Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Το πρόβλημα νόμῳ – φύσει

α. Η προέλευση και η διεύρυνση του σχήματος αυτού
 
Κεντρική θέση στην προβληματική των σοφιστών κατέχει το γνωστό ιδεολογικό σχήμα νόμῳ-φύσει. Ασφαλώς ιδεολογικό, γιατί εκφράζει και μετουσιώνει ιδέες και αντιλήψεις διαφορετικές, προβάλλει αντίθετες θέσεις και ερμηνείες κοινωνικών φαινομένων και θεσμών. Δεν είναι «φιλολογική» η χρήση του, δηλ. λεκτική εκφορά διαφορετικών απόψεων, ούτε έκφραση ευκαιριακοί προτιμήσεων από ορισμένους εκπροσώπους της Σοφιστικής. Αντίθετα, η υιοθέτηση και η χρήση του από τους σοφιστές σημαίνει μάλλον μια στάση έντονης διαμαρτυρίας και αργότερα κατάχρησή του από μια άλλη ομάδα, την ίδια εποχή χρονικά, την αντίπαλη θέση στη δημοκρατία. Στη Σοφιστική άλλωστε οφείλεται και η καθιέρωση του σχήματος αυτού και η εισαγωγή του στην πολιτική φιλοσοφία.

Η προέλευση του σχήματος αυτού «νόμῳ-φύσει», μάλλον από τα αρχαιότερα κείμενα των ιπποκρατικοί γιατρών, όπως δέχεται σήμερα η έρευνα, μας προϊδεάζει για την εννοιολογική του αφετηρία. Όπως είναι γνωστό, η ιπποκρατική ιατρική ήταν μια από τις μεγάλες αποκαλύψεις του πνεύματος στον 5ο  αι. π.Χ., και η επίδρασή της ήταν έκδηλη σ’ όλα τα δημιουργήματα του λόγου και της τέχνης σ’ αυτόν και στο επόμενο αιώνα (Πλάτων. Αριστοτέλης, πλαστική, γλυπτική κλπ.). Πιστεύουμε ότι η πρώτη εμφάνιση ή υποτύπωση του δίδυμου όρου νόμος-φύσις εντοπίζεται στο ιπποκρατικό έργο Περί ἀέρων ὑδάτων τόπων (κεφ. 14), που η έρευνα το χρονολογεί λίγο μετά το 440 π.Χ. Από το χώρο της ιατρικής εμπειρίας μεταφέρεται από τους σοφιστές στην περιοχή των κοινωνικών ιδεών, όπου και το έδαφος είναι γονιμότερο και οι συγκυρίες ευνόησαν εύκολα την ένταξη και την πολιτογράφησή του στον ιδεολογικό κόσμο της πολιτικής.
 
Μια πρόχειρη ανάλυση των όρων του σχήματος αυτού αποκαλύπτει τον αρχικό πυρήνα του: νόμος (ἐξ οὗ νομίζω) είναι τα «νομιζόμενα» αρχικά, που γίνονται με την αποδοχή τους συνήθεια, έθος και εθιμικό δίκαιο, έπειτα γενικά πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα, όπως το εννοούν οι ιπποκρατικοί γιατροί στο έργο που αναφέραμε. Ασφαλώς νόμος είναι και η θεσπισμένη βούληση της πόλεως, οι νόμοι ή τα νόμιμα – στα δημοκρατικά πολιτεύματα η βούληση των πολλών, στα ολιγαρχικά των ολίγων. Φύσις είναι μια έννοια με πολύ μεγάλο εύρος στην ελληνική γραμματεία και ειδικότερα στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ το νόημα του όρου βρίσκεται πιο κοντά στα πράγματα, αν το αποδώσουμε περιφραστικά με την κανονικότητα που διέπει τα «φυσικά» πράγματα, τη σύμφυτη με τα πράγματα τάξη, που δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις, γιατί η τιμωρία είναι αυτόματη και αυτονόητη. Ακόμα φύσει είναι η θεωρούνται όσα είναι σύμφωνα με την «ελεύθερη» έκφραση των επιθυμιών μας και τη φυσιολογία του ανθρώπου· τέλος η φύσις (ή φύσει), κατά μια εκδοχή ακραία, όπως θα δούμε, σημαίνει και τους «νόμους» που επικρατούν στον κόσμο των άλλων ζώων (και ο άνθρωπος βέβαια λογίζεται ως ζῷον), όπου δηλ. επικρατεί το ισχυρότερο και υποκύπτει το ασθενέστερο γενικά. Στη σκέψη των σοφιστών συναντούμε όλες σχεδόν αυτές τις σημασίες, τελικά όμως ο όρος αποκτά ένα νόημα, που τείνει να τον ταυτίσει με την αλήθεια (φύσει = τῇ ἀληθείᾳ), όπως αυτό γίνεται εμφανέστερο στην περίπτωση του σοφιστή Αντιφώντα. Έτσι καταλήγει να εννοεί το μέτρο και τον κανόνα, με τον οποίο πρέπει να μετρηθούν όλα, θα λέγαμε να λογοδοτήσουν μπροστά στο δικαστήριο της φύσεως, που εκπροσωπεί και κλείνει το αληθινό και το ορθό, το έξω από κοινωνικές σκοπιμότητες και συμβάσεις, που ταυτίζονται, εντέλει, με το νόμῳ.
 
Οι σοφιστές μετέφεραν τον όρο από το πεδίο της πρακτικής ιατρικής και του έδωσαν ευρύτερο περιεχόμενο στην περιοχή των κοινωνικών ιδεών, όπως είπαμε ήδη. Όλες οι κοινωνικές αξίες και οι θεσμοί υποβάλλονται τώρα σε αυστηρό έλεγχο και κρίνονται με το μέτρο και τον κανόνα του νόμῳ – φύσει: η γλώσσα και η θρησκεία, το δίκαιο και οι νόμοι, οι κοι­νωνικές διακρίσεις σε ευγενείς και δυσγενείς, η διάκριση Έλληνες-βάρβαροι είναι νόμῳ – φύσει: Και γενικά όλος ο κόσμος των παλαιών αξιών επαναπροσδιορίζεται μέσα σ’ ένα κλίμα επαναστατικής κριτικής και διάθεσης ελέγχου. Είναι εύλογο σε παρόμοιες περιπτώσεις να φθάνουν οι άνθρωποι στην υπερβολή, κυρίως οι επίγονοι των πρώτων μεγάλων δασκάλων. Η ευρύτερη σημασία όμως αυτών των ιδεολογικών σχημάτων για τις κοινωνικές διεργασίες δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Αλλά και στο επίπεδο των φιλοσοφικών ιδεών αν περιοριστούμε, η σπουδαιότητα αυτών των αναθεωρητικών αντιλήψεων είναι προφανής: προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις και οδήγησε το στοχασμό σε αυτοέλεγχο και κριτική θεμελίωση των προτάσεών του.

β. Η σοφιστική εκδοχή
 
Στους εκπροσώπους της Σοφιστικής, τους αποδέκτες του σχήματος νόμῳ – φύσει, διακρίνουμε τρεις ομάδες, στις οποίες ο νόμος και η φύσις λειτουργούν δημιουργικά και κριτικά, αλλά κατά διαφορετικό τρόπο. Πιστεύουμε ότι η διαφορετική λειτουργία αντιστοιχεί σε διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις και ότι δεν είναι μόνο η περίπτωση διαφορετικών ανθρώπων. Αυτές οι ιδεολογικές εκχυμώσεις δεν είναι υπόθεση ή εκρήξεις προσωπικών επιλογών, αλλά μάλλον αποτελούν κρυσταλλώσεις βαθύτερων κοινωνικών εντάσεων. Τα πρόσωπα γίνονται οι φορείς και οι εκφραστές ιδεών, που έχουν ήδη σχηματισθεί στο κοινωνικό υπόβαθρο.
 
Α. Στην πρώτη ομάδα, λοιπόν, ανήκει ο Πρωταγόρας, ο πρώτος μάλλον συνειδητός χρήστης του όρου φύσει στην περιοχή του νόμου και του δικαίου. Το δίκαιο ταυτίζεται με το θετό νόμο (τό κοινῇ δόξαν), όπως είδαμε σε προηγούμενες σελίδες. Αλλά πέρα απ’ αυτό ή ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι φύσει: ἀλλ’ ἐκεῖ οὐ λέγω, ἐν τοῖς δικαίοις καί ἀδίκοις… ἐθέλουσιν ἰσχυρίζεσθαι ὡς οὐκ ἔστι φύσει αὐτῶν οὐδέν οὐσίαν ἑαυτοῦ ἔχον, ἀλλά τό κοινῇ δόξαν τοῦτο γίγνεται ἀληθές τότε, ὅταν δόξῃ καί ὅσον ἄν δοκῇ χρόνον (θεαίτ. 172b). Ο Πρωταγόρας είναι ο εισηγητής του σχετικισμού (ρελατιβισμού) και μένει συνεπής με τις απόψεις του σ’ όλες τις περιοχές του πνευματικού και κοινωνικού βίου που εξετάζει.
 
Σ’ ένα άλλο έργο του Πλάτωνα, όπου αναπτύσσει τη θεωρία του Πρωταγόρα για τη γένεση της κοινωνίας και του κοινωνικού συμβολαίου, ο σοφιστής θεωρεί τους νόμους αγαθών και παλαιών νομοθετών ευρήματα (Πρωτ. 326d). Είναι σαφές ότι οι νόμοι και το δίκαιο δεν είναι φύσει.
 
Από τους σοφιστές, που ονομάσαμε, με κάποια ευκολία και πνεύμα ενοποίησης, «σχολή» του Πρωταγόρα, μόνο ένας ακο­λουθεί τις απόψεις του σ’ αυτό το σημείο: Ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος, ο γνωστός μας σοφιστής από το Α βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα· συνεπής και ρεαλιστής στοχαστής προτείνει μια ερμηνεία για την προέλευση του δικαίου, η οποία φανερώνει προσωπική γνώμη και ρεαλιστική σκέψη, και πιο πολύ ίσως ειλικρίνεια προθέσεων.
 
Όπως είδαμε, λοιπόν, στα προηγούμενα, ο Θρασύμαχος, παρά τη γνώμη ίου Πλάτωνα, δεν είναι εισηγητής μιας νέας θεωρίας, αλλά καταγράφει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, όταν ισχυρίζεται ότι οι νόμοι είναι απλώς η θεσμοθετημένη βούληση των δυνατών και τό δίκαιον… (ἐστί) τό τοῦ κρείττονός τε καί ἄρχοντος συμφέρον (Πολ. A 343c). Είναι βέβαια αυτονόητο, ότι το δίκαιο δεν είναι άλλο παρά τα νόμιμα. δηλ. αυτό που η βούληση των ισχυρών μέσα στην πολιτεία νομοθέτησε. Άλλωστε αυτό είναι σαφές και αναντίρρητο από την ομολογία του Γλαύκωνα στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας (Β 359“). όπου γίνεται προσπάθεια να ερμηνευθεί η γένεση της κοινωνίας από την πρωτόγονη κοινότητα με τη θέσπιση νόμων: καί ὀνομάσαι τό ὑπό τοῦ νομου ἐπίταγμα νόμι­μόν τε καί δίκαιον. Ολόκληρο, επομένως, το πλέγμα των νόμων και των κανόνων που διέπουν την κοινωνική συμβίωση είναι νόμῳ). έργο των ανθρώπων: θέμεναι δέ (δηλ. αί πόλεις.) ἀπέφηναν τοῦτο δίκαιον τοῖς ἀρχομένοις εἶναι (A 338e). Έτσι ο Θρασύμαχος αποδείχνεται μαθητής και συνεχιστής του μεγάλου Πρωταγόρα· συνεχιστής, γιατί πρώτος αυτός τόλμησε να πει ότι οι νόμοι έμμεσα πλην σαφώς σε τελευταία ανάλυση εκφράζουν τα συμφέροντα των ισχυρών και της καθεστηκυίας τάξεως, δεν αφήνει μάλιστα καμιά αμφιβολία τι εννοεί μ’ αυτό: τίθεται δέ γε τούς νόμους ἑκάστη ἡ ἀρχή πρός τό αὐτῇ συμφέρον, δημοκρατία μέν δημοκρατικούς, τυρρανίς δέ τυραν­νικούς, και αἱ ἄλλαι οὕτως (A 338e). Πάντως ο Θρασύμαχος είναι συνεπής οπαδός της θεωρίας του «νόμῳ» δικαίου.
 
Στο ίδιο πνεύμα της αποδοχής του νόμου, για το δίκαιο και τους νόμους, κινείται και ο Ανώνυμος συγγραφέας της μικρής διατριβής για το νόμο και την ευνομία, που ξέρουμε ήδη· και αυτός επίσης είναι οπαδός της ιδέας του κοινωνικού συμβολαίου και του θετού δικαίου (6 p. 100, 1). Ωστόσο ο Ανώνυμος πιστεύει ότι ο νόμος και το δίκαιο δεν ταυτίζονται, είναι όμως φύσει στενά συναρτημένα μεταξύ τους (φύσει γάρ ἰσχυρά ἐνδε δέσβαι ταῦτα). Το «φύσει» όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με την έννοια που ξέρουμε από το γνωστό μας σχήμα, αλλά με την κοινή σημασία.
 
Β. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τρεις σοφιστές: ο Ιππίας, ο Αντιφών και ο νεότερος απ’ όλους, ο Αλκιδάμας, που ανήκει στη δεύτερη γενιά των σοφιστών (4ος αι. π.Χ.). Και οι τρεις αυτοί είναι υπέρμαχοι της φύσεως έναντι του νόμου και θεω­ρούνται οι θεμελιωτές (οι δύο πρώτοι) της λεγόμενης σχολής του «φυσικού δικαίου»· εκφράζουν τουλάχιστον τις πρώτες θέσεις της «σχολής» αυτής. Ενώ μια άλλη ομάδα, όπως θα δούμε πιο κάτω, φθάνει σε ακραίες απόψεις.
 
Ο Ιππίας μεταφέρει την έννοια «νόμῳ-φύσει» στην περιοχή των ανθρωπίνων σχέσεων και διακηρύσσει ότι όλοι (;) οἱ ἄν­θρωποι εἶναι σνγγενεῖς-οἰκείοι καί πολῖται-φύσει οὐ (337b). Τον ισχυρισμό αυτό θεμελιώνει με το επιχείρημα, ότι τό ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ φύσει συγγενές ἐστιν (337d)· αφού, λοιπόν, οι άνθρωποι είναι φύσει όμοιοι, άρα είναι συγγενείς κλπ. Μοιάζει ο συλλογισμός αυτός ταυτολογικός και παρουσιάζει αδυναμίες, π.χ. οι πολίτες δεν μπορεί να είναι φύσει σε καμιά περίπτωση αλλά μόνο νόμῳ. Αντίθετα, βρίσκει ερείσματα η άποψή του στο ότι οι νόμοι των ανθρώπων πολλές φορές κα­ταπιέζουν και βιάζουν τη φύση: ὁ δέ νόμος, τύρρανος ὤν τῶν ἀνθρώπων, πολλά παρά τήν φύσιν βιάζεται (337d)66. Αυτή ακριβώς η θέση θα γνωρίσει μεγάλη διάδοση, θα βρει προφανώς πολλούς θιασώτες, θα ξεσηκώσει συζητήσεις και θα προ- καλέσει οξύτατες αντιδράσεις και ατέλειωτες έριδες.
 
Αυτά είναι όλα όσα μας σώζονται από τον Ιππία σχετικά με την προβληματική του νόμῳ-φύσει. Από το σύγχρονό του Αντιφώντα το σοφιστή όμως διασώθηκαν πληρέστερες απόψεις για το θέμα αυτό. Στους παπύρους της Οξυρύγχου οφείλουμε τα δύο εκτεταμένα αποσπάσματα του έργου Περί ἀληθείας (Β 44 Α-Β). από τα οποία κερδίζουμε μια πιο ολοκληρωμένη, δηλ. τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία γι’ αυτά τα θέματα. Οι βασικές θέσεις του Αντιφώντα μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα σημεία:
 
α) Τα φυσικά πράγματα και ο άνθρωπος είναι «δεμένα», συνέχονται, από κάποια φυσική αναγκαιότητα, με ορισμένους σταθερούς και απαράβατους νόμους, που έχουν αναγκαστική ισχύ. Αντίθετα, οι διατάξεις των κειμένων νόμων είναι συμβατικές, δεν ανταποκρίνονται δηλ. στη φύση των πραγμάτων, αλλά υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, επομένως είναι ένα στοιχείο επιπρόσθετο (επίθετο) (τά μέν γάρ ταῶν νόμων ἐπίθετα. τά δέ ταῆς φύσεως ἀναγκαῖα Η 44. 1). Αυτό εξηγείται· οι διατάξεις των νόμων, οι κανόνες (θα συμπληρώσουμε εδώ: τά τῶν νόμων ἐπιτάγματα) είναι αποτέλεσμα συμφωνίας (ὁμολογηθέντα). δεν ανήκουν στη φύση των πραγμάτων (οὐ φύντα)· ενώ τά τῆς φύσεως (sc. έπιτάγματα) φύντα οὐχ ὁμολογηθέντα (sc. ἐστί). Απ’ αυτήν ακριβώς τη φύση τους. την ουσία τους εκπορεύεται και το καθολικό κύρος τους, ο χαρακτήρας της αναγκαιότητας που ενυπάρχει στα «ἐπιτάγματα» της φύσεως. Αυτά στοιχειοθετούν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς για όλους τους ανθρώπους και δεν μπορούμε να τα παραβιάσουμε ατιμωρητί. Μπορεί δηλ. κάποιος να παραβεί τους νόμους της πόλεως, όπου ζει, και να μην τιμωρηθεί, αν δεν τον δει κανείς, η αν δεν αποκαλυφθεί. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με τους νό­μους της φύσεως. Εδώ δε χρειάζονται μάρτυρες, η τιμωρία είναι αυτονόητη και αυτόματη – σ’ αυτή την αναπόδραστη ποινή στηρίζεται το αναγκαστικό κύρος των φυσικών νόμων.
 
β) Οι νόμοι στηρίζονται στο συμφέρον: όσα συμφέροντα καθορίζονται από τους νόμους της πολιτείας, στην πραγματικότητα αποτελούν δεσμά της φύσεως· αντίθετα τώρα, όσα συμφέροντα ερείδονται στη φύση, έχουν τον χαρακτήρα της ελεύθερης επιλογής (Β 44, 4). Το επιχείρημα στηρίζεται στη σκέψη, ότι η φύση περικλείει τα συμφέροντα στον άνθρωπο, χωρίς υστεροβουλία, άρα εκπροσωπεί την αλήθεια, ενώ ότι αντιτίθεται στη φύση είναι κακό και ασύμφορο.
 
γ) Ο Αντιφών ως δικαιοσύνη εννοεί τά νόμιμα τῆς πόλεως, ἐν ᾖ ἄν πολιτευηταί τις (Β 44, I). Η θέσπιση ενός ορίου συμβατικού, που δεν επιτρέπεται να το ξεπεράσει κανείς, κανονίζει τη συμπεριφορά του ατόμου. Δεν υφίσταται ο δεσμός του ανθρώπου με το νόμο, όπως ήταν η περίπτωση με τη φύση· ο νόμος τώρα υπαγορεύει απλώς μια εξωτερική συμπεριφορά, δηλ. τη νομιμότητα των ενεργειών και της κοινωνικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Είναι επομένως μια σύμβαση, μια συν­θήκη καί ἐγγυητής ἀλλήλοις τῶν δικαίων, όπως θα πει τον 4ο αι. ο Λυκόφρων.
 
6) Ωστόσο ο Αντιφών δεν είναι τόσο ριζοσπαστικός· διακηρύσσει βέβαια ότι τά πολλά τῶν κατά νόμον δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται (15 44, 2), αναγνωρίζει όμως έμμεσα σ’ αυτό το έργο του, ότι αντίθετοι στη φύση δεν είναι όλοι οι νόμοι (πολλά – πβ. 15 44. 5). Τα επιχειρήματα του αντλεί βέβαια από τις φυσικές λειτουργίες του ανθρώπου, έχουν προφανώς ιπποκρατική καταγωγή, όπως θα δούμε σε μια άλλη συνοχή. Ο Αντιφών δεν έχει πρόθεση να καταρρίψει τους νόμους της πολιτείας και να τροφοδοτήσει αναρχικές κινήσεις, όπως υπέθεσαν μερικοί μελετητές, αλλά θέλει να διαφωτίσει τους ανθρώπους ως προς το αληθινό νόημα της σχέσης ανάμεσα στο νόμο και στη φύση. Σ’ ένα άλλο έργο του, το Περί ὁμονοίας, με παρρησία και σαφήνεια καταδικάζει την αναρχία, τη θεωρεί μάλιστα το μεγαλύτερο κακό στους ανθρώπους (Β 61). Η βασική θέση του στοχαστή αυτού, μπορούμε να πούμε, συνοψίζεται στην άποψη, ότι ο νόμος δεν ωφελεί αλλά βλάπτει τους αν­θρώπους, αν δεν τους ενώνει, όπως η φύση.
 
Γ. Στην τρίτη ομάδα αριθμούμε τον Καλλικλή και τον Κριτία. Συγκαταλέγουμε και τον Κριτία, που περισσότερο με τις πράξεις του παρά με τα γραπτά του υπηρέτησε ιδέες ολιγαρχικές και ενίσχυσε τυραννικά φρονήματα. Μ’ αυτούς τους σοφιστές έχουμε τις απολήξεις των μεγάλων οραματιστών, κυρίως του Πρωταγόρα. Ιδιαίτερα η περίπτωση του Καλλικλή (δεν ξέρουμε αν έγραψε κάτι) μαρτυρεί ψυχολογία και σκέψη επιγόνου, μολονότι από μια άποψη η κοινωνική πραγματικότητα τον δικαιώνει. Αν όμως σκεφτούμε την κοινωνία που διαμόρφωσε ο μακροχρόνιος και ψυχοφθόρος Πελοποννησιακός πόλεμος, ίσως θα βρισκόμασταν πιο κοντά σ’ αυτές τις τόσο κυνικές και απροκάλυπτα αντιδημοκρατικές σκέψεις του Καλλικλή.
 
Ο πρώιμος αυτός κήρυκας του υπεράνθρωπου, όπως τον είδαν μερικοί νεότεροι μελετητές, που ευαγγελίζεται και υπερασπίζεται τους ισχυρούς χωρίς να νοιάζεται για το ηθικό τους ποιόν, στην πραγματικότητα νομίζει ότι επαναλαμβάνει το δάσκαλο του, το Γοργία. Ακριβέστερα θέλει να μεταφέρει τη γνώμη του μεγάλοι) δασκάλου του στην περιοχή της κοινωνικής πραγματικότητας, κάνει όμως ένα καίριο λάθος, όπως είδαμε στα προηγούμενα: αποδίδει δηλ. στη φύση ηθικές προθέσεις και αναζητεί το δίκαιο, δημιούργημα εξ ολοκλήρου των ανθρώπινων σχέσεων, στη λειτουργία των φυσικών νόμων. Και βέβαια, ακριβώς αυτό δεν είναι το δίκαιο, και γενικότερα κάθε ηθικός κανόνας, δηλ. δεν είναι ψνσις αλλά υπέρβαση της φύσεως.
 
Ας δούμε όμως την αφετηρία αυτών των αντιλήψεων, που όπως είπαμε ήδη. την εντοπίζουμε στο Γοργία και συγκεκριμένα στο παίγνιόν του, δηλ. στο ρητορικό του γύμνασμα Ἑλένης ἐγκώμιον (Β I. 6): πέφυκε γάρ οὐ τό κρεῖσσον ὑπό τοῦ ἥσσονος κωλύεσθαι, ἀλλά τό ἧσσον ὑπό τοῦ κρείσσονος ἄρχεσθαι καί ἄγεσθαι, καί τό μέν κρεῖσσον ἡγεῖσθαι. τό δέ ἧσσον ἕπεσθαι. (Από τη φύση είναι τα. πράγματα έτσι ώστε να μην εμποδίζεται το πιο δυνατό από το πιο αδύνατο, αλλά το πιο δυνατό να εξουσιάζει και να οδηγεί το πιο αδύνατο· και στην περίπτωση αυτή βέβαια οδηγεί το πιο δυνατό και ακολουθεί το πιο αδύνατο).
 
Ο Γοργίας όμως εκφράζει μ’ αυτό τον αφορισμό μια γενική σκέψη, τι πράγματι συμβαίνει στη φύση, και συγκρίνει αμέσως πιο κάτω το θεό (κρεῖσσον) με τον άνθρωπο (ἧσσον). (Πβ. ΙΙλάτων. Φαιδ. 80). Ούτε μία λέξη. ούτε υπόνοια για την προέλευση ή την φύση του δικαίου υπάρχει σ’ αυτές τις σκέψεις του. Το ότι έτσι πράγματι συμβαίνει στη φύση. αυτό δε στοιχειοθετεί δίκαιο ούτε μπορεί να αποτελέσει βάση δικαίου. Αντίθετα μάλιστα, το δίκαιο επιδιώκει να αμβλύνει το φυσικό «νόμο» και εντέλει να τον υπερβεί. Το δίκαιο είναι ανθρώπινο, δεν είναι «φυσικό», είναι ηθική· και στη φύση δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο, αλλά απλώς δυνατό ή αδύνατο, ισχυρό και ασθενικό, και οι διαβαθμίσεις τους ως φυσικές καταστάσεις.
 
Ο Καλλικλής, τώρα, γεμάτος οίηση, νομίζει ότι ερμηνεύει κοινωνικά φαινόμενα, διακηρύσσοντας το δίκαιο του ισχυροτέρου σαν νόμο της φύσεως ή δίκαιο της φύσεως (κατά νόμον γε τόν τῆς φύσεως, 483e- τό τῆς φύσεως δίκαιον 48411). Έτσι βλέπει μια τέλεια «αρμονία» ανάμεσα στο νόμο και στο δίκαιο, υπεραπλουστεύοντας τα πράγματα και ταυτίζοντας τη φυσική κατάσταση με την ηθική και τα κοινωνικά φαινόμενα.
 
Αυτή η «θεωρία» βέβαια στην πραγματικότητα οπισθοδρομεί το στοχασμό των σοφιστών και φανερώνει, πού μπορεί να καταλήξει η άκριτη αποδοχή μεγάλων και ρηξικέλευθων ιδεών και πού οδηγεί η οίηση και η έπαρση.
 
Οι μεγάλοι σοφιστές άνοιξαν θαρραλέα το δρόμο σε νέες αντιλήψεις και προσκόμισαν στο προσκήνιο της ιστορίας μια νέα ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας· ερμήνευσαν τη δύναμη με κριτήρια κοινωνικά και ιστορικά και όχι δεοντολογικά, έφεραν την αίσθηση του πραγματικού πιο κοντά στον άνθρωπο και βοήθησαν την πρόοδό του. Αν τιάρα μερικοί από τους οπαδούς τους αποδείχτηκαν κακοί χρήστες του λόγου και των ιδεών τους, γι’ αυτό δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Είναι σύμφυτο, θα λέγαμε, με τις μεγάλες πνευματικές και κοινωνικές ιδέες στην Ιστορία: να επενεργούν ευεργετικά, αλλά παράλληλα να εκτρέφουν και την υπερβολή ή τις ακρότητες. Στα χέρια των ικανών βοήθησαν την πρόοδο, ενώ με την αλαζονεία και την κενότητα έφεραν συμφορές. Πάντων χρημάτων, λοι­πόν. μέτρον ἄνθρωπος.
 
γ. Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου
 
Μια ακόμη πλευρά της συμβολής των σοφιστών στην έρευνα των κοινωνικών φαινομένων και στην ερμηνεία των θεσμών συνιστά και η αντίληψη του «κοινωνικού συμβολαίου» (συνθήκη, social contract ή compact). Μέσα στο πλαίσιο του σχήματος νόμῳ-φύσει, ασφαλώς, πρέπει να εντάξουμε και την εξέταση αυτής της έννοιας. Οι ερευνητές συνδέουν την αντίληψη του «κοινωνικού συμβολαίου» με το σοφιστή Λυκόφρονα. Σύμφωνα, λοιπόν, με μια πληροφορία του Αριστοτέλη στα Πολιτικά του (Γ9. 1280b8 κε) ο Λυκόφρων ονόμαζε το νόμο συνθήκη και εγγυητή των δικαίων: καί ὁ νόμος συνθήκη,καθάπερ ἔφη Λυκόφρων ὁ σοφιστής, καί ἐγγυητής ἀλλήλοις τῶν δικαίων, δηλ. ο νόμος είναι ένα είδος συμβολαίου και εγγυητής του δικαίου μεταξύ τον πολιτών.
 
Η ιδέα ωστόσο μιας «συμφωνίας» ανάμεσα στα μέλη μιας ανθρώπινης κοινότητας φαίνεται ότι ήταν παλαιότερη στην ελληνική Γραμματεία· συγκεκριμένα στον Πρωταγόρα πρέπει να αναζητήσουμε την αφετηρία παρόμοιων ιδεών. Ο πολιτιστικός του μύθος, πράγματι, περιέχει την ιδέα μιας κοινής συμφωνίας των ανθρώπων, με την έννοια της συμμετοχής όλων των πολιτών στην πολιτική ζωή: ΙΙρωτ. 322d: ἐπί πάντας καί πάντες μετεχόντων. όταν ο Δίας μοιράζει το δώρο της «πολίτι­κης τέχνης», (323: ὡς τᾦ ὄντι ἡγοῦνται πάντες ἄνθρωποι πά­ντα ἄνδρα μετέχειν δικαιοσύνης καί τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετής. Ο Πρωταγόρας αντιλαμβάνεται μάλιστα την πολιτική τέχνη ως τέχνη συμφωνίας ουσιαστικά μεταξύ των πολιτών που συμμετέχουν σε μια κοινότητα (πβ. 324L‘): πάντας τούς πολίτας μετέχειν, εἴπερ μέλλει πόλις εἶναι, γιατί η συμμετοχή προϋποθέτει στη βάση συμφωνία και αποδοχή ορισμένων στοιχειωδών κανόνων συμβίωσης.
 
Εμφανέστερη γίνεται η ιδέα μιας κοινής συμφωνίας ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας στο σοφιστή Αντιφώντα, όπου ο νόμος εννοείται ως κάτι ὁμολογηθέν, δηλ. ως αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας: Β 44Α1: τά μέν τῶν νόμων ὁμολογηθέντα οὐ φύτα (έστί). δηλ. οι επιταγές που στηρίζονται ή απορρέουν από τους νόμους είναι αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας (των πολιτών). Αυτή είναι η θεμελιώδης νομική αρχή της έννοιας του νόμου στους αρχαίους Έλληνες γενικά και δεν αφορά μόνο τη γνώμη ενός σοφιστή, πράγμα που ισχύει απαράλλαχτα και στις σημερινές δημοκρατικές πολιτείες (ή πολιτεύματα). Ο Αντιφών αντιπαραθέτει στους νόμους των ανθρώπων, που προκύπτουν από κοινή συμφωνία μεταξύ τους, τους νόμους της φύσεως, οι οποίοι εκπορεύονται απ’ αυτήν την ίδια τη φύση, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός: τά δέ τῆς φύσεως (sc. ἐπιτάγματα) φύντα οὐχ ὁμολογηθέντα, δηλ. οι επιταγές της φύσεως εκπορεύονται απ’ αυτήν τη φύση και δεν είναι αποτέλε­σμα κοινής συμφωνίας των ανθρώπων.
 
Φαίνεται όμως πως το πρόβλημα της καταγωγής του νομού και το ερώτημα για την προέλευση της κοινωνίας, ως συμφωνίας κοινής συμβίωσης, είχε απασχολήσει αυτή την εποχή (δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.) περισσότερους ανθρώπους και γενικότερα τους διανοητές, σοφιστές και φιλοσόφους, ρήτορες και πολεοδόμους. Στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας του ο Πλάτων, όπως συνήθως, «καταγράφει» τις απόψεις του Γλαύκωνα, ενός πολιτικού μάλλον παρά σοφιστή, όπως τις αναπτύσσει στη συζήτηση με το Σωκράτη. Εδώ ο Γλαύκων εκθέτει τη γνώμη του για την προέλευση της κοινωνίας από την κοινή συμφωνία των μελών της να μην αδικούν αλλά ούτε και να αδικούνται (359a): συνθέσθαι ἀλλήλοις μητ’ ἀδικεῖν μητ’ ἀδικεῖσθαι. Αυτή ακριβώς η πρωταρχική συμφωνία για ν’ αποφύγουν οι άνθρωποι την αδικία τούς οδήγησε στη θέσπιση και στην αποδοχή νόμων και «συμφωνητικών» αμοιβαίου σεβασμού. Τις επιταγές ή τις διατάξεις, που προβλέπουν αυτές οι αρχικές συμφωνίες (σννθῆκαι), ονόμασαν οι άνθρωποι νόμους και δίκαιο.
 
Υπήρχε, λοιπόν, στη βάση της αντίληψης του νόμου η ιδέα μιας συμφωνίας, ενός συμβολαίου αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αυτό ακριβώς το «πνεύμα» της αμοιβαιότητας και της «συνθήκης» επισήμαναν οι σοφιστές αναλύοντας τους νόμους.
 
Το πρόβλημα της συμβατικότητας των νόμων, και της σχετικότητας του δικαίου και όλων των κοινωνικών θεσμών, μολονότι απασχόλησε τους διανοητές και πριν από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., πιστεύουμε σήμερα ότι πρώτοι οι σοφιστές το ανακίνησαν και το έκαναν κυριολεκτικά πρόβλημα, δηλ. το πρότειναν και το πρόβαλαν ως κοινωνικό αίτημα για επανεξέταση και αναθεώρηση. Απηχήσεις αυτής της προβληματικής δε βρίσκουμε μόνο στους σοφιστές που αναφέραμε αμέσως πριν, αλλά και σε πολλούς άλλους, όπως π.χ. στον Κριτία, όπου είναι σαφής η ιδέα μιας κοινωνικής σύμβασης στην αφετηρία της θέσπισης των νόμων: Σίσυφος 25 (Β 25): κἄπειτά μοι, δοκοῦοιν ἄνθρωποί νόμους θέσθαι κολαστάς κλπ. Σ’ ολόκληρο το ευρηματικό αυτό ποίημα είναι διάχυτη η ιδέα της κοινής συμφωνίας για την επιβίωση της πρώτης μορφής κοινωνικού βίου.
 
Δε φαίνεται ωστόσο να «έκλεισε» το θέμα με τις αναλύσεις των σοφιστών αντίθετα, θα λέγαμε, πως η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου έγινε τελικά κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής και πολιτικής φιλοσοφίας τόσο στον Πλάτωνα όσο και στον Αριστοτέλη. Δε θα μας απασχολήσει βέβαια η εξέταση του θέματος αυτού στους δύο μεγάλους φιλοσόφους – το έχει κάνει ήδη η έρευνα εν πολλοίς, – όπου η οπτική γωνία αλλάζει και η έρευνά του αποκτά άλλες διαστάσεις. Στους σοφιστές όμως προγράφεται η πρωτοβουλία, ότι δηλ. έθεσαν το πρόβλημα. και δεν μπορούμε ασφαλώς να αγνοήσουμε τις λύσεις που πρότειναν ακριβέστερα οι σκέψεις που διατύπωσαν βοήθησαν να επανεξετάσουμε ολόκληρο το πλέγμα των κοινωνικών θεσμών με αντικειμενικότερα κριτήρια.

Λουκρητιος, οι θρησκείες

«Όλες οι θρησκείες φαίνονται στους αμαθείς θεϊκές, στους πολιτικούς χρήσιμες και στους φιλοσόφους γελοίες»
 Λουκρήτιος. 97-55 π.κ.ε.

 

Τα παραμύθια ...

«Τα παραμύθια είναι κάτι περισσότερο από σημαντικά, όχι μόνο λόγω του ότι σε αυτά συνυπάρχουν, νεράιδες, μάγοι, ξωτικά, κρυμμένοι θησαυροί, και δράκοι, αλλά κυρίως λόγω του ότι σε αυτά και οι δράκοι μπορούν να ηττηθούν, αλλά και οι κρυμμένοι μαγικοί θησαυροί της ζωής αν αναζητηθούν με αγνή ευγενική ψυχή, στο τέλος πάντα βρίσκονται. 

Και φυσικά στο τέλος όλοι ζουν, ‘καλύτερα’…!!!»

Ο διαπαιδαγωγικός ρόλος των μύθων... Πλούταρχος

ΓΙΑΤΙ, ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΜΩΡΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΟΥΝ ΣΩΣΤΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΟΥΝ ΣΩΣΤΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ, ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΡΟΠΟ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΗΘΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΝΑ ΡΥΘΜΙΣΤΟΥΝ ΣΩΣΤΑ.

ΓΙΑΤΙ Η ΝΙΟΤΗ ΕΙΝΑΙ ΕΥΠΛΑΣΤΗ ΚΑΙ ΡΕΥΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΑΛΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ ΕΝΣΤΑΛΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΘΕΤΙ ΠΟΥ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ. ΚΑΘΕ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟ ΜΑΛΑΚΩΝΕΙ.

ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΙ ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ ΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΜΑΛΑΚΟ ΚΕΡΙ, ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΝΩΣΕΙΣ ΕΜΦΥΤΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ, ΠΩΣ Ο ΘΕΪΚΟΣ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΠΕΡΙΣΚΕΨΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΑΝΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΛΕΝΕ ΤΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΤΑ ΜΩΡΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΛΘΕΙ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΟΥΝ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΝΟΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΙΟΤΗΤΕΣ.

ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΦΩΚΥΛΙΔΗΣ ΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΣΩΣΤΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ:

''ΠΡΕΠΕΙ ΟΣΟ ΑΚΟΜΗ ΕΙΝΑΙ ΝΕΟΣ, ΝΑ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΙΣ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ''.

Πλούταρχος (Περι παιδων αγωγης, 3e-3f)

Οι άμυνες της ψυχής.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα καταλαβαίνει ο συνομιλητής μας και αντιδρά σύμφωνα με εκείνα που εκείνος γνωρίζει. Σχεδόν μοιάζει να μην μας ακούει εμμένοντας στις δικές του αλήθειες.
 
Πράγματι είναι παράξενο το πώς καταφέρνουμε και συνεννοούμεθα μεταξύ μας. Βεβαίως αυτή η συνεννόηση δεν ξεπερνά το ‘’περίπου’’ μα τη δουλειά μας δείχνουμε να την κάνουμε. Μοιάζουμε συνηθισμένοι.

Για αυτό και οι παρεξηγήσεις.

Όλες οι παρανοήσεις επίσης… Επιφανειακές και βαθύτερες. Ας δούμε δύο παραδείγματα.
Η γυναίκα στέκει στη κουζίνα απορροφημένη στη νέα της συνταγή. Η προηγούμενη που είχε διαβάσει και είχε εκτελέσει μια μέρα πριν, πέτυχε ή απέτυχε. Η ίδια -βαθιά της- καθόλου δεν νοιάζεται ασχέτως τι λέει. Το χρέος της η συνταγή το επιτέλεσε στο έπακρο. Το μυαλό της γυναίκας έμεινε έξω από τα χρονίζοντα προβλήματά της, από όλα εκείνα που δεν κατάφερε επιτυχώς να απωθήσει. Εξακολουθεί επισταμένως να καταπιάνεται με εκείνο που λέει ότι της αρέσει ίσως γιατί εξυπηρετεί και όλη την υπόλοιπη οικογένεια. Άλλοθι.

‘’Μετάθεση’’ λέγεται η πράξη της στη Φροϋδική ψυχολογία και είναι μια από τις πολλές –άμυνες- που υπάρχουν –και λειτουργούν ασυνηδείτως- για την αντιμετώπιση του άγχους το οποίο προέρχεται από τις ενορμήσεις που εδρεύουν στο ασυνείδητο και βαδίζουν έχοντας προσπεράσει το υπερεγώ (στο οποίο βρίσκονται όλοι οι νόμοι-απαγορεύσεις της κοινωνίας) προς το συνειδητό. Απλά δεν το καταλαβαίνει, δεν νοιάζεται, δεν γνωρίζει. Αμύνεται.

Ο άντρας κάποιας άλλης γυναίκας ή και της ιδίας, καταπιάνεται με το νέο του χόμπι. Κατασκευάζει σήμερα ένα ξύλινο κουτί το οποίο δεν πρόκειται να προσφέρει τίποτα σε κανέναν γιατί απλά είναι κάτι πολύ περισσότερο από περιττό. Εντελώς άχρηστο για την ακρίβεια. Θα μπορούσε ίσως να το βρει φθηνότερα στο εμπόριο. Εκείνος όμως χαίρεται την κατασκευή του ζώντας στο ‘’μέρος’’ που θέλει, τις ώρες που επιθυμεί επί της ουσίας να ξεχνιέται. Από μυαλό του δεν περνάει η ιδέα ότι ίσως να μεταθέτει, αφήνοντας την κοροϊδία φαντάζει ειλικρινής. Του εαυτού του φυσικά.

Εάν είχε ο οποιοσδήποτε πρόσφορο διάλογο-παρέα-ενδιαφέρον, με το άτομο της αρεσκείας του, θα ανέβαλε επ’ αόριστο την όποια κατασκευή. Η γυναίκα θα ετοίμαζε τα απολύτως απαραίτητα διότι απλά δεν θα προλάβαινε. Άρα η πράξη και των δύο, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων κάλυψη ενός εσωτερικού κενού, λόγω κάποιας αιτίας βαθύτερης η οποία σχεδόν σίγουρα αγνοείται από το συνειδητό, αλλά όχι και από το ασυνείδητο, το οποίο καταφέρνει και περνά την ανάγκη-ενόρμηση στο συνειδητό. Το συνειδητό αντιλαμβάνεται την ''πάσα'' ως ''δυσφορία'' και την αντιμετωπίζει κάνοντας κάτι άλλο. Την παραπλανά για να νιώσει καλύτερα. Κατασκευάζει ένα ξύλινο κουτί, ένα ένα νέο είδος γλυκού... Με τον τρόπο αυτό το υποκείμενο ξεχνιέται-κοροϊδεύεται.

Ένα τρίτο παράδειγμα μετάθεσης. Ο υπάλληλος που κατσαδιάστηκε από το αφεντικό, γυρίζει σπίτι και φωνάζει ή χειρότερα δέρνει τη γυναίκα του.

Εάν οι άνθρωποι απωθούσαν με επιτυχία(!) στο ασυνείδητο κάθε αρνητική σκέψη κάθε αγχωτικό πρωτεύοντα συνειρμό, τότε θα δημιουργούσαν λιγότερο!

Η πρόταση ενέχει πολλές και μεγάλες προεκτάσεις. Βεβαίως με αυτή τη λογική θα ισχυριζόμασταν ότι ο πολιτισμός μας είναι αποτέλεσμα κάποιας δυστυχίας, μικρής ή μεγαλύτερης και θα ήμασταν, υπόχρεοι, στην στρεβλή διαχείριση των συναισθημάτων μας…

Θα θεωρούσαμε την κάθε μας πράξη αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αιτιολόγησης-αντίδρασης καλής ή κακής, αίροντας αυτόματα από το απολύτως συνειδητό, το ελεύθερο της βούλησης.

Ο γιατρός ''απολαμβάνει'' την ανακάλυψη ενός εμβολίου και καταπιάνεται αμέσως (μανιωδώς) με την έρευνα ανακάλυψης ενός δεύτερου. Αιτία η απόλαυση του επαίνου και η δίψα ενός δεύτερου ομοίως αρεστού.

Μπορεί στο βάθος του μυαλού του βεβαίως να υπάρχει και η επιθυμία του γενικότερου καλού στην ανθρωπότητα, αλλά η δόξα της επιτυχίας θα ήταν τεράστια έκπληξη εάν απείχε κατόπιν του ευκλεούς αποτελέσματος.

Η απόλυτη ευτυχία, εκείνη η ψυχολογική κατάσταση δηλαδή -η οποία απαντάται μονάχα σε φιλοσοφικό επίπεδο- θα έκανε τον άνθρωπο ράθυμο, μια και δεν θα υπήρχε καμία διάθεση ή αιτία για το οτιδήποτε.

Ο λόγος που δικαιολογεί το επιχείρημα είναι ο πολύ απλός που λέει, ότι με την οποιαδήποτε πράξη θα ετίθετο εν αμφιβόλω –σε ρίσκο- το απόλυτο ευτυχές.

Λογικό. Ποια η αιτία της οιασδήποτε πράξης μέσα στην απόλυτη ευτυχία;
 
Ας βαδίσουμε αργά ρίχνοντας μία ματιά στο σχήμα: 
 
Κατά τον Φρόιντ, το ασυνείδητο καταλαμβάνει όπως είναι φυσικό το μεγαλύτερο μέρος του μυαλού μας. Το συνειδητό το μικρότερο. Υπάρχει ψηλά ένας δίαυλος επικοινωνίας ο οποίος επιτρέπει τη επικοινωνία μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. 
 
Προσέξτε το μέρος που καταλαμβάνει το Υπερεγώ στο ασυνείδητο και ομοίως το Εγώ στο συνειδητό. Να θυμάστε ότι όλες οι απαγορεύσεις υπό πάσαν έννοια (π.χ. ηθικές αξίες, νόμοι) υπάρχουν στο Υπερεγώ, ενώ το Εγώ αποτελεί τη λογική πλευρά του εαυτού μας. Την εξελίξιμη. 
 
Το ασυνείδητο λέγεται και Εκείνο και για να καταλάβουμε καλύτερα, ένα νεογέννητο παιδί είναι ένα πεντακάθαρο Εκείνο, το οποίο αργότερα μέσα από τους νόμους και τους κοινωνικούς κανόνες εκπαιδεύεται-δομείται σε ένα Εγώ.
 
Στο ασυνείδητο λοιπόν βρίσκεται ολόκληρη η ζωή μας. Εγγεγραμμένη. Μεταξύ του ασυνείδητου και του συνειδητού (το οποίο επικοινωνεί με το συνειδητό με μία υποτιθέμενη σωλήνα-δίαυλο) παρεμβάλλεται το υπερεγώ στο οποίο όπως ήδη έχουμε αναφέρει υπάρχουν όλοι οι κοινωνικοί νόμοι-απαγορεύσεις (νόμος=απαγόρευση. Καλώς ή κακώς αδιάφορο.) του οποίου η δουλειά είναι να επιβλέπει τις ενορμήσεις (ενστικτώδεις τάσεις που αποσκοπούν στην ικανοποίηση των επιθυμιών) και να αφήνει να περνούν στο συνειδητό προς υλοποίηση οι επιτρεπόμενες οι κοινωνικά ορθές. Οι από τον νόμο εγκεκριμένες. Οι υπόλοιπες καταστέλλονται-απωθούνται.
 
Παράδειγμα. Μου αρέσει η γυναίκα του φίλου μου αλλά η προσέγγισή της φρενάρει στο υπερεγώ και δεν πρέπει να φτάσει ποτέ στο συνειδητό εγώ, όταν όμως φτάσει ως ιδέα, λειτουργεί το κομμάτι του υπερεγώ που υπάρχει επίσης με ένα ποσοστό του στο εγώ και η μη επιτρεπόμενη επιθυμία απωθείται. Οι νόμοι της κοινωνίας προβάλουν τις συνέπειες και το ένστικτο η επιθυμία, ματαιώνεται. (Διακρίνω χαμόγελα και ορθώς, διότι το παράδειγμα κρύβει παγίδες πέραν πάσης συζητήσεως… Είμαι βέβαιος όμως ότι η ουσία του παραδείγματος έγινε αντιληπτή) 
 
Επανέρχομαι.
 
Όταν η ενόρμηση (η βαθιά επιθυμία) νικά το υπερεγώ και επανέρχεται σημαίνει ότι η βασική άμυνα της απώθησης δεν έχει λειτουργήσει ή ότι η ενόρμηση είναι κατά πολύ ισχυροτέρα της αμύνης. Ξεπερνά την επιρροή των νόμων που επιβάλλει το υπερεγώ. (Παράδειγμα. Γνωρίζω ότι δεν πρέπει να σκέφτομαι την φίλη μου η οποία με παράτησε διότι δεν αξίζει η όποια προσπάθεια, όμως δε καταφέρνω να αποφύγω τη σκέψη)
 
Τη δράση τότε αναλαμβάνουν τότε οι επόμενες άμυνες, οι οποίες διαδραματίζουν το ρόλο τους προς απάλειψη του άγχους της όποιας πράξης και όχι την αποφυγή τής (ήδη) τελεσμένης ενέργειας. (Ως πράξη θεωρείται ακόμα και η εμμονή σε μία σκέψη, συμπεριλαμβάνεται η κάθε δράση του υποκειμένου (σώμα-μυαλό) για κάθε ζήτημα που το αφορά. Από και προς εκείνο.
 
Αναφέρω μερικές από αυτές τις άμυνες:
 
Μετάθεση. Η πλέον συνηθισμένη στην οποία αναφέρονται τα πρώτα παραδείγματα.
 
Παλινδρόμηση. Μεταφορά του ατόμου σε ένα προγενέστερο εξελικτικό στάδιο. Π.χ. στοματικό. Π΄χ. Κάπνισμα( λόγω άγχους(!) Αναλογιστείτε οι καμπνίζοντες την ευχαρίστηση που προσφέρει σε δύσκολες καταστάσεις (Τα εξελικτικά στάδια σύμφωνα με τον Φρόιντ: Στοματικό, πρωκτικό, φαλλικό, λανθάνον, γεννητικό (εφηβεία)).
 
Απομόνωση του συναισθήματος. (το υποκείμενο αποκρύπτει το συναίσθημα, δεν το δέχεται)
 
Εκλογίκευση. (η λογική επιστρατεύεται για απώθηση της ιδέας, μέσω αυτής)
 
Συναισθηματική απομόνωση. Προβολή. Η απόδοση δικών μας συναισθημάτων στους άλλους
 
Ταύτιση. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου χαιρόμαστε τις νίκες-επιτυχίες των άλλων καλύπτοντας τα δικά μας κενά, τις δικές μας αποτυχίες (!). Με άλλα λόγια η αναζήτηση ηγετών-ηρώων προς ακολούθηση, με την μικρή ή τη μεγαλύτερη έννοια.
 
Άρνηση. Το υποκείμενο αρνείται την ύπαρξη του προβλήματος ή σε χειρότερες περιπτώσεις απορρίπτει μέχρι και ολόκληρη την πραγματικότητα περνώντας-επιλέγοντας να ζήσει σε ένα δικό του φαταστικό κόσμο.
 
Ασφαλώς και υπάρχουν πολλές άλλες, όλες θα τις λέγαμε απλοϊκά, έξυπνες, που όμως κάποιες φορές δεν αρκούν και επιμένουν (χαριεντιζόμενοι θα λέγαμε ότι γυναίκα του φίλου έλκει υπερβολικά και μας γίνεται εμμονή).
 
Όλα τα ήδη της άμυνας έχουν σκοπό την απαλοιφή του άγχους, της δυσχερούς ψυχικής κατάστασης του υποκειμένου. Η όποια άμυνα λοιπόν, καλείται να τιθασεύσει την επιθυμία (η οποία προβάλει από το Εκείνο-ασυνείδητο, ως ενόρμηση). Και εξακολουθεί να το κάνει αναδεικνυόμενη πλέον (με την πάροδο του χρόνου) σε υπερβολικό βαθμό (στη ζωή του υποκειμένου) πράγμα που συνιστά πλέον πρόβλημα.
 
Η γυναίκα (στο παράδειγμα της μετάθεσης) …εξακολουθεί να μαγειρεύει ακατάπαυστα ή να συγυρίζει διαρκώς και επισταμένα το σπίτι. Μπορεί να ακούει αντ’ αυτού όμως μανιωδώς μουσική ή να πλέκει. Οτιδήποτε κρατάει το μυαλό της μακριά από το συγκεκριμένο-αγχώδες πρόβλημα καταφέρνοντας την απόκτηση μίας παράλληλης, μα ωστόσο απατηλής, χαρά. Ο λόγος θα μπορούσε να ήταν μια ενδεχόμενη απιστία του άντρα της.
 
Ο άντρας (στο ίδιο παράδειγμα) …κατασκευάζει διαρκώς χρήσιμα ή άχρηστα αντικείμενα. Ο λόγος θα μπορούσε εδώ να ήταν η κακή συμπεριφορά της γυναίκας του. Στο παράδειγμα όπου εξακολουθεί να επιθυμεί την γυναίκα που δεν του επιτρέπεται η κτήση της, επιστρατεύεται η άμυνά του και λογικεύει με τρόπο παράλογο την ηθική του. Βρίσκει δικαιολογίες τις οποίες βαφτίζει άριστες, λογικές, ηθικές (εκλογίκευση). Αποκτά το άλλοθι της δίκαιας εμμονής. Διακηρύττει αυτές και μάχεται με τρόπο περίεργα έντονο για τα υποτιθέμενα δίκαιά του. ‘’Δεν είναι άδικο η γυναίκα του φίλου μου και του κάθε ανθρώπου να ταλαιπωρείται σε χέρια ανάξια; Γιατί να μην πάω κοντά της να της δώσω χαρά;’’
 
Το παιδί τρέχει μέχρι σκασμού παίζοντας. Πολλές φορές πέφτει (όντας ηθελημένα απρόσεχτο) μετατοπίζοντας με τον τρόπο αυτό τη σκέψη του από το κύριο πρόβλημα που το απασχολεί (π.χ. το άγχος των μαθημάτων), στο αίσθημα του σωματικού πόνου είναι σε εκείνο πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμο.
 
Και χιλιάδες άλλα παραδείγματα που βιώνουμε καθημερινά οι ίδιοι και τα προσπερνάμε χωρίς δεύτερη ματιά.
 
Άβυσσος η ψυχή, όχι μόνο της γυναίκας όπως θέλει η παροιμία, μα όλων των ανθρώπων.
 
Πίσω από όλα αυτά θα έλεγα ότι κρύβεται η αλήθεια του κάθε ενός από εμάς (Η μαχητή ισχύς της όποια απόφασης) η οποία αλήθεια, είναι απολύτως ξεχωριστή για τον καθένα μας.
 
Το προσωπικά αληθές* είναι εκείνο που θεωρείται και εξέρχεται των ιδεών του ενός εκάστου ατόμου. Σε κάθε θεώρημα, σε κάθε ειλικρινή επιθυμία δίκαιας αντιμετώπισης του κάθε ζητήματος, προβάλλει σθεναρά η προσωπική υπόθεση και αυτό δε είναι καθόλου κακό. Είναι απολύτως ανθρώπινο και αποτελεί μάλιστα, μη υποκριτική προσέγγιση**.
 
Η ορθότητα όμως του κάθε ισχυρισμού είναι και θα παραμένει ένα άλλο ζήτημα.
 
* Αληθές α+λήθη = εκείνο που δεν λησμονείται
** Φυσικά και δεν εννοώ τη δόλια διαφοροποίηση η οποία μετέρχεται κάθε σοφιστείας. (Σοφιστεία: Απόδειξη ισχυρισμού με χρησιμοποίηση αληθοφανών επιχειρημάτων. Όχι αληθινών!)

Πού οφείλεται το "άρωμα" της βροχής;

Ένα ψιλόβροχο έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο ανομβρίας αρκεί για να αναδυθεί το γνώριμο, γήινο άρωμα της βροχής. Τί είναι όμως αυτό που μυρίζει; Και πώς απελευθερώνεται στον αέρα;

Η μυρωδιά της βροχής είναι σήμερα γνωστή και με το όνομα πετριχώρος (petrichor), ένας όρος που προκύπτει από το συνδυασμό των ελληνικών λέξεων «πέτρα« και «ιχώρ» ή «ιχώρος» -το χρυσαφένιο αίμα των θεών στην ελληνική μυθολογία.

Ο όρος πρωτοεμφανίστηκε σε μια δημοσίευση του περιοδικού Nature το 1964, με τίτλο «Η φύση της αργιλικής οσμής», στην οποία δύο αυστραλοί ερευνητές ανέφεραν ότι η μυρωδιά της βροχής έχει δύο βασικά συστατικά.

Το πρώτο είναι η γεωσμίνη, μια ουσία που παράγεται από βακτήρια της ομάδας Actinobacter που ζουν στο έδαφος. Σύμφωνα με μεταγενέστερη μελέτη, η ανθρώπινη μύτη είναι άκρως ευαίσθητη στη γεωσμίνη και την αντιλαμβάνεται σε συγκεντρώσεις μέχρι πέντε μέρη ανά τρισεκατομμύριο.

Το δεύτερο συστατικό είναι μια ελαιώδης ουσία που παράγεται ορισμένα φυτά και απορροφάται τελικά από τα αργιλώδη και αμμώδη εδάφη.

Η αυστραλιανή έρευνα απαντούσε όμως μόνο στο ένα σκέλος του μυστηρίου, αφού δεν προσέφερε κανένα στοιχείο για το μηχανισμό απελευθέρωσης αυτών των πτητικών ουσιών.

Την απάντηση δίνουν τώρα ερευνητές του MIT, οι οποίοι παρατήρησαν ότι κατά την πτώση των σταγόνων της βροχής στο έδαφος απελευθερώνονται φυσαλίδες με αερολύματα, ή αιωρούμενα στερεά σωματίδια.

Κάμερες υψηλής ταχύτητας αποκάλυψαν πως, όταν μια σταγόνα πέσει σε κάποια πορώδη επιφάνεια, όπως τα αργιλώδη ή τα αμμώδη εδάφη, παγιδεύει μικροσκοπικές φυσαλίδες στην επιφάνεια επαφής. Όπως θα συνέβαινε και σε ένα ποτήρι σαμπάνιας, οι φυσαλίδες ανεβαίνουν προς τα πάνω, σπάνε και απελευθερώνουν το περιεχόμενό τους.

Η ερευνητική ομάδα πραγματοποίησε περίπου 600 πειράματα με 28 διαφορετικές επιφάνειες, από τις οποίες οι 16 ήταν δείγματα εδάφους και οι υπόλοιπες τεχνητά υλικά. Η ταχύτητα πτώσης των σταγόνων αυξομειωνόταν ανάλογα με το ύψος από το οποίο απελευθερώνονταν πάνω από την επιφάνεια.

Βάσει των παρατηρήσεων, οι ερευνητές μπόρεσαν να αναπτύξουν μια μαθηματική φόρμουλα που προβλέπει την ποσότητα αερολυμάτων που απελευθερώνονται, ανάλογα με την ταχύτητα της σταγόνας και τη διαπερατότητα της στερεής επιφάνειας.

Όπως επισημαίνει η μελέτη στην επιθεώρηση Nature Communications, η απελευθέρωση αερολυμάτων είναι μέγιστη στην ελαφριά βροχή που πέφτει σε πορώδη εδάφη. Στην περίπτωση ισχυρής βροχόπτωσης, οι σταγόνες πέφτουν με μεγαλύτερη ταχύτητα και δεν προλαβαίνουν να παγιδεύσουν φυσαλίδες -γι΄αυτό και ο πετριχώρος είναι πιο έντονος μετά το ψιλόβροχο, αντί έπειτα από μια ισχυρή νεροποντή.

Υπάρχει όμως και μια άλλη μυρωδιά που σχετίζεται με τη βροχή αλλά έχει εντελώς διαφορετική προέλευση: η οσμή της καταιγίδας που πλησιάζει.

Η μυρωδιά αυτή δεν οφείλεται σε ουσίες του εδάφους αλλά στο αέριο όζον, το οποίο παράγεται από την επίδραση των κεραυνών στο οξυγόνο της ατμόσφαιρας.

Το όζον, εξάλλου, παίρνει το όνομά του από την ελληνική λέξη «όζει» που σημαίνει μυρίζει.

Κάμερες υψηλής ταχύτητας αποκάλυψαν ότι η πρόσκρουση των σταγόνων νερού στο έδαφος απελευθερώνει φυσαλίδες

Η Οδύσσεια με τα μάτια του Jan Styka

 
Οδυσσέας

Ραψωδία α : Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον. Μνηστήρων εὐωχία.


Οι θεοί συνεδριάζουν για την επιστροφή του Οδυσσέα

Το έργο αρχίζει με επίκληση του ποιητή στην Μούσα : ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ / πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν· (Τον άντρα τον πολυμήχανο τραγούδησε, Μούσα, / που πολύ περιπλανήθηκε, όταν πήρε την ιερή πόλη της Τροίας). Δέκα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, κι ενώ όλοι οι άλλοι Αχαιοί γύρισαν στις πατρίδες τους, ο Οδυσσέας βρίσκεται στην Ωγυγία, στο νησί της θεάς Καλυψώς, που θέλει να τον κρατήσει για πάντα κοντά της ενώ αυτός θέλει να επιστρέψει στην Ιθάκη. Οι θεοί συνεδριάζουν στον Όλυμπο, κι επωφελούμενη από την απουσία του Ποσειδώνα, που εχθρεύεται τον ήρωα, η Αθηνά πείθει τον Δία να συναινέσει στην επιστροφή του Οδυσσέα, που του αρκεί να δει να βγαίνει καπνός στην πατρίδα του (καπνὸν ἀποθρῴσκοντα) κι ας πεθάνει (α 58).


Ο Οδυσσέας στις ακτές της Ωγυγίας θρηνεί Για την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο

Σε εφαρμογή του θεϊκού σχεδίου, η Αθηνά κατεβαίνει στην Ιθάκη για να παρακινήσει τον Τηλέμαχο να αναζητήσει τον πατέρα του. Με τη μορφή του Μέντη, ενός πατρικού φίλου, μπαίνει στο παλάτι, όπου οι μνηστήρες γλεντοκοπούν κατασπαταλώντας την περιουσία του Οδυσσέα. Ο Τηλέμαχος υποδέχεται φιλόξενα τον ξένο και η Αθηνά προσπαθεί να τον πείσει πως ο πατέρας του ζει. Τον παρακινεί να καταγγείλει τη συμπεριφορά των μνηστήρων και να πάει στο βασιλιά της Πύλου, το Νέστορα και στο βασιλιά της Σπάρτης, Μενέλαο, για να ρωτήσει για τον Οδυσσέα.

 
Η Πηνελόπη στην βεράντα του παλατιού

Φεύγοντας, η Αθηνά αποκαλύπτεται και ο Τηλέμαχος αναθαρρεί. Ο αοιδός Φήμιος τραγουδά το γυρισμό των Αχαιών από την Τροία, η Πηνελόπη όμως κατεβαίνει πονεμένη και τον καλεί ν' αλλάξει τραγούδι. Ο Τηλέμαχος της μιλά με αυστηρότητα και τη στέλνει πίσω στα διαμερίσματά της. Στη συνέχεια στρέφεται με αυτοπεποίθηση προς τους μνηστήρες, τους λέει να φύγουν από το σπίτι του και τους ανακοινώνει ότι θα φέρει το θέμα στη συνέλευση των Ιθακησίων. Ακολουθεί λογομαχία. Καθώς τελειώνει η πρώτη μέρα του ποιητικού χρόνου της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος ξαγρυπνά και αναλογίζεται τις υποδείξεις της Αθηνάς.

Ραψωδία β : Ιθακησίων αγορά. Τηλεμάχου Αποδημία.


Ιθακησίων Αγορά

Στη συνέλευση που συγκάλεσε ο Τηλέμαχος ζητά από τους μνηστήρες να φύγουν και τους απειλεί με τη θεϊκή τιμωρία για τα ανοσιουργήματά τους. Ο επιφανέστερος των μνηστήρων Αντίνοος κατηγορεί την Πηνελόπη ότι αποφεύγει τον γάμο με δόλο : Δήλωσε ότι θα ξαναπαντρευτεί όταν τελειώσει το σάβανο του πεθερού της Λαέρτη αλλά κάθε βράδυ ξηλώνει ό,τι ύφανε την ημέρα. Οι μνηστήρες καλούν τον Τηλέμαχο να της επιβληθεί. Αυτός ανταπαντά ότι δεν μπορεί να διώξει την μητέρα του απ' το σπίτι, δέχεται όμως να την ξαναπαντρέψει, αν του δοθεί καράβι να ψάξει για τον πατέρα και βεβαιωθεί πως πέθανε τελικά. Δύο αετοί που αλληλοξεσκίζονται ερμηνεύονται από τον μάντη Αλιθέρση ως σημάδι για τη σύντομη επιστροφή του Οδυσσέα και την τιμωρία των μνηστήρων. Οι μνηστήρες βρίζουν και απειλούν το μάντη, το ίδιο και τον Μέντορα, παλιό φίλο του Οδυσσέα, που επικρίνει την απάθεια των Ιθακησίων. Ο μνηστήρας Λεώκριτος δηλώνει πως, ακόμα κι αν γυρίσει ο Οδυσσέας, αυτοί θα τον σκοτώσουν.


Ο Τηλέμαχος στην Ιθάκη παρακαλεί για βοήθεια

Ο Τηλέμαχος κατεβαίνει στην ακρογιαλιά και παρακαλεί την Αθηνά να του συμπαρασταθεί. Η Αθηνά εμφανίζεται με τη μορφή του Μέντορα τώρα, τον καθησυχάζει, του δίνει οδηγίες και προσφέρεται να τον βοηθήσει. Ο Τηλέμαχος γυρίζει στο παλάτι και, παρά τις ειρωνείες των μνηστήρων, αρχίζει τις ετοιμασίες. Η Ευρύκλεια, η παραμάνα του, ανησυχεί, τελικά όμως ορκίζεται να μην πει τίποτα στη μητέρα του. Η Αθηνά/Μέντορας βρίσκει καράβι και ναύτες, κοιμίζει τους μνηστήρες και ανακοινώνει στον Τηλέμαχο πως όλα είναι έτοιμα. Το ταξίδι ξεκινά και συνεχίζεται όλη τη νύχτα με τον ευνοϊκό άνεμο που στέλνει η θεά.

 
Ο Τηλέμαχος αναχωρεί από την Ιθάκη

Ραψωδία γ : Τὰ ἐν Πύλῳ.

 
Το Λουτρό του Τηλεμάχου

Το ξημέρωμα της 3ης μέρας της Οδύσσειας ο Τηλέμαχος και η Αθηνά/Μέντορας φτάνουν στην Πύλο όπου ο βασιλιάς Νέστορας τους υποδέχεται φιλόξενα. Ο Νέστορας θυμάται τον Οδυσσέα και τα βάσανα των Αχαιών με συγκίνηση. Ο ίδιος μαζί με το Μενέλαο απέπλευσαν βιαστικά για να προλάβουν την οργή των θεών, ενώ ο Οδυσσέας και άλλοι έμειναν πίσω για να προσφέρουν πρώτα θυσίες. Απαριθμεί τους Αχαιούς που έμαθε πως έφτασαν στις πατρίδες τους, για τον Οδυσσέα όμως δεν ξέρει τίποτα περισσότερο. Όσο για την κατάσταση στην Ιθάκη, παρακινεί τον Τηλέμαχο να αντιμετωπίσει τους μνηστήρες με τη βοήθεια της Αθηνάς. Με συνοδό το γιο του Νέστορα, Πεισίστρατο, ο Τηλέμαχος αναχωρεί την επόμενη μέρα με άρμα για τη Σπάρτη.

 
Η Θυσία προς Αθηνά στην Πύλο

Ραψωδία δ : Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.

Το πρωί της 5ης μέρας φτάνουν στη Σπάρτη και βρίσκουν το Μενέλαο να γιορτάζει διπλό γάμο, του γιου και της κόρης του. Ο Μενέλαος, που δεν ξέρει ακόμη ποιον έχει απέναντί του, εξιστορεί τις επί οκτώ χρόνια περιπλανήσεις του μετά την άλωση της Τροίας και αναφέρεται και στα ακόμη μεγαλύτερα παθήματα του Οδυσσέα. Έμαθε για τις περιπέτειές του αλλά αγνοεί τι απέγινε.

 
Ο Μενέλαος και η Ωραία Ελένη

Η Ελένη εμφανίζεται και ο Τηλέμαχος αναγνωρίζεται. Όλοι θρηνούν γι΄ αυτούς που έχασαν και η Ελένη ρίχνει στο κρασί το «νηπενθές» για να τους διώξει τον πόνο. Αφηγείται πώς κάποτε αναγνώρισε τον Οδυσσέα, όταν μπήκε κρυφά στην Τροία για να κατασκοπεύσει. Δεν τον κατέδωσε, αντίθετα χάρηκε που τον είδε, αφού ήθελε πια και η ίδια να γυρίσει στη Σπάρτη. Ο Μενέλαος με τη σειρά του αφηγείται πώς ο Οδυσσέας γλύτωσε τους Αχαιούς που ήταν κρυμμένοι στο Δούρειο Ίππο, όταν κινδύνεψαν ν΄ αποκαλυφθούν.

 
Η πανέμορφη Ιοκάστη, μικρότερη κόρη του Νέστορος

Την επόμενη μέρα, την 6η της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος ρωτάει για τον πατέρα του και περιγράφει την κατάσταση στην Ιθάκη. Ο Μενέλαος εύχεται το θάνατο των μνηστήρων και αφηγείται τον αποκλεισμό του στην Αίγυπτο. Εκεί δάμασε το φοβερό γέροντα της θάλασσας Πρωτέα κι εκείνος, μεταξύ άλλων, του είπε πως ο Οδυσσέας είναι ζωντανός και βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς, ποθώντας να γυρίσει πίσω στην Ιθάκη. Ύστερα ο Τηλέμαχος επιστρέφει στην Πύλο.

 
Le fantôme d'Iphitime console Pénélope

Στην Ιθάκη οι μνηστήρες πληροφορούνται έκπληκτοι το ταξίδι του Τηλέμαχου και αποφασίζουν να τον σκοτώσουν με δόλο. Η Πηνελόπη μαθαίνει τα νέα και φοβάται πως θα χάσει τώρα και το γιο της. Προσεύχεται στην Αθηνά κι εκείνη φέρνει στον ύπνο της την αδελφή της Ιφθίμη, που την καθησυχάζει με τη διαβεβαίωση πως ο Τηλέμαχος βρίσκεται υπό την προστασία της θεάς. Στο μεταξύ οι μνηστήρες αρματώνουν καράβι και στήνουν την ενέδρα τους στα στενά της Σάμης.


Η μνηστήρες στο Παλάτι της Ιθάκης καταχράζονται την περιουσία του Οδυσσέα

Ραψωδία ε : Ὀδυσσέως σχεδία.

 
Το μήνυμα του Ερμή στην Καλυψώ

Το πρωί της 7ης μέρας, στη συνέλευση των Θεών, η Αθηνά επενέρχεται στο θέμα του Οδυσσέα και αναφέρει την ενέδρα των μνηστήρων. Ο Δίας στέλνει τον Ερμή στην Ωγυγία με την εντολή προς την Καλυψώ να αφήσει πια τον Οδυσσέα και ανακοινώνει στους θεούς ότι ο Οδυσσέας θα γυρίσει στην Ιθάκη μετά από 20 μέρες ταλαιπωρημένος πάνω σε σχεδία, χωρίς όμως βοήθεια θεών ή ανθρώπων, με πλούσια όμως δώρα από τους Φαίακες.

 
Η Καλυψώ υπόσχεται αθανασία στον Οδυσσέα

Η Καλυψώ κατηγορεί τους θεούς ότι τη φθονούν, που ερωτεύτηκε ένα θνητό και τους δίνει πολλά παραδείγματα για να τους αποδείξει την ζηλοφθονία τους, τελικά όμως υποχωρεί από φόβο για την οργή του Δία.


Calypso, Blonde-Haired Goddess

Τώρα για πρώτη φορά εμφανίζεται ο Οδυσσέας στο ποίημα. Κλαίει όπως κάθε μέρα στην ακρογιαλιά αγναντεύοντας το πέλαγος (νόστον ὀδυρομένῳ, ε 153), όταν η θεά του ανακοινώνει τα καλά νέα. O Οδυσσέας τη βάζει να ορκιστεί ότι δεν έχει κακό σκοπό και, παρά την προειδοποίησή της ότι θα υποστεί κι άλλες ταλαιπωρίες, μένει αμετάπειστος. Μετά το γεύμα περνούν μαζί την τελευταία τους νύχτα.

 
Η Καλυψώ βρίσκει τον Οδυσσέα νοσταλγώντας την Ιθάκη

Τις επόμενες τέσσερις μέρες ο Οδυσσέας κατασκευάζει σχεδία με τα εργαλεία της Καλυψώς και την πέμπτη μέρα (12η της Οδύσσειας) ξεκινά. Η Καλυψώ του δίνει εφόδια, οδηγίες και ούριο άνεμο για το ταξίδι. Μετά από δεκαεφτά μέρες, τα ξημερώματα της δέκατης όγδοης (29ης), προβάλλουν στον ορίζοντα οι ακτές της Σχερίας, της χώρας των Φαιάκων. Καθώς όμως ο Ποσειδώνας επιστρέφει από τους Αιθίοπες, βλέπει τον Οδυσσέα και οργισμένος σηκώνει φοβερή θαλασσοταραχή. Η σχεδία διαλύεται και ο Οδυσσέας παλεύει με τα κύματα πάνω σε μια σανίδα. Η θεά Λευκοθέα τον συμπονά και του χαρίζει ένα σωσίβιο μαντίλι. Αυτός το ζώνεται, πετά τα ρούχα του και πηδά στη θάλασσα. Ο Ποσειδώνας φεύγει με χαιρέκακη ικανοποίηση, οπότε η Αθηνά επεμβαίνει και κατευνάζει κάπως τη θύελλα.

 
Ο Οδυσσέας κατασκευάζει την Σχεδία του

Δύο μέρες ακόμα θαλασσοδέρνεται ο Οδυσσέας, ώσπου την τρίτη (31η) καταφέρνει με τη βοήθεια της Αθηνάς να προσεγγίσει την ακτή της Σχερίας και να φτάσει στις εκβολές ενός ποταμού. Προσεύχεται στον ποταμό να τον σώσει και ο ποταμός τον δέχεται. Ο Οδυσσέας, γυμνός και εξαθλιωμένος, βγαίνει στη στεριά και καταφεύγει σ’ ένα δάσος, όπου κοιμάται βαθιά κρυμμένος στους θάμνους.

 
Ο Οδυσσέας παλεύοντας με τα κύματα

Ραψωδία ζ : Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας.

 
Η Λευκοθέα σώζει τον Οδυσσέα

Όσο ο Οδυσσέας κοιμάται, η Αθηνά πηγαίνει στην πόλη των Φαιάκων και εμφανίζεται στο όνειρο της Ναυσικάς, της κόρης του βασιλιά Αλκίνοου, παίρνοντας τη μορφή μιας φίλης της. Της θυμίζει πως βρίσκεται σε ηλικία γάμου και την προτρέπει να κατέβει στο ποτάμι να πλύνει τα ρούχα της. Το άλλο πρωί (32η μέρα) η Ναυσικά ζητά από τον πατέρα της αμάξι και με τις φίλες της κατεβαίνουν στο ποτάμι. Αφού πλύνουν τα ρούχα, λούζονται, γευματίζουν και παίζουν με το τόπι φωνάζοντας και τραγουδώντας.


Η άφιξη του Οδυσσέα στην Σχερία

Ο Οδυσσέας ξυπνά σαστισμένος και αναρωτιέται πού βρίσκεται. Αποφασίζει να βγει από τους θάμνους κρύβοντας όπως-όπως τη γύμνια του. Τα κορίτσια σκορπίζονται τρομαγμένα, εκτός από τη Ναυσικά, που την εμψυχώνει η Αθηνά. 


Ο Οδυσσέας πίσω από τους θάμνους

Κρατώντας απόσταση ο Οδυσσέας επαινεί την ομορφιά της κόρης και της εύχεται έναν ευτυχισμένο γάμο. Της περιγράφει την κατάστασή του και την εκλιπαρεί να του δείξει το δρόμο για την πόλη και να του δώσει ένα κουρέλι να σκεπαστεί. Η Ναυσικά αναγνωρίζει την ευγένεια που κρύβει η εξαθλίωμένη όψη του και τον διαβεβαιώνει πως είναι καλοδεχούμενος σ’ αυτή τη χώρα. Φωνάζει στις φίλες της να μη φοβούνται και να περιποιηθούν τον ξένο.


Ο Οδυσσέας συναντάει την Ναυσικά

Ο Οδυσσέας από σεβασμό στις νεαρές κοπέλες λούζεται παράμερα και η Αθηνά τον περιβάλλει με θεϊκή ομορφιά. Θαμπωμένη η Ναυσικά, εύχεται να ’ναι τέτοιος και ο άντρας που θα την παντρευτεί. Καλεί τον Οδυσσέα στο παλάτι, για να μην κακοχαρακτηριστεί όμως, του δίνει οδηγίες να την ακολουθήσει ως το άλσος της Αθηνάς, έξω από την πόλη. Αφού μείνει λίγο εκεί μέχρι να γυρίσει η ίδια στο σπίτι, να ζητήσει να του δείξουν το παλάτι του Αλκίνοου και εκεί να πέσει ικέτης στα γόνατα της βασίλισσας. Η Ναυσικά ξεκινά, οι φίλες της κι ο Οδυσσέας ακολουθούν. Το σούρουπο φτάνουν στο άλσος και ο Οδυσσέας προσεύχεται στην Αθηνά να τον καλοδεχτούν οι Φαίακες.

 
Η Ναυσικά οδηγεί τον Οδυσσέα στο παλάτι του Αλκίνοου

Ραψωδία η : Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.

 
Αθηνά Παλλάδα

Η Ναυσικά φτάνει στο παλάτι και ο Οδυσσέας ξεκινά από το άλσος για την πόλη. Η Αθηνά εμφανίζεται στο δρόμο του με τη μορφή νεαρού κοριτσιού και του δείχνει το δρόμο καλύπτοντάς τον με ομίχλη για να μην αντιμετωπίσει προβλήματα με τους ντόπιους. Του μιλά για τους Φαίακες και τη βασίλισσα Αρήτη και τον συμβουλεύει να απευθυνθεί πρώτα σ’ εκείνη την...
Ο Οδυσσέας φτάνει στο παλάτι και μένει έκθαμβος : χρυσάφι, ασήμι και χαλκός παντού, υφαντά, πλήθος δούλοι κι ένα παραδεισένιο περιβόλι. Μέσα τρώνε και πίνουν οι άρχοντες των Φαιάκων. Πλησιάζει την Αρήτη και τότε εξαφανίζεται η ομίχλη που τον σκέπαζε. Σαστισμένοι οι θαμώνες βλέπουν τον ξένο να πέφτει ικέτης στα πόδια της βασίλισσας παρακαλώντας να τον στείλουν στην πατρίδα του. Μετά την πρώτη αμηχανία, ο Αλκίνοος προσφέρει τη φιλοξενία του και καλεί τους άρχοντες των Φαιάκων να οργανώσουν επίσημη υποδοχή για τον ξένο την επόμενη ημέρα, μήπως και είναι κάποιος θεός. Ο Οδυσσέας διαβεβαιώνει πως δεν είναι θεός και επαναλαμβάνει την παράκλησή του.

 
Ο Οδυσσέας ενώπιον του Ναού της Αθηνάς

Οι υπόλοιποι Φαίακες φεύγουν. Η Αρήτη τον ρωτά ποιος είναι και πώς έφτασε εκεί. Ο Οδυσσέας αφηγείται με συντομία το ναυάγιό του, την επτάχρονη παραμονή του στην Καλυψώ, το πολυτάραχο ταξίδι του ως στη Σχερία και τη συνάντησή του με τη Ναυσικά, δεν αποκαλύπτει όμως την ταυτότητά του. Ο Αλκίνοος, εντυπωσιασμένος από τον ξένο, εύχεται να τον κάνει γαμπρό του. Υπόσχεται όμως πως οι Φαίακες θα τον οδηγήσουν στην πατρίδα του, αν εκείνος το προτιμά...

Ραψωδία θ : Ὀδυσσέως σύστασις πρὸς Φαίακας.

Το επόμενο πρωί (33η μέρα της Οδύσσειας) συγκεντρώνονται οι άρχοντες των Φαιάκων στη συνέλευση και ο Αλκίνοος παρουσιάζει τον ξένο του, ζητά να ετοιμαστεί καράβι και τους καλεί όλους για το τραπέζι της υποδοχής στο παλάτι. Το παλάτι γεμίζει κόσμο και ο αοιδός Δημόδοκος καταφθάνει. Μετά το φαγητό τραγουδά για μια φιλονικία του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα στην Τροία. Ο Οδυσσέας, που ακούει χωρίς να αποκαλύπτει την ταυτότητά του, συγκινείται, αλλά κρύβει τα δάκρυά του. Για να διασκεδάσει τη θλίψη του ο Αλκίνοος καλεί τα παλληκάρια των Φαιάκων σε αθλητικούς αγώνες.

Όλοι κατεβαίνουν πάλι στην αγορά και οι νέοι διαγωνίζονται στα αθλήματα. Στο τέλος καλούν και τον Οδυσσέα να αγωνιστεί, καθώς φαίνεται ακόμα νέος και δυνατός. Ο Οδυσσέας αρνείται αρχικά, όταν όμως ο Ευρύαλος τον προκαλεί εριστικά, θυμώνει, πιάνει το βαρύτερο δίσκο και τον πετάει μακρύτερα απ’ όλους τους άλλους. Στρέφεται στους άφωνους Φαίακες και τους αποκαλύπτει πως ήταν πρώτος απ’ όλους στον πόλεμο της Τροίας. Ο Αλκίνοος απαντά εκθειάζοντας τις αρετές του λαού του στη ναυσιπλοΐα, το γλέντι και την καλοπέραση.


Ο Δημόδοκος εξιστορεί με τα τραγούδια του τα τεκταινόμενα στην Τροία

Η ένταση χαλαρώνει κι αρχίζει ο χορός. Ο Δημόδοκος τραγουδά τους έρωτες του Άρη και της Αφροδίτης και την επ’ αυτοφώρω σύλληψή τους από τον απατημένο σύζυγο, τον Ήφαιστο : Αόρατα χρυσά δεσμά είχε βάλει στο συζυγικό του κρεβάτι κι όταν παγιδεύτηκαν οι παράνομοι εραστές, κάλεσε τους υπόλοιπους θεούς ως μάρτυρες του παθήματός του. Μόνο αποτέλεσμα όμως ήταν τ’ ασυγκράτητα γέλια των θεών (ἄσβεστος δ᾽ ἄρ᾽ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσι, θ 326). Ο Αλκίνοος διαισθάνεται πια πως ο ξένος δεν είναι κάποιος τυχαίος και προτείνει στους άρχοντες των Φαιάκων να του χαρίσουν πολύτιμα δώρα. Ο Ευρύαλος χαρίζει το ξίφος του και συμφιλιώνεται με τον ξένο.
Το σούρουπο καταφθάνουν τα δώρα των υπόλοιπων αρχόντων και όλοι επιστρέφουν στο παλάτι. Μετά το λουτρό ο Οδυσσέας συναντά τη Ναυσικά, που τον θαυμάζει και της υπόσχεται να την τιμά σαν θεά, όταν φτάσει του γυρισμού η μέρα (νόστιμον ἦμαρ, θ 466). Το γλέντι αρχίζει και ο Δημόδοκος πιάνει τη λύρα. Ο Οδυσσέας τον επαινεί και του ζητά να τραγουδήσει για το Δούρειο Ίππο. Για δεύτερη φορά ακούει να υμνούν τα κατορθώματά του στην Τροία και πνίγεται στο κλάμα. Ο Αλκίνοος διακόπτει τον αοιδό και αρχίζει τις ερωτήσεις: ποιος είναι, σε ποια πατρίδα να τον οδηγήσει το καράβι των Φαιάκων, σε ποιες χώρες περιπλανήθηκε; Κι ακόμα, γιατί κλαίει κάθε φορά που ακούει για την Τροία;

Ραψωδία ι : Ἀλκίνου ἀπόλογοι. Κυκλώπεια.


Ο Οδυσσέας τυφλώνει τον Πολύφημο

Οι ραψωδίες ι-μ είναι σε πρώτο πρόσωπο. Μιλά ο Οδυσσέας στους Φαίακες. Αποκαλύπτει ποιος είναι και εξιστορεί τις περιπλανήσεις και τις περιπέτειές του. Από το Ίλιο ο άνεμος έφερε τα πλοία του Οδυσσέα στους Κίκονες, συμμάχους των Τρώων. Κατέστρεψε και λεηλάτησε την πόλη τους, αλλά οι σύντροφοί του, μεθυσμένοι από κρασί κι από αίμα, δεν ήθελαν να τον ακούσουν και να φύγουν από εκεί. Οι Κίκονες αντεπετέθηκαν κι ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να μπει στα πλοία με απώλειες. Θυελλώδεις άνεμοι τους έσπρωξαν στη γη των Λωτοφάγων. Τρεις άντρες του γεύτηκαν τον λωτό που τους έδωσαν οι ντόπιοι, ξέχασαν την πατρίδα τους και ήθελαν να μείνουν εκεί. Τους πήρε διά της βίας και έκαναν βιαστικά πανιά. Ύστερα έφτασαν στη χώρα των Κυκλώπων όπου το ανήσυχο πνεύμα του Οδυσσέα τον έβαλε σε νέες περιπέτειες. Θέλοντας να μάθει τί είδους όντα κατοικούσαν αυτή την χώρα, μπήκε στη σπηλιά του Κύκλωπα Πολύφημου που του καταβρόχθισε έξι συντρόφους. Τελικά με τεχνάσματα, μεθώντας, τυφλώνοντας κι εξαπατώντας τον Κύκλωπα, μπόρεσε να διαφύγει.

 
Ο Πολύφημος καταδιώκει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του

Ραψωδία κ : Τὰ περὶ Αἰόλου καὶ Λαιστρυγόνων καὶ Κίρκης.


Οι Λαιστριγόνες

Ήρθαν μετά στο νησί του Αιόλου, του θεού των ανέμων. Αυτός τους καλοδέχτηκε κι όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, έκλεισε μέσα σ’ ένα ασκό όλους τους ανέμους και τον έδωσε στον Οδυσσέα. Ελεύθερο άφησε μόνο τον Ζέφυρο, τον δυτικό άνεμο, που θα τους πήγαινε στην πατρίδα. Αλλά η απληστία των συντρόφων του που νόμισαν ότι ο Αίολος του είχε δώσει θησαυρούς, στάθηκε η καταστροφή τους. Ενώ φαινόταν πια η Ιθάκη, άνοιξαν τον ασκό και οι άνεμοι εξαπολύθηκαν. Τους έφεραν στην χώρα των ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων, όπου ο Οδυσσέας έχασε όλα του τα πλοία αύτανδρα εκτός από το δικό του. Ύστερα ήρθαν στην Αία, στο νησί της μάγισσας Κίρκης που μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε χοίρους. Αλλά ο Οδυσσέας, με την βοήθεια του Ερμή, εξουδετέρωσε τα μάγια της θεάς που είχαν στόχο τον ίδιο, έγινε εραστής της και την έπεισε ν’ αποδώσει την ανθρώπινη μορφή στους συντρόφους του. Έμειναν εκεί ένα χρόνο.


Η Κίρκη

 
Ο Οδυσσέας απειλεί την Κίρκη

 
Ο Οδυσσέας στο κρεβάτι της Κίρκης

Ραψωδία λ : Νέκυια.


Ο Οδυσσέας συναντά τον Τειρεσία

 
Ο Οδυσσέας προσπαθεί να αγκαλιάσει την ψυχή της Αντίκλειας

Καθ’ υπόδειξιν της Κίρκης ο Οδυσσέας πηγαίνει στη χώρα των Κιμμερίων, όπου βασιλεύει το σκοτάδι. Ακολουθώντας τις οδηγίες της θεάς, καλεί τις ψυχές των νεκρών. Ο μάντης Τειρεσίας του αποκαλύπτει ότι ο Ποσειδώνας είναι οργισμένος μαζί του γιατί τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο αλλά προλέγει ότι θα σωθεί τελικά, θα τιμωρήσει τους μνηστήρες και θα έχει ήσυχο τέλος σε βαθιά γεράματα. Επίσης προφητεύει και κάποιες άλλες περιπέτειες του Οδυσσέα, μετά την μνηστηροφονία. Οι σύντροφοι που του απέμειναν θα σωθούν κι αυτοί, αν δεν πειράξουν τις αγελάδες του Ήλιου που θα βρουν στο δρόμο τους. Ύστερα εμφανίζεται η ψυχή της μητέρας του, που δεν ήξερε ότι πέθανε, η Αλκμήνη, η Ιοκάστη, η Φαίδρα και η Αριάδνη. Έρχονται μετά οι ψυχές των ανδρών. Ο Αγαμέμνων διεκτραγωδεί το οικτρό του τέλος κι ο Αχιλλέας του λέει ότι θα προτιμούσε να είναι δούλος του πιο φτωχού ανθρώπου, αλλά ζωντανός, παρά βασιλιάς στον Άδη. Εμφανίζονται επίσης οι ψυχές του Μίνωα, του Τάνταλου, του Σίσυφου, του Ηρακλή και άλλων.

 
Ο Οδυσσέας συνομιλεί με τους νεκρούς συμπολεμιστές του

Ραψωδία μ : Σειρῆνες. Σκύλλα. Χάρυβδις. Βόες Ἡλίου.


Οι Σειρήνες

Επιστρέφοντας από τον Κάτω Κόσμο ο Οδυσσέας περνά πάλι από το νησί της Κίρκης, όπου η μάγισσα του δίνει συμβουλές για ν’ αντιμετωπίσει τα εμπόδια που θα βρει στον δρόμο του.
Το πλοίο περνά από το νησί των Σειρήνων και, ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, ο Οδυσσέας βουλώνει με κερί τ’ αυτιά των συντρόφων που τον δένουν σφιχτά στο κατάρτι κι ακούει το μαγευτικό τραγούδι τους χωρίς να υποστεί το τραγικό τέλος όσων το είχαν ακούσει. Ύστερα πέρασαν από το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης, όπου τα έξι κεφάλια του φοβερού τέρατος, της Σκύλλας, άρπαξαν έξι συντρόφους του Οδυσσέα. Τέλος έφτασαν στο νησί του Ήλιου. Ο Οδυσσέας επανέλαβε στους συντρόφους την προειδοποίηση του Τειρεσία και της Κίρκης να μη πειράξουν τα βόδια του Ήλιου, αλλά οι άνεμοι ήταν ενάντιοι, οι προμήθειες τελείωσαν και οι άντρες άρχισαν να πεινούν. Τελικά έσφαξαν κι έφαγαν τις αγελάδες την ώρα που ο Οδυσσέας κοιμόταν. Ο Ήλιος παραπονέθηκε στον Δία κι αυτός σήκωσε θύελλα τρομερή και χτύπησε με κεραυνό το πλοίο. Όλοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα χάθηκαν κι αυτός έφτασε ύστερα από εννιά μέρες, άθλιος ναυαγός, στο νησί των Φαιάκων.

 
Ανάμεσα στην Σκύλα και την Χάρυβδη

 
Η σφαγή των Βοδιών του Ήλιου

Ραψωδία ν : Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.

 
Το πλοίο των Φαιάκων

Εδώ τελειώνει η αφήγηση του Οδυσσέα. Οι Φαίακες τον κατευοδώνουν με πλούσια δώρα και τον φέρνουν με το πλοίο τους στην Ιθάκη. Κατά την επιστροφή τους, ο οργισμένος Ποσειδώνας μεταμορφώνει το πλοίο σε βράχο. Η Αθηνά έρχεται και καθοδηγεί τον Οδυσσέα. Του λέει να πάει να συναντήσει τον χοιροβοσκό του τον Εύμαιο και τον μεταμορφώνει σε ελεεινό γέρο ζητιάνο.

 
Οι Φαίακες εναποθέτουν τον κοιμισμένο Οδυσσέα στην ακτή της Ιθάκης

 
Ο Οδυσσέας συγκινημένος φιλάει το χώμα της Ιθάκης

 
Η Αθηνά καθοδηγεί τον Οδυσσέα

Ραψωδία ξ : Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.

Ο Οδυσσέας έρχεται στον Εύμαιο που τον φιλοξενεί εγκάρδια και θρηνεί για τον αφέντη του που χάθηκε πια και για τις προσβολές του οίκου του από τους μνηστήρες. Ο ζητιάνος-Οδυσσέας του λέει πως είναι Κρητικός και διηγείται φανταστικές του περιπέτειες καταλήγοντας ότι ο Οδυσσέας έρχεται πίσω του. Ο Εύμαιος δεν πείθεται αλλά ο Οδυσσέας βεβαιώνεται για την αφοσίωσή του.


Ο Εύμαιος καλωσορίζει τον Οδυσσέα στην καλύβα του

Ραψωδία ο : Τηλεμάχου πρὸς Εὔμαιον ἄφιξις.


Ο Τηλέμαχος προσκαλεί τον Θεοκλύμενο στο πλοίο του

Η Αθηνά παρουσιάζεται στον Τηλέμαχο που είναι ακόμη στην Σπάρτη, τον παρακινεί να επιστρέψει στην Ιθάκη και τον συμβουλεύει πώς ν’ αποφύγει την ενέδρα των μνηστήρων. Ο τηλέμαχος φεύγει με πλούσια δώρα του Μενέλαου και της Ελένης και, πριν μπει στην πόλη της Πύλου, επιβιβάζεται στο πλοίο του και ξεκινά. Μαζί του παίρνει και τον μάντη Θεοκλύμενο, φυγάδα από το Άργος για φόνο που έκανε εκεί. Στην Ιθάκη ο ζητιάνος-Οδυσσέας προσποιείται ότι θέλει να ξεκινήσει αμέσως για το παλάτι αλλά ο Εύμαιος τον συμβουλεύει να περιμένει τον Τηλέμαχο. Μιλά ύστερα για την άθλια ζωή του πατέρα του Οδυσσέα Λαέρτη, για τον θάνατο της μητέρας του από μαρασμό και διηγείται και την δική του θλιβερή ιστορία. Τέλος, φτάνει ο Τηλέμαχος.

Ραψωδία π : Τηλεμάχου ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως.

 
Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του

Ο Εύμαιος φεύγει για ν’ αναγγείλει στην Πηνελόπη την επιστροφή του Τηλέμαχου και η Αθηνά ξαναδίνει στον Οδυσσέα την παραγματική του μορφή. Ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον πατέρα του, και καταστρώνουν οι δυο τους σχέδια για την εξόντωση των μνηστήρων. Αυτοί από την μεριά τους ετοιμάζουν δικά τους σχέδια για τον θάνατο του Τηλέμαχου που ξέφυγε από την ενέδρα τους. Η Πηνελόπη τα μαθαίνει και τους κατηγορεί κι αυτοί την καθησυχάζουν με απατηλές υποσχέσεις.

Ραψωδία ρ : Τηλεμάχου ἐπάνοδος πρὸς Ἰθάκην.

 
Η άφιξη του Τηλεμάχου στην Ιθάκη

Ο Τηλέμαχος επιστρέφει στο παλάτι όπου τον υποδέχονται η Πηνελόπη και η τροφός Ευρύκλεια. Διηγείται το ταξίδι του και λέει ότι ο Οδυσσέας είναι ακόμη στο νησί της Καλυψώς. Ο Θεοκλύμενος όμως που έχει έρθει μαζί του προφητεύει ότι ο Οδυσσέας έχει φτάσει και ετοιμάζει όλεθρο για τους μνηστήρες. Ο Εύμαιος και ο ζητιάνος-Οδυσσέας φτάνουν στο παλάτι, όπου ο τελευταίος αναγνωρίζεται από τον γερασμένο σκύλο του Άργο που αμέσως μετά αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Οδυσσέας μπαίνει στην αίθουσα του συμποσίου και με προτροπή του Αντίνοου ζητιανεύει από τους μνηστήρες αλλά ο Αντίνοος τον βρίζει και τον χτυπά. Η Πηνελόπη αγανακτεί με τη συμπεριφορά αυτή και, μαθαίνοντας από τον Εύμαιο ότι ο ξένος είναι ταξιδεμένος και ξέρει για τον Οδυσσέα, ζητά να του μιλήσει. Ο Οδυσσέας φροντίζει ν’ αναβληθεί η συνάντηση για το βράδυ.

 
Ο Οδυσσέας και ο Εύμαιος κατευθύνονται στο παλάτι και ο Άργος αναγνωρίζει το αφεντικό του

Ραψωδία σ : Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.


Ο Οδυσσέας διώχνει από το παλάτι τον ζητιάνο Ίρο

Εμφανίζεται και άλλος ζητιάνος, ο Ίρος. Αγανακτεί με τον Οδυσσέα που ζητιανεύει στα μέρη του και τον προκαλεί. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να τον αποφύγει αλλά ο Αντίνοος τους παρακινεί να πυγμαχήσουν και αθλοθετεί μάλιστα μόνιμη διατροφή για τον νικητή. Χτυπιούνται και νικά ο Οδυσσέας. Η Πηνελόπη δίνει ελπίδες στους μνηστήρες και τους αποσπά δώρα. Η δούλα της Μελανθώ κι ο εραστής της τελευταίας μνηστήρας Ευρύμαχος, τον κακομεταχειρίζονται.

Ραψωδία τ : Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Τὰ νίπτρα.

 
Ο τραυματισμός του Οδυσσέα από τον κάπρο

Ο Τηλέμαχος με διάφορες προφάσεις απομακρύνει τα όπλα από την μεγάλη αίθουσα κ’ ύστερα αποσύρεται. Η Μελανθώ αποπαίρνει και πάλι τον Οδυσσέα αλλά η Πηνελόπη την επιπλήττει και αρχίζει να συζητά με τον «ξένο». Του λέει για το τέχνασμα με τον πέπλο, αλλά δηλώνει πως δεν αντέχει πια στις πιέσεις των μνηστήρων και των γονέων της και θα πρέπει να ξαναπαντρευτεί. Ο Οδυσσέας μιλά για τον εαυτό του και της λέει μισές αλήθειες. Στα πλαίσια της φιλοξενίας της Πηνελόπης, η γριά τροφός του Οδυσσέα Ευρύκλεια του πλένει τα πόδια αλλά βλέπει την παλιά πληγή από δόντια κάπρου που είχε και τον αναγνωρίζει. Ο Οδυσσέας της επιβάλλει σιωπή και συνεχίζει την συζήτηση με την Πηνελόπη. Αυτή του λέει ότι θα πάρει άντρα της αυτόν που θα μπορέσει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να διαπεράσει με το βέλος τις εγκοπές των λεπίδων δώδεκα πελέκεων, πράγμα που μόνο ο ίδιος μπορούσε να κάνει.

 
Η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα

Ραψωδία υ : Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.


Η Πηνελόπη με το Τόξο του Οδυσσέα

Ο Οδυσσέας αγρυπνά μελετώντας τον όλεθρο των μνηστήρων και των γυναικών του παλατιού του που συνήψαν σχέσεις μαζί τους, μέχρι που η Αθηνά «χύνει ύπνο στα ματόφυλλά του». Αλλά ούτε η Πηνελόπη μπορεί να κοιμηθεί. Το πρωί έρχονται βοσκοί του Οδυσσέα που τον περιγελούν αλλά αυτός βεβαιώνεται για την αφοσίωση ενός ακόμη από τους ανθρώπους του, του Φιλοίτιου. Οι μνηστήρες εν τω μεταξύ, προετοιμάζοντας τον χαμό του Τηλέμαχου, περιγελούν τον Οδυσσέα καθώς και τον Θεοκλύμενο που προφητεύει τον χαμό τους.

Ραψωδία φ : Τόξου θέσις.

 
Η Πηνελόπη αναγγέλλει τον διαγωνισμό του Τόξου

Η Πηνελόπη φέρνει το τόξο και την φαρέτρα με τα βέλη, και καλεί τους μνηστήρες να διαγωνιστούν. Όποιος τεντώσει το τόξο και διαπεράσει με το βέλος τους δώδεκα πελέκεις, θα την κάνει γυναίκα του. Ο Τηλέμαχος επιχειρεί πρώτος για να φανεί άξιος γιος του πατέρα του. Τα καταφέρνει σχεδόν αλλά ο Οδυσσέας του κάνει νόημα κι εγκαταλείπει την προσπάθεια. Οι μνηστήρες αρχίζουν να δοκιμάζουν χωρίς επιτυχία κι ο Οδυσσέας παίρνει παράμερα τον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο, αποκαλύπτεται και τους δίνει οδηγίες για την παγίδευση των μνηστήρων. Ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει στην αίθουσα, όπου εν τω μεταξύ έχουν αποτύχει όλοι οι μνηστήρες, και ζητά να δοκιμάσει κι αυτός. Ο Αντίνοος αποκρούει το αίτημα περιφρονητικά, αλλά η Πηνελόπη δέχεται, μια και το μόνο που μπορεί να κερδίσει ο ξένος είναι πλούσια δώρα. Ο Τηλέμαχος επεμβαίνει, διώχνει την μητέρα του από την αίθουσα κι επιμένει να δοκιμάσει κι ο ξένος. Ο Εύμαιος δίνει το τόξο στον Οδυσσέα και παραγγέλει στην Ευρύκλεια να κλείσει καλά όλες τις πόρτες. Ο Οδυσσέας τεντώνει εύκολα το τόξο, οι μνηστήρες χλωμιάζουν κι ο Δίας στέλνει βροντή, θεϊκό σημάδι. Το βέλος του Οδυσσέα διαπερνά τους πελέκεις κι ο Τηλέμαχος έρχεται δίπλα του ζωσμένος τα όπλα του.

 
Ο Οδυσσέας με τον Τηλέμαχο επιτίθενται στους μνηστήρες

Ραψωδία χ : Μνηστηροφονία.

 
Ο Οδυσσέας σκοτώνει τους μνηστήρες

Ο Οδυσσέας πετά τα κουρέλια του, παίρνει άλλο βέλος και σκοτώνει τον Αντίνοο. Λέει στους μνηστήρες ποιος είναι και ότι τώρα θα πληρώσουν για όλα. Ο Ευρύμαχος προτείνει αποζημίωση, ο Οδυσσέας αρνείται κ’ οι μνηστήρες αποφασίζουν ν’ αντισταθούν έστω και με τα κοντομάχαιρά τους. Ο Οδυσσέας τοξεύει και τον Ευρύμαχο κι ο Τηλέμαχος σκοτώνει τον Αμφίνομο. Όσο είχε βέλη ο Οδυσσέας σκότωνε μνηστήρες κ’ ύστερα φόρεσαν πανοπλίες, αυτός, ο Τηλέμαχος, ο Εύμαιος κι ο Φιλοίτιος. Αλλά κ’ οι μνηστήρες οπλίζονται, με προδοσία ενός άλλου βοσκού του Οδυσσέα. Αρχίζει η φονική σύγκρουση και τελικά, με την απαραίτητη βοήθεια της Αθηνάς, οι μνηστήρες εξολοθρεύονται όλοι. Με θάνατο τιμωρούνται επίσης οι δούλες που είχαν σχέσεις με τους μνηστήρες και ο βοσκός που πρόδωσε. Ύστερα ο Οδυσσέας έκανε καθαρμό με θειάφι για το φοβερό φονικό.

Ραψωδία ψ : Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμὸς.

 
Η Πηνελόπη αναγνωρίζει τον Οδυσσέα

Η Ευρύκλεια φέρνει στην Πηνελόπη την είδηση για την επιστροφή του Οδυσσέα και τον φόνο των μνηστήρων αλλά αυτή δεν μπορεί να την πιστέψει : «Κάποιος θεός τους σκότωσε για τα άνομά τους έργα». Ο Οδυσσέας διατάζει να μη μαθευτεί ακόμη ο φόνος των μνηστήρων στην πόλη και καταστρώνει σχέδια για την άμυνα έναντι των συγγενών τους. Όταν οι δύο σύζυγοι συναντιούνται τελικά, ο ζητιάνος έχει πάλι το παράστημα και την ομορφιά του Οδυσσέα αλλά η Πηνελόπη διστάζει ακόμη και επιχειρεί να του στήσει μια μικρή παγίδα. Προστάζει την Ευρύκλεια να στρώσει στον Οδυσσέα να κοιμηθεί στο νυφικό κρεβάτι που βρίσκεται -δήθεν- έξω από την κρεβατοκάμαρα. Ο Οδυσσέας αγανακτεί : Ποιος ήταν αυτός που μετακίνησε το κρεβάτι του, αλλά και πώς μπόρεσε, που αυτός ο ίδιος το έκανε αμετακίνητο και το στόλισε με χρυσάφι, φίλντισι κι ασήμι ; Μετά από αυτές τις λεπτομέρειες η Πηνελόπη πείθεται επί τέλους κι αγκαλιάζονται κλαίγοντας. Η νύχτα -που η Αθηνά φροντίζει να την επιμηκύνει- περνά με έρωτα και διηγήσεις των παθημάτων τους. Ύστερα ο Οδυσσέας πηγαίνει στην εξοχή για να συναντήσει τον πατέρα του Λαέρτη.

Ραψωδία ω : Νέκυια δευτέρα. Σπονδαὶ.


Οι ψυχές των νεκρών μνηστήρων οδηγούνται στον Άδη από τον Ερμή

Οι ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων φτάνουν στον Άδη κι εκεί διηγούνται το τι συνέβη στους νεκρούς φίλους του Οδυσσέα, Αχιλλέα, Αγαμέμνονα, Αίαντα. Ο Αγαμέμνων βέβαια κάνει την σύγκριση Πηνελόπης και Κλυταιμνήστρας. Ο Οδυσσέας πηγαίνει στον υπέργηρο πατέρα του Λαέρτη που είχε αποσυρθεί σ’ ένα κτήμα. Παρουσιάζεται σαν ξένος αλλά τελικά φανερώνει ποιος είναι. Όταν η είδηση της σφαγής των μνηστήρων διαδίδεται στην πόλη, οι συγγενείς τους οπλίζονται κι επιτίθενται στον Οδυσσέα και στους δικούς του. Με παρέμβαση της Αθηνάς η επίθεση αποκρούεται και επέρχεται συμφιλίωση.

 
Ο Οδυσσέας συναντά τον πατέρα του Λαέρτη




Η παρέμβαση της Αθηνάς για συμφιλίωση