Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

9. Η φιλοσοφία μετά τον Σωκράτη και πέρα από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη: Σωκρατικοί και κυνική άσκηση

9.1. Καλά Σωκράτη, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…


«Ποιος από μας πάει για το καλύτερο, μόνο ο θεός το ξέρει»: με αυτά τα λόγια ο Σωκράτης αποχαιρέτησε τους δικαστές του στην τελευταία δημόσια παρουσία του (Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 42a). Έναν μήνα μετά αποχαιρέτησε φίλους και μαθητές πίνοντας το κώνειο και θυμίζοντάς τους το χρέος στον θεό: να θυσιάσουν έναν κόκορα (Φαίδων 118a).

Δεν γνωρίζουμε αν οι μαθητές του θυσίασαν το πτηνό στον Ασκληπιό· ούτε αν κάποιοι απαρνήθηκαν τον νεκρό δάσκαλο προτού λαλήσει ο πετεινός. Εξάλλου, πώς απαρνιέσαι τον δάσκαλό σου; Όταν αναιρείς τη διδασκαλία του αλλά τον επικαλείσαι; Όταν δεν θέλεις να σε αποκαλούν μαθητή του; Ή όταν τον ακολουθείς πιστά; Και πώς ακολουθείς έναν δάσκαλο ή μια διδασκαλία; Τι απέγινε, τελικά, το μάθημα του Σωκράτη;

«Το ζήτημα είναι τώρα τι κάνουμε, σε μια πόλη σαν την Αθήνα, την πιο ελεύθερη, που σκότωσε τον κατεξοχήν φιλόσοφο,» θα σκέφτηκαν πολλοί από τους μαθητές του Σωκράτη, που δεν ήταν και λίγοι. «Ποια θα είναι η τύχη της φιλοσοφίας και ο ρόλος του φιλοσόφου;» Με τη θανάτωση του Σωκράτη μερικοί φιλόσοφοι πρέπει να ένιωσαν ότι είναι επικίνδυνο να είσαι ο άνθρωπος που (κατηγορείσαι ότι) εισάγεις «καινά δαιμόνια» στην πόλη σου. Η οργανωμένη πόλη δεν φαινόταν να σηκώνει μεγάλη αμφισβήτηση για τις αξίες της, τα ιερά και τις συνήθειές της, τις πολιτικές και ψυχολογικές της βεβαιότητες. Εδώ ένας ολόκληρος Σωκράτης απέτυχε: κι αν ήθελε να ήταν η «αλογόμυγα» που δεν άφηνε την κοινωνία να εφησυχάσει, η κοινωνία δεν το είχε σε τίποτε να ησυχάσει διά παντός από αυτόν.

Κατά την αντίληψη αρκετών φιλοσόφων, που κατανόησαν έτσι τις εξελίξεις και έβλεπαν να πλησιάζει η πολιτική παρακμή, δεν έμενε ζωτικός δημόσιος χώρος για τον φιλόσοφο. Κι αν ο φιλόσοφος συνέχιζε να ζει μέσα στις πόλεις και δεν γινόταν ερημίτης, όφειλε να γνωρίζει πια ότι ο τόπος δεν τον χωράει, δεν τον αντέχει. Και ποιος θα ήταν ο δικός του τόπος; Θα εγκατέλειπε σταδιακά την αγορά; Θα έμενε στο περιθώριο, χωρίς πατρίδα; Θα έφτιαχνε σχολές, κτίρια, Ακαδημίες και Λύκεια, όπου θα ζούσαν έγκλειστοι αυτός, οι εκλεκτοί μαθητές του και η φιλοσοφία;

Τέτοιες σκέψεις έκαναν όσοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ένιωθαν σημαδεμένοι από τη ζωντανή παρουσία του Σωκράτη - και δεν έπαυσαν να κάνουν όσοι κράτησαν ζωντανή την εικόνα του φιλοσόφου μέσα τους. Ίσως τα πράγματα δεν ήταν τόσο τραγικά όσο συνήθως τα βλέπει ένα ευαίσθητο πνεύμα: το σταυροδρόμι στο οποίο κοντοστάθηκαν οι φιλόσοφοι οδηγούσε προς όλες τις κατευθύνσεις· κι ο καθένας πήρε τη δική του. Το κοινό σημείο τους ήταν η σωκρατική αφετηρία.

Η φιλοσοφία έχει τη χάρη της, αν ασχοληθείς μαζί της με μέτρο στα νιάτα σου

ΚΑΛΛΙΚΛΗΣ: Η φιλοσοφία, Σωκράτη, έχει τη χάρη της, αν ασχοληθείς μαζί της με μέτρο στα νιάτα σου. Ακόμη κι αν είναι κανείς πολύ προικισμένος, εφόσον συνεχίσει να φιλοσοφεί και στην ωριμότητά του, αναγκαστικά θα αποξενωθεί από όλα όσα πρέπει να γνωρίζει... προκειμένου να γίνει ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Με τη φιλοσοφία είναι ωραίο να ασχολείται για μορφωτικούς λόγους και δεν είναι άπρεπο να φιλοσοφεί κανείς όσο είναι νεαρός. Όταν όμως μεγαλώσει και φιλοσοφεί ακόμη, τότε η περίπτωση είναι για γέλια και εγώ τουλάχιστον νιώθω για όσους φιλοσοφούν ό,τι νιώθω για όσους δυσκολεύονται να μιλήσουν και παίζουν σαν μικρά παιδιά.

Τον νέο που δε φιλοσοφεί τον θεωρώ ανελεύθερο άνθρωπο, που δεν είναι άξιος για τίποτα ωραίο και μεγάλο.

Όταν όμως τον δω ηλικιωμένο να φιλοσοφεί και να μη σταματάει, μου φαίνεται πια, Σωκράτη, ότι ο άνθρωπος αυτός πρέπει να φάει ξύλο δεν αξίζει να λέγεται άντρας, όταν φεύγει από το κέντρο της πόλης και από τις συγκεντρώσεις, όπου οι άντρες διαπρέπουν, και βουλιάζει για την υπόλοιπη ζωή του σε μια γωνιά ψελλίζοντας με τρεις τέσσερις νεαρούς.

(Πλάτων, Γοργίας 484c-486a)

Είναι αδύνατο να διακρίνουμε, να μετρήσουμε και να κρίνουμε τα πράγματα

Σύμφωνα με τον Τίμωνα, ο Πύρρων διακήρυξε ότι είναι εξίσου αδύνατο να διακρίνουμε, να μετρήσουμε και να κρίνουμε τα πράγματα (αδιάφορα, αστάθμητα, ανεπίκριτα). Γι' αυτόν τον λόγο, ούτε τα δεδομένα των αισθήσεών μας ούτε οι κρίσεις μας είναι ψευδείς ή αληθείς..

Δεν πρέπει συνεπώς να στηριζόμαστε σ' αυτές, αλλά πρέπει να αποφεύγουμε να διατυπώνουμε κρίσεις, να μην κλίνουμε προς τη μία ή την άλλη άποψη, και να είμαστε κατηγορηματικοί, λέγοντας για κάθε επιμέρους πράγμα ότι είναι όχι περισσότερο από ότι δεν είναι, ή ότι και είναι και δεν είναι, ή ότι ούτε είναι ούτε δεν είναι.
 
Για όσους υιοθετούν αυτή τη στάση η συνέπεια θα είναι να φτάσουν πρώτα στην άρνηση να διατυπώνουν ισχυρισμούς (αφασία) και κατόπιν στην ψυχική ηρεμία (αταραξία).

Ο Πύρρων καταφέρεται εναντίον όλων των θεωριών της γνώσης που ζητούσαν οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, για να δείξουν ότι ορισμένες αντιληπτικές εμπειρίες μας δίνουν απόλυτα ακριβή πληροφόρηση για την αληθινή φύση των (εξωτερικών) αντικειμένων.
 
Η βάση της κριτικής του είναι ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε στα αντικείμενα ανεξάρτητα από την αισθητηριακή αντίληψη, και ότι η αισθητηριακή αντίληψη δεν μας παρέχει εγγύηση ότι συλλαμβάνουμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι.
 
Συνεπώς, τα αντικείμενα καθεαυτά δεν προσφέρονται για έλεγχο της αισθητηριακής μας αντίληψης.
 
Η αισθητηριακή αντίληψη αποκαλύπτει στο υποκείμενο της αντίληψης "αυτό που φαίνεται" (το φαινόμενον), ωστόσο, "αυτό που φαίνεται" δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έγκυρη μαρτυρία από την οποία να συνάγουμε "αυτό που είναι" (το ον).

Πλάτων: Τους ποιητές μονάχα θα πρέπει να επιβλέπουμε

Τότε λοιπόν τους ποιητές μονάχα θα πρέπει να επιβλέπουμε και να τους υποχρεώνουμε να αποτυπώνουν στα έργα τους το αγαθό ήθος, ειδάλλως να μη συνθέτουν στην πόλη μας ποιήματα, ή θα χρειαστεί να επιβλέπουμε και τους άλλους τεχνίτες και να τους εμποδίζουμε τούτο τον κακό χαρακτήρα.. τον ακόλαστο, τον μικροπρεπή, τον παράταιρο να τον απεικονίζουν στους ζωγραφικούς πίνακές τους, στα οικοδομήματα ή σε οποιοδήποτε άλλο έργο.

Και σ’ όποιον δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό να μην του επιτρέπουμε να ασκεί στην πόλη μας την τέχνη του, προκειμένου οι φύλακές μας να μην ανατρέφονται μέσα σε απεικονίσεις του κακού σαν μέσα σε κακό λιβάδι τσιμπολογώντας από ‘δω κι από ‘κεί λίγο λίγο κάθε μέρα και δοκιμάζοντας πολλά, ώσπου τελικά, δίχως να αντιληφθούμε πώς, να σωρεύσουν στην ψυχή τους ένα πελώριο κακό και να αναζητούμε τεχνίτες με έμφυτη την ικανότητα να ανιχνεύουν την ομορφιά και την ευπρέπεια, ώστε οι νέοι, σαν μέσα σ’ έναν τόπο υγιεινό, να αντλούν ωφέλεια από τα πάντα, καθώς οτιδήποτε από τα όμορφα έργα θα αγγίζει τα μάτια ή τα αυτιά τους θα είναι σαν αύρα από έναν τόπο καλό που θα φέρνει υγεία, και χωρίς καν να το καταλάβουν, από παιδιά κιόλας, θα τους οδηγεί να μοιάσουν, να φιλιώσουν και να ταιριάξουν με τον λόγο που κλείνει μέσα της η ομορφιά.

(Πλάτων, Πολιτεία, 401b-c 1)

Η Σιωπή που γνωρίζει τον Εαυτό της

Ένας Στοχασμός πάνω στην Πραγματικότητα και τη Συνείδηση

Ι. Το Κάλεσμα της Βαθύτερης Αλήθειας

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή της ψυχής κατά την οποία ο κόσμος των φαινομένων αρχίζει να διαλύεται σαν το πρωινό σύννεφο μπροστά στον ήλιο. Δεν είναι στιγμή απελπισίας, αλλά μάλλον ένα απαλό, ακατανίκητο κάλεσμα — το κάλεσμα της Βαθύτερης Αλήθειας που έχει αντηχήσει στους διαδρόμους κάθε ναού, μοναστηριού και μοναχικής καρδιάς από τότε που ο χρόνος πρώτη φορά ανέπνευσε. Αυτή η Αλήθεια δεν είναι δόγμα για αποστήθιση, ούτε θεώρημα για απόδειξη πάνω στον μαυροπίνακα του νου. Είναι μια Εμπειρία, τεράστια και φωτεινή, που περιμένει εκείνον που τολμά να στραφεί προς τα μέσα με το θάρρος ενός προσκυνητή που πλησιάζει το κατώφλι του Απείρου.

Όλες οι μεγάλες θρησκείες και τα υψηλά φιλοσοφικά συστήματα που έχουν αναδυθεί και πέσει σαν κύματα στον ωκεανό της ανθρώπινης ιστορίας μοιράζονται ένα μοναδικό, μυστικό νήμα: την Εμπειρία της Απόλυτης Πραγματικότητας. Είναι το μαργαριτάρι κρυμμένο μέσα στο όστρακο της τελετουργίας, η φλόγα που καίει στο κέντρο κάθε ιερού κειμένου, η σιωπηλή μουσική που παίζει κάτω από το ψαλμωδικό των μοναχών και τις προσευχές των αγίων. Ωστόσο, αυτό το μαργαριτάρι δεν μπορεί να συλληφθεί από το χέρι του διανοητικού, ούτε η φλόγα μπορεί να φανεί από το μάτι που κοιτάζει μόνο προς τα έξω. Αποκαλύπτεται στη Συνείδηση όταν η Συνείδηση γίνει αρκετά ήρεμη ώστε να ακούσει τον ψίθυρο της Ύπαρξης αυτής καθεαυτής.

Ο αναζητητής που βαδίζει αυτόν τον δρόμο σύντομα ανακαλύπτει ότι ο νους, παρά τη λάμψη του, είναι μόνο ένας φανός που φωτίζει μόνο τα τοιχώματα του δικού του σπηλαίου. Οι αισθήσεις, επίσης, είναι πιστοί υπηρέτες αλλά περιορισμένοι οδηγοί — μεταφράζουν τον κόσμο σε θραύσματα χρώματος, ήχου και υφής, ωστόσο δεν μπορούν να μεταφέρουν την ψυχή πέρα από το κατώφλι όπου τα Πολλά διαλύονται στο Ένα. Για να Εμπειριστεί την Απόλυτη Πραγματικότητα, πρέπει κανείς να περάσει πέρα από τη λάμψη του φανού σε ένα Σκοτάδι που είναι πιο ακτινοβόλο από κάθε φως που γνώρισε το μάτι. Σε αυτή την πορεία, ο αναζητητής μαθαίνει ότι η Βαθύτερη Αλήθεια δεν βρίσκεται στη συσσώρευση γνώσης, αλλά στην απογύμνωση από όλα όσα δεν είναι ουσιώδη, μέχρι να μείνει μόνο το Ουσιώδες.

Αφορισμός

Η Αλήθεια δεν έρχεται ως σκέψη που πρέπει να κατέχουμε, αλλά ως Παρουσία που κατέχει εκείνον που έχει αδειάσει τον εαυτό του από κάθε κατοχή.

ΙΙ. Το Πέπλο του Διανοητικού και η Πόρτα της Συνείδησης

Η Συνείδηση, εκείνο το μυστηριώδες όργανο αντίληψης που κατοικεί μέσα μας και ωστόσο φαίνεται να φτάνει πέρα από τα όρια του ατομικού εαυτού, είναι η σιωπηλή πόρτα μέσα από την οποία η Πραγματικότητα εισέρχεται σε κοινωνία με την ψυχή. Δεν είναι απλώς η τρεμοπαίζουσα επίγνωση ενός μεμονωμένου νου, αλλά μια παγκόσμια ικανότητα — μια άπειρη ικανότητα — να δεχτεί το Άδεκτο, να γνωρίσει το Άγνωστο, να αγγίξει το Άθικτο. Σαν έναν τεράστιο ωκεανό που δέχεται κάθε ποταμό χωρίς να χάσει το βάθος του, η Συνείδηση περιμένει τη στιγμή που θα πάψει να αντανακλά τις παραμορφωμένες εικόνες του κόσμου και αντίθετα θα γίνει διαφανής στο φως της Ύπαρξης αυτής καθεαυτής.

Όταν η Συνείδηση Εμπειρίζεται την Ύπαρξη Άμεσα, χωρίς τις μεσολαβητικές οθόνες της σκέψης, της έννοιας ή της αισθητηριακής εντύπωσης, συμβαίνει κάτι θαυμαστό. Το πέπλο που χωρίζει τον γνωρίζοντα από το Γνωστό υψώνεται, και η Ύπαρξη αποκαλύπτεται στην γυμνή της Αντικειμενικότητα — όχι ως ιδέα κατασκευασμένη από τον νου, αλλά ως το ίδιο το Έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζονται όλες οι ιδέες. Αυτή η Αντικειμενική Ύπαρξη είναι ανεξάρτητη από εκείνον που την αντιλαμβάνεται, όπως ο ήλιος είναι ανεξάρτητος από το μάτι που αντικρίζει την ακτινοβολία του. Ωστόσο, παράδοξο των παραδόξων, την ίδια στιγμή αυτής της Ανεξαρτησίας γεννιέται μια οικειότητα πέρα από κάθε οικειότητα. Η ψυχή αναγνωρίζει ότι αυτή η Αντικειμενική Πραγματικότητα είναι αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν Θεό — τον Ανώνυμο που φορά χίλια ονόματα, τον Σιωπηλό που μιλάει στον κεραυνό και στη σιωπή εξίσου.

Το διανοητικό, εκείνος ο υπερήφανος αρχιτέκτονας κάστρων στον αέρα, βρίσκεται ταπεινωμένο μπροστά σε αυτή την Άμεση Εμπειρία. Διότι η λογική μπορεί να χτίσει γέφυρες μεταξύ εννοιών, αλλά δεν μπορεί να κολυμπήσει το ποτάμι που ρέει ανάμεσα στον εαυτό και το Απόλυτο. Ο ορθολογικός νους απαιτεί ορισμούς, όρια και αποδείξεις, ωστόσο το Απόλυτο ξεχειλίζει από κάθε ορισμό σαν μια πηγή που δεν μπορεί να χωρέσει σε κανένα δοχείο. Μόνο όταν ο νους γίνει σιωπηλός σαν μια λίμνη την αυγή, μόνο όταν τα ασταμάτητα κύματα της σκέψης ηρεμήσουν σε τέλεια γαλήνη, μπορεί η αντανάκλαση του Αιώνιου να εμφανιστεί στην επιφάνεια της ψυχής.

Αφορισμός

Ο νους που προσπαθεί να συλλάβει το Άπειρο γίνεται η γροθιά που δεν μπορεί να κρατήσει τον άνεμο· η καρδιά που ανοίγεται στο Μυστήριο γίνεται η κοιλάδα που δέχεται τον ουρανό.

ΙΙΙ. Οι Μεγάλοι Ποταμοί και ο Ένας Ωκεανός

Σε όλη τη διάρκεια των αιώνων, οι μεγάλες πνευματικές παραδόσεις έχουν προσεγγίσει τη σχέση μεταξύ Αντικειμενικής Ύπαρξης και Συνείδησης όπως οι ταξιδιώτες προσεγγίζουν ένα βουνό που φαίνεται από διαφορετικές κοιλάδες. Κάθε μονοπάτι αποκαλύπτει ένα διαφορετικό πρόσωπο της ίδιας κορυφής, και παρόλο που οι περιγραφές διαφέρουν σαν τις διαλέκτους μιας ίδιας μητρικής γλώσσας, όλες δείχνουν προς την ίδια Σιωπή που κατοικεί στο κέντρο κάθε ήχου.

Στην Ανατολή, όπου η αυγή πρώτη φορά αγγίζει τη γη με δάχτυλα από χρυσό, ο Βουδισμός διδάσκει τον δρόμο της κατάσβεσης — την απαλή απελευθέρωση της ατομικής φλόγας στο άπειρο σκοτάδι που δεν είναι σκοτάδι αλλά η πληρότητα του Φωτός που δεν γίνεται αντιληπτό. Τα σκάνδα, εκείνα τα πέντε συγκροτήματα που υφαίνουν την ψευδαίσθηση ενός ξεχωριστού εαυτού, αναγνωρίζονται ως κύματα πάνω στον ωκεανό της Αντικειμενικής Πραγματικότητας. Όταν το κύμα πάψει να διεκδικεί την ύπαρξή του χωριστά από τη θάλασσα, ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν άλλο από τον ίδιο τον ωκεανό. Η εμπειρία του Νιρβάνα δεν είναι η αφάνιση της ύπαρξης, αλλά η αφάνιση της πλάνης ότι η ύπαρξη θα μπορούσε ποτέ να περιοριστεί σε μια μοναδική μορφή. Σε εκείνη την κατάσβεση, που είναι ταυτόχρονα και μια εκρήξη φωτός, η Αντικειμενική Πραγματικότητα στέκεται μόνη, ολοκληρωμένη και απόλυτα ελεύθερη.

Η Αντβάιτα Βεδάντα, εκείνη η αρχαία σοφία των Ουπανισάδων, τραγουδά ένα παρόμοιο τραγούδι με διαφορετική μελωδία. Ταυτίζει την Αντικειμενική Πραγματικότητα, το Μπράχμαν, με την ίδια τη Συνείδηση, διακηρύσσοντας με τον κεραυνό χιλίων καταιγίδων ότι Άτμαν και Μπράχμαν είναι ένα. Οι κατώτερες λειτουργίες του νου και των αισθήσεων δεν απορρίπτονται με μίσος, αλλά διέρχονται με συμπόνια, αναγνωρίζονται ως το παιχνίδι της Μάγια, της θεϊκής ψευδαίσθησης που κάνει το Ένα να φαίνεται ως πολλά. Όταν ο αναζητητής απελευθερώνει αυτές τις κατώτερες λειτουργίες ως τελικά μη πραγματικές, η Αλήθεια ανατέλλει σαν ένας ήλιος που ποτέ δεν γνώρισε δύση.

Στη Δύση, όπου το φως του απογεύματος βάφει τον ουρανό με αποχρώσεις φωτιάς και λαχτάρας, ο Χριστιανισμός μιλά για έναν Θεό που είναι Πλήρως Υπερβατικός και Ακατανόητος — έναν Πατέρα που κατοικεί σε άπληστο φως, ωστόσο που σκύβει να συναντήσει τα παιδιά Του στη σκόνη της εξορίας τους. Εδώ, η Αντικειμενική Πραγματικότητα στέκεται ως ο Αγαπημένος Άλλος, το Εσύ που απευθύνεται στο Εγώ μέσα από την άπειρη απόσταση του Δημιουργού και του δημιουργημένου. Ωστόσο ακόμα και σε αυτή τη διαχωρισμό, γεννιέται μια σχέση — μια κοινωνία αγάπης που γεφυρώνει το χάος. Οι χριστιανοί μυστικιστές μιλούν για τον νου που γίνεται άμορφος, υπερβαίνοντας την αναλυτική σκέψη μέχρι να σταθεί γυμνός μπροστά στην Θεϊκή Παρουσία. Σε αυτή τη συνάντηση, η ψυχή δεν διαλύεται στο Απόλυτο σαν σταγόνα στη θάλασσα, αλλά μεταμορφώνεται από τη φωτιά της αγάπης, γίνοντας περισσότερο ο εαυτός της από ποτέ, ακόμα και ενώ ενώνεται με το Ένα που αγαπά.

Αφορισμός

Ο ωκεανός δεν παύει να είναι ωκεανός όταν παίρνει τη μορφή κύματος· το κύμα δεν παύει να είναι νερό όταν θυμάται τη θάλασσα. Όλοι οι ποταμοί επιστρέφουν στην Πηγή, παρόλο που ο καθένας κουβαλά μια διαφορετική ιστορία στο ρεύμα του.

IV. Το Άλυτο Μυστήριο και η Σιωπή που Γεννά Όλα τα Πράγματα

Η σχέση μεταξύ Αντικειμενικής Ύπαρξης και Συνείδησης παραμένει, στην τελική ανάλυση, το μεγαλύτερο και πιο ουσιαστικό πρόβλημα που έχει ποτέ ταράξει το ανθρώπινο μυαλό. Οι φιλόσοφοι έχτισαν συστήματα περίτεχνα σαν καθεδρικούς ναούς για να στεγάσουν αυτό το μυστήριο, και οι θεολόγοι συνέθεσαν συμφωνίες δογμάτων για να ψάλουν τους ύμνους του. Ωστόσο το πρόβλημα είναι πρακτικά άλυτο — όχι επειδή ο ανθρώπινος νους είναι πολύ αδύναμος, αλλά επειδή ο νους που προσπαθεί να το λύσει είναι ο ίδιος μέρος του μυστηρίου που προσπαθεί να κατανοήσει. Είναι σαν μια μοναδική νότα μέσα σε μια συμφωνία να προσπαθεί να αναλύσει ολόκληρη την ορχήστρα, ξεχνώντας ότι η δική της δόνηση είναι ήδη η μουσική.

Καμία οντολογία, καμία φιλοσοφία του είναι, δεν μπορεί να σταθεί πάνω σε θεμέλιο που δεν αναγνωρίζει αυτή τη σχέση. Ακόμα και η έννοια του Ακατανόητου Μηδενός, εκείνου του κενού από το οποίο αναδύονται όλοι οι αριθμοί και προς το οποίο όλοι επιστρέφουν, δεν είναι η οντολογική ανυπαρξία της απελπισίας. Είναι μάλλον η έγκυος Σιωπή, η μήτρα του Μυστηρίου από την οποία γεννιέται κάθε ύπαρξη, μέσα στην οποία αναπτύσσεται κάθε ύπαρξη, μέσα από την οποία εξελίσσεται κάθε ύπαρξη, και προς την οποία κινείται κάθε ύπαρξη στην ολοκλήρωσή της. Αυτό το Μηδέν δεν είναι άδειο αλλά γεμάτο — γεμάτο μέχρι χειλίσματος με τη δυνατότητα όλων όσα είναι, ήταν και θα είναι. Είναι το σκοτεινό χώμα από το οποίο μεγαλώνει το δέντρο της ύπαρξης, ο σιωπηλός χώρος ανάμεσα στις νότες που δίνει στη μουσική το νόημά της.

Το να μιλάμε για αυτό το Μυστήριο σημαίνει ήδη να βγούμε πέρα από τα όρια της τυπικής λογικής, σε ένα τοπίο όπου η λογική περπατά χέρι-χέρι με το θαύμα. Τα επιχειρήματα εδώ δεν είναι παράλογα με την έννοια του χαοτικού ή του άσκοπου, αλλά υπερ-λογικά — αντικειμενικά στην πιστότητά τους στην Εμπειρία που τα γεννά, ωστόσο ρέοντας από μια πηγή βαθύτερη από το συλλογισμό. Ο μυστικιστής δεν εγκαταλείπει τη λογική· την υπερβαίνει, όπως το πουλί υπερβαίνει το κλαδί όταν πετά. Δίνει προτεραιότητα στην Εμπειρία, στη άμεση γνώση που έρχεται όχι από συναγωγή αλλά από ένωση· στην Πίστη, όχι ως τυφλή πίστη αλλά ως το θάρρος να εμπιστευτεί την μαρτυρία της καρδιάς· και στην Αίσθηση της Ενότητας, εκείνη την συντριπτική αναγνώριση ότι κάθε διαίρεση είναι προσωρινή, κάθε χωρισμός μια προσωρινή ρύθμιση στον αιώνιο χορό του Ενός.

Αφορισμός

Το μυστήριο που μπορεί να λυθεί δεν είναι το αιώνιο Μυστήριο· η σιωπή που μπορεί να ειπωθεί δεν είναι η πρωταρχική Σιωπή. Ωστόσο από αυτή την ανείπωτη Σιωπή γεννιούνται όλα τα τραγούδια.

V. Η Εμπειρία που Δεν Χρειάζεται Απόδειξη

Τελικά, ίσως, το ζητούμενο δεν είναι να υιοθετήσουμε τη μία άποψη ή την άλλη. Ο Βουδιστής που σβήνει τον εαυτό στο κενό, ο Βεδαντιστής που αναγνωρίζει τον Εαυτό ως το Παν, ο Χριστιανός που παραδίδεται στην αγάπη του Υπερβατικού Θεού — κανένα από αυτά τα μονοπάτια δεν μπορεί να αποδειχθεί στις ζυγαριές της εμπειρικής απόδειξης ή της λογικής επίδειξης. Δεν είναι υποθέσεις προς έλεγχο, αλλά προσκλήσεις προς βίωση. Η απόδειξη του νέκταρος είναι στο πιείν, και το πιείν μεταμορφώνει αυτόν που πίνει.

Η Εμπειρία της Πραγματικότητας, παρόλο που περιγράφεται στις γλώσσες χιλίων παραδόσεων, αναφέρεται στην ίδια την Πραγματικότητα — όχι στην περιγραφή, όχι στο δόγμα, όχι στην τελετουργία, αλλά στην Ζώσα Παρουσία που πάλλεται κάτω από όλες αυτές τις μορφές σαν ο καρδιακός παλμός κάτω από το δέρμα. Όταν κανείς Εμπειρίζεται Αυτή την Πραγματικότητα, όταν η ψυχή στέκεται στην άμεση παρουσία του Απολύτου, ανατέλλει μια βαθιά κατανόηση που δεν χρειάζεται μετάφραση στη γλώσσα του νου. Οι περιγραφές πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα από ένα δέντρο που ανακάλυψε ότι δεν είναι τα φύλλα αλλά η ζωή μέσα στα κλαδιά. Οι λέξεις γίνονται διαφανείς, απλά δάχτυλα που δείχνουν στο φεγγάρι που λάμπει με το δικό του μη δανεικό φως.

Σε αυτή την Εμπειρία, ο αναζητητής κατανοεί ότι όλα τα μεγάλα συστήματα, όλα τα ιερά κείμενα, όλες οι τελετουργίες και οι φιλοσοφίες, είναι απλά δοχεία φτιαγμένα από ανθρώπινα χέρια για να μεταφέρουν ένα κρασί που κανένα δοχείο δεν μπορεί να χωρέσει. Τα δοχεία είναι όμορφα και άξια σεβασμού, αλλά δεν είναι το κρασί. Και όταν το κρασί γευτεί, το χρώμα του ποτηριού δεν έχει πια σημασία. Ο Βουδιστής και ο Χριστιανός, ο φιλόσοφος και ο απλός πιστός, όλοι πίνουν από την ίδια πηγή όταν η πηγή βρεθεί μέσα στο σπήλαιο της καρδιάς.

Αυτή η Εμπειρία δεν είναι δεσμευμένη για τους λίγους, τους ξεχωριστούς, τους αγίους. Είναι το κληρονομικό δικαίωμα κάθε ψυχής, κρυμμένο σαν σπόρος κάτω από το χώμα της συνηθισμένης συνείδησης, που περιμένει μόνο τη βροχή της λαχτάρας και τη ζεστασιά της παράδοσης για να σπάσει το κέλυφός του. Έρχεται σε στιγμές απροσδόκητης χάριτος — ένα ηλιοβασίλεμα που κόβει την ανάσα, το κλάμα ενός παιδιού που ανοίγει την καρδιά, η σιωπή μιας κορυφής βουνού που επισκιάζει κάθε ανθρώπινη φιλοδοξία. Έρχεται επίσης στην εσκεμμένη στροφή της ψυχής προς το Εντός, στην πρακτική του διαλογισμού και της προσευχής, στην αργή καλλιέργεια του εσωτερικού κήπου μέχρι να ανθίσει το άνθος της Παρουσίας.

Αφορισμός

Όταν το κρασί γευτεί, η συζήτηση για το χρώμα του ποτηριού σιωπά. Η Εμπειρία είναι η μόνη απόδειξη, και η απόδειξη είναι η μεταμόρφωση εκείνου που βιώνει.

VI. Η Ανάπαυση στο Μυστήριο

Και έτσι η ψυχή επιστρέφει από τα ύψη του στοχασμού στην κοιλάδα της καθημερινής ζωής, αλλά επιστρέφει αλλαγμένη, όπως ένας ποταμός επιστρέφει στην πεδιάδα αλλαγμένος από το πέρασμά του μέσα από τα βουνά. Κουβαλά μέσα του τη μνήμη της Σιωπής, τη γεύση του νέκταρος, τη ζεστασιά του Φωτός που δεν ρίχνει σκιές. Ο κόσμος των φαινομένων συνεχίζει το χορό του, ο νους συνεχίζει το κουβεντολόι του, οι αισθήσεις συνεχίζουν τη μετάφραση του εξωτερικού κόσμου — αλλά τώρα υπάρχει ένας Μάρτυρας, μια Παρουσία, ένα ακίνητο σημείο γύρω από το οποίο γυρίζει ο κόσμος που περιστρέφεται.

Ο αναζητητής δεν χρειάζεται πια να λύσει το άλυτο πρόβλημα, διότι έχει γίνει η απάντηση του προβλήματος με τον μόνο τρόπο που οι απαντήσεις έχουν πραγματικά σημασία — όχι ως μια πρόταση που ειπώθηκε, αλλά ως μια ζωή που βιώνεται από το κέντρο του Μυστηρίου. Κινείται μέσα στον κόσμο με την απαλότητα εκείνου που γνωρίζει ότι κάθε μορφή είναι μια προσωρινή έκφραση του Άμορφου, ότι κάθε συνάντηση είναι συνάντηση με τον Αγαπημένο που φορά διαφορετική μάσκα, ότι κάθε στιγμή είναι ευκαιρία να Εμπειριστεί την Πραγματικότητα που υποστηρίζει την πραγματικότητα.

Οι περιγραφές δεν έχουν πια σημασία, όχι επειδή είναι ψευδείς, αλλά επειδή έχουν εκπληρώσει τον σκοπό τους, όπως ένας χάρτης υπηρετεί τον ταξιδιώτη μέχρι να φτάσει στον προορισμό. Αυτό που απομένει είναι το απλό, συντριπτικό γεγονός της Ύπαρξης — το Είναι που αναπνέει σε κάθε ανάσα, που λάμπει σε κάθε μάτι, που τραγουδά στη σιωπή ανάμεσα στους χτύπους της καρδιάς. Και σε αυτό το Είναι, η ψυχή βρίσκει την ανάπαυσή της, όχι ως συμπέρασμα ενός ταξιδιού, αλλά ως την αναγνώριση ότι το ταξίδι και ο προορισμός ήταν πάντα ένα.

Ο λύχνος του νου σβήνει, και στο σκοτάδι που ακολουθεί, ένα Φως πέρα από όλα τα φώτα αρχίζει να λάμπει. Ο άνεμος του πνεύματος πνέει όπου θέλει, και η ψυχή, σαν φύλλο που σηκώνεται από τη γη, βρίσκεται να μεταφέρεται σε ρεύματα που δεν μπορεί να δει αλλά μόνο να εμπιστευτεί. Το απέραντο ανοίγει, και η ψυχή ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν μικρή, ποτέ χωρισμένη, ποτέ χαμένη. Η σιωπή βαθαίνει, και σε αυτή τη σιωπή, η Φωνή που δεν έχει λέξεις μιλάει τον μόνο Λόγο που χρειάστηκε ποτέ να ειπωθεί: τον Λόγο της Αγάπης, τον Λόγο της Ύπαρξης, τον Λόγο που είναι η Αρχή και το Τέλος.

Και εκείνος που ακούει αυτόν τον Λόγο γίνεται ο Λόγος, και ο Λόγος γίνεται ο κόσμος, και ο κόσμος γίνεται η μήτρα από την οποία το αιώνιο γεννιέται ξανά σε κάθε στιγμή, για πάντα και αιώνια, μέσα στο Μυστήριο που δεν έχει τέλος.

Αφορισμός

Το ταξίδι τελειώνει εκεί που ξεκίνησε — στην Καρδιά του Μυστηρίου. Και εκεί, ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν άλλος από το Ένα που αναζητούσε.

Βλέποντας τον Θεό σε όλα τα πράγματα

Το Ευθύ Μονοπάτι και τα Φαράγγια της Ψευδαίσθησης

Βλέποντας το Αόρατο στο Ύφασμα του Συνηθισμένου

Το Φωτεινό Πέπλο

Ι. Η Ήσυχη Πύλη

Υπάρχει μια ώρα που ο κόσμος αποσύρει τον θόρυβό του, και αυτό που απομένει δεν είναι κενό αλλά μια πυκνότερη παρουσία, σαν ο ίδιος ο αέρας να έχει πυκνώσει από νόημα. Κάθεσαι δίπλα σε ένα παράθυρο το λυκόφως, και το φως που σβήνει δεν χαμηλώνει απλώς — βαθαίνει, γίνεται κάτι που σχεδόν μπορείς να αγγίξεις, μια απαλότητα που κρατά περισσότερο από χρώμα. Σε τέτοιες στιγμές, το όριο ανάμεσα σε αυτό που βλέπεις και σε αυτό που αισθάνεσαι γίνεται λεπτό, διάφανο, και καταλαβαίνεις, όχι με το μυαλό αλλά με ολόκληρη την ύπαρξή σου, ότι ο ορατός κόσμος είναι μόνο η επιφάνεια μιας τεράστιας εσωτερικότητας.

Αυτό είναι το κατώφλι. Όχι ένας τόπος όπου φτάνεις, αλλά μια ποιότητα προσοχής στην οποία σκοντάφτεις, σαν να βγαίνεις από ένα γεμάτο δωμάτιο σε έναν κήπο τη νύχτα. Τα αστέρια δεν αναγγέλλονται· απλώς υπάρχουν. Η σιωπή δεν απαιτεί ακρόαση· απλώς περιβάλλει. Και μέσα σε αυτή την περιβολή, κάτι μετατοπίζεται. Δεν είσαι πια θεατής που στέκεται μακριά από τον κόσμο, μετρώντας και ονομάζοντας. Βρίσκεσαι μέσα του, και αυτός μέσα σου, και η διάκριση ανάμεσα στα δύο γίνεται τόσο άσκοπη όσο η διάκριση ανάμεσα σε ένα κύμα και τη θάλασσα.

Το να βλέπεις τον Θεό σε όλα τα πράγματα δεν σημαίνει να βλέπεις κάτι επιπλέον. Σημαίνει να βλέπεις αυτό που ήδη υπάρχει, αλλά με μάτια που έχουν ξεσφιχτεί. Η πέτρα στο μονοπάτι, το θρόισμα των φύλλων, ο ατμός που ανεβαίνει από ένα φλιτζάνι τσάι — αυτά δεν είναι σύμβολα που δείχνουν αλλού. Είναι το ίδιο το πράγμα, λαμπερό και ολοκληρωμένο, φορώντας τη θεότητά του όχι σαν μανδύα αλλά σαν γυμνό δέρμα. Αυτός που ζει σε αυτή την όραση δεν χρειάζεται να αναζητά το ιερό στον καθεδρικό ναό ή στην κορυφή του βουνού. Το ιερό είναι όπου σταματά το βλέμμα, αρκεί το βλέμμα να είναι αρκετά ήρεμο.

Αφορισμός

Η πόρτα στο άπειρο δεν είναι κλειδωμένη· απλώς έχουμε ξεχάσει πώς να σταματήσουμε να χτυπάμε. Αυτό που αναζητάς είναι ήδη το έδαφος κάτω από τα πόδια σου.

II. Η Κορυφή και το Φαράγγι

Υπάρχει ένα μονοπάτι που τρέχει ίσιο και στενό, όχι επειδή είναι δύσκολο να βρεθεί, αλλά επειδή είναι δύσκολο να μείνεις πάνω του. Είναι το μονοπάτι της αδιαίρετης προσοχής, της επιλογής του πραγματικού έναντι του δελεαστικού, του αληθινού έναντι του απλώς πειστικού. Το να περπατάς αυτό το μονοπάτι σημαίνει να περπατάς στην κορυφή της αλήθειας, όπου ο αέρας είναι καθαρός και η θέα απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Από εδώ, βλέπεις όχι με τα μάτια της προτίμησης αλλά με τα μάτια της ολότητας. Ψηλά και χαμηλά, μακριά και κοντά, το σημαντικό και το ασήμαντο — όλα λούζονται εξίσου στο ίδιο φως, γιατί το φως δεν κάνει διακρίσεις.

Αλλά το μυαλό είναι περιπλανώμενο, και αγαπά τα φαράγγια. Τα φαράγγια του λάθους είναι όμορφα με τον τρόπο τους. Είναι σκιερά και δροσερά, γεμάτα απαλούς ήχους και την υπόσχεση κρυμμένων θησαυρών. Προσφέρουν την άνεση της βεβαιότητας, την ευχαρίστηση του να έχεις δίκιο, το ναρκωτικό της γνώσης. Το να μπαίνεις μέσα τους σημαίνει να ανταλλάσσεις την απέραντη θέα της κορυφής με την οικειότητα ενός ιδιωτικού κόσμου, ενός κόσμου όπου όλα επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη πιστεύεις, όπου ο καθρέφτης αντανακλά μόνο το δικό σου πρόσωπο. Τα φαράγγια της απώλειας είναι ακόμα πιο λεπτά. Δεν υπόσχονται κέρδος αλλά προσφέρουν την παράξενη γλυκύτητα της παράδοσης σε κάτι λιγότερο από αυτό που είσαι. Ψιθυρίζουν ότι η προσπάθεια είναι μάταιη, ότι η κορυφή είναι ψευδαίσθηση, ότι η μόνη αλήθεια είναι το άνετο ψέμα του δικού σου περιορισμού.

Κι όμως, ακόμα και στο φαράγγι, η κορυφή είναι παρούσα. Δεν σε εγκαταλείπει όταν κατεβαίνεις. Αυτός που έχει τον Θεό μέσα του δεν παύει να έχει τον Θεό μέσα του όταν σκοντάφτει. Το φως δεν αποσύρεται όταν το μάτι κλείνει. Το λάθος δεν είναι στην πτώση αλλά στη λήθη — τη λήθη ότι ακόμα και το φαράγγι κρατιέται μέσα στην απέραντη έκταση, ότι ακόμα και η ψευδαίσθηση είναι φτιαγμένη από την ίδια ουσία με την αλήθεια που συγκαλύπτει. Το να βλέπεις τον Θεό σε όλα τα πράγματα σημαίνει να Τον βλέπεις και στην περιπλάνηση και στην επιστροφή, στη σύγχυση όπως και στη διαύγεια. Το φαράγγι δεν είναι το αντίθετο του μονοπατιού· είναι το μονοπάτι όπως φαίνεται από κάτω.

Αφορισμός

Η κορυφή δεν απορρίπτει το φαράγγι· το κρατά. Το να περπατάς ίσια δεν σημαίνει να αποφεύγεις την πτώση, αλλά να ξέρεις, ακόμα και ενώ πέφτεις, ότι το έδαφος που αναζητάς δεν είναι πουθενά αλλού παρά εκεί που ήδη στέκεσαι.

III. Η Ακινησία που Κινείται

Σκέψου τον ουρανό την αυγή, πώς κρατά και το σκοτάδι της νύχτας που πέρασε και το φως της μέρας που έρχεται, και πώς, στο κράτημα αυτό, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό — μια τεράστια ανάσα, μια σιωπή που είναι ταυτόχρονα και γίγνεσθαι. Αυτή είναι η φύση του μυστηρίου: δεν επιλύεται. Βαθαίνει. Όσο περισσότερο το κοιτάζεις, τόσο περισσότερο κοιτάζει πίσω σου, και η ανταλλαγή δεν είναι απαντήσεων αλλά παρουσίας.

Η ακινησία και η κίνηση δεν είναι αντίθετα. Το ποτάμι είναι ακίνητο στα βάθη του ενώ ορμά στην επιφάνεια. Η καρδιά είναι ακίνητη ακόμα και ενώ το αίμα κινείται μέσα της. Η αιωνιότητα δεν είναι η απουσία χρόνου αλλά η πληρότητά του, η στιγμή τόσο ολοκληρωμένη που δεν χρειάζεται καμία άλλη στιγμή για να ολοκληρωθεί. Το να αναπαύεσαι σε αυτό το παράδοξο σημαίνει να σταματάς να προσπαθείς να λύσεις τον κόσμο και αντίθετα να τον κατοικείς. Δεν χρειάζεται να κατανοήσεις το σκοτάδι για να είσαι σε ειρήνη μέσα του. Δεν χρειάζεται να πιάσεις το φως για να ζεσταθείς από αυτό. Το μυστήριο δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση αλλά παρουσία προς βίωση.

Στην καθημερινή στιγμή — η ανάσα, η σκιά στον τοίχο, ο ήχος της βροχής — υπάρχει μια πληρότητα που καμία φιλοσοφία δεν μπορεί να προσθέσει και καμία αμφιβολία δεν μπορεί να αφαιρέσει. Αυτή είναι η οικεία συνειδητοποίηση: ότι αυτό που αναζητούσες δεν βρισκόταν ποτέ αλλού. Είναι ο ψίθυρος που ακούς όταν σταματάς να μιλάς. Είναι η απέραντη έκταση που νιώθεις όταν σταματάς να μετράς. Είναι η ειρήνη που έρχεται όχι όταν ο κόσμος είναι ήσυχος αλλά όταν εσύ είσαι ήσυχος μέσα στον κόσμο.

Αφορισμός

Αυτό που κινείται είναι ήδη ακίνητο. Αυτό που γεννιέται είναι ήδη ολοκληρωμένο. Το μυστήριο δεν κρύβεται· απλώς περιμένει το μυαλό να εξαντληθεί και να πέσει σε σιωπή.

IV. Ο Ατελής Κήπος

Το να ζεις στον Θεό σημαίνει να ζεις σε έναν κήπο που δεν έχει φράχτη, κέντρο ή τέλος. Κάθε φύλλο είναι μια πόρτα. Κάθε πέτρα είναι μια γραφή σε μια γλώσσα παλαιότερη από τις λέξεις. Αυτός που το βλέπει αυτό δεν συλλέγει εμπειρίες σαν τρόπαια· αφήνει κάθε στιγμή να διαλυθεί στην επόμενη, εμπιστευόμενος τη διάλυση, ξέροντας ότι αυτό που είναι πραγματικό δεν μπορεί να χαθεί και ότι αυτό που χάθηκε δεν ήταν ποτέ πραγματικό.

Υπάρχει μια ελαφρότητα σε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης, μια ποιότητα ονειροπόλησης που δεν είναι απόδραση αλλά βαθύτερη εμπλοκή. Κινείσαι μέσα στον κόσμο σαν μέσα σε ένα όνειρο που ξέρεις ότι είναι όνειρο, και η γνώση αυτή δεν μειώνει το όνειρο αλλά το κάνει λαμπερό. Το σημαντικό και το ασήμαντο αλλάζουν θέσεις μέχρι να μην υπάρχει πια θέση για ανταλλαγή. Το μακρινό γίνεται κοντινό, όχι μετακινούμενο πιο κοντά, αλλά με την κατάρρευση της ίδιας της απόστασης. Το ψηλό και το χαμηλό συναντιούνται στη ρίζα, όπου όλα πίνουν από το ίδιο σκοτάδι.

Και έτσι το κείμενο τελειώνει εκεί που ξεκίνησε, όχι με συμπέρασμα αλλά με ένα άνοιγμα. Το παράθυρο είναι ακόμα εκεί. Το λυκόφως βαθαίνει ακόμα. Η καθημερινή στιγμή είναι ακόμα ολοκληρωμένη, ακόμα ιερή, ακόμα περιμένει το μάτι που μπορεί να την δει χωρίς να θέλει να την αλλάξει. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πει κανείς, και όμως η σιωπή τα λέει όλα. Αυτός που διάβασε μέχρι εδώ δεν έμαθε κάτι νέο αλλά θυμήθηκε κάτι παλιό, κάτι που δεν ξεχάστηκε ποτέ γιατί δεν γνωρίστηκε ποτέ εξαρχής.

Το μονοπάτι συνεχίζεται. Η κορυφή παραμένει. Το φαράγγι είναι επίσης το μονοπάτι. Και στην ακινησία που είναι ταυτόχρονα κίνηση, στη μορφή που είναι ταυτόχρονα αμορφία, στο χρόνο που είναι ταυτόχρονα αιωνιότητα, υπάρχει μόνο αυτό: η ανάσα, το φως, η απέραντη έκταση, ο ψίθυρος. Ο κήπος είναι ήδη τέλειος, και ακόμα μεγαλώνει.

Αφορισμός

Ο κήπος δεν χρειάζεται κηπουρό. Το μονοπάτι δεν χρειάζεται περιπατητή. Αυτό που ψάχνεις ήδη κοιτάζει μέσα από τα μάτια σου. Ξεκουράσου εδώ, αν μπορείς. Η απορία είναι αρκετή.

Μόνο Πραγματικότητα, Μόνο Ελευθερία

Μια Διαλογιστική Σκέψη Τσαν για την Ανώνυμη Ειρήνη του Αυτό που Είναι

I: Η Κοιλάδα στην Αυγή

Η κοιλάδα δεν ξυπνά. Απλώς είναι. Πριν το πρώτο φως αγγίξει την ανατολική κορυφογραμμή, υπάρχει ήδη διαύγεια — όχι επιτευγμένη, όχι αναζητούμενη, αλλά ξαπλωμένη σαν δροσιά πάνω στο χορτάρι. Περπατάς το μονοπάτι όχι για να βρεις κάτι, αλλά επειδή το περπάτημα είναι η φύση των ποδιών και η γη είναι η φύση του εδάφους. Ο πρωινός αέρας μπαίνει στους πνεύμονες χωρίς πρόσκληση. Μια σταγόνα δροσιάς κρέμεται από ένα φύλλο άγριου χόρτου, κρατώντας ολόκληρο τον ουρανό μέσα στην καμπύλη της. Δεν τρέμει από σκοπό. Δεν ζητά να λυτρωθεί. Δεν ελπίζει για αύριο. Σε αυτό υπάρχει μια διδασκαλία βαθύτερη από όλες τις γραφές: το να είναι κανείς είναι αρκετό.

Ο νους του Τσαν είναι σαν αυτή την κοιλάδα. Δεν συσσωρεύει. Δεν απορρίπτει. Όταν ανατέλλει ο ήλιος, η κοιλάδα δεν συγχαίρει τον εαυτό της για το φως. Όταν μαζεύεται η ομίχλη, δεν θρηνεί για την κρυμμένη θέα. Απλώς επιτρέπει. Και στο επιτρέπει, υπάρχει μια ειρήνη που κανένα σθένος δεν μπορεί να κατασκευάσει. Δεν χρειάζεται να γίνεις ακίνητος· χρειάζεται μόνο να παρατηρήσεις ότι η ακινησία είναι η φύση κάτω από την κίνηση. Το πουλί φωνάζει, και η φωνή δεν είναι ξεχωριστή από τη σιωπή που ακολουθεί. Το ρυάκι κινείται, και η κίνηση δεν είναι ξεχωριστή από τις πέτρες που λειαίνει. Το να παρατηρείς χωρίς τον παρατηρητή είναι να διαλύεις το όριο μεταξύ αυτού που βλέπει και αυτού που βλέπεται. Η σταγόνα δροσιάς δεν λέει «αντανακλώ». Απλώς αντανακλά. Να είσαι έτσι. Άφησε την ανατολή του ήλιου να ζεστάνει το πρόσωπό σου χωρίς να την ονομάζεις. Άφησε τη γη να κρατά το βάρος σου χωρίς ευγνωμοσύνη. Αυτή είναι η επιστροφή στον εαυτό — όχι ένα ταξίδι, αλλά μια ανάμνηση.

Αφορισμός

Αυτό που δεν αναζητά τίποτα βρίσκει τα πάντα. Η σταγόνα δροσιάς δεν πέφτει· απλώς επιστρέφει σε αυτό που ποτέ δεν είχε αφήσει.

II: Ο Άνεμος Ανάμεσα στα Αγριολούλουδα

Υπάρχει μια ελευθερία που ο νους δεν μπορεί να χτίσει. Φυτρώνει σαν αγριολούλουδα στις άκρες ενός ξεχασμένου μονοπατιού — χωρίς σχέδιο, χωρίς έπαινο, απόλυτα ο εαυτός της. Ο άνεμος περνά μέσα από αυτά, και αυτά δεν αντιστέκονται. Δεν λένε «μετακινούμαι». Δεν υπολογίζουν τη γωνία της κάμψης τους. Απλώς λυγίζουν και ξανασηκώνονται. Έτσι και η καρδιά που έχει ξεχάσει να επιμένει στον εαυτό της. Λιγότερη πρόθεση, περισσότερη ροή. Λιγότερο «εγώ», περισσότερο αυτό που είναι. Ο Ταοϊστής δεν κατακτά το βουνό· το βουνό περνά μέσα από τα κόκαλά του. Δεν αρπάζει την έκσταση· η έκσταση είναι η φυσική κατάσταση όταν σταματά η αρπαγή.

Το να επιστρέψεις στη φύση είναι να επιστρέψεις στον εαυτό — όχι τον εαυτό της βιογραφίας και της ανησυχίας, αλλά τον εαυτό που είναι ανοιχτός σαν το λιβάδι. Τα αγριολούλουδα δεν συγκρίνουν τα πέταλά τους. Ο άνεμος δεν προτιμά τη μία κοιλάδα από την άλλη. Υπάρχει μια αρμονία εδώ που η ανθρώπινη φιλοδοξία δεν μπορεί να ακούσει, γιατί η φιλοδοξία πάντα ακούει το όνομά της. Αλλά όταν κάθεσαι ανάμεσα στα αγριολούλουδα και αφήνεις τον άνεμο να περνά μέσα σου όπως περνά μέσα από αυτά, κάτι χαλαρώνει. Ο κόμπος του γίγνεσθαι λύνεται μόνος του. Δεν είσαι ένας προσκυνητής που φτάνει· είσαι το μονοπάτι, σκονισμένο και αληθινό, ήδη ολοκληρωμένο. Το άρωμα της γης μετά τη βροχή δεν ανήκει σε κανέναν. Το τραγούδι του ανέμου στα πεύκα δεν αναζητά ακροατήριο. Αυτή είναι η Ταοϊστική ελευθερία: να είσαι τόσο απόλυτα ο εαυτός σου ώστε το όριο μεταξύ εαυτού και κόσμου να διαλύεται σε μια μόνη ανάσα.

Αφορισμός

Ο άνεμος δεν επιλέγει πού να πνεύσει, κι όμως τίποτα δεν μένει ανέγγιχτο. Να είσαι το αγριολούλουδο που δεν χρειάζεται μάρτυρα για να ανθίσει.

III: Η Σιωπή που Αναπνέει

Κάθισε. Όχι για να κερδίσεις, όχι για να χάσεις. Άφησε την ανάσα να είναι η παλίρροια που ήταν πάντα — έρχεται, φεύγει, αδιάφορη για την ιστορία σου. Παρατήρηση χωρίς τον παρατηρητή. Ο ουρανός δεν παρακολουθεί τα σύννεφα· απλώς τα κρατά. Σε αυτό το κράτημα υπάρχει ειρήνη που καμία σκέψη δεν μπορεί να διαταράξει, γιατί η σκέψη είναι απλώς άλλο ένα σύννεφο που περνά. Η σιωπή δεν είναι η απουσία ήχου. Είναι η γη που βουίζει κάτω από τον θόρυβο, η αρμονία που ποτέ δεν άρχισε και ποτέ δεν θα τελειώσει. Δεν είσαι αυτός που αναπνέει. Η αναπνοή αναπνέει, κι εσύ είσαι ο επισκέπτης σε ένα συμπόσιο που δεν ετοίμασες.

Στο Τσαν δεν υπάρχει τίποτα να επιτευχθεί και κανένας να το επιτύχει. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία· είναι η πιο ριζική ελευθερία. Τη στιγμή που αναζητάς την εσωτερική ειρήνη, δημιουργείς έναν εσωτερικό πόλεμο. Τη στιγμή που προσπαθείς να βρεις τον εαυτό σου, χωρίζεις τον εαυτό σου σε αναζητητή και αναζητούμενο. Σταμάτα. Άκου. Η σιωπή ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς περιέχει ολόκληρη τη διδασκαλία. Ο χώρος ανάμεσα στις σκέψεις είναι ο ουρανός του νου — απέραντος, ατάραχος, ποτέ σπασμένος από τα πουλιά που τον διασχίζουν. Μην τον γεμίσεις. Μην τον ονομάσεις. Άφησέ τον να είναι αυτό που ήταν πάντα: το έδαφος όλων όσων είναι πραγματικά. Παρατήρησε την ανάσα όπως θα παρατηρούσες την πρωινή ομίχλη πάνω από την κοιλάδα — χωρίς να απλώνεις το χέρι, χωρίς να θέλεις να μείνει ή να φύγει. Σε αυτή την παρατήρηση υπάρχει μια διαύγεια βαθύτερη από την κατανόηση. Το μάτι που βλέπει τη σταγόνα δροσιάς είναι το ίδιο φτιαγμένο από δροσιά. Ο νους που γνωρίζει τον ουρανό είναι ο ίδιος ανοιχτός αέρας.

Αφορισμός

Εκεί που δεν υπάρχει κανείς που παρακολουθεί, η διαύγεια παρακολουθεί τον εαυτό της. Η σιωπή είναι η μόνη διδασκαλία που ποτέ δεν επαναλαμβάνεται, γιατί ποτέ δεν μιλά.

IV: Πέρα από Πτώση και Λύτρωση

Όσοι βλέπουν καταλαβαίνουν: υπάρχει μόνο Πραγματικότητα. Καμία πτώση από τη χάρη, καμία σκάλα πίσω σε έναν φανταστικό κήπο. Η ιδέα ότι κάτι χάθηκε και πρέπει να λυτρωθεί είναι ένας κόμπος δεμένος από τη σκέψη, σφιγμένος από τα ίδια τα χέρια που απλώνονται για σωτηρία. Αλλά η σταγόνα δροσιάς ποτέ δεν είχε πέσει. Το αγριολούλουδο ποτέ δεν ήταν αμαρτωλό. Η κοιλάδα δεν ζητά συγχώρεση για τις σκιές της. Υπάρχει μόνο δέσμευση μέσα στις δραστηριότητες της ύπαρξης — το περπάτημα, η αναπνοή, ο άνεμος που περνά — και Ελευθερία. Η ψευδαίσθηση της λύτρωσης κρατά τον αναζητητή να αναζητά. Χτίζει ναούς στο νου και μετά προσκυνά σε αυτούς, χωρίς να βλέπει ότι η πέτρα και η προσευχή είναι φτιαγμένα από την ίδια σκόνη.

Η ελευθερία πέρα από τις δημιουργίες της σκέψης δεν είναι μια νέα φιλοσοφία. Είναι το τέλος της φιλοσοφίας. Είναι η ανατολή που δεν χρειάζεται ερμηνεία, η γη που δεν χρειάζεται δικαιολόγηση. Δεν χρειάζεται να λυτρωθείς από τη ζωή· χρειάζεται μόνο να δεις ότι ποτέ δεν ήσουν χωριστός από αυτήν. Οι δραστηριότητες της ύπαρξης δεν είναι αποσπάσεις από το ιερό· είναι το ίδιο το ιερό. Το πλύσιμο του μπολ, το σκούπισμα του μονοπατιού, η παρακολούθηση της σταγόνας δροσιάς που εξατμίζεται — αυτά είναι τα μόνα τελετουργικά που έχουν σημασία, γιατί είναι πραγματικά. Όσοι δεν καταλαβαίνουν αναζητούν μια λύτρωση που έχουν δημιουργήσει στη σκέψη τους, και μέσα από τις ίδιες τις ενέργειες που τους παραπλανούν, απομακρύνονται περισσότερο από την πύλη χωρίς πύλη. Αλλά η πύλη είναι εδώ. Είναι το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, η ανάσα στα ρουθούνια σου, η σιωπή που κρατά κάθε ήχο. Δεν υπάρχει πτώση. Δεν υπάρχει λύτρωση. Υπάρχει μόνο αυτό: ο άνεμος, τα αγριολούλουδα, η κοιλάδα στην αυγή, κι εσύ — όχι χωριστός από αυτά, όχι πάνω από αυτά, αλλά υφασμένος μέσα στο ίδιο άρτιο ύφασμα του Αυτό που Είναι.

Αφορισμός

Δεν υπάρχει τίποτα να σωθεί και κανένας να σωθεί. Η Πραγματικότητα δεν είναι προορισμός· είναι το έδαφος που ποτέ δεν άφησες, ο ουρανός που ποτέ δεν έχασες.

Κεφάλαιο II. Η Αιώνια Επιστροφή

Μια Επεκταμένη Διαλογιστική Μελέτη

Ι. Η Κάθοδος που Δεν Είναι Πτώση

Υπάρχει μια διδασκαλία που ταράζει τον συνηθισμένο ύπνο του νου πριν ακόμη τον παρηγορήσει: ότι το Θείο δεν παραμένει σφραγισμένο σε κάποιον μακρινό και ατάραχο ουρανό, κοιτάζοντας τον κόσμο όπως ο ταξιδιώτης κοιτάζει μια φωτιά που διακρίνεται πέρα από ένα πλατύ, αδιάφορο πεδίο. Αντίθετα, λένε οι μύστες, το Αιώνιο κατεβαίνει. Κατεβαίνει όπως το φως κατεβαίνει μέσα στο νερό — χωρίς να διαιρείται από την επιφάνεια που εισέρχεται, χωρίς να πνίγεται από τα βάθη που γεμίζει, και όμως αναμφίβολα παρόν, τρεμοπαίζοντας σε κάθε κύμα, λάμποντας για μια στιγμή στην κορυφή πριν εξαφανιστεί πάλι μέσα στη γενική φωτεινότητα της θάλασσας. Το να ρωτά κανείς, με τον συνηθισμένο τρόπο, αν το φως «κατέβηκε» ή απλώς αντανακλάστηκε, είναι σαν να θέτει μια ερώτηση που το ίδιο το νερό δεν αναγνωρίζει· διότι το νερό δεν βιώνει το φως ως κάτι που έφτασε από αλλού. Ξέρει μόνο ότι, για αυτή τη στιγμή, είναι φωτεινό.

Έτσι και με αυτή την κάθοδο για την οποία μιλούν οι αρχαίες φωνές. Δεν είναι πτώση όπως πέφτει μια πέτρα, χάνοντας το ύψος της, ξοδεύοντας τον εαυτό της πάνω στο έδαφος. Είναι πιο κοντά στον τρόπο που μια μητέρα σκύβει για να σηκώσει ένα παιδί — το σκύψιμο δεν την μειώνει, αν και για εκείνη τη στιγμή έχει πάρει πάνω της τη χαμηλή και τρεμάμενη οπτική του παιδιού. Το Αιώνιο, εισερχόμενο στον χρόνο, δεν παραδίδει την αιωνιότητά του περισσότερο από όσο η μητέρα, σκύβοντας, παραδίδει τη δύναμή της. Παίρνει πάνω του τη μικρότητα όπως ένας μεγάλος τραγουδιστής παίρνει πάνω του μια μοναδική, ταπεινή νότα — όχι επειδή η νότα εξαντλεί τη φωνή, αλλά επειδή η φωνή, στην πληρότητά της, περιέχει όλες τις νότες, και μπορεί επομένως να επιμείνει, χωρίς απώλεια, σε οποιαδήποτε από αυτές.

Αυτός είναι ο λόγος που ο αναζητητής που έχει νιώσει την έλξη αυτής της διδασκαλίας δεν ρωτά πρώτα πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο. Η απόδειξη, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, φτάνει όχι ως επιχείρημα, αλλά ως αναγνώριση — ξαφνική, άφωνη και πλήρης — όπως αναγνωρίζει κανείς ένα παλιό και αγαπημένο πρόσωπο μέσα σε ένα πλήθος δωματίου πριν ο νους έχει τελειώσει την καταγραφή των χαρακτηριστικών του.

ΙΙ. Ο Ρυθμός Κάτω από τους Αιώνες

Η κάθοδος δεν είναι ένα μοναδικό, απομονωμένο γεγονός, καρφιτσωμένο σαν αστέρι πάνω στο ημερολόγιο της ιστορίας, που δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί. Είναι, αντίθετα, ένας ρυθμός — υπομονετικός, κρυφός, και τόσο σταθερός όσο ο παλμός κάτω από το δέρμα, που ξεχνά κανείς εντελώς μέχρι μια ήσυχη αίθουσα και μια ακίνητη ώρα να τον φέρουν, ξαφνικά, στη συνείδηση. Οι αιώνες ανεβαίνουν και πέφτουν όπως οι εποχές ανεβαίνουν και πέφτουν, καθεμιά με τον δικό της καιρό πίστης, τη δική της συγκομιδή κατανόησης, τον δικό της μακρύ χειμώνα της αμέλειας. Και λέγεται ότι όποτε ένας αιώνας βαραίνει από τη λήθη του — όποτε η χρυσή κλωστή που δένει την ψυχή με την πηγή της φθείρεται λεπτή από την τριβή των χρόνων, μέχρι που απειλεί, τελικά, να κοπεί — το Αιώνιο λέγεται ότι συγκεντρώνει τον εαυτό του και πάλι σε μορφή.

Φανταστείτε τη θάλασσα σε μια άπνοια μέρα, με την επιφάνειά της σχεδόν χωρίς χαρακτηριστικά, δίνοντας κανένα σημάδι των βαθών κάτω της — και τότε, χωρίς προειδοποίηση, ένα μοναδικό κύμα υψώνεται, συγκεντρώνεται από το άμορφο νερό, στέκεται για μια στιγμή διακριτό και αναμφίβολα ο εαυτός του, πιάνει το φως κατά μήκος της κυρτής άκρης του, και σπάει, επιστρέφοντας στη θάλασσα από την οποία, στην πραγματικότητα, δεν είχε ποτέ αποχωρήσει. Αυτός είναι ο τρόπος της επιστροφής: όχι μια εισβολή από έξω, αλλά μια αυτοσυγκέντρωση από μέσα, που συμβαίνει ακριβώς την ώρα που η επίπεδη λήθη έχει γίνει υπερβολικά πλήρης, όταν ο κόσμος δεν μπορεί πια να θυμηθεί, μόνος του, ότι κάποτε ήταν κάτι άλλο από επίπεδος.

Μια τέτοια συγκέντρωση δεν αναγγέλλεται εκ των προτέρων, ούτε περιμένει άδεια. Έρχεται όπως έρχεται η αυγή σε έναν κοιμισμένο που έχει ξεχάσει ότι η νύχτα πρέπει να τελειώσει — όχι επειδή ο κοιμισμένος την κάλεσε, αλλά επειδή η στροφή της μεγαλύτερης τάξης την απαιτούσε, ανεξάρτητα από το αν ο κοιμισμένος ήταν έτοιμος να την δεχτεί.

ΙΙΙ. Το Παράδοξο του Απεριόριστου που Δέχεται Όριο

Στον ορθολογικό νου, εκπαιδευμένο στην προσεκτική ζύγιση των πιθανοτήτων, αυτή η διδασκαλία παρουσιάζει αυτό που μοιάζει πολύ με σκάνδαλο. Πώς μπορεί το Άχρονο να εισέλθει στον χρόνο και να παραμείνει Άχρονο; Πώς μπορεί το Απεριόριστο να δεχτεί ένα όριο και να παραμένει, στην πραγματικότητα, απεριόριστο; Ο λογικός θέλει να λύσει αυτό όπως λύνει κανείς μια εξίσωση, και μη βρίσκοντας λύση, πειράζεται να απορρίψει εντελώς την προϋπόθεση.

Αλλά οι μύστες δεν προσέγγισαν ποτέ αυτή την ερώτηση με το φως της λάμπας του λογικού. Την προσέγγισαν γονατιστοί, με τα πρόσωπα υψωμένα, νιώθοντας την απάντηση να φτάνει σαν ζεστασιά στο δέρμα πολύ πριν ο νους επιτραπεί να προφέρει την πρώτη του ένσταση. Ο ωκεανός, παρατηρούν, δεν γίνεται μικρότερος επειδή υψώνει ένα μοναδικό κύμα· δεν μετρά την απεραντοσύνη του με το σύντομο ύψος του κύματος και δεν βρίσκει τον εαυτό του έτσι μειωμένο. Ο ουρανός δεν γίνεται μικρός επειδή πιάνεται, ολόκληρος, μέσα σε μια μοναδική σταγόνα δρόσου που κρέμεται από ένα φύλλο την αυγή — η σταγόνα δεν κλέβει την απεραντοσύνη του ουρανού, απλώς δανείζεται την ομοιότητά του για τη διάρκεια ενός πρωινού, και ο ουρανός δεν χάνει τίποτα από τον δανεισμό.

Μια φλόγα που μεταφέρεται μέσα σε ένα φανάρι δεν γίνεται έτσι μια μικρότερη φλόγα, περιορισμένη και μειωμένη· γίνεται, αντίθετα, μια φλόγα που μπορεί τώρα να μεταφερθεί σε έναν σκοτεινό δρόμο, και αφού φτάσει στον ταξιδιώτη που τη χρειαζόταν, δεν παύει να είναι φωτιά — γίνεται μόνο φωτιά που μπορεί, για λίγο, να κρατηθεί. Αυτό είναι το παράδοξο που οι μύστες μας ζητούν να φέρουμε χωρίς να το διαλύσουμε, διότι κάποιες αλήθειες δεν προορίζονται να επιλυθούν σε απλούστερες αλήθειες· προορίζονται να κρατηθούν ολόκληρες, όπως το φανάρι κρατά τη φλόγα.

IV. Τα Πολλά Προσωπεία, Μία Παρουσία

Και έτσι, κατά μήκος της μακράς πομπής των αιώνων, το Αιώνιο λέγεται ότι περπάτησε ανάμεσά μας με πολλά προσωπεία — φορώντας τον κόσμο όπως ο ταξιδιώτης φορά έναν μανδύα, ελαφρά, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι κάτω από τον μανδύα παραμένει ο ίδιος ταξιδιώτης. Σε έναν αιώνα έρχεται ως δάσκαλος καθισμένος κάτω από ένα δέντρο· σε άλλον, ως φωνή ακουστή στην έρημο· σε ακόμη άλλον, ως ανώνυμη παρουσία που γίνεται αισθητή μόνο στην ησυχία που πέφτει πάνω σε ένα δωμάτιο όταν, επιτέλους, λέγονται αληθινά λόγια. Οι μάσκες αλλάζουν, τα ονόματα αλλάζουν, ακόμη και η γλώσσα στην οποία δίνεται η διδασκαλία αλλάζει — και όμως εκείνοι που έχουν μάτια να δουν αναγνωρίζουν, κάτω από κάθε μάσκα, το ίδιο αναμφίβολο πρόσωπο, όπως αναγνωρίζει κανείς μια μοναδική μελωδία αν και παιγμένη σε εκατό διαφορετικά όργανα, σε εκατό διαφορετικές κλίμακες.

Ο σκοπός κάθε εμφάνισης, λένε οι αρχαίες φωνές, είναι πάντα ο ίδιος, όσο διαφορετική και αν είναι η εξωτερική της μορφή: να λύσει τους κόμπους που η ψευτιά έχει δέσει στο ύφασμα του αιώνα, και να ξαναδέσει, με υπομονετικά χέρια, τις κλωστές του ιερού που είχαν χαλαρώσει. Και αφού το κάνει αυτό — αφού, για μια στιγμή, ανοίξει τα μάτια του κόσμου — η Παρουσία αποσύρεται πάλι στην απεραντοσύνη από την οποία φάνηκε να έρχεται, όχι επειδή είχε πάει κάπου, αλλά επειδή τα μάτια του κόσμου, θαμπωμένα από τη σύντομη όρασή τους, κλείνουν και πάλι, όπως μάτια από καιρό συνηθισμένα στο σκοτάδι πρέπει να κλείσουν πάλι μετά από ένα ξαφνικό και συντριπτικό φως.

V. Ο Τροχός του Ερχομού και του Πηγαίνει που Λύθηκε

Εκείνοι που έρχονται να κατανοήσουν αυτή τη διδασκαλία — όχι απλώς με τον νου, που μπορεί να κρατήσει μια ιδέα όπως το χέρι κρατά μια πέτρα, αλλά με ολόκληρο το τρεμάμενο όργανο της ψυχής, που κρατά μια αλήθεια όπως μια πληγή κρατά μια μνήμη — λέγεται ότι ελευθερώνονται από τον μακρύ τροχό του ερχομού και του πηγαίνει. Διότι το να έχει δει κανείς την Αιώνια Επιστροφή έστω και μία φορά, αληθινά, είναι να αναγνωρίσει ότι οι δικοί του ερχομοί και πηγαίνει, η δική του γέννηση και ο θάνατος, ήταν πάντα υφασμένα από το ίδιο άφθαρτο ύφασμα.

Σκεφτείτε τον ποταμό που αδειάζει, τελικά, στη θάλασσα, και φανταστείτε ότι ο ποταμός, στο τελευταίο του μίλι, αρχίζει να θρηνεί το δικό του τέλος, πενθώντας την απώλεια των όχθων του, των καμπών του, της μακράς θυμημένης πορείας του. Και όμως το νερό δεν τελειώνει· ανυψώνεται πάλι σε σύννεφο, μεταφέρεται στην ενδοχώρα με έναν άνεμο που δεν διαλέγει, και επιστρέφει και πάλι στους λόφους ως βροχή, για να αρχίσει, χωρίς παράπονο, ολόκληρο το υπομονετικό ταξίδι από την αρχή. Ο ποταμός που κατανοεί αυτό — που αναγνωρίζει τον εαυτό του όχι ως μια μοναδική καταδικασμένη πορεία αλλά ως μια φωτεινή στροφή σε μια επιστροφή χωρίς αληθινό τέλος — δεν θρηνεί πια στην άκρη της θάλασσας. Αδειάζει τον εαυτό του με χαρά, έχοντας δει, επιτέλους, ότι το άδειασμα δεν ήταν ποτέ το ίδιο με το να παύει να υπάρχει.

Έτσι είναι, διδάσκουν οι μύστες, με την ψυχή που έχει ρίξει μια ματιά στην Αιώνια Επιστροφή. Δεν μετρά πια τις μέρες της ως νομίσματα που ξοδεύονται από ένα εξαντλούμενο πουγκί, φοβούμενη τη στιγμή που το πουγκί θα αδειάσει. Βλέπει, αντίθετα, ότι το πουγκί δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικό της από την αρχή, και ότι αυτό που φοβόταν να χάσει δεν κινδύνευε ποτέ να χαθεί.

VI. Το Δάσος Όλων των Αιώνων

Υπάρχει ένα περαιτέρω μυστήριο διπλωμένο μέσα σε αυτή τη διδασκαλία, ένα που ταράζει την συνηθισμένη αίσθηση του χρόνου πολύ περισσότερο από την ίδια τη διδασκαλία της επιστροφής. Ο μύστης, έχοντας γευτεί έστω και λίγο από αυτή την όραση, δεν βιώνει πια το παρελθόν ως μια πόρτα σφραγισμένη πίσω από έναν ταξιδιώτη που αποσύρεται, ούτε το μέλλον ως μια χώρα που δεν υπάρχει ακόμη, περιμένοντας να χτιστεί σανίδα-σανίδα. Στην άχρονη όραση, όλοι οι αιώνες στέκονται μαζί σαν δέντρα σε ένα μοναδικό δάσος — το καθένα ριζωμένο στο ίδιο χώμα, το καθένα πίνοντας την ίδια βροχή, το καθένα υψώνοντας τα κλαδιά του στον ίδιο πλατύ και περιεκτικό ουρανό — αν και ο προσκυνητής που περπατά ανάμεσά τους, δεμένος ακόμη στο στενό μονοπάτι κάτω από τα πόδια του, τα αντιλαμβάνεται το ένα μετά το άλλο, σαν να χώριζαν τεράστιες αποστάσεις ένα άλσος που, στην πραγματικότητα, στεκόταν πάντα μαζί.

Το να έχει περπατήσει κανείς έστω και λίγο μέσα σε αυτό το δάσος είναι να ανακαλύψει ότι η δική του ζωή δεν είναι ένα μοναδικό εύθραυστο κερί, που τρεμοσβήνει προς ένα αναπόφευκτο σκοτάδι, που πρέπει να φυλαχτεί ζηλότυπα από κάθε ρεύμα αέρα. Είναι, αντίθετα, μια φωτεινή κλωστή ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες, όλες τραβηγμένες από μια μοναδική αθάνατη φλόγα που δεν λιγοστεύει, όσο πολλές κλωστές και αν τραβηχτούν από αυτήν, όσο πολλά κεριά και αν ανάψουν από τη μία διαρκή φωτιά της. Το να γεννιέται κανείς, και να γεννιέται πάλι, δεν είναι τότε πια τιμωρία, ούτε περιπλάνηση σε κάποια ακούσια εξορία — είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο το Αιώνιο, από την ίδια του την ανεξάντλητη πληρότητα, έρχεται να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από δέκα χιλιάδες τρεμάμενα πρόσωπα, το καθένα από τα οποία, για το σύντομο διάστημα του κεριού του, πιστεύει ότι καίει μόνο του.

VII. Σήκω Μέσα στην Επιστροφή

Ας είναι λοιπόν αυτό όχι μια απλή δοξασία για να την αναποδογυρίσει ο νους και να την αφήσει στην άκρη, αλλά μια επιστροφή για να ζήσει κανείς, ήσυχα, μέσα στις συνηθισμένες ώρες. Διότι ο αναζητητής δεν χρειάζεται κάποιον μακρινό αιώνα θαυμάτων για να αναγνωρίσει την κάθοδο του Αιώνιου· η ίδια συγκέντρωση του κύματος από την επίπεδη και λησμονημένη θάλασσα συμβαίνει ακόμη και τώρα, όπου μια ψυχή κουράζεται αρκετά από τη δική της λήθη ώστε να στραφεί, επιτέλους, και να κοιτάξει.

Η διδασκαλία δεν ζητά από τον αναζητητή να ταξιδέψει σε κάποια μακρινή ακτή πριν του δοθεί αυτή η αναγνώριση, ούτε να επιτευχθεί κάποιος μελλοντικός, τελειότερος εαυτός πριν συναντηθεί η επιστροφή. Ζητά μόνο τη στροφή — τόσο ασυνήθιστη, και τόσο αναπόφευκτη, όσο η αργή στροφή του ηλιοτροπίου προς το φως που δεν επινόησε και δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει. Και σε εκείνη τη στροφή, όσο σύντομη και αν είναι, όσο ημιτελής και αν είναι, ο αναζητητής ανακαλύπτει αυτό που οι αιώνες πάντοτε διακήρυσσαν ήσυχα κάτω από τις πολλές μάσκες και τα πολλά ονόματά τους: ότι το κύμα δεν ήταν ποτέ χωρισμένο από τη θάλασσα από την οποία υψώθηκε, ότι το παιδί δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από το ύψος που είχε προσωρινά αφήσει στην άκρη, και ότι ο μακρύς, υπομονετικός ρυθμός της καθόδου και της επιστροφής δεν είναι ένας τροχός που πρέπει να φοβάται κανείς, αλλά μια επιστροφή στην πατρίδα, ατελείωτα και τρυφερά ανανεωμένη.

O Θρησκευτικός Νους της Καθαρής Επίγνωσης

Ένας Συλλογισμός πάνω στη Σιωπή, την Αγάπη και τη Μη Μετρήσιμη Ζωή

Ι. Το Κατώφλι της Σιωπής

Υπάρχει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον ένα κατώφλι που λίγοι τολμούν να διαβούν—μια πόρτα που δεν είναι φτιαγμένη από ξύλο ή πέτρα, αλλά από μια ακινησία τόσο απόλυτη που καταπίνει την ηχώ του ίδιου του ονόματός μας. Δεν είναι τόπος στον οποίο φτάνει κανείς με προσπάθεια, ούτε προορισμός σημειωμένος σε οποιονδήποτε χάρτη σχεδιασμένο από τη σκέψη. Αυτό το κατώφλι ανοίγει μόνο όταν ο αναζητητής παύει να αναζητά, όταν ο ερωτών κουράζεται από τις ερωτήσεις, όταν ο νους που έχει χτίσει καθεδρικούς ναούς εννοιών αφήνει επιτέλους κάτω τα εργαλεία του και στέκεται άδειος μπροστά στο μυστήριο που δεν μπορεί να ονομάσει.

Ο θρησκευτικός νους δεν ανήκει σε εκείνους που γονατίζουν σε εκκλησίες χτισμένες από ανθρώπινα χέρια, ούτε σε εκείνους που ψάλλουν σε ναούς ευωδιασμένους από θυμίαμα. Δεν είναι ιδιοκτησία ιερέων ή φιλοσόφων, αγίων ή λογίων. Είναι μια ποιότητα συνείδησης που αναδύεται όταν όλα τα συστήματα πίστης έχουν παραμεριστεί σαν ενδύματα πολύ στενά για το άπειρο σώμα της ύπαρξης. Αυτός ο νους δεν αποκτάται· αποκαλύπτεται, σαν πηγή που αναβλύζει όταν καθαριστεί η συντριβή των αιώνων. Είναι ο αρχικός νους, πριν από τον πολιτισμό, πριν από τη γλώσσα, πριν από τη διάκριση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο.

Το να σταθεί κανείς σε αυτό το κατώφλι σημαίνει να αισθανθεί την πρώτη πνοή ενός ανέμου που φυσά από πουθενά και επιστρέφει στο πουθενά. Σημαίνει να νιώσει, στο κοίλωμα του στήθους, μια απεραντοσύνη που ανοίγεται εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο η ακαταστασία της μνήμης και της προσδοκίας. Το άτομο πλησιάζει αυτή τη σιωπή όπως πέφτει ένα φύλλο από το δέντρο—χωρίς πρόθεση, χωρίς αντίσταση, παραδομένο σε μια βαρύτητα που δεν είναι της γης αλλά της ίδιας της ύπαρξης.

Αφορισμός

Ο ναός που χτίζει η σκέψη καταρρέει όταν η καρδιά μάθει να στέκεται άδεια. Αυτό που μένει δεν είναι μια νέα πίστη, αλλά η παλιά σιωπή που υπήρχε πριν ειπωθεί η πρώτη λέξη.

ΙΙ. Η Παύση του Γνωστού

Η σιωπή για την οποία μιλούσαν οι αρχαίοι δεν είναι η σιωπή ενός κόσμου σε ηρεμία, ούτε η ησυχία που πέφτει πάνω σε μια κοιλάδα όταν έχει πεθάνει ο άνεμος. Είναι μια σιωπή πέρα από την ίδια τη δυνατότητα του ήχου, πέρα από το αυτί που ακούει και τον νου που ερμηνεύει. Αυτή η σιωπή κατεβαίνει όταν η σκέψη, με όλες τις λαμπερές της εικόνες, τις υφασμένες λέξεις, τις αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν από τη μνήμη και τον φόβο, έχει σταματήσει εντελώς την ανήσυχη κίνησή της.

Η σκέψη είναι ένας δεξιοτέχνης αρχιτέκτονας. Χτίζει γέφυρες ανάμεσα στο χθες και το αύριο, κατασκευάζει ταυτότητες σαν φρούρια ενάντια στην ασημαντότητα, υφαίνει αφηγήσεις που τοποθετούν το εγώ στο κέντρο ενός σύμπαντος που δεν νοιάζεται καθόλου για κέντρα. Ωστόσο η σκέψη δεν μπορεί να αγγίξει την ζωντανή αλήθεια. Δημιουργεί μόνο σύμβολα της αλήθειας, είδωλα της αλήθειας, δόγματα που δείχνουν προς τον ουρανό αλλά ποτέ δεν εγκαταλείπουν το έδαφος. Ο θρησκευτικός νους γεννιέται όταν αυτός ο αρχιτέκτονας αφήνει κάτω τα σχέδιά του, όταν η αδιάκοπη φλυαρία του εσωτερικού διαλόγου πέφτει σαν φθινοπωρινά φύλλα από ένα κλαδί που έχει ηρεμήσει.

Σε εκείνη την παύση συμβαίνει κάτι αμέτρητο. Ο κόσμος δεν εξαφανίζεται· φαίνεται για πρώτη φορά χωρίς το πέπλο της ερμηνείας. Ένα δέντρο δεν είναι πλέον σύμβολο ζωής ή δείγμα βοτανικής. Είναι απλώς εκεί, υπάρχοντας με μια πληρότητα που η σκέψη δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει. Ο ουρανός δεν είναι πλέον θόλος από πάνω ή μεταφορά για το άπειρο. Είναι απεραντοσύνη χωρίς όνομα, παρουσία χωρίς κάτοχο. Εκείνος που κοιτάζει έχει εξαφανιστεί μέσα στο ίδιο το κοίταγμα. Υπάρχει μόνο το ιδωμένο, το βλέπειν, και μια σιωπή που τα κρατά και τα δύο σαν μητέρα που κρατά το παιδί της, χωρίς να αρπάζει, χωρίς να θέλει, χωρίς τέλος.

Αυτός είναι ο θάνατος που προηγείται κάθε αληθινής γέννησης. Ο θάνατος του γνωστού, του οικείου, του ασφαλούς. Από αυτό το άδειασμα αναδύεται ο θρησκευτικός νους—όχι ως κάτι νέο, αλλά ως κάτι αρχαίο, πάντα παρόν κάτω από το ίζημα του γίγνεσθαι.

Αφορισμός

Όταν ο νους σταματά να χτίζει, η ψυχή ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν άστεγη. Στον θάνατο του γνωστού, το άγνωστο αναπνέει την πρώτη του αιώνια πνοή.

ΙΙΙ. Η Έκρηξη της Αγάπης

Από αυτή τη σιωπή, από αυτό το έδαφος της ύπαρξης που η σκέψη δεν έχει ποτέ οργώσει, αναδύεται μια έκρηξη τόσο ήπια που δεν συντρίβει τίποτα και όμως μεταμορφώνει τα πάντα. Είναι η έκρηξη της αγάπης—όχι της αγάπης που αναζητά, που θέλει, που κατέχει και κατέχεται, αλλά μιας αγάπης που δεν γνωρίζει αντικείμενο και επομένως κανένα όριο. Αυτή η αγάπη δεν ρέει από ένα σημείο σε άλλο, δεν ταξιδεύει από τον δότη στον δέκτη πάνω από τη γέφυρα της ανάγκης. Δεν είναι ποτάμι αλλά ο ίδιος ο ωκεανός, χωρίς όχθες, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς διάκριση ανάμεσα στην πηγή και τον προορισμό.

Ο θρησκευτικός νους είναι αυτή η έκρηξη που έγινε συνειδητή. Είναι η επίγνωση που έγινε αγάπη, η σιωπή που έμαθε να κινείται χωρίς να κινείται, να αγγίζει χωρίς χέρια, να αγκαλιάζει χωρίς βραχίονες. Σε αυτή την αγάπη, ο εραστής και ο αγαπημένος δεν είναι δύο οντότητες που συναντιούνται σε συμβιβασμό. Είναι μία ουσία, μία πνοή, ένας παλμός που χτυπά στην καρδιά όλων των πραγμάτων εξίσου—της πέτρας και του άστρου, του εγκληματία και του αγίου, του λουλουδιού που ανοίγεται στο πρωί και του σκουληκιού που γυρίζει τη γη από κάτω του. Το μακρινό είναι κοντά σε αυτή την αγάπη, όχι επειδή η απόσταση έχει ξεπεραστεί με προσπάθεια, αλλά επειδή η απόσταση ήταν πάντα μια ψευδαίσθηση υφασμένη από τον νου που χωρίζει για να κατανοήσει.

Το να μιλάει κανείς για αυτή την αγάπη σημαίνει να την προδώσει, γιατί κάθε λέξη χαράζει μια γραμμή εκεί όπου δεν υπάρχει καμία γραμμή. Ωστόσο ο μυστικιστής μιλάει, όχι για να ορίσει το ακαθόριστο, αλλά για να τραγουδήσει το τραγούδι που αναδύεται αβίαστα από τη σιωπή, σαν το κελάηδημα των πουλιών που δεν εξηγεί την αυγή αλλά την γιορτάζει. Αυτή η αγάπη δεν είναι του μέτρου των λέξεων, όπως η ομορφιά δεν είναι του μέτρου των λέξεων. Είναι αμέτρητη, άχρονη, χωρίς ιδιοκτήτη. Είναι το άρωμα της θείας παρουσίας που παραμένει μετά τη διάλυση της μορφής, το φως που μένει όταν έχει σβήσει η λάμπα.

Και όμως αυτή η αγάπη δεν είναι αφηρημένη, δεν είναι φιλοσοφική έννοια προς συζήτηση σε αίθουσες μάθησης. Είναι πιο πραγματική από το έδαφος κάτω από τα πόδια κάποιου, πιο άμεση από τον επόμενο χτύπο της καρδιάς. Είναι το ίδιο το ύφασμα της ύπαρξης, το στημόνι και το υφάδι της πραγματικότητας όπως φαίνεται με μάτια πλυμένα καθαρά από τη σκόνη του εαυτού. Ο θρησκευτικός νους δεν αγαπά παρά τον κόσμο· αγαπά επειδή βλέπει τον κόσμο όπως είναι—όχι ως χωριστά πράγματα που παλεύουν για επιβίωση, αλλά ως μία μοναδική κίνηση της ύπαρξης, έναν χορό ενεργειών που ποτέ δεν διαιρέθηκαν παρά μόνο στη φαντασία εκείνων που δεν έχουν ακόμη πέσει σε σιωπή.

Αφορισμός

Η αγάπη που αναζητά ένα αντικείμενο είναι ακόμα παιδί του χωρισμού. Η αγάπη που εκρήγνυται από τη σιωπή δεν έχει αγαπημένο, γιατί δεν έχει άλλο. Σε εκείνη την αγάπη, ακόμα και οι πέτρες τραγουδούν.

ΙV. Η Εγγύτητα του Μακρινού

Στον συνηθισμένο νου, δεσμευμένο από τη γεωμετρία της σκέψης, η απόσταση είναι ένα απαραβίαστο γεγονός. Το άστρο είναι μακριά, ο γείτονας είναι κοντά, το παρελθόν έχει φύγει, το μέλλον δεν έχει ακόμα έρθει. Αυτή η γεωμετρία υπηρετεί την επιβίωση, αλλά φυλακίζει την ψυχή σε ένα σύμπαν χωρισμού όπου η αγάπη πρέπει να ταξιδέψει μέσα από τον χώρο και τον χρόνο, όπου το θείο είναι πάντα αλλού, πάντα αύριο, πάντα λίγο πέρα από την εμβέλεια του απλωμένου χεριού. Ο θρησκευτικός νους συντρίβει αυτή τη γεωμετρία όχι με επιχειρήματα, όχι με φιλοσοφία, αλλά με το απλό, συντριπτικό γεγονός της δικής του παρουσίας.

Για τον νου που έχει πέσει σε σιωπή, το μακρινό είναι κοντά επειδή το μακρινό και το κοντινό δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από έννοιες, μετρήσεις που έγιναν με τον κανόνα ενός εαυτού που πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου και του χρόνου. Αλλά ο εαυτός που κατασκεύασε η σκέψη δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από ένα κυματισμό στην επιφάνεια ενός ωκεανού που δεν έχει τοποθεσία. Όταν ο κυματισμός καταλαγιάζει, όταν η επιφάνεια ηρεμεί, ο ωκεανός αναγνωρίζει τον εαυτό του σε κάθε σταγόνα, σε κάθε κύμα, σε κάθε μακρινή ακτή που κάποτε φαινόταν απρόσιτη. Το άστρο δεν είναι μακριά· είναι τόσο κοντά όσο το δικό του φως. Το παρελθόν δεν έχει φύγει· είναι διπλωμένο στο παρόν σαν γράμμα μέσα σε φάκελο που δεν έχει ποτέ σφραγιστεί.

Αυτή η εγγύτητα δεν είναι μεταφορά, ούτε ποιητική φαντασία για να παρηγορήσει εκείνους που λαχταρούν σύνδεση. Είναι η άμεση αντίληψη ενός νου που δεν στέκεται πλέον χωριστά από αυτό που αντιλαμβάνεται. Ο θρησκευτικός νους δεν βλέπει τον κόσμο από απόσταση, αναλύοντας, κατηγοριοποιώντας, κρίνοντας. Εισέρχεται στον κόσμο όπως το φως εισέρχεται σε ένα δωμάτιο—όχι ως επισκέπτης αλλά ως η ίδια η συνθήκη της ορατότητας. Σε εκείνη την είσοδο, η διάκριση ανάμεσα στον βλέποντα και το ιδωμένο, ανάμεσα στον γνώστη και το γνωστό, διαλύεται σαν αλάτι στο νερό, αφήνοντας μόνο τη γεύση της ενότητας, τη νοστιμιά μιας παρουσίας που δεν μπορεί να ονομαστεί γιατί είναι εκείνος που ονομάζει, η σιωπή που μιλά μέσα από κάθε λέξη χωρίς ποτέ να γίνεται η ίδια η λέξη.

Εδώ το μυστήριο βαθαίνει αντί να επιλύεται. Όσο περισσότερο ο θρησκευτικός νους μένει σε αυτή την εγγύτητα, τόσο περισσότερο αναγνωρίζει ότι το θείο δεν είναι ένα αντικείμενο προς προσέγγιση αλλά η ίδια η προσέγγιση, όχι ένας προορισμός προς επίτευξη αλλά το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνει κάθε περπάτημα. Ο Θεός δεν είναι μακριά, περιμένοντας στο τέλος ενός μακρού ταξιδιού. Ο Θεός είναι το ταξίδι και ο ταξιδιώτης και ο δρόμος, η δίψα και το νερό και το ποτό. Το να αναζητά κανείς τον Θεό σημαίνει να χάνει τον Θεό, όχι επειδή ο Θεός είναι κρυμμένος, αλλά επειδή η αναζήτηση προϋποθέτει έναν αναζητητή χωριστό από το αναζητούμενο. Ο θρησκευτικός νους δεν αναζητά· αναπαύεται. Δεν φτάνει· ανοίγεται. Δεν βρίσκει· αναγνωρίζει αυτό που ποτέ δεν χάθηκε.

Αφορισμός

Το χέρι που απλώνεται προς το θείο ξεχνά ότι ήδη κρατιέται. Στη σιωπή όπου πεθαίνει η απόσταση, κάθε άστρο είναι μια καρδιακή παλμική απόσταση μακριά. Το να αναζητάς σημαίνει να επιβεβαιώνεις τον χωρισμό· το να αναπαύεσαι σημαίνει να ανακαλύπτεις την ένωση.

V. Δράση από την Κενότητα

Ο κόσμος απαιτεί δράση. Κραυγάζει για δικαιοσύνη, για θεραπεία, για χέρια που θα χτίσουν και φωνές που θα μιλήσουν την αλήθεια στην εξουσία. Ο θρησκευτικός νους, μακριά από το να είναι καταφύγιο διαφυγής, είναι η πηγή της μόνης δράσης που δεν γεννά περαιτέρω διαίρεση, περαιτέρω πόνο, περαιτέρω βία μεταμφιεσμένη σε αρετή. Αλλά αυτή η δράση δεν αναδύεται από τον πολυάσχολο νου που σχεδιάζει και υπολογίζει, που ζυγίζει συνέπειες και στρατηγικά αποτελέσματα. Αναδύεται από τη σιωπή, από την κενότητα που δεν είναι κενή από αγάπη αλλά γεμάτη από μια αγάπη που δεν έχει ατζέντα, καμία ιδεολογία, κανένα εγώ να προστατέψει ή να προωθήσει.

Μόνο από αυτή τη σιωπή δρα ο διαλογιστικός νους. Αυτό δεν είναι τύπος προς ακολούθηση αλλά μυστήριο προς βίωση. Η δράση που πηγάζει από τη σιωπή είναι σαν την κίνηση του ανέμου μέσα από το χορτάρι—δεν επιλέγει ποιο φύλλο να αγγίξει, και όμως κανένα δεν μένει ανέγγιχτο. Είναι σαν το φως του ήλιου που πέφτει πάνω στη γη—δεν διακρίνει ανάμεσα σε κήπο και ερημιά, και όμως και τα δύο μεταμορφώνονται από την παρουσία του. Τέτοια δράση δεν κινητοποιείται από την επιθυμία να γίνει κανείς καλός, να επιτύχει τη φώτιση, να σώσει τον κόσμο. Είναι η φυσική έκφραση ενός όντος που έχει ανακαλύψει την αληθινή του φύση, όπως ακριβώς ένα λουλούδι δεν αποφασίζει να ανθίσει αλλά ανθίζει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Σε αυτή τη δράση δεν υπάρχει δράστης χωριστός από τη δράση. Ο θρησκευτικός νους δεν λέει «Θα βοηθήσω», γιατί δεν υπάρχει «εγώ» που να στέκεται χωριστά από εκείνον που υποφέρει, κανένας βοηθός χωριστός από τον βοηθούμενο. Υπάρχει μόνο η κίνηση της συμπόνιας, που δεν είναι οίκτος—ένα κοίταγμα από πάνω—αλλά αγάπη—ένα κοίταγμα μαζί, ένα είναι-μαζί, μια κοινή πνοή στον απέραντο πνεύμονα της ύπαρξης. Το χέρι που απλώνεται στον ξένο, η φωνή που μιλάει παρηγοριά στον πενθούντα, η παρουσία που απλώς κάθεται με τον ετοιμοθάνατο—αυτά είναι το σώμα της σιωπής που έγινε ορατό, η αγάπη που δεν γνωρίζει χωρισμό και παίρνει μορφή στον κόσμο των εμφανίσεων.

Και επειδή αυτή η δράση δεν είναι του εαυτού, δεν αφήνει κατάλοιπο. Δεν αφήνει πίσω την υπερηφάνεια του δράστη ή τη δυσαρέσκεια του μη εκτιμημένου. Δεν δημιουργεί χρέος ούτε απαιτεί ευγνωμοσύνη. Είναι πλήρης τη στιγμή της ανάδυσής της, σαν φλόγα που καταναλώνει τον εαυτό της και δεν αφήνει στάχτη. Ο θρησκευτικός νους δρα, και δρώντας είναι ελεύθερος. Χτίζει, και χτίζοντας δεν κρατά τίποτα. Δίνει, και δίνοντας δεν κατέχει τίποτα. Αγαπά, και αγαπώντας δεν δεσμεύει τίποτα. Αυτό είναι το παράδοξο που η τυπική λογική δεν μπορεί να περιλάβει: η πληρέστερη δράση είναι η δράση της κενότητας, η ισχυρότερη κίνηση είναι η κίνηση της ακινησίας, η πιο ολοκληρωμένη πράξη είναι η πράξη εκείνου που έχει ανακαλύψει ότι δεν υπάρχει τίποτα να γίνει και κανείς να το κάνει—και όμως το κάνει ούτως ή άλλως, με όλη την καρδιά, με όλη την ύπαρξη, με όλη τη σιωπή που είναι το έδαφος κάθε γίγνεσθαι.

Αφορισμός

Το χέρι που δρα από τη σιωπή δεν αφήνει σκιά πίσω του. Η αληθινή συμπόνια δεν έχει πρόσωπο, ούτε όνομα, ούτε μνήμη ότι έδωσε. Στην κενότητα, ολόκληρος ο κόσμος κινείται από μια μοναδική πνοή.

VI. Η Επιστροφή που Δεν Είναι Επιστροφή

Το ταξίδι του θρησκευτικού νου δεν είναι κύκλος που φέρνει τον ταξιδιώτη πίσω στο σημείο εκκίνησης, σοφότερο αλλά αμετάβλητο. Είναι μια σπείρα που ανεβαίνει σε μια απεραντοσύνη όπου η αρχή και το τέλος έχουν χάσει το νόημά τους. Εκείνος που έχει αγγίξει τη σιωπή, που έχει νιώσει την έκρηξη της αγάπης, που έχει γνωρίσει την εγγύτητα του μακρινού και έχει δράσει από την κενότητα που είναι πλήρης—αυτός δεν επιστρέφει στον κόσμο ως άγιος προς λατρεία ή δάσκαλος προς ακολούθηση. Επιστρέφει όπως η σιωπή επιστρέφει στον ήχο, όπως ο ωκεανός επιστρέφει στο κύμα, όπως ο ουρανός επιστρέφει στο πουλί που πετά μέσα του. Δεν υπάρχει επιστροφή, γιατί ποτέ δεν υπήρξε αναχώρηση. Δεν υπάρχει άφιξη, γιατί ποτέ δεν υπήρξε ταξίδι. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν, που ξεδιπλώνει τον εαυτό του σε άπειρες μορφές, φορώντας τη μάσκα του χρόνου ενώ παραμένει για πάντα άχρονο.

Στα μάτια του κόσμου, ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να φαίνεται συνηθισμένος, ασήμαντος, ίσως ακόμη και ανόητος. Δεν φέρει την αύρα της αγιότητας που ο νους προβάλλει πάνω σε εκείνους που θέλει να λατρεύει από ασφαλή απόσταση. Γελάει, κλαίει, τρώει και κοιμάται και κάνει λάθη. Κι όμως στην συνηθισμένοτητά του υπάρχει μια ποιότητα παρουσίας που εκείνοι με μάτια να δουν θα αναγνωρίσουν—όχι ως κάτι προς αντιγραφή ή απόκτηση, αλλά ως υπενθύμιση του τι είναι δυνατό όταν η καρδιά ηρεμήσει. Δεν είναι το ίδιο το φως αλλά το παράθυρο μέσα από το οποίο το φως εισέρχεται στο δωμάτιο. Δεν είναι η σιωπή αλλά ο χώρος που επιτρέπει στη σιωπή να ακουστεί.

Ο θρησκευτικός νους, λοιπόν, δεν είναι κτήμα, ούτε επίτευγμα, ούτε κατάσταση που πρέπει να διατηρηθεί με πειθαρχία ή να προστατευθεί με δόγμα. Είναι μια ανθοφορία που συμβαίνει όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες—όταν το χώμα της καρδιάς έχει καθαριστεί από τα ζιζάνια της σύγκρισης και της φιλοδοξίας, όταν το κλίμα της ψυχής έχει γίνει αρκετά θερμό ώστε να λιώσει ο παγετός του φόβου, όταν η βροχή της χάριτος—χάριτος που δεν ζητά τίποτα, δίνει τα πάντα—πέφτει πάνω σε έδαφος που έχει μάθει να δέχεται χωρίς να απαιτεί. Και όταν ανθίζει, ανθίζει για όλους, αν και λίγοι μπορεί να το προσέξουν. Το άρωμά του απλώνεται αόρατα, η ομορφιά του δεν υπηρετεί κανέναν σκοπό, η ύπαρξή του δεν απαντά σε καμία αρχή. Είναι απλώς εκεί, όντας αυτό που είναι, όπως τα άστρα είναι απλώς εκεί, όπως η σιωπή είναι απλώς εκεί, κρατώντας κάθε ήχο στην αγκαλιά της.

Στο τέλος, δεν υπάρχει τέλος. Ο θρησκευτικός νους μένει στο αιώνιο τώρα, όχι ως επισκέπτης αλλά ως το γηγενές έδαφος της ίδιας της ύπαρξης. Δεν κοιτάζει μπροστά προς τον παράδεισο ούτε πίσω προς μια χρυσή εποχή. Δεν περιμένει μεταμόρφωση ούτε θρηνεί την απουσία της. Είναι η ίδια η μεταμόρφωση, η χρυσή εποχή, ο παράδεισος που ποτέ δεν ήταν αλλού. Και σε αυτή την παραμονή υπάρχει ειρήνη—όχι η ειρήνη του τάφου, όχι η ειρήνη της άγνοιας, αλλά η ειρήνη που υπερβαίνει την κατανόηση, η ειρήνη που είναι η ίδια η φύση της σιωπής, η ειρήνη που είναι αγάπη χωρίς αντικείμενο, παρουσία χωρίς κάτοχο, ζωή χωρίς όριο. Αυτός είναι ο θρησκευτικός νους. Αυτή είναι η καθαρή επίγνωση που ποτέ δεν χάθηκε και ποτέ δεν μπορεί να βρεθεί, γιατί είναι η ίδια η εύρεση, η σιωπή πέρα από τη σκέψη, η αγάπη που τελειώνει κάθε διαίρεση, η δράση που αναδύεται από την καρδιά της κενότητας και επιστρέφει στην κενότητα, πλήρης, ολόκληρη και για πάντα ελεύθερη.

Αφορισμός

Δεν υπάρχει ταξίδι, μόνο το αιώνιο παρόν που φορά τη μάσκα του χρόνου. Ο θρησκευτικός νους δεν βρίσκει την ειρήνη· ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο. Στο τέλος που δεν είναι τέλος, η σιωπή μιλά, και η αγάπη είναι το μόνο που μένει.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ... 363 Μ.Χ: ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ...

Κάποιες φορές σε σκέφτομαι να κλαις πνιχτά και να αγκαλιάζεις τον μεγάλο αδελφό σου, τον Γάλλο, κρυμμένος πίσω από τις βαριές κουρτίνες του Μεγάλου Παλατιού. Οι αιμοδιψείς στρατιώτες της Φρουράς εκτελούσαν με ευχαρίστηση τις εντολές του ξαδέλφου σου Κωνστάντιου:

«Σφάξτε τους όλους». Τρέμω μαζί σου και εγώ.

Όταν πάλι είμαι μελαγχολικός, σε ονειρεύομαι να προσεύχεσαι γονατιστός στο φως των κεριών ενώ πίσω από τις κολώνες της εκκλησίας παραφυλούν οι πράκτορες του αυτοκράτορα. Ένα σου μόνο παραστράτημα, μια λάθος λέξη, μια άστοχη χειρονομία, περίμεναν για να σε «καρφώσουν» στον ξάδελφο σου. Πόσο κοντά σου νοιώθω τότε, αφού και εγώ προσωπεία αλλάζω στη ζωή μου, ρόλους παίζω, άλλοτε τέλεια, κάποτε όλο ψεγάδια. Στο σχολείο, στο γραφείο, στην κοινωνική μου ζωή, σχεδόν παντού. Πόσο σε καταλαβαίνω.

Τα έξη χρόνια που έζησες μέσα στη μοναξιά και στον τρόμο κλεισμένος στο «Φρούριο της Λήθης» (όπως ο ίδιος έγραψες στο γράμμα σου), τα έζησα και εγώ μαζί σου. Εξασκούμαι, διαβάζω και γράφω.

Χαίρομαι και πηγαίνω με ενθουσιασμό στις δικές μου σπουδές, όταν σε αναπαριστώ στη φαντασία μου απλά ντυμένο (εσύ ένας πρίγκηπας) να παρακολουθείς τα μαθήματα των φιλοσόφων και των ρητόρων στη Νικομήδεια, στην Αθήνα, στην Έφεσο, παντού όπου άκουγες πως άνθιζε η γνώση και πετούσε η σκέψη και ο λογισμός. Λιτός, απλός, προσήνης, φιλικός και με χαμόγελο πάντα κι' ας σε ξέχασαν γρήγορα και ας σε μίσησαν θανάσιμα λίγα χρόνια αργότερα οι παλιοί σου συμμαθητές. Κάποιους τους είπανε «μεγάλους», άλλους «μελίρυτους», ενώ εσένα.. Αποστάτη!!! Μαθαίνω τα πάντα και εγώ μαζί σου.

Φουσκώνω από περηφάνια όταν φαντάζομαι τις μάχες των λεγεώνων σου που διέλυαν τις βαρβαρικές ορδές και τις έστελναν να σε δοξάζουν με δέος βόρεια από τις όχθες του Ρήνου. Εκεί όπου τις έστειλε ο Καίσαρας Ιουλιανός. Πετάχτηκα και εγώ εκείνο το βράδυ κάθιδρος από τη σκηνή μου από τον ήχο των σπαθιών που χτυπούσαν στις ασπίδες των λεγεωνάριων όταν σε καλούσαν με δάκρυα λατρείας και περηφάνιας να γίνεις ο Αύγουστος τους. Παίρνω μαζί σου το μακρύ δρόμο για την Κωνσταντινούπολη και χαίρομαι ανείπωτα γιατί δεν θα χύσω το αίμα των αδελφών μου λεγεωνάριων αφού ο Κωνστάντιος πεθαίνει πριν συναντηθούμε. Μόνο Πέρσες θα εξολοθρεύω πια. στα όνειρα μου. Πόσο περήφανο με κάνεις!!!

Αγαπάω και εγώ τους Θεούς κι' ας γράφει η ταυτότητα μου κάτι άλλο. Πάω στους γάμους, στα βαφτίσια, στις κηδείες στους ναούς τους με σεβασμό. Προσποιούμαι τον ενθουσιώδη περιηγητή στους Ναούς των Ελλήνων Θεών. Βγάζω φωτογραφίες και αποκτώ αναμνηστικά. Πόσο ντρέπομαι!!! Δεν είμαι, βλέπεις, ο αυτοκράτορας των νεοελλήνων, όπως εσύ ήσουν των Ρωμαίων. Εσύ, που έδωσες το χέρι σου στον τρομαγμένο γέρο ιερέα, στον πιστό που κρύβονταν, που γέμισες αθλητές τα στάδια, θρησκευτές τους ναούς, φοιτητές τις Σχολές. Θυμώνω (και το ομολογώ, πως θα ήθελα να είμαι ο μέγας Θεοδόσιος, όπως τότε στη. Θεσσαλονίκη) και να εκδικηθώ τους Αντιοχείς που σε κορόϊδεψαν για τα γένια σου και εσύ τους απάντησες με ..μια επιστολή!!! Θα 'θελα να είμαι σαν και σένα ανώτερος, μειλήχιος, γεμάτος καλοσύνη, αυταπάρνηση, σεμνότητα, αγάπη για όλους και κυρίως κατανόηση για τους εχθρούς σου. Λύσσα πραγματική με πιάνει.

Κλαίω και χτυπάω απεγνωσμένα τις γροθιές μου στον σάκο πυγμαχίας, τρέχω μέχρι να λιποθυμήσω στο γήπεδο σαν φέρνω τόσο ζωντανά στο νου μου, εκείνον τον «άγιο», τον Μερκούριο, τον προδότη λεγεωνάριο που σε έπληξε πισώπλατα με το δόρυ του κάτω από τα τείχη της Κτησιφώντας, λίγο πριν την κατακτήσεις. Μισώ τους εχθρούς σου από την αγάπη μου για σένα.

Αν αγαπάς αυτόν τον τριαντατριάχρονο άνδρα που κυβέρνησε έναν ολόκληρο κόσμο με τόση πραότητα . Αν θέλεις να του μοιάσεις (μπορεί εσύ να θαυμάζεις τον Αλέξανδρο και δικαίως), τότε πρέπει να παραβείς και εσύ, όπως και αυτός , όλες τις συμβάσεις, του χρόνου, του τόπου, των νόμων. Τότε ίσως αγγίξεις τη Θεότητα. Θα είσαι όντως ένας παραβάτης του κόσμου μας, του κέρδους, του μίσους, της αδιαφορίας, της απληστίας. Ιουλιανέ, θέλω και εγώ να αποστατήσω. Η αγάπη σου δεν πεθαίνει. παραβαίνει.

Σου στέλνω αυτό το μήνυμα πίσω στο 363 μετά τη γέννηση του Θεού τους. Ελπίζω να προλάβει το φθαρτό σου σώμα και να σου πει πως 1653 χρόνια μετά κάποιοι σε αγαπάμε με πάθος Μέγα Ιουλιανέ.

Αριστοτέλης: Παράγοντες που ευνοούν μια αληθινή φιλία

Εξετάζοντας τη φιλία στα ευρύτερα πλαίσια της κοινωνικής ζωής, ο Αριστοτέλης προχωρά στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

[1166a] Ο τρόπος με τον οποίο φανερώνεται η αγάπη στους φίλους μας και τα γνωρίσματα με τα οποία ορίζεται η έννοια της φιλίας, προήλθαν, όπως φαίνεται, από τη συμπεριφορά απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας.

Οι άνθρωποι νομίζουν σα φίλο τους εκείνον που επιθυμεί και κάμνει για χάρη τους το αγαθό, ή εκείνον που ποθεί την ύπαρξη και τη ζωή για τον φίλο του, συναίσθημα που κυριεύει τη μητέρα για τα παιδιά της και τους φίλους σε περίπτωση που, εξαιτίας προστριβών, δεν μπορούν να ζουν μαζί.
Άλλοι θεωρούν σα φίλο αυτόν που συζεί μαζί τους και έχει τις ίδιες ορέξεις ή συμμερίζεται τις ίδιες οδύνες και ηδονές πράγμα που συμβαίνει πάλι προπαντός στις μητέρες για τα παιδιά τους.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα διάφορα αυτά γνωρίσματα, ορίζουν τη φιλία. Όλα αυτά υπάρχουν στον ενάρετο άνθρωπο σχετικά με τον εαυτό του και σε ίση μοίρα και στους άλλους ανθρώπους, εφόσον πιστεύουν ότι είναι ενάρετοι.

Γιατί φαίνεται ότι η αρετή κι ο ενάρετος άνθρωπος είναι το μέτρο κάθε πράγματος, όπως είπαμε. Αυτός ο τελευταίος βρίσκεται σε αρμονική σχέση με τον εαυτό του και επιθυμεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του, κάθε φορά τα ίδια πράγματα.

Γι' αυτό, λοιπόν, ποθεί το αγαθό και ό,τι του φαίνεται τέτοιο και το εκτελεί (γιατί γνώρισμα του αγαθού ανθρώπου είναι να πραγματοποιεί το αγαθό) και για χάρη του εαυτού του, για χάρη δηλ. του διανοητικού μέρους της ψυχής, που, όπως φαίνεται, αποτελεί κάθε άνθρωπο. Εκτός απ' αυτό θέλει να ζει, να διατηρεί τον εαυτό του στη ζωή και μάλιστα να διατηρεί εκείνο, με το οποίο σκέπτεται, επειδή για τον ενάρετο άνθρωπο η ύπαρξη είναι αγαθό.

Κι ο καθένας ποθεί το αγαθό για τον εαυτό του και δε θέλει να μεταβάλλεται σε τρόπο, ώστε ν' απολαμβάνει με τη νέα του μορφή όλα τα αγαθά. Γιατί κι ο θεός κατέχει το αγαθό, αλλά, το κατέχει ήδη, γιατί είναι τώρα, όπως ήταν πάντοτε.

Ώστε κάθε άνθρωπος φαίνεται ότι είναι εκείνο που μέσα του γεννά τη διανόηση· επίσης ο ενάρετος επιθυμεί να ζει με τον εαυτό του, γιατί βρίσκει στην κατάσταση αυτή απόλαυση. Οι αναμνήσεις των περασμένων τού είναι ευχάριστες και οι ελπίδες για το μέλλον, καλές, και είναι ακόμα οι τέτοιες ελπίδες γλυκές.

Ο νους του είναι γεμάτος από αντικείμενα για μελέτη και παρατήρηση, και λυπάται και χαίρεται μαζί με τον εαυτό του. Το λυπηρό και το ευχάριστο είναι γι' αυτόν πάντοτε το ίδιο και όχι άλλη φορά άλλο, επειδή, κατά κάποιο τρόπο, δεν έχει λόγο να μετανιώνει για τις πράξεις του.

Αφού, λοιπόν, τέτοια είναι τα συναισθήματα που διαθέτουν τον ενάρετο απέναντι του εαυτού του, και ότι διάκειται προς τους φίλους του όπως ακριβώς στον ίδιο τον εαυτό του (γιατί ο φίλος μας είναι ο άλλος εαυτός μας), φαίνεται ότι η φιλία έχει τέτοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ότι φίλοι είναι εκείνοι που έχουν αυτά τα γνωρίσματα. Το ζήτημα αν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία με τον ίδιο τον εαυτό μας, ας το αφήσουμε για την ώρα χωρίς να το εξετάσουμε.

Φαίνεται ότι υπάρχει φιλία, τουλάχιστον εκεί που βρίσκονται συνδυασμένα δύο ή περισσότερα από τα στοιχεία εκείνα τα οποία αναφέραμε, [1166b] κι ότι η υπερβολική φιλία μοιάζει με την αγάπη που νιώθουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας.

Τα γνωρίσματα που είπαμε φαίνεται ότι υπάρχουν και στους πολλούς κι αν ακόμη είναι φαύλοι. Άραγε παρουσιάζουν μερικά απ' αυτά σύμφωνα με το μέτρο που τους αρέσει να πιστεύουν ότι υπάρχει στον εαυτό τους και μήπως φαντάζεται ότι είναι ενάρετος; Το ότι κανένας φαύλος ή κακοποιός δεν κατέχει τέτοια γνωρίσματα, ούτε φαίνεται να κατέχει, είναι αυτονόητο.

Αλλά αυτό ισχύει σχεδόν για όλους γενικά τους ανήθικους ανθρώπους, έχει δηλ. διχασθεί ο ίδιος ο εαυτός τους, και η πλεονεξία τους στρέφεται σε αντικείμενα διαφορετικά εκείνων, που θα επεδίωκε η έπειτα από σκέψη βούλησή τους, όπως συμβαίνει και στους ακρατείς. Αυτοί προτιμούν, αντί εκείνων που φαίνονται σ' αυτούς αγαθά, τα ευχάριστα που είναι σ' αυτούς βλαβερά.

Άλλοι, από δειλία ή τεμπελιά, απέχουν από το να εκτελούν ότι νομίζουν άριστο. Κι άλλοι πάλι, που διέπραξαν πολλά και φοβερά εγκλήματα, είναι μισητοί για την κακία τους, αποφεύγουν τη ζωή και θέτουν τέρμα σ' αυτήν αυτοκτονώντας.

Οι κακοί αναζητούν τους ανθρώπους με τους οποίους μπορούν να συζούν, αλλά κυρίως αποφεύγουν τον εαυτό τους, γιατί φέρνουν πίσω στη μνήμη πολλά και φοβερά πράγματα. Κλεισμένοι στον εαυτό τους δεν αντικρίζουν παρά ένα όμοιο μέλλον, ενώ όταν συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους τα ξεχνούν όλα. Επειδή δεν υπάρχει τίποτε σ' αυτούς που να είναι αξιαγάπητο, δεν είναι φίλοι ούτε και με τον εαυτό τους.

Τέτοιοι άνθρωποι δεν αισθάνονται ούτε χαρά ούτε λύπη για τον ίδιο τον εαυτό τους, γιατί η ψυχή τους επαναστατεί, και το ένα μέρος της πάσχει από την κακία τους, εξαιτίας των στερήσεών τους, και το άλλο χαίρεται, και το ένα τραβά την ψυχή προς τα εδώ, το άλλο προς τα εκεί, σα να την κομμάτιαζαν. Αφού, λοιπόν, δεν είναι δυνατό να νιώθουν συγχρόνως ηδονή κι οδύνη, η οδύνη διαδέχεται σ' αυτούς την ηδονή μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ώστε θα επιθυμούσαν να μην την είχαν ποτέ δοκιμάσει. Γιατί οι φαύλοι είναι διαρκώς μετανιωμένοι.

Ώστε φαίνεται πως ο φαύλος δεν είναι διατεθειμένος φιλικά ούτε απέναντι του εαυτού του, γιατί δεν έχει τίποτε αξιαγάπητο. Επομένως, επειδή μια τέτοια κατάσταση είναι πάρα πολύ άθλια, έχουμε υποχρέωση ν' αποφεύγουμε με όλη μας τη δύναμη την κακία και να προσπαθούμε να είμαστε ενάρετοι. Μ' αυτόν τον τρόπο θα είμαστε φίλοι του εαυτού μας και θα γινόμαστε και φίλοι των συνανθρώπων μας.

(30) Η εύνοια μοιάζει με την φιλία, αλλά δεν είναι φιλία. Εύνοια μπορεί να νιώθει κανένας και για άγνωστα πρόσωπα χωρίς να το ξέρουν. Γι αυτό έχουμε μιλήσει και προηγουμένως. Όμως η εύνοια δεν είναι ούτε αγάπη γιατί δεν φέρνει μαζί της ούτε την ένταση ούτε την ορμή της ψυχής, χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνυφασμένα με την αγάπη.

Η αγάπη προϋποθέτει την σύναψη των συνηθισμένων σχέσεων, ενώ η εύνοια μπορεί να γεννηθεί ξαφνικά, όπως συμβαίνει με τους αθλητές, [1167a] στους οποίους χαρίζουμε την εύνοιά μας κι επιθυμούμε γι' αυτούς το έπαθλο, χωρίς όμως να συμπράττουμε μ' αυτούς, επειδή, όπως είπαμε, η εύνοια είναι γέννημα της στιγμής, και η αγάπη που υπεισέρχεται σ' αυτήν είναι επιφανειακή.

Επομένως, φαίνεται ότι η εύνοια είναι η αρχή της φιλίας, όπως η αρχή του έρωτα είναι η ηδονή από την θέαση ενός προσώπου, γιατί κανείς δεν ερωτεύεται, πριν σαγηνευθεί από την μορφή αυτού του προσώπου. Πάντως αυτός που έλκεται από την ομορφιά δεν είναι ακόμη σε θέση ν' αγαπά, αλλά πρέπει να ποθεί αυτόν που λείπει και να επιθυμεί την παρουσία του.

Επίσης είναι αδύνατο να δημιουργηθεί φιλία, αν δεν προηγηθεί εύνοια, αλλά η εύνοια δεν είναι ακόμη φιλία, γιατί εκείνος που διάκειται ευνοϊκά επιθυμεί μονάχα το αγαθό, αλλά δεν προσφέρει για την επίτευξή του την βοήθειά του, ούτε καταβάλλει σχετική προσπάθεια.

Γι' αυτό μπορεί να ονομάσει κάποιος την εύνοια αδρανή φιλία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου φτάνει ως το σημείο συνάψεως οικογενειακών σχέσεων και γίνεται πραγματική φιλία, όχι για χάρη ιδιοτελούς συμφέροντος και απόλαυσης, γιατί ούτε και η εύνοια γεννιέται απ' αυτά.

Αυτός, λοιπόν, που ευεργετήθηκε, χαρίζοντας την εύνοιά του για τις ευεργεσίες που του δόθηκαν, ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο. Κι η εύνοια εκείνου που επιθυμεί την ευημερία των συνανθρώπων του με την ελπίδα να ωφεληθεί απ' αυτήν, δεν μοιάζει να απευθύνεται στους άλλους, αλλά στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς ακριβώς δεν είναι ούτε φίλος εκείνος που περιποιείται τον φίλο του για χάρη κάποιου συμφέροντος.

Συμπερασματικά, η εύνοια γεννιέται από κάποιαν αρετή και χρηστότητα, όταν δηλ. εμφανισθεί κάποιος άνθρωπος καλός, ανδρείος ή κάτι τέτοιο, όπως συμβαίνει και με τους αθλητές, όπως είπαμε.

Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κι αυτή ένα είδος φιλίας και γι' αυτό δεν πρέπει να την συγχέουμε με την ομογνωμοσύνη (όμοια γνώμη), γιατί ομογνωμοσύνη μπορεί να υπάρχει κι εκεί που οι άνθρωποι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους.

Επίσης δεν ονομάζει κανένας ομονοούντες εκείνους που έχουν την ίδια γνώμη για ένα ζήτημα, π.χ. για τα ουράνια φαινόμενα (γιατί η τέτοια συμφωνία γνώμης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη φιλικών δεσμών), αλλά λέει, ότι οι πόλεις ομονοούν, όταν επικρατούν οι ίδιες γνώμες σχετικά με τα κοινά συμφέροντα, όταν παίρνονται οι ίδιες αποφάσεις και πραγματοποιούνται όσα αποφασίστηκαν από κοινού.

Ομόνοια, λοιπόν, υπάρχει, όταν πρόκειται για ζητήματα πάνω στο πεδίο της δράσης, και μάλιστα για ζητήματα, που είναι σπουδαία ή αποβλέπουν στο συμφέρον των δυο μερών ή όλων των πολιτών. Σύμφωνα μ' αυτά, υπάρχει, λ.χ. ομόνοια σε μια πόλη, όταν αποφασίσουν όλοι μαζί, οι αρχές να είναι αιρετές, ή όταν όλοι οι ολίτες πάρουν την απόφαση ν' αναθέσουν την διακυβέρνηση της πόλης τους στον Πιττακό αν κι ο ίδιος συμφωνούσε μ' αυτό.

Αλλά αν ο καθένας θέλει να βρίσκεται επικεφαλής της πολιτείας, τότε, όπως γίνεται στις Φοίνισσες γεννιούνται έριδες. Γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει ομόνοια, μονάχα όταν τα δύο μέρη επιδιώκουν το ίδιο πράγμα, αλλά όταν επιθυμούν να το δουν πραγματοποιημένο σ' ένα και το αυτό πρόσωπο: όταν λ.χ. [1167b] ο λαός και οι ξεχωριστοί πολίτες θέλουν ν' ανατεθεί η κυβέρνηση στους «άριστους» γιατί τότε γίνεται πραγματικότητα εκείνο που όλοι επιθυμούν.

Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι φιλία ανάμεσα στους πολίτες, όπως ακριβώς και ονομάζεται, γιατί αυτή ασχολείται με τα συμφέροντα και τις αξιώσεις της ζωής. Μια τέτοια ομόνοια συναντούμε στους ενάρετους, γιατί αυτοί ομονοούν και με τον ίδιο τον εαυτό τους και με τους συνανθρώπους των, για το λόγο ότι μένουν, κατά κάποιον τρόπο, πάντοτε οι ίδιοι. Γιατί οι θελήσεις τέτοιων ανθρώπων είναι σταθερές, και δεν κυμαίνονται εδώ κι εκεί, όπως τα ύδατα του Ευρίπου.

Εκείνο που επιδιώκουν είναι το δίκαιο και το συμφέρον, και την πραγματοποίηση αυτών την ποθούν από κοινού. Οι φαύλοι δεν ομονοούν ή ομονοούν λίγο χρονικό διάστημα, όπως δεν είναι δυνατό να είναι και φίλοι, γιατί όσον αφορά όλα εκείνα που μπορούν να τους παράσχουν ωφέλεια είναι πλεονέχτες, αλλά όταν πρόκειται να καταβάλλουν κουραστικές προσπάθειες ή να αναλάβουν δημόσιες λειτουργίες, δεν κάμνουν τίποτε.

Επειδή ο καθένας απ' αυτούς επιδιώκει αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον, ελέγχει τους συμπολίτες του και τους εμποδίζει ν' αποκτούν εκείνο που τους ανήκει.

Άλλωστε, επειδή δεν εξυπηρετούν τα κοινά συμφέροντα η πολιτεία καταστρέφεται. Εξαιτίας των προκαλούνται έριδες μεταξύ των πολιτών, γιατί οι φαύλοι ασκούν βία, οι μεν εναντίον των δε, και αρνούνται να εκτελέσουν δίκαιες πράξεις.

Φαίνεται πως οι ευεργέτες αγαπούν εκείνους που ευεργέτησαν περισσότερο από όσο εκείνοι που ευεργετήθησαν τους ευεργέτες των, και στο σημείο αυτό υπεισέρχεται κάποιος παραλογισμός που αξίζει να τον εξετάσουμε. Οι περισσότεροι έχουν τη γνώμη ότι αυτό οφείλεται στο ότι οι πρώτοι είναι δανειστές και οι δεύτεροι οφειλέτες.

Όπως λοιπόν στα δάνεια οι χρεοφειλέτες επιθυμούν να μην υπάρχει κανένας στον οποίο να χρωστούν, οι δανειστές φροντίζουν για την ευημερία των οφειλετών, έτσι κι οι ευεργέτες επιθυμούν να ζήσουν οι ευεργετηθέντες με την ελπίδα ότι αυτοί κάποτε θ' ανταποδώσουν την ευεργεσία. Αντίθετα οι ευεργετούμενοι δεν φροντίζουν ν' ανταποδώσουν την χάρη.

Ο Επίχαρμος ίσως να έλεγε ότι τίποτε στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει που να μην ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση, αφού οι περισσότεροι ξεχνούν εύκολα τις ευεργεσίες και προτιμούν να ευεργετούνται παρά να ευεργετούν.

Κι όμως η αιτία αυτού είναι φυσικότερη και όχι όμοια με την αποδιδόμενη στον δανειστή σχετικά με τον οφειλέτη. Γιατί εκείνο που αισθάνεται για τον οφειλέτη ο δανειστής δεν είναι αγάπη, αλλά η επιθυμία να διατηρείται ζωντανός ο οφειλέτης για να μπορέσει να του επιστρέψει το χρέος.

Αντίθετα ο ευεργέτης διάκειται απέναντι στον ευεργετούμενο με φιλία και αγάπη, κι όταν αυτός ακόμη δεν είναι χρήσιμος ούτε πρόκειται να γίνει τέτοιος στο μέλλον. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σχετικά με τους καλλιτέχνες. Κάθε καλλιτέχνης αγαπά το έργο του περισσότερο απ' όσο θα τον αγαπούσε το έργο του, αν μπορούσε ν' αποκτήσει ψυχή.

[1168a] Ίσως το ίδιο να ισχύει πάρα πολύ και στους ποιητές, γιατί αυτοί υπεραγαπούν τα ποιήματά τους, σα να ήταν παιδιά τους. Κάτι τέτοιο είναι, όπως φαίνεται, και το συναίσθημα του ευεργέτη.

Αυτός που ευεργετήθηκε, είναι συγχρόνως έργο του ευεργέτη, κι αυτός αγαπά περισσότερο το έργο του απ' όσο το έργο αγαπά τον δημιουργό του. Η αιτία αυτού συνίσταται στο ότι το «είναι» συμβαίνει να είναι πολυπόθητο και αξιαγάπητο, και υπάρχουμε εφόσον ενεργούμε, εφόσον δηλ. ζούμε και δρούμε.

Ο δημιουργός είναι, ένεκα της δράσης του, για να εκφρασθούμε έτσι, το ίδιο το έργο του, και αγαπά το έργο του περισσότερο απ' όσο θα τον αγαπούσε το έργο του, επειδή αγαπά και την ζωή του. Αυτό είναι φυσικό, επειδή, ό,τι υφίσταται δυνάμει, αποκαλύπτεται εν ενεργεία.

Συγχρόνως ο ευεργέτης βρίσκει καλό ό,τι επιτρέπει σ' αυτόν να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο και του δίνει την ευκαιρία σ' ό,τι βρίσκει απόλαυση. Αντίθετα ο ευεργετούμενος δεν βρίσκει σ' εκείνον που τον ευεργέτησε τίποτε καλό, αλλά μονάχα κάποιο συμφέρον πράγμα που του προξενεί λιγότερη ευχαρίστηση και συμπάθεια.

Απολαυστική είναι η ενέργεια του παρόντος, η ελπίδα του μέλλοντος κι' η ανάμνηση του παρελθόντος. Όμως γλυκύτατη, και σε ίση μοίρα αξιαγάπητη, είναι η πραγματικότητα.

Το έργο, επομένως, του δημιουργού διαιωνίζεται (γιατί το αγαθό ζει πολλά χρόνια), ενώ το χρήσιμο εκείνου που ευεργετήθηκε περνά γρήγορα. Η ανάμνηση των ηθικών πράξεων είναι γλυκιά, ενώ των χρήσιμων δεν είναι ή είναι λιγότερο τέτοια.

Κι όσον αφορά την προσδοκία, φαίνεται ότι συμβαίνει το αντίθετο. Επίσης το αγαπάν μοιάζει με το ενεργείν, ενώ το αγαπάσθαι με το πάσχειν, και γι' αυτό εκείνους που υπερέχουν στη δραστηριότητα ακολουθεί η φιλία και τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα.

Τέλος ο καθένας αγαπά περισσότερο ό,τι απόχτησε με κόπο. Τα χρήματα, π.χ. που κέρδισε αυτός ο ίδιος, του είναι πιο αγαπητά από εκείνα που κληρονόμησε. Και φαίνεται ότι το να ευεργετείται κάποιος είναι κάτι που δεν απαιτεί κόπο, ενώ το να ευεργετεί είναι κοπιώδες.

Γι' αυτό κι οι μητέρες, αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τους πατέρες: επειδή οι πόνοι για τη γέννησή τους είναι μεγαλύτεροι κι επειδή έχουν συνείδηση ότι είναι δικά τους. Φαίνεται λοιπόν, ότι αυτό το συναίσθημα συγγενεύει και με τους ευεργέτες.

Α ΡΟΔΟΧΡΩΣ ΕΛΕΝΑ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙ ΚΟΣΜΟΣ

Ἄμμες δ᾽ αἱ πᾶσαι συνομάλικες, αἷς δρόμος ωὑτὸς
χρισαμέναις ἀνδριστὶ παρ᾽ Εὐρώταο λοετροῖς,
τετράκις ἑξήκοντα κόραι, θῆλυς νεολαία,
τᾶν οὐδ᾽ ἄν τις ἄμωμος, ἐπεί χ᾽ Ἑλένᾳ παρισωθῆ.

Ἀὼς ἀντέλλοισα καλὸν διέφαινε πρόσωπον
πότνι᾽ ἄνυξέ τε λευκὸν ἔαρ χειμῶνας ἀνέντος·
ὧδε καὶ ἁ χρυσέα Ἑλένα διεφαίνετ᾽ ἐν ἁμῖν.
Πιείρᾳ μέγα λᾷον ἀνέδραμε κόσμος ἀρούρᾳ
ἢ κάπῳ κυπάρισσος, ἢ ἅρματι Θεσσαλὸς ἵππος,
ὧδε καὶ ἁ ῥοδόχρως Ἑλένα Λακεδαίμονι κόσμος.

***

Όλες οι συνομήλικες που στα νερά του Ευρώτα
σαν άντρες θε να τρέξουμε, διακόσιες και σαράντα
κόρες, κι ανάμεσα σε μας μόλις φανεί η Ελένη,
καμμιά από μας δεν θα βρεθεί να ’ναι χωρίς ψεγάδι.
Σαν την Αυγή το χάραμα την όψη της που δείχνει,
σαν άνοιξη κατάλευκη, σαν φεύγει ο χειμώνας,
τέτοια η Ελένη η χρυσή λάμπει ανάμεσά μας.
Στολίδι μες στον εύφορο αγρό είν’ το κυπαρίσσι,
όταν ψηλό ορθώνεται, μα και στο περιβόλι,
ή άλογο Θεσσαλικό στο άρμα είν’ στολίδι,
στη Λακωνία στόλισμα η ροδαλή Ελένη.

Θεοκρίτου, Ἑλένης Ἐπιθαλάμιος, στ. 22-31. Εἰδύλλια, ἀρ. 18.

Ο Επίκουρος στο Λεξικό του Σουΐδα

Λεξικό Σουΐδα

Πρόκειται για μια μεσαιωνική ιστορική εγκυκλοπαίδεια του 10ου αι. που καλύπτει το σύνολο της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, συμπεριλαμβανομένης της Βιβλικής και της Χριστιανικής εποχής με αλφαβητική σειρά.

Στο έργο η λέξη “Επίκουρος” υπάρχει τέσσερις φορές ενώ μια φορά συναντάται η λέξη “Επικούρειος”. Από τις τέσσερις αναφορές, η μια δίνει την ετυμολογία της λέξεως, ενώ οι υπόλοιπες αναπτύσσουν το θέμα του φιλόσοφου Επίκουρου. Από αυτές, οι δύο είναι υβριστικές με ευθείς επιθέσεις προς τον φιλόσοφο, χαρακτηριστικές της μεσαιωνικής χριστιανικής εποχής.

Ἐπικούρειος Ἕρμων: ὁ παρὰ τῷ Λουκιανῷ.

Ἐπίκουρος, Νεοκλέους, Ἀθηναῖος, Γαργήττειος τῶν δήμων, μητρὸς Χαιρεστράτης. ἀδελφοὶ δὲ αὐτοῦ Νεοκλῆς, Χαιρέδημος, Ἀριστόβουλος ἢ Ἀριστόδημος. φιλοσοφίας δὲ ἤρξατο ἀπὸ ἐνιαυτῶν ιβ' καὶ οἰκείαν αἵρεσιν εἰσηγήσατο, πρῶτον μὲν ἐν Σάμῳ διατρίψας σὺν τοῖς γονεῦσιν, εἶτα σχολαρχήσας ἐν Μιτυλήνῃ ἐνιαυτῶν ὧν ἦν, εἶτα ἐν Λαμψάκῳ καὶ οὕτως ἐν Ἀθήναις ἐν ἰδίῳ κήπῳ, ἀκούσας δὲ Ναυσιφάνους τοῦ Δημοκριτείου καὶ Παμφίλου τοῦ Πλάτωνος μαθητοῦ. γέγονε δὲ ἐπὶ τῆς ρθ' ὀλυμπιάδος μετὰ ἑπτὰ ἐνιαυτοὺς τῆς Πλάτωνος τελευτῆς καὶ παρέτεινεν ἐπὶ τῶν διαδόχων καὶ Ἀντιγόνου τοῦ Γονατᾶ: καὶ διέμεινεν ἡ αὐτοῦ σχολὴ ἕως Καίσαρος τοῦ πρώτου, ἔτη σκζ'. ἐν οἷς διάδοχοι αὐτῆς ἐγένοντο ιδ'. συγγράμματα δὲ αὐτοῦ πλεῖστα.

Ἐπίκουρος: ὄνομα κύριον. εἶχε δὲ ἄρα τὸ βιβλίον τὰς Ἐπικούρου δόξας, ἃς ἐκεῖνοι κυρίας οὕτω καλοῦσιν, Ἐπικούρου κακὰ γνωρίσματα: ἐν αἷς ἄρα καὶ τόδε ἦν, ὅτι καὶ τόδε τὸ πᾶν φέρεται τύχῃ τινί, οὐ μὴν βουλήσει καὶ κρίσει θεοῦ. ταύτας δὴ τὰς θρυλουμένας ἀτόμους πληττομένας ὑπ' ἀλλήλων, εἶτα ἀφισταμένας, ἐκ τούτων γίνεσθαι ἀέρα, γῆν καὶ θάλατταν, εἶτα διαλύεσθαι τὰς ἀνακράσεις καὶ συνόδους καὶ παντελῶς ἀφανίζεσθαι εἰς ἀτόμους. φέρεσθαι δὲ εἰκῆ τὰ πάντα, καὶ ὡς ἔτυχεν, οὐ μὴν ἐκ τῆς τοῦ ποιητοῦ σοφίας. εἶτα ὅτι ἐκ προνοίας φύρεται πάντα, οὔτε κυβερνήτην οὔτε ἰθυντὴν οὔτε ποιμένα ἔχοντα. εἶτα ὁ πομπῇ τοῦ θεοῦ ἥκων οὐκ ἠνέσχετο παραληρεῖν αὐτόν, ἀλλὰ τὴν τῶν λόγων παραπλῆγα λύτταν κατεσίγασεν, εἶτα ἀνέθορεν, Ἐπικούρῳ καὶ ταῖς ἐκείνου δόξαις κλάειν λέγων.

Ἐπίκουρος: οὗτος τὸ θεῖον παρ' οὐδὲν ἐτίθετο: ἀδελφοὶ δὲ τρεῖς ἦσαν, [οἳ] μυρίοις ἀρρωστήμασι περιπλακέντες ἀπέθανον οἴκτιστα. ὅγε μὴν Ἐπίκουρος ἔτι νέος ὢν αὐτὸς οὐ ῥᾳδίως ἀπὸ τῆς κλίνης οἷός τε ἦν κατιέναι, ἀμβλυώττων τε καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἡλίου αἴγλην δειλὸς ὢν καὶ τῷ φαιδροτάτῳ τε καὶ ἐναργεστάτῳ τῶν θεῶν ἀπεχθανόμενος. καὶ μέντοι καὶ τὴν τοῦ πυρὸς αὐγὴν ἀπεστρέφετο αἷμά τε αὐτῷ διὰ τῶν πόρων ἀπεκρίνετο τῶν κάτω, τοσαύτη δὲ ἄρα ἡ σύντηξις ἡ τοῦ σώματος ἦν, ὡς ἀδυνατεῖν καὶ τὴν τῶν ἱματίων φέρειν ἐπιβολήν. καὶ Μητρόδωρος δὲ καὶ Πολύαινος, ἄμφω τὼ ἑταίρω αὐτοῦ, κάκιστα ἀνθρώπων ἀπέθανον: καὶ μέντοι τῆς ἀθεί̈ας ἠνέγκαντο μισθὸν οὐδαμὰ οὐδαμῆ μεμπτόν. οὕτω δὲ ἄρα ἦν ἡδονῆς ἥττων ὁ Ἐπίκουρος, ὥστε διὰ τῶν ἐσχάτων ἐν ταῖς διαθήκαις αὐτοῦ ἔγραψε τῷ μὲν πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ἐναγίζειν ἅπαξ τοῦ ἔτους καὶ Μητροδώρῳ καὶ Πολυαίνῳ τοῖς προειρημένοις, ἑαυτῷ δὲ δισσῶς εἰπεῖν, τῆς ἀσωτίας τὸ πλέον προτιμῶν καὶ ἐνταῦθα ὁ σοφός: καὶ τραπέζας λίθων πεποίηται, καὶ ὡς ἀναθήματα ἐν τῷ τάφῳ προσέταξε τεθῆναι ὁ προτένθης τε καὶ ὀψοφάγος οὗτος. καὶ ταῦτα ἐπέσκηψεν οὐκ ὢν ἐν περιουσίᾳ, λυττῶν οὖν ταῖς ἐπιθυμίαις, ὥσπερ οὖν καὶ ἐκείνων σὺν αὐτῷ τεθνηξομένων. ἐξήλασαν δὲ τοὺς Ἐπικουρείους τῆς Ῥώμης δόγματι τῆς βουλῆς κοινῷ. καὶ Μεσσήνιοι δὲ ἐν Ἀρκαδίᾳ τοὺς ἐκ τῆς αὐτῆς οἱονεὶ φάτνης ἐδηδοκότας ἐξήλασαν λυμεῶνας μὲν εἶναι τῶν νέων λέγοντες, κηλῖδα μὲν φιλοσοφίᾳ προσβάλλοντες διά τε μαλακίαν καὶ ἀθεότητα: καὶ προσέταξάν γε πρὸ τῶν τοῦ ἡλίου δυσμῶν ἔξω τῶν ὅρων τῆς Μεσσηνίας γῆς εἶναι αὐτούς, ἐκφρησθέντων δὲ τοὺς ἱερέας καθῆραι τὰ ἱερά, τούς γε μὴν τιμούχους [καλοῦσι δὴ ταύτῃ τοὺς ἄρχοντας Μεσσήνιοι] καὶ τὴν πόλιν καθῆραι πᾶσαν, οἷα δήπου λυμάτων τινῶν καὶ καθαρμάτων ἀπηλλαγμένην. ὅτι ἐν Κρήτῃ Λύκτιοι τῶν Ἐπικουρείων τινὰς ἐκεῖ παραβάλλοντας ἐξήλασαν. καὶ νόμος ἐγράφη τῇ ἐπιχωρίῳ φωνῇ, τοὺς τὴν θήλειαν σοφίαν καὶ ἀγεννῆ καὶ αἰσχρὰν ἐπινοήσαντας καὶ μέντοι τοῖς θεοῖς πολεμίους ἐκκεκηρύχθαι τῆς Λύκτου: ἐὰν δέ τις ἀφίκηται θρασυνόμενος καὶ τὰ ἐκ τοῦ νόμου παρ' οὐδὲν ποιήσηται, δεδέσθω ἐν κύφωνι πρὸς τῷ ἀρχείῳ ἡμερῶν εἴκοσιν, ἐπιρρεόμενος μέλιτι γυμνὸς καὶ γάλακτι, ἵνα ᾖ μελίτταις καὶ μυίαις δεῖπνον καὶ ἀναλώσωσι χρόνῳ τῷ προειρημένῳ αὐτούς. τούτου γε μὴν διελθόντος, ἐὰν ἔτι περιῇ, κατὰ κρημνοῦ ὠθείσθω στολὴν γυναικείαν περιβληθείς.

Ἐπίκουρος: βοηθός. καὶ Ἐπικουρῶ: δοτικῇ.