Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (908-945)

Αποτέλεσμα εικόνας για gustave moreau messalinaΙΑ. αἰνῶ, γύναι, τάδ᾽, οὐδ᾽ ἐκεῖνα μέμφομαι·
εἰκὸς γὰρ ὀργὰς θῆλυ ποιεῖσθαι γένος
910 γάμους παρεμπολῶντος †ἀλλοίους πόσει†.
ἀλλ᾽ ἐς τὸ λῷον σὸν μεθέστηκεν κέαρ,
ἔγνως δὲ τὴν νικῶσαν, ἀλλὰ τῷ χρόνῳ,
βουλήν· γυναικὸς ἔργα ταῦτα σώφρονος.
ὑμῖν δέ, παῖδες, οὐκ ἀφροντίστως πατὴρ
915 πολλὴν ἔθηκε σὺν θεοῖς σωτηρίαν·
οἶμαι γὰρ ὑμᾶς τῆσδε γῆς Κορινθίας
τὰ πρῶτ᾽ ἔσεσθαι σὺν κασιγνήτοις ἔτι.
ἀλλ᾽ αὐξάνεσθε· τἄλλα δ᾽ ἐξεργάζεται
πατήρ τε καὶ θεῶν ὅστις ἐστὶν εὐμενής.
920 ἴδοιμι δ᾽ ὑμᾶς εὐτραφεῖς ἥβης τέλος
μολόντας, ἐχθρῶν τῶν ἐμῶν ὑπερτέρους.
αὕτη, τί χλωροῖς δακρύοις τέγγεις κόρας,
στρέψασα λευκὴν ἔμπαλιν παρηίδα,
κοὐκ ἀσμένη τόνδ᾽ ἐξ ἐμοῦ δέχῃ λόγον;
925 ΜΗ. οὐδέν· τέκνων τῶνδ᾽ ἐννοουμένη πέρι.
ΙΑ. θάρσει νυν· εὖ γὰρ τῶνδ᾽ ἐγὼ θήσω πέρι.
ΜΗ. δράσω τάδ᾽· οὔτοι σοῖς ἀπιστήσω λόγοις.
γυνὴ δὲ θῆλυ κἀπὶ δακρύοις ἔφυ.
ΙΑ. τί δῆτα λίαν τοῖσδ᾽ ἐπιστένεις τέκνοις;
930 ΜΗ. ἔτικτον αὐτούς· ζῆν δ᾽ ὅτ᾽ ἐξηύχου τέκνα,
ἐσῆλθέ μ᾽ οἶκτος εἰ γενήσεται τάδε.
ἀλλ᾽ ὧνπερ οὕνεκ᾽ εἰς ἐμοὺς ἥκεις λόγους,
τὰ μὲν λέλεκται, τῶν δ᾽ ἐγὼ μνησθήσομαι.
ἐπεὶ τυράννοις γῆς μ᾽ ἀποστεῖλαι δοκεῖ
935 (κἀμοὶ τάδ᾽ ἐστὶ λῷστα, γιγνώσκω καλῶς,
μήτ᾽ ἐμποδών σοι μήτε κοιράνοις χθονὸς
ναίειν· δοκῶ γὰρ δυσμενὴς εἶναι δόμοις)
ἡμεῖς μὲν ἐκ γῆς τῆσδ᾽ ἀπαροῦμεν φυγῇ,
παῖδες δ᾽ ὅπως ἂν ἐκτραφῶσι σῇ χερὶ
940 αἰτοῦ Κρέοντα τήνδε μὴ φεύγειν χθόνα.
ΙΑ. οὐκ οἶδ᾽ ἂν εἰ πείσαιμι, πειρᾶσθαι δὲ χρή.
ΜΗ. σὺ δ᾽ ἀλλὰ σὴν κέλευσον ἄντεσθαι πατρὸς
γυναῖκα παῖδας τήνδε μὴ φεύγειν χθόνα.
ΙΑ. μάλιστα· καὶ πείσειν γε δοξάζω σφ᾽ ἐγώ,
945 εἴπερ γυναικῶν ἐστι τῶν ἄλλων μία.

***
ΙΑ. Σε επαινώ, γυναίκα, γι᾽ αυτά και δεν σε ψέγω για εκείνα.Είναι λογικό να οργίζονται οι γυναίκες,910όταν οι άντρες ετοιμάζουν ερήμην τους άλλους γάμους.Η καρδιά σου όμως τώρα έγειρε στο καλύτερο,χρειάστηκες χρόνο, αλλά κατάλαβες το σωστό.Το φέρσιμό σου είναι φέρσιμο γυναίκας συνετής.Για σας πάλι, παιδιά μου, ο πατέρας σας, όχι δίχως σκέψη,915πέτυχε να έχετε με τη βοήθεια των θεών,μεγάλες ελπίδες να ευημερήσετε.Εσείς και οι αδελφοί σας θα γίνετε, πιστεύω, μια μέραοι πρώτοι εδώ στη γη της Κορίνθου.Μόνο μεγαλώστε με το καλό.Για τ᾽ άλλα θα φροντίσει ο πατέρας σαςκαι όποιος από τους θεούς είναι για σας ευμενής.920Εύχομαι να σας δω να φτάνετε στην αλκή της νιότηςκαι να συντρίβετε τους εχθρούς μου.

(Η Μήδεια γυρίζει από την άλλη πλευρά και κλαίει.)

Εε, γιατί έστρεψες από την άλλη το λευκό σου πρόσωποκαι ωχρά δάκρυα βρέχουν τα βλέφαρά σου;Γιατί δεν χάρηκες ακούγοντας τα λόγια που είπα;925ΜΗ. Δεν είναι τίποτα. Σκεφτόμουν τούτα τα παιδιά.ΙΑ. Μην ανησυχείς. Θα φροντίσω εγώ γι᾽ αυτά.ΜΗ. Θα σ᾽ ακούσω. Δεν αμφισβητώ αυτό που είπες,όμως γυναίκα θα πει τρυφερότητα και δάκρυ.ΙΑ. Και γιατί σπαράζεις έτσι γι᾽ αυτά τα παιδιά;930ΜΗ. Τα έχω γεννήσει, και όταν ευχήθηκες να ζήσουν,ένιωσα μέσα μου μια λύπη. Θα γίνει άραγε; αναρωτήθηκα.Όμως ήρθες για να μιλήσεις μαζί μου·κάποια τα είπαμε ήδη, άλλα θα τα θυμίσω εγώ.Αφού αποφάσισαν οι άρχοντες να με διώξουν από εδώ935(αυτό είναι και για μένα το άριστο —το αντιλαμβάνομαι απολύτως—,να μην γίνομαι εμπόδιο ούτε για σέναούτε για τους άρχοντες της χώρας,μια και με θεωρούν εχθρό του σπιτιού),εγώ θα φύγω από τη χώρα και θα πάρω τον δρόμο της εξορίας,940εσύ παρακάλεσε ωστόσο τον Κρέοντα να μην εξοριστούν τα παιδιά,για να μεγαλώσουν με το καλό στα χέρια σου.ΙΑ. Δεν ξέρω αν θα τον πείσω, όμως οφείλω να προσπαθήσω.ΜΗ. Ζήτα πάντως από τη γυναίκα σουνα παρακαλέσει τον πατέρα της να μην εξοριστούν τα παιδιά.ΙΑ. Θα το πράξω. Και θα την πείσω, πιστεύω,945αν είναι και αυτή μια γυναίκα όπως όλες.

Η πλατωνική Φιλοσοφία ως μελέτη θανάτου

Αποτέλεσμα εικόνας για Η πλατωνική Φιλοσοφία ως μελέτη θανάτουΑυτό που εκλείπει πλέον από τους σημερινούς Έλληνες είναι ο ηρωικός τρόπος ζωής. Ο τρόπος ζωής εκείνος που χαρακτήριζε διαχρονικά τους Έλληνες χιλιάδες χρόνια. Ποιος είναι ο αληθινός ηρωικός τρόπος ζωής; Η συμφιλίωση του καθένα μας ξεχωριστά με τον θάνατο.
 
Ο τρόπος που αντιμετωπίζει και διαχειρίζεται κανείς τον επικείμενο θάνατό του αποτυπώνει μέσα στον ίδιο το βίο του, στην πρακτική καθημερινότητά του, το πώς προσλαμβάνει τον κόσμο, τους άλλους και τον εαυτό του τον ίδιο.
 
Για να ζήσει, λοιπόν, κανείς μια αυθεντική ζωή, αυτό που χρειάζεται είναι η αποφασιστική αντιμετώπιση του δικού του θανάτου. Αυτό είναι που δίνει ζωή στη νιότη. Πραγματικά, όπως μας γράφει ο Πλάτωνας, για να φιλοσοφήσει αληθινά κανείς πρέπει, να "μελετά" διαρκώς το φαινόμενο του θανάτου.
 
Τι εννοεί όμως ο Πλάτωνας όταν γράφει ότι η φιλοσοφία είναι "μελέτη θανάτου"; Αναφέρεται μόνο στο να ψάχνει διαρκώς κανείς την αλήθεια διαβάζοντας, μελετώντας και συζητώντας; Ή να μεταφέρει αυτού του είδους την ενασχόληση ή μελέτη του θανάτου και στην πρακτική ζωή; Βεβαίως και τα δύο.
 
Πώς αποτυπώνεται στην πράξη η μελέτη αυτή του θανάτου; Ο Πλάτωνας μας γράφει πώς ακριβώς εννοεί αυτή τη μεταφορά.
 
Γράφει ο Πλάτων στο διάλογο "Φαίδων" :
 
[Οι ορθώς φιλοσοφούντες απέχονται των κατά το σώμα επιθυμιών απασών και καρτερούσι.]
 
[Απόδοση στη νεοελληνική: Αυτοί που φιλοσοφούν ορθά είναι αυτοί που νηστεύουν, εγκρατεύονται από τις κάθε είδους επιθυμίες του σώματος και υπομένουν.]
 
Όπως επίσης σε ένα άλλο σημείο γράφει ο Πλάτων:
 
[Οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι.]
 
[Απόδοση στη νεοελληνική: όσοι φιλοσοφούν σωστά είναι αυτοί που μελετούν αποκλειστικά πώς θα πεθάνουν], δηλαδή ότι όλη τους η ζωή καθίσταται ένας μελετημένος βίος με βάση την οπτική του θανάτου.
 
Ο θάνατος, λοιπόν, είναι καταλυτικά καθοριστικός παράγοντας της καθολικής στάσης ζωής του φιλόσοφου. Μέσα από τον λιτό τρόπο ζωής ο φιλόσοφος "πενθούσε", βίωνε έναν μελετημένο, φιλοσοφημένο βίο στην προοπτική του θανάτου.
 
Σχεδόν οι περισσότεροι, όχι όλοι, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και στοχαστές αποπνέουν μέσα από τα έργα τους την "πίστη" τους σε έναν "μεταφυσικό" κόσμο, (όχι αυτόν πάντως). Η νηστεία και η αποχή τους από τις υλικές απολαύσεις και την τρυφηλή ζωή ήταν προσφιλής τους συνήθεια, ο ελληνικός τρόπος του βίου από τότε.
 
Να θυμίσω τους Πυθαγόρειους, τους Κυνικούς, αργότερα τους Νεοπλατωνικούς κ.λπ. Οι αρχαίοι κάθε φορά που επρόκειτο να συμβεί ένα σημαντικό γεγονός για την πόλη, προσέφεραν θυσία στους θεούς τους. Επίσης, θεωρούσαν ότι, για να υπερβεί ο πολίτης την ατομικότητά του και να κοινωνήσει με τους άλλους, θα έπρεπε να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου, επειδή ο θάνατος ήταν για αυτούς η θύρα για έναν άλλο "κόσμο". Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
 
Θα αναφέρω αυτό που είπε και έγραψε ο Ιωάννης Συκουτρής: "αποφασιστικός ηρωικός τρόπος ζωής, αληθινός πολιτισμός, είναι η συναναστροφή μας με τους νεκρούς". Δηλαδή η συναναστροφή μας με το θάνατο εκδηλώνεται μέσα από τη συναναστροφή μας με το ύφος, το ήθος και το πνεύμα των προγόνων.
 
Η συναναστροφή μας μαζί τους μας αρπάζει νοερά από το παρόν και μας ταξιδεύει στο παρελθόν. Στην ουσία όμως αυτό το ταξίδι πίσω στο παρελθόν, κοντά στα προσφιλή μας πρόσωπα και στους ηρωικούς προγόνους μας, εγκαινιάζει μια άλλη οπτική για το πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο.
 
Τότε είναι που τον υπερβαίνουμε (τον χρόνο), μπορούμε τελικά να συνομιλήσουμε και εκτός χρόνου. Είναι ένα παιχνίδι μεταφυσικό που θέτει το βλέμμα μας προς το μέλλον.
 
Ναι, αν η ενασχόληση με τη φιλοσοφία είναι στοχασμός πάνω στο φαινόμενο "θάνατος", τότε αυτή η ενασχόληση ενεργοποιεί όλους τους κλάδους της φιλοσοφίας χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Γίνεται τρία σε ένα. Δε χρειάζεται να ασχοληθεί κανείς διακριτά με τους τρεις κλάδους της φιλοσοφίας με την κοπιαστική βάσανο των όρων και των εννοιών.
 
Τότε η φιλοσοφία κομίζει μια άλλη γνωσιοθεωρία (α), μια άλλη οντολογία ή μεταφυσική (β), και μια άλλη ηθική ή αξιολογία (γ).
 
            Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με μία μόνο έγνοια, τη μελέτη θανάτου.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΑΡΧΑΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ«Αν οι Έλληνες δημιούργησαν κάτι, ήταν η ελευθερία»
 
Tι σημαίνει δημοκρατία τότε και σήμερα, και πώς θα πρέπει να ερμηνεύουμε τις κατακτήσεις των αρχαίων για να τις εκμεταλλευτούμε στη σύγχρονη κοινωνία;
 
Η εμφάνιση της δημοκρατίας σημαίνει την απόκτηση δύναμης από τον λαό, ο οποίος παίρνει πλέον τη μοίρα του στα δικά του χέρια. Πλέον, ένας νόμος δεν προκύπτει από άγιες γραφές ή από κάποια παραξενιά του ηγεμόνα, αλλά από τη βούληση του λαού, που στο εδώ και τώρα τον επιλέγει σαν ορθό, πράγμα που σημαίνει ότι μετά από δέκα, είκοσι χρόνια, μπορεί να τον επιλέξει σαν παρωχημένο και να τον αλλάξει.
 
Δημιουργήθηκε έτσι η πολιτική, που δεν αφορά πια ίντριγκες ατομικών συμφερόντων γύρω από την μια εγκαθιδρυμένη εξουσία βασιλιάδων και παπάδων, το ερώτημα: πώς θα οργανώσουμε μια καλή, δίκαιη κοινωνία; Με ποιους θεσμούς; Αυτό σημαίνει «πολιτική» για τους Έλληνες. Αφού άνθρωποι θα ζουν σύμφωνα με νόμους, οι άνθρωποι είναι που πρέπει να τους καθορίζουν. Δεν αρκούμαι, για παράδειγμα, στο ότι μια Αλήθεια έχει ήδη ειπωθεί στο Πεντάτευχο και ότι το πολύ που μπορώ να κάνω είναι να προσφέρω διάλογο σε διαδοχικούς τόμους του Ταλμούδ, που πάντα πρέπει να συμφωνεί με τον αρχικό Λόγο. Δεν υπάρχει αυτή η τελική Αλήθεια, δεν υπάρχει ούτε στο Κόμμα ούτε στον Γενικό Γραμματέα.
 
Ο Χριστιανισμός αντικατέστησε την έννοια της ύβρης με την έννοια της αμαρτίας. Αμαρτία είναι η καταπάτηση του θείου νόμου: ο θεός είπε κάτι, εσύ έκανες το αντίθετο, άρα αμάρτησες και θα τιμωρηθείς. Στην αρχαία Ελλάδα οι θεοί δεν έδωσαν εντολές ή απαγορεύσεις στον άνθρωπο. Υπήρχαν βέβαια όρια που δεν έπρεπε να ξεπεράσεις. Δεν ήταν όμως προκαθορισμένα. Μόνος σου έπρεπε να σκεφτείς ποια ήταν τα όρια της ελευθερίας, του σεβασμού και της ευπρέπειας, και αν τα ξεπερνούσες, έκανες ύβρη και οι θεοί σε τιμωρούσαν. Η «υπερβολή» ήταν επικίνδυνη, όχι η ανυπακοή.
 
Έτσι, συνδέθηκε η πολιτική με τη φιλοσοφία. Γιατί, η αρχή της φιλοσοφίας δεν είναι το ερώτημα «Τι σημαίνει να υπάρχεις;» Το ερώτημα είναι «Τι πρέπει να σκεφτώ;» Και για να υπάρχει ελευθερία, σημαίνει να υπάρχει φιλοσοφία. Είμαι ελεύθερος να σκέφτομαι και να αμφισβητώ ακόμα και τον εαυτό μου. Η ελευθερία αυτή αποτυπώνεται και στην καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν είναι από έλλειψη πηγών που ένας αρχαιολόγος θα δυσκολευτεί να καθορίσει αν ένα αιγυπτιακό γλυπτό είναι της 23ης ή της 24ης Δυναστείας Φαραώ. Εκεί δεν υπάρχει ατομικό στυλ του καλλιτέχνη, υπάρχει καλλιτεχνική παράδοση, η οποία αλλάζει πολύ αργά. Στους Έλληνες είναι προφανής ο ατομικός χαρακτήρας του έργου, κανένας δεν θα μπερδέψει έναν στίχο του Ομήρου με έναν στίχο του Ησίοδου, ή τον Αρχίλοχο με τη Σαπφώ. Στο ίδιο το περιεχόμενο του καλλιτεχνικού έργου το εύρος της ελευθερίας είναι φανταστικά μεγάλο. Για παράδειγμα, ο Αρχίλοχος ήταν ένας μισθοφόρος και ποιητής και κάπου γράφει: «Ήμουν στη μάχη, θα χάναμε, και πέταξα την ασπίδα για να δραπετεύσω πιο γρήγορα. Σιγά το πράμα, θα μπορούσα να αγοράσω μια άλλη». Για να πεις κάτι τέτοιο σε μια κοινωνία που περισσότερο από όλα εκτιμούσε την στρατιωτική δόξα, και να δοξάζεσαι με βραβεία σαν ποιητής… αυτό είναι ελευθερία.
 
Η διαφορά μεταξύ άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε αντιπροσώπευση. Και τότε βέβαια δεν αποφάσιζαν όλοι οι πολίτες για όλα τα θέματα, αλλά εξέλεγαν μεταξύ όλου του λαού, αυτόν που ήταν ο πιο ειδικός σε κάποιο θέμα, στον οποίο δεν μετέφεραν κάποια εξουσία, αλλά την αρμοδιότητα να κάνουν κάποιο συγκεκριμένο έργο (για να κατασκευαστούν πλοία εκλέγονταν αυτοί που ήταν οι καλύτεροι στο να κατασκευάζουν πλοία). Δεν υπάρχει κράτος για τους αρχαίους. Το δεύτερο συνθετικό της λέξης «δημοκρατία» σημαίνει «δύναμη» όχι μια ξεχωριστή συλλογική οντότητα που επιβάλλεται στο άτομο ή συνδιαλέγεται με αυτό. Το κράτος είναι οι πολίτες, όχι μια γεωγραφική περιοχή. Δεν είναι τυχαίο που το έργο του Αριστοτέλη ονομάζεται «Αθηναίων Πολιτεία» (Σύνταγμα των Αθηναίων) και όχι «Πολιτεία της Αθήνας» (Σύνταγμα της Αθήνας).
 
Σήμερα, αντιθέτως, υπάρχει αποξένωση από την εξουσία. Οι «Μοντέρνοι» δίνουν την εξουσία σε αντιπροσώπους τους, και ξεμπερδεύουν για 4 χρόνια (μέχρι τις επόμενες εκλογές), κατά τη διάρκεια των οποίων είναι παθητικοί πολίτες, δεν υποχρεώνονται να συμμετέχουν ενεργητικά στα κοινά. Όπου και πάλι, στις εκλογές, τι επιλέγουν; Μεταξύ δύο συνήθως κομμάτων των οποίων η πολιτική έχει καθοριστεί από την προηγούμενη τετραετία.
 
Για τον αρχαίο δεν υπήρχε τέτοιου είδους αποξένωση. Οι νόμοι είναι δικοί μου, θα έλεγαν οι αρχαίοι, επειδή εγώ τους ψήφισα, και ακόμα κι αν είμαι στη μειοψηφία, θα αποδεχτώ την απόφαση της πλειοψηφίας, αλλιώς μπορώ ελεύθερα να φύγω από την πόλη. Και αν αυτοί οι νόμοι καταπατηθούν από κάποιον, δεν είναι στην ευθύνη ενός εξειδικευμένου επαγγελματικού σώματος να ενεργήσει εναντίον του, αλλά και δική μου προσωπική ευθύνη, εξ ου και το δικαίωμα καθενός να μπορεί να κατηγορεί τον οποιονδήποτε ότι έκανε το ένα ή το άλλο αδίκημα. Σήμερα που οι νόμοι δεν είναι δικοί μας, που έχουμε αποξενωθεί από την εξουσία, που οι νόμοι μας επιβάλλονται και μας καταπιέζουν, είναι που υπάρχει η έννοια του «καταδότη» που αποτελεί βαριά κατηγορία. Σήμερα αποφεύγουμε να κατηγορήσουμε ο ένας τον άλλον, γιατί οι νόμοι δεν είναι οι δικοί μας νόμοι, αλλά οι νόμοι των άλλων.
 
Δεν μπορούμε φυσικά να επαναφέρουμε το σύστημα της άμεσης δημοκρατίας στην σύγχρονη εποχή, με τα εκατομμύρια ψηφοφόρους και την πολυπλοκότητα των σημερινών δραστηριοτήτων, αλλά μπορούμε να εμπνεόμαστε από την ιδέα της άμεσης δημοκρατίας, και να επανακαθορίσουμε τη σχέση μας με το νόμο, με τη ομαδικότητα και την εξουσία. Μπορούμε να βρούμε τρόπους σε τοπικό επίπεδο, σε επίπεδο μιας επιχείρησης ή κάποιου άλλου θεσμού, να οργανώσουμε μορφές δημοκρατίας που δεν θα είναι αποξενωτικές, όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να συμμετέχουν στις διαδικασίες. Υπάρχουν παραδείγματα τέτοιων σύγχρονων προσπαθειών, όπως το εργατικό κίνημα, εργατικά συμβούλια και οι Σοβιετικοί πριν την πλήρη κυριαρχία από το Μπολσεβίκικο κόμμα. Η βάση του προβλήματος είναι ότι οι αρχαίοι θεωρούσαν την πόλη ως δική τους υπόθεση, προσωπική. Οι σύγχρονοι όχι. Ο Μοντέρνος άνθρωπος ζητάει πρωτίστως από το Κράτος να εγγυηθεί τις απολαύσεις του, και αυτή είναι μια βασική διαφορά μεταξύ αρχαίων και σύγχρονων. Στο σήμερα, ο άνθρωπος θα ασκήσει ουσιαστική εξουσία μόνο με παροξυσμικό τρόπο, ίσως μέσα από κάποια κρίση ή επανάσταση.
 
Θεωρεί ο Μοντέρνος ότι η πολιτική είναι θέμα καθαρά πρακτικό/τεχνικό, και έτσι δηλώνει αδυναμία να ενασχοληθεί με αυτήν. Θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να κυβερνήσουμε τους εαυτούς μας και αφήνουμε αυτήν την δυσάρεστη ενασχόληση σε άλλους. Αυτό είναι λάθος γιατί η πολιτική είναι θέμα γνωμών και κρίσεων, όχι αυθεντίας. Το να παραδοθεί ένας λαός στην «σοφία» μιας αυθεντίας οδηγεί στον ολοκληρωτισμό, στον φασισμό.
 
Οι Γερμανοί μετέφρασαν τη λέξη «πόλις» σαν «Der Staat», «κράτος». Οι Ναζί θέλοντας να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους και ως συνεχιστές του αρχαιοελληνικού πνεύματος, παρουσίαζαν τον Επιτάφιο του Περικλή σαν φασιστικό κείμενο. Και όντως, αν στο κείμενο αυτό, που υμνεί τη θυσία των θυμάτων του πολέμου, η λέξη «πόλις» αντικατασταθεί με τη λέξη «κράτος», το κείμενο γίνεται φασιστικό γιατί υμνεί την θυσία του ατόμου για το καλό του κράτους, ενώ η πρόθεση του Περικλή ήταν να υμνήσει τη θυσία για το καλό των Αθηναίων, δηλαδή για τους συμπολίτες τους, των συντρόφων.
 
Η παιδεία που έχει υποχρέωση το κράτος να προσφέρει στον νέο πολίτη για να γίνει καλός πολίτης, πρέπει να του μάθει να κυβερνά και να κυβερνιέται, όχι όμως όπως κυβερνιέται ή εξουσιάζεται το ζώο από τον άνθρωπο, ή ο σκλάβος από τον ελεύθερο που πιστεύει ότι ο σκλάβος δεν έχει την ικανότητα να αποφασίσει σωστά. Πρέπει να μάθει να κυβερνιέται με την έννοια της υπακοής σε νόμους που αποφάσισε ο ίδιος ή η πλειοψηφία (και που άρα θα αποδεχτεί αναγκαστικά σαν έγκυρους), δηλαδή σαν ελεύθερος άνθρωπος.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ - Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣΠρὶν ὅμως νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην ἔρευναν, ὦ ἀγαπητοί, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐξιστορήσω, ἐν συντόμῳ, τοῦ παρόντος αἰῶνος τὴν ἑλληνικὴν ἀθλίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν, ἀναγινώσκοντες οἱ μεταγενέστεροι ὁμογενεῖς μου, νὰ ἀναστενάξουν καὶ νὰ κλαύσουν, οἱ δὲ νῦν νὰ ἐξυπνήσουν μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν δουλικὴν ληθαργίαν, διὰ νὰ ἠμπορέσουν οἱ μέλλοντες νὰ τοὺς δοξάζωσι καὶ εὐχαριστῶσι μὲ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης.

Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα (1). Τὰ ἤθη των εἶναι βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος. Ἡ ἀμάθειά των ἄκρα καὶ γενική (2).

Ὁ τύραννος εἶναι πάντη ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε στοχασμὸν περὶ τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι· οἱ νόμοι των δέ, ἐπειδὴ τὸν ἀποθεώνοσι, διὰ τοῦτο δὲν τοῦ συγχωροῦσι νὰ λάβῃ γυναῖκα ὡς σύζυγον, ὡς πρᾶγμα οὐτιδανὸν πρὸς τὴν μεγαλειότητά του (3). Ἐβγαίνει μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὸ παλάτιόν του καὶ ὑπάγει νὰ προσκυνήσῃ τὸν κτίστην τοῦ Παντὸς εἰς τὸν ναόν του.

Αὐτός, δὲν εἶναι εἰς χρέος νὰ ἠξεύρῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ τρώγῃ, νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ στέκεται εἰς τὸ ἄλογον. Ὅσον μὲν διὰ τὰς ἐπιστήμας ἢ ξένας γλώσσας τοῦ εἶναι ἐμποδισμένη ἡ σπουδή των ἀπὸ τοὺς νόμους των, ἂν δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του γλῶσσαν δὲν ἤθελεν ἠξεύρει νὰ προφέρῃ εἰμὴ δέκα λέξεις, βέβαια ἤθελε τοῦ ἦτον ἀρκεταί, ὡσὰν ὁποὺ ποτὲ δὲν ἔχει χρείαν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὅταν ὁμιλῇ, μόνον προστάζει νὰ φονεύουν τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Ὁ λόγος του εἶναι νόμος ἀπαράβατος, καὶ οἱ σκλάβοι του νομίζουσι μεγαλείτερον ἁμάρτημα τὴν παρακοὴν πρὸς τὰ ἐντάλματά του, παρὰ ἐνεργοῦντες τα νὰ ἤθελαν ἐκτελέσει τὰς πλέον φοβερὰς ἀδικίας (4). Ὅθεν, δὲν εὑρίσκεται οὔτε ἕνας, ὁποὺ νὰ ζῇ βέβαιος ὑπὸ τῆς δυναστείας του, δὲν λέγω διὰ μίαν ἡμέραν, ἀλλ᾿ οὔτε διὰ μίαν ὥραν (5).

Αὐτὸς προσέτι νομίζεται παρὰ τῶν ὀθωμανῶν ὡς καρδιογνώστης. Ὅθεν, εὐθὺς ὁποὺ τινὸς ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοῦ ἀρέσει, μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ ρίπτει τὴν κεφαλὴν χαμαί. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, αὐτὸς καταδικάζει εἰς θάνατον ὅποιον θελήσῃ, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοῦ ἀποκριθῇ. Τὸ «διατί;» εἶναι ἁμάρτημα τοιοῦτον ὡς πρὸς αὐτόν, ὁποὺ ἂν ἤθελεν ἔχει ἐκεῖνος ὁποὺ ἤθελε τὸ προφέρει δέκα ζωάς, βέβαια ἤθελε τοῦ δοθῶσι δέκα θάνατοι (6). Δὲν εὑρίσκεται πρᾶγμα, ὁποὺ οἱ νόμοι νὰ ἐμποδίζουσι τοῦ τυράννου, ἐκτὸς τοῦ οἴνου. Ἀλλ᾿ αὐτός, ὁποὺ εἶναι συνηθισμένος νὰ μὴν ὑπακούῃ, ὅταν ἐνθυμῆται αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν τοῦ Μωάμεθ, ἀδημονεῖ, καὶ ἀλλέως δὲν ξεθυμώνει, παρὰ χύνοντας τὸ αἷμα τινῶν ὑπηκόων. Τοιοῦτος, λοιπόν, ὑπάρχει, ὦ ἀγαπητοί μου, ὁ τῶν Ἑλλήνων τύραννος, καὶ βέβαια πολλὰ χειρότερος ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὸν ἐπερίγραψα, καθὼς ὅλοι σας τὸν γνωρίζετε.

Αὐτό, λοιπόν, τὸ ἄγαλμα τῆς μωρίας ἐκλέγει ἕναν ἀπὸ τοὺς προειρημένους δούλους τῆς ἀσωτείας του, καὶ βέβαια τὸν χειρότερον, καὶ τὸν κηρύττει ἐπίτροπόν του, ἤτοι ἀντιβασιλέα, καὶ δίδοντάς του τὴν σφραγῖδα τῆς κυριότητος, ὅσα κάμῃ, εἶναι καλὰ καμωμένα. Ἰδοὺ ἄλλος τύραννος χείρων τοῦ πρώτου. Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ βαστᾶ εἰς τὰς μιαρὰς χεῖρας του τοὺς βαρυτάτους χαλινοὺς τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τόσα μιλλιούνια ὑπόκεινται εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς ἀμαθοῦς τέρατος, ὁποὺ γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς εἰς τὸν κόλπον τῆς δουλείας καὶ τῆς ἀσωτείας, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄξιος νὰ διοικήσῃ, ἀλλ᾿ οὔτε ἄξιος ἤθελεν ἦτον νὰ εἶναι ὁ ὑποδεέστερος τῶν ὑπηκόων. Ὤ! ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ τὸν ὑπακούοσι!

Ἀκούσετε τώρα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς διοικεῖ. Ὁ πρῶτος, καὶ κυριώτερος, καὶ ἀπαράβατος νόμος εἶναι θέλησίς του. Ὅθεν, ἂν ἐξαιρέσωμεν μερικὰς ἐντολὰς τῆς θρησκείας των, κάθε ἄλλον νόμον ἀφανίζει τὸ κῦρος του. Ἡ ἀμάθειά του τὸν βιάζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα κριτήν, τοῦ ὁποίου δίδει τὸν τίτλον τοῦ Σοφωτάτου, ὁ ὁποῖος ἄλλο δὲν ἠξεύρει, εἰμὴ νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν γλῶσσαν του, μαζὶ μὲ μερικὰ κεφαλαιώδη προστάγματα τοῦ Μωάμεθ, ὁποὺ νὰ τὰ ἀκούσῃ τινάς, τοῦ ἐρεθίζουν γέλωτα. Τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐντάλματα ἀναφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τῆς θρησκείας καὶ μάλιστα εἰς τὴν διαφύλαξιν τῆς ἀμαθείας.

Ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ κριτοῦ εἶναι ἀναντίρρητος. Ὁ κῶδιξ τῶν τιμωριῶν του εἶναι βραχύτατος, καὶ δὲν περιέχει, εἰμὴ τρεῖς μόνον τιμωρίας - τὴν φυλακὴν λέγω, τὸ ράβδισμα, καὶ τὸν θάνατον, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε ἑνωμέναι μὲ τὴν χρηματικὴν παιδείαν. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει καὶ ἀποφασίζει αὐτὸς ὁ μωροκριτής, εἶναι τόσον παιδαριώδης καὶ ἀνόητος, ὁποὺ δύο ψευδομάρτυρες καὶ ἕνας κακοῦργος, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀφανίσουν τὸν πλέον ἐνάρετον πολίτην (7). Ὁ δὲ κριτὴς καθημερινῶς πολιτεύεται, καὶ ἀποφασίζει τοιουτοτρόπως, οὔτε ποτὲ τὸν τύπτει τὸ συνειδὸς διὰ τοιαύτας ἀνομίας (8).

Διὰ τὴν φύλαξιν καὶ εὐταξίαν τῆς πόλεως, ὁ ἀντιβασιλεὺς δίδει ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἑνὸς δούλου του, νὰ κάμνῃ ὅ,τι τοῦ φανῇ εὔλογον. Αὐτός, μὴν ἠξεύροντας πῶς νὰ μεταχειρισθῇ τὸν καιρόν του, εἰς ἄλλο δὲν καταγίνεται, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς προδότας καὶ κακούργους τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἐφευρίσκῃ τρόπους εἰς τὸ νὰ ἀδικῇ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον (9). Ὅταν τινὰς ἤθελεν ἀποκριθῆ εἰς αὐτοὺς τὸν παραμικρὸν λόγον, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν ὑπογράψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ θανάτου του, ἐπειδὴ εὐθὺς τὸν συκοφαντοῦσι, καὶ μὲ δύο ψευδομάρτυρας ἔμπροσθεν τοῦ κριτοῦ των βεβαιοῦσι, ὅτι τοὺς ὕβρισε τὴν θρησκείαν, καὶ παραχρῆμα τὸν θανατώνοσι (10). Ἰδού, ἀγαπητοί μου, πῶς διοικεῖται τὴν σήμερον ἡ ὀθωμανικὴ δυναστεία. Διοίκησις, ὅσον τυραννική, τόσον εὔκολος, καὶ τοιαύτη, ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ὑποθέσῃ μίαν χειροτέραν ἀπὸ αὐτήν.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἀντιβασιλεὺς ἐκλέγει πάντοτε ὅποιον θελήσῃ, τὰς περισσοτέρας φορὰς ὅμως δίδει αὐτὴν τὴν τιμήν, ἢ τοῦ μαγείρου του, ἢ τοῦ δούλου του, καὶ τὸν ψηφίζει κυβερνήτην καὶ ἀπόλυτον κύριον μιᾶς πόλεως τῆς ἐπικρατείας, εἰς τρόπον ὁποὺ κάθε πόλις τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διοικεῖται ἀπὸ ἕνα μάγειρα ἢ ἕνα δοῦλον (11).

Ἡ ὀθωμανικὴ αὐλὴ δὲν φυλάττει μισθωτὰ στρατεύματα, καθὼς τὰ ἑτερογενῆ βασίλεια, ἐκτὸς ἀπ᾿ ὅσα διὰ τὴν κοινὴν εὐταξίαν ὑποθέτει ἀναγκαῖα εἰς τὴν βασιλεύουσαν. Ὅθεν, ὅταν τῆς χρειασθοῦν, αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ τῶν διαφόρων πόλεων εἶναι εἰς χρέος, νὰ εὕρουν στρατιῶτας καὶ νὰ τοὺς πληρώσουν ἐξ ἰδίων των, ὁ καθεὶς κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἐπικρατείας του.

Ἡ πενιχρότης τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν, πρὶν λάβωσι τὸ σκῆπτρον τῆς δυνάμεως, ἀρκετῶς μᾶς δηλοποιεῖ τὴν πτωχείαν των, καὶ τὰς περισσοτέρας φοράς, ὅταν πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπικρατείας των, εὑρίσκονται καταχρεωμένοι, διὰ τὰ χαρίσματα ὁποὺ εἶναι βιασμένοι νὰ κάμνωσι, καὶ διὰ τὴν ἄκραν πολυτέλειαν, ὁποὺ φυλάττουσι. Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς, εἰσέρχεται εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ (12). Ἀλλὰ μὲ ποῖον τρόπον ἆρα γε πλουτίζει; Ἔ, πολλὰ εὔκολος εἶναι δι᾿ αὐτόν. Εὐθύς, ὁποὺ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν, κράζει τοὺς πλουσιωτέρους πολίτας, καὶ τοὺς λέγει, ὅτι ὁ βασιλεύς των ἔχει χρείαν ἀπὸ στρατεύματα, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰς χρέος νὰ προβλέψῃ ἀναλόγως εἰς τὴν δύναμίν του. Ὅθεν, ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον.

Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην, τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους (13) καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.

Παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστην νὰ μὴν θαυμάσῃ διὰ τὴν τοιαύτην διήγησιν. Ἐγὼ τὴν ἔγραψα, ὄχι πὼς δὲν ἠξεύρω, ὅτι εἶναι πασίδηλος τοῖς ὁμογενέσι μου Ἕλλησι, ἀλλ᾿ ἂν κατὰ τύχην τὸ παρὸν βιβλιάριον ἐκπέσῃ εἰς τὴν ὄψιν τινῶν, ὁποὺ ἔχουσι τὴν αὐθάδειαν νὰ ὁμολογοῦσι, ὅτι σχεδὸν σχεδὸν τοὺς ἀρέσκει ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις, νὰ καταλάβουν, ἂν εἶναι δυνατόν, μίαν φορὰν τὸ λάθος των, καὶ νὰ τρομάξουν εἰς τὴν ἀναισθησίαν των.

Τώρα, ἀγαπητοί μου, ὁποὺ ἐδιηγήθην τὸν ἀνυπόφορον τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος, ὄχι βέβαια ὅσον ἔπρεπε διεξοδικῶς, ἀλλ᾿ ὅσον τὸ παρὸν θέμα καὶ ὁ σκοπός μου τὸ ἐσυγχώρησε, τώρα, λέγω, ὁποὺ ἡ μόνη διήγησις, ἀρκετῶς μᾶς ἀπέδειξε, πόσον εἶναι ὁ αὐτὸς τρόπος τυραννικὸς καὶ ἀνυπόφορος, μὲ τὴν αὐτὴν συντομίαν θέλω σᾶς ἐνθυμίσει μὲ πόσην στενοχωρίαν οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες ἀναπληροῦσι εἰς τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, καὶ πόσα βάρη ὑποφέρουσι. Μετὰ ταῦτα δὲ θέλω ἐρευνήσει τὰς αἰτίας τῆς μέχρι τοῦδε ἀναιδεστάτης μας ὑπομονῆς.

Διὰ περισσοτέραν σαφήνειαν ὅμως κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν τυράννων αὐτῶν. Ἀλλ᾿ ἐπειδή, ὦ ἀγαπητοί μου, τὰ περιστατικὰ μ᾿ ἐμπόδισαν ἀπὸ τὸ νὰ ἐκτελέσω τὴν θέλησίν μου, καὶ νὰ περιδιαβάσω τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλην την ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, διὰ νὰ ἐπαριθμήσω μόνος μου καὶ καθὼς πρέπει, τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας, διὰ τοῦτο συντρέχω εἰς τοὺς πλέον νέους καὶ πλέον ἀξιοπίστους γεωγράφους, νὰ ἀντλήσω κἂν ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐκεῖνο, ὁποὺ μόνος μου δὲν ἐδυνήθην νὰ ἀπολαύσω.

Ἀφοῦ, λοιπόν, μὲ ἄκραν ἐπιμέλειαν ἐξέτασα πολλοὺς συγγραφεῖς, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν συμφωνοῦσιν ἀλλήλων των, καὶ σχεδὸν ὅλοι ἐκτείνονται εἰς περιττολογίας καὶ ἀφήνουσι εἰς σκότος τὰ ἀναγκαιότερα πράγματα τῆς γεωγραφίας, εὗρον δι᾿ ἀληθεστέραν ἢ πλησιεστέραν εἰς τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐπακόλουθον ἐπαρίθμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν, βέβαια, οὔτε ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ καταπεισθῶ μὲ ἀναμφιβολίαν, ἀλλ᾿ οὔτε ἀπίστευτος καθόλου μοῦ φαίνεται. Ὅθεν, ἐγὼ μὲν τὴν ἐκθέτω, ὅποιος δὲ εἶναι βεβαιότερος, ἂς τὴν διορθώσῃ, καὶ θέλω τοῦ μείνει εὐχάριστος.

Τὸ ὀθωμανικὸν βασίλειον εἰς τὴν Εὐρώπην διαιρεῖται εἰς τὰς ἀκολούθους δεκατρεῖς ἐπαρχίας, δηλαδὴ Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μπόσναν, Δαλματίαν, Ἀλβανίαν, Ἤπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν καὶ Ρούμελην. Οἱ κάτοικοι δὲ εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους, ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω (14). Τόσον πλῆθος Ἑλλήνων, ὦ ἀγαπητοί, πῶς ἆρα γε νὰ ζῇ; Αὐτὸ λοιπόν, θέλω ἐξετάσει τώρα καὶ ἀκούσετε.

Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς πόλεις (15) μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν εἰς τὰ χωρία (16). Ἐκ τῶν ὀθωμανῶν οὖν οἱ περισσότεροι ζῶσιν ἀπὸ χρονικὰ εἰσοδήματα, ὁποὺ συναθροίζουσιν ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ὑποστατικῶν των, οἱ δὲ λοιποὶ διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τεχνῶν, ὡς πάντως ἀσύδοτοι, κερδίζουσιν ἀρκετῶς, καὶ ζῶσιν κάλλιστα. Ἀλλ᾿ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι, εἶναι τὴν σήμερον τὸ πλέον θλιβερὸν θέαμα εἰς τὸ θέατρον τοῦ κόσμου.

Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.

Τόσα μεγάλα εἶναι τὰ βάρη, ὁποὺ ὑποφέρουσι, καὶ τόσον μιαρὰ ἡ ψυχὴ τῶν ὀθωμανῶν (17). Ὁ τρόπος δὲ τῆς συμφωνίας των μετὰ τῶν κυρίων τῶν ὑποστατικῶν, ἐκτὸς ὁποὺ εἶναι τυραννικώτατος, εἶναι, πρὸς τούτοις, καὶ ἀκατάστατος καὶ ἄνομος (18). Πῶς οὖν ζῶσι; Ἔ! ἀδελφοί μου, φίλτατοί μου Ἕλληνες, ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ. Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα. Βέβαια, ὁ πλούσιος ὀθωμανὸς τρέφει τὰ ἄλογά του μὲ πολλὰ καλλιότερα φαγητὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποὺ φυλάττουσιν εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὰς θλίψεις τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον χωριάτην.

Ἀλλά, μήπως τελειώνει εἰς αὐτὰ μόνον ἡ δυστυχία του; Αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος πρέπει πρὸς τούτοις - ὦ ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! - πρέπει, λέγω, νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν καὶ τοῦ ληστοῦ τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ὡς κατωτέρω ρηθήσεται, εἰς τρόπον ὁποὺ οἱ χωριάτες, ἐξαιρῶντας ἐκείνους τοὺς προδότας καὶ κακοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μὴν διψήσωσι, πίουσι τὸ αἷμα τῶν συναδελφῶν των, καὶ ἀποκαθίστανται συνεργοὶ τῶν τυραννικῶν προσταγμάτων, ἀφοῦ χάνουν τὰ ὅσα οἱ ὀθωμανοὶ τοὺς ἁρπάζουσι καὶ τὰ ὅσα δίδουσι τῶν καλογήρων, μόλις ἠμποροῦσι νὰ ζήσωσι ἀπ᾿ ὅσα τοὺς μένουσι (19).

Ἀλλά, πῶς νὰ παραιτήσω τὰς καθημερινὰς ἀγγαρείας ὁποὺ ὑποφέρουσι! Ὦ οὐρανέ, πῶς δὲν κατακαίεις μὲ τοὺς κεραυνούς σου τόσα βδελυρὰ τέρατα, ὁποὺ μιαίνουν καὶ ἀφανίζουν τὸ ἀνθρώπινον γένος! Δὲν εἶναι χωρίον, ὦ ἀγαπητοί, καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐπικράτειαν τοῦ τυράννου τῶν Ἰωαννίνων, ὁποὺ καθ᾿ ἑκάστην νὰ μὴν πέμπῃ τὸ ἓν τρίτον τῶν κατοίκων του, διὰ νὰ δουλεύῃ εἰς τὰ ἀνωφελῆ καὶ πολυέξοδα κτίρια τοῦ τυράννου, χωρὶς ἄλλην ἀνταμοιβήν, εἰμὴ ραβδίσματα καὶ πολλάκις θάνατον (20). Τοιαύτην λοιπὸν θλιβερὰν καὶ ἀνυπόφορον ζωὴν διάγουσιν οἱ χωριάτες τῆς ἑλληνικῆς γῆς, καί, βέβαια, πολλὰ χειροτέραν ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὴν παρέστησεν ἡ διήγησίς μου.

Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας; Ἔ, αὐτοὶ χωρὶς νὰ ἔχουν ὀλιγοτέρους κόπους καὶ μόχθους ἀπὸ τοὺς χωριάτας, ἔχουν τὰ βάσανα, καὶ περισσότερα καὶ φοβερώτερα, ἀπὸ αὐτούς. Οἱ τεχνῖται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδὸν 18 ὥρας τὸ ἡμερόνυκτον, καὶ ποτὲ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀναπληρώσουν τὰς ἀναγκαίας χρείας των. Οἱ προεστοὶ μὲ τὰ ἄδικα δοσίματα, ὁποὺ τοὺς ἐπιφορτώνοσι, τοὺς ἁρπάζουσιν, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, τὸν ὀλίγον καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι, καὶ ἀνάμεσα εἰς τόσας χιλιάδας, ὅταν τινὰς φθάσῃ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς χρείας του μὲ ὅσον κέρδος τοῦ μένει, νομίζεται πολλὰ εὐτυχής.

Πρόσθες ἀκόμη τὰ ἀνυπόφορα κακά, ὁποὺ καθημερινῶς δοκιμάζουσιν ἀπὸ τοὺς ἀχρείους ἐπιστάτας τοῦ τυράννου, οἱ ὁποῖοι, μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν, καὶ χωρὶς συνείδησιν, ἐπιφορτώνοσιν εἰς τοὺς ἄλλους τὰ βάρη τοῦ μέρους των, καὶ αὐτοὶ μένουν ἀσύδοτοι. Ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ ἄφρονες καὶ μωροὶ ἄνθρωποι, ὁποὺ κράζονται προεστοὶ καὶ ἄρχοντες, οἵτινες, ἀπὸ τὴν βρωμερὰν συνήθειαν, ἔχασαν σχεδὸν καὶ τὴν ἐντροπὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν δὲν διστάζουσιν ἀπὸ τὸ νὰ ἀρνῶνται, ποτὲ μέν, τὰς ποσότητας τῶν πληρωμῶν, ποτὲ δέ, νὰ ξαναζητῶσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔλαβαν ἤδη, καὶ τὸ χειρότερον νὰ καυχῶνται, εἰς τὸ νὰ δεικνύωνται πιστοὶ ὀπαδοὶ καὶ δοῦλοι τοῦ τυράννου ἑκούσιοι. Ἔ, σκληροὶ καὶ ἀναιδέστατοι ἄνθρωποι, ταχέως θέλετε μετανοήσει, ναί, θέλετε μετανοήσει καὶ θέλετε κλαύσει πικρῶς διὰ τὰς κακοεργίας σας.

Ποῦ νομίζετε, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, νὰ στέλνωσι, διὰ νὰ κατοικήσωσι, αὐτοὶ οἱ ἀπάνθρωποι καὶ ἀναιδέστατοι ἄρχοντες ἐκείνους τοὺς δυσώδεις καὶ βρωμεροὺς Ἀλβανίτας ἢ ἄλλης ἐπαρχίας ὀθωμανούς, ὁποὺ ὁ κάθε τύραννος βαστᾶ διὰ τὴν φύλαξίν του, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Θετταλίαν καὶ Ἤπειρον; Ἴσως εἰς ὀσπίτια καμωμένα ἐξεπίτηδες, ἴσως εἰς τὰ εὐρύχωρα μετόχια τῶν μοναστηρίων, ἴσως εἰς τὰ μεγάλα παλάτια των, ἴσως ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἢ εἰς ἔρημά τινα κτίρια, ἤ, τέλος πάντων, εἰς τὰ μοναστήρια; Οὐχί, οὐχί, ἀγαπητοί μου, μὴν προσμένετε τόσην κρίσιν ἀπὸ τὸν μεμεθυσμένον τους δουλικὸν νοῦν· αὐτοὶ ἐκλέγουσι καὶ πέμπουσιν αὐτοὺς τοὺς αἱμοβόρους λύκους εἰς τὰ ὀσπίτια, ὅπου εὑρίσκονται γυναῖκες καὶ κοράσια.

Καθείς, ὦ ἀγαπητοί μου, καθεὶς ἀπὸ ἐσᾶς ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ καταλάβῃ τὰς φοβερὰς ἐξακολουθήσεις. Ἐγὼ δέ, ἀπὸ τὴν δικαίαν μου ἀγανάκτησιν, ἡ χείρ μου τρέμει καὶ ἡ ὅρασις μου ἐθάμπωσε, οὔτε πλέον ἠμπορῶ νὰ ἐπαριθμήσω τὰς δυστυχίας τῶν Ἰωαννίτων καὶ ὅλων τῶν Θετταλῶν, χωρὶς ἀπὸ τὸν θυμόν μου νὰ εἰπῶ, βέβαια, ὀλιγότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουσι ἐκείνων τῶν μωροαρχόντων ἀλλ᾿ ἴσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ χρηστοήθεια καὶ τὸ ὁμογενὲς μὲ διδάσκουσι.

Ἂν ἐγώ, ὅμως, σιωπῶ, δὲν θέλουσι σιωπήσει αἱ τρομασμέναι μητέρες, ὁποὺ μετὰ δακρύων καὶ γονυκλιτῶς ἔμπροσθεν αὐτῶν τῶν ἀχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ᾿ ἑκάστην, σπανίως δὲ ἐκεῖνοι καταδέχονται νὰ τὰς ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις, ἀντὶς νὰ τὰς παρηγορήσωσι, τὰς ἐπιπλήττουσι καὶ μὲ βίαν τὰς ἐκβάλλουσιν ἔξω, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς δώσωσι τὴν παραμικρὰν βοήθειαν (21). Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, βέβαια, τὰ κρεμνισμένα ὀσπίτια τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, τὰ ξεσχισμένα στολίδια τῶν ὀσπιτίων των, αἱ αἱματωμέναι ὁδοὶ καὶ τείχη τῶν πόλεων ἀρκετῶς ὁμιλοῦσι εἰς τὰς ὁράσεις, ὄχι μόνον τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ξένων. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, ἀκούονται ὅμως οἱ ἀναστεναγμοὶ τῶν δυστύχων πατέρων, οἵτινες, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ κερδίσωσι τὴν ζωοτροφίαν των, οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἀφήσουν εἰς τὴν φαμελίαν των δέκα ὀθωμανοὺς καὶ ἄλλα τόσα ἄλογα, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ὄχι ὀλίγας φοράς, εἰς θάνατον. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, θέλει λαλήσουν τὰ ἀθῶα στόματα τῶν τρομασμένων κορασίδων καὶ πεφοβισμένων ἐφήβων. Καὶ ἂν ἐγώ, τέλος πάντων, δὲν τοὺς δηλοποιῶ τὸ τέλος των, τὰ παραδείγματα καὶ αἱ ἱστορίαι ὅλου τοῦ κόσμου μὲ μεγάλην σαφήνειαν τοὺς τὸ προλέγουσι, καὶ ἀρκετὰ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ προϊδῶσι μόνοι των, ἂν ἄξιοι κρίσεως καὶ συλλογισμοῦ ἦτον τοιαῦτα τέρατα.

Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, οἱ τεχνῖται πῶς ζῶσι, καὶ μὴν νομίσετε ὅτι ἐννοῶ διὰ μόνον τοὺς Ἰωαννίτας. Αὐτοὶ δὲν εἶναι δυστυχέστεροι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὁ τύραννός των εἶναι κακοηθέστατος. Ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εὑρίσκεται ἡ αὐτὴ διοίκησις, ὁ αὐτὸς τρόπος, αἱ ἰδίαι αἰτίαι, καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν κλάσιν τῶν πραγματευτῶν, λέγω, ἐκείνων, ὁποὺ πωλῶσι διάφορα εἴδη εἰς τὰ ἐργαστήριά των, διότι περὶ τῶν ταξιδευόντων περαιτέρω ρηθήσεται. Ἀλλὰ τί ἠμπορῶ νὰ εἰπῶ δι᾿ αὐτούς, χωρὶς νὰ ξαναειπῶ τὰ ἴδια προλεχθέντα διὰ τοὺς τεχνίτας;

Αὐτοὶ βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν κακὴν τύχην, μάλιστα δὲ αἱ δυστυχίαι των αὐξάνουσιν ἀναλόγως μὲ τὰς ὑποθέσεις των. Αὐτοὶ καθ᾿ ἑκάστην δίδοσι τῷ τυράννῳ τόσας ποσότητας ἀπὸ κάθε εἶδος πραγματείας, ὁποὺ ἔχουσι, αὐτοὶ πληρώνοσι βαρύτατα δοσίματα, αὐτοὶ ὑποφέρουσι μὲ μεγαλειτέρας ζημίας εἰς τὰ ὀσπίτιά των πάντοτε τοὺς βρωμεροὺς Ἀλβανίτας (22). Αὐτοὶ εἰς φυλακήν, αὐτοὶ εἰς ἀγγαρείας (23). Αὐτοὶ τέλος πάντων εἶναι ὑποκείμενοι εἰς ὅλα τὰ χειρότερα κακά, ὁποὺ ἠμπορεῖ τινὰς νὰ στοχασθῇ. Πολλάκις ἡ τύχη τοὺς κατατρέχει καὶ εἰς τὰς ἐμπορικάς των ἐπιχειρήσεις, καὶ πολλοὶ ἀπεθνήσκουν εἰς τὴν φυλακήν.

Ποῖος ἐμβαίνει εἰς μίαν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν αἰσθάνεται μίαν ψυχρότητα εἰς τὴν καρδίαν του, ἀκούοντας πανταχόθεν νὰ ἐξέρχεται τὸ ἒ καὶ τὸ ἀλλοίμονον! Τί ἄλλο ἀκροάζεται ἕνας ξένος, πάρεξ ἀναστεναγμούς; Τί ἄλλο βλέπει ὁ Ἕλλην, εἰμὴ δάκρυα; Τί ἄλλο εὑρίσκεται, τέλος πάντων, εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ λύπη, φόβος, φυλακὴ καὶ θάνατος; Ἕνα γενικὸν μουρμούρισμα λύπης, μία σιωπὴ ἀπελπισίας κυριεύει ὅλων τὰς καρδίας. Καὶ πολλῶν ἡ ἀδυναμία μιᾶς δικαίας ἐκδικήσεως καὶ ἡ πολλὰ αἰσθαντική των καρδία φθείρει τὴν ζωὴν καὶ θνήσκουν ἀπελπισμένοι. Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.

Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται, δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.

Συγχωρήσετέ με, ὦ ἄνδρες γενναιότατοι καὶ φιλεύσπλαγχνοι, ἂν μία μεγάλη αἰτία μ᾿ ἐμποδίζῃ ἀπὸ τὸ νὰ ἐκθέσω εἰς τοῦτον μου τὸν λόγον τὰ ἔνδοξα ὀνόματά σας· ἡ εὐγνωμοσύνη μου ὅμως ὡς Ἕλλην, καὶ τὸ χρέος τῶν συναδελφῶν μας, ἐντὸς ὀλίγου θέλουν ἐνεργήσει, διὰ νὰ ἐγχαράξουν μὲ χρυσᾶ ψηφία τοιοῦτον κατάλογον εἰς τοὺς ναοὺς τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τώρα τὸν φυλάττουσι ἐγκεχαραγμένον εἰς τὰς καρδίας των. Δὲν μένει τώρα ἄλλη κλάσις, εἰμὴ τῶν ταξιδιώτων, ὁποὺ νὰ ζητῇ ἐξήγησιν, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν, ὡς προεῖπον, θέλω ὁμιλήσει παρεμπρός, καὶ τελειώνω τοιαύτην θλιβερὰν διήγησιν μὲ μίαν γλυκεῖαν παρατήρησιν, ὁποὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, διὰ κοινήν μας χαράν.

Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας (24). Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του. Σύ, ὁποὺ χαρακτηρίζεις καὶ καταστεῖς ἀμετάτρεπτον τὸν ἐνάρετον. Ναί, ὁ ναός σου δὲν εἶναι ἐσφαλισμένος εἰς τὴν ὑποδουλωμένην Ἑλλάδα! Σύ λατρεύεσαι ἀπὸ τοὺς εὐεργέτας τοῦ γένους.

Αὐτοὶ σὲ τιμοῦσι μὲ τὰ καθημερινὰ δῶρα, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐγὼ τοὺς τὸ κοινοποιῶ διὰ δόξαν μας. Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ, διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου, τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐνάρετον (25).

Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει, καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει (26), ἀλλ᾿ ἐκεῖνο, ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον του ἐνάρετον.

Εἰς τὰς νομαρχικὰς διοικήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ κυρία βάσις καὶ τὸ θεμέλιον ὅλης τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς, ὁ ἐνάρετος κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ ποτὲ δὲν ζημιοῦται, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν συγχωρεῖ ἡ ὀρθὴ διοίκησις ξεχώρισιν ἀπὸ τὰς μερικὰς εἰς τὰς κοινὰς ὑποθέσεις, καθὼς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ παρόντος μου λόγου ἀρκετῶς ἀπεδείχθη. Καὶ ἐξακολούθως, ὁ ἐνάρετος κάμνοντας ὅ,τι τὸν διδάσκει ἡ ἀρετή, κάμνει πρῶτον μὲν τὸ χρέος του ὡς πολίτης, καὶ δεύτερον, ὠφελῶντας τοὺς ἄλλους· ἡ ἕνωσις, ὁποὺ εὑρίσκεται ἀναμεταξὺ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, κάμνει νὰ ὠφελῆται καὶ ὁ ἴδιος.

Πολλὰ διαφορετικὸν εἶναι ὅμως τὸ πρᾶγμα εἰς τὰς τυραννικὰς διοικήσεις, ὅταν καμμίαν φορὰν ἐμφανίζεται ἡ ἀρετή - τὸ ὁποῖον, ἀγκαλὰ καὶ σπανίως, πλὴν ἀκολουθεῖ, καὶ εἰς κάθε τόσον εὑρίσκονται μερικοὶ ἐνάρετοι διὰ τιμὴν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ διὰ μεγαλειτέραν ἐλπίδα μιᾶς ταχέας ἐπανορθώσεως ἐκείνου τοῦ γένους, ὁποὺ τυραννεῖται (27) - ὡσὰν ὁποὺ ἡ τυραννία ἔχει διὰ βάσιν καὶ θεμέλιον τὴν ἀνομοιότητα καὶ τὴν ἀδικίαν. Ὅσοι δοῦλοι εἶναι, τόσαι διαιρέσεις εὑρίσκονται, καὶ εἰς τὸ λεξικὸν τῆς δεσποτείας ἡ λέξις «ἕνωσις» δὲν εὑρίσκεται. Ὅθεν, εἶναι φανερὸν, ὅτι ἕνας ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ πάσχῃ, καὶ ἐξακολούθως, ὅποιος δὲν πάσχει ὑπὸ τῆς δουλείας, δὲν εἶναι ἐνάρετος.

Καλὸν ἤθελεν ἦτον, ὦ Ἕλληνες, ἂν οἱ ἐνάρετοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελον ὑποφέρει, ἀλλά, κάμνοντες τὸ χρέος των, ἤθελον ὠφελήσει τοὺς ἄλλους καὶ τὸν ἑαυτόν τους. Πλὴν αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ, ἕως ὁποὺ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τυραννίας. Ἂς ὑποφέρωσι λοιπὸν ὡς φιλογενεῖς καὶ φιλελεύθεροι, καὶ ἂς μάθωσιν ὅτι, ὅποιος ἠμπορῶντας νὰ ὠφελήσῃ περισσότερον, ὠφελεῖ ὀλιγότερον, δὲν εἶναι ἐνάρετος.

Ἐγὼ ἔλαβα τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίσω ἀρκετοὺς ἐναρέτους Ἕλληνας καὶ εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων ἡ φιλευσπλαγχνία καὶ ἡ καλὴ καρδία, δὲν μοῦ συγχωροῦσι νὰ τοὺς κράξω μὴ ἐναρέτους, ὄντας βέβαιος ὅτι, ἂν δὲν κάμνουσι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον ἔπρεπε καὶ ὅσον ἠμποροῦσαν, ἡ μόνη αἰτία εἶναι, ὁποὺ δὲν γνωρίζουσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔπρεπε νὰ κάμωσι, ἐπειδή, ὦ Ἕλληνες, δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἕνα καλὸν ἄνθρωπον νὰ κάμῃ ἓν καλὸν ἔργον τόσον, ὅσον εἶναι δύσκολον νὰ τὸ κάμῃ καλῶς καὶ καθὼς πρέπει. Ὅθεν, παρεμπρός, θέλω φανερώσει πρὸς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, καὶ ἐλπίζω ὡς ἐνάρετοι, ὁποὺ εἶναι, νὰ κάμωσι τὸ χρέος των, καθὼς τυχαίνει, διὰ νὰ ἀποκαθιστῶσι ἄξιοι τῆς ἀρετῆς.

Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ τῆς Ἑλλάδος (28).

Οἱ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, λοιπόν, ἂς μὴ νομίζωσι, ὅτι ὠφελοῦσιν, ὅσον πρέπει τὴν πατρίδα των, εὐεργετῶντας τινὰς Ἕλληνας. Ἡ Ἑλλὰς βλάπτεται, ἡ κοινὴ ἐλπὶς ὀλιγοστεύει, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, ἂν οἱ εὐεργέται του δὲν ἀλλάξωσι σκοπόν, καὶ δὲν μεταχειρισθῶσιν εἰς ἄλλον τρόπον τὰς εὐεργεσίας των (29). Κάτωθι λοιπὸν θέλω ἀποδείξει, ὡς προεῖπον, τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, διὰ νὰ ἐξαλείψουν τὰς χρείας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν ἀχρήστους τὰς εὐεργεσίας των μὲ τὴν ἰδίαν εἰλικρινότητα, ὁποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ γένους μου καὶ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος μὲ διδάσκουσι.
----------
(1) Τοὺς σεληνιαζομένους νομίζουσιν ὡς ἁγίους.
(2) Οἱ νόμοι των τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ σπουδάσωσιν ἐπιστήμας, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν οἱ φιλόσοφοί των, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσωσι μ᾿ εὐκολίαν τὰ ἐντάλματα τοῦ Μωάμεθ.
(3) Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην χρῆσιν προσδιωρισμένους.
(4) Ὅταν διορίζῃ καμμίαν συνέλευσιν εἰς τὸ παλάτιόν του, τότε αὐτὸς δὲν φανερώνεται, ἐπειδὴ φοβεῖται νὰ μὴν τυφλώσῃ τοὺς παρεστηκότας μὲ τὴν λάμψιν τῆς βασιλείας του. Ὅθεν, κρεμᾶ ἀπὸ τὸ παράθυρον τὸ μανίκι τοῦ φορέματός του, καὶ αὐτὸς μένει μέσα νὰ πελεκᾷ μερικὰ ξυλαράκια διὰ νὰ παστρεύῃ τὰ ὠτία του. Ὅταν, πάλιν, ἐβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, διὰ νὰ μὴν μιανθῇ ἀπὸ τὴν οὐτιδανότητα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ αὐτὸς νομίζει κατωτέρας φύσεως καὶ ὅτι νὰ ἐγεννήθησαν ἐξεπίτηδες διὰ νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτόν, ἀλλάζει μορφήν, καὶ ἐνδύεται κοινὰ φορέματα, τὸ ὁποῖον τοῦ ὁρίζεται ἀπὸ τοὺς νόμους. Ὅσας φορὰς δὲ περιδιαβάζει εἰς τὴν πολιτείαν, ἢ δύο ἢ τρεῖς, πάντοτε, προστάζει νὰ φονευθοῦν, πρὶν ἐπιστρέψῃ, καὶ παραχρῆμα ὁ δήμιος, ὁποὺ τὸν ἀκολουθεῖ, τοὺς ἀποκεφαλίζει ἐπ᾿ ὁδοῦ.
(5) Ἄν τινας ἤθελε συγγράψει τὰ ὀνόματα μόνον τῶν ὅσων ὁ νῦν ὀθωμανὸς τύραννος ἐφόνευσεν ἀδίκως, ἤθελεν ὑπερέβη τοιαύτη καταγραφὴ τὸν παρόντα μου λόγον εἰς τὴν ποσότητα τῶν σελίδων.
(6) Κάθε φαμελίτης, ὅταν ἐβγαίνῃ ἀπὸ τὸ ὀσπίτιόν του, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἀγοράν, νὰ θεωρήσῃ τὰς ὑποθέσεις του, νομίζει τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἐπήγαινε εἰς τὸν πόλεμον, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι βέβαιος, ἂν πλέον ἐπισστρέψῃ· ὅταν δὲ ἐπιστρέφῃ, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε τότε νὰ αἰσθανθῇ τὴν γλυκύτητα τῆς συναναστροφῆς τῶν τέκνων του καὶ συγγενῶν του, φοβούμενος εἰς κάθε στιγμὴν νὰ ἰδῇ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
(7) Ἂν κανεὶς κακοποιὸς φθονῇ κανένα πλούσιον, τρέχει εὐθὺς πρὸς τὸν κριτὴν καὶ λέγει ὅτι ἐκεῖνος νὰ τοῦ χρεωστῇ τόσην ποσότητα. Ὁ κριτής, ἀφοῦ δοξάσῃ πρῶτον τὴν τύχην διὰ τὸ ἄφευκτον μέλλον κέρδος του, κράζει τὸν ἐναγόμενον καὶ τὸν ἐρωτᾷ, ἂν ἀληθῶς χρεωστῇ τοῦ ἐνάγοντος ἐκείνην τὴν ποσότητα ὁποὺ τοῦ ζητεῖται, ἀποκρινόμενος δὲ αὐτὸς τὸ ὄχι, τότε ἐρωτᾷ τὸν ἐνάγοντα ἂν ἔχῃ μάρτυρας, ὁ ὁποῖος λέγει τὸ ναί, καὶ ὁ μωροκριτὴς τοῦ δίδει καιρὸν τρεῖς ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας, καὶ τὸν ἐναγόμενον βάζει εἰς φυλακήν. Ἂν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐνάγων εὕρῃ καὶ παρησιάσῃ δύο ψευδομάρτυρας, ὁ ἐναγόμενος εἶναι εἰς χρέος νὰ πληρώσῃ ὅσα ἐκεῖνοι ψευδομαρτυρήσουν ὅτι χρεωστεῖ, ἂν δὲ καὶ δὲν τοὺς φέρῃ, τότε ὁ κριτὴς ἐλευθερώνει τὸν ἀδικημένον, πλὴν λαμβάνει παρ᾿ αὐτοῦ τὸ δέκατον εἰς τὴν ποσότητα ὁποὺ ἀδίκως τοῦ ἐζητήθη, χωρὶς ποσῶς νὰ τιμωρήσῃ τὸν ψεύστην. Ἂν πάλιν ὁ ἀδικημένος ὁρκισθῇ ὅτι δὲν χρεωστεῖ, τότε οἱ μάρτυρες δὲν χρησιμεύουν, καὶ αὐτὸς δὲν πληρώνει ἄλλο εἰμὴ τὸ δέκατον, εἰς τρόπον ὁπού, ἂν καὶ ἀληθῶς εἶναι χρεώστης, μὲ τὸ ἴδιον μέσον τοῦ ὅρκου δὲν πληρώνει τὸ χρέος του.
(8) Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.
(9) Περιφερόμενος εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς τὰς ὁδούς, ἔχει κάθε ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ ξυλίσῃ καὶ νὰ φυλακώσῃ ὅποιον θελήσῃ ἀπὸ τοὺς πολίτας, πολλάκις δὲ καὶ θανατώνει, καὶ μένει πάντοτε ἀνερεύνητος. Οἱ βαρβαρώτατοι ὀπαδοί του μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν καὶ αὐθάδειαν, ποῖον κτυποῦσι, ποίου ἁρπάζουσι χρήματα, ἄλλου φορέματα, ἄλλου εἴδη πραγματειῶν, καὶ κανεὶς δὲν τολμᾶ νὰ τοὺς εἰπῇ κανένα λόγον. Οἱ Θεσσαλονικεῖς καὶ Λαρσινοὶ ὑποφέρουσι κατ᾿ ἀναλογίαν πολλὰ περισσότερον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας, ὡσὰν ὁποὺ σχεδὸν καθ᾿ ἑκάστην φονεύονται δύο καὶ τρεῖς χριστιανοί.
(10) Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά. Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν, πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.
(11) Αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ εἶναι σχεδὸν ὅλοι ἀγράμματοι, ὅταν δὲ συμβαίνῃ ν᾿ ἀπολαύσῃ μία πόλις διὰ κυβερνητὴν κανένα ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἀσωτείαν τοῦ τυράννου, τότε ἐκείνη ἡ πόλις νομίζεται εὐτυχής, διὰ τοιαύτην τιμήν, καὶ ὁ κυβερνητὴς λαμβάνει, μαζὶ μὲ τὸν τίτλον, καὶ τρεῖς οὐρὰς ἀλόγων χάρισμα ἀπὸ τὸν βασιλέα, διὰ σημεῖον μεγαλειότητος.
(12) Δύο αἴτια τὸν βιάζουσι, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ πλουτίσῃ μὲ ἀδικίας· τὸ μὲν πρῶτον, εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν πρὸ αὐτοῦ, τὸ δὲ δεύτερον, ὁ ἄφευκτος καὶ ταχὺς ἐξορισμὸς ὁποὺ τὸν προσμένει. Ὅθεν καὶ προσπαθεῖ, ὅσον ὀγληγορώτερα δυνηθῇ, νὰ συνάξῃ περισσότερα χρήματα.
(13) Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας, ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τοὺς διαφόρους τρόπους, ὁποὺ ἐπιχειρίζεται, διὰ νὰ ἐκδύῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὁ συχνότερος εἶναι ὁ ἀκόλουθος: Ἐκλέγει κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν κάμνει διοικητὴν εἰς ἕνα ἢ εἰς περισσότερα χωρία, πλὴν αὐτὴν τὴν διοίκησιν τοῦ τὴν πωλεῖ ὅσον θέλει. Ὅθεν ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐβγάλῃ τὰ ὅσα ἐπλήρωσε, καὶ νὰ κερδίσῃ, ἁρπάζει πλέον καὶ ἐκδύει φανερὰ ὅλους, ἀλλ᾿ ἀφοῦ πλουτίσῃ, εὐθὺς ὁ τύραννος τὸν κράζει, τὸν βάζει εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τοῦ τὰ παίρνει, καὶ ἔπειτα, ἢ τὸν φονεύει, ἢ τὸν ξαναβάνει εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρῶτον τέλος.
(14) Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπαρίθμησιν, εὐκόλως φαίνεται, ὑφείλοντας ἀπὸ κάθε ἑκατὸν μόνον δεκαπέντε, ὅτι ἄξιοι διὰ τὰ ἄρματα ἀπὸ μὲν τοὺς χριστιανοὺς ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι 2.156.250, ἀπὸ δὲ τοὺς ὀθωμανοὺς 543.750. Εἶναι πρὸς τούτοις ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως δὲν εἶναι ὅσον οἱ χριστιανοὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἄρματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν κατωτέρω ρηθήσεται.
(15) Τοιαύτας καλῶ, ὅσας περιέχουσσι μίαν ποσότητα 20 χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα κατοίκων.
(16) Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἄρματα.
(17) Πασίδηλος εἶναι ἡ φθορὰ ὁποὺ προξενεῖται εἰς τὰ χωρία, ὅταν διέρχωνται τὰ ἄτακτα στρατεύματα τῶν ὀθωμανῶν. Αὐτοὶ οἱ βάρβαροι καὶ σκληροκάρδιοι Ἀλβανῖται, ἀφοῦ λάβωσι ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χωριάτες ὅσον τοὺς ζητήσουσι, καὶ ἀφοῦ φάγωσιν πλουσιοπαρόχως καὶ γαστριμάργως ὅσα πρόβατα καὶ ἄλλα εὕρωσιν, ἡ ἀχόρταγος ψυχή των ποτὲ δὲν εὐχαριστεῖται, καὶ μὲ βίαν τοὺς ἁρπάζουσιν, δὲν λέγω χρήματα, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν, ἀλλ᾿ ὅ,τι τοὺς εὕρουσι, καὶ ἀσπλάγχνως ἄλλον τύπτουσι, ἄλλον ὀνειδίζουσι, καὶ πολλοὺς φονεύουσι.
(18) Ὁ κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τὸν σπόρον τοῦ γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δουλεύσῃ μαζὶ μὲ τὴν συμβίαν του καὶ τέκνα του δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον, ἀφοῦ, λέγω, ἀφανίσῃ τὰ βόδια του καὶ καταχαλάσῃ τὰ ἐργαλεῖα του, συνάζει, τέλος πάντων, τὸν καρπόν, -καὶ πολλάκις ἡ φύσις δὲν ἀνταποκρίνεται δικαίως εἰς τοὺς κόπους του- τὸν ὁποῖον ἂς ὑποθέσωμεν ὣς 10. Εὐθὺς ὁ κύριος τοῦ χωραφίου λαμβάνει τὰ 2/3, καὶ μένουσι 3 1/3. Ὁ ἐπιστάτης τοῦ χωρίου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ φανερὸς κλέπτης, ἁρπάζει ἄλλο ἕν, καὶ μένουν 2 1/3. Ὁ κύριος τοῦ χωραφίου λαμβάνει διὰ τὸν σπόρον 1/3 καὶ οὕτως μένουν τοῦ γεωργοῦ μόνον 2, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ζωοτραφῇ καὶ νὰ ἐνδυθῇ αὐτὸς καὶ ἡ φαμιλία του. Τοιαύτη περιγραφὴ πρέπει νὰ κινήσῃ εἰς σπλάγχνος τὰς πλέον σκληρὰς καρδίας, καὶ κάθε Ἕλλην πρέπει νὰ κλαύσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσίν της.
(19) Τὰ συνηθισμένα των φαγητὰ εἶναι ἀγριολάχανα καὶ ψωμὶ ἀπὸ κριθάρι, δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον μόνον τρώγοσι κρέας.
(20) Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων, ὁποὺ ὑποφέρουσι, πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.
(21) Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν, ὁποὺ ἔτυχα παρών, ὅταν μιὰ γυναίκα χήρα καὶ μὲ πέντε τέκνα ἀνήλικα εἶχεν ὑπάγει νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα σιωπῶ διὰ ὀλιγοτέραν του ἐντροπήν, διὰ νὰ τῆς κατεβάσουν τὸ δόσιμον, λέγουσα, ὅτι, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀπερασμένον, εἶχεν πωλήσει κάθε περιττὸν στολίδι, ὁποὺ τῆς εἶχεν μείνει, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ πωλήσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὅσα τῆς ἐζητοῦσαν, μάλιστα κλαίουσα ἐφώναζεν, πὼς ἔχει νὰ θρέψῃ καὶ νὰ ἐνδύσῃ τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο υἱούς... ὁ σκληρὸς ἄρχων δὲν τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ τὴν περίοδον, καὶ εὐθύς, ὁποὺ ἤκουσε νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει τόσα παιδία, μὲ ἀνήκουστον βαρβαρότητα καὶ ἀδιαφορίαν τῆς λέγει: «πώλησον δύο ἀπὸ τὰ παιδία σου καὶ πλήρωσον τὸ δόσιμον». Ἐγὼ σιωπῶ, ὁ δὲ ἀναγνώστης ἂς κρίνῃ, ὅπως θελήσῃ.
(22) Πολλοὶ εὑρίσκονται στενοχωρημένοι ἀπὸ ξυλίσματα καὶ φοβερισμοὺς τῶν ἀπανθρώπων Ἀλβανίτων, ἐκτὸς τῆς κατοικίας, νὰ τοὺς δίδωσι καὶ τὴν ζωοτροφίαν.
(23) Εἰς τὰ Ἰωάννινα ἔφερον τὰ ξύλα, τὰς πέτρας καὶ τὴν λάσπην ὅλοι οἱ κάτοικοι χωρὶς ἐξαίρεσιν.
(24) Εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξόχως εἰς τὰ Ἰωάννινα, κάθε ἡμέραν ὅλοι οἱ συμπολῖται, στέλνουσιν εἰς τοὺς φυλακωμένους καὶ φαγητὰ καὶ ἐνδύματα καὶ κάθε ἄλλον ἀναγκαῖον· ὅταν δὲ κανεὶς ἀδικῆται καὶ κατατρέχεται, κάθε γείτων νομίζει χρέος του νὰ τὸν βοηθήσῃ, ὡς δύναται.
(25) Ἂς μὴν παραξενευθῇ ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ ὅτι, ὁσάκις βλέπομεν ἕνα ἐνάρετον νὰ κάμνῃ περισσότερα καλὰ ἀπὸ ἕνα ἄλλον ἐνάρετον, αἰτία εἶναι μόνον καὶ μόνον αἱ περιστάσεις.
(26) Πολλοὶ ἐνόμισαν καὶ νομίζουν ἐναρέτους τινὰς βασιλεῖς, διὰ τὸ ὅτι ἔκαμον καλὰ πράγματα, χωρὶς νὰ ἐρευνήσουν τὸ ὅ,τι ἠμποροῦσαν νὰ κάμωσι.
(27) Οἱ περίεργοι ἀλλογενεῖς, καὶ μάλιστα οἱ Βρεττανοί, περιερχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπαντοῦντες ἔνθεν κακεῖθεν διεσπαρμένα τὰ διάφορα λείψανα τῆς μεγαλειότητός της, εὑρίσκονται ὑποχρεωμένοι νὰ κράζωσι: «Ἐδῶ ἐστάθη τὸ σχολεῖον τῆς οἰκουμένης». Οἱ δὲ νῦν φιλόσοφοι καὶ πολυπράγμονες Ἕλληνες, θεωρῶντες ἀναμεταξὺ εἰς τοὺς ταλαιπώρους ὁμογενεῖς μας μερικοὺς ἐναρέτους καὶ ἀξίους ἄνδρας, μὲ κρυφίαν ἡδονὴν κραυγάζουσι: «Οὐχί, οὐχί, ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει μείνει διὰ πολὺν καιρὸν ὑπὸ τῆς τυραννίας, ἀλλὰ ταχέως θέλει συντρίψει τὰς ἁλύσους της».
(28) Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν εἰπεῖ, εἶναι δυνατὸν ἓν χρηστὸν ἔργον νὰ βλάψῃ; Ἔ, ἀγαπητέ! δὲν εἶναι τὸ ἔργον, ὁποὺ προξενεῖ τὴν ζημίαν, ἀλλ᾿ ἡ περίστασις. Ὁ εὐεργέτης, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖ, νομίζει πὼς κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ μένει ἀκίνητος. Ὁ εὐεργετούμενος δέ, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖται, δὲν ἀπελπίζεται, καὶ μένει ὑπὸ τῆς δουλείας. Τὰ χρηστὰ ἔργα πρέπει νὰ τὰ κάμῃ τινὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, διότι αἱ περιστάσεις πολλάκις ἀνατρέπουσι τὸ καλὸν εἰς κακόν. Ἂν παραδείγματος χάριν ἕνας ἀρχιστράτηγος εἰς τὸν καιρὸν τῆς μάχης ἤθελε προστάξει, φιλευσπλαγχνίᾳ κινούμενος, νὰ περιποιηθοῦν τοὺς πληγωμένους καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τοὺς ἀπεθαμένους, βέβαια ἤθελε νικηθῆ ἀπὸ ἕνα ἐχθρόν, ὁποὺ δὲν ἤθελε τὸν ὁμοιάσει καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία του, κακῶς ἐνεργημένη καὶ παράκαιρα, προξενεῖ τὴν δυστυχίαν ἑνὸς γένους ὁλοκλήρου.
(29) Ἂς μὴν τολμήσῃ ὁ ἀναγνώστης, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ὁρκίζω ἔμπροσθεν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν ναὸν τῆς ἀρετῆς, ἂς μὴν τολμήσῃ, λέγω, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, νὰ μὲ κράξῃ ἀγνώμονα. Ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως εἰς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος ὄχι ὀλίγον, εἶμαι εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς των, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Πόσον ὅμως ἤθελεν ἦτον καλλίτερον, νὰ μὴν ἤθελον ἔχει χρείαν ἀπὸ τὰς εὐεργεσίας των. Ὅποιος ἰατρεύεται ἀπὸ μίαν ἀσθένειαν, εἶναι εὐγνώμων πρὸς τὸν ἰατρόν του, πλὴν ὅλοι παρακαλοῦσι νὰ μὴν λάβωσι χρείαν ἀπὸ τὸν ἰατρόν.

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ

H απιστία: Τελικά είναι στη φύση του ανθρώπου ή όχι;

Αποτέλεσμα εικόνας για H απιστία: Τελικά είναι στη φύση του ανθρώπου ή όχι;Ο λαός λέει συχνά ότι οι άπιστοι «το ‘χουν στο αίμα τους», υπονοώντας πως υπάρχει βιολογική βάση στην απιστία. Η άποψη αυτή ενδεχομένως δεν είναι εντελώς αβάσιμη.

Είναι γεγονός πως ένας άνθρωπος μπορεί να είναι – ή να μην είναι – μονογαμικός. Τι σημαίνει αυτό; Εξαρτάται από το τι ορίζουμε ως «μονογαμία». Η σεξουαλική μονογαμία αναφέρεται στα όντα που κάνουν σεξ μόνο με ένα ταίρι σε όλη τους τη ζωή και αν αυτό πεθάνει δεν ξανακάνουν σεξ ποτέ. Από τα περίπου 5.000 είδη θηλαστικών, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι, μόνο 3% έως 5% έχουν σεξουαλική μονογαμική σχέση για μία ζωή. Οι νυχτερίδες, οι χήνες, οι λύκοι και οι κάστορες είναι από τα πιο μονογαμικά θηλαστικά.
 
Και μετά είναι η κοινωνική μονογαμία, η οποία αναφέρεται στα όντα που ζευγαρώνουν για να γεννήσουν και να αναθρέψουν τα παιδιά τους, αλλά έχουν σεξουαλικές επαφές και με άλλα ταίρια.
 
Πρακτικά αυτά σημαίνουν ότι ένας άνδρας που βγαίνει το βράδυ και έχει σεξουαλική επαφή με μια ξένη γυναίκα, αλλά επιστρέφει στο σπίτι για να φροντίσει τα παιδιά του, είναι κοινωνικά μονογαμικός αλλά σεξουαλικά όχι.
 
Το ανθρώπινο είδος έχει εξελιχθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να συνάπτει δεσμούς για την αναπαραγωγή και την ανατροφή των απογόνων του. Ωστόσο οι δεσμοί αυτοί μπορεί να χωρέσουν σε διάφορα πλαίσια: π.χ. σχέσεις μονογαμίας, σχέσεις σειριακής μονογαμίας (δηλαδή ένα ταίρι κάθε φορά), σχέσεις πολυγαμίας, σχέσεις όπου ζουν χωριστά και είναι μονογονεϊκές κ.λπ.
 
Ως φαίνεται, το ανθρώπινο είδος εκ φύσεως δεν είναι σεξουαλικά μονογαμικό, παρότι η σεξουαλική μονογαμία είναι ωφέλιμη διότι φέρνει οργάνωση και την αναγκαία επένδυση για την ανατροφή των απογόνων. Ωστόσο, το ότι η σεξουαλική μονογαμία είναι ωφέλιμη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι είναι φυσιολογική.
 
Το αν θα ζήσει κάποιος ως σεξουαλικά μονογαμικός, έστω κι αν είναι σειριακά, μάλλον επηρεάζεται από το ισοζύγιο κόστους και οφέλους που εκτιμά ότι θα προκύψει. Υπάρχουν πολλά δεδομένα που υποστηρίζουν ότι οι άνδρες έχουν λιγότερα να χάσουν από την απιστία σε σύγκριση με τις γυναίκες, επομένως τους είναι πιο εύκολο να απιστήσουν.
 
Τα γονίδια. Επιπλέον, φαίνεται ότι γονιδιακοί παράγοντες παίζουν ρόλο. Για παράδειγμα, ένα γονίδιο του υποδοχέα της ντοπαμίνης D4 έχει σχετισθεί με αυξημένες πιθανότητες απιστίας. Η ντοπαμίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής, δηλαδή συμμετέχει στη μετάδοση των μηνυμάτων μεταξύ των νευρικών κυττάρων, ενώ ο ρόλος της στον εγκέφαλο είναι να ρυθμίζει το αίσθημα της ευχαρίστησης. Ισως λοιπόν η επίδρασή της να εξηγεί γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που απατούν το ταίρι τους δηλώνουν ικανοποιημένοι από τη μόνιμη σχέση τους αλλά απιστούν διότι έχουν ανάγκη την ακόμη μεγαλύτερη ένταση και ευχαρίστηση.
 
Ως φαίνεται λοιπόν η απιστία άγεται από τον συνδυασμό εγγενών παρορμήσεων με γονιδιακούς παράγοντες – και αυτό ίσως εξηγεί εν μέρει γιατί για κάποιους ανθρώπους είναι εύκολο να μένουν σε κοινωνικά και σεξουαλικά μονογαμικές σχέσεις και για άλλους πολύ δύσκολο.
 
Οσο, πάντως, κι αν επηρεάζουν η φύση και τα γονίδια τη συμπεριφορά μας, γεγονός παραμένει πως στο τέλος της ημέρας η πίστη ή η απιστία είναι θέμα προσωπικής επιλογής.

Πώς θα βρω το νόημα της ζωής μου;

Αποτέλεσμα εικόνας για στιχοι ζωησ με νοημαΠολλοί αναρωτιούνται ποιο το νόημα της ζωής. Τι νόημα να δώσω στη δική μου ζωή. Η απάντηση είναι να έρθω σε επαφή με την ίδια τη ζωή. Δηλ να έρθω σε επαφή με τον εαυτό μου, με το παιδί που έχω μέσα μου, με τη φύση μου. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

Απλά παρατηρήστε ένα βρέφος. Η παρατήρηση βρέφους μας φέρνει σε επαφή με το δικό μας βρέφος που έχουμε μέσα μας -αυτό αποτελεί και το στόχο της ψυχοθεραπείας, δηλαδή να έρθουμε σε επαφή με το δικό μας παιδί. Τι σημαίνει λοιπόν να είσαι παιδί;Οι περισσότεροι ενήλικες νομίζω το έχουμε ξεχάσει, καθώς ενήλικας στις μέρες μας σημαίνει ευθύνες, υποχρεώσεις, βάρη, καθημερινό άγχος, φόβος, άμυνες, χρήση μόνο της λογικής, και τελικά απομόνωση, αποξένωση. Αντίθετα, παιδί σημαίνει αυθορμητισμός, δημιουργικότητα, απόλαυση της ζωής με όλες μου τις αισθήσεις, όταν μαθαίνω να περπατάω και πέφτω με πείσμα ξανασηκώνομαι, προσπαθώ μέχρι να τα καταφέρω, μου αρέσει να παίζω μόνος μου αλλά απολαμβάνω να παίζω και με άλλους.

Παρατηρήστε σε ένα βρέφος τον τρόπο που κοιτάει τη μητέρα του, πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας εάν κοιτούσε ο καθένας τον εαυτό του αλλά και τους άλλους με αυτή την αγάπη, το σεβασμό και την απόλυτη εμπιστοσύνη. Παρατηρήστε τη στιγμή της χαράς του βρέφους πόσο ευτυχισμένο είναι με τα απλά καθημερινά πράγματα όπως ένα αγαπημένο του τραγούδι, ή το αγαπημένο του παιχνίδι, που δεν βαριέται κάνοντας την ίδια επαναλαμβανόμενη κίνηση αλλά βρίσκει ενδιαφέρον σε αυτό που κάνει. Βασικό χαρακτηριστικό επίσης της βρεφικής ηλικίας είναι η διάθεση για εξερεύνηση και ανακάλυψη καινούριων ερεθισμάτων. Με όλες τις αισθήσεις νιώθει τον αέρα που φυσάει το πρόσωπό του, ο κάθε ήχος, το κάθε αντικείμενο έχει αξία.

Πώς θα μπορούσε να τα θυμηθεί ο ενήλικας όλα αυτά και να δημιουργήσει έναν καλύτερο κόσμο; Ερχόμενος σε επαφή με τον εαυτό του, με τη φύση του, με τις δικές του μοναδικές ικανότητες, με δραστηριότητες που τον ευχαριστούν, μέσω της ουσιαστικής και ειλικρινής επικοινωνίας με τον εαυτό του και τους άλλους. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί κανείς να φτάσει στο δικό του νόημα ζωής, στη δική του αλήθεια.

Η επαφή λοιπόν με ειδικό ψυχικής υγείας μας βοηθάει να πετάξουμε οτιδήποτε ψεύτικο από πάνω μας και να βρούμε την επαφή με τον εαυτό μας, με το παιδί που έχουμε όλοι μέσα μας, με την ίδια τη ζωή, με το λόγο της ύπαρξής μας. Να βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής, να γευόμαστε, να ακούμε, να αισθανόμαστε, να μυρίζουμε- όλα με αυθόρμητο τρόπο, τη στιγμή που γίνονται, γιατί η ζωή είναι τώρα. Ας γίνει ο καθένας πρωταγωνιστής της δικής του ζωής, να γράψει το σενάριο και να τη ζήσει, μία φορά.

H μοναξιά είναι μεταδοτική: Τι πρέπει πραγματικά να προσέχετε

Η μοναξιά - όπως η γρίπη - είναι μεταδοτική: μπορεί να «εξαπλωθεί» ανάμεσα στους ανθρώπους, με τις γυναίκες να έχουν περισσότερες πιθανότητες να «μολυνθούν» από αυτήν, αναφέρουν επιστήμονες από τα Πανεπιστήμια του Σικάγου, της Καλιφόρνια και το Χάρβαρντ.

Χρησιμοποιώντας στοιχεία από μια μακροχρόνια μελέτη, διαπίστωσαν ότι οι μοναχικοί άνθρωποι τείνουν να μεταδίδουν τη θλίψη τους στους γύρω τους, εξωθώντας τους τελικά να απομονώνονται και αυτοί από τον περίγυρό τους.

«Ανιχνεύσαμε μία απρόσμενα ισχυρή μεταδοτικότητα, η οποία οδηγεί τους ανθρώπους στο περιθώριο του κοινωνικού ιστού όταν γίνονται μοναχικοί», λέει ο επικεφαλής ερευνητής δρ Τζων Κακιόπο, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου.

Η νέα μελέτη δημοσιεύεται στο τεύχος Δεκεμβρίου της «Επιθεώρησης Προσωπικότητας & Κοινωνικής Ψυχολογίας» (JPSP).

Όπως έδειξε η μελέτη, πριν καν χάσουν όλους τους φίλους τους, οι μοναχικοί άνθρωποι τους μεταδίδουν το αίσθημα της μοναξιάς που νιώθουν και εκείνοι επίσης γίνονται ολοένα πιο μοναχικοί – και τελικά, και οι μεν, και οι δε, απομονώνονται πλήρως.

Επειδή, όμως, η μοναξιά σχετίζεται με ψυχικά και σωματικά νοσήματα, τα οποία μπορεί να βραχύνουν τη ζωή, ο δρ Κακιόπο προσθέτει ότι είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε τη μοναξιά και να την αντιμετωπίζουμε, πριν να είναι πολύ αργά, αφού όταν χάνεται μια φιλία ή μια σχέση, είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανακτηθεί.

Η νέα μελέτη βασίσθηκε στην ανάλυση στοιχείων από περισσότερους από 5.000 εθελοντές, οι οποίοι συμμετέχουν εδώ και δεκαετίες σε μία από τις μεγαλύτερες μελέτες για την καρδιολογική υγεία – την επονομαζόμενη Μελέτης της Καρδιάς Φράμιγχαμ.

Όπως έδειξε η μελέτη, καθώς οι άνθρωποι γίνονται μοναχικοί, εμπιστεύονται ολοένα λιγότερο τους άλλους και μπαίνουν σε έναν φαύλο κύκλο στον οποίο όχι μόνο διώχνουν τους φίλους τους, αλλά δυσκολεύονται να δημιουργήσουν νέες φιλίες.

Οι κοινωνίες, όμως, φαίνεται ότι έχουν μια φυσική τάση να απομονώνουν τους μοναχικούς ανθρώπους, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο σημαντική την έγκαιρη ανίχνευση της μοναξιάς, πριν προλάβει να μεταδοθεί σε άλλους ανθρώπους, κατά τον δρα Κακιόπο.

Το να είσαι ευγενής...

Το να είσαι ευγενής είναι ολοένα πιο σπάνιο και δύσκολο σε μία εποχή με δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα. Νεύρα, απομόνωση, αποξένωση, εγωισμός, φιλαυτία έχουν πάρει την θέση άλλων χαρακτηριστικών όπως είναι η ηρεμία, η κοινωνικότητα, η ευγενής άμιλλα, το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο και τα κοινωνικά πεπραγμένα. Πολλοί συνηθίζουν να μπερδεύουν τον ευγενή με τον ευγενικό. Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ των εννοιών και θα ήταν σκόπιμο και ωφέλιμο κάποια στιγμή να μπούμε στον κόπο να τις διαφοροποιήσουμε. Δεν είναι ωφέλιμο να συγχαίουμε πάντοτε τις έννοιες, απεναντίας προκαλεί μεγαλύτερη σύγχυση. 

Το να είσαι ευγενής σημαίνει πως έχεις ως άξονα σου, την αλήθεια και την ειλικρίνεια. Δεν αρέσκεσαι στο ψέμα και στο να λες στον άλλο αυτό που θέλει να ακούσει, προκειμένου να μην δυσανασχετήσει. Το να είσαι ευγενικός κατά μία έννοια, συνεπάγεται το να είσαι ψεύτης, αφού αρχή του ευγενικού είναι να είναι να μην φέρει σε δύσκολη θέση τον άλλο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μία μορφή υποκρισίας. Το να παραπλανείς κάποιον, υπό το πρίσμα του ότι είσαι ευγενικός είναι πολύ μεγαλύτερη αγένεια και από το να είσαι αγενής. Η παιδεία που ''κουβαλάει'' κάποιος δεν φαίνεται από το πόσο κοινωνικός είναι, αλλά από την ποιότητα των σχέσεων που έχει. Υποκριτικά μπορεί να έχεις αμέτρητους φίλους απλώς και μόνο γιατί επιλέγεις να φαίνεσαι ευγενικός.

Στην πραγματικότητα όμως έχεις ελάχιστους ανθρώπους που όντως είναι φίλοι σου, γιατί σε εκείνους επιλέγεις να είσαι ειλικρινής και να λες ως ευγενής την γνώμη σου. Δυστυχώς στον αέναο αγώνα του να γίνει κοινωνικό το άτομο, καταβάλλει προσπάθεια στο να γίνει ευγενικό λέγοντας ψέματα ώστε να μην δημιουργήσει εχθρούς. Το ζήτημα, συνεπώς μετατίθεται στην προαίρεση του καθενός για το πως θέλει να προσεγγίσει την ίδια του τη ζωή. Ο,τιδήποτε σαθρό, κάποια στιγμή καταρρέει..

Ο ευγενικός δεν είναι ευγενής

Είναι πολλοί που συγχέουν την έννοια του ευγενικού με αυτήν του ευγενούς, όμως δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.

Κάποιος μπορεί να φερθεί ευγενικά για διάφορους λόγους.

Συνήθως, είτε υπάρχει κάποια σκοπιμότητα εντυπωσιασμού, είτε είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού λόγω της περίστασης, κι άλλες φορές επειδή έτσι μαθαίνουν από μικροί, ή για πολλούς ακόμα λόγους που δεν έχουν πολλή σημασία αυτοί καθ' εαυτοί.

Θα μπορούσε να πει κανείς, το ότι έτσι μάθανε από μικροί δεν είναι κακό, αφού αυτό σημαίνει πως από μικροί θα φέρονται πάντοτε έτσι.

Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται αλλού.

Στο τι μαθαίνουν, όχι από πότε.

Δε μαθαίνουν στα παιδιά να είναι ευγενείς, αλλά ευγενικοί.

Μια στοιχειώδης διαφορά μεταξύ του ευγενικού και του ευγενούς είναι ότι το να είσαι ευγενικός τις περισσότερες φορές συνεπάγεται να είσαι ψεύτης, διότι βασική αρχή του ευγενικού είναι να μη φέρει σε δύσκολη τον άλλον.

Στον αντίποδα ο ευγενής έχει ως θεμελιώδη αξία την αλήθεια και οτιδήποτε αντιβαίνει στην αλήθεια, είναι χρέος να υποδειχθεί.

Για παράδειγμα, εάν κάποιος που δεν έχει ντυθεί και τόσο όμορφα, ρωτήσει τον φίλο του άμα του αρέσει το ντύσιμο του, αυτός από «ευγένεια» θα του πει πως είναι καλό.

Το ''ευγένεια'' είναι σε εισαγωγικά, επειδή αυτό δεν είναι ευγένεια, αλλά ευγενικότητα, το οποίο είναι αγένεια στην ουσία.

Το να παραπλανείς κάποιον, ακόμα και για κάτι όχι τόσο σοβαρό, θεωρείται αγένεια.

Εάν κάποιος θεωρεί τον εαυτό του ευγενή, είχε υποχρέωση να τονίσει πως το ντύσιμο δεν είναι κατάλληλο για την περίσταση, στο παραπάνω παράδειγμα.

Μπορεί να αναφερθεί πληθώρα παραδειγμάτων, αλλά δεν είναι αναγκαίο για να γίνει κατανοητό πως το ψέμα, υπό οποιαδήποτε μορφή είναι αγενές και βλαπτικό.

Στον αγώνα του να γίνει κοινωνικό το άτομο, προσπαθεί να γίνει ευγενικό και μαθαίνει από μικρό την υποκρισία, ώστε να λέει ευγενικά ψέμματα που δεν ενοχλούν τους άλλους για να μην δημιουργήσει εχθρούς.

Το ίδιο άτομο μεγαλώνοντας και όντας ευγενικό και κοινωνικό είναι αυτό που μετέπειτα μαθαίνει να υπακούει πιστά στις αρχές, και προκειμένου να μη χαρακτηριστεί από την κοινωνία ως μη ευγενικός και αντικοινωνικός, υποκύπτει σε οτιδήποτε του υπαγορεύει αυτή, όσο απάνθρωπο και αν είναι ενίοτε.

Ο ευγενής πορεύεται πάντοτε με γνώμονα τις αξίες και την αλήθεια, και όταν αυτά καταπατώνται, οφείλει να αντισταθεί, δίχως να ενδιαφέρεται αν θα χαρακτηριστεί κάπως από οποιονδήποτε.

Κάθε εμπόδιο χρειάζεται διαφορετικό μοχλό για να μετακινηθεί...

Εμπόδια πίσω μας, μπροστά μας, δίπλα μας. Εμπόδια παντού... Ποιος, λοιπόν, μας εγγυάται πως μπορούμε να ξεπεράσουμε όλα τα εμπόδια,που εμφανίζονται καθημερινά στη ζωή μας; Κι αν παλεύουμε για κάθε εμπόδιο, με όλη μας τη δύναμη, πόση ενέργεια θα μας απομείνει για τα καινούργια, που έπονται;

Αν η ζωή είναι ένας αγώνας δρόμου για να ξεπεράσουμε τα εμπόδια, που δημιουργούνται, τεχνητά και μη, τότε ποια η ουσία της; Πότε θα ηρεμήσουμε από τις δυσκολίες της καθημερινότητας; Γιατί κανείς δεν καθορίζει πόσα και σε ποιους αξίζουν να εμφανιστούν όλα αυτά τα εμπόδια; Και πόσο δίκαιο είναι το εμπόδιο του ενός να μετατρέπεται σ' εμπόδιο του άλλου;

Θεωρώ πως η υποκειμενικότητά τους είναι αυτή που καθορίζει τη δυσκολία τους. Για μένα μπορεί να είναι ακατόρθωτο το καινούργιο εμπόδιο, που προστέθηκε στη ζωή μου, γι'άλλον, όμως, το εμπόδιο μου είναι η καθημερινότητά του.

Αποτυχίες οικονομικές, ψυχικές. Αποτυχίες στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, με την "καριέρα" μας, με τον εαυτό μας. Η κάθε αποτυχία αποτελεί για εμάς ένα καινούργιο εμπόδιο, το οποίο οφείλουμε να ξεπεράσουμε και για τους πιο δειλούς, να αγνοήσουμε.

Στον λαβύρινθο της ζωής, τα εμπόδια είναι αναπόφευκτα. Τα ξεπερνούμε με την βοήθεια άλλων ανθρώπων ή με τη βοήθεια του ίδιου μας του εαυτού. Κανένα εμπόδιο δεν είναι ίδιο με το άλλο. Το ένα πιο δύσκολο, το άλλο πιο εύκολο. Η δύναμη, όμως, για να ξεπεραστούν όλα τα εμπόδια είναι εσωτερική. Αν βλέπουμε όλες τις δυσκολίες της ζωής μας όμοιες, αν καταφέρουμε και αλλάξουμε την οπτική γωνία, τότε μόνο θα μπορέσουμε να βρούμε τη δύναμη για να ξεπεράσουμε όλες αυτές τις μικρές δυσκολίες, που καλώς ή κακώς δίνουν χρώμα στη ζωή μας.

Χωρίς εμπόδια κανείς δεν κερδίζει. Εξάλλου αν δεν έχεις για τίποτα να παλέψεις, τότε ποια η δύναμη σου; Αν όλα είναι ευχάριστα κι εύκολα τότε ποια η ουσία της ζωής;

Η λύση είναι το κίνητρο, που κρύβεται πίσω από κάθε εμπόδιο. Η αποτυχία στις εξετάσεις συνεπάγεται με την εμπέδωση του συγκεκριμένου τομέα, όταν προσπαθήσουμε ξανά να πετύχουμε σ'αυτόν. Η οικονομική αποτυχία μας χτυπά την πόρτα ξεκαθαρίζοντας μας πως δεν ήμασταν, μάλλον, και τόσο προσεκτικοί με τα έξοδα μας. Η συναισθηματική αποτυχία μας αλλάζει, σαν ανθρώπους, σαν προσωπικότητες, σαν συμπεριφορές.

Πίστη στον εαυτό μας και στο ευμετάβλητο της ζωής. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, μετά από ένα εμπόδιο έρχεται μία ικανοποίηση και το αντίστροφο. Είναι σαν ένας αγώνας δρόμου. Ο πιο καλά προπονημένος θα σπάσει τα "δεσμά" της ζωής και θα βγει νικητής. Αργά ή γρήγορα η ωριμότητα μας θα δείχνει τον δρόμο και τον τρόπο για να ξεπερνούμε τα εμπόδια της ζωής. Αγώνας, εξάλλου, χωρίς αντίπαλο δεν υφίσταται.

 Μία, οπότε, είναι η συμβουλή μου: Κάθε εμπόδιο μπορεί να ξεπεραστεί, αν ασκήσεις πίεση στα σωστά σημεία...

ΣΜΥΡΝΑ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ)

Διηγούνταν για κάποιον αραβικό θάμνο με τ΄ όνομα Μύρρα ή Σμύρνα, που οι λαοί της αρχαιότητας εκτιμούσαν τη λεπτή μυρωδιά του ρετσινιού του. Αυτή η ρητίνη ονομαζόταν Μύρρα ή Σμύρνα.

Η διήγηση λέει πως η Μύρρα - ή Σμύρνα - ήταν κόρη κάποιου βασιλιά του Λιβάνου που τον έλεγαν Θεία, ή του Κινύρα στην Κύπρο, του ιδρυτή της Πάφου. Η Μύρρα ερωτεύτηκε παράφορα τον πατέρα της. Πολλές αιτίες δίνονταν γι΄ αυτό τον έρωτα. Από αυτές μία είναι η οργή του θεού Ήλιου ή της Αφροδίτης, γιατί η Μύρρα θεωρούσε τα μαλλιά της ωραιότερα από τα μαλλιά της θεάς.

Η κόρη πέτυχε να ξεγελάσει τον πατέρα της ή να τον μεθύσει ή κατά μιά άλλη εκδοχή το εκμυστηρεύθηκε στην παραμάνα της την Ιππολύτη. Η ασυνείδητη γριά της υποσχέθηκε πως θα βρει τρόπο να ικανοποιήσει το ακατονόμαστο πάθος της.

 Πήγε λοιπόν στο Θείαντα και του είπε πως μια κοπέλα από αρχοντική γενιά ήθελε να βρεθεί μαζί του, χωρίς όμως να του αποκαλυφθεί ποια ήταν. Ο Θείαντας δέχθηκε την πρόταση και για ένα μεγάλο διάστημα δεχόταν στον κοιτώνα του τη Σμύρνα, που την οδηγούσε κοντά του η Ιππολύτη, έχοντάς την κρυμμένη κάτω από το φόρεμά της.

Έτσι πλάγιασε μαζί του σαν να ήταν ένα άγνωστο κορίτσι, περίπου δώδεκα νύχτες. Τελικά ο πατέρας, από το φως κάποιου κρυμμένου λύχνου, ανακάλυψε ποια ήταν η συντρόφισσά του στο κρεβάτι και την καταδίωξε με γυμνό σπαθί. Η Μύρρα είχε κιόλας συλλάβει παιδί από τον απαγορευμένο έρωτά της κι ήταν πολύ ντροπιασμένη. Παρακάλεσε τους θεούς να γινόταν ένα τίποτα ανάμεσα στους ζωντανούς ή τους πεθαμένους. Μια θεότητα την σπλαχνίστηκε - είτε ο Δίας είτε η Αφροδίτη - και την μεταμόρφωσε σε δέντρο, που κλαίει με τ΄ αρωματισμένα δάκρυα - το ρετσίνι - τον καρπό του, τον καρπό από μέσα από το ξύλο: τον Άδωνι. Έτσι, ο μελλοντικός εραστής της Αφροδίτης γεννήθηκε από το κορμί του δέντρου της Μύρρας.

Τέτοιου είδους διηγήσεις ξεκινούν από το γεγονός ότι οι γάμοι ανάμεσα σε συγγενείς πρώτου βαθμού μέσα στις βασιλικές ιδίως οικογένειες, ήταν πραγματικά κάτι το συνηθισμένο. Τα παραδείγματα των Φαραώ και τον Πτολεμαίων δεν είναι μοναδικά. Στα μάτια, όμως, των ανθρώπων του λαού η αιμομιξία ήταν μια περίπτωση μεγάλης συμφοράς και γι΄ αυτό το λογο μονάχα σαν αρρώστια σταλμένη από το θεό μπορούσε να θεωρηθεί.

Οι πηγές, επίσης, δεν συμφωνούν μεταξύ τους και ως προς τον τρόπο που γεννιέται το παιδί της Σμύρνας. Ύστερα από τη μεταμόρφωση της Σμύρνας σε δέντρο, ο Θείας χτυπά με το σπαθί του το φλοιό και το παιδί βγαίνει στο φως (σχόλια στο Βιργίλιο, Αινειάδα), ή είναι ένας αγριόχοιρος που χτυπά με τα δόντια του το δέντρο, ή το δέντρο από μόνο του γεννά το παιδί στον καιρό της καρποφορίας του.

Όπως και να΄χει, ο μύθος του Κινύρα και της Μύρρας, διηγείται τις πιθανές κι αναμενόμενες συνέπειες μιας παρά φύσιν επιλογής. Όπως ο έρωτας μεταξύ θνητών και θεών καταλήγει τραγικά γιατί παραβιάζει την φυσική τάξη, έτσι και ο έρωτας μεταξύ πατέρα και κόρης είναι καταστροφικός, γιατί καταστρέφει τις κοινωνικές δομές μιας πόλης-κράτους. Ο αρχαίος έλληνας πολίτης, αλλά και ο διαχρονικός πολίτης του κόσμου, διαβάζοντας μια τέτοια ιστορία αποτρέπεται από μια ανάλογη πράξη, συνειδητοποιεί όμως επίσης ότι, πίσω από κάθε ανθρώπινο παραλογισμό κρύβεται πάντα η ανεξιχνίαστη βούληση κάποιου θεού:

''Μωραίνει ο κύριος όν βούλεται απωλέσαι''.

Μνήμη Θανάτου

Αποτέλεσμα εικόνας για Μνήμη ΘανάτουΟ Νέος και ο Θάνατος…
Κάποτε, ένας νεαρός προσεύχονταν, ξανά και ξανά, να επισκεφτεί την κόλαση για να δει τι είναι αυτό που όλοι περιγράφουν ως τόσο τρομερό. Πράγματι μια μέρα, την ώρα της προσευχής, ο Αρχάγγελος του Θανάτου έκανε την εμφάνιση του. Ήταν πανύψηλος, θεόρατος σχεδόν και φαίνονταν λες και βρίσκονταν πίσω από ένα αραχνοΰφαντο ιριδίζων πέπλο. Και το πιο σημαντικό απ΄ όλα ήταν το ότι προθυμοποιήθηκε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του νέου με κάποιο… αντάλλαγμα. Όταν λοιπόν ο νέος ρώτησε ποια θα ήταν η τιμή αυτού του ανταλλάγματος, ο Άγγελος απάντησε με ένα αινιγματικό χαμόγελο. Ήταν όμως τόσο έντονη η επιθυμία του νέου να γνωρίσει αυτό το τρομερό μέρος, που ονομάζουν κόλαση, που δεν έφερε καμία αντίρρηση παραδίνοντας τον εαυτό του στην αγκαλιά των φτερών του Θανάτου, μια αγκαλιά που εντελώς αναπάντεχα δεν ήταν παγωμένη αλλά ζεστή και μακάρια.

Το Γκρίζο…
Πετώντας πάνω από κοιλάδες και βουνά, από αστέρια και πλανήτες, από στροβίλους πολύχρωμους, από ήλιους και φεγγάρια, έφτασαν τελικά σε ένα μέρος που τα πάντα ήταν γκρίζα, χωρίς χρώμα άλλο, μια χώρα ή ένας κόσμος ολόκληρος μιας γκρίζας απεραντοσύνης, ένας κόσμος που ήταν ταυτόχρονα μεγάλος και μικρός. Δεν υπήρχαν οι συνήθεις διαστάσεις. Τα πάντα μεγάλωναν και μίκραιναν, στένευαν και πλάτυναν, ανάλογα τα βήματα σου και την διάθεση σου. Μπορούσες να αγγίξεις με το χέρι τον γκρίζο ουρανό για να ανακαλύψεις ότι αυτός ήταν τόσο κοντινός όσο και μακρινός, τα αστέρια του ήταν σκόνη του χρόνου, η σελήνη και ο ήλιος του χάρτινες καρφιτσωμένες φιγούρες σαν την ανάμνηση ενός φυλακισμένου σε ανήλιαγα μπουντρούμια. Όλα ήταν σαν μια γκροτέσκα απομίμηση της ζωής, ένας τόπος ή καλύτερα μια διάσταση που μιμούνταν ειρωνικά και χυδαία, τον ζωντανό κόσμο.

Οι Σκιές Των Βράχων…
Ο Νέος είχε ατσαλώσει με πείσμα τον εαυτό του και έτσι δεν πτοήθηκε από την παραδοξότητα του τοπίου. Υποσχέθηκε, μάλιστα, νοερά να μην τα παρατήσει. μέχρι να ανακαλύψει τον τρόμο της κόλασης. Αλλοίμονο, όμως η αναζήτηση του φαίνονταν μάταια, γιατί όσο και αν εξερεύνησε τις πτυχές του τοπίου, προσπαθώντας να βρει τι ήταν αυτό που έκανε την κόλαση τόσο φοβερή στα μάτια και τις ψυχές των ανθρώπων, δεν βίωσε εκείνο το απόλυτο αίσθημα τρόμου, την πλήρη απόγνωση, δεν είδε κολασμένες μορφές να σφαδάζουν από τους πόνους και τα…βασανιστήρια της κόλασης. Είδε, βέβαια, αν μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει όραση στα πεδία της κόλασης, πολύ κόσμο στο απέραντο γκρίζο. Οι μορφές που έβλεπε, όμως, δεν ήταν κάτι περισσότερο από έρπουσες σκιές στα βράχια, τις πεδιάδες και τις σχεδόν άχρωμες πόλεις της χώρας που ο Θάνατος τον είχε φέρει.

Η Προσευχή…
Τότε αποφάσισε, να ικετεύσει ξανά τον Άρχοντα Θάνατο και τον Άγγελό του, ώστε να του επιτρέψουν να γνωρίσει σε βάθος τον τρόμο της Κόλασης. Προσέχοντας, λοιπόν, να μην προσβάλλει τον Αρχάγγελο και να μην φανεί αχάριστος διάλεξε προσεχτικά μία – μία τις λέξεις και προσευχήθηκε με τα εξής λόγια:

«Αζραέλ, σε ευχαριστώ για την όραση της κόλασης, σε ευχαριστώ που με ταξίδεψες στις γωνίες του σύμπαντος και με οδήγησες στην γη των νεκρών για να δω πράγματα που σπάνια θνητός βλέπει, αλλά φαίνεται Άγιε Αρχάγγελε, Θάνατε Φοβερέ, ότι δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω τι σημαίνει κόλαση. Το μόνο που βλέπω είναι σκιές και ένα κόσμο που μοιάζει με γκρίζο κουτί, απροσδιόριστο και παράδοξο αλλά δεν με φοβίζει, ούτε με γοητεύει και για να πω την αλήθεια περίμενα ίσως κάτι… άλλο. Σε εκλιπαρώ, για μια τελευταία φόρα, δείξε μου τι είναι κόλαση, κάνε με να νιώσω τον τρόμο των κολασμένων, έστω για λίγο, καθώς επιθυμία μου είναι να αποκτήσω γνώση όλων των πραγμάτων που υπάρχουν πάνω, μέσα και ψηλότερα από την γη.»

Τότε ο Άρχοντας του Θανάτου και αχθοφόρος των ψυχών Αζραέλ εμφανίστηκε στην μέση της κόλασης περιβεβλημένος το ωχρό ένδυμα του χρώματος της Σελήνης και στεφανωμένος το φως του Ήλιου, ενώ στο μανδύα του έλαμπαν όλα τα άστρα του νυχτερινού ουρανού. Κοιτώντας νέο, σχεδόν με συμπόνια, του είπε ότι ήλπιζε πως δεν θα επιμείνει και ότι αν ήθελε να φύγει τώρα από εκεί θα τον γυρνούσε στο ζεστό του δωμάτιο χωρίς κανένα αντάλλαγμα. «Και να σαι ευχαριστημένος» πρόσθεσε, «γιατί είσαι από τους λίγους ανθρώπους που είδε τον Άδη και έζησε». Ο νεαρός άνδρας κοιτώντας με έξαψη τον Άγγελο του Θανάτου απάντησε ότι είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα προκειμένου να γνωρίζει τον τρόμο της κόλασης!

Ο Ονειροχρόνος….
Ο Αζραέλ γύρισε και τον κοίταξε μισοπερήφανα μισοκοροϊδευτικά, “Θες να γνωρίζεις τα υποχθόνια της γης; Τα υποχθόνια των θεών, των αγγέλων και των ανθρώπων;¨ εκείνος απάντησε, με αγέρωχο και άσπλαχνο βλέμμα, ότι θέλει! Η ίδια ερώτηση επαναλήφθηκε τρεις φορές. Μετά την τρίτη αποδοχή του νέου, ο άγγελος του Θανάτου τον προέτρεψε να ανέβει στην πλάτη του και να ξαπλώσει στα φτερά του. Άλλωστε αφού επέμενε να πάρει το ρίσκο και να υποστεί το τίμημα του ανταλλάγματος, το ταξίδι του θα συνεχίζονταν.

Έτσι ο νεαρός ξάπλωσε νωχελικά στα φτερά του αγγέλου, έγειρε το κεφάλι του και για ακόμα μια φορά άρχισε να ταξιδεύει στις παρυφές του ονειροχρόνου. Κάποια στιγμή οι τρανταγμοί της απόκοσμης πτήσης σταμάτησαν. Ο ανώνυμος νέος άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω του. Όταν το έκανε αυτό, μετάνιωσε αμέσως καθώς είδε πως όλα είχαν εξαφανιστεί. Τίποτα δεν υπήρχε εκεί, παρά μόνο ένα στοιχειωμένο σκοτάδι που στο βάθος του αχνοφαίνονταν ένα αμυδρό φως, που τρεμόπαιζε σαν μακρινός φάρος σε μια θάλασσα στην καρδιά της νύχτας.

Η ανάσα του άρχισε να κόβεται, γύρισε το κεφάλι του και είδε ότι ακόμα και ο Αζραέλ δεν ήταν εκεί. Τότε ήταν που έχασε κάθε ίχνος ψυχραιμίας και πανικοβλήθηκε. Μη γνωρίζοντας που να πάει και ίσα με τη στιγμή που άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, η καρδιά του φτερούγιζε, όχι από τρόμο αλλά από αγωνία.

Το Φως του Άδη…
Η φωνή, ακούγονταν μακρινή και υπόκωφη, σαν να έρχονταν από κάποιο παλιό ραδιόφωνο. «Ακολούθησε το φως,» έλεγε, «και θα βρεις τον πιο μεγάλο κολασμένο, τον βασιλιά των κολασμένων, αυτόν που κάθεται στα κατακάθια της γης». Άρχισε λοιπόν να τρέχει να προλάβει το φως, λες και το φως θα έσβηνε, παρόλο που ήταν ένα απόκοσμο, διαβολικό φως, κυνηγούσε να το φτάσει σαν το έντομο που μαγνητίζεται από το φως των φαναριών. Να πήγαινε άραγε και αυτός προς μία παγίδα, προς τον θάνατό του;

Μια στιγμή αργότερα ή αιώνες μετά- ποιος ξέρει;- έφτασε στον προορισμό του και είδε ότι η πηγή του φωτός ήταν ένας σωρός από ρούχα, έπιπλα, εικόνες, φωτογραφίες, χρυσαφικά και άλλα αντικείμενα που καίγονταν αργά στον πυρήνα μίας μυστηριακής αχνογάλανης φωτιάς. Πάνω από αυτή, βρίσκονταν, στερεωμένος στον πυκνό και δηλητηριώδη αέρα, ένας άθλιος θρόνος φτιαγμένος από κάθε λογής απορρίμματα. Στο κέντρο του απαίσιου θρόνου κάθονταν ένας άνθρωπος, τόσο γερασμένος που θαρρείς πως είχε ζήσει τουλάχιστον δέκα χιλιετίες με κόπο και πόνο!

Πολύ Αργά…
Ο γέρος κοίταξε το νέο και ο νέος κοίταξε το γέρο. Μαζί μοιράστηκαν μια αμοιβαία σιωπή, τόσο βαθιά που θα έλεγε κανείς πως όλο το σύμπαν είχε παγώσει και είχε καθηλωθεί «ακούγοντας» την μεστή ομιλία της θορυβώδους σιγής τους. Ήταν μια σιωπή κατά τη διάρκεια της οποίας οι δύο υπάρξεις, που συναντήθηκαν στο κέντρο του Άδη, μίλησαν για αρκετές στιγμές με το βλέμμα, στιγμές γεμάτες, στιγμές που περιλάμβαναν ζωές ζωών και αναμνήσεις αναμνήσεων. Μετά από μια αιωνιότητα, ο γέρο-βασιλιάς των σκουπιδιών πήρε πρώτος το λόγο και είπε “Από ποιο καπρίτσιο της άθλιας μοίρας, η φωτιά των ματιών σου θέλει να γνωρίσει τον πάγο της ανάμνησης και της κόλασης το χωνευτήρι;» Ο νεαρός τότε αποκρίθηκε ότι ήταν επιθυμία του να γνωρίζει τα καταχθόνια, τα χθόνια και τα υπερχθόνια του κόσμου τούτου. Ο γέρος συνοφρυωμένος απάντησε ότι εφόσον αυτό αν αυτό επιθυμούσε, αυτό και θα λάμβανε. Όποιος αιτείται, λαμβάνει»

Άκου λοιπόν, άρχισε να λέει ο κολασμένος άρχοντας «Zω και κατοικώ στην Κόλαση, δεν φοβάμαι τους κολασμένους και την κόλαση γύρω μου, την κόλαση μέσα μου φοβάμαι, ειδικά όταν γυρίζει και μου λέει την φράση, με την οποία περιέγραψε το βάθος της απόγνωσης της κόλασης ο δικός σας ο Ντοστογιέφσκι, “Πολύ Αργά”. Σε αυτές τις δύο λέξεις συνοψίζεται η Κόλαση και η ουσία της, “Πολύ Αργά”. Η Μέθεξη των μυστηρίων της ζωής διακόπτεται από αυτές τις καταραμένες λέξεις, ζήτησες να γνωρίσεις τον τρόμο της κόλασης. Ε! λοιπόν τώρα σου τον χαράσσω στην καρδιά σου « Πολύ αργά» αυτή είναι η επιγραφή των πυλών του Άδη»

Μνήμη Θανάτου, Το Δώρο της Αθανασίας…
-Ποιος είσαι; Ρώτησε ο νέος, οπισθοχωρώντας με τρόμο…
– Μνήμη Θανάτου είναι το όνομα μου, κατοικώ ανάμεσα στα κατακάθια του Άδη και τρέφομαι από τις ζωές που δεν ζήσατε και με το χρόνο που σπαταλήσατε στη μιζέρια.

Ο ταξιδευτής τότε κατάλαβε, ναι επιτέλους κατάλαβε, με μεγάλο τίμημα, πώς για να γνωρίσει κανείς τα μυστήρια της ζωής πρέπει να την ζήσει και μάλιστα με τέτοιο τρόπο και τέτοια ποιότητα που να μην χαθεί ποτέ και η παραμικρή στιγμή. Γιατί αν χάνονταν, θα κατέληγε και αυτός να βασανίζεται με τα κατακάθια των αναμνήσεων της γης, τυλιγμένος με το παγερό σεντόνι που θα του υπενθύμιζε στην αιωνιότητα ότι ήταν πια αργά, πολύ αργά. Η ποιότητα των στιγμών χαρίζει την αθανασία της Μνήμης!

Αυτό, λοιπόν, ήταν το νόημα της Κόλασης, το σύμπαν άλλωστε, όπως και ο ίδιος γνώριζε καλά δεν δημιουργεί κάτι χωρίς λόγο, δεν είναι σαδιστικό, δεν είναι σκληρό, ούτε όμως είναι και ελεήμον, είναι ουδέτερα πρακτικό και έτσι είναι σπλαχνικό, τα πάντα εντός του υπαγορεύονται από το νόμο του αποτελέσματος.

Τότε ο Θάνατος, με τη μορφή του Αζραέλ, γύρισε και πριν πάρει τον νεαρό, απευθύνοντας του το λόγο, είπε, «το αντάλλαγμα της γνώσης που πήρες είναι η επιτακτική ανάγκη να ζήσεις και τότε όταν ξανάρθω δεν θα είμαι πια ο θάνατος αλλά η ζωή που έζησες και Ιδού ένα νέο όνομα έχεις λάβει “Περιπλανώμενος των Μυστηρίων της Ζωής”». Ο μικρός άντρας, που μόλις τότε κατάλαβε πως ποτέ δεν θα ήταν πια ίδιος, παραδόθηκε στην αγκαλιά του Θανάτου και αναχώρησαν μαζί για την μεγάλη περιπέτεια της ζωής. Καθώς πετούσαν τον ρώτησε νοερά, «αλήθεια λέγεσαι Αζραέλ» για να λάβει την απάντηση «στ΄ αλήθεια λέγομαι Ζωή»