Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - Ηράκλειτος και Παρμενίδης

Η κίνηση και η σταθερότητα: Ηράκλειτος και Παρμενίδης

Η έπαρση του φιλοσόφου

Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. η φιλοσοφική αναζήτηση έχει ιστορία 100 περίπου χρόνων. Στο χρονικό αυτό διάστημα το αντικείμενό της έχει διευρυνθεί. Ο φιλόσοφος εξακολουθεί να ασχολείται με τη φύση και τα μυστικά της, αρχίζει όμως να αντιλαμβάνεται ότι ακόμη πιο ενδιαφέρον πρόβλημα είναι η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Η εποχή του Θαλή, όπου ο φιλόσοφος ήταν πλήρως ενσωματωμένος στο κοινωνικό σύνολο και αντλούσε το κύρος του από την πολυμάθεια και την πρακτική του σοφία, έχει περάσει. Τώρα το ζητούμενο φαίνεται να είναι η διαφοροποίηση από το πλήθος και τις καθιερωμένες πεποιθήσεις. Η φιλοσοφική διδασκαλία επιζητεί πάνω απ᾽ όλα να ανοίξει νέους δρόμους στο άτομο.

Ο Πυθαγόρας έχει ήδη δείξει έναν τέτοιο δρόμο. Η φιλοσοφική μύηση είναι μια θρησκευτική μεταστροφή. Επομένως, η κοινότητα των φιλοσόφων είναι μια αιρετική κοινότητα, ένα σύνολο ανθρώπων που διεκδικεί έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Η λύση ωστόσο του Πυθαγόρα ήταν ακραία. Αν ακολουθούσε κανείς τους Πυθαγορείους θα έπρεπε να εγκαταλείψει την ελεύθερη αναζήτηση και τη διαφωτιστική διάθεση των πρώτων ιώνων φιλοσόφων και να αποδεχθεί ότι η φιλοσοφία είναι μια νέα θρησκεία. Ο Πυθαγόρειος κατάφερνε να διαφοροποιηθεί από το πλήθος, ενίσχυε όμως εμμέσως τις προκαταλήψεις των απλών ανθρώπων και την αγωνία τους μπροστά στον θάνατο. Η σωτηρία της ψυχής απαιτούσε τη θυσία του ελεύθερου πνεύματος - το τίμημα ήταν βαρύ.

Οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης, θα υποδείξουν μια άλλη προσέγγιση. Συνήθως θεωρούμε ότι εκπροσωπούν αντίθετους πόλους στη φιλοσοφία: ο Ηράκλειτος είναι ο φιλόσοφος της αέναης αλλαγής και ο Παρμενίδης της απόλυτης ακινησίας. Και όμως η αφετηρία της σκέψης τους είναι κοινή. Και για τους δύο η φιλοσοφία είναι άρνηση του κοινού νου. Στις διαδεδομένες πεποιθήσεις των ανθρώπων, στις θρησκευτικές τους πρακτικές, ακόμη και στις απλές εικόνες που σχηματίζουν για τον κόσμο, δεν υπάρχει η παραμικρή δόση αλήθειας. Ο φιλόσοφος δεν θα κολακέψει ποτέ το πλήθος, δεν θα επιδιώξει να το προσεταιριστεί. Για να το αποσπάσει από τις βεβαιότητές του δεν θα διστάσει να κατακρίνει ανοιχτά τις συνήθειες, τις αξίες και τις αντιλήψεις του.

Θέλουν να καθαρθούν και μολύνονται με άλλο αίμα […] και μπροστά σ᾽ αυτά τα αγάλματα προσεύχονται, όπως θα φλυαρούσε κανείς στο σπίτι του χωρίς να ξέρει τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες.

Ηράκλειτος, απόσπ. 5

Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν όσα κάνουν κοιμισμένοι.

Ηράκλειτος, απόσπ. 1

Οι πολλοί δεν βασανίζουν το μυαλό τους με αυτά που τους τυχαίνουν, ούτε κι αν τα μάθουν τα καταλαβαίνουν, αλλά νομίζει ο καθένας ότι κάτι ξέρει.

Ηράκλειτος, απόσπ. 17

Γιατί σε κρατώ μακριά […] και από εκείνο τον δρόμο,

όπου οι θνητοί αδαείς περιφέρονται,

δικέφαλοι· γιατί η αδυναμία μες στο στήθος τους

κατευθύνει τον περιπλανώμενο νου· κι αυτοί παρασύρονται,

κουφοί αλλά και τυφλοί, έκθαμβοι, ορδές χωρίς κρίση.

Παρμενίδης, απόσπ. 6

Η φιλοσοφία είναι μια εντελώς νέα μορφή γνώσης, η οποία διεκδικεί ευθαρσώς την πρωτοτυπία και την αυτονομία της. Δεν συνδέεται με τη θρησκευτική πρακτική, δεν χρωστά τίποτε στην ποιητική παράδοση και στην αρχαία σοφία ούτε αποτελεί συνέχεια της ιωνικής ιστορίας. Ο φιλόσοφος θα διαχωρίσει τη θέση του από κάθε μορφή παλαιότερης γνώσης, θα αποκαθηλώσει τους δασκάλους των προηγούμενων γενεών.

Η πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου· αλλιώς θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, κι ακόμη τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο.

Ηράκλειτος, απόσπ. 40

Τον Όμηρο θα άξιζε να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον χτυπούν, και τον Αρχίλοχο το ίδιο.

Ηράκλειτος, απόσπ. 42

Αρχηγός των αγυρτών [ο Πυθαγόρας].

Ηράκλειτος, απόσπ. 81

Ο φιλόσοφος τοποθετείται απέναντι στο πλήθος και στην παράδοση και διδάσκει την αληθινή γνώση. Γνωρίζει ότι η αποστολή του είναι δύσκολη. Η αλήθεια της φιλοσοφίας απαιτεί μεγάλη διανοητική προσπάθεια, δεν είναι αυτονόητη ούτε προσιτή σε όλους. Για να την κατανοήσει κανείς θα πρέπει να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις του και να δει την πραγματικότητα μέσα από ένα ριζικά νέο πρίσμα. Γιατί όμως να ακολουθήσει κανείς αυτό τον δρόμο; Από πού αντλεί το κύρος της μια τέτοια δύσκολη γνώση; Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης θα παρουσιαστούν ως θεματοφύλακες μιας αλήθειας η οποία τους ξεπερνά. Ο φιλόσοφος είχε την τύχη ή το χάρισμα να του αποκαλυφθεί κάποια στιγμή η αλήθεια, και τώρα ανέλαβε την αποστολή να τη μεταδώσει και στους άλλους. «Μην ακούσετε εμένα αλλά τον Λόγο», είναι η συμβουλή του Ηράκλειτου. Και ο Παρμενίδης αφηγείται τη φιλοσοφική του μύηση από μια θεά που του αποκάλυψε ότι η μόνη αληθινή γνώση είναι η γνώση του Όντος.

«Λόγος» και «Ον»: η φιλοσοφία κατακτά βήμα με βήμα το βασικό της λεξιλόγιο. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ηράκλειτος ο Εφέσιος

Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε γύρω στο 540 π.Χ. στην Έφεσο, στη δεύτερη σημαντική πόλη της Ιωνίας μετά τη Μίλητο. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του, εκτός από το ότι δεν απομακρύνθηκε από την πατρίδα του και ότι καταγόταν από παλιά αριστοκρατική οικογένεια. Αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στα κοινά της Εφέσου, λένε μάλιστα ότι παραχώρησε στον αδελφό του τα κληρονομικά δικαιώματα που κατείχε από τη βασιλική του καταγωγή. Γενικά οι σχέσεις του με τους συμπολίτες του ήταν κάκιστες, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι συνεχώς τους επικρίνει και τους ειρωνεύεται. Τον συνοδεύει η φήμη του μισάνθρωπου και του υπερόπτη, πράγμα φυσικό για έναν άνθρωπο που επιδίωξε την απόσταση από το πλήθος.

Τα πολλά ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν στην αρχαιότητα για τον Ηράκλειτο δεν έχουν πραγματική βάση. Τα περισσότερα προέρχονται από μεταπλάσεις των δικών του αποφθεγμάτων. Έλεγαν ότι ήταν χορτοφάγος, επειδή είχε πει ότι οι θυσίες των ζώων αποτελούν μίανση από αίμα· ότι πέθανε από υδρωπικία, επειδή είχε υποστηρίξει ότι «για τις ψυχές, είναι θάνατος το να γίνουν νερό» (απόσπ. 36)· ότι προσπάθησε να γιατρευτεί μπαίνοντας σε ένα λάκκο με κοπριά, επειδή είχε ειρωνευτεί τα καθιερωμένα ταφικά έθιμα τολμώντας να πει ότι «οι νεκροί είναι για πέταμα περισσότερο κι από τις κοπριές» (απόσπ. 79)· ότι αποσύρθηκε στον ναό της Αρτέμιδος και έπαιζε ζάρια με τα παιδιά της Εφέσου, από το απόφθεγμά του ότι «ο χρόνος είναι παιδί που παίζει ζάρια» (απόσπ. 90).

Από το έργο του Ηράκλειτου σώθηκαν περίπου 130 αποσπάσματα. Είναι όλα σύντομα, αποφθεγματικά και αινιγματικά. Στην ουσία αποτελούν χρησμούς: είναι πεζά κείμενα δύο ή τριών γραμμών, με εσωτερικό ρυθμό για να απομνημονεύονται εύκολα, και με νόημα αμφιλεγόμενο. Ότι ο Ηράκλειτος εμπνέεται από το πρότυπο των δελφικών χρησμών είναι ολοφάνερο. Εφαρμόζει και ο ίδιος αυτό που αποδίδει στον Απόλλωνα του δελφικού μαντείου: οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει (απόσπ. 93). Ο φιλόσοφος δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Αποφεύγει τις δογματικές κρίσεις, δεν συσκοτίζει την αλήθεια, αλλά επιλέγει να δώσει απλώς κάποια σημάδια της. Αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος για να προσεγγίσει κανείς τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, αφού «η φύση επιθυμεί να κρύβεται» (απόσπ. 123) και «η αφανής αρμονία είναι ισχυρότερη από την εμφανή» (απόσπ. 54).

Τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου δεν φαίνονται να προέρχονται από ένα ενιαίο σύγγραμμα. Παρά τον αινιγματικό τους χαρακτήρα, τα πιο πολλά είναι ολοκληρωμένα. Θυμίζουν σύντομες παροιμίες ή γνωμικά, που έχουν καταρχάς διατυπωθεί προφορικά. Αν λοιπόν έγραψε ποτέ βιβλίο ο Ηράκλειτος, θα πρέπει να ήταν η συλλογή των αποφθεγμάτων του. Μαθητές δεν επιδίωξε να αποκτήσει, δεν ίδρυσε σχολή ούτε μερίμνησε ιδιαίτερα για τη σωστή πρόσληψη της σκέψης του. Αντί της συστηματικής διδασκαλίας προτίμησε την απομόνωση του εμπνευσμένου σοφού, του φιλοσόφου που κατέχει την αλήθεια αλλά επιλέγει να τη μεταδώσει αποσπασματικά μέσα από προσεκτικά διατυπωμένους γρίφους. Ο χαρακτηρισμός «σκοτεινός» φιλόσοφος, που οι αρχαίοι τού απέδιδαν, είναι απολύτως δικαιολογημένος.

Παρμενίδης ο Ελεάτης

Ο Παρμενίδης ήταν λίγο νεότερος από τον Ηράκλειτο. Γεννήθηκε στην Ελέα της νότιας Ιταλίας γύρω στο 520 π.Χ. και η φιλοσοφική του δραστηριότητα καλύπτει το πρώτο μισό του 5ου αιώνα. Ο Πλάτων του αφιερώνει έναν σημαντικό διάλογο, όπου ο Παρμενίδης εμφανίζεται να επισκέπτεται σε προχωρημένη ηλικία την Αθήνα και να δίνει ένα φιλοσοφικό μάθημα στον νεαρό και άσημο ακόμη Σωκράτη. Η συνάντηση αυτή είναι μάλλον προϊόν της φαντασίας του Πλάτωνα, δείχνει όμως την καθοριστική επίδραση της σκέψης του Παρμενίδη στις νεότερες γενεές των φιλοσόφων.

Και ο Παρμενίδης προερχόταν από γνωστή οικογένεια, μία από αυτές που ίδρυσαν την πόλη της Ελέας το 540 π.Χ. Αυτός όμως, αντίθετα από τον Ηράκλειτο, μετείχε ενεργά στα κοινά, αφού λέγεται ότι συνέταξε τους νόμους της πατρίδας του. Θα πρέπει στα νιάτα του στην Ελέα να γνώρισε τον Ξενοφάνη, χωρίς να εντυπωσιαστεί από τον ανατρεπτικό διαφωτισμό του. Μόνο στην απόφασή του να εκφραστεί μέσα από ένα μακροσκελές ποίημα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποια επιρροή του Ξενοφάνη. Είναι σίγουρο ότι ο Παρμενίδης γνώριζε τη φιλοσοφία των Πυθαγορείων, αφού γεννήθηκε και έζησε σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσε το πυθαγόρειο κίνημα. Ωστόσο, ακόμη κι αν μυήθηκε στη φιλοσοφία από κάποιους Πυθαγόρειους, δεν υιοθέτησε τον τρόπο ζωής τους ούτε τις αντιλήψεις τους.

Ο Παρμενίδης ενδιαφέρθηκε για τη διάδοση των φιλοσοφικών του ιδεών και συγκέντρωσε γύρω του μαθητές. Οι μεταγενέστεροι αναφέρονται συχνά στην «ελεατική σχολή», εννοώντας κυρίως τον Παρμενίδη, τον νεότερο συμπολίτη του Ζήνωνα και τον Μέλισσο από τη Σάμο. Η σχέση όμως του Παρμενίδη με τους μαθητές του είναι σχέση διανοητικής συγγένειας, δεν θυμίζει σε τίποτε την ιεραρχική οργάνωση της πυθαγόρειας αδελφότητας.

Η φιλοσοφία του Παρμενίδη εμπεριέχεται σε ένα αποκαλυπτικό ποίημα, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, από το οποίο ευτυχώς διασώθηκαν τα πιο σημαντικά μέρη. Στο ποίημα ένας νέος (ο ίδιος ο Παρμενίδης) διηγείται τη μύησή του στη φιλοσοφία από μια θεά, η οποία αναλαμβάνει να τον κρατήσει μακριά από τις κοινές αντιλήψεις των ανθρώπων, «όπου αληθινή εμπιστοσύνη δεν υπάρχει», και να τον οδηγήσει στην «ατρόμητη καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας». Το ποίημα του Παρμενίδη χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο εκτενές προοίμιο, σε καθαρά επική γλώσσα, περιγράφεται η ανάβαση του νέου προς τις πύλες της Ημέρας και της Νύκτας, όπου θα συναντήσει τη θεά. Το δεύτερο και κύριο μέρος του ποιήματος είναι ο λόγος της θεάς για τη φύση της αλήθειας. Και το τρίτο και πιο αινιγματικό, από το οποίο έχουν σωθεί λίγα αποσπάσματα, θα πρέπει να ήταν μάλλον μια ανάπλαση κοσμολογικών αντιλήψεων που θυμίζουν προγενέστερους φιλοσόφους.

Στα χρόνια του Παρμενίδη ο φιλόσοφος είναι ακόμη ελεύθερος να εκφραστεί μέσα από το είδος του λόγου που ο ίδιος θεωρεί πρόσφορο. Η φιλοσοφική πραγματεία σε πεζό λόγο, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, θα καθιερωθεί μόνο μετά τον Αριστοτέλη. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Παρμενίδης επιλέγει τον ποιητικό λόγο, την ίδια στιγμή που ο Ηράκλειτος εκφράζεται με χρησμούς και οι Πυθαγόρειοι αποφεύγουν τη γραφή, έχει σημασία. Η γλώσσα του έπους δεν είναι απλώς υποβλητική, είναι η γλώσσα της παιδείας και της θρησκείας των Ελλήνων, η γλώσσα μέσα από την οποία οι Έλληνες έχουν εμπεδώσει την κοινή τους καταγωγή και τις κοινές τους αξίες. Ο Παρμενίδης εντάσσει τον εαυτό του στην παράδοση του Όμηρου και του Ησίοδου. Φιλοδοξεί μέσα από την καθιερωμένη οδό να μεταδώσει ένα νέο μήνυμα παιδείας: ο φιλοσοφικός λόγος μπορεί να αντικαταστήσει τον μύθο. Τη θέση της Μούσας του ποιητή παίρνει τώρα η θεά του Παρμενίδη. Ο λόγος της είναι υποβλητικός και δογματικός: είναι η ίδια η αποκάλυψη της μοναδικής Αλήθειας. Είναι όμως ταυτοχρόνως ένας λόγος συνεκτικός και αποδεικτικός, ένας λόγος που μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο αν αφυπνιστεί η λογική ικανότητα και το κριτικό πνεύμα του αποδέκτη. Αυτή είναι άλλωστε και η συμβουλή της στον νεαρό Παρμενίδη: «Να κρίνεις με τον λόγο τον επίμαχο έλεγχο που εγώ πρότεινα» (απόσπ. 7).

Οι αρχαίοι δεν εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα ποιητικά χαρίσματα του Παρμενίδη. Τον θεωρούσαν μεγάλο φιλόσοφο αλλά μέτριο ποιητή. Οι αφηρημένες έννοιες και οι αποδεικτικοί συλλογισμοί της παρμενίδειας φιλοσοφίας ασφυκτιούν μέσα στο περίβλημα της επικής ποίησης. Η φιλοσοφία έπρεπε να βρει τον δικό της τρόπο έκφρασης.

Τὰ πάντα ῥεῖ;

Το νόημα του κόσμου είναι η διαρκής κίνηση ή η απόλυτη ακινησία; Η αλήθεια είναι ότι τα θεωρητικά διλήμματα ασκούσαν πάντοτε ακατανίκητη έλξη στους φιλοσόφους. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης συνυπήρξαν χρονικά. Από όσο γνωρίζουμε δεν ήρθαν ποτέ σε επαφή μεταξύ τους ούτε ενεπλάκησαν σε κάποιο διάλογο ή πολεμική. Οι μεταγενέστεροι ωστόσο προτίμησαν να τους δουν ως συνειδητούς αντιπάλους. Αν υπήρξε κάτι κοινό στις αναζητήσεις τους, αυτό παραμερίστηκε, και έμεινε η θεμελιώδης αντίθεση: προέχει η κίνηση στον κόσμο ή η ακινησία; Θα πρέπει κανείς να ακολουθήσει τον Ηράκλειτο και να αποδεχθεί τη συνεχή μεταλλαγή των φαινομένων; Ή θα πρέπει μαζί με τον Παρμενίδη να αναζητήσει εκείνη την πλευρά της πραγματικότητας που παραμένει αμετάβλητη;

Για τον Παρμενίδη δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τάχθηκε υπέρ της ακινησίας των πραγμάτων, αφού προέβη στην προκλητική δήλωση ότι αυτό που υπάρχει, δηλαδή «το ον», «είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες». Σχετικά με τον Ηράκλειτο όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Ηράκλειτος χρησιμοποίησε ποτέ την πασίγνωστη έκφραση τὰ πάντα ῥεῖ. Την πληροφορία αυτή μας την δίνει ο Πλάτων: «Λέει κάπου ο Ηράκλειτος ότι πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει, και παρομοιάζοντας τα υπάρχοντα πράγματα με τη ροή ενός ποταμού λέει ότι δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές» (Κρατύλος 402a). Για τον Πλάτωνα πρέπει ωστόσο να πούμε ότι δεν είχε και σε μεγάλη εκτίμηση τον Ηράκλειτο. Τον αντιμετώπιζε ως τον φιλόσοφο της διαρκούς ροής και γι᾽ αυτό ακριβώς του καταλόγιζε φιλοσοφική αφέλεια. Ο Πλάτων, από την πλευρά του, δεν είχε άδικο. Αν η φιλοσοφία του Ηράκλειτου περιοριζόταν στην πιστοποίηση της διαρκούς μεταβολής των φαινομένων, τότε θα ήταν όντως αφελής, αφού θα υποστήριζε το αυτονόητο. Θα ήταν μάλιστα και οπισθοδρομική, αφού η φιλοσοφία είχε ξεκινήσει 100 χρόνια νωρίτερα με την προσπάθεια να βρεθεί κάτι σταθερό πίσω από τη φυσική μεταβολή. Είναι λοιπόν μάλλον απίθανο η μεγάλη φήμη του Ηράκλειτου να στηρίζεται σε αυτονόητες και αφελείς διαπιστώσεις.

Καταρχήν ο Ηράκλειτος δεν ανήκει στους φυσιοκράτες φιλοσόφους. Η προσέγγισή του προϋποθέτει την προηγούμενη ιωνική παράδοση, έχει όμως και κάτι το εντελώς καινοτομικό. Πολλά αποσπάσματά του αναλύουν πλευρές της φυσικής πραγματικότητας, το ενδιαφέρον του όμως δεν είναι επικεντρωμένο στην περιγραφή της φύσης αλλά στο νόημά της. Εκείνο που κυρίως τον απασχολεί είναι η ανθρώπινη οπτική: πώς ο άνθρωπος κατανοεί την πραγματικότητα που τον περιβάλλει, πώς κατανοεί τη θέση του μέσα στον κόσμο, πώς κατανοεί τον ίδιο του τον εαυτό.

Η φύση, σε πρώτη προσέγγιση, εμφανίζεται ως πεδίο μάχης. Τα πάντα μεταβάλλονται συνεχώς και οι μορφές των πραγμάτων εναλλάσσονται. Η φωτιά, ο πόλεμος και η έρις είναι οι προσφιλείς ηρακλείτειες έννοιες που εκφράζουν την κοσμική αστάθεια και μεταλλαγή.

Αυτό τον κόσμο, που είναι ένας στην ολότητά του, δεν τον έπλασε κανένας θεός ή άνθρωπος· υπήρχε πάντοτε, υπάρχει και θα υπάρχει: μια αιώνια ζωντανή φωτιά που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

Ηράκλειτος, απόσπ. 30

Ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και βασιλιάς των πάντων· άλλους τους έκανε θεούς και άλλους ανθρώπους, άλλους δούλους και άλλους ελεύθερους.

Ηράκλειτος, απόσπ. 53

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός, και η δικαιοσύνη είναι έρις· και ότι όλα τα πράγματα γίνονται με έριδα και αναγκαιότητα.

Ηράκλειτος, απόσπ. 80

Η εικόνα όμως της αστάθειας υπονομεύεται αμέσως. Το φυσικό σύμπαν ονομάζεται «κόσμος» - λέξη που προέρχεται από το ρήμα κοσμῶ και σηματοδοτεί την τάξη. Ο κόσμος ταυτίζεται με τη φωτιά, γιατί η φωτιά είναι ακριβώς το πιο ευμετάβλητο φυσικό στοιχείο. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Ηράκλειτος επιλέγει τη φωτιά, όπως ο Θαλής επέλεξε το νερό και ο Αναξιμένης τον αέρα. Τότε όμως η φωτιά θα ήταν το πρωταρχικό κοσμογονικό στοιχείο από το οποίο θα είχε δημιουργηθεί ο κόσμος, πράγμα που δεν ισχύει. Ο κόσμος του Ηράκλειτου υπήρχε πάντοτε, είναι αγέννητος και άφθαρτος - μια ιδέα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική σκέψη. Η φωτιά επομένως δεν είναι το συστατικό του κόσμου, αλλά το νόημά του. Μέσα από την εικόνα της φωτιάς, όπως και από τις ανθρωποκεντρικές μεταφορές του πολέμου και της έριδας, φαίνεται η αντιθετική δομή της πραγματικότητας. Οι αντιθέσεις χαρακτηρίζουν τον κόσμο, δεν αναιρούν όμως την ενότητά του: η κοσμική φωτιά «ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο», η διαμάχη συμβαδίζει με την αναγκαιότητα.

Για να αντιληφθεί κάποιος την αληθινή δομή της πραγματικότητας θα πρέπει πρώτα να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις και τις βεβαιότητές του. Ο φιλόσοφος θα τον βοηθήσει κλονίζοντάς τον, οδηγώντας τον σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και απορίας. Ο Ηράκλειτος επιδίδεται σε μια συστηματική απόρριψη των απλοϊκών αντιλήψεων. Όπου οι άνθρωποι βλέπουν αντίθεση, υπάρχει ενότητα. Όπου ενότητα, υπάρχει αντίθεση. Όπου τομή, συνέχεια. Όπου βλέπουν το καλό, υπάρχει σχετικότητα. Ο Ηράκλειτος μεταφέρει σκηνές από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Τις φωτίζει όμως με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκαλυφθεί και μια δεύτερη, αναπάντεχη πλευρά τους. Το θαλασσινό νερό είναι σωτήριο για τα ψάρια και ολέθριο για τον άνθρωπο που θα το πιει. Οι γάιδαροι προτιμούν τα σκουπίδια από το χρυσάφι. Οι γιατροί μάς ωφελούν προκαλώντας μας πόνο. Η αρχή και το τέλος σε έναν κύκλο ταυτίζονται, όπως και ο κατήφορος με τον ανήφορο. Η χόρταση προϋποθέτει την πείνα, η ανάπαυση την κούραση, η υγεία την αρρώστια, η μέρα τη νύχτα, ο πόλεμος την ειρήνη (απόσπ. 61, 13, 58, 103, 60, 111, 67).

Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι έχουν την τάση να ερμηνεύουν μονοσήμαντα τις καταστάσεις. Πάντα όμως υπάρχει και μια δεύτερη δυνατή ερμηνεία. Επομένως, η πραγματική σοφία συνίσταται στην υπέρβαση των πλασματικών διλημμάτων και στη σύλληψη της ενότητας των αντιθέτων. Το καθετί είναι το ίδιο και το αντίθετο ταυτόχρονα, είναι πολλά και είναι ένα.

Από τα πάντα προέρχεται το ένα, και από το ένα τα πάντα.

Ηράκλειτος, απόσπ. 10

Ένα είναι το σοφό: να γνωρίζεις τη σκέψη που τα κυβερνά όλα μέσα από όλα.

Ηράκλειτος, απόσπ. 41

Αφού ακούσετε όχι εμένα αλλά τον Λόγο είναι σοφό να ομολογήσετε ότι τα πάντα είναι ένα.

Ηράκλειτος, απόσπ. 50

Ο φιλόσοφος είναι γνώστης και φορέας της αλήθειας. Η αλήθεια αποκαλύπτεται στους ανθρώπους μέσα από τον λόγο (τα λεγόμενα) του φιλοσόφου, δεν εξαντλείται όμως σε αυτόν. Ο φιλόσοφος κρίνει πλευρές της πραγματικότητας, και, όπως η Πυθία, δίνει σημάδια της αλήθειας. Οι άνθρωποι σπανίως τον ακούν και, όταν ακόμη τον ακούσουν, αδυνατούν να κατανοήσουν τη σημασία των λεγομένων του. Συνεχίζουν να μένουν εγκλωβισμένοι στον προσωπικό τους μικρόκοσμο, και δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει κάτι κοινό και αληθινό, που τους ξεπερνά: «Πρέπει να ακολουθούμε το κοινό· ενώ όμως ο Λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν ο καθένας τη δική του αντίληψη» (απόσπ. 2).

Η λέξη «λόγος» πρέπει καταρχάς να σήμαινε τη λεκτική εκφορά, τα λόγια. Ο Ηράκλειτος είναι ο πρώτος που εντάσσει τον Λόγο στη γλώσσα της φιλοσοφίας, δίνοντάς του μάλιστα κεντρική σημασία. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τη λέξη δείχνει ότι θέλει να της προσδώσει μια νέα έννοια, προφυλάσσοντας τους αναγνώστες του από παρανοήσεις: μην ακούτε εμένα αλλά τον Λόγο· ο Λόγος αυτός δεν είναι δικός μου ούτε δικός σας, είναι κοινός. Ο Λόγος λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει αντικειμενικά, βρίσκεται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων, στην ίδια τη δομή του Κόσμου. Δίνει το μέτρο, τη διάταξη και την αρμονία των πραγμάτων. Ο κόσμος του Ηράκλειτου, παρά την επιφανειακή του αστάθεια, διέπεται από ενότητα, από κρυφή αρμονία, από Λόγο. Μπορεί κανείς να αντιληφθεί την επιλογή του Ηράκλειτου, αν σκεφτεί ότι λίγο αργότερα η πολυσήμαντη λέξη «λόγος» στα συμφραζόμενα της φιλοσοφίας σηματοδοτεί άλλοτε την αναλογία και το μέτρο, άλλοτε τον συλλογισμό και άλλοτε την ορθή σκέψη.

Είμαστε βέβαιοι για κάτι;

Για τον Ηράκλειτο η φιλοσοφία συνίσταται στο βαθύτερο βλέμμα. Ένας κόσμος υπάρχει, και αυτός είναι ίδιος για όλους - η πραγματικότητα του φιλοσόφου δεν διαφέρει από την πραγματικότητα των άλλων ανθρώπων. Η διαρκής αλλαγή, ο πόλεμος και η έρις, όντως υπάρχουν. Ελάχιστοι όμως αντιλαμβάνονται ότι η διαρκής αλλαγή διέπεται από μέτρο, ότι υπάρχει ενότητα πίσω από τις αντιθέσεις, ότι υπάρχει ο κοινός Λόγος. Οι αισθήσεις μας δεν μας γελούν, μας οδηγούν όμως μέχρι την επιφάνεια των πραγμάτων. Το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουμε να διεισδύσουμε βαθύτερα, να αντιληφθούμε το κρυφό νόημα των πραγμάτων.

Ο Παρμενίδης θα προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Θεωρεί ότι οι αισθήσεις μας είναι κακοί μάρτυρες. Μας μεταδίδουν μια πραγματικότητα ασταθή και αβέβαια - ασύνδετες εικόνες, που μας δημιουργούν αμηχανία και διχογνωμία. Τίποτε από όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις δεν είναι αληθινό. Η αλήθεια μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της καθαρής σκέψης. Επομένως, η πραγματικότητα που μας αποκαλύπτει ο φιλόσοφος, η πραγματικότητα της σκέψης, είναι ριζικά διαφορετική από την πραγματικότητα των πολλών ανθρώπων, από την πραγματικότητα της αίσθησης.

Η πρώτη συμβουλή της Θεάς στον νέο Παρμενίδη είναι να αποφύγει τη συνηθισμένη οδό, την οδό των αισθήσεων που ακολουθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Η οδός αυτή μόνο σύγχυση και ασάφεια προσφέρει:

Αλλά εσύ κράτα μακριά τη σκέψη απ᾽ αυτή την οδό αναζήτησης ούτε ν᾽ αφήσεις τη δοκιμασμένη συνήθεια να σε σύρει σ᾽ αυτή την οδό, να τριγυρνάς με άσκοπο μάτι και θορυβώδη ακοή και γλώσσα.

Παρμενίδης, απόσπ. 7

Αν κλείσω όμως τα μάτια μου στα φαινόμενα, τι άλλο μου μένει; Μένει η ίδια η διαδικασία της σκέψης και η λεκτική της έκφραση, η γλώσσα - η δυνατότητα να διατυπώνει κανείς κρίσεις και να συγκροτεί συλλογισμούς. Για να μπορεί όμως κανείς να σκέφτεται και να μιλά, πρέπει να αναφέρεται κάπου, να υπάρχει αντικείμενο της σκέψης. Στη γενική του εκδοχή το αντικείμενο αυτό είναι η ίδια η ύπαρξη, το Ον (αυτό που υπάρχει), το είναι. Μιλώ και σκέφτομαι σημαίνει μιλώ και σκέφτομαι για κάτι. Άρα αυτό το κάτι υπάρχει, είναι ον. Αν δεν υπήρχε το ον, δεν θα υπήρχε και η δυνατότητα της σκέψης. «Γιατί χωρίς το ον, σ᾽ αυτό όπου εκφράζεται η σκέψη, δεν θα βρεις τη σκέψη» (Παρμενίδης, απόσπ. 8.35-36).

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Υποθέστε ότι σκεφτόμαστε ένα σπίτι και μιλάμε γι᾽ αυτό. Για ποιο πράγμα είμαστε απολύτως βέβαιοι, όταν κάνουμε λόγο για το σπίτι; Για το χρώμα, το μέγεθος, τη στερεότητα ή την ομορφιά του σπιτιού δεν μπορούμε να μιλήσουμε με απόλυτη βεβαιότητα. Οι κρίσεις μας είναι υποκειμενικές, στηρίζονται σε εντυπώσεις που μπορεί να είναι λανθασμένες, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συναντήσουν τη συμφωνία των συνομιλητών μας. Είμαστε όμως απολύτως βέβαιοι για κάτι: ότι το σπίτι υπάρχει. Αυτό μπορούμε να το υποστηρίξουμε με βεβαιότητα. Αν το σπίτι δεν υπήρχε, αν δεν υπήρχε ποτέ κανένα σπίτι, είναι σαφές ότι δεν θα μπορούσαμε ούτε να το σκεφτούμε ούτε να μιλήσουμε γι᾽ αυτό. Για το ανύπαρκτο, για το τίποτε, για το «μη ον» δεν μπορεί κανείς να πει ή να σκεφτεί οτιδήποτε. Στη γλώσσα του Παρμενίδη:

Αυτή, σε βεβαιώνω, είναι ατραπός ανεξιχνίαστη· γιατί ούτε θα μπορούσες να μάθεις το μη ον (πράγμα άπιαστο) ούτε να το εκφράσεις.

Παρμενίδης, απόσπ. 2

Έχουμε επομένως βεβαιότητα για την ύπαρξη του σπιτιού. Επιπλέον όμως είμαστε σίγουροι και για κάτι ακόμη: ότι το σπίτι για το οποίο μιλάμε δεν είναι άνθρωπος, αστέρι ή αριθμός. Σκεφτόμαστε και μιλάμε για κάτι που είναι σπίτι. Προϋπόθεση λοιπόν της σκέψης είναι η ύπαρξη του αντικειμένου της αλλά και η ταυτότητά του, το είναι του. Σκέφτομαι ένα σπίτι σημαίνει σκέφτομαι κάτι υπαρκτό το οποίο είναι σπίτι.

Η αποκάλυψη της θεάς στον νέο Παρμενίδη είναι ακριβώς αυτή. Αν απορριφθεί η συγκεχυμένη οδός των αισθήσεων και η αδιανόητη οδός της ανυπαρξίας, μένει μόνο μία οδός: η οδός του Όντος - η μοναδική αληθινή οδός. Η ύπαρξη και η ταυτότητα είναι οι δύο σημασίες του αρχαίου ελληνικού ρήματος «είναι» (ἐστί). Την ελάχιστη πρόταση «(κάτι) είναι» μπορώ να τη διατυπώσω με απόλυτη βεβαιότητα. Εννοώ ότι (κάτι) υπάρχει και ότι είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, ένα ον.

Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότι είναι.

Παρμενίδης, απόσπ. 8

Αυτός είναι ο δρόμος της πειθούς· γιατί την αλήθεια ακολουθεί.

Παρμενίδης, απόσπ. 2

Η βεβαιότητα για την ύπαρξη του Όντος προσφέρει μια βάση για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε φιλοσοφικά.

Τι καταλογίζει ο Παρμενίδης στον Ηράκλειτο;

Είδαμε ότι ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία, ακολούθησαν όμως διαφορετικές διαδρομές. Η πραγματικότητα για τον Ηράκλειτο είναι ενιαία, ενώ για τον Παρμενίδη δεν είναι. Ο Ηράκλειτος αποδέχεται τη διαρκή ροή των φαινομένων, ενώ ο Παρμενίδης την απορρίπτει. Ο Ηράκλειτος αποκαλύπτει την κρυφή αρμονία του κόσμου, την ενότητα των αντιθέτων, ενώ ο Παρμενίδης αρνείται κάθε αντίθεση και αποδέχεται μόνο τη σταθερότητα του Όντος.

Οι διαφορές αυτές είναι πραγματικές, είναι όμως αμφίβολο αν αρκούν για να τους τοποθετήσουν σε αντίθετα φιλοσοφικά στρατόπεδα.

Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι ο Παρμενίδης είχε μελετήσει το έργο του Ηράκλειτου - πράγμα διόλου απίθανο, αφού κατά πάσαν πιθανότητα ήταν λίγο νεότερος. Ποια θα ήταν η αντίδρασή του; Πού θα εντόπιζε την κριτική του;

Σίγουρα θα επιδοκίμαζε τη σαρκαστική στάση του Ηράκλειτου απέναντι στο πλήθος. Θα συμμεριζόταν τις επικρίσεις του για τις προκαταλήψεις και τις αφελείς αντιλήψεις των ανθρώπων. Θα αναγνώριζε τη διεισδυτικότητα της ματιάς του, που του είχε δώσει τη δυνατότητα να προχωρήσει πολύ βαθύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην ουσία των πραγμάτων. Θα θεωρούσε σημαντική τη στροφή του ενδιαφέροντος του φιλοσόφου προς τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο.

Από την άλλη μεριά, θα θεωρούσε χαμένο χρόνο την επίμονη προσπάθεια του Ηράκλειτου να βρει το κρυμμένο νόημα των αντιφατικών φαινομένων της καθημερινής ζωής. Τα δεδομένα που αντλούμε από τις αισθήσεις και τα βιώματά μας δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια. Ο Ηράκλειτος πίστεψε ότι θα βρει διέξοδο μέσα στον κυκεώνα των ανθρώπινων αντιλήψεων, αλλά τελικά εγκλωβίστηκε μέσα του. Τυφλώθηκε κι αυτός, όπως και το υπόλοιπο πλήθος,

αυτοί που πίστεψαν ότι το είναι και το δεν είναι είναι το ίδιο και όχι το ίδιο, και ότι σε όλα αντίθετος υπάρχει δρόμος.

Παρμενίδης, απόσπ. 6

Οι δύο αυτοί στίχοι του Παρμενίδη μάλλον αποτελούν καλυμμένη κριτική στον Ηράκλειτο. Κατά τον Παρμενίδη, είναι απαράδεκτο (είναι θεμελιώδες φιλοσοφικό λάθος) να ισχυρίζεται κανείς ότι κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει ταυτοχρόνως, ότι κάτι είναι και την ίδια στιγμή δεν είναι, ότι τα αντίθετα ταυτίζονται. Είναι γεγονός ότι στην καθημερινή μας ζωή βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με συγκεχυμένες καταστάσεις και αντιφατικά δεδομένα. Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι αποδέχονται αυτή τη σύγχυση και την αντιφατικότητα. Το ίδιο λάθος κάνει και ο Ηράκλειτος, όταν διακηρύσσει με έμφαση: «Σύνολα όλα και όχι όλα· συναρθρώνεται και διαχωρίζεται, συντονίζεται και αποσυντονίζεται· από τα πάντα προέρχεται το ένα, και από το ένα τα πάντα» (απόσπ. 10). Οι καταστάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν - τα πάντα δεν μπορεί να είναι ένα, ο άνθρωπος δεν είναι σπίτι. Στο εσωτερικό της φιλοσοφίας, στην οδό του Όντος και της Αλήθειας, δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε αντίφαση. Η ορθή λειτουργία της σκέψης ξεκινά από την αρχή ότι το Α κατ᾽ ανάγκην είναι Α - το Α δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και Α και Β.

Η αρχή αυτή θα ονομαστεί αργότερα στη Λογική «αρχή της ταυτότητας» ή «αρχή της μη αντίφασης». Ο Παρμενίδης είναι ο πρώτος που συνέλαβε αυτή την αρχή, και την ανέδειξε σε κριτήριο της έλλογης σκέψης. Είναι η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν τα μαθηματικά και οι επιστήμες. Σκεφτείτε τι είδους μαθηματικά θα έκανε κάποιος που θα δεχόταν ότι 2 + 2 κάνουν 4 αλλά και 5, και τι είδους αστρονομία κάποιος που θα έλεγε ότι η Γη κινείται και ταυτοχρόνως είναι ακίνητη. Γιατί λοιπόν να ανεχόμαστε να παραβιάζεται η αρχή της ταυτότητας στη φιλοσοφία; Ο Παρμενίδης θα έλεγε ότι, εφόσον η σκέψη του Ηράκλειτου είναι συνυφασμένη με την αντιφατικότητα, βρίσκεται πολύ μακριά από την οδό της Αλήθειας.

Η γλώσσα της φιλοσοφίας

Αρκεί όμως η αρχή της ταυτότητας για να κάνει κανείς φιλοσοφία; Πόσο μακριά μπορεί να πάει κανείς μόνο με αυτή την αρχή; Ας παρακολουθήσουμε τον βασικό συλλογισμό του Παρμενίδη.

Ένας πια μόνο λόγος για οδό απομένει: ότι είναι. Και υπάρχουν σημάδια σ᾽ αυτή την οδό πάμπολλα, ότι το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες. Ούτε ποτέ ήταν ούτε θα είναι, γιατί είναι τώρα όλο μαζί, ένα, συνεχές. Γιατί ποια γέννησή του θα αναζητούσες; Από τα πού και προς πού να αυξήθηκε; Ούτε θα σ᾽ αφήσω από το μη ον να πεις ή να σκεφτείς· γιατί δεν είναι δυνατό να πεις ή να σκεφτείς ότι δεν είναι. Ποια ανάγκη θα το έκανε αργότερα ή νωρίτερα να αυξηθεί, ενώ θα είχε αρχίσει από το τίποτε; Επομένως, πρέπει είτε να είναι εντελώς είτε να μην είναι καθόλου.

Παρμενίδης, απόσπ. 8.1-11

Ο Παρμενίδης έχει ήδη δείξει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι για κάτι που δεν υπάρχει, για το μη ον, δεν μπορεί κανείς να πει τίποτε. Και δεύτερον, ότι για κάτι υπαρκτό, για το ον, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μόνο ότι είναι.

Από την πιστοποίηση του όντος ο Παρμενίδης εξάγει τις βασικές του ιδιότητες: το ον είναι αγέννητο και ανώλεθρο, μοναδικό, ακίνητο, πλήρες, συνεχές. Στο χωρίο που παραθέσαμε αποδεικνύεται γιατί το ον δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Με παρόμοιο συλλογισμό ο Παρμενίδης θα αποδείξει ότι το ον δεν έχει θάνατο (είναι ανώλεθρο), δεν έχει κίνηση και μεταβολή (είναι αμετάβλητο), δεν έχει μέρη (είναι πλήρες και συνεχές), δεν αποτελεί μέρος μιας δυάδας (είναι μοναδικό). Πώς γίνονται αυτές οι αποδείξεις;

Όταν λέμε για κάποιο πράγμα ότι έχει γεννηθεί, εννοούμε ότι αυτό το πράγμα προηγουμένως δεν υπήρχε. Γέννηση είναι η μετάβαση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτές οι δύο καταστάσεις είναι όμως μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Κατά τον Παρμενίδη, κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Δεν μπορεί ταυτοχρόνως να υπάρχει και να μην υπάρχει. Για την ανυπαρξία έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να πω τίποτε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για την ύπαρξη. Άρα, αν κάτι υπάρχει, δεν μπορεί να έχει γεννηθεί. Το ον είναι αγέννητο.

Η βασική σκέψη του Παρμενίδη είναι ότι, αν δεχτούμε την οποιαδήποτε μεταβολή (είτε αυτή είναι γέννηση είτε φθορά είτε κίνηση είτε διαίρεση), πέφτουμε κατ᾽ ανάγκην σε αντίφαση. Αναγκαζόμαστε να ισχυριστούμε ότι την ίδια χρονική στιγμή κάτι υπάρχει και δεν υπάρχει, κάτι είναι Α και όχι Α. Σκεφτείτε μια μεταβολή στο χρώμα ενός αντικειμένου. Όταν λέμε ότι κάτι από άσπρο έγινε μαύρο, δεχόμαστε ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή το ίδιο πράγμα ήταν και άσπρο και μαύρο. Αυτό όμως είναι αντιφατικό. Ή σκεφτείτε την κίνηση ενός αντικειμένου σε μια ευθεία γραμμή. Για να πούμε ότι το αντικείμενο αυτό κινείται, πρέπει να ισχυριστούμε ότι βρίσκεται ταυτοχρόνως στο σημείο Α της γραμμής και στο αμέσως επόμενο σημείο Β. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Τα παράδοξα που προκύπτουν από την εφαρμογή της αρχής της ταυτότητας στην κίνηση θα τα αναπτύξει με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ο Ζήνων, ο μαθητής του Παρμενίδη, και θα αποτελέσουν περίφημους φιλοσοφικούς γρίφους σε όλη την αρχαιότητα.

Ο κόσμος του Παρμενίδη είναι ένα σύνολο αιώνιων, ακίνητων και αδιαίρετων οντοτήτων. Καθώς μάλιστα ο Παρμενίδης μιλά για το «ον» αδιακρίτως, και το ίδιο το σύμπαν θα πρέπει να θεωρηθεί μια κλειστή, αιώνια και αμετάβλητη ολότητα. Αμετάβλητες οντότητες μέσα σε ένα αμετάβλητο σύμπαν. Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να αποδεχτούμε έναν τόσο παράδοξο κόσμο; Έναν κόσμο ξένο προς τον δικό μας, έναν κόσμο από όπου «η γέννηση έχει σβηστεί, ενώ για τη φθορά κανείς ποτέ δεν άκουσε»; Θαυμάζει κανείς τη συλλογιστική δεινότητα του Παρμενίδη, αντιλαμβάνεται (ή υποψιάζεται) ότι κάτι πολύ σημαντικό έχει πει, διστάζει ωστόσο να τον ακολουθήσει στα συμπεράσματά του.

Αυτή ήταν και η στάση των μεταγενέστερων φιλοσόφων. Από τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όλοι θα προσπαθήσουν να απαντήσουν στην πρόκληση του Παρμενίδη. Η φιλοσοφία μετά τον Παρμενίδη διαθέτει επιτέλους τη δική της γλώσσα: χρησιμοποιεί έννοιες και συλλογισμούς, απεχθάνεται τις λογικές αντιφάσεις, τείνει προς τον αποδεικτικό λόγο. Δεν θέλει όμως και να αποστρέψει το βλέμμα της από την έκδηλη πραγματικότητα της μεταβολής.

Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε σίγουρα δεν είναι ο αμετάβλητος κόσμος του Παρμενίδη. Η σκέψη μας όμως έχει παρμενίδεια χαρακτηριστικά. Όταν μιλώ για την έννοια της ισότητας ή για το γεωμετρικό τρίγωνο δεν μπορώ παρά να ακολουθήσω τον Παρμενίδη: το γεωμετρικό τρίγωνο δεν έχει γεννηθεί ποτέ, δεν μεταβάλλεται και δεν θα πεθάνει. Το φυσικό όμως περιβάλλον, οι ψυχικές μου διεργασίες και τα ηθικά μου προβλήματα ούτε αγέννητα είναι ούτε αμετάβλητα.

Ένας συμβιβασμός ήταν τελικά αναγκαίος.

Οι Ελληνικές ρίζες και αναφορές της Δυτικής Επιστημονικής Επανάστασης του 16ου – 17 αιώνα

Το μέλλον του παρελθόντος μας
Όπως πλέον διαφαίνεται, το μηχανιστικό και υλιστικό κοσμοείδωλο, που θεμελιώθηκε κατά τον 17ο αιώνα, έχει σχεδόν κλείσει τον ιστορικό του κύκλο αφήνοντας πίσω του τα συντρίμμια ενός καταρρέοντος δυτικού πολιτισμού σε κοινωνικό, οικονομικό και θεολογικό επίπεδο.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου δυτικού πολιτισμικού ρεύματος είναι επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε, το πρόβλημα όμως είναι η αναζήτηση των αξιακών και ηθικών βάσεων της ανάπτυξης του νέου αυτού ανθρωπιστικού πολιτισμικού ρεύματος.

Τόσο η Λέσχη της Ρώμη όσο και η Ομάδα φουτουριστών στο Stanford Research Institute μελετώντας τα πολύ επικίνδυνα μελλοντικά προβλήματα της ανθρωπότητας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η τρέχουσα κοσμοθεωρία και οι τεχνολογίες που αυτή υποστηρίζει, έχουν μεν δημιουργήσει τεράστια οφέλη σε ένα επίπεδο, αλλά συγχρόνως είναι απαρχαιωμένες και υπεύθυνες για τη δημιουργία του παγκόσμιου μεγάλου προβλήματος.

Οι συγγραφείς αυτών των μελετών διατύπωσαν μια πρότασή εξόδου από την κρίση που δεν είχε να κάνει με την οικονομία, την τεχνολογία ή την πολιτική. Περισσότερο εξαρτιόταν από την επανάκτηση αυτού που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε ως προαιώνια φιλοσοφία: Μια κατανόηση της σχέσης μεταξύ του εαυτού μας και του κόσμου που βρίσκεται στη ρίζα κάθε μεγάλου κοινωνικού, θρησκευτικού ή φιλοσοφικού κινήματος.

Όπως επισημαίνουν οι ιστορικοί Hugh Kearney, Βuckminster Fullet, John Strohmeier και Peter Westbrook, οι βάσεις μιας νέας πολιτισμικής συγκρότησης απορρέει μόνο μέσα από ένα σύστημα σκέψης, το οποίο πήγασε από την αρχαία ελληνική διανόηση.

Οι απαρχές της Γνώσης

Η ιστορία της επιστήμης στην αρχαία Ελλάδα ξεκινά με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Η φιλοσοφία αγκάλιαζε και δικαιολογούσε την επιστημονική έρευνα. Η φυσική φιλοσοφία των προσωκρατικών έγινε η απαρχή μιας επαναστατικής αλλαγής στον τρόπο σκέψης που ακολούθησε τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές της εποχής της.

Οι τρεις Μιλήσιοι φιλόσοφοι, Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης αρνήθηκαν κάθε μυθολογική εξήγηση της δημιουργίας του κόσμου διαχωρίζοντας τον μύθο από τον λόγο. Ταυτόχρονα, αναζήτησαν μια πρωταρχική ουσία, που να παραμένει αναλλοίωτη μετά από κάθε είδους μεταβολή των πραγμάτων και να μην υφίσταται ποτέ καμιά μεταβολή. Αυτή η ουσία έπρεπε να είναι αγέννητη, άφθαρτη και αιώνια. Τη σταθερή, πρωταρχική και αναλλοίωτη αυτή ουσία την ονόμασαν Πρώτη Αρχή και την εντόπισαν σε πρωταρχικά στοιχεία υλικής φύσεως. Θαλής την αναζήτησε στο «ύδωρ», ο Αναξίμανδρος στο «άπειρο» και ο Αναξιμένης στον «αέρα» προσδίδοντάς του όμως τις ιδιότητες της απροσδιοριστίας και της αιωνιότητας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με τους Μιλήσιους σοφούς, στη Μεγάλη Ελλάδα, ο Πυθαγόρας από τη Σάμο καθόρισε τους αριθμούς ως το βασικό συστατικό του κόσμου και τη «μονάδα» ως την πρώτη αρχή. Τα μαθηματικά αποκτούν θεογνωστικό ρόλο και αναπτύσσονται σε μεγάλο βαθμό.

Για τον Ηράκλειτο τον Εφέσιο, η φύση είναι υπαρκτή, αιώνια, αδημιούργητη και σε διαρκή μεταβολή, όπως η φωτιά, την οποία και θεωρεί ως το πρωταρχικό στοιχείο.

Για τον Παρμενίδη πάλι, η φύση δεν υπάρχει. Το σύμπαν είναι αναλλοίωτο και παραμένει σε απόλυτη ηρεμία. Η αλλαγή, η κίνηση, η ποικιλομορφία, όλα ήταν γι’ αυτόν μια εξαπάτηση των αισθήσεων. Το βασικό, σταθερό, αμετάβλητο στοιχείο του το ονόμασε «Ον» και κάλεσε τους ανθρώπους να μην πιστεύουν σε όσα οι αισθήσεις τους τούς λένε, αλλά μόνο σε όσα ο νους τούς υπαγορεύει.

Ο Εμπεδοκλής συμφώνησε κι αυτός στην πλάνη των αισθήσεων. Δίδασκε όμως την κριτική αξιοποίηση των όσων οι αισθήσεις μάς δείχνουν. Θεώρησε πως το σύμπαν συντίθεται και αποσυντίθεται από τέσσερα καθαυτά αμετάβλητα στοιχεία, τα «ριζώματα των πάντων», που ήταν το νερό, η γη, ο αέρας και η φωτιά. Αυτά, όπως ισχυριζόταν, προήλθαν από τη διάσπαση του «ενός», του «σφαίροντος». Από αυτό διαχωρίστηκαν τα «ριζώματα», από τα οποία, με στροβιλοειδείς κινήσεις, τις «δίνες», σχηματίστηκαν τα διάφορα σώματα.

Ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, χωρίζει την έννοια της δυναμικής από την έννοια της ύλης. Ο Αναξαγόρας ανατρέχοντας στον Αναξίμανδρο, που είχε θέσει ως κοσμολογική αρχή του το «Άπειρο», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ύλη απαρτίζεται από μόρια κάθε είδους μορφής, σχήματος, μεγέθους και αριθμού, τα οποία ονόμασε «σπέρματα» ή «ομοιομέρειες». Έτσι, δέχθηκε ότι κάθε σώμα χαρακτηρίζεται από την επικρατούσα, μέσα σ’ αυτό, ομάδα από ομοειδή μόρια. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, αλλά και με μια πάγια προσωκρατική αντίληψη, το ποσόν της ύλης παραμένει για τον Αναξαγόρα σταθερό και ό,τι ονομάζουμε γένεση και φθορά, δεν είναι παρά μια πρόσμιξη των μορίων της ύλης σε διαφορετικούς συνδυασμούς και σε διαφορετικές αναλογίες κάθε φορά. Στη συνέχεια χρειάστηκε να εξηγήσει και τις διεργασίες της γένεσης, κυρίως, όμως, την κινητήρια και γενεσιουργό δύναμη του κόσμου. Η δύναμη αυτή δεν είναι αναμεμειγμένη με κανένα άλλο στοιχείο. Είναι άπειρη, αυθύπαρκτη, κυρίαρχη των πάντων και καθορίζει όλα όσα εξελίσσονται στο Σύμπαν. Τη δύναμη αυτή την ονόμασε «Νου». Ο «Νους» είναι η αρχή, μέσω της οποίας εξασφαλίζεται η τάξη και η αρμονία στον κόσμο. Επομένως, τα συστατικά του κόσμου είναι η ύλη και ο «Νους». Ο Νους έδωσε κίνηση στο μίγμα της ύλης και έκτοτε, μέσω της αναμίξεως και του χωρισμού των σωματιδίων, δημιουργήθηκε ο κόσμος και τα διάφορα όντα.

Σύμφωνα με τους Ατομικούς φιλοσόφους Λεύκιππο και Δημόκριτο τα πάντα στο Σύμπαν είναι φτιαγμένα από σωμάτια μικροσκοπικά, αόρατα, αιώνια, αμετάβλητα και άφθαρτα. Αυτά τα μη διασπώμενα περαιτέρω στοιχεία της ύλης, οι δύο φιλόσοφοι τα ονόμασαν «άτομα». Τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους κατά το σχήμα, κατά τη θέση και τη διάταξή τους, καθώς και από το ότι ούτε δημιουργούνται, ούτε καταστρέφονται. Σε αυτές τις τρεις βασικές διαφορές των ατόμων βασίζεται η ποικιλομορφία των διαφόρων πραγμάτων.

Η δράση όμως των προσωκρατικών φιλοσόφων προχώρησε και σε άλλους τομείς της επιστήμης. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη δημιουργία της ζωής στη Γη, ο Αναξίμανδρος θεώρησε ότι η ζωή δημιουργήθηκε αυτόματα από τη λάσπη και ότι τα πρώτα όντα ήταν ψάρια με ακανθωτό δέρμα. Τα υπόλοιπα ζώα αποτελούν χερσαίους απογόνους των ψαριών.

Την ίδια άποψη για την προέλευση της ζωής διατύπωσε και ο Αναξιμένης με τη διαφορά ότι θεωρούσε καταλυτική την παρουσία τόσο του αέρα όσο και της θερμότητας του Ήλιου.

Στα έργα του Πλάτωνος, η Γεωμετρία και τα Μαθηματικά έχουν μια ξεχωριστή θέση. Αποτελούν εργαλεία για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τους κρυμμένους νόμους της φύσης. Να πλησιάσει δηλαδή το Ον. Η φράση «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω», που δέσποζε στην είσοδο της Ακαδημίας του, εξέφραζε την πλατωνική θεώρηση που ήθελε τη φύση οργανωμένη με μαθηματικούς νόμους και αναλογίες, αποτυπωμένες σε ένα γεωμετρικό μοντέλο του κόσμου, φτιαγμένο κατευθείαν από τον αμετάβλητο και αιώνιο κόσμο των Ιδεών.

Μετά τον Πλάτωνα, ο μαθητής του ο Αριστοτέλης έδωσε μια νέα ώθηση στην επιστημονική μεθοδολογία. Χωρίς να παραγνωρίζει τη μεταφυσική όψη της, κατεύθυνε την έρευνά του σε πιο πρακτικούς στόχους. Μελέτησε τον άνθρωπο και τη φύση συστηματοποιώντας την έρευνα σε τομείς παρόμοιους με αυτούς της σημερινής επιστήμης. Ουσιαστικά η νοοτροπία του σημερινού πολιτισμού βασίζεται στο αριστοτέλειο ορθολογιστικό μοντέλο σκέψης, που επικράτησε στα χρόνια της Αναγέννησης, έναντι του πλατωνικού μεταφυσικού μοντέλου.

Στη συνέχεια περνάμε στα Ελληνιστικά χρόνια, όπου αναπτύσσεται έντονη ερευνητική δραστηριότητα σε επιστήμες, όπως τα Μαθηματικά, η Μηχανική και η Αστρονομία. Με τη βοήθεια των Πτολεμαίων η Αλεξάνδρεια έγινε το τότε κέντρο της επιστημονικής γνώσης. Μορφές όπως ο Ευκλείδης, ο Αρχιμήδης, ο Ερατοσθένης, ο Αρίσταρχος, ο Ίππαρχος, ο Πτολεμαίος, ο Γαληνός κ.ά. έκαναν όχι μόνο το πρώτο επιστημονικό βήμα, αλλά βασικά θεμελίωσαν τη μετέπειτα αναπτυχθείσα δυτική επιστήμη.

Ας δούμε όμως εν συντομία τα επιστημονικά επιτεύγματα της αρχαίας Ελληνικής διανόησης και αρχικά στον τομέα της Αστρονομίας.

Ο Θαλής, παίρνοντας από τους Βαβυλώνιους κάποιους αστρολογικούς πίνακες, κατάφερε το 585 π.Χ. να προβλέψει μια έκλειψη του Ήλιου. Επίσης, μελέτησε τις τροχιές και τις διαμέτρους του Ήλιου και της Σελήνης, ενώ ασχολήθηκε και ονομάτισε αστερισμούς, όπως η Μικρή Άρκτος. Μελέτησε και επινόησε τρόπους για τον υπολογισμό της απόστασης των πλοίων από την ξηρά και πώς να εντοπίζεται ο Βορράς.

Αργότερα, ο Αναξίμανδρος κατασκεύασε έναν χάρτη του ουράνιου θόλου, ενώ έστησε και ειδικά ηλιακά ρολόγια για την καταγραφή των ηλιοστασίων και των ισημεριών. Ο Αναξιμένης κατάλαβε πρώτος πως το φεγγάρι αντανακλά το φως του Ήλιου και έδωσε φυσική εξήγηση για τις εκλείψεις του Ήλιου και της Σελήνης. Υπέθεσε, δηλαδή, πως προκαλούνται από σώματα όμοια με τη Γη, που περιπλανώνται στο σύμπαν.

Οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι, μαθητές και οπαδοί του φιλοσόφου Πυθαγόρα, θεωρούσαν ότι όλα τα ουράνια σώματα ήταν τέλειες σφαίρες που κινούνταν σε τέλειες κυκλικές τροχιές γύρω από ένα πύρινο κέντρο, την Εστία του παντός. Οι σφαίρες αυτές, δηλαδή η Γη, ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πέντε τότε γνωστοί πλανήτες, αλλά και η σφαίρα με τους απλανείς αστέρες, απείχαν από το πύρινο κέντρο σταθερές αποστάσεις, οι οποίες βασίζονταν στις μαθηματικές αναλογίες της μουσικής κλίμακας. Ταυτόχρονα, με την κίνησή τους παρήγαγαν την αρμονία των σφαιρών, δηλαδή την αρμονία του Σύμπαντος.

Ο Αρχύτας ο Ταραντίνος μαζί με τον Ικέτα και τον Έκφαντο παρουσίασαν αργότερα μια αστρονομική εικόνα του κόσμου όπου γίνονται οι πρώτες προσπάθειες να εξηγηθούν τα ουράνια φαινόμενα όχι από την περιστροφή του ουράνιου θόλου, αλλά από την κίνηση της Γης γύρω από τον άξονά της.

Ένα βήμα πιο πέρα προχωρούσε το αστρονομικό σύστημα, του Φιλόλαου του Κροτωνιάτη. Αυτό παραδεχόταν ένα κεντρικό πυρ, που γύρω του γύριζαν δέκα σφαίρες: ο Ήλιος, η Σελήνη, η Γη, οι πέντε πλανήτες, η σφαίρα των απλανών και η αντι-Γη (η αντίχθων), που τη σοφίστηκαν για να συμπληρώσουν τον ιερό αριθμό δέκα. Αυτή έλεγαν πως παραμένει αόρατη σε εμάς γιατί μας την έκρυβε το υπερμεγέθες κεντρικό πυρ.

Με το παραμέρισμα της Γης από το κέντρο του κόσμου ετοιμάστηκε το έδαφος, για να μπορέσει γύρω στο 280 π.Χ., ο Αρίσταρχος ο Σάμιος να στηρίξει το ηλιοκεντρικό του σύστημα σαν γεωμετρική υπόθεση. Για την ορθότητα του νέου συστήματος, την εξακριβωμένη μαθηματική απόδειξη την έδωσε ο Σέλευκος ο Ερυθραίος γύρω στο 150 π.Χ.

Ο Εύδοξος ο Κνίδιος, επηρεασμένος από τις πλατωνικές ιδέες, παρουσίασε τον κόσμο σαν ένα σύστημα ομόκεντρων σφαιρών. Σε κάθε πλανήτη απέδιδε τέσσερεις ομόκεντρες σφαίρες, ενώ στον Ήλιο και τη Σελήνη τρεις. Ο Αριστοτέλης υιοθετώντας το μοντέλο του Ευδόξου, παρουσιάζει τον κόσμο σαν ένα κρεμμύδι που αποτελείται από 55 ομόκεντρες σφαίρες, στο κέντρο των οποίων βρίσκεται η Γη. Το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη έμελε να επικρατήσει σε όλο τον δυτικό κόσμο μέχρι τον 16ο αιώνα, αφού αγκαλιάστηκε από τη χριστιανική κοσμοθεωρία που επικράτησε τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες.

Κάποια σκοτεινά σημεία που άφηνε η αριστοτέλεια άποψη για τον κόσμο προσπάθησε να τα διορθώσει ο Ηρακλείδης από την Ηράκλεια του Πόντου, φθάνοντας στην υπόθεση ότι ο Ερμής και η Αφροδίτη κινούνταν γύρω από τον Ήλιο και όχι γύρω από τη Γη. Πάντως και γι’ αυτόν, ο Ήλιος και τα υπόλοιπα ουράνια σώματα κινούνταν γύρω από τη Γη. Για να εξηγήσει τις ημερήσιες κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δέχτηκε ότι η Γη περιστρέφεται και η ίδια γύρω από τον άξονά της. Η ιδέα όμως ενός πλήρους ηλιοκεντρικού συστήματος εμφανίστηκε, όπως αναφέραμε ήδη, από τον Αρίσταρχο τον Σάμιο τον 3ο π.Χ. αιώνα.

Γύρω στο 235 π.Χ., ο Ερατοσθένης υπολόγισε την περίμετρο της Γης και την βρήκε ίση με 40.000 χλμ. Το σφάλμα του μπορεί να θεωρηθεί μηδαμινό. Ο ίδιος μάλιστα θεμελίωσε την επιστημονική Γεωγραφία και σχεδίασε έναν χάρτη του τότε γνωστού κόσμου που περιλάμβανε τμήματα της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αφρικής.

Μια ακόμα μεγάλη μορφή της Αστρονομίας εμφανίστηκε γύρω στο 150 π.Χ.: ο Ίππαρχος από τη Βιθυνία. Μολονότι, υποστηρικτής κι αυτός του γεωκεντρικού μοντέλου, δεν τοποθέτησε τη Γη στο γεωμετρικό κέντρο μιας κυκλικής τροχιάς, αλλά σε έναν έκκεντρο κύκλο στον οποίο ο πλανήτης μας κατείχε το κέντρο του. Έτσι, διόρθωσε κάποιες ανισότητες και μη κανονικότητες που παρατηρούνταν στις κινήσεις του Ήλιου και της Σελήνης, ενώ δικαιολόγησε και την ανισότητα των εποχών. Παρατήρησε επίσης το φαινόμενο της μετάπτωσης των ισημεριών και έδωσε μαθηματικές μεθόδους για τον υπολογισμό του γεωγραφικού μήκους. Η μεταπτωτική κίνηση του γήινου άξονα κλείνει έναν κύκλο κάθε 25.800 χρόνια περίπου. Γι’ αυτή την κίνηση είχε μιλήσει ο Ίππαρχος γύρω στο 130 π.Χ. Στην Ευρώπη ξανάγινε γνωστή τον 16ο αιώνα από τον Κοπέρνικο.

Οι ατομικοί φιλόσοφοι, Λεύκιππος και Δημόκριτος, αρχικά, και αργότερα ο Επίκουρος, θεωρούσαν ότι καθετί στο Σύμπαν, έμψυχο ή άψυχο, απαρτίζεται από τα άτομα, αυτά τα μικροσκοπικά αδιαίρετα σωμάτια ύλης. Υποστήριζαν ακόμα ότι οι διάφοροι συνδυασμοί των ατόμων παρήγαγαν όλους στους σχηματισμούς στη φύση. Τί κρυβόταν όμως πίσω απ’ όλα αυτά; Ποιά δύναμη κινούσε τους κόσμους; Ποιά ήταν η φύση και οι ιδιότητες της Πρώτης Αρχής; Τέτοιου είδους ερωτήματα –τα οποία ενίοτε η σημερινή επιστήμη κατατάσσει στον χώρο της μεταφυσικής– έθεταν οι φυσιολόγοι φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας.

Μέσα από ένα πλήθος θεωριών ξεχωρίζουν δύο: η άποψη του Ελεάτη φιλοσόφου Παρμενίδη που περιγράφει τη βασική αιτία των πραγμάτων ως σταθερή, αμετάβλητη και άφθαρτη και η αντίθετη άποψη του Ηράκλειτου, ο οποίος διακήρυσσε ότι «τα πάντα ρει» δηλαδή ότι τα πάντα υπόκεινται σε ένα συνεχές γίγνεσθαι. Συγκεκριμένες όμως προόδους έχουμε και από τους Πυθαγόρειους στον τομέα της Ακουστικής. Αυτοί ανακάλυψαν ότι ο ήχος ήταν αποτέλεσμα δονήσεων που μεταδίδονταν μέσω του αέρα. Ο ίδιος ο Πυθαγόρας είχε διαγνώσει τους αριθμητικούς λόγους των συγχορδιών και είχε εφεύρει τον μουσικό «κανόνα».

Σημαντική στη Φυσική ήταν και η συνεισφορά του Αριστοτέλη. Ο μαθητής του Πλάτωνος, ανάμεσα στα άλλα θέματα, τα οποία πραγματεύεται, έθεσε τις βάσεις μιας Μηχανικής της κίνησης των σωμάτων παρόμοιας με αυτήν που έθεσε ο Νεύτωνας τον 17ο αιώνα. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι η ύπαρξη συνεχούς κίνησης προϋπέθετε την ύπαρξη μιας συνεχούς αιτίας: δηλαδή μιας δύναμης που δρα πάνω στο κινούμενο σώμα.

Ο Αρχιμήδης περίφημος μαθηματικός, φυσικός και μηχανικός του 3ου αι. π.Χ. ασχολήθηκε όχι μόνο με τη θεωρητική μελέτη των φυσικών φαινομένων, αλλά και με την περιγραφή τους μέσω κατάλληλων μαθηματικών μοντέλων. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς όλων των αιώνων, αλλά και χαρισματικός τεχνολόγος-εφευρέτης, αφού προχώρησε σε τεχνολογικές εφαρμογές και σε πρακτικές εφευρέσεις. Μελέτησε τη μηχανική των μοχλών και ασχολήθηκε με μηχανικές κατασκευές, όπως το πολύσπαστο, ο ατέρμων κοχλίας, η ελικοειδής αντλία και πολλές άλλες.

Ειδικότερα το πολύσπαστο αποτελείται από μια σειρά τροχαλιών και έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της απαιτούμενης μυϊκής δύναμης για την ανύψωση βάρους. Άλλες χαρακτηριστικές εφευρέσεις του Αρχιμήδη ήταν η επινόηση μιας μηχανής που μπορούσε να χειριστεί μόνο ένας άνθρωπος για να καθελκύσει ένα πλοίο, καθώς και οι περίφημες πολεμικές μηχανές του. Ασχολήθηκε επίσης με την Αστρονομία και κατασκεύασε αστρονομικά όργανα. Με το έργο του «Περί επιπέδων ισορροπιών» καθιερώθηκε ως θεμελιωτής της Στατικής Μηχανικής. Διατύπωσε επίσης και νόμους της Υδροστατικής, όπως για παράδειγμα την άνωση.

Στον τομέα της Μηχανικής πρέπει ακόμα να σημειώσουμε τις γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων για τη δύναμη του ατμού.

Υπάρχουν περιγραφές για μηχανισμούς που χρησιμοποιούσαν τη δύναμη του ατμού, όπως το «αυτόματο μηχάνημα θυσιών» και η «ατμομηχανή», που περιγράφει ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς τον 1ο π.Χ. αιώνα.

Στο «Αυτόματο Μηχάνημα Θυσιών» του Ήρωνα, η φωτιά πάνω στον βωμό θέρμαινε και διέστελλε τον αέρα στο κοίλο του κτίσματος. Ο θερμός αέρας με τη σειρά του πίεζε το λάδι που βρισκόταν σε ένα δοχείο στη βάση του βωμού. Το λάδι ανέβαινε μέσα από δύο σωλήνες κρυμμένους εντός των αγαλμάτων και έσταζε στην αναμμένη φωτιά.

Έντονη δραστηριότητα σημειώνεται και στον τομέα της Οπτικής.

Ο Δημόκριτος υποστήριζε ότι οι ορατές εικόνες προέρχονται από «μικρότατα σωματίδια» που ξεκολλάνε από το αντικείμενο που βλέπουμε και προσπίπτουν στο μάτι μας.

Αργότερα ο Εμπεδοκλής θεωρούσε ότι το φως είναι «κίνηση» και έτσι θα πρέπει να διαδίδεται με κάποια συγκεκριμένη ταχύτητα, γεγονός που επαληθεύτηκε τον 20ό αιώνα.

Στο πεδίο της Ιατρικής στην αρχαία Ελλάδα ο Ασκληπιός θεωρείται ο πατέρας της. Τα ιερά του, ήταν συγχρόνως και θεραπευτικά κέντρα. Οι ασθενείς που κατέφευγαν στα «Ασκληπιεία» υποβάλλονταν στη διαδικασία του ύπνου.

Εξέχουσα μορφή στον χώρο της Ιατρικής αποτελεί ο Ιπποκράτης από την Κω. Ξεχωρίζει τη θρησκεία από την Ιατρική και βάζει τις βάσεις για τη σημερινή επιστημονική Ιατρική. Η θεωρία του για τους χυμούς του ανθρώπινου σώματος το αίμα, το φλέγμα, η κίτρινη και μαύρη χολή, επηρέασε για πολλούς αιώνες την Ιατρική.

Τα υγρά αυτά έπρεπε να βρίσκονται στις σωστές αναλογίες στο ανθρώπινο σώμα για να είναι υγιές και η ανθρώπινη προσωπικότητα ισορροπημένη. Στην ιστορία επίσης έχει μείνει ο ηθικός του κώδικας στον οποίο καθορίζονται η αποστολή και τα καθήκοντα του γιατρού.

Ο Αλκμαίων, μαθητής του Πυθαγόρα, μπορεί να θεωρηθεί ο ιδρυτής της Εμβρυολογίας, αφού μελέτησε την ανάπτυξη του εμβρύου και περιέγραψε τη διαφορά μεταξύ αρτηριών και φλεβών, ενώ ανακάλυψε και τη σύνδεση εγκεφάλου και ματιού μέσω του οπτικού νεύρου.

Αργότερα ιδρύονται οι πρώτες Ιατρικές σχολές, όπως η περίφημη σχολή της Αλεξάνδρειας. Εξέχουσες μορφές της θεωρούνται ο Ηρόφιλος, ο πατέρας της Ανατομίας και ο Ερασίστρατος, ο πατέρας της Φυσιολογίας. Ο Ηρόφιλος απ’ τη Χαλκηδόνα της Βιθυνίας άκμασε στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Στο έργο του «Ανατομία», δίνει για πρώτη φορά ανατομικές περιγραφές ανθρωπίνων οργάνων. Ο Ηρόφιλος αναγνώρισε την αληθινή φύση του νευρικού συστήματος και θεώρησε κέντρο του τον εγκέφαλο. Χώρισε τα νεύρα σε «αισθητικά», σχετικά δηλαδή με τη λειτουργία των αισθήσεων, και «προαιρετικά», τα οποία αργότερα ο Ερασίστρατος τα αποκάλεσε «κινητικά». Ανέπτυξε επίσης τη «θεωρία των σφυγμών» και μετρούσε τους σφυγμούς των ασθενών του για να κάνει διαγνώσεις. Για τη θεραπεία των ασθενειών ο Ηρόφιλος βασιζόταν κυρίως στα φάρμακα τα οποία αποκαλούσε «χέρια των θεών», ενώ έδινε μεγάλη σημασία και στη δίαιτα.

Ο δεύτερος μεγάλος ιατρός της αλεξανδρινής εποχής, μετά τον Ηρόφιλο, ήταν ο Ερασίστρατος από την Κέα. Η συμβολή του εντοπίζεται στους τομείς της Φυσιολογίας και της Παθολογίας. Η μελέτη του για την κυκλοφορία του αίματος τον οδήγησε σε χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία χρησιμοποιούσε για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών. Θεωρούσε ότι η σωστή κυκλοφορία του αίματος συντελούσε στην υγεία, ενώ η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας του, εξαιτίας της πλήρωσης των αγγείων με αίμα και του πλεονάσματος τροφής, οδηγούσε σε συγκεκριμένες αρρώστιες.

Ο Ασκληπιάδης, γεννημένος το 124 π.Χ. στη Βιθυνία, επηρεασμένος από την άποψη του Δημόκριτου για το άτομο υποστήριζε ότι οι ασθένειες προέρχονται από σύσφιγξη ή τη χαλάρωση των δομικών στοιχείων του οργανισμού, δηλαδή των ατόμων. Ο ίδιος έδινε ιδιαίτερη σημασία στις ψυχικές παθήσεις και προσπαθούσε να εφαρμόσει θεραπείες που περιελάμβαναν τη δημιουργική απασχόληση του ασθενή, το άκουσμα ηρεμιστικής μουσικής, καθώς και σωματικές ασκήσεις.

Οι Θετικοί επιστήμονες και Τεχνολόγοι στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζάντιο)*
---------------------------
*Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η επιστήμη ήταν απαγορευμένη και η φιλοσοφία λογοκριμένη, οι όποιες προσπάθειες έγιναν ήταν υπό το καθεστώς της συνεχούς δίωξης και οι περισσότερες γινόντουσαν ιδιωτικά! Για περισσότερα δες: Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση - Ποια είναι ιστορικά η σχέση της Ανατολικής Εκκλησίας με την άλλη άποψη, ιδιαίτερα την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική μέχρι το 1453

 Ένα γεγονός το οποίο παραμένει άγνωστο είναι το ότι, μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, η Βυζαντινή Επιστήμη και Τεχνολογία αποτέλεσε την βάση της μετέπειτα μεγάλης επιστημονικής Επανάστασης της δύσης, του προάγγελου της Δυτικής Αναγέννησης.

Ας κάνουμε όμως μια μικρή περιήγηση σε κάποιες επιστημονικές μορφές του Βυζαντίου και στην επιστημονική και τεχνολογική γνώση που μεταλαμπάδευσαν στη Δύση.

Ο Θέων ο Αλεξανδρεύς (320-395) Υπήρξε σπουδαίος μαθηματικός έγραψε πολλά έργα όπως τα: «Περί της Ανατολής του Σείριου» και «Περί πλημμυρών του Νείλου».

Διακρίθηκε ως σχολιαστής αφού υπομνημάτισε τα «Οπτικά» του Ευκλείδη και τη «Μεγάλη μαθηματική Σύνταξη» του Κλαύδιου Πτολεμαίου.

Ως αστρονόμος κατέγραψε την ηλιακή έκλειψη της 16ης Ιουνίου του 364 στην Αλεξάνδρεια και τη σεληνιακή έκλειψη της 25ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Κατήρτισε αστρονομικούς πίνακες με τίτλο ‘’Κανόνες πρόχειροι’’ ώστε να διευκολύνεται στις αστρονομικές του παρατηρήσεις.

Η Υπατία (370-415) Ήταν μια από τις μεγαλύτερες γυναίκες μαθηματικούς σε μια ανδροκρατούμενη κι έντονα θεοκρατική κοινωνία.

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη Γεωμετρία και είχε ευρύ μαθητικό κοινό.

Δυστυχώς τα έργα της: Σχόλια και Υπομνήματα : α. στην Αριθμητική του Διοφάντου του Αλεξανδρέως, β. στα κωνικά του Απολλώνιου του Περγαίου και γ. στον αστρονομικό κανόνα του Κλαύδιου Πτολεμαίου καταστράφηκαν στη μεγάλη πυρκαγιά της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης.

Ο Πάππος ο Αλεξανδρεύς (τέλος 3ου ή 4ου αιώνα). είναι γνωστός για το θεώρημά του

Υπήρξε η τελευταία μεγάλη μορφή από τη σχολή της Αλεξάνδρειας στον τομέα των μαθηματικών και της γεωμετρίας ήταν ο Πάππος ο Αλεξανδρεύς

Στο οκτάτομο έργο του που ονομάζεται «Συναγωγή» συγκεντρώνονται όλες οι μαθηματικές γνώσεις από τα αρχαία χρόνια μέχρι την εποχή του.

Ο Ευτόκιος ο Ασκαλωνίτης (5ος – 6ος αιώνας) σχολίασε επισταμένως το έργο του Αρχιμήδη. Σήμερα γνωρίζουμε τις δώδεκα λύσεις του δήλιου προβλήματος από τα υπομνήματα που διεσώθησαν. Μάλιστα ανέσυρε ένα απόσπασμα δωρικής διαλέκτου από το έργο του Αρχιμήδη «Περί σφαίρας και κυλίνδρου», το οποίο πραγματευόταν τη γεωμετρική επίλυση τριτοβάθμιων εξισώσεων. Ο Ευτόκιος έλυσε με τη μεθοδολογία του Αρχιμήδη το εξής πρόβλημα: «Να σχεδιαστεί με κανόνα και διαβήτη ευθύγραμμο τμήμα x αν ισχύει (α2/x2)=(α – x)/α. Τα α και α2 είναι δοθέντα ευθύγραμμα τμήματα».

Στην αριθμητική πραγματεία του συγκέντρωσε τους κανόνες πολλαπλασιασμού, διαίρεσης και εξαγωγής τετραγωνικής ρίζας.

Ο Πρόκλος ο Λύκιος. 410-485μ.Χ) υπήρξε πολυγραφότατος με σημαντικότερες εργασίες όπως οι:

«Υποτύπωσις των αστρονομικών υποθέσεων»,

«Σχόλια στο α’ βιβλίο των Στοιχείων του Ευκλείδη»,

«Στοιχείωσις Φυσική» ή «Περί κινήσεως» και τέλος το «Περί σφαίρας ήτοι περί ουρανίων κύκλων».

Ο Πρόκλος, με την μεθοδική του σκέψη επηρέασε μετέπειτα το κίνημα της Αναγέννησης στη Δυτική Ευρώπη.

Ο Ιάμβλιχος ο Χαλκιδεύς (250 – 326) ανακάλυψε μερικά από τα πρώτα ζεύγη «φίλων αριθμών». Δύο αριθμοί ονομάζονται φίλοι όταν ανήκουν στους φυσικούς αριθμούς και ο καθένας προκύπτει από το άθροισμα των διαιρετών του άλλου Επί πλέον στο δεύτερο κατά σειρά έργο που προαναφέραμε, επιλύει κάποιες μορφές γραμμικών συστημάτων με ν εξισώσεις και ν αγνώστους.

Μια ιδιαίτερη επιστημονική μορφή του Βυζαντίου υπήρξε ο Ιωάννης ο Φιλόπονος (490-570)

Εναντιώθηκε με τη θεωρία του Αριστοτέλη επαναπροσδιορίζοντας τον όρο ενέργεια όχι ως κατάσταση αλλά ως άυλη δραστηριότητα. Επιπλέον ανέπτυξε τη θεωρία της ώθησης εισάγοντας την έννοια της αδράνειας. Ειδικότερα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά την εκσφενδόνιση μιας πέτρας της μεταδίδεται ωθητική δύναμη και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αποτρέψει την κίνησή της στο κενό.

Εξέφρασε την άποψη ότι είναι απαραίτητη η διενέργεια πειράματος για να μετρηθεί ο χρόνος πτώσης αντικειμένων με διαφορετικό βάρος. Με άλλα λόγια παρόλο που δεν γνωρίζουμε αν πραγματοποίησε ο ίδιος το πείραμα, ισχυρίστηκε πως η κίνηση δεν μεταδίδεται στα αντικείμενα μέσω του αέρα με το φαινόμενο της αντιπερίστασης. Με αυτόν τον τρόπο εξάλειψε τις ασυνέπειες της θεωρίας του Αριστοτέλη. Η σκέψη του μάλιστα επεκτείνεται ακόμα παραπέρα καθώς διατύπωσε ότι «η φυσική κατάσταση των σωμάτων δεν είναι η ακινησία αλλά η κατάσταση στην οποία διατηρείται η ορμητική κίνησή τους». Δηλαδή στην ουσία ανακάλυψε τον πρώτο νόμο του Νεύτωνα πριν το Νεύτωνα. Εξάλλου ίσως και ο Γαλιλαίος ήταν επηρεασμένος από τις ιδέες του Φιλόπονου στην υλοποίηση του πειράματός του από τον κεκλιμένο πύργο της Πίζας.

Ένας σπουδαίος βυζαντινός ιατρός υπήρξε ο Αέτιος Αμιδηνός (5ος – 6ος)

Έγραψε μια εγκυκλοπαίδεια τεσσάρων τόμων, η οποία ονομάστηκε «Τετράβιβλος». Έτσι αποτύπωσε λεπτομερώς εγκεφαλικές και νευρικές παθήσεις,. Επιπλέον οι στοματικές και οφθαλμολογικές αρρώστιες αποσαφηνίζονται άριστα, Ο Αέτιος ασχολήθηκε με τον σακχαρώδη διαβήτη, την ισχιαλγία και τις αρθροπάθειες. Ακόμη υπολόγισε τις γόνιμες μέρες της έμμηνης ρήσης των γυναικών για να προτείνει ενδοκολπική χορήγηση αντισυλληπτικών φαρμάκων.

Ένας ακόμα διάσημος βυζαντινός ιατρός υπήρξε ο Αλέξανδρος ο Τραλλιανός (525-605).

Άσκησε την ιατρική στην Ιταλία ακολουθώντας τον στρατό του Βελισάριου. Συνέγραψε το έργο του «Θεραπευτικά ή Δωδεκάβιβλον» στα οποία αναλύει διεξοδικά όλα τα τότε γνωστά νοσήματα και τις θεραπείες τους ενώ δίνει λεπτομερειακές πληροφορίες για 120 εγχειρήσεις Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος γιατρός που χορήγησε σίδηρο σε φάρμακο κατάποσης

Εμβληματική μορφή της Αρχιτεκτονικής και της Μηχανικής, υπήρξε ο Ανθέμιος ο Τραλλιανός

Ήταν αδερφός του γιατρού Αλέξανδρου. Πέρα από την εκπόνηση του σχεδίου ανέγερσης της Αγίας Σοφίας μαζί με τον Ισίδωρο το Μιλήσιο ανέπτυξε πολυάριθμες δραστηριότητες. Σχολίασε την «Αριθμητική εισαγωγή» του Νικόμαχου ενώ κατασκεύασε ελλειψοειδή και παραβολοειδή. Γνωρίζοντας όλες τις ιδιότητες των παραβολών εξηγεί πως είναι δυνατόν να κατασκευαστούν ελλείψεις και παραβολές από τις εφαπτόμενες τους.

Ο Ανθέμιος δημιούργησε παραβολικά κάτοπτρα μελετώντας ουσιαστικά οπτική. Αυτά χρησίμευαν πολύ στην ανάφλεξη πρώτων υλών. Ήξερε τη δύναμη του ατμού και τον τρόπο να προκαλεί τεχνητές βροντές και σεισμούς από τον ήχο του. Επιπλέον έδωσε τις αρχιτεκτονικές του συμβουλές για την ανοικοδόμηση δύο μεγάλων υπόγειων δεξαμενών (της Βασιλικής του Ιλλού και του Φιλοξένου) οι οποίες αποτέλεσαν τα δύο μεγάλα υδραγωγεία της Πόλης

Από τους χημιούς του βυζαντίου ξεχωρίζουμε τον Ζώσιμο Πανοπολίτη (4ος αιώνας μ.Χ) Εκτός από τη χημική εγκυκλοπαίδειά του, ο Ζώσιμος εξέφρασε την άποψη ότι με μια ουσία μπορούμε να επιφέρουμε στιγμιαία ή μόνιμα μια μεταβολή. Αυτή την ουσία την ονόμασε βαφή. Έτσι συμπεραίνουμε ότι όσα είπαν οι Δυτικοί αλχημιστές για τη μετατροπή των ευτελών μετάλλων σε αργυρό ή χρυσό, τα είχε πει ο Ζώσιμος δέκα αιώνες πριν. Εξάλλου το έργο του το μετέφρασαν οι Άραβες και το μετέδωσαν σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη ενημερώνοντας όλους τους ευρωπαίους αλχημιστές.

Ο Στέφανος ο Αλεξανδρεύς ή Αθηναίος (7ος αιώνας), σχολίασε τα έργα του Αριστοτέλη, του Ιπποκράτη, του Πλάτωνα και του Γαληνού

Επιπλέον το αλχημικό έργο του είναι σπουδαίο αφού στην πραγματεία του πρότεινε τρόπους χρωματισμού των ευτελών μετάλλων για την παραγωγή χρυσού και αργυρού.

Ένας άλλος σπουδαίος βυζαντινός υπήρξε ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός (790-869μ.Χ.),

Απέκτησε γνώσεις: φιλοσοφίας, αριθμητικής, ρητορικής, γεωμετρίας, αστρονομίας και μουσικής Ένας μαθητής του πιάστηκε αιχμάλωτος του άραβα χαλίφη Αλ Μαμούν. Αυτός μόλις διαπίστωσε τι είχε διδαχθεί ο αιχμάλωτός αποφάσισε να δωροδοκήσει το βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο για να κερδίσει το Λέοντα στην αυλή του στη Βαγδάτη. Ο Θεόφιλος συνειδητοποιώντας την τεράστια, πνευματική εμβέλεια του Λέοντος τον διόρισε και ως δάσκαλο στη Σχολή του ναού των Σαράντα Μαρτύρων.

Ο Λέων ο σοφός κατασκεύασε τον περίφημο οπτικό τηλέγραφο ή αλλιώς ωρονόμιο. Ένα οπτικό μηχανικό σύστημα, που χρησίμευε για τη μετάδοση στρατιωτικών κυρίως μηνυμάτων. Τα φωτεινά σήματα για τυχόν αραβικές επιδρομές έφταναν από τα ανατολικά σύνορα στη Βασιλεύουσα σε μία περίπου ώρα. Οι ωρολογιακοί μηχανισμοί του μπορούσαν να μεταδώσουν δώδεκα διαφορετικές υποθετικές ενέργειες. Την ημέρα που δεν ήταν ορατές οι φωτιές υπό το φως του Ήλιου η μετάδοση πραγματοποιούταν με καπνό ορισμένων χρωμάτων. Μια ακόμη εφεύρεση του Λέοντα ήταν τα αυτόματα, δηλαδή μηχανικές συσκευές που σε κίνηση της έθετε ο συμπιεσμένος αέρας.

Ο Παύλος ο Αιγινήτης (625-690).διακρίθηκε στον τομέα της ιατρικής και της φαρμακολογίας. Στο έργο του «Επιτομή της Ιατρικής Βιβλία Επτά» συγκεντρώνει σχεδόν όλη την ιατρική και χειρουργική γνώση της εποχής του.

Εξέφρασε όλες τις γνώσεις του γύρω από τη μαιευτική. Το έργο του μεταφράστηκε στα αραβικά και κατόπιν στα λατινικά από τους Δυτικοευρωπαίους. Μάλιστα οι ιατρικές σχολές του Σαλέρνο και του Μονπελιέ δίδαξαν τα θέματα βουβωνοκήλης, λιθοτριψίας εντός της ουροδόχου κύστης και ανευρύσματος όπως ακριβώς τα περιγράφει ο Παύλος ο Αιγινήτης. Επιπλέον οι Δυτικοευρωπαίοι σε αυτόν χρωστάν τις γνώσεις τους για θέματα: ανάτρησης του κρανίου, αμυγδαλεκτομής, μαστεκτομής και διαφόρων παρακεντήσεων. Για πρώτη φορά διακρίθηκαν 62 τύποι σφυγμών σε συνδυασμό με ποικίλες νόσους.

Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον Καλλίνικο (7ος αιώνας) και την ανακάλυψη του Υγρού Πυρός

Ο Καλλίνικος εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, μηχανικός και αλχημιστής. Ως μηχανικός βελτίωσε το μηχανισμό εκτόξευσης υγρού πυρός κατασκευάζοντας καινούργιες βαλλίστρες και νέους μεταλλικούς σίφωνες εκτόξευσης. Ακόμη έφτιαξε πιο εύφλεκτο μείγμα αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τα ακριβή συστατικά και τις αντίστοιχες ποσότητές τους. Τα γνώριζε μόνο ο εκάστοτε αυτοκράτορας καθώς επίσης και η οικογένεια του Καλλίνικου, η οποία το παρήγαγε.

Ένας άλλος βυζαντινός Μαθηματικός, φαρμακολόγος, Μηχανικός και Αρχιτέκτονας υπήρξε ο Ήρων Βυζάντιος (10ος αιώνας).

Στηριζόμενος στο έργο του Ήρωνος του Αλεξανδρέως έγραψε τις πραγματείες: 1. Περί Γεωδαισίας και 2. Περί Πολιορκητικής. Η δεύτερη έχει ως θέμα της τις εφαρμογές της μηχανικής στις πολεμικές μηχανές. Είναι λοιπόν φυσικό ότι τα πολιορκητικά του Ήρωνος περιλαμβάνουν τόσα πολλά στοιχεία γεωμετρίας και αριθμητικής ώστε χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικό εγχειρίδιο κατά τον 10ο αιώνα. Καθοριστική όμως πρέπει να ήταν και η ενασχόλησή του με τη φαρμακολογία αφού σε αυτόν αποδίδονται οι συνταγές για την παρασκευή του επιμονίδιου φαρμάκου, το οποίο αν ληφθεί δύο φορές την ημέρα τονώνει τον οργανισμό και καταπραΰνει το αίσθημα της πείνας. Πολλές από τις γνώσεις των βιβλίων του μεταφέρθηκαν στην Ιταλία από τον Ιταλό μαθηματικό και έμπορο Λεονάρντο ντα Πίζα ή Φιμπονάτσι,

Μια μεγάλη βυζαντική μορφή όμως υπήρξε και ο Μιχαήλ Ψελλός (1018-1090). Ο Ψελλός στόχευσε στο να διαχωρίσει τη φιλοσοφική από τη θεολογική σκέψη, διδάσκοντας κυρίως πλατωνική φιλοσοφία Στη δημιουργία του πλούσιου έργου του, τον οδήγησε η άποψή του ότι η γνώση της φύσης βοηθούσε τον άνθρωπο να πλησιάσει περισσότερο το Θεό.

Ο Ψελλός ορίζει τις πρώτες μαθηματικές έννοιες. Μια από αυτές είναι ο αριθμός για τον οποίο μας λέει ότι έχει μόνο ένα αόριστο πλήθος μονάδων. Από τις επιστολές του μαθαίνουμε ότι παρέθετε προβλήματα μέτρησης μηκών, επίπεδων επιφανειών και στερεών με υποδείξεις για τους τρόπους λύσης τους. Επιπροσθέτως δεν πιστεύει ότι οι θέσεις και οι κινήσεις των ουρανίων σωμάτων δεν επηρεάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων, το οποίο εξαρτάται μόνο από τις πράξεις των ίδιων. Εκτός από αυτό θεωρεί ότι μόνο τα φυσικά αίτια ευθύνονται για τις φθορές και τις γενέσεις της ύλης και κατακρίνει την πίστη στη μαγγανεία.

Ο Ιωάννης Ζωναράς (τέλος 11ου-μέσα 12ου αιώνα) εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη γεωμετρία και την αριθμητική. Ορίζει γεωμετρικώς την ευθεία, τη γωνία και τον κύκλο μαζί με τα επιμέρους στοιχεία του. Έτσι διασαφηνίζονται οι έννοιες των εγγεγραμμένων και περιγεγραμμένων σε κύκλο τριγώνων και η χρησιμότητα της γεωμετρίας στην καθημερινή ζωή (μετρήσεις επιφανειών, αντικειμένων. Δίνει τους ορισμούς των τέλειων και των ατελών αριθμών Εκφράζει το γεγονός ότι οι επίπεδοι αριθμοί προκύπτουν από το γινόμενο δύο ατελών αριθμών. Ακόμη γράφει ότι οι τετράγωνοι αριθμοί προκύπτουν από τη δεύτερη δύναμη κάποιου φυσικού αριθμού. Έτσι τετράγωνοι αριθμοί είναι οι: 1, 4, 9, 16, 25, 36. Περιττοί λέγονται εκείνοι που ΔΕΝ είναι ακέραια πολλαπλάσια του 2 ενώ άρτιοι αυτοί που είναι και γράφονται με τη μορφή 2ν

Ένας άλλος μεγάλος βυζαντινός θετικός επιστήμονας υπήρξε ο Νικηφόρος Βλεμμύδης (1197/98 – 1272) Το έργο, του αποσκοπούσε σε μια σύνθεση πλατωνικής και αριστοτέλειας φιλοσοφίας, Στο επίπεδο των Φυσικών Επιστημών συνέγραψε το περίφημο έργο «Επιτομή της Φυσικής».

Βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι οι μεταβολές απείρως μικρών και μεγάλων ποσών περιγράφονται με στοιχεία απειροστικού λογισμού.

Εξήγησε την αποχή του Κρόνου, του Δία, του Άρη και της Σελήνης. Η φαινόμενη αύξηση του ηλιακού δίσκου στον ορίζοντα κατά την ανατολή και τη δύση παρατίθεται με στοιχεία μαθηματικής ανάλυσης.

Η Αριστοτέλεια «αντιπερίσταση» χρησιμοποιείται για την κατανόηση κάποιων φυσικών φαινομένων όπως για παράδειγμα: της θερμότητας των γήινων πηγών, της υγροποίησης των νεφών και της συνεπαγόμενης βροχόπτωσης ή χαλαζόπτωσης το χειμώνα. Τέλος τεκμηριώνεται η άποψη ότι η ύλη και ο κόσμος δημιουργούνται από το μηδέν.

Ένας σπουδαίος βυζαντινός ιατρός, βοτανολόγος και φαρμακολόγος υπήρξε ο Νικόλαος Μυρεψός (μύρον + έψω (ψήνω)=κατασκευάζω μύρο – άρωμα) (1222 – 1255). Ο Μυρεψός συνέγραψε την περίφημη «Συνταγολογία», η οποία έμεινε γνωστή ως «Δυναμερόν» και αποτελούταν από 48 κεφάλαια με συνολικά 2656 φαρμακευτικές συνταγές. Στο περιεχόμενό της στηρίχτηκαν όλες οι ευρωπαϊκές φαρμακοποιίες έως τον 17ο αιώνα.

Πολλές ιατρικές σχολές της Δύσης όπως αυτή του Παρισιού έθεσαν το Δυναμερόν ως το μοναδικό εκπαιδευτικό τους σύγγραμμα.

Ο βυζαντινός λόγιος Γεώργιος Παχυμέρης (1242 – 1310), στο έργο του «Σύνταγμα των τεσσάρων μαθημάτων» που αποτελείται από 454 σελίδες συγκεντρώνει όλη την αρχαία φυσικομαθηματική επιστήμη. Στην ‘»Τετράβιβλο αριθμητική» επισημαίνει τις κυρίαρχες έννοιες της θεωρίας των αριθμών με παραπομπές σε παλιότερους μαθηματικούς.

Στη γεωμετρία σχηματοποιεί τις αποδείξεις και παρουσιάζει τα προαπαιτούμενα μαθηματικά για την κατανόηση των αστρονομικών θεμάτων (δύο από αυτά είναι οι ορισμοί της ηλιακής και της σεληνιακής έκλειψης). Επιπρόσθετα ο Παχυμέρης είχε καταλήξει στην άποψη ότι όλα τα υλικά όντα διακατέχονται από αναλλοίωτες μαθηματικές ιδιότητες. Το ίδιο ακριβώς πράγμα διατύπωσε και ο Καρτέσιος (1596 – 1650) τρεις αιώνες αργότερα.

Στα «Είκοσι κεφάλαια αριθμητικής» επιλύει δευτεροβάθμιες εξισώσεις, μια ειδική τριτοβάθμια (x3 – 4x2 + x -4=0) καθώς επίσης και γραμμικά συστήματα.

Ο Αριστοτελιστής φιλόσοφος και βυζαντινός αξιωματούχος Νικηφόρος Χούμνος (1250/61 – 1327) ασχολήθηκε κυρίως με τη μετεωρολογία, ενώ εργάστηκε και σε θεμελιώδη ζητήματα φυσικής φιλοσοφίας. Τέτοια είναι: η προέλευση της ύλης και του ιδεατού κόσμου, γεγονότα τα οποία ερευνούνται μέχρι και σήμερα από τις φυσικές επιστήμες.

Το 19ο αιώνα ολόκληρο το έργο του ερμήνευσαν και δημοσίευσαν δυτικοί διανοούμενοι όπως: o J. –P. Migne με την «Patrologia Greca» (1844 – 1855), ο Friedrich Creuzer με το «Plotini Opera Omnia» (1835), ο Fr.Boissonade με τα «Anecdota Graeca» (1831) και τα «Anecdota nova» (1844).

Στα αριθμητικά του συγγράμματα του Μάξιμου Πλανούδη (1260 – 1310) η αφαίρεση λέγεται «εκβολή», η διαίρεση μερισμός και η τετραγωνική ρίζα «τετραγωνική πλευρά». Για την απαλοιφή της τελευταίας επινόησε μια δικιά του μέθοδο η οποία έδινε ακριβέστερα αποτελέσματα. Πολλοί ερευνητές του 20ου αιώνα, όπως οι: M.Cantor και Paul Tannery, θεωρούν ότι η πρώτη εισαγωγή των αραβικών ψηφίων στο Βυζάντιο ανήκει στον Πλανούδη. Η συμβολή του στη γεωγραφία ήταν εξίσου πολύτιμη εφόσον χαρτογράφησε την Ευρώπη. Το εικονογραφημένο ελληνικό αντίγραφο χειρόγραφο βρίσκεται στο Βατικανό από το 1657.

Ένας άλλος εξαίσιος μαθηματικός υπήρξε ο Μανουήλ Μοσχόπουλος (1265 – 1315) Ξεχώρισε με το έργο «Παράδοσις εις την εύρεσιν των τετραγώνων αριθμών» . Το αντικείμενό του είναι τα επονομαζόμενα «μαγικά τετράγωνα», τα οποία χωρίζονται οριζοντίως και καθέτως σε πολλά τετραγωνίδια. Ο αριθμός τους μπορεί να είναι: τέσσερα (2x2 μαγικό τετράγωνο), εννιά (3x3), δεκάξι (4x4), εικοσιπέντε (5x5), τριάντα έξι (6x6) ή εξήντα τέσσερα (8x8). Στο εσωτερικό τους τοποθετούνται νούμερα έτσι ώστε το οριζόντιο, το κάθετο και το διαγώνιο άθροισμά τους να είναι το ίδιο.\

Σπουδαίος Γιατρός – φαρμακολόγος ήταν και ο Ιωάννης Ζαχαρίου ή Ιωάννης ο Ακτουάριος (14ος αιώνας).

Εισήγαγε πολλά νέα φάρμακα ενώ παράλληλα μελέτησε διεξοδικότερα την ανατομία των ασθενών. Στο «Περί ούρων» περιγράφει τη σχέση πολλών ουροσκοπικών φαινομένων με την παθολογία.

Εξέδωσε στο Παρίσι το 1556 εργασία με τίτλο: «Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος και της κατ’ αυτό διαίτης». Από έγκυρες πηγές διαβάζουμε ότι ο Ιωάννης παρήγαγε φάρμακα από βότανα και ορυκτές ύλες. Ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε δικιάς του κατασκευής αλοιφές από υδράργυρο για την αντιμετώπιση δερματικών παθήσεων.

Ευρύτατα γνωστός είναι ο Θεόδωρος Μετοχίτης (1260/61 – 1331)

Αφιερώθηκε πνευματικά στην Αστρονομία και στα Μαθηματικά. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι επιτυχείς προβλέψεις του για ηλιακές και σεληνιακές εκλείψεις

Ειδικότερα ο Μετοχίτης μελέτησε το Σύμπαν μέσω της μουσικής και των αστρικών, αρμονικών κινήσεων. Είναι λοιπόν φυσικό ότι ήταν επηρεασμένος από τις πυθαγόρειες αντιλήψεις για την παραγωγή μουσικής από τους κινούμενους πλανήτες και γαλαξίες. Η πλήρης επιβεβαίωσή τους ήρθε τον 20ο αιώνα

Στην προσπάθειά του να εκλαϊκεύσει τη «Μεγάλη Μαθηματική Σύνταξη» του Πτολεμαίου, δημιούργησε τη «Στοιχείωσις επί τη αστρονομική επιστήμη» (1317), η οποία περιλαμβάνει 91 βιβλία. Στο πρώτο οι θέσεις και οι κινήσεις των διαφόρων ουρανίων σωμάτων κατατάσσονται σε κανόνες και πίνακες. Δίνοντας έμφαση και στη μηχανική ανέδειξε την αστρονομία σε πραγματική επιστήμη καταργώντας κάθε ταύτισή της με την αστρολογία. Τέλος εξέτασε με αμεροληψία καίρια φιλοσοφικά προβλήματα (π.χ. έννοια των αριθμών, εσωτερική δομή του κόσμου), τα οποία προβλημάτισαν έντονα τους μεγάλους αστρονόμους του 17ου αιώνα.

Ο Δημήτριος Τρικλίνιος (1280 – 1340) ήταν Φιλόλογος – αστρονόμος . Αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση εργαστηρίου αντιγραφής χειρογράφων, εξέδωσε μαζί με σχόλια πολλά κλασικά λογοτεχνικά έργα (Πίνδαρος, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης κ.α.). Στο διασωζόμενο αστρονομικό σύγγραμμά του συνδύασε την εκτέλεση πειραμάτων με σεληνιακές και αστρικές παρατηρήσεις. Ερεύνησε τις φάσεις της Σελήνης και την πορεία της στο ζωδιακό κύκλο. Για την επίτευξη όλων των παραπάνω χειρίστηκε τον τετράντα* και ένα μοντέλο ουράνιας σφαίρας.

Ο Έλληνας μοναχός Βαρλαάμ Καλαβρός (1290 – 1350) σπούδασε φυσικές επιστήμες, φιλοσοφία και θεολογία στη Ρώμη.

Στα μαθηματικά έγραψε πολύτιμα σχόλια στο β’ βιβλίο των «Στοιχείων» του Ευκλείδη και τους έδωσε τον τίτλο: «Βαρλαάμ μοναχού Αριθμητική απόδειξις των γραμμικώς εν τω δευτέρω των βιβλίων αποδειχθέντων».

Στην εξάτομη αριθμητική του: «Βαρλαάμ μοναχού Λογιστική 6 βιβλίων» κατανοούνται οι αριθμητικές των ακεραίων και των συνηθισμένων ή εξηκονταδικών κλασμάτων. Πίστευε ότι οι διαδοχικές προσεγγίσεις τετραγωνικών ριζών του Ήρωνος συνέχιζαν επ’ άπειρον. Το τρίτο δε από τα έξι βιβλία υπάρχει μέχρι σήμερα ατόφιο στα ελληνικά και αναφέρεται μόνο σε αστρονομικά θέματα. Όσον αφορά τη γεωμετρία διακρίθηκε με το έργο: «Περί ορθογωνίων τριγώνων».

Τέλος μια από τις μεγαλύτερες βυζαντινές προσωπικότητες υπήρξε ο Νικηφόρος Γρηγοράς (1295 – 1360).

Ο Γρηγοράς αρακτηρίζεται ως ο μοναδικός κορυφαίος αστρονόμος μετά τον Πτολεμαίο. Πήρε γνώσεις φιλοσοφίας, αστρονομίας και μαθηματικών και ασχολήθηκε με τις σπουδές και την έρευνα. Οι τίτλοι μερικών σπουδαίων πραγματειών είναι:

1. Περί υβριζόντων την Αστρονομία,

2. Παρακλητική περί Αστρονομίας και

3.Πως δει κατασκευάζειν αστρολάβον, (δηλαδή πως πρέπει να κατασκευάζουμε τον αστρολάβο).Ο ίδιος μάλιστα τον χρησιμοποίησε κατά κόρον για να προσδιορίσει τα αστρικά ύψη πάνω από τον ορίζοντα.

Πέρα από την ενασχόληση με τον αστρολάβο, τροποποίησε τον επιπεδόσφαιρο του Ίππαρχου. Έτσι μπορούσε εύκολα -για δεδομένο γεωγραφικό πλάτος φ- να βρει παράλληλους, κατακόρυφους και άλλους κύκλους. Ακόμη το συγκεκριμένο όργανο προσέφερε την απεικόνιση πολλών λαμπρών αστέρων καθώς και του ζωδιακού κύκλου με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Με σωστό συνδυασμό παρατηρησιακών δεδομένων κατάφερε να επιλύσει πολλά αστρονομικά προβλήματα. Ένα από αυτά ήταν ο αληθής καθορισμός των εκλείψεων του επόμενου έτους, το 1329.

Το επίτευγμά το οποίο τον χάραξε ανεξίτηλα στη βυζαντινή ιστορία, ήταν το σχέδιο μεταρρύθμισης του μέχρι τότε ισχύοντος Ιουλιανού ημερολογίου. Ο Γρηγοράς διαπίστωσε το λανθασμένο χρονικό προσδιορισμό της εαρινής ισημερίας καθώς το τροπικό έτος διαρκούσε λιγότερο από 365,25 μέρες και συγκεκριμένα 365,24219878 μερόνυχτα. Με την εργασία του «Το διορθωθέν Πασχάλιον» κατέγραψε επισταμένως το σφάλμα. Δυστυχώς δεν ευτύχησε να δει το διορθωμένο εορτασμό, ο οποίος υλοποιήθηκε το 1582 με μεταρρύθμιση του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ’.

Εκτός από όλα τα προηγούμενα πίστευε στην άμεση αλληλεπίδραση γήινου μικρόκοσμου με διαστημικό μακρόκοσμο. Για αυτό το λόγο έκανε νύξη στο Σύμπαν με τον όρο «Κόσμος». Αποδέχεται εμμέσως τη σφαιρικότητα της Γης ενώ ταυτόχρονα περιγράφει τη διαίρεσή της σε παράλληλους κύκλους (γεωγραφικοί παράλληλοι) και ηπείρους. Διατύπωσε ευθέως τη γνώμη πως η τριλογία «πείραμα – παρατήρησις – μαθηματικός λογισμός» ήταν μονόδρομος για την επιστημονική κατανόηση του φυσικού κόσμου.

Κλείνουμε λέγοντας ότι στα συγγράμματά του διαβάζουμε μονάδες όπως: στάδιον, μίλιον, ημίπλεθρον, οργυιά, σπιθαμή, δάκτυλος. Χάρη στην εμπέδωση του σταθερού νόμου γενέσεως – φθοράς και της κυκλικής πορείας των γεγονότων, συνήγαγε συμπεράσματα για το μέλλον με οδηγό το παρελθόν.

Πύθαγόρας και Πλάτωνας, η πνευματική και υπαρξιακή αναζήτηση

Σύμφωνα με τους αρχαίους φιλοσόφους, όταν αφιερώνεσαι στην πνευματική και υπαρξιακή αναζήτηση, οι πράξεις σου σύντομα αρχίζουν να συγχρονίζονται αρχικά με τις πεποιθήσεις σου και έπειτα με τις ενοράσεις σου. ..

Ο Πυθαγόρας μάλιστα δίδασκε πως δεν συγχρονίζεσαι απλά με τον «ανώτερο σκοπό» σου, αλλά «μεταβάλλεσαι» εσύ ο ίδιος στο αντικείμενο της αναζήτησής σου...

Για τον Πλάτωνα έχουμε δύο είδη γνώσης: την κατώτερη της εμπειρίας, που οδηγεί στις επιστήμες, και την ανώτερη της ανάτασης του νου, που οδηγεί στη «ανώτερη Γνώση». 

Η γνώση αυτή, δεν είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί με λόγια όπως οι επιστήμες. Θα πρέπει ο αναζητητής να στρέψει τη σκέψη του από τον κόσμο της εμπειρίας προς ένα άλλο κόσμο νοητό, «εκεί που η ψυχή θα αναπολήσει και θα θυμηθεί τις άφθαρτες και αιώνιες Ιδέες».

Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται μακρά μελέτη του θέματος και «διάπλαση» του εαυτού με αυτήν. Τότε, είναι σαν μία σπίθα να ξεπηδά και να ανάβει ένα φως, που από εκεί και μετά είναι ικανό να αυτοσυντηρείται...

Για τον Πλωτίνο, είναι απόλυτα λογικό να διαθέτουμε τον χρόνο μας σε αυτού του είδους τη γνώση και μελέτη, καθώς δια μέσου αυτής , εκτός των άλλων, λαμβάνουμε γνώση διπλής κατευθύνσεως (αιτιατού και αποτελέσματος), που προτρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας (Αυτογνωσία).

Έξυπνοι τρόποι για να απαντάτε σε αρνητικά σχόλια και κριτικές

«Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να αποφύγεις την κριτική... Να μην κάνεις τίποτα, να μη λες τίποτα, να είσαι τίποτα... »
(Αριστοτέλης)

Είναι αναπόφευκτο στις διαπροσωπικές και επαγγελματικές μας σχέσεις να δεχθούμε σχόλια και κριτικές που δε μας αρέσουν.

Η αρνητική κριτική αποτελεί για πολλούς ανθρώπους ένα μελανό σημείο στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Φοβούνται μήπως πέσουν θύμα της, προσπαθούν πάση θυσία να...αποφύγουν δυσμενή σχόλια για τον εαυτό τους, συμμορφώνονται σε κοινωνικές νόρμες ή επιταγές τρίτων που δεν τους αντιπροσωπεύουν και στην περίπτωση που δεχθούν ένα τέτοιο σχόλιο διαταράσσεται η ήδη κλονισμένη αυτοεκτίμηση τους.

Κριτική και πρόθεση… κριτή

Η αλήθεια είναι ότι συχνά πρέπει να αναρωτιόμαστε για τις προθέσεις αυτού που ασκεί κριτική. Στην περίπτωση που τις θεωρήσουμε κακόβουλες, παύει να έχει αξία η όποια κριτική ασκεί, καθώς δεν καθοδηγείται από την πρόθεση του να μας αξιολογήσει αλλά από την επιθυμία του να μας πληγώσει.

Στην περίπτωση που αναγνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου να μας βοηθήσει ή έστω να συμβάλλει στην προσωπική μας βελτίωση, τα πράγματα γίνονται κάπως πιο εύκολα.

Αρχικά, χρειάζεται να αποδεχθούμε το γεγονός ότι ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του προσωπικά κριτήρια με τα οποία αξιολογεί τόσο τον εαυτό του όσο και τους γύρω του.

Αν για παράδειγμα κάποιος σας ασκεί κριτική λέγοντάς σας «Είσαι πολύ σχολαστικός με τα κείμενα που διορθώνεις και καθυστερείς πολύ στη δουλειά» αυτό σημαίνει πως έχει κάποια συγκεκριμένα προσωπικά στάνταρντ που διαχωρίζουν το «σχολαστικός» - από το «πολύ σχολαστικός» τα οποία στάνταρντ μπορεί να μην συμφωνούν με τα δικά σας.

Η κριτική λοιπόν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα προσωπικά κριτήρια του κριτή, τα οποία έχετε την επιλογή να αποδεχθείτε ή όχι.

Επαναξιολόγηση εαυτού

Ένα δεύτερο σημείο για το οποίο χρειάζεται να αναρωτηθείτε είναι κατά πόσο δέχεστε το δικαίωμα του άλλου να σας κρίνει.

Δέχεστε κριτική από το αφεντικό σας; Από τους συναδέλφους σας; Από τους φίλους σας; Ίσως σε διαφορετικό βαθμό από τον καθένα.

Πολλές φορές εναντιωνόμαστε στο δικαίωμα κάποιου φίλου ή συναδέλφου να μας ασκεί κριτική μόνο και μόνο επειδή η κριτική που ασκεί δεν μας αρέσει. Αν μας έκανε όμως ένα κοπλιμέντο θα αντιδρούσαμε διαφορετικά.

Μην ξεχνάτε ωστόσο, πως κάθε είδους κριτική μπορεί να αποτελέσει μια αφορμή είτε για να επαναξιολογήσετε στοιχεία του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς σας, είτε για να εξασκηθείτε ενεργά σε επικοινωνιακές δεξιότητες χρήσιμες για τη διατήρηση της αυτοεκτίμησης σας.

Αντιμετώπιση κριτικής

Παραμείνετε ψύχραιμοι

Η πρώτη σας συναισθηματική αντίδραση ίσως δεν είναι και η ενδεδειγμένη βάση για να στήσετε την επιχειρηματολογία σας. Δώστε στον εαυτό σας λίγο χρόνο πριν πείτε οτιδήποτε. Μιλήστε αφού έχετε βρει την αυτοκυριαρχία σας ή φροντίστε να μην την χάσετε καθόλου.

Μπείτε σε λεπτομέρειες

Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσετε την κριτική που σας γίνεται είναι να θέσετε σε αυτόν που σας κρίνει διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με το σχόλιο του.

Με τον τρόπο αυτό είτε θα πάρετε χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με μια ασαφή ή υποκειμενική κριτική ή θα φέρετε τον συνομιλητή σας σε αμηχανία σε περίπτωση που το σχόλιο του είναι ανυπόστατο.

Χρησιμοποιείστε ανοιχτές ερωτήσεις προκειμένου να προάγετε το διάλογο. Για παράδειγμα: «Τι εννοείς όταν λες ότι είμαι βαρετός;» ή «Τι κάνω/ λέω που να με κάνει βαρετό για σένα;», «Τι θα ήθελες να κάνω για να μην βαριέσαι;».

Διερευνήστε με φιλική διάθεση τα καυστικά σχόλια που δέχεστε και μπορεί να οδηγηθείτε σε διαφορετικά συμπεράσματα: «Άρα κάθε φορά που συζητάω για περιβαλλοντικά θέματα εσύ βαριέσαι;» « Αυτό σημαίνει πως είμαι βαρετός ή πως εσύ βαριέσαι με τις συζητήσεις περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος;»

Η διερεύνηση είναι χρήσιμη στις περιπτώσεις που μας ενδιαφέρει η σχέση με τον συνομιλούντα και θέλουμε να τη διατηρήσουμε σε ένα καλό επίπεδο.

Συμφωνείστε και με το παραπάνω

Η τεχνική αυτή είναι κατάλληλη όταν στην ουσία αυτός που μας ασκεί κριτική έχει δίκιο. Στις περιπτώσεις αυτές μπαίνουμε συνήθως σε μια διαδικασία όπου απολογούμαστε για τον εαυτό μας παρακινούμενοι από τις ενοχές που νιώθουμε.

Αυτό στην ουσία δίνει έδαφος στον κριτή μας να συνεχίσει και εμείς νιώθουμε ακόμα περισσότερο ένοχοι. Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, δεν έχετε παρά να κάνετε τρία πράγματα:

1. Να συμφωνήσετε με την κριτική επαυξάνοντας

2. Να μην απολογηθείτε

3. Να μην ζητήσετε συγνώμη

Το να κινηθείτε προς την κατεύθυνση του κριτή σας, ασκώντας και εσείς ο ίδιος κριτική στον εαυτό σας, μπορεί να αλλάξει τη ροή της συζήτησης σας προς όφελος σας.

Π.χ. - «Με αυτήν την ακαταστασία σου δεν μπορώ να βρω τίποτα εδώ μέσα».
- «Έχεις δίκιο. Ποτέ δεν καταφέρνω να τακτοποιήσω σωστά τα πράγματα μου και σε δυσκολεύω».

Ασκώντας ουσιαστικά εσείς αρνητική αυτοκριτική χωρίς δικαιολογίες και ενοχές, παραδέχεστε το λάθος σας ανοιχτά, δεν επιτρέπετε να εκμεταλλευτεί ο άλλος τις ενοχές σας, αποπνέοντας το μήνυμα ότι αποδέχεστε το δικαίωμα σας στο λάθος.

Ο κριτής σας μπορεί τελικά να πάρει και το μέρος σας: «Δεν είπα ότι είσαι πάντα ακατάστατος. Απλά τις τελευταίες μέρες έχει παραγίνει το πράγμα».

Θολώστε το τοπίο

Ένας λόγος που μας αναστατώνει η κριτική των άλλων είναι γιατί εμπεριέχει κάποια αληθή στοιχεία.

Μπορεί να μη θέλουμε να τα δούμε ή να τα συζητήσουμε με τον καθένα αλλά αντί να αρνηθούμε πεισματικά την ύπαρξη τους και να πασχίσουμε να πείσουμε τον συνομιλητή μας ότι είμαστε το αντίθετο από αυτό που πιστεύει, μπορούμε απλώς να το αποδεχθούμε μέσα σε ένα κλίμα ασάφειας και γενικότητας.

Συνήθως ο κριτής μας δεν περιμένει να αντιμετωπίσουμε με στωικότητα και αποδοχή ένα αρνητικό μας γνώρισμα. Μάλλον περιμένει να μας φέρει σε αμηχανία και να αρχίσουμε τις απολογίες. Μην απαντώντας ευθέως, δεν του δίνουμε και το έρεισμα για να συνεχίσει την επικριτική του συμπεριφορά.

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι γίνομαι εγωιστής κάποιες φορές»
«Τι να πω; Τεμπελιάζω που και που, όπως όλοι»

Στην ουσία δεν αποδεχόμαστε πλήρως την επίκριση που μας γίνεται αλλά τη γενική αλήθεια που εμπεριέχει η κρίση.

Μην τη δέχεστε

Το ότι κάποιος επιλέγει να εκφραστεί έντονα αρνητικά για το άτομο μας ή ακόμα και να μας προσβάλει, σημαίνει ότι πρέπει να προσβληθούμε; Ο τρόπος που ο καθένας εκφράζεται λέει πρωτίστως κάτι για τον ίδιο.

Αν επομένως έχετε απέναντι σας κάποιον που συνηθίζει να πληγώνει με τα λόγια του, να βρίσκει μονίμως αρνητικά στους άλλους και έχει αναγάγει την κριτική σε άθλημα, έχετε την επιλογή απλώς μείνετε αδιάφοροι απαντώντας με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: με ευγένεια και ηρεμία και φυσικά με χαμόγελο.

«θα μπορούσα να λάβω σοβαρά τα σχόλια σας, αν δεν γίνονταν με τόση εμπάθεια και δηκτικότητα. Σας ευχαριστώ ούτως ή άλλως για το χρόνο που αφιερώσατε να τα μοιραστείτε μαζί μου»

Άλλωστε όταν ο στόχος του άλλου είναι να σας προσβάλλει, το πιο πιθανό είναι να υπερβάλει στα χαρακτηριστικά που θα σας προσάψει ακριβώς για πετύχει τον στόχο του. Η δική σας στάση (αδιαφορία, χαμόγελο, απαξίωση κτλ) θα πρέπει να αντικατοπτρίζει το δικό σας επίπεδο αλλά και να θέτει τους όρους με τους οποίους δέχεστε μια επικοινωνία.

«Λυπάμαι που δε θα συμμετέχω σε αυτήν την συζήτηση, αλλά ο τόνος και το περιεχόμενο της δεν μου αρμόζει»

Παραμείνετε ευγενείς

Είναι αλήθεια ότι συχνά παρασυρόμαστε σε διαλόγους και τακτικές επικοινωνίας που δεν μας αρμόζουν. Αν το ύφος του συνομιλητή μας είναι επιθετικό, στομφώδες, αγενές, επικριτικό, μπαίνουμε ασυναίσθητα στη διαδικασία να απαντήσουμε με το ίδιο ύφος. Αυτό οδηγεί σε ένταση και τελικά σε σύγκρουση.

Παραμείνετε ευγενικοί και ψύχραιμοι ακόμα και όταν το ύφος του άλλου είναι αγενές. Η ευγένεια μπορεί να βοηθήσει το συνομιλητή – κριτή σας να ρίξει τους τόνους αλλά και να αναθεωρήσει αυτά τα οποία σας καταλογίζει, αν έρθει αντιμέτωπος με μια στάση σταθερή, αποφασιστική και ευγενή.

Σίγουρα θα μετριάσει την βαρύτητα των όσων λέει. Και σίγουρα δε θα έχετε να μετανιώνετε για τον τρόπο που μιλήσατε.

Aυτοπεποίθηση: Έτσι μαθαίνεις να πιστεύεις στον εαυτό σου

Όταν κοιτάζουμε μέσα μας έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό μας. Η αυτοεκτίμηση είναι ακριβώς το πώς νιώθουμε σε σχέση με την εικόνα αυτή και είναι τόσο σημαντική που επηρεάζει άμεσα κι έμμεσα κάθε πτυχή της ζωής μας.
 
Θεωρίες Αυτοεκτίμησης
Μια προσωπική διάσταση αναδεικνύει η θεωρία ότι η αυτοεκτίμηση έχει τις ρίζες της στην εμπειρία της επιτυχίας (Robert White). Η πρόωρη επιτυχία μας ως μωρά να καλύψουμε τις ανάγκες μας (κλαίγοντας, γκρινιάζοντας, γελώντας, κλπ) εγκαθιδρύεται σταδιακά και αφορά πλέον ένα σύνολο νοητικών, συναισθηματικών και πραξιακών αντιλήψεων για τον εαυτό μας, ώστε μέχρι το στάδιο της λανθάνουσας σεξουαλικότητας (7-12 ετών όπου η προσοχή στρέφεται προς τα έξω, σε γνώσεις και ικανότητες) να έχει αναπτυχθεί πλήρως ένα πλέγμα αυτοεκτίμησης το οποίο δεν χαρίστηκε αλλά κατακτήθηκε από το παιδί.

Η Morris Rosenberg ανέδειξε μια άλλη διάσταση όπου ο ρόλος της κοινωνικοποίησης μοιάζει να είναι καταλυτικός. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή η αυτοεκτίμηση είναι μια διαδικασία σύγκρισης μεταξύ του «ιδανικού εαυτού» (οι ελπίδες, επιθυμίες και όνειρα που έχουμε για μας) και του «πραγματικού εαυτού» (τι πιστεύουμε ότι είμαστε). Όσο μικρότερο είναι το χάσμα μεταξύ των δύο, τόσο μεγαλύτερη η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου.

Η Baumrind ανέπτυξε μια θεωρία με έμφαση στη δυναμική της σχέσης γονιού –παιδί, η οποία θεωρία έχει επιβεβαιωθεί από πληθώρα ερευνών από την ίδια αλλά και άλλους ερευνητές. Η θεωρία βασίζεται στο ότι η αυτοεκτίμηση του παιδιού σχετίζεται με το είδος εξουσίας που ασκεί ο γονιός και συνδυάζοντας δύο βασικές παραμέτρους – τις απαιτήσεις του γονιού από το παιδί και την ευαισθησία κι ανταπόκρισή του στο σύνολο των αναγκών του παιδιού (συναισθηματικές, πνευματικές, βιολογικές, κλπ) – προκύπτουν τέσσερεις τύποι συμπεριφοράς γονιών: ο δημοκρατικός που έχει απαιτήσεις από το παιδί αλλά παράλληλα ανταποκρίνεται μ' ευαισθησία στις ανάγκες του, ο αυταρχικός που έχει απαιτήσεις αλλά όχι ιδιαίτερη ανταπόκριση, ο επιεικής που έχει ανταπόκριση αλλά δεν έχει απαιτήσεις και ο παραμελητικός που δεν έχει ούτε απαιτήσεις ούτε ανταπόκριση. Οι έρευνες επιβεβαιώνουν ότι τα παιδιά των δημοκρατικών γονιών είναι πιο αυτάρκη, φιλόδοξα, με αυτοέλεγχο και υψηλότερη αυτοεκτίμηση. Επιπλέον ευρήματα δείχνουν ότι η χαμηλή αυτοεκτίμηση αγοριών σχετίζεται με αυταρχικότητα του πατέρα και των κοριτσιών με αυταρχικότητα της μητέρας αλλά και ότι η δημοκρατικότητα του πατέρα είναι αμελητέα όταν και η μητέρα δεν είναι δημοκρατική.

Η θεωρία που ανέπτυξε ο Stanley Coopersmith δίνει έμφαση στη μάθηση της αυτοεκτίμησης. Τα παιδιά μαθαίνουν ότι αξίζουν ως άνθρωποι επειδή α. οι γονείς τους τα μεταχειρίζονται με αγάπη και β. αντιμετωπίζουν με σεβασμό τον εαυτό τους όταν βλέπουν το ίδιο να κάνουν οι γονείς τους. Οι γονείς με χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι πιο τρωτοί στην πίεση άρα έχουν την τάση να υπεραμύνονται αντί να δίνουν λύσεις και αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε άγχος, ανεπάρκεια ή και ανικανότητα δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Άρα όπως μαθαίνεται η υψηλή αυτοεκτίμηση, και η έλλειψη αυτοεκτίμησης μπορεί να διδαχθεί.

Ο Braden βλέπει την αυτοεκτίμηση ως θεμελιώδη ψυχολογικό μηχανισμό που προκύπτει ως συνισταμένη της ικανότητας και της αίσθησης προσωπικής αξίας. Είναι η πεποίθηση ότι κάποιος όχι μόνο είναι ικανός να ζει αλλά ότι αξίζει να ζει.

Πώς ενισχύω πρακτικά την αυτοεκτίμηση των παιδιών μου;
Η υψηλή αυτοεκτίμηση δεν αφορά μόνο την παρούσα κατάσταση ενός παιδιού. Συνδέεται άμεσα με την ικανοποίηση και την ευτυχία του σε όλους τους τομείς (υγεία, σχέσεις, επαγγελματική πορεία, κα) και στη μετέπειτα ζωή του. Άρα ως γονείς οφείλουμε να ενισχύσουμε από την πρόωρη ακόμα φάση ανάπτυξης τους την αυτοεκτίμηση των παιδιών μας.
 
Χαρακτηριστικά γονιών που συνδέονται με υψηλή αυτοεκτίμηση των παιδιών του είναι:
Άνευ όρων αγάπη κι αποδοχή.
Ενθάρρυνση του παιδιού και ενίσχυση της εικόνας εαυτού του.
Καθορισμός σαφών αλλά και ρεαλιστικών ορίων και προσδοκιών από το παιδί (συνεπής τήρηση των ορίων από τον γονιό και απαιτήσεις σύμφωνα με την αναπτυξιακή φάση του παιδιού που σημαίνει πχ ότι δεν περιμένω από ένα τρίχρονο να κατανοεί το καλό και το κακό αλλά ούτε δικαιολογώ ένα δεκαπεντάχρονο όταν τρώγοντας κάτι λερώνει τον εαυτό του και όλο το σπίτι ).
Σεβασμός της ατομικότητας, δηλαδή, στο πλαίσιο που θέτουν οι γονείς τα παιδιά έχουν χώρο να εκφραστούν. Οι γονείς συζητούν μαζί τους και υπολογίζουν τις απόψεις, τα θέλω και τις ανάγκες τους.

Διαθεσιμότητα του γονιού στην ανάγκη του παιδιού για επικοινωνία.
Τι είδος αυτοεκτίμησης διαθέτουμε;
Οι Veronica & Florencia Andres, στο βιβλίο τους "Confianza Total" αντιπαραθέτουν κάποιους δείκτες του είδους αυτοεκτίμησης που διαθέτει ο καθένας μας. Θα μπορούσαν οι δείκτες αυτοί να χρησιμοποιηθούν ως ένα πρώτο σημείο αναφοράς και ερέθισμα για περαιτέρω διερεύνηση της αυτοεκτίμησής μας.
 

 

Χαμένοι στη μετάφραση

Γιατί επικοινωνούμε;
Πολλές φορές όταν μιλάω με ανθρώπους που τους απασχολεί η επικοινωνία, τους φέρνω αντιμέτωπους με αυτή την ερώτηση. Οι απαντήσεις που παίρνω είναι πολλές και διαφορετικές.
«Για να μπορούμε να έχουμε πολιτισμό.»
«Επειδή είμαστε κοινωνικά όντα»
«Για να δείξουμε στον άλλο τι πιστεύουμε και πως νιώθουμε για κάποια κατάσταση»
«Για να μην είμαστε μόνοι»
Αυτές αποτελούν μερικές μόνο από τις απαντήσεις που ακούγονται συχνότερα και παρουσιάζουν αρκετές διαφορές, αλλά και ένα κοινό σημείο: Οι άνθρωποι θεωρούν ότι επιλέγουμε να επικοινωνήσουμε. Πάνω σε αυτό το αξίωμα βασίζουν και τις απαντήσεις τους.
Η Θεωρία Συστημάτων βλέπει τα πράγματα εντελώς διαφορετικά και μας δίνει την παρακάτω απάντηση:
«Επικοινωνούμε επειδή δεν μπορούμε να μην επικοινωνήσουμε.»

Η θεωρία Συστημάτων ορίζει την ανθρώπινη επικοινωνία, ως την ανταλλαγή μιας πληροφορίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.

Βλέποντας τα πράγματα από αυτή τη σκοπιά, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι όντως από τη στιγμή που υπάρχει δεύτερος άνθρωπος στο χώρο, δεν είναι εφικτό το να μην επικοινωνήσουμε μαζί του. Όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά, σε κάποιο επίπεδο, συνιστά επικοινωνία. Όταν λέμε ότι δεν μπορούμε να μην επικοινωνήσουμε λοιπόν, δεν εννοούμε ότι δεν θα αντέξουμε να μην το κάνουμε, αλλά ότι είναι κάτι το οποίο δεν είναι νομοτελειακά εφικτό.

Δεν μπορούμε να μην επικοινωνήσουμε όπως ακριβώς δεν μπορούμε να μην πεθάνουμε, να τηλεμεταφερθούμε ή να γίνουμε αόρατοι.

Μπορούμε αν θέλουμε να μην μιλήσουμε στον άνθρωπο απέναντί μας, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν ανταλλάσσουμε πληροφορίες μαζί του. Κάθε πράγμα πάνω μας, από το βλέμμα, την στάση σώματος και την έκφραση του προσώπου, μέχρι τον ρυθμό της ανάσας μας, αποτελεί πληροφορία η οποία διακινείται διαρκώς από εμάς στον δέκτη. Μπορούμε φυσικά να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε όλα τα παραπάνω ώστε να μη μεταφέρουν καμία πληροφορία. Δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Σκεφτείτε ότι, για παράδειγμα, επαγγελματίες παίκτες του Πόκερ και παρεμφερών παιχνιδιών προσπαθούν επί χρόνια να τελειοποιήσουν την τέχνη της μη επικοινωνίας και πάλι δε τα καταφέρνουν.

Ακόμη στην περίπτωση που καταφέρουμε να μην επικοινωνήσουμε εξωλεκτικά μηνύματα, ο άνθρωπος στο δωμάτιο παίρνει δεκάδες πληροφορίες. Η εμφάνισή μας, ο τρόπος με τον οποίο είμαστε ντυμένοι, ακόμα και η προσπάθειά μας να μην επικοινωνήσουμε, αποτελούν τελικά πληροφορία και άρα επικοινωνία.

Από τα παραπάνω, γίνεται προφανές ότι η επικοινωνία, δεν είναι ούτε επιλογή, ούτε ανάγκη. Είναι απλώς μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Μια φυσική νομοτέλεια πάνω στην οποία μπορούμε να έχουμε κάποια ελάχιστη επιρροή (μπορώ να επιλέξω να μιλήσω για ένα θέμα), αλλά τελικά η πλειοψηφία των πληροφοριών που επικοινωνούμε μεταξύ μας, μεταδίδονται αυτόματα, χωρίς την βούληση μας και πολλές φορές χωρίς να τις έχουμε αντιληφθεί καν. Σε ποιον από εμάς δεν έχει τύχει να τον κατηγορήσουν ότι ήταν θυμωμένος ενώ εκείνος επέμενε ότι ήταν μια χαρά;

Γιατί μας απασχολεί το θέμα της εξωλεκτικής επικοινωνίας;
Κάποια από τα κύρια προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε στην επικοινωνία στις σχέσεις μας, οφείλονται στην εστίασή μας, στο υψηλότερο-επιφανειακότερο, επίπεδο επικοινωνίας: Το περιεχόμενο του προφορικού λόγου. Έτσι, συχνά καταλήγουμε να θεωρούμε ότι ο σύντροφός μας «δεν επικοινωνεί πλέον μαζί μας», ή ότι δεν συνεννοούμαστε, ενώ αν κοιτάξουμε προσεκτικότερα, θα βρούμε ότι επικοινωνούμε σε όλα τα βαθύτερα επίπεδα, απλώς δε το συνειδητοποιούμε.

Μια δεύτερη βασική αρχή που συναντάμε στην ανθρώπινη επικοινωνία είναι η εξής:
Η επικοινωνία μπορεί να συμβαίνει ταυτόχρονα, σε περισσότερα από ένα επίπεδα.Αυτά τα επίπεδα επικοινωνίας μπορούν να περιλαμβάνουν την γλώσσα του σώματος, τις χειρονομίες, το ηχόχρωμα και τον τόνο της φωνής, και φυσικά το περιεχόμενο των λόγων που εκφέρουμε.

Η συνειδητοποίηση της παραπάνω αρχής είναι εξαιρετικά σημαντική διότι πολύ συχνά, και χωρίς να το καταλαβαίνουμε, όταν μιλάμε σε κάποιον τα πράγματα τα οποία επικοινωνούμε σε ένα επίπεδο είναι αντιφατικά με αυτά τα οποία επικοινωνούμε σε κάποιο άλλο.

Μπορούμε να χωρίσουμε τα επίπεδα στα οποία επικοινωνούμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Το επίπεδο των περιεχομένων των λόγων μας, το οποίο μπορούμε να το ονομάσουμε Επικοινωνία, και το εξωλεκτικό, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε Μέτα-επικοινωνία.

Όταν αυτά που επικοινωνούμε σε κάποιον στο καθένα από τα δύο επίπεδα είναι αντιφατικά μεταξύ τους, ξεκινούν τα προβλήματα.
Σκεφτείτε ότι συναντάτε στο δρόμο ένα φίλο σας και του εκφράζετε πόσο σας έλειψε, ενώ ταυτόχρονα δείχνετε βιαστικός να πάτε κάπου. Στο επίπεδο του περιεχομένου των λόγων σας, επικοινωνείτε ότι θέλετε να τον δείτε, ενώ στο επίπεδο της εξωλεκτικής επικοινωνίας, επικοινωνείτε ότι θέλετε να φύγετε όσο το δυνατόν συντομότερα. Πως θα νιώσει ο φίλος σας; Πως θα ανταποκριθεί σε αυτό που του λέτε, και πως θα ανταποκριθεί σε αυτό που νιώθει; Στη συνέχεια, εσείς που δεν είχατε συνειδητοποιήσει ότι του επικοινωνήσατε αυτή την αντίφαση, αλλά έχετε μείνει στο περιεχόμενο της φράσης που εκφέρατε («μου έλειψες), πώς θα εκλάβετε την απάντησή του, η οποία μπορεί να μην απευθύνεται σε αυτό αλλά στο εξωλεκτικό σας;

Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε, πως η παραπάνω κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε ένα μικρής διάρκειας δράμα.
Αντιφάσεις στα επίπεδα της επικοινωνίας, όπως αυτές που είδαμε παραπάνω, αποτελούν την συχνότερη αιτία τεράστιων παρεξηγήσεων και συγκρούσεων ανάμεσα στα ζευγάρια. Οι θεραπευτές του Πάλο Άλτο, οι οποίοι ανακάλυψαν τις παραπάνω αρχές, διαπίστωσαν ότι προβλήματα τα οποία ταλαιπωρούσαν ζευγάρια επί χρόνια και πολλές φορές τα είχανε φτάσει μέχρι και στα πρόθυρα του χωρισμού, μπορούσαν να λυθούν μέσα σε ελάχιστες συναντήσεις, εφαρμόζοντας απλές μεθόδους αποκατάστασης της επικοινωνίας.