Τρίτη, 13 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (769-800)

τοιάδε κύκνοι, [ἀντ.]
770 τιοτιοτιοτιο‹τιοτιγξ›,
συμμιγῆ βοὴν ὁμοῦ
πτεροῖσι κρέκοντες ἴακχον Ἀπόλλω,
τιοτιοτιοτιγξ,
ὄχθῳ ἐφεζόμενοι παρ᾽ Ἕβρον ποταμόν,
775 τιοτιοτιο‹τιγξ›,
διὰ δ᾽ αἰθέριον νέφος ἦλθε βοά·
πτῆξε δὲ φῦλά τε ποικίλα θηρῶν,
κύματά τ᾽ ἔσβεσε νήνεμος αἴθρη,
τοτοτοτοτοτο‹τοτοτο›τιγξ·
780 πᾶς δ᾽ ἐπεκτύπησ᾽ Ὄλυμπος·
εἷλε δὲ θάμβος ἄνακτας· Ὀλυμπιά-
δες δὲ μέλος Χάριτες Μοῦ-
σαί τ᾽ ἐπωλόλυξαν,
τιοτιοτιοτιγξ.

785 οὐδέν ἐστ᾽ ἄμεινον οὐδ᾽ ἥδιον ἢ φῦσαι πτερά.
αὐτίχ᾽ ὑμῶν τῶν θεατῶν εἴ τις ἦν ὑπόπτερος,
εἶτα πεινῶν τοῖς χοροῖσι τῶν τραγῳδῶν ἤχθετο,
ἐκπτόμενος ἂν οὗτος ἠρίστησεν ἐλθὼν οἴκαδε,
κᾆτ᾽ ἂν ἐμπλησθεὶς ἐφ᾽ ἡμᾶς αὖθις αὖ κατέπτετο.
790 εἴ τε Πατροκλείδης τις ὑμῶν τυγχάνει χεζητιῶν,
οὐκ ἂν ἐξίδισεν εἰς θοἰμάτιον, ἀλλ᾽ ἀνέπτετο,
κἀποπαρδὼν κἀναπνεύσας αὖθις αὖ κατέπτετο.
εἴ τε μοιχεύων τις ὑμῶν ἐστιν ὅστις τυγχάνει,
κᾆθ᾽ ὁρᾷ τὸν ἄνδρα τῆς γυναικὸς ἐν βουλευτικῷ,
795 οὗτος ἂν πάλιν παρ᾽ ὑμῶν πτερυγίσας ἀνέπτετο,
εἶτα βινήσας ἐκεῖθεν αὖθις αὖ κατέπτετο.
ἆρ᾽ ὑπόπτερον γενέσθαι παντός ἐστιν ἄξιον;
ὡς Διειτρέφης γε πυτιναῖα μόνον ἔχων πτερὰ
ᾑρέθη φύλαρχος, εἶθ᾽ ἵππαρχος, εἶτ᾽ ἐξ οὐδενὸς
800 μεγάλα πράττει κἀστὶ νυνὶ ξουθὸς ἱππαλεκτρυών

***
ΧΟΡ. Έτσι και οι κύκνοι,
770 τσιουτσίου τσιουτσίου τσιουτίγξ,
υμνούνε τον Απόλλωνα, με τις λαλιές
τις σύσμιχτες ενώνοντας το θρόισμα των φτερών τους,
τσιουτσίου τσιουτίγξ,
στον Έβρο πλάι, στον όχτο καθισμένοι,
τσιουτσίου τσιουτίγξ,
και πιο ψηλά απ᾽ τα σύννεφα περνά η κραξιά τους·
ζαρώνουν τότε τα λογής λογής αγρίμια
και στη γαλάζια απανεμιά τα κύματα ησυχάζουν,
τοτοτότο τοτοτότο τοτοτίγξ·
απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη ο Όλυμπος
780 αντιχτυπά, ένα θάμπωμα
πιάνει όλους τους αθάνατους, κι όλες οι Μούσες
κι όλες του Ολύμπου οι Χάριτες για απάντηση αλαλάζουν,
τιουτσίου τσιουτίγξ.

ΚΟΡ. Ω, φτερά, φτερά να βγάλεις· νά η καλύτερη δουλειά!
Ένας βλέπει, ας πούμε, κάποια τραγωδία στο θέατρο,
μα πεινά και του έργου κιόλας τον δυσαρεστεί ο Χορός·
φτερωτός αυτός αν είναι, τα φτερά του ανοίγει ευθύς,
πάει στο σπίτι, την τυλώνει, και σε λίγο πάλι εδώ.
790 Έναν άξαφνα τον πιάνει σφίξη στην κοιλιά· πετά
παραέξω, ξαλαφρώνει, και σε λίγο πάλι εδώ.
Τα ᾽χει κάποιος σας ψημένα με μια παντρεμένη· νά,
ξαφνικά, στην πρώτη θέση βλέπει — ποιόν; τον άντρα της·
τα φτερά του ανοίγει, αν έχει, μες την αγκαλιά πετά
της καλής του, και, χορτάτος, νά τος πάλι πίσω εδώ.
Ποιός δε θα ᾽δινε όσα όσα για να γίνει φτερωτός;
Ήξερα έναν ανθρωπάκο που έφτιανε φτερά, απ᾽ αυτά
τα ξεσκονιστήρια· τόσα μάζεψε λοιπόν λεφτά
με την τέχνη του, που τώρα μες στα πλούτη κολυμπά·
800 με φτερά για σκόνες· σκέψου να ᾽τανε κι αληθινά.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΓΑΛΑ, της Ήρας

ΓΑΛΑ, της Ήρας
(Γαλαξίας)
 
Ο Γαλαξίας σχηματίστηκε από το γάλα της Ήρας που εκτινάχτηκε στον ουρανό, όταν θήλασε τον Ηρακλή, όχι βέβαια με τη θέλησή της.
 
Πριν ακόμη γεννηθεί ο καρπός του έρωτα του Δία για την Αλκμήνη, η σύζυγος του Δία εκδήλωσε την οργή της -όχι βέβαια απέναντι στον άνδρα της. Και όταν γεννήθηκε το παιδί, ο Ερμής το έβαλε κρυφά στο στήθος της κοιμισμένης Ήρας, για να θηλάσει, ώστε να αποκτήσει αθανασία. Με το που ξύπνησε η Ήρα, απώθησε το παιδί, το γάλα της τινάχτηκε ψηλά και διέγραψε μια τροχιά στον ουρανό.
 
Άλλοι παραδίδουν λίγο διαφορετικά την ιστορία· ότι η Αλκμήνη, φοβούμενη την Ήρα, άφησε το παιδί έκθετο στα περίχωρα του Άργους, σε ένα μέρος που αργότερα ονομάστηκε Πεδιάδα του Ηρακλή. Από εκεί πέρασαν κάποια στιγμή η Αθηνά και η Ήρα. Η παρθένος θεά εντυπωσιάστηκε από τη δύναμη και την ομορφιά του νεογέννητου και ζήτησε από τη μητέρα Ήρα να θηλάσει το παιδί.
 
Η θεά δέχτηκε αλλά στην ορμή του το παιδί δάγκωσε το στήθος της παραμάνας θεάς και την πλήγωσε. Η Ήρα τραβήχτηκε, πέταξε κάτω το μωρό και το γάλα της εκτινάχθηκε στους ουρανούς σχηματίζοντας τον Γαλαξία -ἐκχυθέντος τοῦ περισσεύματος ἀποτελεσθῆναι τὸν Γαλαξίαν κύκλον (Ερατ., Κατ. 3.44*). Στο μεταξύ η Αθηνά μάζεψε το παιδί και το παρέδωσε στην πραγματική του μητέρα, λέγοντάς της να το μεγαλώσει χωρίς να φοβάται πια.
--------------------------
*Γαλαξίας
Οὗτος γίνεται ἐν τοῖς φαινομένοις κύκλοις, ὃν προσαγορεύεσθαί φασί Γαλαξίαν· οὐ γὰρ ἐξῆν τοῖς Διὸς υἱοῖς τῆς οὐρανίου τιμῆς μετασχεῖν εἰ μή τις αὐτῶν θηλάσειε τὸν τῆς Ἣρας μαστόν. διόπερ φασὶ τὸν Ἑρμῆν ὑπὸ τὴν γένεσιν ἀνακομίσαι τὸν Ἡρακλέα καὶ προσσχεῖν αὐτὸν τῷ τῆς Ἣρας μαστῷ, τὸν δὲ θηλάζειν· ἐπινοήσασαν δὲ τὴν Ἣραν ἀποσείσασθαι αὐτόν, καὶ οὕτως ἐκχυθέντος τοῦ περισσεύματος ἀποτελεσθῆναι τὸν Γαλαξίαν κύκλον.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 3,44

Κάνε τη θλίψη δημιουργία και την απογοήτευση πείσμα!

Τα συναισθήματα μπορούν να σε απογειώσουν, μπορούν όμως και να σε προσγειώσουν απότομα. Δε δύναται με σιγουριά να πει κάνεις τι απ’ τα δύο είναι πιο σημαντικό. Μάλλον η εκάστοτε στιγμή καθορίζει και τον ρόλο που θα ‘χουν αυτά στη ζωή μας.

Λένε ότι το πώς βλέπεις κάτι και το πώς αντιμετωπίζεις τη ζωή φανερώνει και τη σημαντικότητα των συναισθημάτων για εσένα. Είναι κάποιες στιγμές που τα άσχημα αποτελέσματα μπορούν να σε καταρρακώσουν. Αν βρίσκεσαι σε μια εργασία και ξαφνικά σου πούνε ότι πρέπει να αποχωρήσεις, τότε πώς θα αντιδράσεις; Είναι σκληρό, και μόνο που το σκέφτεσαι, παγώνεις, όμως όταν περάσεις την περίοδο της θλίψης και της απώλειας που βιώνεις, πώς θα αντιδράσεις; Εδώ πρέπει να δεις τι ρόλο παίζει το συναίσθημα σε εσένα∙ σε κυριεύει ή το ελέγχεις και το κάνεις εφαλτήριο για νέες αρχές; Κάνε τη θλίψη δημιουργία και το αίσθημα που σε πάγωσε δύναμη και σιγουριά πως ήρθε η στιγμή για νέα αρχή.

Φοβόμαστε οι άνθρωποι τις αλλαγές, ενώ αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Έχουμε συνηθίσει στο σταθερό, έχουμε εγκλωβιστεί στη ρουτίνα και δυσκολευόμαστε να πάμε παρακάτω, γενικά, σ’ όλους τους τομείς της ζωής μας. Τρέμουμε την εξέλιξη κι ας παρακαλάμε γι’ αυτή, κι εκεί που λέμε πως δεν είμαστε καλά, αλλά δειλιάζουμε να κάνουμε κάτι για να πάμε παρακάτω, παραμένοντας εδώ που είμαστε κι ας μη μας αρέσει, έρχεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα να μας ταρακουνήσει, να μας κάνει δημιουργικούς και να μας οδηγήσει σε νέους δρόμους.

Τότε είναι που, μόλις ξεπεράσουμε το πρώτο σοκ από ένα άσχημο συναίσθημα, πρέπει να το κάνουμε κινητήρια δύναμη και να αποφασίσουμε πως η ζωή μας έδωσε μια ευκαιρία ακόμα να κάνουμε καινούργια πράγματα, να την ξαναπιάσουμε από ‘κεί που είχε μείνει στάσιμη και να την περπατήσουμε σε νέα μονοπάτια. Το αρνητικό συναίσθημα γίνεται η ώθηση για να πάμε στα θετικά και να κυνηγήσουμε πιο παραγωγικά πράγματα, πιο ουσιαστικά.

Ακούς γύρω σου κάποιους να λένε πόσο θα θέλανε (και πως τάχα σε πρώτη ευκαιρία θα το κάνουν) να φύγουν από εκεί που είναι, όμως περνά ο καιρός και δεν ξεκουνάνε, γιατί εκεί που βρίσκονται έχουν μια σιγουριά που δύσκολα θα θυσίαζαν. Η πραγματικότητα είναι, λοιπόν, ότι δε θα αφήσουν το βόλεμα αυτό για να πάνε σε κάτι λιγότερο σίγουρο, μιας και τα δικά τους συναισθήματα είναι τα βασικά. Ασφάλεια, αυτή τους ορίζει κι αν κάποτε πάνε όντως παρακάτω, πάλι μια σιγουριά, ίσως διαφορετική, θα κρύβεται από πίσω.

Κι αν κι εσύ αυτό ονειρεύεσαι και μαραζώνεις, μάθε πως είναι λίγοι εκείνοι που την έχουν. Οι περισσότεροι ζουν μες στις απομιμήσεις της, άσε που παραμένοντας κολλημένος σε αυτή τη συμβιβασμένη σιγουριά, δε θα γίνεις ποτέ δημιουργικός και δε μάθεις ποτέ πως το τέλος το χρειάζεσαι ως μέρος του δικού σου μικρόκοσμου, επειδή μέχρι να αποχωρήσεις οφείλεις σε εσένα να ‘χεις ευτυχία και να αντιμετωπίζεις τις φοβίες σου.

Δεν ξέρω αν πιστεύεις πως οι αλλαγές, δηλαδή τα συναισθήματα που τις ακολουθούν, είναι θέλημα Θεού, ζωής ή κάτι καρμικού, όπως και να ‘ναι ωστόσο εκμεταλλεύσου το καλό που σου έρχεται μέσα από αυτά.

Η λύπη σε κάνει πιο πεισματάρη, σπρώχνοντάς σε να πας παραπάνω και να επιδιώξεις μια πιο ευτυχισμένη ζωή. Ο θυμός για όσα ή όσους σε πλήγωσαν είναι η βάση για να μπορέσεις ύστερα να βρεις καταλληλότερους και πιο ισορροπημένους ανθρώπους κι αντίστοιχα περιβάλλοντα.

Μα σκέψου πως αν δεν είχες ζήσει όσα δε σου άξιζαν, πώς θα αναγνώριζες αυτά που σου αξίζουν και πώς θα έμπαινες στη διαδικασία να τα κυνηγήσεις; Τι νιώθεις; Αυτό το πάθος να βρεις όσα σου δίνουν χαρά, αυτή τη χαρά που είχες καιρό να την αισθανθείς και που αν δεν υπήρχαν τα αρνητικά συναισθήματα –λύπης, θυμού, απογοήτευσης– ίσως να μην είχες ποτέ τη δυνατότητα της αφύπνισης, ώστε να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου και να πεις πως είσαι ζωντανός κι όρθιος, υγιής και με ανθρώπους που μπήκαν στη ζωή σου για να σου δείξουν πόσα είχες χάσει τα χρόνια που παρέμεινες στην ασφαλή φωλιά σου.

Δεν έχεις πεθάνει ακόμα! Δεν μπορείς να ‘σαι πάντα χαμομηλάκι που ό,τι έρχεται το δέχεται. Πρέπει να βρεις τα δικά σου όπλα και να γνωρίζεις ποια είναι αυτά που θα σου δώσουν την ολοκλήρωσή σου. Μη δυσκολεύεσαι να σκεφτείς, είναι απλή η απάντηση: τα συναισθήματα! Όποιο έρχεται, κάθε φορά, να ‘σαι σίγουρος πως δεν έρχεται τυχαία, αλλά σε τσιμπάει σαν καρφίτσα, μπας και ξυπνήσεις κι ενεργοποιηθεί το είναι σου και δεις κατάματα ότι κάτι δεν πάει καλά.

Μην κλείνεις τα μάτια στα συναισθήματα, αποδέξου ότι είναι μέρος σου και χρησιμοποίησέ τα υπέρ σου. Είναι οι σύμμαχοί σου σε κάθε δυσκολία ή ευκολία, σε ενεργοποιούν, προκειμένου να μη μείνεις στάσιμος, αλλά να πας παραπέρα, μιας κι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να εξελίσσεται, τα μικρά δεν του αρμόζουν ενώ τα μεγάλα είναι όσα του αξίζουν, κι ας μην είναι τα μεγάλα υλικά αγαθά αλλά συναισθηματικά, τα πολυτιμότερα όλων.

Οι κανόνες του έρωτα

Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός. Ερωτευόμαστε εντελώς ασυναίσθητα και χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί.
 
Η αλήθεια όμως είναι ότι τελικά ακόμα και ο έρωτας φαίνεται να έχει κάποιους κανόνες, τουλάχιστον ως προς το ποιους ερωτευόμαστε. Ή τουλάχιστον έτσι υποστηρίζουν αυτοί που ασχολούνται με τον κλάδο της κοινωνικής ψυχολογίας.
 
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιοι είναι αυτοί:

1. Χωροταξική εγγύτητα.

Οι περισσότεροι από εμάς ερωτευόμαστε ανθρώπους που είτε ζουν στην ίδια περιοχή με εμάς, είτε δουλεύουν στον ίδιο χώρο. Ο πρώτος μας έρωτας είναι συνήθως κάποιος συμμαθητής μας, συνεχίζουμε με κάποιον που θα συναντήσουμε στα φοιτητικά μας έδρανα για να περάσουμε στους τόσο γνωστούς σε όλους μας έρωτες στους εργασιακούς μας χώρους. Όπως και να έχει, το πιο πιθανό είναι ότι συνήθως θα είμαστε σε τέτοιο βαθμό «τυχεροί» που ο τόσο «μοναδικός» αυτός άνθρωπος που θα ερωτευτούμε θα ζει ή θα κινείται στον ίδιο χώρο με εμάς!

2. Συχνή αλληλεπίδραση.

Όσο πιο συχνά συναντάμε ή αλληλεπιδρούμε με κάποιον, τόσο πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να τον/την ερωτευτούμε. Όπως συμβαίνει και με τα τραγούδια που βάζουν οι σταθμοί στο ραδιόφωνο, τα οποία μετά από 5-6 ακούσματα αρχίζουν να μας αρέσουν ακόμα και αν στην αρχή μας είχαν φανεί αδιάφορα, έτσι και με τους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλοί βρισκόμαστε ερωτευμένοι με ανθρώπους που «δεν πρέπει». Πχ με τους φίλους του συντρόφου μας ή με τους συντρόφους των φίλων μας!

3. Τα ομώνυμα έλκονται.

Σε αντίθεση με τους νόμους της φυσικής, ο νόμος του έρωτα μας προστάζει να επιλέγουμε άτομα που έχουν την ίδια με εμάς εθνότητα, κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Οι πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον κοντά στην ηλικία μας, με παρόμοια μόρφωση, παρόμοιο δείκτη νοημοσύνης και εξίσου ελκυστικό με εμάς είναι πολύ περισσότερες από τις πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον τελείως διαφορετικό από εμάς. Η διαφορετικότητα δεν βοηθάει την ανάπτυξη του έρωτα. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που ο έρωτας τύχει και τυφλώσει εμάς τους ίδιους, ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος θα φροντίσει να βάλει εμπόδια στον έρωτά μας. Οι μεγάλες διαφορές ηλικίας, το διαφορετικό κοινωνικό ή οικονομικό επίπεδο, ακόμα και οι διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από τους γύρω μας.

4. Αντισταθμιστικοί παράγοντες.

Ναι, υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που ο παραπάνω κανόνας της διαφορετικότητας παύει να ισχύει. Αρκεί να υπάρχουν κάποιοι αντισταθμιστικοί παράγοντες. Οι αντισταθμιστικοί αυτοί παράγοντες αποτελούν το λόγο που συχνά βλέπουμε ωραίες και νέες γυναίκες να λιώνουν και να σβήνουν για άσχημους ηλικιωμένους που όμως έχουν ανώτερη κοινωνική θέση ή πολύ μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από τις ίδιες. Όταν βλέπετε ζευγάρια που φαίνονται σε οποιοδήποτε επίπεδο αταίριαστα, ψάξτε για τον παράγοντα που αντισταθμίζει τον έρωτα τους!

Μας αρέσουν αυτοί που τους αρέσουμε. Αυτό εξηγείται εύκολα από την αρχή της ανταμοιβής. Χρειάζεται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να απολαύσουμε τα οφέλη ενός έρωτα με κάποιον που είναι ήδη διαθέσιμος.

6. Συναισθηματική ένταση.

Ο έρωτας χτυπά πολύ πιο εύκολα την πόρτα στους ανθρώπους που βρίσκονται σε συναισθηματική ένταση. Η λύπη, το άγχος, η χαρά και κυρίως ο φόβος κάνει τους ανθρώπους πολύ πιο ευάλωτους στον έρωτα και στο πάθος. Μερικοί μεγάλοι έρωτες γεννιούνται κατά τη διάρκεια επικείμενων καταστροφών ή επικίνδυνων καταστάσεων πχ μετά από ένα σεισμό, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων κλπ.

Είναι απόλυτοι οι κανόνες αυτοί; Φυσικά και όχι.
Είπαμε, ο έρωτας είναι ασύμβατος με τη λογική. Δεν μπαίνει σε κουτάκια.

Όσο και να προσπαθούμε να τον εντάξουμε κάπου, πάντα θα εμφανίζονται μπροστά μας ερωτευμένα ζευγάρια που αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τις συμβάσεις μας. Ζευγάρια που στα μάτια μας μπορεί να μοιάζουν αταίριαστα και αντισυμβατικά, ζευγάρια που ζουν ο καθένας στην άλλη άκρη της γης, ζευγάρια που ερωτεύτηκαν χωρίς καν να έχουν συναντηθεί, ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας, ζευγάρια αλλόθρησκα, ζευγάρια αλλοπρόσαλλα, ζευγάρια που το μόνο που τους ενώνει είναι ο έρωτας! Αυτό το μυστήριο!

Η ματαιότητα των ουσιωδών ερώτων

Tι είναι ο έρωτας;

Ο έρωτας είναι μία ιδιότυπη σύνδεση ανάμεσα στη μαγεία και τα πράγματα. Ειδοποιό στοιχείο της είναι μία τρομακτική απαίτηση. Η απαίτηση για προνομιακή (και, συνήθως, αποκλειστική) θέση μέσα στον πόθο και, ευρύτερα, στην ψυχή του άλλου. Δεν υφίσταται έρωτας που να μην εμπεριέχει και μια απαίτηση πόθου – απαίτηση τελικά και σαρκική.
 
Όμως ο πόθος δεν εξαντλεί το παιχνίδι. Αν είμαι ερωτευμένος, τοποθετώ τον άλλον σε μία τέτοια θέση, που εκπροσωπεί ό,τι κάνει τα πράγματα αγαπητά – και πρώτα-πρώτα, που κάνει αγαπητό εμένα. Γι’ αυτό δεν υπάρχει έρωτας δίχως απαίτηση τρομερή απ’ τον άλλο – δίχως την απαίτηση να με τοποθετήσει και εμένα στην αντίστοιχη θέση μες στη δική του ψυχή. Γι’ αυτό η τόσο ανθρώπινη (κι ανέφικτη όμως για τους ανθρώπους) απαίτηση της αποκλειστικότητας οδηγεί τελικά σε προσδοκίες ουσιαστικά απάνθρωπες.

Σχέση έρωτα – αγάπης

Αυτή η τρομακτική, απάνθρωπη απαίτηση διαφοροποιεί την ερωτική αγάπη από τις άλλες μορφές αγάπης – συγγενική, φιλική, ανθρώπινη, κοσμική, θρησκευτική, μεταφυσική… Κι επειδή απ’ τον έρωτα λείπει το στοιχείο της ανιδιοτέλειας, της απόστασης, της κριτικής ή θεσμικής πλαισίωσης, γι’ αυτό πιστεύω ότι ο έρωτας είναι η μαγεία της φτωχής ψυχής – ή, ηπιότερα ίσως, μια πολύ πρωτόλεια μαγεία για την ψυχή.

Αν έχει νόημα αυτό που θα πω, είμαι υπέρ του έρωτα! Όμως, δεν παύει να βασίζεται σε μια ανυπόστατη απαίτηση (να είναι ο άλλος το παν για μένα κι αντίστροφα) – δηλαδή σε μία μυθοπλασία. Κι όσο πιο μεγάλος και πιο ουσιαστικός είναι ο έρωτας, τόσο πιο πολλές οι αφαιρέσεις και οι αλχημείες που γίνονται ώστε να χωρέσει ο άλλος στο καλούπι της απαίτησής μου – τόσο πιο ακραία η μυθοπλασία. Ο έρωτας είναι και αναπόφευκτος και ουσιώδης. Όμως, η πεμπτουσία του φαινομένου έγκειται στη ματαιότητα των ουσιωδών ερώτων.

Πως επιλέγεται ο άλλος ως αντικείμενο του έρωτα;

Ο άλλος επιλέγεται ως «ανταποκριτής» μου στην ερωτική πρόθεση με πολύ περίεργο κι αποσπασματικό κριτήριο. Συναντώ δηλαδή έναν άνθρωπο, στον οποίο ωστόσο με ελκύει, με συγκινεί, με κάνει να τον ερωτευθώ ένα πάρα πολύ μικρό στοιχείο – συνήθως ανεπίγνωτο και για μένα. Ένα κατά κανόνα λανθάνον γνώρισμα του άλλου – ένα «μυστικό σημάδι», που το αποκόβω από το σύνολο, το αναπλάθω κατά τις φαντασιώσεις μου και, μέσα από μια τέτοια άγρια χειρουργική, κάνω τον φορέα του ν’ αντιπροσωπεύει ό,τι πιο μαγικό για μένα.

Είναι ένα στοιχείο που με παραπέμπει στην πρώτη μαγεία των πραγμάτων – αυτών που έζησα ή φαντάστηκα πολύ πολύ πριν, παλιά. Στον έρωτα δεν ενδιαφέρομαι ποτέ για ολόκληρο τον άνθρωπο που επιλέγω. Ενδιαφέρομαι μόνο για το εν λόγω «μυστικό σημάδι», που τον κάνει ξεχωριστό για μένα και τον ενσωματώνει προνομιακά (και αυθαίρετα μάλλον) στο ιδανικό σκηνικό που κυβερνά το νου μου.

Πώς κατασκευάστηκε από το σκηνικό;

Το υλικό του και η λογική του πηγάζουν από τους πρώτους πρώτους έρωτες της ζωής μου – κατά κανόνα, όσους συναντώ και ζω στο οικογενειακό κυρίως περιβάλλον. Κάπου εκεί συνάντησα, κάποτε, μια αίσθηση ανάσας, βλέμματος ή δέρματος, μια χροιά φωνής, μια κάποια μελωδία κινητική, ένα κυμάτισμα μαλλιών, μια φευγαλέα ίσως στιγμή απομεσήμερου… Κάτι που συμπυκνώνει εμβληματικά για μένα το διάχυτο, ρευστό κι εκστατικό στοιχείο της γοητείας και της μαγείας, που με τον καιρό το λέμε «έρωτας».

Με τέτοια υλικά και λογικές πλέκεται το σκηνικό – κατά κύριο λόγο, σε ασυνείδητο επίπεδο. Κι αυτό το σκηνικό με οδηγεί, ανεπιγνώτως, να ψάχνω κατοπινά την πρώτη εκείνη και απόλυτη μαγεία που χάθηκε, αλλά σίγουρα την έζησα – και, γι’ αυτό, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι μπορεί και απαιτώ να ξαναβρεθεί. Αυτό είναι ο έρωτας. Η βεβαιότητα ότι βρίσκομαι στον κατάλληλο χώρο και ότι συνάντησα τον κατάλληλο άνθρωπο, που διαθέτει εκείνο το «μυστικό σημάδι», το οποίο θα επιτρέψει να ξαναπαιχτεί το παλιό σενάριο, να ξαναβρεθεί το «κάτι-της-μαγείας» που έζησα τότε και με οδηγεί.

Πάνω σ’ αυτό το «μυστικό σημάδι» εστιάζουμε αδιαφορώντας για όλα τα υπόλοιπα – τα οποία στην πορεία εκδηλώνονται και μας ξαφνιάζουν ή μας δυσαρεστούν. Δεν είναι όμως δυνατό να πετάξεις όλα τα άλλα (τα «άχρηστα») και να κρατήσεις μόνο τη λεπτομέρεια – το «μυστικό σημάδι» για σένα. Γι’ αυτό και είναι έργο δυσχερέστατο η «πρακτική διαχείριση» του έρωτα – και, κατά κανόνα, γκρίζα η προοπτική, οι πιθανότητες…

Πεθαίνει ο έρωτας;

Ανάμεσα σε δύο ναι – μέσα σε έναν, ποτέ. Αντίστοιχα, επειδή είμαι πιστός σε μία οπτασία (το «μυστικό σημάδι»), γι’ αυτό κατά κανόνα είμαι άπιστος στις συγκυριακές του ενσαρκώσεις. Ουσιαστικά, είμαστε πάντα ερωτευμένοι με το ίδιο στοιχείο μαγείας, με τον ίδιο «άνθρωπο» – εφόσον στη γλώσσα του έρωτα ο άνθρωπος ορίζεται ως ο φορέας του ίχνους μιας παλιάς ευτυχίας, μιας πρωταρχικής εμπειρίας ικανοποίησης και απόλαυσης. Έτσι, οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται, όμως ο έρωτάς μας παραμένει.

Πως συνοψίζεται η λογική του έρωτα;

Εκείνη την παλιά και πια ανεύρετη πρωταρχική εμπειρία ικανοποίησης και απόλαυσης, αυτή ζητώ να ξαναβρώ στον έρωτα, με οδηγό μου το έμβλημά της, το «κάτι-της-μαγείας», το «μυστικό σημάδι». Η λογική του έρωτα μου λέει «Θα το ξαναβρείς». Αυτό είναι κάτι απατηλό. Αν έλεγε «Ψάξε μήπως και το ξαναβρείς», τότε θα ήταν πιο συνετό. Κι αν έλεγε «Ψάξε κι ας μην το ξαναβρείς», τότε θα ήταν αληθινά η σοφία – η επίγνωση αυτού που ήδη ονόμασα «η ματαιότητα των ουσιωδών ερώτων».

Η ιστορία των λέξεων Χρέος – Πάθος

Το «ζην κατά πάθος» διακρίνεται απ’ το «ζην κατά λόγον». Το «ζην κατά λόγον» εμπεριέχει το λεγόμενο χρέος. Χρέος και πάθος συνυπάρχουν μέσα μας. Τα ενώνει η αρετή. Χρέος λογικό· σκέψεις με έννοιες· με κρίσεις, με συλλογισμούς, με αφαιρέσεις.

Πάθος ά-λογο· παρορμήσεις· σκέψεις με εικόνες· με παραστάσεις, σκέψεις με τα σπλάχνα, σκέψεις με τους αδένες.

Χρέος και πάθος αντιπαλεύουν μέσα μας κάθε στιγμή. Το χρέος περιλαμβάνει όσα είναι αντίθετα στο πάθος και, αντι- στρόφως, το πάθος περιλαμβάνει όσα είναι αντίθετα στο χρέος. Απ’ την πάλη χρέους και πάθους πηγάζει στον καθένα μας η δυνατότητα της ελευθερίας, στο βαθμό που είμαστε ενάρετοι. Διότι η αρετή συναρμολογεί αυτά τα δύο, που είναι απ’ τη φύση τους αντίθετα. Μόνη η επιτέλεση του χρέους χωρίς την ικανοποίηση του πάθους είναι υποδούλωση στο χρέος. Μόνη η ικανοποίηση του πάθους χωρίς την επιτέλεση του χρέους είναι στον ίδιο βαθμό υποδούλωση.

Απ’ τη συνεχή πάλη, λοιπόν, αυτών των δύο όρων εξαρτώνται οι βαθμοί της προσωπικής μας ελευθερίας, η λεγόμενη απελευθέρωσή μας, που είναι το επίτευγμα της προσωπικής πάλης του καθενός από μας και η ηθική μας αξία: η αρετή μας.

Πάθος είναι «παν ό,τι πάσχει τις». Το πάσχω, απ’ τις *πάθ- σκω, *πάτ-σχω > *qunt-sko, είναι ομόρριζο του πένθους. Πένθος, η θλίψη, η λύπη, η δυστυχία της *quenthos. Πάθος, πένθος, λοιπόν, ομόρριζες, συνταιριάζουν το φόβο του θανάτου και την ερωτική επιθυμία, έρωτα και θάνατο.

Απ’ την άλλη πλευρά, υπάρχει το χρέος της *gher που έχει τη ριζική σημασία τού «άπτεσθαι, λαμβάνειν, πιάνειν». Απ’ την πολύ γόνιμη ρίζα *gher παράγονται μερικές κορυφαίες έννοιες, όπως χειρ, χέρι, χορός, χόρτος, χρόνος, το απρόσωπο χρη, που οι τύποι του προήλθαν από συνεκφορά και συγχώνευση με το ρήμα ειμί.

Χρη εστί, «είναι ανάγκη, πρέπει, αρμόζει»
Μετ. χρη ον =χρεών
ΧρηFιος: χρήσιμος
ΧρηFία: χρειά «χρήση»
Χρή-ζο-μαι: χρώμαι (= μεταχειρίζομαι) και απ’ αυτό το χρήμα (=χρήσιμο πράγμα), ο χρηστός.
Χρα-Fος, χρήως, χρέος, τέλος το καθήκον, το πρέπον.
Χρέος είναι αυτό που χρωστά κανείς σε άλλον,μτφ. η ηθική υπο-χρέωση.

Ποτέ από το χρέος δίκαιοι και ίδιοι σ’ όλες των τες πράξεις. (Κ. Καβάφης)

Αντίθετες στις λέξεις χρέος – χρώμαι – χρη – χρεία – χρηστός είναι οι λέξεις α-χρείος, ά-χρηστος.
Αντίθετη στις πάθος – πένθος είναι ο α-παθής.

Ο άνθρωπος που έχει ηθική αξία, αυτός που αυξάνει τους βαθμούς της ελευθερίας του, δεν είναι ούτε α-χρείος, ούτε ά-χρηστος. Ούτε μένει απαθής.

Schopenhauer: Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερική

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Άνταμ ΣμιθΈτσι, προκύπτει πως είναι σοφότερο να φροντίζει κάνεις για τη διατήρηση της υγείας του και την ανάπτυξη των ικανοτήτων του παρά για την απόκτηση πλούτου, κάτι που πάντως δεν πρέπει να οδηγήσει στην παρερμηνεία ότι θα έπρεπε κανείς να παραμελήσει τα αναγκαία και προσήκοντα στη ζωή του. Αλλά αληθινά πλούτη, δηλαδή υπεραφθονία, ελάχιστα μπορούν να συμβάλουν στην ευτυχία μας. Γι’ αυτό πολλοί πλούσιοι νιώθουν δυστυχισμένοι, γιατί δεν έχουν πραγματική πνευματική μόρφωση, δεν έχουν γνώσεις, κι έτσι δεν έχουν ένα οποιοδήποτε αντικειμενικό ενδιαφέρον που θα τους καθιστούσε ικανούς ν’ ασχοληθούν με πνευματικά πράγματα. Γιατί ό,τι μπορούν να προσφέρουν τα πλούτη, πέρα από την ικανοποίηση των πραγματικών και φυσικών αναγκών, επηρεάζει ελάχιστα την ευχάριστη διάθεσή μας· πιο πολύ τη διαταράσσει μέσα από τις πολλές και αναπόφευκτες έγνοιες που δημιουργεί η διατήρηση μιας μεγάλης περιουσίας. Εν τούτοις οι άνθρωποι προσπαθούν χίλιες φορές πιο πολύ ν’ αποκτήσουν πλούτη παρά πνευματική μόρφωσή.

Ενώ είναι βέβαιο πως το τι είναι κανείς συμβάλλει στην ευτυχία του πολύ περισσότερο από το τι έχει. Έτσι βλέπουμε κάποιον πολυάσχολο να μοχθεί από το πρωί ως το βράδυ, ακατάπαυστα σαν τις μέλισσες, για να μεγαλώσει τα ήδη υπάρχοντα πλούτη του. Πέρα από τον στενό ορίζοντα του χοίρου των μέσων που χρειάζονται για τον σκοπό αυτό, δεν ξέρει τίποτα· το πνεύμα του είναι κενό και επομένως δεν είναι επιδεκτικός για τίποτε άλλο. Οι υψηλότερες απολαύσεις, oι πνευματικές, του είναι απρόσιτες· με τις σύντομες αισθησιακές απολαύσεις, που κοστίζουν λίγο χρόνο αλλά πολλά χρήματα, και τις οποίες επιτρέπει στον εαυτό του από καιρό σε καιρό, προσπαθεί μάταια ν’ αντικαταστήσει εκείνες τις άλλες. Στο τέλος της ζωής του, σαν αποτέλεσμα της ζωής του, αν η τύχη του ήταν καλή, έχει πράγματι να παρουσιάσει ένα σωρό λεφτά, τα οποία αφήνει στους κληρονόμους του για να τ’ αυξήσουν κι άλλο ή να τα σπαταλήσουν. Μια τέτοια σταδιοδρομία, αν και πορεμένη με σοβαρούς και σπουδαιοφανείς τρόπους και ύφος, είναι επομένως το ίδιο ανόητη όπως και η σταδιοδρομία κάποιου που είχε σαν σύμβολο τον σκούφο του γελωτοποιού.

Αυτό λοιπόν που έχει κανένας στον ίδιο του τον εαυτό είναι το πιο σημαντικό για την ευτυχία του. Μόνο που επειδή κατά κανόνα είναι κάπως λίγο, οι περισσότεροι από εκείνους που έχουν ξεπεράσει τον αγώνα για τις βασικές βιοτικές ανάγκες νιώθουν στην ουσία το ίδιο δυστυχισμένοι όσο και αυτοί που ακόμα παιδεύονται. Το κενό μέσα τους, το άχρωμο, ανιαρό της συνείδησής τους, η φτώχεια του πνεύματός τους, τους οδηγεί σε συντροφιές που όμως αποτελούνται από όμοιους. Γιατί similis simili gaudet [το όμοιο συναναστρέφεται με το όμοιο- πρβλ. και Όμηρος, Οδύσσεια ρ 218]. Και από κοινού επιδίδονται στο κυνήγι της εφήμερης ψυχαγωγίας, που καταρχήν την αναζητούν σε αισθησιακές απολαύσεις, σε κάθε λογής διασκεδάσεις και τελικά σε παρεκτροπές. Η πηγή της φοβερής σπατάλης με την οποία κάποιος γόνος πλούσιας οικογένειας καταναλώνει τη μεγάλη κληρονομιά που του αναλογεί μέσα σε συχνά απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι πράγματι καμία άλλη από την πλήξη η οποία απορρέει από την πνευματική φτώχεια και κενότητα για την οποία μιλήσαμε. Ένας τέτοιος νεαρός- μπαίνει στον κόσμο εξωτερικά μεν πλούσιος, εσωτερικά όμως φτωχός, και θέλοντας να τα παίρνει όλα απ’ έξω, προσπαθεί μάταια ν’ αντικαταστήσει με τα εξωτερικά πλούτη τα εσωτερικά — όπως οι γέροι που προσπαθούν να πάρουν δυνάμεις μέσα από το άχνισμα νεαρών κοριτσιών. Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερική.

Arthur Schopenhauer, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Όσα σε έναν γίνονται, σ’ όλους μπορούν να γίνουν

Αν κάποιος επιτρέψει σ’ αυτή τη σκέψη να εισχωρήσει στην καρδιά του και, όταν βλέπει τις δυστυχίες των άλλων, που κάθε μέρα υπάρχουν εν αφθονία, αναλογίζεται ότι άνετα θα μπορούσαν να έλθουν και στον ίδιο, θα εξοπλιστεί εναντίον τους πολύ πριν αυτές τον επισκεφθούν. Είναι πολύ αργά να εφοδιάζεται κανείς για να υπομείνει τους κινδύνους όταν αυτοί είναι ήδη παρόντες. Μπορεί βέβαια να πεις: «Δεν νόμιζα ότι αυτό θα συμβεί» και «Πίστευες ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;» Όμως γιατί όχι; Ποια είναι τα πλούτη εκείνα που δεν τα ακολουθούν κατά πόδας η φτώχεια, η πείνα και η αθλιότητα; Ποιοι αξιωματούχοι στον ποδόγυρο της εσθήτας τους, ποιοι οιωνοσκόποι στη ράβδο τους ή ποιοι πατρίκιοι στους ιμάντες των παπουτσιών τους δεν μεταφέρουν ακαθαρσίες και άθλια σκουπίδια – χιλιάδες στίγματα και σκέτη ντροπή; Ποιο βασίλειο υπάρχει για το οποίο να μην καιροφυλακτεί η καταστροφή και η ερήμωση, ο τύραννος και ο δήμιος;

Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;

Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;

Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!

Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης


Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο

Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα τού να είσαι κάτι. 

Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ένα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ’ όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα.

Οι άνθρωποι λαχταρούν να είναι κάτι, και με το να είναι κάτι, παίρνουν θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δε μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό.

Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι δεδομένο, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής, σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα τού να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει, όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δε μπορεί κανείς να σ’ το αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.

Το ν’ αφήνεις τη ζωή να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να μένει πίσω της κανένα κατακάθι, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης. Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο, που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου.

Χρειάζεται ολοκληρωτική επίγνωση να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε -διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία, και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής.

Ο πλούτος της ζωής είναι η απελευθέρωση από την αποθήκευση εμπειριών. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ’ αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.

Είμαστε – οι περισσότεροι τουλάχιστον – πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ’ αυτό. Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη.

Υπάρχουν όμως μερικοί που δεν είναι πιασμένοι σ’ αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται, όταν η θέληση παύει να δρα.

Τα χρήματα πραγματικά καταστρέφουν τους ανθρώπους. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν’ αγοράσουν τους δικούς τους θεούς.
 
Αυτή η ατμόσφαιρα όμως δεν υπάρχει μόνο στον πλούτο, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά τού δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται -δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του.

Τα λεφτά και οι ικανότητες προσφέρουν μια πολύ καλή φυγή απ’ το σκοτάδι. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Το Αόρατο Χέρι της Οικονομίας

«Αλλά κι αυτό που ονομάζεται «ωφελιμότητα» δεν είναι τελικά παρά μια απλή πεποίθηση, κάτι φανταστικό και ίσως η πιο ολέθρια ηλιθιότητα, που ενδεχομένως θα μας καταστρέψει μια μέρα». -Νίτσε, 1887

«Οι ανταγωνιστικές αγορές του σήμερα, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, καθοδηγούνται από μια διεθνή έκδοση του ΑΟΡΑΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ του Adam Smith, η οποία είναι ακαταμάχητα σκοτεινή» -Alan Greenspan

«Έχουμε στους ώμους μας μια ευθύνη, η οποία ποτέ δεν άγγιξε τον άνθρωπο πάνω στην Γη. Γι’ αυτό, η Ηθική πρέπει να ξαναθεμελιωθεί. Χρειαζόμαστε μια Οικολογική Ηθική» -Hans Jonas 1992: Φιλοσοφικές έρευνες και μεταφυσικές εικασίες.

Το Αόρατο Χέρι της Οικονομίας

Όπως κανείς δεν μπορούσε να ξέρει πού θα οδηγούσε η λύση του Γουτεμβέργιου, έτσι σήμερα δεν φανταζόμαστε πού οδηγεί η νέα τεχνολογία. Όταν ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος συναρμολογούσε το 1439 την πρώτη τυπογραφική πρέσα, δεν ήξερε ότι θα άλλαζε τον κόσμο. Δεν το ήθελε καν. Το έκανε για να κερδίσει χρήματα και πιθανότατα για να αποπληρώσει τους επενδυτές που του χρηματοδότησαν ένα προηγούμενο ανόητο εγχείρημα. Εκείνη την εποχή έφτιαχνε καθρέφτες από στιλβωμένο μέταλλο που είχαν την «μαγική» ιδιότητα να αντανακλούν το αόρατο ιερό φως από θρησκευτικά λείψανα.

Η επιχείρηση έπεσε έξω διότι η μεγάλη συλλογή σκηνωμάτων του Καρλομάγνου, που ήταν να εκτεθεί στο Ααχεν της Γερμανίας το 1439, αναβλήθηκε λόγω πλημμυρών και ο Γουτεμβέργιος έπρεπε να βρει κάτι άλλο για να αποζημιώσει τους επενδυτές του. Η «απελευθέρωση της γνώσης από τα μοναστήρια», όπου αναπαράγονταν χειρογράφως μόνο όσα έργα κρίνονταν αρκούντως «ιερά», είναι εκ των υστέρων αποτιμήσεις της γουτεμβεργιανής επανάστασης.

Η τυπογραφία ήταν το καύσιμο της Αναγέννησης.

Δημιούργησε την μαζική παιδεία. Βοήθησε να κυριαρχήσει η επιστήμη έναντι των θρησκευτικών προλήψεων, παρά το γεγονός ότι η Βίβλος ήταν το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε (πάλι για εμπορικούς λόγους). Η ίδια η εκκλησία δεν κατάλαβε ποτέ πόσο διαβρωτικός ήταν για την ισχύ της ο εκδημοκρατισμός της γνώσης που έφερναν τα τυπογραφεία· τα στήριξε δίνοντας μαζικές παραγγελίες για συγχωροχάρτια. Πάλι για εμπορικούς λόγους

Όπως κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τον 15ο αιώνα πού θα οδηγούσε η λύση του Γουτεμβέργιου (για να αποπληρώσει τους επενδυτές του), έτσι και σήμερα δεν μπορούμε να φανταστούμε πού οδηγεί τις κοινωνίες μας η νέα τεχνολογία. Βεβαίως είμαστε περισσότερο υποψιασμένοι από τότε.

Η ιστορία της επιστήμης και της τεχνολογίας επιτρέπει τουλάχιστον να καταλάβουμε ότι ο κόσμος αλλάζει συθέμελα, εξαιτίας διάφορων τεχνολογικών εργαλείων που κρατάμε στα χέρια μας· ένα κινητό τηλέφωνο σήμερα έχει μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ απ’ όλους τους υπολογιστές που χρησιμοποίησε το 1969 η NASA για να στείλει τον άνθρωπο στο φεγγάρι. Εκτός αυτού, η διείσδυση των νέων τεχνολογιών στην κοινωνία γίνεται πολύ ταχύτερα από ποτέ.

Πριν από δέκα χρόνια δεν υπήρχε το Facebook. Το 2008 είχε 100 εκατομμύρια χρήστες. Τον Μάρτιο του 2013 έφτασε το 1,2 δισεκατομμύριο χρήστες. Για να έχει ηλεκτρικό το 10% του πληθυσμού των ΗΠΑ πέρασαν 39 χρόνια· για να συνδεθεί στο Ιnternet 8 χρόνια και για να αποκτήσει tablet 2,5 χρόνια. Για να φτάσει το τηλέφωνο από το 10% στο 40% του πληθυσμού απαιτήθηκαν 39 χρόνια· για να έχει smartphone το 40% των κατοίκων των ΗΠΑ χρειάστηκαν 3 χρόνια.

Η διάχυση αυτών των εργαλείων αλλάζει -πολλές φορές χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε- τον τρόπο που δουλεύουμε, επικοινωνούμε, μαθαίνουμε, φλερτάρουμε κ.λπ. Αλλάζει συμπεριφορές παρανόμων· σήμερα η διείσδυση σε μια τράπεζα δεδομένων μπορεί να αποδειχθεί πιο αποδοτική από την ληστεία μιας κανονικής τράπεζας. Αλλάζει η δομή ισχύος δεν είναι μικρό πράγμα να βλέπει κανείς τον πρόεδρο μιας υπερδύναμης να κάνει διάγγελμα εναντίον μιας μικρής ομάδας hackers των Wikileaks που δημοσιοποίησαν τις αναφορές στρατιωτικών και διπλωματών των ΗΠΑ.

Αλλάζει ο τρόπος παραγωγής υπηρεσιών και προϊόντων που έχει διασπαρεί σε κάθε γωνιά της οικουμένης. Αλλάζουν οι σχέσεις ιδιοκτησίας στους προσοδοφόρους πληροφοριακούς τομείς, αλλά και η έννοια της ιδιοκτησίας καθαυτή· ένα χωράφι, ένα εργοστάσιο μπορεί να οριστεί και να προστατευτεί, μια πολύτιμη πληροφορία ή ιδέα όχι.

Κανείς δεν ξέρει πώς θα καταλήξει ο νέος τεχνολογικός μας κόσμος. «Η πρόβλεψη είναι δύσκολη. Ειδικά για το μέλλον», είχε πει ο μεγάλος Δανός φυσικός Νιλς Μπορ. Είναι εντυπωσιακό ότι παρ’ όλες αυτές τις νέες δυνατότητες συλλογής και ανάλυσης απεριόριστων ποσοτήτων με στοιχεία, οι ικανότητές μας για πρόβλεψη δείχνουν πιο περιορισμένες από ποτέ.

Φαίνεται ότι η ανθρώπινη φύση επιμένει πάνω απ’ όλα σ’ ένα στοιχείο: το μυστήριο. Πιο αναλυτικός ήταν ο Ρότζερ Κόεν των New York Times: «Είναι εντυπωσιακό ότι παρ’ όλες αυτές τις νέες δυνατότητες συλλογής και ανάλυσης απεριόριστων ποσοτήτων με στοιχεία, οι ικανότητές μας για πρόβλεψη δείχνουν πιο περιορισμένες από ποτέ. Φαίνεται ότι η ανθρώπινη φύση επιμένει πάνω απ’ όλα σε μια ποιότητα: το μυστήριό της. Είναι όμως ανακουφιστικό ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα γίνει. Για να παραφράσω τον Κίρκεργκορ, ο χρόνος πάει μπροστά αλλά η κατανόηση προς τα πίσω. Και όπως παρατήρησε ο σκηνοθέτης Ζαν-Λικ Γκοντάρ, μια ταινία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά».

Το τέλος της εργασίας ή της θέσης εργασίας;

Οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν ταχύτατα το τοπίο στην οικονομία. Είναι φυσιολογικό. Οι μηχανές δεν βελτιώνουν απλώς την παραγωγικότητα της εργασίας, σε πολλές περιπτώσεις την υποκαθιστούν. Ο Τζέρεμι Ρίφκιν στο κλασικό του βιβλίο «Το τέλος της εργασίας» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη) είναι απαισιόδοξος: «Διανύουμε την πρώτη φάση μιας μακροχρόνιας μετατόπισης από τη “μαζική εργασία” στην εξειδικευμένη “εργασία των εκλεκτών” σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αυτοματοποίηση στην παραγωγή αγαθών και στην παροχή υπηρεσιών. Εργοστάσια που δεν απασχολούν εργαζομένους και εικονικές εταιρείες ξεπροβάλουν στον ορίζοντα».

Παρά την αύξηση του πληθυσμού η ανεργία στις ΗΠΑ κυμαίνεται μεταξύ 5-10%, όσο περίπου ήταν και στις αρχές του προηγούμενου αιώνα (πλην των περιόδων κρίσης). Υπάρχει όμως μια μεγάλη μετατόπιση, και γεωγραφικά και εντός των διάφορων τομέων. Κάποτε η πρωτογενής παραγωγή ήταν το πεδίο απασχόλησης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού.

Σήμερα στη Βρετανία ο αγροτικός τομέας παράγει το 1% του ΑΕΠ, ενώ οι δουλειές του Διαδικτύου 8%. Γενικώς στις ανεπτυγμένες χώρες, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η αγροτική παραγωγή είναι το 2% του ΑΕΠ, η βιομηχανική το 30% και ο τομέας υπηρεσιών το 68%. Αυτό όμως που αλλάζει ανεπαίσθητα, αλλά θα έχει καταλυτικές επιπτώσεις, είναι η φύση της εργασίας. Μπορεί να μην μπορούμε να μιλήσουμε για το «τέλος της εργασίας», αλλά όλα δείχνουν ότι στην οικονομία της πληροφορίας οδηγούμαστε στο «τέλος της θέσης εργασίας».

Η ανατροπή που ήδη βλέπουμε να συμβαίνει στο πλαίσιο της οικονομίας της πληροφορίας είναι το καθεστώς υπεργολαβίας στην εργασία. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον τομέα των υψηλών τεχνολογιών που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς αυτοαπασχόλησης. Διαθέτουν ένα συμβόλαιο με την επιχείρηση, αναλαμβάνουν ένα έργο, το φέρουν εις πέρας και τέλος πληρώνονται. Δεν έχουν καμία υποχρέωση στην εταιρεία που τους προσλαμβάνει για συγκεκριμένο και σύντομο χρονικό διάστημα, και για ένα έργο κάθε φορά, ενώ αντίστοιχα και η επιχείρηση δεν έχει καμία υποχρέωση απέναντί τους.

Ας προβάλουμε αυτό το σχήμα στο μέλλον, κατ’ ουσίαν αναφερόμαστε σε μια νέα αγορά πληροφορίας. Υπεργολάβοι θα αγοράζουν πληροφορία με την μορφή συνεχούς επιμόρφωσης και θα την πωλούν με την μορφή προγραμμάτων-εργολαβιών σε εταιρείες. Έχουν την δυνατότητα είτε να πληρωθούν εφάπαξ, είτε να συμμετάσχουν στα κέρδη. Κατά μία έννοια, θα συμμετέχουμε σε επιχειρήσεις, διαθέτοντας το δικό μας προσωπικό κεφάλαιο, που είναι το μυαλό μας.

Σε μια οικονομία της πληροφορίας επίσης, προικισμένοι άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να συνεργαστούν, να ξεκινήσουν από κοινού ένα πρόγραμμα, να το πωλήσουν στην συνέχεια και να συμμετάσχουν τέλος στα κέρδη. Η εταιρεία που θα συστήσουν θα έχει διάρκεια ζωής όση ακριβώς και το πρόγραμμα. Επεξεργάζονται ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, δημιουργούν μια αξία και συμμετέχουν στα κέρδη, με την μορφή δικαιωμάτων. Η αγορά τους δεν είναι ακραιφνώς διεθνής (η εργασία τους συνεχίζει να έχει σχέση με υλικά, χαρτί ή οπτικούς δίσκους), ο πυρήνας όμως της δουλειάς τους είναι η αγορά και η πώληση πληροφορίας.

Το πρόβλημα των δικαιωμάτων

Ενα από τα μεγάλα ζητήματα που ανέδειξε η σύγχρονη τεχνολογία είναι το αποκαλούμενο «πρόβλημα διασφάλισης της πνευματικής ιδιοκτησίας». Αυτό παίρνει διάφορες μορφές. Από το «πρόβλημα Napster» παλιότερα μέχρι την peer to peer ανταλλαγή αρχείων σήμερα, από την «πειρατεία» των cd που κάνουν οικονομικοί μετανάστες στους δρόμους της Αθήνας μέχρι τα φάρμακα-κλώνους που παρασκευάζονται σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, και μέχρι τις πατέντες λογισμικού που προωθούνται σε όλο τον κόσμο.

Το σύστημα της ιδιοκτησίας επί των υλικών πραγμάτων δούλεψε θαυμάσια στην βιομηχανική εποχή. Επειδή κάθε υλικό πράγμα είναι μοναδικό, το σύστημα της ιδιοκτησίας απάλυνε μέχρι εξαλείψεως τις εντάσεις μεταξύ των ανθρώπων για την χρήση των αγαθών, δημιούργησε κίνητρα για μεγαλύτερη παραγωγικότητα, δημιούργησε πλούτο στις κοινωνίες.

Αυτή η επιτυχία είναι το βασικό επιχείρημα όσων θέλουν να μεταφέρουν ανέπαφο το σύστημα ιδιοκτησίας στην κοινωνία της γνώσης. Η πνευματική ιδιοκτησία, υποστηρίζουν, θα αποτελέσει κίνητρο για παραγωγή περισσότερης γνώσης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα (εταιρείες).

Αληθοφανές, αλλά όχι αληθές.  Κατ’ αρχάς η πρόοδος που σημείωσαν οι πολιτισμοί απανταχού δεν είχε κανένα σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας να την στηρίξει. Η αλματώδης πρόοδος του δυτικού πολιτισμού βασίστηκε σε αυτό που σήμερα, θα ήθελαν κάποιοι να ενοχοποιήσουν με τον όρο «πειρατεία».

Η μαζική εκπαίδευση και το διαδεδομένο δίκτυο βιβλιοθηκών ήταν μια διαδικασία διάχυσης της γνώσης χωρίς τους φραγμούς της ιδιοκτησίας. Επέτρεψαν σε περισσότερους ανθρώπους να γίνουν κοινωνοί της προηγούμενης γνώσης, επέτρεψε σε περισσότερα μυαλά να δουλέψουν στα προβλήματα και να προταθούν περισσότερες λύσεις. Η κοινοκτημοσύνη της γνώσης δημιουργεί μακροπρόθεσμα πρόοδο και όχι η περίφραξη της πληροφορίας με συστήματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η πνευματική ιδιοκτησία τραυματίζει θανάσιμα και την κοινωνική συνοχή. Στην βιομηχανική εποχή, η κινητικότητα των ατόμων μεταξύ των τάξεων βασίστηκε στην παιδεία, δηλαδή στη δωρεάν απόκτηση της πληροφορίας. Ο γιος ενός κολίγα μπορούσε να ξεφύγει από την μοίρα του διά της ελεύθερης διατιθέμενης στην κοινωνία γνώσης, και πολλοί το έκαναν.

Σε μια μελλοντική κοινωνία της γνώσης και με ένα αυστηρό σύστημα επιβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας (αν μπορεί ποτέ αυτό να υπάρξει) και με την διαρκή εκμηχάνιση όλων των άλλων εργασιών, ο γιος του κολίγα δεν θα μπορεί ούτε κολίγας να παραμείνει, αλλά ούτε να ελπίζει σε επαγγελματική άνοδο, να γίνει δηλαδή εργάτης της γνώσης, αφού δεν θα έχει τα χρήματα να «αγοράσει» την γνώση που προαπαιτείται γι’ αυτή την επαγγελματική άνοδο.

Η πνευματική ιδιοκτησία είναι κομβική στην νέα εποχή. Δημιουργεί πλούτο, αλλά διαιωνίζει και την φτώχεια, φτιάχνει επιχειρηματικές ευκαιρίες και γονατίζει την πρόοδο, είναι «ένα λάθος επίθετο για ένα λάθος ουσιαστικό», όπως έγραψε παλιότερα ο Αμερικανός διπλωμάτης Χάρλαν Κλίβελαντ.

Ο κατακερματισμός της ενημέρωσης

Κάθε πρωί, όταν οι (διαρκώς αυξανόμενοι) χρήστες του Facebook και του Twitter ανοίγουν τον υπολογιστή τους, έχουν μια εικόνα του κόσμου εντελώς διαφορετική από εκείνες που είχαν οι γονείς τους. Τίποτε δεν είναι εν-τάξει. Εκεί που οι καταναλωτές των παραδοσιακών μέσων είχαν πρώτο πρώτο το μεγάλο θέμα της ημέρας στο Twitter μπορεί να προηγείται μια είδηση του τύπου «Με ποια ζώδια ταιριάζουν οι Κριοί». Στο Facebook η τυχαιότητα της τροφοδοσίας με ειδήσεις ή όχι και τόσο «ειδήσεις» μπορεί να φέρει στα μάτια μας μια έρευνα για ό,τι κοινοποίησε κάποιος ψηφιακός «φίλος».

Τα social media δεν γκρέμισαν μόνο την ιεραρχία στην παραγωγή της ενημέρωσης (ένας πομπός πολλοί δέκτες) κονιορτοποίησαν την ίδια την ενημέρωση. Ιδιο χώρο καταλαμβάνει η είδηση «Ζεστό κρασί για πρωινό μεσημεριανό και βραδινό, αυτή την δίαιτα θα ακολουθήσω στις γιορτές» με την είδηση «Πρόβλημα δημοκρατικής λειτουργίας στις χώρες με μνημόνιο εντοπίζει το Ευρωκοινοβούλιο» και μ’ αυτή την σειρά.

Κάποιος άλλος χρήστης μπορεί να μάθει για την «δίαιτα του ζεστού κρασιού» αλλά να μην πάρει χαμπάρι την έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου και το αντίστροφο. Η «κατά παραγγελία ενημέρωση» που ρυθμίζουν οι χρήστες, μπορεί να μην έχει ως ενδιάμεσο τα ΜΜΕ που «στρέβλωναν» ή «ιεραρχούσαν» την πραγματικότητα, δημιουργεί όμως πολλές παράλληλες πραγματικότητες.

«Η πληθώρα των δίαυλων επικοινωνίας κατακερματίζει την κοινή εμπειρία που λειτουργούσε ως ενοποιητικό στοιχείο της κοινωνίας και τη θέση της παίρνουν αποσπασματικές εμπειρίες. Ήταν διαφορετικά, για παράδειγμα, όταν στην Ελλάδα υπήρχαν δύο τηλεοπτικά κανάλια (με καλό ή κακό πρόγραμμα – δεν έχει σημασία) και ολόκληρη η επικράτεια είχε κοινό σημείο αναφοράς (έστω ως συζήτηση την επόμενη μέρα στο γραφείο) και είναι διαφορετικά όταν υπάρχουν τα μπουκέτα των 100 δορυφορικών καναλιών, των 50 εφημερίδων και των εκατομμυρίων web sites στο Internet. Τώρα οι κοινές μας (έστω διαμεσολαβημένες) εμπειρίες κατακερματίζονται και η ενοποιητική ιδιότητα των MME αντιστρέφεται… Η άνθηση των τεχνολογιών επικοινωνίας φέρνει τον κόσμο πιο κοντά, τον ενοποιεί, αλλά ταυτόχρονα τον κατακερματίζει στο εσωτερικό του» «Νέος κόσμος με πολλές επιλογές».

Είναι νωρίς να πούμε ότι η ιεραρχημένη από τα μαζικά Μέσα ατζέντα είχε περισσότερα ευε­ργετικά αποτελέσματα απ’ ό,τι έχει η κατακερματισμένη εμπειρία που προσφέρουν τα νέα Μέσα. Το καζάνι βράζει και όπως στην εποχή της πρώτης τυπογραφίας δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουμε για να κάνουμε τον λογαριασμό.

Αόρατο Χέρι ή Πεφωτισμένη Ιδιοτέλεια

Το Αόρατο Χέρι είναι μια μεταφορά που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ για να περιγράψει την αρχή της πεφωτισμένης ιδιοτέλειας. Σήμερα αυτή η αρχή συνδέεται με τον ψυχολογικό εγωισμό. Στον «Πλούτο των Εθνών», ο Άνταμ Σμιθ αναφέρει ότι, μέσα στο σύστημα, ένα άτομο που δρα για το προσωπικό του συμφέρον τείνει να προωθεί και το συμφέρον της κοινότητας του. Αυτήν την αρχή την απέδωσε στον κοινωνικό μηχανισμό που αποκαλούσε Αόρατη Χείρα.

Κάθε άτομο προσπαθεί να χρησιμοποιεί τα χρήματά του με τέτοιον τρόπο, ώστε να του αποδίδουν την μεγαλύτερη δυνατή αξία. Κάθε άτομο αναγκαστικά εργάζεται για να καταστήσει τα ετήσια έσοδα της κοινωνίας όσο περισσότερα μπορεί. Γενικά δεν επιδιώκει να προωθήσει το κοινό συμφέρον, ούτε γνωρίζει πόσο πολύ το προάγει… Προτιμώντας την υποστήριξη της δικής του εργατικότητας παρά της ξένης, επιδιώκει μονάχα την δική του ασφάλεια και κατευθύνοντας αυτή την εργατικότητα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το προϊόν της να έχει την μεγαλύτερη δυνατή αξία, επιδιώκει μονάχα το δικό του συμφέρον, και σε αυτήν όπως και άλλες περιπτώσεις, καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι για να επιδιώξει έναν σκοπό που δεν αποτελούσε μέρος των προθέσεων του. Επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον συχνά προωθεί αυτό της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι όταν πραγματικά επιδιώκει να το προωθήσει. Ποτέ δεν είδα να γίνεται καλό από όσους επικαλέστηκαν το εμπόριο για το κοινό καλό. Είναι πράγματι μια επιτήδευση, όχι πολύ συχνή στους εμπόρους και πολύ λίγα λόγια αρκούν στο να τους αποθαρρύνουν από αυτήν.

 Δεν περιμένουμε το δείπνο μας από την καλοσύνη του κρεοπώλη, του ζυθοποιού ή του αρτοποιού, αλλά από την έγνοια που έχουν για το δικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε στην φιλαυτία τους, όχι στην ανθρωπιά τους και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις ανάγκες μας αλλά για τα πλεονεκτήματά τους. -Adam Smith 1776/1991: Ο πλούτος των εθνών

Hegel, η Αριστερά: από τις αυταπάτες στις απάτες

Πώς νοείται ο πολιτικός ωφελιμισμός της «αριστεράς»;
ή
Κάθε άνθρωπος και κάθε λαός είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του

§1

     Ι. Ερμηνεύοντας τη Ενδότερη Λογική της σχέσης κυριαρχίας και δουλείας, κυρίου και δούλου, ο Χέγκελ τονίζει με μοναδική οξυδέρκεια πως χωρίς τη συνήθεια, χωρίς την πειθαρχία της υπηρεσίας, των υπηρεσιών του δούλου στον κύριο, και της αντίστοιχης υπακοής του δεν μπορεί επ’ ουδενί και ποτέ, με τις δικές του δυνάμεις, να ανυψωθεί πάνω από τη δουλική του κατάσταση και να γίνει ελεύθερη, καθολική αυτοσυνείδηση. Το ίδιο ισχύει και από την πλευρά της κυριαρχίας του κυρίου επί του δούλου[1]. Με άλλα λόγια: όσο ο κύριος «κατέχει» τον δούλο, όσο κυριαρχεί πάνω του, δεν είναι ούτε ο ίδιος καθολικά ελεύθερος ούτε μπορεί να γίνει με τον τρόπο της κυριαρχίας· επομένως ο μόνος δρόμος απελευθέρωσης τόσο του ίδιου από τη δική του μονοσήμαντη κυριαρχία και «ελευθερία», δηλ. από μια εντελώς τυπική «ελευθερία», και την ανύψωση του σε καθολική αυτοσυνείδηση, όσο και του δούλου από τη δική του υποτέλεια, από τη δική του εγωιστική ατομικότητα, είναι ο δρόμος της απελευθέρωσης του δούλου από την υποτέλειά του, αφού διέλθει πρώτα από την πειθαρχία της υπακοής.

     ΙΙ. Γιατί να διέλθει μέσα από τον δρόμο της υποτέλειας; Επειδή ο τελευταίος θραύει την ως άνω εγωιστική δομή του ατόμου. Η εγωιστική ατομικότητα, τόσο σε επίπεδο ανθρώπινων ατόμων όσο και λαών, είναι ένας ανεπαρκής, ανεστραμμένος τύπος ελευθερίας και καμιά μορφή καθολικής ελευθερίας. Π.χ. αν κανείς κάνει ό,τι θέλει, τότε τα καπρίτσια του γίνονται ρυθμιστές κάθε τρόπου ζωής και δεν μπορεί το ανθρώπινο άτομο ή το σύνολο να απελευθερωθεί από τη δουλεία, όπου τον ρίχνουν αυτά τα καπρίτσια, δηλ. η νοο-τροπία. Αναφέρει πολύ παραστατικά ο Χέγκελ:

«Για να γίνουν ελεύθεροι οι λαοί, για να αποκτήσουν την ικανότητα της αυτοκυβέρνησης, πρέπει να περάσουν πρώτα από τη δοκιμασία της αυστηρής πειθαρχίας της υποταγής σε έναν κύριο. Έτσι, για παράδειγμα, ήταν αναγκαίο, αφότου ο Σόλων είχε δώσει στους Αθηναίους δημοκρατικούς, ελεύθερους νόμους, να αποκτήσει ο Πεισίστρατος μια εξουσία, με την οποία ανάγκασε τους Αθηναίους να υπακούσουν σε εκείνους τους νόμους. Μόνο όταν είχε ριζώσει αυτή η υπακοή, έγινε περιττή η κυριαρχία των Πεισιστρατιδών… Η δουλεία και η τυραννία είναι συνεπώς στην ιστορία των λαών ένα αναγκαίο στάδιο και επομένως κάτι σχετικά δικαιολογημένο. Όσοι παραμένουν δούλοι δεν υποφέρουν από απόλυτη αδικία· γιατί όποιος δεν έχει το θάρρος να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να κερδίσει την ελευθερία του, αξίζει να είναι σκλάβος· κι αν απεναντίας ένας λαός δεν φαντάζεται απλώς ότι θέλει να είναι ελεύθερος, αλλά πραγματικά έχει την ενεργητική [έντονη] βούληση της ελευθερίας, καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να τον κρατήσει πίσω στη δουλεία: δηλ. απλώς να κυβερνιέται παθητικά»[2].

§2

     Ι. Η ως άνω σύλληψη του Χέγκελ συνιστά την πεμπτουσία της πολιτικής του σκέψης σε σχέση με το Όλο της κοινωνίας και του κράτους, έτσι όπως εννοεί το τελευταίο υπό τη μορφή και τον χαρακτήρα της αρχαίας πολιτείας. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) συγκροτεί μια αντιφατική μορφή με δυο κυρίως στοιχεία αντιθετικής υφής: πρώτον την ιδιαιτερότητα των ατόμου. Ως μέλος αυτής της κοινωνίας το άτομο είναι ιδιώτης, με το νόημα ότι εντός της κοινωνίας υπάρχει ως ο ιδιαίτερος σκοπός του εαυτού του: είναι ατομικός ιδιοκτήτης, υπερασπίζεται την ιδιοκτησία του και ταυτίζεται πλήρως με τούτη. Δεύτερον, ως μέλος μιας τέτοιας πολιτικής κοινωνίας, δεν ενσαρκώνει απλώς τη μορφή του οικονομικού υποκειμένου, αλλά και εκείνη του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή του πολίτη του κράτους ως πολιτείας. Αυτή η έννοια του πολίτη παραπέμπει σε ένα είδος καθολικότητας, την οποία δεν μπορεί να εκφράσει η πιο πάνω κοινωνία παρά μόνο το κράτος/η πολιτεία.

     ΙΙ. Αυτό-εδώ είναι το αντικειμενικό πνεύμα και το πολιτικό υποκείμενο ως μετέχον σε τούτη την πνευματική αντικειμενικότητα είναι η βάση και η εμπρόσωπη δύναμη που πραγματώνει την κοινωνική ηθική (Sittlichkeit), δηλ. την ηθική τάξη ή ζωή της πολιτείας. Η πραγμάτωση ετούτης της ηθικής τάξης συνιστά την ολοκλήρωση –ιστορικά και λογικά– εκείνης της διεργασίας, δυνάμει της οποίας η Ιδέα του κράτους/πολιτείας κατορθώνει εν τέλει να γίνει ενεργός πραγματικότητα: να ταυτιστεί εσωτερικά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα των ενεργών πολιτών. Η συνεκτική και όχι λιγότερο οργανική αρχή που δίνει καθορισμένο εκάστοτε περιεχόμενο σε τούτη την Ιδέα είναι η καθολική, η κοινή βούληση, που ως δρώσα βούληση θεσμίζεται σε κρατική εξουσία. Η εξουσία δεν είναι απροϋπόθετα καλή ή κακή. Γίνεται καλή, δηλαδή λειτουργεί ως αποκάλυψη της ουσίας, όταν οι άνθρωποι που τη συγκροτούν συνέχονται από την Ιδέα της πολιτείας, δηλ. είναι ελεύθερα και καθολικά αυτοσυνείδητα όντα, και ανάγουν σε εσωτερικό τους χρησμό την πραγματοποίηση αυτής της Ιδέας. Γίνεται κακή, δηλαδή συγκάλυψη της ουσίας, άρα μηχανισμός βίας, όταν οι κυβερνώντες ιδιοποιούνται την κυριαρχία προς ίδιον όφελος και μετατρέπουν τον λαό σε όχλο. Για μια τέτοια εξαχρείωση του λαού είναι πρωτίστως ο ίδιος υπεύθυνος, όταν ανέχεται να τον κυβερνούν οι διάφορες συμμορίες και δη εκείνες της διπρόσωπης, της υποκριτικής και κυριολεκτικά ιμπεριαλιστικής «αριστεράς», που ως καθέκαστα άτομα συμπεριφέρονται/συμπεριφέρεται αποκλειστικά με τη μορφή του ιδιώτη ή των ιδιωτών [=συμφεροντολόγοι, διεφθαρμένοι, εκμεταλλευτές, απατεώνες κ.λπ.], ενώ ως πολιτικά πρόσωπα μεταμφιέζονται σε «πολίτες», που δήθεν «μάχονται» για το καλό της πολιτείας.

§3

     Ενώ το συμφέρον ενός κράτους, όπως το κατανοεί ο Χέγκελ με τη μορφή της αρχαίας πολιτείας, είναι ένα όλο, ένα ενιαίο καθολικό συμφέρον για κυβερνώντες και κυβερνώμενους, η κατάχρηση της εξουσίας οδηγεί τυφλά τους κυβερνώντες να αυθαιρετούν με το να υπερασπίζονται, πάνω απ’ όλα, το δικό τους στενό συμφέρον και με το να κυνηγούν, με κάθε τρόπο και ευκαιρία, τα προνόμια. Το ποσοτικό κριτήριο εκμηδενίζει το ποιοτικό. Σχετικά και κριτικά γράφει ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος:

«Η υπακοή στους νόμους γίνεται παραδεκτή ως αναγκαία, αλλά όταν απαιτείται από τις υπηρεσιακές αρχές, δηλαδή από [συγκεκριμένα] άτομα, εμφανίζεται ως αντίθετη στην ελευθερία· η αρμοδιότητα να δίνει κανείς εντολές, η διαφορά που προκαλεί αυτή η αρμοδιότητα –η διαφορά ανάμεσα στο να δίνει κανείς εντολές και στο να υπακούει εν γένει– είναι ασυμβίβαστη με την ισότητα· μια μάζα ανθρώπων μπορεί να αποδώσει στον εαυτό της τον τίτλο του λαού, και δικαίως, διότι ο λαός είναι αυτό το αόριστο πλήθος· αλλά οι αξιωματούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, εν γένει τα μέλη της οργανωμένης κρατικής εξουσίας, διαφέρουν από τον λαό και έτσι εμφανίζονται να έχουν άδικο ως προς το ότι απέρριψαν την ισότητα και αντιτάσσονται στον λαό, ο οποίος διαθέτει το απέραντο πλεονέκτημα να αναγνωρίζεται ως η κυρίαρχη βούληση. Αυτό είναι το άκρο των αντιφάσεων, στον κύκλο των οποίων περιστρέφεται ένα έθνος, όταν το έχουν κυριαρχήσει αυτές οι τυπικές κατηγορίες»[3].

Ως προκύπτει, οι ιδιώτες, τα ιδιωτικά στρώματα που μέσα από την εξαπατητική δύναμη των ιδεολογιών καταλαμβάνουν την εξουσία, επιδιώκουν πάντα με διάφορες φορμαλιστικές διαδικασίες να κρατούν τον λαό ανενεργό μέσα σε έναν κύκλο τυπικών ελευθεριών. Αυτές εδώ τις διασφαλίζουν, υποτίθεται, δια νόμων και στερεότυπων κανόνων και πειθαναγκάζουν την πλειοψηφία των αρχομένων να υπακούει· η κυβερνητική/άρχουσα πλευρά όμως, που είναι πάντοτε μειοψηφία, δεν αισθάνεται την υποχρέωση να υπακούει, καθότι καθίσταται πλέον ενεργούμενο της αλαζονείας της εξουσίας.

§4

   Εξουσία όμως δεν είναι μόνο η κυβερνητική πλευρά, αλλά και η πλευρά της αντιπολίτευσης, που ως αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή», ρητορεύει με φωνασκίες και μεμψιμοιρίες, όταν όμως καταλαμβάνει την εξουσία προδίδει τον προηγούμενο εαυτό της και γίνεται πιο φίλαρχη και από την αστική διακυβέρνηση. Πολύ γλαφυρά μας μιλάει ο Χέγκελ, λίγο πριν τον ξαφνικό του θάνατο, για τέτοιες προδοσίες, μέσα από το ιστορικό παράδειγμα της Γαλλίας, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830: 

«Εάν πάρουμε [το παράδειγμα] μιας αντιπολίτευσης με διαφορετικό ως τώρα χαρακτήρα στην ακραία του μορφή, όπως ο τελευταίος εμφανίζεται στη Γαλλία, τότε αυτός βρίσκει την πιο αποκαλυπτική του εκδοχή στην έκπληξη, που εκφράζεται <προσφάτως εκεί> στη Γαλλία μετά από κάθε αλλαγή κυβέρνησης, σχετικά με τούτο: τα άτομα, που από την αντιπολίτευση μεταπηδούν στην κυβέρνηση, ακολουθούν στη συνέχεια τις ίδιες σχεδόν αξιωματικές αρχές, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο»[4].

Εδώ, με την «αριστερά», συμβαίνει ό,τι εκάστοτε βιώνουν ως αρνητική εμπειρία οι χειραγωγούμενες «πλειοψηφίες» των λαών. Ως αντιπολίτευση, η «αριστερά» πλειοδοτεί σε γενικές και αφηρημένες διακηρύξεις περί ισότητας, ελευθερίας, λαϊκής κυριαρχίας κ.λπ.· αρχίζει όμως να αποκτά αίσθηση του τι είναι συγκεκριμένο, διαλεκτικά συγκεκριμένο, όταν έρχεται στην εξουσία. Και τότε αφήνει πίσω τις προηγούμενες αυταπάτες της και περνά στις απάτες, πολιτικές, ιδεολογικές κ.λπ., απέναντι στο λαό, γιατί η ίδια δεν επιθυμεί για τον εαυτό της τίποτε άλλο παρά να άρχει μόνο. Εάν όμως είχε ή έχει μάθει κι αυτή να άρχεται με τη σειρά της, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, τότε θα μπορούσε να κυβερνά με φρόνηση, τουτέστι θα έπαυε να κρύβεται πίσω από απατηλά «αριστερά» ευφυολογήματα. Από την προηγούμενη ή και την επόμενη ωστόσο στάση της ως αντιπολίτευση, με τις φωνασκίες, τις αφηρημένες, ανόητες, ανεδαφικές παραστάσεις περί δικαίου, ισοπολιτείας, ελευθερίας κ.λπ. δεν έχει μάθει να άρχεται, οπότε δεν ξέρει και να άρχει. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:

«Ο πολίτης να μην άρχεται από καμιά εξουσία, ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, ο καθένας να άρχεται με τη σειρά του»[5].
---------------------------
[1] Βλ. και Φαινομενολογία του πνεύματος Ι
[2] W10, σ. 225.
[3] Γκέοργκ Χέγκελ: Φιλοσοφία και Πολιτική
[4] Ό.π., σσ. 171-172.
[5] Αριστοτέλης: Πολιτικά 1317a.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1094b-1095a)

[III] Λέγοιτο δ᾽ ἂν ἱκανῶς, εἰ κατὰ τὴν ὑποκειμένην ὕλην διασαφηθείη· τὸ γὰρ ἀκριβὲς οὐχ ὁμοίως ἐν ἅπασι τοῖς λόγοις ἐπιζητητέον, ὥσπερ οὐδ᾽ ἐν τοῖς δημιουργουμένοις. τὰ δὲ καλὰ καὶ τὰ δίκαια, περὶ ὧν ἡ πολιτικὴ σκοπεῖται, πολλὴν ἔχει διαφορὰν καὶ πλάνην, ὥστε δοκεῖν νόμῳ μόνον εἶναι, φύσει δὲ μή. τοιαύτην δέ τινα πλάνην ἔχει καὶ τἀγαθὰ διὰ τὸ πολλοῖς συμβαίνειν βλάβας ἀπ᾽ αὐτῶν· ἤδη γάρ τινες ἀπώλοντο διὰ πλοῦτον, ἕτεροι δὲ δι᾽ ἀνδρείαν. ἀγαπητὸν οὖν περὶ τοιούτων καὶ ἐκ τοιούτων λέγοντας παχυλῶς καὶ τύπῳ τἀληθὲς ἐνδείκνυσθαι, καὶ περὶ τῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ ἐκ τοιούτων λέγοντας τοιαῦτα καὶ συμπεραίνεσθαι. τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἀποδέχεσθαι χρεὼν ἕκαστα τῶν λεγομένων· πεπαιδευμένου γάρ ἐστιν ἐπὶ τοσοῦτον τἀκριβὲς ἐπιζητεῖν καθ᾽ ἕκαστον γένος, ἐφ᾽ ὅσον ἡ τοῦ πράγματος φύσις ἐπιδέχεται· παραπλήσιον γὰρ φαίνεται μαθηματικοῦ τε πιθανολογοῦντος ἀποδέχεσθαι καὶ ῥητορικὸν ἀποδείξεις ἀπαιτεῖν. ἕκαστος δὲ κρίνει καλῶς ἃ γινώσκει, καὶ τούτων ἐστὶν ἀγαθὸς κριτής. καθ᾽

[1095a] ἕκαστον μὲν ἄρα ὁ πεπαιδευμένος, ἁπλῶς δ᾽ ὁ περὶ πᾶν πεπαιδευμένος. διὸ τῆς πολιτικῆς οὐκ ἔστιν οἰκεῖος ἀκροατὴς ὁ νέος· ἄπειρος γὰρ τῶν κατὰ τὸν βίον πράξεων, οἱ λόγοι δ᾽ ἐκ τούτων καὶ περὶ τούτων· ἔτι δὲ τοῖς πάθεσιν ἀκολουθητικὸς ὢν ματαίως ἀκούσεται καὶ ἀνωφελῶς, ἐπειδὴ τὸ τέλος ἐστὶν οὐ γνῶσις ἀλλὰ πρᾶξις. διαφέρει δ᾽ οὐδὲν νέος τὴν ἡλικίαν ἢ τὸ ἦθος νεαρός· οὐ γὰρ παρὰ τὸν χρόνον ἡ ἔλλειψις, ἀλλὰ διὰ τὸ κατὰ πάθος ζῆν καὶ διώκειν ἕκαστα. τοῖς γὰρ τοιούτοις ἀνόνητος ἡ γνῶσις γίνεται, καθάπερ τοῖς ἀκρατέσιν· τοῖς δὲ κατὰ λόγον τὰς ὀρέξεις ποιουμένοις καὶ πράττουσι πολυωφελὲς ἂν εἴη τὸ περὶ τούτων εἰδέναι. καὶ περὶ μὲν ἀκροατοῦ, καὶ πῶς ἀποδεκτέον, καὶ τί προτιθέμεθα, πεφροιμιάσθω ταῦτα.

***
[3] Η έκθεσή μας θα είναι, κατά τη γνώμη μου, ικανοποιητική, αν τελικά θα έχει τόση σαφήνεια όσην επιτρέπει το θέμα/αντικείμενό της. Πραγματικά, η απαίτηση για ακρίβεια δεν μπορεί να είναι η ίδια κατά την πραγμάτευση όλων ανεξαίρετα των θεμάτων — μήπως τάχα είναι η ίδια σε όλα όσα δημιουργούν με τα χέρια τους οι άνθρωποι;

Ενσχέσει με τις όμορφες και δίκαιες πράξεις, με τις οποίες ασχολείται, ως γνωστόν, η πολιτική επιστήμη, υπάρχει τόση διαφορά και τόση ποικιλία γνωμών, ώστε φτάσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν ως αποτέλεσμα συμβάσεων και όχι εκ φύσεως. Παρόμοια ποικιλία γνωμών υπάρχει και στα αγαθά, για τον λόγο ότι πολλοί έχουν βλαφτεί στο παρελθόν από αυτά· υπήρξαν πράγματι άνθρωποι που καταστράφηκαν από τον πλούτο τους, όπως και άλλοι που καταστράφηκαν από την αντρεία τους.

Μιλώντας λοιπόν για τέτοιου είδους θέματα και με τέτοιο σκεπτικό, πρέπει να μένουμε ευχαριστημένοι αν καταφέρνουμε να δείξουμε την αλήθεια με τρόπο χοντρικό και σχηματικό· μιλώντας για πράγματα που μόνο γενικά και όχι πάντα είναι αληθινά, πρέπει να μένουμε ευχαριστημένοι όταν φτάνουμε σε ανάλογα συμπεράσματα. Με το ίδιο πνεύμα όμως πρέπει να γίνονται αποδεκτές οι σχετικές κρίσεις και από τους ακροατές: ο μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να ζητάει σε κάθε περιοχή έρευνας τόση ακρίβεια όση επιτρέπει η φύση του θέματος· προφανώς είναι το ίδιο παράλογο να δεχόμαστε πιθανολογικούς συλλογισμούς από έναν μαθηματικό και να ζητούμε επιστημονικές αποδείξεις από έναν ρήτορα.

Εξάλλου ο κάθε άνθρωπος κρίνει σωστά τα πράγματα που γνωρίζει: αυτών των πραγμάτων είναι καλός κριτής.

[1095a] Αν πρόκειται λοιπόν για ένα συγκεκριμένο/περιορισμένο θέμα, καλός κριτής είναι αυτός που έχει ειδικευτεί σ᾽ αυτό το θέμα, ενώ αυτός που έχει πάρει μια γενική μόρφωση, είναι ένας γενικότροπα καλός κριτής. Αυτός είναι ο λόγος που ο νέος άνθρωπος δεν είναι κατάλληλος ακροατής/σπουδαστής, όταν πρόκειται για μαθήματα πολιτικής τέχνης και επιστήμης· γιατί ο νέος δεν έχει ακόμη πείρα της ζωής, όμως οι λόγοι στην πολιτική ξεκινούν από τη ζωή και αυτήν έχουν για θέμα τους.

Έπειτα ο νέος άνθρωπος, έχοντας την τάση να ακολουθεί τα πάθη του, ακούει μάταια και δίχως καμιά ωφέλεια αυτά τα μαθήματα, γιατί ο στόχος εδώ δεν είναι η γνώση αλλά η πράξη. Ούτε έχει καμιά σημασία αν το άτομο για το οποίο μιλούμε είναι νεαρό στην ηλικία ή ανώριμο από την πλευρά του χαρακτήρα· γιατί η έλλειψη δεν έχει να κάνει με τα χρόνια, αλλά με το ότι το άτομο αυτό ζει κάτω από την επήρεια των παθών του και κάτω από αυτήν την επήρεια επιδιώκει ό,τι επιδιώκει. Γι᾽ αυτού του είδους τα άτομα η γνώση δεν σημαίνει καμιά ωφέλεια — ακριβώς όπως για τα άτομα που δεν έχουν τη δύναμη να ελέγχουν τον εαυτό τους· για τους ανθρώπους όμως που τις επιθυμίες και τις πράξεις τους τις κατευθύνουν κάποιοι λογικοί κανόνες, η γνώση αυτών των πραγμάτων είναι εξαιρετικά ωφέλιμη.


Οι παρατηρήσεις μας αυτές ενσχέσει με τον ακροατή/σπουδαστή, ενσχέσει με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η πραγματεία μας και ενσχέσει με το θέμα της έρευνάς μας ας θεωρηθούν ικανοποιητικός εισαγωγικός λόγος.