Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (1-53)

ΣΩΣΙΑΣ
Οὗτος, τί πάσχεις, ὦ κακόδαιμον Ξανθία;
ΞΑΝΘΙΑΣ
φυλακὴν καταλύειν νυκτερινὴν διδάσκομαι.
ΣΩ. κακὸν ἆρα ταῖς πλευραῖς τι προὐφείλεις μέγα.
ἆρ᾽ οἶσθά γ᾽ οἷον κνώδαλον φυλάττομεν;
5 ΞΑ. οἶδ᾽· ἀλλ᾽ ἐπιθυμῶ σμικρὸν ἀπομερμηρίσαι.
ΣΩ. σὺ δ᾽ οὖν παρακινδύνευ᾽, ἐπεὶ καὐτοῦ γ᾽ ἐμοῦ
κατὰ τοῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται γλυκύ.
ΞΑ. ἀλλ᾽ ἦ παραφρονεῖς ἐτεὸν ἢ κορυβαντιᾷς;
ΣΩ. οὔκ, ἀλλ᾽ ὕπνος μ᾽ ἔχει τις ἐκ Σαβαζίου.
10 ΞΑ. τὸν αὐτὸν ἄρ᾽ ἐμοὶ βουκολεῖς Σαβάζιον.
κἀμοὶ γὰρ ἀρτίως ἐπεστρατεύσατο
Μῆδός τις ἐπὶ τὰ βλέφαρα νυστακτὴς ὕπνος·
καὶ δῆτ᾽ ὄναρ θαυμαστὸν εἶδον ἀρτίως.
ΣΩ. κἄγωγ᾽ ἀληθῶς οἷον οὐδεπώποτε.
15 ἀτὰρ σὺ λέξον πρότερος. ΞΑ. ἐδόκουν αἰετὸν
καταπτόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν μέγαν πάνυ
ἀναρπάσαντα τοῖς ὄνυξιν ἀσπίδα
φέρειν ἐπίχαλκον ἀνεκὰς εἰς τὸν οὐρανόν,
κἄπειτα ταύτην ἀποβαλεῖν Κλεώνυμον.
20 ΣΩ. οὐδὲν ἄρα γρίφου διαφέρει Κλεώνυμος.
«πῶς δή» προερεῖ τις τοῖσι συμπόταις, «λέγω,
ὅτι ταὐτὸν ἐν γῇ τ᾽ ἀπέβαλεν κἀν οὐρανῷ
κἀν τῇ θαλάττῃ θηρίον τὴν ἀσπίδα;»
ΞΑ. οἴμοι, τί δῆτά μοι κακὸν γενήσεται
25 ἰδόντι τοιοῦτον ἐνύπνιον; ΣΩ. μὴ φροντίσῃς·
οὐδὲν γὰρ ἔσται δεινόν, οὐ μὰ τοὺς θεούς.
ΞΑ. δεινόν γέ πού ᾽στ᾽ ἄνθρωπος ἀποβαλὼν ὅπλα.
ἀτὰρ σὺ τὸ σὸν αὖ λέξον. ΣΩ. ἀλλ᾽ ἐστίν μέγα.
περὶ τῆς πόλεως γάρ ἐστι τοῦ σκάφους ὅλου.
30 ΞΑ. λέγε νυν ἁνύσας τι τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος.
ΣΩ. ἔδοξέ μοι περὶ πρῶτον ὕπνον ἐν τῇ πυκνὶ
ἐκκλησιάζειν πρόβατα συγκαθήμενα,
βακτηρίας ἔχοντα καὶ τριβώνια·
κἄπειτα τούτοις τοῖσι προβάτοις μοὐδόκει
35 δημηγορεῖν φάλαινα πανδοκεύτρια,
ἔχουσα φωνὴν ἐμπεπρημένης ὑός.
ΞΑ. αἰβοῖ. ΣΩ. τί ἐστι; ΞΑ. παῦε παῦε, μὴ λέγε·
ὄζει κάκιστον τοὐνύπνιον βύρσης σαπρᾶς.
ΣΩ. εἶθ᾽ ἡ μιαρὰ φάλαιν᾽ ἔχουσα τρυτάνην
40 ἵστη βόειον δημόν. ΞΑ. οἴμοι δείλαιος·
τὸν δῆμον ἡμῶν βούλεται διιστάναι.
ΣΩ. ἐδόκει δέ μοι Θέωρος αὐτῆς πλησίον
χαμαὶ καθῆσθαι τὴν κεφαλὴν κόρακος ἔχων.
εἶτ᾽ Ἀλκιβιάδης εἶπε πρός με τραυλίσας·
45 «ὁλᾷς; Θέωλος τὴν κεφαλὴν κόλακος ἔχει.»
ΞΑ. ὀρθῶς γε τοῦτ᾽ Ἀλκιβιάδης ἐτραύλισεν.
ΣΩ. οὔκουν ἐκεῖν᾽ ἀλλόκοτον, ὁ Θέωρος κόραξ
γιγνόμενος; ΞΑ. ἥκιστ᾽, ἀλλ᾽ ἄριστον. ΣΩ. πῶς; ΞΑ. ὅπως;
ἄνθρωπος ὢν εἶτ᾽ ἐγένετ᾽ ἐξαίφνης κόραξ·
50 οὔκουν ἐναργὲς τοῦτο συμβαλεῖν, ὅτι
ἀρθεὶς ἀφ᾽ ἡμῶν ἐς κόρακας οἰχήσεται;
ΣΩ. εἶτ᾽ οὔ σ᾽ ἐγὼ δοὺς δύ᾽ ὀβολὼ μισθώσομαι
οὕτως ὑποκρινόμενον σοφῶς ὀνείρατα;

***
ΣΚΗΝΗ: Το σπίτι του Φιλοκλέωνα.
Νύχτα. Στο βάθος, το σπίτι του Φιλοκλέωνα, περιτυλιγμένο ολόκληρο με δίχτυ. Στην πόρτα, δεξιά ο ένας, αριστερά ο άλλος, φρουρούν ο Σωσίας και ο Ξανθίας, παλεύοντας με τον ύπνο που τους κυριεύει. Πάνω στο δώμα κοιμάται ο Βδελυκλέωνας. Ο Σωσίας σπρώχνει το συνάδελφό του, που τον πήρε ο ύπνος.
ΣΩΣΙΑΣ
Τί σου ᾽ρθε, βρε κακόμοιρε Ξανθία;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μαθαίνω πώς χαλά η φρουρά της νύχτας.
ΣΩΣ. Τότε λοιπόν η πλάτη σου σε τρώει.
Ξέρεις τί ζωντανό φυλάμε; ΞΑΝ. Ξέρω,
μα λαχταρώ μια στάλα να ξεγνοιάσω.
ΣΩΣ. Δοκίμασε την τύχη σου· ύπνου γλύκα
και στα δικά μου χύνεται τα μάτια.
Μετανίζουν και οι δύο από τη νύστα.
ΞΑΝ., ξανανοίγοντας τα μάτια του.
Σε πιάνει τρέλα ή ζάλη Κορυβάντων;
ΣΩΣ. Όχι· ύπνος που ο Σαβάζιος μου τον στέλνει.
10 ΞΑΝ. Τον ίδιο θεό κι οι δυο μας προσκυνούμε·
και στα δικά μου βλέφαρα ένας ύπνος
χίμηξε μετανίτης, όμοιος Μήδος,
τώρα δα, και παράξενο όνειρο είδα.
ΣΩΣ. Κι εγώ· ποτέ δεν είδα κάτι τέτοιο.
Πες πρώτα το δικό σου. ΞΑΝ. Αϊτός πελώριος
είδα να ορμά στην αγορά, ν᾽ αρπάζει
μπρουντζοντυμένη ασπίδα με τα νύχια,
στα ουράνια να τη φέρνει, κι απ᾽ τα χέρια
να πέφτει αυτή του Κλεώνυμου. ΣΩΣ. Ώστε γρίφος
20 και Κλεώνυμος καθόλου δε διαφέρουν.
Στα γλέντια θα ρωτούν: «Ποιό ζώο, μαντέψτε,
στη γη, στον ουρανό και μες στο κύμα
αφήνει την ασπίδα του να πέφτει;»
ΞΑΝ. Μωρέ όνειρο και τούτο! Οϊμέ, ποιός ξέρει
τί μου μέλλεται; ΣΩΣ. Θάρρος και δεν είναι
φοβερό, σου τ᾽ ορκίζομαι. ΞΑΝ. Δεν είναι;
Ν᾽ αφήνεις να σου φεύγουν τ᾽ άρματά σου!
Πες τώρα το δικό σου. ΣΩΣ. Είναι σπουδαίο·
για όλο το σκάφος πρόκειται του κράτους.
30 ΞΑΝ. Αρχίνα απ᾽ την … καρίνα και προχώρει.
ΣΩΣ. Πάνω στο πρωτοΰπνι, είδα πως τάχα
τα πρόβατα είχαν σύναξη στην Πνύκα·
είχαν ραβδιά, φορούσαν κοντογούνια·
κι έβγαζε, λέει, στα πρόβατα ένα λόγο
μια φάλαινα φαγάνα, καταβόθρα,
με φωνή σα γουρούνας που την καίνε.
ΞΑΝ. Πω πω! ΣΩΣ. Τί τρέχει; ΞΑΝ. Μην το πεις· σταμάτα·
βρομά τομάρι σάπιο τ᾽ όνειρό σου.
ΣΩΣ. Κι έπειτα η βρομοφάλαινα, κρατώντας
40 ζυγαριά, βοδινά ζύγιαζε λίπη.
ΞΑΝ. Λύπη, διχόνοια στο λαό θα φέρει·
αλί μας! ΣΩΣ. Πλάι της, λέει, καθόταν χάμω
ο Θέωρος, κι είχε κόρακα κεφάλι.
Τότε μου λέει τσευδά ο Αλκιβιάδης:
«Κεφάλι κόλακα έχει ο Θέωλος· βλέπεις;
ΞΑΝ. Πετυχημένο αυτό το τσεύδισμά του.
ΣΩΣ. Να γίνει ο Θέωρος κόρακας! Δεν είναι
παράξενο; ΞΑΝ. Καθόλου· είν᾽ έξοχο. ΣΩΣ. Έτσι;
Και πώς; ΞΑΝ. Ρωτάς; Από άνθρωπος, κοράκι
έγινε ξαφνικά· ολοφάνερο είναι
50 τ᾽ όνειρο τί σημαίνει· από κοντά μας
ολόισα θα τραβήξει στα κοράκια.
ΣΩΣ. Ωραία που τα ξηγάς! Ονειροκρίτη
με δυο οβολούς μισθό θα σε διορίσω.
Μικρή διακοπή.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΡΑΓΑΛΕΑΣ

ΚΡΑΓΑΛΕΑΣ
(βράχος)
 
Όταν οι θνητοί εμπλέκονται σε διαμάχες θεών ως κριτές, δεν μπορεί παρά να υφίστανται τις συνέπειες της οργής των «αδικημένων» ή καλύτερα των «ριγμένων», αλλά και να απολαμβάνουν τιμές για τις καλές υπηρεσίες τους στους κερδισμένους.
 
Ο Κραγαλέας ήταν γιος του Δρύοπα, βοσκός στη Δρυοπίδα χώρα, κοντά στα Λουτρά του Ηρακλή, οι μεταγενέστερες Θερμοπύλες, σοφός και δίκαιος. Μια μέρα που έβοσκε τα κοπάδια του, όπως ο Πάρης, τρεις θεότητες εμφανίστηκαν μπροστά του, όπως στον Πάρη, και τον όρισαν κριτή, όπως και τον Πάρη, ποιος θα βασίλευε στην Αμβρακία της Ηπείρου η Άρτεμη, ο Απόλλωνας ή ο Ηρακλής;
 
Ο κάθε θεός εξέθεσε τα επιχειρήματά του και ο Κραγαλέας αποφάσισε υπέρ του Ηρακλή, όμως ο Απόλλωνας, οργισμένος, τον ακούμπησε και τον μεταμόρφωσε σε πέτρα στο ίδιο εκείνο μέρος που είχε εκδώσει την απόφασή του. Ύστερα από κάθε γιορτή του Ηρακλή, οι Αμβρακιώτες του προσέφεραν θυσία.
 

Οι μέλισσες ανακηρύχτηκαν ως τα πιο σημαντικά έμβια όντα στον πλανήτη

Το Ινστιτούτο Παρατήρησης της Γης (Earthwatch Institute) ανακήρυξε τις μέλισσες ως τα πιο σημαντικά έμβια όντα στον πλανήτη. Οι αποδείξεις και η ανακοίνωση έγιναν στην τελευταία συνάντηση της Βασιλικές Γεωγραφικής Εταιρείας στο Λονδίνο. Εντούτοις, σύμφωνα με τους ειδικούς και τους επιστήμονες που μελετούν την άγρια ζωή, οι μέλισσες ανήκουν πια στη λίστα με τα είδη υπό εξαφάνιση.

Οι πρόσφατες μελέτες αποκαλύπτουν μια δραματική μείωση στην αριθμό των μελισσών, έως και το 90% του πληθυσμού τους λέγεται ότι θα έχει εξαφανιστεί σε λίγα χρόνια. Η ανεξέλεγκτη χρήση εντομοκτόνων και φυτοφαρμάκων, η αποψίλωση και η έλλειψη λουλουδιών είναι οι κύριοι λόγοι γι’ αυτή την εξαφάνιση.

Όμως, γιατί ένα τόσο μικρό έμβιο ον να ονομαστεί το σημαντικότερο πλάσμα στη Γη; Η απάντηση είναι πραγματικά τόσο απλή που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί. Το 70% της παγκόσμιας γεωργίας εξαρτάται αποκλειστικά από τις μέλισσες.

Περιττό να αναφέρουμε ότι η εργασία των μελισσών είναι η επικονίαση. Αν αυτή δεν συμβεί, τα φυτά δεν θα μπορούσαν να αναπαραχθούν, γι’ αυτό και η χλωρίδα θα εξαφανιστεί. Εκτός από αυτό, μια έρευνα που διεξήχθη από το Κέντρο Επιχειρήσεων Γεωρίας του Universidad Mayor (CeapiMayor) και της Ένωσης Μελισσοκόμων της Χιλής με τη στήριξη της Ένωσης Αγροτικής Καινοτομίας συμπέρανε ότι οι μέλισσες είναι το μόνο έμβιο ον που δεν μεταφέρει κάποιο είδος παθογόνου μικροοργανισμού.

Άλλωστε, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν το είχε αναφέρει: «Αν οι μέλισσες εξαφανιστούν, οι άνθρωποι θα έχουν άλλα 4 χρόνια ζωής». Καθώς η σημασία των μελισσών είναι κρίσιμη στο οικοσύστημα του πλανήτη μας και έχουν επίσης κηρυχθεί ως είδος υπό εξαφάνιση, χρειάζεται να είμαστε όσο προσεκτικοί γίνεται σε αυτό το ζήτημα. Και χρειάζεται να δράσουμε γρήγορα, όσο ακόμα έχουμε διαθέσιμες λύσεις.

Γι’ αυτό, με στόχο την προστασία αυτών των σκληρά εργαζόμενων πλασμάτων, κάποιοι ακτιβιστές πιστεύουν ότι πρέπει άμεσα να απαγορεύσουμε τη χρήση εντομοκτόνων, να ενισχύουμε τις εναλλακτικές μορφές γεωργικής καλλιέργειας και να ελέγχουμε την υγεία των πληθυσμών των μελισσών.

Πρόσφατα μόνο, οι άνθρωποι άρχισαν να συνειδητοποιούν τη σημασία των μελισσών και πολλές ομάδες που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των ζώων κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για την επιβίωση του είδους. Μάλιστα, πολλοί διάσημοι συμμετέχουν σε αυτό το σκοπό. Και μάλιστα το πιο εκπληκτικό παράδειγμα ήταν ο Morgan Freeman, ο οποίος πρόσφατα μεταμόρφωσε μια τεράστια γεωργική έκταση που κατείχε στο Μισισίπι σε καταφύγιο μελισσών, ώστε να προστατέψει το είδος.

Ο γονιός γεννιέται μαζί με το παιδί του

Πολλοί λένε πως ο καθένας μεγαλώνει το παιδί του όπως εκείνος θεωρεί σωστό, όπως εκείνος νομίζει. Όπως κανένας άνθρωπος στη ζωή μας, έτσι και τα παιδιά δεν έρχονται με εγχειρίδιο. Κάθε γονιός, κάθε παιδί, καθώς και η μεταξύ τους σχέση είναι μοναδικά.

Όμως όταν γίνεις γονιός διαπιστώνεις ότι πολλά από αυτά που πίστευες, αναθεωρούνται από την ύπαρξη του παιδιού και μόνο. Ένα μικρό πλασματάκι έρχεται να σου γκρεμίσει ό,τι μέχρι τώρα είχες χτίσει ως φιλοσοφία ζωής.

Πρώτα από όλα, σου μαθαίνει τι θα πει αγάπη και ότι μπορείς να αγαπήσεις με τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αγαπούσες μέχρι σήμερα. Έπειτα, η ευθύνη του να μεγαλώσεις έναν άνθρωπο, σε κάνει να ασχοληθείς με πράγματα που μέχρι τώρα ούτε που φανταζόσουν. Από το υλικό του να του αγοράσεις τα παπούτσια που θα ταιριάζουν στο ποδαράκι του, μέχρι το πνευματικό του να γνωρίζεις κάθε απάντηση στις αφελείς αλλά ευθείες ερωτήσεις του.

Αν επιδοθείς στον νέο σου ρόλο με βάση τα όσα μέχρι τώρα νόμιζες ή ήξερες, το σίγουρο είναι ότι θα βρεθείς πολλές φορές σε δύσκολη θέση. Η υλική ανατροφή του παιδιού είναι πολύ πιο απαιτητική στην καθημερινότητα από ό,τι τη φανταζόσουν όταν με αγωνία περίμενες 9 μήνες για να γεννηθεί.

Από την άλλη, η πνευματική του ανατροφή, εκτός του ότι αρχίζει στην πραγματικότητα από τη γέννηση κι όχι από όταν το παιδί αρχίσει να μιλάει, χρειάζεται να είσαι συνεχώς σε επαγρύπνηση. Να μην επαναπαύεσαι στο «έτσι μεγάλωσα κι εγώ και τι έπαθα» ή να καταφεύγεις σε τιμωρίες, απειλές και φωνές μόλις το πιτσιρίκι γίνεται πολύ σκληρό για την υπομονή σου. Με λίγα λόγια, η ανατροφή του παιδιού χρειάζεται προσαρμοστικότητα.

Όταν γίνεσαι γονιός, έχεις έναν παραπάνω λόγο να είσαι φιλομαθής. Χρειάζεται να έχεις τη διάθεση να μάθεις καινούρια πράγματα και να αλλάξεις τα παλιά. Χρειάζεται να έχεις τη θέληση να μάθεις πρώτα από όλα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που μόλις μπήκε στη ζωή σου. Χρειάζεται να ανοίξεις το μυαλό σου και την καρδιά σου περισσότερο για να χωρέσει αυτός ο άνθρωπος μέσα, πετώντας εγωισμούς και παγιώσεις που μέχρι τώρα σε ακολουθούσαν στη ζωή σου.

Χρειάζεται να σταματήσεις να θέλεις να επιβάλλεσαι και να αρχίσεις να συζητάς. Χρειάζεται να σταματήσεις να νομίζεις ότι γνωρίζεις και να μάθεις να ακούς. Χρειάζεται να αρχίσεις να ζεις όχι όπως ήξερες, αλλά όπως βρήκες. Χρειάζεται πάνω από όλα να αρχίσεις να νιώθεις.

Να νιώθεις τι είναι ωφέλιμο και τι όχι να διδάξεις το παιδί σου. Τι θα του φανεί πραγματικά χρήσιμο στη ζωή του. Να του διδάξεις ηθικές αξίες που θα το βοηθήσουν στις δύσκολες στιγμές του να μείνει ακέραιο. Ηθικές αξίες που αν όλοι μας τηρούσαμε ο κόσμος μας θα γινόταν πραγματικά καλύτερος.

Αυτό που στην πραγματικότητα χρειάζεται για να μεγαλώσεις ένα παιδί είναι να έχεις τη θέληση να ανακαλύπτεις συνεχώς τον εαυτό σου μέσα από την επαφή σου μαζί του. Να παλεύεις για την αυτογνωσία σου. Και τότε η γνώση του πώς να μεγαλώσεις το παιδί σου θα βγει από μέσα σου.

Μην ψάχνεις λοιπόν να βρεις απαντήσεις σε γνώμες. Ούτε σε πράγματα που κουβαλάς από το παρελθόν. Εκεί μόνο να χαθείς μπορείς. Ο γονιός γεννιέται μαζί με το παιδί του. Αυτό να έχεις στο νου σου και τη δίψα να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος θα στην εμπνεύσει το ίδιο το παιδί σου.

ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ: Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στην ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε- η προσωπικότητά μας

Σχετική εικόναTo μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι προκαθορισμένο από την ατομικότητά του. Ιδιαίτερα οι πνευματικές δυνάμεις του είναι εκείνες που καθορίζουν μια για πάντα την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απολαύσεις. Εάν η πνευματική του δυνατότητα είναι περιορισμένη, οποιαδήποτε προσπάθεια έξω από τον ίδιο, οτιδήποτε κι αν κάνουν οι άνθρωποι ή η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα καταφέρει να τον ανυψώσει πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο της ανθρώπινης ευτυχίας και απόλαυσης – που έχει μέσα της και κάτι το ζωώδες. Το μόνο πράγμα που τον ευχαριστεί είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων -στην καλύτερη περίπτωση μια άνετη και χαρούμενη οικογενειακή ζωή- χαμηλού επιπέδου παρέα και χυδαία διασκέδαση. Ακόμα και η εκπαίδευση, γενικά, λίγα μπορεί να προσφέρει -αν όχι τίποτα- για τη διεύρυνση των οριζόντων του. Διότι οι απολαύσεις που είναι ανώτερες, πιο ποικίλες και διαρκούν περισσότερο είναι οι πνευματικές, όσο και εάν τα νιάτα μάς οδηγούν παραπλανητικά προς άλλη κατεύθυνση. Οι πνευματικές απολαύσεις όμως εξαρτώνται κυρίως, από τη δύναμη του πνεύματος. Επομένως, είναι σαφές ότι η ευτυχία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ η τύχη και η μοίρα μας, σε γενικές γραμμές, σηματοδοτούν μόνο αυτό που έχουμε, ή αυτό που είμαστε για τους άλλους. Με την έννοια αυτή, η τύχη μας μπορεί να βελτιωθεί· όμως δεν περιμένουμε και πολλά από αυτήν αν έχουμε εσωτερικό πλούτο. Από την άλλη, ένας ανόητος θα παραμείνει ανόητος και χοντροκέφαλος μέχρι το τέλος της ζωής του, ακόμη και εάν έζησε περιστοιχισμένος από ουρί του παραδείσου.

Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.

Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στηv ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.

ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Το τέλειωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας

Υπάρχει πολλή θλίψη στη ζωή μας και δεν ξέρουμε πώς να της δώσουμε ένα τέλος. Το τέλειωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας. Αν δε γνωρίζουμε τι είναι η θλίψη, αν δεν καταλάβουμε τη φύση και τη δομή της, δε θα γνωρίσουμε τι είναι η αγάπη.

Όταν ο άντρας λέει στη γυναίκα του ότι την αγαπά, ενώ την ίδια στιγμή είναι φιλόδοξος, αυτή η αγάπη έχει κανένα νόημα; Μπορεί ένας φιλόδοξος άνθρωπος ν’ αγαπήσει;

Μπορεί ένας ανταγωνιστικός άνθρωπος ν’ αγαπήσει; Κι όμως, μιλάμε γι’ αγάπη, για τρυφερότητα, για το τέλειωμα του πολέμου, τη στιγμή που είμαστε ανταγωνιστικοί, φιλόδοξοι, τη στιγμή που αναζητάμε τη δική μας προσωπική επιτυχία, πρόοδο, κ.λ.π.

Όλ’ αυτά φέρνουν θλίψη. Μπορεί να τελειώσει η θλίψη; Μπορεί να πάρει ένα τέλος όταν καταλαβαίνετε τον εαυτό σας που, πραγματικά, είναι «αυτό που είναι». Τότε καταλαβαίνετε γιατί έχετε θλίψη, είτε αυτή η θλίψη είναι αυτολύπηση ή φόβος μη μείνετε μόνος ή η κενότητα της ζωής σας ή η θλίψη που έρχεται όταν εξαρτάστε από κάποιον άλλον.

Κι όλ’ αυτά είναι μέρος της ζωής μας.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1137a-1138a)

[X] Περὶ δὲ ἐπιεικείας καὶ τοῦ ἐπιεικοῦς, πῶς ἔχει ἡ μὲν ἐπιείκεια πρὸς δικαιοσύνην τὸ δ᾽ ἐπιεικὲς πρὸς τὸ δίκαιον, ἐχόμενόν ἐστιν εἰπεῖν. οὔτε γὰρ ὡς ταὐτὸν ἁπλῶς οὔθ᾽ ὡς ἕτερον τῷ γένει φαίνεται σκοπουμένοις· καὶ ὁτὲ μὲν τὸ ἐπιεικὲς ἐπαινοῦμεν καὶ ἄνδρα τὸν τοιοῦτον, ὥστε καὶ ἐπὶ τὰ

[1137b] ἄλλα ἐπαινοῦντες μεταφέρομεν ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ἐπιεικέστερον ὅτι βέλτιον δηλοῦντες· ὁτὲ δὲ τῷ λόγῳ ἀκολουθοῦσι φαίνεται ἄτοπον εἰ τὸ ἐπιεικὲς παρὰ τὸ δίκαιόν τι ὂν ἐπαινετόν ἐστιν· ἢ γὰρ τὸ δίκαιον οὐ σπουδαῖον, ἢ τὸ ἐπιεικὲς [οὐ δίκαιον], εἰ ἄλλο· ἢ εἰ ἄμφω σπουδαῖα, ταὐτόν ἐστιν. ἡ μὲν οὖν ἀπορία σχεδὸν συμβαίνει διὰ ταῦτα περὶ τὸ ἐπιεικές, ἔχει δ᾽ ἅπαντα τρόπον τινὰ ὀρθῶς καὶ οὐδὲν ὑπεναντίον ἑαυτοῖς· τό τε γὰρ ἐπιεικὲς δικαίου τινὸς ὂν βέλτιόν ἐστι δίκαιον, καὶ οὐχ ὡς ἄλλο τι γένος ὂν βέλτιόν ἐστι τοῦ δικαίου. ταὐτὸν ἄρα δίκαιον καὶ ἐπιεικές, καὶ ἀμφοῖν σπουδαίοιν ὄντοιν κρεῖττον τὸ ἐπιεικές. ποιεῖ δὲ τὴν ἀπορίαν ὅτι τὸ ἐπιεικὲς δίκαιον μέν ἐστιν, οὐ τὸ κατὰ νόμον δέ, ἀλλ᾽ ἐπανόρθωμα νομίμου δικαίου. αἴτιον δ᾽ ὅτι ὁ μὲν νόμος καθόλου πᾶς, περὶ ἐνίων δ᾽ οὐχ οἷόν τε ὀρθῶς εἰπεῖν καθόλου. ἐν οἷς οὖν ἀνάγκη μὲν εἰπεῖν καθόλου, μὴ οἷόν τε δὲ ὀρθῶς, τὸ ὡς ἐπὶ τὸ πλέον λαμβάνει ὁ νόμος, οὐκ ἀγνοῶν τὸ ἁμαρτανόμενον. καὶ ἔστιν οὐδὲν ἧττον ὀρθός· τὸ γὰρ ἁμάρτημα οὐκ ἐν τῷ νόμῳ οὐδ᾽ ἐν τῷ νομοθέτῃ ἀλλ᾽ ἐν τῇ φύσει τοῦ πράγματός ἐστιν· εὐθὺς γὰρ τοιαύτη ἡ τῶν πρακτῶν ὕλη ἐστίν. ὅταν οὖν λέγῃ μὲν ὁ νόμος καθόλου, συμβῇ δ᾽ ἐπὶ τούτου παρὰ τὸ καθόλου, τότε ὀρθῶς ἔχει, ᾗ παραλείπει ὁ νομοθέτης καὶ ἥμαρτεν ἁπλῶς εἰπών, ἐπανορθοῦν τὸ ἐλλειφθέν, ὃ κἂν ὁ νομοθέτης αὐτὸς ἂν εἶπεν ἐκεῖ παρών, καὶ εἰ ᾔδει, ἐνομοθέτησεν. διὸ δίκαιον μέν ἐστι, καὶ βέλτιόν τινος δικαίου, οὐ τοῦ ἁπλῶς δὲ ἀλλὰ τοῦ διὰ τὸ ἁπλῶς ἁμαρτήματος. καὶ ἔστιν αὕτη ἡ φύσις ἡ τοῦ ἐπιεικοῦς, ἐπανόρθωμα νόμου, ᾗ ἐλλείπει διὰ τὸ καθόλου. τοῦτο γὰρ αἴτιον καὶ τοῦ μὴ πάντα κατὰ νόμον εἶναι, ὅτι περὶ ἐνίων ἀδύνατον θέσθαι νόμον, ὥστε ψηφίσματος δεῖ. τοῦ γὰρ ἀορίστου ἀόριστος καὶ ὁ κανών ἐστιν, ὥσπερ καὶ τῆς Λεσβίας οἰκοδομίας ὁ μολίβδινος κανών· πρὸς γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ λίθου μετακινεῖται καὶ οὐ μένει ὁ κανών, καὶ τὸ ψήφισμα πρὸς τὰ πράγματα. τί μὲν οὖν ἐστὶ τὸ ἐπιεικές, καὶ ὅτι δίκαιον καὶ τινὸς βέλτιον δικαίου, δῆλον. φανερὸν δ᾽ ἐκ τούτου καὶ ὁ ἐπιεικὴς τίς ἐστιν· ὁ γὰρ τῶν τοιούτων προαιρετικὸς καὶ πρακτικός, καὶ

[1138a] ὁ μὴ ἀκριβοδίκαιος ἐπὶ τὸ χεῖρον ἀλλ᾽ ἐλαττωτικός, καίπερ ἔχων τὸν νόμον βοηθόν, ἐπιεικής ἐστι, καὶ ἡ ἕξις αὕτη ἐπιείκεια, δικαιοσύνη τις οὖσα καὶ οὐχ ἑτέρα τις ἕξις.

***
[10] Η συνέχεια της έρευνάς μας απαιτεί να μιλήσουμε για την επιείκεια και για το επιεικές: σε ποιά σχέση βρίσκεται η επιείκεια προς τη δικαιοσύνη και σε ποιά το επιεικές προς το δίκαιο· γιατί η εξέταση κάνει φανερό ότι ούτε είναι απολύτως το ίδιο πράγμα ούτε ότι είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο ως προς το γένος· και άλλοτε επαινούμε το επιεικές και τον άνθρωπο που έχει αυτή την ιδιότητα, με αποτέλεσμα, όταν θέλουμε

[1137b] να επαινέσουμε και άλλες ιδιότητες, να χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη στη θέση της λέξης καλός, θέλοντας με τη λέξη επιεικέστερο να πούμε ότι ένα πράγμα είναι καλύτερο, και άλλοτε, όταν παρακολουθούμε το πράγμα λογικά, μας φαίνεται παράξενο να μπορεί το επιεικές να είναι άξιο επαίνου, αν είναι διαφορετικό από το δίκαιο· γιατί αν το δίκαιο και το επιεικές είναι δύο διαφορετικά πράγματα, τότε ή το δίκαιο δεν είναι καλό ή το επιεικές· αν, πάλι, και τα δύο είναι καλά, τότε δίκαιο και επιεικές είναι το ίδιο πράγμα.

Αυτές περίπου είναι οι σκέψεις από τις οποίες γεννιέται όλος ο προβληματισμός για τη φύση του επιεικούς· όλες τους, πάντως, είναι, κατά κάποιον τρόπο, σωστές, και δεν βρίσκονται σε κανενός είδους αντίφαση μεταξύ τους· γιατί το επιεικές, καλύτερο από κάποια συγκεκριμένη μορφή δικαίου, είναι και αυτό δίκαιο· αν, τώρα, είναι καλύτερο από το δίκαιο, αυτό δεν είναι επειδή τάχα ανήκει σε κάποιο άλλο γένος. Είναι το ίδιο πράγμα, λοιπόν, το δίκαιο και το επιεικές, και ενώ είναι και τα δύο καλά, το επιεικές είναι ανώτερο. Αυτό που δημιουργεί το πρόβλημα είναι ότι το επιεικές είναι, βέβαια, δίκαιο, όχι όμως το κατά τον νόμο δίκαιο, αλλά μια διόρθωσή του. Ο λόγος είναι ότι ο νόμος έχει πάντοτε γενικό/καθολικό χαρακτήρα, υπάρχουν όμως κάποια πράγματα για τα οποία είναι αδύνατο, με τα γενικά/καθολικά σχήματα να διατυπωθεί λόγος που να είναι σωστός. Όπου λοιπόν υπάρχει ανάγκη η διατύπωση να είναι γενική/καθολική, η διατύπωση όμως αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζει σωστά σε όλες τις περιπτώσεις, ο νόμος λαμβάνει υπόψη του την πλειονότητα των περιπτώσεων, χωρίς βέβαια να αγνοεί το σφάλμα που γίνεται με αυτόν τον τρόπο. Αυτός, πάντως, ο τρόπος ενέργειας δεν είναι λιγότερο σωστός· γιατί το σφάλμα δεν βρίσκεται στον νόμο, ούτε στον νομοθέτη, αλλά στη φύση της συγκεκριμένης περίπτωσης/υπόθεσης· γιατί η ουσία των ανθρώπινων πράξεων είναι, στο βάθος βάθος της, αυτού του είδους.

Όταν λοιπόν ο νόμος μιλάει γενικά/καθολικά και υπάρξει μια περίπτωση/υπόθεση σχετική με αυτόν, που όμως δεν καλύπτεται από τη γενική/καθολική διατύπωσή του, τότε το σωστό είναι, εκεί που ο νομοθέτης έκανε παράλειψη και έσφαλε εξαιτίας τής γενικότητας της διατύπωσής του, να διορθώνεται η παράλειψη με το να ορίζεται αυτό που και ο ίδιος ο νομοθέτης θα όριζε, αν ήταν εκεί παρών, και που θα το είχε ασφαλώς περιλάβει στον νόμο του, αν είχε λάβει γνώση της συγκεκριμένης περίπτωσης/υπόθεσης. Γι᾽ αυτόν λοιπόν τον λόγο το επιεικές είναι δίκαιο, και είναι καλύτερο από κάποια συγκεκριμένη μορφή δικαίου — όχι, φυσικά, από το δίκαιο στην απόλυτη μορφή του, αλλά από εκείνο που, λόγω της γενικής/καθολικής διατύπωσης, υπόκειται σε σφάλματα. Και αυτή ακριβώς είναι η φύση τού επιεικούς: το επιεικές είναι διόρθωση του νόμου εκεί όπου αυτός παρουσιάζει κενά λόγω του γενικού/καθολικού χαρακτήρα του. Αυτός είναι, στην πραγματικότητα, και ο λόγος που δεν είναι τα πάντα καθορισμένα με νόμο: υπάρχουν πράγματα για τα οποία είναι αδύνατο να τεθεί νόμος, και τότε χρειάζεται να εκδοθεί ψήφισμα. Γιατί, όταν το πράγμα είναι αόριστο και ασαφές, αόριστος πρέπει να είναι και ο κανόνας — αυτό δεν συμβαίνει με τον μολυβένιο κανόνα που χρησιμοποιείται στην οικοδομική τέχνη της Λέσβου, έναν κανόνα που δεν μένει αυστηρά άκαμπτος και αμετάβλητος, αλλά προσαρμόζεται στο σχήμα της πέτρας; Έτσι ακριβώς και το ψήφισμα είναι προσαρμοσμένο στην εκάστοτε πραγματικότητα.

Είναι λοιπόν φανερό τί είναι το επιεικές· είναι επίσης φανερό ότι είναι δίκαιο, και ακόμη από ποιά μορφή του δικαίου είναι καλύτερο. Έτσι, γίνεται επίσης φανερό τί είναι και ο επιεικής άνθρωπος: είναι ο άνθρωπος που έχει την τάση να επιλέγει αυτού του είδους τις πράξεις, και που τις κάνει,

[1138a] που δεν είναι ο αυστηρός τηρητής του γράμματος του νόμου πάντοτε προς το χειρότερο, αλλά μένει ευχαριστημένος με το μικρότερο πάντοτε μερτικό, μολονότι έχει την υποστήριξη του νόμου. Αυτή η έξη είναι η επιείκεια, ένα είδος δικαιοσύνης και, πάντως, όχι μια διαφορετική από αυτήν έξη.