Τρίτη 8 Αυγούστου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

α) Τα ρήματα σε -ύζειν


§ 234. Ξεπερνώντας τα αρχικά του όρια το -ύζειν (ιδίως με υπερωικό θεματικό χαρακτήρα) επεκτάθηκε σε ονοματοποιίες. Πάντως το υπόβαθρο αποτελούν παράγωγα από ονοματικά υπερωικά θέματα, όπως π.χ. κοκκύζειν 'κρώζω σαν κούκος' (Ησίοδος) από το κόκκυξ, -υγος, ή ὀλολύζειν 'σπαράζω στο κλάμα' (Όμ.) από το ὀλολῡγή 'ολολυγμός'. 

Σε τέτοιες περιπτώσεις συνδέθηκε με το -ύζειν η παράσταση ενός ήχου, και με αυτή την έννοια το -ύζειν προχώρησε στη συνέχεια σε κατακτήσεις: π.χ. κατά το κόκκυ (η φωνή του κούκου) - κόκκυξ - κοκκύζειν[1] σχηματίστηκε από το βαῦ[2] 'γαβ' ένα βαΰζειν 'γαβγίζω' (μετά τον Ηράκλειτο), από το γρῦ ένα γρύζειν 'γκρινιάζω' (κλασ.), από το βάμβαλα (χειμερινὰ ἱμάτια) βαμβάλλειν (τρέμειν, ψοφεῖν τοῖς χείλεσιν 'τρέμω, κροτούν τα χείλια μου') ένα βαμβαλύζειν 'χτυπούν τα δόντια μου [από το κρύο]' (λεξικογράφοι· Ιππώνακτας;). 

Και άλλα επιφωνήματα δέχονται μερικές φορές ένα τέτοιο -ζειν· π.χ. ὤζειν (Αισχύλ., Αριστοφ.) 'φωνάζω ὤ ' (πρβ. οἴμοι - οἰμώζειν (Όμ.) - οἰμωγή), φεύζειν (Αισχύλ.) 'φωνάζω φεῦ [αλοίμονο]', οἴζειν (δυσ- τραγικοί) 'φωνάζω οἴ ', ψιττάζειν (Ησύχιος) 'οδηγώ ένα ζώο φωνάζοντας ψίττα '.[3]
--------------------------
[1] κόκκυ (με μακρό υ και διπλό κ), κοκκύζειν: Αρχικά, το γράμμα υ δήλωνε το φωνήεν [u], που αργότερα τράπηκε σε [y], και τελικά σε [i]. Σήμερα, καθώς η προφορά της αρχαίας λέξης έχει αλλάξει, χρησιμοποιούμε μια παρόμοια ηχομιμητική γι' αυτό το πουλί: κούκος.

[2] βαῦ: Προφανώς κατά την αρχική δημιουργία της ηχομιμητικής λέξης η προφορά της ήτανε περίπου [baw].

[3] Σήμερα το επιφώνημα ψίτ συνηθίζεται κυρίως για τη γάτα.

Το Ασύλληπτο

Ο δρόμος προς τη φώτιση

Το ταξίδι προς την κατανόηση του Ασύλληπτου είναι ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης, να καταστήσει το αφηρημένο απτό και το άπιαστο εφικτό. Είναι η αναζήτηση της ενοποίησης με την κοσμική συνείδηση, τη θεϊκή, ή αυτό που κάποιοι μπορεί να αποκαλούν «Θεό». Εκτείνεται πέρα από τα όρια της περιορισμένης ανθρώπινης διάνοιάς μας και φτάνει στο βασίλειο της διαίσθησης, της πνευματικότητας και του μυστικισμού.

Η ύπαρξη φαίνεται να είναι ένα παράδοξο. Από τη μια, είμαστε άτομα, ξεχωριστά και μοναδικά, και από την άλλη, είμαστε μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, ενός διασυνδεδεμένου ιστού ζωής. Η σταγόνα στον ωκεανό και ο ωκεανός στη σταγόνα. Η αίσθηση του αποχωρισμού μας, η αίσθηση ότι χανόμαστε στην απεραντοσύνη του κόσμου, είναι απλώς μια προοπτική, προϊόν της περιορισμένης μας αντίληψης.

Η ζωή, στην ουσία της, δεν είναι απλώς ένα γαϊτανάκι επιθυμιών και αποστροφών, αλλά μια βαθύτερη, πιο ουσιαστική εμπειρία. Η επιδίωξη υλιστικών επιθυμιών συχνά οδηγεί σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο, έναν τροχό που φαίνεται να περιστρέφεται χωρίς καμία πρόοδο. Αναγνωρίζοντας αυτό, μπορούμε να αγωνιστούμε για μια πλουσιότερη κατανόηση της ζωής και του σκοπού μας μέσα σε αυτήν.

Το μυαλό, με τις αδιάκοπες σκέψεις του, μπορεί συχνά να βιώνεται σαν φυλακή. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει φυλακή. Οι μπάρες και οι τοίχοι είναι δημιούργημα του μυαλού. Έχουμε την ικανότητα να τροφοδοτήσουμε μια σκέψη ή να την αφήσουμε να φύγει, να καταναλωθεί από το μυαλό μας ή να απελευθερωθούμε από αυτήν. Η επιλογή είναι δική μας.

Ο δρόμος προς τη φώτιση, προς την προσωπική εμπειρία της Πραγματικότητας, δεν είναι εύκολος. Είναι γεμάτος προκλήσεις και διλήμματα. Όποιο μονοπάτι κι αν ακολουθήσουμε, θα αντιμετωπίσουμε τα ίδια εμπόδια, τις ίδιες δοκιμασίες. Αλλά αυτά είναι απλώς σκαλοπάτια προς την έσχατη ενότητα με τον Θεό, προς την αίσθηση της Αιωνιότητας.

Καθώς η αντίληψή μας διευρύνεται, αρχίζει να ρίχνει φως στην άγνοιά μας. Πιάνει γενικότερες αντιλήψεις, περνώντας από το ειδικό στο καθολικό, από το πεπερασμένο στο άπειρο. Και όσο περισσότερα μαθαίνουμε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε την απεραντοσύνη αυτών που δεν γνωρίζουμε. Το Ασύλληπτο παραμένει άπιαστο, ωστόσο ακριβώς σε αυτήν την αναζήτηση του Ασύλληπτου βρίσκουμε νόημα. Σε αυτό το ταξίδι πρέπει να χάσουμε τους εαυτούς μας, να εγκαταλείψουμε το εγώ μας, την περιορισμένη μας ταυτότητα, να κατανοήσουμε και να νιώσουμε αληθινά το Ασύλληπτο.

Η Υπερβατική Αντίληψη: Οι Βασικές Ιδέες

Η Ενότητα της Ύπαρξης

Αυτή η αρχή θέτει ότι όλη η ύπαρξη είναι αλληλένδετη. Αγκαλιάζει και το απέραντο και το συγκεκριμένο, το άπειρο και το ατομικό. Η ενότητα της ύπαρξης υποδηλώνει ότι κάθε μεμονωμένη οντότητα είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, ωστόσο διατηρεί τη δική της μοναδικότητα μέσα σε αυτήν την ενότητα που καλύπτει τα πάντα.

Ο κύκλος της επιθυμίας

Η ζωή δεν είναι απλώς ένας ατελείωτος κύκλος επιθυμιών. Ενώ οι επιθυμίες οδηγούν τις ανθρώπινες ενέργειες, υπάρχει μια βαθύτερη ουσία στη ζωή που βρίσκεται πέρα από αυτές τις επιθυμίες. Αυτή την ουσία μπορούμε να την συλλάβουμε μόνο υπερβαίνοντας τον κύκλο των επιθυμιών και εξερευνώντας τα αχαρτογράφητα βάθη της ύπαρξής μας.

Η ψευδαίσθηση της φυλάκισης της σκέψης

Οι σκέψεις συχνά γίνονται αντιληπτές ως φυλακή, αλλά αυτό είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Οι σκέψεις μας είναι προϊόν του δικού μας μυαλού, και ως εκ τούτου, έχουμε τη δύναμη να τις ελέγχουμε. Δεν υπάρχει φυλακή παρά μόνο αυτή που δημιουργούμε για τον εαυτό μας. Αναγνωρίζοντας αυτό, μπορούμε να απελευθερωθούμε από τους περιορισμούς των δικών μας σκέψεων.

Το Συμπαντικό Μονοπάτι

Ανεξάρτητα από τον δρόμο που θα επιλέξει κάποιος, τελικά θα συναντήσει την ίδια παγκόσμια αλήθεια. Το ταξίδι για την κατανόηση της πραγματικότητας, τη σύνδεση με το θείο και την αίσθηση της αιωνιότητας είναι μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Κάθε μονοπάτι, όσο μοναδικό κι αν είναι, τελικά συγκλίνει προς αυτή την παγκόσμια αλήθεια.

Διεύρυνση της Αντίληψης

Καθώς η αντίληψή μας διευρύνεται, φωτίζει τον απέραντο χώρο της άγνοιας. Με κάθε νέα κατανόηση, η αντίληψή μας διευρύνεται, περιλαμβάνοντας σταδιακά περισσότερο από το άγνωστο. Αυτή η επέκταση συνεχίζεται μέχρι να φτάσουμε στην ανεξιχνίαστη, την απόλυτη αλήθεια που βρίσκεται πέρα από τη συμβατική κατανόηση.

Προσωπική Εμπειρία του Ασύλληπτου

Η τελική αρχή θέτει ότι κάποιος πρέπει να βιώσει προσωπικά το ανεξιχνίαστο. Για να συλλάβει κανείς αληθινά την απόλυτη αλήθεια, πρέπει να εγκαταλείψει τον εαυτό του, παραδομένος στο άπειρο και το αιώνιο. Αυτή η προσωπική εμπειρία είναι το αποκορύφωμα του ταξιδιού προς την υπερβατική αντίληψη.

Η Θεωρία της Υπερβατικής Αντίληψης ενθαρρύνει τα άτομα να απελευθερωθούν από τους αυτοεπιβαλλόμενους περιορισμούς τους, να αγκαλιάσουν τη διασύνδεση της ύπαρξης, να ξεπεράσουν τον κύκλο των επιθυμιών και να ξεκινήσουν ένα προσωπικό ταξίδι για να κατανοήσουν και να βιώσουν την απόλυτη αλήθεια. Προσφέρει ένα πλαίσιο για την εξερεύνηση των βαθύτερων μυστηρίων της ύπαρξης και προτείνει μια πορεία προς τη φώτιση και την αυτοπραγμάτωση.

Ακολουθούν μερικές συμβουλές με βάση τα θέματα που παρουσιάσαμε:

1. Αγκαλιάστε την ενότητα στη διαφορετικότητα: Αναγνωρίστε ότι ενώ είστε άτομο, είστε μέρος της τεράστιας ύπαρξης. Η ενότητα της ύπαρξης δεν αποκλείει την ατομικότητα αλλά την περιλαμβάνει. Γιορτάστε τη μοναδικότητά σας ενώ ταυτόχρονα τιμάτε τη σύνδεσή σας με τον ευρύτερο κόσμο.

2. Ψάξτε πιο βαθιά από τις επιθυμίες: Η ζωή είναι κάτι περισσότερο από έναν κύκλο αμετάβλητων επιθυμιών και αναγκών. Αναζητήστε βαθύτερη κατανόηση και σκοπό στην ύπαρξη πέρα από τον επιφανειακό τροχό των επιθυμιών.

3. Ελευθερώστε το μυαλό σας: Καταλάβετε ότι η μόνη φυλακή είναι αυτή που δημιουργείτε για τον εαυτό σας στο μυαλό σας. Έχετε τη δύναμη να απελευθερωθείτε από περιοριστικές πεποιθήσεις και αρνητικά μοτίβα σκέψης. Τρέφετε το μυαλό σας με θετικές, επεκτατικές σκέψεις.

4. Αναζητήστε την προσωπική εμπειρία της πραγματικότητας: Μην αρκεστείτε σε γνώσεις από δεύτερο χέρι ή σε εμπειρίες άλλων για την πραγματικότητα. Αναζητήστε τη δική σας προσωπική εμπειρία της πραγματικότητας, προσπαθήστε να ενωθείτε με το θείο με τον δικό σας μοναδικό τρόπο και νιώστε την αιωνιότητα μέσα σας.

5. Επεκτείνετε την αντίληψή σας: Προσπαθείτε συνεχώς να διευρύνετε την κατανόηση και την επίγνωσή σας. Καθώς φωτίζετε το άγνωστο με γνώση και κατανόηση, θα φτάσετε τελικά στο ανεξιχνίαστο. Μην το φοβάστε αυτό. Αντίθετα, αγκαλιάστε το μυστήριο και συνειδητοποιήστε ότι είναι μέρος του εαυτού σας.

6. Εγκαταλείψτε τον εαυτό: Τέλος, για να φτάσουμε αληθινά στο ανεξιχνίαστο, πρέπει να μάθουμε να εγκαταλείπουμε το εγώ μας, την κατασκευασμένη αίσθηση του εαυτού μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουμε την ατομικότητά μας, αλλά μάλλον αφήνουμε την προσκόλλησή μας σε αυτήν. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να βιώσουμε το πραγματικό βάθος της πραγματικότητας και τη θέση μας μέσα σε αυτήν.

Θυμηθείτε, αυτά δεν είναι εύκολα βήματα και απαιτούν υπομονή, ανθεκτικότητα και θάρρος. Αλλά το ταξίδι προς την κατανόηση του ανεξιχνίαστου είναι μια από τις πιο ανταποδοτικές αναζητήσεις που μπορεί να κάνει κανείς.

Μείνε αυθεντικός, σε έναν κόσμο που υποκρίνεται

Σε έναν κόσμο που οι περισσότεροι υποκρίνονται, εσύ μείνε αυθεντικός και πιστός στις αξίες σου, στις αρχές σου. Όποιος παραμείνει κοντά σου, θα σε θέλει πραγματικά.

Σε έναν κόσμο που βασιλεύει η αδιαφορία και ο καθένας κοιτάζει την πάρτη του, εσύ να κρατήσεις την ανθρωπιά σου και την ευαισθησία σου.

Σε έναν κόσμο που όλοι έγιναν σοβαροί, άκαμπτοι, αχόρταγοι, προβλέψιμοι και κρύβουν τα συναισθήματά τους, εσύ να παραμένεις παιδί. Να χαίρεσαι με το παραμικρό, να γελάς, να ενθουσιάζεσαι, να κλαις, να πιστεύεις και να είσαι απρόβλεπτος. Να παθιάζεσαι και να ονειρεύεσαι σαν παιδί.

Σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει σεβασμός και η ευγένεια είναι είδος προς εξαφάνιση, πες “ευχαριστώ”, δώσε τη θέση σου, μίλα όμορφα στους υπαλλήλους σου, στον σερβιτόρο, βοήθα έναν ηλικιωμένο, καλημέρισε τον γείτονα, χαμήλωσε τη μουσική σου, μάζεψε ένα σκουπίδι από το δρόμο, από την παραλία. Παραχώρησε προτεραιότητα στο δρόμο, μάθε στα παιδιά σου τρόπους, ζήτα συγγνώμη· γίνε εσύ το παράδειγμα.

Σε μια κοινωνία που προσπαθεί να σου επιβάλλει το φόβο, την αποξένωση, την μιζέρια και την καταστροφολογία, εσύ να γίνεις το χαμόγελο, η ελπίδα, ο λόγος που κάποιοι θα χαμογελάσουν ξανά. Σβήσε τον αρνητισμό με την θετικότητα.

Στον κόσμο του γρήγορου σεξ, των γρήγορων ρυθμών και της επιφάνειας, εσύ να ψάχνεις τα μάτια, την ουσία, και να απολαμβάνεις τη διαδρομή.

Σε έναν κόσμο που οι περισσότεροι ψάχνουν την επιβεβαίωση, μέσω φίλων, μέσω συντρόφων, μέσω υλικών αγαθών, εσύ να επιβεβαιώνεις τον εαυτό σου μόνος σου, να τον αγαπάς, να μην αναλώνεσαι και να μην τον περιφέρεις σαν στολισμένο ζώο σε “τσίρκα”, προς τέρψη των άλλων.

Και όταν όλοι σου λένε, ότι δεν υπάρχει αγάπη, ότι δεν υπάρχει αλήθεια, ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι, ότι δεν υπάρχει ελπίδα· να είσαι ΕΣΥ η αγάπη, η ενσυναίσθηση, ο φάρος που λάμπει στο σκοτάδι, η βοήθεια, και να μην διαψεύσεις ποτέ τον εαυτό σου.

Στην κοινωνία του φαίνεσθαι, μείνε ο εαυτός σου.
Στον κόσμο της επίδειξης, γίνε η απλότητα.
Στο “θέατρο της ζωής”, γίνε η αυθεντικότητα.
Στον κόσμο της υπόσχεσης, γίνε η απόδειξη.
Στην μάχη της καθημερινότητας, η ήρεμη δύναμη.
Στην αναζήτηση της ηδονής, ψάξε τον έρωτα.
Για την επίτευξη της αλλαγής, γίνε το παράδειγμα.
Σε έναν κόσμο “ίδιο”, εσύ κάνε την διαφορά.
Οι μεγαλύτερες επαναστάσεις και οι δυνατότερες αλλαγές, ξεκίνησαν από μέσα μας!

Μην περιμένεις λοιπόν τους άλλους, για να κινητοποιηθείς κι εσύ.

Κάνε ΕΣΥ την αρχή!

Bertrand Russell: Η φιλοσοφία της Φύσης

Η θρησκεία, μιας και πηγάζει από τον φόβο
, έχει εξάρει ορισμένους φόβους και έκανε τούς ανθρώπους να μην τους θεωρούν μισητούς. Σ’ αυτό έβλαψε πολύ τήν ανθρωπότητα, γιατί κάθε φόβος είναι κακός.

Πιστεύω πώς όταν πεθάνω θα σαπίσω και τίποτα από το εγώ μου δεν θα επιζήσει. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τή ζωή, δεν καταδέχομαι όμως να τρέμω από φόβο στή σκέψη της εκμηδένισης μου.

Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο γνήσια επειδή κάποτε τελειώνει, ούτε ο στοχασμός και η αγάπη χάνουν τήν άξια τους γιατί δεν διαρκούν αιώνια.

Πολλοί άνθρωποι φέρθηκαν περήφανα στο ικρίωμα, και η ίδια αυτή περηφάνια πρέπει να μας διδάξει να σκεφτόμαστε σωστά για τή θέση του ανθρώπου στον κόσμο.

Ακόμα κι όταν τ’ ανοιχτά παράθυρα της επιστήμης μας κάνουν να αναρριγούμε όσο κι από τή βολική κλεισούρα τών, παραδοσιακών, ενανθρωπιστικών μύθων, στο τέλος, δροσερός αέρας θα μας δυναμώσει και οι ανοιχτοί χώροι θα έχουν ένα δικό τους μεγαλείο,

Η φιλοσοφία της φύσης είναι ένα πράγμα, και η φιλοσοφία αξιών ένα άλλο. Η σύγχυσή τους, μονάχα βλάβη μπορεί να προκαλέσει. Αυτό πού θεωρούμε καλό, αυτό πού αρέσει, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό πού είναι, μέ το πρόβλημα δηλαδή πού απασχολεί τή φιλοσοφία της φύσης.

Από τήν άλλη μεριά, κανένας δεν μπορεί να μας απαγορεύσει να εκτιμούμε ετούτο ή εκείνο, μέ το πρόσχημα πώς ο μη ανθρώπινος κόσμος δεν το εκτιμά, ούτε είναι δυνατό να μας υποχρεώσουν να θαυμάζουμε οτιδήποτε, γιατί είναι «νόμος της φύσης». δεν υπάρχει αμφιβολία πώς είμαστε μέρος της Φύσης, πού δημιούργησε τούς πόθους μας, τις ελπίδες και τούς φόβους μας» σύμφωνα μέ νόμους πού οι φυσικοί αρχίζουν ν’ ανακαλύπτουν.

Με τήν έννοια τούτη, είμαστε ένα μέρος της Φύσης, δηλαδή είμαστε υποταγμένοι σ’ αυτήν και στους νόμους της, και, τελικά, τα θύματά της.

Η φιλοσοφία της Φύσης δεν πρέπει να είναι υπερβολικά γήινη. Γιατί η Γή είναι ένας μονάχα από τούς πιο μικρούς πλανήτες, πού ανήκουν σ’ έναν από τούς μικρότερους αστέρες τού Γαλαξία.

Θα ήταν γελοίο να εξωθούμε τή φιλοσοφία της Φύσης σέ τρόπο πού τ’ αποτελέσματα της να είναι ευχάριστα. στά απειροελάχιστα παράσιτα του ασήμαντου αυτού πλανήτη.

Ο βιταλισμός σα φιλοσοφία και η θεωρία της εξέλιξης δείχνουν, από τήν άποψη αύτη, έλλειψη αίσθησης αναλογιών και λογικής σημασίας. Ατενίζουν τα γεγονότα της ζωής, πού μας ενδιαφέρουν προσωπικά, σα να έχουν συμπαντική σημασία, και όχι μιά σημασία πού περιορίζεται στήν επιφάνεια της Γής.

Η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία, σαν συμπαντικές φιλοσοφίες, δείχνουν τον ίδιο αφελή ανθρωπομορφισμό.

Το μεγάλο Σύμπαν, στο μέτρο πού το γνωρίζουμε, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό και δεν ενδιαφέρεται να μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους. Όλες οι τέτοιες φιλοσοφίες προκύπτουν από τήν έπαρση μας και διορθώνονται κατά τον καλύτερο τρόπο μέ λίγη αστρονομία.

Στή φιλοσοφία άξιων όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Φύση είναι ένα μέρος μονάχα αυτών πού μπορούμε να φαντασθούμε. το κάθε τί, πραγματικό ή φανταστικό·, μπορεί να εκτιμηθεί από μας και δεν υπάρχουν εξωτερικά σταθμά πού να αποδείχνουν πώς η αξιολόγησή μας αύτη είναι λαθεμένη.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι τελεσίδικοι κριτές των αξιών και στον κόσμο των αξιών η Φύση είναι ένα μόνο μέρος του. Έτσι, σέ τούτον τον κόσμο είμαστε μεγαλύτεροι από τή Φύση.

Στον κόσμο των αξιών η Φύση είναι ουδέτερη, ούτε καλή είναι ούτε κακή, ούτε άξια θαυμασμού, ούτε άξια καταδίκης. Εμείς είμαστε εκείνοι πού δημιουργούμε τις αξίες και οι πόθοι μας είναι εκείνοι πού αξιολογούν.

Στο βασίλειο αυτό είμαστε βασιλιάδες και εξευτελίζουμε σίγουρα την ηγεμονία μας, αν σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στή Φύση. Σέ μας εναπόκειται να καθορίσουμε τί είναι, καλή ζωή, όχι στή Φύση — ούτε καν αν τήν προσωποποιήσουμε σα θεό.

Bertrand Russell, Μετά τη γνώση

Μισέλ Φουκώ: Η ιστορία της τρέλας

«Όλοι οι άνθρωποι είναι τόσο αναπόφευκτα τρελοί που, όποιος δεν είναι τρελός, είναι διπλά τρελός» Πασκάλ. Κι ακόμη ένα κείμενο του Ντοστογιέφσκι από το «Ημερολόγιο του Συγγραφέα»: «Ο καλύτερος τρόπος για να σιγουρευτείς ότι εσύ είσαι ο γνωστικός, δεν είναι το να κλείσεις μέσα το γείτονά σου»

Πρέπει να γραφτεί η ιστορία αυτής της «διπλής τρέλας». Πρέπει να προσπαθήσουμε, ψάχνοντας μέσα στην ιστορία, να συναντήσουμε το βαθμό μηδέν της ιστορίας της τρέλας, τη στιγμή που είναι ακόμη εμπειρία αδιαφοροποίητη.

Πατάμε σίγουρα σε άβολη περιοχή. Για να τη διασχίσουμε θα χρειαστεί να αρνηθούμε το βόλεμα που προσφέρουν οι καθιερωμένες αλήθειες, κι ούτε στιγμή να μην αφεθούμε να μας καθοδηγήσουν οι επιστημονικές γνώσεις μας για την τρέλα. Το καθοριστικό είναι η χειρονομία που διαχώρισε την τρέλα, κι όχι η επιστήμη που καθιερώθηκε, όταν πια είχε συντελεστεί ο διαχωρισμός.

Τότε, και τότε μοναχά, θα μπορέσει να φανεί η περιοχή εκείνη όπου ο τρελός κι ο γνωστικός, οι δυο χωρισμένοι τώρα πια άνθρωποι, είναι ακόμη αδιαχώριστοι και, σε μια γλώσσα πολύ πιο πηγαία, αδρή και πολύ πιο φρέσκια από τη γλώσσα της επιστήμης, λένε τα λόγια της ρήξης τους, λόγια που με τρόπο φευγαλέο μαρτυρούν ότι ακόμη μιλιούνται. Σ’ αυτόν τον διάλογο τρέλα και μη-τρέλα, λογική και μη-λογική αντιφάσκουνε συγκεχυμένα: πριν γεννηθούν, είναι αχώριστες. Κι όταν χωρίζονται, υπάρχουν η μία μόνο για την άλλη, η μία μόνο ως προς την άλλη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν επικοινωνεί πια με τον τρελό: από τη μια στέκεται ο λογικός άνθρωπος, που για τα ζητήματα της τρέλας καθιστά υπεύθυνο το γιατρό κι έτσι αποκλείει κάθε άλλο δρόμο επαφής με την τρέλα, αφήνοντας ανοικτό μονάχα εκείνον που περνά μέσα από τον αφηρημένο χαρακτήρα της αρρώστιας.

Από την άλλη πλευρά, στέκεται ο άνθρωπος της τρέλας. Αυτός δεν επικοινωνεί με τους άλλους παρά μονάχα μέσα από μια λογική, που αποτελεί επιταγή, καταναγκασμό σωματικό και ηθικό, ανώνυμη πίεση της ομάδας, απαίτηση για συμμόρφωση. Όσο για γλώσσα κοινή, δεν υπάρχει ή καλύτερα, δεν υπάρχει πια.

Ο άνθρωπος της τρέλας φοβίζει. Αλλά φοβίζει με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Βλέποντάς τον, ασυνείδητα κλονίζεται μέσα μας η αίσθηση της λογικής. Μια αίσθηση που κατά καιρούς πλήττεται από διάφορες καταστάσεις που μας κάνουν να νοιώθουμε ότι ακροβατούμε. Με αρκετά νευρωτικά στοιχεία οι περισσότεροι από εμάς και σε μια κοινωνία, η δόμηση της οποίας μας ωθεί σε όλο και πιο έντονες νευρωτικές τάσεις και συμπεριφορές, κάπου νοιώθουμε ότι το παιχνίδι της λογικής, παίζεται, όχι τόσο μέσα μας πια, αλλά στο πεδίο της κοινωνίας.

Μεγαλύτερη σημασία έχει αποκτήσει η απόδειξη προς τους άλλους για το πόσο λογικοί είμαστε, παρά η διατήρηση της ισορροπίας μέσα μας. Και εκείνη τη στιγμή που αμφιβάλλουμε για την ισορροπία μας αυτή, και που το κύριο μέλημά μας είναι να αποκρύπτουμε τα νευρωτικά μας στοιχεία από τον περίγυρο, εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο τρελός, ως από μηχανής θεός να μας καθησυχάσει. Η απόδειξη ότι είμαστε καλά, βρίσκεται πια μπροστά μας με σάρκα και οστά. Και η ανάγκη μας να αποστασιοποιηθούμε από αυτόν είναι μια ανάγκη που πηγάζει από τους δικούς μας φόβους. «Μα καλά» θα πει εδώ ο αντίλογος, «εγώ ούτε φωνές ακούω, ούτε παράλογες σκέψεις κάνω, ούτε επικίνδυνος είμαι για το σύνολο». Δε θα διαφωνήσω, αλλά θα θέσω μερικά ερωτήματα.

Ο τρελός αντιμετωπίζει άγνωστους κινδύνους. Φωνές, ιδέες παράλογες τον αποδιοργανώνουν σε μεγάλο βαθμό. Μα και οι νευρώσεις που μας διακατέχουν, άγνωστη αιτιολογία δεν έχουν; Οι εσωτερικές συγκρούσεις που οδηγούν σε κρίσεις πανικού, σε φοβίες ή σε κάποιο άλλο νευρωτικό σύμπτωμα, δεν έχουν σαν κύριο πρόβλημα τον άγνωστο παράγοντα; Το άγνωστο φοβίζει λοιπόν τόσο τον τρελό, όσο και εμάς τους υπόλοιπους που ανήκουμε μόνο στο νευρωτικό πεδίο. Να λοιπόν μια κοινή συνιστώσα. Ήδη ίσως το άγχος να αυξάνεται στον γράφων και στον αναγνώστη, από μια έστω μικρή υποψία ταύτισης της λογικής με την τρέλα. Ο τρελός όμως δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο το άγνωστο. Έχει άλλα εξίσου ίσως σημαντικά προβλήματα, όσο ακραίο κι αν αυτό ακούγεται.

Η απόρριψη και η περιθωριοποίηση που βιώνει καθημερινά, είναι κάτι εξίσου άσχημο με τις ψευδαισθήσεις του. Τα λογικά του κομμάτια, όλο και συρρικνώνονται κάτω από την πίεση της λογικής κοινωνίας. Η μόνη ουσιαστική υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, είναι να αυτοαποκλειστεί από αυτό. Και η αίσθηση πως τίποτε καλό δεν υπάρχει μέσα του-μιας και αυτό το μήνυμα παίρνει από τους «λογικούς ανθρώπους» τον κάνει να αισθάνεται όλο και λιγότερο άνθρωπος. Και να θέσω ένα τελευταίο ερώτημα γι αυτό το δεύτερο κείμενο σχετικά με το στίγμα. Ποιος θα μπορούσε να αντέξει την απομόνωση από τους υπόλοιπους ανθρώπους και να παραμείνει άνθρωπος;

Κι έπειτα, η θαλασσοπορία, αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στην αβέβαιη τύχη του. Είναι η ώρα που ο καθένας παραδίνεται στα δικά του πεπρωμένα, κάθε επιβίωση είναι δυνάμει η τελευταία. Ο τρελός, που φεύγει πάνω στο τρελό καράβι του, κινάει για τον άλλο κόσμο. Κι όταν ξεμπαρκάρει, πάλι είναι σα να ’ρχεται από τον άλλο κόσμο. Επειδή δε μπορεί και δεν πρέπει να ’χει άλλη φυλακή από το ίδιο το κατώφλι, τον κρατούν στο χώρο του περάσματος. Τον τοποθετούν στο εσωτερικό του εξωτερικού και αντίστροφα.

Θέση εξαιρετικά συμβολική, που σίγουρα θα μείνει δική του μέχρι και τις μέρες μας, αν βέβαια συγκατανεύσουμε στο ότι εκείνο που άλλοτε στάθηκε το ορατό φρούριο που οχυρώνονταν η τάξη των πραγμάτων, τώρα έγινε ο αόρατος πύργος όπου κλειδώνεται η συνείδησή μας.

Όμως ο «τρελός» που ελέγχει την «τρέλα του»
… είναι αυτός που τον τρέμουν Ημίθεοι και Θεοί

FOUCAULT MICHEL, Η ιστορία της τρέλας

Τα ιερά τέρατα της φιλοσοφίας ήξεραν όσα επιμένουμε να αγνοούμε και παραμένουμε δυστυχείς ή έστω συμβιβασμένοι

Στηριζόμαστε στα εγχειρίδια και τους οδηγούς ευτυχίας, ψάχνουμε μότο που φτιάχνουν τη μέρα μας και φυλαχτά που μας κρατούν μακριά από κακοτοπιές και στιγμές δυστυχίας και αγνοούμε το προφανές, αυτό που άλλοι -με πνεύματα σαφώς ευρύτερα από το δικό μας- είχαν ανακαλύψει και μοιραστεί με την ανθρωπότητα. Ποιος είπε ότι η φιλοσοφία είναι απλώς μια βαρετή επιστήμη και όχι μια πυξίδα για να ευτυχήσει κανείς στην καθημερινότητα του; Τι θα σκεφτόταν ο Σωκράτης, για παράδειγμα, αν μας έβλεπε να πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό; Τι θεωρούσε ο Κομφούκιος ως πεμπτουσία της ευτυχίας; Μια ματιά σε όσα πίστευαν γι’ αυτήν -και το άπιαστο της- 9 από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, ίσως αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή και τις (όποιες) δυσκολίες της.

Μπέρτραντ Ράσελ

«Απ’ όλα τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνουμε, το πιο θανάσιμο κι εκείνο που σκοτώνει την πιθανότητα μας να ευτυχήσουμε αληθινά, είναι το να προφυλασσόμαστε από την αγάπη». Κι αυτό το έλεγε ο Ράσελ, ένας εραστής των μαθηματικών, της επιστήμης και του ορθολογισμού, αν κάτι λέει αυτό.

Φρίντριχ Νίτσε

«Ευτυχία είναι η αίσθηση ότι η δύναμη αυξάνεται – ότι μία αντίσταση εξουδετερώνεται». Αναμενόμενη, αλλά ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του μηδενιστή Νίτσε, που πίστευε ότι η ευτυχία κρύβεται στον έλεγχο που μπορεί κάποιος να ασκεί στο περιβάλλον του και στον εαυτό του. Αυτό το αίσθημα ότι κάποιος έχει τον έλεγχο των εμπειριών του, εγγυάται ευτυχισμένη ζωή, κατά τον φιλόσοφο πάντα.

Τζον Στιούαρτ Μιλ

«Έχω μάθει να αναζητώ την ευτυχία, οριοθετώντας τις επιθυμίες μου, παρά προσπαθώντας να τις ικανοποιήσω». Αναμενόμενη προσέγγιση από τον πατέρα του φιλελευθερισμού, που όταν η κουβέντα γύριζε στα περί προσωπικής ζωής και ευτυχισμένου βίου, ασπαζόταν περισσότερα τα αρχαιοελληνικά ιδανικά: κοινώς, η ευτυχία του είχε όριο, για να μπορέσουν να ευτυχήσουν και οι γύρω του.

Σωκράτης

«Το μυστικό της ευτυχίας, βλέπετε, δεν βρίσκεται στο να αναζητάτε περισσότερα, αλλά στο να διαμορφώσετε τη δεξιότητα του να απολαμβάνετε τα λιγότερα». Για τον δικό μας Σωκράτη, η ευτυχία δεν ήταν θέμα εξωτερικών παραγόντων, αλλά προϊόν εσωτερικών διεργασιών. Με το να τιθασεύουμε την επιθυμία για ολοένα και περισσότερα αγαθά -ή ό,τι επιθυμεί ο καθένας- μαθαίνουμε να εκτιμάμε τις απλές και αληθινές χαρές της ζωής.

Κομφούκιος

«Όσο περισσότερο διαλογίζεται ο άνθρωπος πάνω το καλό, τόσο καλύτερος θα γίνεται ο κόσμος του και ο κόσμος όλος». Αυτά από τον φιλόσοφο που ενέπνευσε το κίνημα της θετικής σκέψης και της συμπεριφορικής ψυχολογίας, που παρακίνησε την ανθρωπότητα να αναζητήσει τη βαθύτερη σύνδεση αισθημάτων, σκέψεων και συμπεριφορών. Κατά το κομφουκιανό θεώρημα η ευτυχία δεν είναι παρά μία προφητεία που ο καθένας εκπληρώνει για τον εαυτό του, ανακαλύπτοντας τα βαθύτερα ιδανικά που τρέφουν την ύπαρξη του.

Σενέκας

«Οι μεγαλύτερες ευλογίες της ανθρωπότητας βρίσκονται μέσα μας. Ο σοφός άνθρωπος είναι ικανοποιημένος με όσα έχει, όσα κι αν είναι αυτά, χωρίς να προσεύχεται για όσα δεν έχει». Ο στωικός φιλόσοφος με ρήσεις σαν κι αυτή εδραίωσε αυτό που στη σύγχρονη ψυχολογία γνωρίζουμε ως κέντρο ελέγχου των επιθυμιών μας. Για τους οπαδούς της θεωρίας του αυτό το κέντρο ζει για πάντα και καθοδηγεί με ασφάλεια και σοφία τις κινήσεις τους σαν εμπνευσμένη εξωγενής δύναμη.

Λάο Τσε

«Αν νιώθεις θλιμμένος ζεις στο παρελθόν. Αν είσαι αγχωμένος, ζεις στο μέλλον. Αν είσαι γαλήνιος, ζεις στο παρόν». Μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της κινεζικής φιλοσοφίας, ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ γνώριζε αυτό που συνεχώς λέμε στον εαυτό μας -μήπως και το πιστέψουμε: ζήστε τη στιγμή. Η σύγχρονη ψυχολογία υιοθετώντας την άποψη του υποστηρίζει ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι οι αφοσιωμένοι σ’ αυτό που κάνουν, τη στιγμή που το κάνουν.

Σόρεν Κίρκεγκαρντ

«Η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά μία πραγματικότητα που οφείλουμε να βιώσουμε». Ο δανός φιλόσοφος, θεολόγος και ποιητής πηγαίνοντας λίγο μακρύτερα τη σκέψη του Λάο Τσε είχε να προτείνει το εξής: όλα αντιμετωπίζονται καλύτερα, όταν παύουμε να τα θεωρούμε προβλήματα, αλλά εμπειρίες που κάπως πρέπει να χειριστούμε. Από τον χειρισμό εξαρτάται η ευτυχία μας. Απλό.

Χένρι Ντέιβιντ Θορώ

«Η ευτυχία είναι σαν μια πεταλούδα. Όσο περισσότερο την κυνηγάς, τόσο σου ξεφεύγει. Αλλά αν στρέψεις την προσοχή σου σε κάτι άλλο, θα έρθει να καθίσει απαλά στον ώμο σου». Με άλλα λόγια, ένας από τους μεγαλύτερους προβοκάτορες της παγκόσμιας λογοτεχνίας εξηγεί γιατί το κυνήγι της ευτυχίας -και η ρουτίνα που αυτό επισύρει- διαλύει τη μαγεία του αιφνιδιασμού. Όσο λιγότερο δεσμεύεται κανείς στη συνήθεια, τόσο αποκτά μια ευρύτερη, σχεδόν κοσμική άποψη για όλα εκείνα που -όποτε θέλει- φέρνει η ζωή. Τα οποία έρχονται, όταν παύουμε να τα περιμένουμε με το ρολόι στο χέρι.

Συντροφικότητα και Αυτονομία

Συχνά μοιάζουν δύο λέξεις ασύμβατες μεταξύ τους χωρίς προφανή κοινά σημεία. Σε μία γρήγορα εξελισσόμενη κοινωνία όμως όπως η δική μας, αυτές θα πρέπει να είναι δύο έννοιες αλληλένδετες όπου η μία θα είναι φυσική συνέχεια της άλλης. Αυτό βέβαια είναι παράξενο για πολλούς, αλλά αν εστιάσουμε λίγο καλύτερα στην αληθινή σημασία της συντροφικότητας, θα καταλάβουμε ότι μόνο με ουσιαστική αυτονομία των δύο μερών μπορεί να επιτευχθεί και να είναι υγιής.

Συντροφικότητα και αυτονομία σημαίνει να είσαι ελεύθερος
για να μπορείς να δοθείς ολοκληρωτικά σε μια σχέση.

Η έννοια της συντροφικότητας

Η συντροφικότητα είναι η ανταλλαγή συναισθημάτων, κοινών εμπειριών και στιγμών με ένα άλλο άτομο. Είναι μία σχέση η οποία οικοδομείται πάνω στηνεμπιστοσύνη ανάμεσα στα δύο μέρη και λειτουργεί μέσα από τον αλληλοσεβασμό. Δεν στηρίζεται ποτέ σε εξαρτημένα ή τοξικά συναισθήματα (ζήλια, ανασφάλειες, φόβος, ενοχές κά.) γιατί τότε χάνει την ισορροπία της και καταλήγει μία φθοροποιός κατάσταση που επιβαρύνει και τους δύο. Μία λύση ανάγκης και όχι αληθινής αγάπης, που απλά εξυπηρετεί και τους δύο χωρίς ουσιαστικό υπόβαθρο.

Η έννοια της αυτονομίας

Η αυτονομία από την άλλη είναι μία πολύ σημαντική έννοια που και αυτή έχει παρανοηθεί και παραφραστεί στις μέρες μας. Αυτονομία δεν σημαίνει λειτουργώ ανεξέλεγκτα και με ασυδοσία, αλλά μαθαίνω να σέβομαι τις εσωτερικές μου παροτρύνσεις και να τις ακολουθώ όταν αυτές δεν προσβάλλουν κάποιο συνάνθρωπό μου. Είμαι αυτάρκης και σε θέση να εκπληρώνω μόνος μου κάθε μου ανάγκη χωρίς τη διάθεση να προσκολληθώ κάπου για να επωφεληθώ είτε το κάνω συνειδητά είτε ασυνείδητα. Και ακριβώς επειδή δεν σε έχω ανάγκη, μπορώ να μοιράζομαι μαζί σου αρμονικά τις στιγμές μου χωρίς περιττές εξαρτήσεις.

Έλεγχος υγιούς σχέσης

Χρειάζεται βέβαια ιδιαίτερη προσοχή, καθότι είναι συχνά δυσδιάκριτα τα όριαανάμεσα στην αυτονομία και στην αδιαφορία, την ασυδοσία ή ακόμα και την ασέβεια απέναντι στον σύντροφό μας. Παρακάτω παρατίθενται μερικοί τρόποι μέσω των οποίων μπορούμε να ελέγξουμε την ποιότητα της σχέσης μας.

1. Πρώτα απ’ όλα ελέγχουμε τα κίνητρά μας. Πρέπει να μάθουμε να είμαστε περισσότερο ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να αναρωτηθούμε για ποιον ακριβώς λόγο είμαστε σε αυτή τη σχέση. Εάν η απάντηση είναι βάσει θετικών συναισθημάτων, όπως η εκτίμηση, ο σεβασμός και η αγάπη τότε έχουμε τις βάσεις για να την εξελίξουμε περισσότερο.

Αν όμως μας καλύπτει υλικές ή άλλες ανάγκες όπως προσωπικές ή κοινωνικές ανασφάλειες ή ακόμα και κάποιον κρυμμένο εγωιστικό ψυχαναγκασμό του τύπου: «εγώ αυτόν μπορώ να τον σώσω» στην περίπτωση που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα (μάλλον τελικά θα αρρωστήσουμε εμείς, γιατί δεν μπορούμε να σώσουμε κανέναν που από μόνος του δεν επιλέγει την υγεία). Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις και σε άλλες πολλές αντίστοιχες, αυτή η σχέση δεν έχει ουσιαστικό λόγο ύπαρξης και λειτουργεί εντέλει επιβλαβώς και για τα δύο μέλη.

Θα πρέπει λοιπόν πρώτα απ’ όλα να είμαστε σίγουροι για τις προθέσεις μας, γιατί ακόμα κι αν μοιάζουν αγνές μπορεί να υποβόσκουν άλλα κίνητρα, όπως διάθεση για χειραγώγηση, εγωκεντρισμό και αλαζονεία, τα οποία βέβαια δεν μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτά. Ωστόσο, ένα άτομο με στοιχειώδες επίπεδο αυτογνωσίας μπορεί να τα εντοπίσει, εάν το επιθυμεί φυσικά.

2. Μία σχέση που βασίζεται στην αυτονομία των δύο μελών της δεν έχει διαρκείς συγκρούσεις. Δεν πρόκειται βέβαια και για μία επίπεδη και παγωμένη σχέση, αλλά συνήθως οι έντονα συγκρουσιακές σχέσεις βασίζονται και σε έντονες εξαρτήσεις. Μία υγιής σχέση δίνει χώρο και αποδοχή και κυριαρχείται από εσωτερική γαλήνη και βεβαιότητα ότι όλα είναι όπως πρέπει και βαδίζουμε σωστά. Παρατηρήστε την καθημερινότητά σας κι αν αυτή βασίζεται σε συχνές εντάσεις και τσακωμούς τότε προφανώς κάτι πάει λάθος.

3. Γνωρίζουμε όλο και περισσότερο τον εαυτό μας και δείχνουμε την ειλικρινή διάθεση να γίνουμε καλύτεροι. Γιατί η αυτονομία περνάει μέσα από την αυτογνωσία. Δεν μπορούμε να λειτουργούμε αυτόνομα εάν δεν γνωρίζουμε καλά αυτές μας τις λειτουργίες.

4. Η σχέση μας με άτομα των οποίων η γνώμη έχει εξέχουσα βαρύτητα με αποτέλεσμα να τροποποιούμε τις αποφάσεις μας για να τους είμαστε αρεστοί είναι μία σχέση που ούτε συντροφικότητα τη διακρίνει ούτε φυσικά αυτονομία. Σε μία αυτόνομη σχέση αντιθέτως ακούμε και σεβόμαστε τη γνώμη του συντρόφου μας. Αλλά δεν την ακολουθούμε απαραίτητα, εάν αυτή δεν συνάδει με τις εσωτερικές μας επιθυμίες. Χωρίς να νιώθουμε ενοχές και ανασφάλειες ότι θα τον χάσουμε, μεταλλάσσοντας την προσωπικότητά μας σε κάτι που δεν είμαστε.

5. Έχουμε χώρο και χρόνο για τον εαυτό μας και για δραστηριότητες που μας κάνουν χαρούμενους και δημιουργικούς. Εδώ είναι επικίνδυνο ναπαρεκκλίνουμε από το μέτρο και να χάσουμε τον έλεγχο, γι’ αυτό θα πρέπει να φιλτράρουμε τα πάντα μέσω του αυτοσεβασμού μας και του σεβασμού προς τον σύντροφό μας. Το ισχυρό φίλτρο του σεβασμού θα μας επαναφέρει γρήγορα εντός των πλαισίων.

Κυρίως όμως, θα πρέπει να μας διακρίνει η καλή διάθεση να ανατροφοδοτούμε διαρκώς τη σχέση με βήματα εξέλιξης, που θα μας οδηγήσουν μέσα από την πολύπλοκη καθημερινότητα σε μία υγιή και ισορροπημένη σχέση. Η σχέση αυτή θα διακρίνεται για την ουσιαστική κατανόηση ανάμεσα στο ζευγάρι. Με μία φράση η συντροφικότητα με την αυτονομία συνυπάρχουν όταν περνάμε ωραία με τον σύντροφό μας αλλά περνάμε εξίσου ωραία και χωρίς αυτόν. Τότε αποδεικνύουμε ότι δεν τον έχουμε ανάγκη, δεν μας καλύπτει δηλαδή κάποια κενά που θα έπρεπε να έχουμε καλύψει εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Ας βρούμε λοιπόν αυτή την εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στη σχέση εξάρτησης και στην αρμονική συνύπαρξη δύο αυτόνομων και ώριμων συναισθηματικά ανθρώπων.

Οδηγεί ο φόβος της μοναξιάς σε ακατάλληλες σχέσεις;

Από πολύ νωρίς γαλουχούμαστε με την πεποίθηση ότι η προσωπική μας αξία είναι στενά συνδεδεμένη με την ικανότητα μας να βρούμε ένα σύντροφο, ότι ο γάμος είναι η πιο σπουδαία σχέση στη ζωή μας και επομένως δεν θα ήμαστε πλήρεις αν δεν βρούμε το άλλο μας μισό.

Επομένως είναι απολύτως κατανοητό γιατί πολλοί άνθρωποι λόγο και της ψυχολογικής πίεσης που υφίστανται από το στενό οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον αγχώνονται με την ιδέα της «αποκατάστασης» και καταλήγουν να επιλέγουν συντρόφους οι οποίοι είναι “κατώτεροι” από αυτούς που πραγματικά τους αξίζουν. Τα άτομα που είναι μόνα, ιδιαίτερα μετά από κάποια ηλικία νιώθουν άβολα στις κοινωνικές τους συναναστροφές, όταν μάλιστα ο περίγυρος τους συνεχώς τούς υπενθυμίζει ότι «το βιολογικό τους ρολόι έχει χτυπήσει» με αποτέλεσμα να δεσμεύονται παρορμητικά σε μια σχέση χωρίς καθόλου να συνειδητοποιούν αν είναι το δικό τους θέλω ή επιταγή των άλλων.

Ένα από τα πιο πολύπλοκα και οδυνηρά διλλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες είναι αν είναι προτιμότερο να είναι μόνοι ή να δεσμευτούν σε μια σχέση από ανάγκη.

Δεσμευτείτε σε μια σχέση αγάπης

Μερικοί από τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να επιμένετε ώστε να δεσμευτείτε σε μια σχέση από αγάπη που θα σας κάνει πραγματικά ευτυχισμένους είναι οι εξής:

1) Ο φόβος της μοναξιάς μπορεί να σας αποπροσανατολίσει από τα όνειρα και τις πραγματικές επιθυμίες σας.

Είναι αποδεδειγμένο ότι τα άτομα που φοβούνται να μείνουν μόνα και πιστεύουν ότι όσο μεγαλώνουν είναι ακόμα πιο δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, να βρούνε ένα σύντροφο θέτουν σαν βασική προτεραιότητα να δεσμευτούν απλά και μόνο σε μια σχέση χωρίς να εξετάζουν την ποιότητα της ή ακόμα και την αξία του συντρόφου.

Είναι όμως ευτυχισμένα όταν χαμηλώνουν τον πήχη των προσδοκιών τους και εμπλέκονται σε τέτοιου είδους σχέσεις; Το σίγουρο είναι ότι μια τέτοια σχέση τους κάνει δυστυχισμένους, νιώθουν εγκλωβισμένοι και συναισθηματικά ευάλωτοι και πολλές φορές υπομένουν φοβούμενοι τόσο τη κοινωνική κριτική όσο και τα σχόλια του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος τους.

2) Το να είστε μόνη ή μόνος έχει και πλεονεκτήματα.

Όταν ήμαστε μόνοι έχουμε περισσότερες ευκαιρίες να δημιουργήσουμε δυνατές και αληθινές φιλικές σχέσεις, να ασχοληθούμε με δραστηριότητες που αγαπάμε, να ενισχύσουμε την αυτοεκτίμηση μας και να αναπτύξουμε μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που δεν θα εξαρτάται από την έγκριση του μελλοντικού μας συντρόφου.

Αυτό θα μας βοηθήσει να δεσμευτούμε σε μια υγιή σχέση , γιατί όταν θα ήμαστε ικανοποιημένοι από τον εαυτό μας και από τη ζωή μας δεν θα έχουμε μη ρεαλιστικές απαιτήσεις από τον σύντροφο μας να καλύψει τις δικές μας ανάγκες.

3) Ίσως αξίζει να περιμένετε με την πιθανότητα και μόνο να βρείτε την αληθινή αγάπη.

Το να δεσμευτείτε πιεστικά σε μια σχέση είναι η εύκολη λύση , ενώ το να περιμένετε και να επιμένετε είναι το δύσκολο στοίχημα. Μπορεί να συναντήσετε τον σύντροφο της ζωής σας λίγο αργότερα και να έχετε ένα ευτυχισμένο γάμο ενώ αντίθετα από το φόβο της μοναξιάς να προχωρήσετε σε ένα γάμο ο οποίος είναι καταδικασμένος να αποτύχει και έτσι να είστε μονίμως δυστυχισμένοι.

Είναι σημαντικό να ζούμε τη ζωή μας σύμφωνα με τους δικούς μας όρους και να μη επηρεαζόμαστε από τα κοινωνικά στερεότυπα που μπορεί να μας οδηγήσουν σε δεσμεύσεις που θα μας εγκλωβίσουν και από τις οποίες ίσως δεν θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε αν κάποια στιγμή το θελήσουμε.

Η αγάπη χαρίζεται, δεν αγοράζεται

Ποτέ μη θυσιάζετε τον εαυτό σας για κάποιον που δεν αναγνωρίζει την αξία σας. Αν κάποιος δεν μπορεί να δει πόσο σημαντικοί είστε, σας αγνοεί, σας εγκαταλείπει ή δεν σας σέβεται, μην τον ικετεύετε να σας προσέξει ή να σας αγαπήσει επειδή δεν θα είναι ποτέ πραγματική ή ειλικρινής η αγάπη του για σας. Μην μπείτε ποτέ στον πειρασμό να γευτείτε το δηλητηριασμένο μήλο της αδιάφορης αγάπης γιατί θα σας κάνει να υποφέρετε.

Αν ζητάτε πάρα πολλά, είναι επειδή γνωρίζετε τι θέλετε και πόσο σημαντικά είναι αυτά για σας. Εσείς πρέπει να είστε οι πρώτοι που θα αξιολογήσετε τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις απόψεις και τη συμπεριφορά σας.

Θα πρέπει να αποφεύγουμε τους ανθρώπους που απειλούν τη συναισθηματική μας ισορροπία.

Θυμηθείτε τις ενδόμυχες επιθυμίες σας, ακούστε και αγαπήστε τον εαυτό σας επειδή εσείς είστε οι μοναδικοί που μπορείτε να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ξεφύγει από τις ψεύτικες αγάπες.

Ποτέ δεν πρέπει να ικετεύετε για αγάπη

Αν ικετεύετε για αγάπη, σημαίνει ότι ζητάτε κάτι που δεν υπάρχει πουθενά εκτός από το μυαλό σας. Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σας προσφέρει η ικεσία είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού· εμπόδιο για τη συναισθηματική σας ανάπτυξη και πόνο που οδηγεί στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς σας.

Όταν αγαπάμε κάποιον, φυσικά και θέλουμε να τον νοιαζόμαστε και να μην βιώσουμε ποτέ την ερωτική απογοήτευση. Τα συναισθηματικά αντανακλαστικά, μας κάνουν να θέλουμε να αγαπηθούμε, προωθώντας αισθήματα και συναισθήματα αρμονίας, ειλικρίνειας και αγάπης.

Αν δεν αντιμετωπίσετε την ψεύτικη αγάπη, θα καταλήξετε να πιστεύετε ότι σας κάνει να αισθάνεστε όμορφα. Θα πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την προσοχή ή τη στοργή κάποιου και τελικά θα πείσετε τον εαυτό σας ότι οι μονόπλευρες σχέσεις δεν είναι και τόσο άσχημες.

Είναι απλό: το άτομο που σας αξίζει, είναι εκείνο που θα σας πλησιάσει από μόνο του, θα σας εκτιμήσει και θα αφιερώσει το χρόνο και τις σκέψεις του για σας.

Κανείς δεν μπορεί να σας κάνει δυστυχισμένους χωρίς την άδειά σας

Το πανίσχυρο εργαλείο για την καταπολέμηση της συναισθηματικής αδικίας και αδιαφορίας είναι η αυτοδιάθεση. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από υγιή αυτοεκτίμηση, αυτογνωσία και να αντικατοπτρίζει τα αισθήματα, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τόσο τη δική σας όσο και του άλλου.

Ωστόσο, αυτές τις περιπτώσεις θα οδηγήσουν στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς μας. Αυτό που δεν κατανοούμε είναι ότι δεν πρέπει να κυνηγάμε εκείνους που δεν μας αξίζουν.

Κατά αυτή την έννοια, πρέπει να ξέρουμε πώς να ακολουθούμε ορισμένες πετυχημένες στρατηγικές για να ξεπερνάμε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικές κοινές περιπτώσεις:

• Ο πόνος της ψεύτικης αγάπης είναι μια σκληρή διαδικασία η οποία μας οδηγεί στην επώδυνη φάση των αποφάσεων. Γενικά, ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν θέλουμε να το εκφράσουμε με λέξεις ή να βγάλουμε τις συναισθηματικές παρωπίδες που φοράμε.

• Αγνοούμε τη δυσφορία και την αποφεύγουμε πιστεύοντας ότι το συναισθηματικό πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του φυσικά.

• Όταν τελικά παραδινόμαστε στη δυσφορία, έρχεται μια περίοδος που η δυσφορία είναι υπερβολική για να την αντέξουμε και αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα πριν μας καταπνίξει.

• Αλλά τι συμβαίνει όταν καταπολεμάμε τα δικά μας συναισθήματα; Η εστίαση στο πρόβλημα μας ελέγχει και ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια ατελείωτη μάχη που το μόνο που καταφέρνει είναι να επιμηκύνει τον πόνο.

• Εξίσου κοινή είναι και η έκφραση «αποδεχτείτε τον πόνο». Ωστόσο, δεν πρέπει ούτε να τον αγνοούμε αλλά ούτε και να τον αποδεχόμαστε.

Αυτό που πραγματικά χρειάζεστε για να μπορέσετε να ελέγξετε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης είναι να τον αντιμετωπίσετε και να απομακρυνθείτε από αυτόν. Πρέπει να κατανοήσετε ότι σας πονά επειδή αυτό που πραγματικά θέλετε είναι να σας αγαπάει κάποιος και πιθανότατα το άλλο άτομο δεν νοιάζεται για σας ή δεν σας αγαπά.

Για να ξεπεράσετε τον πόνο, το επόμενο βήμα είναι να βρείτε μια λύση και να την εφαρμόσετε.

Ποια είναι η σωστή λύση; Να πείσουμε τον εαυτό μας ότι, αν δεν μπορούμε να αποκτήσουμε με φυσικό τρόπο την εκτίμηση την οποία αποζητάμε, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να την κερδίσουμε. Το σωστό για μας είναι να μείνουμε μακριά από αυτό το άτομο καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα είμαστε σίγουροι ότι θα ξεπεράσουμε τον πόνο.

Για να δώσουμε ένα τέλος στον πόνο που συνοδεύεται από την ψεύτικη αγάπη θα πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε και να τον αποδεχτούμε. Είναι φυσιολογικό να θρηνείτε επειδή χάσατε κάτι που θέλατε τόσο πολύ.

Να αγαπάτε και να εκτιμάτε τον εαυτό σας: να θρέφετε τις σχέσεις σας με αυτοεκτίμηση

Αν και κάθε συναισθηματική κατάσταση είναι περίπλοκη, κάθε πόνος έχει και κάποια λύση. Η πραγματική αλλαγή είναι δυνατή όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτό και να αντιμετωπίσουμε την οδυνηρή κατάσταση.

Συνεπώς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρώτο άτομο στο οποίο πρέπει να αφιερώνουμε το χρόνο μας είναι ο εαυτός μας. Έπειτα θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε ποιος μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα και ποιος όχι.

Μην ικετεύετε για προσοχή ή λίγη παραπάνω αγάπη από κανέναν, επειδή όποιος σας αγαπάει θα σας το δείξει όπως και να έχει.

Να θυμάστε ότι η συναισθηματική αδικία παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας. Μας βοηθά να εξετάζουμε τις επιθυμίες, τις αξίες και τις ανάγκες μας.

Μην συνεχίζετε να παίρνετε τηλέφωνο κάποιον που δεν πρόκειται να σας απαντήσει. Σταματήστε να ψάχνετε και αφήστε τους να σας βρουν εκείνοι. Σταματήστε να αναρωτιέστε για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας μόνο με τη μορφή καρτ ποστάλ. Ξέρετε σε ποιους αναφερόμαστε, σε εκείνους που ενδιαφέρονται μόνο για εμφανίσεις και θα σας κάνουν να νιώθετε καλά μόνο όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τριγύρω για να το προσέξουν.

Μην ξεχάσετε να εξετάσετε τους λόγους για τους οποίους προσκολληθήκατε σε αυτό το πρόσωπο από την αρχή. Τι σας έκανε να ικετεύετε για την αγάπη του και την προσοχή του; Πηγαίνετε στην πηγή και ξεκινήστε την εσωτερική σας μεταμόρφωση.

Είναι βασικό να θρέφετε την αυτοεκτίμησή σας και να σταματήσετε να ικετεύετε για αγάπη επειδή η αγάπη φαίνεται και την αισθανόμαστε. Δεν πρέπει ποτέ να ζητάτε να σας αγαπήσουν. Η προσοχή και η στοργή σας είναι τόσο σημαντικά πράγματα για να τα σπαταλάτε σε κάποιον που δεν τα αξίζει.

Αφιερώστε τον εαυτό σας σε εκείνους που σας αγαπούν και σας κατανοούν άνευ όρων.

Όσκαρ Ουάιλντ: Η Εμπειρία είναι ο πιο δύσκολος τύπος δασκάλου

Ίσως αυτό που βιώνεις να μην είναι τόσο ευχάριστο και να θέλεις να περάσει γρήγορα. Μα πως θα πάρεις το μάθημα χωρίς το βαθύ του βίωμα; Άλλο να ξεφυλλίζεις κι άλλο να μελετάς. Η ουσία δεν είναι στην αναζήτηση της ευτυχίας, αλλά στην ευτυχία της αναζήτησης.

Έχεις αναλάβει την ευθύνη σου ή απλά η “ζωή” σε έφερε εδώ, κι εσύ απλά ήσουν ένα έρμαιο της; Έκανες καμιά επιλογή, έδωσες κάποια κατεύθυνση, άσκησες κάποιο θέλημα, ή απλά αφέθηκες και σε ξέβρασε κάπου τυχαία;

Η φύση έχουμε πει είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος, κι εσύ είσαι μέρος της. Δεν είναι η φύση μέρος δικό σου, εσύ είσαι μέρος της. Άρα αν απλά την παρατηρήσεις, θα δεις τις αντανακλάσεις. Όποιος ψάχνει, αργά ή γρήγορα βρίσκει αυτό που ψάχνει, ή, τον βρίσκει αυτό που ψάχνει. Νόμος.

Έχεις δει ποτέ φυτά και δέντρα να εμφανίζονται από το πουθενά σε μια μέρα; Όχι. Γιατί; Γιατί θέλουν χρόνο να περάσουν από τα διάφορα στάδια. Βιάζονται; Όχι. Τότε εσύ γιατί βιάζεσαι; Αυτά δεν έχουν ελεύθερη βούληση, μόνο έναν ενδόμυχο προγραμματισμό και σκοπό τον οποίο κατά γράμμα ακολουθούν, αφημένα απόλυτα στην Ουσία τους. Εσύ είσαι σαν κι αυτά, με μια βασική διαφορά: Σου δόθηκε, η αν θέλεις, έχεις, Ελεύθερη Βούληση. Που σημαίνει ότι κάνεις ό,τι θέλεις. Άρα, ή εμπιστεύεσαι την Ύπαρξη και προχωράς με το πρόγραμμα “όλα γίνονται για κάποιο λόγο” και ψάχνεις να δεις τα μαθήματα με αποδοχή της κάθε κατάστασης, ή αναλαμβάνει το εγώ σου και κάνει ότι νομίζει με τα όποια κίνητρα, καθώς και τις όποιες κατά περίπτωση συνέπειες.

Η ψυχή δεν βιάζεται ποτέ, ανήκει στο άχρονο και γνωρίζει πως κάθε τι είναι για την εξέλιξη και αναβάθμισή της. Το εγώ βιάζεται πάντα, γιατί ξέρει ότι μια μέρα θα σβήσει, όπως ήρθε και μεγάλωσε, έτσι θα γεράσει και θα χαθεί. Ένας άνθρωπος που δεν αποδέχεται και βιάζεται, λειτουργεί κυρίως από το εγώ. Ένας άνθρωπος που είναι στην αποδοχή και ζει ήρεμα με εμπιστοσύνη, είναι συνδεδεμένος συνειδητά με την ψυχή.

Η υπομονή είναι αρετή όπως λέγανε οι αρχαίοι μας. Ο Άλφρεντ Κάπους είπε: “Ακολούθησε το ρυθμό της Φύσης. Το μυστικό της είναι η υπομονή”, και ο Τόμας Μόρτον πως “Υπάρχει κάποιο σημείο, πέρα από το οποίο, η υπομονή παύει να είναι αρετή”. Κάπου ανάμεσα στα δυο, με την κατάλληλη σοφία και διάκριση για το κάθε σενάριο, είναι και η χρυσή τομή σου.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ πολύ σωστά μας λέει πως “η εμπειρία είναι ο πιο δύσκολος τύπος δασκάλου, μιας και πρώτα σου βάζει το τεστ και μετά μαθαίνεις το μάθημα”. Κι αυτό είναι επίσης νομοτελειακό. Η ζωή δεν έχει πρόβες. Πρόβα, παράσταση και πρωταγωνιστής χορεύουν σε ένα συνεχόμενο χορό,

Κατάλαβε πως όλα σε οδήγησαν σε αυτό το σημείο. Αν δεν το αποδεχτείς, όποιο κι αν είναι αυτό, δε θα μπορέσεις να προχωρήσεις. Ή, θα προχωρήσεις και μετά από ένα σημείο θα ξαναβρεθείς σε παρόμοια κατάσταση. Εδώ είναι που πρέπει να γυρίσεις προς τα πίσω, και να δεις αντικειμενικά όλες σου τις επιλογές που σταδιακά σε οδήγησαν στο κάθε τώρα. Κι αν θέλεις ένα διαφορετικό αύριο, θα πρέπει να σκεφτείς ποιες επιλογές τελικά σε εξυπηρετούν, καθώς και ποιες θα άλλαζες.

Δεν υπάρχουν λάθος δρόμοι, μιας και ο κάθε ένας στο τέλος του έχει ένα μάθημα να σου δώσει. Αλλά για να το πάρεις και να προχωρήσεις, πρέπει να αποδεχτείς με αγάπη και τον δρόμο, και τον εαυτό σου που συνειδητά ή υποσυνείδητα επέλεξε να τον περπατήσεις. Αρκεί να σου θυμίζεις ότι όπως και ο καθένας μας, σε κάθε στιγμή, σε κάθε σταυροδρόμι, έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες με όσα ήσουν και ήξερες τότε. Σήμερα ξέρεις και είσαι περισσότερα. Άρα μπορείς, αν πραγματικά το θέλεις, να κάνεις διαφορετικές και πιο σοφές επιλογές, που κι αυτές θα σε οδηγήσουν σε νέους δρόμους και μονοπάτια, αλλά και μαθήματα, εμπειρίες και εξέλιξη.

Η τεχνική για να πάψουμε να σκεπτόμαστε ως θύματα

Τα θύματα είναι δέσμια του δεν μπορώ. Δηλώνουν επίμονα τον λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να επιτύχει μια ιδέα, γιατί δεν μπορεί να αποδώσει ένα επιχειρηματικό εγχείρημα και γιατί δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια φιλοδοξία. Πίσω από το δεν μπορώ κρύβεται ο φόβος. Ο φόβος της αποτυχίας, ο φόβος του να μην είστε ποτέ αρκετοί, ο φόβος μιας νίκης που δεν σας αξίζει, ο φόβος της επίκρισης, ο φόβος για το ενδεχόμενο να πληγωθείτε και ο φόβος των θεωρητικών ευθυνών μιας επιτυχίας. Όσοι έχουν δημιουργήσει κόσμους ολόκληρους έχουν ηγηθεί μεγάλων αλλαγών στην ανθρωπότητα έχουν ειδικευτεί στη χρήση της γλώσσας της ελπίδας, του λεξιλογίου της εκτέλεσης και της διαλέκτου της ελευθερίας. Αποφεύγουν να μολυνθούν με το δεν μπορώ.

Κατανοούν ότι οι λέξεις που χρησιμοποιείτε είναι οι σκέψεις σας που γίνονται ρήματα. Και ότι η δημιουργία ενός αριστουργήματος, η ανάληψη ενός εγχειρήματος ή ο σχεδιασμός μιας υπέροχης ζωής απαιτούν τη θετική ενέργεια του μπορώ. Οι αμφισβητίες και οι ηττοπαθείς δεν γράφουν ποτέ ιστορία. Μια από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι το Η πιο Σκοτεινή Ώρα (Darkest Hour), μια ταινία για την ανάδειξη του Ουίνστον Τσόρτσιλ σε θρυλικό ηγέτη εν καιρώ πολέμου. Στην τελευταία σκηνή, βγάζει έναν εμπνευσμένο λόγο που μαγεύει τους βουλευτές κάθε κοινοβουλευτικού κόμματος.

Ο λόρδος Χάλιφαξ, η νέμεση του Τσόρτσιλ, έμεινε αποσβολωμένος από τη μαγική ομιλία του και ρώτησε τον συνάδελφό του στα διπλανά έδρανα, «Τι συνέβη μόλις τώρα;». Και έλαβε την εξής απάντηση: «Κινητοποίησε την αγγλική γλώσσα και την έστειλε στη μάχη».

Ναι, οι λέξεις που χρησιμοποιείτε είναι οι σπόροι της σοδειάς που θερίζετε. Οι λέξεις έχουν δύναμη και χρησιμοποιούνται για να εμπνεύσουν –και να ελευθερώσουν- ολόκληρα έθνη. Κι όταν προφέρονται κακοπροαίρετα, επηρεάζουν μάζες ανθρώπων για να γίνουν στρατιώτες του κακού.

Όταν ακούτε κάποιον που είναι εμποτισμένος με τη φιλοσοφία της μετριότητας, διαπιστώνετε ότι επιδεικνύει «τον λόγο του θύματος», χρησιμοποιεί αρνητική γλώσσα, επιχειρηματολογεί για το γιατί δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει τον ηρωισμό στα βασικά πεδία της ζωής του και εξηγεί γιατί δεν μπορεί να είναι μεγαλόκαρδος σε δύσκολες περιόδους, να βελτιώσει την απόδοσή του ανεξαρτήτως συνθηκών, να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση, να αποκτήσει άριστη φυσική κατάσταση, να δημιουργήσει την τύχη του και να αφήσει το αποτύπωμά του. Το δεν μπορώ είναι ένας πύργος στον οποίο κλειδώνονται τα θύματα, ευχόμενα ότι έτσι θα μπορέσουν να προστατευτούν από τον κίνδυνο του ρίσκου. Ωστόσο, με αυτό τον τρόπο αποφεύγουν τις πλούσιες ανταμοιβές που αναπόφευκτα ρέουν από την προσεκτική (και όχι απερίσκεπτη) ανάληψη κινδύνου.

Η ζωή αγαπά τους καθημερινούς ήρωες που αντιλαμβάνονται ότι διαθέτουν τις ικανότητες, τις δυνατότητες και τη δύναμη να διαμορφώσουν όλα τα γεγονότα που το πεπρωμένο τοποθετεί προσεκτικά στον δρόμο τους.

Οι λέξεις που χρησιμοποιείτε έχουν μεγάλα ενεργειακά πεδία γύρω τους, προσελκύοντας τα αποτελέσματα που συντονίζονται μαζί τους όπως οι μαγνήτες έλκουν το σίδερο. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζετε ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά αποκαλύπτουν τις πιο οχυρωμένες πεποιθήσεις μας προς όλους γύρω μας, ακόμα κι αν αυτές οι πεποιθήσεις δεν μας εξυπηρετούν (ίσως, μάλιστα, να είναι και στυγνά ψεύδη που μας έμαθε κάποιος τον οποίο εμπιστευτήκαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας). Στη δική μου ζωή, χρησιμοποιώ τακτικά την τεχνική της αυθυποβολής για την αναδιάταξη του λεξιλογίου μου με γνώμονα τη μέγιστη θετικότητα και δημιουργικότητα. Πολύ νωρίς το πρωί, όταν το υποσυνείδητό μου είναι πλέον διαθέσιμο να λάβει οδηγίες, απαγγέλλω μάντρα όπως το «Σήμερα θα λουστώ με ενθουσιασμό, αριστεία και καλοσύνη» ή «Είμαι τόσο ευγνώμων για την ημέρα που ακολουθεί και την ομορφιά, τις χαρές και τον ενθουσιασμό που φέρνει». Κατά τη διάρκεια της ημέρας, εάν το μυαλό και η καρδιά μου ανατρέξουν σε κάποια πληγή του παρελθόντος ή σε κάποιον αρνητικό διά λόγο με τον εαυτό μου που δεν με τιμά, θα μουρμουρίσω από μέσα μου, «Δεν το κάνουμε πλέον αυτό» ή «Ας μην πάμε εκεί». Το αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να φαντάζει περίεργο, όμως επειδή θέλω πραγματικά να σας βοηθήσω, μοιράζομαι μαζί σας αυτή την προσωπική άσκηση που για μένα έχει αποδώσει άριστα.

Οπότε, κάντε το άλμα για να φέρετε μεγαλύτερη επίγνωση στη γλώσσα που χρησιμοποιείτε με τις σκέψεις που κάνετε. Και στη συνέχεια, με αυτή την ενισχυμένη συναίσθηση, ξεκινήστε τη διαδικασία εξάλειψης κάθε δεν μπορώ. Η αναδιάταξη του λεξιλογίου σας προς την ηγεσία και την αριστεία είναι από τις απλούστερες αλλά και πλέον δραστικές μεθόδους ενίσχυσης της αυτοπεποίθησης, της απόδοσης και του αντίκτυπου που έχετε στον κόσμο.

Ο Αριστοτέλης και η λαϊκή κυριαρχία

Ο Αριστοτέλης, διεισδύοντας στη βαθύτερη ουσία των πολιτευμάτων, δε θα μπορούσε να αποφύγει το επίμαχο ερώτημα: «σε ποιους πρέπει να ανήκει η κυρίαρχη εξουσία την πόλη, στο λαό ή στους πλούσιους πολίτες ή στους επιφανείς ή στον ένα, τον άριστο όλων, ή στον τύραννο». Βρισκόμαστε μπροστά στο αιώνιο ζήτημα της διαχείρισης της εξουσίας το οποίο αναγκαστικά έχει ταξικό περιεχόμενο. Η εξουσία, ως έκφραση της ισχύος, είναι συνυφασμένη με την ταξική διαπάλη, αφού πλούσιοι και φτωχοί διεκδικούν το δικό τους μερίδιο καθρεφτίζοντας τη νομοτελειακή σύγκρουση των συμφερόντων. Οι φτωχοί, καταπιεζόμενοι από την άνιση διανομή του πλούτου, συνηγορούν στην επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών όρων προκειμένου να αποκαταστήσουν την ισότητα. Κι εδώ βέβαια δε μιλάμε θεωρητικά στη βάση της ισότητας που λειτουργεί ως προϋπόθεση της ομαλής λειτουργίας της πόλης, αλλά καθαρά πρακτικά, αφού η φτώχεια δεν είναι τίποτε άλλο από την έκφραση της δυστυχίας που απορρέει από τη στέρηση. Ο φτωχός δεν επιθυμεί τίποτε περισσότερο από τη μεγαλύτερη πρόσβαση στα παραγόμενα αγαθά, δηλαδή από την άνοδο του βιοτικού του επιπέδου, η οποία δεν έχει άλλη επιλογή από το να στραφεί στη συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των πλουσίων που θα αναγκαστούν να μοιραστούν τα υπάρχοντα (τουλάχιστο ένα μέρος τους) που τους διαχωρίζουν από τα πλατύτερα λαϊκά στρώματα. Κι αυτός είναι ο πυρήνας της αντίληψης της εξουσίας, αφού όταν ο Αριστοτέλης αναρωτιέται αν είναι άδικο να μοιραστούν οι φτωχοί τις περιουσίες των πλουσίων, παραθέτει και την πιθανή απάντηση που θα μπορούσε να λάβει: «Καθόλου, μα το Δία, θα απαντούσε κάποιος, αν αυτό είναι απόφαση του σώματος που έχει την κυρίαρχη εξουσία».

Από τη στιγμή που η αίσθηση του δικαίου καθορίζεται από την ετυμηγορία του σώματος που έχει την κυρίαρχη εξουσία, το μόνο που μένει είναι η πάλη για τη διαμόρφωση του σώματος αυτού. Με άλλα λόγια η διαμάχη στη διαχείριση της εξουσίας δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαμάχη της διαχείρισης του πλούτου. Από αυτή την άποψη η έννοια της ηθικής ή του δικαίου γίνεται ζήτημα αυστηρά υποκειμενικό, αφού ο καθείς διαμορφώνει την αντίληψη της τάξης του, δηλαδή των συμφερόντων του. Η συνειδητοποίηση ότι η αίσθηση του δικαίου είναι προέκταση της αίσθησης του συμφέροντος (και με δεδομένο ότι το δίκαιο καθορίζεται από την αντίληψη της ηθικής) μας οδηγεί στην ηθική των δύο (ταξικών) ταχυτήτων, δηλαδή στην κατανόηση της ελαστικότητάς αυτού που ονομάζουμε δίκαιο. Τα αναρίθμητα παραδείγματα των λογοτεχνικών ηρώων που, καταπατώντας την ισχύουσα νομοθεσία, υπερασπίζονται τους φτωχούς (ο χαρακτήρας του κλέφτη που βοηθάει τους ανήμπορους εμφανίζεται πολύ συχνά και στην παιδική λογοτεχνία) είναι η έκφανση του ηθικού διλήμματος του δικαίου, που αντανακλά την ταξική οπτική γωνία που το βλέπει κανείς. Θα λέγαμε ότι οι εκδοχές του δικαίου είναι ευθέως ανάλογες με τις κοινωνικές τάξεις που γεννά μια κοινωνία. Η μάχη, στο επίπεδο των ιδεών, που σχετίζεται με την επικράτηση των ηθικών αξιών, είναι το άλλο πρόσωπο της ταξικής σύγκρουσης, αφού κάθε ομάδα οφείλει να επικρατήσει και ιδεολογικά.

Αυτό ακριβώς το κουβάρι της αναζήτησης του δικαίου επιχειρεί να ξεδιαλύνει ο Αριστοτέλης, προτάσσοντας την προσωπική του αντίληψη για την κοινωνική δικαιοσύνη, που αναγκαστικά ταυτίζεται με το συμφέρον της πόλης. Με δυο λόγια δίκαιο είναι αυτό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πόλης στο σύνολό της, κι όχι αυτό που αποσκοπεί στα οφέλη της μιας ή της άλλης κοινωνικής τάξης. Από αυτή την άποψη ο Αριστοτέλης δεν προβαίνει στην απόλυτη δικαίωση των φτωχών, αφού η κοινωνική διαστρωμάτωση (κατά τον Αριστοτέλη πάντα) υπηρετεί τα συμφέροντα της πόλης: «Εξάλλου, αφού δημευθούν όλα και οι περισσότεροι μοιραστούν τα πλούτη των λιγότερων, είναι φανερό ότι καταστρέφουν την πόλη». Η έννοια της κοινωνικής διαστρωμάτωσης γίνεται αντιληπτή ως προέκταση της αξιοκρατίας, εφόσον η οικονομική άνεση του καθενός στηρίζεται στις ικανότητές του. Από τη στιγμή που ο ικανός θα μπορέσει να εξασφαλίσει χρήμα, είναι προτιμότερο να διαχειρίζεται ο ίδιος τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες κατευθύνοντας τους φτωχούς, που μοιραία δεν έχουν ούτε την κατάρτιση ούτε την ευελιξία που θα έχει αυτός. Η σωστή διαχείριση των υποθέσεων αυτών θα αποφέρει και τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία, που αναγκαστικά θα βελτιώσει την οικονομική ισχύ ολόκληρης της πόλης. Η διεκδίκηση της περιουσίας του πλούσιου από την πλευρά του φτωχού δεν είναι τίποτε άλλο από την ανατροπή αυτών των δεδομένων. Η αξίωση του πλούσιου να αναλάβει τα επιχειρησιακά ινία με την προϋπόθεση να κερδίζει περισσότερα είναι όχι μόνο δίκαιη, αλλά και συμφέρουσα για την πόλη. Η επιβολή των φτωχών, σε περίπτωση που υφαρπάξουν τον πλούτο, λειτουργεί ως άδικη επικράτηση, που στηρίζεται στην αριθμητική υπεροχή. Με αυτή τη λογική θα μπορούσε να συγκριθεί με την επιβολή του τυράννου, που στηρίζει την ισχύ του στα όπλα: «Με την ίδια λογική επίσης και οι πράξεις του τυράννου κρίνονται όλες δίκαιες, γιατί επιβάλλεται με τη βία ως ισχυρότερος, όπως ακριβώς και το πλήθος στους πλούσιους». Ο καθορισμός του δικαίου ως βούληση της ισχύος, απ’ όποια πλευρά κι αν προέρχεται, δεν έχει καμία σχέση με την αναζήτηση της ηθικής.

Κι αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης δε θα αποδεχτεί και τη διαχείριση της εξουσίας από τους πλούσιους: «Αλλά πάλι είναι τάχα δίκαιο να εξουσιάζουν οι λιγότεροι και οι πλούσιοι; Αν λοιπόν και εκείνοι ακολουθούν την ίδια πρακτική, μοιράζονται και αρπάζουν τα κτήματα από το λαό, αυτό είναι δίκαιο;» Η αυθαιρεσία των πλουσίων που οδήγησε την πόλη σε αδιέξοδο μετατρέποντας τους φτωχούς σε δούλους των πλουσίων με το δανεισμό που έθετε ως ενέχυρο την προσωπική ελευθερία – αδιέξοδο που διαχειρίστηκε ο Σόλωνας – έχει προσφέρει ισχυρά διδάγματα. Ο Αριστοτέλης κατανοώντας βαθιά τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης υπεροχής του πλούτου θα ήταν αδύνατο να υποστηρίξει ότι οι πλούσιοι θα έπρεπε να είναι αυτοί που θα καθορίζουν την τύχη του πολιτεύματος: «Έγινε σαφές λοιπόν, ότι όλα αυτά είναι απαράδεκτα και άδικα». Το μόνο που μένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο είναι σωστό να κατέχουν την απόλυτη εξουσία οι άριστοι: «Αλλά πάλι πρέπει να άρχουν οι έγκριτοι και να κυριαρχούν σε όλους; Στην περίπτωση όμως αυτή όλοι οι άλλοι κατ’ ανάγκη δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα και ούτε τιμούνται με πολιτικά αξιώματα. Όταν όμως οι ίδιοι πάντοτε είναι άρχοντες, τότε οι υπόλοιποι κατά λογική αναγκαιότητα στερούνται τιμών». Όμως, η πολιτεία που απομακρύνει από τις τιμητικές θέσεις τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών δεν μπορεί παρά να προκαλέσει και τη γενική δυσφορία: «Άποψή μας είναι ότι συνιστούν τιμή τα πολιτικά αξιώματα. Όταν όμως οι ίδιοι πάντοτε είναι άρχοντες, τότε οι υπόλοιποι κατά λογική αναγκαιότητα στερούνται τιμών. Αλλά είναι καλύτερο να εξουσιάζει ένας μόνο, ο σπουδαιότερος; Αυτό θα ήταν ακόμη πιο ολιγαρχικό, γιατί περισσότεροι στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων». Η εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος δε νοείται χωρίς τη συγκατάθεση των πολλών, και ο αποκλεισμός τους από όλα τα αξιώματα κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να επιφέρει τη συγκατάθεση: «γιατί, όταν υπάρχουν πολλοί χωρίς πολιτικά δικαιώματα και φτωχοί, τότε η πόλη αυτή είναι γεμάτη από εχθρούς».

Το ζήτημα όμως της συμμετοχής των περισσοτέρων στη διαμόρφωση της εξουσίας δεν είναι μόνο διαδικαστικό, με την έννοια της ανάγκης προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνοχή των πολιτών που πρέπει να νιώθουν ευχαριστημένοι. Γιατί η αντίληψη αυτή κρύβει τη λογική του αναγκαστικού κακού προς αποφυγή των χειρότερων. Ο Αριστοτέλης δεν προτάσσει τη λογική “του μη χείρονος...” υποστηρίζοντας ότι οι πολλοί πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτείας, αλλά πιστεύει ότι πράγματι ο λαός ενωμένος (στο σύνολό του) είναι το πιο υπεύθυνο κι ως εκ τούτου πιο αρμόδιο όργανο που μπορεί να πάρει τις καλύτερες αποφάσεις. Ο άριστος μπορεί να ξεπερνά σε ατομικό επίπεδο το κάθε επιμέρους άτομο του πλήθους, όμως είναι αδύνατο να ξεπεράσει το σύνολο του: «Καθώς είναι πολλοί, ο καθένας διαθέτει κάποια λίγη αρετή και φρόνηση, και έτσι ενωμένοι οι πολλοί παρουσιάζονται σαν ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, με πολλά χέρια και με πολλές αισθήσεις και επομένως με ανάλογο ήθος και διάνοια».

Υπό αυτή την έννοια ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ανεπιφύλακτα ότι το πλήθος ενωμένο είναι αυτό που πρέπει να διαμορφώνει το πολίτευμα. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να μεταφραστεί ως ανοιχτή υποστήριξη των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών. Η πεποίθηση αυτή ενισχύεται και με το παράδειγμα του πορτρέτου: «οι σπουδαίοι άνθρωποι είναι ανώτεροι από το κάθε άτομο χωριστά ενός πλήθους, ακριβώς γιατί στο πρόσωπό τους συνενώνονται στοιχεία που είναι διάσπαρτα και χωριστά στους πολλούς. Το ίδιο αναλογικά λέμε ότι συμβαίνει στην περίπτωση των ωραίων και μη ωραίων ανθρώπων και στην περίπτωση των ζωγραφισμένων και αληθινών μορφών. Αν τα στοιχεία αυτά τα εξετάσουμε χωριστά, τότε μπορεί να βρεθεί ότι το τάδε συγκεκριμένο άτομο έχει πιο όμορφο μάτι από το μάτι της ζωγραφισμένης μορφής, ή ότι ένα άλλο άτομο έχει πιο όμορφο κάποιο μέλος του σώματός του από το αντίστοιχο μέλος του σώματος της ζωγραφισμένης μορφής». Με τον ίδιο τρόπο που το πλήθος ενώνοντας τα χαρακτηριστικά του ξεπερνά σε ομορφιά το πορτρέτο – άσχετα αν αυτό είναι ανώτερο από το κάθε άτομο ξεχωριστά – και σε πολιτικό επίπεδο το σύνολο του λαού ξεπερνά σε ικανότητες τον άριστο, άσχετα αν ο άριστος είναι ανώτερος αν συγκριθεί με τον καθένα ξεχωριστά.

Οι επιφυλάξεις που διατηρεί δεν μπορούν να αλλάξουν την ουσία της λαϊκής κυριαρχίας που προτάσσει. Για παράδειγμα το ότι αναρωτιέται κατά πόσο αυτή η υπεροχή του πλήθους ισχύει για κάθε πλήθος: «Ίσως όμως, μα το Δία, για μερικές περιπτώσεις είναι αδύνατο» ή ότι παραδέχεται πως ένας άνθρωπος χωρίς καταγωγή ή περιουσία (θα λέγαμε ένας άνθρωπος του πλήθους) είναι επίφοβος αν αναλάβει υψηλά αξιώματα γιατί αυτοί οι άνθρωποι: «αδικούν και παρεκτρέπονται αναγκαστικά, επειδή ρέπουν προς την αδικία και την επιπολαιότητα», υποδηλώνει προβληματισμούς που εμπεριέχουν την υποτίμηση του λαϊκού στοιχείου, αλλά δεν αποτελούν άρνηση της λαϊκής υπεροχής. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι το πλήθος είναι ο καλύτερος κριτής για τα μουσικά και ποιητικά έργα (άποψη που εξαγρίωνε τον Πλάτωνα), γι’ αυτό φέρνει το παράδειγμα του δείπνου όπου όσο τέλεια κι αν το οργανώσει κάποιος πλούσιος οπωσδήποτε θα υστερεί και σε ποικιλία εδεσμάτων και σε ποσότητα από το δείπνο που θα οργανώσει το πλήθος συνολικά, γι’ αυτό και τελικά επικαλείται τους νόμους του Σόλωνα που θέλουν το λαό κοινωνό στις πολιτικές και δικαστικές αποφάσεις: «Για το λόγο ακριβώς αυτό και ο Σόλωνας και μερικοί άλλοι νομοθέτες θεσμοθετούν το δικαίωμα του λαού να μετέχει στις αρχαιρεσίες και στον πολιτικό έλεγχο του έργου των αρχόντων, αλλά δεν επιτρέπουν σε κανέναν ξεχωριστά από το πλήθος να ασκήσει μόνος του την εξουσία. Γιατί οι πολλοί ως σύνολο στις συνελεύσεις αντιλαμβάνονται ικανοποιητικά τα πράγματα και έχοντας επαφή με τους καλύτερους ωφελούν τις πόλεις τους, όπως ακριβώς η μη καθαρή τροφή ανακατωμένη με την καθαρή καθιστά το μίγμα χρησιμότερο από τη λίγη, καθαρή τροφή».

Γιατί εφόσον ούτε η επικράτηση των φτωχών ούτε των πλουσίων ευνοούν την πόλη κι εφόσον η πλειοψηφία που διαμορφώνει τη συλλογικότητα είναι αυτή που καθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις, δε μένει παρά η διαμόρφωση μιας οικονομικής οργάνωσης τέτοιας που θα επιφέρει την πλειοψηφία της μεσαίας τάξης η οποία θα εξισορροπεί τα εξ’ ορισμού αντιμαχόμενα συμφέροντα των άλλων τάξεων.

Το μόνο που μένει είναι το γνωστό επιχείρημα που θέλει τους ειδικούς να υπερέχουν σε όλα τα θέματα και τη συνεπαγόμενη αδυναμία του πλήθους να συμμετέχει λόγω της άγνοιας που το διακατέχει: «Επομένως, σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό δε θα ήταν σωστό το πλήθος να έχει κυριαρχικά δικαιώματα ούτε στις αρχαιρεσίες ούτε στον πολιτικό έλεγχο του έργου των πολιτικών». Η πρόταξη της γνώσης προκειμένου να έχει κανείς άποψη για τα πολιτικά θέματα δεν είναι παρά ο αποκλεισμός που οφείλει να σερβίρεται ραφιναρισμένα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αυτονόητο από το γεγονός ότι η γνώση των πολιτικών θεμάτων προϋποθέτει τη συμμετοχή σ’ αυτά, αφού μόνο η ενασχόληση μπορεί να επιφέρει την άποψη. Αυτός που δεν ασχολείται, όχι μόνο δε γνωρίζει, αλλά, αν εξακολουθήσει να απέχει, δε θα μάθει και ποτέ. Ο αποκλεισμός του κόσμου από τη συμμετοχή στις πολιτικές εξελίξεις λόγω άγνοιας είναι η εξασφάλιση της διαιώνισής της. Είναι η πιο αναγνωρισμένη συνταγή για τη μετατροπή του πλήθους σε άβουλη μάζα. Με άλλα λόγια δε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα επιχείρημα που θέλει να αποκλείσει το λαό από τα πολιτικά τεκταινόμενα, αλλά σ’ ένα μηχανισμό, μια μεθόδευση που αποσκοπεί στον αποκλεισμό του. Κάθε υγιής κοινωνία οφείλει να επιδιώκει τη συμμετοχή του λαού στη διαμόρφωση του πολιτεύματος, όχι μόνο κατανοώντας τα οφέλη που μπορεί να έχει, αλλά αποσκοπώντας και στην πολιτική του εγρήγορση, ως μάθημα που βασίζεται στη συνείδηση του πολιτικού καθήκοντος. Κατά τον Αριστοτέλη τα επιχειρήματα που θέλουν τους γνώστες να διαχειρίζονται την εξουσία «δεν ευσταθούν και για το λόγο που έχει ήδη αναφερθεί, αν δηλαδή το πλήθος δεν είναι άβουλη μάζα σε πολύ μεγάλο βαθμό (γιατί ο καθένας χωριστά θα είναι κατώτερος κριτής από τους ειδικούς, όλοι όμως μαζί ως σύνολο συγκεντρωμένο θα είναι καλύτεροι ή τουλάχιστον όχι χειρότεροι από τους ειδικούς)». Και βέβαια, αν πράγματι ο λαός μετατραπεί σε άβουλη μάζα, δε μένει παρά να ψάξουμε τα πολιτικά αίτια αυτού. Γιατί η διαμόρφωση του λαού σε υποχείριο είναι η πιο κραυγαλέα απόδειξη της πολιτικής παρακμής. Τα συμφέροντα των λίγων γίνονται νόμος και η κοινωνία τσιφλίκι των ισχυρών. Υπό αυτές τις συνθήκες δε μπορούμε να μιλάμε ούτε για πρόοδο ούτε για ευημερία, αφού οι έννοιες αυτές είναι συνυφασμένες μόνο με το συλλογικό συμφέρον.

Όμως ο Αριστοτέλης θα προσθέσει κι ακόμη ένα επιχείρημα που ακυρώνει τα σχετικά με τους ειδικούς που πρέπει να μονοπωλούν το πολιτικό γίγνεσθαι: «Άλλος λόγος επίσης είναι ότι για ορισμένα πράγματα ή πράξεις δεν είναι ο κατασκευαστής ο μοναδικός και ο καλύτερος κριτής, αλλά μπορούν να κρίνουν τα έργα του και μη ειδικοί στην τέχνη του. Για παράδειγμα ένα σπίτι δεν το κρίνει μόνο ο κατασκευαστής του, αλλά καλύτερα το κρίνει ο χρήστης του (και το χρησιμοποιεί ο οικονόμος). Επίσης το πηδάλιο του πλοίου το κρίνει καλύτερα ο πλοίαρχος από τον κατασκευαστή του και τα φαγητά του συμποσίου ο συνδαιτυμόνας και όχι ο μάγειρας». Υπό αυτή την έννοια δεν υπάρχει καλύτερος κριτής για το δάσκαλο από τους μαθητές ούτε καλύτερος κριτής για το νομοθέτη από το λαό που εφαρμόζει τους νόμους. Κι αυτή ακριβώς είναι η δυναμική της λαϊκής κυριαρχίας, αφού σε τελική ανάλυση και οι νόμοι και τα πολιτεύματα και η παιδεία και η δικαιοσύνη (και οτιδήποτε αφορά την κοινωνία) δεν μπορούν να έχουν κανένα άλλο σκοπό απ’ το να υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες. Και δεν μπορεί να βρεθεί πιο αρμόδιος από τον ίδιο το λαό για να κρίνει το κατά πόσο εκπληρώνονται οι ανάγκες του: «Επομένως δικαίως το πλήθος έχει μεγαλύτερα κυριαρχικά δικαιώματα, γιατί ο δήμος, η βουλή και το δικαστήριο αποτελούνται από πολλούς». Και σε περίπτωση που κάποιος επιμένει ότι η συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα πρέπει να εξασφαλίζεται με βάση τα εισοδήματα, ο Αριστοτέλης είναι κατηγορηματικός: «Επιπλέον το εισόδημα όλων αυτών είναι μεγαλύτερο από το εισόδημα του καθένα χωριστά και των λίγων που δικαιούνται να φτάνουν στα ανώτερα αξιώματα».

Κι αν το γεγονός ότι τα ανώτερα αξιώματα προορίζονται για τους οικονομικά ισχυρούς δημιουργεί δικαιολογημένο προβληματισμό, αφού στην ουσία δεν υπάρχει ισονομία στο εκλέγεσθαι, ο Αριστοτέλης καθιστά σαφή την προτίμησή του προς τα συλλογικά – πολυπρόσωπα θεσμικά όργανα όπως η βουλή και το δικαστήριο κι όχι προς τη συγκέντρωση της εξουσίας σε ένα μόνο πρόσωπο: «Ο πολιτικός έλεγχος των αρχόντων και οι εκλογές τους είναι πολύ σημαντικά δικαιώματα, τα οποία σε ορισμένα πολιτεύματα, ως γνωστόν, ανατίθενται στο λαό, γιατί η εκκλησία του δήμου είναι κυρίαρχη σε όλα αυτά. Έτσι, αν και πολίτες με χαμηλά εισοδήματα και οποιασδήποτε ηλικίας μετέχουν στην εκκλησία, διασκέπτονται στη βουλή και δικάζουν, όμως ταμίες, στρατηγοί και ανώτατοι αξιωματούχοι γίνονται πολίτες με μεγάλα εισοδήματα». Κατά συνέπεια «ούτε ο δικαστής ούτε ο βουλευτής ούτε το μέλος της εκκλησίας του δήμου είναι άρχοντας, αλλά το δικαστήριο, η βουλή και η εκκλησία του δήμου. Απλώς ο καθένας τους είναι μόριό τους». Κι εδώ έγκειται η υπεροχή των συλλογικών οργάνων. Στο γεγονός ότι δεν αναδεικνύουν μεμονωμένους άρχοντες αλλά την αρχή της ίδιας της συλλογικότητας που τίθεται υπεράνω όλων των προσώπων που την αποτελούν.

Κι αυτή ακριβώς είναι η αριστοτελική αρχή της μεσότητας που αφορά και τα εισοδήματα. Γιατί εφόσον ούτε η επικράτηση των φτωχών ούτε των πλουσίων ευνοούν την πόλη κι εφόσον η πλειοψηφία που διαμορφώνει τη συλλογικότητα είναι αυτή που καθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις, δε μένει παρά η διαμόρφωση μιας οικονομικής οργάνωσης τέτοιας που θα επιφέρει την πλειοψηφία της μεσαίας τάξης η οποία θα εξισορροπεί τα εξ’ ορισμού αντιμαχόμενα συμφέροντα των άλλων τάξεων. Κι η ανάδειξη της μεσότητας ως ταξικό ιδανικό δε σηματοδοτεί μόνο την ιδεολογική τεκμηρίωση αναφορικά με το αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο των περισσότερων, αλλά και τη συνεπακόλουθη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στις περιουσίες των πλούσιων και των φτωχών. Γιατί η πεποίθηση της αναγκαιότητας των ορίων τόσο στη φτώχεια όσο και στον πλούτο δεν είναι τίποτε άλλο από την καταδίκη του άμετρου πλουτισμού, που δεν μπορεί παρά να έχει το αντίβαρο της άμετρης φτώχειας ή, για να το πούμε απλά, αν η υπεροχή της μιας ή της άλλης τάξης είναι ζημιογόνα για την πόλη, δε μένει παρά να δεχτούμε ότι μόνο η άμβλυνση της οικονομικής ανισότητας και η ανάδειξη της μεσαίας τάξης μπορούν να επιφέρουν τη σύμπνοια (δηλαδή την πρόοδο) της κοινωνίας. Το ότι μιλάμε για οικονομική άμβλυνση κι όχι για εξίσωση είναι θέμα αξιοκρατίας που οφείλει να εκδηλωθεί και περιουσιακά. Γιατί το μέγεθος της περιουσίας αφορά την ανταμοιβή και η διαμόρφωση της ανταμοιβής ανάλογα με την προσφορά του καθενός είναι μορφή δικαιοσύνης. Όμως ταυτόχρονα δεν υπάρχει και μεγαλύτερη αδικία από την άμετρη φτώχεια. Κι αυτά είναι τα οικονομικά όρια που θέτει ο Αριστοτέλης.

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ

ΞΕΝ Οικ 13.6–13.12

Τρόπος ανταμοιβής των καλών εργατών

Ο Σωκράτης, που θεώρησε ότι άκουσε αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο η γυναίκα του Ισχόμαχου διαχειριζόταν το νοικοκυριό της (βλ. σχετικά και ΞΕΝ Οικ 8.1–8.10), ζήτησε από τον συνομιλητή του, που ήταν, άλλωστε, πολύ ευκατάστατος, να μιλήσει για τις δικές του εργασίες. Αυτός, αφού του εξέθεσε το καθημερινό του πρόγραμμα και τις συνηθισμένες του ασχολίες, διαβεβαίωσε τον Σωκράτη ότι δεν βιαζόταν να φύγει από την αγορά, γιατί τις αγροτικές εργασίες του τις επέβλεπαν οι επιστάτες του. Έτσι, θέμα της συζήτησης είναι πλέον ο τρόπος με τον οποίον ο Ισχόμαχος κατορθώνει να τους εκπαιδεύσει και να τους φιλοτιμήσει.


[13.6] Οὐκοῦν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, τὰ μὲν
ἄλλα ζῷα ἐκ δυοῖν τούτοιν τὸ πείθεσθαι μανθάνουσιν, ἔκ τε
τοῦ ὅταν ἀπειθεῖν ἐπιχειρῶσι κολάζεσθαι καὶ ἐκ τοῦ ὅταν
προθύμως ὑπηρετῶσιν εὖ πάσχειν. [13.7] οἵ τε γοῦν πῶλοι
μανθάνουσιν ὑπακούειν τοῖς πωλοδάμναις τῷ ὅταν μὲν πεί-
θωνται τῶν ἡδέων τι αὐτοῖς γίγνεσθαι, ὅταν δὲ ἀπειθῶσι
πράγματα ἔχειν, ἔστ’ ἂν ὑπηρετήσωσι κατὰ γνώμην τῷ
πωλοδάμνῃ· [13.8] καὶ τὰ κυνίδια δὲ πολὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῇ
γνώμῃ καὶ τῇ γλώττῃ ὑποδεέστερα ὄντα ὅμως καὶ περιτρέ-
χειν καὶ κυβιστᾶν καὶ ἄλλα πολλὰ μανθάνει τῷ αὐτῷ τούτῳ
τρόπῳ. ὅταν μὲν γὰρ πείθηται, λαμβάνει τι ὧν δεῖται,
ὅταν δὲ ἀμελῇ, κολάζεται. [13.9] ἀνθρώπους δ’ ἔστι πιθανωτέρους
ποιεῖν καὶ λόγῳ, ἐπιδεικνύοντα ὡς συμφέρει αὐτοῖς πείθε-
σθαι, τοῖς δὲ δούλοις καὶ ἡ δοκοῦσα θηριώδης παιδεία εἶναι
πάνυ ἐστὶν ἐπαγωγὸς πρὸς τὸ πείθεσθαι διδάσκειν· τῇ γὰρ
γαστρὶ αὐτῶν ἐπὶ ταῖς ἐπιθυμίαις προσχαριζόμενος ἂν πολλὰ
ἁνύτοις παρ’ αὐτῶν. αἱ δὲ φιλότιμοι τῶν φύσεων καὶ τῷ
ἐπαίνῳ παροξύνονται. πεινῶσι γὰρ τοῦ ἐπαίνου οὐχ ἧττον
ἔνιαι τῶν φύσεων ἢ ἄλλαι τῶν σίτων τε καὶ ποτῶν. [13.10] ταῦτά
τε οὖν, ὅσαπερ αὐτὸς ποιῶν οἶμαι πιθανωτέροις ἀνθρώποις
χρῆσθαι, διδάσκω οὓς ἂν ἐπιτρόπους βούλωμαι καταστῆσαι
καὶ τάδε συλλαμβάνω αὐτοῖς· ἱμάτιά τε γὰρ ἃ δεῖ παρέχειν
ἐμὲ τοῖς ἐργαστῆρσι καὶ ὑποδήματα οὐχ ὅμοια πάντα ποιῶ,
ἀλλὰ τὰ μὲν χείρω, τὰ δὲ βελτίω, ἵνα ᾖ τὸν κρείττω τοῖς
βελτίοσι τιμᾶν, τῷ δὲ χείρονι τὰ ἥττω διδόναι. [13.11] πάνυ γάρ
μοι δοκεῖ, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἀθυμία ἐγγίγνεσθαι τοῖς ἀγα-
θοῖς, ὅταν ὁρῶσι τὰ μὲν ἔργα δι’ αὑτῶν καταπραττόμενα,
τῶν δὲ ὁμοίων τυγχάνοντας ἑαυτοῖς τοὺς μήτε πονεῖν μήτε
κινδυνεύειν ἐθέλοντας, ὅταν δέῃ. [13.12] αὐτός τε οὖν οὐδ’ ὁπωσ-
τιοῦν τῶν ἴσων ἀξιῶ τοὺς ἀμείνους τοῖς κακίοσι τυγχάνειν,
τούς τε ἐπιτρόπους, ὅταν μὲν εἰδῶ διαδεδωκότας τοῖς πλεί-
στου ἀξίοις τὰ κράτιστα, ἐπαινῶ, ἂν δὲ ἴδω ἢ κολακεύμασί
τινα προτιμώμενον ἢ καὶ ἄλλῃ τινὶ ἀνωφελεῖ χάριτι, οὐκ
ἀμελῶ, ἀλλ’ ἐπιπλήττω καὶ πειρῶμαι διδάσκειν, ὦ Σώκρατες,
ὅτι οὐδ’ αὑτῷ σύμφορα ταῦτα ποιεῖ.

***
(Ισχόμ.) Λοιπόν∙τ' άλλα ζώα, Σωκράτη, μαθαίνουν να 'ναι υπάκουα για δυο λόγους· πρώτα γιατί άμα κάνουν πως δεν υπακούνε τιμωρούνται στη στιγμή, και δεύτερο γιατί άμα υπηρετούν πρόθυμα τ' αφεντικό τους αμείβονται.

Να, και τα πουλάρια, μαθαίνουν να υπακούνε στους δαμαστές τους, γιατί άμα υπακούνε τους δίνουν το κριθάρι τους, ενώ άμα δεν υπακούνε τα τιμωρούν ώσπου να συνηθίσουν να υπακούνε, σ' ό,τι διατάσσει ο δαμαστής τους.

Και τα σκυλάκια παρ' όλο που είναι κατώτερα απ' τους ανθρώπους και στο λογικό και στη γλώσσα, όμως μαθαίνουν να γυρίζουν γύρω απ' τον αφέντη τους, και να κάνουν τούμπες χαδιάρικες κι άλλα πολλά, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Γιατί άμα υπακούνε, έχουν και γλείφουν τα κοκκαλάκια τους, άμα όμως κοπροσκυλίζουν τιμωρούνται.

Τους ανθρώπους όμως είναι δυνατό να τους κάμει κανείς περισσότερο υπάκουους και με τα λόγια μόνο, διαφωτίζοντάς τους, πως είναι συμφέρο τους να 'ναι υπάκουοι. Ο τρόπος που ταιριάζει στα ζώα φαίνεται πως είναι και για μερικούς δούλους κατάλληλος να τους διδάξει την υπακοή. Απ' αυτούς δηλαδή μπορείς να κερδίσεις πολλά, άμα τους κάνεις τις ορέξεις τους στο φαΐ∙ οι φιλότιμοι όμως χαρακτήρες παρακινούνται στη δουλειά μόνο με τον έπαινο. Γιατί οι φιλότιμοι αγαπάνε πιο πολύ τον έπαινο, όπως οι άλλοι αγαπάνε πιο πολύ το φαΐ και το ποτό.

Όσους λοιπόν θέλω να διορίσω επιστάτες στις δουλειές μου τους μαθαίνω όλ' αυτά, που κι εγώ ο ίδιος νομίζω πως εφαρμόζοντάς τα μπορώ να 'χω τους εργάτες μου πιο υπάκουους. Τους κάνω δε και τις εξής βοήθειες: τα ρούχα και τα παπούτσια που πρόκειται να δώσω στους εργάτες δεν τα φτιάνω όλα ίδια, μα άλλα χειρότερα κι άλλα καλύτερα, για να μπορώ να τιμώ τον καλύτερο με τα καλύτερα και για να μπορώ να δίνω στο χειρότερο τα χειρότερα.

Γιατί έχω τη γνώμη, Σωκράτη, είπε ο Ισχόμαχος, πως απογοητεύονται πολύ οι καλοί εργάτες, άμα βλέπουν πως τελειώνουν τις εργασίες τους τέλεια κι όμως παίρνουν τις ίδιες τιμές κι αμοιβές μ' αυτούς που δεν έχουν όρεξη ούτε να κοπιάζουν ούτε να κινδυνεύουν, όταν χρειάζεται.

Κι εγώ λοιπόν δεν βρίσκω καθόλου σωστό, οι καλοί να 'χουν τις ίδιες αμοιβές που έχουν κι οι κακοί. Κατά συνέπεια, άμα δω τους επιστάτες μου να μοιράζουν τα καλύτερα στους ικανώτατους τους παινεύω, άμα όμως δω πως χαρίζεται ο επιστάτης σε κανένα που τον κολάκευε ή που του 'καμε άλλη καμμιά χάρη ανώφελη, δεν παραβλέπω μα τον παρατηρώ, Σωκράτη, αυτόν τον επιστάτη και προσπαθώ να του αποδείξω πως μ' αυτό που κάνει δεν κοιτάζει μήτε το δικό του συμφέρον.