Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΒΟΥΚΟΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ - Θύρσις ἢ Ὠιδὴ 1-18, 64-72, 132-141

“Βουκολικό”

Ο Θεόκριτος γεννήθηκε στις Συρακούσες, τη σημαντική δωρική αποικία με την ισχυρότατη παράδοση στην κωμωδία (Επίχαρμος) και την πρωτοπορία στον μίμο (Σώφρων), αλλά πιθανώς έζησε και στην Αλεξάνδρεια και ίσως στην Κω. Με το όνομά του παραδίδονται, εκτός από τα επιγράμματα, τριάντα ειδύλλια, οκτώ από τα οποία θεωρούνται νόθα. Ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο του όρου εἰδύλλιον (που δεν έχει σχέση με ό,τι ονομάζουμε σήμερα ειδυλλιακό) δεν γνωρίζουμε. Βέβαιο είναι μόνο ότι πρόκειται για το υποκοριστικό του ουσιαστικού εἶδος και ότι το υποκοριστικό δεν έχει χαρακτήρα αξιολογικό αλλά περιγραφικό, δηλώνει δηλαδή ποιήματα μικρής έκτασης.

Το ειδύλλιο συνιστά νέο ποιητικό είδος, η δημιουργία του οποίου εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αλεξανδρινής αναθεώρησης των παλαιότερων ποιητικών ειδών και της δημιουργίας νέων (επύλλιο, αιτιολογικό έπος κ.ά.). Τα ποιήματα του Θεόκριτου, τα οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο (το μέτρο του έπους) και σε δωρική διάλεκτο με ενοφθαλμισμένα στοιχεία από άλλες διαλέκτους, αντιστέκονται στις απόπειρες που έχουν γίνει κατά καιρούς να καταταγούν σε κατηγορίες, και λόγω της θεματικής ποικιλίας ("ποιμενικά", αστικά, μυθολογικά, ερωτικά) και γιατί σ᾽ αυτά συναιρούνται στοιχεία από διαφορετικά παλαιότερα ποιητικά είδη. Ιδιαίτερα στενά συνδέεται το ειδύλλιο με το έπος (μέτρο) και με τον μίμο (δωρική διάλεκτος, διάλογος, καθημερινά θέματα).

Την πιο ευδιάκριτη και την πιο συμπαγή ομάδα ειδυλλίων μέσα στη θεοκρίτεια συλλογή συγκροτούν τα ποιήματα που χαρακτηρίζονται με τον αρκετά ασαφή και ρευστό όρο βουκολικά και που αποτελούν το νέο που εκόμισε ο Θεόκριτος στην τέχνη, αφορμώμενος ενδεχομένως από ανάλογες λαϊκές παραδόσεις στη γενέτειρά του. Τα ποιήματα αυτά διαδραματίζονται στην ύπαιθρο, σε περιβάλλον παραδείσιο, και έχουν ήρωες άντρες της υπαίθρου (ποιμένες, γεωργούς) που συμμετέχουν σε μουσικούς και ποιητικούς̒ αγώνες̉ τραγουδώντας τον έρωτα ή τα πάθη, τα δικά τους ή των άλλων. Από την άποψη αυτή το πρώτο ειδύλλιο (Θύρσις ἢὨιδή), στο οποίο υπάρχουν όλα τα στοιχεία που αναφέραμε, έχει προγραμματικό χαρακτήρα. Οι ήρωες είναι δυο βοσκοί, ο ποιμένας (βοσκός προβάτων) Θύρσης και ένας ανώνυμος αιγοβοσκός, που συναντιούνται σ᾽ ένα τόπο παραδείσιο την ώρα της μεσημβρινής ραστώνης. Ο Θύρσης επαινεί τον αιγοβοσκό για το παίξιμο της σύριγγας, και εκείνος με τη σειρά του εγκωμιάζει τον Θύρση για τις επιδόσεις του στο τραγούδι και τον πείθει να τραγουδήσε "τα πάθη του Δάφνη", υποσχόμενος να του δώσει ως έπαθλο ένα ξυλόγλυπτο ποτήρι (κισσύβιον,)που το κοσμούν θαυμάσιες παραστάσεις. Ο αιγοβοσκός περιγράφει λεπτομερώς το κισσύβιον (στ. 27-61), το ταπεινό αντικείμενο με την περίτεχνη διακόσμηση, και ο Θύρσης τραγουδάει τα ἄλγεα του ερωτευμένου αρχετυπικού βουκόλου Δάφνη (στ. 64-145). Το ποίημα κλείνει με την παράδοση του επάθλου.

Ανθολογείται ο εισαγωγικός διάλογος των βοσκών και η αρχή και το τέλος της ωδής του Θύρση, που στίζεται από εφύμνια.

Θύρσις ἢ Ὠιδὴ 1-18, 64-72, 132-141

ΘΥΡΣΙΣ
Ἁδύ τι τὸ ψιθύρισμα καὶ ἁ πίτυς, αἰπόλε, τήνα,
ἁ ποτὶ ταῖς παγαῖσι, μελίσδεται, ἁδὺ δὲ καὶ τύ
συρίσδες· μετὰ Πᾶνα τὸ δεύτερον ἆθλον ἀποισῇ.
αἴ κα τῆνος ἕλῃ κεραὸν τράγον, αἶγα τὺ λαψῇ·
5 αἴ κα δ᾽ αἶγα λάβῃ τῆνος γέρας, ἐς τὲ καταρρεῖ
ἁ χίμαρος· χιμάρω δὲ καλὸν κρέας, ἔστε κ᾽ ἀμέλξῃς.
ΑΙΠΟΛΟΣ
ἅδιον, ὦ ποιμήν, τὸ τεὸν μέλος ἢ τὸ καταχές
τῆν᾽ ἀπὸ τᾶς πέτρας καταλείβεται ὑψόθεν ὕδωρ.
αἴ κα ταὶ Μοῖσαι τὰν οἴιδα δῶρον ἄγωνται,
10 ἄρνα τὺ σακίταν λαψῇ γέρας· αἰ δέ κ᾽ ἀρέσκῃ
τήναις ἄρνα λαβεῖν, τὺ δὲ τὰν ὄιν ὕστερον ἀξῇ.
ΘΥΡΣΙΣ
λῇς ποτὶ τᾶν Νυμφᾶν, λῇς, αἰπόλε, τεῖδε καθίξας,
ὡς τὸ κάταντες τοῦτο γεώλοφον αἵ τε μυρῖκαι,
συρίσδεν; τὰς δ᾽ αἶγας ἐγὼν ἐν τῷδε νομευσῶ.
ΑΙΠΟΛΟΣ
15 οὐ θέμις, ὦ ποιμήν, τὸ μεσαμβρινὸν οὐ θέμις ἄμμιν
συρίσδεν. τὸν Πᾶνα δεδοίκαμες· ἦ γὰρ ἀπ᾽ ἄγρας
τανίκα κεκμακὼς ἀμπαύεται· ἔστι δὲ πικρός,
καί οἱ ἀεὶ δριμεῖα χολὰ ποτὶ ῥινὶ κάθηται.
ΘΥΡΣΙΣ
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.
65 Θύρσις ὅδ᾽ ὡξ Αἴτνας, καὶ Θύρσιδος ἁδέα φωνά.
πᾷ ποκ᾽ ἄρ᾽ ἦσθ᾽, ὅκα Δάφνις ἐτάκετο, πᾷ ποκα, Νύμφαι;
ἦ κατὰ Πηνειῶ καλὰ τέμπεα, ἢ κατὰ Πίνδω;
οὐ γὰρ δὴ ποταμοῖο μέγαν ῥόον εἴχετ᾽ Ἀνάπω,
οὐδ᾽ Αἴτνας σκοπιάν, οὐδ᾽ Ἄκιδος ἱερὸν ὕδωρ.
70 ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.
τῆνον μὰν θῶες, τῆνον λύκοι ὠρύσαντο,
τῆνον χὠκ δρυμοῖο λέων ἔκλαυσε θανόντα.
(ΘΥΡΣΙΣ)
«νῦν ἴα μὲν φορέοιτε βάτοι, φορέοιτε δ᾽ ἄκανθαι,
ἁ δὲ καλὰ νάρκισσος ἐπ᾽ ἀρκεύθοισι κομάσαι,
πάντα δ᾽ ἄναλλα γένοιτο, καὶ ἁ πίτυς ὄχνας ἐνείκαι,
135 Δάφνις ἐπεὶ θνάσκει, καὶ τὰς κύνας ὥλαφος ἕλκοι,
κἠξ ὀρέων τοὶ σκῶπες ἀηδόσι γαρύσαιντο.»
λήγετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι, ἴτε λήγετ᾽ ἀοιδᾶς.
χὢ μὲν τόσσ᾽ εἰπὼν ἀπεπαύσατο· τὸν δ᾽ Ἀφροδίτα
ἤθελ᾽ ἀνορθῶσαι· τά γε μὰν λίνα πάντα λελοίπει
140 ἐκ Μοιρᾶν, χὠ Δάφνις ἔβα ῥόον. ἔκλυσε δίνα
τὸν Μοίσαις φίλον ἄνδρα, τὸν οὐ Νύμφαισιν ἀπεχθῆ.

***
ΘΥΡΣΗΣ
Γλυκύτατα, γιδοβοσκέ, τραγουδάει θροΐζοντας
και το πεύκο εκείνο πλάι στην πηγή,
γλυκιά μελωδία παίζεις κι εσύ με τη σύριγγα·1
μετά τον Πάνα2 θα λάβεις το δεύτερο βραβείο.
Αν εκείνος κερδίσει τράγο κερασφόρο, εσύ θα πάρεις αίγα·
αν πάλι πάρει εκείνος αίγα ως έπαθλο, σ᾽ εσένα πέφτει το κατσίκι·35
του κατσικιού το κρέας είναι τρυφερό, ώς την ώρα που θα το αρμέξεις.
 
ΑΙΠΟΛΟΣ
Το δικό σου τραγούδι, βοσκέ, είναι πιο γλυκό
και από εκείνο το νερό που κελαρύζει
καθώς κυλάει ψηλά από το βράχο.
Αν οι Μούσες πάρουν δώρο την προβατίνα,
εσύ θα λάβεις ως έπαθλο αρνί της μάντρας·
αν πάλι εκείνες θελήσουν να πάρουν αρνί,10
εσύ θα έχεις τότε την προβατίνα.
 
ΘΥΡΣΗΣ
Θέλεις για χάρη των Νυμφών,4 γιδοβοσκέ, θέλεις να καθίσεις εδώ
σ᾽ αυτή την πλαγιά του λόφου με τα αρμυρίκια και να παίζεις
τη σύριγγα;
Όσο εσύ θα παίζεις, θα φυλάω εγώ τις αίγες.
 
ΑΙΠΟΛΟΣ
Δεν κάνει, βοσκέ, δεν κάνει εμείς να παίζουμε15
τη σύριγγα τα μεσημέρια.5
Φοβόμαστε τον Πάνα· την ώρα εκείνη αναπαύεται
κουρασμένος από το κυνήγι.
Και είναι ανελέητος· μια ζωή στη μύτη του κάθεται χολή φαρμάκι.
 ...
ΘΥΡΣΗΣ
Αρχίστε, αγαπημένες Μούσες, αρχίστε το βουκολικό τραγούδι.

Εγώ είμαι ο Θύρσης από την Αίτνα,65
και είναι γλυκιά η φωνή του Θύρση.
Πού ήσασταν άραγε, Νύμφες, όταν έλιωνε ο Δάφνης, πού ήσασταν;
Μήπως στις θεσπέσιες κοιλάδες του Πηνειού ή μήπως στην Πίνδο;
Στο πλατύ ποτάμι του Ανάπου6 πάντως δεν ήσασταν, όχι,
ούτε στην κορυφή της Αίτνας, ούτε στα ιερά νερά του Άκιδος.7
Αρχίστε, αγαπημένες Μούσες, αρχίστε το βουκολικό τραγούδι.70

Για κείνον ωρύονταν τα τσακάλια, για κείνον οι λύκοι,
εκείνον και το λιοντάρι του δρυμού τον έκλαψε όταν πέθανε.
...
(ΘΥΡΣΗΣ)
«...Τώρα ας βλαστήσουν μενεξέδες από βάτα,132
ας βλαστήσουν από αγκάθια,
ο υπέροχος νάρκισσος ας στέψει την κόμη των κέδρων,
ας ανατραπούν τα πάντα, ας βγάλει αχλάδια και η κουκουναριά,
αφού πεθαίνει ο Δάφνης, ας σπαράξει και το ελάφι τους σκύλους135
και οι κουκουβάγιες των βουνών ας συναγωνιστούν τ᾽ αηδόνια.»8

Ας πάψει το βουκολικό τραγούδι σας, Μούσες, ω ας πάψει.

Αυτά είπε και σώπασε· η Αφροδίτη ήθελε να τον σηκώσει επάνω,
όμως είχε σωθεί το νήμα της Μοίρας
και ο Δάφνης ταξίδεψε στις ροές του ποταμού.140
Το κύμα εσκέπασε τον άνδρα που αγάπησαν οι Μούσες,
που ελάτρεψαν οι Νύμφες.
--------------------------
1 Η σύριγγα ήταν το μουσικό όργανο του Πάνα (βλ. σχόλ. 2) και του βουκολικού κόσμου. Ήταν πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείτο από (συνήθως επτά) καλάμια (σωλήνες), τα οποία, την εποχή του Θεόκριτου, τις πιο πολλές φορές είχαν το ίδιο μήκος και ήταν ενωμένα με κερί. Για τη διαφοροποίηση του ήχου γέμιζαν κάθε σωλήνα με κερί σε διαφορετικό ύψος. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους επικράτησε η σύριγγα που αποτελείτο από καλάμια φθίνοντος μήκους, τα οποία σχημάτιζαν οριζόντια γραμμή στο επάνω άκρο.
2 Τραγόμορφος θεός, προστάτης των ποιμένων, των δασών και των λιβαδιών, ασυναγώνιστος στο παίξιμο της σύριγγας, της οποίας εθεωρείτο ευρετής. Όσοι τον συναντούσαν, ιδίως την κρίσιμη ώρα του μεσημεριού, καταλαμβάνονταν από τρόμο (πανικό).
3 Στο πρωτότυπο χίμαρος. Η χίμαρος είναι (θηλυκό) κατσίκι μεγαλύτερο από το μικρό κατσίκι, που ονομαζόταν ἔριφος.
4 Γυναικείες θεότητες της ελεύθερης φύσης, κόρες του Δία που ζουν πάνω στα βουνά ή μέσα σε σπηλιές. Εκτός από τις Νύμφες των βουνών (Ορειάδες), υπήρχαν οι Νύμφες των θαλασσών (Νηρηίδες, Ωκεανίδες), των πηγών (Ναϊάδες) και των δένδρων (Δρυάδες).
5 Η κρίσιμη ώρα του μεσημεριού είναι η ώρα που εμφανίζονται οι θεοί.
6 Ποταμός που εκβάλλει στον κόλπο των Συρακουσών.
7 Ποταμός της ανατολικής Σικελίας που πηγάζει από τους πρόποδες της Αίτνας και εκβάλλει στη θάλασσα βόρεια της Κατάνης.
8 Οι στ. 132-136 αποτελούν απόσπασμα από την απάντηση του Δάφνη προς την Αφροδίτη, η οποία ενσωματώνεται στο τραγούδι του Θύρση.
 

Αριστοφάνης – Ο Πλούτος είναι τυφλός

Ο Πλούτος είναι το τελευταίο έργο που γνωρίζουμε από τον Αριστοφάνη. Διαφέρει από τις άλλες κωμωδίες, επειδή δεν σατιρίζει γνωστά πρόσωπα της εποχής του ούτε αναφέρεται σε γεγονότα ή πολιτικές καταστάσεις.
 
Ο ΧΡΕΜΥΛΟΣ, φτωχός γεωργός, ρωτά το μαντείο των Δελφών αν πρέπει να διαπαιδαγωγήσει το γιο του στην κακία και στην αδικία μιας και μόνο οι άδικοι, οι άθεοι και οι συκοφάντες είναι ευτυχισμένοι ενώ αντίθετα οι θεοσεβούμενοι και δίκαιοι, όπως αυτός, είναι φτωχοί και δυστυχισμένοι. Το μαντείο τον συμβουλεύει να ακολουθήσει το πρώτο γέροντα τυφλό που θα συναντήσει. Ο Χρεμύλος μαζί με τον δούλο του ΚΑΡΙΩΝΑ ακολουθούν ένα γέροντα τυφλό που μετά από πιέσεις ομολογεί ότι είναι ο ΠΛΟΥΤΟΣ
 
ΠΛΟΥΤΟΣ:          Ακούστε λοιπόν, εγώ είμαι ο Πλούτος, αν κι είχα πάρει απόφαση να σας το κρύψω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:       Παμπόνηρε, και γιατί δεν το ‘λεγες τόσο καιρό, πως είσαι ο Πλούτος;
ΚΑΡΙΩΝΑΣ:        Συ είσαι ο Πλούτος και με τέτοια χάλια; Τι λες μωρέ; Εσύ είσαι ο Πλούτος;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Ο ίδιος ο Πλούτος;
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Ο ίδιος και αυτοπροσώπως.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Πούθε λοιπόν μας ήρθες έτσι βρωμισμένος;
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Απ’ τον Πατροκλή (Πλούσιο Αθηναίο που δε λουζότανε απ’ την τσιγγουνιά του) που δε λούστηκε ποτέ απ’ τον καιρό που γεννήθηκε.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Για πε μου τώρα, πώς τα μάτια σου έχασες;
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Ο Δίας μου την έσκασε από φθόνο και ζήλια των ανθρώπων. Όταν ήμουν νέος φοβέριζα πως θα πηγαίνω μόνο στους  τίμιους τους σοφούς και τους δίκαιους. Τότε μου ‘βγαλε τα μάτια για να μη μπορώ να ξεχωρίζω τους κακούς απ’ τους καλούς. Τόσο ζηλεύει τους καλούς ανθρώπους; (Ο Δίας ήθελε να μην ανταμοίβεται η Αρετή στους ανθρώπους γιατί τότε όλοι θα προσπαθούσαν να είναι ενάρετοι από συμφέρον).
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Και όμως ο Δίας τιμάται απ’ τους δίκαιους και τους καλούς και όχι τους κακούς.
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Είμαι σύμφωνος.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Για πε μου. Αν ξάφνου αποχτούσες το φως σου θα έφευγες μακριά απ’ τους κακούς;
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Και βέβαια θ’ άφευγα.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Θα πήγαινες στους τίμιους, τους δίκαιους και τους καλούς.
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Μα, ούτε λόγος να γίνεται. Παρ’ ότι έχω πολύ καιρό να ιδώ κανένα απ’ αυτούς.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:     Μα ούτε εγώ που βλέπω, δεν είδα κανένα τίμιο.
ΠΛΟΥΤΟΣ:         Τώρα μάθατε τα δικά μου. Αφήστε με να φύγω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:      Όχι για το Θεό. Τώρα ίσα-ίσα σε θέλουμε κοντά μας να σε κρατάμε πιο δυνατά.
ΠΛΟΥΤΟΣ:          Καλά το ‘λεγα πως δύσκολα θα ξεμπέρδευα από σας.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ:       Σε παρακαλώ να μην επιμένεις να φύγεις, γιατί όσο και να ψάξεις δε θα βρεις άλλο καλόβολο άνθρωπο από μένα. Δεν υπάρχει άλλος από μένα.
ΠΛΟΥΤΟΣ:        Όλοι οι άνθρωποι έτσι λένε. Κι όταν με κάνουν δικό τους και γίνουν πλούσιοι, τότες ξεπερνούνε τα όρια της κακίας και της αδικίας και γίνονται όλοι καθίκια του κερατά.
 
 

Η βιώσιμη ανάπτυξη μέσα από τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη

Οι όροι Ανάπτυξη και Μεγέθυνση, σε επίπεδο υλοποίησης πολιτικών, συνήθως ταυτίζονται, αν και η επιστήμη διαφοροποιεί ξεκάθαρα την έννοια της Ανάπτυξης από την έννοια της Μεγέθυνσης.

Η ανάπτυξη, ως γνωστό, αποτελεί την ολιστική εκδοχή της εξέλιξης ενός οργανισμού και εμπεριέχει και την έννοια της αρμονίας. Η μη αρμονική σχέση ανάμεσα στα αναπτυσσόμενα μέλη ενός οργανισμού μπορεί να δημιουργήσει παθολογική κατάσταση, αν δεν χαρακτηρίζεται ήδη ως παθολογική, πχ η παχυσαρκία, ή η ατροφία κάποιου άκρου. Όμως και η κοινωνία είναι ένας οργανισμός και η Ανάπτυξη που την αφορά θα πρέπει να διέπεται από ανάλογες αρμονικές σχέσεις. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί που αποτελούν και σημερινά ζητούμενα της Ανάπτυξης (πράσινη, βιώσιμη, αειφορική κ.ά.), ως ζητούμενα, δείχνουν ελλείψεις και δυσαρμονίες.

Αυτά τα ελλείμματα, οι δυσαρμονίες της ανάπτυξης, οδηγούν σε εκφυλιστικά φαινόμενα τις σύγχρονες κοινωνίες και φυσικά δεν υφίσταται Ανάπτυξη, αλλά Μεγέθυνση. Η τελευταία αφορά στην ευημερία της επιχειρηματικότητας και εν γένει των οικονομικών μεγεθών, που τις περισσότερες φορές δεν συνεπάγεται την οικονομική ευημερία στα μέλη μιας κοινωνίας και την ανάπτυξη όπως την ορίσαμε προηγουμένως.

Πρώτος ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του έδωσε το στίγμα της Βιωσιμότητας, περιγράφοντας την Τοπική Ενδογενή Ανάπτυξη ή Αυτόνομη-Αυτοδύναμη κατ’ άλλους (John Friedman, 1979), χωρίς βέβαια να χρησιμοποιεί τη σημερινή ορολογία. Έτσι κατά τον Αριστοτέλη η πόλη αποτελεί την ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης και έχει νόημα ύπαρξης, εφόσον είναι σε θέση να προσφέρει στους πολίτες το «ευ ζην». Το ευ ζην επιτυγχάνεται μέσα από την ολοκληρωμένη ζωή και αυτάρκεια. Με καθυστέρηση εικοσιτέσσερις αιώνες. Οι σύγχρονες κοινωνίες προσπαθούν απεγνωσμένα να δώσουν ένα κοινά αποδεκτό ορισμό για την Βιώσιμη Ανάπτυξη και πειραματίζονται για «ρεαλιστικές» αναπτυξιακές προσεγγίσεις, εντός των θεσμικών πλαισίων της οικονομίας της αγοράς. Έτσι, έχουμε παγκόσμια συνέδρια και συνδιασκέψεις, ευχολόγια και νομοθετήματα, εμπόριο και χρηματιστήριο ρύπων, ανάδειξη πυλώνων Βιωσιμότητας και πολυσέλιδα κείμενα, με συνακόλουθες θριαμβολογίες ή ρήτρες. Αν και δεν παραγνωρίζονται κάποιες νησίδες Βιωσιμότητας που αποτελούν ελπίδα, το γενικό αποτέλεσμα είναι:

Παρά το περιβαλλοντικό «Γερμανικό θαύμα» το περιβαλλοντικό πρόβλημα εντείνεται. Παρά τις συνδιασκέψεις και τις απόπειρες σύγκλισης, τα 2/3 του πληθυσμού του πλανήτη λιμοκτονούν και στο 1/3 οι οικονομικές ανισότητες προσλαμβάνουν εκρηκτικές διαστάσεις. Τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα και στην περιφέρεια, αλλά και τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί στην Γαλλία των εξαθλιωμένων οικονομικών μεταναστών, καθιστούν επίκαιρους τους «Μοιραίους» και τον «Οδηγητή» του Κώστα Βάρναλη, εφόσον σύμφωνα με έγκυρους αναλυτές, τεκμηριώνουν την αποτυχία των όποιων προσπαθειών για άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων, σύγκλιση και κοινωνική συνοχή. Όμως, θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι αυτή η αναμενόμενη αποτυχία δεν αποτελεί έκπληξη ή υποχρεωτικά προϊόν πολιτικής ανικανότητας. Θεωρούμε ότι η αποτυχία ουσιαστικής και όχι κατ’ επίφαση σύγκλισης είναι προεξοφλημένη νομοτελειακά. Κατά τον Αριστοτέλη το σημερινό θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και συνακόλουθα της οικονομίας της ανάπτυξης καθίσταται απαγορευτικό για την δική του πολιτεία, δηλαδή για τη Βιωσιμότητα κατά τον γράφοντα. «για να συσταθεί μια πόλη δεν φτάνει ούτε να βρίσκονται σε αυτήν σπίτια, ούτε το να μην αδικούνται οι κάτοικοι μεταξύ τους, ούτε να υπάρχουν εμπορικές σχέσεις. Όλα τούτα είναι απαραίτητα για να υπάρξει μια πόλη, κι αν όμως όλα τούτα υπάρχουν, πόλη δεν γίνεται αν δεν υπάρχει συμμετοχή στο ευ ζην και στις οικογένειες και στα γένη κι αν δεν αποσκοπεί σε ολοκληρωμένη και αυτάρκη ζωή…….»(δική μας η υπογράμμιση). Οι όροι «ολοκληρωμένη» και «αυτάρκης» αποτελούν όρους κλειδιά για τους αναπτυξιολόγους σήμερα. Προφανώς και είναι εντελώς περιττή περαιτέρω ανάλυση του κειμένου από τα «Πολιτικά».

Ας δούμε όμως ποια είναι η άποψη του Αριστοτέλη για την σημερινή κατάσταση στα χρηματοοικονομικά, πως βλέπει το τραπεζικό σύστημα και τις σημερινές πολιτικές, σε σχέση με την βιώσιμη πόλη του: (δικές μας οι υπογραμμίσεις) «………η ζωή είναι ενέργεια, όχι υλική δημιουργία. Άρα σκοπός της ζωής δεν είναι η κατασκευή, η παραγωγή αγαθών, αλλά η επιδίωξη της ηθικής, μέσω των υλικών αγαθών η τέχνη της συναλλαγής, δίκαια κατακρίνεται, αφού το κέρδος δεν είναι φυσικό, αλλά ο ένας κερδίζει από τον άλλο η τοκογλυφία είναι μισητή, επειδή το κέρδος προέρχεται από το ίδιο το νόμισμα και όχι από τη χρήση για την οποία προορίστηκε. Ενώ επινοήθηκε για χάρη της συναλλαγής, το νόμισμα πολλαπλασιάζεται από τον τόκο. Επομένως από όλους τους τρόπους απόκτησης πλούτου αυτός είναι ο πιο αφύσικος…» (Αριστοτέλης, Βιβλίο 1, σς 42, 81-89).

Αν είναι αφύσικο το χρήμα να γεννάει χρήμα (τόκο), τότε πόσο αφύσικο είναι μετοχές υψηλού κινδύνου και «χαρτιά-φούσκες» να γεννούν χρήμα; Μήπως οι κρίσεις δεν είναι άλλο από το φυσιολογικό επακόλουθο μιας αφύσικης πορείας; Ίσως να είναι καλύτερα ο αναγνώστης να αφεθεί ελεύθερος να κάνει ανεπηρέαστος τις δικές του σκέψεις και να δώσει τις δικές του προεκτάσεις. Εμείς τα μόνα που θα προσθέσουμε πάλι από τα πολιτικά, προκειμένου να υπάρξει μια πιο ολοκληρωμένη άποψη είναι οι θέσεις του Αριστοτέλη για την κατανάλωση, την λαϊκιστική επιδοματική πολιτική, την πολιτική επενδύσεων και αξιοποίησης κοινοτικών πόρων, καθώς και για την εξειδίκευση και εντατικοποίηση της παιδείας.

Ο Αριστοτέλης για τον καταναλωτισμό:

«…Δεν φτάνει να κάνει ο νομοθέτης ίσες τις περιουσίες, πρέπει και να επιδιώκει τον μετριασμό γιατί περισσότερο πρέπει να εξισώσει τις επιθυμίες, παρά τις περιουσίες και τούτο δε μπορεί να γίνει παρά μόνο εφόσον οι πολίτες διαπαιδαγωγούνται σωστά με καλούς νόμους.» (βιβλίο 2 σ. 143).

Κατά τον γράφοντα η επιθυμία δημιουργεί μια ανάγκη και η ανάγκη την επιθυμία για την κάλυψή της. Συνεπώς η σχέση ανάμεσα στις έννοιες «επιθυμία» και «ανάγκη» είναι σχέση ανακύκλησης και έχει τη μορφή «επιθυμία-ανάγκη-επιθυμία». Ως γνωστό η οικονομική δραστηριότητα εδράζεται στην ύπαρξη αναγκών που επιθυμούμε να καλυφθούν ή επιθυμιών που μεταλλάσσονται σε ανάγκες.

Ο Αριστοτέλης για την επιδοματική πολιτική, τις επενδύσεις και την αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων:
»…όταν υπάρχουν έσοδα, δεν πρέπει να συμβαίνει ό,τι κάνουν μέχρι σήμερα οι δημαγωγοί (γιατί διανέμουν στον λαό ως μισθό τα πλεονάσματα και μόλις τα πάρει ο λαός τα ξοδεύει και ζητά άλλα γιατί έχει ανάγκη…….. Οι άρχοντες πρέπει να συγκεντρώνουν τα χρήματα και να τα διανέμουν στους φτωχούς σε κάθε άπορο να δίνουν τόσα ώστε να μπορεί να αγοράσει μια έκταση γης. Κι αν το ποσό δεν φτάνει, να μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως κεφάλαιο για εμπόριο ή κάποια γεωργική επιχείρηση……» (Τόμος 2, βιβλίο ζ, σ. 37).

Ο Αριστοτέλης για την εξειδίκευση και την εντατικοποίηση στην παιδεία:
«Η μουσική δεν πρέπει να διδάσκεται στους νέους για την διενέργεια μουσικών αγώνων αυτοί που ασχολούνται με αυτήν (μουσική των αγώνων) και όσοι εκπαιδεύονται έτσι γίνονται βάναυσοι, γιατί ο σκοπός της εκπαίδευσής τους είναι ταπεινός. Άλλωστε και ο θεατής είναι φορτικός και συμβάλλει στην αλλοίωση της μουσικής και οι μουσικοί που θέλουν την εύνοια παρόμοιων ακροατών ταπεινώνουν τον εαυτό τους και τα σώματά τους….. είναι λοιπόν φανερό ότι τους τρεις τούτους στόχους πρέπει να εφαρμόζουμε στην παιδεία: το μέτρο, το δυνατόν και το πρέπον..»(Βιβλίο θ. σ 177, 181, 187).

Η μόνη διευκρίνιση που κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στον αναγνώστη είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα θεωρείτο αδιανόητο το έλλειμμα μουσικής παιδείας στους νέους. Η μουσική αποτελούσε ένα βασικό μάθημα και μάλιστα οι μεγάλοι φιλόσοφοι όπως ο Πυθαγόρας δεν δέχονταν μαθητές που δεν γνώριζαν μουσική στις σχολές τους. Ως εκ τούτου ο αναγνώστης το μόνο που έχει να κάνει είναι να αντικαταστήσει όπου «μουσική» με «γνώσεις» και όπου «μουσική αγώνων» με «εξειδίκευση χάριν της ανταγωνιστικότητας». Οι όροι «θεατής, ακροατής» θα μπορούσε να αντικατασταθεί με αυτόν της«ανάγκης της παραγωγικής διαδικασίας».

Τότε όμως οι υπογραμμισμένες λέξεις του προηγούμενου κειμένου θα αντικατασταθούν από τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου που ακολουθεί. Δηλαδή το κείμενο του Αριστοτέλη που προηγήθηκε θα γινόταν:

«.Η γνώση δεν πρέπει να παρέχεται στους νέους για την εξειδίκευση χάριν της ανταγωνιστικότητας αυτοί που ασχολούνται με αυτήν (με την εξειδίκευση χάριν της ανταγωνιστικότητας) και όσοι εκπαιδεύονται έτσι γίνονται βάναυσοι, γιατί ο σκοπός της εκπαίδευσής τους είναι ταπεινός. Άλλωστε και η ανάγκη της παραγωγικής διαδικασίας είναι φορτική και συμβάλλει στην αλλοίωση της γνώσης και οι αποκτώντες την γνώση που θέλουν να υπηρετήσουν τις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας ταπεινώνουν τον εαυτό τους και τα σώματά τους είναι λοιπόν φανερό ότι τους τρεις τούτους στόχους πρέπει να εφαρμόζουμε στην παιδεία: το μέτρο, το δυνατόν και το πρέπον.».

Η αλήθεια είναι ότι οι γνώμες διίστανται, στις μέρες μας, ως προς την ερμηνεία όρων όπως: «ευ ζην», «παιδεία», «μέτρο» και «πρέπον». Σκοπός της ζωής πάντως δεν είναι η παραγωγή, αλλά η επίτευξη μιας ανώτερης ποιοτικά ενέργειας, αφού η ζωή είναι ενέργεια κατά τον Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης την ονόμαζε «ηθική» αυτή την ενέργεια, ενώ ο Hebert Marcuse, μέσα από την πολιτική και κοινωνιολογική προέκταση της Φροϋδικής θεωρίας των ορμών, την ονόμαζε «Έρωτα».

Οι υπέρμαχοι της Βιώσιμης Ανάπτυξης δημιούργησαν πριν χρόνια το σλόγκαν: «Δράσε τοπικά, σκέψου παγκόσμια». Ότι ακριβώς έκαναν και οι Ζακυνθινοί όλα αυτά τα χρόνια. Σκεπτόντουσαν παγκόσμια, αλλά δρούσαν τοπικά με τις γνωστές συνέπειες στο τοπικό κοινωνικό-οικονομικό και φυσικό περιβάλλον. Αφού όμως το σλόγκαν εκφυλίστηκε, αφού οι τεχνοκράτες και ο δυτικός ορθολογισμός το μόνο που κατάφεραν ήταν να κάνουν τα απλά σύνθετα και τα εύκολα δύσκολα, για αυτό και θα προτείνουμε ως νέο σλόγκαν της Βιωσιμότητας, τους στόχους του ποιητή:

«Sprarche der Liebenden» Γλώσσα των Εραστών
Sei die Sprache des Landes» γίνε η γλώσσα του τόπου
Hoclderlin

Ο τόπος αυτός είναι η γη ολόκληρη σήμερα, η οικουμένη…

Ο Αριστοφάνης, το νόμισμα και οι πολιτικοί

Στους «Βάτραχους» ο Αριστοφάνης βάζει τον θεό Διόνυσο να κατεβαίνει στον Αδη για να φέρει πίσω τον δραματουργό Ευριπίδη. Είναι απελπισμένος από την κατάσταση που επικρατεί στο θέατρο (405 π.Χ.) και επιζητεί την επάνοδο κάποιου μεγάλου ποιητή για να επανέλθει η δραματική δημιουργία στην πρότερη μεγαλοσύνη της.

Σε ένα σημείο ο Χορός λέει: (ελεύθερη μετάφραση)

Αυτή η πόλις, συχνά μου φαίνεται πως συμπεριφέρεται στους καλύτερους και αξιότερους πολίτες μας με τον τρόπο που φέρεται στα παλιά ασημένια νομίσματά μας, αλλά και τα καινούργια χρυσά. Αυτά τα χρήματα δεν ήταν ποτέ κίβδηλα… Παντού ανάμεσα σε βάρβαρους περνούσαν τον έλεγχο. Αλλά δεν τα χρησιμοποιούμε, αντίθετα έχουμε τα υποβαθμισμένα μπρούτζινα που πριν από λίγες μέρες τα κόψαμε, ίσως και σήμερα. Ετσι φερόμαστε στους καλύτερους πολίτες μας, από ευγενική γενιά, δίκαιους, τους πιο καλούς και καλύτερα εκπαιδευμένους στις μούσες και στην παλαίστρα. Αντίθετα χρησιμοποιούμε ξενόφερτο μπρούντζο για κάθε τι… (717-27)

Σήμερα η πόλις μας βρίσκεται σε μια πρωτόφαντη κρίση έχοντας για κέντρο της, με μια πρώτη παρατήρηση, το νόμισμα, το ευρώ. Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με τους μελετητές, στους παραπάνω στίχους διατυπώνει τον νόμο του Gresham*: Το κακό νόμισμα διώχνει το καλό. Η θέση αυτή δεν είναι απολύτως ακριβής, αν δεν προστεθούν ορισμένες συνθήκες τις οποίες σύγχρονοι οικονομολόγοι έχουν μελετήσει. Το κεντρικό όμως σημείο παραμένει. Αυτό που περιέγραφε ο Αριστοφάνης, όπως και ο λόρδος Gresham για την Αγγλία του Ερρίκου 8ου. Στη σύγχρονη Ελλάδα υπάρχει ένα καλό νόμισμα, το ευρώ, το οποίο κατά περίεργο τρόπο έχει συμβάλει σε μια οικονομική καταστροφή. Ομως ο Αριστοφάνης δεν αναφέρει τον νόμο του Gresham για να μας κάνει μαθήματα οικονομίας. Τον χρησιμοποιεί, όπως διαβάζουμε, ώστε να μπορέσει ο Χορός να κάνει τη σύγκριση του κακού νομίσματος με τους κακούς πολιτικούς και ηγέτες της πόλης.

Μετά από τόσες αναλύσεις είναι πια προφανές πως είχαμε ένα καλό νόμισμα, αλλά κακούς, κάκιστους πολιτικούς. Δεν θα αναφέρουμε εδώ τις ισότητες του μοντέλου παραγωγής και του διεθνούς καταμερισμού εργασίας της ζώνης του ευρώ, αλλά είναι ηλίου φαεινότερoν πως τις εγγενείς δυσκολίες του καλού ευρώ οι κακοί πολιτικοί τις μετέτρεψαν σε καταστροφή.

Ο νόμος του Αριστοφάνη, ότι το κακό νόμισμα διώχνει το καλό, αναφέρεται στην πραγματικότητα των πολιτικών. Το πλαστό, ψευδές, ανήθικο, διεφθαρμένο πολιτικό υποκείμενο, είτε πολίτης είτε επίδοξος πολιτικός, εξοβελίζει το έντιμο, το εκπαιδευμένο, το αυθεντικό πολιτικό στοιχείο.

Και ο Αριστοφάνης συνεχίζει.

«Αλλά τώρα, ανόητοι τρελοί, είναι καιρός να αλλάξετε τους τρόπους σας. Χρησιμοποιήστε άξιους ανθρώπους και πάλι. Θα δείτε, αν πετύχετε, τότε θα αξίζετε έπαινο. Αν αποτύχετε, τότε θα ταιριάζετε με το δέντρο από όπου κρέμεστε. Ετσι και αλλιώς αν λαθέψετε, αυτό θα πουν οι σοφοί». (στίχοι 730-7)

Σκληρά λόγια από έναν κωμωδιογράφο αλλά πραγματιστή δραματουργό. Ο Αριστοφάνης στον Αδη πρώτιστα ενδιαφέρεται γι” αυτό στο οποίο ο ίδιος μετέχει, το δράμα. Ο Διόνυσος οργανώνει έναν διαγωνισμό ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη και τελικά φέρνει πίσω τον Αισχύλο. Ο Πλούτωνας λέει στο τέλος:

«Στο καλό Αισχύλε, πήγαινε να σώσεις την πόλη μας με τις ευγενικές σου σκέψεις και εκπαίδευσε τους ανόητούς μας. Εχουμε τόσους πολλούς… Δώσε αυτό το σκοινί στον φοροεισπράκτορα Μύρμηκα και αυτό το κώνειο στον Αρχήνομο» (1500-10).

Ο ποιητής στον νου του έχει το πώς θα εκπαιδεύσει την πόλη για να εκλέξει έντιμους και ικανούς πολίτες. Και αυτό, γιατί βλέπει γύρω του την έκπτωση των πολιτών και προσπαθεί, ως θεατές των Βατράχων, να τους εμπνεύσει με μια μεγάλη ποιητική παράδοση, του καλού νομίσματος που είχαν, ώστε να εκλέξουν ικανούς και έντιμους ηγέτες. Ο Χάροντας θέλοντας να σώσει την πόλη στέλνει όργανα τιμωρίας για τους διεφθαρμένους πολιτικούς.

Η Ελλάδα του 2016 δεν έχει ούτε μεγάλους δραματουργούς ή ποιητές, ούτε διανοούμενους οι οποίοι μπορούν να εμπνεύσουν τους πολίτες ώστε να ξεχωρίσουν ικανούς και έντιμους ηγέτες. Ο νόμος του Αριστοφάνη για το κακό νόμισμα που διώχνει το καλό ισχύει, σύμφωνα με αναλύσεις, για τους πολιτικούς γενικώς ως επαγγελματίες στον συγκεκριμένο χώρο. Είναι αξιοσημείωτο πως ο Ανταμ Σμιθ, ο γνωστός εκφραστής της αόρατης χειρός της αγοράς, στην πραγματικότητα ένας φιλόσοφος των προβλημάτων ηθικής, μελέτησε το ζήτημα της τιμιότητας των πολιτικών στις Διαλέξεις της Γλασκώβης και τους κατέταξε στους πιο ανέντιμους επαγγελματίες μετά τους πρέσβεις.

Οι σύγχρονοι μελετητές ισχυρίζονται πως οι πολιτικοί δεν έχουν κίνητρο να είναι έντιμοι και ειλικρινείς διότι μπορούν να επιτύχουν τον σκοπό τους με εύκολη εξαπάτηση των ψηφοφόρων. Η εξαπάτηση έγκειται στο ότι οι πολίτες δεν έχουν αρκετές πληροφορίες για να αξιολογήσουν τους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι θέλουν να κάνουν καριέρα στην πολιτική. Αυτή τη φορά όμως δεν πρέπει να αποτύχουμε. Οφείλουμε να ψάξουμε καλά κάθε πληροφορία για όλους τους επίδοξους ηγέτες, να μάθουμε για αυτούς και τις προθέσεις τους για μας. Αν δεν το κάνουμε, θα μας ταιριάζει το δέντρο που θα κρεμαστούμε (αν δεν είμαστε ήδη), μια και θα είμαστε σαν τους βατράχους που πιστεύουν πως τα κοάσματά τους είναι μελωδίες στα αυτιά των Μουσών και του Απόλλωνα.
------------------
* O Νόμος του Γκρέσαμ είναι μια θεωρία που αναφέρεται κυρίως στην οικονομία αλλά έχει εφαρμογή και σ αλλες πτυχές της ζωής μας , απο την πολιτική ως την κοινωνία.
Λέει με λίγα λόγια ότι:  τα κακά νομίσματα εκτοπίζουν τα καλά, επειδή τα πρώτα διατηρούνται στην κυκλοφορία, αφού η πραγματική τους αξία είναι χαμηλότερη από την ονομαστική, ενώ τα καλά αποσύρονται για να μετατραπούν σε πολύτιμα μέταλλα.

Τα παιδιά χρειάζονται τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική όσο χρειάζονται αγάπη και φαγητό και καθαρό αέρα και παιχνίδι.

Έργο του καλλιτέχνη Bob and Roberta Smith (via S Edition)Αν δεν δώσεις σε ένα παιδί τροφή, η ζημιά γίνεται γρήγορα ορατή. Αν δεν αφήσεις ένα παιδί να έχει καθαρό αέρα και παιχνίδι, η ζημιά είναι επίσης ορατή, αλλά όχι τόσο γρήγορα. Αν δεν δώσεις σε ένα παιδί αγάπη, η ζημιά μπορεί να μην είναι φανερή για μερικά χρόνια, αλλά είναι μόνιμη.

Αλλά αν δεν δώσεις σε ένα παιδί τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική, η ζημιά δεν είναι τόσο εύκολα ορατή. Είναι εκεί όμως. Τα σώματα τους είναι αρκετά υγιή• μπορούν να τρέξουν και να πηδήξουν και να κολυμπήσουν και να φάνε λαίμαργα και να κάνουν πολύ θόρυβο, όπως έκαναν πάντα τα παιδιά,  αλλά κάτι λείπει.
 
Είναι αλήθεια ότι μερικοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να συναντήσουν ποτέ κάποιου είδους τέχνη, και είναι απόλυτα ευχαριστημένοι και ζουν καλές και πολύτιμες ζωές, και στων οποίων τα σπίτια δεν υπάρχουν βιβλία, και δεν ενδιαφέρονται πολύ για τις εικόνες, και δεν βρίσκουν κάποιο νόημα στη μουσική. Λοιπόν, αυτό είναι εντάξει. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους. Είναι καλοί γείτονες και χρήσιμοι πολίτες.
 
Όμως άλλοι άνθρωποι, σε κάποιο στάδιο της παιδικής ή νεανικής τους ηλικίας, ή ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία, έρχονται αντιμέτωποι με κάτι από ένα είδος που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ. Είναι τόσο ξένο σε αυτούς όσο η σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Αλλά μία μέρα ακούν μία φωνή στο ραδιόφωνο να διαβάζει ένα ποίημα, ή περνούν από ένα σπίτι με ένα ανοιχτό παράθυρο όπου κάποιος παίζει πιάνο, ή βλέπουν μία αφίσα από έναν συγκεκριμένο πίνακα σε κάποιου τον τοίχο, και τους αγγίζει τόσο πολύ που αισθάνονται ζαλάδα. Τίποτα δεν τους προετοίμασε γι’αυτό. 
 
Ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι είναι γεμάτοι με μία λαχτάρα, παρόλο που δεν είχαν καμία ιδέα πριν ένα λεπτό• μία λαχτάρα για κάτι τόσο γλυκό και τόσο απολαυστικό που σχεδόν τους πληγώνει. Κλαίνε σχεδόν, αισθάνονται λύπη και χαρά και μόνοι και ευπρόσδεκτοι από αυτήν την εντελώς νέα και παράξενη εμπειρία, και θέλουν απεγνωσμένα να πλησιάσουν το ραδιόφωνο, παραμένουν έξω από το παράθυρο, δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από την αφίσα. Το ήθελαν αυτό, το χρειαζόντουσαν όπως ένας πεινασμένος χρειάζεται τροφή, και δεν το ήξεραν. Δεν είχαν ιδέα.
Έτσι είναι και για ένα παιδί που χρειάζεται μουσική ή εικόνες ή ποίηση και τα συναντάει τυχαία. Αν δεν υπήρχε η εν λόγω ευκαιρία, ίσως να μην το γνώριζε ποτέ, και θα μπορούσε να περάσει όλη του τη ζωή σε μία κατάσταση πολιτιστικής λιμοκτονίας χωρίς να το γνωρίζει.
Οι συνέπειες της πολιτιστικής λιμοκτονίας δεν είναι δραματικές και γρήγορες. Δεν είναι τόσο εύκολα ορατές. 
 
Και, όπως λέω, μερικοί άνθρωποι, καλοί άνθρωποι, καλοσυνάτοι φίλοι και χρήσιμοι πολίτες, απλά δε το βιώνουν ποτέ• είναι απολύτως πλήρεις χωρίς αυτό. Αν όλα τα βιβλία και όλη η μουσική και όλοι οι πίνακες του κόσμου ήταν να εξαφανιστούν εν μία νυκτί, δε θα ένιωθαν άσχημα• ούτε καν θα το παρατηρούσαν.
 
Αλλά αυτή η λαχτάρα υπάρχει σε πολλά παιδιά, και συχνά δεν ικανοποιείται ποτέ, διότι δεν έχει αφυπνισθεί ποτέ. Πολλά παιδιά σε κάθε μέρος του κόσμου πεινάνε για κάτι που τροφοδοτεί και θρέφει την ψυχή τους.
 
Εμείς λέμε, ορθώς, ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα σε τροφή και στέγη, παιδεία, ιατρική περίθαλψη , και ούτω καθεξής. Πρέπει να καταλάβουμε ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα στην εμπειρία του πολιτισμού. Πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι χωρίς ιστορίες και ποιήματα και εικόνες και μουσική, τα παιδιά θα πεινάσουν. 

Όταν η ζωή σε καλεί να αποφασίσεις!

Η ζωή τα περιλαμβάνει όλα. Μεγάλες αποφάσεις, δύσκολες επιλογές, δυσεπίλυτα διλήμματα, και σταυροδρόμια που κάθε δρόμος τους σε οδηγεί αλλού. Και εσύ καλείσαι να διαλέξεις…

Μπορεί να μετακομίζεις σε μια καινούρια πόλη, να φεύγεις για σπουδές, να παντρεύεσαι, να χωρίζεις, να παραιτείσαι ή να είσαι σε ένα από τα μεγάλα σταυροδρόμια της ζωής σου παίρνοντας αποφάσεις για μια πολύ μεγάλη αλλαγή ζωής…

Είναι απολύτως φυσιολογικό να είσαι ευάλωτος συναισθηματικά.

Θυμός, Θλίψη, άγχος, χαρά, ανυπομονησία, άγχος είναι μόνο μερικά από τα συναισθήματα που μπορεί να ελλοχεύουν πίσω από μια μεγάλη απόφαση, πίσω από ένα χωρισμό, ένα γάμο, μία παραίτηση, μια μετακόμιση, μια αλλαγή τόπου κατοικίας, έναν τοκετό ή ότι άλλο. Δώσε στον εαυτό σου μερικές μέρες, και θέσε μια συγκεκριμένη ημερομηνία μέχρι την οποία θα πρέπει να αποτινάξεις από πάνω σου όλες τις περιττές σκέψεις και φοβίες.

Είναι ανθρώπινο να φοβάσαι.

Όλοι οι άνθρωποι φοβούνται σε κάποια στιγμή της ζωής τους, όλοι οι άνθρωποι ακόμα και όσοι φαίνεται ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο ακόμα και αυτοί λυγίζουν… Eιδικά μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή ζωής…

Πολλές φορές σε πολύ κρίσιμες περιόδους της ζωής μας, όπου καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις που θα διαφοροποιήσουν το μέλλον μας, μπορεί να νιώσουμε μοναξιά. Και όμως δεν είσαι μόνος σου. Έχεις αυτούς τους ανθρώπους που θα είναι πάντα κοντά σου. Τους δικούς σου ανθρώπους, δεν έχει σημασία πόσοι είναι, αλλά αυτοί είναι η ασπίδα σου, η γείωση σου, τα καύσιμα σου, και το λιμάνι όπου πάντα θα μπορείς να γυρνάς.

Είναι πολύ συνηθισμένο να θέλεις, να αναζητάς συμπαράσταση και να νιώθεις πως δεν την έχεις. Η αλήθεια είναι πως φέρεις ευθύνη για αυτό. Μάθε να ζητάς ακριβώς αυτό που θες, χωρίς ντροπές, χωρίς συστολές και κυρίως χωρίς να περιμένεις να μαντέψουν οι γύρω σου τις επιθυμίες σου.

Η ζωή εξ ορισμού βασίζεται στην αέναη εναλλαγή εικόνων, καταστάσεων προσώπων. Το να αφήσεις τη σιγουριά μιας παρούσας κατάστασης για να περάσεις στην επόμενη είναι σίγουρα μια δύσκολη και μακρά διαδικασία, που συμπεριλαμβάνει την αποδοχή αυτής της αλλαγής. Αποδέξου την λοιπόν, και υποδέξου την καινούρια εποχή με όλη σου τη θετική ενέργεια.

Απλά μάθε να έχεις λίγη περισσότερη εμπιστοσύνη στην ίδια τη ζωή…

Ι σινεχίς προσπάθια αλίοσις τις Ελινικίς γλόσας

Έτσι θα γράφουν σε λίγα χρόνια τα παιδιά μας. Κι όμως, η Ελληνική γλώσσα, η πληρέστερη και η μόνη νοηματική γλώσσα του κόσμου δεν της αξίζει να σβηστεί από την ιστορία εξαιτίας μιας χούφτας απάτριδων εθνομηδενιστών.

Όπως λέει ο Γεώργιος Σεφέρης: «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». Που να ήξερε ο Σεφέρης ότι το 1982, μέσα σε μια νύχτα και σε άσχετο νομοσχέδιο θα καταργούνταν το πολυτονικό και θα ξεκινούσε η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια για την αλλοίωση της γλώσσας μας. «…. η επιβολή του μονοτονικού είναι στην ιστορία των Ελλήνων μια καταστροφή, ασύγκριτα ολεθριότερη από τη Μικρασιατική … το μονοτονικό αποδεικνύεται ένα απλώς μεταβατικό στάδιο ως την πλήρη κατάργηση των τόνων.

Και μετά το ατονικό, συνέπεια φυσική των αρχών που υπαγόρευσαν το μονοτονικό, αρχών μιας ιδεολογίας της ευκολίας, θα είναι η παραδοχή της φωνητικής γραφής (“όλι ι άνθροπι ίδιι ίνε”)» (Χρήστος Γιανναράς).

Ήδη από το 2001 η Ακαδημία Αθηνών είχε προειδοποιήσει: «….. Είναι αδιανόητο να δεχθούμε ως Έλληνες την μεταμφίεση της γραφής μας με την κατάργηση πολλών γραμμάτων της, που δεν πέρασαν στο λατινικό αλφάβητο και με την αντικατάστασή τους από άλλα υποτίθεται ηχητικώς παραπλήσια γράμματά του….. με την δικαιολογία της δήθεν διευκόλυνσής μας στην παγκόσμια επικοινωνία, επιχειρείται η αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου των 2.500 και πλέον χρόνων με το λατινικό».

Ως γονέας μαθητών του δημοτικού διαπιστώνω καθημερινά ότι πράγματι επιχειρείται μέσω των σχολικών βιβλίων η εξαφάνιση γραμμάτων που δεν πέρασαν στο λατινικό αλφάβητο. Πρώτο θύμα το (ω): βρομιά, κλοτσιά, μοβ κλπ αντί των σωστών βρωμιά, κλωτσιά, μωβ. Άλλα θύματα των σχολικών βιβλίων είναι τα (ου): περπάταγαν, πήδαγαν κλπ αντί για τα σωστά περπατούσαν, πηδούσαν, κλπ, τα (αι): τρένο αντί για το σωστό τραίνο και τα (αυ): αβγό, αφτί, αντί των σωστών αυγό, αυτί. Τα δε (η, ει, οι) τα οποία οι Ρωμαίοι δεν τα αντέγραψαν από τα Ελληνικά εξολοθρεύονται από το (ι).

Τρανταχτό παράδειγμα εξολόθρευσης του (ω) είναι η λέξη βρωμιά. Στο πιο έγκυρο λεξικό που γράφθηκε ποτέ (LIDDELL – SCOTT) και δυστυχώς όχι από Έλληνες, το βρωμιά γράφεται με (ω) διότι προέρχεται από το ρήμα βρωμέω που σημαίνει αναδίδω δυσωδία.

Ο Μπαμπινιώτης το γράφει βρομιά και ισχυρίζεται ότι προέρχεται από το ρήμα βρέμω το οποίο όπως και ο ίδιος παραδέχεται σημαίνει κάνω πάταγο. Δηλαδή για τον Μπαμπινιώτη ο βρώμικος, ο βρωμερός, ο βρωμιάρης δεν είναι αυτός που βρωμάει αλλά αυτός που κάνει πάταγο!! Είναι προφανές ότι μας περνάει για ηλίθιους και νομίζει ότι μπορεί να γράφει ότι θέλει.

Ο άνθρωπος που μας τον παρουσιάζουν κάτι ως αυθεντία και το λεξικό του ως «ευαγγέλιο» που το μοιράζουν παντού, δεν μπορεί να μην γνωρίζει αυτό που εγώ που δεν είμαι καν φιλόλογος το έμαθα σε 5 λεπτά ανοίγοντας ένα «κανονικό» λεξικό. Από τα παλιά καλά λεξικά των μαθητικών μας χρόνων που θέλουν να τα εξαφανίσουν.

Οι αποδομητές της Ελληνικής Γλώσσας αγνοούν τους ίδιους τους καθηγητές τους, όπως τον Ξενοφώντα Μόσχο (μεταφραστή του λεξικού των LIDDELL – SCOTT) ή τον Α. Γεωργοπαπαδάκο (Λεξικόν Ανωμάλων Ρημάτων, Α. Γεωργοπαπαδάκου, Μάιος 1964, Θεσσαλονίκη). Όπου υπάρχουν δύο πιθανές εκδοχές κάθησα ή κάθισα επιλέγουν εκείνη που τους βολεύει για να εξαφανίσουν το (η).

Αλλά εκεί που η φαντασία του Μπαμπινιώτη και της παρέας του οργιάζει είναι στις ξενόφερτες λέξεις όπως για παράδειγμα η λέξη τραίνο. Προκειμένου να υποστηρίξει το τρένο, γράφει ότι δήθεν το δανεισθήκαμε από το ιταλικό treno. Και γιατί να μην το δανεισθήκαμε από το αγγλικό ή το γαλλικό train; Η απάντηση είναι ότι γράφουν ότι τους βολεύει για να εξαφανίσουν το (αι)!

Εκτός όμως από την εξαφάνιση γραμμάτων ή λέξεων εφευρίσκει και δικές του (είναι και λεξιπλάστης!!) όπως πχ το έκατσα που το κολλάει δίπλα στο κάθη(ι)σα χωρίς καμιά εξήγηση, επειδή έτσι του αρέσει. Σε συζήτηση που είχα με τον σχολικό σύμβουλο (γλωσσολόγο με διδακτορικό) προσπαθούσε να με πείσει ότι και το έκατσα είναι σωστό.

Στις ειρωνικές ερωτήσεις μου από ποιο ρήμα προέρχεται (μήπως από το κάτσομαι; το κατσάω – κατσώ;) μου απάντησε απρόθυμα ότι δεν υπάρχουν τέτοια ρήματα (πάλι καλά!), αλλά επέμενε ότι είναι και τα δύο σωστά διότι αυτή είναι η πολιτική του υπουργείου!! Μάλιστα!! Αυτή λοιπόν είναι η πολιτική του υπουργείου Διάλυσης της Παιδείας & Αποδόμησης της Ελληνικής γλώσσας.

Έχει το δικαίωμα ο κάθε τυχάρπαστος πολιτικάντης που έγινε για δυο φεγγάρια υπουργός να προσθέτει και να αφαιρεί λέξεις σε μία γλώσσα μερικών χιλιάδων ετών; Οι εθνομηδενιστές του παιδαγωγικού ινστιτούτου (Βερέμης, Δραγώνα, Ρεπούση κλπ) «διατάζουν» σχολικούς συμβούλους και δασκάλους να παπαγαλίζουν ότι και τα δύο είναι σωστά με σκοπό να παγιωθεί το λάθος!

Να κάνουν μπάχαλο την γλώσσα μας. Διότι η «προοδευτική» φιλοσοφία του υπουργείου είναι ότι «η αριστεία είναι ρετσινιά», είναι η μετατροπή της Ελληνικής γλώσσας σε λατινική (δείτε το πιο απλοϊκό παράδειγμα: στις πινακίδες των αυτοκινήτων υπάρχουν τα Γ, Θ, Λ, Ξ, Σ, Υ, Φ, Ψ, Ω;) και η διαστρέβλωση – εκμηδένιση της ιστορίας (δίνουν εντολές στις δασκάλες να μην μαθαίνουν τα παιδιά μας αποστήθιση την ιστορία για να μην θυμούνται τα επιτεύγματα των προγόνων μας και αποκτήσουν εθνική συνείδηση).

Γιατί η αγάπη ορισμένες φορές είναι ανέφικτη;

Πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι η πραγματική αγάπη θα πρέπει να είναι ίδια με αυτή στα παραμύθια αλλά η αγάπη δεν είναι πάντα ρόδινη.
Γιατί η αγάπη ορισμένες φορές είναι ανέφικτη; Ανάγκη, θαυμασμός, πόνος, αγάπη, φροντίδα, συμπόνια για τον άλλο, συναισθηματική εξάρτηση… Οι λόγοι είναι πάμπολλοι.

Από αμνημόνευτων χρόνων, ιστορίες ανέφικτης αγάπης γεμίζουν τις καρδιές μας, τα ράφια μας και τους τοίχους μας. Οι μεγαλύτερες λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες υποκύπτουν στον πόνο μιας ανέφικτης αγάπης που διαλύεται ή που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ποτέ παρά μόνο στο μυαλό τους.
Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Σελεστίνα, Η Πριγκίπισσα και ο Πειρατής, Δον Ζουάν Τενόριοκαι Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου είναι μερικές από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές επιτυχίες που όλοι μας θυμόμαστε ως ιστορίες αγάπης και ερωτικής απογοήτευσης νέων που δεν ήταν ποτέ γραφτό να είναι μαζί.

Τα παραμύθια, οι ταινίες της Disney με την αιώνια αγάπη και οι σαπουνόπερες που μετά από εκατοντάδες αναποδιές καταφέρνουν να έχουν ένα αίσιο τέλος, μας έχουν κάνει να πιστεύουμε ότι η αγάπη είναι πανίσχυρη και ότι όλα, αναπόφευκτα, θα έχουν ένα όμορφο τέλος.

Ωστόσο, τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα: δεν έχουν όλες οι ιστορίες αγάπης αίσιο τέλος και υπάρχουν άλλες για τις οποίες δεν αξίζει να παλέψεις. Ορισμένες από αυτές πρέπει απλά να περιμένεις να σε προσπεράσουν ενώ άλλες δεν πλησιάζουν το πραγματικό αίσθημα της αγάπης. Γι’ αυτό το λόγο είναι καλύτερα να αφήνετε κάτι να φύγει όταν δεν μπορείτε να το κρατήσετε.

Όπως πολύ σωστά έχετε μαντέψει, αυτό το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κύμα εγγυάται την επιτυχία καθώς έχει ένα δυνατό πλεονέκτημα: οι περισσότεροι από μας έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με κάποια ανέφικτη αγάπη. Αλλά… Γιατί;

Γιατί αγαπάμε ανθρώπους που δεν μπορούμε να έχουμε;
Η αγάπη άνευ ορίων σε εξαντλεί, σε τρελαίνει και σε καταστρέφει. Αλλά δυστυχώς, τα συναισθήματα που αναπτύσσουμε δεν αρκούν για να αποφύγουμε αυτό το μαρτύριο και θάβουμε τους εαυτούς μας μέσα σε θραύσματα από σπασμένα γυαλιά που δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να μας καταστρέφουν.

Ίσως φταίει ο ρομαντισμός που μας κάνει να πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο παρά τον πόνο που μεγαλώνει σταδιακά μέσα στην καρδιά μας. Αλλά τι μας συμβαίνει; Γιατί συνεχίζουμε να αισθανόμαστε ακόμη αυτή την παρόρμηση, αυτή τη μοιραία έλξη; Εδώ είναι μερικοί λόγοι:

1. Συναισθηματικό άγχος
Ορισμένες φορές θέλουμε και χρειαζόμαστε κάποιον κοντά μας, οποιοσδήποτε και να είναι, αρκεί να είναι μαζί μας και να αισθανόμαστε αυτή την περιβόητη επιβεβαίωση. Αυτή η ανάγκη μάς προκαλεί μεγάλο άγχος που μπορεί να ηρεμήσει μόνο όταν αποκτήσουμε το αντικείμενο του πόθου μας.
Όταν αυτό το άτομο δεν είναι κοντά, το άγχος μεγαλώνει και μεγαλώνει,κάνοντας το άτομο που υποφέρει να ψάχνει διαρκώς να βρει τον άνθρωπο που αγαπά για να ηρεμήσει. Σύμφωνα με τους ψυχολόγους Cindy Hazan και Phillip R. Shaver, αυτή η κατάσταση είναι πραγματικά νοσηρή.

2. Οι αντιλήψεις μας περί ρομαντισμού: πήγαινε κόντρα στο ρεύμα
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, έχουμε διδαχτεί ότι η αγάπη έχει καλές και άσχημες στιγμές. Αλλά πρέπει να ανεχτούμε και να αντιμετωπίσουμε οτιδήποτε και να έρθει; Αν το κάνουμε, δεν το κάνουμε επειδή το επιλέξαμε αλλά επειδή εξαναγκαστήκαμε από τις αντιλήψεις μας (αναληθές και βλαβερό).

3. Η προσοχή
Είναι απλό. Αν και είναι δύσκολο να το πιστέψουμε, ορισμένες φορές ερωτευόμαστε κάποιον χωρίς να ελπίζουμε σε κάτι, απλά και μόνο επειδή μας έδωσε λίγη προσοχή. Αυτό σίγουρα υποδηλώνει ένα πλήθος συναισθηματικών αναγκών, όπως την ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί.

4. Θέλω αλλά δεν θέλω
Όλως περιέργως, ορισμένοι άνθρωποι μάχονται για μια ανέφικτη αγάπη επειδή θέλουν να αποφύγουν τη δημιουργία μιας στενής σχέσης. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν την τάση να ζουν σε μια ιδανική πλασματική πραγματικότητα όπου η αγάπη τους μπορεί να μείνει εξιδανικευμένη.
Σύμφωνα με την ψυχολόγο Linda Hatch: «Αναζητούν σχέσεις στις οποίες το άλλο άτομο θα τους απορρίψει ή θα τους εγκαταλείψει. Είναι ένας τρόπος για να αισθάνονται ασφαλείς από τις αδυναμίες μιας πραγματικής στενής σχέσης. Η οικειότητα με το άλλο πρόσωπο θεωρείται κάτι επικίνδυνο για αυτούς».

5. Το ανέφικτο πρόσωπο θα αυξήσει την αξία τους
Αυτός είναι ο ιδανικός πλατωνικός έρωτας μιας ανεκπλήρωτης αγάπης. Ο Hector G. Barnes δηλώνει ότι: «Η λογική είναι αρκετά απλή: οι περιορισμένες πηγές αυξάνουν την αξία ενώ οι άφθονες πηγές την μειώνουν».
Το ίδιο προϊόν μετατρέπεται σε πολυτελές επειδή δεν μπορούμε να το έχουμε και το πρόσωπο που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αποκτά ανεκτίμητη αξία. Ποιος θα μπορούσε να είναι πιο αποκλειστικός από ένα αφοσιωμένο άτομο που ποτέ δεν εγκαταλείπει τη σχέση ή πιο ποθητός από κάποιον που όλοι θέλουν να έχουν (π.χ. ένας ηθοποιός ή το πιο όμορφο αγόρι του σχολείου);

6. Θαυμασμός
Στην αγάπη, θα πρέπει να υπάρχει θαυμασμός από κοινού. Ωστόσο, υπάρχουν «αγάπες» όπου ο θαυμασμός υπάρχει μόνο από την μια πλευρά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτός είναι και ο λόγος που συνεχίζει να υπάρχει ο πόθος. Οποιαδήποτε σχέση ξεκινά αποκλειστικά γι αυτόν το λόγο είναι καταδικασμένη να διαλυθεί.

Είναι πραγματική αγάπη;
Όπως έχουμε δει, η ανέφικτη αγάπη μπορεί να απαντήσει σε πολλά ερωτήματα. Κάθε ξεχωριστή περίπτωση θα έχει τους δικούς της λόγους και τα δικά της συναισθήματα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτό το είδος αγάπης δεν είναι υγιές.

Η αγάπη δεν είναι μόνο ευτυχία αλλά και πιθανότητα. Ορισμένες φορές το μόνο πράγμα που μας δένει με αυτό το συναίσθημα είναι η έκρηξη αδρεναλίνης και ότι αποκτά άλλο νόημα η ζωή μας.
Πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε μια ανέφικτη αγάπη;

Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε ότι αν και μας ελκύει αυτό το άτομο υπάρχει η πιθανότητα να μην μπορέσουμε να ζήσουμε μια υγιή, δημιουργική και ικανοποιητική ζωή με αυτό.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η εξιδανίκευση είναι ένα φυσιολογικό βήμα όταν αρχίζουμε να ερωτευόμαστε αλλά ακόμη και αυτό, σιγά-σιγά, αρχίζει να μας εξαντλεί. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι άνθρωποι δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα και στα ιδανικά της τέλειας αγάπης. Ο τρόπος που επιλέγουμε τους συντρόφους μας θα πρέπει να βασίζεται στο ποιοι είναι και όχι στα ιδανικά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να είμαστε ρομαντικοί ή ότι η σχέση μας ή ο σύντροφός μας δεν μπορεί να πληροί μερικά από αυτά τα ιδανικά. Είναι πιθανό και επιθυμητό να το καταφέρουμε αυτό, αλλά υπάρχουν και κάποιες αδιαπραγμάτευτες αρχές που δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Και ποια είναι τότε η διαφορά μας;

Θα μου πεις τώρα: “Και ποια είναι τότε η διαφορά ανάμεσα σ’ εμένα τον ανόητο και σ’ εσένα το σοφό, αν και οι δυο μας θέλουμε να έχουμε πλούτη;”. Τεράστια· γιατί, κατά την άποψη του σοφού, τα πλούτη είναι ο δούλος, ενώ, κατά την άποψη του ανόητου, αυτά είναι το αφεντικό. Ο σοφός δεν αποδίδει καμιά ιδιαίτερη σπουδαιότητα στα πλούτη, ενώ για σας τα πλούτη είναι το παν.

Εσείς, σαν να σας υποσχέθηκε κάποιος ότι θα τα έχετε για πάντα, συνηθίσατε σ’ αυτά και προσκολληθήκατε πάνω τους· ο σοφός όμως ποτέ άλλοτε δε σκέφτεται περισσότερο τη φτώχεια όσο όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πλούτη. Ο στρατηγός ουδέποτε σκέφτεται τόσο πολύ την ειρήνη, ώστε να μην προετοιμάζεται για τον πόλεμο ο οποίος έχει κηρυχτεί, ακόμη και αν δε διεξάγεται τη συγκεκριμένη στιγμή. Εσάς όμως ένα πανέμορφο σπίτι σας κάνει αλαζόνες, λες και δε θα μπορούσε ποτέ να καεί ή να καταστραφεί. Μένετε έκθαμβοι με τον πλούτο σας, σαν να είχε ξεφύγει κάθε κίνδυνο και σαν να είχε γίνει τόσο μεγάλος, ώστε η τύχη να έχασε κάθε δύναμή της να τον καταστρέψει. Κάθεστε σε απραγμοσύνη και παίζετε με τα πλούτη σας χωρίς να προβλέπετε τον κίνδυνο μέσα στον οποίο βρίσκονται – σ’ αυτό μοιάζετε με τους βάρβαρους, που τις περισσότερες φορές, όταν είναι αποκλεισμένοι, χωρίς να έχουν γνώση των πολεμικών μηχανών, βλέπουν με αδιαφορία τις προσπάθειες των πολιορκητών, χωρίς να αντιλαμβάνονται σε τι αποβλέπουν τα έργα που γίνονται σε απόσταση.

Έτσι συμβαίνει και με σας· αποχαυνώνεστε ανάμεσα στα υπάρχοντά σας και δε σκέφτεστε πόσοι κίνδυνοι σας απειλούν από παντού, κίνδυνοι που πολύ σύντομα θα σας αρπάξουν λάφυρα πολύτιμα. Ο σοφός όμως θ’ αφήσει σε όποιον του αφαιρέσει τα πλούτη όλα όσα του ανήκουν· και τούτο γιατί ζει ευχαριστημένος με όσα έχει τώρα και ήσυχος για το μέλλον.

“Τίποτε άλλο” λέει ο Σωκράτης και όποιος άλλος έχει ανάλογη δικαιοδοσία και παρόμοια ικανότητα να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα “δεν έχω αποφασίσει περισσότερο όσο το να μην τροποποιώ την πορεία της ζωής μου προσαρμόζοντάς τη στις απόψεις σας. Ας με βομβαρδίζετε σεις από παντού με τα συνηθισμένα λόγια σας· δε θα νομίσω ότι με χλευάζετε αλλ’ ότι κλαψουρίζετε σαν τα κακόμοιρα τα νήπια”. Αυτά ήταν τα λόγια εκείνου που ανακάλυψε τη σοφία· που η ψυχή του, απαλλαγμένη από όλες τις κακίες, τον διατάσσει να ελέγχει τους άλλους όχι επειδή τους μισεί, αλλά διότι θέλει να τους γιατρέψει. Και θα προσθέσει και τούτα: “Η γνώμη σας για μένα με επηρεάζει, όχι όμως για δικό μου λογαριασμό αλλά για δικό σας, γιατί το να μισείτε την αρετή και να επιτίθεστε με τις κραυγές σας εναντίον της ισοδυναμεί με το να έχετε εγκαταλείψει την ελπίδα να γίνετε καλοί. Εμένα προσωπικά δε με ζημιώνετε καθόλου, όπως δε ζημιώνουν τους θεούς και όσοι ανατρέπουν τους βωμούς τους. Ακόμη όμως και εκεί που δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνει ζημιά, είναι έκδηλες η κακή προαίρεση και η κακή σκέψη”.

Για μια ευτυχισμένη ζωή ΣΕΝΕΚΑΣ

Γιατί μένω αφού υποφέρω;

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει φίλο ή φίλη να μας εκμυστηρεύεται τα "βάσανα" που περνάει στη σχέση ή στο γάμο του; Γκρίνια, κλάματα πολλές φορές, θυμός, αγανάκτηση και δηλώσεις του τύπου: "δεν αντέχω άλλο, μου έχει σπάσει τα νεύρα!", "μου έχει καταστρέψει τη ζωή", "με καταπιέζει, δε μ' αφήνει να αναπνεύσω", "είναι τρελός-ή από ζήλια, δεν υποφέρεται!" κλπ. Εμείς από την άλλη μεριά παρηγορούμε κι εύλογα ρωτάμε: "Γιατί δε φεύγεις αφού υποφέρεις;" Οι απαντήσεις που παίρνουμε από τα "θύματα" ποικίλουν από το πιο σύνηθες σε γάμους "μένω για τα παιδιά" ή "δεν έχω δικά μου λεφτά", μέχρι το "φοβάμαι πως θα με κυνηγήσει, θα με εκδικηθεί" ή "φοβάμαι να μείνω μόνος-η", για σχέσεις. Φυσικά όλα τα παραπάνω αποτελούν προφάσεις και η αλήθεια βρίσκεται αλλού.

Καθαρά και ξάστερα, ο λόγος για τον οποίον κάποιος άνθρωπος διατηρεί μια σχέση η οποία σαφώς φαίνεται πως είναι αρρωστημένη και του δημιουργεί πολλά προβλήματα, είναι η ανασφάλεια. Όχι η οικονομική, σε καμία περίπτωση, παρά μόνο η συναισθηματική ανασφάλεια. Για κάποιον λόγο που προφανώς κι ο ίδιος δε γνωρίζει, ούτε καταλαβαίνει, αυτόν τον άνθρωπο που χαρακτηρίζει ως βασανιστή του, τον θέλει στη ζωή του. Δε μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν, δε μπορεί να ισορροπήσει έξω από αυτή τη σχέση κι αυτή είναι η μοναδική αλήθεια, όσο παράλογη κι αν ακούγεται. Αφορά τόσο γυναίκες που κακοποιούνται, όσο και άντρες που δέχονται παθολογική ζήλια και γκρίνια από τις συντρόφους τους κι ένα σωρό άλλες περιπτώσεις.

Όταν κάνουμε μια επιλογή συντρόφου που στο πέρασμα του χρόνου αποδεικνύεται λανθασμένη, δεν αρκεί να πούμε εκ των υστέρων ότι κάναμε λάθος. Πρέπει να βρούμε γιατί το κάναμε το λάθος αυτό. Κι αν δεν έχουμε αυτογνωσία και δεν ψάξουμε καλά μέσα μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο λάθος θα το επαναλάβουμε στην πορεία της ζωής μας με κάποιον άλλον εξίσου λάθος σύντροφο. Οι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές υποστηρίζουν πως «το δικό μας άρρωστο κομμάτι έλκεται από το άρρωστο κομμάτι αυτού που επιλέγουμε για ερωτικό σύντροφο». Δεν είναι απλώς ότι ο έρωτας μας τυφλώνει και δε βλέπουμε καθαρά τα ελαττώματα του άλλου. Ίσα ίσα, διατείνονται οι ειδικοί, πως αυτά τα ελαττώματα είναι που μας γοητεύουν!

Για παράδειγμα, ένας άντρας από την αρχή διαπιστώνει ότι η γυναίκα που έχει σχετιστεί είναι πολύ ζηλιάρα και κτητική, επιλέγει όμως να προχωρήσει μαζί της και να την παντρευτεί. Με τα χρόνια αυτή η κτητικότητα της συντρόφου τον καταπιέζει και εκείνος διαμαρτύρεται, ποτέ όμως δε θα φύγει από τη σχέση γι’ αυτό το λόγο. Μπορεί να προφασιστεί αυτό, δε θα είναι όμως η πραγματική αιτία, αν τελικά όντως χωρίσουν. Ακριβώς γιατί η κτητική της συμπεριφορά ήταν που τον γοήτευσε αρχικά και τον έκανε να την ερωτευτεί, καλύπτοντας κάποια δική του συναισθηματική ανεπάρκεια και ανασφάλεια.

Δείτε περιπτώσεις γυναικών που κακοποιούνται συστηματικά από τους συζύγους τους. Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι μια τέτοια γυναίκα αγαπάει τον βασανιστή της και τον έχει ανάγκη; Μπορεί κανείς να πιστέψει πως αυτή η γυναίκα μέσα της πιστεύει πως θα είναι ακόμα χειρότερα χωρίς αυτόν; Κι όμως...

Δεν είναι εύκολο να διεισδύσουμε στα άδυτα της ψυχής του ανθρώπου και να εξηγήσουμε παγιωμένες συμπεριφορές και αντιδράσεις, που έχουν τις ρίζες τους πολύ βαθιά, συνήθως στην παιδική μας ηλικία. Είναι δεδομένο όμως ότι ο τρόπος που έχει μεγαλώσει ο καθένας, τα πρότυπα και οι επιρροές που έχει δεχτεί από τους γονείς του και το γενικότερο οικογενειακό του περιβάλλον, καθορίζουν σε πολύ μεγάλο ποσοστό τις μετέπειτα σχέσεις της ενήλικης ζωής του. Δύο παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο εδώ: η δύναμη της συνήθειας από τη μια μεριά κι από την άλλη η χαμηλή αυτοεκτίμηση των ανθρώπων, που τους κρατά δέσμιους σε σχέσεις που ουσιαστικά τους αρρωσταίνουν.

Απλοποιημένα θα λέγαμε ότι ο λόγος που μένει κάποιος σε μια σχέση ενώ υποφέρει, είναι επειδή κατά βάθος νιώθει πως θα υποφέρει περισσότερο χωρίς αυτή τη σχέση. Όσο κι αν διαμαρτυρόμαστε για την κακή συμπεριφορά του συντρόφου μας απέναντί μας, υποσυνείδητα πιστεύουμε πως ακριβώς αυτή τη συμπεριφορά αξίζουμε και τίποτα καλύτερο. Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι αξίζει καλύτερη συμπεριφορά, τη διεκδικεί και τελικά την κερδίζει, όσο κι αν οι συνθήκες είναι αντίξοες. Ούτε τα παιδιά σ' ένα γάμο, ούτε η οικονομική ανεπάρκεια, ούτε η κοινωνική κατακραυγή είναι οι πραγματικές αιτίες για τις οποίες δεν τερματίζουμε μια σχέση που δεν μας κάνει ευτυχισμένους. Είναι η παγιωμένη συνήθεια που μας δημιουργεί μια ισορροπία, έστω και διαταραγμένη και η συναισθηματική ανασφάλεια που μας κρατά δέσμιους σε αυτήν.

Τι κάνουμε λοιπόν αν βρεθούμε σε μια τέτοια θέση; Όταν βλέπουμε ότι υπάρχουν άλυτα προβλήματα, τα συναισθήματα έχουν ξεφτίσει και κυρίως όταν η συμπεριφορά του συντρόφου μας προσβάλει την αξιοπρέπειά μας; Όταν πλέον η σχέση αυτή δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει και μας κάνει δυστυχείς;

Δύο δρόμοι υπάρχουν και θα πρέπει να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας:
Ή παραμένουμε στη σχέση, για τους λόγους που εμείς ξέρουμε και υποστηρίζουμε την επιλογή μας, παραδεχόμενοι την αδυναμία μας ή την τερματίζουμε και φεύγουμε. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να το κάνουμε συνειδητά. Κι αν έχουμε αποφασίσει να μείνουμε, ή για να το πούμε αλλιώς, αν δεν έχουμε αποφασίσει να φύγουμε, δε γυρνάμε από δω κι από κει να κλαιγόμαστε για τα βάσανά μας. Είναι τραγικό να κατηγορούμε τον σύντροφό μας, να κάνουμε παράπονα σε όλο το περιβάλλον μας και να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας σαν θύμα, όταν στην ουσία εμείς οι ίδιοι είμαστε οι θύτες του εαυτού μας. Αυτόν τον άνθρωπο επιλέξαμε κι αν έχει αποδειχτεί πως κάναμε λάθος, το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να ανασυγκροτηθούμε, να πιστέψουμε στον εαυτό μας και στην αξία μας και να γυρίσουμε σελίδα στη ζωή μας. Όσο δεν το κάνουμε, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να γκρινιάζουμε για την ίδια την επιλογή μας. Όσο περισσότερο κατηγορούμε τον άλλον άνθρωπο για την κακή του συμπεριφορά απέναντί μας, τόσο περισσότερο θίγουμε και προσβάλουμε τον εαυτό μας, που ανεχόμαστε αυτή την συμπεριφορά.

Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα, που συνήθως κάνουμε στον καθρέφτη μας, "γιατί μένω ενώ υποφέρω;", είναι μόνο μία: "γιατί δε θέλω να φύγω". Κι όταν με ειλικρίνεια δώσουμε εμείς οι ίδιοι την απάντηση στον εαυτό μας, ας ψάξουμε να βρούμε το γιατί δε θέλουμε να φύγουμε κι ας πιστέψουμε ότι όταν το θελήσουμε πραγματικά, τότε θα το καταφέρουμε. Μέχρι τότε όμως, από το να αναλωνόμαστε σε γκρίνιες και θυμούς μάταιους, ας κάνουμε την ενδοσκόπησή μας, προκειμένου ν' ανακαλύψουμε τις πραγματικές μας ανάγκες και επιθυμίες και να βρούμε τον δρόμο για την ευτυχία. Είναι δική μας η ζωή και μόνο εμείς είμαστε απολύτως υπεύθυνοι για το πώς επιλέγουμε να την ζήσουμε. Κι αφού έχουμε κάνει την επιλογή μας, υπεύθυνα και ώριμα, οφείλουμε να την υπερασπιστούμε.

Η ζήλεια και η αιτιολογία της

Η ζήλεια αφορά την ενδεχόμενη απώλεια κάποιου πράγματος σε σχέση με κάποιον άλλο. Το πλαίσιο της ζήλειας είναι πάντα κοινωνικό. Είναι ένα οδυνηρό συναίσθημα σχετικά με κάτι που έχουμε και φοβόμαστε μήπως το χάσουμε ή με κάτι που δυσκολευόμαστε να έχουμε αλλά βλέπουμε να το χαίρεται κάποιος άλλος.

Με άλλα λόγια, η ζήλεια αφορά το φόβο μήπως χάσουμε κάτι σε σχέση με κάποιον άλλο: έναν σύντροφο, έναν φίλο, μια προαγωγή κλπ.

Από πού πηγάζει η ζήλεια;
Η ζήλεια, όπως και άλλα συναισθήματα, εξυπηρετεί την ανθρώπινη επιβίωση. Είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα που μας προειδοποιεί ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε ή ότι μας λείπει, κάτι κρίσιμο για μας. Για παράδειγμα, ένα παιδί που νιώθει ότι δεν το αγαπάνε, όταν οι γονείς του στρέφουν την προσοχή τους σε ένα νέο μικρό αδερφάκι, νιώθει ζήλεια και αναστάτωση. Αυτό εκδηλώνεται στη συμπεριφορά του και δίνει σήμα στους γονείς του ότι χρειάζεται περισσότερη προσοχή. Η ζήλεια σ’ αυτή την περίπτωση δηλώνει ότι κάποια σημαντική αξία τίθεται σε κίνδυνο: η προσοχή του γονιού.
Αν και η φυσιολογική λειτουργία της ζήλειας είναι να προστατεύσει αυτά που είναι κρίσιμα για τη ζωή μας, μπορεί ωστόσο να εκδηλωθεί λόγω κάποιου ψυχολογικού προβλήματος ή λάθος τρόπου αξιολόγησης του εαυτού.

Ζήλεια και αυτοεκτίμηση
Σε κάποιες περιπτώσεις, η ζήλεια ή ο φθόνος απευθύνεται σε κάποιο άτομο, όταν το επιθυμητό αγαθό που απειλείται είναι η προσωπική μας αξία. Για παράδειγμα, ζηλεύουμε κάποιον επειδή τον θεωρούμε καλύτερο ηθικά, επαγγελματικά, αισθητικά, πιο δημοφιλή κλπ.
Ας υποθέσουμε ότι το άτομο για το οποίο ενδιαφερόμαστε ερωτικά, βγαίνει με κάποιον άλλο. Υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη ζήλειας που μπορεί να νιώσουμε. Το ένα είναι να ζηλεύουμε το άτομο που επιθυμούμε ερωτικά, επειδή βγαίνει με κάποιον άλλο. Το άλλος είδος είναι να ζηλεύουμε την προσωπικότητα του άλλου ατόμου (του αντίζηλου) και να το θεωρούμε μομφή για τη δική μας προσωπικότητα, ότι δηλαδή «δεν είμαι αρκετά καλός».

Το δεύτερο είδος είναι πολύ πιο σοβαρό και απειλητικό. Στρέφεται γύρω από μια αυτοαμφισβήτιση και είναι μια ρωγμή στην αυτοεκτίμηση. Υπάρχει μια λανθασμένη υπόθεση και η απειλή που υποδηλώνεται από τη ζήλεια είναι η αυτοεκτίμηση του εν λόγω ατόμου.

Πως συμβαίνει αυτό; Για ποιο λόγο κάποιοι άνθρωποι είναι ευχαριστημένοι με όσα έχουν ενώ κάποιοι άλλοι ζηλεύουν την επιτυχία του άλλου;

Έχει να κάνει με το πώς ένα άτομο έχει μάθει να κρίνει τον εαυτό του. Καθένας έχει κάποια άποψη για την προσωπική του αξία. Καθένας έχει ένα πρότυπο ή κάποιες ιδέες με τις οποίες κρίνει τον εαυτό του.

Ζήλεια που οφείλεται σε παράλογα πρότυπα αξιολόγησης του εαυτούΗ ζήλεια για την επιτυχία των άλλων, περιέχει πάντα ένα παράλογο πρότυπο για την αξιολόγηση του εαυτού μας και αυτό μπορεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πως έχουμε εκπαιδευτεί ως παιδιά – πως οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας αντιμετωπίζονταν από εκείνους στους οποίους στρεφόμασταν για επιδοκιμασία.

Σκεφτείτε για παράδειγμα, τους γονείς που περνάνε στο παιδί τους το μήνυμα ότι για να έχει την αγάπη και εκτίμησή τους θα πρέπει να παίρνει τους καλύτερους βαθμούς στην τάξη του, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του ικανότητες. Αυτό σαν αποτέλεσμα, εναποθέτει όλο το βάρος της αυτοαξίας του στους καλούς βαθμούς και όχι στην επίδοσή του. Αν κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί και πάρει έναν μέτριο βαθμό, δεν αξίζει κάποια επιβράβευση αλλά εισπράττει περιφρόνηση και αδιαφορία.

Αυτού του είδους η εκπαίδευση καθιστά αδύνατη την ανάπτυξη αυτοεκτίμησης. Ακόμη χειρότερα, εναποθέτει την αυτοεκτίμηση του ατόμου, σε μια αξία που δεν προκύπτει φυσιολογικά από τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντά του. Το παιδί αυτό μαθαίνει ότι η καταπίεση, το «αυτομαστίγωμα» και η σκληρή εργασία χωρίς χαρά, είναι τα βασικά του εργαλεία για να γίνει ένα άτομο με αξία. Έχει την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του, κάτι πάνω απ’ αυτόν, όπως ένας αυστηρός κριτής, στου οποίου τις προσδοκίες πρέπει να ανταποκριθεί. Μπορεί να κάνει σκέψεις όπως: «Όταν γίνω αδύνατη, θα είμαι ευτυχισμένη» ή «Όταν γίνω πλούσιος, θα είμαι ευτυχισμένος». Όμως όταν γίνει αδύνατος ή πλούσιος, δεν είναι ευτυχισμένος, γιατί αυτό δεν έχει προσωπική αξία γι’ αυτόν. Είναι ένα αγαθό ή μια αξία που αποκτήθηκε μόνο για να ευχαριστήσει τον κριτή.

Ας δώσουμε κι άλλα παραδείγματα παράλογων προτύπων. Ένα σύνηθες πρότυπο για την επιτυχία είναι ότι κάποιος πρέπει να πετύχει αμέσως, απλά και μόνο λόγω του φυσικού του ταλέντου. Σκεφτείτε τι επίπτωση θα έχει αυτό σε κάποιον που έχει πάθος με τη ζωγραφική. Στην πρώτη του προσπάθεια, φυσικά δεν τα πάει τόσο καλά όσο ο Πικάσο και μετά βγάζει το συμπέρασμα ότι δεν είναι καθόλου καλός και τα παρατάει εντελώς. Σκεφτείτε κάποιον άλλο που αψηφώντας τις δικές του επιθυμίες και ικανότητες, αποφασίζει να γίνει παραγωγικός, ακολουθώντας αυτό το πρότυπο που έχει για την αξιολόγηση των ανθρώπων (και του εαυτού του). Αυτομάτως, έρχεται αντιμέτωπος με την απαίτησή του να αρχίσει να παράγει πράγματα προκειμένου να αποκτήσει αυτοεκτίμηση. Γίνεται σκλάβος της λανθασμένης ιδέας που έχει, γιατί βάζει τον εαυτό του να δουλεύει υπερωρίες χωρίς να πληρώνεται, με την προσδοκία ότι «Όταν γίνω παραγωγικός, θα είμαι ευτυχισμένος».

Πως εξαλείφεται αυτού του είδους η ζήλεια;
Καταρχήν είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας ότι ένα ορθολογικό πρότυπο αξιολόγησης του εαυτού, βασίζεται στην αποτίμηση της επίδοσής μας σε σχέση με τις πραγματικές ικανότητές μας.

Το τελευταίο κομμάτι είναι καθοριστικό, γιατί θέτει τη βάση της ορθολογικής αυτοεκτίμησης δηλαδή, της ορθολογικής αποτίμησης της αξίας μας σύμφωνα με αυτό που είναι εφικτό στην πράξη και όχι έναν ονειρικό στόχο που είναι ανέφικτος για το άτομο.

Είναι επίσης σημαντικό να επιλέγεις στόχους σύμφωνα με τα προσωπικά σου ενδιαφέροντα και προτιμήσεις και όχι με βάση ξένα πρότυπα.

Έτσι, ένα άτομο θα πρέπει να εξετάσει ποιες είναι οι ικανότητές του στον τομέα που τον ενδιαφέρει, π.χ. αθλήματα, προγραμματισμός, ζωγραφική κλπ. Αυτό μπορεί να το κάνει, δοκιμάζοντας τις δυνατότητές του σ’ αυτό τον τομέα, κάνοντας το καλύτερο που μπορεί και παρατηρώντας τα αποτελέσματα και την ταχύτητα εξέλιξης των δεξιοτήτων του. Μόλις αποκτήσει κάποια ιδέα για το τι μπορεί να περιμένει από τον εαυτό του, μπορεί να κρίνει τον εαυτό του με βάση το πόσο καλά τα πήγε σε σχέση με την ικανότητά του στο συγκεκριμένο τομέα.

Έτσι, όσο το άτομο κάνει το καλύτερο που μπορεί, αντλεί αυτοεκτίμηση, ακόμη κι αν άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα απ’ αυτόν. Αντίθετα, ένα άτομο που κρίνει τον εαυτό του μόνο με βάση την επιτυχία ή αποτυχία σε κάτι, θα ψάχνει πάντα να δει τι έχουν πετύχει οι άλλοι. Αν οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα, νιώθει εχθρότητα γι’ αυτούς γιατί είναι σα να του κλέβουν την αυτοεκτίμησή του. Δίνει όλη την έμφαση στο συγκεκριμένο στόχο και αν δεν μπορεί να τον πετύχει, πληγώνεται θανάσιμα η αυτοεκτίμησή του. Πρέπει να είναι παντοδύναμος χωρίς περιορισμούς. Οπότε, αν κάποιος άλλος πετύχει αυτό τον στόχο, ενώ εκείνος δεν τα καταφέρνει, αυτό δείχνει ότι ο στόχος είναι εφικτός, πράγμα που του υπενθυμίζει την προσωπική του αποτυχία και του προκαλεί ζήλεια. Στην πραγματικότητα, μπορεί να μην πρόκειται για αποτυχία γιατί το άτομο έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε.

Συμπερασματικά λοιπόν, όταν η ζήλεια είναι αποτέλεσμα ενός παράλογου πρότυπου αξιολόγησης του εαυτού μας, τότε οδηγεί στην αίσθηση απειλής της αυτοαξίας μας από την επιτυχία των άλλων. Αν θέλει κάποιος να απαλλαγεί από τέτοιου είδους ζήλεια, χρειάζεται να αντικαταστήσει το λανθασμένο πρότυπο που χρησιμοποιεί. Η καλύτερη πρακτική είναι να κρίνεις την επιτυχία σου στην επίτευξη πραγμάτων, πάντοτε σε σχέση με τις προσωπικές σου ικανότητες και περιορισμούς. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον αυτοαποδοχής και φιλοδοξίας σε συνδυασμό.

Στις ισότιμες κοινωνίες δεν υπήρχε το φαινόμενο της ανθρωποθυσίας- Ήταν μέσο κοινωνικού ελέγχου

Όσο πιο ελεύθερη και δίκαιη μια κοινωνία, τόσο λιγότερο πιθανό οι πολίτες να καίγονταν, να θανατώνονταν, να εκτελούνταν, σύμφωνα με νέες ανθρωπολογικές έρευνες.

Η τελετουργία της ανθρώπινης θυσίας έπαιζε σημαντικό ρόλο στην κατασκευή και στην επικράτηση των στρωματοποιημένων κοινωνιών.

Ανθρωπολογική έκθεση από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, δείχνει ότι όσο πιο ισότιμη η κοινωνία, τόσο λιγότερο πιθανό θα ήταν κάποιοι άνθρωποι να επιλεγούν να πεθάνουν γι αυτό. Όσο πιο σκληρές και στρωματοποιημένες, τόσο πιο πιθανό κάποιος από τις χαμηλότερες τάξεις να επιλεγόταν ως εξιλαστήριο θύμα,

Ανέλυσαν δεδομένα και παρατηρήσεις από 93 παραδοσιακές κουλτούρες που άκμασαν από την Ταϊβάν μέχρι τη Μαδαγασκάρη, από τη Νέα Ζηλανδία μέχρι τη Χαβάη και το Νησί του Πάσχα, για να επιβεβαιώσουν την υπόθεση ότι η ανθρώπινη θυσία «σταθεροποίησε την κοινωνική διαστρωμάτωση και προώθησε μια στροφή σε πιο αυστηρά και οριοθετημένα ταξικά συστήματα».
Και προσθέτουν, όπως δημοσιεύτηκε στην Nature «Ενώ οι εξελικτικές θεωρίες της θρησκείας επικεντρώθηκαν στην λειτουργία των προ-κοινωνικών και ηθικών πεποιθήσεων, τα αποτελέσματά, μας αποκαλύπτουν έναν πιο σκοτεινό σύνδεσμο μεταξύ των θρησκειών και την εξέλιξη της σύγχρονης ιεραρχικής κοινωνίας.»

Ο Joseph Watts από το Πανεπιστήμιο του Όκλαντ και οι συνεργάτες του αναγνωρίζουν ότι η ανθρώπινη θυσία πρωταγωνίστησε σε πολλές πρώιμες ανθρώπινες κοινωνίες: γερμανικές, αραβικές, τουρκικές, Inuit, της Αφρικής, Κινέζικες, Ιαπωνικές, και στη Βόρεια, Κεντρική και Νότια Αμερική. Αλλά στα αρχαιολογικά αρχεία δεν μπορούν να διακρίνουν πάντα την διαφορά ανάμεσα σε μια τελετουργική ανθρωποθυσία και οποιοδήποτε άλλο βίαιο θάνατο.

Έτσι επικεντρώθηκαν σε αυτό που ονομάζουμε αυστρονησιακούς πολιτισμούς γιατί ήταν καλά μελετημένοι, και έχουν κοινή προέλευση. Οι κουλτούρες αυτές εξαπλώθηκαν από την προγονική πατρίδα της Ταϊβάν, σε ένα ευρύ φάσμα περιβάλλοντων, από μικροσκοπικές ατόλλες μέχρι ηπείρους, και εξελίχθηκαν από μικρές, ισότιμες, οικογενειακές καλλιέργειες και σε ιδιαίτερα σύνθετες πολιτικές δομές, που περιλαμβάνουν περισσότερο από το μισό του κόσμου.

Οι θρησκευτικές δοξασίες ήταν ποικίλες, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι, η πρακτική της ανθρωποθυσίας έχει καταγραφεί στο 43% αυτών, ήταν δηλαδή ευρέως διαδεδομένη. Έτσι ήταν και οι μέθοδοι της θυσίας. Περιλάμβαναν «κάψιμο, πνιγμό, στραγγαλισμό, ταφή, κόψιμο σε κομμάτια, καθώς επίσης και το να περάσει ο βασανισμένος από τη στέγη ενός σπιτιού και στη συνέχεια να αποκεφαλιστεί.»

Υπήρχε επίσης πολύ έντονη σχέση ανάμεσα στην θρησκευτική και πολιτική εξουσία. «Για παράδειγμα, στην Πολυνησία, πίστευαν συχνά ότι οι αρχηγοί κατάγονταν από τους θεούς. Οι ανθρωποθυσίες ήταν γενικά ενορχηστρωμένες από την κοινωνική ελίτ όπως τους αρχηγούς, τους παπάδες, και τα θύματα επιλέγονταν πάντα από ομάδες από κατώτερα κοινωνικά στρώματα, όπως σκλάβοι οι αιχμάλωτοι», δήλωσε ο Watts.

«Σε αυτή τη μελέτη, δεν εξετάσαμε τα απομεινάρια της ανθρώπινης θυσίας στις σύγχρονες κοινωνίες, αν και αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση.»

Αναγνώρισαν 20 διαφορετικές ισότιμες, ελεύθερες κοινωνίες, και ανακάλυψαν ότι η ανθρώπινη θυσία υπήρχε ως πρακτική μόνο σε πέντε από αυτές. Αναγνώρισαν 27 αυστηρές ιεραρχικές κοινωνίες, και βρήκαν ότι 18 από αυτές εξαρτώνταν από τις τελετουργικές ανθρώπινες θυσίες. Αλλά παρόλο που η έρευνα αναμφίβολα έχει αντίκτυπο και για νεότερα πολιτικά συστήματα, μιλάμε για πολύ παλιές κοινωνίες.

«Για να αναγνωριστεί ένας θάνατος ως ανθρώπινη θυσία, πρέπει να του δοθούν κίνητρα θρησκευτικά», λέει ο Watts. «Ενώ η ανθρώπινη θυσία δεν χρησιμοποιείται για τον έλεγχο στις σύγχρονες κοινωνίες, η θρησκεία γενικότερα θα μπορούσε ακόμα να εξυπηρετήσει αυτή τη λειτουργία. Η μελέτη μας δείχνει πόσο ευάλωτη είναι η θρησκεία στην εκμετάλλευση από την κοινωνική ελίτ και μπορεί να γίνει ένα εργαλείο για την οικοδόμηση και τη διατήρηση κοινωνικού ελέγχου. Η χρήση των ανθρωποθυσιών ως μέσο διατήρησης του κοινωνικού ελέγχου, είναι ένα αποτρόπαιο παράδειγμα του πόσο μακριά μπορεί να πάει αυτό.»

Οι ευεργετικές ιδιότητες της Χυλόπιτας – ένα μικρό εγκώμιο

Η Χυλόπιτα, είναι ένα θρεπτικότατο έδεσμα, απαραίτητο για τη διατροφή μας, που συχνά συνοδεύεται από ζεστή σούπα δακρύων, φρέσκα παντζάρια ντροπής και τυρί της επιλογής μας. Πολλοί κάνουν τρομερό λάθος, αποκλείοντας την από τις συνήθειες τους. Πιθανά, δε γνωρίζουν τις καταστροφικές συνέπειες που κρύβει η αποφυγή της στην υγεία τους. Η κακή της φήμη προέρχεται από το σύγχρονο τρόπο ζωής που βρίθει γρήγορων, απολαυστικών γευμάτων αμφιβόλου όμως ποιότητας και συμβατότητας με τον ψυχικό μας μεταβολισμό.

Η ανάγκη γραφής ετούτου του εγκωμίου της Χυλόπιτας προήλθε από μια συζήτηση με έναν γνωστό μου που αρνιόταν μανιωδώς να τη προσθέσει στο διαιτολόγιο του. Σφόδρα ερωτευμένος με μια αξιαγάπητη νεαρή που επίμονα του τη προσέφερε, προτιμούσε να παραμείνει πεινασμένος παρά να την αποδεχτεί. Όλοι γνωρίζουμε τη γλυκιά γεύση της μελαγχολίας στα ερωτικά ζητήματα, και μάλλον όλοι έχουμε προσπαθήσει να την παρατείνουμε. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος όμως έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να προσπεράσει το φαντασιωσικό του δηλητήριο. Σε θύμωνε να τον βλέπεις να περιστρέφεται ξέφρενα στο “μ’ αγαπά – δε μ’ αγαπά” της εμμονής… Μόνος του. Η γεύση της Χυλόπιτας στην αρχή δεν είναι βέβαια ευχάριστη κατ’ ελάχιστον, όμως καθώς προχωρούν οι κουταλιές, με σταθερό τρόπο κανείς μπορεί να εκτιμήσει τις ιδιαίτερες αισθητικές της αρετές, όπως η ενδοσκοπική χαλάρωση και η νοηματοδοτημένη αποδοχή. Ο καημένος νεαρός, μετέτρεψε το στόμα του σε στομάχι, χωνεύοντας μόνος του, τις λέξεις που δεν είπε. Τι να κάνουμε; Η άρνηση να καταπιούμε τη Χυλόπιτα μερικές φορές μας μεταμορφώνει σε μηρυκαστικά.

Ένα από τα βασικά συστατικά της Χυλόπιτας, είναι η απόρριψη. Παρότι οι ερευνητές είναι δύσκολο να συμφωνήσουν περί τούτου, η απόρριψη θεωρείται από τα πλέον αναμφίβολα περιεχόμενα της ανθρώπινης ζωής, σχεδόν από τις αρχές της. Μάλιστα η ιδέα πως το ανθρώπινο βρέφος είναι ένα εξαιρετικά εγωκεντρικό πλάσμα, οδηγεί με σχετική σιγουριά στο συμπέρασμα πως οποιαδήποτε μορφή δυσφορίας, μπορεί να την αποδόσει (εφόσον έχει κατακτήσει μια στοιχειώδη αίσθηση εαυτού) σε μια θεϊκή ή γονεϊκή (για εκείνο το διάστημα είναι πρακτικά το ίδιο) απόρριψη. Το βρέφος αν σκεφτόταν, πιθανά θα οδηγούνταν στην ερώτηση: “τι θεός(η γονέας) είσαι εσύ που με αφήνεις να πονάω;” Κάπως έτσι μάλλον θα εισέπραξαν και τη Χυλόπιτα που τους επιφύλασσε ο Δημιουργός, οι πρωτόπλαστοι. Η Marie Louise von Frantz λέει περιπαιχτικά: “φανταστείτε τι συνέπειες θα είχε σε κάποιον να ανακαλύψει ότι ο Θεός, δεν είναι ένας φιλικός φύλακας στο νηπιαγωγείο”.

Κάποιοι φτάνουν στο σημείο να σημειώσουν ότι το πιθανότερο είναι, στο διάβα της ζωής μας να έρθουμε αντιμέτωποι με περισσότερες απορρίψεις παρά με επιτυχίες. Όπως και να έχει, φαίνεται, πως μέρος της διατροφής ή ανατροφής μας(για ετούτο το άρθρο είναι πρακτικά το ίδιο) θα χρειαστεί ο άνθρωπος να αναπτύξει ανοχή στη Χυλόπιτα, ώστε να είναι και σε θέση να εκτιμήσει τη λεγόμενη άλλη πλευρά του πονεμένου νομίσματος.

Ιδιαίτερη προσοχή όμως. Η Χυλόπιτα είναι εξαιρετικά τοξική στις αρχές της ζωής. Θα φτάναμε στο σημείο να πούμε, πως η Χυλόπιτα τους πρώτους μήνες της ζωής θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς οδηγεί σε διάλυση των εσωτερικών ιστών της βασικής μας εμπιστοσύνης, σε αποσύνδεση των δομών που καθορίζουν το αίσθημα συνέχειας της ύπαρξης μας και σε ακραίες περιπτώσεις σε ψυχικό θάνατο. Η Χυλόπιτα κατά τη παιδική ηλικία θα πρέπει να σερβίρεται σε μικρές δόσεις και μόνο όταν η πραγματικότητα το απαιτεί, με ταυτόχρονη προσφορά άφθονης αποδοχής και ψυχραιμίας. Τούτο διαπιστωμένα, οδηγεί στην ικανότητα του οργανισμού να αντιδρά στις αποτυχίες με λιγότερο στρες και συνεπώς να είναι περισσότερο ικανός να εμπλουτίσει την εμπειρία και τη γνώση του.

Είναι λίγο πολύ, γνωστή η ιστορία πίσω το όνομα της Χυλόπιτας. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Παρθένης Νένιμος, υποσχόταν ότι το γιατρικό του, ένας χυλός από σιτάρι, ήταν σε θέση να θεραπεύσει ή έστω να ανακουφίσει την απαρηγόρητη καρδιά, των χωρίς ανταπόκριση ερωτευμένων, ιδιαίτερα εφόσον η βρώση του επαναλαμβανόταν συχνά. Μας φαίνεται αστείο αλλά δεν έχουμε προχωρήσει και τόσο. Απλά σήμερα τα γιατρικά επιλογής είναι ενάμιση κιλό παγωτό, ή μερικά ποτήρια ουίσκι. Όπως και να έχει η Χυλόπιτα(που το βασικό της συστατικό είναι κοινό με τα κόλλυβα), ενεργοποιεί το μηχανισμό του πένθους και οφείλουμε να αποδεχτούμε πως ο τωρινός μας πολιτισμός μας αφήνει ολότελα γυμνούς στους χειμώνες της ψυχής. Θυμηθείτε τη θεά Δήμητρα που στη πένθιμη παραφορά της όταν έχασε τη κόρη της Περσεφόνη, από την απαγωγή του Άδη, καταράστηκε τη Γη να μη καρποφορήσει, καταδικάζοντας το κόσμο σε έναν ατέλειωτο χειμώνα. Θυμηθείτε πως αυτό ήταν το μόνο που έπεισε το Δία, να διατάξει την επιστροφή της Κόρης από τον Κάτω Κόσμο, έστω και για το μισό χρόνο. Θυμηθείτε τέλος, πως η Δήμητρα, έμαθε τους ανθρώπους να φυτεύουν το σιτάρι.

Η Χυλόπιτα, αυτό το διαβολικό “όχι” από τα χείλη του πιο αγγελικού πλάσματος, μας βάζει, η αλήθεια είναι πρόωρα στο μονοπάτι αποδοχής των απωλειών που έτσι και αλλιώς θα υποστούμε. Κατά κάποιο τρόπο και το “ναι” μια προαναγγελία του θανάτου του έρωτα είναι. Σε αυτή τη περίπτωση τη Χυλόπιτα μας τη σερβίρει βασανιστικά ο Χρόνος. Παρηγοριά στον άρρωστο θα μου πείτε. “Ναι” θα πω.

Πόσο νόημα μπορούμε να αντέξουμε;

Ύστερα από έναν αιώνα κατακλυσμού ψυχολογικής θεωρίας, μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να δηλώσουμε πως οι άνθρωποι είναι όντα του Νοήματος. Κατά μια έννοια, είμαστε υπόλογοι σε μια υπερβατική Θέληση για νόημα. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι πως αυτή η θέληση πολλές φορές ξεπερνάει τον ίδιο μας τον εαυτό και τις κοπιώδεις του προσπάθειες να διαφυλάξει το νόημα που έχει ήδη κατακτηθεί. Φαίνεται πως δεχόμαστε επίθεση από τα μέσα. Είναι εντελώς αμήχανο να συνειδητοποιούμε πως επηρεαζόμαστε από δυνάμεις που προφανώς δεν ελέγχουμε και δυστυχώς αυτό, τις περισσότερες φορές, θα διατρανώσει την ύπαρξή του με τη δημιουργία εντελώς επίπονων συμπτωμάτων. Όλοι γνωρίζουν τον τρόμο που μπορεί να δημιουργήσει ένα μπλοκάρισμα της καθημερινότητάς μας από παράδοξες συναισθηματικές ή ακόμα και σωματικές αντιδράσεις, τις οποίες κάθε άλλο παρά τις έχουμε επιδιώξει. Ο βασανιστικός θυμός που μπορεί να αισθανθούμε μπροστά στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, η θλίψη που συνεχίζεται, παρά τις φιλόδοξες προσπάθειες κοντινών μας προσώπων ή, ακόμα χειρότερα, δικών μας, να ευχαριστηθούμε αυτά που είναι γύρω μας. Φαίνεται πως δυστυχώς ή ευτυχώς, επηρεαζόμαστε από δυνάμεις που δεν γνωρίζουμε. Η έννοια ασυνείδητο αχνοφαίνεται στον ορίζοντα και ο ψυχολογικός αιώνας βρίσκει την δικαιολόγηση της ύπαρξής του.

Η αισιόδοξη οπτική είναι πως η αίσθηση ενότητας και ελέγχου που έχουμε για τον εαυτό μας, δεν είναι τόσο προφανής και το πολύτιμο αυτό καταφύγιο είναι διάτρητο. Μάλλον, είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από τον εαυτό μας. Η απαισιόδοξη απάντηση είναι πως είμαστε δαιμονισμένοι και γι ΄ αυτό δεν έχουμε καμιά εξουσία στο τι μας συμβαίνει. Μια υπερφυσική οντότητα έχει, χωρίς αμφιβολία, καταλάβει το σώμα μας και μας βασανίζει. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι από τα δυο παραπάνω είναι χειρότερο.

Μπορούμε με αρκετή σιγουριά να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να υπάρχουν δαίμονες. Το βασικό μας στήριγμα γι΄ αυτό είναι η αισθητική των ανθρώπων που υποστηρίζουν το αντίθετο. Αν υπάρχουν, το Μεταφυσικό είναι πολύ κακόγουστο και δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμβαίνει αυτό. Καταλήγουμε αναγκαστικά, πως υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο από την συνειδητή μας παρουσία, που όμως είναι δικό μας, κατάδικό μας. Είναι άραγε υπαρκτό το ενδεχόμενο να βασανίζουμε τον εαυτό μας; Ω, ναι! Πως όμως είναι δυνατόν και τι μπορούμε, τελικά, να κάνουμε γι ΄ αυτό;

Αν υποθέσουμε ότι, είναι δυνατόν να βάζουμε τρικλοποδιές στην ίδια μας την ισορροπία, είναι καλύτερα να υπάρχει σοβαρός λόγος αλλιώς δεν είμαστε τίποτα παραπάνω από κωμικές φιγούρες σε ταινία του βωβού κινηματογράφου. Και ο λόγος είναι σοβαρότατος.

Το βασίλειο του συνειδητού, ας το αποκαλέσουμε ΕΓΩ, είναι ένα σύμπλεγμα από παραστάσεις και σύμβολα που αποτελούν τους ενδιάμεσους ανάμεσα σε αυτά που, στην εποχή του Λόγου, αποκαλέσαμε σώμα και ψυχή. Αν συνεχίζαμε την συζήτηση θα αναγκαζόμασταν να παραδεχτούμε πως αυτός ο διαχωρισμός είναι καταχρηστικός. Πρόκειται για δυο εκφάνσεις του ίδιου πράγματος αλλά προς το παρόν δεν είναι μια εύκολα διαχειρίσιμη ιδέα, τουλάχιστον κλινικά. Η υπόθεση μας στηρίζεται στο γεγονός πως, τα ανθρώπινα όντα είναι μόνιμα στην δυσάρεστη θέση να διαχειρίζονται πληροφορίες από δυο πολύ διαφορετικούς κόσμους. Όντας ζώα που δίνουμε νόημα στα πράγματα και την επιθυμία ικανοποίησης των αναγκών μας, μπορούμε να χτίζουμε συνεκτικούς κόσμους συμβόλων που μας συντηρούν στη ζωή. Φαίνεται όμως, πως το υπάρχον νόημα δεν μπορεί να εκπροσωπήσει όλο το εύρος της συναισθηματικής και σωματικής μας ζωής και τότε κομματιάζεται από την τρομερή πίεση αναγκών που δεν είχαν ποτέ το λόγο και θεωρούν πως ήρθε η ώρα να μιλήσουν. Το κομμάτιασμα αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό, αν σκεφτούμε πως τα συμπλέγματα συμβολίζουν βαθιές και πολύ πρώιμες ανάγκες του ατόμου. Δεν είναι όμως όλα στην επιφάνεια. Και είναι πάρα πολλά, για τον απλό λόγο ότι η ικανότητά μας να συμβολίζουμε την άχρονη και ζωώδη μας πραγματικότητα κάνει συνεχείς απόπειρες να μεταφράσει, σε μια κατανοητή γλώσσα για το ΕΓΩ, τους πιθανούς τρόπους ικανοποίησης των βασικών μας αναγκών. Ας το σκεφτούμε απλά. Κάθε σύμπλεγμα, είναι συνδεδεμένο με όλα τα άλλα σε κομβικά σημεία καθώς κάθε σύμβολο έχει εντελώς ρευστή ταυτότητα και εξαρτάται απόλυτα από τα συμφραζόμενά του. Το ίδιο σύμβολο έχει ρόλο σε πολλά ταυτόχρονα συμπλέγματα, καθιστώντας τον εαυτό του αμφίσημο, πολυσήμαντο. Ιδιότητα που αν το καλοσκεφτούμε, συναντούμε πολύ εμφατικά στα όνειρα. Η συναισθηματική δύναμη που έχει αγκαλιάσει ένα σύμπλεγμα μπορεί να βρει τον κατάλληλο κόμβο σύνδεσης με άλλα, με τελικό αποδέκτη το συνειδητό ή το πιο οικείο μας σύμπλεγμα. Η φαινομενική ροή της συναισθηματικής ζωής θα διακοπεί απότομα από την εισβολή ξένων, ως τώρα στοιχείων. Συναισθήματα, αναμνήσεις, εικόνες, λέξεις και φυσικά όνειρα θα εισβάλλουν σαν πλημμύρα δημιουργώντας κάτι που όλοι κάποια στιγμή έχουμε αισθανθεί. Δυσκολία να αντέξουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δε χρειάζεται βέβαια να σκεφτόμαστε μόνο τις περιπτώσεις έντονης διαταραχής του συναισθηματικού μας κόσμου. Είναι κάτι που συμβαίνει καθημερινά με πολύ ήπιο τρόπο και επί της ουσίας είναι και ο λόγος που αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές μας σαν πρόσωπα. Το ΕΓΩ καθημερινά ενσωματώνει συμβολικές απεικονίσεις των αναγκών μας κάνοντάς μας πιο υγιείς. Υπάρχουν όμως στιγμές που μια βουβή ανάγκη μπορεί να γίνει ανυπόφορα πιεστική και φωνακλάδικη οδηγώντας μας στον πανικό.

Η πραγματικότητα στην πιο ωμή της μορφή είναι ο καταλύτης των αλλαγών. Μπορεί να πρόκειται για μια βίαιη αλλαγή που θα μας ωθήσει στον επαναπροσδιορισμό της θέσης μας στον κόσμο. Ίσως, η απώλεια της εργασίας, ενός αγαπημένου προσώπου, μια περιπέτεια της υγείας μας. Οτιδήποτε ακυρώσει το βρεφικό αποτύπωμα της παντοδυναμίας μας. Αν η αλλαγή αυτή πυροδοτήσει σε ένα κρίσιμο σημείο τις συμπλεγματικές εικόνες που παραμένουν κρυμμένες στον ασυνείδητο κόσμο μας, φορτωμένες με πολύ έντονο συναισθηματικό φορτίο, η ψυχική σύγκρουση είναι πρακτικά αναπόφευκτη. Η πηγή της δυσφορίας βρίσκεται στην τεράστια μετατόπιση που πρέπει να κάνουμε προκειμένου να ενσωματωθούν στον νοηματικό μας κόσμο οι νέες πληροφορίες. Αν θέλουμε να το πούμε και με άλλες έννοιες, μόλις βιώσαμε ένα ναρκισσιστικό τραύμα. Το νόημα που έχουμε κατακτήσει έχει υποστεί ρήξη από έναν άλλο νοηματικό αστερισμό. Είμαστε αντιμέτωποι με την αποκαρδιωτική πραγματικότητα μιας πληγής.

Ο Τήλεφος, στην μυθολογία ήταν γιός της Αύγης και του Ηρακλή. Ήταν ο Βασιλιάς της Μυσίας στην οποία βρέθηκαν οι Αχαιοί πριν φτάσουν στην Τροία. Κατά μια εκδοχή, πίστεψαν πως βρέθηκαν στην Τροία και ενεπλάκησαν σε μάχη με τον Τήλεφο. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Αχιλλέας προκάλεσε τον τραυματισμό του Τήλεφου, με το δόρυ του. Η πληγή αυτή δεν θεραπευόταν και σύμφωνα και με τον χρησμό που έδωσε ο Απόλλωνας η θεραπεία βρισκόταν σε εκείνον που προκάλεσε εξ ΄ αρχής το τραύμα. Ύστερα από αυτό, ο ήρωας αναζήτησε τον Αχιλλέα προκειμένου να απαλλαχτεί από το βάσανο της πληγής. Ο Αχιλλέας ισχυρίστηκε πως δεν κατέχει ιατρικές γνώσεις, η θεραπεία όμως βρέθηκε όταν άπλωσαν σκουριά από το δόρυ του Αχιλλέα πάνω στο τραύμα του Τήλεφου ή κατά άλλη εκδοχή, όταν ο Αχιλλέας πρότεινε τον δάσκαλό του, τον κένταυρο Χείρωνα, σα θεραπευτή. Άλλος ένας ήρωας που υπέφερε από μια αθεράπευτη πληγή την οποία προκάλεσε, κατά σύμπτωση(;), ο πατέρας του Τήλεφου, ο Ηρακλής. Ο τρώσας και ιάσεται. Αυτό που προκάλεσε την πληγή είναι και η θεραπεία.

Πρόκειται, κατά την γνώμη μου, για ένα από τα πιο ενορατικά θραύσματα μυθικής κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης. Ο λόγος γι' αυτό, είναι διότι αγγίζει με τόσο εκλεπτυσμένο τρόπο τη φύση και αντιμετώπιση του ψυχικού τραυματισμού. Το ασυνείδητο ψυχικό νόημα προκαλεί τον τραυματισμό. Η θεραπεία είναι φτιαγμένη από το ίδιο υλικό. Αναζήτηση και αποδοχή του νέου νοήματος που μας ψιθυρίζει ο ίδιος μας ο εαυτός. Αν αφιερωθούμε στην μάχη εναντίον του, είναι ικανό να μας σκοτώσει ή με πιο καθημερινούς όρους, να μας καθηλώσει στην ακινησία και την ακατανόητη δυσαρέσκεια. Είμαστε δεμένοι στην αναζήτηση ενός προσωπικού νοήματος, όσο και αν προσπαθούμε μερικές φορές λυσσαλέα να αντισταθούμε σε αυτό. Για την ακρίβεια, όσο περισσότερο προσπαθούμε να προστατέψουμε τον κόσμο που έχουμε χτίσει, ελπίζοντας πως θα είναι αιώνια ικανός να χωρέσει τις αλλαγές που προκαλούν οι άλλοι, οι αλλαγές στο σώμα μας και όλα όσα είναι πέρα από τον παντοδύναμο έλεγχό μας τόσο είμαστε εκτεθειμένοι στην καταστροφή. Απαιτεί πολύ μεγάλη ψυχραιμία και θάρρος να παραδεχτούμε πως πρέπει να εγκαταλείψουμε την μάχη και να αποδεχτούμε πως έχουμε πληγωθεί. Η πληγή που έχει ανοίξει απαιτεί την προσοχή μας. Είναι ένα έργο που είναι αποκλειστικά δικό μας και έχει ήδη αρχίσει όταν αποδεχτούμε πως χρειαζόμαστε βοήθεια και φροντίδα.

Ποιες γυναικείες κουβέντες χρειάζονται… μετάφραση;

Αυτά που λένε οι γυναίκες τα εννοούν ή άλλα ξεστομίζουν και άλλα υπονοούν; Καταδυόμαστε στον κώδικα της γυναικείας συμπεριφοράς προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη…

Τι λένε και τι (ίσως) εννοούν:

Καλά: Είναι η λέξη που χρησιμοποιούν πάντα οι γυναίκες για να κλείσουν μια συζήτηση, όταν θεωρούν ότι εκείνες έχουν δίκιο, ενώ εσύ οφείλεις να σιωπήσεις.

Τίποτα: Σημαίνει «κάτι», ειδικά αν την έχεις ρωτήσει τι έχει, τι της συμβαίνει, τι την πείραξε. Άρα, πρέπει να παραμείνεις σε διαρκή εγρήγορση, γιατί έρχεται καταιγίδα.

Σε πέντε λεπτά: Αν το λέει καθώς ντύνεται, εννοεί μισή ώρα. Αν πρόκειται για την προθεσμία που σου δίνει για να αλλάξεις κανάλι στην τηλεόραση ή να κλείσεις τον υπολογιστή, εννοεί ακριβώς 2 λεπτά.

Εντάξει: Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από αυτή την απάντηση: Σημαίνει ότι αναδιπλώνεται ζητώντας λίγο χρόνο για να σκεφτεί το πότε και το πώς θα σε κάνει να πληρώσεις γι΄ αυτό που της έκανες.

Αναστεναγμός: Κακώς οι άντρες δεν τον εκλαμβάνουν ως λέξη ή, καλύτερα, ως ολόκληρη φράση. Αν είναι βαθύς, σημαίνει ότι αναρωτιέται γιατί χάνει τον χρόνο της συζητώντας μαζί σου. Ετοιμάσου, γιατί σύντομα θα βρεθείς αντιμέτωπος με την περίπτωση του «τίποτα».

Ευχαριστώ: Το εννοεί. Το επικίνδυνο είναι να σου πει «ευχαριστώ πολύ», γιατί ενδέχεται να υποκρύπτει λεπτή ειρωνεία.

Όπως θέλεις: Μια φράση που σημαίνει «Κάνε το και θα με θυμηθείς, όταν θα την πατήσεις. Θα γυρίσεις σαν βρεγμένη γάτα, αλλά τότε θα είναι αργά: Εγώ σε είχα προειδοποιήσει».

Κάνε το μόνος σου: Είναι περισσότερο μια πρόκληση παρά μια εντολή. Περιμένει να δει τι θα κάνεις, άρα μην αντιδράσεις.

Μη σε απασχολεί, το κάνω εγώ: Μια έκφραση που επίσης περικλείει κινδύνους και σημαίνει ότι, παρά τις επανειλημμένες κρούσεις της, ο άντρας παρέλειψε να κάνει αυτό που του ζήτησε. Με μαθηματική ακρίβεια σε λίγο θα ακολουθήσει η κλασική περίπτωση του «τίποτα».

Ποια είναι αυτή;: Είναι η συντόμευση πολλαπλών ερωτήσεων: «Ποια είναι αυτή η αμφίβολης ηθικής γυναίκα, πού την ξέρεις, πότε την γνώρισες, πώς την γνώρισες, εγώ πού ήμουν τότε και άραγε εκείνη σε πλησίασε πρώτη ή εσύ;».

Αυτά ως μια πρώτη γεύση, αλλά, αν εντρυφήσεις, έχεις ελπίδες κάποτε να κατανοήσεις τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι γυναίκες…

Ο Jacque Fresco καταρρίπτει τον μύθο της «ελευθερίας της βούλησης»

Το κρίσιμο ερώτημα για το εάν η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από το «περιβάλλον» ή τα «γονίδια», έχει απασχολήσει το blog μας αρκετές φορές στο παρελθόν.

Ας εξηγήσουμε όμως γιατί το θεωρούμε τόσο κρίσιμο.

Αν δεχόμασταν ότι οι άνθρωποι γεννιούνται έχοντας στο «DNA» τους συμπεριφορές όπως η απληστία, ο ρατσισμός, η ανταγωνιστικότητα, τότε κατά κάποιο τρόπο, όλες οι προσπάθειες για να φτιάξουμε ένα «περιβάλλον» που δεν θα τα καλλιεργεί, θα έπεφταν στο κενό. Θα έπρεπε να δεχτούμε ότι πάντα θα υπάρχουν κλέφτες, δολοφόνοι, αδίστακτοι επιχειρηματίες κλπ. Κατ'επέκταση η όλη φιλοσοφία του The Venus Project θα ήταν στον αέρα!

Οι επιστήμονες όμως, καταλήγουν διαρκώς μέσα από έρευνες, στην απάντηση πως η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν επηρεάζεται από αυτό καθεαυτό ένα ή περισσότερα γονίδια, αν πρώτα δεν υπάρξει «πυροδότησή» τους από το «περιβάλλον».

Για να χτυπήσουμε λοιπόν τις ανισότητες και όσα φέρνουν την δυστυχία στον κόσμο μας, θα πρέπει, όπως προτείνει το The Venus Project, να κοιτάξουμε να δημιουργήσουμε ένα «περιβάλλον» στο οποίο το να κλέβεις να είναι «παράλογο». Το να σκοτώνει μαζικά ο ένας λαός τον άλλο να μοιάζει «παράλογο».

Στο σύστημα που ζούμε σήμερα, όλα έχουν στον πυρήνα της εφαρμογής τους, την λεγόμενη «ελευθερία της βούλησης» και κατ'επέκταση την «ατομική ευθύνη». Μάλιστα η εκπαίδευσή μας και γενικώς η «κατεστημένη» άποψη από όλους γύρω μας μιλάει διαρκώς για αυτήν σαν να είναι κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.

Είναι όμως όντως έτσι τα πράγματα; Γίνεται να υπάρχει «ελευθερία της βούλησης» και κατά συνέπεια «ατομική ευθύνη», η οποία είναι αποκομμένη από το «περιβάλλον»; Η απάντηση είναι όχι, όπως δεν μπορεί να υπάρξει «ελευθερία» που είναι αποκομμένη από το «περιβάλλον».

Δεν υπάρχει απόλυτη «ελευθερία». Είναι περισσότερο κάτι που υπάρχει στο μυαλό μας. Μπορώ αν θέλω, σε 5 λεπτά να είμαι από την Αθήνα στη Νέα Υόρκη; Είμαι «ελεύθερος» να το κάνω; Όχι, καθώς το «περιβάλλον», η χιλιομετρική απόσταση συγκεκριμένα, με εμποδίζει, μου βάζει φραγμούς.

Οι έννοιες της «ελευθερίας της βούλησης» και της «ατομικής ευθύνης» λοιπόν, αν δεχτούμε ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ένα «καθρέφτισμα» όλων των εμπειριών και ερεθισμάτων που έχει δεχτεί από το «περιβάλλον» του, παύουν να έχουν όση ισχύ τους αποδίδουν.

Στο παρακάτω βίντεο ο Jacque Fresco εξηγεί αναλυτικά το δύσκολο αυτό θέμα με παραδείγματα. Θα σας βοηθήσει να κατανοήσετε πιο βαθιά όλα τα παραπάνω.

Δείτε το βίντεο επιλέγοντας τους ελληνικούς υπότιτλους από τις ρυθμίσεις.