Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Κούροι και Κόρες


Κούρος Αναβύσσου (Κροίσος - 530 π.Χ.)
Κούρος Αναβύσσου (Κροίσος – 530 π.Χ.)
 
Κούροι: Ο Κούρος, ο «ανδρόπαις», είναι τύπος αγάλματος της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, ο οποίος απαντάται κατά την Αρχαϊκή εποχή και πιο συγκεκριμένα από τις αρχές του 7ου μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. (600 – 480 π.Χ.). Πρόκειται για τον τύπο της όρθιας, γυμνής και αγένειας ανδρικής μορφής, η οποία ευρίσκεται σε στάση μετωπική και άκαμπτη, σχεδόν ιερατική, με το βάρος του σώματος ισοδύναμα μοιρασμένο στα δύο πόδια, που πατούν σταθερά στο έδαφος και με τα δύο πέλματα, με ελαφρώς προβεβλημένο – προτεταμένο το αριστερό πόδι, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά του σώματος (οι παλάμες των χεριών είναι σφιγμένες σε γροθιές, οι οποίες ακουμπούν ή σχεδόν ακουμπούν στους μηρούς) και με «δαιδαλικού» τύπου κόμμωση. Σε κάθε περίπτωση, οι κούροι διακρίνονται για τη συμμετρία τους, την ακαμψία τους και το ιδιαιτέρως μεγάλο, αρχικώς, μέγεθός τους (ξεπέρασαν ακόμη και τα 5 μέτρα – π.χ. ο κολοσσός των Ναξίων στη Δήλο, οι κούροι από το ιερό του Ποσειδώνος στο Σούνιο και ο κούρος της Σάμου).

Κούρος Σουνίου (ναός Ποσειδώνος - 600 π.Χ.)
Κούρος Σουνίου (ναός Ποσειδώνος – 600 π.Χ.)
 
Είναι, ωστόσο, σημαντικό να ειπωθεί, ότι στις αρχές του 5ου αιώνα (ύστερη Αρχαϊκή περίοδος) συντελέσθηκε μία σημαντική μεταβολή, καθότι τα νέα αγάλματα δεν μοίραζαν πλέον το βάρος στα δύο σκέλη, αλλά, λυγίζοντας ελαφρά το ένα, άφηναν το βάρος στο άλλο. Το μέγεθός τους μειώθηκε και υπήρξε σ’αυτούς μία πιο ρεαλιστική απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος (σε φυσικό μέγεθος ή σε μικρότερο), με «σπάσιμο» της απόλυτης ακαμψίας (η πλαστικότητα αντικαθιστά τη γραμμική απόδοση των μυών και της ανατομίας, όπου παρατηρείται πλέον κίνηση και των χεριών, τα οποία λυγίζουν σταδιακά περισσότερο και απελευθερώνονται από τα πλευρά και τους μηρούς). Ένα από τα πρώτα έργα, στα οποία έχει αποτυπωθεί αυτή η πλήρης μεταβολή είναι το «παιδί του Κριτίου» (περί το 480-485 π.Χ.), το οποίο ευρίσκεται στο μουσείο της Ακροπόλεως, ενώ μία αρχική μεταβολή είχε ήδη παρατηρηθεί και στον προηγηθέντα περίφημο κούρο της Αναβύσσου (Κροίσος – περί το 530 π.Χ.), ο οποίος ευρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Σε κάθε περίπτωση, την εξέλιξη των κούρων μπορεί κάποιος να την παρακολουθήσει στους αττικούς κούρους, αφενός διότι η Αττική ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής έργων πλαστικής της Αρχαϊκής εποχής και αφετέρου διότι από την Αττική έχουμε μία πλήρη σειρά κούρων, οι οποίοι καλύπτουν όλη την Αρχαϊκή περίοδο, ήτοι από τα τέλη του 7ου αιώνα, με τους κούρους του Διπύλου και του Σουνίου, έως και τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., με τον Αριστόδικο, με τον οποίο, ουσιαστικώς, κλείνει η σειρά των αττικών κούρων.
 
Κούρος Μερέντας (540-530 π.Χ.)
Κούρος Αναβύσσου (Κροίσος – 530 π.Χ.)
 
Το πρόσωπο ενός κούρου, είτε είναι απαθές και ανέκφραστο, είτε έχει το περίφημο «αρχαϊκό μειδίαμα». Αυτό το μειδίαμα των κούρων δεν είναι ψεύτικο και δεν οφείλεται σε μία αδεξιότητα των δημιουργών τους, όπως είχαν ισχυρισθεί κάποιοι στο παρελθόν. Αντιθέτως, αποτελεί μία χαρακτηριστική λεπτομέρεια, η οποία, μαζί με όλη την άλλη επεξεργασία του σώματος και, κυρίως, του προσώπου, εκφράζει τη χαρά και την απέραντη αγαλλίαση του ανθρώπου μπροστά στο θαύμα του κόσμου. Η στάση αυτή σφραγίζει την ώριμη, όπως χαρακτηρίζεται στην τέχνη, αρχαϊκή εποχή. Ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά, υπάρχει αυτό το μειδίαμα. Στους πρώτους κούρους εντοπίζει ακόμη ο θεατής μία έκφραση υπεράνθρωπη ή δαιμονική, όπως είχε χαρακτηρισθεί παλαιότερα. Στους κούρους, όμως, οι οποίοι θα ακολουθήσουν, η χαρά θα δώσει τη θέση της σε μία σοβαρή έκφραση, άλλως σε μία στάση ευθύνης, η οποία φθάνει τα όρια του τραγικού στα τελευταία χρόνια της αρχαϊκής περιόδου.
 
Ο φαραώ Μυκερίνος και τοπικές αιγυπτιακές θεότητες
Ο φαραώ Μυκερίνος και τοπικές αιγυπτιακές θεότητες
 
Οι κούροι (μαζί με τις κόρες) θεωρούνται οι πλέον χαρακτηριστικές δημιουργίες της αρχαϊκής γλυπτικής. Τα πρωϊμότερα παραδείγματα χρονολογούνται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. και προέρχονται από τις Κυκλάδες και τη Σάμο. Εμφανώς επηρεασμένα από την αιγυπτιακή παράδοση, είναι κολοσσιαίων διαστάσεων (έως 5 και πλέον μέτρα ύψος). Ωστόσο, σε αντίθεση με τα αιγυπτιακά αγάλματα, οι κούροι είναι γυμνοί, στοιχείο, το οποίο αποτελεί ελληνικό γνώρισμα. Οι Έλληνες δημιουργοί, λοιπόν, «γύμνωσαν» το αιγυπτιακό πρότυπο. Στη συνέχεια δε, ελευθέρωσαν τα χέρια από την πέτρα. Τα πρώϊμα παραδείγματα κούρων αντανακλούν τις πρώτες απόπειρες των Ελλήνων να εξοικειωθούν με το υλικό των γλυπτών και την τεχνική κατεργασίας του.
 
Κούρος Μερέντας (540-530 π.Χ.)
Κούρος Μερέντας (540-530 π.Χ.)
 
Οι κούροι φαίνεται, ότι αποτελούσαν το πρότυπο του νέου άνδρα, τη διαχρονική αναπαράσταση της ανδρικής ομορφιάς, όπως την αντίκριζαν καθημερινά οι αρχαίοι Έλληνες στους αθλητικούς αγώνες της αρχαϊκής κοινωνίας.  «Ο νέος άνθρωπος, στην πιο καλή του ώρα, θα στηθεί στα ιερά, ‘άγαλμα’ για τον θεό, είτε αποτελεί εικόνα του ίδιου του θεού, είτε εικόνα του ανθρώπου, που προσφέρεται στον θεό¨ και η ίδια αυτή μορφή θα υψωθεί επάνω στους τάφους των ανδρών, μνήμα της αλκής και της ομορφιάς τους, όχι εικόνα εφήμερη μιας συμπτωματικής στιγμής της ζωής τους».
 
Κούρος Κερατέας (μέσα 6ου αιώνα π.Χ.)
Κούρος Κερατέας (μέσα 6ου αιώνα π.Χ.)
 
Η ερμηνεία των κούρων εξακολουθεί να αποτελεί ένα αίνιγμα. Οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν, ότι αποτελούν εξιδανικευμένες απεικονίσεις ανδρών και όχι συγκεκριμένων προσώπων. Ωστόσο, η επιγραφή στη βάση του κούρου της Αναβύσσου (Κροίσου) έχει προκαλέσει συζητήσεις, ως προς το εάν αναφέρεται απλώς στο νεκρό ή και στη μορφή του αγάλματος. Άλλοι, εξάλλου, ερευνητές πιστεύουν, ότι, τουλάχιστον, ορισμένοι από αυτούς αποτελούσαν απεικονίσεις του θεού Απόλλωνα. Σε κάθε περίπτωση, κατά πολλούς ερευνητές, ευθύς εξαρχής, ο ίδιος ο γιγαντισμός των πρώτων – αρχικών κούρων τονίζει την αμφισημία του τύπου. Για παράδειγμα, οι κολοσσοί της Σάμου και του Σουνίου είναι οπωσδήποτε υπερφυσικοί για να αποτελούν απλώς την αναπαράσταση του θνητού, ο οποίος τους αφιέρωσε, ενώ ακόμα πιο απίθανο είναι να εικονίζουν τη θεότητα, στην οποία είχαν αφιερωθεί – στη μία περίπτωση την Ήρα και στην άλλη τον Ποσειδώνα. Επίσης, καίτοι σε πολλές περιπτώσεις (ιδίως στο Νάξιο κολοσσό της Δήλου) η εξειδίκευση είναι εμφανής, πιθανότατα δεν πρόκειται ούτε για αγάλματα του Απόλλωνα, όπως πολλοί ερευνητές πίστευαν παλαιότερα. Ούτως ή άλλως και πιθανότατα, αυτό το οποίο οι πιστοί επιθυμούσαν να προσφέρουν ήταν απλά ένα άγαλμα, ένα «ωραίο αντικείμενο», μία εικόνα απόλυτης ομορφιάς, που δεν αναπαριστούσε ούτε θεό, ούτε άνθρωπο, αλλά κάθε φορά έπλαθε από την αρχή την ιδέα του ανθρώπου και ταυτόχρονα, όπως ήταν φυσικό, την ιδέα του θεού.Σε κάθε περίπτωση, οι κούροι χρησιμοποιήθηκαν, τόσο ως ταφικά σήματα (επιτύμβια αγάλματα), όσο και ως αναθήματα σε ιερά (λατρευτικά και αναθηματικά αγάλματα).
 
Η εκπληκτικής ομορφιάς κόρη της Μερέντας (550-540 π.Χ.)
Η εκπληκτικής ομορφιάς κόρη της Μερέντας (550-540 π.Χ.)
 
Κόρες: «Απέναντι στον γυμνό νέο στέκεται η ντυμένη νέα». Η κόρη, το θηλυκό αντίστοιχο του Κούρου, είναι ο τύπος αγάλματος της Αρχαϊκής περιόδου, ο οποίος απεικονίζει ντυμένη γυναικεία μορφή, που είχε αντίστοιχη με τον κούρο αναθηματική ή ταφική χρήση. Σε αντίθεση με τους κούρους, ο τύπος της κόρης δεν είναι καθορισμένος με μεγάλη αυστηρότητα. Πέραν της τυπικής όρθιας και μετωπικής στάσεώς τους και την προβολή του ενός χεριού, με το οποίο κρατούν μία προσφορά, οι κόρες παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, κυρίως, ως προς τη μορφή του ενδύματος και τον τρόπο, που το φορούν, καθώς και ως προς τα κοσμήματα και τις κινήσεις των χεριών (άλλοτε μπροστά στο στήθος, άλλοτε προτεταμένα με την προσφορά και άλλοτε ανασύροντας το ένδυμα). Στις κόρες, λοιπόν, η εξέλιξη της τεχνοτροπίας επικεντρώνεται, κυρίως, στην απόδοση των ενδυμάτων. Τα γυναικεία ενδύματα απαρτίζονται από τρία κομμάτια: χονδρό μάλλινο πέπλο, ιμάτιο από λεπτό λινό και ιμάτιο ως πανωφόρι. Ορθογώνια και τα τρία, χρησιμοποιούντο με ποικίλους τρόπους και στερεώνονταν με κουμπιά και πόρπες, διαμορφώνοντας ενδιαφέρουσες πτυχώσεις. Σε κάθε περίπτωση, το νέο στοιχείο του ενδύματος «περιπλέκει περισσότερο το πλαστικό πρόβλημα, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, αλλά συγχρόνως προσφέρει νέα στοιχεία για γλυπτική επεξεργασία, νέα εκφραστικά μέσα, πλουτίζει την κλίμακα της πλαστικής, που γίνεται έτσι πιο πολύφωνη και πολύτροπη. Η προσπάθεια του τεχνίτη να επιτύχει την αρμονική και ισότιμη συζυγία των δύο μελών, του σώματος και του ενδύματος, ήταν μακρόχρονη και επίπονη».

Σικελικοί Εσπερινοί: Η μυστική επιχείρηση που άλλαξε για πάντα τη φύση των διεθνών σχέσεων

Το 1282 το Πάσχα έπεφτε νωρίς, στις 29 Μαρτίου. Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα το νησί της Σικελίας φαινομενικά ήταν ήρεμο.
 
Στο λιμάνι της Μεσσήνης ήταν αγκυροβολημένη μια μεγάλη αρμάδα των Ανζού. Βασιλικοί πράκτορες, δίχως να ενδιαφέρονται για την έχθρα των σκυθρωπών χωρικών, περιόδευαν ανά το νησί και επιτάσσανε όσα αποθέματα δημητριακών έβρισκαν και συγκέντρωναν αγέλες βοοειδών και χοίρων για να εξασφαλίσουν τα τρόφιμα της εκστρατείας, καθώς και άλογα για τους ιππότες.
 
Ο βασιλικός Βικάριος και κυβερνήτης του νησιού Χεριβέρτος της Ορλεάνης, ήταν εγκατεστημένος στη Μεσσήνη, στο φρούριο του Ματεργκριφόν, τον «τρόμο των Ελλήνων», χτισμένο έναν αιώνα πριν, από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο.
 
Στο Παλέρμο, ο δικαστικός εκπρόσωπος Ιωάννης του Σαιν Ρεμύ, ετοίμαζε τη γιορτή στο παλάτι των Νορμανδών Βασιλέων. Κανένας από τους Γάλλους αξιωματούχους και κανένας από τους στρατιωτικούς που διοικούσαν τα σαράντα δύο φρούρια για τον έλεγχο της ενδοχώρας δεν είχε παρατηρήσει κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη εχθρότητα που τους έδειχναν οι υποτελείς.
 
Μεταξύ όμως των Σικελών, οι οποίοι γιόρταζαν την Ανάσταση του Χριστού με τα παραδοσιακά τους τραγούδια και χορούς στους δρόμους, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και εκρηκτική.
 
Η εκκλησία του Αγίου Πνεύματος βρίσκεται μισό μίλι νοτιοανατολικά, πίσω από το παλιό τείχος του Παλέρμο, στο χείλος του μικρού φαραγγιού του ποταμού Ορέτο. Είναι εσωτερικά και εξωτερικά ένα αυστηρό κτίσμα.
 
Τον θεμέλιο λίθο, τον έβαλε το 1177 ο Βάλτερ Όφαμιλ ή Βάλτερ «του Μύλου», ο αγγλογεννημένος Αρχιεπίσκοπος του Παλέρμο, μια μέρα που την είχε κάνει δυσοίωνη η έκλειψη του Ηλίου. Ανέκαθεν τη δεύτερη μέρα του Πάσχα σ' αυτήν την εκκλησία γινόταν κατά το έθιμο, πανηγύρι, και αυτή τη χρονιά, τη Δευτέρα (του Πάσχα), είχε φθάσει από την πόλη και τα γύρω χωριά, όπως συνηθιζόταν, πλήθος κόσμου, για να παρακολουθήσει την ακολουθία του Εσπερινού.
     
Φλυαρούσαν και τραγουδούσαν στην πλατεία και ο καθένας περίμενε να αρχίσει η λειτουργία. Ξαφνικά έφθασε μια ομάδα Γάλλων αξιωματούχων για να πάρει μέρος στη γιορτή. Τους υποδέχθηκαν ψυχρά, με εχθρικά βλέμματα, αυτοί όμως επέμεναν να αναμιχθούν με το πλήθος. Είχαν πιει πολύ, συμπεριφέρονταν ανέμελα και γρήγορα άρχισαν να πειράζουν με οικειότητα τις νέες γυναίκες, γεγονός που προσέβαλε τους Σικελούς.
 
Ανάμεσά τους, ένας λοχίας που τον έλεγαν Ντρουέ, τράβηξε μια νέα παντρεμένη γυναίκα από το πλήθος και την παρενοχλούσε με τις φιλοφρονήσεις του. Αυτό δεν μπόρεσε να το ανεχτεί ο άνδρας της.
 
Τράβηξε το μαχαίρι του, έπεσε πάνω στον Ντρουέ και τον σκότωσε. Οι Γάλλοι έτρεξαν να εκδικηθούν για το θάνατο του συντρόφου τους, και ξαφνικά βρέθηκαν περικυκλωμένοι από ένα πλήθος εξαγριωμένων Σικελών, που ήταν όλοι οπλισμένοι με στιλέτα και σπαθιά.
 
Από τους Γάλλους δεν επέζησε ούτε ένας. Εκείνη τη στιγμή οι καμπάνες της εκκλησίας του Αγίου Πνεύματος και όλες οι εκκλησίες της πόλης σήμαιναν τους Εσπερινούς.
 
Οι καμπάνες ηχούσαν και αγγελιαφόροι ξεχύθηκαν στους δρόμους του Παλέρμο καλώντας τους άνδρες να εξεγερθούν εναντίον του καταπιεστή. Και με μιας οι δρόμοι γέμισαν εξαγριωμένους, οπλισμένους άνδρες που φώναζαν «θάνατο στους Γάλλους» - moranu li Franchiski- στη σικελική τους διάλεκτο.
 
Σκότωναν όποιον Γάλλο έβρισκαν μπροστά τους. Όρμησαν στα πανδοχεία όπου σύχναζαν Γάλλοι και στα σπίτια όπου κατοικούσαν δίχως να λυπηθούν κανέναν, ούτε άνδρα ούτε γυναίκα ή παιδί. Σικελές κοπέλες που είχαν παντρευτεί Γάλλους, χάθηκαν μαζί με τους άνδρες τους.
 
Οι διαδηλωτές μπήκαν στα μοναστήρια των Δομινικανών και των Φραγκισκανών και άρπαξαν όλους τους ξένους μοναχούς και τους διέταξαν να προφέρουν τη λέξη «τσιτσιρί», της οποίας τον ήχο δεν μπορούσαν ποτέ να προφέρουν σωστά οι γαλλόφωνοι.
 
Όποιον αποτύχαινε στη δοκιμή, τον σκότωναν. Ο δικαστικός εκπρόσωπος Ιωάννης του Σαιν Ρεμύ, κλείστηκε στο παλιό βασιλικό παλάτι, αλλά οι περισσότεροι άνδρες της φρουράς του έλειπαν για τη γιορτή στην πόλη.
 
Οι λίγοι που είχαν απομείνει δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν το παλάτι και τον ίδιο. Είχε τραυματιστεί στο πρόσωπο σε μια αψιμαχία στην είσοδο του παλατιού, πριν καταφέρει να ξεφύγει με δύο αυλικούς από ένα παράθυρο μέσα από τους στάβλους.
 
Εκεί βρήκαν άλογα και έφυγαν καλπάζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν προς το κάστρο Βικάρι, στο δρόμο προς το εσωτερικό του νησιού. Εκεί ενώθηκαν με άλλους φυγάδες που είχαν γλιτώσει από τη σφαγή.
 
Ως το άλλο πρωί είχαν σκοτωθεί περίπου 2.000 Γάλλοι, άνδρες και γυναίκες, και το Παλέρμο βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των επαναστατών. Η οργή τους είχε κοπάσει αρκετά, τόσο ώστε να σκέφτονται το μέλλον.
 
Συναθροίστηκαν αντιπρόσωποι από κάθε περιφέρεια και κάθε επάγγελμα, και ανακήρυξαν το νησί τους Κοινότητα εκλέγοντας ως αρχηγό τους έναν εξέχοντα ιππότη, τον Ρογήρο Μαστράντζελο.
 
Διόρισαν τρεις υπαρχηγούς, τον Ερρίκο Μπαβέριο, τον Νικόλαο της Ορτολέβα και τον Νικόλαο της Επντεμόνια καθώς και πέντε συμβούλους να τους βοηθούν.
 
Η σημαία των Ανζού κατέβηκε και αντικαταστάθηκε παντού με τον αυτοκρατορικό αετό, ένα έμβλημα που είχε παραχωρηθεί από τον Φρειδερίκο ΙΙ στην πόλη των παιδικών του χρόνων. Πρέσβεις στάλθηκαν με μια επιστολή στον Πάπα, ζητώντας του να πάρει υπό την προστασία του τη νέα Κοινότητα.
 
Η είδηση της ανταρσίας διαδόθηκε αμέσως σ' όλο το νησί. Όλη την άγρια νύχτα της Δευτέρας έτρεχαν αγγελιαφόροι από το Παλέρμο, σ' όλες τις πόλεις και τα χωριά παρακινώντας τους κατοίκους να χτυπήσουν, πριν ο τύραννος προλάβει να αντεπιτεθεί.
 
Την Τρίτη, οι άνδρες βγήκαν από το Παλέρμο και βάδισαν προς το Κάστρο του Βικάρι, όπου είχαν καταφύγει ο δικαστικός εκπρόσωπος με τους φίλους του.
 
Η φρουρά ήταν πολύ μικρή για να μπορέσει να αντισταθεί και ο εκπρόσωπος προσφέρθηκε να παραδώσει το κάστρο, αν του επέτρεπαν να φτάσει στην ακτή και να φύγει για την πατρίδα του, την Προβηγκία.
 
Οι διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει, όταν ένας από τους πολιορκητές έριξε ένα βέλος και σκότωσε τον Ιωάννη του Σαιν Ρεμύ. Αυτό ήταν το σύνθημα για γενική σφαγή όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο.
 
Όλη την εβδομάδα έφθαναν ειδήσεις για εξεγέρσεις και σφαγές Γάλλων. Η πρώτη πόλη που ακολούθησε το παράδειγμα του Παλέρμο ήταν το Κορλεόνε, είκοσι μίλια νοτιότερα. Μετά τη σφαγή των Γάλλων, κι αυτή η πόλη αυτοανακηρύχθηκε Κοινότητα.
 
Στις 3 Απριλίου, ο αρχηγός της Βονιφάτιος έστειλε τρεις απεσταλμένους στο Παλέρμο να φέρουν την είδηση και να προτείνουν Κοινή δράση.
 
Οι δύο Κοινότητες αποφάσισαν να στείλουν στρατό προς τρεις κατευθύνσεις: δυτικά, εναντίον του Τράπανι, νότια κατά της Καλτανισέτας και ανατολικά εναντίον της Μεσσήνης, για να ξεσηκώσουν το υπόλοιπο νησί και να συγχρονίσουν τις προσπάθειές τους.
 
Μόλις οι επαναστάτες πλησίαζαν σε μια περιοχή, οι Γάλλοι τρέπονταν σε φυγή ή σφάζονταν. Μόνο σε δύο πόλεις γλίτωσαν. Ο αναπληρωτής-Δικαστής της Δυτικής Σικελίας Γουλιέλμος Πορσελέ, που ζούσε στο Καλαταφίμι, είχε κερδίσει την αγάπη των Σικελών με την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη του.
 
Αυτός και η οικογένειά του έφθασαν με τιμητική συνοδεία στο Παλέρμο και τους επιτράπηκε να μπαρκάρουν για την Προβηγκία. Η πόλη της Σπερλίγκα στο Κέντρο του νησιού καμάρωνε για την αμερόληπτη στάση της. Οι κάτοικοί της δεν έβλαψαν τη γαλλική φρουρά της και την άφησαν να αποσυρθεί σώα στη Μεσσήνη.
 
Η Μεσσήνη δεν είχε επαναστατήσει. Ο Βικάριος Χεριβέρτος της Ορλεάνης είχε μια ισχυρή φρουρά. Ο μεγάλος στόλος των Ανζού ήταν αραγμένος στο λιμάνι της.
 
Η Μεσσήνη ήταν η μόνη πόλη στο νησί στην οποία η κυβέρνηση του Καρόλου είχε παραχωρήσει κάποια προνόμια και η οικογένεια του τοπικού ηγεμόνα Ρίζο υποστήριζε το καθεστώς.
 
Στις 13 Απριλίου, δεκαπέντε μέρες μετά τους Εσπερινούς, όταν όλο το δυτικό και κεντρικό τμήμα του νησιού βρισκόταν στα χέρια των στασιαστών, η Κοινότητα του Παλέρμο έστειλε μια επιστολή στον λαό της Μεσσήνης ζητώντας του να προσχωρήσει στο κίνημα. Οι Μεσσηνέζοι όμως ήταν επιφυλακτικοί.
 
Με τον Χεριβέρτο και τη φρουρά του να κυριαρχούν από το Κάστρο του Ματεργκριφόν, και με τα βασιλικά πλοία αγκυροβολημένα στην προκυμαία, προτιμούσαν να μην το διακινδυνεύσουν. Αντίθετα, στις 15 Απριλίου μια μονάδα στρατού από τη Μεσσήνη, υπό τον τοπικό ιππότη Γουλιέλμο Κυριόλο, κινήθηκε νότια προς τη γειτονική πόλη της Ταορμίνα για να την προστατέψει από τη μανία των επαναστατών.
 
Ταυτόχρονα ο Χεριβέρτος έστελνε τον Μεσσηνέζο ευγενή Ριχάρδο Ρίζο με επτά ντόπιες γαλέρες να πολιορκήσει το λιμάνι του Παλέρμο, και αν ήταν δυνατόν, να επιτεθεί στο οχυρό της.
 
Οι Παλερμιτάνοι ύψωσαν βιαστικά στα τείχη τη σημαία της Μεσσήνης με τον σταυρό, δίπλα στη δική τους σημαία στα τείχη, για να δείξουν ότι θεωρούσαν τους Μεσσηνέζους αδελφούς τους, και οι ναύτες του Ριχάρδου αρνήθηκαν να πολεμήσουν εναντίον τους. Οι γαλέρες έμειναν έξω από το λιμάνι διατηρώντας μια πολιορκία αναποτελεσματική και χωρίς ενθουσιασμό.
 
Στη Μεσσήνη, η κοινή γνώμη ήταν υπέρ της επανάστασης. Πολλοί από τους κατοίκους της ήταν πρώην κάτοικοι του Παλέρμο και είχαν μετοικήσει στη Μεσσήνη όταν αυτή έγινε διοικητικό κέντρο. Η προτίμησή τους έκλινε προς την γενέθλια πόλη τους.
 
Ο Χεριβέρτος είχε αρχίσει να χάνει την αυτοπεποίθηση του. Αποφάσισε να εξασφαλίσει την Ταορμίνα και έστειλε μια μονάδα Γάλλων υπό τον Ναπολιτάνο Μικελέτο Γκάττα, να αντικαταστήσει τη ντόπια φρουρά. Ο Γουλιέλμος Κυριόλο και οι άνδρες του προσβλήθηκαν από την παντελή έλλειψη εμπιστοσύνης.
 
Χτυπήθηκαν με τους Γάλλους και τους έπιασαν όλους αιχμαλώτους. Δύο-τρεις μέρες αργότερα, στις 28 Απριλίου, η Μεσσήνη προσχώρησε στην επανάσταση. Οι περισσότεροι από τους Γάλλους είχαν ήδη καταφύγει στο Κάστρο του Ματεργκριφόν και η σφαγή ήταν μικρότερης κλίμακας από αυτήν του Παλέρμο.
 
Ο Χεριβέρτος αποκλείστηκε ο ίδιος στο κάστρο και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το στόλο, ο οποίος πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Η Μεσσήνη κηρύχθηκε από τους κατοίκους της Κοινότητα, υπό την προστασία της Αγίας Εκκλησίας. Εξέλεξαν αρχηγό τους τον Βαρθολομαίο Μανισκάλκο, ο οποίος είχε παίξει καίριο ρόλο στην οργάνωση της επανάστασης.
 
Την ίδια ημέρα, από την Αυλή του Βασιλιά Καρόλου στη Νεάπολη, έφθασαν στη Μεσσήνη τρεις διακεκριμένοι άνδρες της. Ήταν ο Βαλδουίνος Μουσσόνε, ένας πρώην δικαστής και οι Βάλδος και Ματθαίος Ρίζο.
 
Ο Μουσσόνε αμέσως ρίχθηκε στον αγώνα, στο πλευρό της Κοινότητας και ο Μανισκάλκο, το άλλο πρωί του παρέδωσε την αρχηγία. Ένας από τους νεότερους Ρίζο, ο γιατρός Παρμενίων, προσπάθησε να πείσει τους θείους του Βάλδο και Ματθαίο, να προσχωρήσουν στην επανάσταση, αλλά αυτοί, καθώς και η υπόλοιπη οικογένεια, έμειναν πιστοί στον Κάρολο και κατέφυγαν στο φρούριο κοντά στον Χεριβέρτο.
 
Εκεί βρήκαν τον Χεριβέρτο έτοιμο να εγκαταλείψει τον αγώνα. Ύστερα από μια πρώτη επίθεση που έγινε κατά του φρουρίου, διαπραγματεύτηκε με τον Μουσσόνε, και εξασφάλισε για τον εαυτό του και τη συνοδεία του ασφαλή έξοδο.
 
Του δόθηκαν δύο γαλέρες, υπό τον όρο να πλεύσει κατευθείαν στο λιμάνι Αιγκ-Μορτ της Γαλλίας και να υποσχεθεί να μην γυρίσει ποτέ πια στη Σικελία. Ο Χεριβέρτος έδωσε τον λόγο του, αλλά μόλις βγήκε από το λιμάνι διέταξε τις γαλέρες να πλεύσουν προς την Κατώνα, ακριβώς απέναντι από τα στενά.
 
Εκεί βρήκε τον Πέτρο Ρούφο, Κόμητα του Καταντσάρο, ο οποίος ήταν ο πλουσιότερος ευγενής της Καλαβρίας και πιστός στον Κάρολο. Άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατό για να αντεπιτεθούν εναντίον της Μεσσήνης.
 
Στον πυργοδεσπότη του Ματεργκριφόν Θεοβάλδο του Μεσύ και τους εβδομήντα Γάλλους αξιωματικούς, με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, δόθηκε άδεια εξόδου με τους ίδιους όρους. Τις επιβίβασαν σε άλλο πλοίο με την εντολή να πλεύσουν στο Αιγκ-Μορτ.
 
Τα πιστά μέλη της οικογένειας Ρίζο πιάστηκαν αιχμάλωτοι από την Κοινότητα και φυλακίσθηκαν στον πύργο του Ματεργκριφόν. Εκεί έφεραν με συνοδεία από την Ταορμίνα και τον Μικελέτο Γκάττα με τους Γάλλους του.
 
Αμέσως στάλθηκαν αγγελιαφόροι στο Παλέρμο για να αναγγείλουν τα συμβάντα στη Μεσσήνη και την ίδρυση της αδελφής Κοινότητας. Τα πλοία της Μεσσήνης που βρίσκονταν ακόμη έξω από το λιμάνι διατάχθηκαν να επιστρέψουν στη βάση τους.
 
Ο επικεφαλής τους Ριχάρδος Ρίζο, κατάφερε να διαφύγει στην Καλαβρία. Όταν ο υπαρχηγός Νικόλαος Πάντσια επέστρεφε στο λιμάνι της Μεσσήνης, συνάντησε το πλοίο που μετέφερε τον πυργοδεσπότη Μεσύ και τη συνοδεία του.
 
Ο Πάντσια μόλις είχε πληροφορηθεί ότι ο Χεριβέρτος της Ορλεάνης είχε αθετήσει την υπόσχεσή του να επιστρέψει στη Γαλλία και υποψιάστηκε ότι ο Μεσύ θα ακολουθούσε το παράδειγμά του. Το πλοίο καταλήφθηκε, και όλοι οι επιβάτες του ρίχθηκαν στη θάλασσα και πνίγηκαν.
 
Όταν η τάξη αποκαταστάθηκε στη Μεσσήνη, η Κοινότητα εξέλεξε τέσσερις συμβούλους για να βοηθούν τον αρχηγό. Όλοι τους ήταν τοπικοί δικαστές: ο Ρεϊνάλδος Λιμότζια, ο Νικόλαος Σαπορίτο, ο Πέτρος Ανσαλάνο και ο Βαρθολομαίος του Νεοκάστρου, ο οποίος αργότερα έγραψε την ιστορία των μεγάλων γεγονότων.
 
Η επόμενη σημαντική απόφαση ήταν η αποστολή ειδήσεων στην Κωνσταντινούπολη, για να πληροφορηθεί ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ ότι ο μεγάλος του εχθρός είχε κατατροπωθεί. Δίχως αμφιβολία θα έστελνε, από ευγνωμοσύνη, στους νησιώτες, περισσότερο από το χρυσάφι του.
 
Ήταν δύσκολο να βρεθεί αγγελιαφόρος για να αναλάβει αυτήν την επικίνδυνη αποστολή, αλλά ένας Γενουάτης έμπορος, ο Αλλαφράνκο Κασσάνο πρόσφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του. Η εθνικότητά του θα τον προστάτευε, αν κάποιο από τα πλοία του Καρόλου τον συνελάμβανε. Έφθασε λίγες βδομάδες αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και ο Αυτοκράτορας τον δέχθηκε αμέσως σε ακρόαση.
 
Ο Μιχαήλ όταν άκουσε τα νέα, ευχαρίστησε τον Θεό και βιάστηκε να γράψει, στο αυτοβιογραφικό του μνημόνιο που ετοίμαζε για τον γιο του, τη σημαντική φράση «Εάν τολμούσα να ισχυριστώ ότι ήμουν το όργανο του Θεού που έφερε την ελευθερία στους Σικελούς, θα έλεγα μόνο την αλήθεια».
 
Οι πράκτορες και ο χρυσός του είχαν πράγματι παίξει το ρόλο τους στην οργάνωση του κινήματος και το κίνημα δεν είχε μόνο ελευθερώσει τη Σικελία, είχε επίσης σώσει και την Αυτοκρατορία. Η μεγάλη εκστρατεία του Καρόλου κατά της Κωνσταντινούπολης θα έπρεπε τώρα να αναβληθεί για πάντα.
 
Ο Κάρολος βρισκόταν στη Νεάπολη, όταν τις πρώτες μέρες του Απριλίου, ένας αγγελιαφόρος σταλμένος από τον Αρχιεπίσκοπο του Μονρεάλε του μίλησε για τη σφαγή του Παλέρμο. Εξοργίστηκε, γιατί αυτό σήμαινε την αναβολή για λίγο της εκστρατείας του στην Ανατολή.
 
Στην αρχή όμως δεν πήρε την επανάσταση στα σοβαρά. Τη θεώρησε μια τοπική υπόθεση, με την οποία θα ασχολούταν ο Βικάριός του Χεριβέρτος της Ορλεάνης. Απλώς διέταξε τον υποναύαρχο Ματθαίο του Σαλέρνο να επιτεθεί με τέσσερις γαλέρες κατά του Παλέρμο.
 
Η διαταγή δόθηκε στις 8 Απριλίου, αλλά όταν ο Ματθαίος έφθασε στο Παλέρμο, βρήκε τη μοίρα της Μεσσήνης να τριγυρίζει μάταια έξω από το λιμάνι και δεν τόλμησε να επιχειρήσει μια επίθεση. Όταν η Μεσσήνη προσχώρησε στην επανάσταση, του επιτέθηκαν τα πλοία της και συνέλαβαν δύο από τις γαλέρες του. Αποσύρθηκε με τις υπόλοιπες στη Νεάπολη.
 
Η εξέγερση της Μεσσήνης και η καταστροφή του στόλου του, έκαναν τον Κάρολο να συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της επανάστασης. «Κύριε και Θεέ μου» αναφώνησε «αφού σε ευχαριστεί να με καταστρέψεις, άσε με τουλάχιστον να πέσω αργά».
 
Για να επιβραδύνει την πτώση του, άρχισε να ενεργεί αμέσως. Η εκστρατεία της Ανατολής είχε ματαιωθεί. Αντί γι' αυτή, τα πλοία και οι άνδρες που βρίσκονταν στα ιταλικά λιμάνια συγκεντρώθηκαν στο στενό της Μεσσήνης και ανέλαβε ο ίδιος την αρχηγία της δύναμης που θα επανέφερε την τάξη στο επαναστατημένο νησί.
 
Είχε την πλήρη υποστήριξη του Πάπα. Όταν, τον Απρίλιο, έφθασε από το Παλέρμο μια αποστολή στο Ορβιέτο για να ζητήσει από την Αγία Έδρα να πάρει υπό την προστασία της τη νέα Κοινότητα, ο Πάπας Μαρτίνος αρνήθηκε να τη δεχθεί σε ακρόαση.
 
Το νησί έλπιζε ακόμη ότι ο Πάπας Μαρτίνος θα υποχωρούσε. Τις πρώτες μέρες του Μαΐου, η Μεσσήνη και οι υπόλοιπες πόλεις ενώθηκαν με το Παλέρμο και έστειλαν τρεις πρέσβεις στην Αυλή του Πάπα.
 
Παρουσιάστηκαν επίσημα μπροστά σε ολόκληρο το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ψάλλοντας τρεις φορές «Αμνέ του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου, ελέησον ημάς», ο Πάπας όμως απάντησε με πικρία επαναλαμβάνοντας τρεις φορές τις λέξεις των Παθών, «Χαίρε, Βασιλεύ των Ιουδαίων - και ερράπισαν αυτόν». Η πρεσβεία δεν πήρε καμιά άλλη απάντηση από αυτόν.
 
Αντίθετα, στις 7 Μαΐου, της Αναλήψεως, ο Πάπας εξέδωσε Βούλα αναθεματίσματος ενάντια στους κινηματίες Σικελούς και κατά οποιουδήποτε τους πρόσφερε βοήθεια. Με μία δεύτερη Βούλα αναθεμάτιζε τον Μιχαήλ Παλαιολόγο «ο οποίος αυτοαποκαλούταν Αυτοκράτορας των Ελλήνων» και με μια τρίτη τον Γουίδωνα του Μοντεφέλτρο και τους Γιβελλίνους της Βόρειας Ιταλίας.
 
Ο Κάρολος είχε έναν άλλο καλό φίλο, τον ανιψιό του, Βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο. Τον Απρίλιο έγραψε στη γαλλική Αυλή για να πληροφορήσει τον Φίλιππο ότι έπρεπε να γίνουν άμεσες κινήσεις προκειμένου να προληφθούν οι σοβαρές συνέπειες από την επανάσταση.
 
Όταν επαναστάτησε η Μεσσήνη, έγραψε ξανά ζητώντας βοήθεια κατά των κινηματιών. Ανταποκρίθηκαν οι ανιψιοί του Πέτρος, Κόμης του Αλενσόν, αδελφός του Φιλίππου και ο Ροβέρτος του Αρτουά, και ετοίμασαν μια αποστολή Γάλλων ευγενών στην Ιταλία.
 
Ο γιος του Καρόλου, ο Κάρολος του Σαλέρνο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην Προβηγκία, στάλθηκε στο Παρίσι για να συμφωνήσει μια μεγαλύτερη συνεργασία με τη γαλλική Αυλή.
 
Ο Βασιλιάς της Γαλλίας θεωρούσε μεγαλύτερο κίνδυνο την Αραγωνία. Είχε ήδη προειδοποιήσει τον Κάρολο να φυλάγεται από τον Βασιλιά της, αλλά ο Κάρολος δεν τον είχε ακούσει.
 
Ήταν σίγουρος ότι μεγάλος αραγώνιος στόλος που είχε συγκεντρωθεί στο λιμάνι του Φάνγκος, προοριζόταν για μια επίθεση κατά της Σικελίας, αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις του Βασιλιά Πέτρου ότι θα πήγαινε σε Σταυροφορία στην Αφρική.
 
Πριν ακόμη πληροφορηθεί την απώλεια της Μεσσήνης για τον Κάρολο, είχε στείλει στον Βασιλιά Πέτρο, ο οποίος βρισκόταν ήδη κοντά στον στόλο του, μια πρεσβεία.
 
Αυτή έφθασε στο λιμάνι του Φάνγκος στις 20 Μαΐου και έδωσε στον Πέτρο μια επιστολή του Φιλίππου με την οποία ζητούσε εγγυήσεις ότι δεν θα χρησιμοποιούσε τον στόλο του εναντίον του Καρόλου. Προειδοποιούσε ότι αν αυτό συνέβαινε, θα το θεωρούσε εχθρική ενέργεια και θα έστελνε στρατό εναντίον της Αραγωνίας.
 
Η απειλή του ήταν ανώφελη. Ο Πέτρος απάντησε απλώς ότι προετοιμαζόταν, όπως ήδη είχε δηλώσει, για μια εκστρατεία εναντίον της Αφρικής. Στην πραγματικότητα, η σικελική επανάσταση τον είχε ξαφνιάσει.
 
Την είχαν οργανώσει οι πράκτορές του, αλλά εκείνος υπολόγιζε ότι θα ξεκινούσε πρώτα η εκστρατεία του Καρόλου κατά της Κωνσταντινούπολης. Και τότε, όταν το Βασίλειο της Σικελίας απογυμνωνόταν από τους καλύτερους του στρατιώτες, η Σικελία θα επαναστατούσε και αυτός θα επενέβαινε.
 
Οι Σικελοί όμως, υποκινούμενοι από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, τον είχαν προλάβει. Όταν πληροφορήθηκε τα νέα της σφαγής του Παλέρμο, δεν έκανε τίποτα. Μόνο μετά την επανάσταση στη Μεσσήνη και την καταστροφή των πλοίων του Καρόλου, αποφάσισε να δράσει.
 
Αλλά και τότε κινήθηκε προσεκτικά. Αποφάσισε πράγματι να πλεύσει προς την Αφρική και να πολεμήσει τους Μαυριτανούς περιμένοντας να δει τι θα συμβεί στη Σικελία. Στις 3 Ιουνίου, επικεφαλής του μεγάλου του στόλου, με πλοία πολεμικά και μεταγωγικά, απέπλευσε από το λιμάνι του Φάνγκος με προορισμό τις ακτές της Αλγερίας.
 
Για να τηρήσει τα προσχήματα, έστειλε στον Πάπα έναν ειδικό απεσταλμένο, ζητώντας την ευλογία του για τη Σταυροφορία και τη συνήθη άφεση αμαρτιών. Ο Μαρτίνος δεν εξαπατήθηκε. Έδωσε στον απεσταλμένο μια ψυχρή απάντηση.
 
Ο Ελβετός ιππότης Όθων του Γκράντσον, που εκτελούσε χρέη εκπροσώπου του Εδουάρδου της Αγγλίας στο Ορβιέτο, ανέφερε στις 11 Ιουνίου στον Άρχοντά του, πως όλοι στην Αυλή του Πάπα περίμεναν ότι ο Βασιλιάς της Αραγωνίας θα επενέβαινε στη Σικελία.
 
Αλλά ο Πέτρος δεν βιαζόταν. Ο στόλος του έφθασε στο λιμάνι Μαχόν της Μινόρκα, η οποία ήταν ακόμη μουσουλμανικό Εμιράτο, υποτελής όμως στο στέμμα της Αραγωνίας. Ο Εμίρης έτρεξε να εφοδιάσει, πλουσιοπάροχα, με τρόφιμα τον στόλο, έστειλε όμως μυστικό μήνυμα στην Τύνιδα να προειδοποιήσει τον Βασιλιά της για την εκστρατεία...
 
Όταν ο στόλος έφθασε στο Κόλο, στις αλγερινές ακτές, ο Πέτρος πληροφορήθηκε ότι ο σύμμαχός του κυβερνήτης της Κωνσταντίνης, της οποίας η απόσπαση από το Βασίλειο της Τύνιδας και ο προσηλυτισμός ήταν ο σκοπός της εκστρατείας, μετά το μήνυμα από την Μαγιόρκα είχε δεχθεί ξαφνική επίθεση από τους Τυνήσιους και είχε θανατωθεί.
 
Ο θάνατός του στερούσε τη Σταυροφορία από τον στόχο της. Αλλά ο Πέτρος έμεινε με τους στρατιώτες του στο Κόλο, σε βολική απόσταση, περιμένοντας τις εξελίξεις στη Σικελία.
 
Στο μεταξύ οι Σικελοί προετοιμάζονταν να αντιμετωπίσουν την αντεπίθεση του Καρόλου. Ο Κάρολος δεν βιαζόταν. Σκόπευε, όταν αντεπετίθετο, να χτυπήσει σκληρά και αποτελεσματικά.
 
Τα πλοία και οι άνδρες που προορίζονταν για την εκστρατεία στην Ανατολή, είχαν συγκεντρωθεί στην Κατώνα, στα στενά των ακτών της Καλαβρίας. Ο Πέτρος του Αλενσόν και ο Ροβέρτος του Αρτουά είχαν συγκεντρωθεί εκεί με τους Γάλλους ιππότες τους για να ενωθούν με τον στρατό των Ανζού.
 
Από την Προβηγκία αποσπάστηκαν τμήματα από το εκστρατευτικό σώμα που θα ανέβαινε τον Ροδανό ποταμό για να επανιδρύσει το Βασίλειο της Αρλ. Οι Γουέλφοι της Φλωρεντίας έστειλαν ένα σώμα στρατού υπό τον Κόμητα Γουίδωνα του Μπατιφόλ, με το λάβαρο της πόλης και πενήντα νέους ακολούθους ιπποτών, στους οποίους ο Βασιλιάς Κάρολος είχε υποσχεθεί τον τίτλο του ιππότη.
 
Πλοία από τη Βενετία, την Πίζα και τη Γένουα νοικιάστηκαν για να αντικαταστήσουν αυτά που είχαν καταστρέψει οι Μεσσηνέζοι. Ένας θαυμάσιος στρατός σχηματίστηκε, του οποίου επικεφαλής τέθηκε, στις 6 Ιουλίου, ο ίδιος ο Βασιλιάς Κάρολος. Δεκαεννέα μέρες αργότερα, πέρασε τα Στενά και στρατοπέδευσε στα αμπέλια, ακριβώς βόρεια της Μεσσήνης.
 
Ο Πάπας Μαρτίνος έλπιζε ότι οι Σικελοί θα τρόμαζαν και θα παραδίδονταν αμαχητί. Εκείνοι, εξακολουθούσαν να ισχυρίζονται πως οι Κοινότητές τους, βρίσκονταν υπό την προστασία του.
 
Στις 5 Ιουνίου διόρισε τον Καρδινάλιο Γεράρδο της Πάρμας, έναν από τους ικανότερους ανθρώπους του ως Λεγάτο του στο νησί, με την εντολή να εξασφαλίσει την άνευ όρων παράδοσή του.
 
Πέντε μέρες αργότερα, ο Βασιλιάς Κάρολος για να ενισχύσει τις προσπάθειές του, εξέδωσε ένα μακροσκελές διάταγμα, με το οποίο μεταρρύθμιζε το διοικητικό καθεστώς του νησιού.
 
Απαγορευόταν στους βασιλικούς υπαλλήλους στο μέλλον, κάθε μορφή εκβιασμού, η κατάσχεση αγαθών, ζώων ή πλοίων δίχως αποζημίωση, ο εξαναγκασμός πόλεων και χωριών σε δωροδοκίες, η αναιτιολόγητη φυλάκιση πολιτών ή η κατάσχεση της ιδιοκτησίας τους, εγκλήματα που, όπως προέβλεπε το διάταγμα, είχαν διαπραχθεί πριν από την επανάσταση.
 
Οι υποσχέσεις όμως αυτών των μεταρρυθμίσεων άφησαν τους Σικελούς ασυγκίνητους. Είχαν υποφέρει πολύ στα χέρια των Ανδεγαυών και είχε πληγεί η υπερηφάνεια τους. Ήταν έτοιμοι να αγωνιστούν έστω και με άνισους όρους.
 
Ήδη στις 2 Ιουνίου οι Μεσσηνέζοι είχαν ματαιώσει την προσπάθεια των Ανδεγαυών να αποβιβαστούν στην Περιοχή του Μιλάτσο, στη βορειοανατολική ακτή του νησιού.
 
Ούτε ελαττώθηκε η αγωνιστικότητά τους όταν, τρεις βδομάδες αργότερα, οι Ανδεγαυοί κατάφεραν να αποβιβαστούν και νίκησαν με πολλές απώλειες της πολιτοφυλακής της Μεσσήνης, όταν αυτή προσπάθησε να τους αποκρούσει.
 
Το μόνο αποτέλεσμα της ήττας τους ήταν ότι οι Μεσσηνέζοι εισέβαλαν στο Κάστρο του Ματεργκριφόν όπου είχαν φυλακίσει τους Ρίζο, τους έσυραν έξω και τους σκότωσαν, καθώς και το ότι αντικατέστησαν τον δικαστή Βαλδουίνο Μουσσόνε από το αξίωμα του αρχηγού, κρίνοντάς τον ανεπαρκή και συγκρατημένο για την αποστολή του.
 
Στη θέση του εξέλεξαν τον Αλάιμο του Λεντίνι, έναν από τους τρεις Σικελούς ευγενείς που είχαν πάρει αρχηγικό ρόλο στη συνωμοσία του Ιωάννη του Πρότσιντα. Αποδείχθηκε πιο δραστήριος διοικητής και το μόνο του ελάττωμα, ήταν η υποδούλωσή του στη γυναίκα του Μαχάλντα του Σκαλέττα, μιας κληρονόμου με ταπεινή καταγωγή και μεγάλες φιλοδοξίες. Εκείνη τη στιγμή η Μαχάλντα δεν βρισκόταν στο πλευρό του.
 
Είχε πάει με μερικούς υποτελείς της στην Κατάνη όπου έπεισε με δόλο τη φοβισμένη γαλλική φρουρά να παραδοθεί και, αφού σκότωσε και τον τελευταίο Γάλλο, πήρε τον έλεγχο της πόλης.
 
Ο Αλάιμο εργάστηκε σκληρά για να οργανώσει με κάποια τάξη την οχύρωση της Μεσσήνης. Ξένοι εθελοντές έρχονταν να ενισχύσουν τις δυνάμεις του.
 
Μεταξύ αυτών αρκετές γενουατικές γαλέρες και τα πληρώματά τους, που αδιαφορούσαν για το ότι κάποιοι συμπατριώτες τους είχαν προσληφθεί από τον Βασιλιά Κάρολο, καθώς και δώδεκα γαλέρες από την Αγκόνα και απροσδόκητα, δώδεκα γαλέρες από τη Βενετία, των οποίων το πλήρωμα ήταν άνδρες που μισούσαν τον Βασιλιά Κάρολο και την πολιτική του.
 
Η Πίζα είχε υποσχεθεί βοήθεια στους Σικελούς, αλλά οι Πιζάνοι είχαν εμπλακεί σε πόλεμο με τους Γενουάτες και απέσυραν τις γαλέρες που θα τους έστελναν. Οι μόνοι Πιζάνοι που έλαβαν μέρος στον Σικελικό Πόλεμο ήταν τα πληρώματα που ανήκαν σε τέσσερις γαλέρες μισθωμένες από τον Βασιλιά Κάρολο.
 
Ήταν επικεφαλής των δυνάμεών του και φέρθηκαν πολύ άσχημα στους άνδρες της Μεσσήνης. Προς τις αρχές Αυγούστου, ενώθηκαν με τους αμυνόμενους, πενήντα Αραγώνιοι ευγενείς με τι ακολουθίες τους, που είχαν εγκαταλείψει το στράτευμα του Βασιλιά τους στην Αφρική, για να βοηθήσουν ως εθελοντές τη Σικελική Υπόθεση.
 
Ο Κάρολος εξαπέλυσε την πρώτη σοβαρή του επίθεση κατά της Μεσσήνης στις 6 Αυγούστου, έχοντας ως πρόθεση να καταλάβει με έφοδο την περιοχή που βρισκόταν στην άκρη της χερσονήσου, που προστάτευε το λιμάνι.
 
Οι αμυνόμενοι, με πολύ λίγες απώλειες, τους απώθησαν. Δύο μέρες αργότερα, οι άνδρες του προσπάθησαν να πάρουν με έφοδο τα οχυρωμένα υψώματα της Καπερρίνα στη βορειοδυτική παρυφή της πόλης, πολύ μακριά από τη θάλασσα.
 
Μετά από μια αποτυχημένη ημερήσια επίθεση, οι άνδρες του επιτέθηκαν ξανά τη νύχτα, όμως τους αντιλήφθηκαν και τους απώθησαν αστραπιαία δύο γυναίκες, η Ντίνα και η Κλαρένσια, που αναφέρονται τιμητικά στα Χρονικά. Αυτές οι επιτυχίες ενθάρρυναν τους Σικελούς.
 
Ήταν ένας υπερβολικά βροχερός μήνας και η λάσπη εμπόδιζε περισσότερο την επίθεση παρά την άμυνα. Οι πολίτες, γυναίκες και άνδρες άλλαζαν βάρδιες στην υπεράσπιση των οχυρών.
 
Έστελναν πράκτορες στο εχθρικό στρατόπεδο, ειδικά έναν Φραγκισκανό μοναχό, τον Βαρθολομαίο του Πιάτσα, ο οποίος έκανε μια εξονυχιστική επιθεώρηση του στρατού των Ανζού πριν αυτός περάσει τα στενά. Επίσης, η πόλη είχε επιπλέον αναθαρρήσει από την είδηση ότι Κάποιοι πιστοί είχαν δει την ίδια την Παναγία να ευλογεί την άμυνα.
 
Ο Κάρολος όμως περίμενε. Ο στρατός του ήταν πολυάριθμος και ισχυρός, ο στόλος του υπερείχε αριθμητικά κατά πολύ από τον σικελικό, και θα έρχονταν και άλλες ενισχύσεις. Στένευε τον αποκλεισμό της Μεσσήνης ώσπου να έρθει η στιγμή για την τελική έφοδο.
 
Οταν καταλάγιασε η πρώτη επίθεση, έστειλε στην πόλη τον παπικό Λεγάτο Καρδινάλιο Γεράρδο. Οι Μεσσηνέζοι υποδέχθηκαν με τιμές τον αντιπρόσωπο του Ποντίφικα, τον οποίο είχαν ανακηρύξει επικυρίαρχό τους.
 
Ο διοικητής Αλάιμο προσφέρθηκε επίσημα να του παραδώσει τη Μεσσήνη, αν ο Πάπας δήλωνε ότι ήταν προστάτης της Κοινότητας. Ο Καρδινάλιος αποκρίθηκε ότι η εκκλησία θα επέστρεφε την πόλη στο πιστό της τέκνο Κάρολο, στον οποίο ανήκε νόμιμα όλο το νησί.
 
Ο Αλάιμο άρπαξε από τα χέρια του Γεράρδου τα κλειδιά της πόλης, δηλώνοντας με δυνατή φωνή ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνει κανείς στη μάχη, παρά να υποταγεί σε έναν μισητό εχθρό. Ο Καρδινάλιος επέστρεψε άπρακτος στο βασιλικό στρατόπεδο.
 
Μετά την αποτυχία της αποστολής του παπικού Λεγάτου, ο Κάρολος βιάστηκε να επιτεθεί. Στις 15 Αυγούστου έκανε άλλη μία προσπάθεια να καταλάβει με έφοδο την Καπερρίνα, αλλά απέτυχε. Η πολιορκία στένευε περισσότερο.
 
Οι κάτοικοι ήταν πρόθυμοι να υποφέρουν προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους, αλλά επειδή τα χωράφια μέσα στα τείχη, τους είχαν δώσει μια εξαιρετικά πλούσια σοδειά σε λαχανικά και φρούτα, και τα νερά του λιμανιού πολύ καλές ψαριές, απέφυγαν τη λιμοκτονία.
 
Μια άλλη επίθεση στα βόρεια τείχη, στις 2 Σεπτεμβρίου, απέτυχε επίσης. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Κάρολος διέταξε γενική επίθεση. Η μάχη εκείνη την ημέρα ήταν πιο σφοδρή παρά ποτέ. Παρ' όλ' αυτά όμως, οι επιτιθέμενοι δεν σημείωσαν καμιά πρόοδο.
 
Και όταν δύο ευγενείς που στέκονταν δίπλα στον Κάρολο σκοτώθηκαν από πέτρες που τους έριξαν από τα τείχη, σταμάτησε τη μάχη και επέστρεψε στο στρατόπεδό του. Από εκεί έγραψε στον Αλάιμο, υποσχόμενος ότι, εάν τον ανακήρυττε Κύριο της πόλης και του την παρέδιδε, θα αμειβόταν με κληρονομικές κτήσεις όπου τις επιθυμούσε και χρήματα για να καλυφθούν τα έξοδα του πολέμου.
 
Το μόνο που ζητούσε ο Κάρολος ήταν να του παραδοθούν έξι πολίτες της Μεσσήνης, τους οποίους θα διάλεγε ο ίδιος, για να τιμωρηθούν. Όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι της Μεσσήνης θα συγχωρούνταν.
 
Ο Αλάιμο απέρριψε περιφρονητικά την προσφορά. Ο ίδιος και η κυβέρνησή του συναισθάνονταν τον κίνδυνο, έλπιζαν όμως τώρα σε κάποιο σωτήρα. Όταν ο Πάπας, μέσω του Λεγάτου του, απέρριψε το σχέδιό τους να εξελιχθεί η Σικελία σε έναν συνασπισμό Κοινοτήτων, υπό τη δικαιοδοσία της Αγίας Έδρας, κατάλαβαν ότι έπρεπε να βρουν μια άλλη λύση για το μέλλον του νησιού. Και αυτή η λύση υπήρχε.
 
Όταν ο Βασιλιάς Πέτρος της Αραγωνίας έστειλε Πρέσβη στον Πάπα Μαρτίνο ζητώντας του να ευλογήσει τη Σταυροφορία του, οι ελπίδες του για μια φιλική απάντηση ήταν ελάχιστες.
 
Ο επικεφαλής της πρεσβείας, ο Καταλανός Γουλιέλμος του Καστελανού, είχε εντολή, επιστρέφοντας, να σταματήσει στο Παλέρμο και να έρθει σε επαφή με τους εκεί επαναστάτες. Οι κάτοικοι του Παλέρμο στο μεταξύ, ήξεραν ότι τίποτε δεν θα έπειθε τον Πάπα να εγκαταλείψει την υπόθεση του Καρόλου.
 
Οι Σικελοί αρχικά ήταν απρόθυμοι να αντικαταστήσουν έναν ξένο ηγεμόνα με έναν άλλο επίσης ξένο. Δεν μπορούσαν όμως να τα βγάλουν πέρα μόνοι. Σε τελευταία ανάλυση, η Βασίλισσα Κωνσταντία της Αραγωνίας ήταν η αντιπρόσωπος του Οίκου των Χόενστάουφεν και η τελευταία κληρονόμος μιας μεγάλης Δυναστείας Βασιλέων.
 
Ο σύζυγός της βρισκόταν εκεί κοντά με έναν καταπληκτικό στρατό. Η προνοητικότητα και συγχρόνως η νομιμότητα, τους έκαναν να αποδεχθούν τον Πέτρο και την Κωνσταντία ως Βασιλιά και Βασίλισσά τους αντίστοιχα.
 
Όταν ο Γουλιέλμος του Καστελανού απέπλευσε για να συναντήσει τον Άρχοντά του στο Κόλο, πήρε μαζί του τρεις απεσταλμένους από τη Σικελία. Ο ένας ήταν ευγενής από την Μεσσήνη που ζούσε στο Παλέρμο και λεγόταν Γουλιέλμος και οι άλλοι δύο ήταν δικαστές από το Παλέρμο, αλλά τα ονόματά τους είναι άγνωστα.
 
Η σικελική αποστολή οδηγήθηκε μπροστά στον Βασιλιά Πέτρο, στο στρατόπεδό του στο Κόλο, και υποκλίθηκε βαθιά σ' αυτόν περιγράφοντας του την δύσκολη θέση του ορφανεμένου τους νησιού.
 
Η Αρχόντισσα Κωνσταντία είπαν, ήταν η νόμιμη Βασίλισσα στην οποία έπρεπε να δοθεί το στέμμα και μετά από αυτήν, στους γιους της τους Ινφάντες της Αραγωνίας. Τον ικέτευαν να έρθει να τους σώσει και να φροντίσει να αποδοθούν τα δικαιώματά της στη Βασίλισσά τους.
 
Ο Πέτρος τους υποδέχθηκε με τιμές, δίσταζε όμως να δεσμευθεί. Μετά από τέσσερις ημέρες, έφθασε ένα πλοίο με δύο ιππότες και δύο πολίτες από τη Μεσσήνη, οι οποίοι είχαν ξεφύγει από τον κλοιό της πολιορκίας των Ανζού.
 
Ταυτόχρονα άλλοι τρεις πολίτες από τη Μεσσήνη πήγαν στο Παλέρμο για να αναγγείλουν ότι συμφωνούν με την πρόσκληση του Βασιλιά Πέτρου. Ο Πέτρος εξακολουθούσε να προσποιείται τον δύσπιστο.
 
Είχε όμως συμβουλευτεί τους αρχηγούς του στρατού του και τους βρήκε πρόθυμους να τον ακολουθήσουν στη Σικελία. Μετά από μια επίδειξη μετριοφροσύνης, δήλωσε ευγενικά ότι αποδέχεται την πρόταση.
 
Θα έπλεε στη Σικελία και θα εγκαθιστούσε τη σύζυγό του στο θρόνο των προγόνων της. Υποσχέθηκε στους νησιώτες ότι θα σεβόταν τις ελευθερίες τους και ότι όλα θα ξαναγίνονταν όπως στις μέρες του Καλού Βασιλιά Γουλιέλμου.
 
Στη συνέχεια, έστειλε ξανά τον Γουλιέλμο του Καστελανού στην παπική Αυλή με προσεγμένες και ευλαβείς εξηγήσεις για τα κίνητρά του.
 
Προς τα τέλη Αυγούστου, το αραγωνικό στρατόπεδο στο Κόλο διαλυόταν. Για τρεις μέρες οι στρατιωτικές αρχές επιβίβαζαν στις αραγμένες γαλέρες και στα μεταγωγικά, άνδρες, άλογα, όπλα και τρόφιμα.
 
Το σικελικό πλοίο έπλευσε γρήγορα προς το νησί για να αναφέρει στους κατοίκους του ότι το πλήρωμα είχε δει τον Βασιλιά Πέτρο να μπαρκάρει. Περίπου δύο μέρες αργότερα, στις 30 Αυγούστου του 1282, η μεγάλη στρατιά από την Αραγωνία με τον Βασιλιά επικεφαλής, αποβιβαζόταν στο Τράπανι. Η επανάσταση της Σικελίας ήταν πλέον ένας ευρωπαϊκός πόλεμος.

Η λογική στον Αριστοτέλη

Η λογική στον ΑριστοτέληΟ Αριστοτέλης πίστευε ότι όλα όσα έχουμε μέσα στο μυαλό μας, ως ιδέες και σκέψεις, έχουν φτάσει μέχρι τη συνείδηση μας χάρη σε όλα όσα έχουμε δει κι ακούσει. Είμαστε, όμως, προικισμένοι από τη γέννησή μας και με μυαλό, που σκέφτεται λογικά. Έχουμε την ικανότητα να ταχτοποιούμε τις εμπειρίες μας και όσα αντιλαμβάνονται 01 αισθήσεις μας με λογικό τρόπο σε κατηγορίες και είδη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, γεννιούνται μέσα στο μυαλό του ανθρώπου έννοιες όπως «πέτρα», «φυτό», «ζώο» και «άνθρωπος».

O Αριστοτέλης δεν αρνιόταν το γεγονός ότι ο άνθρωπος διαθέτει από γεννησιμιού του την ικανότητα να σκέφτεται λογικά. Αντίθετα κατά τον Αριστοτέλη, η λογική είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Το μυαλό μας, όμως, είναι εντελώς «αδειανό» ώσπου αρχίζουμε και το τροφοδοτούμε με εμπειρίες. O άνθρωπος, επομένως, δεν έχει «ιδέες» από γεννησιμιού του.

Αυτή ήταν μία από τις κύριες διαφωνίες που είχε ο Αριστοτέλης με τον Πλάτωνα και την Θεωρία των Ιδεών του.

H λέξη «λογική» (όχι όμως και η έννοια) ήταν άγνωστη στην εποχή του Αριστοτέλη. Τη λέξη λογική με τη σημερινή της έννοια τη χρησιμοποίησε αργότερα πρώτος ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς (δίδαξε στην Αθήνα περιπατητική φιλοσοφία το 198 έως 211 μ.Χ.)

Η λογική αναδείχθηκε σε επιστήμη από τον Αριστοτέλη. Γι αυτό και ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος Καντ είπε ότι «η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά από τη λογική που ξέρουμε από την εποχή του Αριστοτέλη».

H λογική είναι μέρος ή για να το πούμε διαφορετικά εργαλείο της φιλοσοφίας. Αναφέρεται σε κάποιους συλλογισμούς που καταλήγουν σε χρήσιμα – μπορεί όμως και όχι – συμπεράσματα.

Η λογική για τον Αριστοτέλη δεν είναι αυτόνομη επιστήμη, είναι όμως χρήσιμη για τον πάθε επιστήμονα. Διότι η λογική είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να επισημάνει σε ποια θέματα πρέπει να αναζητήσει την απόδειξη και τι είδους απόδειξη. Επομένως, η λογική είναι ένα εργαλείο για τον κάθε επιστήμονα.

Με τη λογική ασχολήθηκε ο Αριστοτέλης κυρίως στα “Αναλυτικά πρότερα”, όπου περιγράφει διάφορα σχήματα σκέψης, ενώ στα “Αναλυτικά ύστερα” περιγράφει τον επιστημονικό συλλογισμό, και στα Τοπικά το διαλεκτικό συλλογισμό.
 
Τι είναι όμως «συλλογισμός» κατά τον Αριστοτέλη. Συλλογισμός γι αυτόν είναι μια αλληλουχία σκέψεων που μπαίνει σε λειτουργία όταν τεθεί κάποιο ζήτημα. Με την εμφάνιση του συγκεκριμένου ζητήματος ακολουθεί κάποια σκέψη, η οποία είναι συνέπεια της αλήθειας του ζητήματος. Και αυτό συνεχίζεται χωρίς να χρειάζονται πρόσθετα (εξωτερικά) στοιχεία.

Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας αναφέρουμε μια γνωστή φράση από την γεωμετρία:

«Τα προς τρίτον τινί ίσα και αλλήλοις ίσα».

Δηλαδή, αν αποδειχθεί ότι δύο γωνίες A και B, ξεχωριστά η καθεμία, είναι ίσες με μία τρίτη Γ, τότε και οι γωνίες A και B θα είναι και μεταξύ τους ίσες.

Μια άλλη φράση, που είναι επίσης πολύ οικεία σε όλους όσους πέρασαν από το σχολείο, είναι η εξής:

«Διά της εις άτοπον απαγωγής»

Τη φράση αυτή την έχουμε  χρησιμοποιήσει για επίλυση προβλημάτων γεωμετρίας και λέει ότι, μια πρόταση αποδεικνύεται αληθής, εφόσον θεωρώντας την αρχικά λανθασμένη προκύπτει συλλογιστικά κάτι ψευδές.

Είδος συλλογισμού είναι και η «επαγωγή».

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό περί τίνος πρόκειται.

Για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι οι οχιές, τα φίδια, είναι δηλητηριώδεις, δεν είναι ανάγκη, ούτε είναι δυνατόν, να διαπιστώσεις κάτι τέτοιο με όλες τις οχιές. Εξετάζεις έναν αριθμό από αυτές και καταλήγεις ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες. Δηλαδή, η επαγωγή οδηγεί από τη μερική γνώση στην καθολική. Γιατί, όταν ο νους του ανθρώπου αντιληφθεί την αλήθεια για ορισμένο αριθμό περιπτώσεων, μπορεί να συλλάβει τη δυνατότητα της ισχύος της αλήθειας αυτής σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις.

H «απόδειξη» είναι επιστημονικός συλλογισμός, και το αποτέλεσμα αυτού του συλλογισμού είναι πάντα αληθινό, ενώ το αποτέλεσμα κάποιων συλλογισμών, όπως αναφέραμε πιο πριν, μπορεί να είναι ορισμένες φορές και λανθασμένο.

Είναι αδύνατο να υπάρχουν άμεσες αποδείξεις για όλα τα πράγματα. Κάτι τέτοιο θα τραβούσε επ’ άπειρον και τελικά δεν θα αποδεικνυόταν τίποτα. Επειδή, ό,τι καινούργιο προέκυπτε, θα έπρεπε και αυτό να αποδειχτεί.

Σε ό,τι αφορά τα αξιώματα που υπάρχουν στις επιστήμες θεωρούνται δεδομένα, μόνον εφόσον μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αξίωμα του Ευκλείδη:

«Αν από ίσα αφαιρεθούν ίσα, η ισότητα δεν μεταβάλλεται»

Τέλος, είναι αδύνατον δύο αντιφατικές προτάσεις για το ίδιο πράγμα να είναι συγχρόνως αληθινές και οι δύο. Είναι αδύνατον την ίδια στιγμή και να βεβαιώνουμε και να αρνούμαστε κάτι (η αντίφαση) και συγχρόνως να λέμε την την αλήθεια. Αναγκαστικά μόνο το ένα σκέλος της αντίφασης θα είναι αληθινό.

Η Καρδιά του Ανθρώπου

sheep-and-wolf-wallpapers_13204_1920x1200

Υπάρχουν πολλοί πού πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι λύκοι. Και οι δυο πλευρές μπορούν να προβάλουν γερά επιχειρήματα για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.

Oι άνθρωποι είναι «πρόβατα»; Εκείνοι πού προτείνουν ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα, δεν έχουν παρά να τονίσουν το ότι οι άνθρωποι εύκολα επηρεάζονται για να κάνουν αυτό πού τούς λένε, έστω και αν αυτό είναι κακό για τούς ίδιους τούς εαυτούς τους.
‘Ότι ακολουθούν τούς ηγέτες τους σε πολέμους πού δεν τούς προσφέρουν τίποτε άλλο από καταστροφή. Ότι πιστεύουν σε κάθε είδους ανοησία αν τούς την παρουσιάσουν αρκετά έντονα και αν υποστηρίζεται από δύναμη – από τις γεμάτες τραχύτητα απειλές των παπάδων και των βασιλιάδων μέχρι τις ήπιες φωνές κρυφών και φανερών υποκινητών.
Φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι είναι μισοξύπνια παιδιά πού δέχονται εύκολα επιδράσεις, όντας πρόθυμα να παραδώσουν τη βούληση τους σ’ οποιοδήποτε τούς μιλήσει με φωνή αρκετά απειλητική η αρκετά γλυκιά για να τούς επιβληθεί.
Πραγματικά, εκείνος πού έχει μια πεποίθηση τόσο στερεή ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την αντίθεση τού πλήθους, αποτελεί περισσότερο την εξαίρεση παρά τον κανόνα, μια εξαίρεση πού συνήθως την εμπαίζουν ο ί σύγχρονοί του και τη θαυμάζουμε αιώνες αργότερα.
Σ’ αυτήν ακριβώς την υπόθεση – ότι δηλαδή οι άνθρωποι είναι πρόβατα – εδραίωσαν τα συστήματά τους οι ιεροεξεταστές και οι δικτάτορες. Και ακόμη , αυτή ακριβώς η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είναι πρόβατα και γι αυτό χρειάζονται ηγέτες να παίρνουν αποφάσεις γι’ αυτούς, έκανε τους ηγέτες να πιστεύουν ειλικρινά ότι εκπληρώνουν ένα ηθικό καθήκον – ακόμα και τραγικό – όταν δίνουν στον άνθρωπο αυτό πού χρειάζεται: αν γίνονται δηλαδή αυτοί ηγέτες και τον απαλλάσσουν από το φορτίο της ευθύνης και της ελευθερίας.

Oι άνθρωποι είναι «λύκοι» Αν όμως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πρόβατα, τότε γιατί ή ζωή τού ανθρώπου είναι τόσο διαφορετική από τη ζωή τού προβάτου; Ή ιστορία του είναι γραμμένη με αίμα. Είναι μια ιστορία αδιάκοπης βίας, στην οποία πάντα σχεδόν χρησιμοποιείται ή δύναμη για να καμφθεί ή θέλησή του.
Ο Ταλαάτ πασάς μόνος του εξόντωσε εκατομμύρια Αρμένιους; Μόνος του ο Χίτλερ εξόντωσε εκατομμύρια Εβραίους; Μόνος του ό Στάλιν εξόντωσε εκατομμύρια πολιτικών αντιπάλων του; Οι άντρες αυτοί δεν ήταν μόνοι. Είχαν χιλιάδες ανθρώπους πού σκότωναν για λογαριασμό τους, βασάνιζαν για λογαριασμό τους και το έκαναν αυτό όχι μόνο με τη θέλησή τους αλλά και με ευχαρίστηση.
Μήπως δε διαπιστώνουμε την απανθρωπιά τού ανθρώπου προς τον άνθρωπο παντού, μυστικές νοσηρές στοές, ανελέητους πολέμους, στον φόνο και τον βιασμό, στη δίχως έλεος εκμετάλλευση του ασθενέστερου από τον ισχυρότερο, καθώς και στο γεγονός ότι οι στεναγμοί του βασανιζόμενου, τού πλάσματος πού υποφέρει, πολύ συχνά φτάνουν σε κουφά αφτιά και σκληρές καρδιές; ‘Όλα αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στοχαστές όπως ο Χομπς στο συμπέρασμα ότι:
homo homini lupus (ο άνθρωπος είναι λύκος για τούς συνανθρώπους του).
Οδήγησαν πολλούς από μάς σήμερα στην υπόθεση ότι ό άνθρωπος είναι κακοήθης και καταστροφικός από τη φύση του, ότι είναι φονιάς πού αν δεν καταπιάνεται με την αγαπημένη του ενασχόληση, το κάνει μόνο από φόβο μπροστά σε πιο δυναμικούς φονιάδες.
Ή απάντηση στα ερωτήματα αυτά έχει ουσιαστική σημασία σήμερα, πού τα έθνη προσβλέπουν στη χρήση των πιο καταστροφικών δυνάμεων για να εξαφανίσουν τους «εχθρούς» τους και δε δείχνουν να λογικεύονται ακόμη και μπροστά στην πιθανότητα να εξαφανιστούν κι αυτά τα ίδια μέσα στο ολοκαύτωμα. Αν εδραιωθεί μέσα μας ή πεποίθηση πώς το ανθρώπινο γένος κλίνει από φυσικού του στην καταστροφή, ότι είναι ριζωμένη βαθιά μέσα του ή ανάγκη να χρησιμοποιεί βία, τότε η αντίστασή μας στην ολοένα αυξανόμενη αποκτήνωση θα αποδυναμώνει όλο και περισσότερο . Γιατί να αντισταθούμε στους λύκους αφού όλοι είμαστε λύκοι;
Όντας ένας από εκείνους πού παρερμηνεύτηκαν πολλές φορές οι απόψεις τους πώς υποτιμούν το δυναμικό του κακού πού υπάρχει στον άνθρωπο, επιθυμώ να τονίσω ότι μια τέτοια συναισθηματική αισιοδοξία δεν διακρίνει καθόλου τη σκέψη μου. Και θα ήταν μάλιστα πολύ δύσκολο για όποιον έχει μια τόσο μεγάλη κλινική εμπειρία σαν ψυχαναλυτής να υποτιμήσει τις καταστροφικές δυνάμεις πούυπάρχουν μέσα στον άνθρωπο.
Υπάρχει ωστόσο ό κίνδυνος, η αίσθηση αυτή αδυναμίας πού νιώθουν ολοένα και πιο έντονα σήμερα οι άνθρωποι – τόσο οι διανοούμενοι όσο και ό μέσος άνθρωπος – να τούς οδηγήσει στο να αποδεχτούν μια νέα εκδοχή της διαφθοράς και τού προπατορικού αμαρτήματος πού χρησιμεύει σαν αιτιολόγηση στην ηττοπαθή άποψη πώς ό πόλεμος δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί, επειδή είναι αποτέλεσμα της καταστροφικότητας της ανθρώπινης φύσης.
Μια τέτοια άποψη, πού πολλές φορές ισχυρίζεται ότι βασίζεται στον υπέρτατο ρεαλισμό, δεν είναι ρεαλιστική για δύο λόγους.
Πρώτον, η ένταση των καταστροφικών παρορμήσεων δε σημαίνει καθόλου ότι είναι ακαταμάχητες η κυριαρχικές.
Το δεύτερο σφάλμα της άποψης αυτής βρίσκεται στην προ υπόθεση ότι οι πόλεμοι είναι κατά κύριο λόγο το αποτέλεσμα ψυχολογικών δυνάμεων.
Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε πολύ σχετικά με το σφάλμα αυτού τού «ψυχολογισμού » για την κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων. Οι πόλεμοι είναι αποτέλεσμα της απόφασης των πολιτικών, στρατιωτικών και επιχειρηματιών ηγετών να κηρύξουν πόλεμο για να κατακτήσουν εδάφη, πλουτοπαραγωγικές πηγές, εμπορικά πλεονεκτήματα.
‘Όλοι μας οριζόμαστε από το γεγονός ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και κατά συνέπεια από το χωρίς τελειωμό καθήκον να παίρνουμε αποφάσεις. Πρέπει να διαλέγουμε τα μέσα μαζί με τους σκοπούς. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε πώς κάποιος θα μας σώσει, αλλά να έχουμε επίγνωση τού γεγονότος ότι οι λαθεμένες επιλογές μάς κάνουν ανίκανους να σώσουμε τούς εαυτούς μας.
Πρέπει πραγματικά να αποκτήσουμε γνώση για να μπορέσουμε να διαλέξουμε το καλό – αλλά καμιά γνώση δε θα μάς οδηγήσει αν έχουμε χάσει την ικανότητα να μάς συγκινεί ή δυστυχία ενός άλλου ανθρώπινου όντος, ή φιλική ματιά ενός άλλου προσώπου, το κελάηδημα ενός πουλιού, το πράσινο χρώμα της χλόης.
Αν o άνθρωπος γίνει αδιάφορος στη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα πως μπορεί να διαλέξει το καλό.
Και τότε, ή καρδιά του θα έχει πραγματικά σκληρύνει τόσο, πού ή « ζωή» του θα έχει τελειώσει.
Αν αυτό συμβεί σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα ή στα πιο δυναμικά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας θα σβήσει.

Έριχ Φρομ

Το Κραγιόν έχει μεγάλη ιστορία

8Το παλαιότερο κραγιόν υπολογίζεται πως έγινε γνωστό πριν από 5.000 χρόνια. Βρέθηκε στην πόλη Sumerian στο σημερινό Ιράκ, ενώ στις μέρες μας υπολογίζεται πως το 92% των γυναικών φορούν κραγιόν. Απαραίτητο εργαλείο μακιγιάζ, το οποίο δεν λείπει ποτέ μια γυναικεία τσάντα που σέβεται τον εαυτό της!
Οι αποχρώσεις ατελείωτες και η εξάρτηση ακόμη μεγαλύτερη, γιατί όπως και να το κάνουμε το κραγιόν μεγάλωσε γενιές και γενιές γυναικών. Μαμάδες, κόρες, γιαγιάδες που το λάτρεψαν και δεν ζούσαν χωρίς αυτό. Η ιστορία του μεγάλη όση και η αποδοχή του από τον γυναικείο πληθυσμό.
• Η Κλεοπάτρα, η πιο διάσημη φαραώ της Αιγύπτου, χρησιμοποιούσε λιωμένα κόκκινα σκαθάρια για να βάφει τα χείλη της σε έντονο κόκκινο χρώμα.
• Το κραγιόν έγινε διάσημο το 16ο αιώνα χάρη στην Βασίλισσα Ελισάβετ I και τις κυρίες της αυλής της, που έβαφαν τα χείλη τους με ένα μείγμα από κερί μέλισσας και υδραργυρούχο σουλφίδιο.
• Τα πρώτα κραγιόν σε μεταλλικές θήκες εμφανίστηκαν στην αγορά το 1915.
• Η μέση γυναίκα καταναλώνει περίπου 2 με 3 κιλά κραγιόν στη διάρκεια της ζωής της γλύφοντας τα χείλη της!
• Κατά τη Χρυσή Εποχή του Ισλάμ, ο Ανδαλουσιανός Άραβας ιατρός και φαρμακοποιός Abu al-Qasim al-Zahrawi δημιούργησε το πρώτο κραγιόν σε στερεά μορφή, χρησιμοποιώντας άρωμα και άλλα συστατικά πεπιεσμένα σε καλούπια. Περιέγραψε τη διαδικασία στην εγκυκλοπαίδειά του περί ιατρικής και φαρμακολογίας, την Al-Tasrif.
• Το 1770, το Βρετανικό Κοινοβούλιο πέρασε έναν νόμο σύμφωνα με τον οποίο όποια γυναίκα φορούσε κραγιόν θα δικαζόταν για μαγεία.
• Η Max Factor, η make-up artist των αστέρων, δημιούργησε το λιπ-γκλος το 1930.
• Η δημοτικότητα του κραγιόν αυξήθηκε κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο χάρη στη βιομηχανία του σινεμά και το μακιγιάζ έγινε συνήθεια για τις γυναίκες.
• Το 1950, η Αμερικανίδα φαρμακοποιός Hazel Bishop δημιούργησε το πρώτο μακράς διάρκειας κραγιόν.

Επικρατέστεροι -ισμοί

Εμπειρισμός στη φιλοσοφία ονομάζεται η θεωρία που υποστηρίζει πως η πηγή και τα συστατικά της ανθρώπινης γνώσης προέρχονται από την εμπειρία που αποκτάται μέσω των αισθήσεων. Αυτές μπορεί να είναι είτε οι πέντε (5) παραδοσιακές αισθήσεις (ακοή, όραση, αφή, οσμή, γεύση) ή εσωτερικές αισθήσεις όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση.

Αν και στοιχεία του εμπειρισμού συναντώνται από την εποχή της διδασκαλίας του Αριστοτέλη και σε σημαντικό βαθμό στο έργο του Τόμας Χομπς, η κλασσική εμπειριστική θεώρηση συνδέεται κυρίως με τον Άγγλο εμπειριστή Τζων Λοκ, κατά τον οποίο ο ανθρώπινος νους παρομοιάζεται με άγραφο πίνακα (tabula rasa), αποκλείοντας κάθε προϋπάρχουσα (a priori) σκέψη. Οι θέσεις του εμπειρισμού, εξελίχθηκαν υπό μια συνεχιζόμενη διαμάχη με τον Σκεπτικισμό, όπου έγινε εντονότερη με τους διαδόχους του, Μπέρκλεϊ και Ντέιβιντ Χιουμ. Αυτό οδήγησε στην κριτική θεώρηση των θέσεων του εμπειρισμού από τον Εμμάνουελ Καντ και μετέπειτα, κατά τον 20ο αιώνα, από τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν στον τομέα της Λογικής.

Ο εμπειρισμός έχει τις ρίζες του στην ιδέα πως οτιδήποτε γνωρίζουμε για τον κόσμο, είναι αυτά που μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε οι αισθήσεις μας και είναι επαληθεύσιμα μέσω της εμπειρικής απόδειξης. Στηρίζεται στην a posteriori γνώση, δηλαδή στην μη ύπαρξη έμφυτων αλλά ύστερων κατακτήσιμων ιδεών, και διακρίνει την εξωτερική αίσθηση μέσω της οποίας λαμβάνουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα και την εσωτερική αίσθηση, μέσω της οποίας τα επεξεργαζόμαστε και δημιουργούμε τις έννοιες και στη συνέχεια τις γνώσεις.

Ιστορικά αντιπαραβάλλεται με τον ρασιοναλισμό, κατά τον οποίο ο νους πρέπει να θεωρείται πηγή γνώσης και όχι οι αισθήσεις που μπορεί να μας εξαπατούν. Στις μέρες μας αυτός ο διαχωρισμός θεωρείται απλουστευτικός εξαιτίας της αποδοχής των κλασσικών ορθολογιστών (Ντεκαρτ, Σπινόζα, Λάιμπνιτς) της εμπειρικής απόδειξης, όπως επίσης και της διαισθητικής γνώσης και χρήσης της λογικής των εμπειριστών για διάφορες έννοιες (όπως πχ. η ύπαρξη του Θεού).

Σε αντιδιαστολή είναι και ο λογικισμός, κατά τον οποίο η γνώση αποδίδεται στο λογικό συμπέρασμα. Κύριοι εκπρόσωποι του Εμπειρισμού είναι ο Τόμας Χομπς, ο Τζων Λοκ και ο Ντενί Ντιντερό. Ο Εμπειρισμός συγγενεύει επίσης με την Αισθησιαρχία ή Αισθησιοκρατία.
Αισθησιαρχία: Η αισθησιαρχία, αισθησιοκρατία ή σενσουαλισμός (από το Λατινικό sensus = αίσθηση) είναι συγγενής με το θετικισμό και κατά κάποιο τρόπο με τον υλισμό φιλοσοφική κατεύθυνση που δέχεται ως αποκλειστική πηγή της γνώσης, και γενικά όλου του ψυχικού κόσμου, τις αισθήσεις και οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό από τη λειτουργία αυτών. Για την αισθησιαρχία η γνώση είναι μια απλή απεικόνιση της αντίληψης. H αισθησιαρχία σχετίζεται επίσης με τον εμπειρισμό και τον κριτικισμό, των οποίων όμως ουσιαστικά προηγείται.

Γενικά όμως, η αισθησιαρχία δε λαμβάνει υπόψη ότι τα αισθήματα είναι άπειρα και χρειάζονται τακτοποίηση, ούτε την απάτη των αισθήσεων που την ανακαλύπτει η νόηση, και σ’αυτά έγκειται η απλοϊκότητά της.

Αισθησιοκράτες ήταν κατά την αρχαιότητα οι Κυρηναϊκοί και Επικούρειοι φιλόσοφοι. Η αισθησιαρχία ως φιλοσοφική θεωρία, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τους Γάλλους αισθησιοκράτες του Διαφωτισμού, ενώ στη σύγχρονη φιλοσοφία θεμελιώθηκε από τον Τζον Λοκ με τη φράση «Δεν υπάρχει τίποτα στο νου, που να μην ήταν πριν στις αισθήσεις» (nihil est in intellectu, quod non prius in sensu)

Θετικισμός: Ο Θετικισμός είναι ένα επιστημονικό φιλοσοφικό δόγμα το οποίο υποστηρίζει πως μία πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Η επαλήθευση θα πρέπει να είναι κατ’ανάγκην έμμεση, δηλαδή μία πρόταση είναι αληθής μόνο όταν αν, συνδυαζόμενη με κάποια άλλη αληθή πρόταση, δίνει αληθή συμπεράσματα. Απορρίπτει καθετί υπερβατικό, απόκρυφες δυνάμεις που θεωρεί ανύπαρκτες και ασύλληπτες από τη νόηση. Ιδρυτής του είναι ο Γάλλος φιλόσοφος Αύγουστος Κόντ (Auguste Comte).

Οι βασικές θέσεις του πρωτογενούς Θετικισμού:
1. Κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας, και
2. πέρα από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής Λογικής και των καθαρών Μαθηματικών.

Οι θετικιστές έγιναν γνωστοί για την απόρριψη της Μεταφυσικής, δηλαδή των εικασιών σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, που πηγαίνουν πέρα από κάθε πιθανό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει ή να διαψεύσει τέτοιες «υπερβατικές» αξιώσεις. O θετικισμός ως δόγμα απορρίπτει καθετί υπερβατικό, όπως άλλωστε και τις απόκρυφες δυνάμεις ή αιτίες, τις οποίες και θεωρεί ουσιαστικά ανύπαρκτες ή ασύλληπτες για την ανθρώπινη νόηση. Είναι γεγονός ότι ο θετικισμός ως μοναδική γνωσιολογική περιοχή θεωρεί την εμπειρία – τα θετικά γεγονότα – ενώ περιορίζει την αποστολή όλων των επιστημών μόνο στην αναγνώριση και καταγραφή – και όχι στην ερμηνεία των γεγονότων και των φαινομένων. Ουσιαστικά, ο θετικισμός υποστηρίζει ότι μπορούμε να στηριζόμαστε στην εμπειρία και έτσι να γνωρίζουμε μόνο τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών.

Πράγματι, οι θετικιστές πιστεύουν στον Εμπειρισμό, στην ιδέα δηλαδή ότι η παρατήρηση και η μέτρηση αποτελούν τον πυρήνα της κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Παράλληλα θεωρούν ότι το πείραμα – δηλαδή η προσπάθεια να γίνουν διακριτοί οι φυσικοί νόμοι μέσω άμεσων χειρισμών και παρατηρήσεων – είναι η βάση κάθε επιστημονικής μεθόδου. Έτσι, με αυτές τις θέσεις του, η θετική υπηρεσία που προσέφερε ο θετικισμός στην επιστήμη ήταν η απομάκρυνση από μια άγονη θεωρητικολογία και η στροφή στην έρευνα των γεγονότων, βασισμένη στην εμπειρία, στην παρατήρηση, στο πείραμα και στα Μαθηματικά.

O θετικισμός ως φιλοσοφική θεωρία είναι πολύ κοντά στη Φυσική αφού σαν απόλυτο δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο ένα, την αρχή ότι τίποτε δεν είναι απόλυτο, μια άποψη που είναι δόγμα για τις απόψεις της σύγχρονης Φυσικής και Αστροφυσικής. O θετικισμός, ως κύρια συνιστώσα της φυσικής σκέψης, είναι: λαϊκός, εγκόσμιος, αντιθεολογικός και αντιμεταφυσικός – απόρριψη της Μεταφυσικής – με αυστηρή εμμονή στη μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας – γνώση και πείραμα.

Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, βοήθησε να ξεπεραστούν προκαταλήψεις του παρελθόντος και προώθησε την ανάπτυξη της λογικής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να τον προβλέψουμε είτε να τον ελέγξουμε.

Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, προώθησε την ανάπτυξη της παράλογης και κουτσής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να τον προβλέψουμε είτε να τον ελέγξουμε.

Χωρίς την μεταφυσική μέχρι σήμερα έχουν κάνει μια τρύπα στο νερό με απόλυτα Θετικιστικό τρόπο ξεχνώντας σκόπιμα ή από εντολές πως δεν υπάρχει φυσική χωρίς μεταφυσική.

Ιστορική πορεία του θετικισμού: Στην αρχαία Φιλοσοφία υπάρχουν σαφή προμηνύματα του Θετικισμού. Μολονότι η σχέση του Πρωταγόρα, σοφιστή του 5ου π.κ.ε. αιώνα, με τη μετέπειτα θετικιστική σκέψη ήταν μάλλον απόμακρη, ωστόσο υπήρξε μια πολύ πιο έντονη ομοιότητα με τον κλασικό σκεπτικό φιλόσοφο Σέξτο τον Εμπειρικό (3ος μ.κ.ε. αιώνας), ενώ αιώνες αργότερα ο νομιναλιστής φιλόσοφος του Μεσαίωνα Γουίλιαμ του Όκκαμ (William of Ockham, 1300-1349) είχε σαφή συνάφεια με τον σύγχρονο Θετικισμό.

O Γάλλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού Πιέρ Μπέιλ (Pierre Bayle, 1647-1706), μέσω του έργου του Σύστημα της Φιλοσοφίας (Systeme de la philosophie), έδωσε κάποια ώθηση στη διδασκαλία θετικιστικών απόψεων, ενώ στη συνέχεια ο Γερμανός φυσικός και λόγιος Γκέοργκ Κριστόφ Αίχτενμπεργκ (Georg Christoph Lichtenberg, 1742-1799) είχε πολλά κοινά με τη θετικιστική αντιμεταφυσική του 19ου αιώνα.

O Θετικισμός είχε τις βαθύτερες ρίζες του στον γαλλικό Διαφωτισμό που τόνιζε ιδιαίτερα το καθαρό φως της Λογικής, όπως και στον βρετανικό Εμπειρισμό του 18ου αιώνα, ιδιαιτέρως στον Εμπειρισμό του Ντέιβιντ Χιουμ και του Τζωρτζ Μπέρκλυ που τόνιζαν τον ρόλο της αισθητηριακής εμπειρίας (αισθήσεις – αισθητήριο).

Είναι γεγονός ότι ο Αύγουστος ή Ογκίστ Κοντ (Auguste Comte), ο εισηγητής του Θετικισμού, επηρεάστηκε απόλυτα από τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές του Διαφωτισμού, όπως τον Ντενί Ντιντερό (Denis Diderot), τον Ζαν ντ’ Αλαμπέρ (Jean d’Alambert) και τον Κλωντ Ανρί (Claude Henri), κόμη του Saint Simon, ιδρυτή του γαλλικού σοσιαλισμού, του οποίου ο Κοντ υπήρξε μαθητής και οπαδός στη νεαρή ηλικία του.

H πρώτη γενιά των Βιεννέζων θετικιστών του 20ού αιώνα άρχισε τις δραστηριότητες της γύρω στο 1907. Από αυτούς ξεχώρισαν ένας φυσικός, ο Φίλιπ Φρανκ (Philipp Frank), οι μαθηματικοί Χανς Χαν (Hans Hahn) και Ρίχαρντ φον Μίζες (Richard von Mises), καθώς και ο οικονομολόγος-κοινωνιολόγος Όττο Νόυρατ (Otto Neurath).

Εξίσου σημαντική υπήρξε και η συμβολή μερικών διαπρεπών διανοητών που ήταν ταυτόχρονα μαθηματικοί και φιλόσοφοι, όπως: ο Μπέρναρντ Ρίμαν (Georg Friedrich Bernhard Riemann), εισηγητής μιας μη Ευκλείδειας Γεωμετρίας, ο Χέρμαν φον Χέλμχολτς (Hermann von HelmhoJtz), πρωτοπόρος σ’ ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων, ο Λούντβιχ Μπόλτσμαν (Ludwig Boltzmann), σπουδαίος φυσικός και πρωτοπόρος ερευνητής της Στατιστικής Μηχανικής, ο Ανρί Πουανκαρέ (Henri Poincare), ο οποίος διέπρεψε τόσο στα Μαθηματικά όσο και στη Φιλοσοφία της Επιστήμης, και ο Ντάβιντ Χίλμπερτ (David Hilbert), που διακρίθηκε στην τυπολογία των Μαθηματικών.

Μεγαλύτερη σημασία είχε πάντως η επίδραση του Άλμπερτ Αϊνστάιν και των τριών μεγαλύτερων εκπροσώπων της μαθηματικής Λογικής στα τελευταία εκατό χρόνια, του πρωτοπόρου Γερμανού μαθηματικού Γκότλοπ Φρέγκε (Gottlob Frege) και των Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russell) και Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ (Alfred North Whitehead), συγγραφέων του μνημειακού έργου Principia Mathematica (δημοσιεύτηκε σε τρεις τόμους το 1910, το 1912 και το 1913), μέσω του οποίου οι προσπάθησαν να εξαγάγουν όλα τα Μαθηματικά από την καθαρή Λογική.

O Θετικισμός επηρέασε τον Άγγλο φιλόσοφο του 19ου αιώνα Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill), λογικό φιλόσοφο και οικονομολόγο, τόσο ώστε να θεωρείται ένας από τους εξέχοντες θετικιστές του αιώνα του. Στο έργο του Σύστημα της Λογικής (System of Logic, 1843), ο Μιλ ανέπτυξε μια εμπειριστική θεωρία της γνώσης και του επιστημονικού συλλογισμού με βάση τις εμπειρικές, όπως έλεγε, επιστήμες – δηλαδή, τη Λογική και τα Μαθηματικά

Ακόμη και ο Βρετανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ , (Herbert Spencer, 1820-1903), ο εισηγητής τόσο της θεωρίας του «ακατάληπτου» όσο και της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου στην Ηθική και την Κοινωνιολογία, θεωρείται υπέρμαχος του εν γένει θετικιστικού προσανατολισμού. O Σπένσερ πίστευε ότι η Φιλοσοφία είναι τελείως ενοποιημένη γνώση. Έτσι, ταύτισε τις απόψεις του με τις θέσεις του Θετικισμού ότι η Φιλοσοφία είναι ένα γενικό σύστημα αντιλήψεων -μια καθολική επιστήμη- και όχι η αναζήτηση του απολύτου, της προέλευσης και του σκοπού του κόσμου. Τέτοια προβλήματα δεν έχουν νόημα και δεν υφίστανται για τον Θετικισμό.

Υλισμός: Ο υλισμός είναι ένα από τα δύο κύρια ρεύματα της φιλοσοφικής σκέψης, το οποίο υποστηρίζει πως το κύριο συστατικό του Σύμπαντος είναι η ύλη, και πως όλα τα φαινόμενα που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν ως υλικές αλληλεπιδράσεις.Σύμφωνα με τον υλισμό, «η ανθρώπινη ύπαρξη καθορίζει την συνείδηση και όχι η συνείδηση την ανθρώπινη ύπαρξη» κάτι το οποίο, έρχεται σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό. Οι θετικές επιστήμες χρησιμοποιούν ένα παρεμφερές σύνολο αξιωμάτων, τον μεθοδικό νατουραλισμό, ο οποίος εξηγεί τα παρατηρήσιμα φαινόμενα της φύσης μόνο με φυσικά αίτια, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη του υπερφυσικού. Ως καθαρή εξήγηση του υλικού κόσμου, ο υλισμός αντιτίθεται κάθετα στον πλατωνισμό ή ιδεαλισμό.

Στις διάφορες υποκατηγορίες του περιλαμβάνεται ο διαλεκτικός υλισμός, ο ιστορικός υλισμός, ο αυθόρμητος υλισμός, ο μηχανιστικός υλισμός και ο χυδαίος υλισμός.

Το φαινόμενο της πεταλούδας, είναι μια ποιητική μεταφορά, στη θεωρία του χάους για το φαινόμενο της ευαίσθητης εξάρτησης ενός συστήματος από τις αρχικές συνθήκες. Σύμφωνα με μια από τις διατυπώσεις, λέγεται ότι «αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα». Διαφορετικές παραλλαγές εκφράζουν ουσιαστικά την ίδια ιδέα: μια απειροελάχιστη μεταβολή στη ροή των γεγονότων οδηγεί, μετά από την πάροδο αρκετού χρόνου, σε μια εξέλιξη της ιστορίας του συστήματος δραματικά διαφορετική από εκείνη που θα λάμβανε χώρα, αν δεν είχε συμβεί η μεταβολή.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά (καταγεγραμμένα) από τον μετεωρολόγο Έντουαρντ Λόρεντζ κατά τη δεκαετία του 1960, όταν μελετούσε, μέσω αριθμητικής επίλυσης σε υπολογιστή, ένα σύστημα διαφορικών εξισώσεων που προσομοίωνε τα καιρικά φαινόμενα ενός εξιδανικευμένου, απλουστευμένου μοντέλου «ατμόσφαιρας». Ο Λόρεντζ παρατήρησε, σχεδόν τυχαία, ότι όταν εισήγαγε στον υπολογιστή του τις τιμές του προγράμματος από μια προηγούμενη εκτέλεση και «έτρεχε» ξανά το πρόγραμμα, τα αποτελέσματα απέκλιναν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου από τα προηγούμενα, ώσπου, μετά από έναν «χρονικό ορίζοντα» δεν είχαν πρακτικά καμιά ομοιότητα.

Δεδομένου ότι το πρόγραμμα ήταν ντετερμινιστικό (η ίδια είσοδος έδινε πάντα την ίδια έξοδο, αποκλείοντας φυσικά τις μηχανικές βλάβες), η απόκλιση των αποτελεσμάτων οφειλόταν στο γεγονός ότι τα νούμερα που ξανα-εισήγαγε «με το χέρι» ο Λόρεντζ είχαν μικρότερη ακρίβεια (λιγότερα δεκαδικά ψηφία) από εκείνα που εσωτερικά αποθήκευε ο υπολογιστής. Ο Λόρεντζ συμπέρανε ότι, στο συγκεκριμένο μοντέλο, και η ελάχιστη ακόμη έλλειψη ακρίβειας είναι καθοριστική – κάτι που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι είναι γενικό χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης κλάσης συστημάτων, των λεγόμενων χαοτικών.

Αργότερα, ο Λόρεντζ επινόησε ένα ακόμη απλούστερο σύστημα τριών μόλις διαφορικών εξισώσεων που περιείχαν δύο μη γραμμικούς όρους και περιέγραφαν, στην ουσία τους, ρεύματα μεταφοράς θερμότητας μέσα σε ένα ρευστό. Το σύστημα αυτό επιδείκνυε επίσης χαοτική και ευαίσθητη συμπεριφορά: οι τροχιές του, σε έναν χώρο τριών διαστάσεων, παραμένουν παγιδευμένες σε μια πεπερασμένη περιοχή και «κουλουριάζονται» χωρίς ποτέ να τέμνονται ή να κλείνουν (δηλ. να επαναλαμβάνονται περιοδικά).

Όλες οι τροχιές, μετά από αρκετό χρόνο, συγκεντρώνονται τελικά σε μια περιοχή με φράκταλ διάσταση που ονομάστηκε παράξενος ελκυστής. Είναι ενδιαφέρον ότι τα «πορτρέτα» του χώρου των φάσεων του ελκυστή του Λόρεντζ, όταν σχεδιαστούν σε 3 διαστάσεις, μοιάζουν κάπως με ένα ζεύγος συμπλεγμένων φτερών πεταλούδας (μερικοί το παρομοιάζουν επίσης με «κουκουβάγια»). Ωστόσο, ο Λόρεντζ χρησιμοποίησε τον όρο αρκετά αργότερα, και στις πρώτες δισδιάστατες προβολές του ελκυστή που πήρε το σχήμα δεν μοιάζει ιδιαίτερα με πεταλούδα. Η επιλογή της πεταλούδας θυμίζει ακόμη την «καταγωγή» του ελκυστή από τη μετεωρολογία – η μεταφορά ενός γλάρου αντί πεταλούδας είχε επίσης χρησιμοποιηθεί νωρίτερα.

Παρανοήσεις σχετικά με το φαινόμενο της πεταλούδας: Μερικές φορές, το φαινόμενο της πεταλούδας παρερμηνεύεται στην κοινή αντίληψη. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι κάτι τόσο ασήμαντο όσο μια πεταλούδα μπορεί να «προκαλέσει» έναν τυφώνα (ή να τον αποτρέψει) έχει θεωρηθεί από κάποιους ως επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι ένα «ασήμαντο» άτομο, μια «περιθωριακή» ιδέα ή ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός μπορούν να παίξουν έναν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της Ιστορίας. Ωστόσο, η ουσία της συμπεριφοράς ενός χαοτικού συστήματος είναι ότι, στην πράξη, είναι απρόβλεπτη σε «βάθος χρόνου».

Συνεπώς, ενώ πράγματι ένα ασήμαντο γεγονός μπορεί να αλλάξει άρδην την πορεία της ιστορίας, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε ποια θα ήταν η εξέλιξη του συστήματος χωρίς το γεγονός και άρα, δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε τις ενέργειές μας ώστε να πετύχουμε ένα επιθυμητό σημαντικό αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου – μπορούμε να προγραμματίζουμε αποτελεσματικά μόνο μέχρι τον χρονικό ορίζοντα που χαρακτηρίζει το σύστημα. Η γνώση ότι ένα ασήμαντο γεγονός οδήγησε σε κάτι «μεγάλο» μπορεί, μερικές φορές, να αποκτηθεί εκ των υστέρων, αν και συνήθως ακόμη κι αυτό είναι αδύνατον.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η πεταλούδα δεν θα μπορούσε να «προκαλέσει» από μόνη της τον τυφώνα, παρά μόνο χάρη στις ατμοσφαιρικές συνθήκες που συνυπήρχαν με την επέμβασή της. Η άμεση αιτία ενός τυφώνα είναι αναγκαστικά «μεγάλη» κάτι που κάνει την βραχυπρόθεσμη μετεωρολογική πρόβλεψη δυνατή. Αν η πεταλούδα κινήσει τα φτερά της την «λάθος» στιγμή, είναι εξίσου πιθανό να αποτρέψει έναν τυφώνα που αλλιώς θα συνέβαινε (ή να οδηγήσει σε κάτι τελείως διαφορετικό). Για να «προκαλέσει» έναν τυφώνα, πρέπει να δράσει σε μια ακριβώς υπολογισμένη στιγμή – κάτι που ακριβώς είναι αδύνατον να προβλεφθεί.

Ο Μαύρος Κύκνος είναι μια θεωρία που παρουσιάστηκε από τον μελετητή και δοκιμιογράφο Νασίμ Νίκολας Τάλεμπ (Nassim Nicholas Taleb) στα βιβλία του: Στην πλάνη του τυχαίου (2004) και Ο Μαύρος Κύκνος (2007 & επανέκδοση με προσθήκες το 2010). Ο «Μαύρος Κύκνος» του Taleb δεν πρέπει να συγχέεται με την αντίστοιχη φιλοσοφική έκφραση που αναφέρεται κυρίως από τον φιλόσοφο Καρλ Πόπερ και τη θεωρία του περί διαψευσιμότητας, αν και ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά του ταιριάζει με αυτόν.

Ο «Μαύρος Κύκνος» εννοείται ως ένα ολιγοπίθανο και απρόβλεπτο γεγονός που λαμβάνει χώρα σε μια οποιαδήποτε σειρά πιθανών και συνηθισμένων γεγονότων σε κάθε δραστηριότητα μιας κοινωνίας, και ανατρέπει δραματικά προς το χειρότερο ή το καλύτερο τη δομή της. Με βάση τα κριτήρια του συγγραφέα:

Η εκδήλωση του γεγονότος είναι μια έκπληξη (για τον παρατηρητή). Αυτό σημαίνει πως για έναν άλλο παρατηρητή πιθανώς είναι προδιαγεγραμμένο το συμβάν. Για παράδειγμα ένας εκτροφέας πτηνών γνωρίζει ότι μετά από 1.000 ημέρες θα σφάξει μία γαλοπούλα. Για την ίδια την γαλοπούλα όμως η 1000οστή ημέρα είναι ένας μοιραίος μαύρος κύκνος που ακολουθεί μία απολαυστική ζωή 999 ημερών.

Η εκδήλωση έχει σημαντική επίδραση είτε αρνητική είτε θετική.

Μετά το πρώτο καταγεγραμμένο περιστατικό του συμβάντος, σχεδόν πάντοτε υπάρχει εκ των υστέρων εξήγηση που αδυνατεί να προσεγγίσει το τυχαίο του γεγονότος ή την παντελή αδυναμία πρόβλεψης του. Έτσι η κοινωνία εξακολουθεί να αγνοεί την επικινδυνότητα και επιπολαιότητα των προβλέψεων του τύπου: «Τίποτε τόσο εξαιρετικά αρνητικό δεν πρόκειται να συμβεί», και εθελοτυφλεί παντελώς απροετοίμαστη για το επόμενο χτύπημα του Μαύρου Κύκνου.
Ετυμολογία της έννοιας

Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη ενός μαύρου κύκνου ως απίθανου γεγονότος εμφανίζεται στο έργο Satires του σημαντικού Ρωμαίου σατυρικού ποιητή Γιουβενάλη, περίπου 55-135 μ.κ.ε. ως:

Που σημαίνει: ένα σπάνιο πουλί στη γη, τόσο σπάνιο όπως ένας μαύρος κύκνος. Η φράση αυτή επιβίωσε στην Ευρώπη ως περιγραφή του απίθανου και αδύνατου, (μέχρι το 1697 που ανακαλύφθηκαν στην Αυστραλία οι μαύροι κύκνοι) Η ανακάλυψη του μαύρου Κύκνου ήταν ένα συνηθισμένο γεγονός για τους ειδικούς, αλλά μια σημαντική διάψευση μιας βεβαιότητας στη Φιλοσοφία, με την έννοια ότι απεδείχθη και στην πράξη ότι ένα και μόνο γεγονός ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαψεύσει μια μακροχρόνια παρατήρηση.

Από τον 19 αιώνα η ανακάλυψη των μαύρων Κύκνων αναδείχθηκε ως το καλύτερο παράδειγμα της μη βεβαιότητας οποιασδήποτε λογικής δήλωσης (ακόμη και αν οι παρατηρήσεις αιώνων την επιβεβαιώνουν) και της ανατροπής των καθιερωμένων αντιλήψεων σε οποιοδήποτε γνωστικό πεδίο. Τον 20ο αιώνα ο «Μαύρος Κύκνος» είναι η επιτομή της φιλοσοφικής θεωρίας του Καρλ Πόπερ περί διαψευσιμότητας λογικών προτάσεων. Ο Taleb δανείστηκε την έκφραση αυτή και παρήγαγε έναν νέο «Μαύρο Κύκνο» με στοιχεία του παλαιού, με σημαντικότερο στοιχείο όχι πλέον την διαψευσιμότητα αλλά το απρόβλεπτο και τυχαίο.

Μαύροι Κύκνοι και Πλατωνικότητα: Σύμφωνα με τη θεώρηση του Taleb η Πλατωνικότητα (από τον Πλάτωνα, Έλληνα φιλόσοφο) είναι η τάση που έχουμε να συγχέουμε το χάρτη μιας οποιαδήποτε ιδιότητας του κόσμου με την πραγματικότητα που περιγράφεται στο χάρτη αυτό. Η σύγχυση μεταξύ «εδάφους» και «χάρτη» οφείλεται στην επικέντρωσή μας σε «καθαρές» και καλά προσδιορισμένες μορφές όπως τρίγωνα, κοινωνικές έννοιες (συνήθως ουτοπίες) ή και εθνικότητες. Η έντονη προσήλωση στις ιδεατές και αφηρημένες μορφές, αποπροσανατολίζει το νου μας από γνωστικά αντικείμενα λιγότερα κομψά, περισσότερο περίπλοκα και δύσκολα επεξεργάσιμα, ωστόσο περισσότερο αληθινά και εμπειρικά.

Η Πλατωνικότητα επιτρέπει την αυταπάτη να πιστεύουμε συνήθως ότι γνωρίζουμε περισσότερα από όσα γνωρίζουμε, παρόλο που συχνά οι διανοητικοί χάρτες και οι καθαρές αφηρημένες πλατωνικές ιδέες κάθε είδους είναι σημαντικά εργαλεία υποβοήθησης κατανόησης του κόσμου. Εν τέλει το κρίσιμο σημείο είναι η πλατωνική πτύχωση, το εκρηκτικό εκείνο σύνορο όπου η πλατωνική προσέγγιση έρχεται σε επαφή με την περίπλοκη πραγματικότητα και η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε και σε αυτό που γνωρίζουμε είναι τεράστια. Σε αυτό το σημείο προκύπτει ο Μαύρος Κύκνος.

Ο χώρος δράσης και απραξίας των Μαύρων Κύκνων: Σύμφωνα με τον Taleb στην πραγματική ζωή υπάρχουν δύο είδη χώρων. Ο ένας λέγεται Μετριοχώρα όπου τα επιμέρους γεγονότα δεν συνεισφέρουν το καθένα ξεχωριστά ή ασύμμετρα σε σχέση με τα υπόλοιπα, αλλά συλλογικά. Μία «Μετριοχώρα» είναι για παράδειγμα μια συλλογή ανθρώπων όπου καταγράφεται το βάρος τους. Αν συλλέξουμε 1.000 ανθρώπους σε ένα σύνολο και αφαιρέσουμε κάποιον από αυτούς και τον αντικαταστήσουμε με έναν οποιοδήποτε άλλο από το σύνολο του πληθυσμού ο μέσος όρος δεν θα αλλάξει παρά ελάχιστα. Ο προφανής λόγος της μη διατάραξης του μέσου όρου είναι ότι το βάρος των ανθρώπων διακυμαίνεται από 30 κιλά έως 300 κιλά, δηλαδή μια αναλογία των ακραίων τιμών 1/10.

Ο υπέρτατος νόμος της «Μετριοχώρας» είναι ως εξής: Όταν το δείγμα είναι μεγάλο, κανένα επιμέρους γεγονός δε θα μεταβάλλει ουσιωδώς το σύνολο ή το άθροισμα. Μπορούμε να φτιάξουμε αρκετές «Μετριοχώρες» που θα περιλαμβάνουν τα ύψη των ανθρώπων ή την καθημερινή κατανάλωση θερμίδων ενός έτους. Τα βασικά χαρακτηριστικά της «Μετριοχώρας» είναι:

Δεν υπάρχει κλιμάκωση των φαινομένων
Δεν υπάρχουν χαρακτηριστικά μέλη.
Το κέρδος των συμμετεχόντων αντανακλά και αντίστοιχα μικρό κέρδος στην πίτα.
Δεν υπάρχουν Μαύροι Κύκνοι
Τα χαρακτηριστικά της Μετριοχώρας υπόκεινται στη Βαρύτητα και αφορούν φυσικά μεγέθη
Προβλεψιμότητα των φαινομένων για την οποία, αρκεί η παρατήρηση σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα.

Ο δεύτερος χώρος είναι η Εξτρεμοχώρα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ένα σύνολο που εμπεριέχει το ετήσιο εισόδημα ανθρώπων σε δολάρια. Εδώ μπορούμε να έχουμε έναν κάτοικο της Αϊτής με ετήσιο εισόδημα 300 δολάρια και έναν επενδυτή με ετήσιο εισόδημα 300.000.000 δολάρια. Αν σε ένα οποιοδήποτε τέτοιο σύνολο αφαιρέσουμε ένα «φτωχό» μέλος και προσθέσουμε ένα «πλούσιο» ο μέσος όρος θα αλλάξει δραματικά με δεδομένο ότι τα δύο άκρα έχουν μία αναλογία 1 : 1.000.000. Τα χαρακτηριστικά της «Εξτρεμοχώρας» είναι:

Εμφάνιση Μαύρων Κύκνων, δηλαδή γεγονότων που αλλάζουν δραματικά τα δεδομένα
Εξαιρετική κλιμάκωση των φαινομένων και υψηλή τυχαιότητα
Το κέρδος ενός συμμετέχοντα αντιστοιχεί στο κέρδος όλων (ο νικητής τα παίρνει όλα)
Δεν υπάρχουν φυσικοί περιορισμοί στο μέγεθος, ενώ συνήθως αφορά σε αριθμούς και όχι σε φυσικά μεγέθη
Το σύνολο καθορίζεται από μικρό αριθμό ακραίων γεγονότων
Αδυναμία πρόβλεψης βάσει των παρατηρήσεων του παρελθόντος
Συναντάται συχνά στο σύγχρονο περιβάλλον

Αρνητικοί και θετικοί Μαύροι Κύκνοι: Χαρακτηριστικοί αρνητικοί «Μαύροι Κύκνοι» είναι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το χρηματιστηριακό κραχ της Wall Street γνωστό ως Μαύρη Δεύτερα που έγινε στις 19 Οκτωβρίου του 1987, και η τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου. Εμφανίζονται και θετικοί μαύροι κύκνοι όπως το διαδίκτυο και οι προσωπικοί υπολογιστές όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για την επικράτηση τους, ούτε συντονισμένος κεντρικός σχεδιασμός από το κράτος ή τις επιχειρήσεις, ο οποίος να αποβλέπει στην επιτυχία τους. Είναι χαρακτηριστικό της τυχαίας επικράτησης τους, η πρόβλεψη του Thomas Watson, πρόεδρου της εταιρείας IBM το έτος 1943: «Εκτιμώ ότι σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει μία αγορά για 5 υπολογιστές» και η απουσία όλων των μεγάλων εταιρειών πληροφορικής (τουλάχιστον αρχικά) όπως της Microsoft από το λογισμικό για το διαδίκτυο.

Ο Μαύροι Κύκνοι και η καμπύλη του Gauss: Η κωδωνοειδής καμπύλη του Γκάους με την κατανομή πιθανοτήτων. Το σκούρο μπλε είναι λιγότερο από μία τυπική απόκλιση από το μέσο. Στην κανονική κατανομή, αυτό αφορά στο 68% των παρατηρήσεων, ενώ δύο τυπικές αποκλίσεις από τον μέσο (μπλε και σκούρο μπλε) αφορούν στο 95%, και τρεις τυπικές αποκλίσεις (ανοιχτό μπλε, μπλε και σκούρο μπλε) αφορούν το 99,7%.

Κατά τον Taleb οι σημαντικότεροι κλάδοι των επιστημών (και κυρίως η Οικονομική Επιστήμη), που ασχολούνται με την πρόβλεψη συμβάντων, χρησιμοποιούν την κωδωνοειδή καμπύλη του Gauss ως μοντέλο κατανομής των πιθανοτήτων. Αυτή η μέθοδος υπολογισμού, ενώ λειτουργεί ικανοποιητικά στην «Μετριοχώρα», στην «Εξτρεμοχώρα» αδυνατεί να εντοπίσει και προβλέψει τα εξαιρετικά γεγονότα δηλαδή τους Μαύρους Κύκνους. Ο Taleb προχωρεί τον συλλογισμό του περισσότερο και αναφέρεται στην καμπύλη ως τη Μεγάλη Διανοητική Απάτη, την αμφισβητεί ευθέως ως μαθηματικό εργαλείο, αλλά και τους οικονομολόγους που τη χρησιμοποιούν. Αντιθέτως προτείνει την προσέγγιση του μεγάλου θεωρητικού και «πατέρα» της Γεωμετρίας των φράκταλ Μπενουά Μάντελμπροτ.
Ο όρος fractals, προτάθηκε από τον Μπενουά Μάντελμπροτ (Benoît Mandelbrot) το 1975 και προέρχεται από τη λατινική λέξη fractus, που σημαίνει «σπασμένος» ή «κατακερματισμένος».
Για να φτάσει σε αυτό το σημείο πλήρους άρνησης αναφέρεται σε παλαιότερες αμφισβητήσεις της γκαουσιανής καμπύλης (ως εργαλείο εξήγησης των ακραίων φαινομένων), που εστιάζονται στον μεγάλο Μαθηματικό Ανρί Πουανκαρέ. Το μεγάλο πρόβλημα της Γκαουσιανής καμπύλης είναι ότι τείνει τα ακραία φαινόμενα να τα θεωρεί πολύ πιο απίθανα από ότι πραγματικά είναι. Αντιθέτως η κατανομή πιθανοτήτων του Μάντελμπροτ θεωρεί πιο πιθανά τα απίθανα συμβάντα (πάντα βάσει της γκαουσιανής καμπύλης).

Ο Taleb πιστεύει πως η Γκαουσιανή καμπύλη είναι απότοκος μιας συνολικής θεώρησης του κόσμου που εμπεριέχει υπερβολική βεβαιότητα, προβλεψιμότητα και πλατωνική κομψότητα που δεν λαμβάνει υπόψιν της τον πραγματικό κόσμο. Σε αυτή την οπισθοδρομική πλέον (κατά τον Taleb), θεώρηση του κόσμου εντάσσει και άλλους διανοητές του 19ου & 20ου αιώνα όπως τον Λαμπέρ Κετελέ (Lambert Adolphe Jacques Quetelet)[7], (επινόησε τον «μέσο» άνθρωπο), τον βιολόγο Σερ Φράνσις Γκάλτον (Sir Francis Galton), τον Βαρώνο Κέλβιν, τον Καρλ Μαρξ και τον φιλόσοφο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν (Ludwig Wittgenstein).

Εντέλει η καμπύλη του Μάντελμπροτ είναι ικανή να παρέχει καλύτερη προβλεψιμότητα των αρνητικών Μαύρων Κύκνων, αν και η βασική διδαχή της θεωρίας του Taleb είναι πως η αβεβαιότητα περιορίζει σημαντικά την αξία των προβλέψεων  και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε στον πραγματικό κόσμο, είναι να είμαστε λιγότερο ώς καθόλου βέβαιοι. Φυσικά όσον αφορά στους θετικούς Μαύρους Κύκνους (όπως το διαδίκτυο) πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο εκτεθειμένοι.

Το «εγώ» είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να το λύσει η σκέψη

Al%27s%20Wedding%20-%20The%20Keys%20101Δεν μπορείς να έχεις επίγνωση του εαυτού σου από το πρωί ως το βράδυ, να ’σαι συνέχεια ξύπνιος, χωρίς να κλείνεις μάτι• δεν γίνεται. Έτσι, λοιπόν, πρέπει να παίζετε μ’ αυτό. Όταν παίζεις με κάτι, μπορείς να το συνεχίζεις για πολύ καιρό. Όταν δεν ξέρεις πώς να παίζεις ανάλαφρα με την αίσθηση της επίγνωσης χάνεσαι, γιατί έτσι ξαναρχίζει η σύγκρουση: πώς θα έχω επίγνωση, με ποια μέθοδο, με ποιο σύστημα; Όταν παίζεις μ’ αυτή μαθαίνεις, κι έτσι η μάθηση δεν είναι διαδικασία συσσώρευσης, γιατί από τη στιγμή που συσσωρεύεις γνώση γι’ αυτό που είσαι -ή εφαρμόζεις γνώσεις που ήδη έχεις-, για κάτι ζωντανό που αλλάζει, τότε έχεις πάψει να μαθαίνεις γι’ αυτό.

Ο νους που είναι γεμάτος από γνώσεις το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσθέτει κι άλλες γνώσεις, κι άλλες πληροφορίες - τεχνολογικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές και λοιπά. Εδώ μιλάμε για την επίγνωση, για κάτι που δεν χρειάζεται γνώσεις, αλλιώς γίνεται κι αυτή πρόβλημα.

***************************
Όσο πιο πολύ σκεφτόμαστε ένα πρόβλημα, όσο πιο πολύ το ψάχνουμε, το αναλύουμε και το συζητάμε, τόσο πιο περίπλοκο γίνεται. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να κοιτάξουμε ένα πρόβλημα με κατανόηση στο σύνολό του;
Σίγουρα είναι δυνατόν, αλλά μόνο όταν η διαδικασία της σκέψης -που έχει την πηγή της στο «εγώ», στον εαυτό, στο υπόβαθρο της παράδοσης, της διαμόρφωσης, των προκαταλήψεων, της ελπίδας, της απελπισίας-, μόνο όταν αυτή η διαδικασία της σκέψης έχει φτάσει σ’ ένα τέλος. Μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε το «εγώ» όχι αναλύοντάς το, αλλά βλέποντάς το έτσι όπως είναι;
Έχοντας επίγνωση αυτού ως γεγονότος και όχι σαν θεωρία, χωρίς να ψάχνουμε πώς θα διαλύσουμε το «εγώ» για να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα, αλλά κοιτάζοντας τις δραστηριότητες του εαυτού, του «εγώ», αδιάκοπα, στην πράξη. Μπορούμε απλώς να το κοιτάζουμε, χωρίς να κάνουμε καμιά προσπάθεια να το διαλύσουμε ή να το ενθαρρύνουμε; Αυτό είναι το πρόβλημα, έτσι δεν είναι; Αν στον καθένα μας δεν υπήρχε το κέντρο του «εγώ», με την επιθυμία του για δύναμη, για αναγνώριση, για εξουσία, για επιβολή, για την επιβίωσή του, σίγουρα τα προβλήματα μας θα έπαιρναν τέλος.
Το «εγώ» είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να το λύσει η σκέψη. Πρέπει να υπάρχει μια επίγνωση που δεν ανήκει στη σκέψη, που σημαίνει ότι έχει κανείς επίγνωση της δραστηριότητας του «εγώ», χωρίς να επικρίνει ή να δικαιολογεί, αλλά απλώς και μόνο έχει επίγνωση, κι αυτό είναι αρκετό. Γιατί αν έχεις επίγνωση με σκοπό να βρεις πως θα λύσεις το πρόβλημα, με σκοπό να φέρεις κάποιο αποτέλεσμα, με σκοπό να μεταμορφώσεις αυτό που βλέπεις, τότε αυτή η επίγνωση βρίσκεται στο πεδίο του εαυτού, του «εγώ». Κι όσο αναζητάμε ένα αποτέλεσμα, είτε με αυτή την επίγνωση είτε μέσα από οποιαδήποτε ανάλυση είτε μέσα από αδιάκοπη εξέταση κάθε σκέψης, βρισκόμαστε ακόμα στο πεδίο της σκέψης, δηλαδή στο πεδίο του «εγώ».

Κρισναμούρτι, “Εγώ χωρίς ΕΓΩ”,

Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας;


Ο όρος «Συνωμοσιολογία» διαδόθηκε από τον ακαδημαϊκό Frank P. Mintz στη δεκαετία του 1980. Σύμφωνα με τον Mintz, Συνωμοσιολογία σημαίνει «πίστη στην επικράτηση των συνωμοσιών στην εξέλιξη της ιστορίας».

Ο Noam Chomsky, γλωσσολόγος και μελετητής, αντιπαραβάλλει την θεωρία συνωμοσίας ως περισσότερο ή λιγότερο το αντίθετο της θεσμικής ανάλυσης.
Σε θεωρίες συνωμοσίας έχουν εμπλακεί ολόκληροι λαοί, αλλά και πολλοί ηγέτες, με πιο τρανταχτά παραδείγματα τους Χίτλερ και Στάλιν, αλλά και του αντικομμουνιστικoού παραληρήματος του Τζόζεφ Μακάρθι στις ΗΠΑ (ο όρος Μακαρθισμός περιγράφεται ως «κάθε πρακτική πολιτικών διώξεων εις βάρος πολιτών και συγκεκριμένων πεποιθήσεων με την καλλιέργεια κλίματος εκφοβισμού και με την κατασυκοφάντησή τους» στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη)., τους πολέμους στον Άξονα του Κακού και Καλού, την στοχοποίηση λαών, φυλών, οργανώσεων, θρησκειών, που όλα έχουν οδηγήσει σε καταστροφές κλίμακας ή στην πιο απλή εκδοχή τους έχουν αναστείλει την εξέλιξη των Κοινωνιών.
Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας; Ποια είναι η ψυχολογική βάση της πίστης σε θεωρίες συνωμοσίας;
Ο πολιτικός επιστήμονας Michael Barkun προσδιορίζει τρεις τύπους των θεωριών συνωμοσίας:
- όταν μια συνωμοσία είναι υπεύθυνη για ένα μεμονωμένο γεγονός (όπως οι Δίδυμοι Πύργοι)
- θεωρίες συνωμοσίας συστημικού τύπου – όταν μια ενιαία οργάνωση έχει ως στόχο να αποκτήσει τον έλεγχο μάζας (όπως οι Εβραίοι, οι Ελευθεροτέκτονες, η Καθολική Εκκλησία κ.λπ.) και
- οι super-συνωμοσιολογικές θεωρίες, όταν πολλές συνωμοσίες που συνδέονται μεταξύ τους λειτουργούν από κοινού για έναν κοινό στόχο (όπως η Νέα Παγκόσμια Τάξη).
Αλλά όλα αυτά έχουν κάτι κοινό; Όλες οι θεωρίες συνωμοσίας ισχυρίζονται ότι πολύπλοκες διαδικασίες διεξάγονται από κρυφές, μυστικές δυνάμεις, σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο.
Αναμφίβολα οι κυβερνήσεις, οι θρησκείες και άλλα θεσμικά όργανα κάνουν πράγματα που δεν γνωρίζουμε, αλλά μια θεωρία συνωμοσίας αξιοποιεί αυτό το γεγονός σε μια νέα ακραία πεποίθηση ότι αυτό που γίνεται είναι κακόβουλο, καθιστώντας τους πιθανά συνωμοτούντες τους χειρότερους εχθρούς μας.
Ένας λόγος για τον οποίο οι θεωρίες συνωμοσίας είναι δημοφιλείς είναι επειδή οι άνθρωποι έχουν μια φυσική τάση να αναζητούν νόημα σε διαφορετικά τυχαία γεγονότα.
Ο νευρολόγος Klaus Konrad επινόησε τον όρο αποφένια το 1948 για να χαρακτηρίσει την έναρξη της παραληρητικές σκέψης στην ψύχωση – ως όρος σημαίνει την εμπειρία του να δει κάποιος νόημα, οικεία μοτίβα ή συνδέσεις σε τυχαία δεδομένα.
Οι εγκέφαλοί μας έχουν εξελιχθεί για να συνδέουν τα δεδομένα και να δημιουργούν νόημα στα μοντέλα ή μοτίβα που θεωρούμε πως βλέπουμε.
Οι πρόγονοί μας θα είχαν σίγουρα εξελικτικό πλεονέκτημα να έχουν έναν εγκέφαλο σαν αυτόν. Για παράδειγμα η σύνδεση των δεδομένων «θρόισμα των φύλλων ενός θάμνου» με την πιθανότητα αυτό το φαινόμενο να συνδέεται (εκτός της προφανούς εξήγησης ότι το θρόισμα προκαλείται από τον άνεμο) με την ύπαρξη λιονταριού πίσω από τον θάμνο, βοήθησε στην επιβίωση των προγόνων μας από τους ποικίλους εχθρούς που είχε και με δεδομένη την φυσική του αδυναμία να αντιπαρατεθεί σε πολλούς από αυτούς.
Οι άνθρωποι δεν είναι πολύ καλοί στην εκτίμηση αν ένα θρόισμα στους θάμνους, για παράδειγμα, είναι μια απειλή ή όχι. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, το τίμημα να πιστεύουν ότι το θρόισμα οφείλεται σε ένα αρπακτικό θηρίο, μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο, παρά το αντίθετο (υποτίμηση των δεδομένων).
Δυστυχώς, οι εγκέφαλοί μας δεν έχουν εξελιχθεί για την ανίχνευση της αλήθειας από μοτίβα με ψευδή πρότυπα ή δεδομένα. Δεν υπάρχει μηχανισμός ανίχνευσης λάθους στον εγκέφαλό μας. Ευτυχώς όμως έχουμε την επιστημονική μέθοδο, η οποία μας επιτρέπει να εντοπίζουμε τα πραγματικά μοτίβα από τα ψεύτικα, εξετάζοντας τα αντικειμενικά στοιχεία που υπάρχουν.
Μια από τις πιο γνωστές θεωρίες συνωμοσίας ήταν η πρώτη προσσελήνωση (1969) και ειδικά το φαινόμενο του «κυματισμού της αμερικάνικης σημαίας». Με δεδομένο ότι στην Σελήνη δεν υπάρχει αέρας και ως εκ τούτου άνεμος, που να κάνει την σημαία να κυματίζει, πολλοί οδηγήθηκαν να πιστεύουν ότι η προσσελήνωση δεν έγινε ποτέ και οι σκηνές που μεταδόθηκαν στην τηλεόραση ήταν στην πραγματικότητα προϊόν της κινηματογραφικής βιομηχανίας, ώστε να χρησιμοποιηθεί η ψευδής προσσελήνωση ως προπαγάνδα των Αμερικανών.
Η εξήγηση βέβαια είναι πολύ απλή και επιστημονική – ο «κυματισμός» προκλήθηκε από της ταλαντώσεις του μεταλλικού ιστού της σημαίας κατά την τοποθέτηση της στο έδαφος της σελήνης.
Η έλλειψη τριβής και αντίστασης από την έλλειψη αέρα, προκάλεσε την συνεχή ταλάντωση του ιστού, που μεταφέρθηκε στο πλαστικό ύφασμα της σημαίας. Όμως, παρά τα στοιχεία, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να είναι προσκολλημένοι σε αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας. Γιατί;
Στην ψυχολογία υπάρχει και κάτι που λέγεται επιβεβαίωση προκατάληψης . Αυτή είναι η τάση στον άνθρωπο να ερμηνεύσει τις πληροφορίες με έναν τρόπο που επιβεβαιώνει τις προηγούμενες αντιλήψεις και πεποιθήσεις μας.
Υπάρχει επίσης κάτι που ονομάζεται γνωστική ασυμφωνία και συμβαίνει όταν κάποιος αισθάνεται δυσφορία στην σύγκρουση δύο συστημάτων πεποιθήσεων. Για να ξεπεραστεί αυτή η σύγκρουση, θα πρέπει να διαχειριστεί πληροφορίες, δεδομένα και στοιχεία με τέτοιο τρόπο που να διατηρεί και τα δύο συστήματα πεποιθήσεων το δυνατόν αναλλοίωτα.
Τόσο η επιβεβαίωση της προκατάληψης, όσο και γνωστική ασυμφωνία είναι πολύ συχνά φαινόμενα και δύναται να εξηγήσει γιατί διαφορετικοί και κατά τα άλλα πολύ λογικοί άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν επίσης στην Αστρολογία, Κρυσταλλοθεραπεία, ανάγνωση ταρώ, μέντιουμ κλπ.
Μια άλλη επίσης ιδιαίτερα γνωστή θεωρία συνωμοσίας ήταν οι αλλεπάλληλες εκρήξεις στους Δίδυμους Πύργους μετά την πρόσκρουση των αεροπλάνων. Στην προσπάθεια να εξηγηθούν αυτές, διατυπώθηκε η θεωρία συνωμοσίας ότι είχαν τοποθετηθεί εκ των προτέρων βόμβες στους Πύργους – από την Κυβέρνηση φυσικά, που γνώριζε για τις επιθέσεις, αλλά δεν τις απέτρεψε σκοπίμως, διότι θα εξυπηρετούσε τα επόμενα σχέδια που είχε.
Η αλήθεια είναι επίσης απλή και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Το τηκόμενο αλουμίνιο των κτιρίων όταν ήρθε σε επαφή με το νερό των συστημάτων πυρόσβεσης, αντέδρασε χημικά απελευθερώνοντας τεράστιες ποσότητες υδρογόνου, που προκάλεσαν τις αλλεπάλληλες εκρήξεις.
Βέβαια, στην τόσο τραγική στιγμή που βίωσε το αμερικανικό έθνος μετά τις επιθέσεις, που ο φόβος και το άγχος επόμενων πιθανών επιθέσεων κατέστησε έναν ολόκληρο λαό ψυχολογικά ευάλωτο, η Κυβέρνηση των ΗΠΑ ανταπάντησε με μια εξίσου Θεωρία Συνωμοσίας του «Άξονα του Κακού», που νομιμοποίησε στην συνείδηση του αμερικανικού (αλλά και του παγκόσμιου) Κοινού, τους επόμενους πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ, αλλά και την περιστολή βασικών δημοκρατικών αρχών και κατακτήσεων.
Οι άνθρωποι έχουν την τάση να πιστεύουν ότι ένα σημαντικό γεγονός θα έχει μια σημαντική αιτία. Αυτό προϋποθέτει αυτό που ονομάζουμε Κοινή Λογική. Εξάλλου, η γνωστή λατινική ρήση Cui Bono (ποιος ωφελείται), συνοψίζει την τάση του ανθρώπου να ψάχνει πίσω από τα φαινόμενα, για εξηγήσεις που μπορεί να τις απαρτιώσει λογικά ή τουλάχιστον με λογικοφανή τρόπο.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των θεωριών συνωμοσίας η «φυσική» παρανοϊκότητα του Ανθρώπου. Το να είναι κάποιος παρανοειδής για πιθανές απειλές είναι χρήσιμο, επειδή καθιστά το Άτομο πιο προσεκτικό σε πιθανή απειλή.
Στη σύγχρονη εποχή, πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τις οργανώσεις της θρησκείας, της κυβέρνησης, των οικονομικών λόμπυ και άλλων ως απειλές – το οποίο είναι κατανοητό, δεδομένου ότι έχουν ισχυρή θέση και επιρροή.
Έτσι, καθίσταται επιφυλακτικός έως παρανοειδής σε ότι αφορά δραστηριότητες αυτών. Αυτή η παράνοια μπορεί στη συνέχεια να οδηγήσει σε θεωρίες συνωμοσίας. Μερικοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι υπάρχει το στοιχείο της Προβολής στο Συνωμοσιολογία και εκδηλώνεται με τη μορφή της απόδοσης των ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών του εαυτού μας με τους συνωμότες.
Μια μελέτη του 2011 διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας, εφόσον αυτοί οι ίδιοι θα είναι πιο πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια συνωμοσία, όταν θα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τους δήθεν συνωμότες.
Από την άλλη βέβαια, είναι τελείως άδικο να χαρακτηρίζονται όλες οι θεωρίες συνωμοσίας ως παράλογες ή παρανοϊκές, δεδομένου ότι αρκετές θεωρίες συνωμοσίας έχουν αποδειχθεί αληθινές.
Αλλά ακόμα και η συγκρότηση ενός αντίθετου πόλου – αυτόν της «αντι-συνωμοσιολογίας», είναι από μόνη της μια συνωμοσιολογική ανταπάντηση στις συνωμοσίες που υπακούει στην λογική ότι «ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί άμεσα και πειστικά, είναι συνωμοσιολογία, με απώτερο στόχο την συκοφάντηση, οπισθοδρόμηση, αναστολή προόδου κλπ. κλπ»!
Μέχρι λοιπόν να υπάρχει σοβαρή ένδειξη για τις συνωμοσίες δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε άκριτα σε αυτές, αλλά ούτε να αρνούμαστε δογματικά την διερεύνηση τους.