Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ - Περὶ ζῴων μορίων 644b23-645a37

Η μελέτη της βιολογίας

Ο Αριστοτέλης δεν ασχολήθηκε μόνο με τις θεωρητικές επιστήμες, αλλά υπήρξε και ο σημαντικότερος βιολόγος της αρχαιότητας, θεμελιωτής μεταξύ άλλων της ζωολογίας, της συγκριτικής ανατομίας και της βοτανικής. Στα αφιερωμένα στη βιολογία έργα του, τα οποία αποτελούν περίπου το 1/3 της έκτασης του σωζόμενου έργου του, έχει συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικού από παρατηρήσεις (αναφέρονται 581 είδη ζώων!), κάποιες από τις οποίες οφείλονται σε δική του αυτοψία, πολλές άλλες όμως θα τις είχε ασφαλώς αντλήσει από συζητήσεις με ψαράδες, κυνηγούς, βοσκούς κ.ά.. Η μεγαλύτερη συμβολή του έγκειται ωστόσο στη συστηματοποίηση του υλικού, για την οποία πρώτος χρησιμοποίησε περισσότερα από ένα κριτήρια, αλλά και στην εξέταση των αιτίων των διαφόρων φαινομένων, Ως προς τα αίτια, στη σκέψη του Αριστοτέλη κυριαρχεί η τελολογική ερμηνεία της φύσης: κάθε μέλος και όργανο ενός ζωντανού οργανισμού υπάρχει ως εργαλείο για κάτι και εξυπηρετεί ένα σκοπό, τον οποίο μπορεί να διαγνώσει κανείς από το έργο που επιτελεί. Η αντίληψη αυτή είναι εμφανής και στο απόσπασμα που ακολουθεί. Στο προγραμματικό αυτό κείμενο, που ξεχωρίζει εκτός των άλλων και για το φροντισμένο ύφος του, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η σπουδή της βιολογίας δεν είναι λιγότερο σημαντική από την σπουδή των άλλων επιστημών και ότι η μελέτη των κατώτερων από τον άνθρωπο οργανισμών παρουσιάζει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον.

Περὶ ζῴων μορίων 644b23-645a37

[644b23-24] τῶν οὐσιῶν ὅσαι φύσει συνεστᾶσι, τὰς μὲν ‹λέγομεν› ἀγενήτους καὶ ἀφθάρτους εἶναι τὸν ἅπαντα αἰῶνα, τὰς δὲ μετέχειν γενέσεως καὶ φθορᾶς. συμβέβηκε δὲ περὶ μὲν ἐκείνας τιμίας [644b25-29] οὔσας καὶ θείας ἐλάττους ἡμῖν ὑπάρχειν θεωρίας (καὶ γὰρ ἐξ ὧν ἄν τις σκέψαιτο περὶ αὐτῶν, καὶ περὶ ὧν εἰδέναι ποθοῦμεν, παντελῶς ἐστὶν ὀλίγα τὰ φανερὰ κατὰ τὴν αἴσθησιν), περὶ δὲ τῶν φθαρτῶν φυτῶν τε καὶ ζῴων εὐποροῦμεν μᾶλλον πρὸς τὴν γνῶσιν διὰ τὸ σύντροφον· [644b30-35] πολλὰ γὰρ περὶ ἕκαστον γένος λάβοι τις ἂν τῶν ὑπαρχόντων βουλόμενος διαπονεῖν ἱκανῶς. ἔχει δ᾽ ἑκάτερα χάριν. τῶν μὲν γὰρ εἰ καὶ κατὰ μικρὸν ἐφαπτόμεθα, ὅμως διὰ τὴν τιμιότητα τοῦ γνωρίζειν ἥδιον ἢ τὰ παρ᾽ ἡμῖν ἅπαντα, ὥσπερ καὶ τῶν ἐρωμένων τὸ τυχὸν καὶ μικρὸν μόριον κατιδεῖν ἥδιόν ἐστιν ἢ πολλὰ ἕτερα καὶ μεγάλα δι᾽ ἀκριβείας ἰδεῖν· [645a1-4] τὰ δὲ διὰ τὸ μᾶλλον καὶ πλείω γνωρίζειν αὐτῶν λαμβάνει τὴν τῆς ἐπιστήμης ὑπεροχήν, ἔτι δὲ διὰ τὸ πλησιαίτερα ἡμῶν εἶναι καὶ τῆς φύσεως οἰκειότερα ἀντικαταλλάττεταί τι πρὸς τὴν περὶ τὰ θεῖα φιλοσοφίαν. ἐπεὶ δὲ περὶ ἐκείνων [645a5-9] διήλθομεν λέγοντες τὸ φαινόμενον ἡμῖν, λοιπὸν περὶ τῆς ζωϊκῆς φύσεως εἰπεῖν, μηδὲν παραλιπόντας εἰς δύναμιν μήτε ἀτιμότερον μήτε τιμιώτερον. καὶ γὰρ ἐν τοῖς μὴ κεχαρισμένοις αὐτῶν πρὸς τὴν αἴσθησιν κατὰ τὴν θεωρίαν ὅμως ἡ δημιουργήσασα φύσις ἀμηχάνους ἡδονὰς παρέχει τοῖς δυναμένοις [645a10-14] τὰς αἰτίας γνωρίζειν καὶ φύσει φιλοσόφοις. καὶ γὰρ ἂν εἴη παράλογον καὶ ἄτοπον, εἰ τὰς μὲν εἰκόνας αὐτῶν θεωροῦντες χαίρομεν ὅτι τὴν δημιουργήσασαν τέχνην συνθεωροῦμεν, οἷον τὴν γραφικὴν ἢ τὴν πλαστικήν, αὐτῶν δὲ τῶν φύσει συνεστώτων μὴ μᾶλλον ἀγαπῷμεν τὴν θεωρίαν, [645a15-19] δυνάμενοί γε τὰς αἰτίας καθορᾶν. διὸ δεῖ μὴ δυσχεραίνειν παιδικῶς τὴν περὶ τῶν ἀτιμοτέρων ζῴων ἐπίσκεψιν· ἐν πᾶσι γὰρ τοῖς φυσικοῖς ἔνεστί τι θαυμαστόν· καὶ καθάπερ Ἡράκλειτος λέγεται πρὸς τοὺς ξένους εἰπεῖν τοὺς βουλομένους ἐντυχεῖν αὐτῷ, οἳ ἐπειδὴ προσιόντες εἶδον αὐτὸν θερόμενον πρὸς [645a20-24] τῷ ἰπνῷ ἔστησαν (ἐκέλευε γὰρ αὐτοὺς εἰσιέναι θαρροῦντας· εἶναι γὰρ καὶ ἐνταῦθα θεούς), οὕτω καὶ πρὸς τὴν ζήτησιν περὶ ἑκάστου τῶν ζῴων προσιέναι δεῖ μὴ δυσωπούμενον, ὡς ἐν ἅπασιν ὄντος τινὸς φυσικοῦ καὶ καλοῦ.
τὸ γὰρ μὴ τυχόντως ἀλλ᾽ ἕνεκά τινος ἐν τοῖς τῆς φύσεως ἔργοις ἐστὶ καὶ μάλιστα· [645a25-29] οὗ δ᾽ ἕνεκα συνέστηκεν ἢ γέγονε τέλους, τὴν τοῦ καλοῦ χώραν εἴληφεν. εἰ δέ τις τὴν περὶ τῶν ἄλλων ζῴων θεωρίαν ἄτιμον εἶναι νενόμικε, τὸν αὐτὸν τρόπον οἴεσθαι χρὴ καὶ περὶ αὑτοῦ· οὐκ ἔστι γὰρ ἄνευ πολλῆς δυσχερείας ἰδεῖν ἐξ ὧν συνέστηκε τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος, οἷον αἷμα, σάρκες, ὀστᾶ, [645a30-34] φλέβες καὶ τὰ τοιαῦτα μόρια. ὁμοίως τε δεῖ νομίζειν τὸν περὶ οὑτινοσοῦν τῶν μορίων ἢ τῶν σκευῶν διαλεγόμενον μὴ περὶ τῆς ὕλης ποιεῖσθαι τὴν μνήμην, μηδὲ ταύτης χάριν, ἀλλὰ τῆς ὅλης μορφῆς, οἷον καὶ περὶ οἰκίας, ἀλλὰ μὴ πλίνθων καὶ πηλοῦ καὶ ξύλων· [645a35-36] καὶ τὸν περὶ φύσεως περὶ τῆς συνθέσεως καὶ τῆς ὅλης οὐσίας, ἀλλὰ μὴ περὶ τούτων ἃ μὴ συμβαίνει χωριζόμενά ποτε τῆς οὐσίας αὐτῶν.

***
[644b23] Από τα δημιουργήματα της φύσης άλλα είναι αγέννητα και άφθαρτα εις τον αιώνα τον άπαντα, ενώ άλλα μετέχουν στη γένεση και στη φθορά. [25] Για τα ανώτερα και θεϊκά όντα της πρώτης κατηγορίας οι δυνατότητες που έχουμε να τα παρατηρήσουμε είναι πιο περιορισμένες. Υπάρχουν γενικά λίγα φαινόμενα αντιληπτά από τις αισθήσεις μας, τα οποία θα μπορούσαμε να πάρουμε ως αφετηρία για να ερευνήσουμε τα όντα εκείνα και όσα θα επιθυμούσαμε να γνωρίζουμε σχετικά με αυτά. Για τα φθαρτά όντα, ζώα και φυτά, έχουμε αντιθέτως στη διάθεσή μας περισσότερες πηγές γνώσης, επειδή μεγαλώνουμε και ζούμε ανάμεσα τους. [30] Μπορεί να αντλήσει κανείς πλήθος γνώσεων σχετικών με κάθε είδος φθαρτού όντος, αρκεί βέβαια να έχει τη διάθεση να κοπιάσει αρκετά. Και οι δύο περιοχές της γνώσης έχουν πάντως τη γοητεία τους. Από τη μια, ακόμη και αν συλλαμβάνουμε ελάχιστα τα άφθαρτα και αγέννητα όντα, όμως η γνώση αυτή, επειδή είναι ανώτερη, μας προσφέρει μεγαλύτερη χαρά από όλα τα πράγματα του γύρω κόσμου μας -όπως ακριβώς όταν βλέπουμε και το πιο μικρό κομματάκι από αγαπημένα αντικείμενα αισθανόμαστε μεγαλύτερη χαρά από όσο όταν παρατηρούμε με ακρίβεια πολλά άλλα πράγματα, [35] ακόμη και σπουδαία. [645a] Από την άλλη, τα φθαρτά όντα έχουν το προβάδισμα στην επιστήμη, επειδή η γνώση μας γι᾽ αυτά είναι βαθύτερη και σφαιρικότερη. Και, επειδή είναι πιο κοντινά μας και συγγενεύουν περισσότερο με τη φύση μας, συνιστούν επίσης ένα είδος υποκατάστατου για την ελλιπή γνώση των θείων όντων.
[5] Αφού αναπτύξαμε τις απόψεις μας για τα θεία όντα, μένει να μιλήσουμε για τον ζωικό κόσμο, χωρίς να παραλείψουμε -κατά το δυνατόν- τίποτα, είτε πρόκειται για κατώτερο είτε για ανώτερο είδος. Διότι, ακόμη και στις περιπτώσεις των όντων που δεν είναι ευχάριστα όταν τα βλέπει κανείς, η φύση που τα δημιούργησε προσφέρει αφάνταστες χαρές σε όσους μπορούν να διακρίνουν τα αίτια και έχουν φυσική προδιάθεση προς την επιστημονική έρευνα. [10] Θα ήταν, πράγματι, παράλογο και παράδοξο, αν αισθανόμαστε χαρά καθώς βλέπουμε τις απεικονίσεις τους, επειδή κατανοούμε την ίδια στιγμή την τέχνη που τα δημιούργησε -αυτό ισχύει στην περίπτωση της ζωγραφικής και της γλυπτικής-, αλλά δεν χαιρόμαστε πιο πολύ παρατηρώντας τα ίδια τα δημιουργήματα της φύσης, [15] όταν μάλιστα είμαστε σε θέση να έχουμε εικόνα των αιτίων. Γι᾽ αυτό δεν πρέπει, φερόμενοι κατά τρόπο παιδαριώδη, να δείχνουμε την αντιπάθειά μας στην έρευνα των κατώτερων ζώων: σε κάθε δημιούργημα της φύσης υπάρχει κάτι το θαυμαστό. Και με τον ίδιο τρόπο που ο Ηράκλειτος λέγεται ότι απάντησε στους ξένους που ήθελαν να τον δουν, [20] αλλά σταμάτησαν βλέποντάς τον κατά την είσοδό τους να ζεσταίνεται στον φούρνο του σπιτιού (τους παρακινούσε, λέγεται, να μπουν και να μη διστάζουν, διότι και εκεί υπάρχουν θεοί), έτσι πρέπει να προσεγγίζει κανείς χωρίς αίσθημα ντροπής την έρευνα των ζώων κάθε είδους, με τη βεβαιότητα ότι σε όλα υπάρχει κάτι φυσικό και ωραίο.
[25] Γιατί στα έργα της φύσης -κυρίως μάλιστα σ᾽ αυτά- κυριαρχεί όχι το τυχαίο αλλά η σκοπιμότητα· και ο τελικός σκοπός, χάριν του οποίου έχει κατασκευαστεί ή έχει δημιουργηθεί κάτι, ταυτίζεται με το ωραίο. Αν όμως κανείς θεωρεί ότι η μελέτη των άλλων έμβιων όντων είναι ταπεινότερη ενασχόληση, θα έπρεπε λογικά να έχει την ίδια άποψη και για τη μελέτη του εαυτού του, καθώς δεν είναι εύκολο να δει κανείς χωρίς αηδία τα μέρη από τα οποία αποτελείται το ανθρώπινο σώμα, [30] όπως, για παράδειγμα, το αίμα, τη σάρκα, τα οστά, τις φλέβες και τα άλλα μέρη. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν η συζήτηση αφορά σε ένα οποιοδήποτε όργανο ή σκεύος, δεν πρέπει να θεωρεί κανείς ότι μιλά για την ύλη, ούτε ότι ερευνά χάριν αυτής, αλλά χάριν του συνόλου της μορφής. Πρόκειται για το σπίτι, όχι για τους πλίνθους, τον πηλό, τα ξύλα. [31] Έτσι και ο ερευνητής της φύσης ασχολείται με την σύνθεση και το αντικείμενο ως όλον, όχι με τα μέρη, τα οποία δεν απαντούν χωριστά από το σύνολο στο οποίο ανήκουν.

Περί ευδαιμονίας

Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Σωκράτη και μετά, συμφωνούσαν ότι ο τελικός στόχος του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και ότι αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι σε κάθε τους πράξη είναι η ευτυχισμένη ζωή.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ο Σωκράτης εισήγαγε την θεωρία της γνώσης, βασισμένη πάνω στις ηθικές έννοιες και όχι στις υλικές αρχές, πίστευε ότι «η αρετή είναι ευδαιμονία». Αντίθετα, οι σοφιστές δίδασκαν ότι η αρετή είναι μια τέχνη που διδάσκεται και αφορά την προσωπική επιτυχία στην ζωή, χωρίς να υπόκεινται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες, αφού απόλυτη γνώση δεν υπάρχει. Ο Σωκράτης δίδασκε ότι «η αρετή είναι γνώση», δηλαδή ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί μέσα από την ορθή και την απόλυτη γνώση. Η ορθή γνώση, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι η γνώση των απόλυτων ηθικών εννοιών που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον άνθρωπο και μπορεί να επιτευχθεί με την αυτογνωσία. Για τον Σωκράτη «ουδείς εκών κακός», δηλαδή κανένας δεν κάνει κακό με την θέλησή του, αλλά, αντίθετα η κακία οφείλεται απλά στη άγνοια.

ΠΛΑΤΩΝ

Ο Πλάτων, ισχυρίζονταν ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί με την γνώση του κόσμου των ιδεών, οι οποίες αποτελούν τα τέλεια πρότυπα, όχι μόνο των ηθικών εννοιών, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης, αλλά και των γνωστικών εννοιών, καθώς και όλων των πραγμάτων που αποτελούν τον ορατό κόσμο και που δεν είναι παρά «είδωλα» ή «μιμήματα» των Ιδεών. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο των Ιδεών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όχι τις αισθήσεις του, αλλά τον νου του, ο οποίος είναι μέρος της ψυχής του. Με την γνώση των Ιδεών ο άνθρωπος ελαφρύνει την ψυχή του, ελευθερώνει το σώμα του από την φυλακή και από το σκοτάδι της αμάθειας που της επιβάλλει η επίγεια ζωή, και την βοηθά να ανυψωθεί προς το φως και την ύψιστη Ιδέα του Αγαθού, τον Θεό. Έτσι, προορισμός του ανθρώπου είναι από την μία η φυγή από το υλικό από τον υλικό κόσμο και από την άλλη η ομοίωσή του με τον Θεό, η οποία επιτυγχάνεται με τον αρμονικό συνδυασμό των τριών αρετών που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, δηλαδή της «σοφίας», της «ανδρείας» και της «σωφροσύνης». Ο συνδυασμός των τριών αυτών αρετών γεννά την τέταρτη κύρια αρετή, «την δικαιοσύνη», γι’αυτό ο δίκαιος άνθρωπος είναι ο πλησιέστερος στον Θεό, άρα και ο πιο ευτυχής.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο Αριστοτέλης, αν και μαθητής του Πλάτωνος, πίστευε ότι η θεωρία του ιδανικού κόσμου των Ιδεών ήταν τελείως φανταστική και ότι, αντίθετα, ο ορατός κόσμος είναι απόλυτα αληθινός. Αφού ταξινόμησε τις αρετές σε δύο μεγάλες κατηγορίες, «τις ηθικές» και «τις διανοητικές», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία μπορούσε να επιτευχθεί κατά πρώτο λόγο με την άσκηση των διανοητικών αρετών, και κατά δεύτερο λόγο με την άσκηση των ηθικών αρετών, διότι η διανοητική ενέργεια συνίσταται στην καθαρή σκέψη και στην ενατένιση της αλήθειας και του ύψιστου αγαθού, του Θεού.

ΚΥΝΙΚΟΙ

Οι Κυνικοί φιλόσοφοι ισχυρίζονταν ότι οι όλες οι κοινωνικές συμβάσεις και οι καθιερωμένες ανθρώπινες αξίες είναι περιττές και ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια ζωή όσο γίνεται πιο απλή και φυσική, όπως είναι η ζωή των ζώων. Επίσης, πίστευαν ότι ο άνθρωπος έπρεπε να απαλλαχθεί από τα δεσμά της «Πόλης-Κράτους», καθώς και των ιδανικών της. αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα «Κυνικός» προήλθε από το ψευδώνυμο κύων=σκύλος, που είχε δοθεί στον Διογένη, τον διασημότερο εκπρόσωπο των Κυνικών, για την αναισχυντία του.

ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ

Οι Σκεπτικιστές, με πρώτο απ’όλους των Πύρρωνα τον Ηλείο, πίστευαν ότι τόσο οι αισθήσεις, όσο και οι γνώσεις μας εξαπατούν και επομένως, η ορθή γνώση της φύσης των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εμπειρίας του ορατού κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτούς, για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς τις δοξασίες όλων των ανθρώπων (ακόμα και των φιλοσόφων) και να μην εκφέρει γνώμη ή οποιαδήποτε άποψη, παρά μόνο για τις προσωπικές του εμπειρίες. Μια τέτοια στάση, πίστευαν οι Σκεπτικιστές, προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα, τους απαλλάσσει από τον δογματισμό, τους προτρέπει να ζουν σύμφωνα με τη φύση και τους χαρίζει την υπέρτατη αρετή, που δεν είναι άλλη από την πνευματική γαλήνη (αταραξία).

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ

Σύμφωνα με τους Επικουρείους, η ευδαιμονία συνίσταται στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) και επιτυγχάνεται με την αναζήτηση της ηδονής. Οι Επικούρειοι με τον όρο «ηδονή» δεν εννοούσαν την ηδονή που κρύβεται στις απολαύσεις και στις διασκεδάσεις («ενεργή» ή «κινητική» ηδονή, ηδονή εν κινήσει), αλλά την ηδονή που συνοδεύει την πλήρη απουσία πόθου και πόνου (απονία), δηλαδή την σωματική υγεία και την ψυχική ηρεμία («στατική» ηδονή, ηδονή καταστηματική). Έτσι, για τους Επικουρείους, η ευτυχισμένη ζωή είναι μια ζωή απαλλαγμένη από τους φόβους και τις οδυνηρές σκέψεις, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν ψυχική και σωματική οδύνη.

ΣΤΩΪΚΟΙ

Οι Στωϊκοί (ιδρυτής ο Ζήνων ο Κιτιεύς), πίστευαν ότι η αρετή είναι αρκετή για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία. Σύμφωνα με αυτούς, η αρετή είναι το μόνο αγαθό για τον άνθρωπο, γιατί είναι πάντα ευεργετική. Η καταγωγή, η κοινωνική θέση, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι οποιεσδήποτε αξίες που ταύτιζαν την ευτυχία με τα υλικά αγαθά, δεν είχαν καμμία σημασία με τους Στωϊκούς. Όλες αυτές οι αξίες ήταν –όπως έλεγαν οι Στωϊκοί- «αδιάφορες» και δεν συνεισέφεραν τίποτα όσον αφορά στην πορεία προς την αρετή, αφού οι άνθρωποι μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν καλά ή άσχημα. Αντίθετα, οι Στωϊκοί πίστευαν ότι τα ενάρετα άτομα έχουν ό,τι χρειάζονται για να είναι ευτυχή, και, επομένως, η ευδαιμονία είναι εφικτή, όχι μόνο για τους προικισμένους από την ζωή με πλούτο και κοινωνική θέση, αλλά και για όσους έχουν λιγότερη τύχη όπως οι φτωχοί, οι σκλάβοι, οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Η αρετή συνίσταται σε μια ζωή σύμφωνα με την φύση, δηλαδή σύμφωνα με την λογική ή τον λόγο (νου) του Θεού, με την οποία είναι προικισμένος κάθε άνθρωπος ως μέρος της φύσης και η οποία, αν και υπάρχει ατελής μέσα του, μπορεί να τελειοποιηθεί με την αυτογνωσία. Ο ενάρετος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από «απάθεια» και «αταραξία».

ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ

Οι Νεοπλατωνικοί πρεσβεύουν την θέση ότι ο δρόμος προς την ευδαιμονία είναι η ανάταση της ψυχής και η ομοίωσή της με τον Θεό. Σκοπός του ανθρώπου είναι να βοηθήσει την ψυχή του να επανέλθει, μετά τον θάνατο, στην αρχική της κατάσταση, σε έναν ανώτερο κόσμο

Οι σχολές των ψυχαναλυτών και τ΄ αποτελέσματα τους!

Ήταν λοιπόν κάποτε ένας ασθενής που έπασχε από ενκόπρινση (κοινώς τα έκανε επάνω του), πηγαίνει σε έναν παθολόγο για να πει το πρόβλημα του κι εκείνος τον διαβεβαιώνει ότι δεν έχει τίποτα σωματικό και του συστήνει να κάνει ψυχανάλυση.
Ο «ασθενής» πηγαίνει σε πρώτη φάση σε ψυχαναλυτή της κλασσικής Φροϋδικής σχολής.
Μετά από πέντε χρόνια που έκανε ψυχανάλυση τον συναντά ο παθολόγος και τον ρωτά πώς πάει με τη θεραπεία που του σύστησε.
«Μια χαρά», είπε εκείνος ενθουσιασμένος.
«Δηλαδή, σταμάτησες να τα κάνεις επάνω σου», τον ρωτά ο γιατρός.
«Όχι, αλλά τώρα ξέρω το ‘γιατί’», του απαντά χαρούμενος ο «ψυχασθενής».

Όμως, έπειτα από κάνα δύο χρόνια, είδε κι απόειδε ότι δεν βλέπει οριστική θεραπεία και κάποιος φίλος του, του συστήνει να πάει σε ψυχαναλυτή της σχολής των Συμπεριφοριστών. Μετά από κάποιους μήνες τον συναντά πάλι ο παθολόγος και τον ρωτά πώς πάει η ψυχανάλυση.
«Μια χαρά», του απαντά χαρούμενος εκείνος και του εξηγεί ότι άλλαξε ψυχαναλυτή.
«Δηλαδή, σταμάτησες να τα κάνες επάνω σου;», ρωτά ο παθολόγος.
«Όχι, αλλά τώρα ξέρω ‘πώς’ να το αντιμετωπίσω κι έτσι αγοράζω λαστιχένια σώβρακα για να χωράνε περισσότερα και να μην τρέχω σαν τρελός σπίτι να αλλάξω αμέσως», απαντά ο «ψυχασθενής».

Και πάλι, όμως, μετά από κάνα δυο χρόνια, δεν βλέπει οριστικά αποτελέσματα και βουτηγμένος στην απελπισία δοκιμάζει – ύστερα από συστάσεις φίλων – ένα ψυχίατρο της σχολής Γκεστάλτ. Μετά από μερικούς μήνες, τον συναντά πάλι ο παθολόγος στο δρόμο και τον ρωτά να μάθει τα νέα της ψυχανάλυσής του. Εκείνος, αφού του εξηγεί ότι άλλαξε πάλι ψυχίατρο, του απαντά πάλι ενθουσιασμένος:
«Τώρα πια είμαι μια χαρά»!
«Δηλαδή, σταμάτησες να τα κάνεις επάνω σου», ρωτά ο παθολόγος.
«Όχι, αλλά τώρα πια ‘δεν με νοιάζει’. Δεν πάει να τα κάνω επάνω μου
…».

Περί πρώτης εντυπώσεως

Περί πρώτης εντυπώσεως ο λαός πιστεύει διάφορα. Την αλήθεια όμως θα προσπαθήσω να φανερώσω στην εργασία αυτή για να διαπιστώσουμε αν πρέπει να την θεωρούμε ως κάτι καλό, αν αξίζει να έχει θέση στην καθημερινότητά μας. Οι περισσότεροι από εμάς, όταν έρθουμε σε στιγμιαία επαφή με έναν άνθρωπο που για πρώτη φορά συναντάμε, αναπόφευκτα σχηματίζουμε γνώμη για την νέα μας γνωριμία (αν υπήρξε λεκτική επικοινωνία) ή/και εικόνα (οπτική μόνο επαφή). Συνεπώς ο άνθρωπος κρίνει σε πρώτη φάση ένα αντικείμενο που αντιλαμβάνεται με βάση την πρώτη εντύπωση που είχε για αυτό, ή ορθότερα, με βάση την πρώτη εμπειρία. Πόσο σημαντική είναι για μας αυτή η πρώτη άποψη που σχετίζεται με έναν άλλον άνθρωπο, με το σκεπτικό ότι μπορούμε να τον γνωρίζουμε επαρκώς μέσω αυτής; Ποιός είναι ο μηχανισμός διατύπωσής της; Πρέπει να θεωρούμε την πρώτη ή τη νιοστή εντύπωση ως ακριβέστερη κι άρα πιο αληθινή;

Ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται το συνάνθρωπό του ως ένα υποκείμενο σταθερό που νομίζει πως γνωρίζει ή πως μπορεί εύκολα να γνωρίσει. Αν νομίζει πως δεν το γνωρίζει ή είναι απρόσιτο γνωστικά, του συμπεριφέρεται εχθρικά και με καχυποψία, ή γενικά αγνοεί την ύπαρξή του, αδιαφορεί. Υπάρχει και η περίπτωση όπου όταν οι συνθήκες χαρακτηρίζονται ως σχετικά ασφαλείς κάποιοι να θεωρούν αυτό το μυστήριο γοητευτικό. Αν σχηματίσει μια εικόνα για κάποιον, αυτή μένει τυπωμένη στη μνήμη και η συμπεριφορά απέναντί στο πρόσωπο αυτό τυποποιείται, γίνεται προκαθορισμένη και δεν επιτρέπει εύκολα την εισαγωγή νέων δεδομένων που ενδεχομένως θα την άλλαζαν. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με το εξής σκεπτικό: Η περίπτωση συνεχόμενων εναλλαγών παραστάσεων επί ενός προσώπου δημιουργεί χάος στη συνείδηση και διασπά τη συνοχή της, ιδίως σε άτομα με περιορισμένη εγκεφαλική ανάπτυξη (βρέφη και παιδιά κυρίως). Κάθε αλλαγή είναι ανεπιθύμητη στον εαυτό μας, θέτει σε κίνδυνο την ισορροπία του, την ηγεμονία του, το καθιστά ευμετάβλητο στο περιβάλλον χάνοντας κάθε επαφή και επιρροή επάνω σε αυτό. Έτσι, η σημασία που έχει σήμερα ο μηχανισμός αποτύπωσης της πρώτης εντύπωσης δικαιολογείται φυσικώς με τον τρόπο αυτό αφού δρα κι ως μηχανισμός άμυνας υπό ορισμένες συνθήκες. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρέπει να ακολουθήσει μια δεύτερη εντύπωση, η οποία θα ελέγχεται από τον οργανισμό μας ώστε να εξασφαλισθεί η υγεία του (αν συμβιβάζεται εύκολα, τότε μπορεί να την αγνοήσει, αν είναι φιλαληθής, θα την λάβει υπόψη του, θετικά ή αρνητικά).

Η αλλαγή της στάσης ενός ανθρώπου απέναντι στον συνάνθρωπό του δεν είναι εφικτή στην περίπτωση που το άτομο-κριτής δεν σέβεται την προσωπικότητα των άλλων και την δική του βέβαια, όταν δεν είναι κανείς φίλος της αλήθειας και φιλόσοφος. Η προσωπικότητα, η ψυχή, δεν είναι κάτι το σταθερό, αλλά βρίσκεται σε συνεχή ροή. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε εμείς είναι η στιγμιαία προσωπικότητα που τυχαίνει κι εκδηλώνεται σε εμάς. Σε αυτή τη στιγμιαία προσωπικότητα οι περισσότεροι προσδίδουν σταθερότητα και διάρκεια. Το πρέπον θα ήταν το άτομο που επιδιώκει τη γνώση και σέβεται τον εαυτό του και του άλλους να ανανεώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα τις αντιλήψεις του, να είναι υπομονετικός, με κατανόηση και συμπόνοια απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτό θα ήταν το ιδανικό για όλους, για μια κοινωνία που θέλει πραγματικά να εξελιχθεί ως σύνολο μέσω της ατομικής καλλιέργειας και προόδου. Αν δεν αναγνωρίζεται η πρόοδος της μονάδας τότε το σύνολο πάντα θα μένει στάσιμο ή θα ακολουθεί την πορεία που χαράσσουν μικρές αλλά ισχυρές ομάδες συμφερόντων που μπορούν να προβάλλουν και να επιβάλλουν μονομερώς την ατομική τους ανέλιξη ως απρόσιτο αλλά καθολικά επιθυμητό πρότυπο.

Είναι απορίας άξιον πως οι άνθρωποι, ενώ είναι τόσο καλά πληροφορημένοι για όλα όσα αλλάζουνε στους ίδιους, επιβάλλουν στους φίλους τους την εικόνα που είχανε σχηματίσει για αυτούς. Κρίνουν με βάση αυτό που ήταν κάποτε, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου στο παρελθόν γνωρίζονταν καλά. Η πρώτη ή έστω οι πρώτες εντυπώσεις για ένα άτομο κυριαρχούν για μεγάλο χρονικό διάστημα αγνοώντας τα τελευταία δεδομένα που είναι αρκετά πιθανό να ανατρέπουν την παλιά «γνώση». Η άγνοια της αλλαγής έχει ως αποτέλεσμα την αποξένωση του μεταμορφωμένου προσώπου. Η ικανότητα της λησμονιάς, δηλαδή η ικανότητα της αναγνώρισης μεταβολών στους ανθρώπινους χαρακτήρες μέσω της υποβάθμισης των παλαιότερων χαρακτηριστικών, εντοπίζεται στους ιδιοφυείς και τους ευκολόπιστους: Οι πρώτοι γιατί ξεχωρίζουν το ουσιαστικό από το επουσιώδες και την παρουσία καλοσύνης από την απουσία της, ενώ οι δεύτεροι όντας ανεκτικοί δίνουν πάντα δεύτερες ευκαιρίες στους γύρω τους διαγράφοντας με ευκολία παρελθοντικά στοιχεία. Ένας λόγος που η μεταβολή προσωπικοτήτων μπορεί να μην γίνεται αισθητή από τους περισσότερους είναι ότι όταν αλλάζει ο διπλανός μου αλλάζω κι εγώ, κι επομένως ο ένας ως προς τον άλλον δεν κινείται (σχετική κίνηση). Σ’ αυτό συμβάλλει κι ο γρήγορος αγχωτικός ρυθμός της σημερινής ζωής μας που δεν μας δίνει περιθώρια να σκεφτούμε για τον εαυτό μας, πόσο μάλλον να αναθεωρήσουμε κάποιες απόψεις για το περιβάλλον μας.

Όποια κι αν είναι τα αίτια της απουσίας της αλληλογνωσίας, το γεγονός είναι ότι το πρόβλημα παραμένει. Η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης, κατανόησης, σεβασμού κι υπομονής. Μέχρι και η σκέψη αρχίζει να εξαλείφεται και τη θέση της να καταλαμβάνουν αυτοματοποιημένες ενέργειες, οι οποίες μόνο από φυσικά ένστικτα δεν προέρχονται. Μια από τις αυτόματες αυτές ενέργειες που κατήργησε κάθε κριτική σκέψη είναι η εφαρμογή και χρήση συνόλων προτύπων συμπεριφοράς, τα οποία η κοινωνία δημιούργησε, αναγνωρίζει κι επιβάλλει, μερικές φορές και με την βία. Μη συμμόρφωση με αυτά τα πρότυπα χαρακτηρίζεται ως ανωμαλία, ο παραβάτης αντιμετωπίζεται ως παρείσακτος και αποστέλλεται στο περιθώριο. Ελευθερία, γνώμη και γνώση ανήκουν στο παρωχημένο κι οπισθοδρομικό παρελθόν. Έχουμε δηλαδή μια τυποποίηση της ανθρώπινης συνείδησης και προσωπικότητας. Δεν υπάρχει διάπλαση της ψυχής, δεν υπάρχει εκπαίδευση, δεν υπάρχει εξέλιξη, δεν υπάρχει Μεταμόρφωση. Δεχόμαστε ως αλήθεια αυτό που μας παρουσιάζουν ότι είναι σωστό, αυτό που είναι σωστό επειδή έτσι πρέπει. Η φυσική Λογική, η λογική των αισθήσεων, έχει καταργηθεί και τη θέση της ανέλαβε η «νέα Λογική» καθορισμένη βάσει τεχνητών προτύπων. Δικαίωμα στην ελευθερία δεν έχουμε πλέον αφού βρισκόμαστε ήδη στην βέλτιστη δυνατή θέση, δεν υπάρχει λόγος αναζήτησης κάποιας άλλης οδού προς την ευδαιμονία, την αρετή, κ.τ.λ. Βρισκόμαστε στο άριστο τέλος (αριστο-τέλειο), έχει εκπληρωθεί ο σκοπός μας και δεν χρειαζόμαστε πλέον την ελευθερία ώστε να εντοπίσουμε κάτι ευγενέστερο. Καταλήξαμε λοιπόν σε μια κοινωνία όπου οι περισσότεροι (μάζα) θέλουν να μιμηθούν προσωπεία άλλων, τους οποίους ουδέποτε γνώρισαν, προκειμένου να γίνουν αρεστοί στο πλήθος, να αφομοιωθούν με αυτό, να νιώσουν την ασφάλεια που προσφέρει, να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου, κι ότι διάλεξαν τον σωστό δρόμο μόνο και μόνο επειδή αυτόν διάλεξε η πλειοψηφία (όπως πράττει η δικτατορική πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας). Επειδή χαρακτηριστικό της προτυπολατρείας είναι η σταθερότητα, η αναγνωρισιμότητα, η διαφάνεια και η διάρκεια, ο πιστός της είναι έμπιστο άτομο στην κοινωνία, γιατί ο χαρακτήρας του είναι ήδη γνωστός. Ο πιστός αυτός δεν εμπνέει κανέναν κίνδυνο, απέναντί του νιώθουμε ασφάλεια, σιγουριά, νιώθουμε σαν να τον ξέρουμε από χρόνια, κι όλα αυτά γιατί η συμπεριφορά του είναι πλέον τυποποιημένη και άρα άμεσα προβλέψιμη. Τα πρότυπα αποτελούν το ευαγγέλιο των πιστών της «πρώτης εντύπωσης»: Τους λένε πως να ζήσουν, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν, τους παρέχουν την ιδέα μιας μελλοντικής αμοιβής, είναι αλάνθαστα, αποτελούν μέρος της παράδοσης, είναι άγνωστο ποιός τα καθιέρωσε αρχικά και κρύβουν υπόνοιες για θεϊκή προέλευση.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε καλά τον διπλανό μας, γιατί τότε γνωρίζουμε καλύτερα και τον εαυτό μας, η αλληλογνωσία οδηγεί στην αυτογνωσία. Όταν διαλέγεσαι με κάποιον κι εσύ μαθαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου κι αυτός τον δικό του, κι εσύ τον μαθαίνεις καλύτερα κι αυτός εσένα. Μια από τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλός μας για να αποκτά γνώσεις είναι η σύγκριση: Βλέποντας χαρακτήρες, συμπεριφορές και καταστάσεις στο περιβάλλον του, ο άνθρωπος προσπαθεί αρκετές φορές να τα ερμηνεύσει βάσει του εαυτού του, κατά πόσο αντιστοιχούν στον ίδιο και στις εμπειρίες του. Με τη σύγκριση αυτή διαπιστώνονται κοινά και διαφορετικά στοιχεία, τα οποία όπως κι αν θεωρηθούν μας οδηγούν στην αυτογνωσία. Για παράδειγμα, η ουρά ενός σκυλιού. Βλέποντας το σκυλί να έχει ουρά κι εμείς να μην έχουμε, μπορούμε μέσω της αντίθεσης αυτής να ορίσουμε ακόμα ακριβέστερα το σκυλί και εμάς, κι αφού γίνει αυτό, τις μεταξύ μας διαφορές. Το ίδιο ισχύει και με τις ομοιότητες: Το σκυλί έχει μάτια όπως εμείς κι επομένως αυτό δεν είναι διακριτό χαρακτηριστικό.

Μια από τις χρησιμότητες, και ίσως η μόνη πρακτική, της «πρώτης εντύπωσης», εκείνης δηλαδή που αυτοαποκαλείται αλήθεια από μόνη της, είναι ότι προσπαθεί να μας αποτρέψει από μια ανεπιθύμητη επιλογή: Σε μια πρώτη επαφή με ένα νέο πρόσωπο ή αντικείμενο δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για αυτό, έχουμε έλλειψη πληροφόρησης ενώ δεν ξέρουμε και τι γνωρίζει αυτό για μας. Υπάρχει επομένως ασύμμετρη πληροφόρηση. Την ασυμμετρία αυτή προσπαθούν να αναπληρώσουν οι πληροφορίες της πρώτης εντύπωσης. Σχηματίζοντας μια τέτοια εντύπωση «ασφαλιζόμαστε» μερικώς απέναντι στον «αντισυμβαλλόμενό» μας και είμαστε σε καλύτερη θέση για να λάβουμε ορθές αποφάσεις και να δράσουμε κατάλληλα. Υπάρχει όμως και η άλλη περίπτωση όπου κάποιος γνωρίζοντας την απήχηση της πρώτης εντύπωσης προσπαθεί να δημιουργήσει μια τεχνητή εικόνα του εαυτού του ώστε να επιρρεάσει κατά το συμφέρον του τη κρίση του άλλου, του ευκολόπιστου που είναι υπέρ των πρώτων εντυπώσεων.

Όπως κάθε δημιούργημα και γνώση του ανθρώπου, έτσι και η γνώση του μηχανισμού παραγωγής των πρώτων εντυπώσεων και γενικά των εντυπώσεων (προϊόντα της αντίληψης) συνοδεύεται από ηθικό κίνδυνο: Ποιός γνωρίζει, τι γνωρίζει, πως γνωρίζει, για ποιό σκοπό γνωρίζει. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ευάλωτη σε ενδεχόμενες κακοβουλίες, αφού λίγοι είναι σήμερα εκείνοι που φροντίζουν για την ψυχική υγεία τους με τον ίδιο βαθμό που φροντίζουν το σώμα τους (αν βέβαια το κάνουν κι αυτό), πρόβλημα βέβαια πανάρχαιο. Ένα παράδειγμα εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο με τη χρήση της γνώσης περί των πρώτων εντυπώσεων είναι η «επιστήμη» του μάρκετινγκ: Μελετάει την ανθρώπινη συμπεριφορά προσπαθώντας να εντοπίσει κοινά μοτίβα στους ανθρώπους και στη συνέχεια να προωθήσει μαζικώς τα προϊόντα των βιομηχανιών που είναι σχεδιασμένα βάσει των συμπεριφορών, των συνηθειών και των αναγκών των καταναλωτών, τις οποίες σε μεγάλο βαθμό τις διαμορφώνουν οι ίδιοι: Τέτοια είναι η δύναμή τους. Παρόμοιες τεχνικές χρησιμοποιούνται για τη χειραγώγηση μαζών και τη δημιουργία τάσεων (μόδας) στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Η καλύτερη αντεπίθεση σε τέτοιες πρωτόγονες πρακτικές είναι η άμυνα που μας παρέχει μια ανθεκτική και συνεκτική συνείδηση που είναι ατομικά καλλιεργημένη και δεν επιδέχεται μαζοποίησης.

Η εγκυρότητα που προσδίδεται από την κοινωνία στην «πρώτη εντύπωση» ως αντιπροσωπευτικό δείγμα (στις κοινωνικές «επιστήμες» το δείγμα είναι ένας από τους εχθρούς της αλήθειας) του χαρακτήρα κάποιου, αναγκάζει εμάς τους υπολοίπους να επιδίωκουμε το σχηματισμό μιας θετικής πρώτης εντύπωσης στους άλλους, γεγονός που μας προκαλεί άγχος, ανασφάλεια και μας οδηγεί στη χρήση αθέμιτων και παραπλανητικών τεχνικών, όπως η μίμηση ενός προτύπου και γενικά η υποκρισία. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός, κάθε ομοιότητα είναι επιφανειακή και τυχαία, δεν είναι φυσιολογική η προτυποποίηση. Η επιδίωξη αυτή εν μέρει δικαιολογημένα σε αναγκάζει να κρύβεις τις σκέψεις σου σε ορισμένους κύκλους, γιατί ξέρεις ότι θα έρθουν σε σύγκρουση με τις προκαταλήψεις και τη βλακεία των άλλων. Όμως η κουραστική προσπάθεια απόκρυψης σε συνδυασμό με την βαθειά ειλικρίνεια ενός ατόμου το οδηγούν στην ανάγκη της πραγματικής επικοινωνίας με το περιβάλλον του, όπως ένας καλλιτέχνης, αφού δημιουργήσει το έργο του, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αισθάνεται την ανάγκη να το φανερώσει στον λοιπό κόσμο, δίνοντας πλέον μικρότερη βαρύτητα σε επικρίσεις. Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες ελευθερίες που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος, η απαλλαγή από το «τι θα πει ο κόσμος;». Αυτά που φαίνονται μπορούμε εύκολα να τα τροποποιούμε και να τα παρουσιάσουμε όπως κι όταν εμείς θέλουμε και συνεπώς ο αθέατος εαυτός μας είναι εκείνος που πρέπει να μας ορίζει, το αντικείμενο εξέτασης. Γι’ αυτό πρέπει να μειώσουμε σταδιακά την εξάρτησή μας από τις πρώτες εντυπώσεις, να αξιοποιήσουμε και να εξυψώσουμε τις πνευματικές δυνατότητες της κοινωνίας μας που πηγάζουν βέβαια από τα άτομα, να οριοθετήσουμε ως εξής την ύπαρξή μας:
«Δεν είμαστε ό,τι είμαστε, κι ούτε συμπεριφερόμαστε κι ούτε εκτιμάμε ο ένας τον άλλον για αυτό που είμαστε, αλλά για εκείνο που είμαστε ικανοί να είμαστε».
Thoreau (Θορώ)

Σε παρόμοιο ύφος είναι και ο αφορισμός του Γκαίτε:
«Αν συμπεριφέρεστε στους διπλανούς σας έτσι όπως τους αξίζει, θα τους κάνετε χειρότερους. Αν όμως συμπεριφέρεστε σαν να είναι καλύτεροι απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, τότε τους κάνετε καλύτερους».

Και στον σαιξπηρικό Άμλετ εντοπίζεται παρόμοια προτροπή, όταν έχει καταφθάσει στο παλάτι ένας θίασος που επρόκειτο να φιλοξενηθεί εκεί:
«Πολώνιος: Κύριέ μου, θα τους μεταχειριστώ κατά την αξία τους.
Άμλετ: Προς Θεού, άνθρωπε, πολύ καλύτερα! Αν μεταχειριζόμαστε καθέναν κατά την αξία του, ποιος θα γλίτωνε το ξύλο; Να τους μεταχειριστείς κατά τη δική σου την τιμή κι αξιοπρέπεια˙ όσο αυτοί λιγότερο το αξίζουν, τόσο μεγαλύτερη αξία έχει η καλοσύνη σου. Πάρ' τους μέσα».

Η πρώτη εντύπωση σχετίζεται άμεσα με τις αισθήσεις, αυτές την διαμορφώνουν. Για να περιοριστεί η βαρύτητα της πρώτης εντύπωσης θα πρέπει να αυξηθεί ακόμα περισσότερο εκείνη των αισθήσεων, να αναγνωρίσουμε την μεταβλητότητα των μηνυμάτων που αυτές δέχονται και γενικότερα το ότι η φύση εξελίσσεται. Στην περίπτωση των διαπροσωπικών σχέσεων, τα άτομα που λένε πως ξέρουν κάποιον, με την έννοια ότι απλώς ξέρουν το όνομά του και τον έχουν ακούσει να διατυπώνει απλές κρίσεις, τον έχουν ταυτίσει με αυτό, το οποίο είναι ένα τίποτα, ένα κοινό όνομα, ένα συνηθισμένο, γενικό, προσδιοριστικό ουσιαστικό. Αυτή η πρώτη τους εντύπωση όμως φαίνεται ότι δύσκολα ξεχνιέται. Πρέπει επομένως να μείνουν εκτεθειμένοι στο χαρακτήρα του για μεγάλο διάστημα ώστε να σχηματιστεί μια νέα «πρώτη εντύπωση» που θα είναι πρωτόγνωρη και θα επισκιάσει την προηγούμενη για εκείνον, εκείνη που τον θεωρούσε ως ένα τίποτα. Η νέα αυτή γνώμη δεν θα έχει απλώς ως αντικείμενό της τις πράξεις και τα λόγια του, αλλά τον μηχανισμό που τα παράγει κι επομένως θα καθιστάται δυνατή και η πρόβλεψη της συμπεριφοράς του. Τότε μόνο μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι ξέρει κάποιον. Έστω ένα υποθετικό άτομο, ο Γεώργιος. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πρώτη «πρώτη εντύπωση» ήταν για τον «Γεώργιο», ενώ η νέα για τον «νέο Γεώργιο», αφού έχει πραγματοποιηθεί μια μεταμόρφωση, μια αλλαγή του υποκειμένου, έχει αλλάξει το πρόσωπο, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για το ίδιο άτομο. Το όνομα «Γεώργιος» δεν δηλώνει τίποτα πλέον, είναι κενού περιεχομένου, ένα ψευδές και παραπλανητικό όνομα που προσδιορίζει κάτι το τελείως διαφορετικό από αυτό που υποτίθεται πως ορίζει. Πηγή της μεταβολής είναι η λήψη περισσότερων ερεθισμάτων, δηλαδή πληροφοριών, κι άρα η αυξημένη λειτουργία των αισθήσεών μας.

Η διαδικασία αυτή της μεταμόρφωσης όμως είναι επίπονη και μπορεί να πραγματοποιηθεί απέναντι σε πρόσωπα τα οποία ναι μεν δεν μας γνωρίζουν καλά, αλλά τους έχουμε μια σχετική εμπιστοσύνη και δεν απαιτούμε τίποτα από αυτούς, ενώ εμείς τους προσφέρουμε τα πάντα με μοναδικό κέρδος το τελικό έπαθλο, την ατομική αρετή που θα οδηγήσει στην αρετή και τους συνανθρώπους μας. Κι αυτό γιατί τότε θα μπορούμε να αρθρώσουμε λόγο χωρίς να φοβόμαστε ούτε την προκατάληψη που μια αρνητική «πρώτη εντύπωση» προκαλεί (δεν μας ξέρουν, δεν τους ξέρουμε, δεν υπάρχει εκ των προτέρων σχέση με αυτούς), αλλά ούτε και την κατηγορία της ασυνέχειας του λόγου μας (φράσεις του τύπου «Άλλα μας έλεγες χθες, άλλα σήμερα» δεν υφίστανται). Επομένως, αν νομίζουμε πως μπορούμε να δημιουργήσουμε μια φιλία με έναν συνάνθρωπό μας μέσω του λόγου και της ειλικρινούς επικοινωνίας, τότε πιο εύκολα μπορούμε να το πετύχουμε αυτό με έναν άγνωστο. Αυτό δεν ισχύει βέβαια στην περίπτωση που δεν μας νοιάζει το τι λέει ο κόσμος για εμάς, στο στάδιο εκείνο δηλαδή όπου δεν μας ενδιαφέρει αν θα μας αποκαλέσουν τρελούς, γιατί έτσι θα μας αποκαλέσουν αφού πίσω από την τρέλα αυτή κρύβεται η διαφορετικότητα, η ατομική βομβά που απειλή την μάζα.

Σχετικά με την ονοματοθεσία των ανθρώπων, αλλά και την κατηγοριοποίηση/ταμπελοποίηση (προϊόν της «πρώτης εντύπωσης») των ανθρώπων που είναι κι αυτή μια μορφή ονοματοθεσίας, όπου αναδύθηκε ένα ακόμη πρόβλημα, αναφέρω τα εξής λίγα. Το όνομα που δόθηκε στο κάθε άτομο στη βρεφική του ηλικία (κατά τη βάπτισή του στους χριστιανούς) είναι προϊόν αυθαιρεσίας που νομιμοποιείται ως απόδοση τιμής στον εκάστοτε άγιο ή ιστορικό πρόσωπο ή πρόγονό του. Καταντά έτσι μια γενική έννοια που δεν προκύπτει καν από κάποια αφαιρετική διαδικασία, αφού δεν καταλήγει σε κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα, είναι μια απλή λέξη που δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δεν εκφράζουν πράγμα ή κατάσταση, είναι μια απλή εκφορά ενός συνδυασμού γραμμάτων μέσω της γλώσσας, και αποτελούν μέρος της κληρονομιάς κάθε οικογένειας. Το όνομα «Γεώργιος» δεν φέρει καμιά ιδιότητα, είναι ένα απλό και διαδεδομένο όνομα που ο καθένας μπορεί να αποκαλεστεί έτσι χωρίς να πληρεί κάποιες φυσικές ή πνευματικές προϋποθέσεις. Υποθέτωντας πως η ρίζα του ονόματος «Γεώργιος» είναι η γεωργία (γη + έργο) και αποκαλώντας με το όνομα αυτό κάποιον που ζει στην πόλη και εργάζεται σε ένα γραφείο, οδηγούμαστε σε πλάνη.

Αυτές τις χωρίς περιεχόμενο έννοιες απέρριπταν και απέφευγαν οι νομιναλιστές (νομιναλισμός-ονοματοκρατία, λατινικό nomen=όνομα) που πίστευαν στην ύπαρξη μόνο ξεχωριστών αντικειμένων τα οποία δεν επιδέχονται γενίκευσης. Μια αυστηρή υιοθέτηση του φιλοσοφικού αυτού ρεύματος του Μεσαίωνα θα μας ανάγκαζε να δίνουμε τα ονόματα στους ανθρώπους βάσει κάποιων διακριτικών χαρακτηριστικών τους που θα εντοπίζονταν από μελέτη της προσωπικότητας τους και θα τους καθιστούσε αναγνωρίσιμους και ξεχωριστούς, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό ώστε να μην παρατηρείται το σημερινό χάος με τα ονόματα τα οποία ανακυκλώνονται τόσο μέσα στο σόι του κάθε ατόμου (ίδια ονόματα και επίθετα) αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία. Το φαινόμενο της ονοματοθέτησης των νεογνών με βάση το όνομα του παππού τους που παρατηρείται στη χώρα μας, υπό προϋποθέσεις μπορεί να δημιουργήσει αρκετά μπερδέματα. Αν για παράδειγμα ο πρωτότοκος γιος παίρνει το όνομα του πατέρα του πατέρα του, τότε ανα δύο γενιές θα εμφανίζεται εν αλλάξ πρόσωπο με το ίδιο όνομα, πατρώνυμο και επίθετο, γεγονός που θα περιπλέκει την δική τους αλλά και τη δική μας μνήμη. Απ’ την άλλη μεριά όμως η γενίκευση αυτή των ονομάτων μας διευκολύνει, αφού διαφορετικά θα έπρεπε να δώσουμε διαφορετικό όνομα για κάθε άνθρωπο, καθιστώντας έτσι αδύνατη την υπό συνθήκες ευρείας παγκοσμιοποίησης μεταξύ μας επικοινωνία όταν ο παγκόσμιος πληθυσμός ανέρχεται σε δισεκατομμύρια. Σε παλιότερες εποχές, για παράδειγμα στην Αρχαία Ελλάδα, τα ονόματα είχαν περιεχόμενο, ή απλώς ήταν πρωτότυπα, αλλά ο ελάχιστος πληθυσμός που είχε μικρό προσδόκιμο μέσο όρο ζωης (σε σχέση με σήμερα) εξ αιτίας πολέμων και ασθενειών, και οι σχετικά κλειστές κοινωνίες των πόλεων κρατών, έδιναν τη δυνατότητα στους Έλληνες να δίνουν προσωπικά ονόματα στα παιδιά τους, των οποίων η σημασία (ετυμολογία) ήταν σχετική με το χαρακτήρα του υποκειμένου (τουλάχιστον τις περισσότερες φορές, ενώ υπήρχε και τότε κάποιος βαθμός ανακύκλωσης των ονομάτων). Μια λύση είναι η απόκτηση κατά την ενηλικίωση (ουσιαστική ένταξη στη κοινωνία) ενός μεσαίου ονόματος έτσι ώστε ο τριπλός ονοματικός συνδυασμός (επίθετο, βαπτιστικό και μεσαίο όνομα) θα είναι μοναδικός σε κάθε άτομο και θα το προσδιορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος έχει το δικαίωμα να προσδιορίζει τον ίδιο του εαυτό και συνεπώς να αυτοονοματοδοτείται και να ορίζει τη ταυτότητα και θέση του στη κοινωνία. Εδώ μπαίνει όμως και το διαχρονικό ερώτημα του αν είναι δυνατή η πλήρης γνώση του ανθρώπου εξ αιτίας της υποκειμενικότητάς της (άνθρωπος κρίνει άνθρωπο).

Μια αξιομνημόνευτη έκφανση της πρώτη εντύπωσης είναι ο έρωτας με την πρώτη ματιά, τον οποίο θα χαρακτήριζα ως ματαιόδοξο έρωτα γιατί προέρχεται από παράγοντες σχετικούς με την εξωτερική εμφάνιση που αγνοούν την πνευματική καλλιέργεια. Σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητούμε την ευχαρίστηση που προκαλεί η θέα ενός ωραίου σώματος, αλλά όπως λέει κι ένας επικούρειος: «Εγώ τουλάχιστον δε γνωρίζω πώς να κατανοήσω το αγαθό, αν αφαιρέσω τις γευστικές ηδονές, τις ερωτικές και τις ηδονές της ακοής κι αν αφαιρέσω, τέλος, τις ευχάριστες κινήσεις που γεννά στην όραση μια ωραία μορφή», αλλά δεν πρέπει να αρκούμαστε μονάχα σε ξαφνιάσματα της στιγμής όταν μιλάμε για έρωτα κι όχι για μια απλή σεξουαλική σχέση. Ο «έρωτας» αυτός παράγεται από οπτικά ερεθίσματα, από τον θαυμασμό προς την ομορφιά ενός ατόμου του αντίθετου φύλου, αποτελεί φυσική έλξη. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, επειδή η μορφή αυτή του έρωτα αγνοεί το τι υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο (μερικοί άνθρωποι κρύβουν μέσα τους ολόκληρα ζώα και ζωύφια, από βόδια μέχρι σκουλήκια), η πηγή του ερωτικού συναισθήματος (το σώμα) είναι καθολικά αποδεκτή (δύσκολα ερωτεύεσαι μια άσχημη γυναίκα με την πρώτη ματιά). Η καθολικότητα αυτή προσδίδει στο ωραίο σώμα μια βεβαιότητα αποδοχής από το αντίθετο φύλο, το καθιστά μονάχα ένα (εφήμερο) ξάφνιασμα, μια δύναμη αυτοεπιβεβαίωσης που δύσκολα μπορεί να απορρίψει κανείς κι η οποία σε κατακτά χωρίς αντίσταση. Δεν υπάρχει απόπειρα σαγήνης, δεν απαιτείται προσπάθεια για να προκαλέσεις ερωτικά συναισθήματα, το σώμα σου μιλάει από μόνο του, είναι αυθύπαρκτο και δρα αυτοβούλως ανεξάρτητα από την συναισθηματική σου κατάσταση και διάθεση. Γίνεται φανερό λοιπόν ότι στην περίπτωση αυτή το αρχικό ξάφνιασμα καταλήγει σε μια βεβαιότητα και η σεμνότητα που μπορεί αρχικά να προκάλεσε σε ματαιοδοξία. Η ματαιοδοξία έγκειται στο ότι μέρος της ευχαρίστησης από τον έρωτα αυτόν προέρχεται από τις κοινές εμφανίσεις του ζευγαριού όπου έκαστο άτομο του κεραυνοβολημένου ζευγαριού αισθάνεται ευχαρίστηση που βρίσκεται πλάι σε ένα όμορφο σώμα πάνω στο οποίο ασκεί εξουσία και το ελέγχει. Επειδή δεν κατανοώ το γυναικείο μυαλό, ο άνδρας θα μπορούσε να σκέφτεται ως εξής: «Αφού εγώ την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, το ίδιο θα συμβαίνει ή συνέβαινε και στους υπόλοιπους, αλλά τώρα είναι δικιά μου, τους πρόλαβα». Δημιουργείται έτσι κλίμα αντιζηλίας όπου οι επίδοξοι εραστές ανταγωνίζονται για ένα έπαθλο που όμως δεν είναι αντικείμενο αλλά άνθρωπος. Ο κεραυνοβόλος έρωτας χαρακτηρίζεται από υπέρμετρο αυθορμητισμό και απερισκεψία κι επομένως μπορεί να διερευνηθεί η ρεαλιστικότητά του μέσω της εκτεταμένης επικοινωνίας για να διαπιστωθεί τελικά αν πρόκειται για πραγματικό έρωτα ή αισθησιακό ξάφνιασμα. Όπως έλεγε και ο Επίκουρος: «Αν αφαιρέσουμε την όψη, την επικοινωνία και την επαφή, σβήνει το ερωτικό πάθος», δηλαδή συστατικά του έρωτα είναι η εικόνα/μορφή/όψη, η επικοινωνία, και η επαφή, τα οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη σχέση κάποιων για να θεωρούνται ερωτευμένοι. Κάποιοι συνάνθρωποι μας λοιπόν είναι καμωμένοι για κεραυνοβόλο έρωτα, κάποιοι άλλοι για πιο ουσιαστικές μορφές έρωτα, μα όλοι έχουν το δίκιο με το μέρος τους, γιατί ο έρωτας πάνω απ’ όλα είναι ελευθερία.

Ας εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ του κεραυνοβόλου έρωτα και του προβλήματος της ανεπιθύμητης επιλογής. Επειδή δεν γνωρίζουμε προσωρινά τη γυναίκα που μας ενδιαφέρει (βέβαια δεν είναι σίγουρο ότι υπάρχει πράγματι τέτοια γνώση) χρησιμοποιούμε την πληροφόρηση της πρώτης εντύπωσης: «Δεν ξέρω αν είναι γυναίκα που αξίζει ως άνθρωπος, σκοπεύω να το μάθω. Αν όμως αποδειχθεί κατώτερη των προσδοκιών μου, τουλάχιστον η εξωτερική της εμφάνιση θα με ανταμείψει». Άρα στην περίπτωση αυτή η πιθανότητα της ανεπιθύμητης επιλογής μειώνεται δραματικά, αφού ανεξάρτητα από την άβυσσο της ψυχής της η αξία της εξωτερικής εμφάνισης είναι ήδη γνωστή κι αποδεκτή. Άρα ο κεραυνοβόλος έρωτας έχει τα πλεονεκτήματά του αρκεί να είμαστε γνώστες της καταστάσεως στην οποία βρισκόμαστε.

Όλα αυτά αναφέρονται για κινήσεις που γίνονται σε σύντομα χρονικά διαστήματα, όμως αφού δεν υπάρχει ουσιαστική πίεση χρόνου, ως πηγή πληροφόρησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο διάλογος (επικοινωνία) κι όχι η μεροληπτική και βιαστική πρώτη εντύπωση. Δεν υπάρχει ανάγκη γρήγορης «κατάρτισης σύμβασης» με τον συνάνθρωπό μας. Μπορούμε να του αφιερώσουμε λίγο από το χρόνο μας ώστε να αποκτήσουμε έναν νέο φίλο που δεν θα αποτελεί ανεπιθύμητη επιλογή, ανεξαρτήτως του τι είναι. Μια τέτοια είδους επιλογή εμφανίζεται μόνο όταν δεν κάνουμε σωστή χρήση του χρόνου (π.χ. κεραυνοβόλος έρωτας) και του χρήματος (π.χ. μια αγορά ενός προϊόντος που δεν είμαστε σίγουροι για την αντιστοιχία τιμής-ποιότητας).

Για να κατανοήσουμε εις βάθος το φαινόμενο της πρώτης εντύπωσης θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα από μια ψυχολογική σκοπιά. Ο άνθρωπος, όπως και οι υπόλοιποι οργανισμοί στη γη, έχει έμφυτη τη τάση για τη διατήρηση του είδους του, τόσο μέσω της διαιώνισής του όσο και μέσω της επιβίωσής του. Αυτά τα ένστικτα (ένστικτο είναι μια έμφυτη γνώση για την ικανοποίηση μιας έντονης τάσης που αισθανόμαστε ως προς κάτι, το οποίο συνοδεύεται από τις ανάλογες μηχανικές και περίπλοκες κινήσεις που δεν πηγάζουν από την εμπειρία, και χρησιμεύει ως υποστηρικτικός μηχανισμός επιβίωσης όταν δεν υπάρχει πλήρης σωματική και ψυχική ανάπτυξη, ενώ όταν υπάρχει αυτήν ο ρόλος της υποβαθμίζεται από την διάνοια) θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν από μόνα τους πηγή αισιοδοξίας γιατί εκφράζουν θέληση για ζωή και αυτή με τη σειρά της μας προδιαθέτει θετικά απέναντι σε μια νέα εντύπωση, γιατί, εφόσον θέλουμε να ζούμε, θα έχουμε αναπόφευκτα συνεχώς νέες εμπειρίες. Για αυτό κι ο Αριστοτέλης λέει ότι όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους επιθυμούν τη γνώση. Η υπόθεση περί εκ φύσεως αισιοδοξία υποστηρίζεται κι απ’ το γεγονός ότι και τα ζώα αγαπούν τη ζωή και δεν αυτοκτονούν (εξαιρείται ο σκορπιός κι ο άνθρωπος). Έτσι, και οι δύο λέξεις, ζωή και ζώα, είναι πανομοιότυπες, κι όποιος άνθρωπος αρνείται τη ζωική του προέλευση αρνείται την ίδια τη ζωή. Η προαναφερθείσα προδιάθεση μπορεί να ενισχυθεί και με την σύμφυτη τάση του στοιχειωδώς σκεπτόμενου ανθρώπου να αγαπά κι όχι να μισεί. Ένα περιβάλλον όμως που χαρακτηρίζεται αφιλόξενο από ένα άτομο είναι λογικό να ενεργοποιήσει σε αυτό σε μεγαλύτερο βαθμό τα πρωτόγονα ένστικτα της επιβίωσης με αποτέλεσμα να βλέπει γύρω του εχθρούς κι όχι συνοδοιπόρους. Το συμπέρασμα είναι ότι μια πρώτη εντύπωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά, αναλόγως των περιστάσεων, και γι’ αυτό εμείς θα πρέπει να φροντίζουμε για την εγκαθίδρυση υγιών συνθηκών διαβίωσης όπου θα περιορίζεται αυτόματα η αρνητική επίδρασή της.

Για να δημιουργηθεί κάποιο συναίσθημα στον οργανισμό μας θα πρέπει αυτός να δεχτεί μια ισχυρή εντύπωση (μεγάλης διάρκειας κι έντασης), η οποία θα μας συγκινήσει ευχάριστα ή δυσάρεστα και θα σχηματίσει στην αντίληψή μας μια σχετική παράσταση (εικόνα). Συνεπώς, πηγή των συναισθημάτων είναι οι εντυπώσεις, των εντυπώσεων τα αισθήματα, και κάθε εντύπωση που ανακαλούμε μέσω της παράστασής της συνοδεύεται από το συναίσθημα που αυτή προκάλεσε. Με το σκεπτικό αυτό, αν θέλουμε να επηρεάσουμε συναισθηματικά κάποιον, πρέπει να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες εντυπώσεις ή να τον οδηγήσουμε συνειρμικά στην ανάκτησή τους. Ένας βομβαρδισμός ποικίλων εντυπώσεων είναι δυνατόν να προκαλέσει συναισθηματικές διακυμάνσεις υπέρ του επιτιθέμενου καθιστώντας έτσι επιζήμια για μας την εκμετάλλευση του μηχανισμού σχηματισμού εντυπώσεων μας από εξωτερικό παράγοντα.

Η ικανότητα σχηματισμού παραστάσεων εξαρτάται από την εποπτεία, από την ικανότητα δηλαδή των αισθήσεων να συλλαμβάνουν νέες εντυπώσεις, και τις ικανότητες του νου να τις αποθηκεύει στη μνήμη, να τις συσχετίζει και τέλος να τις ανακτεί με σαφήνεια. Επομένως, όσο πιο πνευματικά ώριμος (δηλαδή λιγότερο εγωκεντρικός), παρατηρητικός και προσεκτικός είναι κάποιος, τόσο πιο εποπτικός είναι και μπορεί να σχηματίζει ακριβέστερες παραστάσεις πάνω στις εντυπώσεις που δέχεται ή έχει ήδη δεχτεί. Έπειτα ακολουθεί η σκέψη μας, το νοείν, το όργανο με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τις ιδέες και παραστάσεις που έχουμε συλλάβει στη συνείδησή μας. Το νοείν δεν είναι γνώση, αλλά μέρος της, μια διαδικασία. Για την μελέτη της ανθρώπινης νόησης πρέπει κατ’ αρχήν να ερευνήσουμε τα αντικείμενα αυτής, τις ιδέες, ως απλά φυσικά φαινόμενα και στη συνέχεια να σχηματίσουμε κρίση για την ορθότητα ή μη με την οποία χρησιμοποιήθηκαν. Ο μηχανισμος αποτύπωσης της πρώτης εντύπωσης συνεπώς παράγει ιδέες κι όχι κρίσεις, αφού οι κρίσεις δημιουργούνται χρησιμοποιώντας ιδέες, και για αυτό είναι ευάλωτος σε κάθε είδους ιδεολογικές δοξασίες και εμφύσηση κρίσεων. Η γνώση θα κατακτηθεί με την εξέταση του ορθού συνδυασμού των ιδεών, των εντυπώσεων και των αισθήσεων, δηλαδή πρέπει να ακολουθηθεί μια αφαιρετική διαδικασία η οποία θα μας αποκαλύψει στη συνέχεια το τρόπο σύνθεσής τους. Η πρώτη ύλη, η αιτία, κάθε γνώσης είναι οι αισθήσεις.

Η παράσταση, εν αντιθέσει των εντυπώσεων, για να δημιουργηθεί δεν χρειάζεται τόσο τη συμβολή των αισθητηριακών οργάνων (μόνο τα πορίσματά τους, τις αισθήσεις) όσο εκείνη του εγκεφάλου, ο οποίος δραστηριοποιείται ύστερα από κάποια αφορμή όπως μια ανάμνηση, μια συνειρμική σκέψη κ.τ.λ. Άλλες διαφορές, ποιοτικές, είναι η ένταση, η σαφήνεια και η ακρίβεια των εντυπώσεων έναντι των παραστάσεων. Υπό ορισμένες συνθήκες όμως οι διαφορές αυτές εκμηδενίζονται και υπάρχει σύγχυση ως προς την πραγματικότητα, αγνοούμε την ακριβή προέλευση των ερεθισμάτων (προέρχονται από τον εγκέφαλο ή από τα αισθητηριακά όργανα;), δημιουργούνται δηλαδή παραισθήσεις. Παραίσθηση λοιπόν έχουμε όταν μια παράσταση είναι παρόμοιας έντασης με την αρχική εντύπωσή της κι επομένως νομίζουμε ότι ερχόμαστε σε άμεση επαφή με το αντικείμενο της νόησης, ενώ αυτό αποτελεί καθαρά μια ανάμνηση, φανταζόμαστε δηλαδή πράγματα που δεν βρίσκονται δίπλα μας ως πραγματικά. Χρησιμοποιώντας όμως τις γνώσεις κι εμπειρίες μας μπορούμε να καταλάβουμε το τι όντως συμβαίνει παρακολουθώντας τα επακόλουθα των φαινομένων κι αν αυτά συνοδεύονται από κάποια λογική/εμπειρική αιτιότητα που ήδη γνωρίζουμε ώστε έτσι να φανερωθεί η πραγματικότητα. Την ίδια διαδικασία χρησιμοποιούμε για να διακρίνουμε τα όνειρα από την πραγματικότητα, επειδή και τα όνειρα δεν έχουν λογική συνέχεια. Επίσης, υπάρχει και άλλη μια περίπτωση κατά την οποία συγχέονται παραστάσεις και εντυπώσεις στην συνείδησή μας. Όταν υπάρχει συνεχής επανάληψη μιας εντύπωσης, για παράδειγμα ενός συγγενικού μας προσώπου που αντικρύζουμε καθημερινά, χρησιμοποιεί ο εγκέφαλός μας για λόγους συντομίας και συνήθειας την σταθερή παράστασή αυτής, η οποία υπερισχύει τελικά της εντύπωσης που σχηματίζεται κάθε φορά που συναντάμε το πρόσωπο. Με αυτό τον τρόπο αγνοούμε τις όποιες μεταβολές συμβαίνουν καθημερινά στο πρόσωπο λόγω της σταθερής εικόνας-παράστασης που μηχανιστικά έχουμε σχηματίσει για λόγους διευκόλυνσης (λιγότερη ανάλυση ερεθισμάτων). Έτσι είναι αρκετά πιθανό να μην εντοπίζουμε τις διάφορες αλλαγές που έχει υποστεί το πρόσωπο αυτό (π.χ. γήρανση). Συμπεραίνουμε δηλαδή ότι αν θεωρούμε ως αντικειμενική αλήθεια τις πρώτες εντυπώσεις αγνοώντας κάθε νέα αίσθηση, τότε υπάρχει διάχυτος ο κίνδυνος να οδηγηθούμε στο παράλογο (παραίσθηση).

Πρώτη εντύπωση σχηματίζουμε και για κάθε αντικείμενο γύρω μας και για κάθε εμπειρία μας περί διαφόρων καταστάσεων που αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν. Η διαδικασία σχηματισμού της είναι η ίδια. Για παράδειγμα, όταν ήμασταν παιδιά σίγουρα θα θεωρούσαμε κάποιο είδος φαγητού απαίσιο (π.χ. όσπρια). Η άποψη αυτή όσο μεγαλύτερο διάστημα δεν αναιρούνταν, τόσο ισχυροποιούνταν και καθιστούσε δυσκολότερη την περίπτωση να το ξαναδοκιμάσουμε. Όμως αν τύχαινε να ξεπεράσουμε τις προλήψεις μας ύστερα από τη διαπίστωση της γελοιότητάς τους και να το ξαναδοκιμάσουμε τελικά (εφόσον είναι μικρό το ρίσκο της επανάληψης της εμπειρίας), τότε εύκολα θα μπορούσαμε να αναθεωρήσουμε την άποψή μας και να απαλλαγούμε από μια άρνηση που κουβαλούσαμε μέσα μας τόσο καιρό, από μια περιοριστική κι ανελαστική πρώτη εντύπωση. Μια αρνητική πρώτη εντύπωση μετατράπηκε σε θετική εντύπωση. Το αντίστροφο όμως είναι συχνότερο: Μια αύξουσα ευχάριστη εντύπωση κάποια στιγμή αρχίζει να φθίνει και καταλήγει σε δυσαρέσκεια, κι επίσης η επιμονή μιας αρνητικής εντύπωσης είναι μεγαλύτερη μιας θετικής. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη εντύπωση αποτελεί παράγοντα ψυχικής ανισορροπίας (προκαλεί ψυχικές μεταπτώσεις λόγω της παροδικής φύσεώς της) όταν δεν γίνεται σωστή χρήση της και απαιτεί την δέουσα προσοχή μας.

Σχολιάστηκε μέχρι στιγμής η πρώτη εντύπωση που σχηματίζει ένα πρόσωπο για κάποιο άλλο. Τώρα θα δούμε την πρώτη εντύπωση που σχηματίζουμε για τον εαυτό μας (αυτοεντύπωση) καθώς και πότε αυτή σχηματίζεται. Η πρώτη εντύπωση μπορεί να διακριθεί σε ψυχική και σωματική. Σύμφωνα με ψυχολόγους, το βρέφος αποκτά πλήρη συνείδηση, γνώση δηλαδή του ότι αποτελεί μια ανεξάρτητη ύπαρξη από το περιβάλλον του με δική του φυσική υπόσταση και προσωπικότητα στην ηλικία περίπου των έξι ετών. Ο άνθρωπος σχηματίζει όμως και εικόνα για το σώμα του παρατηρώντας την αντανάκλασή του, το είδωλό του, σε κάποια λεία επιφάνεια (καθρέπτης, στάσιμο νερό κ.τ.λ.), αφού βέβαια έχει προηγηθεί η απόκτηση συνείδησης. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώνεται και η κοινωνικοποίησή του, γιατί πλέον γνωρίζει τι μορφή έχει, ποιός είναι σωματικά όμοιος με αυτόν και ποιό είναι το είδος στο οποίο ανήκει. Επομένως, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στην αυτογνωσία, για να επέλθει ο συγκερασμός νόησης και σώματος, η απλή διαπίστωση ότι ο φορέας της νόησης/ψυχής και σώματος είναι ένας, ο εαυτός του, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τα είδωλα (τα αθώα νήπια δικαιολογημένα πίστευαν σε μια δυική κατάσταση ψυχής και σώματος, όχι όμως κι ένας νοήμων ενήλικας). Αν λατρεύει τον εαυτό του σε υπερβολικό βαθμό (είναι φύσει αδύνατο να μην αγαπάμε καθόλου τον εαυτό μας) τότε το άτομο αυτό έχει και το δικαίωμα να αποκαλείται ορθώς ειδωλολάτρης.

Όσον αφορά το χρονικό προσδιορισμό της έναρξης της διαδικασίας παραγωγής εντυπώσεων, των πρώτων πρώτων εντυπώσεων, αυτή ξεκινά κατά το δεύτερο έτος της ζωής του ανθρώπου, όταν αυτός αρχίζει να χρησιμοποιεί την ομιλία ως μέσο επικοινωνίας και μέσω της σταδιακής αντικειμενοποίησης του κόσμου να αναγνωρίζει την υποκειμενικότητά του, το Εγώ του. Η παραπάνω μετάβαση δεν γίνεται άμεσα, απαιτείται χρόνος. Το βρέφος μέχρι τότε δύσκολα διακρίνει τον εαυτό του από το περιβάλλον, το θεωρεί προέκτασή του, τα θεωρεί όλα ένα (κάτι σαν το ακίνητο, αγέννητο, ομοιογενές, συμπαγές, πανταχού παρόν, εν Ον αρκετών φιλοσόφων Ελλήνων και βαρβάρων). Όσο διευρύνονται όμως οι επαφές του με αντικείμενα κι ανθρώπους, αναγνωρίζει την ύπαρξη κάποιων ορίων στην δράση του, αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι απόλυτα ελεύθερος κι ότι υπάρχει κάτι άλλο έξω από τον ίδιο (μη-Εγώ) που τον εμποδίζει να κάνει αυτό που θέλει. Αργότερα, από το τρίτο έτος της ζώης του και μετά, έχει πλέον αναπτύξει σημαντικά τη γλώσσα και τακτοποιήσει το περιβάλλον του, και παράλληλα χρησιμοποιεί επανειλημμένα προσωπικές αντωνυμίες (μου, εμένα, εγώ) για να τονίσει την ξεχωριστή του ύπαρξη που μόλις αναγνώρισε (μήπως έτσι δεν κάνουν κι αρκετοί διακεκριμένοι ενήλικες που είναι παθιασμένοι με τον εαυτό τους και τον πλούτο;). Με την ολοκλήρωση της νηπιακής ηλικίας (έκτο έτος) έχει γίνει η διάκριση εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος και είναι πλέον ικανός να ερμηνεύσει με αρκετή ακρίβεια το γίγνεσθαι. Αυτό συνεπάγεται ότι η καλλιέργεια του εαυτού μας οφείλεται στις αισθήσεις: Χρώματα και σχήματα, γεύσεις, αρώματα, ήχοι, πιασίματα αντικειμένων. Η μάνα για το βρέφος είναι απλώς ένας πομπός ερεθισμάτων προς όλες τις αισθήσεις, δεν έχει κάποια έμφυτη ικανότητα για να την αναγνωρίσει (δεν μπορεί να κάνει ανάλυση DNA μέσω του εγκεφάλου του για να την πιστοποιήσει).

Οι Έλληνες είχαν φροντίσει να διατυπώσουν κάθε είδους θεωρία που θα ήταν ικανή να εξηγήσει τον κόσμο και να εντοπίσει την αλήθεια, καλύπτοντας με αυτό το τρόπο τις ποικίλες ατόμικες και πολιτειακές ανησυχίες σε κάθε ιστορική περίοδο. Έτσι, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το παρόν πρόβλημα με τη βοήθεια κάποιων Ελλήνων φιλοσόφων καθώς και κάποιων Ευρωπαίων οι οποίοι εμπνεύστηκαν από το αθάνατο και υγιές Ελληνικό πνεύμα.

Αρχίζοντας με τους Σοφιστές και τον επικεφαλής τους Πρωταγόρα, διακήρυτταν ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια (σκεπτικισμός), ότι όλα είναι σχετικά (σχετικισμός):
«Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος˙ για όσα είναι ότι είναι, για όσα δεν είναι ότι δεν είναι» (Πρωταγόρας) κι ότι η γνώση αποτελεί απλώς ένα μέσο για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου, ο οποίος είναι να ζήσει αυτός ωφέλιμα, σκοπός πρακτικός, ωμός που κίνησε την αντιπάθεια των «ευγενών» και των αριστοκρατικών. Χαρακτηριστικός είναι κι ο παρακάτω συλλογισμός του Γοργία: «Δεν υπάρχει τίποτα˙ αλλά και να υπάρχει, είναι άγνωστο˙ κι αν υπάρχει και είναι δυνατό να γίνει γνωστό, δεν είναι δυνατό να ανακοινωθεί σε άλλους».

Οι Σοφιστές είναι οι πρώτοι που αμφισβήτησαν τα πιστεύω και την φιλοσοφική παράδοση του τόπου και η καινοτομία της σκέψης τους σηματοδότησε μια ιστορική αλλαγή στην παγκόσμια φιλοσοφία. Σύμφωνα λοιπόν με τη σοφιστική νοοτροπία θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρώτη εντύπωση που κάνουμε για ένα αντικείμενο είναι λανθασμένη όπως κάθε εντύπωση, ουσιαστικά ασήμαντη (αφού δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί πουθενά, δεν υπάρχει αλήθεια), αλλά μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ωφέλιμη εφόσον μας βοηθάει στη ζωή μας και δεν είναι ζημιογόνα. Επομένως δεν υπάρχει λόγος να μεταβάλλουμε την άποψή μας για κάτι αν η νέα άποψη δεν μας δίνει επιπλέον όφελος, ανεξαρτήτως δηλαδή αν αυτή θα είναι αληθέστερη (εκτός βέβαια αν αισθανόμαστε καλύτερα νομίζοντας πλανημένοι ότι πλησιάζουμε σε κάτι που λέγεται «αλήθεια»). Πρακτική και βολική η θεώρηση αυτή των Σοφιστών, δεν μπορούμε εύκολα να την αποκλείσουμε.

Ιδεολογικοί αντίπαλοι των Σοφιστών, ο Σωκράτης κι ο Πλάτων, καθιέρωσαν την μέθοδο της διαλεκτικής ως το μέσο για την εύρεση της αλήθειας, δηλαδή έναν μονόλογο με δύο πρόσωπα. Ο ίδιος ο Σωκράτης μας δίνει απάντηση στο ερώτημά μας: Στο έργο του Πλάτωνα «Κρίτων», ο Κρίτων προσπαθεί να τον πείσει να δραπετεύσει από την φυλακή και την επερχόμενη θανατική του ποινή, αλλά εκείνος αρνείται λέγοντας τα εξής: «Εγώ όχι μόνο τώρα αλλά πάντοτε τέτοιος θα είμαι ώστε σε τίποτα άλλο από τα δικά μου να πείθομαι παρά στο Λόγο, ο οποίος θα μου φαίνεται βέλτιστος όταν συλλογίζομαι».

Δηλαδή δεν σχηματίζει κι αλλάζει γνώμη ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις αλλά αυτή καθορίζεται από τον Λόγο, μια εξωτερική δύναμη που προσδίδει αντικειμενικότητα, όπου αν και εκφράζεται από ένα υποκείμενο αυτή έχει αντικειμενική ισχύ. Η χρήση του Λόγου απαιτεί κάποια συλλογιστική προετοιμασία και γίνεται ελεύθερα (γόνιμη ελευθερία δεσμευμένη σε ανώτερες αξίες): Ο Σωκράτης μπορούσε να δραπετεύσει αλλά προτίμησε να υποταχθεί ελεύθερα στο νόμο ακολουθώντας έτσι τον δρόμο της κατ’ αυτόν αρετής. Στην δική μας περίπτωση μας λέει ότι δεν είναι ορθό να βασίζεσαι σε μια γνώμη που διατυπώνεις συγκυριακά και βεβιασμένα αλλά μόνο σε εκείνη που σχηματίζεις μέσω μιας λογικής διεργασίας του νου. Με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η σημασία της πρώτης εντύπωσης και η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί όταν ερχόμαστε σε επαφή με ένα αντικείμενο για πρώτη φορά είναι αυτή που ακολουθείται όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο: Δεν το κρίνουμε από το εξώφυλλό του, το διαβάζουμε ολόκληρο, το κατανοούμε και στη συνέχεια μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι γνωρίζουμε το περιεχόμενό του και να διατυπώσουμε κρίση για αυτό. Στη λογική δεν αρμόζουν ξαφνικοί (πρώτοι) εντυπωσιασμοί.

Ένας από τους κορυφαίους του κορυφαίου αττικού δράματος, ο προοδευτικός Ευριπίδης, μίλησε κι αυτός για την «πρώτη εντύπωση». Παραθέτω δύο μεταφρασμένα αποσπάσματα από την «Μήδεια»:
«Διότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στους οφθαλμούς των ανθρώπων,
οι οποίοι πριν μάθουν με σαφήνεια την καρδιά κάποιου ανθρώπου
τον μισούν εξ όψεως, χωρίς ποτέ να έχουν αδικηθεί (από αυτόν)».
στίχοι 219-221
«Ω Ζεύ, γιατί λοιπόν του μεν χρυσού που όταν είναι κίβδηλος
σαφείς αποδείξεις στους ανθρώπους έδωσες,
των δε ανθρώπων το κακό πώς πρέπει να γνωρίζουν
ουδεμία απόδειξη εμφύσησες στο σώμα τους;».
στίχοι 516-519

Εδώ ο Ευριπίδης εκφράζει το παράπονο της Μήδειας ότι η πρώτη εντύπωση για τη γενική εικόνα ενός ανθρώπου δεν είναι αρκετή για να μπορέσουμε να τον κρίνουμε ορθά, αφού ο κακός άνθρωπος δεν φέρει σημάδια όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κάλπικου χρυσού για τον οποίο υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, αλλά απαιτούνται περισσότερες πληροφορίες και χρόνο ώστε να οδηγηθούμε σε ασφαλέστερο συμπέρασμα. Και σε κάθε περίπτωση, η «πρώτη εντύπωση», η κρίση των ματιών, οδηγεί συνήθως σε αισθήματα κακίας για τον άλλον, χωρίς όμως να τον γνωρίζουμε και χωρίς να μας έχει κάνει αυτός κάτι κακό. Είναι δηλαδή αρνητικά προκατειλημμένη, χρησιμοποιεί ως βάση έναν αρνητικό χαρακτηρισμό (μάλλον για λόγους ασφαλείας όπως αναφέραμε προηγουμένως), είναι απάνθρωπη αφού αγνοεί την «καρδιά» ενός ανθρώπου και δεν ευνοεί την δημιουργία υγιών φιλικών και κοινωνικών εν γένει σχέσεων. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, υπέρμαχος της οποίας είναι κι Ευριπίδης, οι πολίτες οφείλουν να σέβονται τον συμπολίτη τους, γιατί η ποιότητα των μεταξύ τους δεσμών είναι αυτή που καθορίζει την ατομική και κοινωνική αρμονία. Ίσως οι στίχοι αυτοί του Ευριπίδη να αποτελούν μομφή εναντίον κάποιων πολιτών που εξ αιτίας του φθόνου τους απειλούσαν την συνοχή της δημοκρατικής πολιτείας.

Άτομα πλανημένα, διεστραμμένα, ταλαιπωρημένα, διψασμένα για εξουσία (τάση για επιβολή στους απλούς ανθρώπους), δεν ικανοποιούνταν από το ευμετάβλητο περιβάλλον τους έτσι όπως το αντιλαμβάνονταν μέσω των αισθήσεών τους και αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο όπου θα ζούσαν υπό τη σκιά μύθων (χωρίς συμβολικό υπόβαθρο, κοινώς παραμύθια), μεταφυσικών ανησυχιών, ιδεαλιστικών φιλοσοφιών, και το κυρίως, θρησκειών. Από το σκοτάδι αυτών ήρθε να μας απαλλάξει ο φιλαληθής, ρεαλιστής, ακριβολόγος, εύθυμος, ευδαίμονας κι ατάραχος Επίκουρος. Για τον Επίκουρο αληθινός είναι ο κόσμος στον οποίο κατοικούμε: Αυτά που βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, μυρίζουμε, πιάνουμε και νιώθουμε, τα οποία τελειώνουν οριστικά με τον επίγειο θάνατο, ούτε αναστάσεις, ούτε παράδεισοι, ούτε μετενσαρκώνσεις, τέλος στα παραμύθια. Κριτήριο του πραγματικού είναι οι αισθήσεις. Η αντικειμενικότητα της αίσθησης έγκειται στο ότι δεν εξαρτάται από την υποκειμενική λογική και μνήμη, όπως και οι αισθήσεις δεν αλληλοεξαρτώνται. Δεν ελέγχει η αφή την όραση, ούτε την αμφισβητεί, αμφισβητεί μόνο την κρίση του συγκεκριμένου ατόμου. Όπως είπε και ο Λουκρήτιος, η αξιοπιστία των αισθήσεων έγκειται στο ότι κάθε μια επιτελεί μια μοναδική λειτουργία που δεν επιδέχεται επαλήθευση, είναι η ίδια η αλήθεια, δεν μπορεί η όραση να εξακριβωθεί με την ακοή, ούτ η ακόη με την αφή. Την επαλήθευση μιας ορθής κρίσης την ονομάζουν επιμαρτύρηση, την απόδειξη μιας λαθεμένης, αντιμαρτύρηση. Αν οι αισθήσεις ήταν όντως πλάνες, τότε η χρήση τους από έναν λογικό νου θα καθιστούσε άχρηστο κάθε προϊόν της σκέψης κι οπότε δεν θα υπήρχε ποτέ δυνατότητα να γνωρίσουμε κάτι (σκεπτικισμός, πως γνωρίζουν ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Βλέπε και άγνοια διαλεκτικού Σωκράτη), ούτε να ζήσουμε επιτυχημένα. Ο Επίκουρος προειδοποιεί τους ιδεαλιστές: «Αν τα βάλεις με όλες τις αισθήσεις, δεν θα έχεις που να σταθείς για να κρίνεις όσες ισχυρίζεσαι πως μας γελούν».

Οι εντυπώσεις συνθέτονται από τις αισθήσεις, εσωτερικές (συναισθήματα/πάθη που απλοποιούνται σε ηδονή και άλγος) και εξωτερικές (αισθήματα, πέντε αισθήσεις: όραση, γεύση, όσφρηση, ακοή, αφή). Οι εξωτερικές είναι προσιτές σε όλους αλλά ο καθένας δέχεται διαφορετικά τα ερεθίσματα από αυτές και προκαλούνται διαφορετικά συναισθήματα. Οι εντυπώσεις από μόνες τους δεν παράγουν γνώση καθώς αποτελούν απλώς άμεσα ερεθίσματα και μόνο με την σύνθεση επιμέρους εντυπώσεων και ιδεών/παραστάσεων που έχουμε συλλέξει μπορούμε να την παράγουμε. Επομένως αυτοί που δέχονται την αξιοπιστία της «πρώτης εντύπωσης» αποδέχονται κάτι κενό. Η εντύπωση, όπως το λέει η λέξη είναι ένα απλό «τύπωμα» στη μνήμη, ενώ είναι απαραίτητη η περαιτέρω επεξεργασία της για την παραγωγή κάποιας κρίσης. Θα έπρεπε να μιλάνε για «πρώτη ιδέα», το ολοκληρωμένο προϊόν της σκέψης. Η γνώση του παρελθόντος μέσω της μνήμης, η εμπειρία και η πίστη/παραδοχή ότι υπάρχει η έννοια της αιτιότητας και μπορεί να προβλεφθεί το μέλλον, όλα υπό την επίβλεψη της συνήθειας, μας καθιστούν ικανούς να γνωρίζουμε. Επίσης, υποστηρίζουν οι Επικούρειοι ότι οι αισθήσεις είναι πάντα σωστές, η κρίση μας μόνο μπορεί να κάνει λάθος και το οποίο μπορεί να αρθεί με τη συνδρομή όλων των αισθήσεων κι εμπειριών. Αν δηλαδή κάποιος έβλεπε μπροστά του έναν κένταυρο, η παράσταση αυτή στον εγκέφαλό του έγινε ορθώς αλλά η φταίει η κρίση του εξ αιτίας άλλων παραγόντων, όπως για παράδειγμα δεν τον άγγιξε για να επιβεβαιώσει ό,τι βλέπει, αντιμαρτύρεται στο τέλος η παράσταση. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν κοιτάζουμε μια φωτογραφία ενός αλόγου: Πως ξέρουμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι ένα άλογο; Αφού δεν είναι ούτε τρισδιάστατο, ούτε μυρίζει, ούτε μπορούμε να το γευτούμε, ούτε είναι ίδιο στην αφή με ένα πραγματικό. Καταλήγοντας, ο Επίκουρος θα έλεγε ότι ο σχηματισμός μιας πρώτης εντύπωσης προερχόμενης από μια δέσμη αισθήσεων θα ήταν ορθός μόνο αν οι άμεσες αισθήσεις βρίσκονται σε συμφωνία μεταξύ τους και με τη συσσωρευμένη εμπειρία/προλήψεις (βλέπε λίγο παρακάτω). Αλλά και πάλι, επειδή η λειτουργία των αισθήσεων είναι συνεχής και δημιουργούνται διαρκώς νέες πληροφορίες, ο σχηματισμός κρίσεων δεν πρέπει να είναι στιγμιαίος αλλά δυναμικός, κι έτσι η πρώτη εντύπωση ναι μεν είναι πάντα αληθινή τη στιγμή που σχηματίζεται αλλά σύντομα τη θέση της θα πάρει μια νέα πιο επίκαιρη εντύπωση, δεν είναι επ' άπειρον αληθινή η παλαιότερη, δεν υπάρχει τέτοια αναγκαιότητα. Παίρνω για παράδειγμα ένα αντικείμενο, ένα δέντρο: Σήμερα μπορεί να είναι ένα μέτρο (πρώτη εντύπωση, είναι αληθινή, επιμαρτύρεται) αλλά σε ένα χρόνο έγινε δύο μέτρα (δεύτερη εντύπωση, κι αυτή αληθινή, αλλά εκτοπίζει την προηγούμενη). Η αδιάκοπη ροή του κόσμου, το ηρακλείτειο «πάντα ρει» είναι η πρώτη αλήθεια που πρέπει να αναγνωρίσουν οι οπαδοί της «πρώτης εντύπωσης».

Ο Ευρωπαίος φιλόσοφος που ασχολήθηκε λεπτομερέστατα με τη γνώση και τη συσχέτισή της με την εμπειρία ήταν ο εμπειριστής Χιούμ (Hume). Κύρια θέση του είναι ότι μόνο η εμπειρία αποτελεί πηγή πληροφοριών και γνώσης για τον νού. Δίνοντας στενούς ορισμούς στις έννοιες που χρησιμοποιεί κάνει σαφή διάκριση μεταξύ εντυπώσεων και ιδεών/παραστάσεων και δίνει μια ψυχολογική διάσταση στο σχηματισμό της γνώσης. Οι εντυπώσεις αποτελούν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία των ιδεών, προηγούνται των ιδεών. Οι μεν εντυπώσεις είναι το άμεσο αποτέλεσμα των αισθήσεών μας που προέρχονται από την εποπτεία των αντικειμένων, ενώ οι δε παραστάσεις είναι αντίγραφα των εντυπώσεων και απαρτίζουν την αντίληψη/συνείδηση. Ο Χιούμ δίνει τέτοια βαρύτητα στις εντυπώσεις ώστε να τις θεωρεί μεγαλύτερης αξίας από τις λέξεις και πιστεύει ότι η γνώση θεμελειώνεται από την ύπαρξη των αντίστοιχων εντυπώσεων: Αν μια παράσταση δεν πηγάζει από κάποια εντύπωση τότε αυτή είναι κενού περιεχομένου, όπως δηλαδή κάθε φιλοσοφική έννοια (χρόνος, ύπαρξη, θεός, ουσία κ.τ.λ.). Ούτε ψυχή υποστηρίζει ότι υπάρχει αφού θεωρεί ότι αυτό που ονομάζουμε ψυχή είναι απλώς μια δέσμη πολλών εντυπώσεων και εμπειριών που βρίσκονται σε μια συνεχή συσχέτιση μεταξύ τους και εξ αιτίας της συνήθειας αυτές δημιουργούν την παραίσθηση της πίστης στην ύπαρξη ενός ανεξάρτητου από αυτές φορέα (ψυχή, Εγώ).

Εξέταση του ζητήματος από άλλη οπτική γωνία μας προσφέρει ο Νίτσε (Nietzsche) στην «Βούληση για δύναμη». Θεωρεί ότι η πραγματικότητα είναι μεταβαλλόμενη, άρα ά-γνωστη, ενώ με τη «γνώση» ο άνθρωπος προσπαθεί να τη σταθεροποιήσει ώστε να μπορέσει να αποκτήσει δύναμη και να τη θέσει υπό τον έλεγχό του. Αν αντιμετωπίσουμε την πρώτη εντύπωση ως τάση για γνώση και δύναμη, αφού αποτελεί γνωστικό όργανο, τότε αυτή σχηματίζεται με σκοπό να υπάγει στην εξουσία της το αντικείμενο της εποπτείας-νόησης. Αναπτύσσεται δηλαδή ως μηχανισμός αυτοσυντήρησης και εξέλιξης του ατόμου σε έναν αεικίνητο κόσμο και καθιστά το άτομο ικανό να προσλαμβάνει τόση πραγματικότητα όση μπορεί να εξουσιάσει. Με βάση τους ισχυρίσμους του Νίτσε συμπεραίνουμε ότι επιθετικός προσδιορισμός του χρόνου, «πρώτη», είναι πλεονασμός: Η πρώτη εντύπωση αποτελεί ένα νέο δεδομένο για τον οργανισμό μας, η δεύτερη εντύπωση είναι πάλι πρώτη εντύπωση γιατί το αντικείμενο έχει μεταβληθεί στο διάστημα που μεσολάβησε των δύο εντυπώσεων, επομένως η εντύπωση είναι πάντα μία και η πρώτη. Έτσι ο Νίτσε ξεκαθαρίζει για ακόμα μια φορά το τοπίο: Όποιος πιστεύει στη σταθερότητα της φύσης είναι αδύναμος κι άρα αυτός που διαιωνίζει το κακό.

Ως ανάποδος άνθρωπος που είμαι, πλησιάζοντας προς το τέλος θα αναφερθώ στην βασική αιτία συγγραφής του κειμένου αυτού. Μεγάλη μερίδα της μάζας υποστηρίζει με καμάρι, λες κι εντόπισε μια μυστική αλήθεια κι έγινε σοφή, μια γνώση που θα τους ανυψώσει σε επίπεδα μακριά από τον «κοινό» λαό (να μην ξεχνάμε όμως ότι είναι και δημοκρατικοί, όπως και το πολίτευμά μας), το εξής: «Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για μια πρώτη εντύπωση».

Η αντίδραση μιας άλλης επίσης μεγάλης μερίδας στο άκουσμα του άγνωστου για αυτούς μέχρι τότε αποφθέγματος είναι: «Ω, πόσο δίκαιο έχεις!», κι έτσι καταλήγουν κι αυτοί να γίνονται σαν τους προηγούμενους, με αποτέλεσμα το απόφθεγμα αυτό να αποκτά χαρακτηριστικά μιμιδίου (αγγλιστί meme). Φυσικώς υπάρχει μια τέτοια αποδοχή της φράσης αυτής, εφόσον υποστηρίζεται από ανθρώπους που βρίσκονται σε μια πρωτόγονη κατάσταση (μόνιμη ή παροδική - πρέπει να πιστεύουμε στην αλλαγή κι εξέλιξη του ανθρώπου), χειρότερη κι από ενός σκύλου. Αναφέρω τον σκύλο γιατί είναι ένα ζώο με έντονες φιλοσοφικές ανησυχίες και ροπή προς τη γνώση, θέση που υποστηρίζει κι ο Πλάτωνας: Ένα σκυλί στην αρχή γαυγίζει έναν ξένο άνθρωπο, αλλά όσο αυξάνεται η επικοινωνία τους εξασθενεί η επίδραση της πρώτης εντύπωσης και σιγά σιγά ο σκύλος αποκτά φιλικές σχέσεις με τον μέχρι πρότινος ξένο άνθρωπο. Δεν είναι όμως όλοι οι σκύλοι το ίδιο δεκτικοί στη φιλοσοφία, όπως δεν είναι φυσικά κι όλοι οι άνθρωποι. Η φράση αυτή πρέπει να αναφέρουμε ότι έχει δύο σημασίες, μια αληθινή και μια παραπλανητική, και δυστυχώς έχει επικρατήσει η δεύτερη. Η αληθινή μας λέει ότι η πρώτη εντύπωση είναι μοναδική, όπως η δεύτερη, η τρίτη, κ.ο.κ., κι επομένως αναγκαστικά δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για κάτι που πέρασε ανεπιστρεπτί, όπως δεν μπορούμε να ζήσουμε για δεύτερη φορά στο έτος 2010 (αποκλείουμε παραφυσικές θεωρείες). Η απάνθρωπη μας λέει ότι η πρώτη εντύπωση αποτελεί μια αμετάβλητη αλήθεια κι επομένως κάθε προσπάθεια άρσης της είναι μάταιη, δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία. Η απαισιόδοξη αυτή άποψη μας μεταφέρει σε μια πραγματικότητα όπου καθημερινά δικαζόμαστε ενώπιον όλου του κόσμου (σχηματίζουν για μας πρώτη εντύπωση) και σε περίπτωση καταδίκης μας (αρνητική πρώτη εντύπωση) δεν υπάρχει η επιλογή της εφέσεως (δεύτερη ευκαιρία), είμαστε εγκλωβισμένοι στο τι λέει και τι θα πει ο κόσμος για εμάς. Να και μια φορά που η αρνησιδικία είναι επιθυμητή.

Άλλοι ακόλουθοι του προαναφερθέντως πρωτόγονου δόγματος είναι και οι αποκαλούμενοι γιαλόμες. Είναι τα άτομα που δέχονται τα δόγματα της μοντέρνας ψυχανΑΛΗΤΙΚΗΣ (με την αρνητική σημασία της λέξης «αλήτης») θρησκείας, πιστοί του Φρόυδ, του Άδλερ, του Γιαλόμ και τα λοιπά. Ειδήμονες στο να αναλύουν συμπεριφορές, να διαβάζουν πρόσωπα, να προσάπτουν στον καθένα (ακόμα και στον εαυτό τους) ψυχικές διαταραχές. Για όλα φταίει το ανεξέλεγκτο υποσυνείδητο, το νέο προπατορικό αμάρτημα, κι όχι η συνείδηση και βούλησή μας. Είναι ακόλουθοι της νέας θρησκείας που ασπάζεται τον πολυπόθητο τίτλο της επιστήμης βασιζόμενη σε εμπειρικές μελέτες πάνω σε απειροελάχιστο αριθμό ανθρώπων και δειγματοληπτικούς ελέγχους, και πλέον αυθαίρετα ορίζει τι είναι αληθινό, τι είμαστε, πως πρέπει να δράσουμε, τι να πιστέψουμε. Χρησιμοποιούν κι αυτοί την προπαγάνδα των προτύπων (Οιδίποδας, Ιοκάστη, Ηλέκτρα, κάλτσα) που εξετάσαμε προηγουμένως, χαρακτηρίζουν το φυσικό ως ανώμαλο και το ανώμαλο ως φυσικό, και δεν γνωρίζουμε αν η ευρεία διάδοση κάθε λογής ψυχιατρικών και ψυχολογικών βιβλίων τον τελευταίο μισό αιώνα είχε άμεση ή έμεση σχέση με την εμφάνιση ανάλογων ψυχολογικών προβλημάτων (οι πόλεις έχουν μετατραπεί σε ζούγκλες) και κρουσμάτων ανωμαλιών (παιδεραστίες, ομοφυλοφιλίες, κ.τ.λ.). Όπως είναι ξεκάθαρο, αυτά τα άτομα είναι που διαιωνίζουν και δίνουν «επιστημονικό» υπόβαθρο σε έννοιες όπως η «πρώτη εντύπωση». Ακόλουθοι της ψυχαναλητικής ιδεολογίας είναι και οι σημερινοί δουλέμποροι και δουλαποδόχοι (τι δουλεία, τι δουλειά), κατ’ ευφημισμόν εργοδότες, οι οποίοι μέσω των τυπικών κι επιφανειακών συνεντεύξεων και γενικά διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού (βλέπε δούλοι) προσπαθούν να εντοπίσουν τον ιδανικό υποψήφιο για μια θέση εργασίας: Μηδενίζουν τον υποψήφιο, αγνοούν το βάθος του χαρακτήρα του, αναλώνονται μόνο σε αυτά που αναγνωρίζουν και απορρίπτουν το διαφορετικό. Κι όποιος δεν είναι φίλος της διαφορετικότητας δεν εξελίσσεται: Αν η φύση δεν επέτρεπε την δημιουργικότητα της διαφορετικότητας τότε ποτέ δεν θα εξελισσόταν, ποτέ δεν θα είχε εμφανιστεί ο άνθρωπος.

Φυσικά, είναι αρκετά πιθανό να μπορεί να σχηματίσει κάποιος χωρίς κόπο μια ορθή πρώτη εντύπωση για ένα πρόσωπο που δεν θα αποδειχθεί λανθασμένη, βασιζόμενος σε οφθαλμοφανή στοιχεία κι εμπειρίες/προλήψεις, αλλά δεν γίνεται να το αναγάγει αυτό ούτε σε επιστήμη ούτε σε χάρισμα, είναι θέμα γνώσεων αλλά και τύχης. Αν ήταν επιστήμη τότε θα μπορούσαμε να σώσουμε κι όλους εκείνους τους καημένους που έπεσαν και πέφτουν από τα σύννεφα εξ αιτίας της άγνοιάς τους για πτυχές της ζωής κοντινών τους προσώπων. Από τότε που τα περί ψυχής θέματα αποκόπηκαν από τη θεματογραφία των φιλοσόφων (από τότε δηλαδή που εξαλείφθηκαν οι τελευταίοι) παρουσιάζουν μια αντιεπιστημονική υφή κι έδωσαν τη δυνατότητα σε επιτήδειους να προωθήσουν την προπαγάνδα τους, όπως κάνανε και με τις θρησκείες. Κι αν η «πρώτη εντύπωση» όντως ήταν κάτι το τόσο σημαντικό και αξιόλογο, πιστεύω ότι ο σοφός λαός θα την είχε ήδη τιμήσει δίνοντάς της ένα πιο συγκεκριμένο, μονολεκτικό και περιεκτικό όνομα και δεν θα άφηνε υπονοούμενη μια επικείμενη δεύτερη, τρίτη, κ.ο.κ. εντύπωση.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχάσουμε εκείνους τους ανθρώπους που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τα πορίσματα των πρώτων εντυπώσεων πιστεύοντας ότι έχουν μια γνώση εκ των προτέρων (a priori, ουρανοκατέβατη γνώση δηλαδή), ένα προαίσθημα περί του εξεταζόμενου αντικειμένου που σχετίζεται με την εποπτεία, όπως θα πίστευε κι ένας μοιρολάτρης Στωικός. Ο Καντ πιστεύει «...ότι ο νους δεν μπορεί να πετύχει a priori τίποτε περισσότερο από το να συλλαμβάνει κατά πρόληψη τη μορφή μιας δυνατής εμπειρίας εν γένει... », δηλαδή ότι η πρώτη εντύπωση μπορεί να σχηματίζεται από τις αισθήσεις όχι μόνο άμεσα αλλά και έμμεσα μέσω των προλήψεων και στη συνέχεια να συνθεθεί μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Αυτή τη θέση υποστήριξαν πολύ παλαιότερα οι Επικούρειοι για τους οποίους οι προλήψεις είναι παραστάσεις/έννοιες/ιδέες που γεννήθηκαν από τις εντυπώσεις και «τυπώθηκαν» στη μνήμη, είναι έτοιμες για ανάκτηση με τη βοήθεια του νου, εκφράζονται στην απλή γλώσσα των αισθήσεων κι η αξιοπιστία τους εξαρτάται από την καθαρότητα τους (ενάργεια όπως την ονομάζει ο Επίκουρος). Μια θεώρηση που δέχεται την εξ αποκαλύψεως απόκτηση γνώσης και μηχανισμών σκέψης είναι τελείως μηδενιστική αφού απορρίπτει κάθε μορφή διαλόγου, την ατομική σκέψη, τα λογικά επιχειρήματα, την αντικειμενική αλήθεια, ακόμα και την πίστη (αφού υπάρχει βέβαιη γνώση είναι περιττή).

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που βλέπουμε, ό,τι και να είναι, είναι αληθινό, η πρώτη εντύπωση είναι αληθινή ανεξαρτήτως του περιεχόμενού της. Το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας, του τι είναι πραγματικό, είναι οι αισθήσεις. Η μεταβλητότητα του γίγνεσθαι είναι αυτή που μεταβάλλει τις εντυπώσεις, δεν είναι μόνιμες και δεν υπάρχει κάποιος σοβαρός και φυσικός λόγος να είναι. Και το «φαίνεσθαι» και το «είναι» απευθύνονται στα ορατά, δεν αφορούν τα νοητά, όλα γύρω από τα αισθητά περιστρέφονται. Οι αισθήσεις αποτελούν μεν απλά ερεθίσματα, μηνύματα προκαλούμενα από τα αντικείμενα, των οποίων την επεξεργασία έχει αναλάβει ο νους ώστε να μπορέσουμε να τα λάβουμε, αποδομήσουμε, ερμηνεύσουμε, συνθέσουμε, κρίνουμε, και τελικά να γνωρίσουμε την ουσία των πραγμάτων, αλλά η ύπαρξή τους είναι αναγκαία προϋπόθεση για την παραγωγή γνώσης και κριτικής σκέψης. Η παραγόμενη όμως γνώση και κρίση μπορεί να είναι λανθασμένες αλλά αυτό οφείλεται καθαρά σε πρόβλημα του μηχανισμού που μόλις περιγράφθηκε, για αυτό και υπάρχουν οι διάφορες δοξασίες. Η συσσωρευμένη εμπειρία με τη βοήθεια του νου πρέπει να διαπιστώσει την καθαρότητα των παραστάσεων και προλήψεων ώστε να μην οδηγηθεί σε πλάνη, χωρίς ωστόσο να αγνοεί και τις άμεσες αισθήσεις όπως κάνουν αρκετοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι, αφού ο ίδιος ο νους αναπτύσσεται βάσει των ερεθισμάτων που δέχεται από αυτές και που επεξεργάζεται στη συνέχεια.

Προσπαθώντας να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, είναι φανερό από τα όσα μέχρι τώρα έχουν λεχθεί ότι το πρόβλημα της «πρώτης εντύπωσης» είναι απλό αλλά το έχουμε κάνει περίπλοκο. Η πραγματική ανθρώπινη λογική (όπου λογική, η συσσωρευμένη γνώση από τις αισθήσεις, αισθησιοκρατική λογική κι όχι εξ αποκαλύψεως) δεν πρέπει να είναι επιφανειακή και να αναλώνεται στην διατύπωση απλών πληροφοριών, ούτε να συμβιβάζεται κι ούτε να βιάζεται (και με τις δύο σημασίες της λέξεως). Για να διακρίνουμε την αλήθεια από την πλάνη δεν πρέπει να επικεντρωνόμαστε σε εντυπωσιασμούς κι εκλάμψεις, ο σεβασμός κι αποδοχή των αισθήσεων μαζί με τη συστηματική καλλιέργεια του νου είναι η οδός που θα μας οδηγήσει σε ανώτερα επίπεδα ανθρώπινης ζωής. Σεβασμός στις αισθήσεις δεν σημαίνει τυφλή υπακοή σε αυτές, αυξημένη παρατηρητικότητα και ανεπτυγμένη κριτική ικανότητα απαιτείται. Ακόμη, δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αμφισβητούμε κάποιες φορές παραμένοντας όμως ταυτόχρονα νηφάλιοι («νήφε και μέμνησο απιστεί» έλεγαν οι πραγματικοί μας πρόγονοι), να βλέπουμε την πραγματικότητα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, να είμαστε εσωτερικοί κι εξωτερικοί παρατηρητές, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται και η αντικειμενικότητα της κρίσης μας. Αυτή η στάση αποτελεί έναν πολύ πιο αποτελεσματικό μηχανισμό άμυνας από την «πρώτη εντύπωση» που ταυτόχρονα είναι και δημιουργικός.

Επειδή στο σημείο αυτό φαίνεται πως έχει ανατράπει κάθε λογικό επιχείρημα υπέρ της αντικειμενικότητας της «πρώτης εντύπωσης», παραβάλλεται παρακάτω μια νέα φράση που θα γλυκάνει τους δυσαρεστημένους δογματόφιλους: «Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για μια πρώτη εντύπωση. Υπάρχει όμως ευκαιρία για μια δεύτερη εντύπωση». Εκτός τούτου, φρονώ ότι το τέλος πρέπει να καταστραφεί.

ΖΕΝ είναι το Πραγματικό

Ζεν είναι η βίωση του Πραγματικού. Ό,τι «εμφανίζεται» είναι μία ρέουσα πραγματικότητα, μία ροή φαινομένων που έρχονται και φεύγουν. Αυτό που «Μένει» είναι μια Βαθιά Αίσθηση Ελευθερίας, Γαλήνης και Μακαριότητας που ρέει μαζί με τα φαινόμενα, είτε υπάρχουν, είτε δεν υπάρχουν. Όλα «αυτά», τα φαινόμενα, δεν είναι κάποια «ουσία», μετασχηματισμοί κάποιας «ουσίας» αλλά απλές αντανακλάσεις, δηλαδή «δυναμικές πραγματικότητες» που οι συνειδήσεις «βλέπουν» σαν πραγματικές οντότητες. Δεν υπάρχει τίποτα να «κρατηθείς», τίποτα να «κρατήσεις». Όλα ρέουν κι όλα είναι ένα «όνειρο». Η Μόνη Πραγματικότητα είναι αυτό που βιώνεις πέρα από όλα αυτά.

Οι άνθρωποι δεν βιώνουν το Πραγματικό, αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Δεν βιώνουν την Αληθινή Κενότητα του Πνεύματος, την Βαθιά Αίσθηση της Ελευθερίας είτε υπάρχουν φαινόμενα είτε όχι, σαν μια Κατάσταση Πέραν, πέρα από την άγνοια, την δυαδικότητα και τον ονειρικό κόσμο. Νοιώθουν ότι τα φαινόμενα έχουν κάποια ουσία. Με την σκέψη τους απομονώνουν κάποια στοιχεία της ρέουσας πραγματικότητας, τον χώρο, φαινόμενα, γεγονότα και φτιάχνουν μια εικονική πραγματικότητα. Την αντικαθρεφτίζουν όσο γίνεται καλύτερα. Ακόμα και την αίσθηση της ροής. Κι έτσι ξεγελιούνται οι άνθρωποι. Που βρίσκεται η αυταπάτη; Απλά οι άνθρωποι απορροφώνται στα φαινόμενα, τα στηρίζουν διοχετεύοντας ενέργεια, τα κρατούν ζωντανά όσο γίνεται κι εξαιτίας αυτής της «προσκόλλησης» τα θεωρούν όλα αυτά αληθινά. Απλά δίνουν μια λανθασμένη «ερμηνεία» σε αυτά που συμβαίνουν.

Τελικά, για να το εξηγήσουμε καλύτερα, τι βλέπει ο Φωτισμένος που δεν βλέπουν οι άνθρωποι; Απλά ο Φωτισμένος (επειδή ακριβώς έχει «αποσπαστεί» από αυτό που συμβαίνει και δεν ξεγελιέται πιά) βλέπει ολόκληρο τον κόσμο των φαινομένων να ρέει και να «χάνεται» και να ανανεώνεται συνεχώς διατηρώντας έτσι την αυταπάτη μιας ρέουσας πραγματικότητας. Είναι «έξω» από όλο αυτό. Οι άνθρωποι (επειδή ακριβώς «απορροφώνται» στο θέαμα ξεγελιούνται και) βλέπουν μια σταθερή πραγματικότητα (που βέβαια υπάρχει μόνο στην «φαντασία» τους) μέσα στην οποία ρέουν τα πράγματα. Εδώ ακριβώς είναι η ουσία της αυταπάτης. Οι άνθρωποι υποθέτουν και παραδέχονται αυθαίρετα ότι η αντίληψη μιας πραγματικότητας υπάρχει αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από την δική τους αντίληψη. Με την σκέψη την τοποθετούν έξω από τον εαυτό τους. Περιορίζονται απλά να παρατηρούν τις εναλλαγές των φαινομένων μέσα στην υποτιθέμενη αντικειμενική πραγματικότητα. Εξαιτίας της άγνοιας και της μη προσεκτικής αναγνώρισης αυτού που συμβαίνει απορροφώνται στο όνειρο που αυτοί κατασκευάζουν. Έτσι, αντίθετα με τον Φωτισμένο είναι «μέσα» σε όλο αυτό.

Η «εκπαίδευση» στο Ζεν συνίσταται πολύ απλά στην απόρριψη του μη πραγματικού, στο σπάσιμο όλων των δεσμών με το μη πραγματικό, δηλαδή αυθαίρετη αντικειμενικοποίηση δικών μας αντιλήψεων, εικονοπλαστικές λειτουργίες της σκέψης, αντιλήψεις, «αντικείμενα». Συνίσταται δηλαδή η πρακτική σε βιωματική απελευθέρωση, πραγματική απελευθέρωση. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την δήθεν απελευθέρωση που επιζητούν οι άνθρωποι στον κόσμο της άγνοιας, της δυαδικότητας και της προσπάθειας διάσωσης του εγώ. Αυτοί που βιώνουν το Πραγματικό, επειδή ακριβώς το βιώνουν σαν ελευθερία από το μη πραγματικό, αναγνωρίζουν αμέσως την ψευτοπνευματικότητα, την ψευδοφώτιση, και το «εγώ» που τα στηρίζει όλα αυτά. Υπάρχουν πολλοί που καλλιεργούν την ψευδαίσθηση του «φωτισμένου», του «διδασκάλου» και κάποιοι είναι παγκόσμια γνωστοί. Είναι μέρος του κοσμικού ονείρου που ζουν οι αμαθείς. Μόνο κάποιος που έχει περάσει Πέραν μπορεί να «περάσει» κάποιον στην Άλλη Όχθη. Και πρέπει κάποιος όντως να είναι αποφασισμένος να περάσει Πέραν αλλιώς σπαταλάει τον καιρό του.

Επειδή το Ζεν είναι βίωση του Πραγματικού δεν έχει καμία σχέση με θεωρίες, με εξηγήσεις και συμπεράσματα (ακόμα κι αυτά που γράφονται εδώ γράφονται κατά «παράβαση»). Το Ζεν είναι ζωή, «πως» να ζεις. Κι έτσι το Ζεν είναι απόλυτα πρακτικό. Είναι η πραγματική απελευθέρωση που συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο, στο απόλυτο παρόν. Το Ζεν δεν υπάρχει μέσα στον χρόνο. Και δεν έχει καμία σχέση με όσα πιστεύουν ή λένε οι άνθρωποι για το Ζεν. Το Ζεν είναι η Σιωπή όταν Ανατέλλει η Κατανόηση. Όταν η Αλήθεια Υπάρχει δεν χρειάζεται να κάνεις ή να πεις τίποτα. Απλά Υπάρχει η Αλήθεια.

Διώξε την δυστυχία, επίλεξε την ευτυχία

Γεννιέσαι, μεγαλώνεις και όλα μοιάζουν με ένα καλά οργανωμένο παιχνίδι. Γεννιέσαι μέσα στα "πρέπει" και στα "δεν πρέπει", μέσα στα "όχι, δεν είναι σωστό" , "μην το κάνεις αυτό, τι θα πούνε οι γύρω σου;". Μεγαλώνεις και οι αμφιβολίες ροκανίζουν το μυαλό σου για το εάν έλαβες τις σωστές αποφάσεις, για το εάν έπραξες ορθά.

Και πριν καλά- καλά το καταλάβεις μετατρέπεσαι σε πιόνι ενός απόλυτα σαδιστικού παιχνιδιού και αν δεν θέσεις τους δικούς σου κανόνες, θα γίνεις ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Τα σωστά για κάποιους μπορεί για σένα να μοιάζουν λανθασμένα. Τα πρέπει κάποιων μπορεί για σένα να μην πρέπει να τα ακολουθήσεις.

Ξαφνικά ο άνθρωπος που γεννιέται ελεύθερος φυλακίζεται μέσα στα πρότυπα της κοινωνίας. Αρχίζουν και σου μιλάνε οι "καλές" φωνές, σε προτρέπουν να κάνεις το σωστό και αν δεν το κάνεις στα μάτια τους δεν αξίζεις πια.

"Να μεγαλώσεις, να πας σ’ ένα καλό σχολείο (α, δεν πήγες σε καλό σχολείο;), να μπεις σε μια καλή σχολή (πού πέρασες; σε ΤΕΙ;), να σπουδάσεις (δεν σπούδασες;), να πάρεις το πτυχίο σου (δεν κατάφερες να πάρεις πτυχίο;) , να κάνεις ένα καλό μεταπτυχιακό (ακόμα δεν έχεις κάνει μεταπτυχιακό;), να βρεις μια καλή δουλειά (σερβιτόρος δουλεύεις; κρίμα με τόσες σπουδές), να παντρευτείς (άντε μην το καθυστερείς άλλο θα μεγαλώσεις και μετά δεν θα μπορείς να κάνεις και παιδιά), να πληρώνεις... να πληρώνεις, να κάνεις παιδιά, πλήρωνε τώρα, πλήρωνε υποχρεώσεις, μεγάλωσέ τα σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας, μην αναπνέεις, πρέπει να πληρώσεις για το οξυγόνο σου."

Σταμάτα να φυλακίζεσαι στα πρότυπα της κοινωνίας επιτέλους. Όλοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν ίσοι και ελεύθεροι να πράττουν όσα επιθυμούν. Μην ανεχτείς να γίνεις πιόνι κανενός σαδιστικού μυαλού, μην αφήσεις κανέναν να σου κλέψει την ευτυχία που νιώθεις. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σε υποβιβάζει για όσα επιλέγεις επειδή δεν λειτούργησες σύμφωνα με τα δικά του πρότυπα.

Στα όνειρα και στις επιθυμίες δεν χωράει καμία αμφιβολία και καμία υπόδειξη από κανέναν. Διώξε την δυστυχία, αλλά για να την διώξεις μάθε ότι πρώτα πρέπει να διώξεις τους ανθρώπους που σου την προκαλούν.

Αν θέλεις να είσαι πραγματικά ελεύθερος κάνε αυτό που πραγματικά επιθυμείς, άσε τα πρότυπα, κυνήγησε τα όνειρά, να είσαι ο εαυτός σου. Μην συμβιβαστείς ποτέ με τα ‘πρέπει’ εάν αυτά τα ‘πρέπει’ δεν είναι τα ‘θέλω’ σου. Διώξε την δυστυχία, επίλεξε την ευτυχία.

Αποδοχή του εαυτού μας και αποδοχή του άλλου

Saturday evening post cover from March 6, 1954Αν αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι, με όλες μας τις πλευρές, τις θετικές αλλά και εκείνες που μας κάνουν να αισθανόμαστε δυσάρεστα, τις επιλογές του παρελθόντος που μπορούν να γίνουν μαθήματα του παρόντος, είναι πολύ πιο εύκολο να σεβαστούμε τον εαυτό μας και να εξελίξομε την αλήθεια μας

Αποδοχή του εαυτού μας σημαίνει πως σεβόμαστε τον εαυτό μας και δεν τον κρίνουμε ή δεν τον ακυρώνομε ή δεν τον υποτιμάμε για το μονοπάτι που ακολουθούσαμε μέχρι τώρα, απόρροια της άγνοιάς μας. Χωρίς να προβάλλουμε σε άλλους τα συναισθήματά μας (δεν κάνω λάθος εγώ, εσύ κάνεις) ή χωρίς να τα μεταθέτουμε εκεί που είναι εύκολος στόχος (δεν φταίει εκείνος που μου προκάλεσε αυτά τα συναισθήματα, εσύ φταις), αποφασίζομε από δω και πέρα να απομακρύνουμε από τον δρόμο μας οτιδήποτε παρεμποδίζει τη συναισθηματική μας καθαρότητα, οτιδήποτε αποτελεί φραγμό στο να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι και επομένως να την αντιμετωπίσουμε με ευελιξία και δυναμική.

Κάθε αλήθεια μας για να εγκατασταθεί στον ψυχισμό μας περνά από διάφορα στάδια (άρνηση, θυμός, ενοχές, κ.α). Όσο διανύουμε αυτά τα στάδια, κάνουμε λάθη που είναι αποδεκτά, όταν ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους και μαθαίνουμε από τις εμπειρίες μας, χωρίς να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας, αλλά και χωρίς να επαναπαυόμαστε σε αυτά, σαν άλλοθι για να υπεκφεύγουμε από τη ζωή μας. Το κάθε μάθημα μπορεί να αποτελέσει τη μαγιά για να ζυμώσουμε με διαφορετικό τρόπο τη ζωή μας.

Αν αποδεχτούμε τον εαυτό μας, αναλαμβάνουμε την ευθύνη ν’ αλλάξουμε οτιδήποτε δεν εμπεριέχει σεβασμό στην προσωπικότητά μας.

Όποια συμπεριφορά μας είναι γέννημα μιας προσδοκίας να αποτελέσουμε το μέσο για να συντηρηθεί η μάσκα που μας φόρεσαν, προκειμένου να αρέσουμε στους άλλους και όχι σε μας, αποφασίζουμε να μην επιτρέψουμε να διαιωνιστεί και εκφράζουμε τα αληθινά μας συναισθήματα για καθετί που δεν μας αρέσει, με τρόπο που να εκφράζει σεβασμό στην αλήθεια μας.

Οι συμπεριφορές εκείνες που μας υποτιμούν και όπου το νόημά τους ήταν να χρησιμοποιήσουμε τον εαυτό μας, προκειμένου να μεταμορφωθεί ο ψυχικός κόσμος ανθρώπων, οι οποίοι επιλέγουν την πλάνη στην ζωή τους, συνειδητοποιούμε ότι είναι μια ολέθρια ψυχική σπατάλη. Αποδεχόμαστε το δικαίωμα κάποιων ανθρώπων να ζουν με τη δική τους ψυχική ανωριμότητα, χωρίς να επηρεαζόμαστε από αυτήν αλλά και χωρίς να επενδύουμε συναισθηματικά στην ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να μεταμορφωθούν. Ο άνθρωπος που πλανάται είναι μακριά από τις αλήθειες του και επομένως δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του, την ευθύνη της αλλαγής του και βέβαια την ευθύνη μιας δέσμευσης, όσο κι αν αγαπά, γιατί ανάμεσα σε εκείνον και στην ευθύνη του παρεμβάλλεται το φάντασμα του ρόλου που υποδύεται.

Όποια συμπεριφορά μάς απομακρύνει από την ουσιαστική μας επιθυμία την αλλάζουμε και ερχόμενοι σε επαφή με την αξία μας, αναλαμβάνουμε τον εαυτό μας, επικεντρωνόμαστε στη δημιουργικότητά μας και συνδεόμαστε με ανθρώπους που ανταποκρίνονται στην ευθύνη των συναισθημάτων τους, αλλάζοντας στον εαυτό τους οτιδήποτε παρεμποδίζει την αγάπη.

Όταν αποδεχόμαστε τον εαυτό μας, ανακαλύπτουμε ένα πολύτιμο φίλο που είναι δίπλα μας σε όλες τις στιγμές της ζωής μας. Δεν νιώθουμε μόνοι μας, γιατί η αλήθεια μας συμπορεύεται μαζί μας και με αυτήν επικοινωνούμε με εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με το σεβασμό τους προς αυτήν.

Βρέθηκε χαμένος 'κρίκος' στις μαύρες οπές

<Καλλιτεχνική μορφή μιας μαύρης οπής σε ένα σφαιρωτό σμήνος

Μια έρευνα για μαύρες οπές σε σφαιρωτό σμήνη αστέρων από το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Hubble (HST) έχει βοηθήσει στο να κατορθώσουμε να παρατηρήσουμε με ποιο τρόπο σχηματίζονται οι μαύρες οπές.

Τα σφαιρωτά σμήνη άστρων περιέχουν τα παλαιότερα αστέρια στο Σύμπαν, και αν αυτά περιέχουν μαύρες οπές τώρα, το πιο πιθανότερο είναι να είχαν μαύρες οπές όταν σχηματίσθηκαν αρχικά.

"Τα ευρήματα θα μας εξηγήσουν αναλυτικά για το σχηματισμό των σμηνών των άστρων και των μαύρων οπών στο αρχικό Σύμπαν ", λέει ο Roeland Van Der Marel του Επιστημονικού Ινστιτούτου του Διαστημικού Τηλεσκοπίου. "Οι μαύρες οπές είναι ακόμη πιο συνηθισμένο φαινόμενο στο Σύμπαν από ό,τι προηγουμένως θεωρούσαμε", προσθέτει.

Τα κοσμικά τούβλα των υπερμεγεθών μαύρων οπών

Οι μαύρες οπές που βρίσκονται στα σφαιρωτά σμήνη μπορεί να φτιάχνουν ένα κρίκο μεταξύ των αστρικών μαζών από τη μια και των υπερμεγεθών μαύρων οπών από την άλλη, που βρίσκονται στους γαλαξίες.

"Όχι μόνο μαθαίνουμε για το σχηματισμό των μαύρων οπών αλλά τα νέα δεδομένα από τον Hubble μας βοηθούν να συνδέσουμε τα σφαιρωτά σμήνη με τους γαλαξίες, παρέχοντας πληροφορίες σε ένα από τα πιο σπουδαία άλυτα προβλήματα στην αστρονομία σήμερα: πως σχηματίζονται οι γαλαξίες στο Σύμπαν", λέει ο Michael Rich του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας.
 
<Δεξιά: Το σφαιρικό σμήνος G1.
Τα σφαιρωτά σμήνη των αστέρων, αντίθετα από τα ανοικτά σμήνη που είναι χαλαρές συγκεντρώσεις αστέρων, είναι πυκνές συγκεντρώσεις αστέρων που παρουσιάζουν σφαιρική συμμετρία και περιλαμβάνουν χιλιάδες αστέρια. Η συγκέντρωση στο κέντρο των σφαιρικών σμηνών είναι τόσο μεγάλη, που φαίνεται σαν συμπαγές. Τα πιο διάσημα σφαιρωτά σμήνη είναι του Ηρακλή και του Κενταύρου, ενώ ανοικτά είναι οι Πλειάδες (Πούλια) και οι Υάδες.
 
 Κατανοώντας ένα τέτοιο κρίκο είναι σπουδαίο για τους αστρονόμους επειδή μπορεί να μας δώσει ενδείξεις για το πως οι υπερμεγέθεις μαύρες οπές σχηματίσθηκαν στους γαλαξίες.

Ένα ανεξήγητο γεγονός είναοι ότι οι η μάζα των μαύρων οπών σχετίζεται με τη μάζα του αστρικού περιβάλλοντος που βρίσκεται. Γι' αυτό και οι υπερμεγέθεις μαύρες οπές βρίσκονται στα κέντρα των γαλαξιών.

Οι νεοευρεθείσες μαύρες οπές στα σφαιρωτά σμήνη, που έχουν 100.000 φορές λιγότερη μάζα από όσο ένας γαλαξίας, επίσης υπακούουν σε αυτή τη τάση. Οι αστρονόμοι πιστεύουν πως κάποια άγνωστη διαδικασία κρατάει μια μαύρη οπή στη θέση της με ένα κυρίαρχο, βασικό τρόπο.

"Οι μαύρες οπές με ενδιάμεση μάζα που βρέθηκαν τώρα στα σφαιρωτά σμήνη μπορεί να είναι τα κοσμικά τούβλα με τα οποία φτιάχνονται οι υπερμεγέθεις μαύρες οπές που διαμένουν στα κέντρα των περισσοτέρων γαλαξιών", λέει ο Karl Gebhardt του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν.

Δύο επικρατούσες θεωρίες

Ο Dr Van Der Marel καθοδηγεί το τημ που ανακάλυψε μια μαύρη οπή στο κέντρο του σφαιρωτού αστρικού σμήνους M15, που είναι 32.000 έτη φωτός μακριά στον αστερισμό του Πήγασου. Έχει μάζα περίπου 4.000 φορές περισσότερη από τον Ήλιο μας.

Σε μια ξεχωριστή σειρά παρατηρήσεων βρέθηκε μια μαύρη οπή 20.000 ηλιακών μαζών στο γιγαντιαίο σφαιρωτό σμήνος G1, που βρίσκεται 70 φορές πιο μακριά.

Αντιθέτως, με τις αστρικές μαύρες οπές (από κατάρρευση άστρων) με μάζα λίγες φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του ήλιου μας, οι μαύρες οπές στα κέντρα των γαλαξιών μπορεί να είναι εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερης μάζας από τον ήλιο μας.

"Υπάρχουν δύο θεωρίες για το σχηματισμό των μαύρων οπών", λέει ο Dr Gebhardt.

"Μπορεί να φτιαχτεί μια μαύρη οπή μονομιάς, όταν ο γαλαξίας σχηματίζεται, ρίχνοντας αρκετή ύλη στο μέσον του, ή να μπορεί να ξεκινήσει με μια μικρή μαύρη οπή σαν σπόρος, που διαδοχικά αυξάνει με το χρόνο.

"Τα παρατηρησιακά δεδομένα προσανατολίζονται με την ιδέα πως ξεκινούν οι μαύρες οπές με μια μικρή μαύρη οπή σαν σπόρος".

Η νέα άποψη για τις μαύρες τρύπες: Είναι αναπόφευκτες δυνάμεις της δημιουργίας

<Αστρονόμοι πιστεύουν ότι ο γαλαξίας ESO 510-G13 βρίσκεται στη φάση της σύγκρουσης με έναν άλλο γαλαξία. Οι βαρυτικές παραμορφώσεις λυγίζουν τους βραχίονες και προκαλούν μια έκρηξη σχηματισμού νέων άστρων
 
Οι μαύρες τρύπες έχουν μείνει στη συνείδηση του κόσμου ως τα τέρατα της βαρύτητας, ενώ οι θεωρητικοί φυσικοί θεωρούν ότι στο εσωτερικό τους κυριαρχούν μυστήριες ιδιότητες και ότι συμπεριφέρονται σαν αγωγούς της καταστροφής και του θανάτου.

Έτσι μπορεί να φαίνεται περίεργο το γεγονός πως μερικοί κοσμολόγοι επανεξετάζουν τις απόψεις αυτές για τις μυστηριώδεις μαύρες τρύπες, θεωρώντας τις πια δυνάμεις της δημιουργίας.

Οι μαύρες τρύπες κάτω από το νέο πρίσμα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη του σύμπαντος. Πολλοί κοσμολόγοι, που ξαναγράφουν την ιστορία τους, τις αντιμετωπίζουν ως 'γαλαξιακούς γλύπτες'. Κατά την αναθεωρημένη άποψη, που περιέχει όμως και μερικά σκοτεινά γεγονότα, οι μαύρες τρύπες αποδεικνύονται ότι είναι θεμελιώδεις δυνάμεις στην ανάπτυξη και τής τελικής μορφής των γαλαξιών όπως και της κατανομής των άστρων σε αυτούς. Η νέα άποψη, επίσης δείχνει ότι μια μαύρη τρύπα είναι σχεδόν σίγουρα ένα προϊόν του γαλαξία μέσα στον οποίο κατοικεί. Ούτε οι γαλαξίες ούτε οι μαύρες τρύπες φαίνεται ότι μπορούν να ζήσουν μόνοι τους.

Η νεοσύστατη θεωρία μπορούμε να πούμε ότι είναι η δαρβινική θεωρία, της συνεξέλιξης.

Η συνεξέλιξη συζητείται πάνω από μια δεκαετία, αλλά πολλοί θεωρητικοί δεν την αντιμετώπισαν ποτέ σοβαρά, και κανένας δεν είχε πολλά στοιχεία για να την υποστηρίξει. Και μόνο κατά τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν βρεθεί παρατηρητικά στοιχεία που υποστηρίζουν την συνεξέλιξη των μαύρων οπών και το σχηματισμό των γαλαξιών.

Μέχρι τώρα, οι μαύρες τρύπες θεωρήθηκαν ως τα τελικά σημεία της εξέλιξης της ύλης στον Κόσμο. Με τη νέα θεωρία οι αστροφυσικοί πιστεύουν ότι οι μαύρες τρύπες διαδραματίζουν και έναν κρίσιμο ρόλο στη γέννηση των γαλαξιών.

Η άποψη αυτή μπορεί να εξηγήσει με ποιο τρόπο αναπτύχθηκαν οι τεράστιοι γαλαξίες που βρέθηκαν να υπάρχουν στην αρχική φάση (ένα έως τρία δισεκατομμύρια χρόνια) του σύμπαντος. Και το γεγονός αυτό κάνει τους θεωρητικούς να λένε ότι οι γαλαξίες στην πραγματικότητα σχηματίστηκαν γύρω από τις πιο παλιές μαύρες τρύπες.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη ίσως θεωρία που έχει ως τώρα προταθεί, οι γαλαξίες σχηματίζονται «από κάτω προς τα πάνω». Αρχικά, δηλαδή, τα μικρότερα νέφη και τα άστρα σχηματίζουν κάποιους γαλαξίες-βρέφη, οι οποίοι στη συνέχεια συγκεντρώνονται αργά και συγχωνεύονται για να σχηματίσουν μεγαλύτερους γαλαξίες. Γι' αυτό και η συγκεκριμένη θεωρία ονομάστηκε «Ιεραρχικό Πρότυπο». Εάν η θεωρία αυτή αποδειχτεί σωστή, τότε όλοι οι γαλαξίες στη γειτονιά του Γαλαξία μας θα πρέπει να πήραν τη σημερινή τους μορφή μόλις πριν από ένα έως δύο δισεκατομμύρια χρόνια. Επίσης, όταν ήταν ακόμη νέοι, θα πρέπει να είχαν πιο ακανόνιστα σχήματα.

Οι γαλαξίες-βρέφη στριφογυρίζουν

Για να ελέγξουν την προηγούμενη υπόθεση, οι αστρονόμοι κάνουν κάτι που κανείς άλλος δεν μπορεί: βλέπουν πίσω στο χρόνο. Για να παρατηρήσουν, όμως, τη γέννηση των πρώτων γαλαξιών, θα πρέπει το βλέμμα τους να φτάσει σε αποστάσεις 13 δισεκατομμυρίων ετών φωτός στο διάστημα. Από καθαρά τεχνική άποψη, το να μπορέσει κανείς να δει τόσο μακριά -και τόσο πίσω στο χρόνο-αποτελεί μια τεράστια πρόκληση.

Από την 24η Σεπτεμβρίου 2003 μέχρι τη 16η Ιανουαρίου 2004, το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble εστίασε το ηλεκτρονικό του μάτι στο απόλυτο όριο των δυνατοτήτων του, παρατηρώντας για σχεδόν 280 ώρες το ίδιο σημείο του σύμπαντος, στον αστερισμό Κάμινος. Το αποτέλεσμα ήταν οι μοναδικές εικόνες "Εξαιρετικά Βαθέως Πεδίου" (Ultra Deep Field), οι οποίες δείχνουν 10.000 νεαρότατους γαλαξίες, όπως ήταν 400 με 700 εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Οι γαλαξίες αυτοί έχουν μικρό μέγεθος και παραμορφωμένα σχήματα, που θυμίζουν τα πάντα - από σαλαμάνδρες μέχρι οδοντογλυφίδες. Αυτές οι παρατηρήσεις συμφωνούν πολύ με το Ιεραρχικό Πρότυπο.

Ωστόσο, παρατηρήσεις από το πιο προηγμένης τεχνολογίας οπτικό όργανο του κόσμου, το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (Very Large Telescope - VLT) του Ευρωπαϊκού Νότιου Παρατηρητηρίου (ESO), υποστηρίζουν κάτι άλλο: Το 2004, το τηλεσκόπιο αυτό αποκάλυψε 4 μεγάλους σπειροειδείς γαλαξίες, που απέχουν 12 δισεκατομμύρια έτη φωτός από το Γαλαξία μας. Σύμφωνα όμως με το Ιεραρχικό Πρότυπο, οι μεγάλοι γαλαξίες θα πρέπει να σχηματίστηκαν από τη συγχώνευση μικρότερων γαλαξιών και αφού το σύμπαν είχε ήδη διανύσει το ήμισυ της σημερινής του ηλικίας, των 13,7 δισεκατομμυρίων ετών. Οι σπειροειδείς αυτοί γαλαξίες σχηματίστηκαν, δηλαδή, πολύ νωρίτερα από ό,τι το Ιεραρχικό Πρότυπο προβλέπει.

Κι εδώ προτάθηκε μια νέα λύση στο αδιέξοδο: Παραχωρώντας στις μαύρες τρύπες έναν κεντρικό ρόλο στο ιεραρχικό πρότυπο, οι αστρονόμοι κατάφεραν να εναρμονίσουν τη θεωρία με τα αποτελέσματα των παρατηρήσεων.

Το 2000, ο δορυφόρος Chandra των ακτίνων-Χ ανακάλυψε στο κέντρο του Γαλαξία μας μια μαύρη τρύπα με μάζα ίση περίπου με αυτήν που αντιστοιχεί σε 3 εκατομμύρια ήλιους. Αναλύοντας δεδομένα από το Sloan Digital Sky Survey (το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής πρόγραμμα χαρτογράφησης του ουρανού, που, όταν ολοκληρωθεί, θα έχει υπολογίσει τις αποστάσεις περισσότερων από 1 εκατομμύριο γαλαξιών και κβάζαρ), οι επιστήμονες ανακάλυψαν - ούτε λίγο ούτε πολύ - γύρω στις 20.000 υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες στο κέντρο ισάριθμων γαλαξιών.

Έτσι, η πλειονότητα των αστρονόμων σήμερα υιοθετεί την άποψη ότι οι περισσότεροι γαλαξίες κάποιου μεγέθους φιλοξενούν μια τεράστια μαύρη τρύπα στο κέντρο τους. Επιπλέον, οι γαλαξίες αυτοί μπορεί κάλλιστα να οφείλουν στις μαύρες τρύπες τους πολύ περισσότερα απ' όσα θα τολμούσαμε να φανταστούμε. Ο αστρονόμος John Magorrian, για παράδειγμα, ανακάλυψε ότι η μάζα της μαύρης τρύπας που βρίσκεται στο κέντρο ενός γαλαξία αυξάνεται ανάλογα με τη συνολική μάζα του γαλαξία αυτού. Όμως η μάζα του γαλαξία εξαρτάται από τη μάζα της μαύρης τρύπας, ή συμβαίνει το αντίστροφο; Αυτό είναι ένα από τα ερωτήματα που περιμένουν απάντηση.

Τι δημιουργήθηκε πρώτα;Στις αρχές του 2003 δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες του Hubble που παρουσίαζαν τους πιο απόμακρους "κανονικούς" γαλαξίες που έχουν παρατηρηθεί ποτέ. Και οι αστρονόμοι βεβαιώνουν ότι αν και έχουν ηλικία 13 δισεκατομμυρίων ετών (μόλις ένα δισ. χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη), μοιάζουν με τον δικό μας Γαλαξία.

Σχεδόν συνομήλικα είναι και τα κβάζαρ, που παρατηρήθηκαν όμως ξεχωριστά με την Ψηφιακή Έρευνα του Ουρανού Sloan. Τα κβάζαρ - συμπαγή και απίστευτης λαμπρότητας αντικείμενα - θεωρούνται ότι έχουν στον πυρήνα τους μια γιγάντια μαύρη τρύπα με μάζα δισεκατομμύρια φορές αυτήν του ήλιου μας, Ενώ όλα τα κβάζαρ καταλαμβάνουν ένα χώρο ίσως μικρότερη και από το ηλιακό σύστημά μας.

Η βαρύτητα των κβάζαρ απορροφά το κοντινό διαστρικό αέριο - με μια ταχύτητα σχεδόν εκείνης του φωτός - υπερθερμαίνεται και καταπίνεται από την μαύρη τρύπα. Η διαδικασία αυτή ελευθερώνει ένα τεράστιο ποσό ενέργειας -- σε μορφή ραδιοκυμάτων, ακτίνων X και κανονικό φως. Και όταν τα κβάζαρ λάμπουν έχουν μια φωτεινότητα που μπορεί να υπερβεί την φωτεινότητα χίλιων κανονικών γαλαξιών.

Τα κβάζαρ φαίνονται επίσης να περιβάλλονται από φωτοστεφάνους σκοτεινής ύλης, ένα αινιγματικό και απαρατήρητο συστατικό όλων των γαλαξιών. Η σκοτεινή ύλη συνυπάρχει γύρω και ανάμεσα στο φωτοστέφανο, ενώ οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι είναι μια περιοχή τόσο μεγάλη όσο και ο Γαλαξίας μας.

Έτσι, μετά από αυτές τις ανακοινώσεις ξαναήλθε στην επιφάνεια το ερώτημα: Ποιό εμφανίστηκε πρώτα, ο γαλαξίας ή η μαύρη τρύπα;

Οι θεωρητικοί της συνεξέλιξης πιστεύουν ότι οι γαλαξίες μπορεί να σχηματίστηκαν ταυτόχρονα γύρω από μια αυξανόμενη μαύρη τρύπα. Και ότι στην πραγματικότητα τα κβάζαρ είναι μια φάση εξέλιξης των γαλαξιών. Αυτή η ιδέα έρχεται σε αντίθεση με τη σημερινή άποψη ότι όταν καταρρέει ένας ήδη υπάρχων γαλαξίας διαμορφώνεται ένα συμπαγές κβάζαρ.

Εξελικτική ιδέα

Στα μέσα της δεκαετίας του '90 ερευνητές βρήκαν στοιχεία που υπαινίσσονταν ότι μια σημαντική μαύρη τρύπα στο κέντρο ενός γαλαξία σχετιζόταν με τη μορφή αυτού του γαλαξία. Ήταν τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία για την συνεξέλιξη. Και όπως δέχονται οι ειδικοί μόνο οι γαλαξίες με μια σφαιρική διόγκωση εμφανίζονται να εφοδιάζουν τις υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες.

Ο Γαλαξίας μας είναι ένα καλό παράδειγμα αυτού του είδους με μια γαλαξιακή διόγκωση με άστρα στο κέντρο του. Ο Γαλαξίας μας είναι μικρότερος από πολλούς γαλαξίες ενώ έχει και μια αντίστοιχα μικρότερη ογκώδη μαύρη τρύπα -- με μάζα κατά προσέγγιση 2,6 εκατομμύρια φορές αυτή του ήλιου. Και είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάποτε είχε σε μια φάση του κάποιο κβάζαρ.

Αλλά την εποχή εκείνη - μέσα της δεκαετίας του '90 - κανένας δεν ήταν σίγουρος για το πως ήταν οι κυρίαρχες μαύρες τρύπες. Η θεωρία και μερικές παρατηρήσεις έδειχναν ότι ήταν πιθανώς πανταχού παρόντες.

Φτάνοντας στο 2000, οι αστρονόμοι βρήκαν στέρεες αποδείξεις ότι οι μαύρες τρύπες κρύβονται βαθιά μέσα σε πολλούς και πιθανώς σε όλους τους γαλαξίες, που έχουν την κλασική κεντρική διόγκωση με άστρα. Μια προσεκτική ανάλυση έδειξε έναν άμεσο συσχετισμό μεταξύ της μάζας σε κάθε μαύρη τρύπα και της μορφής και του πεδίου της διόγκωσης, αλλά και του συνολικού μεγέθους ενός γαλαξία.

Από τότε άρχισε να μπαίνει ξανά στο προσκήνιο η συνεξέλιξη των γαλαξιών και των υπερβολικά μεγάλων μαύρων οπών.

Εν συνεχεία το 2001, δύο ξεχωριστές ομάδες έδειξαν ότι πολλοί μικρότεροι γαλαξίες, που δεν είχαν διογκώσεις, δεν φαίνονταν να περιέχουν σημαντικές μαύρες τρύπες.

Κατά στο τέλος του 2002 σημαντικές μελέτες πρόσφεραν μια ανεξάρτητη επιβεβαίωση για το ότι οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τη δομή και την εξέλιξη των γαλαξιών.

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές στη βασική θεωρία της συνεξέλιξης. Κάθε παραλλαγή προσπαθεί να εξηγήσει ένα ενοχλητικό γεγονός: Πώς 500 εκατομμύρια χρόνια μετά το Big Bang γεννήθηκαν οι αόρατες σφαίρες της ύλης (μαύρες τρύπες), ενώ αρκετές από αυτές απέκτησαν μάζα ίση με ένα δισεκατομμύριο - ή και περισσότερο - ήλιους, καθοδηγώντας έτσι τη μορφή και τη σύσταση των στροβιλιζόμενων νεογέννητων αστεριών.

Μερικοί θεωρητικοί της συνεξέλιξης έχουν προτείνει το εξής σενάριο: μια τεράστια μαύρη τρύπα απλά καταρρέει από ένα προ-γαλαξιακό νέφος και χρησιμεύει σαν ένας μηχανισμός που μπορεί να καθοδηγήσει την περαιτέρω ανάπτυξη των γαλαξιών. Υπάρχουν δε βιώσιμες θεωρίες, που δεν έχουν αναιρεθεί ακόμα, ότι πρώτα μπαίνει σε λειτουργία η μαύρη τρύπα, ενώ άλλες ότι ο γαλαξίας είναι υπεύθυνος για το σχηματισμό μιας μαύρης τρύπας.

Πολλοί αστρονόμοι, μεταξύ αυτών και ο Martin Rees, δεν είναι πολύ σίγουροι εάν οι μαύρες τρύπες διαδραμάτισαν οποιοδήποτε ρόλο στο σχηματισμό των πρώτων γαλαξιών. Και αυτό φαίνεται στους πολύ μικρούς γαλαξίες όπου δεν μπορούν να σχηματιστούν μαύρες τρύπες. Άρα δεν είναι σίγουρο εάν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των "μικρών" αστρικών οπών - που σχηματίζονται από την κατάρρευση των πολύ μεγάλων άστρων - και των πολύ μεγάλων οπών (με εκατομμύρια ηλιακές μάζες) που υπάρχουν στα κέντρα των γαλαξιών.

Η σκοτεινή ύλη

Μέχρι πρόσφατα, οι αστρονόμοι πίστευαν ότι η Γαλαξία Οδός των αρχαίων γεννήθηκε όταν ένα νέφος υδρογόνου και ηλίου άρχισε να συρρικνώνεται εξαιτίας του ίδιου του βάρους του, μερικές δεκάδες εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Με τη συρρίκνωση αυτή, δημιουργήθηκε ένας τεράστιος δίσκος από αέρια και σκόνη, μέσα στον οποίο σχηματίστηκαν δισεκατομμύρια άστρα και πλανήτες.

Αρχικά η θεωρία αυτή φαινόταν να εξηγεί γιατί ο Γαλαξίας μας είναι πεπλατυσμένος και γιατί σχεδόν όλα τα άστρα κινούνται με την ίδια φορά γύρω από το γαλαξιακό κέντρο - ωστόσο, γεννάει και πολλά ερωτήματα. Μετρώντας την ταχύτητα περιστροφής των άστρων σε συνάρτηση με την απόσταση τους από το γαλαξιακό κέντρο, οι αστρονόμοι μπορούν να υπολογίσουν τη βαρυτική δύναμη και τη μάζα που απαιτείται για συγκρατήσει τα άστρα αυτά στην τροχιά τους. Όμως, από τους υπολογισμούς προκύπτει ότι ο Γαλαξίας διαθέτει πολύ λίγη μάζα για να μπορεί να συγκρατήσει τον βίο του τον εαυτό.

Ήδη από το 1933, ο Ελβετός αστροφυσικός Fritz Zwicky απέδειξε ότι η ορατή ύλη στο γαλαξιακό υπερσμήνος της Κόμης αντιστοιχεί σε ένα ελάχιστο ποσοστό της συνολικής του μάζας, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δεν εκπέμπει ακτινοβολία και είναι αόρατο. Η παραδοχή της ύπαρξης αυτής της «σκοτεινής ύλης», όπως τη βάφτισε πρώτος ο Zwicky, είναι πλέον καθολική.

Μέχρι σήμερα έχουν προταθεί ποικίλα θεωρητικά πρότυπα για την εξέλιξη του Σύμπαντος και το σχηματισμό δομής σε αυτό, τα οποία βασίζονται στην ύπαρξη διαφορετικών μορφών σκοτεινής ύλης. Τα πρότυπα αυτά ελέγχονται, όταν οι προβλέψεις τους για το σύμπαν συγκρίνονται με τα δεδομένα των επιστημονικών παρατηρήσεων ή τα αποτελέσματα μελλοντικών πειραμάτων στο CERN και αλλού. Τέτοιες προβλέψεις, για παράδειγμα, αφορούσαν συγκεκριμένους σχηματισμούς στο λεγόμενο κοσμικό υπόβαθρο των μικροκυμάτων, το οποίο είναι ένα είδος δακτυλικού αποτυπώματος του νεογέννητου σύμπαντος 380.000 χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Το 2003, ο δορυφόρος Wilkinson Microwave Anisotropy Probe (WMAP) επιβεβαίωσε πανηγυρικά τις προβλέψεις αυτές.

Η σκοτεινή ύλη μπορεί να μην έχει ανιχνευθεί ακόμα αλλά διαπερνά όλους τους γαλαξίες. Και είναι γνωστό ότι μια άλως - ή φωτοστέφανος - από σκοτεινή ύλη περιβάλλει το Γαλαξία μας. Ναι μεν δεν αλληλεπιδρά με το φως αλλά έχει μεγάλη βαρυτική επίδραση, ενεργώντας ως αόρατη κόλλα για την συγκράτηση των γαλαξιών και τη μη διάλυση τους.

Τώρα, κάτω από το φως των νέων δεδομένων, η σκοτεινή ύλη λαμβάνεται υπόψη στα κύρια μοντέλα της συνεξέλιξης, αλλά μόνο γενικά. Μερικοί ερευνητές, εντούτοις, νομίζουν ότι η σκοτεινή ύλη, περισσότερο και από μια μαύρη τρύπα, συνδέεται σαφώς με τη γέννηση και την ανάπτυξη ενός γαλαξία.

Αρχές του 2003 δημοσιεύτηκαν τα πρώτα άμεσα στοιχεία για τους φωτοστεφάνους της σκοτεινής ύλης γύρω από τα πρώτα κβάζαρ. Και όπως δέχονται οι επιστήμονες, τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν τις θεμελιώδεις ιδέες της συνεξέλιξης. Όπως είναι επίσης σαφές ότι η σκοτεινή ύλη δεν αμφισβητείται σε καμιά θεωρία.

Η φυσικός Laura Ferrarese, που ανέλυσε αυτά τα ευρήματα της σκοτεινής ύλης, λέει ότι όλα δείχνουν μια υπερμεγέθης μαύρη τρύπα, τα αστέρια γύρω από αυτήν, και η άλως της σκοτεινής ύλης λειτουργούν από κοινού για να χτιστεί η δομή του γαλαξία. Αλλά βλέπει το ρόλο της σκοτεινής ύλης σαν τον σημαντικότερο γιατί υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της μάζας της μαύρης τρύπας και της μάζας του φωτοστεφάνου της σκοτεινής ύλης, όχι απαραιτήτως η μάζα ο ίδιος του γαλαξία," είπε.

Μέσα σε αυτό το συγκεχυμένο πλαίσιο απόψεων και παρατηρήσεων οι θεωρητικοί πρέπει να εργαστούν σκληρά για να εξηγήσουν ένα δύσκολο θέμα: Κάπου μεταξύ 300 και 800 εκατομμυρίων ετών μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, γεννήθηκαν οι πρώτες μαύρες τρύπες με μάζα περισσότερη από 1 δισεκατομμύριο ήλιους.

Και προτού αποφασίσουμε αν υπάρχει συσχετισμός σε οποιαδήποτε εξελικτική γαλαξιακή διαδικασία πρέπει να εξετάσουμε αυτό: Μια μαύρη τρύπα κατέχει πολύ λιγότερο από το 1 τοις εκατό της συνολικής μάζας του Γαλαξία που φιλοξενείται.

Το πρώτο φως στον Κοσμικό Μεσαίωνα

Η ιστορία των πρώτων μαύρων οπών -- που οδήγησαν στη δημιουργία αισθητών αντικειμένων -- είναι συνδεδεμένη με τον σχηματισμό των πρώτων - πρώτων άστρων. Η ανάπτυξη της σκέψης αυτής απαιτεί να πάμε στην πρώτη εποχή του σύμπαντος.

Όταν γεννήθηκε το σύμπαν, δεν υπήρχε παρά υδρογόνο, ήλιο και λίγο λίθιο. Όλο αυτό το υλικό διατηρήθηκε για περίπου 300.000 χρόνια προτού να συμβεί τίποτα σημαντικό. Το αέριο συμπιέστηκε επίσης και επομένως έγινε πάρα πολύ καυτό, για να είναι σταθερό. Βαθμιαία, το σύμπαν επεκτάθηκε και ψύχθηκε τόσο ώστε το μίγμα των αερίων επανασυνδυάστηκε, με αποτέλεσμα να σταθεροποιεί σε μια ουδέτερη κατάσταση.

Το υδρογόνο ήταν ακόμα πάρα πολύ καυτό για να σχηματίσει αστέρια, γι αυτό και περίμενε υπομονετικά - επί 300 εκατομμύρια χρόνια - μέχρι να διασταλεί κι άλλο το σύμπαν και να φτάσει στην κατάλληλη θερμοκρασία. Μόλις έγινε αυτό, ξεχύθηκε το πρώτο φως που έσπασε το απόλυτο σκοτάδι του Κόσμου - το Κοσμικό Ξημέρωμα. Ήταν τότε που ξαφνικά άρχισαν τα πρώτα αστέρια να λάμπουν μέσω της εναπομείνουσας αρχέγονης ομίχλης. Απομεινάρια της ακτινοβολίας αυτής αποτελεί η Μικροκυματική Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου που ανιχνεύτηκε πριν λίγες δεκαετίες.

Αλλά για τα επόμενα 500 εκατομμύρια χρόνια μετά το Big Bang συναντούμε τον Κοσμικό Μεσαίωνα της κοσμολογίας.

Οι πρώτες μαύρες τρύπες

Το 1916, ο Γερμανός αστρονόμος Karl Schwartzschild κατέληξε σε μία λύση των εξισώσεων της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Einstein που αντιστοιχούσε σε έναν άγνωστο μέχρι τότε τύπο κοσμικών αντικειμένων, τα οποία, αρκετά χρόνια αργότερα, ο μεγάλος θεωρητικός φυσικός John Wheeler ονόμασε μαύρες τρύπες. Οι μαύρες τρύπες διαθέτουν τόσο ισχυρά βαρυτικά πεδία, ώστε τίποτα -ούτε καν το φως- να μην μπορεί να διαφύγει από την πανίσχυρη έλξη τους.

Γι' αυτό, οι μαύρες τρύπες σύντομα έγιναν σύμβολα του θανάτου και της καταστροφής στο σύμπαν. Αυτή η πεποίθηση ενισχύθηκε τη δεκαετία του 1930, όταν διατυπώθηκε η θεωρία ότι οι μαύρες τρύπες είναι κατάλοιπα άστρων με τεράστια πυκνότητα μάζας, που κατέρρευσαν βαρυτικά.

Πιο παλιά οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι γαλαξίες διαμορφώνονται από κάποια μονολιθική κατάρρευση, στην οποία ένα γιγαντιαίο νέφος αερίου έπεσε ξαφνικά προς το εσωτερικό του. Η σύγχρονη άποψη - η λεγόμενη ιεραρχική συγχώνευση - είναι ότι φτιάνεται κομμάτι-κομμάτι κατά τη διάρκεια του χρόνου. Και ότι οι αρχικοί κυματισμοί στο διάστημα δημιούργησαν κόμβους και νημάτια όχι μόνο τοπικά αλλά και σε μεγάλες περιοχές του διαστήματος. Μεμονωμένες δε μάζες αερίου κατέρρευσαν και έτσι γεννήθηκαν τα αστέρια.

Τα πρώτα αστέρια πρέπει να ήταν τεράστια, ίσως 200 φορές το βάρος του ήλιου μας ή και περισσότερο. Θα αποτελούνταν σχεδόν από καθαρό υδρογόνο -- το βασικό συστατικό της θερμοπυρηνικής σύντηξης, που κάνει να λάμπει ένα αστέρι.

Ξέρουμε ότι όσο πιο μεγάλο είναι ένα άστρο τόσο πιο νέο πεθαίνει. Μερικά επιζούν μόνο για 10 εκατομμύρια χρόνια (ο ήλιος για σύγκριση είναι 4,6 δισεκατομμυρίων ετών και βρίσκεται ακριβώς στο μέσον της ζωής του). Μετά το θάνατο των πρόωρων άστρων ακολουθεί μια κολοσσιαία έκρηξη, στέλνοντας βαρύτερα στοιχεία προς το διάστημα. Η υπόλοιπη ύλη καταρρέει. Μια μάζα ίση με πολλούς ήλιους μπορεί να καταλήξει σε μια σφαίρα όχι μεγαλύτερη από μια πόλη. Το αποτέλεσμα: μια αστρική μαύρη τρύπα. Αυτά τα αντικείμενα είναι τόσο πυκνά που τίποτα, ακόμα και το φως, δεν μπορεί να διαφύγει από τον ορίζοντα γεγονότων της μαύρης τρύπας.

Οι αστρικές μαύρες τρύπες δεν έχουν τόση μάζα όσο και οι γιγάντιες που κατοικούν στα κέντρα των γαλαξιών. Έχουν μάζα μερικές φορές αυτή του ήλιου. Αλλά στην αρχή οι μαύρες τρύπες μπορεί να ήταν και 100 φορές μεγαλύτερες από τον ήλιο.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών, γεννιούνται ολοένα και περισσότερα αστέρια από τα συντρίμμια των πρώτων αστεριών. Αφού συγκεντρώθηκαν αρχικά σε ομάδες λίγων άστρων και αργότερα σε σμήνη πολλών χιλιάδων άστρων, άρχισαν να μοιάζουν και να συμπεριφέρονται σαν έναν υπο--γαλαξία. Μερικοί από αυτούς πιθανώς να φιλοξενούσαν κοντά στα κέντρα τους και μαύρες τρύπες.

Στο σημείο αυτό συνεχίζει η θεωρία. Η διαίσθηση προτείνει ότι πολλές από αυτές τις τεράστιες αστρικές μαύρες τρύπες απλώς συγχωνεύτηκαν, έως ότου αναπτύχθηκε ένα κεντρικό αντικείμενο με αρκετή μάζα για να οδηγήσει τη μορφή και τη μελλοντική ανάπτυξη του γαλαξία του. Και εάν αυτή η διαίσθηση είναι σωστή τότε ποιά μαύρη τρύπα έγινε το κέντρο;

Στην πραγματικότητα, κανένας δεν βεβαιώνει εάν οι πρώτες υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες αναπτύχθηκαν από μια σειρά συγχωνεύσεων -- στην αρχή έχοντας μάζα μερικές δωδεκάδες ηλιακές μάζες μέχρι να φτάσουν το ένα δισεκατομμύριο ηλιακές μάζες -- ή εάν κατέρρευσαν από κάποιο αρχικό νέφος αερίου που συμπυκνώθηκε. Μερικοί αστροφυσικοί πιστεύουν το πρώτο σενάριο, αν και όλα είναι θεωρίες ακόμα.

Χαμένες μαύρες τρύπες μεσαίου βάρους

Η γέννηση και η ανάπτυξη γαλαξιών είναι μια ατέρμονη διαδικασία, και οι ενδείξεις για την πρόωρη εξέλιξη των μαύρων οπών υπάρχουν σε όλο το Γαλαξία μας και σε όλο τον Κόσμο. Οι αστρονόμοι επομένως εξετάζουν σύγχρονα αστρονομικά αντικείμενα μήπως ανακαλύψουν ενδείξεις για τις προγονικές ρίζες τους.

Οι μαύρες τρύπες είναι παντού. Μόνο στον Γαλαξία μας θα μπορούσαν να υπάρχουν εκατομμύρια αστρικές μαύρες τρύπες. Αριθμός βασισμένος στην ανακάλυψη μερικών πρωτόγονων. Για αυτό και πρέπει να υπάρχουν όχι μόνο οι θηριώδεις ή οι μικρές αστρικές αλλά και οι μεσαίου βάρους μαύρες τρύπες, που να βεβαιώνουν την πορεία τους από τις μικρές έως τις τεράστιες. Ορισμένοι αστρονόμοι είναι σίγουροι ότι έχουν βρει μερικές από αυτές, που μέχρι τώρα αποτελούν τον χαμένο κρίκο της εξέλιξης τους. Όμως είναι μεταξύ των πιο αμφισβητούμενων θεμάτων σε όλη αστρονομία.

Και αυτοί που λένε ότι βρέθηκαν και οι διαφωνούντες - για την ανακάλυψη του χαμένου κρίκου των μαύρων οπών - συνήθως συμφωνούν ότι ο όγκος μιας τεράστιας μαύρης τρύπας δεν έγινε μέσω των αρχικών συγχωνεύσεων. Μόλις επιτευχθεί μια κρίσιμη μάζα -- και αυτό δείχνει να γίνεται σε μια χρονική στιγμή που δεν μπορούν να δουν οι αστρονόμοι σήμερα, τότε η μαύρη τρύπα φαίνεται να κερδίζει το μεγαλύτερο μέρος της μάζας της καταπίνοντας αέριο από το περιβάλλον της.

Οι μαύρες τρύπες είναι πολύ παλιές

Μπορούμε να στηρίξουμε τη νέα θεωρία με βάση την παλιά θεωρία της Κατάρρευσης: Στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης των γαλαξιών, πολλοί αστέρες θα κατανάλωσαν σύντομα τα καύσιμα τους, οπότε εξερράγησαν σαν υπερκαινοφανείς (σουπερνόβα), αφήνοντας πίσω τους από μια μικρή μαύρη τρύπα, που καταβροχθίζει ύλη. Κατά συνέπεια, αφού οι μεγάλοι γαλαξίες διαθέτουν περισσότερη ύλη απ' ό,τι οι μικροί, οι μαύρες τρύπες στο κέντρο τους γίνονται κι αυτές μεγαλύτερες.

Οι θεωρητικοί της γένεσης των γαλαξιών υπολογίζουν ότι, σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, μια υπερμεγέθης μαύρη τρύπα μπορεί να σχηματιστεί μέσα σε λίγα δισεκατομμύρια χρόνια. Δυστυχώς όμως, σήμερα γνωρίζουμε πολλές τέτοιες μαύρες τρύπες, που είναι πολύ παλιότερες απ' ό,τι αυτό το μοντέλο προβλέπει. Για παράδειγμα, ο δορυφόρος ακτίνων Χ Chandra της NASA εντόπισε μια μαύρη τρύπα με μάζα ενός δισεκατομμυρίου ηλιακών μαζών στο κέντρο του κβάζαρ SDSSp J1306. Η μαύρη αυτή τρύπα δημιουργήθηκε πριν περάσουν ένα δισεκατομμύριο χρόνια στην ιστορία του σύμπαντος. Υπερβολικά γρήγορα, δηλαδή, αν λάβουμε υπόψη μας την παλιά θεωρία.

Γι' αυτό, πολλοί αστρονόμοι πρότειναν την αντίστροφη λύση: Ίσως να μην αναπτύχθηκαν οι μαύρες τρύπες χάρη στους γαλαξίες. Μπορεί οι μαύρες τρύπες να λειτούργησαν σαν μικροί σπόροι στο νεαρό σύμπαν, και από αυτές να σχηματίστηκαν τα πάντα. Εάν παραχωρήσει κανείς στις μαύρες τρύπες το ρόλο του υποκινητή της όλης διαδικασίας με βάση το Ιεραρχικό Πρότυπο, προκύπτει ένα μοντέλο που εναρμονίζεται πλήρως με τις παρατηρήσεις των αστρονόμων, αν και πολλά ερωτηματικά παραμένουν ακόμη αναπάντητα.

Το συγκεκριμένο μοντέλο σχηματισμού του Γαλαξία μας, αλλά και των μυριάδων άλλων γαλαξιών του σύμπαντος, υποστηρίζει τα εξής: Τα πρώτα ουράνια σώματα που σχηματίστηκαν μετά τη Μεγάλη Έκρηξη ήταν μια ομάδα άστρων τεραστίων διαστάσεων, πολλά από τα οποία -λόγω της μάζας τους, που έφτανε μέχρι και τη μάζα 200 ήλιων- εξάντλησαν τα καύσιμα τους σε μόλις 10 εκατομμύρια χρόνια. Στη φάση που έγιναν υπερκαινοφανείς, εξερράγησαν και η σκόνη τους σκορπίστηκε στο διάστημα υπό μορφή βαρέων στοιχείων. Οι υπερκαινοφανείς αστέρες άφησαν πίσω τους μικρές μαύρες τρύπες, οι οποίες μπόρεσαν να ασκήσουν έλξη στην επόμενη γενιά άστρων, σκόνης και αερίων, δημιουργώντας έτσι μικρούς γαλαξίες-βρέφη. Με την πάροδο πολλών εκατομμυρίων ετών, αυτοί οι γαλαξίες-βρέφη άρχισαν να συγχωνεύονται, σχηματίζοντας μεγαλύτερους γαλαξίες, σαν τον δικό μας.

Μέγα συγχωνεύσεις

Σε αντίθεση με όσα έχουν υποστηριχτεί παλιότερα, η δημιουργία του Γαλαξία δεν αποτελεί ένα κεφάλαιο που έχει κλείσει - συνεχίζεται και θα συνεχίζεται στο απώτερο μέλλον. Οι αστρονόμοι, για παράδειγμα, παρατηρούν τεράστιες ποσότητες αερίων, οι οποίες, κάθε λεπτό, εισβάλλουν στο Γαλαξία μας και σχηματίζουν νέα άστρα.

Εκτός αυτού, ο Γαλαξίας μας καταβροχθίζει ασταμάτητα γειτονικούς μικρότερους γαλαξίες. Οι αστρονόμοι, επιπλέον, προβλέπουν και μια μεγάλη γαλαξιακή σύγκρουση. Η τοπική μας γαλαξιακή ομάδα αποτελείται από 40 περίπου γαλαξίες, από τους οποίους ο γαλαξίας της Ανδρομέδας είναι ο μεγαλύτερος.

Προς το παρόν, ο γαλαξίας της Ανδρομέδας και ο Γαλαξίας μας πλησιάζουν ο ένας τον άλλο με ταχύτητα 500.000 χιλιομέτρων την ώρα και, σύμφωνα με τις προβλέψεις, θα συγκρουστούν σε 3 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια. Η σύγκρουση αυτή θα εξαπολύσει έναν κυκεώνα βαρυτικών δυνάμεων, οι οποίες θα ενώσουν την ύλη των δύο γαλαξιών, σχηματίζοντας, μερικά δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, ένα νέο - ελλειπτικό - υπερ-γαλαξία.

Αντί, λοιπόν, να θεωρούμε τους γαλαξίες απολιθώματα του σύμπαντος, θα έπρεπε να τους βλέπουμε σαν πολύπλοκους ζωντανούς οργανισμούς, που αναπτύσσονται σε στενή αλληλεπίδραση με άλλους γαλαξίες. Ωστόσο, κάποτε, η αλληλεπίδραση αυτή θα σταματήσει. Αυτό θα γίνει όταν η διαστολή του σύμπαντος απομακρύνει τους γαλαξίες τόσο πολύ τον έναν από τον άλλον, ώστε αυτοί να αρμενίζουν σαν μικρά απομονωμένα νησιά στην κοσμική θάλασσα. Τότε, οι μαύρες τρύπες θα σφραγίσουν τη μοίρα των γαλαξιών, καθώς, αργά αλλά σταθερά, θα τους καταβροχθίζουν από το εσωτερικό τους.

Κάποια ημέρα λοιπόν ο Γαλαξίας μας και ο γειτονικός γαλαξίας Ανδρομέδα μπορεί να έρθουν τόσο κοντά, που η μορφή τους θα διαστρεβλωθεί τόσο πολύ, που δεν θα αναγνωρίζονται.

Η συγχώνευση των γαλαξιών είναι σχεδόν σίγουρη και πιστεύεται ότι έχει συμβάλει σημαντικά στην προηγούμενη αύξηση και του Γαλαξία μας. Το νεαρό σύμπαν, που δεν είχε επεκταθεί ακόμα πολύ, ήταν απίστευτα συσσωρευμένο. Και οι δημιουργούμενοι γαλαξίες τότε είχαν μεγάλες πιθανότητες να συγκρουστούν.

Εάν δύο γαλαξίες συγχωνεύονται, αυτό κάνουν και οι μαύρες τρύπες τους. Ένα πρόσφατο υπολογιστικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι το γεγονός αυτό θα ήταν βίαιο, εξαπολύοντας τεράστια ακτινοβολία καθώς το αέριο είναι παγιδευμένο μεταξύ των δύο μαύρων τρυπών και κινείται με τρομακτική ταχύτητα προς την πιο μεγάλη.

Οι γαλαξιακές συγχωνεύσεις γίνονται σε εκατομμύρια χρόνια, κι έτσι δεν είναι εύκολο να παρατηρηθεί η εξέλιξη τους.

Στην καρδιά του γαλαξία NGC 6240 οι αστρονόμοι βρήκαν το 2003 όχι μία αλλά δύο μαύρες τρύπες, κατά προσέγγιση 3.000 έτη φωτός μακριά μας, που τείνουν να συγχωνευτούν. Οι παρατηρήσεις με το Chandra δείχνουν ότι ο NGC 6240 είναι στην πραγματικότητα δύο γαλαξίες που άρχισαν να συγχωνεύονται πριν περίπου 30 εκατομμύρια έτη.

<Κρυμμένοι από τη σκόνη το ζευγάρι των μαύρων οπών βρίσκεται κάπου εκεί μέσα

Άλλες ενδείξεις για τις μέγα συγχωνεύσεις προέρχονται από τα σχετικά κοντινά κβάζαρ.

Ο Richard Larson, ένας αστρονόμος στο Yale που μελετά το σχηματισμό των άστρων στους γαλαξιακούς πυρήνες, λέει ότι οι γαλαξίες μπορούν να περάσουν από διάφορες φάσεις κβάζαρ κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Μελετώντας κβάζαρ - σε λογικότερες αποστάσεις - έχει δει σημάδια πρόσφατων συγχωνεύσεων μεταξύ δύο γαλαξιών ή άλλες αλληλεπιδράσεις μεγάλης κλίμακας που έπαιξαν το ρόλο του ερεθίσματος.

Και όπως εξηγεί ο Larson οι αλληλεπιδράσεις και οι συγχωνεύσεις είναι ένας άριστος τρόπος να διαφύγει πολύ αέριο στο κέντρο ενός γαλαξία. Και το πρώτο πράγμα που κάνει αυτό το αέριο είναι να δημιουργήσει ξαφνικά έναν τεράστιο αριθμό άστρων.

Η εποχή του έντονου σχηματισμού άστρων φαίνονται να διαρκούν περίπου 10 έως 20 εκατομμύρια έτη γύρω από ένα τυπικό κβάζαρ, την κατακλυσμιαία έκρηξη ενέργειας από το κέντρο ενεργών γαλαξιών στο κέντρο μιας μαύρης τρύπας.

Αλλά κάποια ποσότητα από το αέριο αυτό δεν πηγαίνει στην παραγωγή των άστρων αλλά πέφτει μέσα στη μαύρη τρύπα. Αυτή η βίαια φάση - της κατανάλωσης αερίου από τη μαύρη τρύπα - παρατηρείται πολύ εύκολα, επειδή η ενέργεια που ελευθερώνεται μετατρέπει το εισερχόμενο αέριο και τη σκόνη σε ένα λαμπρό νέφος. Τελικά, το χάος τελειώνει και τότε γίνονται ορατά τα νέα άστρα. Αργότερα, το ίδιο το κβάζαρ μένει γυμνό και ηρεμεί.

Ο Larson έχει υπολογίσει ότι αυτό το σενάριο για τη 'σίτιση' των μαύρων τρυπών ισχύει πιθανώς και για τα πιο απόμακρα κβάζαρ. Και υποστηρίζει την άποψη ότι οι μαύρες τρύπες στην πραγματικότητα κερδίζουν το μεγαλύτερο μέρος του όγκου τους από το αέριο που προσελκύουν.

Νέες ιδέες

Για να καταλάβουν καλύτερα τη συνεξέλιξη, οι αστρονόμοι θα πρέπει να δουν περισσότερα φαινόμενα στο σύμπαν και με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Και όπως λένε οι προοπτικές είναι καλές, ειδικά προς το τέλος αυτής της δεκαετίας.

Το δορυφορικό πρόγραμμα LISA για την έρευνα των βαρυτικών κυμάτων που γεννιούνται και από τις συγχωνεύσεις των μαύρων οπών, ίσως παρουσιάσει αποδείξεις ότι εμφανίζονται τέτοιες κολοσσιαίες συγκρούσεις στο σύμπαν. Ο δορυφόρος αυτός της NASA είναι έχει προγραμματιστεί να πετάξει το 2008.

Χρειαζόμαστε, επίσης, να κατανοήσουμε πολύ καλύτερα και την φύση της σκοτεινής ύλης. Η συμβολή πολλών τηλεσκοπίων είναι απαραίτητη για να την κατανοήσουμε, αλλά δεδομένου ότι κανένας δεν ξέρει τι είναι ακριβώς αυτή η ουσία, η πρόβλεψη οποιουδήποτε είδους είναι ιδιαίτερα θεωρητική.

Επίσης, πρέπει να ερευνηθούν πλήρως συγκεκριμένοι μηχανισμοί των μαύρων οπών. Μέχρι στιγμής, οι θεωρητικοί δεν ξέρουν ακόμη ακριβώς πώς η ύλη απορροφάται και καταναλώνεται.

Ο Roger Blandford, ο θεωρητικός αστροφυσικός του Caltech, έχει προτείνει έναν νέο τρόπο να αποδείξει ότι οι αρχικές συγχωνεύσεις στο σύμπαν δεν είχαν σοβαρή συνεισφορά στην αύξηση μαύρων οπών. Ο Blandford αναφέρει ότι δύο αρχικές παράμετροι χαρακτηρίζουν τις μαύρες τρύπες. Η μάζα είναι η προφανέστερη. Και η άλλη είναι η περιστροφή.

Ναι, οι μαύρες τρύπες φαίνονται να περιστρέφονται. Την ιδέα αυτή υπαινίσσονται παρατηρήσεις που έγιναν το Μάιο του 2001 αλλά δεν έχει αποδειχθεί ακόμα. Αλλά εάν η περιστροφή μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι μια καθολική ιδιότητα των μαύρων οπών, τότε ο ρυθμός περιστροφής τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συμπεράνουμε κάτι πολύ σημαντικό για την ιστορία μιας μαύρης τρύπας.

Εάν λοιπόν οι μαύρες τρύπες αυξάνονται με τη συγχώνευση, από συνδυασμούς μαύρων οπών, θα πρέπει να επιβραδύνεται η περιστροφή τους αρκετά γρήγορα. Έτσι αν δούμε μαύρες τρύπες να περιστρέφονται γρήγορα, τότε πιθανώς δεν αυξήθηκαν με τη συγχώνευση, αλλά έχουν αναπτυχθεί με την προσαύξηση αερίου.

Το πιο σημαντικό όμως είναι να βρούμε κβάζαρ στις πρώτες περιόδους του σύμπαντος.

Το Hubble μπορεί να μελετήσει κβάζαρ πολύ παλιούς αλλά ο διάδοχος του, το διαστημικό τηλεσκόπιο James Web (JWST), που προγραμματίζεται να πετάξει το 2011, θα είναι το καλύτερο όργανο για την παρατήρηση αντικειμένων της Κοσμικού Μεσαίωνα.