Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Αντιύλη: Αναζητώντας έναν παράλληλο κόσμο

Ένα ταξίδι στον εξωτικό κόσμο της αντιύλης που ανοίγει νέες δυνατότητες επιστημονικών ανακαλύψεων, τεχνολογικών εφαρμογών, αλλά και φιλοσοφικών στοχασμών.

Είναι γεγονός ότι, ανέκαθεν, οι εσωτερικές παραδόσεις όλων των λαών αναφέρονταν σε επίπεδα ύπαρξης, πέρα από εκείνο του φυσικού κόσμου, τα οποία δεν είναι αντιληπτά με τις φυσικές αισθήσεις. Κόσμων που για την αντίληψή τους απαιτείται η αφύπνιση άλλων αισθήσεων που λέγεται πως έχουμε εντός μας και οι οποίοι κόσμοι είναι τόσο πραγματικοί όσο και εκείνος που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας. Συχνά, όμως, η ιδέα της ύπαρξης άλλων επιπέδων ύπαρξης αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό ως αποκύημα φαντασίας.

Ωστόσο, όπως όλα δείχνουν, η σύγχρονη επιστήμη όλο και περισσότεροενστερνίζεται την ιδέα ης παρουσίας παράλληλων κόσμων και αόρατων διαστάσεων, υπό το φως των συγκλονιστικών ανακαλύψεων της θεωρητικής φυσικής. Η Θεωρία της Σχετικότητας, η Κβαντική Θεωρία, η Θεωρία των Υπερχορδών και οι σύγχρονες κοσμολογικές θεωρίες για παράδειγμα, όλες τους μιλούν, για επιπλέον διαστάσεις πέραν εκείνων που αντιλαμβάνονται οι πέντε αισθήσεις και για παράλληλα σύμπαντα -διαστάσεις που εξελίσσονται ταυτόχρονα.

Η ανακάλυψη της αντιύλης κατά τον 20ο αιώνα αποτέλεσε το έναυσμα για τη συνειδητοποίηση της παρουσίας ενός ακόμη άγνωστου επιπέδου ύπαρξης, το οποίο σχετίζεται με το δικό μας κόσμο με τον ίδιο τρόπο που σχετιζόμαστε εμείς με το είδωλό μας μέσα σε έναν καθρέφτη.

Στη συνέχεια θα αποτολμήσουμε ένα σύντομο ταξίδι σε αυτό το εξωτικό σύμπαν της αντιύλης, θα περάσουμε μέσα από τον καθρέφτη και θα περιπλανηθούμε σε αυτόν τον παράλληλο – κατοπτρικό κόσμο, εξερευνώντας τις διάφορες πτυχές του.

Ανακαλύπτοντας την Αντιύλη

Το 1928 ο νεαρός τότε φυσικός Πολ Ντιράκ (Paul Dirac) ανακάλυψε μια μαθηματική εξίσωση στην οποία η Ειδική Θεωρίας της Σχετικότητας και η Κβαντική Θεωρία συνδυάζονταν για να περιγράψουν τη συμπεριφορά ενός ηλεκτρονίου. Η ανακάλυψη αυτή χάρισε στον Ντιράκ το βραβείο Νόμπελ φυσικής το 1933.

Όμως, αυτή η εξίσωση προέβλεπε κάτι ακόμη, τόσο συγκλονιστικό, που έκανε τους επιστήμονες της εποχής εκείνης να προβληματίζονται έντονα για τις πιθανές συνέπειες του. Και αυτό διότι η εξίσωση του Ντιράκ είχε δύο δυνατές λύσεις: μία για ένα ηλεκτρόνιο αρνητικά φορτισμένο και μία για ένα ηλεκτρόνιο θετικά φορτισμένο. Αυτό ανέτρεπε τα πάντα και εισήγαγε νέα δεδομένα στην αντίληψη μας για τον κόσμο, καθώς αποκάλυπτε ένα νέο είδος ύλης πέρα από εκείνο που γνωρίζουμε στην καθημερινότητά μας. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε για κάθε υλικό σωμάτιο να υπάρχει και ένα αντίστοιχό του, καθ’ όλα όμοιο του, αλλά με αντίθετο ηλεκτρικό φορτίο. Ένα αντι–σωμάτιο. Μάλιστα, σε ομιλία του κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ ο Ντιράκ αναφέρθηκε στη δυνατότητα ύπαρξης ενός ολόκληρου παράλληλου σύμπαντος, φτιαγμένου από αντιύλη.

Ως συνέπεια αυτής της θεωρητικής πρόβλεψης, η επιστημονική κοινότητα από το 1930 ξεκίνησε την πειραματική έρευνα για την ανακάλυψη του νέου είδους ύλης. Πράγματι, το 1932 ο Καρλ Άντερσον (Carl Anderson), καθηγητής φυσικής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια (CIT), εντόπισε τα ίχνη ενός σωματίου που ενώ είχε ίδια μάζα με το ηλεκτρόνιο είχε αντίθετο (θετικό) ηλεκτρικό φορτίο. Αυτά ήταν τα πρώτα σωματίδια αντιύλης που ανακαλύφθηκαν και ονομάστηκαν «ποζιτρόνια» (η λέξη positron προέρχεται από τις λέξεις positive electron που σημαίνουν θετικό ηλεκτρόνιο). Για την ανακάλυψη αυτή του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ φυσικής το 1936.

Η κατασκευή, στη συνέχεια, ισχυρών επιταχυντών σωματιδίων έδωσε τη δυνατότητα στους επιστήμονες να έχουν και μια εναλλακτική πηγή σωματιδίων υψηλής ενέργειας (πέραν της κοσμικής ακτινοβολίας που καταφθάνει από το διάστημα). Ενώ παράλληλα κατασκευάστηκαν και πιο ευαίσθητοι ανιχνευτές αντιύλης. Τελικά, με τη βοήθεια των νέων τεχνολογικών μέσων οι φυσικοί Ο. Τσάμπερλέιν (O Chamberlain) και Εμίλιο Σερτζ (Emilio Serge) ανακάλυψαν το 1955 το«αντιπρωτόνιο» και τιμήθηκαν για αυτό με το βραβείο Νόμπελ φυσικής το 1959.

Ένα έτος αργότερα μια ομάδα φυσικών που αποτελείτο από τους W. Wenzel, B. Cork, G. Lambertson και O. Piccione ανακοίνωσαν την ανακάλυψη των πρώτων «αντινετρονίων».

Οι ερευνητές γνώριζαν ότι ένα άτομο ύλης αποτελείται από πρωτόνια, νετρόνια και ηλεκτρόνια. Έχοντας στα χέρια τους αντιπρωτόνια, αντινετρόνια και ποζιτρόνια (αντιηλεκτρόνια) σκέφθηκαν να προχωρήσουν ένα βήμα πιο πέρα και να κατασκευάσουν άτομα αντιύλης (από αυτά τα αντισωματίδια), προκειμένου να τη μελετήσουν καλύτερα. Τους απασχολούσε το πώς θα συμπεριφέρονταν τα σωματίδια αντιύλης όταν θα έρχονταν σε επαφή μεταξύ τους και το αν δομούν πυρήνες και άτομα με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει στην ύλη.

Πράγματι, το 1965 δύο ομάδες ερευνητών η μία στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (CERN) στην Ελβετία και η άλλη στο Brookhaven National Laboratory στη Νέα Υόρκη, πέτυχαν με τη βοήθεια ισχυρών επιταχυντών σωματιδίων τη δόμηση του «αντιδευτέριου», ενός αντιπυρήνα που αποτελείτο από ένα αντιπρωτόνιο και από ένα αντινετρόνιο (κατ’ αναλογία, ο πυρήνας του δευτέριου στην ύλη αποτελείται από ένα πρωτόνιο και ένα νετρόνιο). Έτσι, για πρώτη φορά, δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο ένας πυρήνας ατόμου αντιύλης και όλα επιβεβαίωναν ότι η αντιύλη συμπεριφέρεται όπως ακριβώς και η ύλη στον τρόπο δόμησης του αντικόσμου.

Το επόμενο βήμα ήταν η κατασκευή όχι απλών πυρήνων αλλά ατόμων αντιύλης, κάτι που επιτεύχθηκε το 1995 με τη βοήθεια της συσκευής LEAR (Low Energy Antiproton Ring) στο CERN. Συγκεκριμένα, κατασκευάστηκαν τότε τα πρώτα άτομα αντιυδρογόνου. Η αντιύλη ήταν, πλέον, κάτι παραπάνω από μια απλή ιδέα, ήταν απτή πραγματικότητα.

Σύμπαν και Αντισύμπαν

Όπως προαναφέρθηκε, ο Ντιράκ θεωρούσε πως ήταν δυνατόν να υπάρχουν τεράστιες ποσότητες αντιύλης στο σύμπαν αλλά στην εποχή του αυτή η ιδέα φαινόταν αρκετά απόμακρη. Όμως, καθώς η θεωρία περί αντιύλης σταδιακά επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο, η ιδέα σχετικά με την ύπαρξη αντιύλης σε αστρονομική κλίμακα δεν φαινόταν, πλέον, τόσο μακρινή. Αρκετοί επιστήμονες άρχισαν να κάνουν λόγο για την πιθανή ύπαρξη αντιπλανητών, αντιαστέρων, αντιγαλαξιών ή ακόμη και ολόκληρου σύμπαντος αντιύλης.

Το ερώτημα που ανέκυπτε ήταν που βρισκόταν αυτή η αντιύλη. Σύμφωνα με τις πρώτες επιστημονικές εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν για αυτό το θέμα στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η αντιύλη στο γαλαξία μας αποτελεί ποσοστό μικρότερο από το ένα στα εκατό εκατομμύρια. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το γιατί δε συναντούμε αντιύλη στο Ηλιακό Σύστημα και στο Γαλαξία μας.

Σύμφωνα με τις θεωρητικές προσεγγίσεις όταν, πριν από 15 δισεκατομμύρια έτη περίπου, έλαβε χώρα η Μεγάλη Έκρηξη τότε παρήχθησαν ίσες ποσότητες ύλης και αντιύλης. Όμως, η μέχρι στιγμής αδυναμία ανίχνευσης αντιύλης, σε συμπαντική κλίμακα, οδήγησε στη διαμόρφωση δύο διαφορετικών υποθέσεων:

Η πρώτη υπόθεση αναφέρει ότι με κάποιον τρόπο η αντιύλη εξαφανίστηκε από το σύμπαν και απέμεινε η ύλη, σαν να έδρασε κάποιο είδος τυχαιότητας ή φυσικής επιλογής.

Η δεύτερη υπόθεση κάνει λόγο για διαχωρισμό μεταξύ ύλης και αντιύλης οπότε αυτές θα υπάρχουν σε διαφορετικές περιοχές του σύμπαντος χωρίς να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Έτσι, οι επιστήμονες οδηγήθηκαν στην υπόθεση ότι ίσως μέσα στο σύμπαν να υπάρχουν απομονωμένα συστήματα αντιύλης τα οποία δεν αλληλεπιδρούν με την ύλη και τα οποία, οπτικά τουλάχιστον, δεν θα μπορούσαμε να τα ξεχωρίσουμε από την ύλη αν τα παρατηρούσαμε στο διάστημα. Θα φαίνονταν σαν συνηθισμένοι γαλαξίες και αστέρες.

Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, ζούμε σε μια περιοχή του σύμπαντος στην οποία υπάρχει μόνο ύλη. Ωστόσο, υπάρχει πάντα ανοιχτή η δυνατότητα μικρές ποσότητες αντιύλης με τη μορφή στοιχειωδών αντισωματίων και αντιατόμων να φτάνουν στην περιοχή μας και να πέφτουν και πάνω στη Γη. Κατά την επαφή τους όμως με την ύλη της ατμόσφαιρας θα εξαυλώνονταν και έτσι είναι πολύ δύσκολο να τα ανιχνεύσουμε (η θεωρητική και η πειραματική έρευνα απέδειξαν ότι όταν αντιύλη και ύλη έρχονται σε επαφή μεταξύ τους αλληλοεξουδετερώνονται και απελευθερώνουν μεγάλα ποσά ενέργειας).

Για αυτό το λόγο οι ερευνητές, έστειλαν ανιχνευτές αντιύλης πάνω από τη γήινη ατμόσφαιρα, στο διάστημα. Αρχικά η έρευνα πραγματοποιήθηκε με αερόστατα που κατάλληλα εξοπλισμένα ανέρχονταν πάνω από την ατμόσφαιρα, ενώ στη συνέχεια αξιοποιήθηκαν οι τεχνητοί δορυφόροι, τα διαστημόπλοια, τα διαστημικά λεωφορεία και ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός.

Χειριζόμενοι την Αντιύλη

Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν σωματίδια αντιύλης σε καθημερινή βάση στα πλαίσια των πειραματικών τους ερευνών. Τέτοια αντισωματίδια παράγονται από συγκρούσεις υποατομικών σωματιδίων ύλης μεγάλης ενέργειας και στη συνέχεια απομονώνονται, συλλέγονται και αποθηκεύονται.

Μέχρι πρόσφατα η παραγωγή σωματιδίων αντιύλης βασιζόταν στους επιταχυντές σωματιδίων οι οποίοι εξασφάλιζαν εκείνες τις υψηλές ενέργειες που απαιτούνται για την παραγωγή αντιύλης.

Όμως, σταδιακά, έγινε αντιληπτό πως η σύνθεση ατόμων αντιύλης είναι ευκολότερη με την παραγωγή αντισωματιδίων σχετικά χαμηλών ενεργειών. Και αυτό διότι ακριβώς αυτή η χαμηλή ενέργεια διευκολύνει την αποθήκευση και το χειρισμό των αντισωματιδίων και συνεπώς και την παραγωγή από αυτά ατόμων αντιύλης. Έτσι οι επιστήμονες του CERN, για παράδειγμα, κατασκεύασαν έναν επιβραδυντή αντιπρωτονίων που ονόμασαν AD(Antiproton Decelerator) ικανού να παράγει, να επιβραδύνει και να συλλέγει αντιπρωτόνια που θα χρησιμοποιούνται σε πειράματα αντιύλης. Απώτερος στόχος του AD είναι ο μαζική δημιουργία ατόμων αντιυδρογόνου που θα αποθηκεύονται πιο εύκολα λόγω των χαμηλών ενεργειών τους σε μαγνητικές παγίδες. Το 2002 ανακοινώθηκε από τους υπευθύνους του ερευνητικού προγράμματος ATHENA του CERN η παραγωγή ικανοποιητικού αριθμού ατόμων αντιυδρογόνου.

Ένας άλλος στόχος του AD είναι η δημιουργία, η μελέτη και η πιθανή χρήση «εξωτικής ύλης» (ατόμων ύλης στα οποία κάποια από τα ηλεκτρόνιά τους θα αντικαθίστανται από αντιηλεκτρόνια).

Όμως, η αντιύλη δεν αποτελεί μέρος της καθημερινότητας μόνο των επιστημόνων, αλλά έχει αρχίσει να εμπλέκεται σταδιακά και στη δική μας καθημερινότητα.

Για παράδειγμα, μια σημαντική εφαρμογή της αντιύλης βρίσκεται στην ιατρική. Έτσι, καθώς η ύλη και η αντιύλη έρχονται σε επαφή, η αμοιβαία εξουδετέρωσή τους παράγει ενέργεια που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έρευνα και την οπτική απεικόνιση της λειτουργίας του εγκεφάλου και τη καρδιάς. Η τεχνική αυτή ονομάζεται Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων (ή PET από τα αρχικά των λέξεων Positron Emission Tomography). Κατά την εφαρμογή της τα ποζιτρόνια (αντιηλεκτρόνια), που προέρχονται από τη διάσπαση ραδιενεργών πυρήνων, συγχωνεύονται σε ένα ειδικό υγρό που με ένεση διοχετεύεται στο σώμα του ασθενή. Στη συνέχεια, τα ποζιτρόνια αντιδρούν με τα ηλεκτρόνια και εξαϋλώνονται απελευθερώνοντας ακτίνες γ που εξέρχονται από το σώμα του ασθενή και εντοπίζονται από κατάλληλους ανιχνευτές. Η μελέτη αυτών των ακτίνων γ μας δίνει πληροφορίες για τη λειτουργία του εγκεφάλου και της καρδιάς.

Όπλα Αντιύλης

Εκτιμάται πως η αντιύλη μπορεί, δυνητικά, να αποτελέσει μια απεριόριστη πηγή ενέργειας, το καύσιμο του μέλλοντος. Ενδεικτικά, εκτιμάται πως ένα γραμμάριο αντιύλης δίνει ενέργεια ίση με εκείνη 23 δεξαμενών συμβατικών καυσίμων ενός Διαστημικού Λεωφορείου. Ένα εκατομμυριοστό του γραμμαρίου ποζιτρονίων (αντιηλεκτρονίων) δίνει ενέργεια ίση με εκείνη 38 κιλών ΤΝΤ, ενώ 50 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου ποζιτρονίων δίνει ενέργεια ίση με εκείνη 1.800 κιλών ΤΝΤ.

Όμως, παραγωγή επαρκών ποσοτήτων αντιύλης, δεν έχει πραγματοποιηθεί έως τώρα. Για παράδειγμα, η συνολική αντιύλη που παράγεται στο CERN μέσα σε ένα έτος μπορεί να δώσει ενέργεια τόση ώστε να λειτουργήσει ένας λαμπτήρας των 100 Watt για τρία δευτερόλεπτα. Υπολογίζεται ότι η παρούσα ενεργειακή απόδοση της διαδικασίας παραγωγής αντιύλης είναι μόλις 0, 00000001%. Με άλλα λόγια, προς το παρόν, η όλη διαδικασία είναι ενεργειακά και οικονομικά ασύμφορη, εκτός και αν βρεθεί τρόπος παραγωγής πολύ μεγάλων ποσοτήτων αντιύλης.

Στα πλαίσια του περίφημου προγράμματος Star Wars των ΗΠΑ, η αντιύλη μελετήθηκε ως πιθανή πηγή ενέργειας για την κίνηση διαστημοπλοίων, αλλά και των διαστημικών εξέδρων πάνω στις οποίες μεταφέρονται τα διαστημικά οπλικά συστήματα.

Επίσης, η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ, από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ξοδεύει τεράστια ποσά για να βρεθεί τρόπος να χρησιμοποιηθεί η αντιύλη σε μελλοντικά οπλικά συστήματα. Το ζητούμενο είναι η κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής που θα βασίζονται στην ενέργεια που απελευθερώνεται όταν ύλη και αντιύλη έρχονται σε επαφή και εξαϋλώνονται.

Για παράδειγμα, υπάρχει η ιδέα κατασκευής βομβών αντιύλης μικρού μεγέθους τις οποίες θα μπορεί κάποιος να τις κρατά στο χέρι του, καθώς και κινητήρων αντιύλης για αεροσκάφη.

Μια άλλη κατηγορία όπλων που ερευνούνται είναι τα «όπλα ηλεκτρονικού παλμού» τα οποία θα ενεργοποιούνται από αντιύλη που θα έρχεται σε επαφή με την ύλη. Αυτά τα όπλα θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα ηλεκτρονικού πολέμου καταστρέφοντας τις επικοινωνίες του εχθρού.

Ακόμη πιο τρομακτική είναι η σκέψη για κατασκευή μιας νέας γενιάς υπερ-όπλων μαζικής καταστροφής, όπως πυρηνικές βόμβες που θα ενεργοποιούνται από εκρήξεις ύλης και αντιύλης, καθώς και καθαρές βόμβες αντιύλης που δε θα αφήνουν ραδιενεργά κατάλοιπα μετά την έκρηξή τους. Αυτές οι καθαρές βόμβες αντιύλης θεωρούνται οι πλέον εφιαλτικές, διότι το γεγονός ακριβώς του ότι δεν αφήνουν ραδιενεργά κατάλοιπα δημιουργεί έναν επιπλέον κίνδυνο. Τον κίνδυνο να χρησιμοποιούνται χωρίς ενδοιασμό αφού δεν θα υπάρχουν οι αναστολές που δημιουργούσε έως τώρα ο κίνδυνος της ραδιενεργούς μόλυνσης για τον πλανήτη.

Αντιύλη και Επιστημονική Φαντασία

Η ιδέα της αντιύλης γοήτευσε, διαχρονικά, πασίγνωστους συγγραφείς μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Ισαάκ Ασίμωφ, καθώς με τη βοήθειά της δημιούργησαν ολόκληρα φανταστικά αντισύμπαντα. Προέβλεψαν στα βιβλία τους μια νέα πηγή ενέργειας (την αντιύλη) που κινούσε κόσμους και αστρόπλοια και μίλησαν για τις άπειρες ενεργειακές δυνατότητες που ανοίγονταν από την ενέργεια που απελευθερωνόταν όταν ύλη και αντιύλη έρχονταν σε επαφή. Οι ιδέες τους προηγήθηκαν των επιστημονικών επιτευγμάτων και ήδη από το 1930 αποτέλεσαν ένα είδος προπομπού των επερχόμενων ανακαλύψεων σε αυτόν τον τομέα έρευνας.

Σύγχρονο παράδειγμα αποτελεί το μυθιστόρημα «Illuminati» του συγγραφέα Νταν Μπράουν στο παρουσιάζεται η ιδέα μιας βόμβας αντιύλης. Μια μεγάλης ποσότητας αντιύλης περιορισμένης από μαγνητικά πεδία, η οποία περιγράφεται στο βιβλίο ως ικανή να αφανίσει όλο το κρατίδιο του Βατικανού με την έκρηξη που θα προκαλέσει.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ο ρόλος της αντιύλης στην πλέον διάσημη τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας, το «Star Trek». Έτσι οι μηχανές του αστρόπλοιου Enterprise χρησιμοποιούσαν ως καύσιμο αντιύλη. Επίσης, μια ακόμη ιδέα που εμφανίζεται στο Star Trek αφορά στον τρόπο αποθήκευσης της αντιύλης με τη βοήθεια μαγνητικών πεδίων, προκειμένου να μην έρχεται σε επαφή με την ύλη παρά μόνο όταν αυτό ήταν επιθυμητό από τους χειριστές του Enterprise. Η συγκεκριμένη μέθοδος των μαγνητικών παγίδων χρησιμοποιείται στις μέρες μας, όπως προαναφέρθηκε, από τους επιστήμονες για τον χειρισμό της αντιύλης.

Είναι πραγματικά περίεργο το φαινόμενο, του με πόση ακρίβεια η επιστήμη βαδίζει πάνω στους δρόμους που ανοίγει η επιστημονική φαντασία. Είναι σαν η φαντασία να δομεί κόσμους που σταδιακά υλοποιούνται. Και εδώ για άλλη μια φορά αγγίζουμε τις εσωτερικές παραδόσεις των λαών που επίσης μιλούν για τη δημιουργική χρήση της φαντασίας στην εξέλιξη του κόσμου. Άλλωστε οι μεγαλύτεροι ερευνητικοί οργανισμοί ανά τον κόσμο, όπως είναι η NASA, μελετούν εξονυχιστικά τα βιβλία και τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας όσο ακραία και εξωπραγματικά και αν φαντάζουν τα όσα αναφέρονται σε αυτά.

Αυτή τη στιγμή μόλις που έχουμε αγγίξει τις παρυφές του απέραντου κόσμου της αντιύλης και των μεγάλων δυνατοτήτων που αυτός περιέχει και μόνο στιγμιαίες λάμψεις της παρουσίας του έχουν γίνει αντιληπτές από τη σύγχρονη επιστήμη. Ας ελπίσουμε πως στο μέλλον, καθώς θα διεισδύουμε όλο και περισσότερο σε αυτόν τον παράλληλο κόσμο να έχουμε την ωριμότητα να χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις που θα αποκομίσουμε με θετικό τρόπο για την ευημερία όλου του πλανήτη.

Και την επόμενη φορά που θα στρέψουμε τα μάτια μας στον έναστρο ουρανό αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως κάποιο από εκείνα τα μακρινά αστέρια που ατενίζουμε είναι πλασμένο από αντιύλη. Μήπως το φως που ρίχνει στα μάτια μας προέρχεται από το αντισύμπαν που αναζητά η επιστήμη, στο οποίο ζουν ίσως άλλα νοήμονα όντα που αναρωτιούνται για το που βρίσκεται το χαμένο για εκείνα δικό μας σύμπαν της ύλης. Ίσως τελικά το σύμπαν να κρύβει πολύ περισσότερα μυστικά από όσα τολμούμε να υποπτευθούμε.

Το Ρόδο του Παράκελσου

Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή. Βράδιαζε. Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ‘κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. Η νύχτα είχε σβήσει τους σκονισμένους άμβικες και την κάμινο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μισοκοιμισμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε τη μικρή στριφογυριστή σκάλα κι άνοιξε ένα απ’ τα θυρόφυλλα. Μπήκε ένας άγνωστος. έδειχνε κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Ο Παράκελσος τού ‘δειξε έναν πάγκο∙ ο άλλος κάθισε και περίμενε. Για λίγο δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Ο δάσκαλος ήταν ο πρώτος που μίλησε.

-Θυμάμαι πρόσωπα της Δύσης και πρόσωπα της Ανατολής, είπε, όχι χωρίς μια κάποια έπαρση. Το δικό σου όμως πρόσωπο δεν το θυμάμαι. Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;

-Τ’ όνομά μου δεν έχει σημασία, αποκρίθηκε ο άλλος. Ταξίδεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες για νά ‘ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να γίνω μαθητής σου. Σού ‘φερα όλα μου τα υπάρχοντα.

Έβγαλε ένα πουγκί και τ’ άδειασε με το δεξί του χέρι πάνω στο τραπέζι. Πολλά χρυσά φλουριά κύλησαν από μέσα. Ο Παράκελσος τού ‘χε γυρίσει την πλάτη για ν’ ανάψει τη λάμπα. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του, παρατήρησε πως το αριστερό χέρι του ξένου κρατούσε ένα ρόδο. Το ρόδο τον ανησύχησε.

Έσκυψε, ένωσε τις άκριες των δαχτύλων του και είπε:

-Ενώ πιστεύεις πως μπορώ να κατεργάζομαι τη λίθο που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία σε χρυσό, έρχεσαι και μου προσφέρεις χρυσό. Όμως ο χρυσός δεν είναι αυτό που ζητάω, κι αν εσένα αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι ο χρυσός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθητής μου.

-Ο χρυσός δε μ’ ενδιαφέρει, απάντησε ο άλλος. Δέξου ετούτα τα φλουριά σα μια απόδειξη της δίψας μου να μάθω. Θέλω να μου διδάξεις την Τέχνη. Θέλω στο πλευρό σου να διαβώ το δρόμο που οδηγεί στη Λίθο.

Ο Παράκελσος είπε αργά:

-Ο δρόμος είναι η Λίθος. Η αφετηρία είναι η Λίθος. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, δεν έχεις αρχίσει ακόμα να καταλαβαίνεις. Κάθε βήμα που θα κάνεις είναι το τέρμα.

Ο άλλος τον κοίταξε δύσπιστα. Κι είπε, τονίζοντας τις λέξεις:

-Όμως, υπάρχει ένα τέρμα;

Ο Παράκελσος γέλασε.

-Οι εχθροί μου, που είναι τόσο πολλοί όσο κι ανόητοι, λένε πως όχι, δεν υπάρχει, και με αποκαλούν απατεώνα. Δεν τους δίνω δίκιο, κι όμως δεν αποκλείεται όλ’ αυτά να μην είναι παρά μια αυταπάτη. Αυτό που εγώ ξέρω είναι πως «υπάρχει» ένας Δρόμος.

Ύστερα από μια μικρή σιωπή, μίλησε ο άλλος:

-Είμαι έτοιμος να τον διαβώ μαζί σου, ακόμα κι αν μας πάρει χρόνια. Άφησέ με να διασχίσω την έρημο. Άφησέ με να διακρίνω έστω από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, ακόμα κι αν τ’ άστρα δεν μ‘ αφήσουν να την περπατήσω. Ωστόσο, θέλω μιαν απόδειξη πριν βγω σ’ αυτό το ταξίδι.

-Πότε; είπε ο Παράκελσος με ανησυχία.

-Τώρα αμέσως, είπε ο μαθητής με μια ξαφνική αποφασιστικότητα.

Στην αρχή η συζήτηση γινόταν στα λατινικά∙ τώρα, στα γερμανικά.

Ο νεαρός σήκωσε ψηλα το ρόδο.

-Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο, κι ύστερα, χάρη στην τέχνη σου, να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ, κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολάκερη.

-Είσαι πολύ εύπιστος, είπε ο δάσκαλος. Δεν έχω ανάγκη από ευπιστία∙ εγώ απαιτώ την πίστη.

Ο άλλος επέμεινε.

-Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος, θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.

Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του κι έπαιζε μ’ αυτό καθώς μιλούσε.

-Είσαι εύπιστος, είπε. Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;

-Καθένας είναι ικανός να το καταστρέψει, είπε ο μαθητής.

-Γελιέσαι. Μήπως θαρρείς πως μπορεί κανείς να εξαφανίσει οτιδήποτε; Θαρρείς πως ο πρωτόπλαστος Αδάμ στον Παράδεισο μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι, έστω κι ένα χορταράκι;

-Δεν βρισκόμαστε στον Παράδεισο, είπε ο νεαρός πεισματωμένα. Εδώ, κάτω απ’ το φεγγάρι, όλα είναι θνητά.

Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.

-Και πού αλλού νομίζεις τότε πως βρισκόμαστε; Θαρρείς πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο, άλλο απ’ τον Παράδεισο; Ή μήπως νομίζεις πως η Πτώση είναι κάτι άλλο και όχι το ν’ αγνοούμε πως ακόμα βρισκόμαστε στον Παράδεισο;

-Ένα ρόδο μπορεί να καεί, είπε ο μαθητής προκλητικά.

-Έχει ακόμα φωτιά στο τζάκι, είπε ο Παράκελσος. Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη, θα πίστευες πως οι φλόγες το κατασπαράξανε και πως οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’ αλλάξει. Μια λέξη μου θ’ αρκούσε να το ξαναδείς μπροστά σου.

-Μια λέξη; είπε έκπληκτος ο μαθητής. Η κάμινος είναι σβηστή κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;

Ο Παράκελσος τον κοίταξε με θλίψη.

-Η κάμινος είναι σβηστή, επανέλαβε, κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Όμως εγώ, στη διάρκεια μιας μακριάς ημέρας, μεταχειρίζομαι κι άλλα σύνεργα.

-Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια, είπε ο άλλος με πονηριά ή με ταπεινοσύνη.

-Μιλώ γι’ αυτόν που πήρε το θεό στη δούλεψή του για να πλάσει τους ουρανούς και τη γη και τον αόρατο Παράδεισο, που μέσα του βρισκόμαστε και που μας τον κρύβει το προπατορικό αμάρτημα. Μιλώ για το Λόγο. Αυτόν που μας διδάσκει η Καββάλα.

Ο μαθητής είπε παγερά:

-Ταπεινά σ’ ικετεύω να μου δείξεις την εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του ρόδου. Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα το κάνεις με τα σύνεργα ή με το Λόγο.

Ο Παράκελσος σκέφτηκε λίγο. Ύστερα είπε:

-Αν τό ‘κανα, θά ‘λεγες πως πρόκειται για μια οπτασία που σου την επέβαλε η μαγεία των ματιών σου. Το θαύμα δεν θα σου δώσει την πίστη που γυρεύεις. Ξέχασε λοιπόν το ρόδο.

Ο νεαρός τον κοίταξε, πάντα καχύποπτος. Ο δάσκαλος ύψωσε τη φωνή και του είπε:

-Στο κάτω κάτω, ποιος είσ’ εσύ που μπαίνεις έτσι στο σπίτι ενός δασκάλου κι απαιτείς απ’ αυτόν ένα μεγαλούργημα; Τι έχεις κάνει για να σου αξίζει ένα τέτοιο δώρο;

Ο άλλος του αποκρίθηκε, τρέμοντας:

-Ξέρω καλά πως δεν έχω κάνει τίποτα. Στο ζητάω στ’ όνομα όλων αυτών των χρόνων που θα σπουδάζω στον ίσκιο σου. Άφησέ με να δω τη στάχτη και μετά, το ρόδο. Δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτ’ άλλο. Θα πιστέψω στη μαρτυρία των ματιών μου.

Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε το σαρκόχρωμο ρόδο, που ο Παράκελσος είχε αφήσει πάνω στο αναλόγιο και το πέταξε στις φλόγες. Το χρώμα εξαφανίστηκε και σε λίγο δεν απόμεινε απ’ το ρόδο παρά λίγη στάχτη.

Για μια στιγμή, που του φάνηκε αιώνες, ο μαθητής περίμενε τα λόγια και το θαύμα.

Ο Παράκελσος έμεινε ασυγκίνητος. Κι είπε, με μια περίεργη απλότητα:

-Όλοι οι γιατροί κι όλοι οι φαρμακοποιοί της Βασιλείας διατείνονται πως είμαι απατεώνας. Ίσως να λεν αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η στάχτη που ήταν κάποτε ένα ρόδο και δεν θα ξαναείναι ποτέ πια.

Ο νεαρός ένιωσε ντροπή. Ο Παράκελσος ήταν ένας τσαρλατάνος ή ένας απλός οραματιστής κι αυτός, ένας παρείσακτος, είχε περάσει το κατώφλι του και τον υποχρέωνε τώρα να ομολογήσει πως η διαβόητη μαγική του τέχνη ήτανε μια πλάνη.

Γονάτισε και του είπε:

-Είμαι ασυγχώρετος. Μού ‘λειψε η πίστη που ο Κύριος απαιτούσε από τους ζηλωτές του. Άσε με να ξαναδώ τη στάχτη. Θα γυρίσω όταν θά ‘μαι πιο δυνατός και θα γίνω μαθητής σου και στην άκρη του Δρόμου θα δω το ρόδο.

Μιλούσε μ’ ενα απροσποίητο πάθος, κι ωστόσο αυτό το πάθος δεν ήταν παρά ο οίκτος που του προκαλούσε ο γερο-δάσκαλος, τόσο σεβάσμιος και κυνηγημένος, τόσο ξακουστός και, γι’ αυτό, τόσο κενός. Ποιος ήταν αυτός, ο Γιοχάνες Γκρίσεμπαχ, για ν’ ανακαλύψει με χέρι ιερόσυλο πως πίσω απ’ το προσωπείο δεν υπήρχε κανείς;

Ν’ αφήσει τα χρυσά φλουριά θα φαινόταν σαν ελεημοσύνη. Τα ξαναπήρε λοιπόν φεύγοντας. Ο Παράκελσος τον συνόδεψε ως το πλατύσκαλο και του είπε πως σ΄εκείνο το σπίτι θά ‘ταν πάντα καλόδεχτος. Κι οι δυο ξέρανε πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ πια.

Ο Παράκελσος έμεινε μόνος. Πριν σβήσει τη λάμπα και καθίσει στη φθαρμένη πολυθρόνα, έριξε τη λίγη στάχτη στη φούχτα του κι είπε μια λέξη με χαμηλή φωνή. Το ρόδο ξαναγεννήθηκε.

Hegel: πώς φιλοσοφείται η ιστορία;

Γκέοργκ Χέγκελ: 1770–1830

Ο Λόγος στην Ιστορία

§1. Θα ασχοληθούμε με την εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας, μια ιδιαίτερα απαιτητική περιοχή της σκέψης του Hegel, κυρίως λόγω της διπλής πηγαίας πρόσβασής μας σ’ αυτήν: τις Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte) και τον Λόγο στην Ιστορία (Die Vernunft in der Geschichte). Το πρώτο (βλ.Werke 12. Suhrkamp) αντικατοπτρίζει τις εκδοτικές επιλογές του Karl Hegel, γιου του φιλοσόφου. Το δεύτερο βασίζεται στην έκδοση του Hoffmeister, η οποία, κατά γενική ομολογία, επιτυγχάνει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ του ιστορικού και του θεωρησιακού περιεχομένου των παραδόσεων. Πράγματι, αυτή συνιστά τη βασική διαφορά μεταξύ των δυο κειμένων: το θεωρησιακό περιεχόμενο, το οποίο ουσιαστικά απαρτίζεται από τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια του Λόγου στην Ιστορία, περιορίζεται στην Εισαγωγή των Παραδόσεων για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ενώ, αντίθετα, το ιστορικό περιεχόμενο εκτείνεται και στα τέσσερα μέρη των Παραδόσεων… περιοριζόμενο ωστόσο μόνο στο πέμπτο μέρος του Λόγου... Πρόκειται για μια κομβική διάκριση, η οποία ωστόσο συνυπάρχει με σημαντικές ομοιότητες μεταξύ των δύο έργων. Ο Raymond Aron (Ρεμόν Αρόν) αποφαίνεται ως εξής για αυτό το ζήτημα:

«Όσον αφορά τον Hegel, αναφέρομαι εναλλακτικά στο: Ο Λόγος στην Ιστορία (die Vernunft in der Geschichte) ή στη Φιλοσοφία της Ιστορίας (die Geschichtsphilosophie), διότι αυτό που αποκαλούμε συνήθως die Geschichtsphilosophie von Hegel (Η Φιλοσοφία της Ιστορίας του Χέγκελ) υποδηλώνει απλώς τις παραδόσεις που έδωσε ο Χέγκελ στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και οι οποίες δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διάφορες εκδοχές συνοδευμένες από περιθωριακές σημειώσεις των φοιτητών του. Ο τίτλος που δίνεται συνήθως σε αυτό το μάθημα για τη φιλοσοφία της ιστορίας είναι Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ωστόσο σε μια έκδοση τσέπης ο τίτλος που δόθηκε είναι: Ο Λόγος στην Ιστορία, κάτι που ανταποκρίνεται πράγματι σε μια από τις προθέσεις του Χέγκελ ‒εννοείται βέβαια ότι o Λόγος μεταφράζει το: Vernunft και όχι το: Verstand. Το Verstand σημαίνει, στη συνήθη μετάφραση, διάνοια ή νοημοσύνη· το Vernunft είναι εκείνο που βρίσκεται υπερκείμενο, στο επίπεδο της έννοιας, και η φιλοσοφία της ιστορίας … έχει ως αρχή, ως βασική υπόθεση, ότι ο Λόγος, η Vernunft, κυβερνάει την πορεία των γεγονότων».

Στον πυρήνα της εγελιανής φιλοσοφίας της ιστορίας ενυπάρχει η έννοια του Λόγου, η οποία επιτρέπει στη φιλοσοφία να προσεγγίζει την ανθρώπινη πορεία όχι σαν ένα τυχαίο συνονθύλευμα γεγονότων, αλλά σαν μια πορεία αναγκαία και προσανατολισμένη σε έναν σκοπό. Επειδή λοιπόν η ιστορία διακατέχεται από εσωτερική λογική και σκοπό ‒καθώς ο Λόγος είναι εκείνος που κυβερνά τον κόσμο‒, το ανθρώπινο πνεύμα έχει τη δυνατότητα να την κατανοήσει βαθιά και φιλοσοφικά. Κεντρικός άξονας και βαθύτερο νόημα αυτής της εξέλιξης είναι η σταδιακή συνειδητοποίηση και κατάκτηση της ελευθερίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ιστορία αποκαλύπτεται ως η αδιάκοπη προσπάθεια του Πνεύματος να αποκτήσει την ελευθερία του και να φτάσει στην πλήρη αυτογνωσία του. Το Παγκόσμιο Πνεύμα εκδηλώνεται και δρα μέσα από ιστορικά έθνη οργανωμένα σε κράτη/πολιτείες. Κάθε πολιτισμός εκφράζει μια συγκεκριμένη φάση της πνευματικής ωρίμανσης μέσω των θεσμών, της τέχνης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας του. Αξιοπρόσεκτο, κατ’ αυτή τη διεργασία ωρίμανσης, είναι η αυστηρή ιστορική ιεραρχία που υιοθετεί ο Χέγκελ: κάθε εποχή έχει έναν «ηγεμόνα-λαό» που ενσαρκώνει το ανώτερο στάδιο ανάπτυξης του Πνεύματος, ενώ οι σύγχρονοι λαοί που δεν φέρουν πλέον την πρωτοπορία αυτής της εξέλιξης χάνουν την παγκόσμιο-ιστορική τους σημασία. Η ίδια η ιστορική πορεία λειτουργεί ως τελική κρίση/δικαιοσύνη («θεία δίκη» χωρίς θεολογικό νόημα και θεολογικούς όρους) για τους λαούς, καθώς κρίνει την αξία, τη δύναμη και την ικανότητά τους να ενσαρκώσουν την πρόοδο του Πνεύματος.

§2. Τι σημαίνει η περιώνυμη εγελιανή θέση ότι «ο Λόγος κυβερνά τον κόσμο»; Σημαίνει ότι η ιστορία δεν είναι ένα άναρχο πεδίο τυχαίων συγκυριών ή παθών, αλλά ένας χώρος όπου εκδηλώνεται μια ανώτερη, θεμελιώδης τάξη του Λόγου. Τούτη η τάξη συνυφαίνεται με την κατεύθυνση και το νόημα (: το τέλος=τον σκοπό) της ιστορίας. Κάθε στάδιο χτίζεται πάνω στο προηγούμενο, οδηγώντας αναγκαία προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω. Σε αντίθεση με άλλα φιλοσοφικά συστήματα που βλέπουν την ελευθερία ως αφηρημένο ιδεώδες, ο Χέγκελ την αντιλαμβάνεται ως την ίδια την κινητήρια δύναμη και την τελική κατάληξη της ιστορικής διαδικασίας: η ελευθερία είναι η ουσία του ανθρώπου και του πνεύματος. Το πνεύμα δεν δρα έξω από τον άνθρωπο, αλλά μέσα από αυτόν. Καθώς οι άνθρωποι χτίζουν πολιτισμούς, κράτη και θεσμούς, στην πραγματικότητα το Πνεύμα αφυπνίζεται, ξεπερνά την αλλοτρίωση και αναγνωρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη της ιστορικής του δράσης. Πρόκειται για την εμμενή Αυτογνωσία του Πνεύματος. Συνοψίζοντας τη θεμελιώδη θέση του για την παρουσία του Λόγου στην ιστορία, ο Χέγκελ γράφει συγκεκριμένα:

«Όποιος κοιτάζει τον κόσμο έλλογα, τον κοιτάζει κι ο κόσμος έλλογα· τα δύο βρίσκονται σε αλληλοπροσδιορισμό».

§3. Αν προσεγγίσουμε την ενεργό πραγματικότητα με ορθολογική διάθεση, τότε και εκείνη θα ανταποκριθεί αποκαλύπτοντάς μας τη δική της εσωτερική λογική. Πάνω σ’ αυτή τη βάση ερείδεται ολόκληρη η εγελιανή σκέψη για την ιστορία και τη φιλοσοφική της θεώρηση. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή γνωσιολογία, που ήθελε το γνωρίζον υποκείμενο να παρατηρεί έξωθεν την ιστορία και τον κόσμο, να τα μελετά όλα ως ένα εξωτερικό αντι-κείμενο, ως κάποια ξένη, μηχανιστική πραγματικότητα ο Χέγκελ εξηγεί τη σχέση υποκειμένου και αντικειμενικής πραγματικότητας διαλεκτικά: ακολουθώντας πιστά τον κοινό/καθολικό Λόγο του Ηράκλειτου, συλλαμβάνει αυτό το υποκείμενο ως ενδογενές μέρος του κοινού Λόγου που κυβερνά τον κόσμο. Έτσι καταργεί τον απόλυτο διαχωρισμό υποκειμένου‒αντικειμένου. Προχωρεί πέρα και πάνω από τον καρτεσιανό δυισμό, που απολυτοποιεί τον ρόλο του σκεπτόμενου υποκειμένου ως ενός στατικά βέβαιου για τη σκέψη του, και συνάπτει το υποκείμενο διαλεκτικά με την ίδια την ουσία της πραγματικότητας. Όλα τούτα ο Χέγκελ τα συμπυκνώνει στη γνωστή ρήση του από τη Φιλοσοφία του Δικαίου: «Ό,τι είναι έλλογο είναι πραγματικό, και ό,τι είναι πραγματικό είναι έλλογο».

§4. Με αυτό το πνεύμα εισέρχεται στη μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας. Αλλά τι ακριβώς σημαίνει «φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας»; Με μια πρώτη ματιά, μοιάζει να σημαίνει απλώς τη μελέτη και τον στοχασμό πάνω στην ιστορία. Βέβαια, κάθε θεώρηση της ιστορίας προέρχεται αναπόφευκτα από τη νόηση – κάτι που ο Χέγκελ δεν αμφισβητεί. Ωστόσο, από τη δική του διαλεκτική οπτική, το ζητούμενο δεν είναι μια οποιαδήποτε τυχαία ή εξωτερική θεώρηση, αλλά αποκλειστικά η φιλοσοφική της θεώρηση. Τούτη απαιτεί να μελετάμε την ιστορία όχι ιστοριογραφικά, δηλαδή από έξω, αλλά φιλοσοφικά, δηλαδή από μέσα, ήτοι μέσα από τη σύλληψη και παρακολούθηση της εσωτερικής [=διαλεκτικής] αναγκαιότητας, δυνάμει της οποίας ο ιστορικός χρόνος εκτυλίσσεται ως διαδοχή των διαφόρων εποχών, μια διαδοχή που συνιστά συνάντηση των εκάστοτε εκφάνσεων του Λόγου με μόνο προορισμό την ελευθερία, ακόμη και αν οι ευτυχισμένες, κατά τον Hegel, στιγμές στην ιστορία είναι λίγες. Για τον κοινό νου, την κοινή αντίληψη, η φιλοσοφική πραγμάτευση της ιστορίας φαντάζει ως κάτι το αντιφατικό, το ασύμβατο, το ακατανόητο. Φιλοσοφία και ιστορία λογίζονται, για την εν λόγω αντίληψη, ως δυο διαφορετικές, διαμετρικά αντίθετες έννοιες: η μεν πρώτη παραπέμπει στη νοητική δραστηριότητα του υποκειμένου ως τέτοιου, η δε δεύτερη ασχολείται με αντικειμενική περιγραφή, παρουσίαση συμβάντων· είναι μια απλή ιστοριογραφία. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ενεργό, ανήσυχη υποκειμενικότητα, στη δεύτερη με μια παθητική, απτή, συμβατική αντικειμενικότητα, όπου καταγράφονται γεγονότα και συμβάντα. Όχι σπάνια δε καταγράφονται και παρουσιάζονται με βάση τις κυρίαρχες πολιτικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές, επιστημονικές σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα η ιστορία να υποβιβάζεται σε όργανο προπαγάνδας και να χάνει τον γεμάτο νοήματα χαρακτήρα της.

§5. Σε αντίθεση με την εν λόγω κοινή πρόσληψη της ιστορίας ως ιστοριογραφίας, ο Χέγκελ θεωρεί πως φιλοσοφία και ιστορία όχι μόνο δεν είναι ασύμβατες έννοιες και πραγματικότητες, παρά διέπονται από ένα κοινό στοιχείο: το σκέπτεσθαι, τον στοχασμό. Το σκέπτεσθαι, κατά τον φιλόσοφό μας, έχει αντικειμενικές δομές, ενοικεί μέσα στα σπλάχνα της πραγματικότητας και διόλου στις μεν ή τις δε υποκειμενικές κατασκευές. Είτε φιλόσοφος είναι κάποιος είτε ιστορικός είτε άλλης επιστήμης διανοητής είναι σκεπτόμενος άνθρωπος και ως τέτοιος διαφοροποιείται από το ζώο που δεν διαθέτει αυτή τη σκέψη. Σκέψεις, αισθήματα, ένστικτα, βούληση κ.λπ. είναι ανθρώπινα και όχι ζωώδη. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος μόνο έχει θρησκεία, όπως λέγει σε άλλο σημείο ο φιλόσοφος, και όχι το ζώο. Η νοητική δραστηριότητα, ως εκ τούτου, μπορεί να υπάρχει μέσα σε όλες τις επιστήμες, στην ιστορία, στην τέχνη και αλλού, στον φιλοσοφικό της ωστόσο προσανατολισμό ή ως φιλοσοφική νόηση είναι διαφορετικής τάξης. Η επιστημονική ή ιστορική νόηση υποτάσσεται στο ον, στο αντικείμενο, το υπηρετεί. Η ιστορία π.χ. συλλαμβάνει καθαρά μόνο το υπάρχον, το γεγονός, το συμβάν, το δεδομένο. Η φιλοσοφία, απεναντίας, επιχειρεί να εντάξει αυτό το ον, γεγονός, συμβάν κ.λπ. σε ένα στοχαστικά διαλεκτικό Όλο που η ίδια παράγει και του οποίου η πιο δυναμική, η κορυφαία του εκ-δήλωση, έκ-φραση είναι ο Λόγος.

§6. Όταν λοιπόν ο Hegel αναλαμβάνει να σκεφτεί φιλοσοφικά την παγκόσμια ιστορία, λαμβάνει ως βάση το γεγονός ότι η ιστορία εν γένει εξελίσσεται με τον τρόπο του Λόγου, κινείται έλλογα, όσο κι αν τα ιστορικά γεγονότα φαίνονται να συμβαίνουν τυχαία . Το «κινείται έλλογα» δεν σημαίνει πως όλα γίνονται σωστά και αληθινά ή ότι κάποια εξωτερική λογική καθορίζει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά πως το ιστορικό γίγνεσθαι ενέχει Λογικότητα, συμβαίνει ως Λόγος και ως ιστορικότητα του Είναι αυτού του Λόγου. Επομένως, εάν θέλουμε να το κατανοούμε σε βάθος, δεν μπορούμε να αφηγούμαστε απλώς ό,τι συμβαίνει, να περιδιαβαίνουμε τα γεγονότα μόνο ως τυχαία συμβάντα, να επαφιέμεθα, για τη λύση του αινίγματος των ιστορικών πράξεων, στην αφέλεια της μιας ή της άλλης μορφής πίστεως ή ιδεολογικής αγκύλωσης αλλά να εκκινούμε από την επίγνωση πως πίσω από το φαίνεσθαι της ιστορίας βρίσκεται ο ρυθμός του Λόγου και να προϋποθέτουμε, για κάθε ιστορική έρευνα, αυτό και μόνο αυτό το εννόημα του Λόγου, τη σκέψη του Λόγου. Το εν λόγω εννόημα ή σκέψη τα προϋποθέτουμε όχι ως a priori αξιώματα, παρά ως το ζητούμενο κατά την εξέλιξη της μελέτης της ιστορίας, άρα ως το συναγόμενο από τη μελέτη τούτη.

§7. Κατ’ αυτό τον τρόπο αρχίζει η φιλοσοφική θεώρηση της παγκόσμιας ιστορίας: αναζητούμε την παρουσία του συγκεκριμένου διανοήματος μέσα στην παγκόσμια ιστορία ή άλλως μέσα στην ιστορία του κόσμου (Weltgeschichte). Γιατί όμως μέσα στην παγκόσμια ιστορία και όχι, ας πούμε, σε ένα μόνο επί μέρους, ορισμένο εν χώρω και χρόνω, τμήμα της; Επειδή ο Λόγος δεν εμφανίζεται με περιορισμένη ισχύ στο κάθε επί μέρους, δεν είναι απλώς λόγια και λέξεις μιας ορισμένης χρονικής στιγμής αλλά η απέραντη δια-νοηματική ισχύς του συμβαίνοντος παγκοσμίως ή του παγκόσμιου ιστορικού γίγνεσθαι. Απέραντη ισχύς: ποιεί τα πάντα, εκφράζει τη Λογική, ήτοι τον Λόγο της κατανοητικής τους ενότητας και για μας, τους ανθρώπους, αποτελεί την ερμηνευτική ισχύ του παντός. Γιατί ο Λόγος μπορεί να ποιεί τα πάντα; Επειδή είναι η ενύπαρκτη υπόσταση, δηλαδή η συνεκτική και πραγματική ουσία, στην οποία καθετί που συμβαίνει οφείλει την παρ-ουσία του. Αλλά ως τέτοια υπόσταση πρέπει και μπορεί να εμφανίζεται με τη μορφή του πνεύματος, του πνεύματος του κόσμου, του παγκόσμιου πνεύματος. Αναλογικά, η παγκόσμια ιστορία είναι η ιστορική ανάπτυξη αυτού του πνεύματος και ως τέτοια συνιστά την έλλογη αυτο-αποκάλυψή του. Ως εκ τούτου, όταν φιλοσοφούμε επί της ιστορίας, ουσιαστικά επιζητούμε να γινόμαστε μέτοχοι της συγκεκριμένης αποκάλυψης του Εαυτού του πνεύματος: να προσδοκούμε νόημα και συνάμα να εξελισσόμαστε σε φορείς, παραγωγούς νοήματος.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Κατηγορίες του Αριστοτέλη

Οι Κατηγορίες του Αριστοτέλη είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό φιλοσοφικό έργο. Δεν παρουσιάζει μόνο τη ραχοκοκαλιά της φιλοσοφικής θεωρίας του ίδιου του Αριστοτέλη, αλλά έχει ασκήσει μια απαράμιλλη επιρροή στα συστήματα πολλών από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της δυτικής παράδοσης. Το σύνολο των δογμάτων στις Κατηγορίες, το οποίο στο εξής θα ονομάζω κατηγοριοποίηση, παρέχει το πλαίσιο έρευνας για μια ευρεία ποικιλία φιλοσοφικών ερευνών του Αριστοτέλη, που κυμαίνονται από τις συζητήσεις του για τον χρόνο και την αλλαγή στη Φυσική έως την επιστήμη του είναι ως είναι στη Μεταφυσική, και μάλιστα επεκτείνονται στην απόρριψη της πλατωνικής ηθικής στα Ηθικά Νικομάχεια. Κοιτάζοντας πέρα ​​από τα δικά του έργα, η κατηγοριοποίηση του Αριστοτέλη έχει προσελκύσει την προσοχή τόσο διαφορετικών φιλοσόφων όπως ο Πλωτίνος, ο Πορφύριος, ο Ακινάτης, ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα, ο Λάιμπνιτς, ο Λοκ, ο Μπέρκλεϋ, ο Χιουμ, ο Καντ, ο Χέγκελ, ο Μπρεντάνο και ο Χάιντεγκερ (για να αναφέρουμε μόνο μερικούς), οι οποίοι έχουν ασπαστεί, υπερασπιστεί, τροποποιήσει ή απορρίψει ποικιλοτρόπως τους κεντρικούς ισχυρισμούς του. Όλοι, με τον δικό τους διαφορετικό τρόπο, θεώρησαν απαραίτητο να αποδεχτούν τα χαρακτηριστικά του κατηγορικού σχήματος του Αριστοτέλη.

Σαφώς, το εγχείρημα της κατηγοριοποίησης που εγκαινίασε ο Αριστοτέλης είναι βαθιά ριζωμένο στη φιλοσοφική ψυχή. Ακόμα κι έτσι, παρά την ευρεία επιρροή του - και, μάλιστα λόγω αυτής της επιρροής - κάθε προσπάθεια περιγραφής της κατηγοριοποίησης αντιμετωπίζει μια σημαντική δυσκολία: οι ειδικοί διαφωνούν σε πολλές από τις πιο σημαντικές και θεμελιώδεις πτυχές του. Κάθε ένα από τα ακόλουθα ερωτήματα έχει λάβει σημαντικά διαφορετικές απαντήσεις από ιδιαίτερα σεβαστούς μελετητές και φιλοσόφους. Τι ταξινομούν οι κατηγορίες; Ποια θεωρία της κατηγόρησης αποτελεί τη βάση του σχήματος του Αριστοτέλη; Ποια είναι η σχέση μεταξύ της κατηγοριοποίησης και του υλόμορφισμού, της άλλης σημαντικής οντολογικής θεωρίας του Αριστοτέλη; Πού ταιριάζει η ύλη, αν ταιριάζει καθόλου, στο κατηγοριοποιητικό σχήμα; Πότε έγραψε ο Αριστοτέλης τις Κατηγορίες; Έγραψε ο Αριστοτέλης τις Κατηγορίες; Είναι ο κατάλογος των ειδών στις Κατηγορίες ο εξεταζόμενος κατάλογος του Αριστοτέλη ή μήπως τροποποιεί τις απόψεις του αλλού; Είναι η άποψη του Αριστοτέλη για την ουσία στις Κατηγορίες συνεπής με την άποψή του για την ουσία στα Μεταφυσικά; Υπάρχει κάποια μέθοδος που χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης για να δημιουργήσει τον κατάλογο των κατηγοριών του; Είναι ο κατηγοριοποίηση του Αριστοτέλη φιλοσοφικά υπερασπίσιμος εν όλω ή εν μέρει; Έστω και μόνο εν μέρει, ποιο μέρος της κατηγοριοποίησης είναι φιλοσοφικά υπερασπίσιμο;

Δεδομένης της απόκλισης των απόψεων των ειδικών ακόμη και σχετικά με τις πιο βασικές πτυχές των Κατηγοριών του Αριστοτέλη, είναι αναπόφευκτο ότι μια προσπάθεια να δοθεί μια ουδέτερη ερμηνεία των βασικών θέσεων που περιέχει θα θεωρηθεί λανθασμένη, ίσως δραστικά, από ορισμένους μελετητές. Κάποιος θα μπορούσε να επιχειρήσει να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα σχολιάζοντας κάθε επιστημονική συζήτηση και γνώμη, αλλά ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να ζωντανέψει τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του αριστοτελικού κατηγοριισμού. Στη συνέχεια, επομένως, θα ακολουθήσω μια διαφορετική πορεία. Αρχικά παρουσιάζω μια φυσική, αν και ίσως υπερβολικά απλοποιημένη, ερμηνεία των κύριων δομών στο κατηγορικό σχήμα του Αριστοτέλη, ενώ παράλληλα σταματάω για να σημειώσω ορισμένα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενα σημεία. Στη συνέχεια, θα συζητήσω μια σημαντική επιστημονική και φιλοσοφική συζήτηση σχετικά με τις κατηγορίες, δηλαδή το ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει κάποια συστηματική διαδικασία με την οποία ο Αριστοτέλης δημιούργησε τον περίφημο κατάλογό του. Η συζήτηση παρουσιάζει ενδιαφέρον σε μεγάλο βαθμό επειδή αφορά ένα από τα πιο θεμελιώδη μεταφυσικά θέματα: ποιο είναι το σωστό σύστημα κατηγοριών; Δεν με ενδιαφέρει τελικά να παρουσιάσω τη σωστή ερμηνεία των Κατηγοριών του Αριστοτέλη. Αντίθετα, ελπίζω μόνο να παρέχω μια χρήσιμη εισαγωγή στο περιεχόμενο αυτού του ατελείωτα συναρπαστικού έργου.

1. Η Τετραμερής Διαίρεση
1.1 Δεν λέγεται και δεν υπάρχει
1.2 Δεν λέγεται και δεν υπάρχει
1.3 Ειπόμενο και μη παρόν
1.4 Είπε-Από και Παρόν-Εισάγω
1.5 Μια πρόσφατη συζήτηση
2. Η Δεκαπλάσια Μεραρχία
2.1 Γενική Συζήτηση
2.2 Λεπτομερής Συζήτηση
2.2.1 Ουσία
2.2.2 Ποσότητα
2.2.3 Συγγενείς
2.2.4 Ποιότητα
3. Από πού προέρχονται οι κατηγορίες;
4. Πρόσφατη Εργασία

1. Η Τετραμερής Διαίρεση

Οι Κατηγορίες διαιρούνται φυσικά σε τρία διακριτά μέρη — αυτά που έχουν γίνει γνωστά ως Προ-προκαταρκτική κατάσταση - Pre-Predicamenta (κεφ. 1–4), Predicamenta (κεφ. 5–9) και Post-Predicamenta (κεφ. 10-15). (Αυτοί οι τίτλοι ενοτήτων αντικατοπτρίζουν τον παραδοσιακό λατινικό τίτλο ολόκληρου του έργου, Predicamenta.) Στα Pre-Predicamenta, ο Αριστοτέλης συζητά μια σειρά από σημασιολογικές σχέσεις (1a1–16), δίνει μια διαίρεση των όντων (τἃ ὄντα) σε τέσσερα είδη (1a20–1b9) και στη συνέχεια παρουσιάζει τον κανονικό του κατάλογο δέκα κατηγοριών (1b25–2a4). Στα Προβλήματα, ο Αριστοτέλης συζητά λεπτομερώς τις κατηγορίες ουσίας (2a12–4b19), ποσότητας (4b20–6a36), συγγενών (6a37–8b24) και ποιότητας (8b25–11a39), και παρέχει μια συνοπτική ανάλυση των άλλων κατηγοριών (11b1–14). Και τέλος, στα Μετά-Προβλήματα, συζητά μια σειρά από έννοιες που σχετίζονται με τους τρόπους αντίθεσης (11b15–14A25), προτεραιότητας και ταυτοχρονισμού (14a26–15a13), κίνησης (15a14–15b17) και καταλήγει με μια σύντομη συζήτηση για το έχειν (15b18–31). Υπάρχει σημαντική συζήτηση σχετικά με το αν ο Αριστοτέλης πίστευε ότι και τα τρία μέρη ανήκουν σε ένα ενιαίο έργο, και αν ναι, γιατί πίστευε ότι όλα είναι απαραίτητα για να αποτελέσει το έργο ένα ενιαίο σύνολο. Παρ 'όλα αυτά, υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι στην καρδιά των Κατηγοριών υπάρχουν δύο συστήματα ταξινόμησης, το ένα δίνεται στο Pre-Predicamenta και το άλλο στο Predicament a.

Το πρώτο σύστημα ταξινόμησης του Αριστοτέλη είναι των όντων, (τὰ ὄντα) (1a20). Η διαίρεση προχωρά μέσω δύο εννοιών: (1) λεγόμενο-του-όντος και (2) παρόν-εντός. Κάθε ον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είτε λέγεται-για-κάποιο-άλλο είτε δεν λέγεται-για-κάποιο-άλλο. Ομοίως, κάθε ον είναι είτε παρόν-σε-κάποιο-άλλο είτε δεν είναι παρόν-σε-κάποιο-άλλο. Επειδή αυτές είναι τεχνικές έννοιες, θα περίμενε κανείς να τις είχε ορίσει ο Αριστοτέλης. Δυστυχώς, δεν ορίζει τη σχέση λεγόμενου-του-ενός· και ο ορισμός του για τη σχέση παρόν-εντός είναι είτε κυκλικός είτε βασίζεται σε μια αόριστη έννοια του είναι εν. Λέει: «Με το «παρόν σε ένα υποκείμενο» εννοώ αυτό που βρίσκεται σε κάτι, όχι ως μέρος, και δεν μπορεί να υπάρξει ξεχωριστά από αυτό που βρίσκεται μέσα» (1a24–5). Παρατηρήστε ότι η λέξη «εντός» εμφανίζεται σε αυτόν τον ορισμό του παρόντος-εντός. Έτσι, είτε το «εντός» σημαίνει το ίδιο με το «παρόν-εντός», οπότε ο ορισμός είναι κυκλικός· είτε το «εντός» χρειάζεται το ίδιο έναν ορισμό, τον οποίο ο Αριστοτέλης δεν δίνει. Ως εκ τούτου, το πρώτο σύστημα ταξινόμησης του Αριστοτέλη βασίζεται σε τεχνικές έννοιες των οποίων ο ακριβής χαρακτηρισμός δεν καθορίζεται από τίποτα από τα λεγόμενα του Αριστοτέλη.

Παρά την έλλειψη χρήσιμων ορισμών αυτών των δύο εννοιών, υπάρχει ένας αρκετά απλός, αν και σίγουρα όχι αδιαμφισβήτητος, χαρακτηρισμός τους που έχουν υιοθετήσει πολλοί μελετητές. Εστιάζοντας στα παραδείγματα του Αριστοτέλη, οι περισσότεροι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα όντα που λέγονται -για άλλα- είναι καθολικά, ενώ αυτά που δεν λέγονται -για άλλα είναι ιδιαίτερα. Τα όντα που είναι παρόντα -σε άλλα- είναι τυχαία, ενώ αυτά που δεν είναι παρόντα -σε άλλα- είναι μη τυχαία. Τώρα, τα μη τυχαία όντα που είναι καθολικά περιγράφονται πιο φυσικά ως ουσιώδη, ενώ τα μη τυχαία όντα που είναι ιδιαίτερα περιγράφονται καλύτερα απλώς ως μη τυχαία. Αν συνδυάσουμε αυτές τις πιθανότητες, καταλήγουμε στο ακόλουθο τετραπλό σύστημα ταξινόμησης: (1) τυχαία καθολικά· (2) ουσιώδη καθολικά· (3) τυχαία ιδιαίτερα· (4) μη τυχαία ιδιαίτερα, ή αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει πρωτογενείς ουσίες. Αυτό το σύστημα ταιριάζει εύκολα με την ορολογία του ίδιου του Αριστοτέλη, που δίνεται στο 1a20: (1) Λέγεται-για και είναι-ενεστώτα: τυχαία καθολικά· (2) Λέγεται και δεν είναι παρόν: ουσιώδη καθολικά· (3) Δεν είναι λέγεται και δεν είναι παρόν: τυχαίες επιμέρους· και (4) Δεν είναι λέγεται και δεν είναι παρόν: πρωτογενείς ουσίες. Μια σύντομη συζήτηση για καθεμία από αυτές τις κατηγορίες θα πρέπει να αρκεί για να αναδείξει τον γενικό χαρακτήρα τους.

1.1 Δεν λέγεται και δεν υπάρχει

Η πρωταρχική θέση σε αυτό το ταξινομικό σχήμα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ανήκει σε εκείνες τις οντότητες που ούτε λέγονται ούτε υπάρχουν σε τίποτα. Τέτοιες οντότητες, λέει ο Αριστοτέλης, είναι πρωτογενείς ουσίες (2a11). Αν και δίνει μόνο έναν αρνητικό χαρακτηρισμό των πρωτογενών ουσιών στις Κατηγορίες — ούτε λέγονται ούτε υπάρχουν — τα παραδείγματα αυτών που παρέχει μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια πιο ισχυρή αντίληψη για το τι υποτίθεται ότι είναι μια πρωτογενής ουσία. Τα αγαπημένα του παραδείγματα είναι ένας μεμονωμένος άνθρωπος και ένα άλογο (1a20, 2a11). Επομένως, είναι φυσικό να τον ερμηνεύσουμε ως σκέψη ότι μεταξύ των πρωτογενών ουσιών υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που είναι μέλη φυσικών ειδών. Το αν στις Κατηγορίες ο Αριστοτέλης σκόπευε να περιορίσει την τάξη των πρωτογενών ουσιών μόνο σε μέλη φυσικών ειδών αποδεικνύεται ότι είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα θέματα στην αριστοτελική ακαδημαϊκή έρευνα. Αλλά τουλάχιστον, φαίνεται να πιστεύει ότι τα μέλη των φυσικών ειδών παρουσιάζουν μια αρκετά παραδειγματική περίπτωση ώστε να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως παραδείγματα.

Τώρα, δεδομένης της παραπάνω ερμηνείας της σχέσης ειπωμένου-από-και-ενεστώτα-εντός, μια πρωτογενής ουσία είναι ένα επιμέρους που δεν είναι τυχαίο. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι δύσκολο να πούμε ακριβώς τι σημαίνει να πούμε ότι ένα επιμέρους είναι μη τυχαίο. Τονίζοντας το γεγονός ότι οι πρωτογενείς ουσίες δεν είναι το είδος των όντων που μπορούν να είναι τυχαία, ο Αριστοτέλης φαίνεται να υποδεικνύει τόσο ότι δεν βασίζονται σε τίποτα τυχαία όσο και ότι δεν είναι οντότητες που είναι προφανώς προσωρινές, τυχαία χαρακτηρισμένες ή τεχνητά ενοποιημένες, όπως ο Σωκράτης που κάθεται σε μια καρέκλα. Ομοίως, αντιμετωπίζοντάς τες ως μη ειπωμένες-από-τίποτα, ο Αριστοτέλης εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι πρωτογενείς ουσίες δεν βασίζονται σε τίποτα. Αντίθετα, είναι οι ίδιες ουσιώδεις ενότητες και μάλιστα καθόλου προβλέψιμες. Πέρα από αυτές τις λίγες παρατηρήσεις, ωστόσο, είναι δύσκολο να πούμε ακριβώς, δεδομένου μόνο ό,τι γίνεται σαφές στο Pre-predicamenta, τι είναι μια πρωτογενής ουσία. Αλλά αυτό, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, είναι κατάλληλο για μια μεταφυσικά θεμελιώδη οντότητα — μπορούμε να πούμε γι' αυτήν τι δεν είναι, αλλά επειδή είναι τόσο βασική, μας λείπει το λεξιλόγιο για να πούμε με πληροφοριακό τρόπο τι είναι. Και πράγματι, ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι οι πρωτογενείς ουσίες είναι θεμελιώδεις με αυτόν τον τρόπο, αφού πιστεύει ότι όλες οι άλλες οντότητες φέρουν κάποιο είδος ασύμμετρης σχέσης εξάρτησης από τις πρωτογενείς ουσίες (2a34–2b6).

1.2 Δεν λέγεται και δεν υπάρχει

Αν συνεχίσουμε να κατανοούμε τις διακρίσεις μεταξύ λεγόμενου και ενεστώτα όπως τις έχω χαρακτηρίσει, θα διαπιστώσουμε επίσης ότι ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι εκτός από τα επιμέρους στην κατηγορία της ουσίας, υπάρχουν και τυχαία, ή αυτό που μπορούμε τώρα να ονομάσουμε μη ουσιαστικά, επιμέρους. Το παράδειγμα μιας τέτοιας οντότητας του Αριστοτέλη είναι ένα μεμονωμένο κομμάτι γραμματικής γνώσης (1a25). Ίσως ένα πιο διαισθητικό παράδειγμα είναι η ιδιαίτερη λευκότητα που έχει κάποιο αντικείμενο. Εάν υπάρχουν μη ουσιαστικά επιμέρους, τότε η λευκότητα του Σωκράτη είναι μια αριθμητικά διακριτή επιμέρους από τη λευκότητα του Πλάτωνα. Οι σύγχρονοι μεταφυσικοί θα μπορούσαν να ονομάσουν τέτοιες οντότητες τροπικά, και μια τέτοια ετικέτα είναι αποδεκτή εφόσον κάποιος είναι προσεκτικός ώστε να μην περιμένει ότι η θεωρία του Αριστοτέλη θα μοιάζει πολύ με τις σύγχρονες θεωρίες τροπικών. Καταρχάς, αν ο Αριστοτέλης αποδέχεται την ύπαρξη μη υποστατικών μερικών, σίγουρα δεν πιστεύει ότι μπορούν να υπάρχουν ξεχωριστά από τις πρωτογενείς ουσίες — μάλιστα, είναι πολύ φυσικό να ερμηνεύσουμε τον Αριστοτέλη σε αυτό το σημείο ως σκέψη ότι ένα μη υποστατικό μερικό είναι μια εξαρτημένη οντότητα, που εξατομικεύεται μόνο με αναφορά στην πρωτογενή ουσία στην οποία υπάρχει. Επομένως, η λευκότητα του Σωκράτη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον Σωκράτη. Επιπλέον, η σκέψη τέτοιων οντοτήτων ως οντοτήτων που βρίσκονται σε μια πρωτόγονη σχέση ομοιότητας μεταξύ τους είναι αρκετά ξένη προς τον τρόπο σκέψης του Αριστοτέλη. Παρ' όλα αυτά, αν η παρούσα ερμηνεία είναι σωστή, ο Αριστοτέλης αποδέχτηκε αυτό που ονομάζονται κατάλληλα ιδιαιτεροποιημένες ιδιότητες.

1.3 Ειπόμενο και μη παρόν

Επιστρέφοντας, λοιπόν, σε εκείνα τα όντα που δεν υπάρχουν σε άλλα όντα, ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι εκτός από τις πρωτογενείς ουσίες, οι οποίες είναι επιμέρους, υπάρχουν και δευτερογενείς ουσίες, οι οποίες είναι καθολικές (2a11-a18). Το παράδειγμά του για μια τέτοια οντότητα είναι ο άνθρωπος (1a21), ο οποίος, σύμφωνα με την παρούσα ερμηνεία, είναι καθολικός στην κατηγορία της ουσίας. Αν δεχτούμε και πάλι τις εν λόγω διακρίσεις όπως τις έχω διατυπώσει, θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τις δευτερογενείς ουσίες ως ουσιώδη χαρακτηριστικά των πρωτογενών ουσιών. Επιπλέον, επειδή οι πρωτογενείς ουσίες φαίνεται να είναι μέλη φυσικών ειδών, είναι φυσικό να ερμηνεύουμε τις δευτερογενείς ουσίες ως τα είδη στα οποία ανήκουν οι πρωτογενείς ουσίες. Αν αυτό ισχύει, τότε ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι όχι μόνο οι πρωτογενείς ουσίες είναι μέλη φυσικών ειδών, αλλά ότι ουσιαστικά χαρακτηρίζονται από τα είδη στα οποία ανήκουν.

1.4 Είπε-Από και Παρόν-Εισάγω

Τέλος, ένα ον λέγεται και είναι παρόν σε μια πρωταρχική ουσία εάν είναι ένα τυχαίο καθολικό. Το παράδειγμα μιας τέτοιας οντότητας από τον Αριστοτέλη είναι η γνώση· αλλά και πάλι, η λευκότητα παρέχει ένα κάπως πιο διαισθητικό παράδειγμα. Η καθολική λευκότητα λέγεται για πολλές πρωταρχικές ουσίες, αλλά είναι μόνο τυχαία σε αυτές.

1.5 Μια πρόσφατη συζήτηση

Ο τρόπος με τον οποίο έχω χαρακτηρίσει τις έννοιες του λεγόμενου και του ενεστώτα είναι, όπως έχω πει, φυσικός και σχετικά απλός. Επιπλέον, ήταν μακράν η ορθόδοξη ερμηνεία μεταξύ των μεσαιωνικών ερμηνευτών του Αριστοτέλη. Θα ήταν παράλειψή μου, ωστόσο, αν δεν ανέφερα την πρόσφατη συζήτηση που ξεκίνησε ο GEL Owen σχετικά με τη διάκριση λεγόμενου/ενεστώτα (Owen, 1965a). Σύμφωνα με τον Owen, ο Αριστοτέλης δεν αποδέχτηκε την ύπαρξη μη ουσιαστικών επιμέρους. Αντίθετα, υποστηρίζει ο Owen, ένα ον που δεν λέγεται αλλά βρίσκεται σε πρωτογενείς ουσίες είναι ένα τυχαίο καθολικό της χαμηλότερης δυνατής γενικότητας. Ως εκ τούτου, ο Owen αρνείται ότι η διάκριση λεγόμενου/μη λεγόμενου είναι μια διάκριση μεταξύ καθολικών και επιμέρους. Δεν θα συζητήσω την ερμηνεία του Owen, αλλά θα απλώς σημειώσω ότι έχει προκαλέσει τεράστια επιστημονική προσοχή. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να βρει μια συζήτηση για αυτά τα ζητήματα εδώ:

2. Η Δεκαπλάσια Μεραρχία

2.1 Γενική Συζήτηση

Αφού παρέχει το πρώτο του σύστημα ταξινόμησης, ο Αριστοτέλης στρέφεται στα predicamenta και παρουσιάζει ένα δεύτερο, το οποίο καταλήγει να τον απασχολεί για μεγάλο μέρος των υπόλοιπων Κατηγοριών. Ο Αριστοτέλης διαιρεί αυτό που αποκαλεί τα λεγόμενα (τἃ λεγόμενα), δηλαδή πράγματα που λέγονται, σε δέκα διακριτά είδη (1b25). Τα πράγματα που λέγονται σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι λέξεις (De Int 16a3), και έτσι είναι φυσικό να ερμηνεύσουμε το δεύτερο σύστημά του ως ταξινόμηση λέξεων. Και επειδή η αγγλική λέξη «category» προέρχεται από την ελληνική λέξη για το κατηγόρημα, θα μπορούσε κανείς φυσικά να σκεφτεί το δεύτερο σύστημα ως ταξινόμηση διακριτών τύπων γλωσσικών κατηγημάτων. Υπάρχει, ωστόσο, σημαντική συζήτηση σχετικά με το θέμα του δεύτερου συστήματος ταξινόμησης.

Υπάρχουν τρεις λόγοι για να πιστεύουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις λέξεις, αλλά μάλλον για τα αντικείμενα στον κόσμο στα οποία αντιστοιχούν οι λέξεις. Πρώτον, η φράση του «τα λεγόμενα» είναι στην πραγματικότητα ασαφής, όπως μεταξύ «πράγματα που λέγονται» - όπου αυτά μπορεί να είναι ή να μην είναι λέξεις - και «πράγματα για τα οποία λέγονται» - όπου αυτά θεωρούνται πιο φυσικά ως πράγματα που αναφέρονται μέσω λέξεων. Δεύτερον, τα παραδείγματα του Αριστοτέλη για αντικείμενα που ανήκουν στις διάφορες κατηγορίες είναι γενικά εξωγλωσσικά. Για παράδειγμα, τα παραδείγματα ουσιών που δίνει είναι ένας μεμονωμένος άνθρωπος και ένα άλογο. Τρίτον, ο Αριστοτέλης αποδέχεται ρητά μια θεωρία περί νοήματος σύμφωνα με την οποία οι λέξεις συμβατικά σημαίνουν έννοιες, και οι έννοιες σημαίνουν φυσικά αντικείμενα στον κόσμο (De Int 16a3). Έτσι, ακόμη και αν κατά κάποιο τρόπο ταξινομεί λέξεις, είναι φυσικό να θεωρήσουμε την ταξινόμησή του ως τελικά καθοδηγούμενη από ανησυχίες σχετικά με αντικείμενα στον κόσμο στα οποία αντιστοιχούν οι λέξεις μας.

Οι μελετητές που δεν ήταν ικανοποιημένοι με τη γλωσσική ερμηνεία του δεύτερου συστήματος ταξινόμησης του Αριστοτέλη έχουν κινηθεί προς μία από τις διάφορες κατευθύνσεις. Κάποιοι έχουν ερμηνεύσει τον Αριστοτέλη ως ταξινομητή εννοιών. Οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν κατά της γλωσσικής ερμηνείας, ωστόσο, μπορούν και πάλι να διατυπωθούν κατά της ερμηνείας των εννοιών. Άλλοι μελετητές έχουν ερμηνεύσει τον Αριστοτέλη ως ταξινομητή της εξωγλωσσικής και της εξωεννοιολογικής πραγματικότητας. Τέλος, ορισμένοι μελετητές έχουν συνθέσει τις γλωσσικές και εξωγλωσσικές ερμηνείες ερμηνεύοντας τον Αριστοτέλη ως ταξινομητή γλωσσικών κατηγορημάτων στο βαθμό που σχετίζονται με τον κόσμο με σημασιολογικά σημαντικούς τρόπους. Αν και πιστεύω ότι αυτή η τελευταία ερμηνεία είναι πιθανώς αυτή που αντέχει καλύτερα στην προσεκτική εξέταση του κειμένου, ο γενικός χαρακτήρας του δεύτερου συστήματος ταξινόμησης γίνεται πιο εύκολα αντιληπτός εστιάζοντας στην εξωγλωσσική ερμηνεία. Έτσι, στη συνέχεια, θα απλοποιήσω τα πράγματα λέγοντας ότι το πρώτο ταξινομητικό σύστημα του Αριστοτέλη είναι στην πραγματικότητα μια ταξινόμηση εξωγλωσσικών στοιχείων· και θα σημειώσω τα σημεία στα οποία μια τέτοια ερμηνεία αντιμετωπίζει δυσκολίες.

Ποιο είναι λοιπόν το δεύτερο ταξινομικό σύστημα του Αριστοτέλη; Με απλά λόγια, είναι μια λίστα με τα υψηλότερα είδη, τα οποία είναι επίσης γνωστά ως κατηγορίες. Το γεγονός ότι υπάρχουν υψηλότερα είδη (ή ίσως ότι υπάρχει ένα μόνο υψηλότερο είδος) μπορεί να αιτιολογηθεί από την παρατήρηση του γεγονότος ότι τα συνηθισμένα αντικείμενα της εμπειρίας μας εμπίπτουν σε κλάσεις αυξανόμενης γενικότητας. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, έναν σφένδαμο. Είναι καταρχάς σφένδαμος και άρα ανήκει σε μια κλάση με όλα και μόνο άλλα σφενδάμια. Είναι επίσης, ωστόσο, δέντρο και άρα ανήκει σε μια ευρύτερη κλάση, δηλαδή στην κλάση των δέντρων, της οποίας η έκταση είναι ευρύτερη από την κλάση των σφενδάμων. Συνεχίζοντας, είναι επίσης ένα ζωντανό πράγμα και άρα ανήκει σε μια κλάση της οποίας η έκταση είναι ακόμη ευρύτερη από την κλάση των δέντρων. Και ούτω καθεξής. Τώρα, αφού αυτό το βασικό μοτίβο είναι μπροστά μας, μπορούμε να θέσουμε το ακόλουθο ερώτημα: αυτή η αύξηση της γενικότητας συνεχίζεται επ' άπειρον ή καταλήγει σε μια κλάση που είναι η πιο γενική δυνατή; Καταλήγει, με άλλα λόγια, σε ένα υψηλότερο είδος;

Μπορεί να φαίνεται ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι προφανής: φυσικά υπάρχει ένα ανώτατο είδος - το ον. Άλλωστε, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι τα πάντα υπάρχουν. Έτσι, η τάξη που περιέχει όλα και μόνο τα όντα πρέπει να είναι η τάξη με τη μεγαλύτερη δυνατή επέκταση. Στα Μεταφυσικά, ωστόσο, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι το ον δεν είναι γένος (998b23, 1059b31). Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, κάθε γένος πρέπει να διαφοροποιείται από κάποια διαφορά που εμπίπτει εκτός αυτού του γένους. Επομένως, αν το ον ήταν γένος, θα έπρεπε να διαφοροποιείται από μια διαφορά που εμπίπτει εκτός αυτού. Με άλλα λόγια, το ον θα έπρεπε να διαφοροποιείται από κάποιο μη ον, κάτι που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι μια μεταφυσική παραλογότητα. Αν και δεν διατυπώνει ρητά αυτόν τον ισχυρισμό, το επιχείρημα του Αριστοτέλη, αν είναι πειστικό, θα γενικευόταν σε οποιαδήποτε πρόταση για ένα μόνο ανώτατο είδος. Ως εκ τούτου, δεν πιστεύει ότι υπάρχει ένα μόνο ανώτατο είδος. Αντίθετα, πιστεύει ότι υπάρχουν δέκα: (1) ουσία· (2) ποσότητα· (3) ποιότητα· (4) συγγενείς· (5) κάπου· (6) κάποτε· (7) να βρίσκεται κανείς σε μια θέση· (8) να έχει· (9) να ενεργεί· και (10) να επηρεάζεται από την πράξη (1b25–2a4). Θα συζητήσω λεπτομερώς τα πρώτα τέσσερα από αυτά τα είδη σε λίγο. Αλλά κάνοντας αυτό θα μας οδηγήσει σε ζητήματα που, αν και ενδιαφέροντα, παρόλα αυτά αποσπούν την προσοχή από τη γενική φύση του σχήματος. Έτσι, θα συζητήσω πρώτα ορισμένες από τις γενικές δομές που είναι εγγενείς στο δεύτερο σύστημα ταξινόμησης του Αριστοτέλη και στη συνέχεια θα προχωρήσω σε μια πιο λεπτομερή συζήτηση.

Εκτός από το ότι θέτει δέκα ανώτερα είδη, ο Αριστοτέλης έχει επίσης απόψεις σχετικά με τη δομή αυτών των ειδών. Κάθε είδος διαφοροποιείται σε είδος από κάποιο σύνολο διαφορικών. Στην πραγματικότητα, η ουσία κάθε είδους, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, συνίσταται στο γένος του και στις διαφορικές που μαζί με αυτό το γένος ορίζουν το είδος. (Για αυτόν τον λόγο τα ανώτερα είδη είναι, αυστηρά μιλώντας, αόριστα — επειδή δεν υπάρχει γένος πάνω από ένα ανώτερο είδος, δεν μπορεί κανείς να το ορίσει με βάση το γένος του και μια διαφορική του.) Μερικά από τα είδη σε διάφορες κατηγορίες είναι επίσης γένη — με άλλα λόγια, διαφοροποιούνται σε περαιτέρω είδη. Αλλά σε κάποιο σημείο, υπάρχει ένα κατώτερο είδος που δεν διαφοροποιείται περαιτέρω. Σε αυτά τα είδη, μπορούμε να υποθέσουμε, εμπίπτουν τα στοιχεία που ανήκουν σε αυτό το είδος.

Τώρα, αν δεχτούμε τον χαρακτηρισμό του ειπωμένου και του ενεστώτα που έδωσα, μπορούμε να δούμε ότι τα δύο ταξινομικά συστήματα του Αριστοτέλη μπορούν, ας πούμε, να τοποθετηθούν το ένα πάνω στο άλλο. Η προκύπτουσα δομή θα έμοιαζε κάπως έτσι:
ΟυσίαΠοσότητα Σχετική Ποιότητα …
Είπε-του-
μη-παρόντος-μέσα
Είπε-του-
Παρόντος-Εντός
Δεν λέγεται-από
Δεν είναι παρόν-σε
Δεν ειπώθηκε-του
-ενεστώτα
Αξίζει να επισημανθούν ορισμένα χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος. Πρώτον, όπως έχω ήδη σημειώσει, ο Αριστοτέλης δίνει εξέχουσα θέση σε αυτό το σχήμα στις πρωτογενείς ουσίες. Λέει ότι αν δεν υπήρχαν πρωτογενείς ουσίες, τότε δεν θα υπήρχε καμία άλλη οντότητα (2b6). Ως αποτέλεσμα, η κατηγοριοποίηση του Αριστοτέλη είναι έντονα αντιπλατωνική. Ενώ ο Πλάτωνας αντιμετώπιζε το αφηρημένο ως πιο πραγματικό από τα υλικά επιμέρους στοιχεία, στις Κατηγορίες ο Αριστοτέλης θεωρεί τα υλικά επιμέρους στοιχεία ως οντολογικό θεμέλιο - στο βαθμό που το γεγονός ότι είναι πρωτογενής ουσία καθιστά κάτι πιο πραγματικό από οτιδήποτε άλλο, οντότητες όπως ο Σωκράτης και ένα άλογο είναι οι πιο πραγματικές οντότητες στην κοσμοθεωρία του Αριστοτέλη. Επιπλέον, μεταξύ των δευτερογενών ουσιών, αυτές που βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο γενικότητας είναι αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «προηγούμενες στην ουσία» από εκείνες που βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο (2b7). Έτσι, για παράδειγμα, ο άνθρωπος προηγείται στην ουσία από το σώμα. Το αν αυτό πρέπει να ερμηνευθεί με όρους της ευρύτερης πραγματικότητας του είδους του ανθρώπου είναι ένα ανοιχτό ερώτημα. Παρ' όλα αυτά, η εξίσωση από τον Αριστοτέλη της αύξησης της γενικότητας με τη μείωση της ουσιαστικότητας είναι τουλάχιστον κατά το πνεύμα έντονα αντιπλατωνική.

Υπάρχει ένα άλλο ενδιαφέρον γενικό χαρακτηριστικό αυτού του σχήματος που αξίζει να επισημανθεί πριν εξετάσουμε τις λεπτομέρειές του. Η απόρριψη από τον Αριστοτέλη της άποψης ότι το ον είναι γένος και η επακόλουθη αποδοχή δέκα διακριτών ανώτερων ειδών οδηγεί σε μια διδασκαλία σχετικά με το ίδιο το ον, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη. (Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι υπάρχει γνήσια διαφωνία σχετικά με το βαθμό στον οποίο ο Αριστοτέλης αποδέχτηκε τη διδασκαλία του όντος που εμφανίζεται στα Μεταφυσικά όταν έγραψε τις Κατηγορίες.) Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ορισμένες λέξεις δεν εκφράζουν ένα γένος, αλλά είναι αυτό που ο ίδιος αποκαλεί pros hen ομώνυμα — δηλαδή, ομώνυμα που σχετίζονται με ένα πράγμα (pros hen), που ονομάζονται ποικιλοτρόπως περιπτώσεις «εστιακής σημασίας» ή «εστιακής σύνδεσης» ή «ομωνυμίας που εξαρτάται από τον πυρήνα» στη βιβλιογραφία σχετικά με αυτό το θέμα (1003a35 κ.ε.). Τέτοιες λέξεις εφαρμόζονται σε διάφορα αντικείμενα στον κόσμο λόγω του γεγονότος ότι όλα αυτά τα αντικείμενα έχουν κάποιο είδος σχέσης με κάποιο πράγμα ή είδος πράγματος. Ένα παράδειγμα τέτοιου ομώνυμου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι το «υγιές». Ένα καθεστώς, λέει, είναι υγιές επειδή παράγει υγεία· τα ούρα είναι υγιείς επειδή υποδηλώνουν υγεία· και ο Σωκράτης είναι υγιής επειδή έχει υγεία. Σε αυτή την περίπτωση, ένα καθεστώς, τα ούρα και ο Σωκράτης ονομάζονται όλοι «υγιείς» όχι επειδή εμπίπτουν σε κάποιο γένος, δηλαδή υγιή πράγματα, αλλά επειδή όλα έχουν κάποια σχέση με την υγεία. Ομοίως, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα πράγματα στον κόσμο δεν είναι όντα επειδή εμπίπτουν σε κάποιο γένος, το είναι, αλλά μάλλον επειδή όλα βρίσκονται σε σχέση με το πρωταρχικό είναι, το οποίο στις Κατηγορίες λέει ότι είναι η ουσία. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί λέει στα Μεταφυσικά ότι για να μελετήσει κανείς το είναι πρέπει να μελετήσει την ουσία (1004a32, 1028a10–1028b8).

2.2 Λεπτομερής Συζήτηση

Πρέπει να παραδεχτούμε, νομίζω, ότι όταν διατυπώνονται αφηρημένα, υπάρχει μια κάποια ομορφιά στη δομή των δύο ταξινομικών σχημάτων του Αριστοτέλη. Το σύστημα του Αριστοτέλη, ωστόσο, αρχίζει να φαίνεται κάπως αμήχανο όταν εξετάζεται λεπτομερώς η λίστα του με τα υψηλότερα είδη. Ορισμένες από τις κατηγορίες είναι φυσικές, αλλά άλλες φαίνονται πολύ λιγότερο. Ως αποτέλεσμα, οι φιλόσοφοι έχουν προτείνει αλλαγές στη λίστα του Αριστοτέλη, υποστηρίζοντας ότι διάφορες κατηγορίες θα πρέπει να εξαλειφθούν, και οι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι οι κατηγορίες του Αριστοτέλη δεν είναι απλώς τα υψηλότερα είδη, αλλά μάλλον αντιπροσωπεύουν διάφορες πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ λέξεων και διαφορετικών πτυχών του κόσμου. Μια σύντομη συζήτηση για τις πρώτες τέσσερις κατηγορίες, οι οποίες είναι οι μόνες που ο Αριστοτέλης συζητά εκτενώς, θα πρέπει να αναδείξει τόσο το ενδιαφέρον της λίστας του Αριστοτέλη όσο και ορισμένες από τις ιδιαιτερότητές της.

2.2.1 Ουσία

Η πιο θεμελιώδης κατηγορία είναι η ουσία. Έχουμε ήδη δει ότι σύμφωνα με τον Αριστοτέλη οι ουσίες διαιρούνται σε πρωτοταγείς και δευτεροταγείς ουσίες. Αν και ο Αριστοτέλης δεν συζητά τα διαφορετικά είδη δευτεροταγών ουσιών στις Κατηγορίες, διάφορες παρατηρήσεις που κάνει σε όλο το σώμα των έργων του υποδηλώνουν ότι θα διαιρούσε τις δευτεροταγείς ουσίες τουλάχιστον στα ακόλουθα είδη (DA 412a17, 413a21, 414a35, Meta. 1069a30, NE 1098a4):
  • Ουσία
    • Ακίνητες Ουσίες — Ακίνητη(ες) Μετακινούμενη(ες) ουσία(ες)
    • Κινητές Ουσίες — Σώμα
      • Αιώνιες Κινητές Ουσίες — Ουρανοί
      • Φθαρτές Κινητές Ουσίες — Υποσεληνιακά Σώματα
        • Άψυχες Καταστροφικές Κινητές Ουσίες — Στοιχεία
        • Ψυχωμένες Καταστροφικές Κινητές Ουσίες — Ζωντανά Πράγματα
          • Ανίκανοι για Αντίληψη — Φυτά
          • Ικανοί για Αντίληψη — Ζώα
            • Παράλογο — Μη ανθρώπινα ζώα
            • Λογική — Άνθρωποι
Αυτή η ιεραρχία γένους/είδους απέχει πολύ από το να είναι πλήρης — οι βιολογικές πραγματείες του Αριστοτέλη περιέχουν μια αξιοσημείωτα πλούσια ταξινόμηση των ζώων που ούτε αποτυπώνεται ούτε είναι προφανώς ανάλογη με τη διαίρεση σε άλογα και λογικά ζώα — αλλά απεικονίζει όμορφα τη γενική δομή των κατηγοριών του Αριστοτέλη. Τα κατώτερα είδη σε αυτήν την ταξινόμηση δίνουν τη θέση τους σε είδη αυξανόμενης γενικότητας μέχρι να επιτευχθεί το υψηλότερο είδος, η ουσία. Επιπλέον, υπάρχει κάτι μάλλον διαισθητικό στην ιδέα ότι τα μέλη των φυσικών ειδών είναι ένας θεμελιώδης τύπος οντότητας στον κόσμο και ως εκ τούτου ότι υπάρχει ένα σύστημα ειδών αυξανόμενης γενικότητας στο οποίο ανήκει κάθε τέτοια οντότητα. Φυσικά, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι κάποιο είδος στέκεται πάνω από την ουσία. Αλλά δεν είναι σαφές τι θα ήταν ένα τέτοιο είδος εκτός από το ον, ή ίσως το ακόμη πιο γενικό είδος πράγματος. και όπως έχω ήδη πει, όχι μόνο ο Αριστοτέλης απορρίπτει την ιδέα ότι το ον είναι γένος, αλλά είναι δύσκολο να δούμε ποια είναι η σχετική έννοια του πράγματος, αν αυτή δεν είναι απλώς μια άλλη λέξη για την ουσία.

2.2.2 Ποσότητα

Η δεύτερη κατηγορία που συζητά ο Αριστοτέλης στις Κατηγορίες είναι η ποσότητα, και στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην ποσότητα, ο Αριστοτέλης στην πραγματικότητα διαιρεί την ποσότητα σε διακριτά είδη. Στην πραγματικότητα, δίνει δύο υποδιαιρέσεις. Αλλά για να δείξει τη γενική φύση της κατηγορίας, η συζήτηση της πρώτης υποδιαίρεσης που δίνει θα πρέπει να αρκεί. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ποσότητα διαιρείται σε συνεχείς και διακριτές ποσότητες. η συνεχής ποσότητα διαιρείται σε γραμμή, επιφάνεια, σώμα, χρόνο και τόπο. και η διακριτή ποσότητα διαιρείται σε αριθμό και λόγο (4b20–23). Ως εκ τούτου, έχουμε την ακόλουθη δομή γένους/είδους:
  • Ποσότητα
    • Συνεχείς Ποσότητες
      • γραμμή
      • επιφάνεια
      • σώμα
      • φορά
      • θέση
    • Διακριτές Ποσότητες
      • αριθμός
      • ομιλία
Όπως η ουσία, η ποσότητα φαίνεται να είναι ένας λογικός υποψήφιος για ένα ανώτατο είδος — οι ποσότητες υπάρχουν· οι ποσότητες δεν είναι ουσίες· οι ουσίες δεν είναι ποσότητες και δεν είναι σαφές ποιο είδος θα υπερέβαινε την ποσότητα. Έτσι, η απόφαση του Αριστοτέλη να καταστήσει την ποσότητα ανώτατο είδος φαίνεται καλά τεκμηριωμένη. Η αντιμετώπιση της ποσότητας από τον Αριστοτέλη, ωστόσο, εγείρει ορισμένα δύσκολα ερωτήματα.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα αφορά το γεγονός ότι ορισμένα από τα είδη σε ποσότητα φαίνονται να είναι ποσοτικοποιημένα πράγματα και όχι ποσότητες οι ίδιες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το σώμα. Στην πιο φυσική του έννοια, το «σώμα» σημαίνει σώματα, τα οποία δεν είναι ποσότητες αλλά μάλλον πράγματα με ποσότητες. Το ίδιο ισχύει για τη γραμμή, την επιφάνεια, τον τόπο και, αναμφισβήτητα, την ομιλία. Φυσικά, υπάρχουν ποσότητες που συνδέονται φυσικά με ορισμένα από αυτά τα είδη. Για παράδειγμα, το μήκος, το πλάτος και το βάθος συνδέονται με τη γραμμή, το σώμα και την επιφάνεια. Αλλά ο Αριστοτέλης δεν τα απαριθμεί ως είδη κάτω από την ποσότητα. Έτσι, καταρχάς, μπορούμε να ρωτήσουμε: σκοπεύει ο Αριστοτέλης να διαιρέσει την Ποσότητα ως μια διαίρεση ποσοτήτων ή ποσοτικοποιημένων πραγμάτων;

Οι δυσκολίες που ενέχει ο κατάλογος ειδών του Αριστοτέλη στην κατηγορία της ποσότητας μπορούν να γίνουν πιο ακριβείς σημειώνοντας ότι σε πολλά σημεία φαίνεται να δεσμεύεται με την άποψη ότι το σώμα είναι ένα είδος στην κατηγορία της ουσίας (Top. 130b2, DC 2681–3, DA 434b12, Meta. 1079a31, 1069b38). Και όπως έχω σχεδιάσει τη δομή γένους-είδους στην κατηγορία της ουσίας παραπάνω, το σώμα είναι ένα από τα δύο είδη που βρίσκονται αμέσως κάτω από την ουσία. Ωστόσο, το σώμα εμφανίζεται επίσης ως είδος κάτω από το είδος Συνεχής Ποσότητα. Η δυσκολία προκύπτει επειδή ο Αριστοτέλης δεσμεύεται με την άποψη ότι κανένα είδος δεν μπορεί να εμφανιστεί τόσο στην κατηγορία της ουσίας όσο και σε κάποια άλλη κατηγορία. Διότι, πιστεύει ότι ένα είδος στην ουσία λέγεται -για πρωτογενείς ουσίες, ενώ τα είδη στις άλλες κατηγορίες δεν λέγονται -για πρωτογενείς ουσίες. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε είδος τόσο στην ουσία όσο και σε κάποια τυχαία κατηγορία θα λέγεται -για και δεν θα λέγεται- για πρωτογενή ουσία. Ο κατάλογος ειδών του Αριστοτέλη στην Κατηγορία της Ποσότητας δεν είναι επομένως απλώς αινιγματικός, αλλά φαίνεται να δεσμεύει τον Αριστοτέλη σε μια αντίφαση. Έτσι, προκύπτει φυσικά ένα δεύτερο ερώτημα σχετικά με την κατηγορία της ποσότητας του Αριστοτέλη: πώς μπορεί το σώμα να είναι είδος τόσο στην κατηγορία της ποσότητας όσο και στην κατηγορία της ουσίας; (Studtman 2002)

Θα μπορούσαν να τεθούν ορισμένα άλλα ερωτήματα σχετικά με την Ποσότητα. Για παράδειγμα, η αντιμετώπιση της ποσότητας από τον Αριστοτέλη στα Μεταφυσικά περιλαμβάνει είδη που δεν υπάρχουν στην αντιμετώπιση που κάνει στις Κατηγορίες (Μετά. 1020a7–34), γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς το βαθμό στον οποίο το σύνολο των δογμάτων στις Κατηγορίες συνάδει με τις δόγματα στα άλλα φυσικά και μεταφυσικά του έργα. Επιπλέον, προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με τις απόψεις του Αριστοτέλη σχετικά με τη φύση ορισμένων ειδών ως προς την ποσότητα. Έτσι, για παράδειγμα, σε τι πιστεύει ο Αριστοτέλης ότι αντιστοιχεί ο αριθμός των ειδών; Σίγουρα δεν πιστεύει ότι οι αριθμοί υπάρχουν ξεχωριστά από τον υλικό κόσμο. Αλλά τότε τι ακριβώς πιστεύει ο Αριστοτέλης ότι είναι ένας αριθμός; Το μόνο που παίρνουμε για μια απάντηση από τις Κατηγορίες είναι ότι ο αριθμός είναι μια διακριτή ποσότητα. Αλλά μια τέτοια απάντηση δύσκολα παρέχει μια καλή κατανόηση για το τι ακριβώς έχει κατά νου ο Αριστοτέλης. Επιπλέον, γιατί ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει την ομιλία ως είδος στην κατηγορία της ποσότητας; Η ομιλία δύσκολα φαίνεται να είναι ένας φυσικός υποψήφιος για αυτήν την κατηγορία. Ίσως ο Αριστοτέλης να έχει κατά νου τις ποσότητες των φωνηέντων και των συλλαβών των ελληνικών λέξεων. Αλλά, αν μη τι άλλο, η ομιλία θα φαινόταν να είναι ένα είδος φωνητικού ήχου, που αναμφισβήτητα είναι ένα είδος στοργής. Καθένα από αυτά τα ερωτήματα είναι ενδιαφέρον και αξίζει να εξεταστεί. Ωστόσο, δεν θα προσφέρω καμία απάντηση σε αυτά εδώ. Αντίθετα, ελπίζω απλώς να έχω δείξει πόσο βαθιά ενδιαφέρουσα και ταυτόχρονα δύσκολη είναι η πλήρης αποτύπωση των Κατηγοριών του Αριστοτέλη.

2.2.3 Συγγενείς

Μετά την ποσότητα, ο Αριστοτέλης συζητά την κατηγορία των συγγενών, η οποία τόσο ερμηνευτικά όσο και φιλοσοφικά εγείρει ακόμη περισσότερες δυσκολίες από τη συζήτησή του για την ποσότητα. Ένας σύγχρονος φιλόσοφος θα μπορούσε φυσικά να πιστεύει ότι αυτή η κατηγορία περιέχει αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «σχέσεις». Αλλά αυτό θα ήταν λάθος. Το όνομα της κατηγορίας είναι τα προς τι (τὰ πρός τι), που κυριολεκτικά σημαίνει «πράγματα προς κάτι». Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης φαίνεται να ταξινομεί όχι σχέσεις αλλά μάλλον πράγματα στον κόσμο στο βαθμό που αυτά είναι προς κάτι άλλο. Φαίνεται, ωστόσο, ότι για τον Αριστοτέλη τα πράγματα είναι προς κάτι άλλο στο βαθμό που εφαρμόζεται σε αυτά ένα σχεσιακό κατηγόρημα. Ο Αριστοτέλης λέει: Τα πράγματα ονομάζονται «σχετικά» αν ως τέτοια λέγεται ότι είναι από κάτι άλλο ή ότι αναφέρονται με κάποιο τρόπο σε κάτι άλλο. Έτσι, για παράδειγμα, το μεγαλύτερο, ως τέτοιο, λέγεται ότι είναι από κάτι άλλο, γιατί λέγεται ότι είναι μεγαλύτερο από κάτι (6a36).

Ίσως η πιο απλή ανάγνωση της συζήτησης του Αριστοτέλη είναι η ακόλουθη. Παρατήρησε ότι ορισμένα κατηγήματα στη γλώσσα είναι λογικά ελλιπή — δεν χρησιμοποιούνται σε απλές προτάσεις υποκειμένου/κατηγήματος της μορφής «το α είναι Φ», αλλά μάλλον απαιτούν κάποιο είδος συμπλήρωσης. Το να λέμε «το τρία είναι μεγαλύτερο» είναι σαν να λέμε κάτι που είναι ελλιπές — για να το συμπληρώσουμε απαιτεί να πούμε από τι είναι το τρία μεγαλύτερο. Παρ' όλα αυτά, ο Αριστοτέλης αποδέχτηκε μια διδασκαλία σύμφωνα με την οποία οι ιδιότητες στον κόσμο ενυπάρχουν πάντα σε ένα μόνο υποκείμενο. Με άλλα λόγια, αν και ο Αριστοτέλης υποστήριζε τα σχεσιακά κατηγήματα, και αν και σίγουρα πίστευε ότι τα αντικείμενα στον κόσμο σχετίζονται με άλλα αντικείμενα, δεν αποδέχτηκε τις σχέσεις ως γνήσιο είδος οντότητας. Έτσι, η κατηγορία των συγγενών του Αριστοτέλη είναι ένα είδος ενδιάμεσου δρόμου μεταξύ της γλωσσικής πλευράς των σχέσεων, δηλαδή των σχεσιακών κατηγημάτων, και της οντολογικής πλευράς, δηλαδή των ίδιων των σχέσεων.

Για τους σκοπούς μας, δεν χρειάζεται να προσδιορίσουμε πώς να ερμηνεύσουμε καλύτερα τη θεωρία των συγγενών του Αριστοτέλη, αλλά μπορούμε μάλλον να εξετάσουμε ορισμένα ζητήματα που εγείρει η συζήτηση του Αριστοτέλη. Πρώτον, όποιος αισθάνεται άνετα με τις σχεσιακές ιδιότητες αναμφίβολα θα βρει τη συζήτηση του Αριστοτέλη κάπως συγκεχυμένη. Αν και ο Αριστοτέλης συζητά σημαντικά χαρακτηριστικά των σχεσιακών κατηγορημάτων, για παράδειγμα, ότι τα σχεσιακά κατηγορήματα περιλαμβάνουν ένα είδος αμοιβαίας αναφοράς (6b28), η θεμελιώδης θέση του, σύμφωνα με την οποία όλες οι ιδιότητες στον κόσμο είναι μη σχεσιακές, θα φαίνεται λανθασμένη. Δεύτερον, η κατηγορία των συγγενών του Αριστοτέλη εγείρει ερμηνευτικά ζητήματα, ιδίως το ζήτημα σχετικά με το τι ακριβώς έχει σκοπό να ταξινομήσει το κατηγορικό του σχήμα. Όπως και στην περίπτωση της ποσότητας, ο Αριστοτέλης φαίνεται να επικεντρώνεται σε πράγματα που σχετίζονται και όχι στις ίδιες τις σχέσεις. Πράγματι, αυτό είναι εμφανές από το όνομα της κατηγορίας.

Αυτό το τελευταίο γεγονός, δηλαδή ότι στη συζήτησή του για τους συγγενείς ο Αριστοτέλης φαίνεται να επικεντρώνεται σε σχετικά πράγματα και όχι σε σχέσεις, ασκεί πίεση στον εύκολο χαρακτηρισμό των κατηγοριών που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή ότι κάθε κατηγορία είναι ένας ξεχωριστός τύπος εξωγλωσσικής οντότητας. Αν αυτός ο εύκολος χαρακτηρισμός ήταν σωστός, ο Αριστοτέλης θα έπρεπε να είχε υποστηρίξει κάποιο είδος οντότητας που αντιστοιχεί στους συγγενείς ως ανώτατο είδος. Αλλά δεν το έκανε. Ως εκ τούτου, είναι δελεαστικό να στραφούμε σε μια ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο Αριστοτέλης τελικά επικεντρώνεται σε γλωσσικά χαρακτηρισμένα στοιχεία. Και ίσως πιστεύει ότι ο κόσμος περιέχει μόνο μερικούς βασικούς τύπους οντοτήτων και ότι διαφορετικοί τύποι κατηγορημάτων ισχύουν για τον κόσμο λόγω σύνθετων σημασιολογικών σχέσεων μόνο σε αυτούς τους τύπους οντοτήτων. Όπως αποδεικνύεται, πολλοί σχολιαστές τον έχουν ερμηνεύσει με αυτόν τον τρόπο. Αλλά οι ερμηνείες τους αντιμετωπίζουν τις δικές τους δυσκολίες. Για να θίξουμε μόνο μία, μπορούμε να ρωτήσουμε: ποιες είναι οι βασικές οντότητες στον κόσμο, αν όχι μόνο αυτές που εμπίπτουν στις διάφορες κατηγορίες; Ίσως υπάρχει ένας τρόπος να απαντηθεί αυτό το ερώτημα εκ μέρους του Αριστοτέλη, αλλά η απάντηση δεν περιέχεται σαφώς στα κείμενά του. Έτσι, για άλλη μια φορά είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε πόσο δύσκολο είναι να προσδιορίσουμε μια ακριβή ερμηνεία του έργου του Αριστοτέλη.

2.2.4 Ποιότητα

Μετά τους συγγενείς, ο Αριστοτέλης συζητά την κατηγορία της ποιότητας. Σε αντίθεση με την ποσότητα και τους συγγενείς, η ποιότητα δεν παρουσιάζει καμία προφανή δυσκολία για την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία οι Κατηγορίες ταξινομούν τους βασικούς τύπους οντοτήτων. Ο Αριστοτέλης διαιρεί την ποιότητα ως εξής (8b26–10a11):
  • Ποιότητα
  • Συνήθειες και Προδιαθέσεις
  • Φυσικές Ικανότητες και Ανικανότητες
  • Συναισθηματικές Ιδιότητες και Στοργή
  • Σχήμα
Κάθε ένα από αυτά τα είδη μοιάζει με έναν εξωγλωσσικό τύπο οντότητας και κανένα από τα είδη δεν φαίνεται να ανήκει σε άλλη κατηγορία. Ως εκ τούτου, τυχόν δυσκολίες με τον τρόπο που ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει την ποιότητα αφορούν την καταλληλότητα των διαιρέσεων που κάνει και όχι τον βαθμό στον οποίο η κατηγορία εντάσσεται σε μια ευρύτερη ερμηνεία του κατηγορικού σχήματος. Αλλά, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλα τα στοιχεία του σχήματος του Αριστοτέλη, οι διαιρέσεις που κάνει μεταξύ των ιδιοτήτων έχουν επικριθεί έντονα. Ο JL Ackrill, για παράδειγμα, επικρίνει τον Αριστοτέλη ως εξής:

Αυτός [ο Αριστοτέλης] δεν δίνει κανένα ιδιαίτερο επιχείρημα για να δείξει ότι [οι συνήθειες και οι προδιαθέσεις] είναι ιδιότητες. Ούτε δίνει κάποιο κριτήριο για να αποφασιστεί εάν μια δεδομένη ιδιότητα είναι ή δεν είναι [συνήθεια-ή-προδιάθεση]· γιατί, για παράδειγμα, οι συναισθηματικές ιδιότητες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια κατηγορία αρκετά διακριτή από [τις συνήθειες και τις προδιαθέσεις]; (Ackrill 1963)

Ο Άκριλ θεωρεί την αριστοτελική διαίρεση της ποιότητας στην καλύτερη περίπτωση αβάσιμη. Και ο Άκριλ, όπως φαίνεται, είναι ευγενικός. Ο Μοντγκόμερι Φερθ έχει πει: «Θα παραλείψω σε μεγάλο βαθμό ερωτήματα όπως... η λογική (αν υπάρχει) για την κατανόηση σε μία μόνο κατηγορία της τερατώδους ετερόκλητης ορδής της διαστρεβλωμένης Ποιότητας...» (Furth 1988).

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η λίστα των ειδών κατά ποιότητα από τον Αριστοτέλη είναι εκ πρώτης όψεως λίγο περίεργη. Για παράδειγμα, γιατί να θεωρήσουμε οποιοδήποτε από τα είδη που αναφέρονται ως άμεσα εμπίπτον στην κατηγορία της ποιότητας; Πράγματι, όταν ο Αριστοτέλης απαριθμεί τα είδη, δεν ακολουθεί τη συνήθη διαδικασία του και δεν παρέχει τις διαφορές που τα διακρίνουν. Εάν υπάρχουν τέτοιες διαφορές, θα πρέπει να αναμένουμε ότι οι συνήθειες και οι διαθέσεις, για παράδειγμα, μπορούν να οριστούν ως η τάδε και η δείνα ποιότητα. Το ίδιο θα ίσχυε φυσικά και για τις άλλες ιδιότητες. Αλλά όχι μόνο ο Αριστοτέλης δεν παρέχει αυτές τις διαφορές, αλλά είναι επίσης δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιες μπορεί να είναι. Για να κατανοήσει κανείς τη δυσκολία, αρκεί να αναρωτηθεί: ποιες διαφορές μπορούν να προστεθούν στην ποιότητα ώστε να οριστεί το σχήμα;

Για να είμαστε δίκαιοι, η κατηγορία της ποιότητας του Αριστοτέλη είχε τους υποστηρικτές της. Μάλιστα, ορισμένοι από αυτούς τους υποστηρικτές έφτασαν στο σημείο να παρέχουν ένα είδος εξαγωγής στην κατηγορία από διάφορες μεταφυσικές αρχές. Ο Ακινάτης, για παράδειγμα, λέει τα εξής για την κατηγορία στο έργο του Summa Theologiae:

Τώρα, ο τρόπος προσδιορισμού του υποκειμένου ως τυχαίου όντος μπορεί να ληφθεί σε σχέση με την ίδια τη φύση του υποκειμένου ή σε σχέση με τη δράση και το πάθος που προκύπτουν από τις φυσικές του αρχές, οι οποίες είναι η ύλη και η μορφή· ή πάλι σε σχέση με την ποσότητα. Αν πάρουμε τον τρόπο ή τον προσδιορισμό του υποκειμένου σε σχέση με την ποσότητα, τότε θα έχουμε το τέταρτο είδος ποιότητας. Και επειδή η ποσότητα, θεωρούμενη καθαυτή, στερείται κίνησης και δεν υπονοεί την έννοια του καλού ή του κακού, δεν αφορά το τέταρτο είδος ποιότητας το αν ένα πράγμα είναι καλοπροαίρετο ή κακοπροαίρετο, ούτε γρήγορα ή αργά παροδικό.

Αλλά ο τρόπος προσδιορισμού του υποκειμένου, σε σχέση με την πράξη ή το πάθος, εξετάζεται στο δεύτερο και τρίτο είδος ποιότητας. Και επομένως και στα δύο, λαμβάνουμε υπόψη αν κάτι γίνεται με ευκολία ή δυσκολία· αν είναι παροδικό ή διαρκές. Αλλά σε αυτά, δεν εξετάζουμε τίποτα που σχετίζεται με την έννοια του καλού ή του κακού: επειδή οι κινήσεις και τα πάθη δεν έχουν την όψη ενός σκοπού, ενώ το καλό και το κακό λέγονται σε σχέση με έναν σκοπό.

Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος ή ο προσδιορισμός του υποκειμένου, σε σχέση με τη φύση του πράγματος, ανήκει στο πρώτο είδος ποιότητας, που είναι η συνήθεια και η διάθεση: γιατί ο Φιλόσοφος λέει (Φυσ. vii, κείμενο 17), όταν μιλάει για συνήθειες της ψυχής και του σώματος, ότι είναι «διαθέσεις του τέλειου προς το καλύτερο· και με τέλειο εννοώ αυτό που διατίθεται σύμφωνα με τη φύση του». Και επειδή η ίδια η μορφή και η φύση ενός πράγματος είναι το τέλος και η αιτία για την οποία ένα πράγμα γίνεται (Φυσ. ii, κείμενο 25), επομένως στο πρώτο είδος εξετάζουμε τόσο το κακό όσο και το καλό, καθώς και τη μεταβλητότητα, είτε εύκολη είτε δύσκολη· εφόσον μια ορισμένη φύση είναι το τέλος της γένεσης και της κίνησης. (Ακινάτης, Θεολογική Σύνοψη, Μέρος I-II, Ερώτηση 49, Άρθρο 2)

Ο Ακινάτης φαίνεται να βλέπει το είδος στην κατηγορία της ποιότητας ως ένα συστηματικό ξεδίπλωμα από ορισμένες βασικές μεταφυσικές αρχές. Το αν η απόδειξη του είδους στην κατηγορία της ποιότητας από τον Ακινάτη είναι εύλογη ή αν μπορεί να δοθεί κάποια άλλη απόδειξη που πηγάζει από τις αριστοτελικές αρχές έχει γίνει αντικείμενο πρόσφατης ερευνητικής έρευνας (Kahm 2016, Studtmann 2003a). Αν και το ζήτημα μπορεί να φαίνεται τοπικό και να αφορά μόνο την κατηγορία της ποιότητας του Αριστοτέλη, στην πραγματικότητα είναι σχετικό με το ευρύτερο ζήτημα, το οποίο θα συζητήσω σύντομα, της μεθόδου του Αριστοτέλη για την εξαγωγή των κατηγοριών γενικά. Μια συστηματική εξαγωγή της κατηγορίας της ποιότητας του Αριστοτέλη θα έδινε βάσιμο στον ισχυρισμό ότι το κατηγορικό σχήμα του Αριστοτέλη στο σύνολό του δέχεται κάποιο είδος συστηματικής εξαγωγής.

Μπορεί να φαίνεται περίεργο να παραθέτω τόσο εκτενώς τον Ακινάτη σε ένα δοκίμιο αφιερωμένο στις κατηγορίες του Αριστοτέλη, αλλά το έκανα για δύο λόγους. Πρώτον, όπως δείχνουν τα σχόλια των Ackrill και Furth, το σχήμα του Αριστοτέλη έχει επικριθεί έντονα τόσο από μελετητές όσο και από φιλοσόφους. Τα σχόλια του Ακινάτη σχετικά με την ποιότητα, ωστόσο, δείχνουν ότι στα χέρια ενός πραγματικά ταλαντούχου ερμηνευτή - και σίγουρα δεν υπήρξε μεγαλύτερος ερμηνευτής του Αριστοτέλη από τον Ακινάτη - πολλές από τις κριτικές μπορούν να ικανοποιηθούν. Δεύτερον, και πιο σημαντικό, η προσοχή που δίνει ο Ακινάτης στην κατηγορία της ποιότητας είναι ενδεικτική ενός από τα πιο σημαντικά γεγονότα σχετικά με τις κατηγορίες του Αριστοτέλη, δηλαδή τη βαθιά ιστορική της σημασία στην ανάπτυξη της μεταφυσικής εικασίας. Είτε οι φιλόσοφοι συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν με το κατηγορικό σχήμα του Αριστοτέλη, η κατηγοριοποίησή του έπαιξε σημαντικό καθοριστικό ρόλο - έχει παράσχει στις χιλιετίες από την εμφάνισή της το σημείο εκκίνησης για μεγάλο μέρος της μεταφυσικής έρευνας. Από αυτή την άποψη, μπορεί να συγκριθεί με τον ποσοτικοποιητή στη μεταφυσική του εικοστού αιώνα. Είτε ο ποσοδείκτης παρουσιάζει φιλοσοφικό ενδιαφέρον είτε όχι, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την αναλυτική μεταφυσική του εικοστού αιώνα χωρίς αυτόν. Έτσι, στο βαθμό που το ενδιαφέρον για την ιστορία της φιλοσοφίας έγκειται στον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες έχουν επηρεάσει από γενιά σε γενιά, το κατηγορικό σχήμα του Αριστοτέλη αξίζει να μελετηθεί όχι μόνο για τις διδασκαλίες που περιέχει, αλλά και για το ενδιαφέρον που έχουν δείξει άλλοι φιλόσοφοι γι' αυτό και τη φιλοσοφία που παρήγαγαν χρησιμοποιώντας το ως εφαλτήριο. (Βλέπε την καταχώρηση στους: Σχολιαστές του Αριστοτέλη.)

Είναι μια παράδοση στην οποία οι μελετητές στρέφονται ολοένα και περισσότερο. Μεγάλο μέρος της πρόσφατης επιστημονικής εργασίας σχετικά με τις Κατηγορίες του Αριστοτέλη αφορά είτε μεταφράσεις σχολίων είτε συζητήσεις που απορρέουν από αυτά.

Μετά την ποιότητα, η συζήτηση του Αριστοτέλη για τις επιμέρους κατηγορίες γίνεται πολύ αραιή. Αφιερώνει μερικά σχόλια στις κατηγορίες της δράσης και του πάθους (11b1) και στη συνέχεια κάνει μια σύντομη συζήτηση για μια από τις πιο περίεργες κατηγορίες, έχοντας, στο τέλος του έργου (15b17–35).

Το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης συζήτησης, η οποία είναι γνωστή ως Μετα -Προκαταρκτικά, επικεντρώνεται σε έννοιες που περιλαμβάνουν κάποιο είδος αντίθεσης, τις έννοιες της προτεραιότητας, της υστέρησης, της ταυτόχρονης φύσης και της αλλαγής. Αν και το τελευταίο μέρος των Κατηγοριών είναι ενδιαφέρον, δεν είναι σαφές ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος οποιουδήποτε από τα ταξινομικά σχήματα του Αριστοτέλη. Επιπλέον, η συζήτησή του εκεί αντικαθίσταται σε μεγάλο βαθμό από τη συζήτησή του για τις ίδιες έννοιες στα Μεταφυσικά. Ως εκ τούτου, αντί να συζητήσω λεπτομερώς τα Μετα-Προκαταρκτικά, σε αυτό το σημείο θα στραφώ σε ένα θέμα σχετικά με τις κατηγορίες του Αριστοτέλη που παρουσιάζει θεμελιώδες φιλοσοφικό και ερμηνευτικό ενδιαφέρον: πώς κατέληξε ο Αριστοτέλης στη λίστα των κατηγοριών του;

3. Από πού προέρχονται οι κατηγορίες;

Το ζήτημα που αφορά την προέλευση των κατηγοριών μπορεί να τεθεί θέτοντας το πιο δύσκολο ερώτημα που υπάρχει για οποιαδήποτε φιλοσοφική θέση: γιατί να πιστεύουμε ότι είναι σωστή; Γιατί, με άλλα λόγια, θα πρέπει να πιστεύουμε ότι ο κατάλογος των ανώτατων ειδών του Αριστοτέλη περιέχει όλα και μόνο τα ανώτατα είδη που υπάρχουν;

Κάποιος θα μπορούσε, φυσικά, να απορρίψει την ιδέα ότι υπάρχουν κάποια μεταφυσικά προνομιούχα είδη στον κόσμο. Αλλά εδώ είναι σημαντικό να διακρίνουμε μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών ερωτημάτων που αφορούν ένα σύστημα κατηγοριών. Μπορούμε να προσεγγίσουμε τη θεωρία κατηγοριών εξωτερικά, οπότε θα θέσουμε ερωτήματα σχετικά με την κατάσταση οποιουδήποτε συστήματος κατηγοριών. Έτσι, για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε αν οποιοδήποτε σύστημα κατηγοριών πρέπει να παρουσιάζει κάποιο είδος εξάρτησης από το μυαλό, τη γλώσσα, τα εννοιολογικά σχήματα ή οτιδήποτε άλλο. Οι ρεαλιστές θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα αρνητικά, και οι ιδεαλιστές της μιας ή της άλλης απόχρωσης καταφατικά. Επιπλέον, μπορούμε να ρωτήσουμε για την επιστημολογική μας πρόσβαση στις απόλυτες κατηγορίες στον κόσμο. Και μπορούμε να υιοθετήσουμε θέσεις που κυμαίνονται από έναν ριζοσπαστικό σκεπτικισμό σχετικά με την πρόσβασή μας στις κατηγορίες έως ένα είδος αλάθητου σχετικά με αυτήν την πρόσβαση.

Αν, από την άλλη πλευρά, προσεγγίσουμε τη θεωρία κατηγοριών από μια εσωτερική οπτική γωνία, θα υποθέσουμε κάποια απάντηση στα εξωτερικά ερωτήματα και στη συνέχεια θα αναρωτηθούμε για την ορθότητα του συστήματος κατηγοριών υπό αυτές τις υποθέσεις. Έτσι, για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε μια ρεαλιστική οπτική γωνία και ως εκ τούτου να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποια σωστή μεταφυσικά προνομιούχα λίστα ανώτερων ειδών ανεξάρτητων από το μυαλό και τη γλώσσα, καθώς και μια σωστή περιγραφή των σχέσεων μεταξύ τους. Και στη συνέχεια μπορούμε να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε ποια είναι αυτή η λίστα. Τώρα, ο Αριστοτέλης σίγουρα ανήκει σε αυτή την τελευταία παράδοση εικασιών σχετικά με τις κατηγορίες: υιοθετεί αντί να υπερασπίζεται μια στάση ρεαλισμού σε σχέση με τις μεταφυσικές δομές στον κόσμο. Είναι επομένως σκόπιμο να υποθέσουμε και τον ρεαλισμό μαζί του και στη συνέχεια να διερευνήσουμε το ερώτημα ποιες κατηγορίες μπορεί να υπάρχουν.

Ένας τρόπος προσέγγισης αυτού του ερωτήματος είναι να ρωτήσουμε αν υπάρχει κάποια αρχή-διαδικασία με την οποία ο Αριστοτέλης δημιούργησε τον κατάλογο των κατηγοριών του. Διότι, αν υπάρχει, τότε θα μπορούσε κανείς να αξιολογήσει τον κατάλογο των ανώτερων ειδών αξιολογώντας τη διαδικασία με την οποία τον δημιούργησε. Δυστυχώς, με εξαίρεση ορισμένες υπονοούμενες παρατηρήσεις στα Θέματα, ο Αριστοτέλης δεν υποδεικνύει πώς δημιούργησε το σχέδιό του. Χωρίς κάποια διαδικασία με την οποία μπορεί κανείς να δημιουργήσει τον κατάλογό του, ωστόσο, οι κατηγορίες του Αριστοτέλη αναμφισβήτητα στερούνται οποιασδήποτε αιτιολόγησης. Το ζήτημα, φυσικά, περιπλέκεται από το γεγονός ότι ο κατάλογός του θα μπορούσε να δικαιολογηθεί χωρίς κάποια διαδικασία για να τον δημιουργήσει - ίσως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν συνδυασμό μεταφυσικής διαίσθησης και φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας για να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι ο κατάλογος του Αριστοτέλη είναι πλήρης. Παρ 'όλα αυτά, χωρίς κάποια διαδικασία δημιουργίας, οι κατηγορίες του Αριστοτέλη εμφανίζονται τουλάχιστον με ένα άβολο φως. Και ως ιστορικό γεγονός, η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολόγησης για τον κατάλογο των ανώτερων ειδών έχει αποτελέσει την πηγή ορισμένων διάσημων επικρίσεων. Ο Καντ, για παράδειγμα, λίγο πριν διατυπώσει το δικό του κατηγορικό σχήμα, λέει:

Ήταν μια επιχείρηση άξια ενός οξυδερκούς στοχαστή όπως ο Αριστοτέλης να αναζητήσει αυτές τις θεμελιώδεις έννοιες. Αλλά επειδή το έκανε αυτό χωρίς καμία αρχή, απλώς τις συνέλεγε καθώς του ερχόντουσαν και αρχικά προμηθεύτηκε δέκα από αυτές, τις οποίες ονόμασε κατηγορίες (προδιαθέσεις). (Καντ, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Υπερβατική Διδασκαλία των Στοιχείων, Δεύτερο Μέρος, Πρώτη Κατηγορία, Βιβλίο Ι, Κεφάλαιο 1, Ενότητα 3, 10)

Σύμφωνα με τον Καντ, ο κατάλογος κατηγοριών του Αριστοτέλη ήταν αποτέλεσμα μιας μη συστηματικής, αν και λαμπρής, φιλοσοφικής καταιγίδας ιδεών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να σταθεί σταθερός ως ένα σωστό σύνολο κατηγοριών.

Όπως αποδεικνύεται, παρόλο που ο Καντ δεν γνώριζε καμία διαδικασία με την οποία ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει τον κατάλογο των κατηγοριών του, οι μελετητές έχουν διατυπώσει μια σειρά από προτάσεις. Οι προτάσεις μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις τύπους, τους οποίους θα ονομάσω: (1) Η Ερωτηματική Προσέγγιση, (2) Η Γραμματική Προσέγγιση, (3) Η Τροπική Προσέγγιση, (4) Η Μεσαιωνική Παράγωγη Προσέγγιση.

Ο JL Ackrill (1963) είναι ο πιο εξέχων υποστηρικτής της Προσέγγισης των Ερωτήσεων. Λαμβάνει ως απόδειξη για την ερμηνεία του τις παρατηρήσεις του Αριστοτέλη στα Θέματα I 9. Ο Ackrill ισχυρίζεται ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τρόποι για να δημιουργηθούν οι κατηγορίες, καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει την υποβολή ερωτήσεων. Σύμφωνα με την πρώτη μέθοδο, πρέπει να θέσουμε ένα μόνο ερώτημα — τι είναι; — για όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα. Έτσι, για παράδειγμα, μπορούμε να ρωτήσουμε τον Σωκράτη, τι είναι είδους:
  • Ποσότητα
    • Συνεχείς Ποσότητες
      • γραμμή
      • επιφάνεια
      • σώμα
      • φορά
      • θέση
    • Διακριτές Ποσότητες
      • αριθμός
      • ομιλία
Όπως; Και μπορούμε να απαντήσουμε — ο Σωκράτης είναι άνθρωπος. Στη συνέχεια, μπορούμε να κατευθύνουμε το ίδιο ερώτημα στην απάντηση που έχουμε δώσει: τι είναι ο άνθρωπος; Και μπορούμε να απαντήσουμε: ένας άνθρωπος είναι ζώο. Τελικά, αυτή η διαδικασία υποβολής ερωτήσεων θα μας οδηγήσει σε κάποιο υψηλότερο είδος, στην προκειμένη περίπτωση, την Ουσία. Αν, από την άλλη πλευρά, είχαμε αρχίσει να θέτουμε το ίδιο ερώτημα για το χρώμα του Σωκράτη, ας πούμε τη λευκότητά του, τελικά θα είχαμε καταλήξει στην υψηλότερη ποιότητα είδους. Όταν εκτελεστεί πλήρως, ισχυρίζεται ο Ackrill, αυτή η διαδικασία θα αποδώσει τα δέκα διακριτά και μη αναγώγιμα είδη που αποτελούν τις κατηγορίες του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με τη δεύτερη μέθοδο ερωτήσεων, πρέπει να θέτουμε όσο το δυνατόν περισσότερες διαφορετικές ερωτήσεις σχετικά με μια μόνο πρωταρχική ουσία. Έτσι, για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε — πόσο ύψος έχει ο Σωκράτης; Πού είναι ο Σωκράτης; Τι είναι ο Σωκράτης; Και απαντώντας σε αυτές τις ερωτήσεις, θα απαντήσουμε πέντε πόδια, στην Αγορά, Άνθρωπος. Στη συνέχεια, θα συνειδητοποιήσουμε ότι οι απαντήσεις μας στις διάφορες ερωτήσεις μας ομαδοποιούνται σε δέκα αμετάβλητα είδη.

Από όλες τις προτάσεις που έχουν δώσει οι μελετητές, αυτή του Ackrill υποστηρίζεται περισσότερο από τα κείμενα του Αριστοτέλη, αν και τα στοιχεία που παραθέτει δεν είναι καθόλου πειστικά. Αλλά από φιλοσοφική άποψη, η μέθοδος των ερωτήσεων πάσχει από ορισμένα σοβαρά προβλήματα. Πρώτον, δεν είναι καθόλου σαφές ότι οποιαδήποτε από τις δύο μεθόδους παράγει στην πραγματικότητα τη λίστα του Αριστοτέλη. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι χρησιμοποιώ τη δεύτερη μέθοδο και ρωτάω: συμπαθεί ο Σωκράτης τον Πλάτωνα; Η απάντηση, ας το παραδεχτούμε, είναι «ναι». Αλλά πού ανήκει αυτή η απάντηση στο κατηγορηματικό σχήμα; Ο Ackrill θα μπορούσε να απαντήσει αναγκάζοντας την ερώτηση να είναι μια ερώτηση που δεν απαντάται με «ναι» ή «όχι». Αλλά μπορούμε ακόμα να θέσουμε το ερώτημα: είναι ο Σωκράτης παρών ή όχι παρών σε κάτι άλλο; Η απάντηση, φυσικά, είναι: μη παρών· αλλά πού στη λίστα κατηγοριών του Αριστοτέλη δεν ανήκει το παρών; Είναι πράγματι δύσκολο να το δούμε. Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζει η πρώτη μέθοδος. Ας υποθέσουμε ότι θα ρωτούσα: ποια είναι η λευκότητα του Σωκράτη; Θα μπορούσα να απαντήσω λέγοντας «ένα συγκεκριμένο». Και πάλι, πού ανήκει το να είσαι συγκεκριμένος στη λίστα κατηγοριών του Αριστοτέλη. Φυσικά, τα επιμέρους στοιχεία αποτελούν μέρος του τετραπλού συστήματος ταξινόμησης που διατυπώνει ο Αριστοτέλης. Αλλά προς το παρόν δεν μας απασχολεί αυτό το σχήμα. Πράγματι, το να αναφερθούμε σε αυτό το σχήμα στο παρόν πλαίσιο ισοδυναμεί απλώς με το να ανοίξουμε εκ νέου το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των δύο κύριων συστημάτων ταξινόμησης στις Κατηγορίες.

Ακόμα κι αν ο Άκριλ καταφέρει να βρει κάποια εύλογη διαδρομή από τα ερωτήματα στις κατηγορίες του Αριστοτέλη, οι μέθοδοι που προτείνει εξακολουθούν να φαίνονται μη ικανοποιητικές για τον απλό λόγο ότι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις τάσεις μας προς τις ερωτήσεις. Μπορεί τα ερωτήματα που θέτουμε στην πραγματικότητα να οδηγούν στις κατηγορίες του Αριστοτέλη, αλλά αυτό που θα έπρεπε να θέλουμε να γνωρίζουμε είναι αν θέτουμε τα σωστά ερωτήματα. Εκτός αν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι τα ερωτήματά μας παρακολουθούν τις μεταφυσικές δομές του κόσμου, θα έπρεπε να μην μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οδηγούν σε οποιοδήποτε σύνολο κατηγοριών. Αλλά για να γνωρίζουμε αν τα ερωτήματά μας παρακολουθούν τις μεταφυσικές δομές του κόσμου, απαιτείται να έχουμε κάποιον τρόπο να διαπιστώσουμε την ορθότητα του κατηγορικού σχήματος. Σαφώς, σε αυτό το σημείο, βρισκόμαστε σε έναν κύκλο που είναι πολύ μικρός για να είναι πολύ χρήσιμος. Ίσως κάθε μεταφυσική θεωρία να είναι σε κάποιο επίπεδο φορτωμένη με κυκλικότητα, αλλά τόσο μικροί κύκλοι είναι γενικά απαράδεκτοι για έναν μεταφυσικό.

Σύμφωνα με τη γραμματική προσέγγιση, η οποία ανάγεται στον Trendelenburg (1846) και έχει υπερασπιστεί πιο πρόσφατα ο Michael Baumer (1993), ο Αριστοτέλης δημιούργησε τη λίστα του δίνοντας προσοχή στις δομές που είναι εγγενείς στη γλώσσα. Με την υπόθεση ότι η μεταφυσική δομή του κόσμου αντικατοπτρίζει τις δομές στη γλώσσα, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να βρούμε τις βασικές μεταφυσικές δομές εξετάζοντας τη γλώσσα μας. Αυτή η προσέγγιση είναι αρκετά περίπλοκη, αλλά για τους σκοπούς μας μπορεί να παρουσιαστεί με μερικά παραδείγματα. Η διάκριση μεταξύ ουσίας και των υπόλοιπων κατηγοριών, για παράδειγμα, είναι ενσωματωμένη στη δομή υποκειμένου-κατηγορήματος της γλώσσας μας. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τις δύο προτάσεις: (1) Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος και (2) Ο Σωκράτης είναι λευκός. Πρώτον, βλέπουμε ότι κάθε πρόταση έχει ένα υποκείμενο, δηλαδή τον «Σωκράτη». Σε αυτό το υποκείμενο, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, αντιστοιχεί μια οντότητα κάποιου είδους, δηλαδή μια πρωτογενής ουσία. Επιπλέον, η πρώτη πρόταση περιέχει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί εξατομικευτικό κατηγόρημα - είναι ένα κατηγόρημα της μορφής, ένα τέτοιο και ένα τέτοιο, παρά της μορφής, ένα τέτοιο και ένα τέτοιο. Έτσι, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι υπάρχουν κατηγορήματα που αποδίδουν στις πρωτογενείς ουσίες ιδιότητες των οποίων η κατοχή αρκεί για να είναι η ουσία αυτή ένα άτομο κάποιου είδους. Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη πρόταση περιέχει ένα μη εξατομικευμένο κατηγόρημα. Έτσι, εξετάζοντας τις λεπτομέρειες των κατηγορημάτων στη γλώσσα μας, έχουμε ορισμένους λόγους να διακρίνουμε μεταξύ της κατηγορίας της ουσίας και των τυχαίων κατηγοριών.

Η γραμματική προσέγγιση σίγουρα έχει κάποιες αρετές. Πρώτον, έχουμε άφθονες ενδείξεις ότι ο Αριστοτέλης ήταν ευαίσθητος στη γλώσσα και στις δομές που ενυπάρχουν σε αυτήν. Δεν θα ήταν λοιπόν τόσο περίεργο αν οδηγούνταν από την ευαισθησία του στις γλωσσικές δομές στη λίστα κατηγοριών του. Επιπλέον, ορισμένες από τις ιδιαιτερότητες της λίστας του εξηγούνται ωραία με αυτόν τον τρόπο. Δύο από τα υψηλότερα είδη είναι η δράση και το πάθος. Στα Φυσικά III 3, ωστόσο, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι στον κόσμο υπάρχει μόνο κίνηση και ότι η διάκριση μεταξύ δράσης και πάθους έγκειται στον τρόπο με τον οποίο κάποιος εξετάζει την κίνηση. Γιατί λοιπόν να υπάρχουν δύο διακριτές κατηγορίες, δηλαδή η δράση και το πάθος, αντί μόνο μία, δηλαδή η κίνηση; Λοιπόν, η γραμματική προσέγγιση προσφέρει μια εξήγηση: στη γλώσσα, διακρίνουμε μεταξύ ενεργητικών και παθητικών ρημάτων. Ως εκ τούτου, υπάρχουν δύο διακριτές κατηγορίες, όχι μόνο μία.

Παρά τις αρετές αυτές, η γραμματική προσέγγιση αντιμετωπίζει ένα δύσκολο ερώτημα: γιατί να πιστεύουμε ότι οι δομές που βρίσκουμε στη γλώσσα αντανακλούν τις μεταφυσικές δομές του κόσμου; Για παράδειγμα, μπορεί απλώς να είναι ιστορικό τυχαίο ότι η γλώσσα μας περιέχει ατομικά και μη ατομικά κατηγορήματα. Ομοίως, μπορεί να είναι ιστορικό τυχαίο ότι υπάρχουν ενεργητικά και παθητικά ρήματα στη γλώσσα μας. Φυσικά, αυτό το είδος αντίρρησης, όταν φτάνουμε στα όριά του, οδηγεί σε ένα από τα πιο δύσκολα φιλοσοφικά ερωτήματα, δηλαδή πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι οι δομές των αναπαραστάσεών μας σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με αυτό που κάποιοι θα μπορούσαν να αποκαλέσουν βασικές μεταφυσικές δομές και με αυτό που άλλοι θα μπορούσαν να αποκαλέσουν τα πράγματα καθαυτά; Αλλά θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι θα μπορούσε να δοθεί κάποια δικαιολόγηση για ένα κατηγορικό σχήμα που δεν θα βασιζόταν αποκλειστικά στον αδικαιολόγητο ισχυρισμό κάποιας βαθιάς αντιστοιχίας μεταξύ γλωσσικών και μεταφυσικών δομών.

Η Τροπική Προσέγγιση, η οποία ανάγεται στον Bonitz (1853) και έχει υπερασπιστεί πιο πρόσφατα τον Julius Moravcsik (1967), αποφεύγει τα ελαττώματα και των δύο προηγούμενων προσεγγίσεων. Όπως διατυπώνει ο Moravcsik αυτή την άποψη, οι κατηγορίες είναι εκείνοι οι τύποι οντοτήτων με τους οποίους πρέπει να σχετίζεται κάθε αισθητό συγκεκριμένο. Λέει:

Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, η συστατική αρχή του καταλόγου κατηγοριών είναι ότι αποτελούν εκείνες τις κατηγορίες στοιχείων με καθεμία από τις οποίες πρέπει να σχετίζεται οποιοδήποτε αισθητό συγκεκριμένο — ουσιαστικό ή μη —. Κάθε αισθητό συγκεκριμένο, ουσία, συμβάν, ήχος κ.λπ. πρέπει να σχετίζεται με κάποια ουσία· πρέπει να έχει κάποια ποιότητα και ποσότητα· πρέπει να έχει σχεσιακές ιδιότητες, πρέπει να σχετίζεται με χρόνους και τόπους· και τοποθετείται μέσα σε ένα δίκτυο αιτιακών αλυσίδων και νόμων, συσχετιζόμενο έτσι με τις κατηγορίες του επηρεασμού και του επηρεασμού.

Λόγω της ρητά τροπικής της φύσης, η Τροπική Προσέγγιση αποφεύγει τα ελαττώματα των δύο προηγούμενων προσεγγίσεων. Ενώ οι δύο πρώτες προσεγγίσεις βασίζονται τελικά σε κάποια σύνδεση μεταξύ μεταφυσικών δομών και αυτού που φαίνεται να είναι απλώς ενδεχομενικά χαρακτηριστικά είτε των ερωτηματικών μας ροπών είτε των δομών που είναι εγγενείς στη γλώσσα μας, η Τροπική Προσέγγιση εξαλείφει εντελώς την ενδεχομενικότητα.

Παρά τον σαφώς τροπικό της χαρακτήρα, η Τροπική Προσέγγιση αντιμετωπίζει μια δυσκολία παρόμοια με αυτήν που αντιμετωπίζει η Προσέγγιση Ερωτήσεων. Μπορεί να αποδειχθεί ότι η χρήση της προσέγγισης αποδίδει ακριβώς τη λίστα των κατηγοριών του Αριστοτέλη, αλλά από την άλλη μπορεί και όχι. Έτσι, για παράδειγμα, κάθε υλικό επιμέρους πρέπει να σχετίζεται με ένα επιμέρους. Αλλά δεν υπάρχει κατηγορία επιμέρους. Υπάρχουν, φυσικά, όντα που δεν λέγονται - για άλλα όντα. Αλλά το να μην λέγεται - δεν είναι μία από τις κατηγορίες του Αριστοτέλη. Επιπλέον, δεν πρέπει κάθε υλικό επιμέρους να σχετίζεται με την ύλη; Αλλά η ύλη δεν είναι ένα ανώτατο είδος. Πράγματι, δεν είναι καθόλου σαφές πού ανήκει η ύλη στις κατηγορίες. Έτσι, ακόμη και αν η Τροπική Προσέγγιση είναι καλή για τη δημιουργία κάποιας λίστας ειδών, δεν είναι προφανές ότι είναι μια καλή προσέγγιση για τη δημιουργία της λίστας ειδών του Αριστοτέλη. Αυτό το πρόβλημα θα μπορούσε φυσικά να μετριαστεί κάπως αν αντί να απευθυνόμαστε απλώς σε τροπικές δομές καθαυτές, μπορούσαμε να απευθυνθούμε σε τροπικές δομές που αναμφισβήτητα ο Αριστοτέλης θα θεωρούσε μέρος του ίδιου του ιστού του κόσμου. Τότε θα είχε κανείς τουλάχιστον μια εξήγηση για το γιατί ο Αριστοτέλης συνήγαγε τον κατάλογο που όντως συνήγαγε, ακόμη και αν κάποιος τείνει να απορρίψει τον κατάλογο του Αριστοτέλη.

Η τελευταία προσέγγιση στις κατηγορίες, δηλαδή η μεσαιωνική προσέγγιση της παράγωγης, κινείται εν μέρει προς την κατεύθυνση που προτείνεται αλλά δεν ακολουθείται από την Τροπική Προσέγγιση του Moravcsik. Υπάρχει μια πλούσια παράδοση σχολιαστών, συμπεριλαμβανομένων των Radulphus Brito, Alberto the Great, Thomas Aquinas και πιο πρόσφατα του σύγχρονου κληρονόμου τους Franz Brentano, οι οποίοι παρέχουν ακριβώς το είδος της παράγωγης για το κατηγορικό σχήμα του Αριστοτέλη, το οποίο ο Kant θεώρησε ελλιπές. Σύμφωνα με τους σχολιαστές αυτής της παράδοσης, τα υψηλότερα είδη του Αριστοτέλη είναι ικανά για μια συστηματική και αναμφισβήτητα εξ ολοκλήρου a priori παράγωγη. Το ακόλουθο απόσπασμα από τον Brentano αποτυπώνει όμορφα τη φιλοσοφική σημασία τέτοιων παραγώγων.

Αντιθέτως, μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να καταλήξει σε μια ορισμένη a priori απόδειξη, ένα επαγωγικό επιχείρημα για την πληρότητα της διάκρισης των κατηγοριών... (Περί των Διάφορων Αισθήσεων του Είναι στον Αριστοτέλη, Κεφ. 5, ενότητα 12)

Ο ενθουσιασμός του Μπρεντάνο σχετικά με την πιθανότητα εξαγωγής των κατηγοριών του Αριστοτέλη είναι ίσως αδικαιολόγητος, αλλά η ιδέα ότι υπάρχει μια εκ των προτέρων απόδειξη της πληρότητας των κατηγοριών του Αριστοτέλη είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα.

Ίσως ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτού του είδους ερμηνείας εμφανίζεται στα σχόλια του Ακινάτη στα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη. Όλη η παράγωγη του Ακινάτη αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, αλλά για τους σκοπούς μας, θα αρκεί να παραθέσουμε μόνο ένα μέρος της, ώστε να αναδείξουμε τον γενικό χαρακτήρα της, καθώς και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της.

Ένα κατηγόρημα αναφέρεται σε ένα υποκείμενο με έναν δεύτερο τρόπο όταν το κατηγόρημα θεωρείται ότι βρίσκεται στο υποκείμενο, και αυτό το κατηγόρημα βρίσκεται στο υποκείμενο είτε ουσιαστικά και απόλυτα και ως κάτι που απορρέει από την ύλη του, και τότε είναι ποσότητα· ή ως κάτι που απορρέει από τη μορφή του, και τότε είναι ποιότητα· ή δεν υπάρχει στο υποκείμενο απόλυτα αλλά σε σχέση με κάτι άλλο, και τότε είναι σχέση. (Σχόλια στα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη, Βιβλίο V, Μάθημα 9, Ενότητα 890)

Αυτό το απόσπασμα απεικονίζει το περιεχόμενο της μεσαιωνικής παραγωγικής προσέγγισης. Ο Ακινάτης διατυπώνει αυτό που φαίνεται να είναι μεταφυσικές αρχές που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ένα κατηγόρημα μπορεί, κατά τα λεγόμενά του, να «θεωρηθεί ως όντας σε ένα υποκείμενο». Υπάρχουν δύο τέτοιοι τρόποι: (1) ουσιαστικά και απόλυτα· ή (2) ουσιαστικά και όχι απόλυτα αλλά σε σχέση με κάτι άλλο. Ο δεύτερος τρόπος αντιστοιχεί στην κατηγορία των συγγενών· ο πρώτος, στις κατηγορίες της ποιότητας και της ποσότητας. Στη συνέχεια, ο Ακινάτης διαιρεί τον πρώτο τρόπο ύπαρξης σε ένα υποκείμενο με βάση τη μορφή και την ύλη. Ισχυρίζεται, εντυπωσιακά, ότι η κατηγορία της ποιότητας πηγάζει από τη μορφή και ότι η κατηγορία της ποσότητας πηγάζει από την ύλη.

Η εξέταση όλης της παράγωγης προσέγγισης του Ακινάτη για τον προσδιορισμό της πειστικότητάς της είναι ένα πολύ μεγάλο έργο για να αναληφθεί εδώ. Έχω παραθέσει το παραπάνω τμήμα για να δείξω τον τρόπο με τον οποίο η μεσαιωνική παραγωγική προσέγγιση συμπληρώνει με έναν ενδιαφέροντα τρόπο την Τροπική Προσέγγιση του Moravcsik. Η Τροπική Προσέγγιση, υποστήριξα, θα αποκτούσε κάποια αξιοπιστία αν υπήρχε κάποιος τρόπος να δούμε τις ίδιες τις απόψεις του Αριστοτέλη σχετικά με τις τροπικές δομές στον υλικό κόσμο να καθορίζουν με κάποιο τρόπο τη γένεση των κατηγοριών. Επικαλούμενος έναν συνδυασμό σημασιολογικών αρχών που ηχούν a priori και θέσεων σχετικά με τη σχέση μεταξύ μορφής και ποιότητας και ύλης και ποσότητας, ο Ακινάτης έχει προχωρήσει κάπως προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Αριστοτέλης είναι σίγουρα αφοσιωμένος στον ισχυρισμό ότι η μορφή και η ύλη είναι δύο από τις απολύτως θεμελιώδεις πτυχές του υλικού κόσμου. Πράγματι, υποστηρίζει στα Φυσικά ότι η μορφή και η ύλη είναι απαραίτητες για την ύπαρξη κίνησης, η οποία, κατά τη γνώμη του, ουσιαστικά χαρακτηρίζει τα σώματα.

Αν η Μεσαιωνική Παράγωγη Προσέγγιση είναι σωστή, οι κατηγορίες του Αριστοτέλη τελικά εντοπίζονται στους τρόπους με τους οποίους η μορφή, η ύλη και ίσως η κίνηση σχετίζονται με τις ουσίες και τα κατηγορήματα που ισχύουν για αυτές. Το κατά πόσον οι παράγωγες μπορούν να αντέξουν σε φιλοσοφική εξέταση είναι φυσικά ένα σημαντικό ζήτημα, το οποίο δεν θα εξετάσω εδώ, αν και θα πω ότι ο Μπρεντάνο ήταν πιθανώς λίγο υπερβολικά ενθουσιασμένος με τις προοπτικές για μια εντελώς ικανοποιητική a priori απόδειξη της πληρότητας των κατηγοριών του Αριστοτέλη. Επιπλέον, οι μεσαιωνικές ερμηνείες αντιμετωπίζουν την κατηγορία ότι αποτελούν μια υπερερμηνεία του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης απλώς δεν παρέχει στα σωζόμενα γραπτά του το είδος των εννοιολογικών συνδέσεων που αποτελούν τη βάση των μεσαιωνικών παράγωγων. Έτσι, ίσως οι Μεσαιωνικοί να έχουν υποκύψει στον πειρασμό να ερμηνεύσουν στο σύστημα του Αριστοτέλη συνδέσεις που ο Αριστοτέλης δεν αποδέχτηκε. Πράγματι, από την οπτική γωνία του εικοστού αιώνα, οι μεσαιωνικές παράγωγες φαίνονται πολύ παράξενες. Είναι συνηθισμένο στη σύγχρονη αριστοτελική ακαδημαϊκή έρευνα να θεωρούμε τις Κατηγορίες ως ένα πρώιμο έργο και να πιστεύουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν είχε αναπτύξει τη θεωρία του για τη μορφή και την ύλη μέχρι αργότερα στην καριέρα του. Αν αυτή η γενική προσέγγιση είναι σωστή, ο ισχυρισμός ότι το κατηγορικό σχήμα μπορεί με κάποιο τρόπο να προκύψει τουλάχιστον εν μέρει από τη μορφή και την ύλη φαίνεται απίθανος.

Όπως θα πρέπει να είναι σαφές από αυτή τη σύντομη συζήτηση, η παροχή μιας πλήρους εξαγωγής του κατηγορικού σχήματος του Αριστοτέλη θα ήταν ένα δύσκολο, ίσως μάλιστα αδύνατο, έργο. Άλλωστε, κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει ότι το κατηγορικό σχήμα του Αριστοτέλη ήταν είτε εν μέρει είτε εν όλω λανθασμένο. Ελάχιστα, το έργο είναι τρομακτικό. Αλλά φυσικά, η δυσκολία στην απόδειξη της απόλυτης ορθότητάς του δεν είναι χαρακτηριστική του κατηγορικού σχήματος του Αριστοτέλη. Πράγματι, δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι δυσκολίες που έχουν πλήξει τη μεταφυσική θεωρία στη Δυτική παράδοση μπορούν να φανούν με τόσο έντονο και προκλητικό τρόπο σε ένα από τα μεγάλα ιδρυτικά έργα αυτής της παράδοσης. Στην πραγματικότητα, εν μέρει λόγω αυτών των δυσκολιών προκύπτουν εξωτερικά ερωτήματα σχετικά με τις κατηγορικές και άλλες μεταφυσικές δομές. Τέτοιες δυσκολίες οδηγούν, εύλογα, σε ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα της θεωρίας κατηγοριών και της μεταφυσικής θεωρίας γενικότερα. Δυστυχώς, η ιστορία της μεταφυσικής θεωρίας έχει δείξει ότι δεν είναι λιγότερο δύσκολο να βρεθούν απαντήσεις σε εξωτερικά παρά σε εσωτερικά ερωτήματα σχετικά με τη θεωρία κατηγοριών. Αυτό αναγνώρισε ότι είναι αξιοσημείωτο ότι ερωτήματα και των δύο ειδών οφείλουν τις πρώτες τους διατυπώσεις, τελικά, στον κατηγοριισμό του πρωτοποριακού έργου του Αριστοτέλη, των Κατηγοριών.

4. Πρόσφατη Εργασία

Δύο τάσεις στη σύγχρονη φιλοσοφική επιστήμη είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτες. Αυτές ασχολούνται με την κατηγοριοποίηση του Αριστοτέλη με διαφορετικούς τρόπους. Η πρώτη την εξετάζει άμεσα, ως θέμα έρευνας από μόνη της· βλ. Shields (επιμ.) 2012. Η δεύτερη την αντιμετωπίζει πιο έμμεσα, είτε εξετάζοντας ζητήματα της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη στα οποία βασίζεται η κατηγοριοποίησή του είτε, γενικότερα, προωθώντας την παράδοση που εγκαινίασε η κατηγοριοποίησή του· βλ. Haaparanta και Koskinen (επιμ.) 2012.

Στο Shields (επιμ.) 2012, βρίσκουμε ένα επιχείρημα ότι ο κατηγοριισμός του Αριστοτέλη και ο υλομορφισμός του μπορούν να ενοποιηθούν συστηματικά (Studtmann 2012). Ο ρόλος της διάσημης φράσης -Being Qua Being- (Όντας ως Όντας) στη σκέψη του Αριστοτέλη εξετάζεται διεξοδικά, πρώτον μέσω των πολλών κριτικών των απόψεων του Αριστοτέλη και δεύτερον μέσω της ερμηνείας του διάσημου συνθήματος του Αριστοτέλη που μπορεί να αντέξει σε φιλοσοφικό έλεγχο (Shields 2012). Η οντολογία των Κατηγοριών εξετάζεται με ένα κριτικό πρίσμα που οξύνεται από μια σειρά σύγχρονων συζητήσεων (Loux 2012a).

Το βιβλίο Haaparanta και Koskinen (επιμ.) 2012 ξεκινά με την εξέταση από τον Michael Loux (2012b) μιας θέσης που δομεί τον κατηγοριισμό του Αριστοτέλη, δηλαδή ότι το ον λέγεται με πολλούς τρόπους (pollachôs legomenon). Πολλοί σχολιαστές έχουν θεωρήσει μια τέτοια θέση βαθιά προβληματική. Ο Loux συμφωνεί εν μέρει με αυτό το συναίσθημα, υποστηρίζοντας ότι η θέση καθιστά αδύνατη τη μονοσήμαντη αλλά διακατηγοριακή αναφορά, καθιστώντας έτσι αδύνατη και τη διατύπωση της θέσης ότι το ον λέγεται με πολλούς τρόπους. Ο Loux, ωστόσο, βρίσκει έναν τρόπο να διασώσει την αριστοτελική θέση αρνούμενος τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για το νόημα ή την αίσθηση καθολικών όρων. Ο τόμος συνεχίζεται με συζητήσεις που γίνονται ολοένα και πιο απομακρυσμένες χρονικά, αλλά που ως εκ τούτου δείχνουν τη διαρκή επιρροή του κατηγοριισμού του. Οι Kukkonen (2012), Knuttilla (2012) και Normore (2012) συζητούν σε ξεχωριστά δοκίμια την επιρροή των κατηγοριών του Αριστοτέλη σε πτυχές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Και μέχρι το τελευταίο μέρος του τόμου, τα δοκίμια αρχίζουν να επικεντρώνονται σε άλλους φιλοσόφους, π.χ. τον Χέγκελ, τον Πιρς, τον Μπολζάνο και τον Μέινονγκ, καθένας από τους οποίους εκδηλώνει ομολογουμένως ένα σαφές και βαθύ χρέος προς τον Αριστοτέλη και την κατηγοριοποίησή του.