Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (280-327)

280 ΑΛ. Ἄδμηθ᾽, ὁρᾷς γὰρ τἀμὰ πράγμαθ᾽ ὡς ἔχει,
λέξαι θέλω σοι πρὶν θανεῖν ἃ βούλομαι.
ἐγώ σε πρεσβεύουσα κἀντὶ τῆς ἐμῆς
ψυχῆς καταστήσασα φῶς τόδ᾽ εἰσορᾶν,
θνήσκω, παρόν μοι μὴ θανεῖν, ὑπὲρ σέθεν,
285 ἀλλ᾽ ἄνδρα τε σχεῖν Θεσσαλῶν ὃν ἤθελον,
καὶ δῶμα ναίειν ὄλβιον τυραννίδι.
οὐκ ἠθέλησα ζῆν ἀποσπασθεῖσά σου
σὺν παισὶν ὀρφανοῖσιν, οὐδ᾽ ἐφεισάμην,
ἥβης, ἔχουσα ἐν οἷς ἐτερπόμην ἐγώ.
290 καίτοι σ᾽ ὁ φύσας χἠ τεκοῦσα προύδοσαν,
καλῶς μὲν αὐτοῖς κατθανεῖν ἧκον βίου,
καλῶς δὲ σῶσαι παῖδα κεὐκλεῶς θανεῖν.
μόνος γὰρ αὐτοῖς ἦσθα, κοὔτις ἐλπὶς ἦν
σοῦ κατθανόντος ἄλλα φιτύσειν τέκνα.
295 κἀγώ τ᾽ ἂν ἔζων καὶ σὺ τὸν λοιπὸν χρόνον,
κοὐκ ἂν μονωθεὶς σῆς δάμαρτος ἔστενες
καὶ παῖδας ὠρφάνευες. ἀλλὰ ταῦτα μὲν
θεῶν τις ἐξέπραξεν ὥσθ᾽ οὕτως ἔχειν.
εἶεν· σύ νύν μοι τῶνδ᾽ ἀπόμνησαι χάριν·
300 αἰτήσομαι γάρ σ᾽ —ἀξίαν μὲν οὔποτε·
ψυχῆς γὰρ οὐδέν ἐστι τιμιώτερον—
δίκαια δ᾽, ὡς φήσεις σύ· τούσδε γὰρ φιλεῖς
οὐχ ἧσσον ἢ ᾽γὼ παῖδας, εἴπερ εὖ φρονεῖς·
τούτους ἀνάσχου δεσπότας ἐμῶν δόμων,
305 καὶ μὴ ᾽πιγήμῃς τοῖσδε μητρυιὰν τέκνοις,
ἥτις κακίων οὖσ᾽ ἐμοῦ γυνὴ φθόνῳ
τοῖς σοῖσι κἀμοῖς παισὶ χεῖρα προσβαλεῖ.
μὴ δῆτα δράσῃς ταῦτά γ᾽, αἰτοῦμαί σ᾽ ἐγώ.
ἐχθρὰ γὰρ ἡ ᾽πιοῦσα μητρυιὰ τέκνοις
310 τοῖς πρόσθ᾽, ἐχίδνης οὐδὲν ἠπιωτέρα.
καὶ παῖς μὲν ἄρσην πατέρ᾽ ἔχει πύργον μέγαν,
[ὃν καὶ προσεῖπε καὶ προσερρήθη πάλιν].
σὺ δ᾽ ὦ τέκνον μοι, πῶς κορευθήσῃ καλῶς;
ποίας τυχοῦσα συζύγου τῷ σῷ πατρί;
315 μή σοί τιν᾽ αἰσχρὰν προσβαλοῦσα κληδόνα
ἥβης ἐν ἀκμῇ σοὺς διαφθείρῃ γάμους.
οὐ γάρ σε μήτηρ οὔτε νυμφεύσει ποτὲ
οὔτ᾽ ἐν τόκοισι σοῖσι θαρσυνεῖ, τέκνον,
παροῦσ᾽, ἵν᾽ οὐδὲν μητρὸς εὐμενέστερον.
320 δεῖ γὰρ θανεῖν με· καὶ τόδ᾽ οὐκ ἐς αὔριον
οὐδ᾽ ἐς τρίτην μοι μηνὸς ἔρχεται κακόν,
ἀλλ᾽ αὐτίκ᾽ ἐν τοῖς οὐκέτ᾽ οὖσι λέξομαι.
χαίροντες εὐφραίνοισθε· καὶ σοὶ μέν, πόσι,
γυναῖκ᾽ ἀρίστην ἔστι κομπάσαι λαβεῖν,
325 ὑμῖν δέ, παῖδες, μητρὸς ἐκπεφυκέναι.
ΧΟ. θάρσει· πρὸ τούτου γὰρ λέγειν οὐχ ἅζομαι·
δράσει τάδ᾽, εἴπερ μὴ φρενῶν ἁμαρτάνει.

***
Η Άλκηστη συνέρχεται λίγο και μιλεί τώρα πιο ήρεμα.280 ΑΛΚ. Άδμητε, βλέπεις πια πώς είμαι· θέλω
γι᾽ αυτό ν᾽ ακούσεις τί έχω στην καρδιά μου.
Τιμώντας σε, έχω δώσει τη ζωή μου,
για να βλέπεις εσύ τη λάμψη του ήλιου,
κι έτσι πεθαίνω· θα μπορούσα αυτό
να μην το κάμω· για άντρα μου να πάρω
όποιον ήθελα μες στη Θεσσαλία
και σαν πλούσια βασίλισσα να ζήσω.
Δε βάσταξε η καρδιά μου ν᾽ απομείνω
χωρίς εσένα, με τα δυο ορφανά μου,
της νιότης δε λυπήθηκα ν᾽ αφήσω
τα δώρα, όσο γλυκά για με κι αν ήταν.
290 Σε πρόδωσαν ωστόσο κι ο πατέρας
κι η μάνα που σ᾽ εγέννα, ενώ μπορούσαν,
σε στιγμή ταιριαστή στα χρόνια που έχουν,
και το γιο τους να σώσουν κι απ᾽ τον κόσμο
να φύγουν δοξασμένοι. Είσαι το μόνο
παιδί τους, κι άλλα τέκνα ν᾽ αποχτήσουν
καμιά πια ελπίδα βέβαια δεν τους μένει.
Θα ζούσα εγώ, μαζί κι εσύ, κι έτσι έρμος
δε θα ᾽κλαιες τη χαμένη σου γυναίκα,
κι ορφανά δε θ᾽ ανάθρεφες. Μα αυτά
κάποιος θεός θα τα ᾽φερε έτσι. Ας είναι.
300 Τώρα να ευγνωμονείς· θα σου ζητήσω
—όχι τ᾽ αντίτιμο, όχι· αντιζυγιάζει
τίποτα τη ζωή;— μονάχα κάτι,
θα ομολογήσεις κι ο ίδιος, που είναι δίκιο.
Τα δυο παιδιά μας τ᾽ αγαπάς —αν έχεις
το νου σου— όχι λιγότερο από μένα·
ανάστησέ τα αφέντες του σπιτιού μας·
μητριά να μην τους δώσεις, που, από μένα
κατώτερη, θ᾽ απλώσει φθόνου χέρι
πάνω στα δυο παιδιά σου και παιδιά μου.
Αυτό να μην το κάμεις, σε ικετεύω.
Πάντα η μητριά μισεί τους προγονούς της,
310 είναι γι᾽ αυτούς μια οχιά. Βέβαια τ᾽ αγόρι
πύργο έχει τον πατέρα του, μα εσύ,
κόρη μου, πώς της παρθενιάς τα χρόνια
χωρίς ψεγάδι θα περάσεις; Πώς
θα σου φερθεί η γυναίκα του γονιού σου;
Να μη σου βγάλει, πάνω στον ανθό σου,
κακό όνομα, κι ο γάμος σου χαλάσει.
Δε θα ᾽χεις τη μανούλα στη χαρά σου
κι ούτε στη γέννα θα βρεθεί κοντά σου,
για να σου δίνει θάρρος· τέτοιες ώρες
ποιός άλλος θα πονέσει σαν τη μάνα;
320 Γιατί πεθαίνω εγώ· κι όχι αύριο, κι ούτε
μεθαύριο· τώρα δα, σε λίγην ώρα,
θα λένε: είναι μ᾽ αυτούς που δεν υπάρχουν.
Έχετε γεια· να ᾽ναι η χαρά μαζί σας.
Άντρα μου, εσύ μπορείς να το παινιέσαι
πως είχες την καλύτερη γυναίκα,
κι εσείς, παιδιά, την πιο καλή μητέρα.
ΚΟΡ. Στ᾽ όνομά του το λέω· μην έχεις φόβο·
αν είναι με το νου του, αυτό θα κάμει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΝΗΡΙΤΗΣ

ΝΗΡΙΤΗΣ
(κοχύλι)
 
Νηρείτης, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (π. ζ. ιστ. 4.4.31), ή νηρίτης σύμφωνα με άλλη γραφή και νήριτος, είναι όνομα διαφόρων ειδών κοχυλιών -κογχύλιον κοχλιῶδες ποικίλον (Ησύχιος). Επομένως, ο νέος στον οποίο δόθηκε το όνομα αυτό δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με ιστορίες της θάλασσας.
 
Μυθολογείται ότι ήταν ο ωραιότερος γιος του Νηρέα και τη Δωρίδας και ότι τον είχε ερωτευτεί η Αφροδίτη, όταν η υπόστασή της ήταν κυρίως θαλασσινή -στη θάλασσα γεννήθηκε- και ζούσε στη θάλασσα.
 
Όταν ήλθε ο εἰμαρμένος χρόνος που η Αφροδίτη θα εγγραφόταν στον κόσμο των Ολυμπίων, θέλοντας να έχει μαζί της τον αγαπημένο της, τον φτέρωσε. Εκείνος όμως αρνήθηκε να την ακολουθήσει, και εκείνη, οργισμένη, τον καταδίκασε σε αιώνια ακινησία· τον μεταμόρφωσε σε κοχύλι κολλημένο στα βράχια.
 
Όσο για τα φτερά, τα έδωσε στον Έρωτα, που έγινε ο μόνιμος σύντροφός της.
 
Παραλλαγή του μύθου, θαλασσινή κι αυτή, θέλει τον Ποσειδώνα να έλκεται από τον Νηρίτη. Ο νέος, ανταποκρινόμενος στο αίσθημα του θεού, τον ακολουθούσε με μια γρηγοράδα πάνω στα κύματα που τη ζήλεψε ο Ήλιος, ίσως και για τα αισθήματα που έτρεφε για τον Ποσειδώνα. Γι' αυτό τον καταδίκασε στην ακινησία του κοχυλιού στο οποίο τον μεταμόρφωσε.
 
Και τις δύο εκδοχές του μύθου παραδίδει ο Αιλιανός (Περί ζώων 14.28*).
------------------------------
*Νηρίτης, Αφροδίτη, Ποσειδώνας, Ήλιος
 
καὶ Νηρίτην αὐτὸν κληθῆναι λέγουσι καὶ ὡραιότατον γενέσθαι καὶ ἀνθρώπων καὶ θεῶν, Ἀφροδίτην δὲ συνδιαιτωμένην ἐν τῇ θαλάττῃ ἡσθῆναί τε τῷ Νηρίτῃ τῷδε καὶ ἔχειν αὐτὸν φίλον. ἐπεὶ δὲ ἀφίκετο χρόνος ὁ εἱμαρμένος, ἔδει τοῖς Ὀλυμπίοις ἐγγραφῆναι καὶ τήνδε τὴν δαίμονα τοῦ πατρὸς παρακαλοῦντος. ἀνιοῦσαν οὖν αὐτὴν ἀκούω καὶ τὸν ἑταῖρόν τε καὶ συμπαίστην τὸν αὐτὸν ἐθέλειν ἄγειν. τὸν δὲ οὐχ ὑπακοῦσαι λόγος ἔχει τοῦ Ὀλύμπου προτιμῶντα τὴν σὺν ταῖς ἀδελφαῖς καὶ τοῖς γειναμένοις διατριβήν. παρῆν δὲ ἄρα αὐτῷ καὶ ἀναφῦσαι πτερά, καὶ τοῦτο ἐγᾦμαι δῶρον τῆς Ἀφροδίτης δωρουμένης· ὃ δὲ καὶ ταύτην παρ᾽ οὐδὲν ποιεῖται τὴν χάριν. ὀργίζεται τοίνυν ἡ Διὸς παῖς, καὶ ἐκείνῳ μὲν ἐς τὸν κόχλον τόνδε ἐκτρέπει τὴν μορφήν, αὐτὴ δὲ αἱρεῖται ὀπαδόν τε καὶ θεράποντα ἀντ᾽ ἐκείνου τὸν Ἔρωτα, νέον καὶ τοῦτον καὶ καλόν, καί οἱ τὰ πτερὰ τὰ ἐκείνου δίδωσιν. ὁ δὲ ἄλλος λόγος ἐρασθῆναι βοᾷ Νηρίτου Ποσειδῶνα, ἀντερᾶν δὲ τοῦ Ποσειδῶνος, καὶ τοῦ γε ὑμνουμένου Ἀντέρωτος ἐντεῦθεν τὴν γένεσιν ὑπάρξασθαι. συνδιατρίβειν οὖν τά τε ἄλλα τῷ ἐραστῇ τὸν ἐρώμενον ἀκούω καὶ μέντοι καὶ αὐτοῦ ἐλαύνοντος κατὰ τῶν κυμάτων τὸ ἅρμα τὰ μὲν κήτη τἄλλα καὶ τοὺς δελφῖνας καὶ προσέτι καὶ τοὺς Τρίτωνας ἀναπηδᾶν ἐκ τῶν μυχῶν καὶ περισκιρτᾶν τὸ ἅρμα καὶ περιχορεύειν, ἀπολείπεσθαι δ᾽ οὖν τοῦ τάχους τῶν ἵππων πάντως καὶ πάντη· μόνα δὲ ἄρα τὰ παιδικά οἱ παρομαρτεῖν καὶ μάλα πλησίον, στόρνυσθαι δὲ αὐτοῖς καὶ τὸ κῦμα καὶ διίστασθαι τὴν θάλατταν αἰδοῖ Ποσειδῶνος· βούλεσθαι γὰρ τῇ τε ἄλλῃ τὸν θεὸν εὐδοκιμεῖν τὸν καλὸν ἐρώμενον καὶ οὖν καὶ τῇ νήξει διαπρέπειν. τὸν δὲ ῞Ηλιον νεμεσῆσαι τῷ τάχει τοῦ παιδὸς ὁ μῦθος λέγει, καὶ ἀμεῖψαί οἱ τὸ σῶμα ἐς τὸν κόχλον τὸν νῦν, οὐκ οἶδα εἰπεῖν ὁπόθεν ἀγριάναντα· οὐδὲ γὰρ ὁ μῦθος λέγει. εἰ δέ τι χρὴ συμβαλεῖν ὑπὲρ τῶν ἀτεκμάρτων, λέγοιντ᾽ ἂν ἀντερᾶν Ποσειδῶν καὶ ῞Ηλιος. καὶ ἠγανάκτει μὲν ἴσως ὁ ῞Ηλιος ὡς ἐν θαλάττῃ φερομένῳ, ἐβούλετο δὲ αὐτὸν οὐκ ἐν τοῖς κήτεσιν ἀριθμεῖσθαι, ἀλλ᾽ ἐν ἄστροις φέρεσθαι. καὶ τὼ μὲν μύθω ἐς τοσοῦτον ἐληξάτην· ἐμοὶ δὲ τὰ ἐκ τῶν θεῶν ἵλεα ἔστω, καὶ τά γε παρ᾽ ἐμοῦ ἔστω πρὸς αὐτοὺς εὔστομα. εἰ δέ τι θρασύτερον εἴρηται τοῖς μύθοις, ἐκείνων τὸ ἔγκλημα.
(Αιλ., περί ζώων 14.28.15-57)

Η φιλοσοφία της Ζωής όπως εκφράστηκε από τον Αβδηρίτη στοχαστή Δημόκριτο

Η αρχή όλων των φιλοσοφικών προβλημάτων βρίσκεται στους Προσωκρατικούς. Και οι απαντήσεις που έδωσαν; διαμόρφωσαν απλώς τις βάσεις του ευρωπαϊκού ορθολογισμού; Ή διαπνέονται από μια υπερχρονική κριτική και λογική στάση, που εξακολουθεί να φωτίζει και σήμερα τα σύγχρονα προβλήματα του ανθρώπου, είτε αυτά λέγονται ελευθερία ή περιβάλλον είτε φιλοσοφία ή φυσικές επιστήμες με τις πιο σύγχρονες θεωρίες τους περί συμμετριών, χάους, δυναμικής, αλληλεπιδράσεων, στοιχειωδών σωματιδίων, δημιουργίας του σύμπαντος, δυϊσμού, ολιστικής κ.α.;
 
Δημόκριτος: (c. 460-370 π.Χ.)
 
Με τον όρο Φιλοσοφία της Ζωής εννοούμε απόψεις που αναφέρονται στο σκοπό και το περιεχόμενο που ο καθένας δίνει στη ζωή του, στους τρόπους δράσης που επιλέγει / προκρίνει, για να κατακτήσει το περιεχόμενο της ζωής, όπως το οραματίστηκε, και να προσεγγίσει το σκοπό της.
 
Πολλοί   στοχαστές άφησαν   διάσπαρτους μέσα στα έργα τους, σε  διάφορες στιγμές της ζωής τους και κάτω από ποικίλες περιστάσεις, ποικίλους στοχασμούς, με ποικίλες σημασίες για το νόημα της ζωής. Και χρειάζεται μόχθος πολύς για να ανιχνεύσουμε τα σχετικά στοιχεία μέσα σε έργα ογκώδη. Από τα παραπάνω γίνεται  φανερό πως η έννοια Φιλοσοφία της Ζωής είναι πολυσήμαντη και είναι δύσκολο να καταλήξουμε σε έναν καθολικά αποδεκτό ορισμό.
 
Αν ανατρέξουμε σε βιβλία που φέρουν τον τίτλο Φιλοσοφία της Ζωής ή Φιλοσοφία του Ανθρώπου και καταγράψουμε μερικά θέματά τους, όπως:
 
«Το  νόημα της ζωής»
«Αναζήτηση της ευτυχίας»
«Το άτομο και η κοινωνία»
«Ανθρωπισμός», «Κοινωνικός Ανθρωπισμός» 
«Το πρόβλημα της Ελευθερίας»[1],
βλέπουμε ποιο είναι το πεδίο της  και διαπιστώνουμε ότι τα θέματά της σχετίζονται με τα γενικότερα πεδία της Φιλοσοφίας, που είναι γνωστά ως Ηθική, Γνωσιολογία, Μεταφυσική, Αισθητική.
 
Με αυτό το νόημα (του συσχετισμού της Φιλοσοφίας της Ζωής με όλους τους τομείς της Φιλοσοφίας) ανιχνεύουμε στοιχεία Φιλοσοφίας της Ζωής σε πολλούς στοχαστές από τα παλιά χρόνια, κυρίως ύστερα από την επισήμανση του θέματος ότι οι άνθρωποι  έχουν την ικανότητα μέσα στις περιστάσεις της ζωής να είναι ελεύθεροι ως άνθρωποι, ως πολίτες, ως άτομα στην ιδιωτική ζωή τους. Ενδεικτικά θυμίζω λόγους αποσπασματικούς που έχουμε  από τους Σοφιστές:
 
(1) «Ελευθέρους αφήκε πάντας θεός, ουδένα  δούλον η φύσις πεποίηκεν». (Αλκιδάμας)[2](=Ο Θεός όλους τους άφησε ελεύθερους, κανένα η φύση δεν έκανε δούλο).
 
(2)  «Φύσει πάντα πάντες ομοίως πεφύκαμεν και βάρβαροι και Έλληνες»[3] (=Από τη φύση έχουμε όλοι τα ίδια γνωρίσματα, και οι βάρβαροι και οι Έλληνες).
 
Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) διατύπωσε σαφέστερα και ανέλυσε τη δυνατότητα προ-αίρεσης[4], επιλογής κάποιας πορείας που προκρίνει το άτομο έναντι κάποιας άλλης. Άρα, το άτομο ενεργεί στην περίπτωση αυτή συνειδητά, ελεύθερα,  κατά συνέπεια υπεύθυνα.
 
Μετά τον Αριστοτέλη, σε χρόνους Ελληνιστικούς[5], οι Επικούρειοι και κυρίως  οι Στωικοί προώθησαν την ανάλυση της ανθρώπινης δράσης και διατύπωσαν το πρόβλημα της Ελευθερίας του Ανθρώπου[6], ως θέμα Ηθικής (ήθους ) και προϋπόθεση της ευθύνης.
 
Έναν αιώνα και πλέον πριν από αυτές τις εννοιολογικές  αναλύσεις  ο Σωκράτης με το ήθος του και  το λόγο του[7] και ο Δημόκριτος με τον τρόπο της ζωής του και με ένα πλήθος κειμένων του διαμόρφωσαν μια Φιλοσοφία Ζωής, η οποία μπορεί να συνοψιστεί σε τρία βασικά αξιώματα:
 
·        Για την επιβίωσή του ο άνθρωπος διαθέτει  την αναγκαία φροντίδα.(σκέψη και χειρωνακτική εργασία).
·        Για την ικανοποίηση της ψυχής του όμως διαθέτει όλο το υπόλοιπο της  πνευματικής του δυνατότητας
-         Για να γνωρίσει τον κόσμο   (Γνωσιολογία),
-         Για να απολαύσει την ομορφιά ( Αισθητική),
-         Για να πραγματοποιήσει το καλό στη ζωή για τον εαυτό του και το συνάνθρωπό του (Ηθική),
-         Για να στοχαστεί προβλήματα που εκτείνονται πέρα από τα φυσικά όρια της ύπαρξής του(Μεταφυσική)
·        Μέσα από τις ποικίλες δραστηριότητές του ο άνθρωπος αναζητεί την ευδαιμονία του,  τη χαρά, την ψυχική γαλήνη.
 
Συγκεκριμένα, ο Δημόκριτος διατυπώνει μια Φιλοσοφία της Ζωής σε μια σειρά από κείμενά του,  που σώζονται αποσπασματικά για μας. Τα κύρια σημεία της  θεωρίας του αναφέρονται  σε προβλήματα συμπεριφοράς (ήθους, Ηθικής) και ευδαιμονίας του ανθρώπου (ευθυμίας), Αισθητικής απόλαυσης του ωραίου, Γνωσιολογίας (αναζήτησης  της γνώσης, αλήθειας), ζητήματα πολιτικής ηθικής, πολιτικής επιλογής και αυτοελέγχου των πράξεων του ατόμου. Και, τέλος, προσεγγίζει θαρραλέα τα πιο μεγάλα προβλήματα Μεταφυσικής (προέλευση των θεών, απορία σχετικά με  τη  μετά θάνατο ύπαρξη) και παρουσίας της Τύχης στη ζωή του ανθρώπου.
 
Από τα σωζόμενα Αποσπάσματα του Δημόκριτου, που  τα έχουν καταγράψει οι ειδικοί μελετητές, επιλέγουμε μερικά (από την πιο γνωστή έκδοση των H.DielsW.Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, κεφ. 68  που αναφέρεται στο Δημόκριτο), τα παραθέτουμε χωρίς την πρόθεση  ούτε  τη φιλοδοξία αξιολογικής κατάταξης και επιχειρούμε μια ελεύθερη απόδοση του αρχαίου κειμένου με στόχο την κατανόηση της σκέψης του Δημόκριτου, όσο αυτό είναι δυνατό,  μέσα από κείμενα αποσπασματικά, τα οποία όμως συμβαίνει να είναι συνήθως αποφθεγματικά, δηλαδή είναι ακέραια νοήματα με  συνοπτική και σαφή διατύπωση.
 
1) DK 68 B 189: «Άριστον ανθρώπω τον βίον διάγειν ως πλείστα ευθυμηθέντι και ελάχιστα ανιηθέντι, τούτο δ’ αν είη, ει τις μη επί τοις θνητοίς τας  ηδονάς ποιοίτο».
 (=Το πιο καλό για τον άνθρωπο είναι να περνά τη ζωή με ώρες ευθυμίας όσο μπορεί πιο πολλές και ώρες ανίας / θλίψης όσο μπορεί πιο λίγες. Και μπορεί αυτό να το επιτύχει, αν επιδιώκει χαρές που σχετίζονται όχι με τα φθαρτά και φθοροποιά της ζωής).
 
2) DK 68 B190: «Φαύλων έργων και τους λόγους παραιτητέον».
            (=Για έργα φαύλα πρέπει να αποφεύγουμε ακόμη και συζήτηση να κάνουμε, ούτε καν σκέψη ή συζήτηση για τέτοια δράση).
 
 3) DK 68 B 191: «Ανθρώπους ευθυμίη γίνεται μετριότητι τέρψιος και βίου σύμμετρη. Τα δε ελλείποντα και υπερβάλλοντα μεταπίπτειν φιλεί και μεγάλας κινήσιας εμποιείν τη ψυχή».
 (=Ευθυμία οι άνθρωποι μπορούν να επιτυγχάνουν αν επιδιώκουν απολαύσεις με μέτρο και  οργάνωση της ζωής μετρημένη. Όπου υπάρχει έλλειψη ή υπερβολή (στέρηση ή πλησμονή) μοιραία τελούνται μεταπτώσεις και προκαλούνται απότομες συγκινήσει στην ψυχή).
 
4) DK 68 B 207: «Ηδονήν ου πάσαν  αλλά την επί τω καλώ αιρείσθαι χρεών».  
        (=Ανάγκη να μην επιδιώκουμε την οποιαδήποτε ηδονή αλλά να επιλέγουμε αυτήν που οδηγεί σε κάτι ωραίο).
 
5) DK 68 B 194: «Αι μεγάλαι τέρψεις από του θεάσθαι τα καλά των έργων γίγνονται»
(=Οι μεγάλες τέρψεις προέρχονται από τη θέα των ωραίων έργων).
 
6) DK 68 B 192: «Ράδιον εστί επαινείν α μη χρη και ψέγειν. Εκάτερον δε πονηρού τινός ήθους».
(=  Εύκολο είναι να επαινεί κανείς ή να ψέγει αυτά που δεν πρέπει (που δεν  αξίζουν έπαινο ή δεν τους πρέπει ψόγος). Αλλά και η μια και  η άλλη ενέργεια πηγάζουν από ήθος κάπως πονηρό).
 
7) DK 68 B 3: «Τον ευθυμείσθαι μέλλοντα χρη μη πολλά πρήσσειν….μηδέ όσα αν πράσση υπέρ δύναμιν εαυτού και φύσιν αιρείσθαι».
 (= Αυτός που επιδιώκει για το μέλλον ευδαιμονία είναι ανάγκη να αποφεύγει την πολυπραγμοσύνη….και όσα επιχειρεί να πράξει να τα επιλέγει  έτσι που να μην είναι  πέρα από τις δυνατότητες και τη φυσική αντοχή του, τη φυσική υπόστασή του).
 
                  8) DK 68 B 117: «Ετεή ουδέν ίσμεν. Εν βυθώ γαρ  η αλήθεια».
(=Στ’ αλήθεια (ετεός= αληθινός, γνήσιος) τίποτε δε γνωρίζουμε, γιατί η αλήθεια είναι κρυμμένη στο βυθό της αισθητής πραγματικότητας).

          9) DK 68 B 118: «Δημόκριτος έλεγε βούλεσθαι μάλλον μίαν ευρείν αιτιολογίαν ή την Περσών βασιλείαν εαυτού γενέσθαι»[8] .
(=Ο Δημόκριτος έλεγε ότι προτιμούσε να βρει την αιτία ενός φαινομένου παρά να αποκτήσει τη βασιλεία των Περσών - δηλ.πλούτο απέραντο και δύναμη πολύ μεγάλη).
 
10) DK 68 B 119: «Άνθρωποι τύχης είδωλον επλάσαντο πρόφασιν ιδίης αβουλίης. Βαιά γαρ φρονήσει τύχη μάχεται, τα δε πλείστα εν βίω ευξύνετος οξυδερκείη κατιθύνει».
(=Οι άνθρωποι έπλασαν με τη φαντασία τους και θεωρούν υπαρκτή μορφή την Τύχη ως πρόφαση  για τη δική τους αδυναμία (να προβλέψουν, να δράσουν σωστά). Και θεωρούν ή πιστεύουν ότι η Τύχη αντιμάχεται την αδύναμη φρόνηση τους, ενώ τα πιο πολλά ζητήματα στη ζωή τα ρυθμίζουν με οξυδέρκεια ( διορατικότητα ) όσοι  έχουν σύνεση πολλή).
 
11). DK 68 B 244: «Φαύλον (έργον), καν μόνος ης, μήτε λέξης μήτε εργάση. Μάθε δε πολύ μάλλον των άλλων σεαυτόν αισχύνεσθαι».
(= Κίνηση φαύλη (ανήθικη), κι αν είσαι μόνος, μη σκεφτείς, μην πεις, μην επιχειρήσεις, αλλά μάθε πολύ περισσότερο να ντρέπεσαι τη δική σου συνείδηση (αυτοκριτική) παρά των άλλων την κριτική).
 
12. DK 68 B 251: «Η εν δημοκρατίη πενίη της παρά της δυνάσταις καλεομένης ευδαιμονίης τοσούτον εστίν αιρετωτέρη  οκόσον ελευθερίη δουλείης».
 (=Η φτώχια μέσα σε κοινωνία δημοκρατική είναι τόσο προτιμότερη σε σύγκριση προς την καλοπέραση κοντά σε δυνάστες όσο καλύτερη είναι η ελευθερία συγκρινόμενη με τη σκλαβιά).
 
13. DK 68 B 264: «… εαυτόν μάλιστα αιδείσθαι και τούτον νόμον τη ψυχή καθεστάναι, ώστε μηδέν  ποιείν ανεπιτήδειον».
(=Καλύτερα είναι να ντρέπεται κανείς τη συνείδησή του και να εγκαθιστά τέτοιο το νόμο (αυτοελέγχου) στην ψυχή του, ώστε να μην επιχειρεί τίποτε άπρεπο).
 
14. DK 68 B 297: «Ένιοι θνητής φύσεως διάλυσιν ουκ ειδότες άνθρωποι, συνειδήσει δε της εν τω βίω κακοπραγμοσύνης, τον της βιοτής χρόνον εν ταραχαίς και φόβοις ταλαιπωρέουσι, ψεύδεα περί του μετά την τελευτήν μυθοπλαστέοντες χρόνου».
 (= Μερικοί άνθρωποι, επειδή δε συνειδητοποιούν  ότι η θνητή υπόστασή τους  διαλύεται με το θάνατο, ενώ αντίθετα έχουν  συνείδηση της όλης  κακοπραγίας που προκαλούν με  τις   κακές  πράξεις τους,  ταλαιπωρούνται   όσο ζουν με  ταραχή ψυχική και αγωνία και  πλάθουν μύθους ψευδείς για το χρόνο που εκτείνεται ύστερα από το θάνατό τους, (ότι λ.χ, κάποιος θεός θα τους τιμωρήσει για τις αδικίες τους….).
 
15) DK 68 B 30: «Των λογίων ανθρώπων ολίγοι ανατείναντες τας χείρας ενταύθα, ον νυν αέρα καλέομεν οι Έλληνες (είπαν): πάντα Ζευς μυθέεται  και πάνθ’ ούτος οίδεν  και διδοί και αφαιρέεται και βασιλεύς ούτος των πάντων».
 (=Λίγοι από τους συνετούς ανθρώπους ύψωσαν τα χέρια τους προς ό,τι ονομάζουμε εμείς οι Έλληνες αέρα και είπαν: όλα ο Δίας τα σκέφτεται, όλα εκείνος τα γνωρίζει, εκείνος δίνει κι εκείνος αφαιρεί από τους ανθρώπους τα αγαθά, εκείνος είναι βασιλιάς των πάντων). 
 
16) DK 68 B 125: «Δημόκριτος …εποίησεν τας αισθήσεις λεγούσας προς την διάνοιαν: τάλαινα φρην παρ’ ημέων τας πύστεις λαβούσα ημέας καταβάλλεις; Πτώμα τοι το κατάβλημα».
(= Ο Δημόκριτος προσωποποιώντας τις αισθήσεις- τις παρουσιάζει να αντιλέγουν προς τη διάνοια με τα ακόλουθα: «ταλαίπωρη νόηση (διάνοια), αφού πήρες από μας πληροφορίες για τον κόσμο γύρω σου, προσπαθείς ύστερα να αρνηθείς την προσφορά μας (τη συμβολή μας στη γνωσιακή διαδικασία); Αν νικήσεις σ’ αυτή την αντιδικία (ότι δε χρειάζεσαι τη συμβολή μας, τα μηνύματα που έρχονται από τις αισθήσεις), αυτή η νίκη θα είναι η καταστροφή σου, δε θα έχεις πια πληροφορίες»).
 
17) DK 68 B 155: « Έτι τύνοιν όρα τίνα τρόπον απήντησεν (Χρύσιππος) Δημοκρίτω διαπορούντι… «ει κώνος τέμνοιτο παρά την βάσιν (παράλληλα προς τη βάση) επιπέδω, τι χρη διανοείσθαι τας  των τμημάτων επιφανείας, ίσας ή ανίσους γιγνομένας; Άνισοι μεν γαρ ούσαι τον κώνον ανώμαλον παρέξουσι πολλάς αποχαράξεις λαμβάνοντα βαθμοειδείς και τραχύτητας, ίσων δε ουσών ίσα τμήματα έσται  και φανείται το του κυλίνδρου πεπονθώς ο κώνος εξ ίσων συγκείμενος και ουκ ανίσων κύκλων, όπερ εστίν ατοπώτατον».
 (=Επιπλέον πρόσεξε  με ποιο τρόπο απάντησε ο Χρύσιππος σε μια απορία του  Δημόκριτου: «Αν ένας κώνος τμηθεί με επίπεδο παράλληλο προς τη βάση του, τι πρέπει να πούμε για τις δυο επιφάνειες  που  θα προκύψουν (τη βάση του μικρού κώνου  και την άνω επιφάνεια  του κόλουρου κώνου που θα  προκύψει με την τομή) ότι είναι ίσες ή άνισες μεταξύ τους; Γιατί αν αυτές οι δυο επιφάνειες είναι άνισες, τότε θα δίνουν (θεωρητικά) την εντύπωση ότι η πλευρική επιφάνεια του κώνου είναι ανώμαλη, βαθμιδωτή στην  περιφέρεια της τομής. Αν πάλι  οι δυο επιφάνειες είναι ίσες, τότε όσες τέτοιες τομές κάνουμε θα δείχνουν ίσες περιφέρειες κύκλου, που θεωρητικά οδηγούν στο  ότι ο κώνος είναι κύλινδρος. Αυτό όμως είναι λογικά απαράδεκτο εντελώς).
 
18) DK 68 B 174: «Ο μεν ουν εύθυμος εις έργα επιφερόμενος δίκαια και νόμιμα και ύπαρ και όναρ χαίρει τε και έρρωται και ανακηδής εστι. Ος δ’ αν και δίκης αλογή και τα χρη εόντα μη έρδη τούτω πάντα τα τοιαύτα ατερπείη, όταν τευ αναμνησθή, και δέδοικε και  εαυτόν κακίζει».
(=Ο εύθυμος λοιπόν  (=που στόχο του και βίωμά του έχει την ευθυμία) φέρεται σταθερά προς έργα δίκαια και νόμιμα[9] και απολαμβάνει τη χαρά στον ξύπνο και τον ύπνο του και νιώθει δυνατός και αμέριμνος (με καθαρή συνείδηση). Αν όμως κάποιος παραβλέπει το δίκιο  και δεν πράττει αυτά που πρέπει, γι’ αυτόν όλη η δράση του γίνεται πίκρα και, όταν  πάλι ξαναθυμάται τα «έργα του», φόβο εισπράττει και  κακίζει  τον εαυτό του και τον περιφρονεί).
 
19) DK 68 B 176: «Η τύχη μεγαλόδωρος αλλ’ αβέβαιος, φύσις δε  αυτάρκης. Διόπερ νικά τω ήσσονι και βεβαίω το μείζον της ελπίδος» .
(= Η τύχη είναι γενναιόδωρη, αλλά είναι αβέβαια τα δοσίματά της, ενώ η φυσική ικανότητα του ανθρώπου προσφέρει αρκετά για την ύπαρξή του. Γι’ αυτό νικά εκείνος που βασίζεται στις φυσικές δυνάμεις του για λίγα κέρδη και βέβαια σε αντιδιαστολή προς εκείνον  που ελπίζει από την (αβέβαιη) Τύχη τα πολλά. (Η προσπάθεια μεταφραστικής απόδοσης αναμφισβήτητα φαίνεται παρακινδυνευμένη, αλλά είναι  σύμφωνη με το πνεύμα περί Τύχης που βρίσκομε στο απόσπασμα του Δημόκριτου 119 - παραγρ. 10 σε τούτο το σύνολο των αποσπασμάτων).
 
20) DK 68 B 177: «Ούτε λόγος εσθλός φαύλην πράξιν αμαυρίσκει ούτε πράξις αγαθή λόγου βλασφημίη λυμαίνεται».
(= Ούτε ο λόγος ο επαινετικός ξεπλένει από τη μαυρίλα της πράξη κακή, ούτε  η καλή πράξη μειώνεται από την κακολογία).
 
21) DK 68 B 33  «Διδαχή και φύσις παραπλήσιόν εστι· η γαρ διδαχή μεταρυσμοί τον άνθρωπον, μεταρυσμούσα* δε φυσιοποιεί».
 (=Η διδασκαλία και οι φυσικές καταβολές του ανθρώπου είναι παράγοντες ισοδύναμοι στην οικοδόμηση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Γιατί η διδασκαλία μεταρρυθμίζει ή αναδομεί τη φύση και με αυτή την αναδόμηση του δημιουργεί καινούργια φύση).
*Στη γλώσσα των ατομικών ρυσμός =άτομο, κατά συνέπεια το «μεταρυσμοί»  σημαίνει «αναδόμηση ατόμων».
 
 22) DK 68 B 216: «Σοφίη άθαμβος αξίη πάντων».
(Η σοφία που δε θαμπώνει έχει αξία μοναδική).
 
23) DK 68 B 217: «Μούνοι θεοφιλέες όσοις εχθρόν το αδικέειν».
(=Μόνοι αγαπητοί στους θεούς είναι όσοι  εχθρεύονται την αδικία).
 
            24) DK 68 B 219: «Χρημάτων όρεξις ην μη ορίζηται κόρω πενίης εσχάτης πολλόν χαλεπωτέρη. Μείζονες γαρ ορέξεις μείζονας ενδείας ποιούσιν».
   (=Η βουλιμία για κέρδη οικονομικά, αν δεν περιορίζεται σε κάποια όρια  χορτασμού, είναι χειρότερη και από την έσχατη πενία, γιατί όσο μεγαλώνει η βουλιμία του ανθρώπου τόσο πιο φτωχός νιώθει).
 
25) DK 68 B 247: «Ανδρί σοφώ πάσα γη βατή. Ψυχής γαρ αγαθής πατρίς ο σύμπας κόσμος».
(= Για τον άνθρωπο το συνετό και δίκαιο όλη η γη είναι βατή, προσβάσιμη. Γιατί της αγαθής ψυχής πατρίδα είναι  ο κόσμος όλος).
 
26) DK 68 B 248: «Νόμος βούλεται μεν ευεργετείν βίον ανθρώπων, δύναται δε, όταν αυτοί βούλονται πάσχειν ευ. Τοις γαρ πειθομένοις την ιδίαν αρετήν ενδείκνυται» .
(=Ο νόμος - που  εκφράζει τη  βούληση του νομοθέτη  για το καλό της κοινωνίας συνολικά- εγκλείει ως στόχο το να ευεργετεί τη ζωή των ανθρώπων δείχνοντας το δρόμο του δικαίου. Και μπορεί αυτό  να επιτευχθεί, αν οι πολίτες επιθυμούν αυτή την ευεργεσία να τη δεχτούν. Γιατί γι’ αυτούς που πείθονται ο νόμος ενισχύει τη δική τους αρετή).
 
27) DK 68 B 292:  «Άλογοι των ασυνέτων αι ελπίδες».
(= Παράλογες είναι οι ελπίδες των ανθρώπων που δεν έχουν σύνεση).
 
28) DK 68 B 285:  «Γιγνώσκειν χρεών ανθρωπίνην βιοτήν αφαυρήν τε εούσαν και ολιγοχρόνιον…».
(=Είναι ανάγκη οι άνθρωποι  να γνωρίζουν (και να το θυμούνται σταθερά) ότι η ζωή τους είναι σύντομη και με αδυναμίες πολλές (ώστε να ρυθμίζουν ανάλογα τους λογισμούς και τις πράξεις τους)).
 
Επίλογος
 
Αξιοσημείωτα  νομίζω για την περίπτωση του Δημόκριτου τούτα:
.α΄. Ασχολήθηκε με όλα τα θέματα / πεδία     όπου απλώνεται η πνευματική ζωή του ανθρώπου, όπως αυτά τα γνωρίζουμε με ορολογία μεταγενέστερη (Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική, Μεταφυσική)
.β΄. Ιδιαίτερα ασχολείται με τα ζητήματα που συνθέτουν ήθος ζωής (εύθυμης, κατά την ορολογία του).
.γ΄. Φαίνεται ότι κάπου κάπως άγγιξε πρώτος[10] εκείνος  το Πρόβλημα Ελευθερίας της Συνείδησης (που αργότερα ο Αριστοτέλης το προσέγγισε ως προαίρεση και οι Στωικοί, Επικούρειοι το διαμόρφωσαν έτσι που το γνωρίζει και σήμερα ο φιλοσοφικός στοχασμός.   
-----------------------------------
[1] Ευτύχης Μπιτσάκης, Φιλοσοφία του Ανθρώπου.
Άνταμ  Σαφ, Φιλοσοφία του Ανθρώπου.
Ε. Π. Παπανούτσου, Φιλοσοφικά Προβλήματα.
Του ίδιου, Φιλοσοφία και Παιδεία (όπου  κεφάλαιο για την Ελευθερία) κ.α.
[2] Πληροφορία του Αριστοτέλη (Ρητορική, 1373b18).
 Β. Κύρκου, Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός και Σοφιστική, Αθήνα 1986, σελ. 132-133.
[3] H. Diels- W.Kranz, Die Fragmente, 87 (τ. B΄ 334-370).
Β. Κύρκου, ο.π.(σε διάφορες σελίδες, κατά το Ευρετήριο).
Φ. Κ. Βώρου, «Η Ελληνική Φιλοσοφία στο Ελληνικό Σχολείο» (περιοδ. «Εκπαιδευτικά» τ. 13).
 
[4] Το θέμα αυτό το αναλύει στα Ηθικά Νικομάχεια (βιβλίο Γ΄) από όπου μεταφέρω μερικές χαρακτηριστικές προτάσεις ανάλυσης της έννοιας προαίρεση:
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ.2.1: «Διωρισμένων  δε του  τε εκουσίου και ακουσίου περί προαιρέσεως έπεται διελθείν· οικειότατον γαρ είναι τη αρετή  και μάλλον τα ήθη κρίνειν των πράξεων». (=Αφού  προσδιορίσαμε τι σημαίνει εκούσια και ακούσια πράξη, επόμενο είναι να διερευνήσουμε την έννοια της προαίρεσης, γιατί αυτή είναι η πιο  κοντινή προς την έννοια της αρετής).
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ, 2.8 «Προαιρείται δ’ έκαστος όσα οίεται γενέσθαι δι’ εαυτού» («τα μεν γαρ εφ’ ημίν τα δε ουκ εφ’ ημίν»).(=Καθένας μπορεί να κάνει την επιλογή του (προαίρεση) ανάμεσα σε λύσεις που κρίνει ότι είναι στα όρια των δικών του δυνατοτήτων).
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ,2.9 : «όλως δ’ έοικεν η προαίρεσις περί τα εφ’ ημίν είναι».(=Γενικά  φαίνεται ότι η προαίρεση αναφέρεται σε δυνατές λύσεις, που βρίσκονται μέσα στα όριά μας - όπου εμείς μπορούμε να δράσουμε).
Ηθικά Νικομάχεια ΙΙΙ,3.19: « η προαίρεσις αν είη βουλευτική όρεξις των εφ’ ημίν». (=Η προαίρεση  μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι επιθυμία, που η πραγμάτωσή της είναι μέσα στις δυνατότητές μας).
Ηθικά Νικομάχεια IV,2.4 : «ούτε άνευ νου και διανοίας ούτε άνευ ηθικής έξεως  η προαίρεσις».[= Η προαίρεση (ως νοητική  πράξη επιλογής μιας από τις δυνατές για τον προαιρούμενο λύσεις) δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς νοητική προσπάθεια  και ηθική τάση προς την πράξη, που το υπεύθυνο άτομο προαιρείται να πράξει].
 
[5] Ελληνιστική (ή Αλεξανδρινή) περίοδο ονομάζουν οι ιστορικοί αυτήν που εκτείνεται μετά το θάνατο του Αλέξανδρου (323 π.Χ.) και του  Αριστοτέλη (322 π.Χ.) ως το 30 π.Χ., κατά την οποία είχαν διαμορφωθεί  περί την Ανατολική Μεσόγειο τα Ελληνιστικά Κράτη (Περγάμου, Συρίας, Αιγύπτου κ.α), όπου πολλοί πληθυσμοί είχαν επηρεαστεί πολιτικά – πολιτιστικά από τους Έλληνες σε βαθμό  τέτοιο, ώστε να ελληνίζουν.
[6] A. A. Long, Η Ελληνιστική Φιλοσοφία: Στωικοί, Επικούρειοι, Σκεπτικοί (μετ. Στυλιανού Δημόπουλου - Μυρτώς Δραγώνα - Μονάχου) έκδοση ΜΙΕΤ, 1987, σελ. 101-108 (Επικούρειοι), 168-172 (Καρνεάδης) , 268-69 και 326 (Στωικοί). Δείτε και την τελευταία υποσημείωση τούτου του άρθρου.
 
[7] Ο Σωκράτης συνομιλώντας με το φίλο του Κρίτωνα στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο του είπε κατηγορηματικά: «ουδενί  άλλω πείθομε ή τω λόγω  ος αν μοι λογιζομένω βέλτιστος φαίνηται», (Πλάτων, Κρίτων § 17), (= δεν πείθομαι σε καμιά άλλη δύναμη παρά στο λογικό μου, όταν αυτό μου φαίνεται ότι δείχνει τον πιο σωστό δρόμο σε ώρες που λογίζομαι, σκέπτομαι, συλλογίζομαι).
[8] Περιττό να επιχειρήσουμε ανάλυση της σημασίας που έχει για τον επιστημονικό λόγο η αναζήτηση της αιτίας. Θυμίζουμε απλά:
.α΄. Την αναζήτηση της αιτίας (δι’ ην αιτίην επολέμησαν αλλήλοις Έλληνες και Πέρσαι) έθεσε ως πρώτο μέλημά του  ο Ηρόδοτος με το Προοίμιο του έργου του (των Ιστοριών),
.β΄. Αργότερα ο Αριστοτέλης (στην αρχή των Φυσικών και αλλού) διευκρίνιζε: «τότε μόνον οιόμεθα γιγνώσκειν τι, όταν τα αίτια γνωρίσωμεν τα πρώτα (= τότε μόνο θεωρούμε ότι γνωρίζουμε κάτι, όταν γνωρίσουμε τα αίτια του φαινομένου τα αρχικά).
.γ΄. Και διευκρίνιζε αλλού ο Αριστοτέλης (Περί Ζώων Μορίων , κεφ. 4) τη χαρά της αναζήτησης γράφοντας: «Η γεννήσασα φύσις αμηχάνους ηδονάς προσφέρει τοις δυναμένοις ζητείν την αιτίαν» (=Η φύση που μας γέννησε   προσφέρει   ανείπωτη ηδονή σε κείνους που  μπορούν να αναζητούν την αιτία των φαινομένων και  των πράξεων ή ενεργειών).
[9] Νομίζω υπάρχει ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στα δίκαια (κατά την κρίση  και ευθύνη αυτού που δρα) και τα νόμιμα (αυτά που ορίζει ο νόμος της κοινωνίας ως υποχρεωτικά, γιατί κρίνονται αναγκαία για την κοινωνική συνοχή. Γι’ αυτά την ευθύνη έχει η κοινωνία, το άτομο συμμορφώνεται  με το νόμο της ).
[10] F. K. Voros, «Das Problem der Willensfreiheit bei Demokrit» (=Το Πρόβλημα της Ελευθερίας της Βούλησης κατά το Δημόκριτο), περιοδικό Das Altertum, 1975,  Ανατολικό  Βερολίνο. Το  άρθρο μεταφράστηκε στα γερμανικά από  τον εκδότη του περιοδικού.

Κόμπλεξ: Πώς τα αποκτάμε και πώς να τα ξεπεράσουμε

Τα «κόμπλεξ» είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους και εκλαϊκευμένους ψυχολογικούς όρους, που συνηθίζουμε όλοι να χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε οποιαδήποτε συμπεριφορά μάς φαίνεται κάπως προβληματική ή ελλειμματική. H λέξη περιέχει και έναν αρνητικό, υποτιμητικό τόνο: «είναι κομπλεξικό άτομο» λέμε εύκολα για κάποιον που μας εκνευρίζει ή δεν μας ταιριάζει η συμπεριφορά του, χωρίς να δείχνουμε την επιείκεια που θα εκφράζαμε σε κάποιον που θεωρούμε ότι έχει ψυχολογικό πρόβλημα.

Tι είναι το κόμπλεξ

Tα κόμπλεξ εμποδίζουν τους ανθρώπους να εμπιστευτούν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους.

H λέξη «κόμπλεξ» σημαίνει σύμπλεγμα και προέρχεται από τους πρώτους ψυχολόγους: τον Φρόιντ, ο οποίος μίλησε για συγκρούσεις μεταξύ τάσεων και ορμών του εαυτού και κανόνων και αρχών του περιβάλλοντος, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε τραύματα και συμπλέγματα αρνητικών βιωμάτων, και κυρίως τον Άντλερ, ο οποίος τόνισε ιδιαίτερα τη σημασία του αισθήματος κατωτερότητας για την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Σύμφωνα με τον Άντλερ, κάθε άνθρωπος γεννιέται με κάποιες αδυναμίες, δυσχέρειες – είτε σωματικές, είτε κοινωνικές. Για να μπορέσει να τις ξεπεράσει, χρειάζεται να αναπτύξει, μέσω της προσοχής, της φροντίδας και της αγάπης των δικών του, αίσθημα αυτοεκτίμησης, εμπιστοσύνη στον εαυτό του, καθώς επίσης και αίσθημα κοινωνικότητας, ικανότητα συνύπαρξης με το περιβάλλον του.

Στην αντίθετη περίπτωση, εγκλωβίζεται στο αίσθημα μειονεκτικότητας και ανεπάρκειας και αποκτά μία εγωιστική, επιθετική στάση, η οποία -όχι σπάνια- στρέφεται ενάντια στις ανάγκες και τις επιθυμίες του ίδιου του εαυτού.

Κανείς δεν είναι τέλειος

Ποιος μπορεί όμως να πει για τον εαυτό του ότι έχει αποδεχτεί όλες του τις αδυναμίες; Δυστυχώς ή ευτυχώς, προερχόμαστε και ανατρεφόμαστε από γονείς που και οι ίδιοι έχουν αδυναμίες και μειονεκτήματα και οι οποίοι δεν μπορούν να μας στηρίξουν τόσο ώστε να ξεπεράσουμε κάθε αίσθημα μειονεκτικότητας και κατωτερότητας.

Aντίθετα, μπορούμε να πούμε ότι συχνά οι ίδιοι οι γονείς ή το περιβάλλον μάς φορτώνουν με διάφορα «κόμπλεξ», με την αίσθηση δηλαδή ότι στον έναν ή στον άλλον τομέα δεν είμαστε επαρκείς, ότι υστερούμε, ότι οι άλλοι είναι πολύ καλύτεροι από εμάς. Ίσως, λοιπόν, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι κανείς δεν προχωράει στη ζωή έχοντας τη βεβαιότητα ότι είναι σε όλα τέλειος.

Mία τέτοια βεβαιότητα θα αντιμετωπιζόταν μάλιστα και με καχυποψία ή εχθρικότητα, επειδή την αίσθηση ότι δεν είμαστε τέλειοι κυριαρχεί στην πλειονότητα των ανθρώπων. Mαθαίνουμε να ζούμε με αυτή και να την ξεχνάμε κάπως, εξισορροπώντας τις αδυναμίες μας με αυτά τα στοιχεία που είναι τα πιο δυνατά μας. Σε μερικούς ανθρώπους όμως αυτή η έλλειψη ικανοποίησης με τον εαυτό τους ή με ένα στοιχείο του εαυτού τους είναι τόσο έντονη, που καλύπτει κάθε πτυχή της ζωής τους.

H προσοχή τους είναι διαρκώς εστιασμένη σε αυτό που «δεν πάει καλά» (ή που αυτοί θεωρούν ότι «δεν πάει καλά») με τον εαυτό τους. Tο κόμπλεξ τους τους εμποδίζει να νιώσουν πραγματική ευχαρίστηση, να εμπιστευτούν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους, πολύ συχνά τους κάνει να είναι κλειστοί ή και εχθρικοί και γίνεται εμπόδιο και εστία προβλημάτων στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους.

Tι δεν αγαπάμε στον εαυτό μας;

Tα «αντικείμενα» των κόμπλεξ ποικίλλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και μπορεί να έχουν ρεαλιστική αιτία, π.χ. μία σωματική δυσπλασία ή να είναι δημιουργήματα της φαντασίας, όπως -για παράδειγμα- η πεποίθηση ότι κάποιος δεν είναι αρκετά έξυπνος. Yπάρχουν όμως κάποια «θέματα» που είναι συνηθισμένα αντικείμενα έντασης και αισθήματος κατωτερότητας.

Η εξωτερική εμφάνιση

Tο «βάσανο» της εξωτερικής εμφάνισης απασχολεί κυρίως τις γυναίκες, αγγίζει όμως σε αρκετά μεγάλο βαθμό και τους άντρες. Για τις γυναίκες, που από πολύ παλιά -αλλά πολύ περισσότερο στη σύγχρονη εποχή- μεγαλώνουν μαθαίνοντας να φροντίζουν την εμφάνισή τους, να μακιγιάρονται, να στολίζονται για να αρέσουν και να είναι επιθυμητές, είναι πολύ συνηθισμένο να μην είναι ευχαριστημένες με την εμφάνισή τους. Tο πρόβλημα έχει γίνει τις τελευταίες δεκαετίες ακόμη πιο έντονο, επειδή μονίμως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με όμορφους, καλλίγραμμους, σχεδόν τέλειους ανθρώπους, οι οποίοι απέχουν μεν πολύ από το μέσο όρο των «κοινών θνητών», προβάλλονται όμως ως πρότυπα ομορφιάς τα οποία θα έπρεπε να πλησιάσουμε. Aπό αυτό δεν εξαιρούνται ούτε οι άντρες, οι οποίοι αν και δεν είναι απαραίτητο να έχουν το τέλειο πρόσωπο, όμως δεν μπορούν να αποφύγουν τη σύγκριση με τα «θεϊκά» μυώδη και αρρενωπά κορμιά κάποιων μοντέλων και σταρ.

H σεξουαλική ικανότητα

Για τους άντρες η σεξουαλική ικανότητα αποτελεί συνηθισμένο αντικείμενο κόμπλεξ και αισθήματος κατωτερότητας. Aυτό που είναι για τις γυναίκες η ομορφιά είναι για τους άντρες οι δυνατότητές τους στο σεξ. H αυτοπεποίθησή τους, η ψυχική τους ισορροπία εξαρτάται από αυτές. Έτσι, η παραμικρή δυσκολία σε αυτό τον τομέα μπορεί να τους δημιουργήσει τεράστια αναστάτωση.

Η ηλικία

Mία ακόμη πηγή δυσαρέσκειας και εσωτερικών συγκρούσεων είναι η ηλικία. Παρόλο που ο πληθυσμός των ανεπτυγμένων κοινωνιών αποτελείται όλο και περισσότερο από ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, αυτές οι κοινωνίες μοιάζουν να λατρεύουν όλο και πιο πολύ τη νεότητα και να απεχθάνονται το γήρας και τα σημάδια του. Tο «σύμπλεγμα του Πίτερ Παν», όπως το ονομάζουν οι ειδικοί, του «αιώνιου παιδιού» δηλαδή, απασχολεί άντρες και γυναίκες, που βλέπουν στα γηρατειά μια εποχή αναγκαστικής παραίτησης, απομόνωσης, αχρηστίας, καθώς στην κοινωνία της παραγωγικότητας αξία έχουν όσοι μπορούν να συμμετέχουν στην παραγωγή.

Η μόρφωση

Aυτό που επίσης κάνει πολλούς ανθρώπους να αμφιβάλλουν γα τον εαυτό τους και να νιώθουν ανεπαρκείς είναι οι διανοητικές τους ικανότητες, η εξυπνάδα και η μόρφωσή τους. Ένας πολύ συχνός λόγος για τον οποίον επισκέπτονται άντρες και (περισσότερο) γυναίκες τους ψυχοθεραπευτές είναι η αίσθησή τους ότι δεν είναι αρκετά έξυπνοι, δεν ξέρουν να εκφράζονται, αλλά και ότι δεν έχουν επαρκή μόρφωση και υστερούν απέναντι στους άλλους.

Oι «σχέσεις υποταγής»

Όλο και πιο συχνά κάνει την εμφάνισή του τα τελευταία χρόνια ένα καινούργιο πρόβλημα, που -ιδιαίτερα στις νέες γυναίκες- παίρνει διαστάσεις συμπλέγματος και τις δυσκολεύει ιδιαίτερα στη δημιουργία σταθερών σχέσεων με το άλλο φύλο: είναι το «κόμπλεξ της υποταγής».

Σε μια κοινωνία ατομικιστών, στην οποία τα παιδιά μεγαλώνουν σαν μικροί βασιλιάδες, όπου όλα στρέφονται γύρω από αυτά, χωρίς εκείνα να χρειάζεται πολλές φορές να αναλάβουν την παραμικρή ευθύνη είτε για τον εαυτό τους είτε για τους άλλους, είναι πολύ δύσκολο να συμβιβαστούν αργότερα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες κάποιου άλλου.

Πολλοί νέοι άνθρωποι λοιπόν αντιδρούν με ένταση, με πανικό σχεδόν, όταν βρεθούν σε μια επαγγελματική ή σε μια προσωπική σχέση εξάρτησης. Eιδικά για τις νέες κοπέλες, συχνά η σχέση αγάπης με έναν άντρα τις κάνει να φοβούνται ότι τους ζητείται να υποταχθούν και ότι θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Πώς δημιουργούνται τα κόμπλεξ

Πώς φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο να αρνείται τόσο πολύ τον εαυτό του επειδή έχει (ή πιστεύει ότι έχει) μεγάλη κοιλιά ή επειδή δεν είναι πια είκοσι ετών; Mπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα ότι οι «βάσεις» για την ανάπτυξη αισθήματος κατωτερότητας και κόμπλεξ μπαίνουν στην αρχή της ζωής μας. Στα μάτια των γονιών μας πρωτοβλέπουμε τον εαυτό μας.

Όσο πιο αυστηρή και κριτική είναι αυτή η ματιά, τόσο πιο αυστηροί θα είμαστε κι εμείς με τον εαυτό μας και τις αδυναμίες του. H ανάπτυξη μιας υγιούς και σταθερής προσωπικότητας προϋποθέτει την άνευ όρων αγάπη και αποδοχή των ανθρώπων που είναι σημαντικοί για μας κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Όταν οι γονείς δεν μπορούν να αποδεχτούν κάποια χαρακτηριστικά μας ή μας προσφέρουν την αγάπη τους υπό όρους, μαθαίνουμε ότι αξίζουμε μόνο αν είμαστε όπως μας θέλουν αυτοί.

Μαθαίνουμε έτσι να ντρεπόμαστε για τις ατέλειές μας ή επινοούμε διάφορες μεθόδους για να τις κρύβουμε από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό. Γι’ αυτό, άλλοτε είναι εντελώς ξεκάθαρο τι δημιουργεί σ’ έναν άνθρωπο αίσθημα κατωτερότητας, και έχει να κάνει με πρότυπα και αξίες που κυριαρχούσαν μέσα στην οικογένεια (αν π.χ. η μητέρα θεωρούσε την κομψότητα απαραίτητο στοιχείο θηλυκότητας, ίσως η κόρη να θεωρεί τον εαυτό της άσχημο αν έχει μερικά κιλά παραπάνω), και άλλοτε δεν είναι.

Πολλές φορές είναι ένα γενικότερο αίσθημα αμφισβήτησης του ίδιου μας του εαυτού. Xρειάζεται συχνά πολύ «ψάξιμο» για να βρει κανείς και να παραδεχτεί τι τον κάνει να αισθάνεται μειονεκτικά.

Xρησιμεύουν σε κάτι τα κόμπλεξ;

Πολλές φορές αυτή η αίσθηση ότι μειονεκτούμε μας χρησιμεύει για να αποφεύγουμε να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις που μπορεί να μας είναι δυσάρεστες. Aν λοιπόν κάποιος πιστεύει ότι δεν είναι αρκετά έξυπνος -και με αυτήν τη δικαιολογία δεν τολμάει να αρχίσει μια σταδιοδρομία ή να ψάξει για μια καλύτερη δουλειά-, με αυτό τον τρόπο αποφεύγει τις αποτυχίες. Xάνει όμως ταυτόχρονα και κάθε ευκαιρία να πετύχει, ώστε να αναθεωρήσει αυτήν την αντίληψη που έχει για τις ικανότητές του.

Mε παρόμοιο τρόπο τα κόμπλεξ μπορεί να γίνουν εμπόδιο στο να δημιουργήσουμε και να νιώσουμε εμπιστοσύνη στις σχέσεις μας. Aν πιστεύουμε π.χ. ότι είμαστε άσχημοι ή ότι κάτι επάνω μας είναι άσχημο και απωθητικό, έχουμε την τάση να κρυβόμαστε για να μην εισπράξουμε την απόρριψη των άλλων. Έτσι όμως γινόμαστε «αόρατοι» και για τους άλλους και επιβεβαιώνουμε με τον τρόπο αυτό τους φόβους μας: «ορίστε, δεν με πλησιάζει κανείς, άρα είμαι πράγματι τόσο άσχημος».

Άνθρωποι με πολύ έντονο το αίσθημα κατωτερότητας φτάνουν στο σημείο να υποτιμούν τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται γι’ αυτούς ή με τους οποίους δημιουργούν σχέσεις: «για να θέλει να είναι μαζί μου, δεν αξίζει και πολλά». Mια τόσο στρεβλωμένη αντίληψη του εαυτού ή στοιχείων του εαυτού δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξει.

Yπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από τα κόμπλεξ;

Aυτό που μπορούμε να κάνουμε, όταν παρατηρούμε ότι κάτι που θεωρούμε αδύναμο σημείο μας μας καταδυναστεύει, είναι να προσπαθήσουμε κατ’ αρχάς να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις μας σχετικά με αυτό το θέμα. Συνήθως, όταν πιστεύουμε ότι μειονεκτούμε σε κάτι, ρίχνουμε το βάρος σε κάτι άλλο για να αναπληρώσουμε το «έλλειμμα».

Ένα πολύ κοινότοπο παράδειγμα είναι ο άνθρωπος που πιστεύει ότι είναι άσχημος και προβάλλει ιδιαίτερα τις διανοητικές του ικανότητες. Mία άλλη στρατηγική, όταν αισθανόμαστε μειονεκτικά με κάποιο χαρακτηριστικό μας, είναι να προσπαθούμε να το κρύψουμε, να αποφεύγουμε «κακοτοπιές», για να μην πληγωθούμε. Kρύβουμε λοιπόν την κοιλιά μας κάτω από φαρδιά ρούχα ή την υποτιθέμενη έλλειψη εξυπνάδας στη σιωπή και τη μη συμμετοχή.

Aκόμη, είναι πολύ συνηθισμένο να αξιολογούμε τις αντιδράσεις των άλλων με τρόπο που να επιβεβαιώνουν την αρνητική γνώμη που έχουμε για τον εαυτό μας. Mε έναν ιδιαίτερα «επιτήδειο» τρόπο αγνοούμε ή υποτιμάμε τις θετικές και υπερτιμάμε τις αρνητικές αντιδράσεις. Aν παρατηρήσουμε λοιπόν τη συμπεριφορά μας και κατανοήσουμε με ποιο τρόπο «τρέφουμε» το αίσθημα κατωτερότητας, μπορούμε να υιοθετήσουμε μια συμπεριφορά περισσότερο τολμηρή, αλλάζοντας με πολύ μικρά βήματα τις παραπάνω «στρατηγικές».

Nα τολμήσουμε δηλαδή να δείξουμε περισσότερο αυτό που συνηθίζαμε να κρύβουμε. Nα μην προσπαθούμε τόσο πολύ να τραβάμε την προσοχή αλλού, προκειμένου να μην καταλάβουν οι άλλοι πόσο μειονεκτούμε. Kι ακόμη, να αξιολογούμε τις αντιδράσεις των άλλων πιο ρεαλιστικά, δεχόμενοι εξίσου και τις θετικές και τις αρνητικές.

Mπορεί με τον τρόπο αυτό να αντιληφθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του «βουνού» που βλέπουμε μπροστά μας είναι οφθαλμαπάτη και ότι όλοι οι άλλοι δεν βλέπουν παρά ένα μικρό λοφάκι!

Αριστοτέλης: Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε την τύχη είναι που θα μας οδηγήσει στην επιτυχία ή στην αποτυχία

Στο όγδοο βιβλίο των Ἠθικῶν Εὐδημείων, ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι κάποιοι άνθρωποι είναι τυχεροί. Υπάρχουν τομείς δραστηριότητας στους οποίους η τύχη είναι κυρίαρχος παράγοντας για την επιτυχία (το ρίξιμο των ζαριών είναι ένα παράδειγμα) και όπου οι ανόητοι άνθρωποι μπορούν να θριαμβεύσουν. Υπάρχουν άλλοι τομείς στους οποίους, αν και η ικανότητα είναι αναγκαία, η επιτυχία, παρ’ όλα αυτά, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τύχη (εδώ ο Αριστοτέλης αναφέρει τη στρατιωτική στρατηγική και τη ναυσιπλοΐα).

Πώς πρέπει να εξηγήσουμε το φαινόμενο της τύχης; Ο Αριστοτέλης, ο πρώτος φιλόσοφος στην παγκόσμια ιστορία που την υπέβαλε σε εξονυχιστική ανάλυση, λέει πως οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι η τύχη είναι εγγενής, όπως όταν έχει κάποιος γαλανά ή μαύρα μάτια. Άλλοι λένε ότι δεν πρόκειται για έμφυτο χαρακτηριστικό, αλλά ότι ο τυχερός άνθρωπος, όσο ανεπαρκής κι αν είναι ηθικά και πνευματικά, έχει την αγάπη. Είναι σαν «κακοφτιαγμένο σκαρί» που «συχνά τα καταφέρνει καλύτερα στο ταξίδι, όχι επειδή αυτό οφείλεται στο ίδιο αλλά επειδή έχει καλό καπετάνιο (δηλαδή την αγάπη) στο πηδάλιο. Αλλά επί του προκειμένου ο τυχερός άνθρωπος έχει πλοηγό την λογική».

Ο Αριστοτέλης δεν είναι ικανοποιημένος από αυτές τις δημοφιλείς ερμηνείες, εξετάζοντας την πιθανότητα μερικοί άνθρωποι να χρησιμοποιούν την αυθαίρετη τύχη καλύτερα από άλλους και άρα αξιοποιώντας τις όποιες φυσικές ικανότητες κατέχουν με στόχο τη μετατροπή της τυχαίας συγκυρίας –τυχαιότητας– σε επιτυχία και ευτυχία στη ζωή. Όταν οι άνθρωποι κερδίζουν τεράστιες περιουσίες στο λαχείο, μερικοί τις κατασπαταλούν, χάνουν τους φίλους επειδή «ξεπερνούν τον εαυτό τους» κοινωνικά και βλέπουν τους γάμους και τις οικογένειές τους να διαλύονται πριν περιπέσουν σε χειρότερη φτώχεια από ό,τι πριν τους χαμογελάσει η τύχη.

Η φαινομενική καλή τύχη τελικά μπορεί να αποδειχθεί κακοτυχία. Άλλοι επενδύουν τα κέρδη αυτού του είδους στην εκπαίδευση των παιδιών τους, ανταμείβουν πιστούς φίλους και οικογένεια αγοράζοντάς τους τα κατάλληλα σπίτια και, μάλιστα, ιδρύουν κοινωφελή φιλανθρωπικά ιδρύματα. Με το βουλεύεσθαι και τη λογική καταφέρνουν να μετατρέψουν τη συμπτωματική τύχη σε συνθήκες οι οποίες στην πραγματικότητα οδηγούν σε μη συμπτωματική αλλά προγραμματισμένη και καλά εκτελεσμένη ευδαιμονία.

Ίσως, όπως ισχυρίζεται ο Αριστοτέλης, σε πολλές περιπτώσεις η καλή τύχη να μην είναι και τόσο ανεξέλεγκτη. Ο ίδιος μας προσφέρει μια εξαιρετικά λεπτομερή εικόνα του ατόμου που εκ φύσεως διαθέτει κάποια χαρακτηριστικά – ισχυρή θέληση για να αποκτήσει καλά πράγματα στη ζωή του ή για αυτοβελτίωση, καθώς και (ακόμα κι αν λειτουργεί με ενεργοποιημένο τον «αυτόματο πιλότο» και όχι ενστικτωδώς) την ενέργεια και τη δέσμευση να κυνηγήσει τους παραπάνω στόχους. Σήμερα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτούς τους ανθρώπους αυτοδημιούργητους, οπτιμιστές και φιλόδοξους.

Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι στη φύση τους και τους παροτρύνουν, χωρίς καν οι ίδιοι να το σκέφτονται, σε δρόμους ζωής όπου είναι, που λέει ο λόγος, πιο πιθανόν να είναι τυχεροί. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι χρειάζονται ανεπτυγμένες δεξιότητες σαν το βουλεύεσθαι. Ο παραλληλισμός που παραθέτει ο Αριστοτέλης εδώ αφορά τους «μουσικούς που δεν έχουν μάθει να τραγουδούν και, παρ’ όλα αυτά, έχουν μια φυσική ικανότητα να το κάνουν» ( Ἠθικά Εὐδήμεια 8, 1247b).

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι τελείως ανεκπαίδευτοι στην κατάκτηση της ευτυχίας ή της επιτυχίας οι οποίοι, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσαν να διδάξουν ηθική. Αλλά δρουν ενστικτωδώς ως αυτοσυνείδητοι ενάρετοι ηθικιστές. Σκεφτείτε τον καλό τραγουδιστή που δεν έχει ποτέ σπουδάσει τραγούδι, αλλά παρ’ όλα αυτά ευφραίνει τους πάντες σε κάθε παράστασή του. Υπό αυτή τη σκοπιά, η ηθική της αρετής και το βουλεύεσθαι ως επίκτητες δεξιότητες μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αντισταθμίσουν την αδικία που στάθηκε αιτία κάποιοι να γεννιούνται με μεγαλύτερη φυσική ροπή προς την παραγωγή της ευτυχίας.

Ωστόσο, η πρακτική σοφία είναι συσσωρευτική: για να τελειοποιήσετε την τέχνη του βουλεύεσθαι, απαιτείται πρακτική εμπειρία. Χρειάζεται να το κάνετε κατ’ επανάληψη και να αξιολογείτε τα αποτελέσματα, πριν κατακτήσετε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, πόσο μάλλον δεινότητα, στο βουλεύεσθαι. Δεν είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, σαν να μαθαίνεις μαθηματικά, που μπορείς να τα απορροφήσεις από τις πρώτες αρχές χωρίς εφαρμογή στην πράξη. Όσο πιο σύντομα οι νεαροί άνθρωποι αρχίσουν να προσπαθούν να βουλεύονται λογικά, τόσο το καλύτερο. Η εκπαίδευση στις διαδικασίες της ηθικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί έναν καλύτερο κόσμο για όλους μας.

Πρέπει να συνεχίζουμε να προχωράμε, ακόμα και αν φαίνεται τρομακτικό

Αν έχω μάθει κάτι από την ζωή, είναι ότι μερικές φορές οι πιο σκοτεινές εποχές μπορούν να μας φέρουν στα πιο φωτεινά μέρη.

Έμαθα ότι οι πιο τοξικοί άνθρωποι μπορούν να μας διδάξουν τα πιο σημαντικά μαθήματα.

Ότι μέσα από τις πιο επίπονες μάχες μας μπορούμε να αναπτυχθούμε κατάλληλα. Και ότι οι απώλειες της φιλίας και της αγάπης που ραγίζουν την καρδιά μας μπορούν να κάνουν χώρο για τους πιο θαυμάσιους ανθρώπους.

Έχω μάθει ότι αυτό που μοιάζει με κατάρα εκείνη τη στιγμή μπορεί πραγματικά να είναι μια ευλογία, και αυτό που μοιάζει με το τέλος του δρόμου είναι στην πραγματικότητα απλώς η ανακάλυψη ότι είναι γραφτό να ταξιδέψουμε σε διαφορετική πορεία.

Έχω μάθει ότι ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολα φαίνονται τα πράγματα, υπάρχει πάντα ελπίδα. Και έχω μάθει ότι ανεξάρτητα από το πόσο αδύναμοι νιώθουμε ή πόσο φρικτά φαίνονται τα πράγματα, δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε.

Πρέπει να συνεχίζουμε να προχωράμε. Ακόμα και όταν είναι τρομακτικό, ακόμα και όταν η δύναμη μας φαίνεται να έχει χαθεί, πρέπει να συνεχίσουμε, να βρούμε την δύναμη μας και να προχωρήσουμε, γιατί ότι και αν πολεμάμε αυτή τη στιγμή, θα περάσει και θα τα καταφέρουμε.

Έχουμε φτάσει ως εδώ. Μπορούμε να ξεπεράσουμε ότι έρχεται στην συνέχεια.

SCHOPENHAUER: Η βασανιστική πλήξη ενός πνευματικά αμβλυμένου

Ιδιαίτερα η υγεία βαρύνει τόσο πιο πολύ σε σχέση με όλα τα εξωτερικά αγαθά, που πραγματικά ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν άρρωστο βασιλιά. Μια ήρεμη και χαρωπή ιδιοσυγκρασία που απορρέει από απόλυτη υγεία και ευτυχή εσωτερική οργάνωση, ένα καθαρό, ζωηρό, διεισδυτικό, με σωστή αντίληψη των πραγμάτων μυαλό, μια μετρημένη, ήπια βούληση και συνείδηση – αυτά είναι προτερήματα που κανένα αξίωμα και κανένας πλούτος δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει. Γιατί αυτό που είναι κανείς για τον εαυτό του, αυτό που τον συνοδεύει στη μοναξιά και που κανένας δεν μπορεί να του το δώσει ή να του το πάρει, είναι γι' αυτόν ουσιαστικότερο απ’ όλα όσα έχει ή επίσης, από το πώς μπορεί να είναι στα μάτια των άλλων.

Ένας άνθρωπος με πλούσιο πνεύμα σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τις δικές του σκέψεις, ενατενίσεις και φαντασίες, ενώ η συνεχής εναλλαγή από παρέες, θεάματα, γιορταστικές εκδηλώσεις, εκδρομές δεν μπορεί να αποτρέψει τη βασανιστική πλήξη ενός πνευματικά αμβλυμένου.

Ένας καλός, μετριοπαθής, ήπιος χαρακτήρας μπορεί να είναι ευχαριστημένος υπό συνθήκες φτώχειας, ενώ ένας άπληστος, φθονερός και κακός δεν είναι ευχαριστημένος μέσα σε όλα τα πλούτη.

Ακόμα, για κάποιον που έχει διαρκώς την απόλαυση μιας εξαιρετικής, πνευματικά σημαντικής ατομικότητας, οι περισσότερες των γενικά επιδιωκόμενων απολαύσεων είναι εντελώς περιττές, και μάλιστα μόνο ενοχλητικές και βαρετές.

Γι’ αυτό ο Οράτιος λέει:

Μάρμαρο, ελεφαντόδοντο, πολύτιμα κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα και εικόνες,
ασημικά κι ενδύματα δαρμένα με πορφύρα από τη Γαιτουλία,
πολλοί στερούνται τέτοια και μερικοί για τέτοια δεν ρωτούν.
Epistulae 2, 2, 180-182

Και ο Σωκράτης, βλέποντας κάποια πολυτελή εμπορεύματα που ήταν απλωμένα για πούλημα, είπε:

«Πόσα πράγματα λοιπόν υπάρχουν που δεν τα έχω ανάγκη!»

ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει

Ο Μάρτιν Σέλιγκμαν, ένας από τους πλέον εξέχοντες ψυχολόγους των Ηνωμένων Πολιτειών, εξηγεί ότι οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει.

 . Ο αισιόδοξος θεωρεί ότι οι κακές στιγμές είναι πάντα παροδικές, ενώ, αντίθετα, οι στιγμές ευτυχίας είναι διαρκείς. Μια αποτυχία ή μια καταστροφή είναι μονοσήμαντες, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα.

 . Για τον απαισιόδοξο προφανώς ισχύει το εντελώς αντίθετο και επενδύει σε αυτή την προοπτική.

Κατά τον Σέλιγκμαν, το επεξηγηματικό μας σύστημα – αυτό που αποφασίζει αν είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι – έχει τρία συστατικά:

1. Διάρκεια: Αν οι κακές εμπειρίες προσλαμβάνονται σαν κάτι που θα κρατήσει αιώνια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απαισιόδοξη τάση. Ο άνθρωπος που λέει «δε θα το καταφέρω ποτέ» ή «όλοι με μισούν» μονιμοποιεί τις καταστάσεις αυτές.

2. Γενίκευση ή εξειδίκευση: Όταν πρόκειται για μια αρνητική εμπειρία, ο απαισιόδοξος τείνει να γενικεύει και ο αισιόδοξος να εξειδικεύει ( «όλα μού πάνε στραβά» / «αυτό μου βγήκε άσχημα» ). Αντίθετα, όταν πρόκειται για μια θετική εμπειρία, συμβαίνει το αντίθετο: ο απαισιόδοξος τείνει να εξειδικεύει και ο αισιόδοξος να γενικεύει.

3. Εσωτερίκευση ή εξωτερίκευση: Οι απαισιόδοξοι συνήθως εσωτερικεύουν τις αρνητικές εμπειρίες με τη μορφή τραύματος, ενώ οι αισιόδοξοι τις εξωτερικεύουν, δηλαδή τις μοιράζονται με τους άλλους για να τις απαλύνουν και να τις μετριάσουν.

Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας

Δύσκολα μπορεί κάποιος να αντλήσει από τους διαλόγους του Πλάτωνα πραγματικά ιστορικά στοιχεία για τον Σωκράτη, τον άντρα που περιφερόταν ξυπόλυτος στην αθηναϊκή αγορά φορώντας έναν πεντακάθαρο χιτώνα και έθετε επίμονα ερωτήματα των οποίων η ουσία δεν γινόταν εύκολα αντιληπτή, καταφέρνοντας να δημιουργήσει γύρω του ένα πλήθος από περίεργους, καθώς ανέτρεπε κάθε απάντηση που του έδιναν. Ήταν ένας πλανόδιος της διαλεκτικής, ένας φιλόσοφος-αντάρτης της πόλης.

Ο Πλάτωνας βέβαια δεν είναι ο μόνος Αθηναίος που έγραψε σωκρατικούς διαλόγους μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Είναι, όμως, ο μόνος συγγραφέας σωκρατικών διαλόγων που υπήρξε, συνάμα, και φιλοσοφική ιδιοφυία. Η στάση του Πλάτωνα απέναντι στον «δικό» του Σωκράτη δεν παραμένει στάσιμη κατά τη διάρκεια της μακράς ζωής του. Αν παρακολουθήσουμε τις μεταβολές στη στάση του απέναντι στον φιλόσοφο, του οποίου ο θάνατος έκανε τον ίδιο φιλόσοφο, ίσως καταφέρουμε να πλησιάσουμε περισσότερο το πρόσωπο της απόμακρης μορφής του Πλάτωνα.

Είναι δύσκολο, για να μην πω ανάρμοστο, να προσεγγίσουμε τον Πλάτωνα ως πρόσωπο. Κανείς άλλος φιλόσοφος δεν αποθαρρύνει τόσο πολύ μια τέτοια προσέγγιση. Ο Πλάτωνας φαινόταν να συμπαθεί ελάχιστα ό,τι ήταν προσωπικό. Θεωρούσε ότι  όσο περισσότερο στρέφουμε τον νου μας προς το απρόσωπο, μεγαλώνει η αξία μας. Ότι γινόμαστε καλύτεροι όσο περισσότερο κατανοούμε το Σύμπαν, όσο περισσότερο αναλογιζόμαστε το μεγαλείο του και όσο λιγότερο τη δική μας μικρότητα. Ο Πλάτωνας εκδηλώνει συχνά τρόμο μπροστά στην ανθρώπινη φύση, την οποία θεωρεί πλησιέστερη προς εκείνη του ζώου παρά του Θεού. Η ανθρώπινη φύση είναι ένα ηθικό και πολιτικό πρόβλημα προς επίλυση, και μόνο το Σύμπαν φαντάζει επαρκές για την απεραντοσύνη του εγχειρήματος.

Η ζοφερή απόγνωση του Πλάτωνα για το «γένος μας» έγινε μάλλον πιο φανερή στα τελευταία του χρόνια, ωστόσο, διαισθάνομαι πως είχε άσχημη γνώμη για την ανθρωπότητα ακόμη και όταν ήταν πιο νέος. Η μοίρα του Σωκράτη στα χέρια της δημοκρατίας -η θανατική καταδίκη του, όπως και η ετυμηγορία της ενοχής του, ήταν αποτέλεσμα λαϊκής ψήφου- ίσως σχετίζεται τόσο με την άσχημη εικόνα που είχε διαμορφώσει για την ανθρωπότητα, όσο και με την εξαρχής στροφή του στη φιλοσοφία. Ενώ ο Σωκράτης γελούσε δυνατά με τα κακόγουστα αστεία των κωμικών συγγραφέων, ακόμη και όταν γινόταν ο ίδιος αντικείμενο διακωμώδησης, η χαρακτηριστική αντίδραση του Πλάτωνα στις ταραχώδεις και γελοίες πτυχές της ανθρώπινης φύσης θα ήταν, υποψιάζομαι, ένα ρίγος ανατριχίλας. Η αγάπη του για τον Σωκράτη τον βοήθησε να απωθήσει το ρίγος. Ο Σωκράτης στάθηκε γι’ αυτόν ένα μέσον για να συμφιλιώσει τον εαυτό του με την παραμορφωμένη από τις ασχήμιες και τις αντιφάσεις ανθρώπινη ζωή. Μάλιστα, ο Σωκράτης, ως πολύ ανθρώπινος -όπως ο Πλάτωνας πασχίζει να μας δείξει-ενσαρκώνει ο ίδιος αυτές τις αντιφάσεις.

Απλώς επειδή υπήρξε ένας  άνθρωπος όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας θα μπορούσε να πειστεί ότι τελικά αξίζει να νοιάζεται κάποιος για την ανθρώπινη ζωή.

Με τα γραπτά του ο Πλάτωνας δημιούργησε ένα αδιέξοδο και μια ερμηνευτική σύγχυση. ‘Όμως, δημιούργησε επίσης και τη φιλοσοφία, καθιστώντας την ζωντανό μνημείο του Σωκράτη. Η λέξη φιλοσοφία δηλώνει την αγάπη για τη σοφία. Και η αγάπη για τη σοφία είναι ένα απρόσωπο είδος αγάπης. Αξίζει, λοιπόν, να σημειωθεί ότι μια πολύ προσωπική αγάπη -η αγάπη του Πλάτωνα για τον Σωκράτη- ενεργούσε μέσα στον άνθρωπο που δημιούργησε τη φιλοσοφία όπως την γνωρίζουμε.

Όλα αυτά προσθέτουν ένα στοιχείο παραδόξου στο ύφος με το οποίο έγραψε ο Πλάτωνας, ιδίως αν λάβουμε υπόψη όσα θα πει για τον φιλοσοφικό έρωτα, που αντικαθιστά τον προσωπικό έρωτα (από εδώ πηγάζει η στρεβλωμένη ιδέα μας για τον «πλατωνικό έρωτα»). Όμως, ακόμη και αυτή η ένταση χρησιμοποιείται από τη φιλοσοφία. Στόχος του Πλάτωνα -ή, τουλάχιστον, έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ- είναι να μην αφήσει ποτέ τη σκέψη να γίνει υπερβολικά αυτόματη, να μην επαναπαυθεί. Στόχος του, με άλλα λόγια, είναι ο άνθρωπος να σκέφτεται διαρκώς, να μην περιπίπτει σε νοητική αδράνεια, και γι’ αυτό δεν είναι ποτέ αρνητικός απέναντι στις αποσταθεροποιητικές επιδράσεις του παραδόξου.

Η επικαιρότητά του οφείλεται  αποκλειστικά στα ερωτήματα που έθεσε και στην επιμονή του ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε εύκολα απ’ αυτά, όπως νομίζουν  οι περισσότεροι. ‘Ένα από τα περίεργα χαρακτηριστικά των φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι η προθυμία με την οποία δίνουν πολλοί απαντήσεις οι οποίες δεν συλλαμβάνουν την ουσία των ερωτημάτων. Μερικές φορές οι λανθασμένες απαντήσεις δίνονται από επιστήμονες, άλλοτε στο πλαίσιο θρησκειών, άλλοτε βασισμένες σε αυτό που ονομάζουμε απλή, κοινή λογική. Ο Πλάτωνας διατύπωσε μερικά από τα πιο οριστικά αντεπιχειρήματα απέναντι σε απαντήσεις που αποτυγχάνουν να συλλάβουν την ουσία του φιλοσοφικού ερωτήματος.

Ο ίδιος σπανίως παρουσιαζόταν σαν να δίνει τις τελικές απαντήσεις. Αυτό που τόνιζε ήταν η απειθαρχία την οποία επιδεικνύουν τα ερωτήματα απέναντι στην προσπάθεια να τους δώσει κάποιος ρηχές απαντήσεις.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1166b-1167a)

[V] Ἡ δ᾽ εὔνοια φιλικῷ μὲν ἔοικεν, οὐ μὴν ἔστι γε φιλία· γίνεται γὰρ εὔνοια καὶ πρὸς ἀγνῶτας καὶ λανθάνουσα, φιλία δ᾽ οὔ. καὶ πρότερον δὲ ταῦτ᾽ εἴρηται. ἀλλ᾽ οὐδὲ φίλησίς ἐστιν. οὐ γὰρ ἔχει διάτασιν οὐδ᾽ ὄρεξιν, τῇ φιλήσει δὲ ταῦτ᾽ ἀκολουθεῖ· καὶ ἡ μὲν φίλησις μετὰ συνηθείας, ἡ δ᾽ εὔνοια καὶ ἐκ προσπαίου, οἷον καὶ περὶ τοὺς ἀγωνιστὰς

[1167a] συμβαίνει· εὖνοι γὰρ αὐτοῖς γίνονται καὶ συνθέλουσιν, συμπράξαιεν δ᾽ ἂν οὐδέν· ὅπερ γὰρ εἴπομεν, προσπαίως εὖνοι γίνονται καὶ ἐπιπολαίως στέργουσιν. ἔοικε δὴ ἀρχὴ φιλίας εἶναι, ὥσπερ τοῦ ἐρᾶν ἡ διὰ τῆς ὄψεως ἡδονή· μὴ γὰρ προησθεὶς τῇ ἰδέᾳ οὐδεὶς ἐρᾷ, ὁ δὲ χαίρων τῷ εἴδει οὐδὲν μᾶλλον ἐρᾷ, ἀλλ᾽ ὅταν καὶ ἀπόντα ποθῇ καὶ τῆς παρουσίας ἐπιθυμῇ· οὕτω δὴ καὶ φίλους οὐχ οἷόν τ᾽ εἶναι μὴ εὔνους γενομένους, οἱ δ᾽ εὖνοι οὐδὲν μᾶλλον φιλοῦσιν· βούλονται γὰρ μόνον τἀγαθὰ οἷς εἰσὶν εὖνοι, συμπράξαιεν δ᾽ ἂν οὐδέν, οὐδ᾽ ὀχληθεῖεν ὑπὲρ αὐτῶν. διὸ μεταφέρων φαίη τις ἂν αὐτὴν ἀργὴν εἶναι φιλίαν, χρονιζομένην δὲ καὶ εἰς συνήθειαν ἀφικνουμένην γίνεσθαι φιλίαν, οὐ τὴν διὰ τὸ χρήσιμον οὐδὲ τὴν διὰ τὸ ἡδύ· οὐδὲ γὰρ εὔνοια ἐπὶ τούτοις γίνεται. ὁ μὲν γὰρ εὐεργετηθεὶς ἀνθ᾽ ὧν πέπονθεν ἀπονέμει τὴν εὔνοιαν, τὰ δίκαια δρῶν· ὁ δὲ βουλόμενός τιν᾽ εὐπραγεῖν, ἐλπίδα ἔχων εὐπορίας δι᾽ ἐκείνου, οὐκ ἔοικ᾽ εὔνους ἐκείνῳ εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἑαυτῷ, καθάπερ οὐδὲ φίλος, εἰ θεραπεύει αὐτὸν διά τινα χρῆσιν. ὅλως δ᾽ εὔνοια δι᾽ ἀρετὴν καὶ ἐπιείκειάν τινα γίνεται, ὅταν τῳ φανῇ καλός τις ἢ ἀνδρεῖος ἤ τι τοιοῦτον, καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἀγωνιστῶν εἴπομεν.

***
[5] Αυτό που λέμε «ευνοϊκή διάθεση» έχει μέσα του κάτι από τη «φιλική σχέση», φιλία όμως δεν είναι. Ευνοϊκή, πράγματι, διάθεση μπορεί να έχει κανείς και απέναντι σε άγνωστά του πρόσωπα και δίχως αυτοί να το ξέρουν, φιλία όμως αυτό δεν είναι — αυτά τα έχουμε ήδη πει και στα προηγούμενα. Ούτε όμως και αγάπη είναι, για τον λόγο ότι δεν έχει ούτε εκείνη την ένταση ούτε εκείνη την τόσο μεγάλη επιθυμία που συνοδεύουν την αγάπη. Η αγάπη, εξάλλου, προϋποθέτει συναναστροφή και γνωριμία, ενώ η ευνοϊκή διάθεση μπορεί να γεννηθεί και ξαφνικά, όπως

[1167a] συμβαίνει π.χ. με τους αθλητές στον στίβο: οι θεατές εμφανίζουν ευνοϊκή διάθεση απέναντί τους και θέλουν ό,τι και εκείνοι, δεν θα έπρατταν όμως τίποτε για να τους βοηθήσουν, γιατί —όπως το είπαμε— η ευνοϊκή γι᾽ αυτούς διάθεσή τους γεννιέται ξαφνικά και η αγάπη τους γι᾽ αυτούς είναι επιφανειακή.

Μοιάζει λοιπόν η ευνοϊκή διάθεση να είναι η αρχή μιας φιλίας, όπως είναι αρχή του έρωτα η ευχαρίστηση που νιώθει κανείς βλέποντας κάποιον· γιατί κανένας δεν κυριεύεται από έρωτα, αν πρώτα δεν ευχαριστηθεί βλέποντας τη μορφή τού άλλου· αλλά και αυτός που ευχαριστιέται με τη θέα της μορφής του άλλου δεν είναι ακόμη ερωτευμένος· ερωτευμένος θα είναι όταν θα τον ποθεί απόντα και όταν θα επιθυμεί την παρουσία του. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι φίλοι, αν δεν υπήρξαν ευνοϊκά διατεθειμένοι, αυτοί όμως που είναι ευνοϊκά διατεθειμένοι προς κάποιον δεν είναι ακόμη φίλοι του, και ο λόγος είναι ότι θέλουν μόνο ό,τι είναι καλό γι᾽ αυτόν τον άνθρωπο, τίποτε όμως δεν είναι πρόθυμοι να κάνουν μαζί του ούτε και να υποβληθούν σε κόπους γι᾽ αυτόν. Έτσι, μιλώντας κανείς μεταφορικά, θα μπορούσε να πει ότι η ευνοϊκή διάθεση είναι μια «ανενεργή» φιλία, που όμως, αν κρατήσει καιρό και οδηγήσει σε μια στενότερη γνωριμία, γίνεται φιλία — όχι όμως φιλία για το όφελος ούτε φιλία για την ευχαρίστηση, γιατί τέτοια κίνητρα ούτε ευνοϊκή διάθεση δεν γεννούν. Γιατί αυτός που δέχτηκε την ευεργεσία την ξεπληρώνει δίνοντας ως αντάλλαγμα γι᾽ αυτήν την ευνοϊκή του διάθεση, κάνοντας έτσι αυτό που είναι το σωστό· αυτός όμως που εύχεται σε κάποιον να προκόψει γιατί προβλέπει ότι μέσω εκείνου θα γίνει πλούσιος, δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκά διατεθειμένος απέναντι σ᾽ εκείνον, αλλά μάλλον απέναντι στον εαυτό του, ακριβώς όπως δεν είναι φίλος κάποιου αυτός που τον φροντίζει υπολογίζοντας σε κάποιο όφελος. Γενικά, την ευνοϊκή διάθεση τη γεννάει κάποια αρετή και κάποια καλοσύνη, όταν ένας φανεί σε κάποιον άλλον ωραίος ή ανδρείος ή κάτι τέτοιο — ακριβώς όπως το είπαμε και για τους αθλητές που αγωνίζονται στον στίβο.