο πόλεμος καταστρέφει και την οικονομία αν και βοηθάει ορισμένους τομείς της.
 
Θεά των Αρχαίων Ελλήνων, η Ειρήνη ήταν προσωποποίηση της ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, θυγατέρα του Δία και της Θέμιδας, Θεάς της δικαιοσύνης και αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης, με τις οποίες αποτελούσαν τις Ώρες. Η Θεά Ειρήνη, μία από τις τρεις Ώρες, ήταν αδελφή της Δίκης και της Ευνομίας που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας. Μαζί φύλαγαν την είσοδο του Ολύμπου κι επιτηρούσαν την εύνομη ζωή των ανθρώπων. Έργο τους ήταν να παρακολουθούν τα έργα των ανθρώπων.
 
Οι Θεές Ώρες ήταν οι πρώτες που υποδέχτηκαν την Θεά Αφροδίτη και αφού την έντυσαν, την συνόδεψαν στον Όλυμπο. Ηταν βοηθοί του Θεού Ήλιου και επιπλέον βοηθούσαν την Θεά Χλωρίδα στο έργο της, την βλάστηση της γης, ρυθμίζοντας τις εποχές του Χρόνου. Στην Αθήνα αναφέρονταν ως Θαλλώ, Αυξώ και Καρπώ, όπου συμβολικά και κυριολεκτικά συμβόλιζαν την βλάστηση της φύσεως αλλά και του πνεύματος και των τεχνών σε περίοδο Ειρήνης, την δίκαιη διάταξη των βοσκότοπων όπως και την δίκαιη μεταχείριση των πολιτών, την Δικαιοσύνη. Από τον Όμηρο μαθαίνουμε πως άνοιγαν και έκλειναν τις πύλες του Ολύμπου, με σύννεφα, και φρόντιζαν τα άλογα της Ήρας και βοηθούσαν τους Ολυμπιονίκες οργανώνοντας τις εποχές και προσθέτοντας την ισορροπία στην φύση.
 
Κατά τους Ορφικούς οι Ώρες, μαζί με τις Χάριτες και τις Μοίρες, οδήγησαν την Περσεφόνη από τον Άδη στο φως.
 
Αλλού συντροφεύουν τον Θεό Πάνα και αποτελούν μέρος της ακολουθίας του Θεού Διονύσου.
 
Οι Αλεξανδρινοί συγγραφείς ανεβάζουν τον αριθμό των Θεών Ωρών σε δώδεκα και τις θεωρούν κόρες της Γαίας και του Χρόνου.
 
Στην τέχνη απεικονίζονταν σαν μια νεαρή όμορφη γυναίκα που κρατούσε το Κέρας της Αμάλθειας, σκήπτρο και ένα πυρσό ή ένα κλαδί ελιάς, ως προστάτης και πολιούχος του Πλούτου. Βοηθούσε να κυβερνηθεί η κοινωνία με εξισορρόπηση και σταθερότητα.
 
Για το πότε οι αρχαίοι Έλληνες άρχισαν να λατρεύουν την Θεά Ειρήνη, υπάρχουν δύο γνώμες: Ο Πλούταρχος αναφέρει στον «Βίο του Κίμωνος» ότι οι Αθηναίοι έστησαν για πρώτη φορά βωμό της Θεάς, έπειτα από την νίκη τους στον Ευρυμέδοντα ποταμό. Οι Ισοκράτης και Κορνήλιος Νέπως γράφουν ότι ο βωμός της Ειρήνης στήθηκε για πρώτη φορά, ύστερα από την νίκη του Τιμοθέου κατά των Λακεδαιμονίων κοντά στην Λευκάδα.
 
Σύμφωνα με τον Ησίοδο στην Θεογονία
 
δεύτερον ἠγάγετο λιπαρὴν Θέμιν, ἣ τέκεν Ὥρας,
Εὐνομίην τε Δίκην τε καὶ Εἰρήνην τεθαλυῖαν,
αἵ τ᾽ ἔργ᾽ ὠρεύουσι καταθνητοῖσι βροτοῖσι,
Μοίρας θ᾽, ᾗς πλείστην τιμὴν πόρε μητίετα Ζεύς,
Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον,
αἵ τε διδοῦσι θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε. τρεῖς δέ οἱ Εὐρυνόμη Χάριτας τέκε καλλιπαρήους, Ὠκεανοῦ κούρη πολυήρατον εἶδος ἔχουσα…-
Απόδοση: Δεύτερη πήρε σύζυγο την λαμπερή την Θέμιδα που γέννησε τις Ώρες, την Ευνομία, την Δίκη και την θαλερή Ειρήνη που των ανθρώπων των θνητών φροντίζουνε τα έργα, γέννησε και τις Μοίρες που ο συνετός ο Δίας τούς έδωσε την μέγιστη τιμή, την Λάχεση, την Άτροπο και την Κλωθώ που στους ανθρώπους δίνουν τους θνητούς και το καλό και το κακό να έχουν. Τρεις Χάριτες μ᾽ ωραία μάγουλα του γέννησε η Ευρυνόμη, η κόρη του Ωκεανού που ᾽χει όψη πολυέραστη.
 
Σύμφωνα με τον Παυσανία
 
[…] μετὰ δὲ τὰς εἰκόνας τῶν ἐπωνύμων ἐστὶν ἀγάλματα θεῶν,
Ἀμφιάραος καὶ Εἰρήνη φέρουσα Πλοῦτον παῖδα. ἐνταῦθα Λυκοῦργός τε κεῖται χαλκοῦς ὁ
Λυκόφρονος καὶ Καλλίας, ὃς πρὸς Ἀρταξέρξην τὸν Ξέρξου τοῖς Ἕλλησιν,
ὡς Ἀθηναίων οἱ πολλοὶ λέγουσιν, …
Απόδοση: Ύστερα από τους ανδριάντες των επωνύμων, υπάρχουν
αγάλματα Θεών, του Αμφιάραου και της Ειρήνης, που
κρατά τον Πλούτο βρέφος. Εκεί υπάρχει επίσης χάλκινος
ανδριάντας του Λυκούργου, γιου του Λυκόφρονα, και του
Καλλία, που, όπως λένε πολλοί Αθηναίοι, …
 
Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη
 
[Εἰρήνη] λαβὲ τὴν μάχαιραν· εἶθ᾽ ὅπως μαγειρικῶς
σφάξεις τὸν οἶν.
-ΟΙ. ἀλλ᾽ οὐ θέμις.
-ΤΡ. τιὴ τί δή;
-ΟΙ. οὐχ ἥδεται δήπουθεν Εἰρήνη σφαγαῖς, οὐδ᾽ αἱματοῦται βωμός.
-ΤΡ. ἀλλ᾽ εἴσω φέρων θύσας τὰ μηρί᾽ ἐξελὼν δεῦρ᾽ ἔκφερε,
χοὔτω τὸ πρόβατον τῷ χορηγῷ σῴζεται.
[Εἰρήνη] Πιάσ᾽ το μαχαίρι εσύ και σα χασάπης
σφάξε τ᾽ αρνί.
-ΥΠΗ. Δεν κάνει να το σφάξω.
-ΤΡΥ. Γιατί;
-ΥΠΗ. Δεν αγαπά σφαγές η Ειρήνη κι ούτε να χύνεται αίμα στο βωμό της.
-ΤΡΥ. Τότε, πάρ᾽ το στο σπίτι, κάνε μέσα
την θυσία, και τα μπούτια μόνο φέρε·
έτσι τ᾽ αρνί στο θέατρο θ᾽ απομείνει.
 
Σύμφωνα με τον Ισοκράτη
 
Στον λόγο «Περί Ειρήνης» το 356 π.κ.ε. ο Ισοκράτης συμβουλεύει τους Αθηναίους να εκμεταλλευτούν την Ειρήνη του Ανταλκίδα, που έχει συναφθεί από το 386 και να εγκαταλείψουν την ηγεμονία τους στην θάλασσα, που ήταν η πηγή όλων των δεινών τους. Αντί να σπαταλούν χρήμα και δυνάμεις για να κατακτήσουν την γη των άλλων, να επικεντρωθούν στο πώς θα εξασφαλίζουν μια καλύτερη ζωή στον τόπο τους. Ο πόλεμος έχει επιφέρει μεγάλα δεινά στην πόλη και την έχει τελείως απογυμνώσει από το προηγούμενο μεγαλείο της. Προτείνει, λοιπόν, να τηρήσουν μια πιο συνετή στάση, να επιλύσουν τις διαφορές τους με τη διπλωματία, ώστε να επιδιώξουν την ευημερία σε ένα ειρηνικό περιβάλλον.
 
«Ἆρ’ οὖν ἂν ἐξαρκέσειεν ἡμῖν, εἰ τήν τε πόλιν ἀσφαλῶς οἰκοῖμεν καὶ τὰ περὶ τὸν βίον εὐπορώτεροι γιγνοίμεθα καὶ τά τε πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ὁμονοοῖμεν καὶ παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εὐδοκιμοῖμεν; Ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι τούτων ὑπαρξάντων τελέως τὴν πόλιν εὐδαιμονήσειν. Ὁ μὲν τοίνυν πόλεμος ἁπάντων ἡμᾶς τῶν εἰρημένων ἀπεστέρηκεν· καὶ γὰρ πενεστέρους ἐποίησεν, καὶ πολλοὺς κινδύνους ὑπομένειν ἠνάγκασεν καὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας διαβέβληκεν καὶ πάντας τρόπους τεταλαιπώρηκεν ἡμᾶς. Ἤν δὲ τὴν εἰρήνην ποιησώμεθα, […] μετὰ πολλῆς μὲν ἀσφαλείας τὴν πόλιν οἰκήσομεν, ἀπαλλαγέντες πολέμων καὶ κινδύνων καὶ ταραχῆς, […] καθ’ ἑκάστην δὲ τὴν ἡμέραν πρὸς εὐπορίαν ἐπιδώσομεν, […] ἀδεῶς γεωργοῦντες καὶ τὴν θάλατταν πλέοντες καὶ ταῖς ἄλλαις ἐργασίαις ἐπιχειροῦντες αἳ νῦν διὰ τὸν πόλεμον ἐκλελοίπασιν. Ὀψόμεθα δὲ τὴν πόλιν διπλασίας μὲν ἢ νῦν τὰς προσόδους λαμβάνουσαν, μεστὴν δὲ γιγνομένην ἐμπόρων καὶ ξένων καὶ μετοίκων, ὧν νῦν ἐρήμη καθέστηκεν. Τὸ δὲ μέγιστον∙ συμμάχους ἕξομεν ἅπαντας ἀνθρώπους, οὐ βεβιασμένους, ἀλλὰ πεπεισμένους
Ισοκράτης, Περὶ εἰρήνης 19-21
 
Ο Περὶ Εἰρήνης λόγος του Ισοκράτη συντάχθηκε λίγο μετά την έναρξη του Συμμαχικού πολέμου και κυκλοφόρησε ως πολιτικό φυλλάδιο στην Αθήνα. Τον Συμμαχικό πόλεμο διεξήγαγαν οι Αθηναίοι εναντίον των Ροδίων, των Χίων και των Κώων, που είχαν αποστατήσει από τη Β΄Αθηναϊκή Συμμαχία αρνούμενοι να καταβάλουν τις υπέρογκες συμμαχικές εισφορές που απαιτούσαν οι Αθηναίοι. Όλοι μαζί με τους Βυζαντίους συμμάχησαν με τον σατράπη της Καρίας Μαύσωλο. Η έκβαση του πολέμου ήταν ολέθρια για τους Αθηναίους και σήμανε την διάλυση της Συμμαχίας.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1456a-1456b)

[XIX] Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἤδη εἴρηται, λοιπὸν δὲ περὶ λέξεως καὶ διανοίας εἰπεῖν. τὰ μὲν οὖν περὶ τὴν διάνοιαν ἐν τοῖς περὶ ῥητορικῆς κείσθω· τοῦτο γὰρ ἴδιον μᾶλλον ἐκείνης τῆς μεθόδου. ἔστι δὲ κατὰ τὴν διάνοιαν ταῦτα, ὅσα ὑπὸ τοῦ λόγου δεῖ παρασκευασθῆναι. μέρη δὲ τούτων τό τε ἀποδεικνύναι καὶ τὸ λύειν καὶ τὸ πάθη παρασκευάζειν (οἷον

[1456b] ἔλεον ἢ φόβον ἢ ὀργὴν καὶ ὅσα τοιαῦτα) καὶ ἔτι μέγεθος καὶ μικρότητας. δῆλον δὲ ὅτι καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν δεῖ χρῆσθαι ὅταν ἢ ἐλεεινὰ ἢ δεινὰ ἢ μεγάλα ἢ εἰκότα δέῃ παρασκευάζειν· πλὴν τοσοῦτον διαφέρει, ὅτι τὰ μὲν δεῖ φαίνεσθαι ἄνευ διδασκαλίας, τὰ δὲ ἐν τῷ λόγῳ ὑπὸ τοῦ λέγοντος παρασκευάζεσθαι καὶ παρὰ τὸν λόγον γίγνεσθαι. τί γὰρ ἂν εἴη τοῦ λέγοντος ἔργον, εἰ φαίνοιτο ᾗ δέοι καὶ μὴ διὰ τὸν λόγον; τῶν δὲ περὶ τὴν λέξιν ἓν μέν ἐστιν εἶδος θεωρίας τὰ σχήματα τῆς λέξεως, ἅ ἐστιν εἰδέναι τῆς ὑποκριτικῆς καὶ τοῦ τὴν τοιαύτην ἔχοντος ἀρχιτεκτονικήν, οἷον τί ἐντολὴ καὶ τί εὐχὴ καὶ διήγησις καὶ ἀπειλὴ καὶ ἐρώτησις καὶ ἀπόκρισις καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον. παρὰ γὰρ τὴν τούτων γνῶσιν ἢ ἄγνοιαν οὐδὲν εἰς τὴν ποιητικὴν ἐπιτίμημα φέρεται ὅ τι καὶ ἄξιον σπουδῆς. τί γὰρ ἄν τις ὑπολάβοι ἡμαρτῆσθαι ἃ Πρωταγόρας ἐπιτιμᾷ, ὅτι εὔχεσθαι οἰόμενος ἐπιτάττει εἰπὼν «Μῆνιν ἄειδε θεά»; τὸ γὰρ κελεῦσαι, φησίν, ποιεῖν τι ἢ μὴ ἐπίταξίς ἐστιν. διὸ παρείσθω ὡς ἄλλης καὶ οὐ τῆς ποιητικῆς ὂν θεώρημα.

***
[19] Για όλα τα άλλα έχουμε ήδη πει όσα είχαμε να πούμε· μας μένει λοιπόν να μιλήσουμε για το ύφος του λόγου και για τη διάνοια.

Τα σχετικά με τη διάνοια ας πούμε μόνο ότι έχουν τη θέση τους εκεί όπου ο λόγος είναι για τα θέματα με τα οποία ασχολείται η ρητορική· πρόκειται, πράγματι, για κάτι που ανήκει κατά κύριο λόγο σ᾽ εκείνον τον κλάδο της έρευνας. Εν πάση περιπτώσει η διάνοια πρέπει να πραγματώνεται μέσω του λόγου· συγκεκριμένα: με τη διαδικασία της απόδειξης αλλά και της αναίρεσης επιχειρημάτων, με τη διέγερση παθών (της συμπόνιας π.χ.,

[1456b] του φόβου, της οργής και των παρόμοιων), με τη μεγαλοποίηση ή τη μείωση της αξίας και σημασίας των πραγμάτων.

Είναι φανερό ότι και στην πραγμάτευση γεγονότων και πράξεων ο ποιητής πρέπει να ξεκινάει από τις ίδιες αρχές, όταν θέλει όλα αυτά να τα παρουσιάζει ως πράγματα που προκαλούν τη συμπόνια ή τον φόβο, ως μεγάλα ή ως πιθανά. Η διαφορά βρίσκεται σε τούτο μόνο, ότι στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για εξήγηση, ενώ στην πρώτη αυτά που λέγονται πρέπει να είναι δημιούργημα του ομιλούντος και να προκύπτουν εξαιτίας του λόγου. Ποιο, αλήθεια, θα ήταν το έργο τού ομιλούντος, αν οι σκέψεις θα γίνονταν φανερές με τον πρέποντα τρόπο.

Ενσχέσει, τώρα, με το ύφος του λόγου:

Ένα μέρος της σχετικής έρευνας έχει να κάνει με τους εκφραστικούς τρόπους. Αυτών όμως η γνώση ανήκει στην τέχνη της ηθοποιίας και σε όλους αυτούς που κατέχουν αυτήν την τέχνη με τρόπο συστηματικό/επαγγελματικό· που ξέρουν, επιπαραδείγματι, τι είναι προσταγή και τι ευχή, τι είναι πρόταση-κρίση και τι απειλή, τι είναι ερώτηση και τι απάντηση, και όλα τα παρόμοια. Για τη γνώση, πράγματι, ή την άγνοια των εκφραστικών αυτών τρόπων καμιά άξια λόγου κριτική παρατήρηση δεν γίνεται στον ποιητή από την άποψη της τέχνης του. Αλήθεια, τι λάθος μπορεί κανείς να βρει στη φράση του Ομήρου «Τραγούδα μου, θεά, τη μάνητα», που την επέκρινε ο Πρωταγόρας λέγοντας ότι ο ποιητής φαντάζεται ότι παρακαλεί, ενώ στην πραγματικότητα διατάζει; Το να πεις σε κάποιον, λέει, να κάνει ή να μην κάνει κάτι είναι προσταγή.

Ας τα αφήσουμε λοιπόν αυτά καταμέρος, για τον λόγο ότι δεν αποτελούν αντικείμενο της τέχνης της ποίησης αλλά κάποιας άλλης τέχνης.