Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (891-935)

ΒΔ. εἴ τις θύρασιν ἠλιαστής, εἰσίτω·
ὡς ἡνίκ᾽ ἂν λέγωσιν, οὐκ εἰσφρήσομεν.
ΦΙ. τίς ἆρ᾽ ὁ φεύγων; ΒΔ. οὗτος. ΦΙ. ὅσον ἁλώσεται.
ΒΔ. ἀκούετ᾽ ἤδη τῆς γραφῆς· «ἐγράψατο
895 Κύων Κυδαθηναιεὺς Λάβητ᾽ Αἰξωνέα
τὸν τυρὸν ἀδικεῖν ὅτι μόνος κατήσθιεν
τὸν Σικελικόν. τίμημα κλῳὸς σύκινος.»
ΦΙ. θάνατος μὲν οὖν κύνειος, ἢν ἅπαξ ἁλῷ.
ΒΔ. καὶ μὴν ὁ φεύγων οὑτοσὶ Λάβης πάρα.
900 ΦΙ. ὢ μιαρὸς οὗτος· ὡς δὲ καὶ κλέπτον βλέπει,
οἷον σεσηρὼς ἐξαπατήσειν μ᾽ οἴεται.
ποῦ δ᾽ ‹αὖ› ὁ διώκων, ὁ Κυδαθηναιεὺς Κύων;
ΚΥΩΝ
αὖ αὖ. ΒΔ. πάρεστιν. ΦΙ. ἕτερος οὗτος αὖ Λάβης.
ΒΔ. ἀγαθός γ᾽ ὑλακτεῖν— ΦΙ. καὶ διαλείχειν τὰς χύτρας.
905 ΒΔ. σίγα, κάθιζε· σὺ δ᾽ ἀναβὰς κατηγόρει.
ΦΙ. φέρε νυν, ἅμα τήνδ᾽ ἐγχεάμενος κἀγὼ ῥοφῶ.
ΚΥ. τῆς μὲν γραφῆς ἠκούσαθ᾽ ἣν ἐγραψάμην,
ἄνδρες δικασταί, τουτονί. δεινότατα γὰρ
ἔργων δέδρακε κἀμὲ καὶ τὸ ῥυπαπαῖ.
910 ἀποδρὰς γὰρ εἰς τὴν γωνίαν τυρὸν πολὺν
κατεσικέλιζε κἀνέπλητ᾽ ἐν τῷ σκότῳ—
ΦΙ. νὴ τὸν Δί᾽, ἀλλὰ δῆλός ἐστ᾽· ἔμοιγέ τοι
τυροῦ κάκιστον ἀρτίως ἐνήρυγεν
ὁ βδελυρὸς οὗτος. ΚΥ. κοὐ μετέδωκ᾽ αἰτοῦντί μοι.
915 καίτοι τίς ὑμᾶς εὖ ποεῖν δυνήσεται,
ἢν μή τι κἀμοί τις προβάλλῃ, τῷ Κυνί;
ΦΙ. οὐδὲν μετέδωκεν οὐδὲ τῷ κοινῷ γ᾽, ἐμοί.
θερμὸς γὰρ ἁνὴρ οὐδὲν ἧττον τῆς φακῆς.
ΒΔ. πρὸς τῶν θεῶν, μὴ προκαταγίγνωσκ᾽, ὦ πάτερ,
920 πρὶν ἄν γ᾽ ἀκούῃς ἀμφοτέρων. ΦΙ. ἀλλ᾽, ὦγαθέ,
τὸ πρᾶγμα φανερόν ἐστιν· αὐτὸ γὰρ βοᾷ.
ΚΥ. μή νυν ἀφῆτέ γ᾽ αὐτόν, ὡς ὄντ᾽ αὖ πολὺ
κυνῶν ἁπάντων ἄνδρα μονοφαγίστατον,
ὅστις περιπλεύσας τὴν θυείαν ἐν κύκλῳ
925 ἐκ τῶν πόλεων τὸ σκῖρον ἐξεδήδοκεν.
ΦΙ. ἐμοὶ δέ γ᾽ οὐκ ἔστ᾽ οὐδὲ τὴν ὑδρίαν πλάσαι.
ΚΥ. πρὸς ταῦτα τοῦτον κολάσατ᾽·—οὐ γὰρ ἄν ποτε
τρέφειν δύναιτ᾽ ἂν μία λόχμη κλέπτα δύο·—
ἵνα μὴ κεκλάγγω διὰ κενῆς ἄλλως ἐγώ·
930 ἐὰν δὲ μή,—τὸ λοιπὸν οὐ κεκλάγξομαι.
ΦΙ. ἰοὺ ἰού.
ὅσας κατηγόρησε τὰς πανουργίας.
κλέπτον τὸ χρῆμα τἀνδρός· οὐ καὶ σοὶ δοκεῖ,
ὦλεκτρυών; νὴ τὸν Δί᾽, ἐπιμύει γέ τοι.
935 ὁ θεσμοθέτης· ποῦ ᾽σθ᾽ οὗτος; ἁμίδα μοι δότω.

***
Ο Σωσίας φέρνει δύο πρόσωπα μεταμφιεσμένα σε σκύλους·
ο ένας, ο Λάβης, έχει τη μορφή του Λάχη, ο άλλος του Κλέωνα.

ΒΔΕ. Να μπουν οι δικαστές που είν᾽ έξω· η δίκη
όταν αρχίσει, δε θα μπει κανένας.
ΦΙΛ. Ποιός ο κατηγορούμενος;
ΒΔΕ., δείχνοντας το Λάβη.
Ετούτος.
ΦΙ., μέσα του.
Ε καταδίκη που θα φάει! ΒΔΕ. Ακούστε
το κατηγορητήριο τώρα: «Ο Σκύλος,
Κυδαθηναίος δημότης, καταγγέλλει
τον Αιξωνέα το Λάβη. Το έγκλημά του:
Σικελικό τυρί έχει μόνος φάει.
Ποινή: Χαλκάς από συκιά.» ΦΙΛ. Σκυλίσιος
θάνατος, μόλις δούμε ότ᾽ είναι φταίχτης.
ΒΔΕ. Εδώ, ο κατηγορούμενος ο Λάβης.
900 ΦΙΛ. Τί σίχαμα! Και τί όψη κλέφτη! Δείχνει
και τα δόντια του· λέει, θα με γελάσει.
Πού είν᾽ ο Κυδαθηναίος, ο μηνυτής του;
Ο ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΟΣ ΣΚΥΛΟΣ
Γαβ γαβ. ΒΔΕ. Εδώ. ΦΙΛ. Άλλος…Λάβης πάλι τούτος.
ΒΔΕ. Για γάβγισμα άξιος… ΦΙΛ. και τσανακογλείφτης.
ΒΔΕ. Σιωπή!
Στο Φιλοκλέωνα, που είχε σηκωθεί για να παρατηρήσει τους σκύλους.
Στην έδρα κάθισε.
Στον Κυδαθηναίο Σκύλο.
Στο βήμα
ανέβα εσύ και πες τη μήνυσή σου.
Ο Σκύλος ανεβαίνει σε μια πέτρα.
ΦΙΛ. Ωστόσο τη φακή μου εγώ ας ρουφάω.
Τρώει αργά αργά.
ΣΚΥ. Δικαστές μου, το ακούσατε τί γράφω
στη μήνυσή γι᾽ αυτόν. Αισχρά σ᾽ εμένα
έχει φερθεί και στο ναυτόκοσμο όλον.
910 Σκαστός σε μια γωνιά, μες στο σκοτάδι,
τυρί κατασικέλιζε έναν κόσμο,
την τύλωσε γερά. ΦΙΛ. Ολοφάνερο είναι·
ναι, ρεύτηκε τυρί και μου᾽ ρθε η βρόμα·
ο αχρείος! ΣΚΥ. Κι εγώ του ζήτησα μερίδιο
και τίποτε δε μου ᾽δωσε· μα αν κάτι
δε ρίχνει ο κόσμος και σ᾽ εμέ, το Σκύλο,
καλό από ποιόν προσμένετε να δείτε;
ΦΙΛ. Δεν έδωσε ούτε στο κοινό, σ᾽ εμένα·
είναι σαν τη φακή μου· ζεματάει.
ΒΔΕ. Μην πεις την καταδίκη του, πατέρα,
920 μη, να χαρείς, αν δε μιλήσει κι ο άλλος.
Ο Λάβης γαβγίζει κλαψιάρικα.
ΦΙΛ. Μα φανερό ειναι, φίλε μου, το πράγμα·
όπως ακούς, μονάχο του φωνάζει.
ΣΚΥ. Να μην τον αθωώσετε· είναι σκύλος
μοναχοφάης όσο κανένας άλλος·
αρμένισε ένα γύρο στην καυκιά
κι όπου τυρί ᾽ταν, το ξεκόλλησε όλο
από τις πολιτείες. ΦΙΛ. Κι εγώ ούτε γύψο
δεν έχω να κολλήσω το σταμνί μου.
ΣΚΥ. Γι᾽ αυτά όλα τιμωρήστε τον· γιατί ένας
θάμνος δυο…κλέφτες δεν μπορεί να θρέψει·
να μη γαβγίζω δα κι εγώ στο βρόντο·
930 αλλιώς, δε θα γαβγίσω πια ποτέ μου.
ΦΙΛ. Μωρέ βρομιές που ᾽χε να πει για δαύτον!
Είν᾽ η κλεψιά μες στο αίμα του· την ίδια
γνώμη κι εσύ, βρε κόκορα, δεν έχεις;
«Ναι» λέει τα μάτια κλειώντας, μά το Δία.
Ε, θεσμοθέτη! Πού είσαι; Το κανάτι!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΛΥΚΑΩΝ

ΛΥΚΑΩΝ
(ζώο, λύκος)
 
Ο μύθος του Λυκάονα είναι γενεαλογικός και, όπως οι περισσότεροι γενεαλογικοί μύθοι, είναι και αυτός περίπλοκος, καθώς άλλαζε ανάλογα με τις εκάστοτε τοπικές ανάγκες και τις νέες εποχές. Η σύγχυση αφορά κυρίως την καταγωγή και τους απογόνους του Λυκάονα, που και πολυάριθμοι είναι και επώνυμοι ήρωες πολλών πελοποννησιακών πόλεων. Και στις δύο παραλλαγές για την καταγωγή του ο τόπος παραμένει σταθερός: η Αρκαδία.

Πρώτη παραλλαγή

Ο Λυκάονας είναι γιος του Πελασγού και της Ωκεανίδας Μελίβοιας ή της Νύμφης Κυλλήνης. Διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο της Αρκαδίας και από πολλές γυναίκες απέκτησε μια κόρη, την Καλλιστώ, ακόλουθο της Άρτεμης, και γιους, για τα ονόματα και τον αριθμό των οποίων οι συγγραφείς, κυρίως ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, δίνουν καταλόγους που διαφέρουν. Πάντως ο αριθμός τους κυμαίνεται στους πενήντα.

Ο κατάλογος του Απολλοδώρου

Μελαινέας, Θεσπρωτός, Έλικας, Νύκτιμος, Πευκέτιος, Καύκωνας, Μηκιστέας, Οπλέας, Μακαρέας, Μάκεδνος, Όρος, Πόλιχος, Ακόντης, Ευαίμονας, Αγκύορας, Αρχεβάτης, Καρτέρωνας, Αιγαίωνας, Πάλλαντας, Εύμονας, Κάνηθος, Πρόθοος, Λίνος, Κορέθοντας, Μαίναλος, Τηλεβόας, Φύσιος, Φάσσος, Φθίος, Λύκιος, Αλίφηρος, Γενέτορας, Βουκολίωνας, Σωκλέας, Φινέας, Ευμήτης, Αρπαλέας, Πορθέας, Πλάτωνας, Αίμονας, Κύναιθος, Λέοντας, Αρπάλυκος, Ηραιέας, Τιτάνας, Μαντινέας, Κλείτορας, Στύμφαλος, Ορχομενός.

Ο κατάλογος του Παυσανία

Μαντινέας, Τεγεάτης, Μαίναλος, Ελισσών, Νύκτιμος, Μακαρέας, Πάλλας, Λύκιος, Αλίφηρος, Ηραιέας, Ορχομενός, Ορεσθέας, Φίγαλος, Τραπεζούντας, Δασεάτας, Άκακος, Θώκνος, Υψούντας, Κρώμος, Χαρίσιος, Τρικόλωνος, Πέραιθος, Ασεάτας, Σουματέας, Οίνωτρος (8.3.4)

Δεύτερη παραλλαγή

Ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας παραδίδει ότι υπήρχαν δύο Λυκάονες. Ο πρώτος ήταν γιος του Αιζειού και πατέρας της Δηιάνειρας που παντρεύτηκε τον Πελασγό. Από αυτό το ζευγάρι γεννήθηκε ο δεύτερος Λυκάων, εγγονός του πρώτου, και πατέρας των πενήντα γιων και της μιας θυγατέρας από τη Νύμφη Κυλλήνη που στην πρώτη παράδοση αναφέρεται ως μητέρα του.

Το οικιστικό πρόγραμμα πατέρα και γιων. Οι πρώτες μυθολογικές αποικίες

Η οικιστική δράση του Λυκάονα και των γιων του λεγόταν ότι σχετιζόταν με την αύξηση του αριθμού των ανθρώπων.

Ο Λυκάων ίδρυσε την πόλη Λυκόσουρα στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας και το παράδειγμά του μιμήθηκαν οι γιοι του. Έτσι, ο καθένας φέρεται ως ιδρυτής και επώνυμος ήρωας μιας πόλης. Πιο συγκεκριμένα: Ο Αίμων φέρεται ότι έκτισε τις Αιμονίες, ο Άκακος το Ακακήσιο, ο Αλίφηρος την Αλίφηρα, ο Ασεάτας την Aσέα, ο Βουκολίων τη Βουκολιώνα, ο Δασεάτας τη Δασέα, ο Ελίσσων τον Ελισσώντα, ο Ηραιεύς έδωσε το όνομά του στην περιοχή Ηραία, ο Θυραιός ίδρυσε το Θυραίον, ο Θώκνος τη Θωκνία, ο Κρώμος ονόμασε τους Κρώμους και ο Πέραιθος τος Περαιθείς, ο Λυκέας τη Λυκόα, ο Μαίναλος το Μαίναλο, ο Μακαρεύς τη Μακαρία, ο Μαντινεύς την ομώνυμη πόλη, ο Ορεσθεύς το Ορεσθάσιο, ο Ορχομενός τον Ορχομενό, ο Πάλλας το Παλλάντιο, ο Σουματέας τη Σουματία, ο Τεγεάτης την πόλη Τεγέα, ο Τραπεζούς την Τραπεζούντα*, ο Τροκολώνος τους Τρικολώνους, ο Υψούς την Υψούντα, ο Φίγαλος την Φιγαλία, ο Χαρίσιος τη Χαρισία κ.λπ. Μερικοί από τους γιους του Λυκάονα έφυγαν σε άλλους τόπους και εκεί ίδρυσαν πόλεις. Ο Θεσπρωτός πήγε στην Ήπειρο, όπου έγινε γενάρχης των Θεσπρωτών και έδωσε το όνομά του στην περιοχή. Ο Μάκεδνος πήγε ακόμα πιο βόρεια και ίδρυσε το έθνος των Μακεδόνων. Ο Φθίος ίδρυσε τη Φθιώτιδα, ενώ ο Οίνωτρος και ο Νύκτιμος με στόλο πέρασαν στην Ιταλία, καὶ ἡ Οἰνωτρία χώρα τὸ ὄνομα ἔσχεν ἀπὸ Οἰνώτρου βασιλεύοντος (Παυσ. 8.3.4.). Ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας αναφέρει ότι μαζί με τον Οινωτρέα πέρασε στην Ιταλία και ο αδελφός του Πευκέτιος και έδωσε το όνομά του στον λαό των Πευκετίων, όπως ο αδελφός του στον λαό των Οινωτρίων (Ρωμ. Αρχ. 1.11.13). Αυτοί ήταν οι πρώτοι Έλληνες που ίδρυσαν αποικία.

Η θεοσέβεια ή η ασέβεια του Λυκάονα και των γιων του

Ιδιαίτερη είναι η σχέση του Λυκάονα με τον Δία. Την κόρη του Καλλιστώ ερωτεύτηκε ο θεός, βάζοντάς την σε περιπέτειες· καθιέρωσε αγώνες προς τιμή του, τα Λύκαια (κατά τον Παυσανία παλαιότερη γιορτή από τα Παναθήναια στην Αθήνα) και του προσέδωσε την επωνυμία Λύκαιο ή Λυκαίο, προφανώς από το ομώνυμο βουνό της Αρκαδίας, όπου ο Λυκάων είχε ιδρύσει και την πρώτη πόλη, τη Λυκόσουρα και από το οποίο κατά πάσα πιθανότητα είχε ονομαστεί και ο ίδιος. Ωστόσο, ο Λυκάων προκάλεσε την οργή των θεών που τον μεταμόρφωσαν σε λύκο. Η μη συμμετοχή του όμως στην υβριστική πράξη των γιων του αιτιολογεί το γεγονός ότι βρίσκεται στην κορυφή του γενεαλογικού δέντρου της Αρκαδίας.

Πρώτη παραλλαγή

Σύμφωνα με ορισμένους μυθογράφους ο Λυκάων, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του Πελασγού, ήταν πολύ ευσεβής και συχνά τον επισκέπτονταν οι θεοί. Όμως οι γιοι του θέλησαν να διαπιστώσουν αν οι ξένοι που φιλοξενούσε ο πατέρας τους ήταν πράγματι οι θεοί. Γι' αυτό σκότωσαν ένα παιδί και ανακάτεψαν τις σάρκες του με τα κρέατα του ζώου που είχε θυσιαστεί για το συμπόσιο. Οι θεοί φυσικά αντιλήφθηκαν την πράξη και έστειλαν καταιγίδα για να τιμωρήσουν τους ενόχους.

Δεύτερη παραλλαγή

Η δεύτερη παραλλαγή θέλει τον Λυκάονα και τους γιους του ασεβείς και υβριστές. Ο Απολλόδωρος παραδίδει τα εξής:

Αυτοί ξεπερνούσαν όλους τους ανθρώπους σε αλαζονεία και ασέβεια. Και ο Δίας, θέλοντας να δοκιμάσει την ασέβειά τους, παρουσιάστηκε στο σπίτι τους με τη μορφή ενός απλού χειρώνακτα. Και εκείνοι τον φιλοξένησαν, και αφού έσφαξαν ένα από τα παιδιά του τόπου, ανακάτεψαν τα σπλάχνα του με τα σφάγια της θυσίας και τα παρέθεσαν στο τραπέζι, όπως υπέδειξε ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μαίναλος. Τότε ο Δίας, αηδιασμένος, αναποδογύρισε το τραπέζι στον τόπο που τώρα ονομάζεται Τραπεζούς, και κατακεραύνωσε τον Λυκάονα και τους γιους του, εκτός από τον νεότερο, τον Νύκτιμο· γιατί πρόφτασε η Γη και πιάνοντας το δεξί χέρι του Δία πράυνε την οργή του. Όταν ο Νύκτιμος παρέλαβε τη βασιλεία, έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Κάποιοι μάλιστα λένε ότι αυτός έγινε εξαιτίας της ασέβειας των παιδιών του Λυκάονα. (Απολλόδωρος 3.8)

Ο Νύκτιμος, που σώθηκε με παρέμβαση της Γαίας, διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, ο Νύκτιμος ήταν αυτός που σφαγιάστηκε από τα αδέλφια του και αυτουνού τις σάρκες ανακάτεψαν με τα κρέατα του θυσιασμένου ζώου. Ακόμη λεγόταν ότι ο Λυκάων, για να εκδικηθεί τον Δία που είχε αποπλανήσει την κόρη του Καλλιστώ, κάλεσε τον Δία σε τραπέζι και τότε έσφαξε το παιδί που είχε γεννήσει η κόρη του από τον θεό, τον Αρκάδα.
 
Οργισμένος ο Δίας μεταμόρφωσε τον Λυκάονα σε λύκο, έκαψε με κεραυνό την Αρκαδία και ύστερα πήρε τα κομμάτια του σφαγμένου παιδιού του, τα κόλλησε και ξανάδωσε ζωή στο παιδί που έγινε γενάρχης των Αρκάδων**.

Σχόλια

Είναι πιθανό ότι ο μύθος πλάστηκε με βάση την παρετυμολογική σχέση του ονόματος του Λυκάονα με τον λύκο και ως απόηχος της μνήμης άγριων ηθών που περιλάμβαναν ανθρωποθυσίες και παιδοφαγίες, μετάληψη των σπλάχνων του θυσιασμένου. Λεγόταν ότι όσοι συμμετείχαν σε αυτό μεταμορφώνονταν σε λύκους για οκτώ έτη ή δέκα*** έτη και ξαναέπαιρναν την ανθρώπινη μορφή τους, εάν στη διάρκεια αυτής της οκταετίας απείχαν από τη βρώση ανθρώπινου κρέατος.

Ο Παυσανίας, που επισκέφτηκε την περιοχή τον 2ο αι. μ.X., υπαινίσσεται ότι ο ίδιος τύπος των θυσιών, απόρρητες και μυστικές, διατηρήθηκε μέχρι και τις ημέρες του από τους ποιμένες -ἐχέτω δὲ ὡς ἔχει καὶ ὡς ἔσχεν ἐξ ἀρχῆς (8.38.7.9):

Η γνώμη μου είναι ότι ο Λυκάων και ο βασιλιάς των Αθηναίων Κέκροπας έζησαν την ίδια εποχή, δεν έδειξαν όμως την ίδια σύνεση στα θέματα της θρησκείας. Γιατί ο Κέκροπας ονόμασε πρώτος τον Δία Ύπατο θεό και δεν έκρινε σωστό να θυσιάσει κανένα ζωντανό πλάσμα παρά πρόσφερε πάνω στον βωμό και έψησε εγχώριους πλακούντες [γλυκίσματα], ενώ ο Λυκάων έφερε στον βωμό του Λυκαίου Διός ένα βρέφος και έβαψε με το αίμα του τον βωμό και, κατά την παράδοση, αμέσως μετά την θυσία έγινε από άνθρωπος λύκος. (Παυσ. 8.΄2.2)

Και ο Πλάτων αναφέρεται στον μύθο του Λυκάονα και στις γιορτές στο Λύκαιο όρος όπου γινόντουσαν θυσίες ζώων αλλά και ανθρωποθυσίες, για να δείξει πως αυτός που τελεί τέτοιες θυσίες κάποια στιγμή θα εξολοθρευθεί από τους εχθρούς του ή θα γίνει τύραννος. (Πολιτεία 565.d.4-566.a.7****)
---------------------------
*Άλλη εκδοχή αποδίδει την ονομασία της πόλης στο τραπέζι που ανέτρεψε ο Δίας, όταν ο Λυκάων του πρόσφερε σε γεύμα τον διαμελισμένο Αρκάδα.
 
**Αναλογίες παρουσιάζει ο μύθος του διαμελισμένου και ανασυγκροτημένου παιδιού με τον Διόνυσο ή τον Πέλοπα, ή και με τον Πελία· το γεύμα που πρόσφερε ο Λυκάων με τα θυέστεια δείπνα· το κάψιμο της γης της Αρκαδίας από τον Δία με το κάψιμο της Σεμέλης· η παιδοφαγία με τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του· ο αποτροπιασμός του Δία με τον αποτροπιασμό της Αθηνάς για την ανθρωποφαγία του προστατευόμενου της Τυδέας. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι και το ξεγέλασμα του θεού, όπως το επιχείρησαν για παράδειγμα ο Προμηθέας και ο Ωρίωνας, ή ο Οδυσσέας όταν γύρισε στην Ιθάκη. Γύρω από δομές και μοτίβα αναπτύσσονται τοπικές λεπτομέρειες.
 
***Ο πυγμάχος Δάμαρχος
 
Όσο για τον πυγμάχο Δάμαρχο, έναν Αρκάδα από τα Παρράσια, δεν μπορώ να πιστέψω, εκτός φυσικά από την ολυμπιακή του νίκη, τα μυθεύματα που διηγούνταν γι' αυτόν μερικοί τερατολόγοι, ότι δηλαδή μεταμορφώθηκε από άνθρωπος σε λύκο κατά τη θυσία του Λυκαίου Δία και πως πάνω στον δέκατο χρόνο ξαναέγινε άνθρωπος. Νομίζω ότι αυτό δεν το αναφέρουν ούτε οι Αρκάδες γι' αυτόν. (Παυσ. 6.8.2)
 
****Ο Λυκάονας λύκος και ο τύραννος λύκος
 
- Πώς αρχίζει αυτή η μεταβολή από προστάτης του λαού σε τύραννο; Ή είναι φανερό ότι η μεταβολή συντελείται μόλις ο αρχηγός αρχίσει να κάνει αυτό το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, γίνεται και στο ιερό του Λυκαίου Διός στην Αρκαδία;
- Τι δηλαδή;
- Όποιος γευτεί, λένε, το ανθρώπινο σπλάχνο που είναι ανακατεμένο μαζί με άλλα τεμαχισμένα ιερά σφάγια, μοιραία ο άνθρωπος αυτός γίνεται λύκος. Ή μήπως δεν το έχεις ακούσει αυτό;
- Το έχω.
- Έτσι λοιπόν κι εκείνος που θα 'ναι αρχηγός του λαού, άμα -έχοντας πίσω του μια μάζα που τον ακολουθεί τυφλά- δεν κρατηθεί μακριά από αδελφικό αίμα αλλά αρχίσει να σύρει πολίτες στα δικαστήρια, όπως συνήθως γίνεται, με άδικες κατηγορίες, άμα λερώνει τα χέρια του με φόνους, αφανίζοντας ανθρώπινη ζωή, δοκιμάζοντας με τη γλώσσα του και με το ανόσιο στόμα του αίμα συγγενικό, άμα εξορίζει και σκοτώνει και συγκεκαλυμμένα υπόσχεται αποσβέσεις χρεών και αναδιανομή της γης, άραγε, ύστερα απ' όλα αυτά, δεν είναι αναπόφευκτο και μοιραίο ένας τέτοιος άνθρωπος ή να εξολοθρευτεί από τους εχθρούς του ή να γίνει τύραννος και λύκος από άνθρωπος που ήταν πρωτύτερα;
- Εντελώς αναπόφευκτο.
(Πλάτων, Πολιτεία 565.d.4-566.a.7)

Φοβόμαστε κάποιον, γιατί του έχουμε παραχωρήσει εξουσία πάνω μας

Συχνά εξαρτιόμαστε περισσότερο από τους άλλους παρά από τον ίδιο τον εαυτό μας, και αγωνιζόμαστε με παράλογο τρόπο για την αποδοχή τους, λες και η αξία μας μπορεί να θεμελιωθεί μόνο από άτομα τα οποία ίσα που μας γνωρίζουν.

Το να δίνουμε τέτοια εξουσία στον περίγυρό μας γεννάει ανασφάλεια και μας κάνει να δημιουργούμε αρρωστημένους δεσμούς – στην πλειονότητά τους δεσμούς εξάρτησης – με τους ανθρώπους.

Η μοναδική αναγνώριση που χρειαζόμαστε πραγματικά βρίσκεται μέσα μας. Αν δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αν δεν είμαστε σίγουροι γι' αυτό που κάνουμε, πώς περιμένουμε να μας αναγνωρίσουν οι άλλοι;

Χρειάζεται να μάθει κανείς να αγαπάει τον εαυτό του, να τον παραδέχεται και να τον αποδέχεται με όλες τις ατέλειές του, οι οποίες, στην πραγματικότητα, είναι δρόμοι που περιμένουν να τους διανύσουμε. Μόνο έτσι θα πάψουμε να φοβόμαστε τους άλλους και δεν θα μας επηρεάζουν οι γνώμες τους.

Συχνά οι άλλοι ούτε που έχουν γνώμη για εμάς. Εμείς οι ίδιοι τυφλωνόμαστε από τη μανία να μάθουμε τι θα σκεφτούν...

Όπως μας θυμίζει ο Έρμαν Έσσε, κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον κήπο του και φιλοτεχνεί νοερά την ακουαρέλα αυτού που επιθυμεί να είναι. Όταν παύουμε να εξαρτιόμαστε από τους άλλους, ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι είμαστε κύριοι της ζωής μας.

Προυστ: Η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει

Αλλά, αντιλήφθηκα επίσης πως ο πόνος που προκαλεί η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, ένας πόνος που ένιωσα αρχικά σε σχέση με τη Ζιλμπέρτ, για δύο λόγους είναι ευεργετικός.

Ο πρώτος και λιγότερο σημαντικός είναι ότι, αν και η ζωή είναι μικρή, μόνο όταν υποφέρουμε βλέπουμε μερικά πράγματα που άλλες φορές είναι κρυμμένα.

Καθόμαστε μπροστά σ’ ένα παράθυρο σε άσχημη θέση που βλέπει όμως σε μιαν απέραντη θάλασσα, και μόνο στη διάρκεια μιας θύελλας, όταν οι σκέψεις μας ερεθίζονται από κινήσεις που αλλάζουν συνεχώς, ανυψώνονται σε τέτοιο επίπεδο που μπορούμε να δούμε όλη τη νομοτελειακή απεραντοσύνη που κάτω από κανονικές συνθήκες, όταν ο ήρεμος καιρός της ευτυχίας της δίνει μιαν απαλότητα, βρίσκεται κάτω απ’ το οπτικό μας πεδίο.

Ίσως μόνο για λιγοστές μεγάλες ιδιοφυίες να υπάρχει πάντοτε αυτή η κίνηση της σκέψης, ανεπηρέαστη από τις εξάρσεις της προσωπικής λύπης.

Μπορούμε όμως άραγε να είμαστε βέβαιοι, όταν σκεπτόμαστε την πλατιά και κανονική ανάπτυξη των χαρωπών δημιουργημάτων τους, πως δε γίνεται να συνάγουμε εύκολα από τη χαρά που αποπνέει το έργο τους ότι υπήρχε χαρά και στη ζωή τους, που ίσως αντίθετα να ήταν σχεδόν πάντοτε δυστυχισμένη;

Αλλά ο κυριότερος λόγος είναι ότι, αν ο έρωτάς μας είναι όχι μόνο ο έρωτας για την οποιανδήποτε Ζιλμπέρτ (και αυτό το γεγονός είναι που μας φαίνεται τόσο οδυνηρό), η αιτία δεν είναι πως είναι επίσης ο έρωτας κάποιας Αλμπερτίν αλλά ότι είναι ένα κομμάτι του νου μας πιο ανθεκτικό από τα διάφορα εγώ που σταδιακά πεθαίνουν μέσα μας και τα οποία θα ήθελαν, μέσα στην εγωπάθειά τους, να κρατήσουν για τον εαυτό τους, ένα κομμάτι του νου μας που πρέπει, όσο κι αν μας πονά (και ο πόνος μπορεί τελικά να μας κάνει καλό), να αποσπαστεί από τα άτομα έτσι ώστε να αποκαταστήσει το όλο και να προσφέρει τούτο τον έρωτα, την κατανόηση του έρωτα αυτού, σε όλους, στο πνεύμα το συμπαντικό και όχι τούτο ή τ’ άλλο, με τα οποία τούτο ή τ’ άλλο από τα εγώ που υπήρξαμε στο παρελθόν διαδοχικά θα ήθελε να συγχωνευθεί.
 
Μαρσέλ Προύστ, Ο ξανακερδισμένος χρόνος

Αυτοί που έχουν το κουράγιο να προχωρούν

Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ότι έχουμε το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία.

Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.

Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία – τη θέση του, την οικογένειά του – και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.

Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».

Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.

Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.

Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.

Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1151a-1152a)

[IX] Πότερον οὖν ἐγκρατής ἐστιν ὁ ὁποιῳοῦν λόγῳ καὶ ὁποιαοῦν προαιρέσει ἐμμένων ἢ ὁ τῇ ὀρθῇ, καὶ ἀκρατὴς δὲ ὁ ὁποιᾳοῦν μὴ ἐμμένων προαιρέσει καὶ ὁποιῳοῦν λόγῳ ἢ ὁ τῷ μὴ ψευδεῖ λόγῳ καὶ τῇ προαιρέσει τῇ ὀρθῇ, ὥσπερ ἠπορήθη πρότερον; ἢ κατὰ μὲν συμβεβηκὸς ὁποιᾳοῦν, καθ᾽ αὑτὸ δὲ τῷ ἀληθεῖ λόγῳ καὶ τῇ ὀρθῇ προαιρέσει ὃ μὲν ἐμμένει ὃ δ᾽ οὐκ ἐμμένει; εἰ γάρ τις τοδὶ διὰ τοδὶ

[1151b] αἱρεῖται ἢ διώκει, καθ᾽ αὑτὸ μὲν τοῦτο διώκει καὶ αἱρεῖται, κατὰ συμβεβηκὸς δὲ τὸ πρότερον. ἁπλῶς δὲ λέγομεν τὸ καθ᾽ αὑτό. ὥστε ἔστι μὲν ὡς ὁποιᾳοῦν δόξῃ ὃ μὲν ἐμμένει ὃ δ᾽ ἐξίσταται, ἁπλῶς δὲ [ὁ] τῇ ἀληθεῖ. εἰσὶ δέ τινες οἳ ἐμμενετικοὶ τῇ δόξῃ εἰσίν, οὓς καλοῦσιν ἰσχυρογνώμονας, οἱ δύσπειστοι καὶ οὐκ εὐμετάπειστοι· οἳ ὅμοιον μέν τι ἔχουσι τῷ ἐγκρατεῖ, ὥσπερ ὁ ἄσωτος τῷ ἐλευθερίῳ καὶ ὁ θρασὺς τῷ θαρραλέῳ, εἰσὶ δ᾽ ἕτεροι κατὰ πολλά. ὃ μὲν γὰρ διὰ πάθος καὶ ἐπιθυμίαν οὐ μεταβάλλει [ὁ ἐγκρατής], ἐπεὶ εὔπειστος, ὅταν τύχῃ, ἔσται ὁ ἐγκρατής· οἳ δὲ οὐχ ὑπὸ λόγου, ἐπεὶ ἐπιθυμίας γε λαμβάνουσι, καὶ ἄγονται πολλοὶ ὑπὸ τῶν ἡδονῶν. εἰσὶ δὲ ἰσχυρογνώμονες οἱ ἰδιογνώμονες καὶ οἱ ἀμαθεῖς καὶ οἱ ἄγροικοι, οἱ μὲν ἰδιογνώμονες δι᾽ ἡδονὴν καὶ λύπην· χαίρουσι γὰρ νικῶντες ἐὰν μὴ μεταπείθωνται, καὶ λυποῦνται ἐὰν ἄκυρα τὰ αὐτῶν ᾖ ὥσπερ ψηφίσματα· ὥστε μᾶλλον τῷ ἀκρατεῖ ἐοίκασιν ἢ τῷ ἐγκρατεῖ. εἰσὶ δέ τινες οἳ τοῖς δόξασιν οὐκ ἐμμένουσιν οὐ δι᾽ ἀκρασίαν, οἷον ἐν τῷ Φιλοκτήτῃ τῷ Σοφοκλέους ὁ Νεοπτόλεμος· καίτοι δι᾽ ἡδονὴν οὐκ ἐνέμεινεν, ἀλλὰ καλήν· τὸ γὰρ ἀληθεύειν αὐτῷ καλὸν ἦν, ἐπείσθη δ᾽ ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως ψεύδεσθαι. οὐ γὰρ πᾶς ὁ δι᾽ ἡδονήν τι πράττων οὔτ᾽ ἀκόλαστος οὔτε φαῦλος οὔτ᾽ ἀκρατής, ἀλλ᾽ ὁ δι᾽ αἰσχράν.

Ἐπεὶ δ᾽ ἔστι τις καὶ τοιοῦτος οἷος ἧττον ἢ δεῖ τοῖς σωματικοῖς χαίρειν, καὶ οὐκ ἐμμένων τῷ λόγῳ, ὁ τοιοῦτος τούτου καὶ τοῦ ἀκρατοῦς μέσος ὁ ἐγκρατής· ὁ μὲν γὰρ ἀκρατὴς οὐκ ἐμμένει τῷ λόγῳ διὰ τὸ μᾶλλόν τι, οὗτος δὲ διὰ τὸ ἧττόν τι· ὁ δ᾽ ἐγκρατὴς ἐμμένει καὶ οὐδὲ δι᾽ ἕτερον μεταβάλλει. δεῖ δέ, εἴπερ ἡ ἐγκράτεια σπουδαῖον, ἀμφοτέρας τὰς ἐναντίας ἕξεις φαύλας εἶναι, ὥσπερ καὶ φαίνονται· ἀλλὰ διὰ τὸ τὴν ἑτέραν ἐν ὀλίγοις καὶ ὀλιγάκις εἶναι φανεράν, ὥσπερ ἡ σωφροσύνη τῇ ἀκολασίᾳ δοκεῖ ἐναντίον εἶναι μόνον, οὕτω καὶ ἡ ἐγκράτεια τῇ ἀκρασίᾳ. ἐπεὶ δὲ καθ᾽ ὁμοιότητα πολλὰ λέγεται, καὶ ἡ ἐγκράτεια ἡ τοῦ σώφρονος καθ᾽ ὁμοιότητα ἠκολούθηκεν· ὅ τε γὰρ ἐγκρατὴς οἷος μηδὲν παρὰ τὸν λόγον διὰ τὰς σωματικὰς ἡδονὰς

[1152a] ποιεῖν καὶ ὁ σώφρων, ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἔχων ὃ δ᾽ οὐκ ἔχων φαύλας ἐπιθυμίας, καὶ ὃ μὲν τοιοῦτος οἷος μὴ ἥδεσθαι παρὰ τὸν λόγον, ὃ δ᾽ οἷος ἥδεσθαι ἀλλὰ μὴ ἄγεσθαι. ὅμοιοι δὲ καὶ ὁ ἀκρατὴς καὶ ἀκόλαστος, ἕτεροι μὲν ὄντες, ἀμφότεροι δὲ τὰ σωματικὰ ἡδέα διώκουσιν, ἀλλ᾽ ὃ μὲν καὶ οἰόμενος δεῖν, ὃ δ᾽ οὐκ οἰόμενος.

***
[9] Αλήθεια, εγκρατής είναι ο άνθρωπος που μένει σταθερός σε οποιαδήποτε αρχή και σε οποιαδήποτε επιλογή, ή μήπως αυτός που μένει σταθερός μόνο στην ορθή επιλογή και προτίμηση; Και, πάλι, ακρατής είναι ο άνθρωπος που δεν μένει σταθερός σε οποιαδήποτε επιλογή και σε οποιαδήποτε αρχή, ή μήπως αυτός που δεν μένει σταθερός μόνο σε μια αρχή που δεν είναι ψευδής και στη σωστή επιλογή και προτίμηση; Αυτή ήταν, πράγματι, η δυσκολία μπροστά στην οποία βρεθήκαμε πιο πάνω. Ή μήπως πρέπει να πούμε: κατά σύμπτωση σε οποιαδήποτε επιλογή, βασικά όμως στην αληθινή αρχή και στην ορθή επιλογή ο ένας μένει σταθερός και ο άλλος όχι; Γιατί αν ένας επιλέγει ή επιδιώκει το τάδε πράγμα για χάρη του τάδε πράγματος,

[1151b] επιδιώκει και επιλέγει καθεαυτό το δεύτερο, το πρώτο όμως μόνο κατά σύμπτωση — λέγοντας «καθεαυτό» εννοώ «γενικά και απόλυτα». Συμπέρασμα: Κατά κάποιον τρόπο ο ένας μένει σταθερός και ο άλλος όχι σε οποιαδήποτε γνώμη, γενικά όμως και απόλυτα στην αληθινή γνώμη.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μένουν σταθεροί στη δική τους γνώμη· αυτούς ο κόσμος τούς λέει ισχυρογνώμονες, που θέλει να πει πως είναι άνθρωποι δύσπιστοι, άνθρωποι που δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάποια ομοιότητα με τον εγκρατή (είναι η ομοιότητα που έχει ο άσωτος με τον ελευθέριο και ο θρασύς με τον θαρραλέο), είναι όμως διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον από πολλές απόψεις. Ο ένας, ο εγκρατής, δεν αλλάζει γνώμη από πάθος ή επιθυμία: όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις, είναι πρόθυμος να μεταπεισθεί, τους ισχυρογνώμονες όμως κανένα λογικό επιχείρημα δεν τους αλλάζει τη γνώμη, γιατί είναι επιρρεπείς στις επιθυμίες, και πολλοί από αυτούς άγονται και φέρονται από τις ηδονές. Ισχυρογνώμονες είναι οι ιδιότροποι άνθρωποι, οι αμαθείς και οι άξεστοι. Οι ιδιότροποι άνθρωποι επηρεάζονται από την ηδονή και τη λύπη: χαίρονται για τη νίκη τους, στην περίπτωση που δεν πείθονται να αλλάξουν γνώμη, και λυπούνται όταν ακυρώνονται οι δικές τους γνώμες — όπως συμβαίνει με τα ψηφίσματα· μοιάζουν λοιπόν πιο πολύ με τον ακρατή παρά με τον εγκρατή άνθρωπο.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν μένουν σταθεροί στις αποφάσεις τους και ο λόγος δεν είναι η ακράτεια· παράδειγμα ο Νεοπτόλεμος στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή — αν και ο λόγος που δεν έμεινε σταθερός στην απόφασή του ήταν, στην πραγματικότητα, η ηδονή, μια ηδονή όμως ωραία· γιατί για τον Νεοπτόλεμο το να λέει την αλήθεια ήταν κάτι το ωραίο, και ο Οδυσσέας τον είχε πείσει να πει ψέματα· δεν είναι, πράγματι, ούτε ακόλαστος ούτε ευτελής και τιποτένιος ούτε ακρατής ο καθένας που κάνει κάτι για λόγους ευχαρίστησης, παρά μόνο αυτός που το κάνει για κάποια άσχημη ευχαρίστηση.

Δεδομένου, τώρα, ότι υπάρχει και άνθρωπος που ευχαριστιέται λιγότερο από ό,τι πρέπει με τις σωματικές ηδονές και όμως, παρόλο ότι είναι τέτοιου είδους άνθρωπος, δεν μένει σταθερός στον ορθό λόγο, ο ενδιάμεσος μεταξύ αυτού του ανθρώπου και του ακρατούς είναι ο εγκρατής άνθρωπος. Ο ακρατής, πράγματι, δεν μένει σταθερός στον ορθό λόγο για τον λόγο ότι ευχαριστιέται περισσότερο από ό,τι πρέπει με τις σωματικές ηδονές, ενώ ο τύπος ανθρώπου για τον οποίο μιλούμε για τον λόγο ότι τις ευχαριστιέται λιγότερο από ό,τι πρέπει· ο εγκρατής, αντίθετα, μένει σταθερός στον ορθό λόγο και δεν αλλάζει ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλο λόγο. Αν όμως η εγκράτεια είναι μια καλή έξη, τότε οι δύο έξεις που είναι αντίθετες προς αυτήν δεν μπορεί παρά να είναι κακές — όπως και ολοφάνερα είναι. Επειδή, πάντως, η μία από τις δύο αυτές έξεις εμφανίζεται σε λίγους μόνο ανθρώπους και σπάνια, γι᾽ αυτό, όπως η σωφροσύνη θεωρείται από τον πολύ κόσμο ότι είναι αντίθετη μόνο προς την ακολασία, έτσι και η εγκράτεια θεωρείται αντίθετη προς την ακράτεια.

Επειδή, τώρα, πολλοί χαρακτηρισμοί/περιγραφές βασίζονται στην αναλογία, φτάσαμε να μιλούμε κατ᾽ αναλογίαν και για την εγκράτεια του σώφρονα ανθρώπου· και ο εγκρατής, πράγματι, άνθρωπος και ο σώφρων είναι τέτοιας λογής άνθρωποι που να μην παρασύρονται από τις σωματικές ηδονές

[1152a] ώστε να κάνουν πράξεις αντίθετες προς τον ορθό λόγο, μόνο που ο ένας έχει ευτελείς επιθυμίες, ενώ ο άλλος όχι· ο ένας, επίσης, είναι τέτοιας λογής άνθρωπος που να μη βρίσκει ευχαρίστηση σε οτιδήποτε είναι αντίθετο προς τον ορθό λόγο, ενώ ο άλλος νιώθει ευχαρίστηση, όμως δεν αφήνεται να φέρεται και να άγεται από αυτήν. Ομοιότητα υπάρχει, επίσης, ανάμεσα στον ακρατή και στον ακόλαστο, μολονότι είναι πολύ διαφορετικοί: και οι δυο τους επιδιώκουν τις σωματικές ηδονές, μόνο που ο ένας θεωρεί ότι έτσι πρέπει να κάνει, ενώ ο άλλος όχι.