Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (3.447-3.497)

Αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο,
αὐτίκα Νέστορος υἱός, ὑπέρθυμος Θρασυμήδης,
ἤλασεν ἄγχι στάς· πέλεκυς δ᾽ ἀπέκοψε τένοντας
450 αὐχενίους, λῦσεν δὲ βοὸς μένος· αἱ δ᾽ ὀλόλυξαν
θυγατέρες τε νυοί τε καὶ αἰδοίη παράκοιτις
Νέστορος, Εὐρυδίκη, πρέσβα Κλυμένοιο θυγατρῶν.
οἱ μὲν ἔπειτ᾽ ἀνελόντες ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης
ἔσχον· ἀτὰρ σφάξεν Πεισίστρατος, ὄρχαμος ἀνδρῶν.
455 τῆς δ᾽ ἐπεὶ ἐκ μέλαν αἷμα ῥύη, λίπε δ᾽ ὀστέα θυμός,
αἶψ᾽ ἄρα μιν διέχευαν, ἄφαρ δ᾽ ἐκ μηρία τάμνον
πάντα κατὰ μοῖραν, κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν.
καῖε δ᾽ ἐπὶ σχίζῃς ὁ γέρων, ἐπὶ δ᾽ αἴθοπα οἶνον
460 λεῖβε· νέοι δὲ παρ᾽ αὐτὸν ἔχον πεμπώβολα χερσίν.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρε κάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,
μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν,
ὤπτων δ᾽ ἀκροπόρους ὀβελοὺς ἐν χερσὶν ἔχοντες.
Τόφρα δὲ Τηλέμαχον λοῦσεν καλὴ Πολυκάστη,
465 Νέστορος ὁπλοτάτη θυγάτηρ Νηληϊάδαο.
αὐτὰρ ἐπεὶ λοῦσέν τε καὶ ἔχρισεν λίπ᾽ ἐλαίῳ,
ἀμφὶ δέ μιν φᾶρος καλὸν βάλεν ἠδὲ χιτῶνα,
ἔκ ῥ᾽ ἀσαμίνθου βῆ δέμας ἀθανάτοισιν ὁμοῖος·
πὰρ δ᾽ ὅ γε Νέστορ᾽ ἰὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο, ποιμένα λαῶν.
470 Οἱ δ᾽ ἐπεὶ ὤπτησαν κρέ᾽ ὑπέρτερα καὶ ἐρύσαντο,
δαίνυνθ᾽ ἑζόμενοι· ἐπὶ δ᾽ ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄροντο
οἶνον οἰνοχοεῦντες ἐνὶ χρυσέοις δεπάεσσιν.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
475 «Παῖδες ἐμοί, ἄγε Τηλεμάχῳ καλλίτριχας ἵππους
ζεύξαθ᾽ ὑφ᾽ ἅρματ᾽ ἄγοντες, ἵνα πρήσσῃσιν ὁδοῖο.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδ᾽ ἐπίθοντο,
καρπαλίμως δ᾽ ἔζευξαν ὑφ᾽ ἅρμασιν ὠκέας ἵππους.
ἐν δὲ γυνὴ ταμίη σῖτον καὶ οἶνον ἔθηκεν
480 ὄψα τε, οἷα ἔδουσι διοτρεφέες βασιλῆες.
ἂν δ᾽ ἄρα Τηλέμαχος περικαλλέα βήσετο δίφρον·
πὰρ δ᾽ ἄρα Νεστορίδης Πεισίστρατος, ὄρχαμος ἀνδρῶν,
ἐς δίφρον τ᾽ ἀνέβαινε καὶ ἡνία λάζετο χερσί,
μάστιξεν δ᾽ ἐλάαν, τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην
485 ἐς πεδίον, λιπέτην δὲ Πύλου αἰπὺ πτολίεθρον.
οἱ δὲ πανημέριοι σεῖον ζυγὸν ἀμφὶς ἔχοντες.
Δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί·
ἐς Φηρὰς δ᾽ ἵκοντο Διοκλῆος ποτὶ δῶμα,
υἱέος Ὀρτιλόχοιο, τὸν Ἀλφειὸς τέκε παῖδα.
490 ἔνθα δὲ νύκτ᾽ ἄεσαν, ὁ δ᾽ ἄρα ξεινήϊα δῶκεν.
Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ἵππους τ᾽ ἐζεύγνυντ᾽ ἀνά θ᾽ ἅρματα ποικίλ᾽ ἔβαινον·
ἐκ δ᾽ ἔλασαν προθύροιο καὶ αἰθούσης ἐριδούπου·
μάστιξεν δ᾽ ἐλάαν, τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην.
495 ἷξον δ᾽ ἐς πεδίον πυρηφόρον, ἔνθα δ᾽ ἔπειτα
ἦνον ὁδόν· τοῖον γὰρ ὑπέκφερον ὠκέες ἵπποι.
δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί.

***
Κι αφού πια τέλειωσαν με τις ευχές και το πασπάλισμα του κριθαριού,
ο ψυχωμένος Θρασυμήδης, γιος του Νέστορα, σίμωσε κι άλλο
και χτυπά· έκοψε ως μέσα του λαιμού τα νεύρα το πελέκι
450 και την ορμή του ζώου παρέλυσε.
Κραυγάζοντας ολόλυξαν οι θυγατέρες, ολόλυξαν οι νύφες
και το σεμνό ταίρι του Νέστορα — η Ευρυδίκη, η πιο μεγάλη
κόρη του Κλυμένου.
Οι άλλοι τη δαμάλα σήκωσαν πάνω απ᾽ τη ράχη της μεγάλης γης
και την κρατούσαν, ενώ ο Πεισίστρατος, προστάτης του λαού,
τώρα την έσφαζε — έτρεχε μαύρο το αίμα,
ώσπου το ζώο ξεψύχησε.
Πήραν να το μοιράζουν τότε σε κομμάτια, έκοψαν όλα τα μεριά,
όπως ορίζει η τάξη, τα σκέπασαν καλά με λίπος, στα δύο τα δίπλωσαν
κι έβαλαν πάνω τους κρέας ωμό.
Στις αναμμένες σχίζες ο σεβάσμιος γέρος τ᾽ άφησε να καούν,
460 σταλάζοντας κρασί σπινθηροβόλο· παλληκαράκια πλάι του έπιασαν
πεντοσούβλια· κι αφού πια τα μεριά αποκάηκαν
και γεύτηκαν τα σπλάχνα, λιάνισαν τ᾽ άλλα κρέατα,
τα πέρασαν στις σούβλες να ψηθούν,
κρατώντας με το χέρι τους τις σουβλερές άκρες των οβελών.
Την ίδια ώρα ωραία η Πολυκάστη έλουζε τον Τηλέμαχο,
κόρη πιο νέα του Νέστορα, γιου του Νηλέα.
Κι αφού τον έλουσε κι έχρισε με λάδι το κορμί του,
του φόρεσε γύρω στους ώμους όμορφη χλαμύδα και χιτώνα.
Κι όπως εκείνος βγήκε απ᾽ τον λουτρό και προχωρούσε,
φάνταζε στο παράστημα θεός. Με τέτοιαν όψη
κάθησε πλάι στον Νέστορα, ποιμένα του λαού.
470 Ψημένα πια τα πάνω κρέατα, τώρα τα τράβηξαν απ᾽ τη φωτιά
και κάθησαν να φάνε· ενώ πετιόνταν κάθε τόσο τα αρχοντόπουλα
για να κεράσουν σε μαλαματένιες κούπες το κρασί.
Κι όταν εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ, για το πιοτό,
ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ τον λόγο αρχίζοντας τους είπε:
«Ελάτε γιοι μου, φέρετε τώρα στον Τηλέμαχο καλότριχα άλογα
που να τα ζέψετε στις άμαξες, ώστε να βρει κι αυτός τον δρόμο του.»
Έτσι τους μίλησε, αυτοί τον άκουσαν, υπάκουσαν
κι έζεψαν στη στιγμή τα γρήγορα άλογα στις άμαξες.
Στην ώρα της η οικονόμος τούς έβαλε μέσα ψωμί, κρασί,
480 προσφάγι — τέτοια που τρων οι διογέννητοι άρχοντες.
Τότε ο Τηλέμαχος ανέβηκε και πήρε θέση στο πανέμορφο άρμα·
πλάι του βρέθηκε ο Πεισίστρατος, ο γιος του Νέστορα, προστάτης του λαού,
που πήδησε στον δίφρο, έσφιξε τα λουριά στα χέρια του,
μαστίγωσε να φύγουν τα άλογα, κι εκείνα πρόθυμα πετώντας
πέρα στον κάμπο, άφηναν τώρα πίσω τους της Πύλου
τον ψηλό καστρόπυργο.
Όλη τη μέρα, από τις δυο μεριές εξαρτημένα τα άλογα, κινούσαν τον ζυγό.
Και πήρε πια να βασιλεύει ο ήλιος, ίσκιωσαν οι μεγάλοι δρόμοι,
όταν πλησίασαν τις Φηρές και τράβηξαν στου Διοκλή το σπίτι,
που ήταν ο γιος του Ορτίλοχου, κι αυτός παιδί του Αλφειού.
490 Εκεί λοιπόν τη νύχτα πέρασαν, φιλοξενούμενοί του.
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
έζεψαν πάλι τα άλογα, στο στολισμένο αμάξι ανέβηκαν,
και πέρασαν αυλόθυρα και την πολύβοη στοά.
Τότε τα μαστιγώνει τα άλογα να τρέξουν, κι αυτά, χωρίς αντίσταση πετώντας
στον σιτοφόρο κάμπο, έφταναν προς το τέρμα —
τόσο γοργά τους πήγαιναν τα γρήγορα άλογα.
Έδυσε ο ήλιος, ίσκιωσαν όλοι οι μεγάλοι δρόμοι,

Υπόθεση Ghosting

Ο έρωτας και η συντροφικότητα αποτελούν βασικούς τομείς της ανθρώπινης φύσης, ενώ σύμφωνα με θεωρίες για την ευτυχία κατατάσσονται στους βασικούς παράγοντές της.

Ωστόσο, η δημιουργία ερωτικής σχέσης χαρακτηρίζεται συχνά ως μία πολύπλοκη διαδικασία, ενώ με την κυριαρχία της τεχνολογίας και την εισχώρησή της στις ερωτικές σχέσεις -παρά την εύκολη πρόσβαση σε πολλούς υποψήφιους συντρόφους- φαίνεται να επαυξήθηκε αυτή της η πολυπλοκότητα.

Έτσι, κατά την πλήρη καθιέρωση της τεχνολογίας στην καθημερινή μας ζωή, χρειάστηκε η χρήση νέου λήμματος για να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες που έφεραν οι τεχνολογικές επιταγές.

Το “Ghosting”, λοιπόν ήρθε δυναμικά στις ζωές μας και φαίνεται να μένει, καλώντας μας να το αποκωδικοποιήσουμε κατά τον καλύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο.
 
Ορισμός του Ghosting

Σύμφωνα με το Urban Dictionary πρόκειται για την “εξαφάνιση του ερωτικού συντρόφου χωρίς προειδοποίηση ή την ακύρωση των σχεδίων με περιορισμένη ή καθόλου επιλογή”.

Πιο αναλυτικά, το ghosting χαρακτηρίζεται από σταδιακή ή απότομη απόσυρση, άμβλυνση της οικειότητας, μείωση του ενδιαφέροντος, ματαίωση σχεδίων, αποφυγή φυσικής επαφής και κλείσιμο των καναλιών επικοινωνίας.

Πρόκειται για μια έμμεση κι εγωκεντρική μέθοδο χωρισμού, που συναντάται κατά κανόνα σε σχέσεις με χαμηλά επίπεδα οικειότητας.

Ghoster (Ο σύντροφος που επιδιώκει την εξαφάνιση)

Αρχικά, σύμφωνα με αναφορές των ιδίων των ghosters, επιλέγουν τη συγκεκριμένη ,μέθοδο χωρισμού για λόγους: ευκολίας, ελκυστικότητας, αρνητικής αλληλεπίδρασης, επιπέδου της σχέσης και ασφάλειας. Στην πρώτη περίπτωση, της ευκολίας, εννοείται η επιλογή του συντρόφου να απομακρυνθεί, ώστε να αποφύγει να έρθει αντιμέτωπος με την στάση και τα συναισθήματα του άλλου ατόμου.

Σε αντίστοιχη ποιοτική έρευνα αναφέρεται χαρακτηριστικά σε συνέντευξη “Ήθελα απλώς να τελειώσει χωρίς να προσθέσω κάτι από κοντά. Ήταν ο πιο εύκολος τρόπος.”

Πρόκειται για μια εξήγηση χωρίς ενσυναίσθηση, σεβασμό κι ενδιαφέρον για τα συναισθήματα και τη στάση του άλλου ατόμου.

Όσον αφορά στον παράγοντα της έλξης, φαίνεται ότι αν και υπαρκτή, είναι ανεπαρκής. Συγκεκριμένα, γίνονται αναφορές ότι ο Ghoster αισθάνεται ότι δεν υπάρχει ταίριασμα, κοινοί στόχοι και προθέσεις. Σε αυτήν την περίπτωση επιλέγεται η τακτική του ghosting, ώστε να αποφευχθούν οι άβολες εξηγήσεις. Σε παρόμοιο πλαίσιο είναι και ο παράγοντας της αρνητικής δυναμικής αλληλεπίδρασης. Σε αυτή την περίπτωση ο Ghoster ένιωσε κατά την επικοινωνία θυμό, απογοήτευση ή τοξικότητα.

Όπως αναφέρεται σε δήλωση στα πλαίσια ποιοτικής έρευνας “Η αλλαγή συναισθημάτων μού ήταν αμήχανη. Προτιμώ να μην το συζητήσω.” Συνεχίζοντας την ανάλυση των παραγόντων, η μέθοδος του Ghosting συνήθως επιλέγεται όταν μια γνωριμία ή πλατωνική ή αμιγώς σεξουαλική σχέση εξελίσσεται σε ρομαντική σχέση.

Σε αυτήν τη φάση εμφανίζονται τα περισσότερα περιστατικά αναίτιας εξαφάνισης προς αποφυγή μιας δύσκολης συζήτησης για την πορεία της σχέσης.

Σε αντίθεση με τους Ghostees (:ο σύντροφος-αποδέκτης της αναίτιας εξαφάνισης), που κατά την εξέλιξη της σχέσης αυξάνεται η αίσθηση και η ανάγκη της εγγύτητας με τον σύντροφο, οι Ghosters ισχυρίζονται ότι το επίπεδο της σχέσης επιτρέπει την εξαφάνιση.

Μάλιστα υπάρχει η αίσθηση ότι η εξήγηση της απόφασης είναι περιττή, καθώς δε δικαιολογείται από το πλαίσιο της σχέσης.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, το ghosting εμφανίζεται όχι μόνο ως αποδεκτή αλλά και ως η καλύτερη μέθοδος χωρισμού για σχέσεις που περιορίζονται αποκλειστικά σε διαδικτυακό περιβάλλον, χωρίς καμία ή τακτική φυσική επαφή.

Τέλος, ακόμη ένας αποδεκτός παράγοντας για την επιλογή του Ghosting είναι η ασφάλεια. Όταν το άλλο πρόσωπο είναι περίεργο, φαινεται επικίνδυνο, έντονα παρεμβατικό κι ελεγκτικό, η ασφαλέστερη επιλογή δείχνει να είναι η απομάκρυνση χωρίς συζήτηση, διότι ίσως αυτή θα είναι χωρίς αποτέλεσμα και κατανόηση, επιβαρυντική και πιθανόν ακόμη κι επικίνδυνη.

Ωστόσο, φαίνεται ενδιαφέρον να συζητηθούν τα αναφερόμενα αυτά αίτια και να ερμηνευτούν και από άλλη σκοπιά.

Αρχικά, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, φαίνεται ότι οι πλειονότητα των Ghosters έχουν υποστεί παρόμοια συμπεριφορά σε προηγούμενη σχέση τους.

Έτσι, ένας από τους παράγοντες είναι η εκδίκηση. Αφενός, αυτή μπορεί να συμβαίνει είτε στα πλαίσια μιας σχέσης που ένας σύντροφος αποσύρθηκε με Ghosting, όμως τελικά επέστρεψε. Σε αυτή την περίπτωση ο δεύτερος υιοθετεί την ίδια τακτική εκδικητικά.

Να σημειωθεί ότι ακόμη και σε αυτήν τη μιμητική συμπεριφορά υποδεικνύεται η αμβλυμμένη ενσυναίσθηση, καθώς αυτή χαρακτηρίζεται από διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων του ίδιου του ατόμου και την κατανόηση των συναισθημάτων του άλλου.

Έτσι, σε αυτά τα περιστατικά προτείνεται η εξ αρχής απόσυρση με εξηγήσεις, αντί της κατοπτρικής μεθόδου ghosting. Αφετέρου, ακόμη μια μορφή εκδικητικού Ghosting είναι αυτή που μεταφέρονται τα κατάλοιπα προηγούμενης σχέσης -τερματισμένης χωρίς εξηγήσεις- στο νέο σύντροφο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από ποιοτικές έρευνες, το βασικό κίνητρο των ghosters είναι η αποφυγή σχετιζόμενη με τα αμήχανα συναισθήματα, τις σκέψεις, τη στάση του συντρόφου, τις εξηγήσεις, δηλαδή η αποφυγή της πραγματικής αλληλεπίδρασης.

Τις περισσότερες φορές πρόκειται για ανασφαλή άτομα -πιθανόν με ναρκισσιστικά στοιχεία- με προσωπικότητα αποφευκτικού τύπου. Αυτά τα άτομα αδυνατούν να δημιουργήσουν στενές συναισθηματικές σχέσεις, εξαιτίας προβλημάτων εμπιστοσύνης λόγω βαθιάς ανασφάλειας. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές οι αποφάσεις αφορούν το ίδιο το άτομο, παρά την αλληλεπίδρασή του με τους άλλους.

Πιθανότατα, προσωπικά κωλύματα, συναισθήματα και σκέψεις να ωθούν το άτομο να επιλέξει το ghosting ως την πιο ασφαλή επιλογή.

Πρόκειται ουσιαστικά για μία επιλογή άμυνας.

Αυτά τα άτομα συχνά χρησιμοποιούν έμμεσες μεθόδου χωρισμού. Πιθανόν η αδυναμία τους να συναισθανθούν τα συναισθήματα του συντρόφου, τους οδηγεί στην υποτίμηση της αξίας της υπάρχουσας αλληλεπίδρασης, και από φόβο την αποφεύγουν, καθώς στα πρώτα στάδια της σχέσης η συναισθηματική επένδυση στο άλλο πρόσωπο συμβαίνει με την αλληλεπίδραση του φόβου (μήπως πληγωθούμε) και την ελπίδας (για τη δημιουργία της καλής σχέσης). Αυτές οι αποφευκτικού τύπου προσωπικότητες διαχειρίζονται με δυσκολία αυτό το αβέβαιο περιβάλλον της έναρξης.

Το γεγονός, ότι η προστασία της ευάλωτης αυτοεκτίμησής τους είναι ο σημαντικότερος παράγοντας, τους οδηγεί σε συμπεριφορές απομάκρυνσης. Ουσιαστικά, λόγω της δικής τους ανασφάλειας (μήπως προδοθούν ή πληγωθούν) επιλέγουν να αποχωρήσουν πρώτοι. Να είναι εκείνοι που απέρριψαν προτού απορριφθούν. Μια ακόμη μορφή φόβου εκφρασμένη με διαφορετικό τρόπο, αφορά τα άτομα που πιστεύουν σε σχέσεις πεπρωμένου (“Αν είναι να είμαστε μαζί, απλά θα συμβεί.”) Αυτά τα άτομα εξαφανίζονται, επειδή απογοητεύονται με την πρώτη δυσκολία ή οποιαδήποτε άρνηση ή άχαρη φάση κατά τη δημιουργία μιας σχέσης. Δεν μπαίνουν στη διαδικασία να ξεπεράσουν το εμπόδιο, αλλά το θεωρούν ως απόδειξη ότι “δεν ταιριάζουν”.

Έτσι, απομακρύνονται επειδή πιστεύουν ότι δεν αξίζει ούτε να επενδύσουν, αλλά και ούτε να εξηγήσουν. Νιώθουν ότι ποτέ δεν έχουν υπάρξει ουσιαστικά παρόντες, ούτε οι ίδιοι, αλλά και ούτε οι “παρελθοντικοί” τους “σύντροφοι”.

Τέλος, όσον αφορά τις επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς για τους ίδιους τους ghosters, αφενός, η ίδια η αποφυγή του ατόμου, της συνάντησης, της επικοινωνίας, των εξηγήσεων, κτλ. είναι μία αγχώδης, στρεσογόνος διαδικασία.

Από την άλλη καθηλώνονται σ’ έναν συναισθηματικό φαύλο κύκλο. Αποφεύγοντας το πρόβλημα της συνδεσιμότητας και της ουσιαστικής αλληλεπίδρασης, αυτό δεν εξαφανίζεται. Αντιθέτως επαναλαμβάνεται και τείνει να επιβεβαιώνεται επαυξητικά, δημιουργώντας μοτίβα σχέσεων που τελικά δεν ικανοποιούν το άτομο, καθώς η έμφυτη ανάγκη του ατόμου δεν είναι να απορρίπτει και να απορρίπτεται, αλλά να αγαπά και να αγαπιέται.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση

Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού.

Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανα­καλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρ­διά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους.

Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.

Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

Γενικά μπορεί να πει κανείς, ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα.

Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.

Η επικινδυνότητα του έρωτα

Υπήρξε μια εποχή σ' αυτήν την πόλη που περπατώντας «πολλές φορές τη νύχτα», άκουγα τις αναπνοές των ανθρώπων απ' τα ανοιχτά παράθυρα.

Άκουγα τις ερωτικές τους συνομιλίες, τους ψιθυρισμούς τους, τις αγωνίες τους για τις ασήμαντες ή σπουδαίες υποθέσεις, κι όσο απομακρυνόμουνα στις συνοικίες τόσο πιο πολύ έμπαινα στη διαφάνεια του κόσμου τους.

Τότε η παρουσία του ανθρώπου στις γειτονιές και τα περίχωρα ήταν παντοδύναμη, όπως η παρουσία του έρωτα.

Ενός έρωτα που κυκλοφορούσε στον δρόμο και μετουσίωνε την πόλη ολόκληρη σ' ένα ερωτικό εργαστήρι.

Σήμερα δεν υπάρχουν δρόμοι, δεν υπάρχουν ούτε νέοι για να αισθανθούν τον έρωτα και να τον ενσαρκώσουν.

Κάποτε αυτός ο χώρος θα φθάσει σ' ένα βέβαιο αδιέξοδο, ακριβώς λόγω της ερωτικής απουσίας που εγκλείει.

Η επικινδυνότητα του έρωτα- το πιο σπουδαίο ίσως συστατικό του - είναι στο δόσιμο, στον χαμό.

Επικινδυνότητα δεν είναι το να βρεθείς σφαγμένος ένα πρωί, αλλά το να διαλύσεις τα όρια του εγωισμού σου, χωρίς να ξέρεις το σημείο που θα φτάσεις.

Δεν έχει αυτό σχέση με το αν κινδυνεύεις σε ύποπτες συνοικίες.

Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με την έννοια «ζωή».

Δεν εξοφλείται με τίποτα.

Ούτε με τον γάμο ούτε με την τεκνοποιία. Αυτά είναι για τους αφελείς.

Ο έρωτας είναι μία συνεχής παρουσία υπό διάφορες μορφές κι όσο περισσότερη σκέψη διαθέτει ο άνθρωπος, σε όσο αυστηρότερο επίπεδο βρίσκεται, τόσο περισσότερο τον απασχολεί εσωτερικά ο έρωτας.

Είναι ανεξάντλητος και δεν εξωτερικεύεται σαν ένα ρομάντζο.

Οι άνθρωποι φανερώνουν τον αληθινό τους εαυτό όταν δεν σε χρειάζονται πια

Μετά την πρώτη «ψυχρολουσία» ψάχνεις να βρεις τη δική σου αντίδραση σε αυτό που συμβαίνει. Να μιλήσεις, να προκαλέσεις, να σιωπήσεις, να αγνοήσεις ή να απομακρυνθείς; Ό,τι και να διαλέξεις, μέσα σου γνωρίζεις ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια. Αποστασιοποιείσαι συναισθηματικά κι από εδώ και πέρα είσαι πάντα πιο προσεκτικός ως προς το τι κάνεις και ως προς το τι λες. Χάνεις, δηλαδή, τη δική σου αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό. Νιώθεις πιο σφιγμένος, πιο μαζεμένος. Αρχίζεις, δυστυχώς, και εσύ να σκέφτεσαι καχύποπτα και δεν νιώθεις άνετα να μένεις πολύ ώρα με αυτούς τους ανθρώπους.

Πολλές φορές θα συναντήσουμε στη ζωή μας ανθρώπους που άλλα λένε όταν είμαστε παρόντες κι άλλα όταν λείπουμε. Είναι πολύ λυπηρό να διαπιστώνεις πόση υποκρισία μπορεί να κρύβεται πίσω από μια συμπεριφορά. Στην αρχή δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις κι αναρωτιέσαι μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος. Όταν, όμως, επιβεβαιώνεσαι σοκάρεσαι και στη συνέχεια απογοητεύεσαι. Απογοητεύεσαι, γιατί δεν το περίμενες από τα συγκεκριμένα άτομα, γιατί αισθάνεσαι ότι δεν έχεις κάνει κάτι ώστε να αξίζεις μια τέτοια αντιμετώπιση.

Αναρωτιέσαι ποια είναι εκείνη η αιτία που κάνει τα άτομα να προσποιούνται, να λένε άλλα από αυτά που εννοούν, ενώ θα μπορούσαν να είναι πιο ευθείς, πιο ειλικρινείς. Αν δεν συμπαθείς κάποιον, δεν χρειάζεται να του δείχνεις καταναγκαστικά ότι τον συμπαθείς. Με ευγενικό και διακριτικό τρόπο μπορείς να απέχεις και να αποφεύγεις. Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι καυστικός, κακοπροαίρετος πίσω από την πλάτη του.

Οι ανθρώπινες σχέσεις πλήττονται από το ψέμα, την υποκρισία, την ανεντιμότητα. Γιατί τόσος κόπος, όμως, να διατηρήσουμε σχέσεις που δεν μας αρέσουν ή δεν μας ταιριάζουν; Γιατί μπαίνουμε στη διαδικασία να δώσουμε μια διαφορετική εικόνα στον άλλο από εκείνη που πραγματικά ισχύει;

Μπορεί να θέλουμε να κερδίσουμε κάτι, να θέλουμε να αποφύγουμε τσακωμούς και φασαρίες ή μπορεί να μην γίνεται να χαλάσουμε σχέσεις συγγενικές ίσως. Ό,τι και να ισχύει, το μόνο σίγουρο είναι ότι στο τέλος με κάποιον τρόπο η αλήθεια θα αποκαλυφθεί. Κάποια στιγμή θα γίνει αντιληπτό αν κάποιος πραγματικά μας φέρεται αυθεντικά ή καταβάλλει προσπάθεια να φανεί «σωστός» απέναντί μας.

Παρά τα όσα θα συναντήσουμε, παρά τις απογοητεύσεις που θα βιώσουμε, δεν θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να βλέπουμε όλους τους ανθρώπους καχύποπτα. Όποιας κατηγορίας ανθρώπους και να συναντήσουμε, εμείς οφείλουμε να παραμείνουμε πιστοί στην αλήθειά μας.

Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε το μοντέλο που ακολουθούν οι άλλοι. Δε χρειάζεσαι τα ψέματα για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, για να εξελιχθείς, για να επιβιώσεις. Είναι πιο έντιμο να είσαι ειλικρινής και να πορευτείς χωρίς την ανάγκη να αρέσεις σε όλους. Υπερασπίζεσαι αυτό που είσαι –δεχόμενος φυσικά και την καλοπροαίρετη κριτική-, αλλά δεν θα πρέπει να επιδιώκεις διακαώς να γίνεις συμπαθής από όλους ή να τα έχεις καλά με όλους.

Με «όπλα» την ευγένεια, τη διακριτικότητα, την αξιοπρέπεια, την ακεραιότητα και την ωριμότητά σου μπορείς να αντιμετωπίσεις κάθε λογής ανθρώπους. Δεν είναι εύκολο να παραμείνεις αυθεντικός. Ωστόσο, αν το χάσεις αυτό, κινδυνεύεις να χάσεις την αληθεια σου, την ουσία σου.

Αν έχεις ανάγκη από κολακίες και ψεύτικα λόγια, μπορεί εύκολα να παρασυρθείς και να αναζητάς συνεχώς την επιβεβαίωση, ακόμα κι αν βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι δεν είναι αληθινή. Αν, όμως, αντέχεις την απόρριψη, τη μη αποδοχή από ανθρώπους που ίσως τελικά ούτε και εσύ θα ήθελες να έχεις στη ζωή σου, τότε δεν χρειάζεται να στεναχωριέσαι για σχέσεις που αποδεικνύονται ανάξιες των προσδοκιών σου.

Άλλωστε, δεν χρειαζόμαστε πολλούς ανθρώπους γύρω μας, αλλά μόνο αυτούς που το ενδιαφέρον τους, ο λόγος τους, η έγνοια τους για σένα είναι τόσο γνήσια που δεν γίνεται να μην το νιώσεις. Η καλοσύνη και η αγάπη σε «διαπερνούν» και σε «αγγίζουν» τόσο πολύ που σε κάνουν να ξεχωρίζεις οτιδήποτε άλλο είναι ψεύτικο και προσποιητό. Ας εστιάσουμε, λοιπόν, στις σχέσεις που μας γεμίζουν και μας εμπνέουν κι ας αφήσουμε όλους τους άλλους που κακοπροαίρετα μιλούν για εμάς να παραμείνουν αυτό που είναι, γιατί ίσως αυτό έχουν μάθει να είναι…

Σχέση δίχως επικοινωνία είναι η πιο σκληρή φυλακή

Σχέσεις οικογενειακές, φιλίες, ερωτικούς δεσμούς, συνεργασίες, συνοδοιπορίες και όλων των ειδών τα πάρε δώσε.

Δεν αρκεί όμως να οδηγείς εσύ προσεχτικά και σωστά το αμάξι σου για να φτάσεις στον προορισμό σου, πρέπει να μη σου έρθει ο άλλος κόντρα καταπάνω σου από την απέναντι λωρίδα του δρόμου.

Κάποιοι στο πίσω μέρος του κεφαλιού σκέφτονται: Καλύτερα χωρίς σχέση παρά με κακή σχέση. Και άλλοι σκέφτονται: Καλύτερα σε κακή σχέση παρά χωρίς σχέση.

Δεν υπάρχει νομίζω άνθρωπος που να μη θέλει να ζει και να χαίρεται μέσα σε καλές σχέσεις.

Υπάρχει όμως μια ακλόνητη, ισχυρή αντίσταση της ψυχοπνευματικής ισορροπίας σε ό,τι αποφασίζουμε για τη ζωή μας: η μοναξιά αρνείται σθεναρά να γιατρευτεί μέσα σε κακές σχέσεις. Αντιθέτως αυξάνεται, αρρωσταίνει χειρότερα.

Επιπλέον σβήνει η ελπίδα τού «ίσως αύριο»… Είσαι εγκλωβισμένος και αισθάνεσαι παράλυτος.

Σχέση δίχως επικοινωνία είναι η πιο σκληρή φυλακή. Οδηγεί και σε κάτι παραπέρα, άσχημο, στενάχωρο και αγχογόνο: Σε υποβιβάζει στα ίδια τα μάτια σου, λιγοστεύει και εξαφανίζει με τον καιρό την αυτοεκτίμηση.

Δίχως αυτοεκτίμηση, δεν έχεις αυτοπεποίθηση, και δίχως αυτοπεποίθηση καταντάς όλο και περισσότερο σκλάβος. Οι άλλοι, χρησιμοποιούν τους σκλάβους τους, βολεύονται ευχαρίστως, αλλά δεν τους σέβονται, δεν τους εκτιμούν, οι βολικοί δούλοι τούς εκνευρίζουν.

Τα παιδιά μας, ζώντας και μεγαλώνοντας μέσα σε τέτοια ασθενική, νοσηρή, δήθεν υπερευαίσθητη ατμόσφαιρα, μας θυμώνουν που δεν τους χαρίζουμε σθένος και τονωτικό παράδειγμα.

Η δεδομένη ανασφάλεια τέτοιων γονεϊκών συμπεριφορών τούς μεταγγίζει ανασφάλεια για τις δικές τους περιπέτειες στο μέλλον.

Τα παιδιά ζητούν από τους γονείς τους να τα στηρίζουν και να τα ξεφοβίζουν, να τα εμπνέουν στο σημαντικό. Να καλλιεργούν όραμα που κάνει τη ζωή και τον αγώνα να αξίζει, να ενθουσιάζει.

Για τούτο και τα μικρά παιδιά εξελίσσονται σε έφηβους τόσο αυστηρούς με τους γονείς τους, σκληρούς, επικριτικούς, απόλυτους και οργισμένους.

Κακά τα ψέματα! Οι αγάπες αξιώνουν θαυμασμό. Και όταν λέμε θαυμασμό, δεν εννοούμε κοινωνικές επιτυχίες ή καθαυτό πλούτη, αλλά το δέος που μας προξενούν οι ελεύθερες ψυχές, οι τονωτικές, οι έντιμες.

Ο έντιμος ούτε εξαγοράζει ούτε εξαγοράζεται, δεν κολακεύεται ούτε κολακεύει. Έχει λεβεντιά. Είναι ευαίσθητος απέναντι στο ερώτημα: «Με θέλουν εδώ ή δε με θέλουν;»

Κανείς να μη μένει εκεί όπου δεν τον θέλουν. Είναι μεγάλο ρεζιλίκι να κάνεις ότι δεν το καταλαβαίνεις, να λες πως ψιχαλίζει όταν σε φτύνουν.

Ούτε σε έρωτες, ούτε σε γάμους, ούτε καν κοντά στα παιδιά του δεν επιτρέπεται να μένει κανείς όταν δεν είναι ευπρόσδεκτος. Μόνο αν φύγει θα έχει ελπίδα να τον ξαναπροσεγγίσουν, να τον καλέσουν να επιστρέψει, αν θέλει βέβαια ως τότε πάλι κι ο ίδιος.

Οι αποστάσεις σώζουν την υγεία και τη σχέση, επανεξετάζεις καταστάσεις και μετανοείς, διορθώνεσαι και ξεσκαρτάρεις. Με τέτοια εσωτερική έμπρακτη εργασία απομένει ατόφιο το αληθινό και πετιέται στα σκουπίδια το ψεύτικο.

Αν μια σχέση είναι ψεύτικη, ας πεταχτεί, είναι λύτρωση! Αν είναι αληθινή, θα μάθει να διαχειρίζεται υγιώς την κατάστασή της.

Ο καθαρός αέρας της απόστασης είναι διαυγής, αναζωογονητικός και διαφωτιστικός. Είναι ανοησία να φοβόμαστε να ξεκολλήσουμε από όποιον λέμε πως αγαπάμε.

Τον πρώτο καιρό που αποχωριζόμαστε μια κίβδηλη σχέση ή μια κίβδηλη συμπεριφορά, ο εθισμός της ανάγκης μάς κάνει να υποφέρουμε, θέλουν χρόνο όλων των ειδών και ποιοτήτων οι αποτοξινώσεις.

Έπειτα όμως από ένα διάστημα, μόνο μια αλήθεια από εκείνη την κατάσταση επιζεί, οι ψευδοανάγκες και τα ψευδοαισθήματα εξανεμίζονται.

Συχνά τότε αναρωτιέσαι: Μα γιατί άργησα τόσο να λυτρωθώ; Γιατί φοβόμουν να απομακρυνθώ από τη σκλαβιά μου; Όταν δε φαίνεσαι σε βλέπουν καλύτερα, και όταν σιωπάς ακούγεσαι.

Η απόσταση που απαιτείται να πάρεις δε σημαίνει απουσία αγάπης, ούτε διακοπή σχέσης, αντιθέτως. Όσοι όντως αγαπούν είναι πολύ ευαίσθητοι στο να μη φορτώνονται, να μην πιέζουν, να μην ενοχλούν τους αγαπημένους.

Η ανθρωπιά σου και η ποιότητά σου εξαρτώνται εν πολλοίς από το τι κάνεις με τη μοναξιά σου. Πώς τη ζεις, πώς τη διαχειρίζεσαι. Όταν δηλαδή χρειαστεί να την ακολουθήσεις, όταν, μένοντας μόνος, διασώζεις τον αυτοσεβασμό σου.

Η σχέση σου με τη μοναξιά καθορίζει την ποιότητα των σχέσεων με τους άλλους. Εννοούμε με άλλους με τους οποίους δε «σκοτώνεις την ώρα σου», αλλά «ζεις την ώρα σου». Δεν περνάς τον καιρό σου, αλλά τον γεμίζεις.

Η ώρα μου! Ο καιρός μου! Τι ωραίες λέξεις, τι νόημα!

Τελικά κακώς ονομάζουμε μοναξιά τη μοναξιά. Έτσι όπως το λέμε, η μοναξιά μοιάζει με εσωτερική ερήμωση, με την ανυδρία τού έσω μη κόσμου, με το κενό. Με το αδειανό μη σύμπαν και την άπνοια της πλήξης και της ανίας.

Δεν είναι όμως! Είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε μοναξιά από ερήμωση.

Η πρώτη είναι η αναγκαία προϋπόθεση κάθε αυτογνωσίας, κάθε γνώσης, κάθε ανεξαρτησίας, κάθε ωρίμανσης, και εξέλιξης, και ενδυνάμωσης, κάθε κοινωνίας.

Μοναξιά είναι το σημείο συνάντησης με τον χαρακτήρα μας και με το θείο. Ο τόπος του ραντεβού μας.

Όλοι αξίζουμε τη μοναξιά, αξίζει να μένουν και μόνοι, διότι εκεί πιέζει και παίρνει φόρα η φτέρνα του δρομέα.

Μόνοι λοιπόν, για ένα διάστημα, κάποιες ώρες της μέρας, αναγκαστικά της νύχτας, κάποιες μεγάλες εποχές της ζωής, κάποιες ζωές. Εκεί εκκολάπτεται η μάθηση, η αφομοίωση, ο απολογισμός και ο σχεδιασμός, η ενίσχυση.

Πάντα υπάρχει τρόπος να γιατρεύεσαι όταν όντως το αποφασίζεις

Κανέναν μα κανέναν δεν μπορείς να κερδίσεις, ούτε καν ένα αφελές μικρούλι παιδί, εφόσον του αφαιρείς την ελευθερία τού να μη συμφωνήσει μαζί σου.

Αν απαγορεύεις την ελευθερία στον άλλο, και βασιλιά να τον στέψεις δε θα διαρκέσει η λαμπερή συμφωνία σας.

Σύντομα θα αισθανθεί δυσφορία, ότι κάπως παγιδεύτηκε και βρέθηκε εκεί που δε θέλει.

Τα χρυσά κλουβιά τα ανακάλυψαν τύποι σαν τη γυναίκα της πρώτης ιστορίας μας, όμως, κλειδωμένο, ένα πουλί μαραίνεται.

Ο Ελύτης γράφει πως γίνεται να φυλακίσεις ένα αηδόνι αλλά δεν μπορείς να φυλακίσεις τον κελαϊδισμό του.

Υπάρχουν όμως προσωπικότητες τόσο ανασφαλείς, εξαρτημένες και εξωφρενικά εγωιστικές, ώστε κρατούν κλειδωμένο το αηδόνι τους, έστω και άλαλο, έστω και νεκρό.

Ξέρουν πολύ καλά άλλωστε την τέχνη να ταριχεύουν.

Όλοι μας έχουμε συναπαντηθεί με τέτοιους χαρακτήρες.

Δεν είναι λίγοι και γνωρίζουν να πλέκουν ιστούς σαν την αράχνη.

Όσο πιο εξαρτημένοι είμαστε εμείς οι ίδιοι τόσο τσιμπάμε στους χειρισμούς τους.

Ο ελεύθερος, ο ανεξάρτητος άνθρωπος δεν τους ανέχεται, γρήγορα κάνει πέρα, σύντομα κόβει μαζί τους τις διαπραγματεύσεις.

Όμως πόσοι είμαστε εντελώς ανεξάρτητοι;

Όλοι έχουμε τις αναγκεμένες πληγές μας, τις μειονεξίες μας, τα παθήματα και τα πάθη μας.

Όλοι κουβαλάμε στο αίμα μας τους πειρασμούς της τρέλας.

Παρά ταύτα πάντα υπάρχει τρόπος να γιατρεύεσαι όταν όντως το αποφασίζεις, διότι η υγεία είναι πιο επιθετική και δυναμική από την αρρώστια.

WILHELM REICH: Ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός

Σε καταλαβαίνω. Σε έχω δει χιλιάδες φορές απογυμνωμένο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς μάσκα, χωρίς κομματική ταυτότητα, χωρίς τη «λαϊκότητά» σου. Γυμνό, όπως σε γέννησε η μάνα σου, σαν στρατάρχη με τα σώβρακα κατεβασμένα. Παραπονέθηκες και έκλαψες μπροστά μου, μου μίλησες για τις επιθυμίες σου, μου εξομολογήθηκες την αγάπη σου και τις στεναχώριες σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Θα σου πω λοιπόν τι είσαι στ’ αλήθεια, Ανθρωπάκο, γιατί πραγματικά πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου, δες τον όπως πραγματικά είναι. Αφουγκράσου αυτά που κανείς από τους μεγάλους ηγέτες και τους εκπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι ένας «κοινός μικρός άνθρωπος». Φρόντισε να αντιληφθείς το διττό νόημα αυτών των λέξεων: «μικρός» και «κοινός».

Μην τρέχεις να ξεφύγεις. Βρες τα κότσια να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου υπαγορεύεις τι να κάνω;» Βλέπω την απορία στο τρομαγμένο σου βλέμμα. Ακούω την ερώτηση να βγαίνει από το θρασύ σου στόμα, Ανθρωπάκο. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, φοβάσαι την κριτική, Ανθρωπάκο, όπως φοβάσαι και την εξουσία που σου υπόσχονται.

Δεν θα ήξερες πώς να διαχειριστείς αυτή τη δύναμη. Δεν τολμάς καν να σκεφτείς ότι θα μπορούσες να νιώσεις τον εαυτό σου διαφορετικά: ελεύθερο, αντί για υποταγμένο – ανοιχτό, αντί για κρυψίνου – ελεύθερο να αγαπήσει ολοκληρωτικά, όχι σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα.

Περιφρονείς τον εαυτό σου, Ανθρωπάκο. Λες: «Ποιος είμαι εγώ στο κάτω κάτω για να έχω δική μου άποψη, για να καθορίζω τη ζωή μου και για να διακηρύσσω ότι ο κόσμος είναι κτήμα μου;». Έχεις δίκιο: Ποιος είσαι εσύ για να προβάλλεις αξιώσεις για τη ζωή σου; Θα σου πω εγώ ποιος είσαι:

Διαφέρεις μόνο σε ένα σημείο από τον πραγματικά σπουδαίο άνθρωπο: Ο σπουδαίος άνθρωπος, υπήρξε κι αυτός κάποτε ένας πολύ μικρός Ανθρωπάκος, ανέπτυξε όμως μία πολύ σημαντική ικανότητα: Αναγνώρισε τη μικρότητα και τη στενότητα των σκέψεων και των πράξεών του. Υπό την πίεση ενός καθήκοντος που σήμαινε πολλά έμαθε να βλέπει τι κίνδυνο αποτελούσε η μικρότητα, η μικροπρέπεια του, για την ευτυχία του. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει. Συγκαλύπτει τη μικρότητα και τη στενομυαλιά του με ψευδαισθήσεις ισχύος και μεγαλείου, την ισχύ και το μεγαλείο άλλων. Είναι υπερήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει τις σκέψεις των άλλων, αλλά όχι τις δικές του. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο το πιστεύει, ενώ δεν πιστεύει στην ορθότητα των ιδεών που ο ίδιος αντιλαμβάνεται πιο εύκολα.

ΒΙΛΧΕΜ ΡΑΪΧ, Άκου, Ανθρωπάκο!

Mη μου κολλάς τα ελαττώματα σου! Άσε με να βρω και να ξεπεράσω τα δικά μου!

Ο Θορώ λέει ότι: «Τα πουλιά δεν τραγουδούν ποτέ μέσα σε σπηλιές». Ούτε κι εμείς. Για να μπορέσουμε να μάθουμε, πρέπει να είμαστε ελεύθεροι. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να δοκιμάζουμε, να πειραματιζόμαστε, να κάνουμε λάθη. Έτσι μαθαίνει κανείς. Καταλαβαίνω τα λάθη σου και κερδίζω από τα δικά μου. Το μυστικό είναι να μην κάνεις δυο φορές το ίδιο λάθος. Έχω όμως ανάγκη να είμαι ελεύθερος να πειραματίζομαι και να δοκιμάζω. Δώσε μου αυτή την ευκαιρία. Δώσε μου την ευκαιρία να ζήσω και να είμαι ο εαυτός μου και να βρω τη χαρά στην ανάγκη. Mη μου κολλάς τα ελαττώματα σου! Άσε με να βρω και να ξεπεράσω τα δικά μου!

Θα ‘θελα να κλείσω με μία παράγραφο του Λέο Ροστέν, που με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπo τα λέει όλα:

Μ’ ένα τρόπο όμως περιορισμένο και μυστικό, όλοι μας είμαστε λίγο τρελοί… Όλοι μας είμαστε μοναχικοί στο βάθος και ζητάμε να μας καταλάβουν, ποτέ όμως δεν μπορούμε να καταλάβουμε απόλυτα τον άλλο και ο καθένας μας μένει κατά ένα μέρος ξένος ακόμη κι απέναντι σ’ αυτούς που τον αγαπούν… Οι αδύναμοι είναι σκληροί. Μόνο οι δυνατοί μπορούν να είναι καλοί. Αυτοί που δεν γνωρίζουν το φόβο δεν είναι πραγματικά θαρραλέοι, γιατί θάρρος είναι η ικανότητα να αντιμετωπίσεις αυτό που μπορείς να φανταστείς… Θα καταλάβεις καλύτερα τους ανθρώπους αν τους δεις σαν παιδιά, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλοι και επιβλητικοί μπορεί να είναι. Γιατί οι περισσότεροι από μας δεν ωριμάζουμε ποτέ, απλώς ψηλώνουμε… Η ευτυχία έρχεται μόνο όταν σπρώχνουμε το μυαλό και την καρδιά μας όσο πιο μακριά μπορούν να φτάσουν… Ο σκοπός της ζωής είναι να μετράς – να λογαριάζεσαι, να αντιπροσωπεύεις κάτι, να έχει κάποια σημασία το γεγονός ότι έζησες

Οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο

Στην πραγματικότητα, δεν χρειαζόμαστε τόση σιγουριά και τόση αυτοπεποίθηση όση νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε. Η σιγουριά και η αυτοπεποίθηση μπορούν είτε να είναι σπουδαία ποιότητα είτε να είναι εμπόδιο για κάποιον. Για παράδειγμα, οι ανόητοι άνθρωποι έχουν πάντοτε περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση από ότι οι άνθρωποι που είναι ευφυείς. Η βλακεία είναι πάντοτε σίγουρη κι έχει αυτοπεποίθηση. Οι ανόητοι είναι πιο πεισματάρηδες και επειδή είναι τυφλοί, επειδή δεν μπορούν να δουν, ορμάνε οπουδήποτε.

Ο άνθρωπος που είναι ευφυής είναι αναπόφευκτο να έχει κάποιο δισταγμό. Η ευφυΐα είναι διστακτική. Αυτό δείχνει απλώς ότι υπάρχουν εκατομμύρια ευκαιρίες, εκατομμύρια εναλλακτικές και πρέπει κανείς να επιλέξει. Κάθε επιλογή οδηγεί σε ένα διαφορετικό δρόμο, οπότε είναι αναπόφευκτο να υπάρχει έλλειψη σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Όσο περισσότερο ευφυής είσαι, τόσο περισσότερο θα το νιώθεις αυτό. Η αυτοπεποίθηση λοιπόν δεν είναι πάντοτε καλή. Το ενενήντα εννέα τοις εκατό της αυτοπεποίθησης είναι βλακεία. Μόνο το ένα τοις εκατό είναι καλό – και εκείνο το ένα τοις εκατό δεν είναι ποτέ απόλυτο.

Πάντοτε στέκεσαι σε σταυροδρόμια και δεν ξέρεις ποιος δρόμος είναι πραγματικά ο σωστός. Πώς μπορείς να έχεις αυτοπεποίθηση; Γιατί περιμένεις να έχεις αυτοπεποίθηση;

Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν σχεδόν ίδιοι, ένας όμως πρέπει να επιλεγεί. Είναι σαν να ποντάρεις στη ρουλέτα. Έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που είναι έτσι. Αν το κάθε τι ήταν ξεκάθαρο, προσχεδιασμένο και σου δινόταν οδηγίες – στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά, κάνε αυτό κι εκείνο – τότε θα υπήρχε σιγουριά, αλλά τι νόημα θα είχε; Τίποτα δεν θα ήταν συναρπαστικό. Τότε δεν θα υπήρχε κανένα φως στη ζωή. Θα ήταν μια νεκρή ρουτίνα.

Η ζωή είναι πάντοτε συναρπαστική, επειδή κάθε βήμα σε φέρνει σε ένα άλλο σταυροδρόμι, όπου υπάρχουν και πάλι τόσο πολλοί δρόμοι και πάλι πρέπει να επιλέξεις. Αρχίζεις να τρέμεις. Θα επιλέξεις το σωστό ή όχι; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος και να έχεις αυτοπεποίθηση; Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να σκεφτείς όλες τις εναλλακτικές και όποια αισθάνεσαι πως είναι λίγο καλύτερη από τις άλλες…

Μην ψάχνεις το απόλυτα σωστό και το απόλυτα λάθος. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, υπάρχουν μόνο ποσοστά. Το ένα είναι λίγο καλύτερο από το άλλο – αυτό είναι όλο. Η ζωή δεν χωρίζεται σε δύο πόλους, στο καλό και στο κακό. Υπάρχουν χίλιες δυο καταστάσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό. Κοίτα λοιπόν γύρω σου αντικειμενικά, σιωπηλά, χωρίς ανησυχία, δες κάθε πιθανότητα και κινήσου προς αυτό που νιώθεις πως είναι λίγο καλύτερο από τα άλλα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να κινηθείς, ξέχνα τις άλλες εναλλακτικές, επειδή τώρα δεν έχουν καμία σημασία. Ύστερα κινήσου με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η πραγματικά ευφυής αυτοπεποίθηση.

Δεν καταστρέφει τελείως το δισταγμό. Χρησιμοποιεί το δισταγμό. Δεν καταστρέφει τις εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές βρίσκονται εκεί. Σκέφτεται συνειδητά και συλλογίζεται όλες τις εναλλακτικές, όσο πιο σιωπηλά είναι ανθρωπίνως εφικτό. Η ευφυΐα δεν απαιτεί ποτέ κάτι απάνθρωπο.

Υπάρχουν πολλά μονοπάτια. Πολλοί άνθρωποι κινούνται προς τα δεξιά και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο. Εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι το καλύτερο είναι να κινηθείς προς τα αριστερά, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει δισταγμός, επειδή ξέρεις ότι πολλοί ευφυείς άνθρωποι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πώς μπορείς να έχεις σιγουριά και αυτοπεποίθηση; Δεν είσαι μόνος σου εδώ. Πολλοί ευφυείς άνθρωποι πηγαίνουν προς τα εκεί κι εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι κάτι άλλο είναι το σωστό για σένα.

Στάσου πάνω στο σταυροδρόμι, σκέψου, διαλογίσου, από τη στιγμή όμως που αποφασίσεις, τότε ξέχνα όλες τις εναλλακτικές και προχώρα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να προχωρήσεις, χρειάζεται όλη σου η ενέργεια. Μη διχάζεσαι και μην αφήνεις το μισό νου σου να σκέφτεται τις άλλες εναλλακτικές. Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς το δισταγμό.

Και δεν υπάρχει καμία σιγουριά ότι αυτό που κάνεις, είναι οπωσδήποτε το σωστό. Δεν λέω αυτό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είσαι σίγουρος. Μπορεί να κάνεις λάθος, δεν υπάρχει όμως κανένας τρόπος να το μάθεις, αν δεν περπατήσεις όλο το δρόμο ως το τέλος, ως το τέρμα.

Η δική μου κατανόηση είναι ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται σωστά. Η ίδια η σκέψη σε κάνει να ωριμάζεις. Προχωράς σε ένα δρόμο. Το αν είναι ο σωστός ή ο λάθος, δεν έχει καμία σημασία. Το ίδιο το γεγονός ότι προχωράς, σε ωριμάζει. Για μένα, ζήτημα δεν είναι προς το που πηγαίνεις. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είσαι κολλημένος, ότι προχωράς.

Ακόμη κι αν αυτός ο δρόμος φτάσει σε αδιέξοδο και δεν οδηγεί πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς. Είναι καλό που τον περπάτησες. Περπατώντας τον, έχεις γίνει πολύ πιο έμπειρος. Γνώρισες τον λάθος δρόμο. Τώρα είσαι περισσότερο εξοικειωμένος με το λάθος από ό,τι ήσουν προηγουμένως. Τώρα ξέρεις τι είναι το ψεύτικο κι αυτό θα σε βοηθήσει να βρεις την αλήθεια.

Το να γνωρίσεις το ψεύτικο είναι σπουδαία εμπειρία, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθει κανείς σιγά-σιγά να γνωρίσει τι είναι η αλήθεια. Για να γνωρίσεις την αλήθεια, χρειάζεται να έχεις γνωρίσει προηγουμένως το ψέμα. Και χρειάζεται να περπατήσει κανείς σε πολλούς λάθος δρόμους, μέχρι να έρθει στον σωστό. Για μένα λοιπόν, ακόμη κι αν πηγαίνεις προς την κόλαση, είναι ευλογία, επειδή δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να γνωρίσεις την κόλαση. Κι αν δεν γνωρίσεις την κόλαση, δεν θα είσαι ποτέ σε θέση να γνωρίσεις τι είναι ο παράδεισος. Μπες μέσα στο σκοτάδι, επειδή αυτός είναι ο τρόπος να γνωρίσεις το φως. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι το να μην κολλήσεις κήπου. Μη στέκεσαι απλώς πάνω στο σταυροδρόμι διστάζοντας, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά. Μην κάνεις συνήθειά σου το δισταγμό, χρησιμοποίησέ τον.

Σκέψου όλες τις εναλλακτικές. Εγώ δεν σου λέω ούτε να μη σκέφτεσαι ούτε να μη διστάζεις. Μην προχωράς σαν ανόητος, σαν τυφλός, με κλειστά μάτια — οπότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αφού δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι. Γι’ αυτό οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση.

Διανύουμε περίοδο προόδου ή όχι;

Για να ορίσουμε την πρόοδο, πρέπει να έχουμε κάποιο κριτήριο, κάποια βάση ή αφετηρία. Σε μία αριθμητική πρόοδο αρχίζουμε από κάποιον αριθμό και ανεβαίνουμε. Και για να διαπιστώσουμε αν υφίσταται πρόοδος σε κάτι, πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου. Αν ένας μαθητής έπαιρνε 11 και τώρα παίρνει 16, λέμε (και σωστά) ότι προόδευσε. Κι αν ένας αθλητής πηδούσε 2 μέτρα και τώρα πέρασε τα 2,15, σίγουρα υπάρχει πρόοδος.

Αν όμως στον αθλητή μας βάλουμε τον πήχη στα 3 μέτρα και δεν τα πηδήσει, τότε μπορούμε να αγνοήσουμε τα 2,15 και να πούμε πως απέτυχε – και μάλιστα έμεινε 85 εκατοστά κάτω από τον στόχο. Δηλαδή, χάλια!

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η βάση του “μύθου”. Βάζουμε τον πήχη πολύ ψηλά και μετά θρηνούμε επειδή αποτύχαμε. Παραγνωρίζουμε – ή δεν αξιολογούμε- αυτά που έχουμε κατορθώσει, και κρίνουμε μόνο με βάση τα όσα (κατά τη γνώμη μας) θα έπρεπε να είχαμε καταφέρει.

Τι θα έπρεπε να έχουμε καταφέρει; Μα τα πάντα: να είναι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη ευτυχείς, υγιείς, εύποροι, χορτάτοι, ελεύθεροι, χαρούμενοι (ενδεχομένως και αθάνατοι) και να ζούνε σε μία φύση απείραχτη, παρθένα, καθαρή κτλ. κτλ. Δηλαδή να έχουμε πραγματοποιήσει μία κατάσταση ουτοπίας.

Οι αντίπαλοι της προόδου παίρνουν σαν μέτρο μερικές ουτοπικές φαντασιώσεις που είχαν οραματιστεί οι υπεραισιόδοξοι στοχαστές του 18ου και 19ου αιώνα (τότε που πίστευαν ότι η επιστήμη θα λύσει αμέσως όλα τα προβλήματα όλων). Συγκρίνοντας με αυτές τη σημερινή πραγματικότητα, δηλώνουν ότι αποτύχαμε. Η επιστήμη δεν έφερε τον παράδεισο- μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι έφερε την κόλαση.

Για μένα όμως υπάρχει μόνο ένα μέτρο και κριτήριο της προόδου: το παρελθόν, το πρότερον, που έλεγαν οι Αρχαίοι. Τον μαθητή που παίρνει τώρα 16 δεν θα τον κρίνω με βάση το 20, αλλά το 11 που έπαιρνε μέχρι σήμερα.

Και σε σχέση με το παρελθόν έχουμε κάνει τεράστιες προόδους, σε όλους τους τομείς. Όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία (εκεί δεν το αρνούνται ούτε οι πιο φανατικοί αντιρρησίες – και πώς θα μπορούσαν;), αλλά και στους καθαρά ανθρωπιστικούς και ανθρώπινους δείκτες.

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: πριν μόλις 200 χρόνια η δουλεία ήταν νόμιμη (ναι, όλοι οι σοφοί μας αρχαίοι τη θεωρούσαν φυσικό πράγμα). Πριν 100 χρόνια ο μέσος όρος ζωής στον πλανήτη ήταν 30 χρόνια – τώρα είναι 67.

Πριν 100 χρόνια μόνο σε πέντε κράτη ψήφιζαν και εκλέγανε τους ηγέτες τους – τώρα είναι 122. Σύμφωνοι, πολλές εκλογές είναι στημένες, και πολλές δημοκρατίες είναι μόνο κατ’ όνομα – αλλά πρόοδος υπάρχει. Πριν 100 χρόνια η μισή υφήλιος ήταν αποικίες μερικών κρατών – τώρα δεν υπάρχει πια καμία.

Στη δεκαετία του’50 στο Λονδίνο δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από την πράσινη ομίχλη-μπιζελόσουπα (smog, pea-soup) και ο Τάμεσης ήταν δηλητήριο. Τώρα ο αέρας είναι καθαρός και ο Τάμεσης γεμάτος ψάρια. Το 1970 το 36% των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες λιμοκτονούσε – το 1996 το ποσοστό είχε πέσει στο 18% και σήμερα υπολογίζεται στο 12%.

Θα μου πείτε ότι και αυτό το 12% σημαίνει αφάνταστη δυστυχία και είναι ντροπή για την ανθρωπότητα. Συμφωνώ απόλυτα – αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω ότι μειώθηκε στο ένα τρίτο και ότι άρα υπήρξε κάποια πρόοδος. Ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΗΕ, στα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε μειώσει την παγκόσμια φτώχεια περισσότερο από ό,τι στα τελευταία πεντακόσια.

Ακόμα και στα θέματα του περιβάλλοντος (οι περισσότεροι αρνητές της προόδου είναι φανατικοί οικολόγοι), παρ’ όλη την πλύση εγκεφάλου που μας κάνουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Χάρη στην ευαισθητοποίηση και τις νέες τεχνολογίες, είμαστε σε καλύτερη κατάσταση σήμερα από όσο πριν μερικές δεκαετίες. (Τη χειρότερη ρύπανση την έχω ζήσει στην Ανατολική Ευρώπη από το ’70 ως το ’90!) Όσοι χρειάζονται στοιχεία για την πραγματική κατάσταση του περιβάλλοντος, υπάρχουν 500 σελίδες, 175 πίνακες και 2.930 υποσημειώσεις, στο μνημειώδες σύγγραμμα του καθηγητή της στατιστικής Bjorn Lomborg.

Γιατί όμως τότε αυτή η επίμονη άρνηση της προόδου, αυτή η περιφρόνηση για τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας; Πρώτον, από άγνοια — οι περισσότεροι αγνοούν την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Δεύτερον, από την τάση των μαζικών μέσων να τονίζουν πάντα το αρνητικό και να καταστροφολογούν. Τρίτον από μόδα: ήδη πριν 150 χρόνια ο Flaubert έγραφε στο λεξικό του: «Εποχή (η δική μας): να εξοργίζεται κανείς μαζί της. Να παραπονιέται διότι δεν είναι ποιητική. Να την ονομάζει εποχή μετάβασης και παρακμής».

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό

Ο Αρριανός αναφέρει μια συνάντηση ανάμεσα στον Επίκτητο και σε έναν άντρα που επισκεπτόταν τn σχολή του στη Νικόπολη, που δείχνει ακόμα περισσότερο την ενασχόλησή του με το θέμα του ελέγχου. Ο άντρας ρωτά τον Επίκτητο τι μπορεί να κάνει με τον αδελφό του, που είχε θυμώσει μαζί του. Τι μπορεί να κάνει ο άντρας για τον θυμό του αδελφού του; Η συνήθως εύστοχη απάντηση του Επίκτητου είναι: «Τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, γιατί συγκαταλέγονται στην κατηγορία των πραγμάτων που δεν εξαρτώνται από μας. 

Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να κάνει κάτι για τον θυμό του αδελφού του είναι ο ίδιος ο αδελφός του. Ο Επίκτητος, όμως, δεν σταματάει εκεί. Στρέφει την προσοχή τον άντρα σε αυτό που μπορεί να ελέγξει, δηλαδή στη δική του αντίδραση απέναντι στον θυμό του αδελφού του. Ο άντρας είναι αναστατωμένος από τον θυμό του αδελφού του και ο Επίκτητος υπονοεί ότι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα, αλλά ότι είναι και κάτι που μπορεί ο άντρας να λύσει μόνος του. Ο άντρας προχώρησε σε μια κρίση για τον θυμό του αδελφού του, και αυτή η κρίση του προκάλεσε ένα συναίσθημα που τον αναστάτωσε. Το άμεσο πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ο αδελφός, αλλά ο άνθρωπος που ήρθε να παραπονεθεί.

Αυτή η μικρή ιστορία αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τα συναισθήματα —τόσο των άλλων όσο και τα δικά μας— μπορούν να διαμορφώσουν και να επηρεάσουν την αλληλεπίδρασή μας με τους ανθρώπους γύρω μας. Στα σύγχρονα αγγλικά, η λέξη «stoic» σημαίνει απαθής και αναίσθητος, και αυτό συνήθως θεωρείται κάτι αρνητικό. Τα συναισθήματα σήμερα συνήθως εκλαμβάνονται ως κάτι θετικό: η αγάπη, η συμπόνια, η ενσυναίσθηση είναι σίγουρα πράγματα που ο κόσμος έχει ανάγκη. Αυτή η ιστορία, ωστόσο, τονίζει άλλα συναισθήματα —θυμό, πικρία, ανυπομονησία—, που δεν είναι τόσο γοητευτικά. Όταν οι αρχαίοι Στωικοί έλεγαν ότι ο κόσμος πρέπει να αποφεύγει τα συναισθήματα, είχαν στο μυαλό τους κυρίως τα αρνητικά συναισθήματα.

Η αναφορά των Στωικών στα συναισθήματα είναι, από τη μία, πολύ εύκολο να γίνει κατανοητή, αλλά υπάρχει κι ένας αριθμός σημαντικών ιδιοτήτων πού πρέπει να προσθέσουμε για να την αντιληφθούμε πλήρως. Η βασική άποψη είναι απλώς το εξής: τα συναισθήματά μας είναι το προϊόν των κρίσεών μας. Κατά συνέπεια, ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματά μας και είμαστε υπεύθυνοι γι αυτά. Ο άντρας είναι αναστατωμένος για τον θυμό του αδελφού του λόγω της στάσης του απέναντι στο γεγονός. Αν το έβλεπε διαφορετικά, δεν θα ήταν αναστατωμένος. Οι Στωικοί υποστηρίζουν —και αυτό είναι σημαντικό— ότι δεν πρέπει να αρνούμαστε ή να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας. Απλώς πρέπει να προσπαθούμε να μην έχουν την πρωτοκαθεδρία. Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο είναι ότι οι Στωικοί δεν πιστεύουν πως κάποιος μπορεί απλώς να χτυπήσει τα δάχτυλά του και να κάνει τα συναισθήματα να εξαφανιστούν. Δεν μπορείτε να πείτε «Θα το σκεφτώ διαφορετικά» και να δείτε τον θυμό ή τον πόνο να εξαφανίζονται μαγικά.

Ο Χρύσιππος συνέκρινε τα συναισθήματα με το να τρέχει κάποιος πολύ γρήγορα. Μόλις αποκτήσεις αρκετή φόρα, δεν μπορείς να σταματήσεις. Η κίνησή σου είναι ανεξέλεγκτη, κάτι που συμβαίνει και όταν σε πλημμυρίζει κάποιο συναίσθημα Έτσι, δεν μπορείς να διώξεις ένα ανεπιθύμητο συναίσθημα όποτε θέλεις, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις να αποφύγεις να ξεφύγει από τον έλεγχό σου η επόμενη επίθεσή του.

Αυτό είναι ξεκάθαρο στην περίπτωση του θυμού. Όταν καποιος είναι θυμωμένος,πολύ θυμωμένος,το συναίσθημα τον κυριεύει και δεν μπορείς πια να μιλήσεις λογικά μαζί του. Ένας άνθρωπος που το ήξερε αυτό πολύ καλά ήταν ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας, με καταγωγή από την Ισπανία. Η καριέρα του ως συμβούλου στους εσωτερικούς κύκλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής αυλής περιλάμβανε συχνές αντιπαραθέσεις με ανθρώπους παρασυρμένους από καταστροφικά συναισθήματα, που προέκυπταν από το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς -όπως οι αυτοκράτορες Καλιγούλας, Κλαύδιος και Νέρων- κυριολεκτικά είχαν τη δύναμη να ορίζουν τη ζωή και τον θάνατο αμέτρητων ατόμων, αλλά και του ίδιου του Σενέκα. Ο Καλιγούλας ζήλευε τόσο τα πολλά ταλέντα του Σενέκα, που διέταξε να τον σκοτώσουν κάποια στιγμή, αν και τελικά τον απέτρεψαν οι στενοί του συνεργάτες λόγω της κακής υγεία του Σενέκα.

Στο δοκίμιό του Περί Οργής, ο Σενέκας περιγράφει συναισθήματα όπως ο θυμός και η ζήλια ως προσωρινή τρέλα. Υιοθετώντας την εικόνα του Χρύσιππου για το γρήγορο τρέξιμο, ο Σενέκας συγκρίνει τον θυμό με το να πέφτεις εντελώς ανεξέλεγκτα από τηv κορυφή ενός κτιρίου. Μόλις επικρατήσει ο θυμός, επηρεάζει ολόκληρο το μυαλό. Οι Στωικοί προειδοποιούν για αυτήν ακριβώς τηv κατάσταση στην οποία παίρνει τον έλεγχο ο θυμός. Το να ενοχλείται κάποιος κατά καιρούς αποτελεί απλώς κομμάτι της ζωής και δεν κάνει κακό. Ο τόσο μεγάλος θυμός, που σε κάνει να νιώθεις την ανάγκη να χτυπήσεις κάποιον, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, και αυτόν θέλουν να αποφύγουν οι Στωικοί.

Ο Σενέκας επιμένει ότι δεν χρειαζόμαστε τον θυμό για να απαντήσουμε σε πράξεις που γίνονται εναντίον μας ή εναντίον των αγαπημένων μας. Πάντα είναι καλύτερο να λειτουργείς ήρεμα, παρακινημένος από το αίσθημα της αφοσίωσης, του καθήκοντος ή της δικαιοσύνης, παρά από τον θυμό σου και τn δίψα για εκδίκηση. Αν, κατά καιρούς, ο θυμός μπορεί να μας παρακινεί να πολεμήσουμε εναντίον κάποιας μεγάλης αδικίας, ας πούμε, ο Σενέκας λέει ότι θα ήταν καλύτερο να κάνουμε το ίδιο πράγμα καθοδηγούμενοι από τις αρετές του θάρρους και της δικαιοσύνης.

Ο Θυμός, όπως όλα τα συναισθήματα, είναι προϊόν μιας κρίσης που έχει γίνει στο μυαλό. Αυτό σημαίνει πως είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε, ή έστω είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε στο μέλλον. Μόλις, όμως , συμβεί μια κρίση, ο θυμός σύντομα γίνεται κάτι απτό και σωματικό. Ο Σενέκας περιγράφει τον θυμό ως μια ασθένεια του σώματος, που χαρακτηρίζεται από το οίδημα. Όποιο κι αν είναι το συναίσθημα, μπορούμε πιθανότατα να σκεφτούμε δεκάδες σωματικά συμπτώματα: ταχυκαρδία, αύξηση της θερμοκρασίας, τρέμουλο, εφίδρωση και ούτω καθεξής. Μόλις προστεθούν στην εξίσωση, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, μπορούμε μόνο να περιμένουμε.

Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη εικόνα τούς, οι Στωικοί δεν υπονοούν ότι οι άνθρωποι μπορούν ή Θα έπρεπε να γίνουν αναίσθητα κομμάτια πέτρας. Όλοι οι άνθρωποι Θα βιώσουν αυτό πού ο Σενέκας αποκαλεί «πρώτες κινήσεις». Αυτές προκύπτουν όταν μας συγκινεί κάποια εμπειρία, και μπορεί να νιώσουμε εκνευρισμένοι, σοκαρισμένοι, τρομαγμένοι, ή μπορεί ακόμα και να κλάψουμε. Όλες αυτές είναι απολύτως φυσιολογικές αντιδράσεις. Είναι αντιδράσεις που σχετίζονται με τη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος, αλλά δεν είναι συναισθήματα, με την έννοια που αποδίδουν στη λέξη οι Στωικοί. Κάποιος που είναι εκνευρισμένος και προσωρινά σκέφτεται να πάρει εκδίκηση, αλλά δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό, δεν είναι θυμωμένος κατά τον Σενέκα, γιατί διατηρεί τον έλεγχο. Το να φοβάσαι προσωρινά κάτι, αλλά μετά να μένεις αμετακίνητος, δεν είναι φόβος. Για να γίνουν συναισθήματα αυτές οι «πρώτες κινήσεις», πρέπει το μυαλό να κρίνει ότι έχει συμβεί κάτι φρικτό και έπειτα να δράσει. Σύμφωνα με τον Σενέκα, «ο φόβος οδηγεί στη φυγή, ο θυμός στην επίθεση».

Υπάρχουν, λοιπόν, τρία στάδια στη διαδικασία, σύμφωνα με τον Σενέκα: Πρώτον, μια ακούσια πρώτη κίνηση, που είναι μια φυσική αντίδραση της οποίας δεν έχουμε τον έλεγχο. Δεύτερον, μια κρίση ως απάντηση στην εμπειρία, την οποία μπορούμε να ελέγξουμε. Τρίτον, ένα συναίσθημα που, αφού δημιουργηθεί, είναι έξω από τον έλεγχό μας. Μόλις προκύψει το συναίσθημα, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε πέρα από το να περιμένουμε να υποχωρήσει.

Γιατί προχωράμε στις κρίσεις που προκαλούν αυτά τα επιβλαβή συναισθήματα; Αν νομίζετε ότι έχετε πληγωθεί με κάποιον τρόπο από έναν άλλον άνθρωπο, μπορεί να φαίνεται απόλυτα φυσικό να θυμώσετε μαζί του. Ο Σενέκας λέει πως ο θυμός είναι συνήθως το προϊόν ενός αισθήματος αδικίας. Αυτό που πρέπει να αμφισβητήσουμε είναι η εντύπωση ότι έχει προκύψει κάποιο τραύμα, που ήδη εμπεριέχει μέσα της μια κρίση.

Ο Επίκτητος το θέτει ως εξής:

Μην ξεχνάτε, δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό. Αν κάποιος καταφέρει να σας προκαλέσει, συνειδητοποιήστε πως το μυαλό σας είναι συνένοχο στην πρόκληση.

Ο Αριστοτέλης, οι ψευδείς ισχυρισμοί και πώς να τους αποφύγουμε

«Τα αληθή και τα δίκαια είναι από τη φύση τους ανώτερα από τα αντίθετά τους» Αριστοτέλης, Ρητορική 1355a 22[1]

Οι ψευδείς ισχυρισμοί σίγουρα δεν είναι σημείο των καιρών μας. Η διάκριση αλήθειας – ψεύδους έχει απασχολήσει την Αριστοτελική σκέψη σε πολλά έργα (Αναλυτικά, Τοπικά, Ρητορική, Μετά τα φυσικά, Περί ψυχής κ.ά.) και αποβαίνει καίριας σημασίας όχι μόνο για την θεμελίωση μιας επιστημονικής θεωρίας αλλά και για την αποφυγή του ψεύδους. Το «κυνήγι της αλήθειας»[2] ή η αναζήτηση της αλήθειας και της φύσης των όντων αποτέλεσε και το αντικείμενο των πρώτων φιλοσόφων[3] και από τότε δεν έπαψε να απασχολεί τη σκέψη όλων όσοι ακολούθησαν. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι ο Αριστοτέλης επιθυμεί να θέσει σε ορθή βάση τον συλλογισμό και το συμπέρασμα.[4]

Στα Τοπικά, ήδη από τις πρώτες γραμμές, ο συγγραφέας ορίζει τον συλλογισμό ως «ένα είδος λόγου όπου, όταν τεθούν ορισμένα πράγματα, κάτι άλλο από αυτά που έχουν τεθεί συμβαίνει αναγκαστικά λόγω αυτών που έχουν ήδη τεθεί»[5]. Είναι εμφανές ότι στον συλλογισμό απαραίτητη προϋπόθεση είναι η λογική αναγκαιότητα που προκύπτει από τις προκείμενες. Ωστόσο, το να είναι οι προκείμενες αληθείς είναι χαρακτηριστικό της απόδειξης και όχι του συλλογισμού. Ο ορισμός της απόδειξης ακολουθεί ευθύς, προκειμένου ο Αριστοτέλης να τονίσει τη διαφορά μεταξύ των δύο. Έτσι, η απόδειξη αφορά την περίπτωση όπου «ένας συλλογισμός αποτελείται από αληθή και πρωταρχικά πράγματα, ή τέτοιου είδους που έχουμε εξαγάγει την αρχική μας γνώση για αρχές μέσω άλλων προκείμενων που είναι πρωταρχικές και αληθείς».[6] Ένας συλλογισμός μπορεί επίσης να προέρχεται από κοινές αντιλήψεις, τα λεγόμενα «ένδοξα». Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για διαλεκτικό συλλογισμό.[7]

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ό,τι πιστεύουμε είναι προϊόν συλλογισμού ή επαγωγής.[8] Πώς αναγνωρίζουμε όμως έναν ψευδή ισχυρισμό;

Ο Αριστοτέλης απαντά στο ερώτημα στο 12ο κεφάλαιο των Τοπικών, απαριθμώντας τους τέσσερις τρόπους με τους οποίους εμφανίζεται ένας ψευδής ισχυρισμός (ψευδὴς λόγος):
  1. Όταν δεν υπάρχει συμπέρασμα. Φαίνεται δηλαδή να συμπεραίνει κάποιος χωρίς να συμπεραίνει.[9]
  2. Όταν καταλήγει σε συμπέρασμα, χωρίς σχέση με το προκείμενο, όπως στις περιπτώσεις της αναγωγής στο αδύνατον.[10]
  3. Όταν το συμπέρασμα δεν έχει σχέση με το θέμα που έχει προταθεί. Για παράδειγμα ένας μη ιατρικός ισχυρισμός να παρουσιάζεται ως ιατρικός.[11]
  4. Τέλος, όταν το συμπέρασμα εξάγεται από ψευδείς προκείμενες.[12]
Για τον Αριστοτέλη, είναι σαφές ότι το ψεύδος αποτελεί λάθος εκείνου που το ισχυρίζεται και όχι του καθαυτού ισχυρισμού. Επομένως, οφείλουμε, κατ΄ αρχάς να διερευνήσουμε αν ο ισχυρισμός έχει συμπέρασμα. Δεύτερον αν το συμπέρασμα αυτό είναι αληθές ή ψευδές. Τρίτον, οφείλουμε να εξετάσουμε τις προκείμενές του, καθώς μπορεί το συμπέρασμα να εξάγεται λογικά, αλλά αν οι προκείμενες είναι ψευδείς, τότε είναι και αυτό ψευδές.

Ο Αριστοτέλης δεν συγγράφει απλώς, διδάσκει τη θεωρία του, ώστε να έχει πρακτική εφαρμογή. Απευθύνεται σε μαθητές, όχι μόνο για να αντιλαμβάνονται τους ψευδεῖς λόγους αλλά, επιπλέον, για να τους αντικρούουν. Πώς μπορούν όμως να εξασκηθούν;

Ένας πρώτος τρόπος είναι να αντιστρέψει κάποιος τον ισχυρισμό και να αναιρεί τις ψευδείς προκείμενες. Αν έχουν γίνει ήδη αποδεκτές οι προκείμενες, τότε θα πρέπει να προβεί στην αναίρεση του συμπεράσματος. Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο να γίνει εξαρχής, χρειάζεται εξάσκηση. Αν δεν έχουμε κάποιον με τον οποίο να εξασκηθούμε, ο Αριστοτέλης προτείνει να το κάνουμε μόνοι μας, με τον εαυτό μας.[13]

Προϋπόθεση τόσο για τη γνώση όσο και για την «φιλοσοφική φρόνηση» είναι η ικανότητα του ατόμου να συνοψίζει και να εποπτεύει[14] τις λογικές συνέπειες που προκύπτουν από τις αρχικές θέσεις, ώστε να κάνει τις σωστές επιλογές. Η «κατ᾿ ἀλήθειαν εὐφυΐα» είναι απαραίτητη:

«Πρέπει όμως για κάτι τέτοιο να υπάρχει ευφυΐα, και αυτή είναι η ευφυΐα ως προς την αλήθεια, το να μπορεί κανείς ορθά να επιλέγει το αληθές και να αποφεύγει το ψεύδος˙ το οποίο αυτοί που το κατέχουν από τη φύση τους το κάνουν καλά˙ διότι αυτοί που είτε αγαπούν είτε μισούν αυτό που τους προσφέρεται, μπορούν να διακρίνουν ορθά πιο είναι το καλύτερο.»[15] (Τοπικά ΧΙΙΙ 14)

Η εξάσκηση λοιπόν είναι βασική, προκειμένου να είναι σε θέση κάποιος να κατέχει επιχειρήματα, γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποθαρρύνονται και εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Επιπλέον, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να «εθίζεται στη μετατροπή του ενός επιχειρήματος σε πολλά»,[16] και να εξετάζει αν τα επιχειρήματα στηρίζονται σε κοινές αρχές, καθώς όλα τα επιμέρους επιχειρήματα πρέπει να ισχύουν καθολικά.

Ο Αριστοτέλης προβαίνει σε μία σημαντικότατη τελευταία συμβουλή που αφορά στους συνδιαλεγόμενους:

«Δεν πρέπει να συνδιαλέγεται κανείς με όλο τον κόσμο, ούτε να εξασκεί τη διαλεκτική με τον πρώτο τυχόντα˙ διότι με μερικούς η συζήτηση γίνεται φαύλη˙ επειδή εναντίον εκείνου, ο οποίος προσπαθεί να διαφύγει, έχει δίκιο κάποιος να προσπαθήσει να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα, αλλά δεν είναι ωραίο. Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει κάποιος να συγκρούεται απερίσκεπτα με τον πρώτο τυχόντα˙ διότι αναγκαστικά θα υπάρξει μία άθλια συζήτηση.»[17]
-------------------
[1] τὸ φύσει εἶναι κρείττω τἀληθῆ καὶ τὰ δίκαια τῶν ἐναντίων

[2] «τἀληθὲς θηρεύειν» Μετά τα φυσικά, Κ 6

[3] «ζητοῦντες γὰρ οἱ κατὰ φιλοσοφίαν πρῶτοι τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν φύσιν τῶν ὄντων» Φυσικά Α 8

[4] Στους Σοφιστικούς ελέγχους, όπου παρέχονται πρακτικές συμβουλές όσον αφορά την επιχειρηματολογία, ο Αριστοτέλης νιώθει ιδιαίτερη περηφάνια για το κατόρθωμα του, όπως φαίνεται από τον επίλογο, καθώς πρωτύτερα δεν υπήρχε απολύτως τίποτε: «Ὅτι μὲν οὖν ἔχει τέλος ἱκανῶς ἃ προειλόμεθα, φανερόν», «Ταύτης δὲ τῆς πραγματείας οὐ τὸ μὲν ἦν τὸ δ᾿ οὐκ ἦν προεξειργασμένον, ἀλλ᾿ οὐδὲν παντελῶς ὑπῆρχεν» και «Καὶ περὶ μὲν τῶν ῥητορικῶν ὑπῆρχε πολλὰ καὶ παλαιὰ τὰ λεγόμενα, περὶ δὲ τοῦ συλλογίζεσθαι παντελῶς οὐδὲν εἴχομεν πρότερον λέγειν ἢ τριβῇ ζητοῦντες πολὺν χρόνον ἐπονοῦμεν.» Σοφιστικοί έλεγχοι 34

[5] Ἔστι δὴ συλλογισμὸς λόγος ἐν ᾧ τεθέντων τινῶν ἕτερόν τι τῶν κειμένων ἐξ ἀνάγκης συμβαίνει διὰ τῶν κειμένων. Τοπικά Ι 1

[6] Ἀπόδειξις μὲν οὖν ἐστιν, ὅταν ἐξ ἀληθῶν καὶ πρώτων ὁ συλλογισμὸς ᾖ, ἢ ἐκ τοιούτων ἃ διά τινων πρώτων καὶ ἀληθῶν τῆς περὶ αὐτὰ γνώσεως τὴν ἀρχὴν εἴληφεν .Τοπικά Ι 1

[7] διαλεκτικὸς δὲ συλλογισμὸς ὁ ἐξ ἐνδόξων συλλογιζόμενος. Τοπικά Ι 1

[8] ἅπαντα γὰρ πιστεύομεν ἢ διὰ συλλογισμοῦ ἢ ἐξ ἐπαγωγῆς. Αναλυτικά πρότερα ΙΙ, 23

[9] ἕνα μὲν τρόπον ὅταν φαίνηται συμπεραίνεσθαι μὴ συμπεραινόμενος, ὃ καλεῖται ἐριστικὸς συλλογισμός.

[10] Ἄλλον δὲ ὅταν συμπεραίνηται μέν, μὴ μέντοι πρὸς τὸ προκείμενον (ὅπερ συμβαίνει μάλιστα τοῖς εἰς ἀδύνατον ἄγουσιν).

[11] ἢ πρὸς τὸ προκείμενον μὲν συμπεραίνηται, μὴ μέντοι κατὰ τὴν οἰκείαν μέθοδον. Τοῦτο δ᾿ ἐστίν, ὅταν μὴ ὢν ἰατρικὸς δοκῇ ἰατρικὸς εἶναι, ἢ γεωμετρικὸς μὴ ὢν γεωμετρικός, ἢ διαλεκτικὸς μὴ ὢν διαλεκτικός, ἄν τε ψεῦδος ἄν τ᾿ ἀληθὲς ᾖ τὸ συμβαῖνον.

[12] Ἄλλον δὲ τρόπον ἐὰν διὰ ψευδῶν συμπεραίνηται.

[13] Πρὸς ἅπασάν τε θέσιν, καὶ ὅτι οὕτως καὶ ὅτι οὐχ οὕτως, τὸ ἐπιχείρημα σκεπτέον, καὶ εὑρόντα τὴν λύσιν εὐθὺς ζητητέον· οὕτω γὰρ ἅμα συμβήσεται πρός τε τὸ ἐρωτᾶν καὶ πρὸς τὸ ἀποκρίνεσθαι γεγυμνάσθαι, κἂν πρὸς μηδένα ἄλλον ἔχωμεν, πρὸς αὑτούς. Τοπικά ΧΙΙΙ 14

[14] πρός τε γνῶσιν καὶ τὴν κατὰ φιλοσοφίαν φρόνησιν τὸ δύνασθαι συνορᾶν καὶ συνεωρακέναι. Τοπικά ΧΙΙΙ 14

[15] Δεῖ δὲ πρὸς τὸ τοιοῦτον ὑπάρχειν εὐφυᾶ, καὶ τοῦτ᾿ ἔστιν ἡ κατ᾿ ἀλήθειαν εὐφυΐα, τὸ δύνασθαι καλῶς ἑλέσθαι τἀληθὲς καὶ φυγεῖν τὸ ψεῦδος· ὅπερ οἱ πεφυκότες εὖ δύνανται ποιεῖν· εὖ γὰρ φιλοῦντες καὶ μισοῦντες τὸ προσφερόμενον εὖ κρίνουσι τὸ βέλτιστον.

[16] Ἔτι τὸν ἕνα λόγον πολλοὺς ποιεῖν ἐθιστέον

[17] Οὐχ ἅπαντι δὲ διαλεκτέον, οὐδὲ πρὸς τὸν τυχόντα γυμναστέον. Ἀνάγκη γὰρ πρὸς ἐνίους φαύλους γίνεσθαι τοὺς λόγους· πρὸς γὰρ τὸν πάντως πειρώμενον φαίνεσθαι διαφεύγειν δίκαιον μὲν πάντως πειρᾶσθαι συλλογίσασθαι, οὐκ εὔσχημον δέ. Διόπερ οὐ δεῖ συνεστάναι εὐχερῶς πρὸς τοὺς τυχόντας· ἀνάγκη γὰρ πονηρολογίαν συμβαίνειν. Τοπικά ΧΙΙΙ 14

ΓΑΪΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ (GAIUS JULIUS CAESAR) 100 π.Χ. – 44 π.X.

ΓΑΪΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ (GAIUS JULIUS CAESAR): 100 π.Χ. – 44 π.X.

Ο όρος Αρχαία Ρώμη περιγράφει έναν πολιτισμό που είχε τις ρίζες του σε μια μικρή αγροτική κοινότητα η οποία ιδρύθηκε στην Ιταλική χερσόνησο κατά τον 10ο αιώνα π.Χ. Ανήκοντας γεωγραφικά στο χώρο της Μεσογείου Θάλασσας, εξελίχθηκε σε μια από τις εκτενέστερες αυτοκρατορίες στην ιστορία. Με την πάροδο των αιώνων, το Ρωμαϊκό πολίτευμα μετατράπηκε από μοναρχία σε ολιγαρχική δημοκρατία, και κατόπιν σε μια όλο και πιο συγκεντρωτική αυτοκρατορία. Κατέληξε να κυριαρχήσει στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης και της Μεσογείου διαμέσου της κατάκτησης και της αφομοίωσης…

Η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επήλθε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Μαστιζόμενη από πολιτική αστάθεια και αφού δέχτηκε πολυάριθμες επιθέσεις από μεταναστεύοντες πληθυσμούς, το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων της Ισπανίας, της Γαλατίας και της Ιταλίας, διαιρέθηκε σε ανεξάρτητα βασίλεια κατά τον 5ο αιώνα.

Το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, του οποίου η κυβέρνηση είχε σαν έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Μεσαιωνικό αυτό κράτος της Ανατολής συνήθως αναφέρεται από τους ιστορικούς ως «Βυζαντινή Αυτοκρατορία».

Ο Ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την Αρχαία Ελλάδα, ενός πολιτισμού που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο τελευταίος είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει το σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό.

Ίδρυση του Ρωμαϊκού Βασιλείου

Με τον όρο Ρωμαϊκό Βασίλειο (Λατινικά: Regnum Romanum) εννοείται η περίοδος εκείνη της αρχαίας Ρωμαϊκής ιστορίας πριν από την ίδρυση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, κατά την οποία το πολίτευμα του κράτους ήταν η μοναρχία. Καμιά πληροφορία που είναι διαθέσιμη για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν έχει απολύτως εξακριβωθεί, καθώς οι πηγές εντάσσονται σε μεταγενέστερες εποχές (δημοκρατική και αυτοκρατορική) και επιπροσθέτως συγχέουν τα ιστορικά γεγονότα με τον μύθο. Σύμφωνα με την παράδοση η εποχή αυτή έχει ως έτος έναρξης το 753 π.Χ., μυθική ημερομηνία ίδρυσης της Ρώμης, και τελειώνει το 510/509 π.Χ., με την εκθρόνιση του εβδόμου και τελευταίου βασιλιά της πόλης.

Κατά την πρώιμη Ρωμαϊκή ιστορία, κεφαλή του κράτους ήταν ο «Rex» (σημαίνει βασιλιάς), τον οποίο εξέλεγαν οι «patres», δηλαδή οι άρχουσες οικογένειες (εκτός από τον Ρωμύλο, τον ιδρυτή της πόλης), προκειμένου να κυβερνήσει την πόλη. Δεν υπάρχουν σωζόμενες αναφορές σχετικά με τα κριτήρια εκλογής των πρώτων τεσσάρων βασιλέων της Ρώμης, αν και για τους τρεις επόμενους υιοθετήθηκε μια γραμμή συγγενικής διαδοχής από την οικογένεια της μητέρας. Συνεπώς οι αρχαίοι ιστορικοί υιοθετούν την άποψη πως ο βασιλιάς επιλεγόταν βάσει της αρετής του.

Όσο για τις εξουσίες που κατείχε, οι ιστορικές πηγές του αποδίδουν αρμοδιότητες ανάλογες με αυτές των υπάτων της δημοκρατικής περιόδου. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν πως η πραγματική εξουσία άνηκε στο λαό και πως ο βασιλιάς ήταν απλώς το εκτελεστικό όργανο, ενώ άλλοι αποδίδουν στον βασιλιά απόλυτη εξουσία, με τον λαό και τη Σύγκλητο να περιορίζονται σε δευτερεύοντες ρόλους.

Υποθέτοντας πως όντως ίσχυαν οι εξουσίες τις οποίες η παράδοση αποδίδει στο πρόσωπο αυτό, αυτές θα ήταν: η εκτελεστική εξουσία, η διοίκηση του στρατού, η πρωτοκαθεδρία στη θρησκευτική ζωή, η νομοθετική και δικαστική εξουσία. Τέλος θεωρούνταν ο αντιπρόσωπος των Ρωμαίων απέναντι στους θεούς. Με την ιδιότητα αυτή επιβίωσε το αξίωμα μετά το πέρας της μοναρχίας, με τη μορφή του «rex sacrorum».

Οι λαοί που κατοικούσαν την Ιταλική χερσόνησο πριν από την άνοδο της Ρώμης δεν συνδέονταν γενετικά ή γλωσσικά με σαφή τρόπο. Ορισμένοι μιλούσαν γλώσσες Ιταλικές, άλλοι ήταν απόγονοι Ελλήνων αποίκων που διατηρούσαν την Ελληνική τους ταυτότητα, ενώ άλλοι άνηκαν σε άλλα Ινδοευρωπαϊκά παρακλάδια. Η κατηγοριοποίηση όλων αυτών των πληθυσμών είναι από δύσκολη έως αδύνατη λόγω έλλειψης αδιάψευστων στοιχείων.

Ωστόσο, εξαιτίας της μεγάλης επιρροής των Ετρούσκων σε όλους τους άλλους λαούς της χερσονήσου, μπορούμε να μιλάμε για έναν «Ετρουσκο-Ιταλικό πολιτισμό». Η χερσόνησος κατοικούταν ήδη από τη νεολιθική περίοδο. Ένα πρώτο μεταναστευτικό κύμα στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. έφερε τα φύλα που γνώριζαν να επεξεργάζονται τον μπρούτζο. Ένα δεύτερο κύμα στα τέλη της επόμενης χιλιετίας έφερε τα φύλα που είναι γνωστά κατά τους ιστορικούς χρόνους.

Σύμφωνα με τον Τζάκομο Ντεβότο, υπήρχαν τρία κύρια εθνικο-γλωσσικά παρακλάδια:
  • Προϊνδοευρωπαίοι (νεολιθικοί): Ετρούσκοι, Λίγυες, Αλπίνοι, πρωτο-Ούμπρι, Ελύμοι, Σικανοί, Σάρδοι, Κόρσοι, κ.ά.
  • Πρωτολατίνοι ή Πρωτοϊνδοευρωπαίοι: Λατίνοι, Σικελοί, Αύσονες, Όσκοι, Οινώτροι, Ιταλοί, κ.ά.
  • Ιταλοί ή Νεοϊνδοευρωπαίοι: Σαβίνοι, νεο-Ούμπρι, Λουκανοί, Βρέττιοι, Μάρσοι, Φρεντανοί, Πραιτούττιοι, Αίκουοι, κ.ά.
Σύμφωνα με το θρύλο, η Ρώμη ιδρύθηκε το 753 π.Χ. από το Ρωμύλο και το Ρέμο, δύο δίδυμα αδέρφια, απογόνους του Τρώα πρίγκιπα Αινεία, που ανατράφηκαν από μια λύκαινα. Η παράδοση θέλει την ίδρυση της Ρώμης να λαμβάνει χώρα στις 21 Απριλίου 753 π.Χ.

Οι Ρωμύλος και Ρέμος ήταν εγγονοί του βασιλιά του Λατίου, που είναι γνωστός με το όνομα Νουμίτωρ. Τον μονάρχη αυτό εκθρόνισε ο μοχθηρός αδερφός του Αμούλιος, θανατώνοντας τους αρσενικούς του απογόνους. Τη δε κόρη του, Ρέα Συλβία, την ανάγκασε να γίνει μια από τις Εστιάδες Παρθένες, οι οποίες ορκίζονταν αγνότητα για τριάντα χρόνια. Ως αποτέλεσμα η γραμμή του Νουμίτορος δεν θα αποκτούσε άλλους απογόνους.

Η Ρέα Συλβία τελικά έφερε στον κόσμο δίδυμα αγόρια, τα οποία υποστήριξε πως της χάρισε ο θεός Μαρς. Ο νέος βασιλιάς, που φοβήθηκε πως οι δύο ημίθεοι θα του έκλεβαν το θρόνο διέταξε να θανατωθούν. Η ευσπλαχνία ενός υπηρέτη οδήγησε στην εγκατάλειψή τους στον Τίβερη, όπου τα βρήκε και τα θήλασε μια λύκαινα. Όταν μεγάλωσαν τα δίδυμα αποκατέστησαν την αδικία επιστρέφοντας το θρόνο στον παππού τους.

Τα δίδυμα ίδρυσαν τότε τη δική τους πόλη. Ωστόσο ο Ρωμύλος θανάτωσε τον αδερφό του, Ρέμο, έπειτα από σφοδρή διαφωνία. Κατά μία εκδοχή για το ποιος θα κυβερνήσει τη νέα πόλη, κατά μία άλλη για το ποιος θα χαρίσει το όνομά του στην πόλη. Από τον Ρωμύλο τελικά πήρε το όνομά της η Ρώμη. Καθώς ο γυναικείος πληθυσμός της ήταν ιδιαίτερα χαμηλός, οι Λατίνοι κάλεσαν τους Σαβίνους σε μια γιορτή και έκλεψαν τα νεαρά τους κορίτσια, γεγονός που οδήγησε τελικά στην ένωση και αφομοίωση των δύο λαών.

Η πόλη της Ρώμης αναπτύχθηκε γύρω από ένα οχυρό στον ποταμό Τίβερη, αποτελώντας σταυροδρόμι των ταξιδευτών και των εμπόρων. Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες το χωριό της Ρώμης ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα κάποια στιγμή τον 8ο αιώνα π.Χ., αν και θα μπορούσε να προϋπήρχε από το 10ο αιώνα π.Χ., φιλοξενώντας Λατινικά φύλα, στην κορυφή του Παλατινού Λόφου.

Οι Ετρούσκοι, που παλαιότερα είχαν εγκατασταθεί στα βόρεια, στην Ετρουρία, από ότι φαίνεται ασκούσαν πολιτική επιρροή στην περιοχή κατά τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., αποτελώντας την αριστοκρατική τάξη. Μέχρι τα τέλη του επόμενου αιώνα, οι Ετρούσκοι είχαν χάσει την εξουσία, και ήταν τότε που Λατίνοι και οι Σαβίνοι άλλαξαν τη μορφή διακυβέρνησης υιοθετώντας το δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο περιόριζε τη δύναμη των κυβερνώντων.

Η Ρωμαϊκή παράδοση, όπως και οι αποδείξεις που παρέχουν οι αρχαιολόγοι, καταδεικνύει ένα σύμπλεγμα στη Ρωμαϊκή Αγορά (Forum Romanum), ως έδρα του βασιλέως και του πρώτου θρησκευτικού κέντρου. Ο Νουμάς Πομπίλιος αποτέλεσε το δεύτερο βασιλιά της Ρώμης, ως διάδοχος του Ρωμύλου. Ήταν αυτός που έβαλε σε εφαρμογή τα πρώτα μεγάλα έργα ανοικοδόμησης της πόλης, το παλάτι του στη Ρετζία και τον Οίκο των Εστιάδων Παρθένων.

ΔΕΣ: ΓΑΪΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ (GAIUS JULIUS CAESAR) 100 π.Χ. - 44 π.X. ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ (αναλυτικό)

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Γ΄

ΔΗΜ 9.47–52

Δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι ο Φίλιππος δεν είναι τόσο ισχυρός, όσο οι Λακεδαιμόνιοι στο παρελθόν

Προς επίρρωση όσων προανέφερε σχετικά με τους πολιτικούς που χρηματίζονταν, για να υποστηρίξουν τα μακεδονικά συμφέροντα (βλ. σχετικά ΔΗΜ 9.36–40) και προκειμένου να αποδείξει την ευαισθησία των παλαιότερων Αθηναίων απέναντι στο αδίκημα της δωροληψίας, ο ρήτορας επικαλέστηκε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και συνεχίζει:

[47] Ἔστι τοίνυν τις εὐήθης λόγος παρὰ τῶν παραμυθεῖσθαι
βουλομένων τὴν πόλιν, ὡς ἄρ’ οὔπω Φίλιππός ἐστιν οἷοί
ποτ’ ἦσαν Λακεδαιμόνιοι, οἳ θαλάττης μὲν ἦρχον καὶ γῆς
ἁπάσης, βασιλέα δὲ σύμμαχον εἶχον, ὑφίστατο δ’ οὐδὲν
αὐτούς· ἀλλ’ ὅμως ἠμύνατο κἀκείνους ἡ πόλις καὶ οὐκ
ἀνηρπάσθη. ἐγὼ δ’ ἁπάντων ὡς ἔπος εἰπεῖν πολλὴν εἰλη-
φότων ἐπίδοσιν, καὶ οὐδὲν ὁμοίων ὄντων τῶν νῦν τοῖς
πρότερον, οὐδὲν ἡγοῦμαι πλέον ἢ τὰ τοῦ πολέμου κεκινῆσθαι
κἀπιδεδωκέναι. [48] πρῶτον μὲν γὰρ ἀκούω Λακεδαιμονίους
τότε καὶ πάντας τοὺς ἄλλους, τέτταρας μῆνας ἢ πέντε, τὴν
ὡραίαν αὐτήν, ἐμβαλόντας ἂν καὶ κακώσαντας τὴν χώραν
ὁπλίταις καὶ πολιτικοῖς στρατεύμασιν ἀναχωρεῖν ἐπ’ οἴκου
πάλιν· οὕτω δ’ ἀρχαίως εἶχον, μᾶλλον δὲ πολιτικῶς, ὥστ’
οὐδὲ χρημάτων ὠνεῖσθαι παρ’ οὐδενὸς οὐδέν, ἀλλ’ εἶναι
νόμιμόν τινα καὶ προφανῆ τὸν πόλεμον. [49] νυνὶ δ’ ὁρᾶτε μὲν
δήπου τὰ πλεῖστα τοὺς προδότας ἀπολωλεκότας, οὐδὲν δ’ ἐκ
παρατάξεως οὐδὲ μάχης γιγνόμενον· ἀκούετε δὲ Φίλιππον
οὐχὶ τῷ φάλαγγ’ ὁπλιτῶν ἄγειν βαδίζονθ’ ὅποι βούλεται,
ἀλλὰ τῷ ψιλούς, ἱππέας, τοξότας, ξένους, τοιοῦτον ἐξηρτῆ-
σθαι στρατόπεδον. [50] ἐπειδὰν δ’ ἐπὶ τούτοις πρὸς νοσοῦντας
ἐν αὑτοῖς προσπέσῃ καὶ μηδεὶς ὑπὲρ τῆς χώρας δι’ ἀπιστίαν
ἐξίῃ, μηχανήματ’ ἐπιστήσας πολιορκεῖ. καὶ σιωπῶ θέρος
καὶ χειμῶνα, ὡς οὐδὲν διαφέρει, οὐδ’ ἐστὶν ἐξαίρετος ὥρα
τις ἣν διαλείπει. [51] ταῦτα μέντοι πάντας εἰδότας καὶ λογιζο-
μένους οὐ δεῖ προσέσθαι τὸν πόλεμον εἰς τὴν χώραν, οὐδ’
εἰς τὴν εὐήθειαν τὴν τοῦ τότε πρὸς Λακεδαιμονίους πολέμου
βλέποντας ἐκτραχηλισθῆναι, ἀλλ’ ὡς ἐκ πλείστου φυλάτ-
τεσθαι τοῖς πράγμασι καὶ ταῖς παρασκευαῖς, ὅπως οἴκοθεν
μὴ κινήσεται σκοποῦντας, οὐχὶ συμπλακέντας διαγωνίζεσθαι.
[52] πρὸς μὲν γὰρ πόλεμον πολλὰ φύσει πλεονεκτήμαθ’ ἡμῖν
ὑπάρχει, ἄν περ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ποιεῖν ἐθέλωμεν ἃ
δεῖ, ἡ φύσις τῆς ἐκείνου χώρας, ἧς ἄγειν καὶ φέρειν ἔστι
πολλὴν καὶ κακῶς ποιεῖν, ἄλλα μυρία· εἰς δ’ ἀγῶνα ἄμεινον
ἡμῶν ἐκεῖνος ἤσκηται.

***
[47] Είναι αληθές ότι ακούει τις ένα ανόητον επιχείρημα παρ' εκείνων οίτινες θέλουν να μας καθησυχάσουν: λέγουν ότι ο Φίλιππος δεν είναι ακόμη τόσον δυνατός όσον ήσαν άλλοτε οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι εκυριάρχουν μεν της θαλάσσης και όλης της Ελλάδος, είχον δε σύμμαχον τον Μ. Βασιλέα, και ουδέν ανθίστατο εις αυτούς· και όμως ―λέγουν― η πόλις ημών τους απέκρουσε, και δεν ανηρπάγη υπό της καταιγίδος. Βεβαίως· αλλ' όμως τα πάντα σχεδόν έχουν πολύ έκτοτε προοδεύσει και κατ' ουδέν ομοιάζουν τα παρόντα με τα παρελθόντα, προ παντός δε νομίζω ότι τα πολεμικά είναι εκείνα που έχουν περισσότερον μεταβληθή και προοδεύσει. [48] Πρώτον μεν, καθώς λέγουν, κατά τους χρόνους εκείνους οι Λακεδαιμόνιοι και πάντες οι άλλοι, επί τέσσαρας ή πέντε μήνας, κατά την καλήν εποχήν, εισέβαλλον και εδήουν την εχθρικήν χώραν με οπλίτας και στρατεύματα εκ πολιτών απαρτιζόμενα, μετά ταύτα δε απήρχοντο εις τα ίδια· είχον δε εις τοιούτον βαθμόν το αίσθημα της αρχαιοπρεπείας ή μάλλον το αίσθημα του πολιτικού καθήκοντος, ώστε ουδεμίαν παρ' ουδενός ηγόραζον υπηρεσίαν αλλά διεξήγον πόλεμον νόμιμον και ανοικτόν. [49] Τώρα δε, καθώς βλέπετε, οι προδόται έχουν σχεδόν τα πάντα καταστρέψει· ουδέν εγένετο από παρατεταγμένα στρατεύματα ή από μάχην. Όταν δε πληροφορήσθε ότι ο Φίλιππος βαδίζει οπουδήποτε θέλει, δεν ευρίσκεται επί κεφαλής φάλαγγος οπλιτών, αλλ' ακολουθείται από στρατιάν ψιλών, ιππέων, τοξοτών, μισθοφόρων. [50] Όταν εξ άλλου επιπέση κατά λαού νοσούντος εσωτερικώς και ουδείς εξέλθη, λόγω της αμοιβαίας δυσπιστίας, προς άμυναν της χώρας του, στήνει μηχανάς και πολιορκεί την πόλιν. Παραλείπω ότι ουδεμίαν κάμνει διάκρισιν θέρους και χειμώνος και ότι δεν υπάρχει εποχή κατά την οποίαν να διακόπτη εξαιρετικώς τας επιχειρήσεις.

[51] Ταύτα λοιπόν πρέπει πάντες να γνωρίζωμεν και να λάβωμεν σοβαρώς υπ' όψιν, και να μη αφήσωμεν τον πόλεμον να έλθη εις την χώραν μας· ουδέ πρέπει, αποβλέποντες εις τον απλοϊκόν τρόπον διεξαγωγής του τότε προς τους Λακεδαιμονίους πολέμου, να αφήσωμεν να μας ανατρέψουν· αλλά πρέπει, αντιθέτως, να προλάβωμεν την επίθεσιν κρατούντες αυτόν όσον το δυνατόν μακράν διά της ενεργητικότητος και των παρασκευών μας και να φροντίσωμεν τίνι τρόπω θα μείνη ακίνητος εις την χώραν του και τίνι τρόπω δεν θα αγωνισθώμεν προς αυτόν εκ του συστάδην. [52] Διότι ως προς την διεξαγωγήν του πολέμου, έχομεν πολλά φυσικά πλεονεκτήματα, εάν, ω άνδρες Αθηναίοι, αποφασίσωμεν να πράττωμεν τα δέοντα: και εν πρώτοις την φυσικήν διαμόρφωσιν της χώρας του, της οποίας μέγα μέρος δυνάμεθα να λεηλατήσωμεν και άλλως να βλάψωμεν, αλλά και πολλά άλλα πλεονεκτήματα. Αντιθέτως εις την τακτικήν μάχην είναι εκείνος καλλίτερα από ημάς ησκημένος.