Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

Γιατί να διπλασιάζουμε το “εγώ”

Το να βλέπουμε τις προ­σωπικές μας εμπειρίες με τα ίδια μάτια που κοιτάζουμε τα βιώ­ματα των άλλων, - είναι κάτι που μας καθησυχάζει πολύ και εί­ναι ένα αποτελεσματικό φάρμακο.
 
Το να βλέπουμε, αντίθετα, και να δεχόμαστε τις εμπειρίες των άλλων, σα να ήταν οι δικές μας - διεκδίκηση μιας φιλοσοφίας του οίκτου -, αυτό θα μας κατάστρεφε στο βάθος, και μάλιστα σε ελάχιστο χρόνο.
 
Ας δοκιμάσουμε λοιπόν την εμπειρία δίχως να παραλογιζόμαστε περισσότερο.

Εκείνη η πρώτη θεωρία είναι άλλωστε σίγουρα πιο σύμφωνη με τη λογική και με την καλή συνετή θέληση, για­τί κρίνουμε πιο αντικειμενικά την αξία και το νόημα ενός γεγο­νότος όταν παρουσιάζεται στους άλλους περισσότερο απ’ ότι σε μας: για παράδειγμα, την αξία ενός θανάτου, μιας χρηματι­κής απώλειας, μιας συκοφαντίας.
 
Ο οίκτος ως αρχή της πρά­ξης μ’ αυτή την εντολή: «Να υποφέρεις για τον πόνο του άλλου όσο υποφέρει κι ο ίδιος», θα οδηγούσε αντίθετα στην άποψη ότι το εγώ, με την υπερβολή του και με τις παρεκτροπές του, θα έπρεπε να γίνει και η άποψη του άλλου, του πονετικού: έτσι που θα έπρεπε να υποφέρουμε ταυτόχρονα με το εγώ μας και με το εγώ του άλλου, και να επιβαρυνόμαστε εκούσια με μια διπλή απερισκεψία, αντί να ελαφρύνουμε το δικό μας βάρος όσο μπορούμε.
 
 Νίτσε: Αυγή, Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις

Το Συμπόσιο των Επτά Σοφών

Στο απόσπασμα που θα ακολουθήσει, βλέπουμε την διαλεκτική αντιπαράθεση του βασιλιά της Αιγύπτου Άμασι με τον βασιλιά της Αιθιοπίας, η οποία τίθεται προς σχολιασμό στην πνευματική ελίτ της Ελλάδος στο συμπόσιο των Επτά Σοφών. Ο Νειλόξενος είναι ο απεσταλμένος του Αιγύπτιου βασιλιά, που διαβάζει και την επιστολή.

Ο Άμασις απευθύνεται κατά κύριον λόγον εις τον Βίαν, αλλά ζητά να αναγνωσθεί η επιστολή του μπροστά σε όλους, ώστε να έχει την καλύτερη δυνατή ωφέλεια.

Ο φίλος σου όμως, Άμασις, εδείχθη ημερώτερος και πνευματικώτερος εις παρόμοια προβλήματα· διότι εζήτησεν από αυτόν να του είπη, τί πράγμα είναι το αρχαιότατον και το ωραιότατον και το μέγιστον και το σοφώτατον και το γενικώτατον, και ωσαύτως μα τον Δία το ωφελιμώτατον και το βλαβερώτατον και το ισχυρότατον και το ευκολώτατον”.

“Απεκρίθη λοιπόν” ηρώτησεν ο Περίανδρος “και έλυσεν όλα αυτά τα προβλήματα;”

“Να έτσι” απήντησεν ο Νειλόξενος· “ακούσετε και κρίνετε σεις· διότι ο βασιλεύς αποδίδει μεγάλην σημασίαν αφ' ενός μεν να μη φανή ότι διαστρέφει τας αποκρίσεις, αφ' ετέρου δε, αν διέπραξεν ο αποκριθείς εις αυτάς κάποιον σφάλμα, να μη διαφύγη τούτο ανεξέλεγκτον. Θα σας τα αναγνώσω λοιπόν όπως ακριβώς απήντησε:

-τί είναι το αρχαιότατον; ο χρόνος·
-τί το μέγιστον; ο κόσμος·
-τί το σοφώτατον; η αλήθεια·
-τί το ωραιότατον; το φως·
-τί το γενικώτατον; ο θάνατος·
-τί το ωφελιμώτατον; ο θεός·
-τί το βλαβερώτατον; ο δαίμων·
-τί το δυνατώτατον; η τύχη·
-τί το ευκολώτατον; το ευχάριστον.

Μετά την ανάγνωσιν τούτων, φίλε Νίκαρχε, έγινε πάλιν σιωπή. Τότε ο Θαλής ηρώτησε τον Νειλόξενον, αν ο Άμασις παρεδέχθη τας λύσεις. Όταν δε εκείνος είπεν ότι άλλας παρεδέχθη και άλλας απέκρουε.

“Και όμως” είπεν ο Θαλής “τίποτε απ' αυτά δεν είναι άψογον όλα περιέχουν μεγάλα σφάλματα και άγνοιαν πραγμάτων. Και πρώτα πρώτα ο χρόνος· πώς ημπορεί να είναι το αρχαιότατον, αφού έν μέρος αυτού είναι παρελθόν, άλλο δε παρόν, και άλλο μέλλον; Διότι ο χρόνος που θα έλθη κατόπιν μας πρέπει να θεωρηθή νεώτερος και των πραγμάτων και των ανθρώπων του παρόντος. Το να θεωρή δε την αλήθειαν σοφίαν δεν διαφέρει, νομίζω, διόλου από το να παραδέχεται το φως ως οφθαλμόν. Έπειτα, αφού εθεώρει το φως ως κάτι ωραίον, όπως και είναι, πώς τότε παρέβλεψε τον ίδιον τον ήλιον; Από τα άλλα δε η μεν απόκρισις διά θεούς και δαίμονας είναι τολμηρά και επικίνδυνος, παράλογος δε, και πολύ μάλιστα, η απόκρισίς του διά την τύχην· διότι αύτη δεν θα μετεβάλλετο τόσον εύκολα, αν ήτο το ισχυρότατον και δυνατώτατον εις τον κόσμον. Εξ άλλου ουδέ ο θάνατος είναι το καθολικώτερον· διότι δεν ισχύει διά τους ζωντανούς. Αλλά διά να μη φαίνωμεθα ότι κατακρίνομεν τας γνώμας των άλλων, ας αντιτάξωμεν τας ιδικάς μας προς τας γνώμας εκείνου. Εγώ δε πρώτος προσφέρομαι, αν θέλη ο Νειλόξενος να με ερωτά διά το καθένα”. Καθώς λοιπόν έγιναν τότε αι ερωτήσεις και απαντήσεις θα τας διηγηθώ και εγώ τώρα:

-“Τί είναι το αρχαιότατον;” “Ο θεός” είπεν ο Θαλής· “διότι είναι κάτι αγέννητον”.
-“Τί το μέγιστον;” “Ο χώρος· διότι τα μεν άλλα περιέχει ο κόσμος, αυτός δε τον κόσμον”.
-“Τί είναι το ωραιότατον;” “Ο κόσμος· διότι κάθε πράγμα με τάξιν είναι μέρος αυτού”.
-“Τί το σοφώτατον;” “Ο χρόνος· διότι αυτός άλλα μεν έχει ήδη εύρει, άλλα δε θα εύρη”.
-“Τί είναι το καθολικώτατον;” “Η ελπίς· διότι, και εις όσους τίποτε άλλο δεν υπάρχει, υπάρχει αυτή”.
-“Τί το ωφελιμώτατον;” “Η αρετή· διότι και τα άλλα καθιστά ωφέλιμα με την καλήν χρήσιν”.
-“Τί το βλαβερώτατον;” “Η κακία· διότι βλάπτει και τα χρηστά με την παρουσίαν της”.
-“Τί το ισχυρότατον;” “Η ανάγκη· διότι είναι το μόνον ανίκητον”.
-“Τί το ευκολώτατον;” “To φυσικόν διότι προς τας ηδονάς τουλάχιστον πολλοί πολλάκις αποκάμνουν”.

Όλοι τότε επεδοκίμασαν τον Θαλήν, και ο Κλεόδωρος είπε: “Να τι είναι πρέπον, Νειλόξενε, να ερωτούν και να αποκρίνωνται οι βασιλείς.
-------------------
Το Συμπόσιον των Επτά Σοφών ανήκει εις τα λεγόμενα Ηθικά του Πλουτάρχου, υπό το όνομα δε αυτό περιλαμβάνονται όλα τα έργα αυτού εκτός των Βίων.

Η θελκτική αλήθεια

saphirebutterflyinthesun320Μια παράδοξη αντίδραση που απαιτεί συστηματική εργασία εσωτερική για να την καταπολεμήσουμε: ο ίδιος ο εγωισμός, όσο και να βασανίζει, όσο κι αν διαλύει ζωές, όσο κι αν μας τυλίγει με αλυσίδες προβλήματα και καταστροφές, λατρεύει τον εαυτό του. Είναι το πάθος των παθών. Θέλει μεγάλο ψυχικό ανάστημα, ισχυρή θέληση και πάνω από όλα έρωτα αλήθειας για να δουλέψει κανείς εναντίον του.
    
Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας για να περισώσει την ψυχή του, την υγεία του, τη ζωή του και όσους αγαπά, όταν βρίσκεται υπό το κράτος πάθους. Αν έχει περιθώρια δηλαδή να κάνει αλλιώς. Μπορεί όμως με την αυτογνωσία να μαθαίνει σιγά σιγά τις ίδιες τις δικές του αντιδράσεις και να προλαβαίνει τα χειρότερα. Η γνώση και η εμπειρία χαρίζει πρόβλεψη και η πρόβλεψη βρίσκει τρόπους, διδάσκει κάποιες τακτικές ώστε να διασώσει, να απαλλάξει, να ηρεμήσει. Μαθαίνεις από τα λάθη σου μόνο όταν είσαι πρόθυμος να πληρώσεις τα δίδακτρα, διάβασα φράση από ανώνυμο.

Όταν επιλέγεις έντιμα το καλό και το αληθινό, θαυμαστές κι απρόοπτες βοήθειες πέφτουν βροχή να σε συνδράμουν. Είναι ένα θαύμα της ζωής κι αυτό, δώρο θεού που ριζώνει στο μυστήριο και μας απλώνει χέρι. Ας έχουμε ευαίσθητη παρατηρητικότητα να τα ξεχωρίζουμε κάτι τέτοια, θαύματα της κάθε μέρας. Ο καθένας μας, βγαίνοντας στη δική του ζωή, για να ζήσει, για να προκόψει, διδάσκεται αλλά κυρίως αυτοδιδάσκεται για μονοπάτια και παγίδες μέσα στο προσωπικό του δάσος.
Δεν ξέρω…

Εκείνο που ξέρω είναι πως δείχνουν αρεστοί και ελκυστικοί μόνο οι άνθρωποι που μπορούν να λένε αντίο. Μόνο εκείνοι δηλαδή που, ακόμη και σ’ αυτές τις θερμές περιπέτειες που τους έρχονται, πειρασμούς που ακυρώνουν τη διάκριση, βρίσκουν τελικά τη δύναμη να βάζουν τέλος σε σχέσεις που δεν είναι αληθινές, ή δεν είναι αληθινές πια. Να λένε αντίο σ’ αυτό που έχει ήδη από καιρό, τελειώσει. Που αντέχουν να το παραδέχονται όσο κι αν πονάει, όσο κι αν μειώνει, όσο κι αν προσβάλλει. Και βρίσκουν τη δύναμη διότι έτσι θέλουν. Παντού η μυστική δύναμη της θέλησης και μόνο.

Είμαι σίγουρος πως εκείνος που αληθινά αγαπά δε μένει με το «έτσι θέλω» αν δεν αγαπιέται. Δεν αντέχει τέτοιον πόνο, τέτοιον εξευτελισμό και τρέχει μακριά. Μόνο το συμφέρον μπορεί να αντέξει τέτοιο πόνο και τέτοιον εξευτελισμό.

Μόνο όσοι μπορούν να αγαπούν, αισθάνονται όταν έρθει η ώρα την επιταγή του αντίο. Να πουν ένα αντίο που πονάει βέβαια φρικτά, που θέλει κότσια. Ερωτεύσιμες όμως είναι μονάχα οι δυνατές ψυχές. Τίποτα πιο ερωτεύσιμο από τη δύναμη και την ελευθερία, από τον δυνατό και τον ελεύθερο. Και δε μιλώ αποκλειστικά για τις καθαρές ερωτικές σχέσεις, αλλά και για όλες εκείνες που προσεγγίζουν και πλέκουν τις ψυχές.

Όλα τα μεγάλα έργα, οι όπερες, οι τραγωδίες, τα ωραία τραγούδια, οι νουβέλες, αν προσέξετε στηρίζονται σε πρόσωπα που έχουν πει ένα αντίο. Από περηφάνια αντίο, από καλοσύνη, από κατανόηση, αλλά και από σκληρότητα, από αναλγησία, από υπολογισμό. Πάντα υπάρχει ένα αντίο στην καρδιά του μεγάλου δράματος. Ένα αντίο σαν της Μαργαρίτας Γκωτιέ, σαν του Αμερικανού της Μπάτερφλαϊ και της Μπάτερφλαϊ στη μοίρα της, του Άμλετ, της Ελένης στην Ιλιάδα. Κάποιου είδους αντίο. Ποτέ δε γράφτηκε ένα έργο για μια κολητσίδα. Για ένα πρόσωπο που θα έλεγαν γι’ αυτό εκείνη την έξυπνη παροιμία: «Τον φτύνεις και αυτός λέει: ψιχαλίζει».

Εκατομμύρια «μπαλάκια σκιάς» κατά της ξηρασίας!

Αντιμετώπη με τη χειρότερη ξηρασία στα χρονικά, η Καλιφόρνια στράφηκε σε δημιουργικές λύσεις για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με το πόσιμο νερό: Η δεξαμενή του Λος Άντζελες, που έχει συνήθως νερό αρκετό για να τροφοδοτήσει την πόλη για τρεις εβδομάδες, μετατράπηκε σε… τεράστια πισίνα με πλαστικά μπαλάκια που θα επιβραδύνουν την εξάτμιση των αποθεμάτων.

Τα σκοτεινά μπαλάκια, που ουσιαστικά κάνουν «σκιά» στο νερό της δεξαμενής, εκτός από το να εμποδίσουν την εξάτμιση, μπλοκάρουν τις ακτίνες που ευνοούν την ανάπτυξη άλγης. Κάθε μπαλάκι στοιχίζει 36 σεντ (του δολαρίου), και στην δεξαμενή ρίχτηκαν 20.000 -μέρος του σχεδίου της πολιτείας για 96 εκατ. τέτοια μπαλάκια σε εγκαταστάσεις νερού.

Περί Λακωνικότητας

Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες εφημίζοντο για το γεγονός ότι ήσαν φειδωλοί στον λόγο (ολιγομίλητοι) και χρησιμοποιούσαν όσο δυνατόν λιγότερες λέξεις προκειμένου να αποδώσουν το νόημα της σκέψης τους.Αντιθέτως στην Αθήνα η ικανότητα να πείθεις την Συνέλευση του δήμου, ή τους ενόρκους σε μία δίκη, εκφωνώντας έναν «πλούσιο» λόγο αποτελούσε προσόν και δείγμα «δύναμης» – «επιρροής». Ο Περικλής και ο Αλκιβιάδης αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτικών, που απέκτησαν πολιτική δύναμη χάρη σε αυτό το «προσόν».

Αντιθέτως οι Σπαρτιάτες, εκτιμούσαν την απλότητα στον λόγο όπως εκτιμούσαν την απλότητα στην ενδυμασία και την αρχιτεκτονική. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα Λακωνικού λόγου που διαπνέονται από σαφήνεια και πειθώ – ενώ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η αναφορά του Ξενοφώντα στο προσόν της Σπαρτιατικής νεολαίας…«να μην ομιλούν παρά μόνον όταν τους απευθύνουν τον λόγο». Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της Σπαρτιατικής αποστροφής στην «φλυαρία» είναι η ιστορία των πρέσβεων της Σάμου όταν αιτήθηκαν την βοήθεια της Σπάρτης στον πόλεμο εναντίον του Πολυκράτη. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Σάμιοι εκφώνησαν έναν πολύ μακρύ λόγο στο τέλος του οποίοι οι Σπαρτιάτες παραπονέθηκαν ότι είχαν ξεχάσει τα λεχθέντα στην αρχή του λόγου. Όταν δε οι Σάμιοι έφεραν έναν σάκο λέγοντας ότι χρειάζεται να γεμίσει με αλεύρι …τότε οι Σπαρτιάτες απάντησαν ότι η λέξη σάκος ήταν πλεονασμός (εφόσον υπήρχε ο σάκος και αναφερόντουσαν σε αυτόν) και κατόπιν συμφώνησαν να δώσουν την αιτούμενη βοήθεια. (Ηρόδοτος 3:46).
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα Λακωνικότητας αποτελεί η απάντηση του Λεωνίδα στην απαίτηση του Ξέρξη…όπως οι Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες παραδώσουν τα όπλα τους. Με βάση τις ομιλίες των Αθηναίων στρατηγών που καταγράφονται στο Θουκυδίδη, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τι θα είχε απαντήσει ένας Αθηναίος στρατηγός. Αναμφίβολα θα είχε εκφωνήσει έναν μακρύ και πλούσιο λόγο για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την τιμή, καθώς και πόσο όμορφο είναι να πεθαίνει κάποιος για την πατρίδα του. Ο Λεωνίδας όμως απαντά με δύο λέξεις «Μολών λαβέ».
 
Επειδή ο Σπαρτιατικός λόγος χαρακτηρίζεται από την χρήση ελάχιστων λέξεων, καθιερώθηκε ο όρος «Λακωνικός» όταν αναφερόμαστε στην μινιμαλιστική ομιλία. Ωστόσο, ενώ η Σπαρτιατική κουλτούρα της μείωσης του λόγου στα ουσιώδη, περιγράφονται με θαυμασμό από τους αρχαίους μελετητές, οι λόγοι για την καθιέρωση της «λακωνικότητας» είναι ελάχιστα γνωστοί.
 
Ο W. Lindsay Wheeler στο άρθρο του «Δωρική Κρήτη και Σπάρτη, ο οίκος της Ελληνικής Φιλοσοφίας» (Σπάρτη: Εφημερίδα της Αρχαίας Σπάρτης και Ελληνική Ιστορία, τόμος 3, # 2) δίνει μια πιθανή απάντηση. Τονίζει ότι «η σιωπή ήταν ένα ουσιώδες συστατικό τού Σπαρτιατικού εκπαιδευτικού συστήματος, διότι δίδασκε τους νέους να εκφράζουν τις σκέψεις τους συμπιεσμένες, με σαφήνεια και ουσία». Δίδασκε τους Σπαρτιάτες η ομιλία τους να είναι «σύντομη, περιεκτική και στοχευμένη στο νόημα» όπως οι βολές με το δόρυ τους. Εμβαθύνει στις αρχές της φιλοσοφίας βάσει των οποίων είχε δομηθεί η Σπαρτιατική κοινωνία και πολιτισμός. Ισχυρίζεται ότι μια κοινωνία η οποία βασίζεται στην παρατηρητική φιλοσοφία, πρέπει να περιφρονεί την φλυαρία συμπεραίνοντας ότι στην Σπάρτη ομιλούσαν μόνο όταν είχαν κάτι να πουν. Γενικώς στην Σπάρτη εκτιμούσαν τους φιλοσόφους και όχι τους σοφιστές.
 
Μία ακόμη ειδοποιός διαφορά μεταξύ Σπάρτης & Αθήνας είναι ότι στην μεν Αθήνα  οι άνδρες κέρδιζαν σεβασμό, επιρροή και δύναμη από την ικανότητά τους να επηρεάζουν την Αθηναϊκή Συνέλευση (Εκκλησία του Δήμου) με τα λόγια, ενώ οι Σπαρτιάτες είχαν περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν σεβασμό αποδεικνύοντας τις ικανότητες τους στην μάχη. 
 
Όπως τονίζει ο Helmuth Karl Bernhard Graf von Moltke (διάσημος στρατηγός και υπεύθυνος για τις στρατιωτικές νίκες της Πρωσίας επί της Αυστρίας και της Γαλλίας κατά τον 19ο αιώνα) είναι πολύ πιο δύσκολο να διατυπώσει κάποιος τις σκέψεις του συνοπτικά, παρά να τις εκφράσει μακρηγορώντας (φλυαρώντας). Πράγματι, είναι πολύ εύκολο να μιλά κάποιος ασυνάρτητα επί ώρες χωρίς στην ουσία να λέει το παραμικρό. Η Σπαρτιατική μορφή μινιμαλιστικής έκφρασης απαιτούσε εξίσου έλεγχο της γλώσσας, όπως η Αθηναϊκή ρητορική παράδοση των μεγάλων πολιτικών ομιλιών και θεατρικών μονολόγων…αλλά ταυτόχρονα πολύ περισσότερη πειθαρχία.
 
Όσο για τη σιωπή, είναι σίγουρο ότι μπορεί να μεταδώσει έννοιες, ορισμένες φορές με περισσότερη έμφαση απ’ ότι ο λόγος. Η σιωπή μπορεί να εκφράζει απειλή, συμπάθεια, αποδοκιμασία, αδιαφορία, δυσφορία, αποδοχή και όταν συνδυάζεται με πράξεις, μπορεί να είναι ακόμη πιο εύγλωττη. Αυτό ακριβώς το είδος έκφρασης εκτιμούσαν στην αρχαία Σπάρτη.

Ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θνητοί είχαν συνήθειες όμοιες με τα ζώα...

Από τον τραγικό ποιητή Μοσχίωνα (3ο αι. π.χ.) σώζονται περίπου δέκα αποσπάσματα. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι το εκτενέστερο σωζόμενο απόσπασμα του Μοσχίωνα.Παρακολουθεί την εξέλιξη από την αρχική κατάσταση αγριότητας, όταν οι άνθρωποι ζούσαν όπως τα ζώα, ως την κατάκτηση του πολιτισμού...

"Πρώτα όμως θα πάω πίσω και θα ξετυλίξω με τον λόγο
πώς άρχισε και πώς εδραιώθηκε ο θνητός βίος.
Ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θνητοί
είχαν συνήθειες όμοιες με τα ζώα,
που κατοικούσαν σε σπηλιές πάνω στα όρη
και σε ανήλιαγα φαράγγια· γιατί δεν υπήρχε ακόμη
ούτε το στεγασμένο σπίτι ούτε η απλόχωρη πόλη
οχυρωμένη με πέτρινους πύργους.

Το γαμψό άροτρο δεν έσχιζε το σκούρο χώμα,
που τρέφει το καρπερό σιτάρι,
και το φιλόπονο σίδερο δεν φρόντιζε
τις χλοερές σειρές της βακχικής αμπέλου·
η γης ήτανε στείρα, σκληρή, αφιλόξενη.
Η σαρκοβόρος βρώση τους πρόσφερε αλληλοκτόνα δείπνα.

Ο νόμος ήταν ανίσχυρος, η βία μοιραζόταν τον θρόνο με τον Δία·
τον αδύναμο τον κατασπάραζαν οι ισχυρότεροι.
Όταν όμως ο χρόνος, που γεννάει και τρέφει τα πάντα,
έστρεψε τον θνητό βίο σε δρόμο αντίστροφο,
είτε επιστρατεύοντας τον στοχασμό του Προμηθέα
είτε την ανάγκη είτε με τη μακρόχρονη τριβή
καθιστώντας διδάσκαλο την ίδια τη φύση.
Τότες ευρέθη ο καρπός της ήμερης τροφής της αγνής Δήμητρας,
ευρέθηκε η γλυκιά πηγή του Βάκχου,
η γη, έως τότε άσπαρτη,
οργωνόταν ήδη από βόδια που σέρνανε τον ζυγό·
ύψωσαν πόλεις με τείχη και πύργους,
έχτισαν στεγασμένα σπίτια
και από τον άγριο βίο οδηγήθηκαν στην ήμερη διαβίωση.

Από τότε όρισε ο νόμος να σκεπάζουν με τάφους όσους πεθαίνουν
και στους άθαφτους νεκρούς να προσφέρουν τον κλήρο της σκόνης
που δικαιούνται
και να μην αφήνουν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων
την ασεβή ανάμνηση των αλλοτινών δείπνων."

Η δουλειά κάνει τους άντρες

O Τσάρλς Μπουκόφσκι βρήκε κάποια φορά δουλειά στην κρεαταγορά του Λος Άντζελες.

Βρέθηκε εκεί ξημερώματα, αγουροξυπνημένος, μετά από ένα επικό μεθύσι, έναν καβγά στο μπαρ και μια «ερωτική συνομιλία» -μπορεί και βωμολοχία- με μια κυρία περασμένης ηλικίας, σ’ ένα μοτέλ με ύποπτους λεκέδες στα σεντόνια και στους τοίχους.

Ήταν σαράντα πέντε χρονών, αλλά έμοιαζε ήδη εβδομήντα πέντε, καθώς το συκώτι του είχε μεταβολίσει τόνους αλκοόλ και τα πνευμόνια του είχαν γίνει σαν απολιθωμένο δάσος.

Ο υπεύθυνος της βάρδιας σαν τον είδε έβαλε τα γέλια.

«Θα τα βγάλεις πέρα, γέρο;» τον ρώτησε.

«Η μάνα σου δε με έλεγε έτσι χθες το βράδυ», του είπε ο Μπουκόφσκι.

Ο τύπος συνοφρυώθηκε και έστειλε το «γέρο» στη πιο δύσκολη δουλειά, στην παραλαβή.

Εκεί ο Τσαρλς βρέθηκε ανάμεσα σε καμιά δεκαριά νταγλαράδες αράπηδες (ιστορία του Μπουκόφσκι είναι, τι θέλατε να γράψω; Εύσωμους αφροαμερικάνους;)

Του έδωσαν μια ποδιά που πριν πολλούς αιώνες ήταν άσπρη, μετά ίσως να ήταν κόκκινη, στο τέλος είχε γίνει καφέ.

Στηθήκαν και περίμεναν το φορτηγό. Σαν ήρθε μπήκαν στην ουρά, με τον Τσαρλς τελευταίο.

Όταν άνοιξε του έφυγε το τσιγάρο από το στόμα. Μέσα κρεμόντουσαν από τσιγκέλια μισές αγελάδες. Οι νταγλαράδες τις έπαιρναν στον ώμο λες και κουβαλούσαν κοτόπουλα. Ένας-ένας πήρε το μερτικό του από τη χαρά και το απίθωσε στην ταινία μεταφοράς, είκοσι μέτρα παρακάτω. Μετά γύρισαν όλοι και έκαναν έναν κύκλο γύρω από τον Μπουκόφσκι που ετοιμαζόταν να φορτωθεί κι εκείνος.

Μόλις πήρε τη μισή αγελάδα του κόντεψε να σωριαστεί. Ένιωθε σαν τον Άτλαντα που κουβαλούσε στους ώμους του όλον τον ουρανό. Γύρισε και βήμα-βήμα προχώρησε προς την ταινία. Οι νταγλαράδες γελούσαν και τον ενθάρρυναν να συνεχίσει. Κάποιοι έβαζαν στοιχήματα, αν ο ασπρουλιάρης θα καταφέρει να φτάσει ή θα πέσει.

Εκείνος συνέχισε, σφίγγοντας τα δόντια και βλαστημώντας τις αγελάδες και τα θεία. Του πήρε αρκετή ώρα να κάνει εκείνα τα είκοσι μέτρα, τα πιο δύσκολα είκοσι μέτρα της ζωής του. Αλλά τα κατάφερε.

Πέταξε τη μισή αγελάδα στην ταινία, ενώ οι νταγλαράδες χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν. Λεφτά άλλαζαν χέρια.

Ο Μπουκόφσκι έβγαλε την ποδιά, άναψε τσιγάρο και είπε: «Εντάξει, παιδιά. Η κωμωδία τέλειωσε.»

Και έφυγε παραπατώντας, για να βρει ένα μπαρ, να πιει όσες μπύρες μπορούσε να αγοράσει με τα ψιλά που είχε στην τσέπη του και να γράψει μια ακόμα από τις μικρές ιστορίες του.

Την ιστορία αυτή του Μπουκόφσκι τη θυμόμουν προχτές, καθώς κουβαλούσα τσιμεντένιες πλάκες για να τις πετάξω στα μπάζα. Μέσω κάποιου φίλου (ακόμα και για τα χαμαλίκια μέσο χρειάζεσαι σ’ αυτή τη ζωή) βρήκα να κάνω δυο-τρία μεροκάματα. Η αδελφή του χρειαζόταν κάποιον να κάνει μερικές αντρικές δουλειές στον κήπο της και –ο θεός να την έχει καλά- αποφάσισε να πάρει τον υποφαινόμενο, προκειμένου να βοηθήσει και έναν άνεργο συγγραφέα.

Καθώς πήγαινα τις πλάκες πέρα-δώθε κοιτούσα το βουνό απέναντι και σκεφτόμουν τον Καμπανέλλη στο Μαουτχάουζεν. Εκείνοι δεν είχαν επιλογή, εγώ όποτε ήθελα μπορούσα να φύγω. Και σίγουρα εκείνους δεν τους ρωτούσε ο αξιωματικός αν θέλουν να πιουν κάνα καφεδάκι ούτε τους έλεγε: «Χαλαρώστε, παιδιά, δεν θέλουμε να πάθετε και καμιά ζημιά».

Όσοι περνούσαν με τα αυτοκίνητα τους ή με τα πόδια με κοιτούσαν καλά-καλά. Ήμουν σίγουρος ότι κάποιος θα σταματήσει και θα με ρωτήσει: «Φιλαράκο, μιλάς ελληνικά; Σου έχω μια δουλειά». Ή κανάς άλλος, με ξυρισμένο κεφάλι και μυς του γυμναστηρίου, να μου πει: «Γίρνα πίσο στη χόρα σου, μας περνετε τις δουλιές», λες και θα καταδεχόταν ποτέ να κουβαλήσει μπάζα.

Παραδόξως κανείς δε μου μίλησε. Μάλλον έχω πολύ αρχαιοελληνική φυσιογνωμία, καθαρόαιμος Έλληνας, με το δεύτερο δάκτυλο του ποδιού να προεξέχει.

Την πρώτη μέρα γύρισα σπίτι σχετικά καλά. Τη δεύτερη με το ζόρι περπατούσα. Οι γάμπες ήταν σε μόνιμη κράμπα και τα δάκτυλα των χεριών δεν έκλειναν. Η μέση, ευτυχώς, άντεξε -παρά τα τριάντα εφτά χρόνια λειτουργίας.

Το δεύτερο βράδυ θα ερχόταν κάποιος για να πάρει τη «Λεγεώνα των Ψυχών». Πήρα ένα αντίτυπο και ένα μπουκάλι κρασί για να πιούμε και πήγα να τα βάλω στην τσάντα. Ανοίγοντας ‘την βρήκα μέσα τη ζώνη για τη μέση που φορούσα την ημέρα. Έβγαλα τη ζώνη και έβαλα το βιβλίο γελώντας και μονολογώντας: «Το πρωί εργάτης και το βράδυ συγγραφέας.»

Τα είπαμε καλά με τον Κ που πήρε το βιβλίο. Μου μίλησε για το Μάντσεστερ, όπου δούλευε σε ένα κυριλέ εστιατόριο και σέρβιρε όλη τη μαφία της Αγγλίας. Μου είπε και για τον πατέρα του, ο οποίος τον είχε ξορκίσει όταν έδινε πανελλήνιες: «Γίνε ό,τι θες, μόνο μπάτσος μην γίνεις».

Το βράδυ έπεσα στο κρεβάτι και ονειρεύτηκα μια ιστορία, που πηγαίνει περίπου έτσι:

Ένας νέος πήγε να βρει έναν γέρο, καταξιωμένο συγγραφέα.

«Θέλω να γίνω συγγραφέας», του είπε.

«Γίνε», του απάντησε ο γέρος.

«Θέλω να γίνεις ο δάσκαλος μου. Παράτησα τη σχολή μου, τα παράτησα όλα.»

«Κακώς», του είπε ο γέρος.

«Το όνειρο μου είναι να γίνω συγγραφέας», επέμεινε ο νέος. «Θα με βοηθήσεις;»

Ο γέρος τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και μετά του είπε: «Έλα αύριο το πρωί.»

Το επόμενο πρωινό ο νέος έφτασε με τα χαρτιά του και τα βιβλία του, έτοιμος για την εκπαίδευση.

«Πρώτα θα κάνουμε μερικές δουλίτσες», του είπε ο γέρος.

Τον έβαλε να του φτιάξει τον κήπο. Μόλις τέλειωσε του έδωσε να βάψει ολόκληρο το σπίτι. Του έπλυνε το αυτοκίνητο και έκανε τον οδηγό, για να πηγαίνει το συγγραφέα στις παρουσιάσεις και τις βραβεύσεις. Δακτυλογράφησε κάτι ακατανόητα χειρόγραφα του γέρου, έκανε το σερβιτόρο σε μια δεξίωση, καθάριζε το σπίτι, έκανε όλες τις εξωτερικές δουλειές, βοήθησε και έναν φίλο του συγγραφέα σε μετακόμιση.

Ο νέος τα έκανε όλα αδιαμαρτύρητα, γιατί είχε δει μικρός το «Καράτε Κιντ» και άλλες παρόμοιες χολιγουντιανές ανοησίες και νόμιζε ότι ο γέρος προσπαθούσε να δοκιμάσει την υπομονή του, καθώς και να του διδάξει κάτι, κάτι που εκείνος δεν μπορούσε να αντιληφθεί, αλλά τη στιγμή της συγγραφής θα του φαινόταν χρήσιμο.

Μετά από ένα μήνα, είκοσι εννιά μέρες για την ακρίβεια, ο γέρος είπε στο νεαρό ότι η μαθητεία είχε τελειώσει.

«Αυτό ήταν;» ρώτησε ο νεαρός. «Δε θα μου πεις κάποιο μυστικό της γραφής, κάποιο κόλπο;»

«Δεν υπάρχουν μυστικά και κόλπα στο γράψιμο», του είπε ο γέρος.

«Τότε γιατί τα έκανα όλα αυτά;» ρώτησε ο νέος.

«Για να δεις πως θα είναι όλη σου η ζωή αν συνεχίσεις να θέλεις να είσαι συγγραφέας.»

«Εσύ δεν ζεις έτσι», του είπε ο νεαρός και έδειξε το σπίτι που ο γέρος είχε αποκτήσει με κάποιο από τα βιβλία του που είχαν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες.

«Ξέρεις πόσοι ονειρεύτηκαν να γίνουν συγγραφείς;» τον ρώτησε ο γέρος. «Και πόσοι κατάφεραν να βιοποριστούν από τη συγγραφή και μόνο; Αν σου πω ο ένας στους χίλιους πάλι πολλούς θα λέω.»

Ο νεαρός πεισμάτωσε.

«Εγώ θα γίνω αυτός ο ένας στους χίλιους», είπε και ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματα του.

«Μπορεί», είπε ο γέρος γελώντας. «Μπορεί και να γίνεις. Αλλά να θυμάσαι κάτι: Όταν ερωτεύεσαι και όταν ονειρεύεσαι αφήνεις ενέχυρο τη ζωή σου ολόκληρη… Και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί ότι θα την πάρεις πίσω. Αυτό είσαι πρόθυμος να το κάνεις;»

Ο νέος έφυγε σκεφτικός. Δεν γνωρίζω τι απόφαση πήρε.

Ο δύσκολος δρόμος προς την αυτογνωσία

Ο άνθρωπος αλλάζει καθημερινά. Δέχεται νέα ερεθίσματα, βιώνει νέες εμπειρίες, αφομοιώνει νέες πληροφορίες, σφυρηλατεί νέα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ενώ αφήνει άλλα να εξασθενίσουν. Η αυτογνωσία δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που κάποιος το κατέχει ή δεν το κατέχει, είναι κάτι που μέρα με τη μέρα το κατακτά, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με τις προσωπικές του άμυνες και αντιστάσεις σε συνδυασμό με τις εξωτερικές συνθήκες.

Πέρα από τα παραπάνω, η αυτογνωσία δεν μπορεί να είναι ένα μετρίσιμο απόλυτο και αντικειμενικό χαρακτηριστικό γιατί αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη που εξ ορισμού είναι υποκειμενική. Δηλαδή, όπως κάθε άνθρωπος βλέπει τη ζωή, το περιβάλλον και τον κόσμο μέσα από το προσωπικό, μοναδικό του βλέμμα, έτσι βλέπει και τον εαυτό του με τον προσωπικό μοναδικό του τρόπο.

Υπάρχουν ωστόσο, συγκεκριμένες δυσκολίες που εμποδίζουν κάποιον να δει τον υποκειμενικό του εαυτό. Συγκεκριμένα: Όροι αξίας.

Οι όροι αξίας είναι επιταγές που παίρνουμε από το περιβάλλον μας για το πως πρέπει να είμαστε αν θέλουμε να είμαστε αρεστοί, αγαπητοί, επιτυχημένοι κλπ. Φράσεις όπως 'τα αγόρια δεν κλαίνε', «τα καλά κορίτσια δεν θυμώνουν», «οι καλοί φίλοι δεν μαλώνουν», που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε δεχτεί κατά την παιδική μας ηλικία, στέλνουν το μήνυμα πως για να είναι κάποιος αποδεκτός πρέπει να μπλοκάρει κάποια κομμάτια των συναισθημάτων και των σκέψεών του. Ο θυμός, η ζήλια η λύπη κ.α. είναι συναισθήματα που συχνά θεωρούνται πως δεν ταιριάζουν σε ένα «καλό παιδί» και το «καλό παιδί» μαθαίνει από νωρίς να μπλοκάρει και να φιμώνει τα συναισθήματά του και τα «θέλω» του.

Όταν κάποιος νιώθει πως τα συναισθήματά του ή τα «θέλω» του είναι σε αντίθεση με τους όρους αξίας που του έχουν επιβληθεί από το εξωτερικό του περιβάλλον βιώνει μια συναισθηματική σύγκρουση. Π.χ. Σε κάποιον δεν αρέσει η διασκέδαση των κέντρων διασκέδασης, στην παρέα του όμως αυτή είναι πολύ δημοφιλής. Το να αναγνωρίσει πως βαριέται στα κέντρα αυτά θα τον φέρει σε σύγκρουση με την ανάγκη του να ανήκει στην παρέα του.

Έτσι ασυνείδητα μπλοκάρει εκείνα τα συναισθήματα και τα κομμάτια της εμπειρίας του που του λένε πως δεν του αρέσει η διασκέδαση των clubs και πείθει τον εαυτό του πως εκεί όντως διασκεδάζει. Από την άλλη πλευρά, συχνά αυτά τα απωθημένα του συναισθήματα βρίσκουν τρόπο έκφρασης με άλλους έμμεσους τρόπους π.χ. με ψυχοσωματικά συμπτώματα, με κακή διάθεση, χωρίς να είναι σαφής ο λόγος της, με επιθετικότητα προς τους άλλους κλπ. Κάποιος άνθρωπος που συχνά κάνει τέτοιες παραχωρήσεις, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον εαυτό του, αλλοτριώνεται και η γνώση του πραγματικού του εαυτού συρρικνώνεται όλο και περισσότερο αφού γίνεται μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες των όρων αξίας του περιβάλλοντός του και της ιδανικής εικόνας που θέλει να δείξει προς τα έξω.

Στην εποχή μας οι κοινωνικές επιταγές είναι πάρα πολλές και προέρχονται από πολλές και συχνά συγκρουόμενες πηγές με αποτέλεσμα οι άνθρωποι εύκολα να χάνουν το προσωπικό τους βλέμμα και κατά συνέπεια και την ικανότητά τους για αυτογνωσία. Η διαδικασία διερεύνησης του πραγματικού εαυτού είναι αυτή που δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να τον αγαπήσει να ζει μέσα από τις δικές του επιλογές, χωρίς να γίνεται πιόνι στα χέρια των άλλων, αλλά και να μην παρασύρεται από τη δικιά του θέληση για να δείξει μια «ιδανική», πλην όμως ψεύτικη, εικόνα προς το περιβάλλον του

Άνθρωποι μονάχοι μέσα στο ίδιο σπίτι

Τί είναι αυτό που θα φέρει την κατάντια της συνήθειας στον ασυμβίβαστο έρωτα που ξεκίνησε ένα καλοκαίρι στο σοκάκι ενός νησιού; Πώς θα γίνει το πάθος να μετατραπεί σε ένα βαρετό βράδυ με την τηλεόραση να παίζει κάποιο ηλίθιο σίριαλ και δυο απλανή βλέμματα να κοιτούν το ρολόι και να μετρούν πόσες ώρες ύπνου τους απομένουν μέχρι να ξυπνήσουν για να επαναλάβουν αυτή την άχρηστη ημέρα πάλι από την αρχή, αύριο; Πότε θα έρθει η στιγμή που επιτέλους μετά από μια δύσκολη εβδομάδα έρχεται το σαββατοκύριακο και τελικά η μόνη διαφορά με τις καθημερινές θα είναι ότι απλά δεν θα πας για δουλειά;

Ξεκινούν παθιασμένα, με πολλά φιλιά, σφιχτές αγκαλιές και ιδρωμένο, βρώμικο σεξ, μπαλαμούτι, πολυλογία, περιποίηση και ενδιαφέρον, και καταλήγουν σε μια τυπική συμβίωση δυο άψυχων κορμιών που στηρίζονται μόνο στην αγάπη –αν υπάρχει και αυτή– για να τους κρατήσει μαζί στον ερωτικό λήθαργο, να κρατήσει την φλόγα που σιγοκαίει πλέον σαν καντήλι που του τελείωσε το λάδι.

Ξεκινά με φιλιά στα παγκάκια και χαμουρέματα στις παραλίες και αφήνει το χρόνο και την συνήθεια να παραδώσει τα πάντα στην χειμερία νάρκη, το κώμα.

Το ίδιο σώμα που πριν καιρό δεν χόρταινες να μυρίζεις και να αγγίζεις, τώρα πια το έχεις δεδομένο, σαν παιδάκι που βαρέθηκε το παιχνίδι του και ναι μεν το πετά στην άκρη, αλλά θέλει να το βλέπει εκεί που το άφησε, δε θέλει κανένας άλλος να το πάρει, ούτε να του αλλάξει θέση, είναι δικό του και μόνο.

Τον ίδιο άνθρωπο που δεν χόρταινες να βλέπεις και πήγαινες στην δουλειά σου με τρεις ώρες ύπνου επειδή ξενύχτησες μαζί του και δεν μπορούσες να τον αφήσεις να βγει από το αυτοκίνητο, τώρα ψάχνεις την παραμικρή δικαιολογία για να τον αποφύγεις και να κάνεις κάτι άλλο, ακόμα και να μείνεις μόνος σου να δεις ντοκιμαντέρ για την κατάθλιψη του τζίτζικα στα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια.

Όλοι φυσικά θέλουν τον χώρο τους, τον προσωπικό τους χρόνο και τις στιγμές που δεν θα έχουν κανέναν να τους ζαλίζει με τα δικά του. Αλλά όταν τα φιλιά γίνονται «της θείας» που έλεγε και μια πρώην μου, κοφτά και σύντομα, τα quickies σε πυλωτές και ασανσέρ γίνονται ανιαρά δεκάλεπτα στο κρεβάτι και οι αγκαλιές γίνονται αδιάφορες, παγωμένες, κενές επαφές, τότε φιλαράκι δεν είναι ο προσωπικός σου χώρος το πρόβλημα.

Άφησες την αδιαφορία να κερδίσει την κάψα σου για κάτι δυνατό, και τώρα όσες κλισέ μπηχτές και να πετάς για να ταράξεις τα νερά, ο βάλτος έχει μπει στην σχέση σου και άρχισε και να στην σαπίζει.

Αν δεν βιαστείς να ξυπνήσεις από την καταστολή την χαμένη δυναμική σας, οι μνήμες της θα φέρουν και στους δυο θλίψη για αυτό που χάθηκε, και μη γελιέσαι, τα ένστικτα του ανθρώπου επιβάλλουν να επιδιώκει να αποκτά αυτά που χρειάζεται για να φέρνει στα μέτρα του την ζωή, αλλιώς ακόμα θα μέναμε σε σπηλιές και θα τρώγαμε βολβούς.

Την ώρα που εσύ θα κοιτάς σαν μαλάκας την τηλεόραση αδιαφορώντας για όποιον βρίσκεται απέναντί σου στον καναπέ που περιμένει μια Κυριακή για να σε χαρεί, θα πάρει το λάπτοπ στα χέρια να παίξει candy crash, και κάποια από τις κόκκινες ειδοποιήσεις εκεί πάνω δεξιά ίσως να είναι η αρχή του τέλους.

Ναι φιλαράκι, ούτε σε μπαρ θα είναι, ούτε σε καφέ, ούτε σε μπουζούκια, εκεί απέναντί σου θα είναι και θα απομακρύνεται. Ίσως πάλι να μην χρειαστεί καν αυτό, αλλά απλά να έχετε συνδυάσει αμφότεροι αυτή την σήψη με το πρόσωπο που μέχρι χθες θέλατε σαν τρελοί, και απλά να περιμένετε ποιός θα τραβήξει την σκανδάλη, γιατί μέχρι κι αυτό βαριέστε να το κάνετε πλέον.

Κι όταν αυτό γίνει και o πρώην έρωτας, κάποια στιγμή προχωρήσει, τότε ως δια μαγείας η επιθυμία επανέρχεται και θες να γυρίσει πίσω και να είστε πάλι δυο ερωτευμένα πιτσουνάκια. Σαν εγωπαθές κτητικό κωλοπαίδι που είσαι, λες και ο άνθρωπος είναι σχοινί σε διελκυστίνδα που το τραβάνε και από τις δυο πλευρές μέχρι ο νικητής να τραβήξει τον χαμένο στις λάσπες και τα σκατά.

Μην αφήνετε την ρουτίνα να καταναλώσει την επιθυμία, όπως η φωτιά καταναλώνει το οξυγόνο. Κάτι γουστάρατε στο ταίρι σας για να κάνετε κάτι μαζί του, κάτι ερωτευτήκατε για να συνεχίσετε. Και αυτό το «κάτι» θα είναι η απάντηση σε κάθε εμπόδιο που θα σας θέτουν ή θα βάζετε εσείς οι ίδιοι.

Ο έρωτας έχει αναλυθεί σε εκατομμύρια σελίδες, θρανία, τοίχους, ανάσες με ισάριθμες ερμηνείες, ενώ ουσιαστικά χαρακτηρίζεται απόλυτα σε δυο λέξεις και μόνο έτσι βιώνεται: «Κάψα ανελαστική».

Κι Όμως Είσαι Αρκετός - Αντιμετωπίζοντας Σκέψεις Ανεπάρκειας

Σήμερα μπορεί να ήταν μια ζήλια που ένιωσες απέναντι σε κάποιον που θεωρείς ότι τα έχει καταφέρει καλύτερα από σένα. Άλλοτε ίσως να είναι ο θυμός ότι δε σε σέβονται ή ότι δε λαμβάνουν σοβαρά τις επιθυμίες σου. Υπάρχει μια αστείρευτη ροή συναισθημάτων που προκαλείται από την ίδια σκέψη και είναι όλα συναισθήματα δύσκολα, που θέλεις ν’αποφύγεις να έχεις. Ούτε η η θλίψη λείπει από αυτά τα συναισθήματα: η θλίψη που μπορεί να σου προκαλεί η σύγκριση με αυτό που θα ήθελες να έχεις και να είσαι με αυτό που έχεις και είσαι τώρα. Το άγχος, να φτάσεις εκεί που σου υπαγορεύουν τα εσωτερικά σου κριτήρια. Ζήλια, θυμός, θλίψη, άγχος.

Μια κοινή σκέψη που συχνά ζεί στο υπόγειο των συναισθημάτων αυτών, είναι πως δεν είμαστε αρκετοί. Δεν είμαστε αρκετά καλοί σε σχέση με τους άλλους ή τα εσωτερικά μας κριτήρια. Δεν είμαστε αρκετά ελκυστικοί, αρκετά έξυπνοι, αρκετά επιτυχημένοι, αρκετά σημαντικοί. Δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τη δουλειά μας, τους φίλους μας, το σώμα μας, τα επιτεύγματα μας. Έχουμε ένα ελάττωμα που μας εμποδίζει να είμαστε ο ιδανικός μας εαυτός. Η ζωή μας δεν είναι όσο καλή θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι. Ζούμε σ’ένα χαώδες κενό ανάμεσα στο ιδανικό και στο πραγματικό.

Η σκέψη «δεν είμαι αρκετός/η» είναι περισσότερο κοινή απ’όσο θα περίμενε κανείς. Και έχει τη δύναμη να επηρεάσει τη ζωή μας περισσότερο απ’ότι ίσως να περιμέναμε. Συχνά ίσως να σκεφτόμαστε «εάν δεν κρίνω τον εαυτό μου έτσι, πως θα μπορέσω να βελτιωθώ;». Πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο βελτιωνόμαστε, διατηρούμε αυτή την πεποίθηση μέσα μας, παρατείνοντας τ’αρνητικά συναισθήματα. Σπανίως, όταν αισθαμόμαστε λυπημένοι, απογοητευμένοι με τον εαυτό μας ή αγχωμένοι, μπορούμε να δράσουμε κινητοποιημένα κι αποτελεσματικά. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι παραλύουμε, χάνουμε τη δύναμη μας και μπαίνουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο στασιμότητας.
Φυσικά και είναι απαραίτητο ν’αναγνωρίσουμε που θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι έτσι ώστε να ζούμε επαρκώς τις αξίες μας. Το να γνωρίζω τι θέλω και να κάνω τα απαραίτητα βήματα για να το πετύχω είναι διαφορετικό από το να βυθίζομαι σε σκέψη σύγκρισης με τους άλλους, ματαίωσης του εαυτού μου και διαρκούς δυσαρέσκειας.

Το πρώτο βήμα για να μπορέσουμε να μην παρασυρόμαστε από αυτή την σκέψη είναι να μάθουμε να έχουμε επίγνωση της διαρκούς φλυαρίας του μυαλού μας και να μην ταυτιζόμαστε τόσο βαθιά με τα λεγόμενα του. Την επόμενη φορά που το μυαλό σου αρχίζει να σου μιλά για την ανέπαρκεια σου, για το πόσα πράγματα δεν κατάφερες, ή να σε χαρακτηρίζει τεμπέλη, χοντρό, χαζό, εγωιστή, αγχώδη, αδύναμο, ανίκανο , τότε απλά
Κάνε μια παύση.
Κάνε μια παύση και πάρε μια βαθιά αναπνοή.
Κάνε μια παύση, ανάπνευσε και παρατήρησε τι κάνει το μυαλό σου.

Πώς σου λέει την ιστορία του; Χρησιμοποιεί λέξεις, εικόνες ή και τα δύο; Ακούς μια φωνή μες στο μυαλό σου; Εάν ναι, από που έρχεται αυτή η φωνή; Έρχεται από το πίσω μέρος του κεφαλιού σου, από το κέντρο, από τη δεξιά πλευρά; Τι είδους φωνή είναι; Δική σου ή κάποιου άλλου; Είναι δυνατή ή απαλή; Γρήγορη ή αργή; Τι συναισθήματα βιώνει αυτή η φωνή;

Ύστερα προσπάθησε να ονομάσεις την ιστορία που σου λέει. Εάν έπρεπε να δώσεις ένα τίτλο στην ιστορία που σου διηγείται το μυαλό σου ποιός θα ήταν; « Η αποτυχημένη» ή « Όχι και τόσο έξυπνος», ή « Χοντρούλα για πάντα».

Τη στιγμή που θα ονομάσεις την ιστορία του μυαλού σου, ίσως να νιώσεις μια αίσθηση ελαφρότητας, σαν να έχεις βγάλει τα μαύρα σου γυαλιά και έχεις αρχίσει να βλέπεις τον κόσμο με μεγαλύτερη ευκρίνεια.

Αυτή η άσκηση στοχεύει στο να μας θυμήσει που βρίσκεται η πραγματική μας δύναμη: όχι στο να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε αυτές τις ιστορίες, αλλά στο να της δούμε γι ‘αυτό που πραγματικά είναι, αφήνοντας τις να έρθουν και να φύγουν στο δικό τους χρόνο.

Μπορείς να «παίξεις» όσο θες με αυτή την άσκηση. Μπορείς αν θες να την κάνεις με χιούμορ. Για παράδειγμα, κάθε φοράπου αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι το μυαλό σου άρχισε πάλι να λέει την ιστορία του, θα μπορούσες να λές: « Τα, τα, τα! Αρχίζει η ιστορία «Όχι αρκετά εμφανίσιμος».

Η φύση του μυαλού μας είναι η ασταμάτητη φλυαρία! Δεν γίνεται ν’απαλλαγούμε από αυτή ούτε να την αποφύγουμε. Αντιθέτως, όταν προσπαθούμε ν’αποφύγουμε κάτι με νύχια και με δόντια, συχνά επιστρέφει πιο επιθετικό.

Ας δοκιμάσουμε απλά να παρατηρήσουμε χωρίς επίκριση κατανοώντας πως δεν είμαστε το μυαλό μας. Είμαστε κάτι μεγαλύτερο από αυτό , κάτι ξέχωρο. Έτσι οι ιστορίες που μας λέει δεν είμαστε εμείς αλλά απλά κρίσεις που έχουμε για τους εαυτούς μας.

Το πρώτο βήμα λοιπόν, είναι να καλλιεργήσουμε την επίγνωση της φύσης του μυαλού μας. Έπειτα, μπορούμε ν’αναγνωρίσουμε αυτό που έχει πραγματική αξία για μας στη ζωή και να κάνουμε τ’απαραίτητα βήματα για ζήσουμε εκπληρωμένοι.

Οι λέξεις έχουν δύναμη - ενέργεια

Η συμπεριφορά αναπαράγει την συμπεριφορά.
Συμπεριφορά δεν είναι μόνο τι λέμε, αλλά και πως το λέμε, ο τόπος, ακόμη και το κατάλληλο της ώρας.
Οι λέξεις όμως είναι «μάγια!».
Με λέξεις γίνεται από πάντα η δημιουργία, η ευχή, η ευλογία, αλλά και η κατάρα, η καταστροφή και η ύβρις.
Αυτό που βγαίνει από ένα στόμα αλλάζει το χώρο.

Οι λέξεις έχουν δύναμη- ενέργεια, είναι δονήσεις, εκφράζουν σκέψεις, προκαλούν συναισθήματα και σ’ αυτόν που τις εκστομίζει και σ’ αυτόν που τις ακούει.
Ανάλογα με το τι θα πείτε θα προκαλέσετε την ανάλογη αντίδραση.
Με τις λέξεις μπορείτε να διευκολύνετε ή να φρενάρετε την εξέλιξη του άλλου.
Μπορείτε να τον βάλετε σε κατάσταση άμυνας, να θέλει να δικαιολογείται και να απολογείται ή να τον ανεβάσετε στα μάτια του και να νιώσει την απαραίτητη ασφάλεια για να εξελιχθεί.
Χρειαζόμαστε μια διαρκής εγρήγορση, ευαισθησία και συνειδητότητα για το τι προκαλούμε στους άλλους με αυτά που λέμε.
Θα βοηθούσατε αν είχαμε περισσότερο αυτοέλεγχο και εισάγουμε όλο και περισσότερο τη σιωπή τη ζωή μας.
Αυτό δεν σημαίνει απομόνωση ούτε αντικοινωνική στάση.
Σημαίνει ακρόαση, αναγνώριση, ενσυναίσθηση σεβασμό για τον άλλον.

Να μιλάτε με αυτά που κάνετε. Να μιλάτε με το παράδειγμα που θέλετε να δώσετε

Αυτό που είμαστε μιλάει πιο δυνατά από αυτό που λέμε.

Άλλο η συμπεριφορά και άλλο ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου.

Η συμπεριφορά είναι τα επικοινωνιακά τρικ για να πείσουμε, για να πάρουμε αυτό που θέλουμε, για να μας συμπαθούν, να πουλάμε, να κάνουμε καλή εντύπωση, είναι η δημόσια εικόνα.

Ο χαρακτήρας είναι οι Αρχές μας, το ΓΙΑΤΙ που βρίσκεται πίσω από αυτά που κάνουμε.

Ένας άνθρωπος έχει καλό χαρακτήρα όταν ζει σύμφωνα με Αρχές.

Οι Αρχές είναι πανανθρώπινα αξιώματα που ρυθμίζουν τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους (πχ ελευθερία, ακεραιότητα, δικαιοσύνη, αγάπη, υπομονή, ταπεινότητα κλπ).

 Όταν ζούμε σύμφωνα με αρχές ο Άλλος (ο κάθε Άλλος) δεν είναι πόρος- μέσον για να προωθήσουμε τα δικά μας σχέδια, αλλά μια ισότιμη ανθρώπινη υπόσταση.

Βραχυχρόνια μπορούμε να κερδίσουμε κάτι με τις τεχνικές της συμπεριφοράς, αλλά δεν μπορούμε να πάμε πολύ μακριά χωρίς Αρχές.

Να μιλάτε με αυτά που κάνετε. Να μιλάτε με το παράδειγμα που θέλετε να δώσετε.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ

'Ακουσες την Κραυγή και κίνησες. Πέρασες από αγώνα σε αγώνα όλες τις πολεμικές θητείες του στρατευόμενου ανθρώπου.

Πολέμησες μέσα στο μικρό τσαντίρι του κορμιού σου, μάνα, στενή σου φάνταξε η παλαίστρα, πνίγουσουν, και χύθηκες να ξεφύγεις.

Στρατοπέδεψες στη ράτσα σου, γιόμωσες χέρια και καρδιές, ανάστησες με το αίμα σου τους φοβερούς προγόνους και κίνησες μαζί με τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τους αγέννητους να πολεμήσεις.

Και μονομιάς όλες οι ράτσες κίνησαν μαζί σου, το ίερό στράτεμα του ανθρώπου ανασυντάχτηκε ξοπίσω σου, όλη η γης βούισε σα στρατόπεδο.

Ανέβηκες, κι από αψηλή κορφή αλάκερο το σχέδιο της μάχης διακλαδώθηκε μέσα στους γύρους του μυαλού σου κι όλες οι αντιμαχόμενες εκστρατείες έσμιξαν στο μυστικό στρατόπεδο της καρδιάς σου.

Κι από πίσω συντάχτηκαν τα ζώα και τα φυτά, σα μεταγωγικά στα μαχόμενα μπροστά στρατέματα του ανθρώπου.

Τώρα η Γης αλάκερη πιάστηκε απάνω σου, έγινε κορμί σου, φωνάζει μέσα στο χάος.

Πώς να πολιορκήσω με λόγια το φοβερό τούτο δράμα; Σκύβω στο χάος κι αφουκράζουμαι. Ένας ανεβαίνει αγκομαχώντας μυστικό, επικίντυνο ανήφορο.

Μοχτάει, αγωνίζεται με πείσμα ν΄ ανηφορίσει. Μα βρίσκει εμπόδιο αντίδρομή του ορμή: Ένας κατεβαίνει βιαστικά μυστικό, καλόβολο πολύ κατήφορο.

Η Πνοή, μέσα στο ρέμα το πηχτό που κατεβαίνει, μελίζεται, στροβιλίζεται και μια στιγμή· όσο βαστάει κάθε ζωή· σοζυγιάζουνται οι δυο αντίδρομες επιθυμίες.

Να πώς γεννιούνται τα κορμιά, να πώς δημιουργιέται ο κόσμος κι ισορροπούνε μέσα στα ζωντανά οι δυο αντιστρατευόμενες δυνάμες.

Μια στιγμή, τον Ένα που ανηφορίζει τον περιτυλίγει σφιχτά ένα σώμα αγαπημένο, το σώμα του, και του αργοποράει το ανέβασμα. Μα γρήγορα, με τον έρωτα, με το θάνατο, του ξεφεύγει. Κι εξακολουθεί την πορεία.

Πατάει το άψυχο, πλάθει το φυτό και το γιομώνει. Στρατοπεδεύει αλάκερος· αλάκερος, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.
Ανασηκώνεται λίγο, αναπνέει με κόπο, πνίγεται. Παρατάει στα φυτά όσο βάρος, όση νάρκη κι ακινησία μπορεί, αλαφρώνει και πηδάει, αλάκερος πάλι, πιο πέρα και πιο πάνω, δημιουργώντας τα ζώα, και στρατοπεδεύει αλάκερος στα νεφρά τους.

Αλάκερος, πάλι, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.

Τα σώματα αναπνένε, θρέφουνται, ταμιεύουν δυνάμες, και σε μια στιγμή ερωτική συντρίβουνται, ξοδεύουν τα πάντα κι αδειάζουν, για ν΄ αφήσουν στο γιο την ψυχή τους. Ποιαν ψυχή; Την ορμή προς τ΄ απάνω!

Λαγαρίζεται αργά, με αγώνα, ανάμεσα από τα κορμιά τους, παρατάει πάνω τους όσα πάθη, όση σκλαβιά, ανημποριά και σκοτάδι μπορεί.

Κι ανασηκώνεται πάλι, πιο ανάλαφρος, και χιμάει να ξεφύγει· κι η ορμή τούτη για την ελευτερία, παλεύοντας με την ύλη, αργά δημιουργάει την κεφαλή του ανθρώπου.

Και τώρα, το νιώθουμε με τρόμο, μάχεται πάλι να ξεφύγει από πάνω μας, να μας παραπετάξει με τα φυτά και τα ζώα, να πηδήξει πιο πέρα. Ήρθε χαρά και πίκρα μεγάλη! η στιγμή να παραπεταχτουμε κι εμείς, οι πρωτοπόροι, στην εφεδρεία.

Πίσω από τη ροή του κορμιού και του μυαλού μου, πίσω από τη ροή της ράτσας μου και των ανθρώπων, πίσω από τη ροή των ζώων και των φυτών, βλέπω τρέμοντας τον Αόρατο που πατάει όλα τα ορατά κι ανεβαίνει.

Και κάτω από τη βαριά, αίματωμένη του πατούσα γρικώ όλα τα ζωντανά να συντρίβουνται.

Αγέλαστο είναι το πρόσωπο του, βουβό, σκοτεινό, πέρα από τη χαρά κι από τη θλίψη, πέρα από την ελπίδα.

Τρέμω. Είσαι συ ο Θεός μου; Το σώμα σου είναι γιομάτο μνήμη. Σαν ένας χρόνια φυλακισμένος ξόμπλιασες με αλλόκοτα δέντρα και μαλλιαρούς δράκους, μ΄ αιματερές περιπέτειες, με κραυγές και χρονολογίες τα μπράτσα σου και το στήθος.

Κύριε, Κύριε, μουγκαλιέσαι σα ζώο! Τα πόδια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· τα χέρια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· βαριά σα μυλόπετρα είναι τα σαγόνια σου κι αλέθουν.

Πιάνεσαι από τα δέντρα, από τα ζώα, πατάς τον άνθρωπο, φωνάζεις.

Ανηφορίζεις τον ατέλειωτο μαύρο γκρεμό του θανάτου και τρέμεις.

Που πας; Πληθαίνει ο πόνος, πληθαίνει το φως και το σκοτάδι. Κλαις, πιάνεσαι απάνω μου, θρέφεσαι με το αίμα μου, αντρειεύεις και λαχτίζεις την καρδιά μου. Σε κρατώ στο στήθος μου, σε φοβούμαι και σε σπλαχνίζουμαι.

Σα να θάψαμε Κάποιον που τον θαρρούσαμε νεκρό και τώρα τον ακούμε μέσα στη νύχτα να φωνάζει: Βοήθεια! Κι ανασηκώνει με αγώνα την ταφόπετρα, την ψυχή και το κορμί μας, όλο πιο αψηλά, όλο πιο λεύτερα αναπνέοντας.

Κάθε λόγος, κάθε πράξη, κάθε Ιδέα είναι η βαριά του ταφόπετρα και την ανασηκώνει. Και το κορμί μου κι όλος ο κόσμος που αγναντεύουμε, ουρανός και γης, είναι η ταφόπετρα, κι ο Θεός αγωνίζεται να την ανασηκώσει.

Τα δέντρα φωνάζουν, τα ζώα, τ΄ άστρα: Χανόμαστε! Δυο χέρια, μεγάλα ίσαμε τον ουρανό, πετιούνται από κάθε ζωντανό και ζητούν βοήθεια.
Με τα γόνατα κλειδωμένα στο πιγούνι, με τα χέρια απλωμένα κατά το φως, με τις πατούσες των ποδιών στη ράχη, ένα κουβάρι, στριγμώνεται ο Θεός στο κάθε μόριο σάρκας.

Όταν ανοίγω ένα καρπό, τέτοιος μου ξεσκεπάζεται μέσα μου ο σπόρος. Όταν μιλώ με τους ανθρώπους, αυτό ξεκρίνω μέσα στο χοντρό, πηχτολάσπωτο μυαλό τους.

Ο Θεός μάχεται στο κάθε πράμα, με τα χέρια τανυσμένα προς το φως. Ποιο φως; Όξω κι απάνω από κάθε πράμα!

Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας· μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη· μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.

Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.

Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.

Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα· ο πόνος· και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος· είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα.

Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.

Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ΄ ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες· μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδερφώνουνται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες.

Η αρχέγονη Πνοή διακλαδίζεται, ξεχύνεται, μάχεται, αποτυχαίνει, πετυχαίνει, ασκείται. Είναι το Ρόδο των ανέμων!

Αρμενίζουμε κι εμείς και ταξιδεύουμε, θέλοντας το και μη, ξέροντας το κι ασύνειδα, μέσα στις θεϊκές απόπειρες. Έχει λοιπόν κι εμάς η πορεία μας στοιχεία αιώνια, χωρίς αρχή και τέλος, βοηθάει το Θεό, κιντυνεύει μαζί του.

Ποια είναι η ορμή, άπ΄ όλες τις ορμές του Θεού, που ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει; Τούτη μονάχα: Μιαν κόκκινη γραμμή απάνω στη γης ξεκρίνουμε, μιαν κόκκινη αιματερή γραμμή, που με αγώνα ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στον άνθρωπο.

Ο ακατάλυτος τούτος προανθρώπινος ρυθμός είναι απάνω στη γης ετούτη η μόνη ορατή οδοιπορία του Αόρατου. Φυτά, ζώα, άνθρωποι, είναι τα σκαλοπάτια που δημιουργάει ο Θεός για να πατήσει και ν΄ ανέβει.

Δύσκολος, φοβερός, ατέλειωτος ανήφορος. Στήν έφοδο τούτη ο Θεός θα νικήσει, θα νικηθεί; Υπάρχει νίκη; Υπάρχει νικημός; Το σώμα μας θα σαπίσει, θα ξαναγυρίσει στο χώμα, μα Εκείνος που μια στιγμή το διαπέρασε τι θα γίνει;

Μα όλες τούτες οι έγνοιες είναι κατώτερες, κι όλες οι ελπίδες κι οι απελπισίες εξαφανίζουνται μέσα στο λιμασμένο, χωνευτό στρόβιλο του Θεού. Ο Θεός γελάει, θρηνάει, σκοτώνει, μας βάνει φωτιά και μας αφήνει μεσοστρατίς, αποκαψίδια!

Κι εγώ χαίρουμαι νιώθοντας ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, σαν ανοιγοσφάλιγμα ματιού, την αρχή και το τέλος του κόσμου.

Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.

Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.

Αχ! την αστραπή τούτη ν΄ ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!

Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!

Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.

Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!

Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο Μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει, με θάλασσες και με φωτιές, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με αστερισμούς και πεταλούδες, με ανθρώπους, όπως μπορεί, για να στερεώσει την έκσταση του.

Είμαι κι εγώ, σαν κάθε πράμα ζωντανό, στο κέντρο του παγκόσμιου στροβίλου. Είμαι το μάτι των τεράστιων ποταμών, κι όλα γύρα μου χορεύουν, κι ο κύκλος στενεύει ολοένα ορμητικότερος και χύνουνται ουρανός και γης στην κόκκινη καταβόθρα της καρδίας μου.

Κι ο Θεός με αντικρίζει με τρόμο κι αγάπη· άλλη ελπίδα δεν έχει· και λέει: "Τούτος ο Εκστατικός, που όλα τα γεννάει, τα χαίρεται και τα εξαφανίζει, τούτος ο Εκστατικός είναι ο Γιος μου!"

 Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

Σαν από μηχανής Θεός...

"Εκεί που έλεγες θα 'μαι πάντα χαμένος, η αγάπη έρχεται στο τέλος"...

Πόσες αλήθειες μπορούν να κρύβονται πίσω από αυτό τον στίχο; Αναρωτήθηκες ποτέ πόση ψυχική δύναμη χρειάζεται για να προχωρήσεις παρακάτω μετά από έναν χωρισμό; "Θα σ'αγαπώ για πάντα", λες, μα κατά πόσο το "για πάντα" είναι εφικτό; Είναι δυνατόν να επιμένει, να υπομένει, να ελπίζει και να προσπαθεί ο άνθρωπος σε κάτι ανύπαρκτο, απατηλό; Όχι...Γιατί ο άνθρωπος είναι πεισματάρης, υπομονετικός μα χρειάζεται να νιώσει κι ένα απαλό χάδι, μια ζεστή αγκαλιά...Κι εκεί που είχες εναποθέσει όλες σου τις ελπίδες, εκεί που πίστευες πως θα είσαι για πάντα κολλημένος στο παρελθόν, τσουπ! Αναπάντεχα εμφανίζεται μπροστά σου το πιο χαριτωμένο μουτράκι, σκάει ένα χαμογελάκι και μαζί χαμογελάς κι εσύ, κι όλο σου το είναι, κι όλη η πλάση μαζί σου!

Ξαφνιάζεσαι, "είναι δυνατόν;" αναρωτιέσαι! Μέχρι χθες "θρηνούσες" για τα αποκαϊδια του εαυτού σου που σκορπίστηκαν εδώ κι εκεί αγκαζέ με το "αντίο", τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τις υποσχέσεις, τα "γιατί" και τα αναπάντητα ερωτήματα που σου άφησε η περασμένη αγάπη...Κι όμως, είναι δυνατόν! Ποιός δεν έχει ανάγκη από κάποιον που μόνο χαμόγελο, χαρά και τρυφερότητα του προσφέρει; Ανταλλάζεις μερικά μηνυματάκια στα πεταχτά και περιμένεις να 'ρθει το βράδυ για να μιλήσετε με τις ώρες στο τηλέφωνο! Να πείτε τα νέα σας, να μιλήσετε για την επικαιρότητα, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η νεολαία σήμερα. Αφού οι απόψεις σας συμφωνούν, κάπου αποφασίζετε να σταματήσετε να μιλάτε για την οικονομία, την πολιτική...Σιωπή στ' ακουστικό...Το μυαλό σου γυρνάει με ταχύτητα πέραν των 200 χιλιομέτρων ανά λεπτό, προσπαθείς να βρεις, να σκεφτείς το επόμενο ενδιαφέρον θέμα προς συζήτηση. Ξάφνου ακούς την φωνή του! Ήρεμη, βραχνή, τόσο αντρίκια που σου προκαλεί ανατριχίλα! Ρίχνει ένα αστειάκι, σπάει ο πάγος κι εσύ ξεσπάς σε γέλια! Ξεσπάς σε γέλια γιατί το έχεις ανάγκη, έχεις ανάγκη να θυμηθείς πώς είναι να γελάς με όλη σου τη ψυχή. 'Εχεις ανάγκη ν΄ακούσεις από κάποιον να σου λέει "θα κάνω τα πάντα για να γελάς, θέλω να γελάς κάθε ώρα και στιγμή της ημέρας"...

Σαν από μηχανής Θεός μια νέα αγάπη, ένα νέο φλερτ σε βγάζει από τη δίνη, το μαρτύριο σου, φτάνει να το θες πραγματικά. Υπάρχουν τόσα άτομα εκεί έξω που περιμένουν να τους δώσεις μια πρώτη ευκαιρία να σε κάνουν να χαμογελάσεις, να σε αγαπήσουν! Γιατί λοιπόν να επιμένεις να δίνεις δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες σε αυτούς που όχι μόνο σου προκαλούν πόνο, αλλά τον εντείνουν σκόπιμα λες και "φτιάχνονται" βλέποντάς σε να υποφέρεις...Ναι μεν δεν μπορείς να ελέγξεις ποιά άτομα μπαίνουν στη ζωή σου, μπορείς όμως να επιλέξεις ποιά άτομα αξίζει να μείνουν!

Απλά θυμήσου πως στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Αν δεν είναι καλά, τότε δεν είναι το τέλος!

Tο σπάνιο φαινόμενο «κόκκινες κουρτίνες»

Ένας Αμερικανός αστροναύτης, κατά την διάρκεια πτήσης του διαστημικού σταθμού που βρίσκονταν πάνω από τον Κεντρική Αμερική, κατάφερε να βγάλει μία σπάνια φωτογραφία ενός τεράστιου κόκκινου φαινομένου.

Όπως βλέπετε στην φωτογραφία που τραβήχτηκε στις 10 Αυγούστου, αυτό που λάμπει, στο επάνω μέρος της φωτογραφίας είναι το φεγγάρι, ενώ στο δεξί τμήμα της φωτογραφίας είναι το σπάνιο φαινόμενο.
Το προς το μοβ χρώμα που φαίνεται στην φωτογραφία είναι μία καταιγίδα και αστραπές που την συνοδεύουν, ενώ οι «κόκκινες κουρτίνες» που φαίνονται στην φωτογραφία και μοιάζουν σαν κάποιος να παίζει κουκλοθέατρο στον ουρανό με τεράστια κόκκινα σκοινιά, είναι αποτέλεσμα των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στη περιοχή της καταιγίδας.
Σύμφωνα με τον Steve Cummer, του πανεπιστήμιου Duke, το φαινόμενο αυτό είναι στην πραγματικότητα σπινθήρες που δημιουργούνται πάνω από τα σύννεφα της καταιγίδας και το κόκκινο χρώμα τους οφείλεται στο άζωτο της ατμόσφαιρας και ονομάζεται Red sprites.
Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να το δει κανείς από την Γη, γιατί το κρύβουν τα σύννεφα της καταιγίδας στην οποία λαμβάνει χώρα, αλλά έχει σπάνια φωτογραφηθεί από επιβάτες και πιλότους αεροπλάνων.
sprite_red
Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι κόκκινοι σπινθήρες που δημιουργούν το φαινόμενο, ίσως επηρεάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό την ζωή των ανθρώπων από όσο πιστεύεται, αφού μπορεί να διασπούν και να διαχωρίζουν τα μόρια του αέρα που αναπνέουμε.

Η αγάπη μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης

Κάθε θεωρία της Αγάπης θα έπρεπε να αρχίζει με τη θεωρία τού ανθρώπου, της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όπου συναντάμε την Αγάπη, ή μάλλον το αντίστοιχο της αγάπης, στα ζώα, πρόκειται κυρίως για εκδηλώσεις της λειτουργίας των ενστίκτων τους. Στον άνθρωπο αντίθετα, μόνο υπολείμματα αυτού του ενστικτώδικου μηχανισμού εξακολουθούν να λειτουργούν. Το βασικό για τον άνθρωπο είναι ότι έχει ξεφύγει από το ζωικό βασίλειο, από τη σκλαβιά των ενστίκτων, ότι έχει ξεπεράσει τη φύση -αν και ποτέ δεν την εγκαταλείπει. Είναι ένα κομμάτι της φύσης —κι ωστόσο, μια και κάποτε ξέκοψε απ’ αυτήν, δε μπορεί να ξαναγυρίσει κοντά της. Μια και κάποτε διώχτηκε από τον παράδεισο - πού αντιπροσωπεύει την κατάσταση της αρχέγονης ενότητας με τη φύση - τα χερουβείμ με τα φλεγόμενα σπαθιά φράζουν το δρόμο της επιστροφής, αν δοκιμάσει να τον εξακολουθήσει.

Ο άνθρωπος δε μπορεί να γυρίσει πίσω, μπορεί μόνο να πάει μπροστά, αναπτύσσοντας το λογικό του, ανακαλύπτοντας μια καινούργια αρμονία, μια ανθρώπινη αρμονία, αντί για την προανθρώπινη πού είναι οριστικά κι ανεπίστρεπτα χαμένη.

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος - και με τη λέξη αυτή εννοώ τόσο το ανθρώπινο γένος όσο και το ξεχωριστό άτομο - εγκαταλείπει μια κατάσταση συγκεκριμένη πού αντιπροσωπεύει ό κόσμος των ενστίκτων, και βρίσκεται σε μια κατάσταση ακαθόριστη, αβέβαιη και ανοιχτή. Σιγουριά υπάρχει μόνο όσο αφορά το παρελθόν, και για το μέλλον μόνο όσο αφορά το θάνατο.

Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με το λογικό. Είναι ζωή που έχει συνείδηση του εαυτού της. O άνθρωπος έχει συνείδηση τού εαυτού του, τού συνανθρώπου του, τού παρελθόντος του και των δυνατοτήτων τού μέλλοντος του. Αυτή ή επίγνωση τού εαυτού του σαν μιας ξεχωριστής οντότητας, ή επίγνωση τού περιορισμένου, σύντομου χρόνου της ζωής και επιπλέον ή επίγνωση τού γεγονότος ότι χωρίς τη θέλησή του γεννήθηκε και χωρίς τη θέλησή του θα πεθάνει, πριν ή μετά από αυτούς πού αγαπά, ή επίγνωση ότι είναι μόνος και ξεχωρισμένος από τούς άλλους, αδύνατος μπροστά στις δυνάμεις της φύσης και της κοινωνίας, όλ’ αυτά κάνουν την ατομική ξεκομμένη του ύπαρξη μια αβάσταχτη φυλακή. Και ίσως θα τρελαινόταν, αν δεν κατάφερνε να ελευθερωθεί από τη φυλακή αυτή, να ξεφύγει από τη μόνωση και να ενωθεί κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τούς άλλους ανθρώπους, με τον έξω κόσμο.

H εμπειρία της μοναξιάς προκαλεί αγωνία. Το ξεχωριστό της ύπαρξής μας είναι πράγματι ή πηγή κάθε αγωνίας. Το να είμαι μόνος, σημαίνει ότι είμαι ξεκομμένος από τούς άλλους, χωρίς καμιά Ικανότητα να χρησιμοποιήσω τις ανθρώπινες δυνάμεις μου.

Γιαυτό, το να είμαι μόνος σημαίνει ότι είμαι αβοήθητος, ανίκανος να επικοινωνήσω ενεργητικά με τον κόσμο, τα πράγματα και τούς ανθρώπους. Σημαίνει ότι o κόσμος μπορεί να στραφεί εναντίον μου χωρίς εγώ να μπορώ ν’ αντιδράσω. Έτσι λοιπόν, το ξεχωριστό της ύπαρξής μας είναι πηγή βαθιάς αγωνίας. Και πέρα απ’ αυτό, προκαλεί το συναίσθημα της ντροπής κι ακόμα της ενοχής.

Αυτή η εμπειρία της ντροπής και ένοχης πού ενυπάρχει στην ξεκομμένη ύπαρξη, εκφράζεται στη βιβλική ιστορία τού Αδάμ και της Εύας. Αφού ο Αδάμ και ή Εύα έφαγαν από «το δέντρον της γνώσεως του καλού και του κακού», αφού παράκουσαν την εντολή (δεν υπάρχει καλό και κακό αν δεν υπάρχει και η ελευθερία να απειθήσεις), αφού έγιναν άνθρωποι με το να χειραφετηθούν από την αρχέγονη ζωική συμβίωση με τη φύση, μόλις δηλαδή γεννήθηκαν σαν ανθρώπινα όντα - είδαν «ότι ήσαν γυμνοί και εντράπηκαν». Μήπως θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι ένας μύθος τόσο παλιός και αρχέγονος έχει τη σεμνότυφη αντίληψη τού 19ου αιώνα και επομένως το σημαντικό πού o μύθος θέλει να μας μεταδώσει είναι ή αμηχανία πού νιώσανε για τα ακάλυπτα γεννητικά τους μέρη; ’Ασφαλώς δεν είναι αυτό το σημαντικό και όποιος δε μπορεί παρά να το βλέπει έτσι μόνο, χάνει την ουσία σ’ όλη αυτή την ιστορία, πού φαίνεται να είναι ή εξής: αφού ό άντρας και ή γυναίκα απέκτησαν συνείδηση τού εαυτού τους και ό ένας τού άλλου, νιώσανε ταυτόχρονα πώς είναι και μόνοι και διαφορετικοί, όσο αφορά το ότι ανήκουν σε διαφορετικά φύλα. Ενώ όμως αναγνωρίζουν το χωρισμό τους, παραμένουν ξένοι μεταξύ τους, επειδή δεν έχουν μάθει ακόμα ν’ αγαπιούνται (κι αυτό γίνεται ολοφάνερο από το γεγονός ότι ό Αδάμ υπερασπίζει· τον εαυτό του κατηγορώντας την Εύα, αντί να την υπερασπίσει). Η επίγνωση του ανθρώπινων ξεχωρισμού χωρίς την επανένωση δια της αγάπης είναι ή πηγή του συναισθήματος της ντροπής. Είναι ταυτόχρονα και η πηγή της αγωνίας και του συναισθήματος της ενοχής.

Ώστε, η πιο βαθιά ανάγκη τού ανθρώπου είναι να ξεπεράσει τη χωριστή του ύπαρξη, να ξεφύγει από τη φυλακή της μόνωσής του. Ή ολοκληρωτική αποτυχία του να πραγματοποιήσει αυτό το σκοπό, θα σημάνει την τρέλα, γιατί ο τρόμος της τέλειας απομόνωσης μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με ένα τόσο ριζικό αποτράβηγμα από τον έξω κόσμο ώστε το αίσθημα τού χωρισμού να εξαφανιστεί - εφόσον ο έξω κόσμος, από τον όποιο είναι χωρισμένος, εξαφανίζεται.