Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Όταν το σύμπαν ζωγραφίζει

Όταν το σύμπαν ζωγραφίζειΗ διαστημική υπηρεσία ΝΑΣΑ ξεχώρισε τις πιο όμορφες φωτογραφίες του διαστήματος που απεικόνισαν οι δορυφόροι της κατά την διάρκεια της χρονιάς που πέρασε.
Στην επιλογή της υπηρεσίας υπάρχει μια έκρηξη χρωμάτων και σχηματισμών , εντυπωσιακές φωτογραφίες του ήλιου και μας αποκαλύπτουν αυτά που δεν μπορούμε να δούμε με γυμνό μάτι από την επιφάνεια της γης. Οι εικόνες μας μαγεύουν και προκαλούν δέος για τα κρυμμένα μυστικά του σύμπαντος που μεταμορφώνουν τον γαλαξία μας σε μια απέραντη έκθεση ζωγραφικής.
Ένας ποιητής είπε κάποτε:«Το σύμπαν όλο βρίσκεται μες σ’ ένα ποτήρι κρασί».
Και ίσως ποτέ να μη μας είναι σαφές τι εννοούσε ακριβώς μ’ αυτή του την κουβέντα, γιατί, ως γνωστόν, οι ποιητές δε γράφουν για να τους καταλάβουμε εμείς.
Είναι όμως αλήθεια πως αν κοιτάξουμε ένα ποτήρι κρασί από πολύ κοντά θα δούμε όλο το σύμπαν μέσα. Θα δούμε μέσα φαινόμενα της φυσικής: Το υγρό που στροβιλίζεται και εξατμίζεται ανάλογα με τον αέρα και τη ζέστη, την αντανάκλαση στο γυαλί. Και, φυσικά, τα άτομα που, ναι μεν δε βλέπουμε, μα υπάρχουν στη φαντασία μας μέσα. Το γυαλί είναι η απόσταξη της πέτρας και κρύβει στη σύνθεσή του το μυστικό της ηλικίας του σύμπαντος και της εξέλιξης των άστρων.
Ποια αλλόκοτη παράταξη στοιχείων χημικών, βρίσκει κανείς στο κρασί; Και πώς βρεθήκανε κει; Θα βρει κανείς τα ένζυμα, τα προϊόντα και υπόπροϊόντα.
Μες στο κρασί θα βρεις εξάλλου και μια τρανή γενίκευση: Πως όλη η ζωή είναι κι αυτή μια ζύμωση. Δεν μπορείς όμως τη χημεία του κρασιού ν’ ανακαλύψεις χωρίς να αρρωστήσεις — όπως συνέβη στον Παστέρ. Και πόσο ζωντανό αυτό το κόκκινο που αποτυπώνεται στο συνειδητό εκείνου που το βλέπει;
Ακόμα κι αν το μικρό μας μυαλό, επειδή το βολεύει, χωρίζει αυτό το ποτήρι κρασί, αυτό το σύμπαν, σε μέρη —φυσική, βιολογία, γεωλογία, αστρονομία, ψυχολογία, και τα λοιπά— εσείς να θυμόσαστε: Η φύση αυτό δεν το ξέρει! Γι΄αυτό εμείς ας το ενώσουμε ξανά, κι ας μη ξεχνάμε ποιος είναι τελικά ο προορισμός του.
Μια τελευταία απόλαυση: Ας το πιούμε κι ας συναντήσουμε τη λήθη!
0
10
space 2
space 3
space 4
space 5
space 6
space 7
space 8
space 13
space 14
space 15

Τι είναι ο χρόνος;

Ο μύθος του χρόνου«Τι είναι ο χρόνος; Ο,τι μετράνε τα ρολόγια μας».
Λέμε συχνά ότι ο χρόνος «ρέει», «κυλά» και «φεύγει», χωρίς ποτέ να προσδιορίζουμε επακριβώς τι είδους «πράγμα» είναι αυτό που κυλά και φεύγει ασταμάτητα ή, τουλάχιστον, ποιος ή πώς μπορεί κανείς να μετρά την αδιάκοπη ροή του.
Αναμφίβολα, ο «χρόνος» αποτελεί το πιο σκοτεινό και άπιαστο αντικείμενο της ανθρώπινης σκέψης (φυσικής και μεταφυσικής): πρόκειται για κάτι που υπάρχει «πραγματικά» ή, αντίθετα, είναι ένας βολικός τρόπος να «μετράμε» ό,τι συνεχώς μεταβάλλεται και παρέρχεται γύρω από εμάς και μέσα μας; Αραγε, θα συνεχίσει να κυλά αιωνίως, αδιαφορώντας για τις αδυναμίες και τις αγωνίες των ανθρώπων, ή κάποτε θα «τελειώσει», επαναφέροντας στο μηδέν το Σύμπαν και τους κατοίκους του;
Λέγεται ότι όταν ρώτησαν τον Αϊνστάιν «τι είναι ο χρόνος;», αυτός απάντησε χωρίς περιστροφές: «Ο,τι μετράνε τα ρολόγια μας». Με αυτή την προκλητική δήλωση, ο μεγάλος ανανεωτής των παραδοσιακών εννοιών του χώρου και του χρόνου ήθελε πιθανά να μας υπενθυμίσει ότι ο χρόνος δεν είναι «κάτι τι» που μπορεί να συλληφθεί ανεξάρτητα από τον τρόπο που το μετράμε, δηλαδή ανεξάρτητα από το πώς καταγράφουμε την παρουσία του.
Εξάλλου, ο Αϊνστάιν δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει ό,τι, πριν από δύο χιλιετίες, είχε υποστηρίξει πρώτος και ρητά ο Αριστοτέλης στο έργο του «Φυσικά» ή «Φυσική Ακρόασις»: «Διότι τούτο είναι ο χρόνος, το αριθμήσιμο ποσό (αριθμός) της κίνησης στη διάρκειά της από ένα πρότερο σε ένα ύστερο» («Φυσικά», 219 b, τόμος 2, μτφ. Β. Μπετσάκος, εκδ. Ζήτρος).
Ο χρόνος λοιπόν, σύμφωνα με τον μεγάλο Σταγειρίτη, δεν είναι παρά «αριθμός» που μετρά τη κίνηση, και μόνο ως μετρήσιμο μαθηματικό μέγεθος έχει το ακριβές φυσικό νόημα που καταγράφεται στις ενδείξεις των ρολογιών και των ημερολογίων μας!
Απορρίπτοντας την επικρατούσα στην εποχή του κυκλική σύλληψη του χρόνου και τα παράδοξα της αιώνιας επιστροφής που αυτή γεννά, ο Αριστοτέλης ανοίγει πρώτος τον δρόμο για την εκκοσμίκευση και τη φυσικοποίηση της μέχρι τότε επικρατούσας μετα-φυσικής σύλληψης του χρόνου.
Και είναι απορίας άξιον γιατί χρειάστηκε να περάσουν τόσοι αιώνες ώσπου να υιοθετηθεί η αριστοτελική «λύση» (με τη διττή έννοια της επίλυσης αλλά και της διάλυσης) των λογικών παραδόξων που γεννά η αιωνιότητα, δηλαδή η ιδέα ενός άχρονου κυκλικού χρόνου.

Ο μύθος του χρόνου Σημαντική παράμετρος στην αντίληψη του χρόνου είναι η συνείδηση του μύθου ως «αληθινής ιστορίας» και όχι ως παραμυθιού, όπως τον αντιλαμβάνεται ένας μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας. Και τούτο γιατί η έννοια μύθος και η έννοια χρόνος είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, καθώς ο μύθος παράγει το χρόνο, του δίνει περιεχόμενο και μορφή.
Ανάμεσα στα αποκτήματα του πρωτόγονου ανθρώπου, έτσι όπως τα αξιολογούν οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι, εκτός από τα όπλα, τα σκεύη και τα εργαλεία αναφέρονται επίσης οι χοροί, τα τραγούδια, οι ιστορίες, οι τελετουργίες και τα ονόματα. Όλα αυτά είναι μορφές έκφρασης του μύθου που περνά από γενεά σε γενεά. Ο μύθος και η πραγματικότητα είναι άρρηκτα συνυφασμένες έννοιες με κυριολεκτική έκφραση μέσα στη ζωή. Υπό αυτή την έννοια ο μύθος είναι ζωή και η ζωή μύθος.
Πέρα από αυτό ο μύθος ανάγει τη συνείδηση στην αδιαφοροποίητη αρχή του κόσμου, στον αρχέγονο χρόνο. Η αρχή του κόσμου, της ανθρωπότητας, η αρχή της ζωής και του θανάτου, του ζωικού και του φυτικού βασιλείου, η αρχή του κυνηγιού και της καλλιέργειας, η αρχή της φωτιάς, της λατρείας, των μυητικών τυπικών και των θεραπευτικών δυνάμεων είναι γεγονότα απομακρυσμένα στο χρόνο.
Εκεί έχει τα θεμέλιά της η σημερινή ζωή και από εκεί αντλούν την καταγωγή τους οι σύγχρονες κοινωνικές δομές. Οι θείες ή υπερφυσικές οντότητες που δραστηριοποιούνται στο μύθο, τα κατορθώματά τους, οι μοναδικές τους περιπέτειες, όλος αυτός ο θαυμαστός κόσμος είναι μια υπερβατική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για μια sine qua non συνθήκη στην παρούσα πραγματικότητα.

Ο μύθος είναι ιερή ιστορία. Και τούτο όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά για τις συγκεκριμένες ιεροφάνειες που θέτει σε κίνηση. Η αφήγηση των μύθων της δημιουργίας ενσωματώνεται στις παγκόσμιες λατρείες, γιατί οι μύθοι είναι από μόνοι τους λατρεία και συνεισφέρουν στο σκοπό για τον οποίο έχουν εγκαθιδρυθεί οι λατρείες σε όλον τον κόσμο.
Η υπενθύμιση της δημιουργίας βοηθά τη ζωή του ανθρώπινου γένους, δηλαδή της κοινότητας ή της φυλής. Η υπενθύμιση των μυητικών τελετουργιών βοηθά στην επιβεβαίωση της διάρκειας και της αποτελεσματικότητας της ανθρωπότητας.
Αυτά που ο ο Κ. Τ. Πρέους (K. T. Preuss), ο Μπρόνισλαβ Μαλινόβσκι (Bronislaw Malinowski) και πολλοί άλλοι ακαδημαϊκοί διατύπωσαν με πολυάριθμα και χαρακτηριστικά παραδείγματα, αναφέρονται ουσιαστικά στο γεγονός ότι ο μύθος δεν είναι απλά η αφήγηση μιας ιστορίας, αλλά η βίωση της πραγματικότητας -όχι μια διανοητική αντίδραση σ’ ένα αίνιγμα, αλλά μια εξέχουσα πράξη πίστης- μια αναφορά της αρχέγονης πραγματικότητας που ζει στην παρούσα ζωή.
Άλλωστε, η ύπαρξη του κόσμου είτε τη μελετά κανείς μακροκοσμικά ή μικροκοσμικά δεν είναι συμπαγής και αδρανής. Ανανεώνεται διαρκώς μέσω της αναφοράς στο μύθο. Ο μύθος και η ιερή δράση που συνδέεται μαζί του εγγυάται στην πραγματικότητα την επιβίωση του κόσμου.
Σύμφωνα με τον Πρέους, «ο πρωτόγονος άνθρωπος όχι μόνον επαναλαμβάνει, αλλά ανασυνθέτει μέσω του μύθου την αρχική πράξη της Δημιουργίας». Ο αρχέγονος χρόνος είναι δημιουργικός. Δημιουργεί αυτό που συμβαίνει σήμερα, μέσω της επανάληψης του μύθου. Διατηρεί μια εικόνα του κόσμου κατά πολύ διαφορετική από τις συνηθισμένες μας συλλήψεις.
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι καθορισμένο, τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει, εκτός και αν ανανεώνεται διαρκώς, αφού ενεργοποιείται από τον μύθο. Αλλά κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ο μύθος είναι αιτιολογικός, όχι γιατί εξηγεί κάτι, αλλά γιατί παρέχει εγγύηση για την ύπαρξη του γεγονότος. Τούτο βρίσκει την εφαρμογή του όχι μόνο στις ιδιαίτερες όψεις της ζωής, αλλά στο σύνολο της δημιουργίας. Με άλλα λόγια βρίσκει την εφαρμογή του στη δημιουργική δύναμη που βρίσκεται πίσω από την εκδήλωση κάθε γεγονότος.
Στη σύγχρονη εποχή μόνον υπολείμματα αυτής της μυθικής άποψης για τον κόσμο επιβιώνουν. Αυτό δε σημαίνει ότι η μυθική άποψη είναι νεκρή. Επιβιώνει στις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, που ζουν ακριβώς εξαιτίας της μυθικής τους άποψης για τον κόσμο και της αιτιολογικής τους σχέσης με το σωτηριολογικό μύθο. Στην εβραϊκή, στη χριστιανική θρησκεία, στο Βουδισμό, τον Ινδουϊσμό, τον Ισλαμισμό, τον Μανδαϊσμό, σε όλες σχεδόν τις αποκαλούμενες μεγάλες ή μικρές θρησκείες του κόσμου υπάρχει ο μύθος της δημιουργίας αλλά και της λύτρωσης, που είναι στην πραγματικότητα μια δεύτερη δημιουργία.
Υπάρχουν επίσης τα μυστήρια, καθιερωμένα από τα κεντρικά πρόσωπα κάθε θρησκείας. Σε κάθε, λοιπόν, ενεργοποίηση των μυστηρίων, οποιαδήποτε και αν είναι η εξωτερική μορφή τους, αυτό που αναβιώνει είναι το ρεύμα της ανανέωσης του κόσμου που κουβαλούν εν δυνάμει μέσα τους οι θρησκείες.
Σήμερα η θρησκεία είναι ο κατεξοχήν αντιπρόσωπος της μυθοποιητικής σκέψης, γιατί στα δρώμενά της απεικονίζονται οι σημαντικότερες μορφές της πραγμάτωσης του μύθου. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η συμμετοχή στα δρώμενα μετατρέπει το βιωμένο χρόνο σε μυθικό χρόνο, τον χρόνο της έναρξης της Δημιουργίας, της μέσης και του τέλους που υποδεικνύεται από την «πρόνοια» ή τους ίδιους τους εαυτούς μας ως συμμέτοχους στη δημιουργία.
Ένα έξοχο παράδειγμα αυτής της αλληλοσύνδεσης της αρχής της μέσης και του τέλους βρίσκεται στους πρώτους στίχους της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Στο μέσο της ζωής του ο ποιητής βρίσκεται στο σκοτάδι. Ένα τέρας απειλεί να τον οδηγήσει στον τόπο όπου «ο ήλιος είναι σιωπηλός». Σε αυτό το σημείο μια νέα αρχή πρέπει να γίνει, ένας νέος μύθος να προφερθεί. Κι έτσι γίνεται! Η αρχαιότητα τον παίρνει από το χέρι και τότε όλα τα πλούτη της κόλασης, του καθαρτήριου και του παράδεισου διαχύνονται μέσα στη ζωή του ως νέο περιεχόμενο. Εξαγνισμένος, μεταμορφωμένος τραβά το δρόμο του.
Όπως το εξέφρασε ο Κ. Γκ. Γιουνγκ, «Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο ποιητής εργάζεται με υλικά που παίρνει από δεύτερο χέρι. Πηγή της δημιουργικότητάς του είναι η αρχέγονη εμπειρία, για αυτό χρειάζεται μυθολογικό υλικό για να της δώσει μορφή. Ο Γκαίτε ψαχουλεύει στον Κάτω Κόσμο της ελληνικής αρχαιότητας.
Ο Βάγκνερ αντλεί από όλο το σώμα της σκανδιναβικής μυθολογίας, ενώ ο Νίτσε επιστρέφει στην ιερατική λειτουργία και αναδημιουργεί το θρυλικό προφήτη των προϊστορικών εποχών». Από αυτή την άποψη οι αυθεντικοί ποιητές είναι εκείνοι που βιώνουν το μυθικό χρόνο. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι συνηθίσαμε τον ομογενοποιημένο χρόνο του ρολογιού μας, αυτόν που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Χρόνος ήταν μια ασώματη αρχέγονη θεότητα που προσωποποιούσε την έννοια του χρόνου. Παρότι ασώματος, παριστανόταν ωστόσο και ως τέρας με σώμα φιδιού και τρία κεφάλια: ανθρώπου (άνδρα), ταύρου και λιονταριού. Ο Χρόνος και η συνοδός του Ανάγκη (επίσης φιδίσια) περιελίσσονταν γύρω από το κοσμικό αβγό και το έσπασαν για να σχηματισθεί το «ταξινομημένο» Σύμπαν (γη – ουρανός – θάλασσα).
Εναλλακτικά, ο Χρόνος παριστάνεται σε ελληνορωμαϊκά ψηφιδωτά ως ένας άνδρας που περιστρέφει τον τροχό του Ζωδιακού. Αυτή η μορφή αποκαλείται συχνά «Αιών», μια εναλλακτική ονομασία του θεού Χρόνου.
Επίσης, με το όνομα Χρόνος είναι γνωστό το ένα από τα τέσσερα άλογα που έσερναν το άρμα του θεού Ηλίου κατά το ημερήσιο ταξίδι του ανά τους ουρανούς. Ο Χρόνος προσωποποιούσε και έτσι την αφηρημένη έννοια του χρόνου, που αποδινόταν με το πέρασμα των ημερών. Αμφότερες οι προσωποποιήσεις αυτές διαφέρουν από την κατά πολύ μεταγενέστερη προσωποποίηση του χρόνου στο πρόσωπο του θεού Κρόνου.

Καλή, όμορφη κι ευτυχισμένη η νέα χρονιά που μόλις έρχεται…

Ένας εξωγήινος στη Βηθλεέμ

Ένας εξωγήινος στη ΒηθλεέμΜύθος είναι μια θρησκεία που κανείς πια δεν πιστεύει. James Feibleman

Καταρχάς κουνήστε το κεφάλι σας πέρα-δώθε. Μετά πάνω κάτω, όσο πιο γρήγορα μπορείτε, αρκετές φορές. Μετά πείτε δέκα φορές: «δεσοξυριβονουκλεϊνικό».
Ωραία! Ίσως να ξεκόλλησαν λίγο οι νευρώνες.
Τώρα προσπαθήστε να κάνετε κάτι πολύ πιο δύσκολο: Σταματήστε να σκέφτεστε ως ένθεος ή άθεος, αποτινάξτε τη συναισθηματική φόρτιση, θετική ή αρνητική, της θρησκευτικής σας πεποίθησης (και ο αθεϊσμός πεποίθηση είναι, αγαπητέ μου).
Για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε στη Βηθλεέμ χωρίς προκαταλήψεις πρέπει να αδειάσουμε τις τσέπες του μυαλού μας από ερωτήματα του τύπου: «Ο Χριστός ήταν θεός ή άνθρωπος ή θεάνθρωπος; Ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο ή μήπως είναι επινόηση των Ευαγγελιστών –και του σπουδαιότερου διαφημιστή όλων των εποχών, του Απόστολου Παύλου;»
Για να γίνει πιο εύκολη –και βιωματική- η αδογμάτιστη προσέγγιση πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ξανά τον αγαπητό μας εξωγήινο.
Ξέρετε, τον εξωγήινο Λεβιστρός, που φτάνει με το διαστημόπλοιο του στο τρίτο πλανήτη ενός συνηθισμένου ηλιακού συστήματος.
Πολύ γρήγορα ο Αλιενστρός αντιλαμβάνεται ποιο ζώο είναι το κυρίαρχο του πλανήτη (μετά τα βακτήρια και τους ιούς, φυσικά).
Κάθε ανθρωπολόγος που θέλει να καταλάβει μια φυλή ξεκινάει να μελετάει τη μυθολογία του. Να αποδομεί τη μυθολογία του ουσιαστικά, αφού δεν τον ενδιαφέρουν τα καλολογικά στοιχεία ούτε τα ψήγματα αλήθειας που ενυπάρχουν σε κάθε μύθο, αλλά πως η μυθολογία αντικατοπτρίζει την κοινωνική οργάνωση του είδους και την ατομική ψυχοσύνθεση του ατόμου.
Ο Αλιενστρός είναι τυχερός, αφού το κυρίαρχο είδος έχει μια έμφυτη (;) τάση να μυθολογεί και να καταγράφει τις μυθολογίες του.
Η πρώτη μυθολογία που πέφτει στα χέρια του ονομάζεται: Καινή Διαθήκη.
Εκεί μέσα περιγράφεται η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου (ο Αλιενστρός δεν ασχολείται με την υποτιθέμενη θεϊκή υπόσταση του ήρωα).
Ο ήρωας του συγκεκριμένου μύθου γεννιέται πάμφτωχος και ταπεινός, αλλά από μικρός επιδεικνύει σπουδαίες πνευματικές αρετές.
Όταν μεγαλώνει έρχεται σε σύγκρουση με το θρησκευτικό και κοινωνικό κατεστημένο. Όχι μόνο καταπατάει τους θρησκευτικούς νόμους, όπως την απαγόρευση εργασίας το Σάββατο, όχι μόνο αντιτίθεται στην εμπορευματοποίηση της θρησκείας, αλλά διακηρύσσει κάποιες αρχές οι οποίες σίγουρα ξενίζουν (ή και σκανδαλίζουν) τους συγκαιρινούς του.
Χωρίς να κρίνει την ορθότητα των θέσεων του ανθρώπου που αποκαλείται Χριστός στο κείμενο, ο Αλιενστρός αντιλαμβάνεται ότι είναι παράδοξες σε σχέση με την κρατούσα ηθική.
Σε έναν κόσμο βίας και μισαλλοδοξίας ο Χριστός μιλάει και λέει: «Αγαπάτε αλλήλους» ή «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν».
Σε έναν κόσμο οικονομικής ανισότητας λέει πως όποιος έχει δύο χιτώνες πρέπει να δίνει τον ένα και ότι ο πλούσιος είναι σε χειρότερη θέση και από μια καμήλα.
Αυτός ο άνθρωπος συναναστρέφεται τους κατώτερους της φυλής του: Πόρνες, ψαράδες, αμόρφωτους, ακόμα και τους μιερούς φοροεισπράκτορες. Δέχεται να πιει νερό από μια γυναίκα που ανήκει σε άλλη φυλή, εχθρική.
Την ίδια στιγμή δεν ικανοποιεί τη δίψα των επαναστατών –υποστηρίζοντας τον αγώνα τους για εθνική ανεξαρτησία- κι έτσι χάνει μια πολύ σημαντική ευκαιρία να γίνει αρχηγός του απελευθερωτικού κινήματος.
Σύντομα καταδικάζεται, μετά το μένος της θρησκευτικής εξουσίας, την αδιαφορία της κοινωνικής εξουσίας και τη δημαγωγία της λαϊκής εξουσίας.
Εκτελείται με τον πλέον ταπεινωτικό τρόπο, ως ένας κοινός εγκληματίας.
Ακριβώς επειδή ο Αλιενστρός είναι από άλλον πλανήτη δεν είναι προκατειλημμένος αρνητικά ενάντια στους κατακτητές που διέταξαν και τους ντόπιους που συναίνεσαν στη δολοφονία του Χριστού.
Ειδικά αφού όταν διαβάζει κι άλλες μυθολογίες, όπως την Πλατωνική Διαλεκτική Μυθολογία, αντιλαμβάνεται ότι είναι κοινός τόπος σε αυτό το είδος να δολοφονούνται όσοι πρεσβεύουν καινόδοξες θεωρίες, όπως -για παράδειγμα- ο άνθρωπος που ονομαζόταν Σωκράτης.
Ο Αλιενστρός, ακριβώς επειδή είναι από άλλο πλανήτη, τόσο εξελιγμένο ηθικά ώστε να μην αυτοκαταστραφεί παρά την επιστημονική πρόοδο, καταλαβαίνει ότι οι ιδέες ανθρώπων όπως εκείνου που ονομαζόταν Χριστός κι εκείνου που ονομαζόταν Σωκράτης, θα ήταν ωφέλιμες για την εξέλιξη του είδους –και απαραίτητες για την επιβίωση του.
Κι όμως. Οι φορείς αυτών των ιδεών δολοφονήθηκαν, ενώ οι ίδιες οι ιδέες διαστρεβλώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογηθεί η καταστροφή.
Ο Αλιενστρός, χωρίς θλίψη καμία, γράφει στο τετράδιο του ότι το κυρίαρχο ζωικό είδος στον τρίτο πλανήτη είναι καταδικασμένο να αυτοκαταστραφεί.
Καταγράφει όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί κι αποχωρεί για τον επόμενο πλανήτη, στο επόμενο ηλιακό σύστημα, όπου –ίσως- συναντήσει έλλογα όντα.

Ποιά Ελεύθερη Βούληση;

«Η πόλη δεν πρέπει να συγχέεται με τις λέξεις που την περιγράφουν.
Κι όμως, ανάμεσά τους υπάρχει κάποια σχέση.» Ίταλο Καλβίνο / «Οι Αόρατες Πόλεις»

Ελεύθερη Βούληση: Από την οντολογία του ανύπαρκτου και την οντογονία του περιττού στην κοινωνιολογία του απαραίτητου: Το τί και το γιατί: Είναι γνωστό στους παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ ότι ο τελευταίος κύκλος που εναγωνίως προσπαθούν να τετραγωνίσουν (πάλι) οι σύγχρονοι διανοητές και επιστήμονες, είναι το ανοιχτό ζήτημα της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησης. Γιατί; Άλλοι από επιπολαιότητα, άλλοι από επιστημονική αλαζονεία και άλλοι, ίσως, για να θυμηθούμε τον Ίρβινγκ Γιάλομ, γιατί νιώθουν υποχρεωμένοι να σταθούν αλληλέγγυοι προς τους υπαρξιακούς ψυχοθεραπευτές και τους θρησκευτικούς παρηγορητές στη διακονία της απόγνωσης.

Και μπορεί βέβαια οι φυσικοί [1] και οι φιλόσοφοι να δικαιολγούνται να πιστεύουν, για τους δικούς τους υπαρξιακούς λόγους, ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάτι στο Σύμπαν και στον άνθρωπο που να μην μπορεί να περιγραφεί από τη φυσική και τη φιλοσοφία αντίστοιχα, αλλά οι νευροεπιστήμονες σαν και εμένα, που για προφανείς λόγους έρχονται αντιμέτωποι συχνά με τα πιο αντιφατικά πρόσωπα του εγκεφάλου και της συμπεριφοράς, οφείλουν, πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω, να είναι πολύ φειδωλοί στην κατάθεση απόψεων και υποθέσεων που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την επιστημονική δεοντολογία και υποχρέωσή τους.

Θεωρώ, δηλαδή, ότι κάθε απόπειρα επιστημονικής διαπραγμάτευσης ενός θέματος προϋποθέτει, όπως λέει και η Ελένη Σαββάκη από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, την αποσαφήνιση των ιδιοτήτων και των διαδικασιών παρατήρησης αυτών των ιδιοτήτων των μελετώμενων φαινομένων, στην περίπτωσή μας, της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησης. Κάτι τέτοιο όμως ως γνωστόν δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Γι’αυτό οι νευροεπιστήμονες δεν ξέρουν τί θα έπρεπε να αναζητούν ως απόδειξη της ύπαρξης ελεύθερης βούλησης.

Κάποιο αυθόρμητο νευρωνικό γεγονός στο εσωτερικό του εγκεφάλου, ή μήπως κάποια νευρωνική αντίδραση αντίθετη στο φυσικό αίτιο που την προκάλεσε; Μα και τα δύο αυτά ενδεχόμενα ταιριάζουν περισσότερο στην αντίληψη που έχουμε για κάθε φυσικά ντετερμινιστική διαδικασία που αποκλείει την ελεύθερη βούληση, παρά στην έννοια που δίνουμε στην ελεύθερη βούληση.

Τότε, λοιπόν, γιατί προσέρχομαι αυτοβούλως στη δίνη του κύκλου που τα όριά του δεν ελέγχω εγώ και οι ομότεχνοι/ομοιοπαθείς μου; Γιατί, δηλαδή, συζητώ επί θεμάτων που δεν πιστεύω ότι μπορεί να εξετασθούν επαρκώς με το τρέχον επιστημονικό παράδειγμα, δηλαδή το υπάρχον πλαίσιο επιστημονικής σκέψης; Απαντώ απερίφραστα: Για τους εγγενείς κοινωνικούς λόγους, το παρελθόν και την προοπτική, της βιολογίας (μας).

Την ίδια στιγμή που ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, την επιστήμη και τον εαυτό μας δεν επιτρέπει την ενδελεχή επιστημονική αντιμετώπιση του ερωτήματος για τη ύπαρξη ή όχι ελεύθερης βούλησης στον φυσικό κόσμο, και ενόσω, ή μάλλον επειδή, η συζήτηση πλέον διεξάγεται, σπεύδω να υποστηρίξω την ελεύθερη βούληση ως εξελικτικό βιολογικό προϊόν και προαπαιτούμενο του κοινωνικού ανθρώπου. Υποστηρίζω, δηλαδή, ότι η βιολογία του σώματος ενσωματώνει με το βίωμα, κατά τη διάρκεια της εξέλιξης και της ανάπτυξης του οργανισμού, την προοπτική της βούλησης, προκειμένου να δημιουργήσει τον κοινωνικό άνθρωπο και την κοινωνία.

Με το βίωμα, η βιολογία του ατόμου, χωρίς να σταματάει να αποτελεί στοιχείο του φυσικού κόσμου, μετέχει πλέον -γίνεται κοινωνός- του κοινού που την προϋποθέτει. Είναι βέβαια γνωστό ότι η αλληλεπιδρώσα βιολογία δημιουργεί δεσμούς και ίσως εξαρτήσεις, που ως ένα βαθμό μπορεί να θεωρηθεί ότι περιστέλλουν τους βαθμούς ελευθερίας του φυσικού συστήματος άνθρωπος. Ταυτόχρονα, όμως, τον απελευθερώνει από τον φυσικό προκαθορισμό της μη βιωμένης ύλης.

Αφού λοιπόν κοινωνία χωρίς βιωμένη, άρα απελεύθερη, βιοφυσική=βιολογία δεν είναι δυνατή, υπερασπίζομαι την ελευθερία αλλά και την ενότητα της βιολογίας και της κοινωνίας. Γιατί σε αυτό το πλαίσιο, φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως διαφορετικές μεταξύ τους οντότητες, αφού ο νους τουλάχιστον είναι σχεδιασμένος να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον. Ελπίζω βέβαια ότι η αναφορά στην ενότητα βιολογίας και κοινωνίας δεν οδηγεί στην συνειρμική σύνδεσή της με την πολύπαθη κοινωνιοβιολογία του Wilson.

Φυσικά ζόμπι ή πνευματικά φαντάσματα; Επιτρέψτε μου μία σύντομη ιστορική εισαγωγή πριν από την εξέταση του θέματος από την πλευρά της αναπτυξιακής νευροβιολογίας και τη διατύπωση μίας άποψης-υπογραμμίζω άποψης. Είναι γνωστό ότι η πρώιμη επιστημονική σκέψη είχε μία απόλυτα ντετερμινιστική (αιτιοκρατική) αντίληψη για το σύμπαν. Πίστευε, δηλαδή, ότι για ο,τιδήποτε συμβαίνει ευθύνεται κάτι που προηγουμένως έχει συμβεί, και, επομένως, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί με άλλον τρόπο από αυτόν που συμβαίνει.

Για να θυμηθούμε τα λόγια του μαθηματικού μαρκήσιου ντε Λαπλάς: «αν ένα όν γνώριζε σε μία συγκεκριμένη στιγμή όλες τις δυνάμεις της φύσης, καθώς και τις θέσεις και τις ταχύτητες των σωμάτων που υπάρχουν στο Σύμπαν, θα είχε πλήρη γνώση του παρελθόντος και του μέλλοντος κάθε αντικειμένου, ζωντανού ή άψυχου». Η προφανής, όσο και συνταρακτική συνέπεια αυτής της εκδοχής για την πραγματικότητά μας είναι ότι αυτό που με αυτάρεσκη βεβαιότητα ονομάζουμε ελεύθερη βούληση είναι μία πλάνη, μία έννοια που δεν μπορεί να υπάρξει.

Τον πανικό που δημιουργεί στο μυαλό των απλών (και όχι μόνον) ανθρώπων ένα τέτοιο ενδεχόμενο ανέλαβε να διασκεδάσει ο Καρτέσιος, υποστηρίζοντας ότι αποτελούμαστε από δύο σφαίρες, μία φυσική και μία πνευματική και ότι η πνευματική δεν υπακούει στους νόμους της φυσικής. Το όχι λιγότερο σοβαρό βέβαια πρόβλημα που άφηνε προς επίλυση αυτή η άποψη ήταν η εξεύρεση του τρόπου επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο σφαιρών. Η Καρτεσιανή όμως τοποθέτηση, που φαίνεται να σώζει την ελεύθερη βούληση, υιοθετήθηκε από τους απλούς ανθρώπους και από τις οργανωμένες κοινωνίες.

Οι απλοί άνθρωποι, εκτός των άλλων, διαπίστωναν ότι με αυτό το σχήμα μπορούσαν να παραμείνουν τόσο ελεύθεροι απέναντι στους άλλους ανθρώπους, όσο και συνδεδεμένοι με τον Θεό τους. Οι κοινωνίες (δηλαδή οι ίδιοι πάλι άνθρωποι), διαπίστωναν, επίσης, ότι με αυτό το σχήμα είχαν τη δυνατότητα να αποτιμήσουν/αξιολογήσουν μεμονωμένες ή συλλογικές συμπεριφορές και να οργανώσουν ένα πολιτικό και νομικό σύστημα που επιτρέπει την επιδοκιμασία/επιβράβευση του ‘καλού’ και την αποδοκιμασία του ‘κακού’.

Γιατί αλλιώς σκεφθείτε μία κοινωνία που παραιτείται της (ψευδ)αίσθησης ότι επιλέγει τους κατά το δυνατόν καλύτερους κυβερνήτες, ή που δεν θεωρεί ότι μπορεί να καταδικάσει κάποιον εγκληματία επειδή για τις εγκληματικές πράξεις του δεν ευθύνεται αυτός αλλά οι δυνάμεις τους Σύμπαντος! Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα όμως, οι συντονισμένες προσπάθειες των νευροεπιστημόνων και οι διαδοχικές επιτυχίες τους στην κατανόηση της φυσιολογικής και παθολογικής λειτουργίας του νευρικού συστήματος, αποκαλύπτουν βαθμιαία ότι την ευθύνη για τις πράξεις μας την έχει το όργανο της συμπεριφοράς, ο εγκέφαλος.

Έτσι, τα τελευταία χρόνια συζήτησης του προβλήματος νους/εγκέφαλος, οι περισσότεροι (νευρο)επιστήμονες συγκλίνουν στην παραδοχή ότι ο νους μας είναι ύλη, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να υπάρξει γνωστική λειτουργία χωρίς νευρωνική δραστηριότητα. Εάν δεχθούμε την εξίσωση νους=εγκέφαλος, τότε ό,τι είναι ανθρώπινο μπορεί να βρεθεί στον εγκέφαλο. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι οι αιτιοκρατικοί νόμοι της φυσικής (γιατί όχι της φύσης;) κυβερνούν και τον άνθρωπο.

Έτσι, αρκετοί φυσικοί και νευροεπιστήμονες επανέρχονται σήμερα στην ντετερμινιστική αντίληψη για τον κόσμο και τον άνθρωπο, παρόλο που ως γνωστό η σύγχρονη επιστήμη είναι ένα μίγμα ντετερμινιστικών και πιθανοκρατικών θεωριών (για παράδειγμα, σύμφωνα με την κβαντική μηχανική που προβλέπει με πιθανότητες, η ραδιενεργή διάσπαση συμβαίνει με προβλέψιμο τρόπο, αλλά δεν είναι δυνατόν ούτε θεωρητικά να πούμε πότε θα συμβεί αυτό).

Τελικά, τί συμβαίνει με τον άνθρωπο και την ελεύθερη βούληση; Το αδιέξοδο προφανές, όσο και προφανής η σχηματοποίηση των δύο επιλογών που μας προτείνονται: Είμαστε φυσικά ζόμπι χωρίς ελεύθερη βούληση και ευθύνη ή πνευματικά φαντάσματα με αναίτιες επιλογές και βούληση; Νομίζω ότι τελικά για την ελεύθερη βούληση ισχύει αυτό που λέει (αλλά, φευ, και το ακριβώς αντίθετο) ο Γιώργος Γραμματικάκης για την κβαντική μηχανική:
«ενώ λειτουργεί απόλυτα στο πρακτικό επίπεδο, η εννοιολογική της ερμηνεία παραμένει εν πολλοίς μετέωρη».
Μονιστικές δυσκολίες: Μία παρένθετη παρατήρηση που ίσως να με αφορά και προσωπικά: Παρατηρώντας κάποιος την δυσκολία των συναδέλφων νευροεπιστημόνων να τοποθετηθούν πάνω στο πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης, θα διαπιστώσει, με ένα μίγμα έκπληξης αλλά και επιβεβλημένης κατανόησης για τα αδιέξοδα που οδηγεί η συνεπής και συνεχής άσκηση κάθε προσχηματισμένης άποψης, ότι πολλοί μονιστές συνάδελφοι, που αποκρούουν μετά βδελυγμίας κάθε εμπλοκή της ανύπαρκτης έννοιας ‘πνεύμα’ στη νευρωνική δραστηριότητα του εγκεφάλου, βρίσκονται στην ανάγκη να υπερασπισθούν την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης, επειδή αυτό υπαγορεύει η ουμανιστική ιδεολογία τους, και, επομένως, να αναζητήσουν υπερβατικές λύσεις διαφυγής από το αιτιοκρατικό αδιέξοδο που οδηγεί η εξίσωση νους=εγκέφαλος=ύλη.

Η θέση αυτή οδήγησε στη διαμόρφωση του λεγόμενου συμβατισμού (compatibilism), ο οποίος είναι μία προσπάθεια να συνδεθεί η ελεύθερη βούληση με εσωτερικά αίτια, όπως σκέψεις, πεποιθήσεις και επιθυμία, χωρίς να αμφισβητηθεί η αιτιοκρατία της φύσης. Προσέρχομαι διαλεκτικά στη γενική αυτή θέση επειδή θεωρώ ότι ο απόλυτος βιολογικός ντετερμινισμός είναι ουσιαστικά μία επαναδιατύπωση της θεωρίας του προσχηματισμού του ανθρώπου και εν τέλει της φύσης. Το αδιέξοδό του είναι προφανές.

Διευκρινίζει επιστημονικά αυτό που με επιστημονικό τρόπο συσκοτίζει. Η αναζήτηση ένα αιτίου ακόμη και «αταίριαστου προς το αποτέλεσμα», όπως θα το αποκαλούσε ο φιλόσοφος David Hume, μπορεί να δείχνει επιστημονική συνέπεια, αλλά δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στην επιδιωκόμενη κατανόηση της λύσης που μπορεί να προσφέρει ο επιστήμονας, όσο βέβαια κινούμαστε εντός των γραμμών που ορίζει το χρησιμοποιούμενο σήμερα πλαίσιο επιστημονικής σκέψης.

Η ανάγκη της επαφής και το βίωμα της φυσικής: Η βιολογική αντιμετώπιση του ερωτήματος της ελεύθερης βούλησης σχηματοποιήθηκε με τον πιο έντονο τρόπο στο δίλημμα γονίδια ή περιβάλλον (nature vs nurture). Εάν, δηλαδή, το γενετικό υλικό προκαθορίζει τη συμπεριφορά ή εάν αντίθετα η ανατροφή και το περιβάλλον είναι αυτά που κυρίως διαμορφώνουν την προσωπικότητα του ανθρώπου. Γενετικές μελέτες έχουν αποδείξει τον κρίσιμο ρόλο των γονιδίων (βλ. σύνδρομο Down, προδιάθεση για σχιζοφρένεια κ.ά.) και μπορεί εάν υιοθετηθούν άκριτα να οδηγήσουν σε μία αντίληψη ανελαστικού γονιδιακού προκαθορισμού και, επομένως, ανυπαρξίας ελεύθερης βούλησης.

Ωστόσο, και η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, δηλαδή αυτής που υποστηρίζει ότι το περιβάλλον είναι παντοδύναμο και καθορίζει καταλυτικά την προσωπικότητα, οδηγεί με τον ίδιο τρόπο σε έναν εξίσου επικίνδυνο και επιστημονικά ατεκμηρίωτο ντετερμινισμό. Η αλληλεπίδραση των δύο πολυδύναμων παραγόντων, γενετικού υλικού και περιβάλλοντος, είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς. Η αναπτυξιακή βιολογία επίσης αποδεικνύει ότι ούτε η γενετική πολυπλοκότητα ούτε οι εξελισσόμενοι περιβαλλοντικοί παράγοντες χρειάζονται την ελεύθερη βούληση για να ερμηνεύσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Η ελεύθερη βούληση είναι το απροσδόκητο πολύτιμο βιολογικό παράγωγο από την αλληλεπίδραση δύο μη βιολογικών παραγόντων, των γονιδίων και του περιβάλλοντος. Όπως ακριβώς συμβαίνει δηλαδή με το νερό, το οποίο αποκτά την πολύτιμη ιδιότητα του ρευστού από την αλληλεπίδραση δύο παραγόντων/στοιχείων (υδρογόνο και οξυγόνο) που στερούνται αυτής της ιδιότητας.
Για να γίνει κατανοητό τί εννοώ επιτρέψτε μου να υπομνήσω ότι το νευρικό σύστημα είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο δίκτυο αλληλοσυνδεόμενων ομάδων νευρικών κυττάρων και ότι κάθε αισθητική, κινητική ή ανώτερη πνευματική λειτουργία πραγματοποιείται με τη ροή νευρικών σημάτων διαμέσου των νευρικών οδών που απεργάζονται τα αλληλοσυνδεόμενα κύτταρα. Το ακριβές σχέδιο των νευρικών συνδέσεων, δηλαδή αυτό που διαφοροποιεί τον καθένα μας, διαμορφώνεται από τη στενή και πρώιμη αλληλεπίδραση γενετικού υλικού και περιβάλλοντος, εσωτερικού και εξωτερικού.

Πειραματικά παραδείγματα από διάφορα είδη ζώων και τον άνθρωπο αποδεικνύουν ότι το γενετικό υλικό προγραμματίζει εξαιρετικά πολύπλοκα, αλλά όχι λεπτομερή νευρωνικά δίκτυα, και ότι οι εμπειρίες από το περιβάλλον ασκούν τον καταλυτικό ρόλο τους στη μορφοποίηση των νευρωνικών συνδέσεων και, ίσως, στη μεγέθυνση των όποιων γονιδιακών διαφορών μας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων κρίσιμων περιόδων της ανάπτυξης. Είναι εντυπωσιακό ότι για κάθε νευρική οδό και συμπεριφορά, το γενετικό υλικό προκαθορίζει την ανάγκη, το είδος και το πλαίσιο επέμβασης του περιβάλλοντος.

Δηλαδή, το ίδιο το κληρονομικό υλικό προβλέπει μία ή περισσότερες, αλλά πάντως συγκεκριμένες, χρονικές περιόδους κατά τις οποίες χρειάζεται επειγόντως κάποιας μορφής αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Γιά παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι όπως το γενετικό υλικό κάποιων βαδιστικών πτηνών προβλέπει για την πρώτη μέρα της ζωής ένα παράθυρο ιδιαίτερης ευαισθητοποίησης του εγκεφάλου στην ισόβια «αποτύπωση» της μητέρας τους, ή το γενετικό υλικό κάποιων ωδικών πτηνών προβλέπει συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα εγκεφαλικής ευαισθητοποίησης για την απομνημόνευση και επεξεργασία του κελαηδήματός τους, έτσι και το γενετικό υλικό του ανθρώπου προβλέπει διαφορετικά χρονικά παράθυρα ευαισθητοποίησης του εγκεφάλου στην ανάπτυξη της διοπτρικής όρασης, της εκμάθησης της γλώσσας και άλλων γνωστικών δεξιοτήτων.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τα γονίδια και ο υλικός εγκέφαλος ξανοίγονται στην περιπέτεια της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Γιατί δεν απολαμβάνουν την αυτάρκεια του φυσικού συστήματος στο οποίο ανήκουν; Η απάντηση είναι γιατί έτσι είναι σχεδιασμένα. Να αλληλεπιδρούν με τον κόσμο προεκειμένου να αποκτήσουν εξελικτικό και οντογενετικό πλεονέκτημα και να αλλάξουν (φυσικό;) επίπεδο λειτουργίας. Να είναι και να γίνονται.

Κοντολογίς, ο εγκέφαλος έχει ανάγκη να αλληλεπιδρά με τον κόσμο για να γίνεται (και) άλλος. Ίσως γιατί, όπως λέει ο Καράβατος από το Πανεπιστήμιο Θεσαλονίκης, «το (ανθρώπινο) όν δεν μπορεί να υπάρξει ως υποκείμενο παρά μόνο μέσα από έναν άλλο». Η ελευθερία και η ισορροπία που υπάρχει σε αυτήν την σχέση είναι η μέγιστη δυνατή. Γιαυτόν, ίσως, τον λόγο αδυνατούμε να βολέψουμε στην ίδια και μοναδική ερμηνευτική συσκευή που διαθέτουμε (=τον εγκέφαλό μας) την φυσική αιτιοκρατία με την ελευθερία της νευροβιολογίας μας.

Η ελεύθερη βούληση μπορεί να εξεταστεί και να εκφραστεί μόνο σε ένα κόσμο κοινωνικών υποκειμένων που, όπως θα έλεγε ο Edelman, έχουν διαμορφώσει το εγώ τους με την μακροπρόθεσμη απομνημόνευση συμβολικών σχέσεων που αποκτήθηκαν με την αναπόφευκτη αλληλεπίδρασή του με άλλους. Δηλαδή, άλλο πράγμα η φυσική χωρίς βίωμα και άλλο η φυσική (ο άνθρωπος) με βίωμα. Όπως είναι άλλο πράγμα η αίσθηση, δηλαδή η σύλληψη και μεταφορά ενός περιφερικού ερεθίσματος, και άλλο η αντίληψη, δηλαδή η υποκειμενική ερμηνεία που κάνει ένας δεδομένος εγκέφαλος στα περιφερικά φυσικά ερεθίσματα, μεταφράζοντας τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα διαφόρων συχνοτήτων σε μπλε, πράσινο, κόκκινο και άλλα χρώματα, τα κύματα πίεσης σε ήχους, τις χημικές ενώσεις σε οσμές και γεύσεις κ.ο.κ.

Η ελευθερία μας ενυπάρχει, όπως λέει ο Steven Rose, στις βιολογικές διαδικασίας που μας συνθέτουν, και οι οποίες, προσθέτω, προϋποθέτουν το περιβάλλον και την κοινωνία.

Βιωματικοί καθρέπτες: Υπάρχει κάποιο παραγωγικό πρότυπο για τη νευροβιολογική ερμηνεία της αλληλεπίδρασης εγκεφάλου-περιβάλλοντος; Οι καθρεπτικοί νευρώνες που ανακάλυψε ο Giacomo Rizzolati και η ομάδα του στο Πανεπιστήμιο της Πάρμα –οι οποίοι ως γνωστόν βρίσκονται σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου και δραστηριοποιούνται όχι μόνο όταν πραγματοποιούμε μία πράξη αλλά και όταν παρατηρούμε κάποιον άλλον να την εκτελεί- αποδεικνύουν ότι ο,τιδήποτε παρατηρούμε να συμβαίνει γύρω μας το επαναλαμβάνουμε στο μυαλό μας.

Μας παρέχουν ίσως τη δυνατότητα να καταλάβουμε τους άλλους και τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η ανταλλαγή πληροφοριών που συνθέτουν τον πολιτισμό. Το χασμουρητό, η λύπη και το γέλιο των άλλων, η βία του δρόμου, οι ερωτικές περιπτύξεις ενός ζευγαριού, η πρακτική αναίσχυντων πολιτικών, η αναπαράσταση των ιστορικών γεγονότων, συμβαίνουν ταυτόχρονα εκτός μας και μέσα μας. Είναι οι άλλοι και εμείς. Με καθρέπτες αντανακλούμε τους εαυτούς μας και τους άλλους στους άλλους και στους εαυτούς μας.

Όπως και τους Θεούς μας [2]. Επιτυγχάνουμε με αυτόν τον τρόπο να δημιουργούμε ένα περιβάλλον που φιλοξενεί τον φυσικό κόσμο των άλλων και το δικό μας πνεύμα. Ο καθένας μας εξαρτάται από τα είδωλα (την εγγύτητα και το μέγεθος) των αντανακλάσεων που δέχεται. Έτσι, η ελευθερία μας δεν είναι απόλυτη (άπειρη) αλλά είναι μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να διαχειριστεί η φύση (μας), όπως ακριβώς κανένα άπειρο δεν μπορεί να είναι απόλυτα άπειρο, αλλά είναι μεγαλύτερο από ό,τι μπορούμε να υποθέσουμε.

Πιθανολογείται ότι το σύστημα καθρεπτικών νευρώνων είναι μία εξελικτική προσαρμογή του εγκεφάλου του ανθρώπου πριν από 50.000 χρόνια στην οποία οφείλεται το άλμα στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Έχει μάλιστα υποστηριχθεί ότι αδρανοποίηση του συστήματος καθρεπτικών νευρώνων στερεί ίσως τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και ίσως εξηγεί τα σοβαρά προβλήματα γλώσσας και επικοινωνίας (και ελεύθερης βούλησης;) που χαρακτηρίζουν τους αυτιστικούς.

Ταυτόχρονα νεκροί και ελεύθεροι: Είμαστε ύλη αλλά πρέπει να εξοικοιωθούμε με την πεποίθηση ότι ελευθερία και υπευθυνότητα χάνονται εάν αντιμετωπίσουμε εαυτούς και αλλήλους απλώς ως ύλη. Με τον ίδιο τρόπο που το φως χάνει κάποιες χαρακτηριστικές (και πανέμορφες) εκδηλώσεις του (π.χ. συμβολή, περίθλαση, χρώματα) εάν εμμείνει στην αποδεδειγμένη σωματιδιακή του φύση και απεμπολίσει την κυματική του φύση (επειδή δυσκολευόμαστε εμείς να τις εξετάσουμε συνδυαστικά).

Είμαστε, δηλαδή, και στοιχειώδη σωματίδια (αυτά από τα οποία αποτελούνται τα δισεκατομμύρια νευρικά μας κύτταρα), αλλά και κύματα (αυτά που ανιχνεύονται με διάφορες καταγραφικές συσκευές, και των οποίων ο επηρεασμός αλλάζει/τροποποεί τη βούληση). Σε πρώτη ανάγνωση η άποψη αυτή θα χαρακτηρισθεί σύγχρονος δυισμός. Ίσως να είναι και αλήθεια. Ποιός όμως φταίει που η πιο σκληρά ντετερμινιστική φυσική αναγκάστηκε να κάνει χώρο για να χωρέσει-και να χωνέψει-, τη δυαδική φύση του φωτός;

Υπενθυμίζω το πείραμα του Alvaro Pascual-Leone, κατά το οποίο ζητείται από ένα υποκείμενο να σηκώσει τυχαία όποιο από τα δύο χέρια θέλει, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζονται εν αγνοία του μαγνητικά πεδία στο ένα από τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίριά του. Διαπιστώθηκε ότι η επιλεκτική μαγνητική διέγερση των ημισφαιρίων του εγκεφάλου επηρεάζει έντονα την επιλογή του υποκείμενου, που όμως εξακολουθεί να πιστεύει ότι η επιλογή του είναι απόλυτα ελεύθερη.

Είναι, επίσης, πολύ καλά γνωστό πλέον ότι με βιο-ανατροφοδότηση/νευρο-ανατροφοδότηση ο άνθρωπος μπορεί όχι μόνον να επηρεάσει τον καρδιακό ρυθμό του, αλλά και να παίξει videο games χωρίς τα χέρια του και να τροποποιήσει τα κύματα του εγκεφάλου του. Η λογική αδυναμία μας να κατανοήσουμε ταυτόχρονα τη σωματιδιακή και κυματική φύση μας οφείλεται στην εμπειρική μας σχέση με τον μακρόκοσμο και τους Νευτώνειους νόμους της καθημερινότητας μας όπου βασιλεύει (κληρονομικώ δικαιώματι) ο μεγάλος δυνάστης μας, η βαρύτητα.

Ή μήπως είμαστε απλώς υπερχορδές (ταλαντώσεις δηλαδή κάποιου μη υλικού!!) και επειδή, όπως λέει ο Ανδρέας Παπανικολάου από το Πανεπιστήμιο του Τέξας, λανθασμένα αποδεχθήκαμε στη Δύση, από τον 5ο π.Χ. αιώνα, τη διχοτόμηση του παντός σε υλικό και άυλο, τρέχουμε αιώνες τώρα να βρούμε τη σχέση ανάμεσα στα αισθητά και στα νοητά; Μήπως, δηλαδή, πράγματι τα υλικά δεν είναι υλικά με την έννοια που εννοούμε και ο εγκέφαλος είναι ‘ομοούσιος των νοητών που παράγει’;

Είμαστε, δηλαδή, προκαθορισμένοι, ως φυσικά όντα και προϊόντα της φυσικής-ιστορικής εξέλιξης, αλλά και ελεύθεροι να επιλέξουμε τους παράγοντες που θα μας επηρεάσουν. Είμαστε, δηλαδή, απόλυτα βιολογικοί-απόλυτα περιβαλλοντικοί, όπως ακριβώς είναι η γάτα του Schrοdinger ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή. Στον ατομικό μικρόκοσμο, σύμφωνα με τη κβαντική φυσική, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιό σημείο ακριβώς του ατόμου υπάρχει ένα ηλεκτρόνιο, αλλά μόνο την πιθανότητα να βρεθεί εκεί. Όπως και το ηλεκτρόνιο, έτσι και ο άνθρωπος υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεθεί εκεί που το νέφος της πιθανότητας είναι πυκνό, αλλά φυσικά κανείς δεν του απαγορεύει να επιλέξει διαφορετικά.

Γι’αυτό η τύχη του είναι απροσδιόριστη. Είμαστε, τέλος, ο καθένας άτομο και κοινωνία. Με ιδιοτελείς, μονότονες τροχιές και επαναλαμβανόμενες καθημερινές ανάγκες, σκοπιμότητες και τελεολογία αλλά και κληρονομιά και προοπτική πολιτισμού. Το ερώτημα που μπορεί να διατυπωθεί είναι εάν αυτές οι δύο πλευρές μπορούν να εκδηλωθούν ταυτόχρονα, ή εάν η εκδήλωση της μίας αναστέλλει (προσωρινά) την εκδήλωση της άλλης. Δεν ξέρω, αλλά πάντως δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι στις μεταξύ τους σχέσεις οι δύο αυτές όψεις είναι ισότιμες και δημοκρατικές.

Αλλά στην βιολογία ως γνωστόν η δημοκρατία έχει μικρή σημασία. Αντίθετα, και φαινομενικά παραδόξως, έχει σημασία ο σχεδιασμός και η προνοητικότητα των (έξυπνων) συστημάτων. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο τα εγωιστικά γονίδια συμπεριφέρονται προοδευτικά, προκειμένου να μην εξαφανιστούν, και όχι μόνο προβλέπουν και παραχωρούν ρόλο στο περιβάλλον για τη συγκρότηση του εγκεφάλου και της συμπεριφοράς, αλλά και δημιουργούν τον ενδιάμεσο χώρο (μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος) όπου αναπαύεται η ανύπαρκτη, κατά τα άλλα, ελεύθερη βούληση.

Συμπέρασμα: Δεν ξέρω εάν η ελεύθερη βούληση είναι μία υπαρκτή φυσική ποιότητα που μπορεί με κάποιο τρόπο να μετρηθεί. Ξέρω όμως ότι την εμπεριέχει η βιολογία του ανθρώπου. Και για να την περιέχει ο άνθρωπος, τη δημιουργούν οι νόμοι της φύσης. Και αφού την δημιουργούν οι νόμοι της φύσης, είναι με τον πιο ουσιαστικό τρόπο ηθική.
--------------------------
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]: Θυμίζω ότι σύμφωνα με μία αρκετά διαδεδομένη άποψη, δυστυχώς και ανάμεσα στους βιολόγους, υπάρχει μόνον μία επιστήμη, η φυσική. «Όλα τα άλλα είναι κοινωνική πρόνοια» είπε ο James Watson, ή «συλλογή γραμματοσήμων» είπε ο Ernest Rutherford.

[2]: Που γι’αυτόν τον λόγο βέβαια έχουν τα δικά μας χαρακτηριστικά. Γιατί, όπως έλεγε ο Ξενοφάνης, «αν τα λιοντάρια μπορούσαν να ζωγραφίσουν, ο Θεός τους θα είχε τη δική τους μορφή».

Διασκέδαση ή Ψυχαγωγία

 Διασκέδαση (Δια-σκορπίζω) ή Ψυχαγωγία (Ψυχής Αγωγή);  Οι έννοιες μαζική κοινωνία, μάζα, μαζική κουλτούρα, απαντώνται για πρώτη φορά γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Η χαμηλής αισθητικής αυτή κουλτούρα, βρίσκεται σε αντίθεση με την υψηλή τέχνη, με την οποία τέρπεται ο νους και η ψυχή του ανθρώπου. Γεγονός είναι, βέβαια, πως η υψηλή τέχνη αποτελούσε προνόμιο των λίγων, είτε της αριστοκρατίας κατά τον Μεσαίωνα, είτε της νεοσύστατης αστικής τάξης, από την αναγέννηση και μετά.

Ήταν, μάλιστα, αυτή η τελευταία που εισήγαγε τον όρο κουλτούρα, θέλοντας έτσι να δηλώσει την υψηλή καλλιέργεια. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως προϋπήρχε ο ορισμός αυτός στα γραπτά του Κικέρωνα ως cultura animi (καλλιέργεια ψυχής). Ως ευρύτερη ορολογία, λοιπόν, η κουλτούρα περιελάμβανε ασφαλώς και την υψηλή τέχνη, η οποία τοποθετείτο στην κορυφή της ιεραρχίας της, μαζί με την υψηλή μόρφωση και παιδεία.

 Όμως, η υψηλή τέχνη δεν προσλαμβάνονταν με τον ίδιο τρόπο όλες τις εποχές. Τα κριτήρια, δηλαδή, τα οποία και την καθόριζαν, δεν ήταν πάντοτε τα ίδια σε όλη την διάρκεια της Ιστορίας. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι ενσωματώσεις νεωτέρων μορφών της τέχνης, όπως ο ιμπρεσιονισμός, ο εξπρεσιονισμός και άλλες. Στην αρχή τις θεωρούσαν ως μη συμβατές με τις υπάρχουσες αισθητικές που απηχούσαν συγκεκριμένους κανόνες και προσδιόριζαν την κατεύθυνση της τέχνης γενικότερα. Για να φθάσουμε στις μέρες μας με την δημιουργία της μεταμοντέρνας τέχνης, η οποία και αποτελεί ένα κράμα της υψηλής με την χαμηλής στάθμης τέχνη.

Ένα ακόμη παράδειγμα, ως προς την αποδοχή μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης, αποτελεί το θέατρο. Το θέατρο και ειδικότερα η τραγωδία θεωρούνταν και ήταν ένα είδος δημοφιλούς κουλτούρας στην Δημοκρατική Αθήνα του 5ου π.κ.ε. αιώνος. Η τέχνη του θεάτρου, αν και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και μετά επί Διαφωτισμού ως υψηλή τέχνη, κάτι που ισχύει έως σήμερα, εντούτοις επικρίθηκε από τον Πλάτωνα στο έργο του Πολιτεία.

Αφορμή για την κακοπιστία του αυτή, υπήρξε, σύμφωνα με την άποψή του η προσπάθεια των τραγικών να παρουσιάσουν μια ωραία πράγματι, αλλά ανακριβή, παραπλανητική και εξ’ ολοκλήρου ψευδή εικόνα των πραγμάτων. Επιπρόσθετα, τα πάθη των προσώπων με πρωτεύοντα ρόλο, μεταβιβάζονται αυτούσια στους θεατές, με αποτέλεσμα να υφίστανται μία ψυχική διαστρέβλωση, υπό την επήρεια της οποίας στερούνται της δυνατότητας να αναγνωρίσουν την αλήθεια.

Πέραν, όμως, της πλατωνικής κριτικής, είναι αληθές, ότι, το θέατρο υποστηρίχθηκε από την πολιτική εξουσία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Καθιερώθηκε, μάλιστα, το θεωρικόν, το οποίο λειτουργούσε ως καταβολή αποζημιώσεως για την απώλεια ημερομισθίου σε κάθε Αθηναίο πολίτη, προκειμένου να παρακολουθεί απρόσκοπτα τις θεατρικές παραστάσεις.

Η παροχή επομένως του λεγομένου και θεωρικού μισθού αποτελούσε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση των πολιτών. Όπως, άλλωστε, αποτελούσε δικαίωμα και η συμμετοχή στα κοινά με την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας εκ μέρους τους.

Κατά συνέπεια, η συνεχής παίδευση του κοινού, μέσω των θεατρικών παραστάσεων, καθώς και η αγωγή που λάμβανε μέσω αυτών, σφυρηλατούσε και ενδυνάμωνε την ικανότητά του να κρατά τις τύχες της πόλης των Αθηνών στα χέρια του. Έτσι η Αθηναϊκή Δημοκρατία αντλούσε, κατά κάποιον τρόπο, ένα μεγάλο μέρος της στήριξής της από το θέατρο.

Ερχόμαστε, τώρα, στον εννοιολογικό προσδιορισμό της μαζικής κουλτούρας. Όπως είδαμε, η πρώτη εμφάνισή της, με την μορφή που την εννοούμε σήμερα, ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνος. Πρόκειται για μία εποχή αλλαγών, περισσότερο με τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, που αλλάζουν δομές, συστήματα και κατεστημένες απόψεις, τόσο στην Ευρωπαϊκή, όσο και στην Αμερικανική κοινωνία. Οι ανακαλύψεις του φωνογράφου, της φωτογραφίας, του τηλεφώνου, του κινηματογράφου, επιβάλλουν έναν νέο τρόπο ζωής και καθιστούν κυρίαρχη την νέα αστική τάξη των αστών διανοουμένων, των εμπόρων και των βιομηχάνων.

Η διαρκής συσσώρευση ανθρωπίνου δυναμικού στα αστικά κέντρα με αφορμή την δημιουργία νέων επαγγελμάτων και συνακόλουθα νέων θέσεων εργασίας, δημιουργεί την ανάγκη για μία μαζικότερη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, συμβάλλει επομένως και στην γέννηση της μαζικής κουλτούρας. Αυτό συμβαίνει, γιατί, εξυπηρετούνται με αυτόν τον τρόπο οι ανάγκες των πολλών, όλης αυτής της απαίδευτης ανθρώπινης μάζας εν προκειμένω, κυρίως για φθηνή διασκέδαση και όχι για πραγματική ψυχαγωγία.

Επομένως, η μαζική κουλτούρα, ως γνήσιο τέκνο της Βιομηχανικής Επανάστασης, ή της Νεωτερικότητας, δημιουργούσε νέα πρότυπα συμπεριφοράς στα μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα. Οι νεότευκτοι αστοί δημιούργησαν ένα ευρύ κοινό. Το κοινό αυτό, φάνηκε πρόθυμο να ακολουθήσει τα κελεύσματα της νέας πολιτισμικής βιομηχανίας, πάντοτε υπό την ηγεσία της κυρίαρχης αστικής τάξης. Και είναι αλήθεια ότι τα νέα μέσα διάδοσης των ιδεών, όπως ο τύπος αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ενός νέου προτύπου κοινωνικής συμπεριφοράς.

Το νέο αυτό πρότυπο δεν είχε καμμία σχέση με τα έως τότε ήθη και έθιμα της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης, η οποία είχε ηττηθεί οριστικά στην μάχη της με την νέα αστική τάξη. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αυτή η νεοπαγής ηγεμονεύουσα αστική τάξη θεωρούσε δικό της προνόμιο την απόλαυση της ποιοτικής υψηλής τέχνης. Παρατηρούμε, δηλαδή, μια αποστασιοποίηση της από τις διάφορες μορφές μαζικής κουλτούρας, που παράγονται για την ικανοποίηση των υπολοίπων λαϊκών στρωμάτων.

Με βάση τη σύντομη αναφορά μας στις δύο έννοιες θα φέρουμε ένα παράδειγμα από τα στέκια της νύχτας. Πρόκειται, ασφαλώς, για μία δημοφιλή μορφή διασκέδασης, η οποία έχει κερδίσει μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας. Εκεί, βρίσκουν την ευκαιρία να ξεδώσουν και να χαλαρώσουν από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Οι ρυθμοί της λαϊκής κατά βάση μουσικής, που συνήθως παίζεται στα μαγαζιά αυτά συμπαρασύρουν τους θαμώνες τους σε στιγμές ξεγνοιασιάς και απόλαυσης. Σε συνδυασμό, φυσικά, με την παρουσία αλλοδαπών κυρίως αρτιστών, προερχομένων στο μεγαλύτερο ποσοστό από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.
Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Διότι, από την άλλη πλευρά θα αντικρίσουμε ένα κενό, άνευ ουσιαστικού περιεχομένου τρόπο διαφυγής από το άγχος και τις σκοτούρες της σκληρής ομολογουμένως πραγματικότητας. Η μουσική της νύχτας, ένα από τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, παρουσιάζεται σε μαζική μορφή, τυποποιημένη και εμπορεύσιμη. Τα βασικά χαρακτηριστικά των μηνυμάτων της, όπως παρουσιάζονται, διακρίνονται σε εύκολα, εύπεπτα και εύληπτα, συμπαρασύροντας σε έξαρση των παθών.
Επίσης, ακριβώς λόγω της συνεχούς μαζικής παραγωγής νέων τραγουδιών, παρατηρείται το φαινόμενο της ημερομηνίας λήξης μετά την παρέλευση ορισμένων μηνών ή και εβδομάδων από την κυκλοφορία τους. Το αποτέλεσμα είναι να λησμονούνται από το κοινό, μετά το καθορισμένο χρονικό διάστημα της εμφάνισης και εξόδου τους από το μουσικό προσκήνιο. Η ουσία πάντως είναι ότι, η μουσική βιομηχανία προχωρά διαρκώς στην παραγωγή νέων καταναλωτικών προϊόντων και προτύπων για το συνεχώς ογκούμενο καταναλωτικό κοινό της.

Φυσικά, η μουσική αυτή, όπως και κάθε παρόμοιο θέαμα ευρείας κατανάλωσης, συνιστούν σαφέστατα μορφές τέχνης κατώτερης ποιότητας. Η αισθητική τους δεν πλησιάζει ούτε κατά διάνοια αυτή των υψηλών τεχνών. Η ευτελής ηθική τους και τα φθηνά συναισθήματα εξάπτουν τα πάθη και διεγείρουν το θυμοειδές ή επιθυμητικόν της ψυχής, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Ο ίδιος, βέβαια, χρησιμοποίησε τους εν λόγω χαρακτηρισμούς, όπως είδαμε, για να στηλιτεύσει τον θεσμό του θεάτρου στην Αθηναϊκή πολιτεία του 5ου π.χ αιώνος.

Σήμερα, που η θεατρική τέχνη και ιδιαίτερα το αρχαίο θέατρο, τυγχάνει καθολικής αναγνώρισης ως μέσο παίδευσης και επιμόρφωσης, χρησιμοποιείται ως αντίβαρο για την μαζική νυχτερινή διασκέδαση στα ελληνάδικα και στα σκυλάδικα.

Το θέατρο πλέον θεωρείται ως ένα μέσο για την σωστή αγωγή της ψυχής, την τέρψη και την συνολική παίδευση, που βοηθά την δημιουργία ενός συνειδητοποιημένου και ενεργού πολίτη, όπως ακριβώς εκείνου της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτό, ασκείται έντονη κριτική για τα σημερινά μαζικά θεάματα, που κατακλύζουν την κοινωνία μας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι, παραλληλίζεται η σημερινή κοινωνία με την αντίστοιχη επί ρωμαιοκρατίας, όπου κυριαρχούσαν ο άρτος και τα θεάματα, τα οποία προσφέρονταν απλόχερα για την ικανοποίηση του πλήθους.

Έτσι, βλέπουμε πως η ολιγαρχία της εποχής εκείνης αρέσκονταν να συγκεντρώνει τα πλατιά λαϊκά στρώματα στον ιππόδρομο για τις αρματοδρομίες και στο Κολοσσαίο για τις μονομαχίες. Με αυτόν τον τρόπο επιδίωκε και τελικά επιτύγχανε να αποπροσανατολίσει το κοινό από την φτώχεια και την ένδεια στις οποίες ζούσε. Κατά συνέπεια, η πολιτική εκμετάλλευση των μαζικών θεαμάτων θεωρήθηκε άκρως επιτυχημένη, στον βαθμό που υποστήριζε την εξουσία των ολίγων, μιας κοινωνικής ελίτ, έναντι των πολλών. Στο σημείο αυτό, καλό θα είναι να ανατρέξουμε στα πάσης φύσεως ψυχαγωγικά προγράμματα της τηλοψίας που κατακλύζουν το φιλοθεάμον κοινό, το οποίο δεν είναι άμοιρο ευθυνών.

Αναδρομή στην κριτική των επικριτών από τη μία και των υποστηρικτών από την άλλη της Μαζικής κουλτούρας: Περνάμε τώρα στην εξέταση της κριτικής, αφενός μεν των πολεμίων αφετέρου δε των υποστηρικτών της μαζικής κουλτούρας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον 19ο αιώνα έως τις μέρες μας. Θα ξεκινήσουμε με την συντηρητική κριτική. Εκφράστηκε κυρίως από τους Tocqueville, Matthew Arnold, Friedrich Nietzsche, Ortega Gasset, T.S Eliot, και Leavis.

Εκπροσωπούν, κυρίως, την αριστοκρατική τάξη, απηχώντας βασικά τις απόψεις των αριστοκρατών για την νεόφερτη μαζική κουλτούρα. Τέτοιας μορφής κουλτούρα, αποτελεί απειλή για την ανώτερη αστική τάξη και την αριστοκρατία. Θεωρούν ότι πηγάζει από τις μάζες και είναι προϊόν των δυτικών δημοκρατικών κοινωνιών.

Ο Tocqueville, μάλιστα, υποστηρίζει ότι, η εμμονή της δημοκρατίας σε αυτόν τον ισοπεδωτικό εξισωτισμό, λειτουργεί σε βάρος των παραδοσιακών ηθών και εθίμων. Επιβάλλει δε, την ριζική αλλαγή των κοινωνικών δομών και προσβάλλει τον συνεκτικό ιστό της κατεστημένης ιεραρχίας, προβάλλοντας ως πρότυπα την ατομικότητα και την στροφή στα υλικά αγαθά.

Τονίζει, επίσης, το γεγονός ότι, παρά την διάδοση των γραμμάτων, το ευρύ κοινό δεν είναι σε θέση από μόνο του να διακρίνει και να εκτιμήσει την πραγματικά υψηλή τέχνη. Οι κανόνες που διέπουν την αισθητική του πλήθους, είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους που θέτει η ελίτ για την κατανόηση των έργων τέχνης. Ο λαός, φροντίζει κυρίως για την ρηχή ψυχαγωγία του, δίχως να διαθέτει το κατάλληλο βάθος και μόρφωση για να εκτιμήσει ένα πραγματικό έργο τέχνης.

Απόλυτα σύμφωνος με τα παραπάνω ο Arnold προχωρά ένα βήμα πιο πέρα, θεωρώντας πως η αιφνίδια εισδοχή της λαϊκής τάξης στο πολιτικό γίγνεσθαι, από τη μία με την παροχή του δικαιώματος ψήφου και από την άλλη με τον τρόπο ζωής που ακολουθεί, δημιουργεί οριακές καταστάσεις στις δυτικές κοινωνίες, ακόμη και αναρχία. Κατά την γνώμη του, ο λαός θα πρέπει να αποκτήσει κάποιου είδους μόρφωση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει και να σεβαστεί την αληθινή τέχνη, η οποία αποτελεί, δια μέσου των αιώνων, «ότι καλύτερο έχει σκεφθεί ο άνθρωπος».
Ο Nietzsche από τη πλευρά του απέκλεισε κατηγορηματικά την συμμετοχή των πολλών στην κοινωνία της εκπαίδευσης και της υψηλής μόρφωσης. Στηλίτευσε, μάλιστα, την προσπάθεια ανοίγματος της παιδείας στα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Η παιδεία για εκείνον όφειλε να παραμείνει αποκλειστικά προνόμιο των ολίγων εκλεκτών, αφενός μεν για το καλό της κοινωνίας, αφετέρου δε γιατί αποτελούσε φυσικό νόμο.
Τις ίδιες απόψεις απηχεί και ο Gasset, ο οποίος ζητά να παραμείνει ως έχει η κοινωνική ιεράρχηση, ώστε να ξεχωρίζει η ελιτίστικη τάξη από τις κατώτερες. Η ίδια, διατηρεί το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της και πρέπει να συνεχίσει να θέτει τους κανόνες του παιγνιδιού. Επίσης, είναι αντίθετος με τον ρομαντισμό, θεωρώντας τον προϊόν της δημοκρατίας.
Πάνω κάτω, στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και ο Eliot με τον Leavis. Ο πρώτος επισημαίνει τον γενικότερο πολιτισμικό ξεπεσμό, στην βάση μιας εντονότερης αναταραχής που επικρατεί στην κοινωνία. Οι βασικοί παραδοσιακοί θεσμοί, όπως η θρησκεία, κλονίζονται και χρήζουν ανάγκης στηρίξεως από την ανώτερη τάξη.

Ο δεύτερος ρίχνει την ευθύνη στην Βιομηχανική Επανάσταση, χάρις στην οποία οι νέες τεχνολογίες επιβάλλουν ένα κοινό πρότυπο εμπορικής, χαμηλής ποιότητας κουλτούρας. Οι ίδιες συνέβαλλαν, επίσης, στην διάσπαση της αρχικής ενιαίας κουλτούρας, από την μία στην υψηλή για τους λίγους και από την άλλη στην μαζικά παραγόμενη, τυποποιημένη για τους πολλούς.

Καταλήγοντας, πιστεύει και αυτός, πως μόνο η κυρίαρχη μορφωμένη τάξη είναι σε θέση να επαναφέρει σε ισχύ το προηγούμενο status quo. Αυτό το τελευταίο, αποτελεί ένα κοινό χαρακτηριστικό για όλους τους εκπροσώπους της συντηρητικής κριτικής. Όπως, επίσης, και ένα δεύτερο κοινό στοιχείο, αποτελεί η ενόχλησή τους ως προς τον εξισωτισμό των ευγενών με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, στα πλαίσια των δημοκρατικών κοινωνιών.

Κριτική, όμως, δεν ασκούν μόνο οι συντηρητικοί, νοσταλγοί της φεουδαρχικής αριστοκρατίας. Η μαζική κουλτούρα δέχεται έντονη και σκληρή κριτική, εξίσου, αν όχι πιο καυστική από την αριστερή διανόηση, η οποία εμφανίστηκε στο προσκήνιο γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Αιχμή του δόρατος της αριστερής κριτικής αποτέλεσε η σχολή της Φρανκφούρτης κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνος. Πρωτεργάτες της υπήρξαν οι Adorno, Horkheimer, Marcuse, Lowenthal.

Όλοι τους κυνηγημένοι από το ναζιστικό καθεστώς, εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, το λεγόμενο και Αμερικανικό όνειρο (American dream), το οποίο μόλις τότε ξεκινούσε την πορεία του για την κατάκτηση της κορυφής στο πολιτισμικό χρηματιστήριο ηθών και αξιών, τους προκάλεσε τρομερή εντύπωση. Οι ίδιοι το θεώρησαν ως μία διαφορετική εκδοχή, ίσως πιο εκλεπτυσμένη, του ιδίου όμως φαινομένου του ολοκληρωτισμού.

Η σχολή της Φρανκφούρτης επικεντρώνει την κριτική της σε ορισμένα βασικά θέματα που αφορούν τη σχέση μαζικής κουλτούρας και κοινού. Επινοούν τον όρο βιομηχανία της διασκέδασης. Τα παραγόμενα από αυτήν προϊόντα, δεν έχουν καμμία σχέση με αυτό που ονομάζεται αυθεντική παραδοσιακή λαϊκή τέχνη. Εκπορεύονται από την κυρίαρχη αστική καπιταλιστική τάξη και έχουν σκοπό να καταστρέψουν την εργατική, διαμορφώνοντας την σε μία ευπειθή, άβουλη, ομοιόμορφη μάζα.

Επιπλέον, τα συγκεκριμένα υποπροϊόντα είναι πανομοιότυπα, με επιφανειακές μόνο αλλαγές, στην εξωτερική τους εμφάνιση, τεχνικής κυρίως φύσεως. Ακόμη, το θεμελιώδες ζήτημα και ταυτοχρόνως βασικό αίτημα της δημοκρατίας, η ελεύθερη επιλογή, στην ουσία δεν υφίσταται. Υπάρχουν έτοιμες λύσεις για κάθε επίπεδο καταναλωτικού κοινού, το οποίο αυθαίρετα, σύμφωνα με δικούς τους υπολογισμούς έχουν κατηγοριοποιήσει, προτρέποντάς το να καταναλώσει συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία θεωρούνται ως τα πλέον κατάλληλα για την κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες.

Επιπρόσθετα, η μαζική κουλτούρα υπηρετεί με τον τρόπο της μια συγκεκριμένη ιδεολογική προσέγγιση. Δημιουργεί τα δικά της αισθητικά πρότυπα, πάντοτε, όμως, μέσα από την καθημερινή ζωή. Συμβάλλει τα μέγιστα ως προς την αναβλητικότητα πραγματοποίησης των ατομικών επιθυμιών, προσφέροντας συνεχώς ψευδαισθήσεις. Βυθίζει τα άτομα σε ουτοπικές εκστάσεις, στερώντας τους την δυνατότητα να σκεφθούν ελεύθερα και κριτικά.

Αναγάγει σε ύψιστο ιδανικό την δήθεν ελεύθερη έκφραση, η οποία, φυσικά, καθοδηγείται έντεχνα στο να συμφωνήσει με το γενικότερο ιδεολογικό ρεύμα της εποχής. Προσφέρει, έτσι, ανεκτίμητες υπηρεσίες στην αστική τάξη, καθόσον, διευκολύνει με αυτόν τον τρόπο την καθυπόταξη στο καθεστώς της. Διότι, απλούστατα, δημοκρατική κοινωνία, χωρίς άτομα με συνειδότητα σκέψης και έκφρασης ως προς τις επιλογές τους, δεν μπορεί πραγματικά να υπάρξει.

Έχοντας, τώρα, τα ίδια βιώματα με τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης, η Arendt θεωρεί ότι, η μαζική κουλτούρα χρησιμοποιείται για τον έλεγχο και ακολούθως για την αποθάρρυνση των κατωτέρων τάξεων, εξουδετερώνοντας αυτές από πιθανή πρόθεση ασκήσεως της πολιτικής εξουσίας. Το νεόδμητο αστικό κράτος, ωθεί το κοινό να μετατραπεί σε πλήθος καταναλωτών, που διψούν για περισσότερα καταναλωτικά αγαθά.

Αποτελεί εχθρό για την υψηλής στάθμης κουλτούρα, δεδομένου ότι, την αναπλάθει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστεί κατανοητή και διασκεδαστική για έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό καταναλωτών. Το ίδιο πιστεύει και ο Macdonald, ο οποίος είναι της γνώμης πως η υψηλή τέχνη υποβιβάζεται με το πλήθος των κακέκτυπων της που κυκλοφορούν.

Σε μία αστική, βιομηχανική κοινωνία, όπου τα πάντα προσμετρώνται με το χρήμα και την κερδοφορία των εταιρειών, είναι επόμενο η φθηνή μαζική κουλτούρα να αποτελέσει ιδανικό όχημα για την αύξηση των κερδών τους. Αυτόν το σκοπό, άλλωστε, εξυπηρετεί ο εκχυδαϊσμός της υψηλής κουλτούρας, μέσω της πρόσμιξής της με την μαζική.

Στην συνέχεια, την σκυτάλη παίρνει ο Barthes και ο Baudrilliard. Ο Barthes έθεσε στη βάση του προβληματισμού του, την ανάγκη κατανόησης των υποσυνειδήτων μηνυμάτων που εκπέμπει η μαζική κουλτούρα. Την συγκεκριμένη αυτή μεθοδολογία την ονόμασε σημειολογία. Ο Baudrilliard, πάλι, προσανατολίζεται στην μελέτη της συνεχούς ανακύκλωσης της μαζικής κουλτούρας. Θεωρει ότι εμφανίζεται κάθε φορά με διαφορετικό προσωπείο, ανάλογα με τις τάσεις και τα γούστα της εκάστοτε εποχής.

Κάθε νέα της μορφή είναι πρόσκαιρη, με ημερομηνία λήξης. Ακριβώς αυτό το γεγονός είναι που τον προβληματίζει ιδιαίτερα, αναγόμενο από τον ίδιο σε δεσπόζουσα θέση στη σειρά των στοχασμών του. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι η μαζική κουλτούρα αποτελεί μια προσομοίωση της αληθινής ζωής, με την διαφορά ότι οδηγεί την σκέψη μακριά από τα πραγματικά διαδραματιζόμενα.

Παράλληλα, όμως, με την αυστηρή και έντονη κριτική που ασκήθηκε και συνεχίζει να ασκείται, επί του φαινομένου της μαζικής κουλτούρας, θα αναλύσουμε και την άλλη άποψη, αυτή των υποστηρικτών της. Οι ίδιοι ανήκουν στις νεώτερες γενιές, οι οποίες έχουν μεγαλώσει και γαλουχηθεί μετά την ιστορική εμφάνιση της μαζικής κουλτούρας. Δεν διστάζουν να κριτικάρουν τους επικριτές της, ενώ παράλληλα τοποθετούν στη βάση της μελέτης τους, τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης μεταξύ κοινού και μαζικής κουλτούρας, όπως και τους διάφορους τρόπους που έχει επινοήσει το κοινό, προκειμένου να προσλάβει τα προϊόντα της.

Ιδιαίτερα οι φορείς των πλουραλιστικών θεωριών Shils και Gans, μέσα από το πνεύμα του προοδευτικού εξελικτισμού, πιστεύουν πως οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ξεπεράσει τις παλιές ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Ίσες ευκαιρίες δίνονται σε όλους, για μόρφωση, κοινωνική ανέλιξη και συμμετοχή στα πολιτισμικά δρώμενα. Το δικαίωμα στην επιλογή καθίστανται σεβαστό και αδιαπραγμάτευτο. Οι αυστηρά τηρούμενες ιεραρχίες του παρελθόντος θεωρούνται γερασμένες νοοτροπίες, τις οποίες η κοινωνία προσπερνά, δίνοντας παράλληλα την δυνατότητα, κατά κύριο λόγο στα μεσαία στρώματα, να αναπτυχθούν σε μεγάλο βαθμό.

Το αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης αυτών των δομικών αλλαγών στις δυτικές κοινωνίες είναι η σύγχρονη πλουραλιστική μεταβιομηχανική κοινωνία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Shils διαβλέπει τρία είδη κουλτούρας: την ανώτερη, την μέτρια και τη βάναυση. Τούτη η τελευταία, σύμφωνα πάντα με την άποψή του δεν αποτελεί κίνδυνο και δεν χρήζει ανάγκη περιορισμού της.

Κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος, ο Gans αυξάνει τα επίπεδα διάκρισης της κουλτούρας σε πέντε, επισημαίνοντας την ανάγκη να υποστηριχτούν όλα πλην της υψηλής, η οποία δεν χρειάζεται ανάλογη υποστήριξη, δεδομένης της υψηλής ποιότητάς της.

Αυτή την πρόταση την ονόμασε υπο-πολιτισμικό προγραμματισμό. Ο ίδιος, επίσης, είναι ο πρώτος που εισήγαγε τον εύστοχο όρο δημοφιλής κουλτούρα. Γεγονός, βέβαια, είναι πως και οι δύο παραδέχονται την ανωτερότητα της υψηλής τέχνης.

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στους υποστηρικτές, της δημοφιλούς πλέον κουλτούρας, θα σταθούμε στον Hall και την σχολή των πολιτισμικών σπουδών. O Hall προσπαθεί, αφενός μεν, να αποδείξει την ετερογένεια που χαρακτηρίζει όλα τα είδη της δημοφιλούς κουλτούρας. Αφετέρου δε, την διαφορετική προσέγγισή της από τον κόσμο.

Αποφασίζει, λοιπόν, να διαχωρίσει ανάλογα με το χαρακτήρα αυτήν την προσέγγιση σε τρεις τρόπους πρόσληψής της: στον κυρίαρχο, στον αντιπολιτευτικό, και στον συνδιαλλακτικό. Καταλήγει, έτσι αβίαστα, στο συμπέρασμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του κοινού και της δημοφιλούς κουλτούρας. Η πρόταση αυτή, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολιτισμικών σπουδών.

Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, οι Certeau, Fiske και Willis διατυπώνουν την άποψη πως το κοινό δεν άγεται και φέρεται παθητικά από την εκάστοτε δημοφιλή κουλτούρα. Αντίθετα, παίρνει την κατάσταση στα χέρια του και την χρησιμοποιεί, διαμορφώνοντάς την κατάλληλα για να καλύψει τις ανάγκες του. Εδώ, παρατηρούμε μία διαδικασία χειραγώγησης των προϊόντων της δημοφιλούς κουλτούρας, η οποία, μάλιστα, θεωρείται ως έκφραση δημιουργικότητας από το ίδιο το κοινό.

Αφήσαμε τελευταία την εκδοχή του Eco, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, το φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας χρήζει ιδιαίτερα επισταμένης έρευνας. Αποστασιοποιείται, τόσο από τους επικριτές, όσο και από τους υποστηρικτές της. Τα μηνύματά της δύναται να προσληφθούν ποικιλοτρόπως. Συνεπώς, το βάρος ρίχνεται από τη μεριά του στις μαζικές επικοινωνίες. Ο Eco υποστηρίζει ότι, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε κοινωνικής τάξης επιλέγονται τα διάφορα επίπεδα κουλτούρας.

Καταλήγοντας, παροτρύνει την διανόηση, να σταματήσει τους ενδοιασμούς της και την πολεμική και να ενσκύψει στην παραγωγή της μαζικής κουλτούρας, παρεμβαίνοντας αποφασιστικά και δημιουργικά.

Συμπερασματικά, αυτό που προκύπτει αβίαστα από την ανάλυση των δύο εννοιών, της υψηλής τέχνης και της μαζικής κουλτούρας, είναι οι συνεχείς, ατέρμονες συζητήσεις και κατ’ επέκταση ιδεολογικές συγκρούσεις, που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Και αν τα πράγματα είναι λίγο πολύ ξεκάθαρα, σε σχέση με την υψηλή τέχνη, η οποία θεωρείται αποδεκτή από όλες τις πλευρές, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον αντίποδά της, την μαζική κουλτούρα.
Η μαζική ή δημοφιλής κουλτούρα, σύμφωνα με τους απολογητές της, έχει δεχθεί τα περισσότερα πυρά, τόσο εκ δεξιών, όσο και εξ αριστερών. Η πολεμική εναντίον της τροφοδότησε αμέτρητα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά παγκοσμίως.
Η άσκηση αυστηρότατης κριτικής, από τους δύο αντίθετους ιδεολογικούς πόλους, γίνεται για συγκεκριμένους λόγους. Οι συντηρητικοί αντιτίθενται σθεναρά, διότι, βλέπουν καθαρά πως τους χαλάει η μαγιά, που δεν είναι άλλη από την διατήρηση μίας παγιωμένης κατάστασης, με την αριστοκρατία οδηγό στα πράγματα. Οι αριστεροί διανοούμενοι από την πλευρά τους, έχουν σχηματίσει την άποψη ότι, η μαζική κουλτούρα δημιουργήθηκε από την πλουτοκρατία, αστική ή αριστοκρατική δεν έχει σημασία, με σκοπό την πολιτισμική υποδούλωση της εργατικής τάξης, μετά την οικονομική που προηγήθηκε.
Κάπου εδώ εμφανίζονται οι υποστηρικτές της, οι οποίοι αποτελούν μία νέα γενιά, γαλουχημένη με τα πρότυπά της. Παραβλέπουν, όμως, το εμπορικό και ως εκ τούτου καταναλωτικό χαρακτήρα της.

Φθάνουμε, έτσι, στην καταλυτική παρέμβαση του Eco, ο οποίος δίχως να δαιμονοποιεί, αλλά ούτε και να εκθειάζει, ζητά από σύσσωμη την διανόηση να παρέμβει καθοριστικά για να επιτευχθεί η πολυπόθητη πολιτισμική εξυγίανση.
---------------------
Λεξησαφήνιση

διασκέδαση η [δiaskéδasi]: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω· το να ενεργεί κανείς έτσι, ώστε να περνά ευχάριστα: Προτιμάει τη ~ από τη δουλειά. H ζωή δεν είναι μόνο διασκεδάσεις. Mοναδική του ~ είναι το διάβασμα / η τηλεόραση / το θέατρο. (έκφρ.) κάνω κτ. για ~, για να διασκεδάσω. είναι κτ. ~, είναι πολύ ευχάριστο ή εύκολο: Aυτή η δουλειά είναι για μένα ~. (λόγ.) προς (μεγάλη) ~ όλων, με αποτέλεσμα όλοι να γελάσουν (πολύ). (ευχή) καλή ~. || Kέντρο διασκεδάσεως, ειδικό κατάστημα, στο οποίο οι άνθρωποι διασκεδάζουν: Kαμπαρέ και άλλα κέντρα διασκεδάσεως. Nυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως.  [λόγ. < ελνστ. διασκέδα(σις) `διασκόρπιση΄ -ση σημδ. γαλλ. dissipation, divertissement]

ψυχαγωγία η [psixaγojía]: η ψυχική και πνευματική ευχαρίστηση κάποιου μέσα από μια ενασχόληση, ένα έργο κτλ. που ικανοποιεί κάποιες ανώτερες πνευματικές και ψυχικές ανάγκες· (πρβ. διασκέδαση, αναψυχή): Aίθουσα ψυχαγωγίας. H ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου είναι κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση· είναι ~. [λόγ. < ελνστ. ψυχαγωγία `διασκέδαση΄, αρχική σημ.: ανάκληση των ψυχών των νεκρών. (αρχ. σημ.: `δελεασμός των ψυχών των ανθρώπων΄)]

Το σέβας

«Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους, το σέβας και την απαίτηση για δικαιοσύνη»  

Ο Πρωταγόρας είναι διάλογος του Πλάτωνα, που γράφτηκε στην πρώτη σωκρατική περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας και αναφέρεται στους ηθικούς κινδύνους που ελοχεύουν για όσους νέους υποστούν την παιδαγωγική επίδραση των σοφιστών. Τόπος του διαλόγου είναι το σπίτι του πλουσίου Αθηναίου Καλλία, ο οποίος φιλοξενούσε τον σοφιστή και φιλόσοφο Πρωταγόρα.

“Κι αφού πια ο άνθρωπος πήρε και κάποιο θεϊκό μερίδιο -πρώτα πρώτα από αυτή τη συγγένεια που έχει με τον θεό- υπήρξε το μόνο πλάσμα που αναγνώρισε θεούς και πάντα νοιαζόταν να στήνει βωμούς και αγάλματα των θεών.

Παράλληλα κατάρτισε νωρίς γλώσσα και πλήθος λέξεις με την τεχνική του ικανότητα κι επινόησε οικοδομήματα και φορέματα και υποδήματα και κλινοσκεπάσματα και τους πόρους διατροφής του από προϊόντα της γης.

Οι άνθρωποι λοιπόν στην αρχή, εφοδιασμένοι με αυτά τα μέσα, ζούσαν διάσπαρτοι και πολιτείες δεν υπήρχαν. Έτσι αφανίζονταν από τα θηρία, γιατί, όπως ήταν παντού σκορπισμένοι, έμεναν παντού πιο αδύναμοι εμπρός σ’ αυτά.

Η παραγωγική τους τεχνική εξάλλου τους ήταν βέβαια εξυπηρετική αρκετά για συντήρηση, αλλά δεν τους εξυπηρετούσε για τον πόλεμο με τα θηρία. Γιατί δεν είχαν ακόμα την πολιτική τέχνη, της οποίας μέρος αποτελεί η πολεμική τέχνη.

Επιδίωκαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να προστατεύονται μέσα σε πόλεις που έκτιζαν.

Έτσι, σε όποια ευκαιρία συγκεντρώθηκαν, έκαναν αδικίες ο ένας στον άλλον, μια και δεν είχαν την τέχνη της πολιτικής οργάνωσης, με αποτέλεσμα πάλι να διασπώνται και να χάνονται.

Ο Δίας τότε ανησύχησε για το είδος μας μήπως και χαθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή.

Μαζί του αυτός έφερε στους ανθρώπους το σέβας και την απαίτηση για δικαιοσύνη, ώστε να αποτελέσουν δυνάμεις συγκρότησης των πολιτειών και συνεκτικούς δεσμούς ανθρώπινης φιλίας.

Τότε ο Ερμής ρωτάει τον Δία να του πει με τι τρόπο τέλος πάντων θα έδινε στους ανθρώπους τη δικαιοσύνη και το σέβας.

“Με ποιον από τους δύο τρόπους;

Έτσι όπως είναι κατανεμημένες οι τέχνες, αυτό τον καταμερισμό να κάνω κι εδώ;

Κι ο καταμερισμός είναι ο εξής: ένας έχει για ειδικότητα του την ιατρική και εξυπηρετεί πολλούς μη ειδικούς. Έτσι κάνουν και όσοι άλλοι προσφέρουν στο κοινό την εργασία τους.

Ώστε και τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό με τέτοιον τρόπο να θεσμοθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να κάνω τη μοιρασιά σε όλους;”

“Σε όλους”, είπε ο Δίας, “και όλοι να πάρουν μέρος.

Γιατί πολιτείες δε θα μπορούσαν να σχηματιστούν, αν στους θεσμούς αυτούς μετείχαν λίγοι, όπως γίνεται σε άλλες τέχνες.

Και θέσπισέ τους ακόμα έναν νόμο από μένα: όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει στην τήρηση του σεβασμού και της δικαιοσύνης, να θανατώνεται ως νοσηρό στοιχείο της πολιτείας”.

(Πλάτων, Πρωταγόρας, κεφ. 12,322 b-c)

[ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν: ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ, καὶ οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο. οὕτω δὴ παρεσκευασμένοι κατ᾽ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν: ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ ἡ δημιουργικὴ τέχνη αὐτοῖς πρὸς μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις: ὅτ᾽ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο.

Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν᾽ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία τίνα οὖν τρόπον δοίη δίκην καὶ αἰδῶ ἀνθρώποις: πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; νενέμηνται δὲ ὧδε: εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί: καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ  οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω; ἐπὶ πάντας, ἔφη ὁ Ζεύς, καὶ πάντες μετεχόντων: οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν: καὶ νόμον γε θὲς παρ᾽ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.]

Δημιουργική Μεταμόρφωση

Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση, ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά, για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση.

Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.

Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πκ.ε. είναι ο τύπος των αρχαϊκών, ή πρωτόγονων ή αγρίων κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία, που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες, θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά.

Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής» στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής.

Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.

Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.

Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική.
Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματα τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης.
Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης.

Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.

Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πκ.ε αιώνα.

Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.

Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία.

Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.

Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά.

Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων.

Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.

Η περίπτωση της δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’; αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών.

Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’; αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.

Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικέννα και τον Αβερρόη.

Για τους δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.

Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων.

Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινο-κάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία.

Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.

Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους.
Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού.
Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.

Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες γέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.
Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.
Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας.

Αν η δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της δυτικής Ευρώπης.

Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις.

Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η δύση -και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία.

Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.