Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (545-589)

545 ΧΟ. καὶ μὴν δέδορκα τόνδε Πηλέα πέλας,
σπουδῇ τιθέντα δεῦρο γηραιὸν πόδα.
ΠΗΛΕΥΣ
ὑμᾶς ἐρωτῶ τόν τ᾽ ἐφεστῶτα σφαγῇ,
τί ταῦτα; πῶς ταῦτ᾽; ἐκ τίνος λόγου νοσεῖ
δόμος; τί πράσσετ᾽ ἄκριτα μηχανώμενοι;
550 Μενέλα᾽, ἐπίσχες· μὴ τάχυν᾽ ἄνευ δίκης.
ἡγοῦ σὺ θᾶσσον· οὐ γάρ, ὡς ἔοικέ μοι
σχολῆς τόδ᾽ ἔργον, ἀλλ᾽ ἀνηβητηρίαν
ῥώμην με καὶ νῦν λαμβάνειν, εἴπερ ποτέ.
πρῶτον μὲν οὖν κατ᾽ οὖρον ὥσπερ ἱστίοις
555 ἐμπνεύσομαι τῇδ᾽· εἰπέ, τίνι δίκῃ χέρας
βρόχοισιν ἐκδήσαντες οἵδ᾽ ἄγουσί σε
καὶ παῖδ᾽; ὕπαρνος γάρ τις ὣς ἀπόλλυσαι,
ἡμῶν ἀπόντων τοῦ τε κυρίου σέθεν.
ΑΝ. οἵδ᾽, ὦ γεραιέ, σὺν τέκνῳ θανουμένην
560 ἄγουσί μ᾽ οὕτως ὡς ὁρᾷς. τί σοι λέγω;
οὐ γὰρ μιᾶς σε κληδόνος προθυμίᾳ
μετῆλθον, ἀλλὰ μυρίων ὑπ᾽ ἀγγέλων.
ἔριν δὲ τὴν κατ᾽ οἶκον οἶσθά που κλύων
τῆς τοῦδε θυγατρός, ὧν τ᾽ ἀπόλλυμαι χάριν.
565 καὶ νῦν με βωμοῦ Θέτιδος, ἣ τὸν εὐγενῆ
ἔτικτέ σοι παῖδ᾽, ἣν σὺ θαυμαστὴν σέβεις,
ἄγουσ᾽ ἀποσπάσαντες, οὔτε τῳ δίκῃ
κρίναντες οὔτε τοὺς ἀπόντας ἐκ δόμων
μείναντες, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν ἐρημίαν
570 γνόντες τέκνου τε τοῦδ᾽, ὃν οὐδὲν αἴτιον
μέλλουσι σὺν ἐμοὶ τῇ ταλαιπώρῳ κτανεῖν.
ἀλλ᾽ ἀντιάζω σ᾽, ὦ γέρον, τῶν σῶν πάρος
πίτνουσα γονάτων —χειρὶ δ᾽ οὐκ ἔξεστί μοι
τῆς σῆς λαβέσθαι φιλτάτης γενειάδος—
575 ῥῦσαί με πρὸς θεῶν· εἰ δὲ μή, θανούμεθα
αἰσχρῶς μὲν ὑμῖν, δυστυχῶς δ᾽ ἐμοί, γέρον.
ΠΗ. χαλᾶν κελεύω δεσμὰ πρὶν κλαίειν τινά,
καὶ τῆσδε χεῖρας διπτύχους ἀνιέναι.
ΜΕ. ἐγὼ δ᾽ ἀπαυδῶ γ᾽ ἄλλος οὐχ ἥσσων σέθεν
580 καὶ τῆσδε πολλῷ κυριώτερος γεγώς.
ΠΗ. πῶς; ἦ τὸν ἁμὸν οἶκον οἰκήσεις μολὼν
δεῦρ᾽; οὐχ ἅλις σοι τῶν κατὰ Σπάρτην κρατεῖν;
ΜΕ. εἷλόν νιν αἰχμάλωτον ἐκ Τροίας ἐγώ.
ΠΗ. οὑμὸς δέ γ᾽ αὐτὴν ἔλαβε παῖς παιδὸς γέρας.
585 ΜΕ. οὔκουν ἐκείνου τἀμὰ τἀκείνου τ᾽ ἐμά;
ΠΗ. ναί,
δρᾶν εὖ, κακῶς δ᾽ οὔ, μηδ᾽ ἀποκτείνειν βίᾳ.
ΜΕ. ὡς τήνδ᾽ ἀπάξεις οὔποτ᾽ ἐξ ἐμῆς χερός.
ΠΗ. σκήπτρῳ γε τῷδε σὸν καθαιμάξας κάρα.
ΜΕ. ψαῦσόν θ᾽, ἵν᾽ εἰδῇς, καὶ πέλας πρόσελθ᾽ ἐμοῦ.

***
ΧΟΡΟΣ
Όμως βλέπω βιαστικό τον Πηλέα
να σέρνει κατά δω το γέρικό του βήμα.
ΠΗΛΕΑΣ
Όλους εσάς ρωτάω, ρωτάω κι εσένα
που έτοιμος είσαι για σφαγή, τί τρέχει;
Ποιά είναι η αιτία που το σπίτι αναστατώθηκε;
Ποιό έργο σοφίστηκεν ο νους σας δίχως κρίση;
550 Μενέλαε, στάσου· και μη βιάζεσαι προτού δικάσεις.
(Σ᾽ έναν δούλο του.)
Οδήγα με πιο γρήγορα. Το ζήτημα δεν παίρνει
αργοπορίες. Όσο καμιά άλλη φορά,
θα ᾽θελα να ᾽χα του παλικαριού τη δύναμη.
Και πρώτα πρώτα, σαν το πρίμο αγέρι στα πανιά,
θα δώσω θάρρος στη δύστυχη.
(Στην Ανδρομάχη.)
Με ποιά δικαιολογία τούτοι εδώ
σου δέσανε τα χέρια με σκοινιά και σε τραβάνε
μαζί με το παιδί;
Σαν την αμνάδα με τ᾽ αρνί της
πορεύεσαι προς τη σφαγή, τώρα που λείψαμε
κι εγώ κι ο σύντροφός σου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Ετούτοι, γέροντα,
560 με σέρνουν προς τον θάνατο, όπως βλέπεις.
Τί να σου πω; Δεν σου ᾽στειλα έναν,
αλλά πολλούς βιαστικούς μαντατοφόρους.
Για τη διχόνοια που υπάρχει μες στο σπίτι
εξαιτίας της κόρης του, τα ξέρεις·
θ᾽ άκουσες και για ποιάν αιτία πεθαίνω.
Και τώρα με τραβάνε απ᾽ τον βωμό της Θέτιδας,
της μητέρας του ευγενικού παιδιού σου,
που τόσο την τιμάς και με πηγαίνουν,
χωρίς να με δικάσουν κι ούτε περιμένουν
τον γυρισμό στο σπίτι αυτών που λείπουνε.
Ξέρουν πως είμαι ολομόναχη, με τούτο
570 το παιδί που σε τίποτα δεν έφταιξε
κι όμως σκοπεύουν να το θανατώσουνε
μαζί με τη δύστυχη εμένα.
Μα σε ικετεύω, γέροντα, στα γόνατά σου πέφτοντας
—αφού δεν μπορώ με το χέρι ν᾽ αγγίξω
τη σεβαστή γενειάδα σου— στ᾽ όνομα των θεών,
να με γλιτώσεις· αλλιώς, θα πεθάνουμε, γέροντα,
ντροπή για όλους σας, και για μας δυστυχία.
ΠΗΛΕΑΣ
Λύστε της τα δεσμά, σας προστάζω, προτού μετανιώσετε
κι αφήστε της ελεύθερα τα χέρια.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Όμως το απαγορεύω εγώ, που βέβαια,
κατώτερος δεν λογαριάζομαι από σένα·
580 και την ορίζω πιο πολύ.
ΠΗΛΕΑΣ
Τί λες;
Ήρθες, λοιπόν, εδώ, να γίνεις
νοικοκύρης στο σπίτι μου; Και δεν σου φτάνει
να διαφεντεύεις τη Σπάρτη;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Την επήρα
αιχμάλωτη απ᾽ την Τροία εγώ.
ΠΗΛΕΑΣ
Όμως εδόθηκε βραβείο στον εγγονό μου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν είναι, μήπως, τα δικά μου δικά του
όπως και τα δικά του δικά μου;
ΠΗΛΕΑΣ
Και βέβαια,
μα για να κάνεις καλό, κι όχι κακό,
ούτε και να σκοτώνεις με τη βία.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Από τα χέρια μου ποτέ δεν θα την πάρεις.
ΠΗΛΕΑΣ
Θα σου τσακίσω το κεφάλι με το σκήπτρο μου.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Άγγιξέ με και βλέπεις. Γιατί στέκεις μακριά μου;

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΡΟΙΤΙΔΕΣ

[Nestoris lucanienne à figures rouges] : [Mélampe et les Proétides au temple d'Artémis] : [dessin]ΠΡΟΙΤΙΔΕΣ
(αγελάδες)
 
Οι Προιτίδες ήταν κόρες του Προίτου και της Σθενέβοιας, του βασιλικού ζεύγους της Τίρυνθας ή του Άργους. Ήταν δύο, η Λυσίππη και η Ιφιάνασσα, ή τρεις, η Ιφινόη -αν και αναφέρονται και άλλες δύο, η Ελέγη και η Κελαινή (Αιλ., Ποικ. Ιστ. 3.42). Αυτές όταν έφτασαν σε ηλικία γάμου, προκάλεσαν την οργή της Ήρας, είτε γιατί ισχυρίζονταν ότι ήταν ωραιότερες από τη θεά είτε γιατί παινεύτηκαν ότι το παλάτι του πατέρα τους ήταν πλουσιότερο από τον ναό της Ήρας είτε γιατί έκλεψαν χρυσάφι από το φόρεμα της θεάς για προσωπική τους χρήση. Η Ήρα τις τιμώρησε παίρνοντάς τους τα λογικά, μεταμορφώθηκαν σε δαμάλες και έτρεχαν στα βουνά δέσμιες της τρέλας τους. Η μανία τους έκανε μερικούς να σκεφτούν ότι η τιμωρία προήλθε από τον Διόνυσο, γιατί τον προσέβαλαν με το να αρνούνται τη λατρεία του, οπότε ο μύθος τους θυμίζει το μύθο των γυναικών της Θήβας που, επίσης, αρνούνταν τον Διόνυσο. Ή για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή ασπάστηκαν μια νέα λατρεία αρνούμενες αλαζονικά και προσβλητικά την πατροπαράδοτη της Ήρας. Πάντως, η μεταμόρφωση σε δαμάλες ταιριάζει στη θεά, καθώς και άλλες ηρωίδες που εμπλέκονται με τη γυναίκα του Δία μεταμορφώνονται σε αγελάδες (π.χ. Ιώ) ή ιέρειές της την τιμούν φορώντας προσωπεία αγελάδας.
 
Δύο παραδόσεις υπάρχουν για τον τρόπο ίασης των Προιτίδων. Η μία, η παλαιότερη, του λυρικού ποιητή Βακχυλίδη (5ος αι. π.Χ.), ορίζει ότι η ίαση επήλθε με τη μεσολάβηση του ίδιου του πατέρα τους, του Προίτου· η δεύτερη, η νεότερη, επινοεί την παρέμβαση του μάντη Μελάμποδα. Πιο συγκεκριμένα:
 
Ο Βακχυλίδης* διηγείται ότι ο Προίτος, στην απελπισία του για την κατάσταση των θυγατέρων του, τράβηξε το σπαθί του για να αυτοκτονήσει· τον απέτρεψαν τα πρωτοπαλίκαρά του με λόγια αλλά και με βία. Τότε ξεκίνησε να κυνηγά τις κόρες του που για δεκατρείς μήνες έτρεχαν στα δάση μέχρι την Αρκαδία. Όταν ο Προίτος έφτασε στον ποταμό Λούσιο της Αρκαδίας, έκανε το τελετουργικό λουτρό του καθαρμού, ώστε να μπορέσει να προσευχηθεί στην Άρτεμη και να την παρακαλέσει να τον βοηθήσει -θα της θυσίαζε τότε είκοσι βόδια. Και η θεά πείστηκε και έπεισε με τη σειρά της την Ήρα να συγχωρέσει τα κορίτσια και να τις απαλλάξει από τη μανία. Εκεί έστησαν οι νέες βωμό προς τιμή της συντρόφου του Δία και όρισαν να γίνεται γιορτή στη μνήμη της με θυσίες ζώων και χορούς γυναικών.
 
Με ιάσεις και καθαρμούς ήταν συνδεδεμένο και το όνομα του μάντη Μελάμποδα που συνδεόταν με τα βασιλικά γένη του Άργους, όπως ο Τειρεσίας με τα γένη της Θήβας και ο Κάλχας με των Μυκηνών. Σε αυτή την εκδοχή στις αιτίες της μανίας των Προιτίδων προστίθεται και το μίσος του πατέρα τους προς τον αδελφό του Ακρίσιο και την αυθαίρετη ανάληψη της εξουσίας από τον Προίτο. Όπως και να έχει, ο Προίτος κάλεσε τον Μελάμποδα στην Τίρυνθα, για να τις γιατρέψει. Ο Μελάμποδας, που γνώριζε τη λατρεία του Διόνυσου και ήταν ο πρώτος που ανακάτεψε το κρασί με νερό, προσφέρθηκε να τις γιατρέψει με αντάλλαγμα το ένα τρίτο του βασιλείου, όμως ο Προίτος θεώρησε υπερβολική την απαίτηση του μάντη. Τότε το κακό εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος των Αργείων γυναικών, οι οποίες σκότωναν τα παιδιά τους, εγκατέλειπαν τις εστίες τους και έφευγαν τρελαμένες στα βουνά, όπου διαμέλιζαν ζώα και τα καταβρόχθιζαν ωμά. Μετά από νέα παράκληση του Προίτου ο Μελάμποδας δέχτηκε να διώξει το κακό, αλλά αυτή τη φορά ζήτησε τα δυο τρίτα του βασιλείου, το ένα για τον ίδιο και το άλλο για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος το δέχτηκε, γιατί φοβήθηκε ότι νέα άρνησή του θα τον έκαμνε να χάσει τα πάντα.
 
Συνοδευόμενος κι από άλλους άνδρες, τους πιο ρωμαλέους, ο Μελάμποδας, με δυνατές κραυγές και βίαιους χορούς, κυνήγησε στη Σικυώνα τις Αργείες γυναίκες που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Εκεί η Ιφινόη, η μεγαλύτερη από τις Προιτίδες, εξαντλημένη έχασε τη ζωή της· η καταδίωξη συνεχίστηκε έπειτα προς την οροσειρά των Αροανίων. Εκεί τις βρήκε ο μάντης και τις οδήγησε στην τοποθεσία Λουσοί, όπου με εξαγνισμούς και μυστικές τελετές κατόρθωσε να τις γιατρέψει από την τρέλα. (Παυσ. 8.18.8**) Στον Άνιγρο ποταμό της Πελοποννήσου, ΝΔ της Ολυμπίας, πέταξε ο Μελάμποδας τα αντικείμενα που χρησιμοποίησε για τον εξαγνισμό των θυγατέρων του Προίτου. Από τότε, από τα νερά του ποταμού αναδύεται μια άσχημη μυρωδιά***. Μετά από αυτό, ο Προίτος πάντρεψε την Ιφιάνασσα με τον Μελάμποδα και τη Λυσίππη με τον αδελφό του μάντη, τον Βίαντα. Έτσι ανέβηκαν και οι δυο στους θρόνους που τους είχε υποσχεθεί ο Προίτος. Κι εκείνος έκτισε ναό προς τιμή του Απόλλωνα. (Απολλόδωρος 2.2.2 κ.ε.****)
 
Άλλη παράδοση τοποθετεί την τρέλα όλων των Αργείων γυναικών, όχι μόνο των Προιτίδων, αργότερα, όταν βασίλευε ο εγγονός ή δισέγγονος του Προίτου και ανεψιός των Προιτίδων Αναξαγόρας -μια μανία έπιασε τις γυναίκες να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να τρέχουν άσκοπα στα χωράφια (2.18.4). Τότε ήρθε ο Μελάμποδας και η μοιρασιά του βασιλείου έγινε από τον Αναξαγόρα σε τρεις οικογένειες: τους Αναξαγορίδες, τους Μελαμποδίδες, τους Βιαντίδες. Και με τη μία και με την άλλη παράδοση ο μύθος των Προιτίδων αιτιολογεί την τριπλή ηγεμονία στην περιοχή με τρόπο απόλυτα ευλογοφανή -Από όλους τους Έλληνες μόνο τους Αργείους ξέρω κατατετμημένους σε τρία βασίλεια (Παυσ. 2.18.4)-, ενώ στην εκδοχή του Βακχυλίδη αντανακλάται πιο καθαρά η σθεναρή αντίσταση των ιερατείων της Ήρας σε άλλες λατρείες, κυρίως του Διόνυσου.
Ο Παυσανίας μνημονεύει τους θαλάμους των Προιτίδων στην Τίρυνθα (2.25.8), στον δρόμο προς τη θάλασσα, ενώ παραδίδεται και μια γιορτή στο Άργος, τα Αγράνια, στη μνήμη μιας κόρης του Προίτου (Ησύχιος). Με θέμα τον μύθο τους έγραψαν έργα ο κωμικός ποιητής Θεόφιλος (4ος αι. π.Χ.) και ο βουκολικός ποιητής Θεόκριτος (3ος αι. π.Χ.) (Σούδα).
-----------------------------
*Ο καθαρμός των Προιτίδων από τον Προίτο
 
Είναι η Άρτεμη που κάποτε βωμό
πολυλάτρευτο της είχε στήσει ο Προίτος,
ο γιος του Άβαντα, κι οι κόρες του μαζί,
οι κοπέλες οι ωριοστόλιστες εκείνες.
Παλιότερα, απ' το ωραίο του Προίτου σπίτι
είχε αυτές τις κοπέλες φευγατίσει
η παντοδύναμη Ήρα
σε ζυγό τρέλας σφίγγοντας το νου τους·
γιατί σπρωγμένες
από παρθενική μια ορμή, στ' άγιο άλσος
πήγαν της πορφυρόζωνης της Ήρας
και παινεύτηκαν ότι είχαν πατέρα
πιο πλούσιον κι από την ξανθή
συντρόφισσα του δυνατού
του Δία· εκείνη θύμωσε,
τους πήρε τα συλλοϊκά
και στην καρδιά τους έβαλε τρελή μια ορμή να φύγουν·
και γύριζαν μες στων βουνών τους λόγγους τότε οι κόρες
και ξεφωνίζαν άγρια. Το πατρικό τους σπίτι
στην Τίρυνθα ήταν· κείθε, από τους δρόμους
τους θεόχτιστους έφυγαν και πάνε.
 
Απ' την Τίρυνθα λοιπόν του Προίτου οι κόρες,
κοπελιές μαυρομαλλούσες, φύγαν πια
κι όλο αλήτευαν αλάργ' απ' την πατρίδα.
Του γονιού την καρδιά σπάραξε η λύπη, [στρ. γ]
παράξενη έγνοια μπήκε μες στο νου
και δίκοπο μαχαίρι
μελέτησε στο στήθος του να μπήξει·
μα οι δορυφόροι
με λόγια μαλακά τον συγκρατούσαν
ή και με το στανιό. Οι τρελές κοπέλες
αλήτευαν σωστούς δεκατρείς μήνες
στο λόγγο το βαθίσκιωτο,
και στην προβατοθρόφα γη
την Αρκαδία τριγύριζαν.
Έφτασε τέλος ο γονιός
κοντά στο Λούσο ποταμό· παίρνει νερό απ' το ρέμα
τ' όμορφο εκείνο, νίβεται, και προς του αρματοδρόμου
ήλιου τη λάμψη υψώνοντας τα χέρια δέηση κάνει·
τη γελαδόματη Άρτεμη ικετεύει,
κόρη κυράς κρεμεζομαντιλούσας,
απ' την καταραμένη αυτή μανία,
που τα μυαλά ταράζει,
τα δύστυχα παιδιά του να λυτρώσει.
«Και είκοσι βόδια
θυσία εγώ, θεά, θα σου προσφέρω,
κοκκίνηδες, και που άζευτα είναι ακόμα.»
Η θυγατέρα του ύψιστου πατέρα,
η αγριμοφόνισσα θεά,
άκουσε αυτή την προσευχή·
κάνει της Ήρας την καρδιά
κι απ' τη μανία την άθεη
τις νέες γιατρεύει· τότε αυτές, οι ανθοστεφανωμένες,
γρήγορα για την Άρτεμη μετόχι ξεχωρίζουν,
στήνουν βωμό, τον βάφουνε με αίμα πολλών προβάτων
και γυναικείους χορούς για κείνη ορίζουν.
(Βακχ., Επίνικοι 11.40-58, 82-112)
 
**Αροάνια και Λουσοί
 
Πάνω από τη Νώνακρι [αρκαδική πόλη που την εποχή του Παυσανία ήταν ερειπωμένη] είναι τα λεγόμενα Αροάνια όρη, όπου υπάρχει ένα σπήλαιο. Λένε ότι σ' αυτό το σπήλαιο κατέφυγαν οι θυγατέρες του Προίτου όταν τρελάθηκαν. Ο Μελάμποδας με μυστικές θυσίες και καθαρμούς τις κατέβασε σ' ένα μέρος που ονομάζεται Λουσοί [αρκαδική πόλη με ιερό της Άρτεμης]. Λένε, ότι οι Λουσοί ήταν κάποτε πόλη. Σήμερα όμως δεν σώζονται ούτε τα ερείπια. Τις θυγατέρες λοιπόν του Προίτου τις έφερε κάτω στους Λουσούς ο Μελάμποδας και τις θεράπευσε από την τρέλα τους σε ένα ιερό της Άρτεμης. Και από τότε οι Κλειτόριοι ονομάζουν την Άρτεμη Ἡμερασίαν.
(Παυσ. 8.18.8)
 
***Παυσανίας και Στράβων για τον ποταμό Άνιγρο
 
Το ρεύμα αυτού του ποταμού [του Άνιγρου] συχνά το σταματούν ισχυροί άνεμοι, γιατί κουβαλούν την άμμο από την ανοιχτή θάλασσα ενάντια στο ρεύμα του ποταμού και εμποδίζουν το νερό να τρέξει προς τα εμπρός. Όταν, λοιπόν, από τις δύο πλευρές μουσκέψει η άμμος από έξω από τη θάλασσα και από μέσα από το ποτάμι,τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος και για τα ζώα και για τους ανθρώπους να βουλιάξουν. Ο Άνιγρος πηγάζει από το αρκαδικό βουνό Λάπιθο και ήδη από τις πηγές του το νερό δεν είναι ευώδες αλλά έχει φοβερή δυσοσμία. Και πριν να δεχθεί τα νερά του παραπόταμου Ακίδαντα, είναι φανερό ότι δεν τρέφει καθόλου ψάρια. Μετά τη συμβολή των δύο ποταμών τα ψάρια που με το νερό κατεβαίνουν στον Άνιγρο οι άνθρωποι δεν τα θεωρούν φαγώσιμα, αν όμως πιαστούν στα νερά του Ακίδαντα, θεωρούνται φαγώσιμα. Είμαι πεπεισμένος ότι η παράξενη οσμή του Άνιγρου οφείλεται στη σύσταση του εδάφους μέσα από το οποίο περνάει το νερό, ώσπου να βγει στις πηγές, όπως ακριβώς τα ποτάμια πέρα από την Ιωνία, οι αναθυμιάσεις των οποίων είναι ολέθριες για τους ανθρώπους. Μερικοί Έλληνες λένε ότι ο Χείρωνας ή ένας άλλος Κένταυρος, ο Πυλήνορας, τοξεύτηκε από τον Ηρακλή και πληγωμένος κατέφυγε σε αυτό το ποτάμι, όπου καθάρισε το τραύμα του. Το δηλητήριο της ύδρας έδωσε στον Άνιγρο αυτή την αποκρουστική οσμή. Άλλοι πάλι αποδίδουν αυτή την ιδιότητα του ποταμού στον Μελάμποδα, τον γιο του Αμυθάονα, που έριξε στο νερό τα καθάρσια που χρησιμοποίησε για τον καθαρμό των θυγατέρων του Προίτου. Υπάρχει στο Σαμικό ένα σπήλαιο, όχι μακριά από το ποτάμι, που ονομάζεται το σπήλαιο των Ανιγρίδων νυμφών. Όποιος μπει σε αυτό και υποφέρει από αλφισμό [αλμπινισμός ή λευκπάθεια] ή λεύκη, είθισται καταρχάς να εύχεται στις νύμφες και να υπόσχεται θυσία· μετά σκουπίζει τα άρρωστα μέλη του σώματος. Κολυμπώντας μέσα στο ποτάμι άφηνε την παλιά ακαθαρσία στο νερό και έβγαινε υγιής και χωρίς αποχρωματισμένες κηλίδες.
(Παυσ. 5.5.7-11)
 
Πρὸς γὰρ δὴ τῷ ἄντρῳ τῶν Ἀνιγριάδων νυμφῶν ἐστι πηγή, ὑφ᾽ ἧς ἕλειον καὶ τιφῶδες τὸ ὑποπῖπτον γίνεται χωρίον· ὑποδέχεται δὲ τὸ πλεῖστον τοῦ ὕδατος ὁ Ἄνιγρος βαθὺς καὶ ὕπτιος ὢν ὥστε λιμνάζειν· θινώδης δ᾽ ὢν ὁ τόπος ἐξ εἴκοσι σταδίων βαρεῖαν ὀσμὴν παρέχει καὶ τοὺς ἰχθῦς ἀβρώτους ποιεῖ. μυθεύουσι δ᾽ οἱ μὲν ἀπὸ τοῦ τῶν τετρωμένων Κενταύρων τινὰς ἐνταῦθ᾽ ἀπονίψασθαι τὸν ἐκ τῆς Ὕδρας ἰόν, οἱ δ᾽ ἀπὸ τοῦ Μελάμποδα τοῖς ὕδασι τούτοις καθαρσίοις χρήσασθαι πρὸς τὸν τῶν Προιτίδων καθαρμόν· ἀλφοὺς δὲ καὶ λεύκας καὶ λειχῆνας ἰᾶται τὸ ἐντεῦθεν λουτρόν.
(Στρ., Γεωγρ. 8.3.19.15-25)
 
****Μελάμποδας και Προιτίδες
 
Και απέκτησε ο Ακρίσιος από την Ευρυδίκη, κόρη του Λακεδαίμονα, τη Δανάη, και ο Προίτος από τη Σθενέβοια τη Λυσίππη, την Ιφινόη και την Ιφιάνασσα. Όταν αυτές έφτασαν σε ηλικία γάμου, καταλήφθηκαν από μανία, ή επειδή δεν αποδέχονταν τις ιερουργίες του Διόνυσου, όπως λέει ο Ησίοδος, ή επειδή περιφρόνησαν το άγαλμα της Αθηνάς, όπως ισχυρίζεται ο Ακουσίλαος. Σε κατάσταση μανίας περιπλανιόνταν σε όλη την Αργεία· ύστερα, πέρασαν στην Αρκαδία και διέτρεχαν τις ερημιές κάνοντας κάθε δυνατή αδιαντροπιά. Ο Μελάμποδας, γιος του Αμυθάονα και της Ειδομένης, κόρης του Άβαντα, που ήταν μάντης και πρώτος είχε βρει τη θεραπεία με φάρμακα και καθαρμούς, υποσχέθηκε να θεραπεύσει τις κοπέλες, με τον όρο να πάρει το ένα τρίτο από το βασίλειο. Και καθώς ο Προίτος δεν έδινε την άδεια να τις θεραπεύσει με τόσο μεγάλη ανταμοιβή, τις κοπέλες τις παραπήρε η μανία και επιπλέον μετά από αυτές και τις υπόλοιπες γυναίκες· και αυτές δηλαδή εγκατέλειπαν τα σπίτια τους, σκότωναν τα ίδια τους τα παιδιά και σύχναζαν στις ερημιές. Και καθώς η συμφορά διογκωνόταν όλο και περισσότερο, ο Προίτος δέχτηκε τελικά να δώσει την ανταμοιβή που του είχε ζητηθεί. Αλλά ο Μελάμποδας υποσχόταν να τις θεραπεύσει, με τον όρο να πάρει το άλλο ένα τρίτο της γης ο αδελφός του Βίαντας. Και ο Προίτος, επειδή φοβήθηκε μήπως, όσο καθυστερούσε η θεραπεία, του ζητούσαν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι από την επικράτειά του, του επέτρεψε να τις θεραπεύσει με αυτούς τους όρους. Τότε ο Μελάμποδας πήρε μαζί του τα πιο ρωμαλέα παλικάρια και με αλαλαγμούς και έξαλλους χορούς τις κυνήγησαν διώχνοντάς τες από τα βουνά στη Σικυώνα. Και την ώρα που τις κυνηγούσαν, η μεγαλύτερη κόρη του Προίτου, η Ιφινόη, πέθανε [από εξάντληση] οι άλλες δύο υποβλήθηκαν σε καθαρμούς και ήρθαν στα συγκαλά τους. Αυτές τις πάντρεψε ο Προίτος με τον Μελάμποδα και τον Βία, και λίγο μετά απέκτησε και ένα γιο, τον Μεγαπένθη.
(Απολλόδωρος 2.2.2 κ.ε.)

Ιστορικά γεφύρια της Ηπείρου που αντιστέκονται στο χρόνο

Τα γεφύρια της Ηπείρου: Τα γοητευτικά «κομμάτια» της ιστορίας που στέκουν αγέρωχα στο χρόνο. Τα πέτρινα γεφύρια είναι μοναδικά έργα τέχνης που γεννήθηκαν μέσα από την ανάγκη των ανθρώπων να επικοινωνήσουν. Τότε που δεν υπήρχαν δρόμοι και έπρεπε να διασχίζουν τους υδάτινους δρόμους της Ηπείρου, δηλαδή τα ποτάμια που χώριζαν και ταυτόχρονα ένωναν τα χωριά και τις πόλεις.

'Εργα ανθρώπων τόσο εναρμονισμένα με το ηπειρώτικο τοπίο, σαν να τα γέννησε η φύση.

Με αφορμή την κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας από την κακοκαιρία πρόσφατα, συγκεντρώσαμε σε ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ μερικά από τα πιο όμορφα γεφύρια της Ηπείρου, που περιγράφονται ως «μνημεία μιας άλλης εποχής που χτίστηκαν από φιλέλληνες ευεργέτες και άξιους μαστόρους, με αίμα και πόνο σε αρμονία με το περιβάλλον σχεδιασμένα να αντέξουν την μανία της φύσης». Για πόσο ακόμα;
 

Το γεφύρι της Πλάκας

Το γεφύρι της Πλάκας
Το γεφύρι της Πλάκας
Το μονότοξο Γεφύρι της Πλάκας χτίστηκε τον 19ο αιώνα (και κατέρρευσε την Κυριακή), ήταν το μεγαλύτερο των Βαλκανίων, με άνοιγμα τόξου 40,20 μέτρα και ύψος, στο κέντρο, 21 μέτρα. Γεφύρι με ιστορικό φορτίο, καθώς εκεί λειτούργησε το τελωνείο από την ελεύθερη Ελλάδα στην σκλαβωμένη Ήπειρο. Σύμβολο ενότητας και ομοψυχίας των αντιστασιακών δυνάμεων, καθώς εκεί, στις 29 Φεβρουαρίου του 1944, υπογράφηκε η συμφωνία της Πλάκας-Μυρόφιλλου για την κοινή δράση κατά των Γερμανών κατακτητών της χώρας.
Η θέση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για το χτίσιμο γεφυριού και αυτό φαίνεται από τις δύο αποτυχημένες προσπάθειες που προηγήθηκαν για κτίσιμό του το 1860 και το 1863.

Μετά την κατάρρευσή του το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο επιχειρηματίας Νίκος Λούλης (γιος του Κώστα Λούλη), που αποτελεί την 7η γενιά «μυλωνάδων» καταγόμενος από την Αετορράχη Κατσανοχωρίων, ανέλαβε με δικά του έξοδα την αναστήλωση του.

Η Γέφυρα του Νούτσου- Κόκκορου

 
Γεφύρι του Νούτσου ή Κόκκορου (1750-Μονότοξο): Πέτρινο γεφύρι με μια αψίδα, διασχίζει τον Βίκο, μεταξύ των χωριών Κουκούλι-Δίλοφο και Κήποι, στην περιοχή του Κεντρικού Ζαγορίου.

Το γεφύρι της Κόνιτσας

Το γεφύρι της Κόνιτσας
Το γεφύρι της Κόνιτσας
Στη νοτιοδυτική άκρη της πόλης, ακριβώς στην είσοδο της χαράδρας του Αώου, βρίσκεται το μεγάλο μονότοξο γεφύρι της Κόνιτσας, το οποίο κτίστηκε το 1870- 71 από συνεργείο 50 μαστόρων με επικεφαλής τον πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο από την Πυρσόγιαννη.
Το γεφύρι χτίστηκε με δωρεές των κατοίκων της πόλης και κυρίως του Γιαννιώτη Ιωάννη Λούλη, ο οποίες διέθεσε περίπου τα μισά από τα 120.000 γρόσια που κόστισε η κατασκευή του.

Το Γεφύρι της Πολιτσάς

Το Γεφύρι της Πολιτσάς
Το Γεφύρι της Πολιτσάς
Στην περιοχή των Κατσανοχωρίων, κοντά στο χωριό Φορτόσι και πάνω από τα ορμητικά νερά του Αράχθου έχει κτιστεί το ωραίο πέτρινο γεφύρι της Πολιτσάς. Είναι τετράτοξο με το κεντρικό τόξο να έχει ύψος περίπου 14 μέτρα και μήκος 24 μέτρα περίπου.
Χτίστηκε από μαστόρους εκ Αμπελοχωρίου, ενώ το 1874 ο Ι. Λούλης διέθεσε τα χρήματα για την συντήρησή του. Πολύ κοντά σε αυτό το υπέροχο γεφύρι βρίσκεται το σημερινό νεώτερο.

Το γεφύρι Βωβούσας

Το γεφύρι Βωβούσας
Το γεφύρι Βωβούσας
Γεφύρι της Βωβούσας (1748-Μονότοξο) : Βρίσκεται στο κέντρο του χωριού Βωβούσα στην περιοχή του Ανατολικού Ζαγορίου. Κτίστηκε το 1748, στις πηγές του Αώου, από τον Αλέξη Μίσιο.

Το γεφύρι Πλακίδα- Καλογερικό

Το γεφύρι Πλακίδα- Καλογερικό
Το γεφύρι Πλακίδα- Καλογερικό
Πρόκειται για ένα τρίτοξο γεφύρι που χτίστηκε το 1814 και βρίσκεται κοντά στα χωριά Κήποι και Κουκούλι του Κεντρικού Ζαγορίου. Είναι από τα λιγοστά τρίτοξα γεφύρια που υπάρχουν, πράγμα που του έχει δώσει την ιδιαίτερη φήμη του.

Το γεφύρι της Βροσίνας

Το γεφύρι της Βροσίνας
Το γεφύρι της Βροσίνας
Το γεφύρι της Βροσίνας, βρίσκεται εντός του οικισμού, δίπλα στην βρύση. To χωριό Βροσίνα συναντάται στην παλιά εθνική οδό Ιωαννίνων- Ηγουμενίτσας. Το γεφύρι είναι μονότοξο με δύο βοηθητικά τόξα. Η παράδοση αναφέρει ότι χτίστηκε με χρήματα της Μονής Μακρυαλέξη (Λάβδανη)
(Σημειώνεται ότι και το Γεφύρι της Βροσίνας κινδύνευσε από την κακοκαιρία, αφού το ποτάμι Ζαλογγίτικο, ξεχείλισε και τα νερά έφτασαν ως την καμάρα του πέτρινου Γεφυριού της Βροσίνας.)

Το γεφύρι του Μίσιου

Το γεφύρι του Μίσιου
Το γεφύρι του Μίσιου
Η «γέφυρα του Μίσιου» βρίσκεται στο παλιό μονοπάτι που ένωνε το Κουκούλι με τη Βίτσα και κτίσθηκε το 1748 με δαπάνες της οικογένειας του Αλέξη Μίσιου από το Μονοδέντρι.
Το Γεφύρι του Μίσιου βρίσκεται στην κοιλάδα του Ξηροπόταμου, ανάμεσα στα χωριά Κουκούλι και Βίτσα.

Το γεφύρι Καμπέρ Αγά

Το γεφύρι Καμπέρ Αγά
Το γεφύρι Καμπέρ Αγά
Στην περιοχή του Ανατολικού Ζαγορίου, κοντά στους Μηλιωτάδες, πάνω από τον ποταμό Ζαγορίτικο βρίσκεται το επιβλητικό μονότοξο πέτρινο γεφύρι του Καμπέρ Αγά.Το γεφύρι χτίστηκε το 1659.

Το γεφύρι της Αρτας

To Γεφύρι της Άρτας (στην λαϊκή παράδοση γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Αράχθου, του 17ου αιώνα μΧ, στην πόλη της Άρτας, που έγινε πασίγνωστη από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην "εξ ανθρωποθυσίας" θεμελίωσή του.

Το γεφύρι της Αρτας
Το γεφύρι της Αρτας

Ο ίδιος όρος αποτελεί επίσης σύγχρονη μεταφορική έκφραση όταν αναφέρονται έργα τα οποία αργούν να ολοκληρωθούν όπως και στο θρύλο του τραγουδιού ("Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν").

Το γεφύρι της Αρτας
Το γεφύρι της Αρτας

 

Το γεφύρι του Κοντοδήμου

Το γεφύρι του Κοντοδήμου
Το γεφύρι του Κοντοδήμου
Το γεφύρι του Κοντοδήμου ή Λαζαρίδη βρίσκεται στην έξοδο της χαράδρας του «Βικάκη», λίγο έξω από το χωριό Κήποι Ζαγορίου.
Χτίστηκε το 1753, με έξοδα του Τόλη Κοντοδήμου από το Βραδέτο, από τον οποίο πήρε και το όνομα και βρίσκεται πάνω στο μονοπάτι με το οποίο επικοινωνούσαν παλαιότερα οι Κήποι με το Κουκούλι.

Το Θεογέφυρο

Το Θεογέφυρο
Το Θεογέφυρο
Το Θεογέφυρο βρίσκεται κοντά στο χωριό Λίθινο Ιωαννίνων. Είναι ένα φυσικό γεφύρι που σχηματίσθηκε από βράχια ενωμένα πάνω από τον ποταμό Καλαμά. Κατεβαίνοντας το μονοπάτι προς την κοίτη του ποταμού θα σας γοητεύσουν τόσο η θέα του γεφυριού από κάτω προς τα πάνω όσο και τα ορμητικά νερά του ποταμού, που κυλάν ανάμεσα στα βράχια της κοίτης του δημιουργώντας αρκετό θόρυβο!

Το γεφύρι της Κλειδωνιάς

Το γεφύρι της Κλειδωνιάς
Το γεφύρι της Κλειδωνιάς
Βρίσκεται στο χωριό Κλειδωνιά της επαρχίας Κόνιτσας, εκεί που τελειώνει η χαράδρα του Βίκου. Γεφυρώνει τον Βοϊδομάτη. Χτίστηκε το 1853.
 

Το γεφύρι του Πετσιώνη

Το γεφύρι του Πετσιώνη
Το γεφύρι του Πετσιώνη
Βρίσκεται έξω από το χωριό Κήποι Ζαγορίου, διανύοντας ένα περίπου χιλιόμετρο στο δρόμο προς τους Νεγάδες. Γεφυρώνει το Μπαγιώτικο ποτάμι. Χτίστηκε το 1830 με χορηγό τον Θεόδωρο Πετσιώνη από το Δίλοφο.

Το γεφύρι του Μύλου – Ελάτη

Το γεφύρι του Μύλου
Το γεφύρι του Μύλου
Βρίσκεται κάτω από τον οικισμό της Ελάτης Ζαγορίου. Γεφυρώνει τον Ξηροπόταμο, που χύνεται στον Βίκο. Το έτος κατασκευής του είναι άγνωστο. Από εκεί ξεκινά μονοπάτι που καταλήγει στο γεφύρι του Αγίου Μηνά στο γειτονικό Δίλοφο.

Το γεφύρι του Καπετάν Αρκούδα

Το γεφύρι του Καπετάν Αρκούδα
Το γεφύρι του Καπετάν Αρκούδα
Το γεφύρι του Καπετάν-Αρκούδα βρίσκεται στο Δίλοφο Ζαγορίου. Είναι ένα μονότοξο γεφύρι που κατασκευάστηκε το 1806 με χρηματοδότηση του Εβραίου Σολομώντα Ματσίλη.
Παλαιότερα ονομαζόταν γεφύρι του Ξηροποτάμου ή γεφύρι του Εβραίου. Το όνομα με το οποίο είναι γνωστό σήμερα το πήρε από τον Μακεδονομάχο Καπετάν-Αρκούδα, τον οποίο σκότωσε ο τουρκικός στρατός σε αυτό το σημείο, το 1906.

Το γεφύρι της Πολιτσάς

 
Το γεφύρι της Πολιτσάς
Το γεφύρι της Πολιτσάς ενώνει το Αμπελοχώρι με το Φορτόσι ή αλλιώς το δήμο Πραμάντων με το δήμο Κατσανοχωρίων. Πρόκειται για πέτρινο γεφύρι με μία καμάρα για το οποίο δεν υπάρχουν στοιχεία για το πότε και από ποιον χτίστηκε. Δίπλα του σε κοντινή απόσταση και πάνω στους ίδιους ογκόλιθους, έχει χτιστεί μία σύγχρονη γέφυρα από μπετόν για την εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων, η οποία στέκει αταίριαστη μπροστά από το πέτρινο γεφύρι.

Το γεφύρι του Ξυροπόταμου

Το γεφύρι του Ξυροπόταμου
Το γεφύρι του Ξυροπόταμου
Δίτοξο πέτρινο γεφύρι που βρίσκεται έξω από το χωριό Σενίκο (νομός Ιωαννίνων). Γεφυρώνει τον Ξηροπόταμο, ο οποίος χύνεται στον ποταμό Τύρια.

Το γεφύρι της Μαύρης Πέτρας

Το γεφύρι της Μαύρης Πέτρας
Το γεφύρι της Μαύρης Πέτρας
Το γεφύρι της Μαύρης Πέτρας - Πουρνιάς (χτίστηκε το 1817), έχει τεταρτοκυκλικά ανακουφιστικά τόξα, ενώ το τοπίο συμπληρώνουν το εικόνισμα, η βρύση, η αγιογραφία του Παντοκράτορα  σε απότομο βράχο πάνω από το γεφύρι και ο μισογκρεμισμένος νερόμυλος δίπλα του.

Απελευθέρωση από τα Ψυχικά Απόβλητα

Σ’ ένα μεγάλο δάσος γεμάτο σκέψεις και συναισθήματα, η μικρή σουσουράδα ξύπνησε αναστατωμένη.

«Μάγε, μάγε…» φώναξε με αγωνία μεσ’ τη νύχτα η σουσουράδα., «μάγε μου, τι θα μου μείνει αν μου πεθάνει ο πόνος και ο φόβος; πως θα ζήσω εγώ μάγε μου χωρίς συνήθεια;» ρώτησε αναστατωμένη, σχεδόν ετοιμοθάνατη η σουσουράδα.

Ο μάγος τεντώθηκε, πολύ του άρεσαν αυτές οι ερωτήσεις. Κοίταξε τη σουσού και της ψιθύρισε στο αριστερό αυτί. «Το χιούμορ θα μείνει σουσού, το χιούμορ».

Μια μικρή σουσουράδα αγωνιά κάθε στιγμή μέσα μας, φοβάται, θλίβεται, ανησυχεί μήπως πεθάνουν τα ψυχικά της απόβλητα, όπως η θλίψη, η λύπη, ο θυμός, ο φόβος, η ζήλεια, οι ενοχές, η αλαζονεία κ.α. Τι θα γινόταν όμως αν ανακάλυπτε ότι , όταν αυτά πεθάνουν αυτή θα ζήσει αληθινά, ελεύθερη;

Ο μεγαλύτερος φόβος μας δεν είναι το σκοτάδι που κουβαλάμε, είναι το φως μας που δεν αντέχουμε, έλεγε ο Πλάτωνας, θέλοντας να πλατύνει – διευρύνει τις σκέψεις και τη θέση μας σ’ αυτή τη ζωή.

Όταν σταματάω να ταυτίζομαι με τα ψυχικά απόβλητα ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΟΜΑΙ από την ανάγκη μου να δηλητηριάζω και να δηλητηριάζομαι σε κάθε ευκαιρία.

Όταν θυμάμαι τι είμαι δεν κρίνω τους άλλους, ούτε τον εαυτό μου, αποδέχομαι τα λάθη μου και διορθώνομαι.

Αυτή η μικρή σουσουράδα μέσα μας, χρειάζεται να πετάξει μακριά από το δάσος του φόβου, να μεταμορφωθεί στον αετό που κρύβει μέσα της και να μη φοβάται να αποχωριστεί τις παλιές της συνήθειες.

Αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες μας , μπορούμε και να τις διορθώσουμε, όλα είναι θέμα εκπαίδευσης. Εσείς είστε έτοιμοι να απαλλαγείτε από τα ψυχικά σας απόβλητα και να γίνετε αυτό που είστε αληθινά;

Η φιλία σύμφωνα με τον Επίκουρο

Ενώ οι περισσότεροι από τους προκατόχους του θεμελίωναν την αληθινή φιλία πάνω σε μια αρετή που αφορούσε ένα εκλεκτό κομμάτι των πολιτών, ο Επίκουρος, περισσότερο προσγειωμένος, έχει τάση να την κάνει προσβάσιμη σε μεγαλύτερο αριθμό, συναρτήσει μικρότερων απαιτήσεων. Από κάποια αποσπάσματα και από αποφθέγματα που μετέφεραν οι μαθητές του, αναδεικνύεται πως, χωρίς απολυτότητα, για αυτόν τον φιλόσοφο «η φιλία είναι το πιο πολύτιμο αγαθό που μας προσφέρει η σοφία για την ευτυχία της ζωής μας». Ενώ προέρχεται από τη χρησιμότητα έχει τάση γρήγορα να καλλιεργείται για τον εαυτό της:
 
«Ούτε αυτός που παντού ψάχνει τη χρησιμότητα μπορεί να είναι φίλος, ούτε αυτός που ποτέ δεν συνδυάζει τη φιλία με κάποιο συμφέρον, γιατί ο ένας κάνει τα οφέλη της αντικείμενο κερδοσκοπικής ανταλλαγής και ο άλλος αποστερείται από κάθε μελλοντική ελπίδα (υποστήριξης)».
 
Αλλού, προσδιορίζεται πως δεν μπορεί να πρόκειται για απλό υπολογισμό: «Δεν έχουμε τόση ανάγκη τη χρησιμότητα των φίλων μας όσο την εμπιστοσύνη στην υποστήριξη τους». Για τη μια και την άλλη πλευρά η ευχαρίστηση να είναι κανείς βοηθός υπερτερεί της ανάγκης να βοηθηθεί. Επίσης, δεν πρέπει να εγκρίνει κανείς ούτε αυτούς που σπεύδουν ούτε αυτούς που είναι βραδείς στη σύνδεση της φιλίας, «πρέπει μάλιστα να ριψοκινδυνεύσει κανείς για αυτό». Η ευχαρίστηση και η ευτυχία εξαρτώνται από τον αρχικό αυτό κίνδυνο. Ωστόσο ο Επίκουρος συναντά τον Αριστοτέλη στην εκτίμηση πως δεν πρόκειται για άλλη καινούργια ευχαρίστηση, αλλά για επαύξηση κάθε ευχαρίστησης σε σχέση με αυτό που θα ήταν αν είχε βιωθεί μοναχικά. Αυτό ισχύει τόσο για ορισμένες ευχαριστήσεις του σώματος, όπως αυτές του τραπεζιού, όσο και για τις χάρες του πνεύματος που χαρακτηρίζουν τη φιλοσοφική συζήτηση.
 
Η ηθική λοιπόν του Επίκουρου δεν προϋποθέτει ούτε εξαιρετικά χαρίσματα ούτε την παραίτηση από τις επιθυμίες μας, θεωρώντας τις κατώτερες. Μπορεί όμως να μας αποσπάσει από τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα μιας συχνά καταπιεστικής ή ιδιοτελούς κοινωνίας. Μπορεί να επεκταθεί στα μέλη περιορισμένων κοινοτήτων, αδιάφορων για την εξουσία, τα πλούτη και τις τιμές. Ελλείψει μιας «πολιτείας όλου του κόσμου» (ουτοπικής), η φιλία «σέρνει πάντα το χορό γύρω του» χωρίς μέσα σε αυτόν να χάνεται. Παρόμοια, ξεφεύγει από την αναταραχή και τα βάσανα των παθών, ειδικότερα του ερωτικού.

Η επίμονη πρόκλησή μας

Όταν ξεχνάμε πράγματα σημαντικά μέσα στην καθημερινότητά μας, συνήθως σημαίνει πως δεν τα έχουμε μάθει όπως νομίζαμε. Αλλά με τόση υπερφόρτωση άσχετων και ασύνδετων πληροφοριών, ποια είναι τα ουσιαστικά και ποια όχι;

Αυτό βέβαια, το να ξεχνάμε, να κάνουμε λάθη, σύμφωνα με την σχολική και κοινωνική κατήχηση μας απαιτεί «εαυτοκριτική», εαυτοαπόρριψη, εαυτοδιόρθωση (σωστά γραμμένα). Αλλά αυτή η εαυτοδιόρθωση δεν υπάρχει πραγματικά, ούτε σαν λέξη ούτε σαν πραγματικότητα, αν και παραμένει η μεγαλύτερη ίσως αυταπάτη και βία, στους εικονικούς κόσμους.

Δεν είναι όμως και τόσο εύκολο να ξεχωρίσεις την ήρα από το στάρι, την αλήθεια από το ψέμα, την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση. Αν ήταν, ίσως και να μην χρειαζόταν καν να υπάρχει αυτός ο κόσμος…

Συνήθως άλλα ξεκινάω να γράφω, άλλα φαίνονται να εννοώ και αλλού φαίνεται να καταλήγω. Πλέον είμαι ήρεμος πως όλες αυτές οι αντιλήψεις και τα υποθετικά παράγωγά τους, είναι εντελώς φυσιολογικές στους κόσμους της γραμμικής, επιφανειακής πραγματικότητας που ζούμε. Έχω συμφιλιωθεί με αυτό, το δέχομαι και ρισκάρω την έκφρασή μου...

Η «κατάβαση» στον κβαντικό κόσμο είναι αφενός πολύ δύσκολη για τα ήδη σχηματισμένα/διαμορφωμένα μυαλά μας (σε αντίθεση με τα μικρά παιδιά) που έχουν γαλουχηθεί να δέχονται μόνο τον επιφανειακό κόσμο της ύλης και του γραμμικού χρόνου ως πραγματικό. Πόσο μάλλον να διατηρείς παράλληλα και ταυτόχρονα και τους δυο, εντελώς διαφορετικούς κόσμους στην ίδια αντίληψη: με διαφορετικές λειτουργίες ο καθένας, δικούς του νόμους, άλλες διαδρομές.

Βέβαια, ακόμα βολεύει να παραμένουμε σε άγνοια: να υποθέτουμε πως επειδή εμείς δεν κατέχουμε τι εστί κβαντική, αυτό σημαίνει και αυτόματα πως δεν υπάρχει, πως δεν επηρεάζει την φυσική/υλική μας ζωή, την καθημερινότητά μας. Ή ακόμα, πως εμείς μπορούμε να ελέγξουμε, να επηρεάσουμε και να ορίσουμε τον κβαντικό κόσμο, από την επιφάνεια της ύπαρξής μας. Παρανόηση, όμως υπαρκτή και ακόμα ισχυρή, όσο κυνηγάμε το χρόνο, τις ψευδαισθήσεις μας, τους κοινωνικούς και εγωικούς στόχους μας, όσο διατηρούμε τη συνείδησή μας στην δυαδική πραγματικότητα..

Οι άνθρωποι συγχέουν την παιδεία με την εκπαίδευση κι αυτή η σύγχυση προκαλεί πολύ περισσότερο πόνο και παρανόηση από όσο αντιλαμβάνονται. Συγχέουν τις ιδέες, τις πεποιθήσεις, τις ανάγκες τους με τον τρόπο σκέψης τους, θεωρώντας πως αυτό αφορά απλή αντικατάσταση λέξεων, ιδεών ή πεποιθήσεων. Θεωρούν πως η παιδεία είναι κάτι που συμβαίνει αυτόματα, από μόνο του, «από το σπίτι», πολύ πριν ενταχθεί ένα παιδί στο σχολικό και κοινωνικό σύστημα κι ότι δε χρειάζεται να κάνουν κάτι ξεχωριστό ή διαφορετικό γι' αυτό. 
 
Νομίζουν ότι η παιδεία αφορά τους «καλούς τρόπους», την χρήση του πληθυντικού ως «σεβασμός», την ευγνωμοσύνη για το ότι «εμείς έχουμε περισσότερα» ή «είμαστε πιο τυχεροί από κάποιους άλλους» και «να κάνουμε καλές πράξεις». Νομίζουν πως η παιδεία αφορά «διαχείριση συναισθημάτων», να «αναλαμβάνουν υπεύθυνα τις υποχρεώσεις τους», να «μην πετάνε σκουπίδια έξω από το παράθυρο», να «μη βρίζουν» κλπ, κλπ.

Αυτά όμως και άλλα πολλά σε παρόμοιο μοτίβο αποτελούν απλά τα επιφανειακά στρώματα μιας κοινωνικής κουλτούρας που στηρίζεται στο φαίνεσθαι, ενώ λείπει τρανταχτά το Είναι! Η απόδειξη βρίσκεται ολοκάθαρα μπροστά μας, στην ίδια κοινωνία και καθημερινότητα που συναντάμε καθημερινά, η οποία όμως παραμένει αόρατη αν δεν είμαστε έτοιμοι ή δεν έχουμε την ικανότητα (λόγω διαμόρφωσης) να την αντιληφθούμε. Της λείπει η ουσία! 
 
Η πραγματική παιδεία που έχουμε λάβει, στη θέση της απαιτούμενης αληθινής που χρειάζεται, παραμένει αόρατη στην επιφάνεια της σκέψης μας. Και είναι πολλές οι υπόγειες διαδρομές της για να αναλυθεί τόσο απλά, θεωρητικά και γενικά. Γιατί, μόνο αν κάποιος την αντιληφθεί στον εαυτό του εμπειρικά, μπορεί μετά να την αναγνωρίσει, να την καταλάβει και άρα να έχει επιλογή δημιουργικής δράσης.

Δεν αναιρείται όλο αυτό το υπόγειο υπόστρωμα ούτε διαφοροποιείται με επιφανειακές, ορθολογιστικές πρακτικές. Ο ισχυρισμός, η προσπάθεια και η εμμονή μας αυτή, είναι γελοία! 
 
Οι δυο εντελώς διαφορετικοί αυτοί κόσμοι, θα μπορούσαν να συγκριθούν με την Νευτώνεια και την Κβαντική Φυσική ή με τον χειρισμό και αντίστοιχα τον προγραμματισμό ενός υπολογιστή.

Συνυπάρχουν, συλλειτουργούν, αλλά καμία σχέση δεν έχουν οι νόμοι της μιας πραγματικότητας με την άλλη. Είναι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι με τελείως άλλα χαρακτηριστικά και λειτουργίες, άλλη γλώσσα, άλλη κατανόηση, τελείως άλλη θέαση.

Επιχειρώντας λοιπόν να αλλάξουμε το επιφανειακό πεδίο της υλικής/φυσικής/κοινωνικής ύπαρξης μας χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα πώς λειτουργεί το βάθος (ή ο κόσμος των κβάντων, ο κόσμος της ενέργειας, η ηλεκτρομαγνητική σύνδεση όλων) και πώς, με ποιους τρόπους, συνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται τα δύο, είναι τουλάχιστον ανώριμο και τελικά άσκοπο.

Μέρος της κατήχησής μας είναι πως θα χρειαζόμασταν διδακτορικό δίπλωμα ή πτυχίο πυρηνικής φυσικής για να τολμήσουμε καν να εισχωρήσουμε σε τέτοια στρώματα, «εξειδικεύσεις», πόσο μάλλον να ισχυριζόμαστε πως «γνωρίζουμε», πως έχουμε τη δυνατότητα και την ικανότητα να καταλάβουμε. Έμαθα, από το ίδιο το παιδί μου, και δεν ήταν «βολική» διαδικασία, πως όλη αυτή η παρανόηση δεν ισχύει! Αυτό που ισχύει αποτελεί και τη μεγαλύτερη μας πρόκληση ως ανθρωπότητα, στο στάδιο εξέλιξης που βρισκόμαστε.

Να τολμήσουν όλοι να κατέβουν από τα βάθρα της αλαζονικής εξειδίκευσής τους (η εξειδίκευση χωρίς την αλαζονεία είναι απαραίτητη και χρήσιμη), να έχουν την πρόθεση να συνεργαστούν ο ένας με τον άλλον τομέα και με όλους μαζί, να ακούσουν πραγματικά οι «ειδικοί» τους «μη ειδικούς», να ανεβάσουμε τον Άνθρωπο στο βάθρο και να κατεβάσουμε τους ρόλους που έχουμε στήσει στη θέση του, να είμαστε ανοιχτοί να μετακινηθούμε από τις αρτηριοσκληρωμένες θέσεις μας (αλλιώς είναι ψεύτικες ούτως ή άλλως), να συμπεριλάβουμε στα τραπέζια αποφάσεων όλες τις διαφορετικές θεάσεις, να έχουμε το θάρρος να ανακαλύψουμε όσα δεν ξέρουμε, να ανακτήσουμε και πάλι την χαμένη μας αθωότητα και ταπεινότητα.

Ίσως στο παρελθόν να είχαμε δικαιολογία την άγνοια και πολλές άλλες δικαιολογίες, απαραίτητες για την επιβίωσή μας. Σήμερα η άγνοια είναι επιλογή και η επιβίωση δεν είναι πλέον αρκετή. Η επίμονη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι νομοτελειακό ζητούμενο, απαραίτητο, όσο κι αν κλωτσάμε, αντιστεκόμαστε και εκβιάζουμε τη διατήρηση του παλιού πεισματικά. 
Δεν είναι «περίεργη» η κβαντική πραγματικότητα και οι νόμοι της (που ακόμα ανακαλύπτουμε και έχουμε πολύ δρόμο μέχρι να γνωρίζουμε...το απόλυτο δεν υπάρχει σε αυτό το επίπεδο). Είναι η επιφανειακή μας αντίληψη υπερβολικά (πλέον) ασφυκτικά μυωπική. 
 
Ο σκοπός δεν μπορεί να είναι πλέον να προσπαθούμε να αλλάξουμε τη γνώμη ο ένας του άλλου (με όποια εκβιαστικά ή ορθολογιστικά μέσα) ή να συσπειρωνόμαστε με ασφάλεια σε ομάδες ομοίων μας. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί μόνο πολέμους, αδικία, βία, έλλειψη, πολιτισμική παρακμή. Σκοπός είναι να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον να μετακινήσει/να διευρύνει τη συνείδησή του (που είναι τελείως άλλο από τη συνηθισμένη σκέψη), ώστε να δει από μόνος του μια πιο ευρεία θέαση, που περιλαμβάνει πολύ περισσότερα απ' ότι αρχικά υπέθετε, όπου θα σχηματίσει, από μόνος τους, τη δική του συνειδητή βούληση.

Η διαφορά αυτής της νέας πρόκλησης/πραγματικότητας από τους προηγούμενους – γνωστούς και άγνωστους στην κοινή αντίληψη - πατριαρχικο-μητριαρχικούς πολιτισμούς είναι η κατάργηση της διάζευξης (ή το ένα ή το άλλο) και η ένωση των μερών ισότιμα γιατί το όλον αποτελείται από πολύ περισσότερα από το άθροισμα των μερών του. Αυτό το «πολύ περισσότερα» όμως μένει να γεννηθεί από την ένωση, την ισότιμη συνύπαρξη. Πριν από αυτό, ό,τι και επιχειρούμε να κάνουμε, σύμφωνα με τον παλιό τρόπο σκέψης μας, θα πέφτει απλά στο κενό, θα προκαλεί βία, αλυσιδωτό πόνο και θα έχει προσωρινή διάρκεια καθώς και επιδερμική επίδραση.
 
Είναι αδύνατον να συμβεί αυτό μέσα από την θυματοποιητική και αλαζονική εκπαίδευσή μας, την διαμόρφωση του μυαλού μας σε καλούπια και στερεότυπα. Το σίγουρο, αν και όχι ακόμα αντιληπτό, είναι πως τα κλειστά συστήματα, τα κλειδωμένα ιδρύματα, τα εξουσιαστικά στερεότυπα, είναι πλέον απαρχαιωμένα, παρωχημένα και επικίνδυνα... 
 
Εαυτοκριτική, εαυτοαπόρριψη, εαυτοδιόρθωση... όσο παράλογες λέξεις κι αν φαίνονται, λανθασμένα γραμμένες, ανύπαρκτες στα κοινά λεξικά, άλλο τόσο επίμονα πραγματικές ως στάση ζωής παραμένουν και διδάσκονται...εντελώς υπόγεια!

Αν δε βγάλουμε τον εαυτό μας από την εξίσωση των αντιδράσεων, των πεποιθήσεων και απόψεων της εικονικής μας πραγματικότητας, δεν έχουμε καμιά ευκαιρία διεύρυνσης της συνείδησής μας.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΝΥΞ

Πνύξ, δημοτ: Πνύκα, ονομάζεται η περιοχή όπου κατά την αρχαιότητα συνερχόταν η «Εκκλησία του Δήμου» (δηλαδή η συνέλευση των πολιτών) της πόλεως των Αθηνών, στα δυτικά της Ακροπόλεως, μεταξύ δύο υψωμάτων, του «λόφου Νυμφών» στα βόρεια και του «λόφου Μουσών» προς νότον.

Ως «Λόφος Νυμφών» ο βόρειος λόφος πιστοποιήθηκε από μία επιγραφή σε βράχο «ΙΕΡΟΝ ΝΥΜΦΩΝ». Στην αρχαιότητα ήταν αφιερωμένος και αυτός στον Θεό Δία, σύμφωνα με επιγραφή («ΟΡΟΣ ΔΙΟΣ») 30 μέτρα νοτιότερα από εκεί που σήμερα στέκεται η εκκλησία της Αγίας Μαρίννας. Εκεί στην αρχαιότητα βρισκόταν η κατοικία του Θεμιστοκλέους (έχουν βρεθεί σκάλες και υπολείμματα οικισμών) και εκεί το 1842 ο βαρώνος Σίνας θεμελίωσε το «Αστεροσκοπείο». 

Ο «Λόφος Μουσών» ή «Μουσείον», με ύψος 147,5 μέτρα, υψώνεται στα νότια του προηγουμένου. Το 294 ο Δημήτριος Πολιορκητής οικοδόμησε εκεί ένα φρούριο που δέσποζε στον περίβολο της πόλεως και της ανάμεσα στα Μακρά Τείχη οδού. Από εκεί ο Βενετός στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι βομβάρδισε το 1687 τους πολιορκημένους στην Ακρόπολη Οθωμανούς με αποτέλεσμα την ανατίναξη του χρησιμοποιηθέντος ως πυριτιδαποθήκη Παρθενώνος. Εκεί στέκει από το 114 – 116 το ύψους 10 μέτρων μνημείο του Σύριου φιλέλληνα Γάϊου Ιούλιου Αντιόχου Φιλοπάππου, υπάτου Ρώμης το έτος 109, που έστεκε δίπλα στον τάφο του. Είχε 3 αγαλματοφόρες κόγχες και έστεκε ανέπαφο μέχρι το 1436. Έκτοτε, αν και έπαθε αρκετούς ακρωτηριασμούς, έστεκε ακόμη επάνω στα αρχαία του θεμέλια μέχρι το 1899, οπότε και, λόγω των σεισμών του 1894 που είχαν επηρεάσει την στατικότητά του, ξαναστήθηκε εξαρχής. 

Η ταύτιση του χώρου της Πνυκός έγινε με την βοήθεια μαρμάρινης επιγραφής («ΟΡΟΣ ΠΝΥΚΟΣ») που χρονολογείται στον 5ο π.α.χ.χ. αιώνα. Στην Πνυκα φιλοξενήθηκε η «Εκκλησία του Δήμου» από τον 6ο π.α.χ.χ. αιώνα μέχρι τα τέλη του 4ου π.α.χ.χ. αιώνα και από το βήμα της αγόρευσαν όλοι οι γνωστοί πολιτικοί άνδρες των Αθηνών, όπως ο Κλεισθένης, ο Θεμιστοκλής, ο Περικλής και ο Δημοσθένης.

Ο χώρος, ο οποίος ήταν εξαρχής αφιερωμένος στον Θεό Δία προστάτη του αθηναϊκου πολιτεύματος, με Βωμό του υπό την επίκληση «Αγοραίος» επάνω στο επίπεδο του δυτικού ύψώματος, διαμορφώθηκε σε 3 διαδοχικές φάσεις, με πρώτη εκείνη της εποχής του Κλεισθένους (τελευταία δεκαετία του 6ου αιώνα). Στην πρώτη φάση, το «Βήμα» των ομιλητών βρισκόταν στα βόρεια του κοίλου και οι ακροατές έβλεπαν προς την Αρχαία Αγορά. Σε εκείνη την φάση θεωρείται ότι θεσπίστηκε το προνόμιο της προτεραιότητας στον λόγο για τους πολίτς που ήσαν άνω των 50 ετών.

Η δεύτερη φάση διαμόρφωσης του χώρου τοποθετείται χρονικά στην εκδίωξη των λεγόμενων «Τριάκοντα Τυράννων» (403), όταν το «Βήμα» μεταφέρθηκε μπροστά από τον βράχο της νοτιοδυτικής πλευράς και το κοίλο στράφηκε να κοιτάζει προς αυτόν με την βοήθεια ενός αναλληματικού τοίχου με δύο κλίμακες πρόσβασης. Οι σύνεδροι είχαν τώρα στραμμένα τα νώτα στην πόλη και ο τόπος περιγραφόταν ως «ο επί ταις πέτραις».

Στην τρίτη φάση, που χρονικά τοποθετείται 50 χρόνια αργότερα, γύρω στο 350, όταν ο αναλληματικός τοίχος αντικαταστάθηκε από έναν μνημειώδη νεότερο με μεγάλους λατομημένους επί τόπου κιβόλιθους πάχους 2 μέτρων (τον οποίο τοίχο ξεσκέπασε το 1862 ο αρχαιολόγος Ernst Curtius αν και μεγάλο τμήμα του είχε γκρεμιστεί από τους Οθωμανούς για δικές τους οχυρώσεις), με μία μόνον κλιμακωτή είσοδο στο κέντρο του, αυξάνοντας την ωφέλιμη έκταση του χώρου (τελική διάμετρος του κοίλου 120 μέτρα) ώστε να χωράει 18.000 άτομα (με μέσο όρο προσερχομένων τους 6.000 πολίτες). Ακριβώς απέναντι απο την είσοδο λαξεύθηκε στον υφιστάμενο φυσικό βράχο ένα πέτρινο «Βήμα» με τρεις βαθμίδες, σε συμβολισμό των τριών αρχών της Δημοκρατίας Ισονομία – Ισοπολιτεία - Ισηγορία.

Στην κορυφή του ορθογώνιου λαξεύματος του «Βήματος» έστεκε δεύτερος Βωμός, μεταφορά του μνημειώδους εκείνου του Διός «Αγοραίου» (ο δεύτερος αυτός Βωμός μεταφέρθηκε στην Αγορά επί της εποχής του Αυγούστου -1ος προχριστιανικός αιώνας- και στήθηκε μπροστά στο «Μητρώον»). Δίπλα στον βωμό κάθονταν προφανώς οι οιωνοσκόποι, ιερείς εξουσιοδοτημένοι να παρατηρούν τους ουρανούς και τα πουλιά για πιθανή «διοσημία» που να δείχνει δυσαρέσκεια των Θεών από τα λεγόμενα των ομιλητών.

Στα αριστερά του «Βήματος», όπου ακόμα και σήμερα διακρίνονται λαξευμένες κόγχες και λαξευμένες υποδοχές δοκαριών, υπήρχε υπόστεγο Ιερό του Θεού Διός υπό την επίκληση «’Υψιστος» (όπως μαρτυρείται από ενεπίγραφα πλακίδια που βρήκαν το 1803 σε πρόχειρη ανασκαφή του λόρδου Αμπερντήν), στο οποίο μάλλον υπήρχαν ξύλινα έδρανα για να κάθονται οι Πρυτάνεις, οι οποίοι έβλεπαν προς το ακροατήριο όπως φαίνεται από μία στροφή στις «Εκκλησιάζουσες».

Τέλος, στο επίπεδο επάνω από το «Βήμα» κτίστηκαν δύο στοές, δίπλα στο λεγόμενο «Διατείχισμα» που ανεγέρθηκε κάπου μεταξύ των ετών 325 και 307. Περιγράφοντας τον τόπο, ο Πόλουξ ομιλεί για «αρχαία απλότητα» που τίποτε δεν είχε να κάνει με την πολυπλοκότητα των Θεάτρων εκείνης της εποχής: «κατά την παλαιάν απλότητα, ουκ εις Θεάτρου πολυπραγμοσύνην».

Κατά την τελευταία δεκαετία του 4ου προχριστιανικού αιώνος, οι συνελεύσεις της «Εκκλησίας του Δήμου» μεταφέρθηκαν στο Θέατρο του Διονύσου κάτω από τον Παρθενώνα και η Πνύκα αφέθηκε ως απλά ιερός χώρος των Θεών – προστατών της πόλεως. Στην περιοχή της Πνυκός αναφέρεται η ύπαρξη και Ιερών του Θεού Ηρακλέους («Ηράκλειον»), της Θεάς Δήμητρος («Θεσμοφόριον»), της Θεάς Αρτέμιδος «Ευκλείας» ή «Ηγεμόνης» και της Θεάς Αφροδίτης «Πανδήμου» (την οποία από το 1890 η Μάργκαρετ Βεράλ τοποθετεί στο σημείο όπου σήμερα στέκει ο «Λουμπαρδιάρης»). Στην Πνύκα υπήρχε και το «Ηλιοσκόπιο του Μέτωνος», ένας τετράγωνος πύργος 4 Χ 4 μέτρων, που αποτελούσε αστρονομικό παρατηρητήριο.

Tο 1910, μετά από αίτημα του καθηγητού του Πανεπιστημίου του Mονάχου Drerup, η «Aρχαιολογική Eταιρεία» διενήργησε δοκιμαστική ανασκαφή στον αναλημματικό τοίχο της τρίτης φάσης της Πνυκός, ώστε να χρονολογηθεί η τελευταία φάση της και στην εσωτερική του πλευρά αποκαλύφθηκε ο μικρότερος και αρχαιότερος τοίχος της δεύτερης φάσης. Το 1912 ανακαλύφθησαν στα ΒΑ διάφορα οικήματα ελληνιστικών χρόνων και μία δεξαμενή, όλα λαξευμένα στον βράχο. Το 1916 χρονολογήθηκε, βάσει ευρημάτων (πήλινα ειδώλια, θραύματα αγγείων, κ.ά), το μεγάλο ανάλημμα και αποκαλύφθηκε η μία κλίμακα πρόσβασης στην Πνύκα της δεύτερης περιόδου που «χάνεται» κάτω από το μεγάλο ανάλημμα. Μεγάλης κλίμακας ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1930 και 1937 και απέδωσαν μία πολύ καλή κατανόηση της τοπογραφίας της Πνυκός.

Στο ύψωμα της Πνυκός (άγνωστο τότε) απηύθυνε στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο 68χρονος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης λόγο προς τους νέους του Α΄ Γυμνασίου της Αθήνας. Έναν χρόνο αργότερα, το 1839, ο Κυριάκος Πιττάκης βρήκε νότια του «Βήματος» την επιγραφή των μέσων του 5ου αιώνα («Inscriptiones Graecae» (IG), I³, 1092) που βοήθησε την αρχαιολογία στην οριστική ταύτιση του χώρου.

Ο ΣΤΩΙΚΟΣ ΣΟΦΟΣ – ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΥ

Το ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΖΗΤΗΜΑ όλης της ελληνικής φιλοσοφίας (όπως το είδε ξεκάθαρα και ο Αυγουστίνος1) είναι το ζήτημα του υπέρ­τατου αγαθού. Και η απάντηση της Στοάς, όπως και όλων των άλλων συστημάτων, κλασικών και ελληνιστικών, είναι ότι υπέρ­τατο αγαθό στη ζωή είναι η εὐδαιμονία.2 Όμως (όπως ήξερε καλά ο Αυγουστίνος), ενώ ο Χριστιανός δέχεται την ευλογία ενός θεού που παρέχει την ελπίδα και μαζί την πραγμάτωσή της, ο Έλληνας φιλόσοφος πιστεύει πως μπορούμε, μες σε τούτο το βασανισμένο κόσμο, να κερδίσουμε από μόνοι μας την ευτυχία.3 Για τον Στωικό ο σκοπός της ζωής ταυτίζεται με τον ενάρετο βίο4 κι αυτό, πάλι, σημαίνει ότι το μόνο αληθινό ἀγαθόν είναι το ηθικό αγαθό. Και ως τέτοιο είναι το μόνο πράγμα που αξίζει- και επιπλέον, είναι αρκετό για να ζει κανείς ευτυχισμένος. Δηλαδή η χρηστότητα -ή ευδαιμονία- εναπόκειται σε μια εσωτερική στάση, στην αγαθή βούληση, όπως θα έλεγε ο Καντ. Δεν έχει σημασία τι εξωτερικά γεγονότα έχει ν’ αντιμετωπίσει ο άνθρω­πος. Αυτό που μετράει είναι ότι θέλει το πρέπον, ότι πράττει το πρέπον, ότι κάνει σωστή χρήση των όσων του συμβαίνουν.

Όμως αν ο Στωικός επιδιώκει να γίνει αφέντης του εαυτού του, το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Σε τι έγκειται η ιδιαιτερότητα της στωικής αντίληψης ως προς την κυριαρχία πάνω στον εαυ­τό; Χωρίς άλλο, στην ελευθερία από τα πάθη· στην ἀπάθεια. Η αρετή συνίσταται στο να μην ταράζεται κανείς από τα γεγονότα.

Όχι πως οι αρχαίοι -και ιδιαίτερα οι Στωικοί, και σε αντίθε­ση με την Αναγέννηση και τον Καρτέσιο και τον 18ο αιώνα-, δεν είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι τα πάθη μπορούν να οδη­γήσουν τους ανθρώπους στο καλό. Όμως, ενώ ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος θεωρούν ότι ο θυμός μπορεί να παρακινήσει σε σπουδαίες πράξεις, οι Στωικοί αμφιβάλλουν πολύ για τη βο­ήθεια που μπορούν να προσφέρουν τα πάθη στην υπόθεση της αρετής. Ακόμα και τα καλά πάθη τείνουν να τα θεωρούν κακούς στρατιώτες, κακούς συμμάχους στον αγώνα της ζωής, γιατί δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πως θα τον οδηγήσουν στη σω­στή κατεύθυνση- μπορούν επίσης να οδηγήσουν στην καταστρο­φή. Κι επιπλέον, αν αφεθούν ελεύθερα, μπορούν να εξωθήσουν και στο κακό. Κάποιος που είναι ευσπλαχνικός και ελεήμων με τους άλλους, είναι πολύ πιθανό και να μισήσει. Κοντολογίς, οι Στωικοί δεν εμπιστεύονται την «εμπαθή» αρετή, την αρετή που βασίζεται στο συναίσθημα. Αναζητούν την αρετή που βασίζεται σε αρχές.

Όμως αν ο σοφός εξαλείφει ή αποβάλλει όλα τα πάθη αδιακρί­τως, αν δεν είναι πρόθυμος, σαν τους Αριστοτελικούς, να αφήσει κάποιο περιθώριο, έστω για τα μετριασμένα πάθη, τότε μάλλον δικαιώνεται ο Pope όταν λέει:

Άσε να καυχώνται οι Στωικοί μες στην τεμπέλικη απάθεια
Με την αρετή τους παγιδευμένη μέσα σε πάγο θαρρείς
Στενόκαρδη αρετή, μαζεμένη, μες στα στήθη τους.
5

Αν ακόμη κι ο οίκτος για τους ανθρώπους είναι ηθικό ελάττω­μα για τούτον τον σοφό, τότε κάλλιστα μπορεί κανείς να ισχυ­ριστεί ότι ο σοφός δεν νοιάζεται για τους συνανθρώπους του. Όπως φαίνεται, το πιστεύω του είναι «Η ψυχή μου και ο θεός», και όχι «Η ψυχή μου, οι ψυχές των συνανθρώπων μου και ο θεός». Κι αν διατείνεται ότι νιώθει λύπη για κάποιον συνάνθρω­πο, τούτη η λύπη δεν είναι από καρδιάς, είναι μια καθωσπρέπει προσποίηση. Γιατί όπως λέει ο Επίκτητος, «Αν το φέρει η τύχη, μη διστάσεις να συμπαρασταθείς σ’ αυτόν που υποφέρει, να τον παρηγορήσεις με τα λόγια σου, ακόμα και ν’ αναστενάξεις (συνεπιστενάξαι.) μαζί του. Εντούτοις, πρόσεχε, μην τυχόν στενάξεις και μέσα σου (πρόσεχε μή καί ἔσωθεν στενάξης).6

Όμως ακόμα κι αν τέτοια ήταν ίσως η ερμηνεία που δόθη­κε από τον Θεόφραστο, ακόμα κι αν την επαναλαμβάνει και ο Κικέρων, ακόμα κι αν οι Στωικοί της Αναγέννησης το βρήκαν δύσκολο να την ανασκευάσουν, κι αν κάποιοι σημερινοί λόγιοι εξακολουθούν να την επαναλαμβάνουν, ασφαλώς δεν πρόκει­ται για σωστή ερμηνεία. Όπως εξηγεί ένας από τους παλαιούς σχολιαστές, η συμπόνοια του σοφού δεν μπορεί να είναι μήτε προσποιητή μήτε επιτηδευμένη, γιατί δεν του είναι επιτρεπτό να ψεύδεται- άλλωστε, το να συναισθάνεσαι τον άλλον είναι απα­ραίτητη προϋπόθεση για να τον βοηθήσεις. Άλλο έχει στο νου του ο Επίκτητος: να συναισθάνεσαι και να προσφέρεις βοήθεια στον άλλο, με τον ίδιο τρόπο που θα προσπαθούσες να σώσεις κάποιον που πνίγεται μες στη θάλασσα. Με το να στέκεσαι στην ακτή δεν τον σώζεις· πρέπει να μπεις στο νερό- και θα το κάνεις επειδή τον συμπονάς. Όμως δεν θα αφεθείς να σε παρασύρει το ρεύμα. Μ’ άλλα λόγια, δεν πρέπει να συμπονάς υπερβολικά, αλλιώς θα πνιγείτε και οι δύο. Να μη χάνεις από τα μάτια την ευρύτερη εικόνα. Αυτό ακριβώς απαιτεί και ο Σωκράτης από τον Κρίτωνα. Αυτός που δεν έχει προσβληθεί από το κακό πρέπει να ’χει το μυαλό καθαρό και ψύχραιμο- να δίνει φρόνιμες συμ­βουλές. Και μπορεί να το κάνει μόνο αν, χωρίς να ξεχνά πως δεν είναι ο ίδιος που υποφέρει, είναι σε θέση να δει τα πράγματα στις αληθινές τους διαστάσεις.

Ο Στωικός σοφός, λοιπόν, δεν είναι Ινδός βουδιστής. Δεν είναι αλήθεια ότι κάνει το καλό χωρίς να συναισθάνεται και να συμπονά τους άλλους. Τα ίχνη των παθών, οι ουλές, όπως λέει, ο Ζήνων,7 παραμένουν στην ψυχή του. Το ίδιο παραδέχεται και ο Χρύσιππος. Ο Σενέκας το λέει ωραία: «Δεν αποτελεί δύναμη το να αντέχει κανείς κάτι που δεν αισθάνεται.»8 Βεβαιότατα, ο σο­φός υποτάσσει τα συναισθήματά του- τα ελέγχει, όμως δεν παύει να έχει αισθήματα. Μόνο οι Μεγαρείς σοφοί εύχονται να είναι εντελώς αναίσθητοι. Για καμία από τις ποικίλες μορφές στωικισμού δεν σημαίνει η απάθεια απελευθέρωση από τη συμπόνοια, δεν σημαίνει μια παγιδευμένη στον πάγο αρετή. Ἀπάθεια ση­μαίνει ότι ο σοφός δεν επιτρέπει να μεγεθύνονται οι εφήμερες αντιδράσεις και να γίνονται πάθη και σταθερές έξεις, ακριβώς όπως δεν του αρκεί απλώς να τις μετριάζει. Επιπλέον, η στωική απελευθέρωση από τα πάθη δεν είναι παρά ένα πρώτο βήμα· έχει αρνητικό χαρακτήρα, ενώ ο Στωικός σοφός στοχεύει σε κάτι υψηλότερο: στο να αντικαταστήσει τα συνήθη πάθη με δια­φορετικά, υγιή συναισθήματα. Ο οίκτος, για παράδειγμα, είναι ένα πάθος που βλάπτει και αυτόν που τον αισθάνεται και αυτόν που υποφέρει. Όμως η συμπάθεια, όπως και η φιλανθρωπία, είναι καλά αισθήματα. Όπως λέει ο Σενέκας,9 «κάνουμε κι εμείς ό,τι και οι άνθρωποι με πάθη, όμως με διαφορετικό τρόπο». Οι συναισθηματικές καταστάσεις πρέπει να είναι γνήσιες και ορθές- τα συναισθήματα να είναι υγιή συναισθήματα. Το ζητούμενο δεν είναι η απάθεια, αλλά -για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της Στοάς- η εὐπάθεια (το «καλό» συναίσθημα). Αντί για ηδονή, φόβο και επιθυμία, ο σοφός θα επιζητήσει τη χαρά, την προσοχή («εὐλάβεια») και την ορθή βούληση. Αυτά τα συναισθήματα το­ποθετεί στη θέση των παθών - όπως και άλλες μορφές ψυχικής διάθεσης που αντιστοιχούν σε άλλα μικρότερα πάθη. Δεν είναι εύκολο να αποδοθεί το νόημα της εὐπάθειας. «Σωστά πάθη» και «αβλαβή» ή «αθώα πάθη», έχει μεταφραστεί, και «χρηστά συ­ναισθήματα». Ίσως πιο καλό θα ήταν το: «συναισθήματα που πλάθονται με ορθό πνεύμα». Για να το πούμε όπως ο Ζήνων, ευ­πάθεια είναι η αβίαστη ροή της ζωής· μια συναισθηματική στα­θερότητα, όπως υποστηρίζει, ο Σενέκας, που τη χαρακτηρίζει η αταραξία. Τούτες οι λέξεις ωστόσο μπορεί να παραπλανήσουν κι όλες οι διακρίσεις που ανέφερα μπορεί απλώς να κρύψουν το γεγονός ότι για το σοφό τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από την ηρεμία, την ελευθερία του νου και την εσωτερική γαλήνη.

Πολλοί υποστηρίζουν πως, είτε πρόκειται για ευπάθεια είτε για απάθεια, ο στωικισμός θα πρέπει να ονομαστεί δόγμα της παραίτησης και της αποδοχής· κι αυτό φαίνεται καθαρά στη στάση του Στωικού μπρος στα αποτελέσματα των πράξεων του. Για τη στωική φιλοσοφία, λένε, οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να είναι σαν του ταχυδρομικού διανομέα που έχει αναλάβει να παραδώσει ένα πακέτο σε κάποιον παραλήπτη που θα πρέπει να τον αναζητήσει σε διάφορες διευθύνσεις. Ο καλός διανομέας θα πάει κανονικά σε όλες τις διευθύνσεις· αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί σε καμιά, αυτό δεν έχει καμιά σημασία για τον διανομέα. Έχει κάνει το καθήκον του, και το πακέτο τον ενδιαφέρει όσο και ο παραλήπτης: ελάχιστα. Η δράση του δεν συνοδεύεται από καμιά επιθυμία. Τα πάντα είναι θέμα προαίρεσης, θέμα εσωτε­ρικής στάσης· και τούτη η εσωτερική στάση είναι σε τελευταία ανάλυση μια στάση πλήρους αδιαφορίας.

Όμως αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε ο Στωικός σοφός θα ήταν στην πραγματικότητα Κυνικός ή Σκεπτικός. Η Στοά ποτέ δεν υιοθέτησε τον μηδενισμό. Από τον Ζήνωνα μέχρι τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο, οι Στωικοί με μια φωνή υποστηρίζουν ότι, παρ’ όλο που μόνο η αρετή είναι το ἀγαθόν, εντούτοις και άλλα πράγματα έχουν «αξία» (ένας όρος που εφευρέθηκε από τους Στωικούς). Τα αγαθά στη ζωή είναι όπως η αυλή ενός βα­σιλιά. Ο βασιλιάς, βέβαια, κατέχει την υψηλότερη θέση, όμως υπάρχουν και άλλοι αξιωματούχοι, και παρ’ ότι η θέση τους εί­ναι χαμηλότερη δεν παύουν να έχουν ένα βαθμό. Αν και η αρετή είναι το μόνο ἀγαθόν, τα πράγματα είναι είτε προτιμητέα είτε απορριπτέα- τούτη η διάκριση ανάμεσα στο ἀγαθόν και σ’ αυτό που έχει αξία δεν είναι κανένας συμβιβασμός, δεν είναι μετριασμός, δεν είναι προσαρμογή, είναι μια διάκριση που δεν θα μπο­ρούσε να παραλειφθεί, γιατί είναι η ουσία του στωικισμού. Και ο ένας και μόνος Στωικός που τόλμησε να την αρνηθεί, ο Αρίστων από την Χίο, έγινε αιρετικός, γιατί ο Στωικός πιστεύει πως αν τα πράγματα δεν είχαν αξία τότε η ίδια η ηθική θα καταστρε­φόταν. Το να υποστηρίζεις ότι μόνο ἀγαθόν είναι η ηθική αξία, λέει ο Χρύσιππος, σημαίνει ότι παραιτείσαι από τη φροντίδα για την υγεία σου, τη φροντίδα της περιουσίας σου, τη συμμετοχή στην πολιτική, τον χειρισμό υποθέσεων, τα καθήκοντα που θέτει η ζωή - ότι εγκαταλείπεις ακόμα και την ίδια την ηθική αξία. Μ’ άλλα λόγια, η Στοά συνταιριάζει την τυπική και την εμπράγ­ματη ηθική, το πώς και το τι· αντιτίθεται στο μηδενισμό, στην διάλυση του νόμου, στην αρχαία και σύγχρονη πεποίθηση ότι αυτό που μετράει είναι μόνο η στάση μας, ασχέτως τι είναι αυτό που κάνουμε. Ακόμα και ο σοφός θα επιλέξει την υγεία ή οτι­δήποτε άλλο ανάμεσα στα προτιμητέα πράγματα αν του δοθεί η ευκαιρία να διαλέξει, διότι κατά φύσιν όλα τα πράγματα που έχουν αξία είναι σχετικά σε σύγκριση με το ηθικώς ἀγαθόν που είναι το απολύτως αγαθόν. Σε περίπτωση σύγκρουσης ανάμεσα σ’ αυτό που ο σοφός ονομάζει αγαθόν και σ’ αυτό που ονομάζει προηγμένον (: προτιμώμενο), τότε η αξία του δεύτερου τού είναι σχετικά αδιάφορη, παρ’ όλο που από μόνο του είναι προτιμητέο. Δεν πρόκειται εδώ για δυο μέτρα και σταθμά- ή μήπως είναι έτσι μόνο με την έννοια υπό την οποία σε κάθε ηθικό σύστημα εμφανίζονται δύο μέτρα και σταθμά; Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι οπουδήποτε τίθεται θέμα επιλογής, η μια αξία πρέπει να εγκαταλείπεται προς χάρη κάποιας άλλης; Καμιά φορά ο πλού­τος εγκαταλείπεται για χάρη της προσφοράς βοήθειας, η υγεία επίσης, όταν πρόκειται να κερδηθούν άλλα πλεονεκτήματα, και η ζωή η ίδια θυσιάζεται για να σωθεί μια άλλη ζωή. Αμφιβάλλου­με ότι, παρ’ όλα αυτά, ο πλούτος, η υγεία κι η ζωή είναι αξίες;

Ωστόσο, η ερμηνεία που έδωσα φαίνεται να ανασκευάζεται από κάποιες άλλες δηλώσεις που έχουν κάνει οι Στωικοί, από τις οποίες έχουν αρπαχτεί σύγχρονοι ερμηνευτές, από τότε που ο Άνταμ Σμιθ έγραψε τη θεωρία του περί «ηθικού αισθήματος». Οι Στωικοί παραβάλλουν τη ζωή με ένα παιχνίδι με σκορ, όπου η νίκη δεν έχει καμιά σπουδαιότητα και αυτό που μετράει είναι ο τρόπος που παίζεις και όχι το σκορ που πετυχαίνεις. Ο Επί­κτητος συγκρίνει τον Σωκράτη με παίχτη της μπάλας. «Ποια μπάλα παιζόταν από το Σωκράτη; Η ζωή του, η φυλακή, η εξο­ρία, το φαρμάκωμα, η στέρηση της γυναίκας του, το ν’ αφήσει τα παιδιά του ορφανά. Μ’ αυτά έπαιζε ο Σωκράτης, αλλά αυτό δεν τον έκανε να παίζει λιγότερο και να χειρίζεται την μπάλα με λιγότερη επιδεξιότητα. Έτσι κι εμείς: να ’μαστέ επιδέξιοι και καλοί παίχτες της μπάλας (τήν ἐπιμέλειαν σφαιριστικωτάτην), και ταυτόχρονα για την ίδια τη μπάλα να ’μαστέ αδιάφοροι.»10 Όμως δεν πρέπει να ξεχνά κανείς σε ποια στιγμή παίζει αυτό το παιχνίδι ο Σωκράτης. Είναι η στιγμή της πιο μεγάλης απόφα­σης, η στιγμή όπου η βασική αρχή που λέει ότι «το ηθικά αγαθό είναι το μόνο αληθινό αγαθό», πρέπει να επικυρωθεί πάση θυσία. Και όπως λέει ο Επίκτητος εκ μέρους του Σωκράτη: «Και για να συνεχίσω το παιχνίδι, προσφέρω τις υπηρεσίες μου μέχρις ότου με διατάξουν να κάνω καμιά βλακεία ή κάτι ανάρμοστο. Κι αν μου πουν “πήγαινε να φέρεις τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο”, θα πω: “Βρες άλλον να στείλεις. Εγώ σταματάω το παιχνίδι.” “Στη φυλακή!”. “Ακολουθώ. Συνεχίζεται το παιχνίδι”.11

Με άλλα λόγια, μέσα στη σφαίρα των σχετικών αξιών, το παι­χνίδι παίζεται σύμφωνα με τους κανόνες. Επιτυχία και αποτυ­χία, κέρδος και ζημία, τα δέχεται κανείς με φίλαθλο πνεύμα. Φυσικά, ακόμα κι εδώ, ο καλός παίχτης ελπίζει στην επιτυχία- επιλέγει τις αξίες εφ’ όσον η έκβαση είναι άγνωστη. Ωστόσο, αν το παιχνίδι στραφεί εναντίον του, δεν χάνει την ψυχραιμία του. Τελειώνει τον αγώνα και δέχεται την ήττα με καλή διάθεση. Όπως το λέει και ο Επίκτητος, παραθέτοντας τον Χρύσιππο:

Εφ’ όσον μου είναι άγνωστα τα όσα επιφυλάσσει το μέλλον, εγώ πάντα θα πιάνομαι, από αυτά που βοηθούν περισσότερο ώστε να διασφαλίζω τις προτιμώμενες αξίες- ο ίδιος ο θεός μου έχει δώ­σει αυτή τη δυνατότητα να τις επιλέγω. Αν όμως ήξερα πως είναι της μοίρας μου τώρα να αρρωστήσω, πρόθυμα θα στρεφόμουν ακόμα και σ’ αυτό- γιατί και τα πόδια ακόμα, αν είχαν λογικό, πρόθυμα θα λασπώνονταν.13

Μ’ άλλα λόγια, συγκατατίθεμαι σ’ αυτό που συμβαίνει, εφ’ όσον δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, αλλά ποτέ δεν πρόκειται να δεχτώ να κάνω οτιδήποτε είναι ηθικά φαύλο.

Μπορεί η ζωή να ’ναι παιχνίδι για τον σοφό, όμως το παιχνίδι αυτό έχει αλλόκοτους κανόνες. Σε ορισμένες καταστάσεις, αυ­τοί οι κανόνες επιβάλλουν στον παίκτη να επιλέξει το θάνατο (είτε ως αυτόχειρας είτε ως θύμα άλλων), και να αποχωρήσει από το παιχνίδι. Ο Στωικός σοφός δεν είναι προσκολλημένος σε ένα δόγμα παραίτησης ή μακάριας αποδοχής και αδιαφορίας για την τύχη του. Πρεσβεύει μια θεωρία που συγκατατίθεται, επιδοκιμάζει, κρίνει και ορίζει τι είναι πρέπον να γίνει και τι όχι. Είναι πολύ σημαντικό να κάνουμε αυτή τη διάκριση· σ’ αυτή την περίπτωση, η επιμονή σε μια ορθή και αυστηρή ορολογία ας μη ταυτίζεται μ’ εκείνο το παιχνίδι των λέξεων που τόσο περιφρονούσε ο Πλάτων στους φιλόσοφους.

Από πού αντλεί τη δύναμη ο σοφός για να υιοθετήσει μια τόσο ηρωική στάση απέναντι στη ζωή; Ασφαλώς δεν πιστεύει στην αθανασία και στις τιμωρίες ή ανταμοιβές που επιφυλάσσονται στη μετά θάνατο ζωή. «Τι κερδίζει όταν πράττει το ορθό; Τι κερδίζει αυτός που γράφει το όνομα του Δίωνα σωστά; Το κέρ­δος του ίδιου του γραψίματος (αὐτό τό γράψαι). Κι αυτή είναι όλη κι όλη η ανταμοιβή του; -Μα εσύ... ζητεῖς ἔπαθλον ἀνδρί ἀγαθῷ μεῖζον τοῦ τά καλά καί δίκαια πράττειν»14 Το μόνο που κερδίζει, σε αντίθεση με τους πολλούς ή τους ανόητους, είναι πως αυτός δεν θα ’ναι μια σκέτη κλωστή όμοια με τις άλλες στο υφάδι του κόσμου, αλλά θα ’ναι η πορφύρα, που «κοσμεί και αναδεικνύει το σύνολο».15

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο σοφός θεωρεί δεδομένο πως «τα γεγονότα του κόσμου κατευθύνονται από τη θεία πρόνοια έτσι ώστε να πραγματωθεί ένας ορισμένος σκοπός, και ότι ο σκοπός αυτός αξίζει να πραγματωθεί»,16 πως τα πράγματα βρίσκουν την εκπλήρωσή τους σ’ αυτόν τον ανώτερο σκοπό, τον άγνω­στο στους ανθρώπους. Όσοι αποδίδουν τέτοιες πεποιθήσεις στο σοφό το κάνουν γιατί διαφορετικά οι πράξεις του τους φαίνονται ακατανόητες. Κι ακόμη: δεν υπάρχει κανένας «φίλος στα παρα­σκήνια», όπως πιστεύουν εκείνοι που καταδικάζουν, εξυμνούν ή ερμηνεύουν το στωικισμό ως θρησκεία.17

Είναι αλήθεια πως η θεολογική γλώσσα, ιδιαίτερα των ύστε­ρων Στωικών, αναγορεύει τον άνθρωπο σε φίλο του Θεού,18 «τον οποίο ακολουθεί με τη δική του ελεύθερη βούληση». Όμως, εάν ο σοφός βρεθεί σε μια θέση όπου δεν μπορεί να πράττει το ορθό όπως εκείνος το αντιλαμβάνεται και το ορίζει, τότε θεωρεί πως είναι καθήκον του να πεθάνει- και λέει στο θεό: Δεν σε εγκατα­λείπω· αλλά το βλέπω πως δεν με χρειάζεσαι πια.19 Να ’σαι καλά.20 Πόσο διαφορετικά ηχούν αυτά τα λόγια από εκείνα του Ιησού: «Θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Τα λόγια του Στωικού είναι θαρραλέα. Έχει το θάρρος και μπορεί να μιλήσει έτσι γιατί ο σοφός και ο θεός είναι ίσοι, δύο ισότιμοι φίλοι. Ο σοφός, όπως και ο θεός, έχει τη δύναμη να ασκεί την ελεύθε­ρη βούλησή του, να εγκρίνει και να απορρίπτει, με δυο λόγια, να κυριαρχεί στις σκέψεις του.21 Κατέχει την αληθινή φύση του αγαθού και του φαύλου.22 Ο σοφός είναι όμοιος με το θεό, και μόνο σε ένα πράγμα διαφέρουν: ο σοφός είναι θνητός. Φυσικά μειονεκτεί σε σχέση με το θεό, ο οποίος έχει μεγαλύτερη αγαθο­ποιό δύναμη απ’ ό,τι ένα ανθρώπινο ον όμως μεταξύ δύο σοφών ο πλουσιότερος δεν είναι και ο καλύτερος. Η στωική συναίνεση ή η απόσυρση του Στωικού από τον κόσμο είναι αποτέλεσμα της δύναμης, της ισχύος και της επίγνωσης που κέρδισε από μόνος του. Η ευλογία που γεύεται σε τούτο το βασανισμένο κόσμο εί­ναι καρπός της δικής του προσωπικότητας. Σε αντίθεση με την αντίληψη του Αυγουστίνου για τον Χριστιανό, ο Στωικός σοφός είναι θεός όχι γιατί ο ύψιστος θεός τού δίνει αυτή τη δυνατότητα, αλλά γιατί το κατορθώνει με τον προσωπικό του αγώνα. Καμία ομοιότητα με το χριστιανικό ιδεώδες. Καμία πίστη του τύπου «γενηθήτω το θέλημά σου». Ο Πασκάλ αντιλήφθηκε αυτή τη διαφορά πολύ πιο ξεκάθαρα από τους σύγχρονους ερμηνευτές. Ο Στωικός σοφός δεν γνωρίζει την αρετή της ταπεινότητας. Ο Στωικός σοφός γνωρίζει μόνο το μεγαλείο του ανθρώπου κι όχι την αδυναμία του.

Αυτή, λοιπόν, είναι η μορφή του σοφού την οποία οι Στωικοί εξυμνούν με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτός και μόνον αυτός είναι ευτυχής, ωραίος, ελεύθερος, πλούσιος, πράττει το ορθό, είναι ο μόνος αυθεντικός πολιτικός, σύζυγος και πατέρας. Ελπίζω πως έχω ήδη δείξει πως αν και ακριβοδίκαιος δεν είναι άσπλαχνος με τους συνανθρώπους του. Βεβαίως δεν θα αρνηθώ πως ο σοφος είναι σοβαρός και αυστηρός. «Είναι στυφός, με την έννοια που δίνουμε στη λέξη όταν μιλάμε για στυφό κρασί που το χρησι­μοποιούμε ως φάρμακο κι όχι για να κάνουμε προπόσεις, κα­θώς δεν ενδιαφέρεται για την ηδονή και δεν ανέχεται αυτά που ηδονίζουν τους άλλους».23 Πάνω απ’ όλα είναι δίκαιος, τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Όταν είναι απαραίτητο, τιμωρεί και κολάζει- δεν γνωρίζει τι σημαίνει οίκτος, δεν συγχωρεί: ἐλεήμονάς τε μή εἶναι συγγνώμην τ’ ἔχειν μηδενί.24 Και καθώς δεν είναι συναισθηματικός, και δεν αδιαφορεί για τις αξί­ες, με τον ίδιο τρόπο δεν θέλει να προκαλεί το μαρτύριο μήτε το επιζητεί, παρ’ όλο που είναι πρόθυμος να το υποστεί αν το θεω­ρήσει αναγκαίο. Δεν είναι η προσωποποίηση της απολιθωμένης αυστηρότητας. Η ψυχική του κατάσταση είναι η έλλογη χαρά, η ίδια που χαρακτηρίζει και τον Σοφό του Σπινόζα. Ασφαλώς, ο Στωικός σοφός αποφεύγει την δραματοποίηση και δεν διεκτρα­γωδεί καταστάσεις (τραγῳδίαν οὐ ποιεῖ)25, μα δεν παύει να είναι ανθρώπινος. Ο ίδιος ο Ζήνων είχε προβλέψει την παρεξήγηση κι είχε τονίσει πως μόνο αν οι οπαδοί του παρερμήνευαν εντελώς τη διδασκαλία του θα γίνονταν άτομα νοσηρά και ανελεύθερα, πικρόχολα και άτεγκτα, άκαμπτα, δηκτικά και ψυχρά.26

Είναι πράγματι «μεγαλειώδης» η ζωή που εκπροσωπεί ο σο­φός. Όμως θα ήταν μέγιστο λάθος να τον δούμε σαν ένα «τέ­ρας», απάνθρωπο μες στην τελειότητά του. Είναι μεγαλοπρεπής εν μέσω συμφορών τις οποίες δεν μπορεί να αποφύγει περισ­σότερο απ’ ό,τι μπορεί να τις αποφύγει ο κάθε άνθρωπος. Ο Οράτιος εκφράζει με ωραίο τρόπο το κατόρθωμα του σοφού που ζει σ’ ένα κόσμο όπου οι αντιξοότητες και τα ατυχή συμβάντατα αποτελούν τον κανόνα. Λέει:

Αν το σύμπαν γκρμιζόταν,
άφοβο θα τον παρέσυραν τα συντρίμμια

(Sifractus illabatur orbis / Impavidum ferient ruinae).27

Όμως, πάλι, θα σχολιάσει σκωπτικά: «κατώτερος μόνο από το Αία: πλούσιος, ελεύθερος, τιμημένος, ωραίος, βασιλεύς των βα­σιλέων, ιδίως όταν χαίρει άκρας υγείας και δεν είναι κρυολογημένος».28

Αλίμονο, οι άνθρωποι υποφέρουν συχνά από «κρυολογήματα»· οι συμφορές δεν έχουν τελειωμό. Μα αν έχεις μύξες, λέει ο Επί­κτητος,29 μη ρωτάς αν είναι λογικό να υπάρχουν μύξες στον κό­σμο. Σκούπισ’ τη μύτη σου και σταμάτα να κλαίγεσαι γι’ αυτά που φέρνει η τύχη· μην κατηγοράς τον θεό. «Τι σου τα ’δωσε τα χέρια; Κάθεσαι και παρακαλάς να μη τρέχουν οι μύξες σου- μα τίποτα δεν σου έχει δώσει ο θεός; Δεν σου ’χει δώσει υπομονή, δεν σου ’χει δώσει μεγαλοφροσύνη, δεν σου ’χει δώσει ανδρεία; Με τέτοιες χερούκλες, κι ακόμη ψάχνεις αυτόν που θα σου σκουπίσει τη μύτη;»30

Ζήνωνα, σεβάσμιε με το στοχαστικό μέτωπο
αντρίκειος ήταν ο λόγος σου


έγραψε ένας Στωικός.31 Ο Σενέκας λέει πως η διαφορά μεταξύ των Στωικών και των άλλων φιλοσόφων, είναι η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών- εκείνοι που επιλέγουν τη Στοά, επιλέγουν τον ανδρείο, τον ηρωικό σκοπό.32 Να θυμάστε μόνο πως αυτή η αντρίκεια, ηρωική αρετή καταχτιέται κι από τις γυναίκες κι όχι μόνο από άντρες.

Όμως, ακόμη κι αν περιορίσουμε τις διαστάσεις του σε πιο αν­θρώπινα μεγέθη, ακόμη και αν δεν τον δούμε σαν ένα απόκοσμο τέρας, ο Στωικός σοφός εξακολουθεί να παραμένει μια μορφή που μοιάζει να υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα- κι είναι λογι­κό να αναρωτηθούμε, πώς είναι δυνατόν ένα ανθρώπινο πλάσμα ακόμα και να ελπίσει πως θα κατορθώσει ποτέ να φτάσει στο επίπεδο του Στωικού σοφού;

Δεν πιστεύω πως οι Στωικοί φιλόσοφοι αμφέβαλαν ποτέ πως είναι ανθρωπίνως δυνατό να γίνει κανείς σοφός. Παραδέχονταν, βέβαια, πως ο σοφός είναι σπάνιο φαινόμενο σε κάθε εποχή, και πως σ’ όλη την ιστορία ελάχιστοι υπήρξαν οι σοφοί. Όμως πρέπει να τονίσω πως το ερώτημα, αν μπορεί ή όχι ο άνθρω­πος να γίνει σοφός, δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας για τους Στωικούς φιλοσόφους. Γιατί μιλούν για το σοφό όπως μιλούσε ο Πλάτων για την ουράνια πολιτεία· λίγο μας ενδιαφέρει αν υπάρ­χει κι αυτή στην πραγματικότητα ή όχι, και αν μπορεί να γίνει πραγματικότητα πάνω στη γη. Όπως η ουράνια πολιτεία του Πλάτωνα, έτσι κι η μορφή του Στωικού σοφού αποτελεί ένα ιδε­ώδες, ένα πρότυπο. Δείχνει πώς θα μπορούσε και πώς πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Στην ελληνιστική περίοδο, που σημειώνεται μια στροφή στον ατομικισμό, το ιδεώδες δεν μπορεί πλέον να ταυτίζεται με την ιδιότητα του ανθρώπου ως πολίτη της ουρά­νιας πολιτείας- μπορεί, όμως, να ταυτιστεί με την τελειότητα ενός ανθρώπινου όντος όπως το οραματιζόμαστε με την φαντα­σία μας.

Η μορφή του σοφού είναι λοιπόν το πρότυπο σύμφωνα με το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τον εαυτό μας. Όταν ξέρουμε τι οφείλουν να είναι οι άνθρωποι, είμαστε σε θέση να ανακαλύψουμε τι είμαστε, γιατί μπορούμε να μετρήσουμε την πρόοδο και την προσέγγιση μας στο ιδεώδες. Αυτή είναι η μεγάλη απαί­τηση που προβάλλει ο στωικισμός στον καθένα μας: η ηθική εξέλιξη, η επάρκεια, η τελειοποίηση του εαυτού. Αυτό το ήθος της τελειότητας που βασίζεται στην πίστη πως ο ανθρώπινος χαρακτήρας επιδέχεται αέναη τελειοποίηση, είναι η ουσία του στωικισμού από την αρχή ως το τέλος. Η συνειδητή ηθική ανά­πτυξη είναι το σύνθημα της στωικής φιλοσοφίας. Κι αυτή η ηθι­κή ανάπτυξη μπορεί να κατακτήσει ακόμη και τις περιοχές του ασυνειδήτου - τις οποίες ο Πλάτων, θεώρησε αδιαπέραστες από την ορθή βούληση. Από τα όνειρά σας, λέει ο Ζήνων,33 θα κατα­λάβετε αν προοδεύετε ή όχι. Ο σοφός δεν παύει να είναι σοφός ακόμη και στον ύπνο του.

Ακόμη και οι ηγετικές φυσιογνωμίες της Στοάς -Ζήνων, Χρύ­σιππος, Κλεάνθης, Παναίτιος, Ποσειδώνιος, Σενέκας και Επί­κτητος·, δεν διεκδίκησαν ποτέ τον τίτλο του σοφού. Η στάση τους είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του Επίκουρου. Αλλ’ αν ακόμη και τούτοι οι άντρες δεν πέτυχαν το στόχο τους, τότε τι μπορούν να ελπίζουν οι υπόλοιποι; Απομένει μόνο η ελπίδα. Απαντώντας στο ερώτημα, «Ποια είναι η διαφορά του Πλάτωνα με τον τύραννο Διονύσιο, αν ούτε και ο Πλάτων δεν είναι σο­φός;», ο Ζήνων θα πει: «Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο. Για το Διονύσιο το καλύτερο θα ήταν να πεθάνει, γιατί δεν μπορεί να ελπίζει πως θα κερδίσει τη σοφία. Για τον Πλάτωνα το καλύτερο είναι να ζήσει, γιατί αυτός μπορεί να ελπίζει πως θα την κερδίσει».34 Βέβαια ο άνθρωπος, όντας αυτό που είναι, δεν μπορεί να ελπίζει πως θα προεγγίσει την τελειότητα παρά «στο γέρμα της ζωής, στο ηλιοβασίλεμα του βίου του».33 Αυ­τός ο ηθικός ιδεαλισμός και η αισιοδοξία είναι συνεισφορά της Στοάς, αυτή η επιμονή ν’ αγωνιστείς για ν’ αγγίξεις το στόχο, η πεποίθηση ότι το ιδεώδες δεν είναι ανέφικτο, το να λες: «Κι αν δεν είσαι ακόμη Σωκράτης, οφείλεις να ζήσεις σαν κάποιος που θέλει να γίνει Σωκράτης».36

Πώς γεννήθηκε αυτό το καινούριο ιδεώδες; Ποιες ήταν οι κινη­τήριες δυνάμεις του; Η σύνδεση του στωικισμού με παλαιότερες φιλοσοφίες και ιδιαίτερα μ’ εκείνη του Σωκράτη είναι προφανής και την επιβεβαιώνουν αρκετά από τα ρητά που έχω παραθέσει. Όμως και τα νέα στοιχεία δεν είναι λίγα. Από πού προέρχο­νται; Όλοι σχεδόν οι ερμηνευτές συμφωνούν πως τα πρωτότυπα στοιχεία του στωικισμού καθορίζονται από τις συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές συνθήκες που επικρατούν στα τέλη του τέταρτου αιώνα π.Χ. Είναι, λένε, περίοδος ηθικής και πολιτικής αποσύνθεσης. Οι αξίες της πόλης-κράτους και τα παλαιότερα θρησκευτικά ιδανικά έχουν καταρρεύσει, και προκύπτει η ανά­γκη αναζήτησης νέων θεμελίων για τη ζωή. Πρέπει να κατευνα­στούν οι φόβοι των ανθρώπων, να χαλιναγωγηθούν οι επιθυμίες τους.37

Όμως πόσα μπορούν να εξηγηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο; Το πέρασμα από τον πέμπτο στον τέταρτο αιώνα επίσης είχε σηματοδοτηθεί από μια μεγάλη κρίση· κι είναι δύσκολο να πούμε αν εκείνη η πρώτη κρίση δεν ήταν μεγαλύτερη από αυτήν που σημειώθηκε στα τέλη του τέταρτου αιώνα. Όπως και να ’χει, η απάντηση στην προγενέστερη κρίση ήταν ο πλατωνικός ιδεα­λισμός. Δεν θα μπορούσε να ισχύσει η ίδια απάντηση και τώρα, στα τέλη του τέταρτου αιώνα; Και επιπλέον, αν το ζητούμενο ήταν μια απάντηση, ο στωικισμός δεν υπήρξε η μοναδική. Η φιλοσοφία του Επίκουρου επίσης κατευνάζει τους φόβους και χαλιναγωγεί τις επιθυμίες - αλλά με πόσο διαφορετικό τρόπο!

Κι αν τότε επικρατούσε «απελπιστική κατάσταση ανάγκης», την αντιμετώπισε επίσης και ο Επίκουρος, κι οι λύσεις που πρόσφερε για τον άνθρωπο ως άτομο ήσαν εξίσου αποτελεσματικές με του Ζήνωνα.

Όχι· αν υπάρχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του στωικισμού που οφείλεται στην τότε κατάσταση, είναι αυτό που μοιράζεται από κοινού με τον επικουρισμό. Και εννοώ τη νέα συνείδηση της δύναμης του ανθρώπου όπως αναδύεται τον τέταρτο αιώνα, την πίστη στη αποθέωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στην Αθήνα το 307; ο Ζήνων παρακολούθησε και άκουσε τους Αθηναίους να υποδέχονται το Δημήτριο τον Πολιορκητή, έναν από τους επιγόνους του Μεγά­λου Αλεξάνδρου. Ένας σύγχρονός του ιστορικός κατέγραψε τα γεγονότα. Όταν ο Δημήτριος επέστρεψε στην Αθήνα από τη Λευκάδα και την Κέρκυρα, οι Αθηναίοι τον υποδέχτηκαν όχι μόνο με θυμιάματα και στεφάνους και σπονδές αλλά και με χο­ρωδιακές πομπές και παιάνες. Και όταν οι χορωδοί συνενώθηκαν με το πλήθος, σύσσωμοι έψαλλαν επανειλημμένα την επωδό: «... είναι ο μόνος αληθινός θεός, γιος του Ποσειδώνα και της Αφροδί­της. Οι άλλοι θεοί κοιμούνται ή λείπουν μακριά ή δεν υπάρχουν καν...».39 Ο ζωντανός θεός με την ανθρώπινη μορφή αντικατέ­στησε τον θεό τον λαξεμένο σε πέτρα, χρυσό ή ελεφαντόδοντο.

Όμως τι λογής άνθρωποι ήσαν αυτοί οι νέοι «θεοί»; Τουλάχι­στον ξέρουμε τη γνώμη που είχαν οι Κυνικοί, στους οποίους μαθήτευσε ο Ζήνων, γι’ αυτούς τους κατακτητές ή για τους προγό­νους τους πάνω στα χνάρια των οποίων βάδιζαν. «Ο Φίλιππος και οι σύντροφοί του ζούσαν μες στην σπατάλη ... με συνεχείς λεηλασίες ... οι σύντροφοί του ήταν άνθρωποι που είχαν μαζευ­τεί από όλα τα μέρη της Ελλάδας... με κριτήριο όχι την αρετή τους (οὐκ ἀριστίνδην ἐξειλεγμένοι) αλλά μάλλον με το αντίθετο κριτήριο (ἀλλ’ εἴ τις ἦν ἐν τοῖς Ἕλλησιν ἤ τοῖς βαρβάροις λάσταυρος ἤ βδελυρός ἤ θρασύς τόν τρόπον, οὗτοι σχεδόν ἅπαντες εἰς Μακεδονίαν ἀθροισθέντες ἑταῖροι Φίλιππου προσηγορεύοντο.) Ποτέ δε γνώρισε η ιστορία τόσο άγρια κτήνη. Η φύση τούς είχε προορίσει για φονιάδες (ἀνδροφόνοι γάρ τήν φύσιν ὄντες) αλλά ἀνδρόπορνοι τόν τρόπον ἦσαν.» Τέτοιοι χαρακτήρες, -όπως φαίνεται, εγγυώνται την επιτυχία, τη φήμη και μια αχα­νή αυτοκρατορία». Και ποιο ρόλο έπαιξε ο Αλέξανδρος, ο μεγά­λος βασιλιάς, από τον οποίο πολλοί υποθέτουν πως οι Στωικοί εμπνεύστηκαν το όραμά τους για ένα οικουμενικό κράτος και για την ενότητα της ανθρωπότητας; Στο πρόσωπό του η ανθρώπινη πλεονεξία βρίσκει, το αποκορύφωμά της. «Ο Αλέξανδρος», λέει ο Σενέκας, «παρ’ όλο που έφτασε ως τις ακτές του Ινδικού Ωκεανού, λαχταρούσε ακόμη μεγαλύτερη επικράτεια απ’ αυτή που είχε ήδη κατακτήσει. Ήταν ένας άνθρωπος πένης, στ’ αλή­θεια, που έσπρωξε τ’ άρματά του πέρα από τα σύνορα της φύσης και που σπρωγμένος από παράτολμη απληστία βούτηξε με τα μούτρα σε μια ανεξερεύνητη και απύθμενη θάλασσα ... μέχρι το τέλος, η πλεονεξία του παρέμεινε ακόρεστη». Τα πάντα ανήκουν στο σοφό -κι ο σοφός δεν αρκείται στα λίγα-, όμως τούτες οι «κτήσεις» του έχουν άλλο νόημα από κείνες του Αλέξανδρου.41 Αντί να υποτάξει τον κόσμο, υποτάσσει τον εαυτό του- αντί να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία ανθρώπων και πραγμάτων, οικοδομεί τον βίο που κυβερνάται από τον λόγο και ορίζεται από τη διάνοια. Όμως σίγουρα, στη δύναμη και στην υπεράνθρωπη προσπάθεια, ο σοφός μπορεί άνετα να συγκριθεί και με τον Φί­λιππο και με τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του.

Ακόμη κι αν δεχτούμε πως με τις απεριόριστες αξιώσεις από τον εαυτό του και τους άλλους ο Στωικός σοφός είναι κάτι σαν θεάνθρωπος στον καιρό του, και πάλι, η λύση θα μπορούσε να ’ναι εκείνη που προτείνει ο Επικουρισμός. Τι είναι εκείνο που καθορίζει την ιδιαίτερη στωική απάντηση; Λέγεται πως ο ίδιος ο ηθικός σκοπός, αυτός καθαυτός, διαμορφώνει και την απάντη­ση. Πολύ πριν αποκτήσουμε το συνήθειο να εξηγούμε τα φιλο­σοφικά συστήματα με βάση την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, είχε υποστηριχτεί (α) πως η πραγματική εξήγηση του στωικισμού πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι ο Ζήνων ήταν άνθρωπος με ισχυρή ηθική δύναμη, ένα είδος προφήτη, και (β) πως η στω­ική φιλοσοφία καθορίστηκε από την «πρακτική ανάγκη» και όχι από την ανιδιοτελή επιθυμία για γνώση. Και (γ) πως αν ο στωικισμός ανέπτυξε μια δική του οντολογία (φυσική θεωρία), ήταν μόνο γιατί «τίποτα δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια και καθο­δήγηση σ’ ένα μπερδεμένο και ανασφαλή κόσμο, αν αφήνει χώρο να περάσει η αμφιβολία»· κι αν ανέπτυξε ένα λογικό σύστημα, ήταν απλά και μόνο για να πείθει, τον κόσμο. Ήθελε να μετα­τρέψει τους ανθρώπους σε πιστούς - και προσαρμόστηκε στις ελληνικές απαιτήσεις με το να διασπείρει το μήνυμά του υπό μορφή σύντομων συλλογιστικών προτάσεων. Είναι καταφανή τα μειονεκτήματα του όλου συστήματος, αλλά θα πρέπει, λένε, να τα συγχωρήσουμε γιατί, στο κάτω-κάτω, «έχουμε και μια ζωή να ζήσουμε». 42

Φρονώ ότι περιττεύει πλέον η ανασκευή τέτοιου είδους από­ψεων, στο βαθμό που είναι διαποτισμένες από τις προκαταλή­ψεις των κλασικιστών του 19ου αιώνα ενάντια στα επιτεύγματα της ελληνιστικής περιόδου. Σήμερα, κατά γενική ομολογία, δεν είναι απαραίτητο να θεωρούμε πως απλά και μόνο επειδή κά­ποιος έτυχε να ζήσει μερικές δεκαετίες μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν ενδιαφερόταν για την αλήθεια και δεν ήταν παρά ένας πρακτικός φιλόσοφος (Lebensphilosoph). Όμως, στο βαθμό που τέτοιου είδους κρίσεις καθορίζονται από την πεποί­θηση ότι όλη η φιλοσοφία δεν είναι παρά ασυνείδητες διαδρομές του νου επικαλυπτόμενες με λογικά επιχειρήματα, και πως η «άγραφη φιλοσοφία» κάποιου διαμορφώνει και τη γραπτή του φιλοσοφία, τολμώ να ομολογήσω ότι δεν πιστεύω σε τέτοιου εί­δους ερμηνείες, παρ’ ότι αναγνωρίζω πως ο φιλόσοφος ως ένα 3αθμό μπορεί να καθορίζεται από προθέσεις των οποίων δεν έχει επίγνωση. Τολμώ να πιστεύω πως φιλοσοφία είναι η έρευνα για την αλήθεια- πως ενυπάρχει στον άνθρωπο μια ανιδιοτελής επι­θυμία να καταλάβει.

Και βέβαια ο σοφός σύμφωνα με τους Στωικούς δεν είναι απλώς κάποιος που ζει προς χάρη της ηθικής πράξης, όπως τον απεικόνισα μέχρι τώρα, αλλά είναι κατ’ εξοχήν άνθρωπος που γνωρίζει αλλά ποτέ δεν γνωμοδοτεί.43 Να μια άποψη πρωτά­κουστη στην εποχή της. Κανένα στωικό παράδοξο δεν διακωμωδήθηκε περισσότερο. Το παράδοξο αυτό όμως δηλώνει πως ο σοφός, και όταν πρόκειται για την αλήθεια, πάντα αποβλέπει στο ιδεώδες της τελειότητας. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του στωικισμού, από τον Ζήνωνα ακόμα -και όχι μόνο την επο­χή της Μέσης Στοάς-, ο σοφός είναι ένας μάρτυρας της φυσικής τάξης, θαυμαστής και λάτρης της Φύσης. Η έρευνα ή ο στοχα­σμός, λέει ο Σενέκας, είναι μια από τις μορφές της ανθρώπινης ύπαρξης, κι όχι απλά ένα καταφύγιο, ένα λιμάνι για τον κάθε άεργο. Και προσθέτει: «Ακριβώς επειδή αφοσιώθηκαν στη με­λέτη της αλήθειας, ο Ζήνων, ο Κλεάνθης κι ο Χρύσιππος έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα πολύ περισσότερα απ’ όλους όσοι αφιερώθηκαν στην πολιτική δράση».44 Τέτοιες δηλώσεις φανε­ρώνουν πως είναι μάλλον απίθανο οι Στωικοί να αρκούνταν στην πρακτική φιλοσοφία, πως η αντίθεσή τους με όσους διαχώριζαν την ηθική από τη φυσική και τη λογική οφειλόταν μόνο στο ότι ήθελαν να χειραγωγήσουν ολοκληρωτικά τους άλλους, και πως η λογική κι η φυσική τους ήταν μόνο «για τα μάτια». Ναι, αλη­θεύει πως υψηλότερος σκοπός του σοφού είναι να μάθει πώς να συμπεριφέρεται στη ζωή· κι ο Ζήνων έλεγε, παραφράζοντας τον Ησίοδο: «Πανάριστος είναι εκείνος που πειθαρχεί στις ορθές πα­ραινέσεις· αλλά κι εκείνος που ανακαλύπτει τα πάντα μόνος του είναι γενναίος και δυνατός (ἐσθλός).” Ο δεύτερος διαθέτει απλά μια ευρεία αντίληψη ενώ ο πρώτος όταν αποδέχεται τη σωστή καθοδήγηση, προχωρά στην πράξη».45 Όμως, μήτε ο Ζήνων μήτε κανείς άλλος Στωικός δεν αμφισβήτησε ποτέ πως η ορθή συμβουλή δεν πρέπει απλά να βασίζεται σε ηθικά προστάγματα μα στην κατανόηση του κόσμου και στην αλήθεια.

Η αντίδραση των άλλων φιλοσοφικών σχολών στο στωικισμό δείχνει όντως ξεκάθαρα πως εκείνο που θαύμαζαν ή απέρριπταν στη Στοά ήταν οι λόγοι που έδινε, οι λογικές και μεταφυσικές θέ­σεις στις οποίες στηρίζεται η ηθική στάση του σοφού. Οι αρχαί­οι συχνά λέγανε πως η πλατωνική, η αριστοτελική και η στωική ηθική δεν διέφεραν ουσιαστικά ως προς το περιεχόμενο, πως οι διαφορές τους ήταν επιφανειακές και όχι ουσιαστικές -διαφορές στην ορολογία περισσότερο παρά στις λύσεις. Ωστόσο η καινοτο­μία της στωικής φυσικής και λογικής ήταν αδιαμφισβήτητη· και το ότι σηματοδοτούσε την αποφασιστική προσπάθεια της Στο­άς να εδραιώσει την αλήθεια, φανερώνεται από τις βίαιες επιθέ­σεις των αρχαίων Σκεπτικών κατά του στωικισμού ως τυπικής μορφής δογματισμού. Στο εγχειρίδιο του Σέξτου Εμπειρικού, ο στωικισμός εμφανίζεται ακόμα να είναι συνώνυμος με τη δογ­ματική φιλοσοφία. Τα πρώτα χρόνια του ακαδημεικού σκεπτι­κισμού, ο Καρνεάδης (διευθυντής της Πλατωνικής Ακαδημίας από το 214 έως το 129 π.Χ.) είχε τον Χρύσιππο για κύριο στόχο του. «Αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος», έλεγε, «δεν θα υπήρχα κι εγώ». Αυτές οι επιθέσεις μαρτυρούν όχι την αδυναμία του στωικισμού αλλά το γεγονός ότι ο σκεπτικισμός δεν θα ήταν ασφαλής αν δεν μπορούσε να ανασκευάσει τη στωική -επιστημολογία και μεταφυσική. Κι είναι αλήθεια πως στα χρόνια του Κικέρωνα, η επιστημολογία του Ζήνωνα, που παρέμενε αμετάβλητη, προκάλεσε την παροδική έκλειψη του Σκεπτικισμού: ο Αντίοχος βρήκε πως ήταν αδύνατο να ανασκευαστεί η ζηνώνεια επιστημολογία. Με δυο λόγια, το να αντιμετωπίζουμε το στωικισμό απλώς ως μια πρακτική φιλοσοφία (Lebensphilosophie), ως μια ηθική της καρδιάς και όχι ως ηθική σκέψη φιλοσοφικού διαμετρήματος, 6α ήταν εξίσου λάθος με το να φανταζόμαστε πως η ηθική του Καντ μπορεί να γίνει κατανοητή ξέχωρα από την επαναστατική του φιλοσοφία της κριτικής, την υπερβατικότητα, που αποτελεί το ίδιο της το θεμέλιο.

Δεν μπορεί να αληθεύει, λοιπόν, πως οι άνθρωποι δέχτηκαν το μήνυμα του Ζήνωνα (στο οποίο πάνω απ’ όλα βαραίνει το «ού­τως υπαγορεύει η λογική»), όχι επειδή πείστηκαν με έναν ψυχρό και διανοητικό τρόπο, αλλά επειδή πίσω από τις ιδέες βρισκόταν μια τρομερά ισχυρή προσωπικότητα κι επειδή κάτι βαθιά μες στην καρδιά τους ξύπνησε και ανταποκρίθηκε στη διδασκαλία του.46 Η άποψη πως ο στωικισμός «ήταν ο δρόμος της πίστης» απέχει από την αλήθεια πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η ρήση του Μάθιου Άρνολντ: «Ο στωικισμός δεν είναι ένα Πιστεύω. Είναι η φιλοσοφία του κάθε ανθρώπου που θέλει να πορεύεται με οδη­γό την όραση και όχι την πίστη». Σπεύδω να προσθέσω πως «όραση» δεν είναι παρά η βαθιά θεώρηση που γεννήθηκε από τη φιλοσοφική έρευνα του τέταρτου αιώνα.

Τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα, η στωική οντολογία και λογική χαρακτηριζόταν χονδροειδής, αδέξια και αφελής.47 Είναι αλήθεια πως η στωική φυσική είναι υλιστική και πως η στωική λογική και επιστημολογία άκαμπτες. Στα μάτια του ιδεαλιστή ο στωικισμός πάντα θα μοιάζει οπισθοδρομικός και ακατέργαστος σε σύγκριση με τον πλατωνισμό και τον αριστοτελισμό- αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι καινούργιες στωικές θέσεις ήσαν προ­ϊόντα ακρισίας ή πως οι Στωικοί δεν πέρασαν από κόσκινο τις προηγούμενες θεωρίες. Δεν είναι τυχαίο που επέστρεψαν στους Προσωκρατικούς. Δεν εγκατέλειψαν κάποιες αλήθειες επειδή στάθηκαν ανίκανοι να τις καταλάβουν. Το αντίθετο: συνέχισαν ακριβώς από το σημείο όπου τις βρήκαν από τους προηγούμε­νους διανοητές. Αυτό -επιβεβαιωμένο πλέον από τις πρόσφατες μελέτες-, μας το μεταφέρει και η αρχαία παράδοση - ως συνή­θως, υπό μορφή ανέκδοτου: Ο Ζήνων θέλησε να συμβουλευτεί το μαντείο ζητώντας να μάθει τι έπρεπε να κάνει για να είναι άριστος ο βίος του, και η απάντηση του θεού ήταν πως έπρεπε να «συγχρωτιστεί» -δηλαδή να αποκτήσει ίδια όψη- με τους νε­κρούς. Και κατάλαβε πως το νόημα του χρησμού ήταν να μελετά τους αρχαίους συγγραφείς.48 Με άλλα λόγια, η στωική ηθική δεν είναι μια ηθική που καθορίζεται μόνο από πρακτικούς στό­χους. Δεν διασφαλίζεται απλά και μόνο με το να υιοθετεί ιδέες που μπορεί να φανούν χρήσιμες ή να μπαλώσουν μια κατάσταση ανάγκης. Ο σοφός πράττει το πρέπον γιατί πιστεύει πως έτσι ακολουθεί τις επιταγές της Φύσης. Η Φύση, όπως την αντιλαμ­βάνεται ερευνώντας την αλήθεια, είναι το άστρο που τον οδηγεί. Απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά θα προσπαθήσω να κατανοήσω τις προϋποθέσεις της στωικής φιλοσοφίας.
---------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
 
1. Αυγουστ. Civitas Dei 19,1.
2. Η. von Arnim, Stoicorum Veterum Fragmenta (“Ἀποσπάσματα Ἀρχαίων Στωικών” - στο εξής: SVF) III 16 (- Στοβαῖος Ἀνθολ. 2.77): Τέλος δὲ φασιν εἶναι τὸ <εὐδαιμονεῖν,> οὗ ἕνεκα πάντα πράττεται, αὐτὸ δὲ πράττεται μὲν οὐδενός δὲ ἕνεκα· τοῦτο δὲ ὑπάρχειν ἐν τῷ κατ’ ἀρετὴν ζῆν, ἐν τῷ ὁμολογουμένως ζῆν, ἔτι, ταὐτοῦ ὄντος, ἐν τῷ κατὰ φύσιν ζῆν. Τὴν δὲ <εὐδαιμονίαν> ὁ Ζήνων ὡρίσατο τὸν τρόπον τοῦτον· εὐδαιμονία δ’ ἐστίν εὔροια βίου. Κεχρηται δὲ καὶ Κλεάνθης τῷ ὅρῳ τούτῳ ἐν τοῖς ἑαυτοῦ συγγράμμασι καὶ ὁ Χρύσιππος καὶ οἱ ἀπὸ τούτων πάντες, τὴν εὐοαιμονίαν εἶναι λέγοντες οὐχ ἑτέραν τοῦ εὐδαίμονος βίου, καίτοι γε λέγοντες, τὴν μὲν εὐδαιμονίαν σκοπὸν ἐκκεῖσθαι, τέλος δ’ εἶναι τὸ τυχεῖν τῆς εὐδαιμονίας, ὅπερ ταυτόν εἶναι τῷ εὐδαιμονεῖν. Δηλον οὖν ἐκ τούτων, ὅτι ἰσοδύναμεῖ «τὸ κατὰ φύσιν ζῆν» καὶ «τὸ καλῶς ζῆν» καὶ «τὸ εὖ ζῆν» καὶ πὰλιν «τὸ καλὸν κἀγαθόν» καὶ «ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ μέτοχον ἀρετῆς»· καὶ ὅτι πᾶν ἀγαθόν καλόν, ὁμοίως δὲ καὶ πᾶν αἰσχρὸν κακὸν δι’ ὅ καὶ τὸ Στωικὸν τέλος ἴσον δύνασθαι τῷ κατ’ ἀρετὴν βίῳ. Πρβ. SVF 373 (Σέξτου Ἐμπειρικού Πρὸς Λογικοὺς A 11. 30.9): ἦσαν δὲ οἱ φάσκοντες ἀγαθόν ὑπάρχειν τὸ δὶ’ αὐτὸ αἱρετόν. Οἱ δ’ οὕτως· «ἀγαθόν ἐστι τὸ συλλαμβανόμενον πρὸς εὐδαιμονίαν», τινὲς δὲ τὸ συμπληρωτικόν εὐδαιμονίας». εὐδαιμονία δὲ ἐστιν, ὡς οἵ τε περὶ τὸν Ζήνωνα καὶ Κλεάνθην καὶ Χρύσιππον ἀπέδοσαν, εὔροια βίου.
3. Ο.π.
4. SVF, σ. 45, 22.
5. An Essay on Man, II, 101-103.
6. Ἐπίκτητος, Ἐγχεφίδιον 16: Ὅταν κλαίοντα ἴδης τινὰ ἐν πένθει ἤ ἀποδημοντος τέκνου ἀπολωλεκότα τὰ ἑαυτοῦ, πρόσεχε μὴ σὲ φαντασία συναρπάσῃ ὡ ἐν κακος ὄντος αὐτοῦ τος ἐκτός, λλ’ εὐθὺς ἔστω πρόχειρον ὅτι “τοῦτον θλίβει ο τὸ συμβεβηκὸς (ἄλλον γὰρ ο θλίβει), λλά τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτου” . μέχρι μέντοι λόγου μὴ ὄκνει συμπεριφέρεσθαι
αὐπ, κν οὕτω τύχ, καὶ συνεπιστενάξαι· πρόσεχε μέντοι μὴ καὶ ἔσωθεν στενάξῃς.
7. SVF, I π. 215 = Σενέκας De ira I 16,7.
8. Σενέκας De Constantia X 4.
9. Σενέκας De Clementia II 6.
10. Επίκτητος, II 5.
11. Επίκτητος, IV 7.
12. Επίκτητος, II 6.
13. SVF III ἄπ. 191.
14. Επίκτητος, III, 24, 51-52: οὐκ οἶσθ’, ὅτι ἀνήρ καλὸς καὶ ἀγαθὸς οὐδέν ποιεῖ τοῦ δόξαι ἕνεκα, ἀλλά τοῦ πεπρᾶχθαι καλῶς; — Τί οὖν ὄφελος αὐτῷ τοῦ πρᾶξαι καλῶς; — Τί δ’ ὄφελος τῷ γράφοντι τὸ Δίωνος ὄνομα, ὡς χρὴ γράφειν; αὐτό τὸ γράψαι. — Ἔπαθλον οὖν οὐδέν; — Σὺ δὲ ζητεῖς ἔπαθλον ἀνδρί ἀγαθῷ μεῖζον τοῦ τὰ καλὰ καὶ δίκαια πράττειν; ἐν Ὀλυμπίᾳ δ’ οὐδείς ἄλλο οὐδέν, ἀλλ’ ἀρκεῖν σοὶ δοκεῖ τὸ ἐστεφανῶ- σθαι ‘Ολύμπια.
οὕτως σοὶ μικρὸν καὶ οὐδενός ἄξιον εἶναι φαίνεται τὸ εἶναι καλὸν καὶ ἀγαθὸν καὶ εὐδαίμονα;;
15. Επίκτητος, I, 2, 22: τί δ’ ὠφελεῖ ἡ πορφύρα τὸ ἱμάτιον; τί γὰρ ἄλλο ἤ διαπρέπει ἐν αὐτῷ ὡς πορφύρα καὶ τοῖς ἄλλοις δὲ καλὸν παράδειγμα ἔκκειται;
16. Ε. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 48.
17. Π.χ. ὁ A.-J. Festugiere, στὸ Ὁ Ἐπίκουρος καὶ οἱ θεοὶ τοῦ (ἔκδ. Θύραθεν).
18. Επίκτητος, II, 17, 29' IV, 3, 9.
19. Επίκτητος, III, 24, 101.
20. Επίκτητος, III, 24, 97.
21. Επίκτητος, I, 1, 10.
22. Επίκτητος, III, 24, 1.
23. Διογένης Λαέρτιος, VII, 117.
24. Διογένης Λαέρτιος, VII, 123.
25. Μάρκος Αὐρηλιος, Τὰ εἰς ἑαυτὸν ΙΙΙ, 7.
26. SVF I απ. 242- πρβλ. SVFI, ἀποσπ. 348.
27. Ωδές Ill, iii, 7-8.
28. Επιστολὲς I, 1, 106-108.
29. Επίκτητος, I, 6, 30-5: «Ναί· ἀλλ’ α μύξαι μου έουσιν.» τίνος ον ἕνεκα χερας ἔχεις, ἀνδράποδον; οχ να καὶ ἀπομύσσς σεαυτόν; — Τοῦτο ον εὔλογον μύξας γίνεσθαι ἐν τῷ κόσμ; — Καὶ πόσ κρεττον ἀπομύξασθαι σὲ ἤ ἐγκαλεν; τί οἴει ὅτι ὁ Ἡρακλῆς ἂν πέβη, εἰ μὴ λέων τοιοῦτος ἐγένετο καὶ ὕδρα καὶ ἔλαφος καὶ σς καὶ ἄδικοι τινὲς ἄνθρω-
ποὶ καὶ θηριώδεις, ος ἐκεῖνος ἐξήλαυνεν καὶ ἐκάθαιρεν; καὶ τί ἂν ποίει μηδενὸς τοιούτου γεγονότος; δλον ὅτι ντετυλιγμένος ἂν κάθευδεν; οκον πρῶτον μὲν οὐκ ἂν ἐγένετο ρακλῆς ν τρυφ τοιαύτ καὶ ἡσυχί νυστάζων ὅλον τὸν βίον
30. Επίκτητος, II, 16, 13-15: «κύριε θεός, πῶς μὴ ἀγωνι;» μωρέ, χερας οὐκ ἔχεις; οὐκ ἐποίησεν σοὶ αὐτάς ὁ θεός; εὔχου νῦν καθἠμενος, ὅπως α μύξαι σου μὴ εωσιν· ἀπόμυξαι μᾶλλον καὶ μὴ ἐγκάλει. τί οὖν; ἐνταθα σοὶ οδέν δέδωκεν; ο δέδωκε σοι καρτερίαν, οὐ δέδωκε σοι μεγαλοψυχίαν, ο δέδωκεν ἀνδρείαν; τηλικαύτας ἔχων χερας τι ζητεῖς τὸν πομύξοντα;
31. Διογ. Λαέρτιος, VII.30.
32. De Constantia I, 1.
33. SVFI απ. 234 = Πλουτάρχου, Πῶς ἂν τις αἰσθοιτο ἑαυτοῦ προκὸπτοντος ἐπ' ρετ, 82F-83A: Ὅρα δὴ καὶ τὸ τοῦ Ζήνωνος ποον στιν. ἠξίου γὰρ ἀπό τῶν ὀνείρων ἕκαστον αὐτοῦ συναισθάνεσθαι προκόπτοντος, εἰ μηθἡδόμενον αἰσχρ τινι ἑαυτὸν μήτε τι προσιέμενον πράττοντα τῶν δεινῶν καὶ τόπων ὅρα κατὰ τοὺς ὕπνους, λλ’ οον ἐν βυθ γαλήνης ἀκλύστου καταφανεῖ διαλάμπει τῆς ψυχς τὸ φανταστικὸν καὶ παθητικὸν διακεχυμένον ὑπό του λόγου.
34. Κικέρων, De finibus IV, 20, 56.
35. SVF I, ἄπ. 529 = Σέξτος Εμπειρικός, Προς Λογικοὺς Α, 9.90.1: (Κλεάνθης): καίτοι ο πάνυ τι ὁ ἄνθρωπος κράτιστον εἶναι δύναται ζον, οον εὐθέως ὅτι διά κακίας πορεύεται τὸν πάντα χρόνον, εἰ δέ μὴ γε, τὸν πλεστον (καὶ γὰρ ε πότε περιγένοιτο ἀρετῆς, ὀψὲ καὶ πρὸς ταῖς τοῦ βίου δυσμας περιγίνεται).
36. Επίκτητος, Εγχειρ. 50 (51): σὺ δὲ εἰ καὶ μήπω εἶ Σωκράτης, ὡς Σωκράτης γὲ εἶναι βουλόμενος ὀφείλεις βιοῦν.
37. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 26-28.
38. Ο.π., σέλ. 32.
39. Δημοχάρης, ανεψιὸς του Δημοσθένη, (Αθηναίου Δειπνοσοφισταί, Ἱ, 62): φησί γοῦν Δημοχάρης ἐν τ πρώτ καὶ εἰκοστ γράφων· “ἐπανελθόντα δὲ τὸν Δημήτριον ἀπό τς Λευκάδος καὶ Κερκύρας εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ Ἀθηναῖοι δέχοντο ο μόνον θυμιῶντες καὶ στεφανοῦντες καὶ ονοχοοῦντες, ἀλλὰ καὶ προσοδιακοὶ χοροὶ καὶ ἰθύφαλλοι μετ’ ὀρχήσεως καὶ δς ἀπηντων ατ καὶ φιστάμενοι κατὰ τοὺς ὄχλους δον ρχούμενοι καὶ πδοντες ὡς εἴη μόνος θεὸς ἀληθινός, οἱ δ’ ἄλλοι καθεύδουσιν ἀπδημοσιν οὐκ εσίν, γεγονώς δ’ εἴη ἐκ Ποσειδῶνος καὶ Ἀφροδίτης, τῷ δὲ κάλλει διάφορος καὶ τ πρὸς πάντας φιλανθρωπί κοινός, δεόμενοι δ’ αὐτοῦ κέτευον, φησί, καὶ προσηύχοντο.”
40. Θεόπομπος (Jacoby, Frag. Greek Hist., 115 F 224-225).
41. De Beneficiis VII, 2, 5.
42. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 21-22, 25, 32, καί, 75.
43. SVFI ἄπ. 54. = Στοβαίος νθολ. 2.7.11m: Μηδὲν δ’ ὑπολαμβάνειν ἀσθενῶς, λλά μᾶλλον ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως, διὸ καὶ μηδὲ δοξάζειν τὸν σοφόν. Διττάς γὰρ εἶναι δόξας, τὴν μὲν καταλήπτ συγκατάθεσιν, τὴν δὲ ὑπόληφιν σθενῆ· ταύτας <δ’> ἀλλοτρίους εἶναι τῆς τοῦ σοφοῦ διαθέσεως· δὶ’ ὃ καὶ τὸ προττίπτειν πρὸ καταληφεως <καὶ> συγκατατίθεσθαι κατὰ τὸν προπετῆ φαῦλον εἶναι καὶ μὴ πιπτειν εἰς τὸν εὑφυ καὶ τέλειον νδρα καὶ σπουδαον. - Καὶ Δ. Λαέρτ. 7.121: τι τε μὴ δοξάσειν τὸν σοφόν, τουτέστι ψεύδει μὴ συγκαταθήσεσθαι μηδενί.
44. Σενέκας, De Otio 5, 6.
45. SVF I ἄπ. 235 = Διογ. Λαέρτ. 7.25-26: τοὺς θ’ Ἡσιόδου στίχους μεταγράψειν οὕτω·
κεῖνος μὲν πανάριστος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται,
 ἐσθλὸς δ’ αὖ κἀκεῖνος ὃς αὐτὸς πάντα νόήςῃ.
κρείττονα γὰρ εἶναι τὸν ἀκοῦσαι καλῶς δυνάμενον τὸ λεγόμενον καὶ χρῆσθαι αὐτῷ τοῦ δι’ αὐτοῦ τὸ πᾶν συννοησαντος· τῷ μὲν γὰρ εἶναι μόνον τὸ συνεῖναι, τῷ δ’ εὖ πεισθέντι προσεῖναι καὶ τὴν πράξιν.
46. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 22-23.
47. Ο.π., σέλ. 36, 39 καὶ 42.
48. Διογ. Λαέρτιος, VII, 2.
49. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 40, 32.