Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (1273-1288)

ΠΗ. ὦ πότνι᾽, ὦ γενναῖα συγκοιμήματα,
Νηρέως γένεθλον χαῖρε· ταῦτα δ᾽ ἀξίως
1275 σαυτῆς τε ποιεῖς καὶ τέκνων τῶν ἐκ σέθεν.
παύω δὲ λύπην σοῦ κελευούσης, θεά,
καὶ τόνδε θάψας εἶμι Πηλίου πτυχάς,
οὗπερ σὸν εἷλον χερσὶ κάλλιστον δέμας.
κᾆτ᾽ οὐ γαμεῖν δῆτ᾽ ἔκ τε γενναίων χρεὼν
1280 δοῦναί τ᾽ ἐς ἐσθλούς, ὅστις εὖ βουλεύεται,
κακῶν δὲ λέκτρων μὴ ᾽πιθυμίαν ἔχειν,
μηδ᾽ εἰ ζαπλούτους οἴσεται φερνὰς δόμοις;
οὐ γάρ ποτ᾽ ἂν πράξειαν ἐκ θεῶν κακῶς.

ΧΟ. πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων,
1285 πολλὰ δ᾽ ἀέλπτως κραίνουσι θεοί·
καὶ τὰ δοκηθέντ᾽ οὐκ ἐτελέσθη,
τῶν δ᾽ ἀδοκήτων πόρον ηὗρε θεός.
τοιόνδ᾽ ἀπέβη τόδε πρᾶγμα.

***
ΠΗΛΕΑΣ
Ω σεβαστή και γενναιόψυχη συντρόφισσά μου,
του Νηρέα κόρη, χαίρε. Ό,τι κι αν πράξεις
είναι πρεπούμενο για σένα και για τα παιδιά σου.
Αφού εσύ μου το προστάζεις, θεά,
θα σταματήσω τον θρήνο μου.
Και τούτον τον νεκρό θα τον θάψω
στου Πηλίου τα φαράγγια,
εκεί που αγκάλιασα τ᾽ ωραίο σου το κορμί.
Γι᾽ αυτό λοιπόν πρέπει ο καθένας που σωστά
σκέφτεται να γυρεύει σύζυγο ευγενή
1280 και σε καλούς τις κόρες του να δίνει·
και ν᾽ αποφεύγει τους κακούς τούς γάμους,
ακόμα κι αν του φέρνουνε πολλά προικιά.
Αν έτσι σκέφτεται, ποτέ οι θεοί
δεν θα τον ρίξουνε σε δυστυχία.
(Δούλοι παίρνουν το φορείο με τον νεκρό Νεοπτόλεμο και κατευθύνονται προς το παλάτι.)

ΧΟΡΟΣ
Είναι πολλές οι μορφές
που παίρνουνε τα θεϊκά,
πολλά τ᾽ ανέλπιστα
που οι θεοί πραγματώνουν.
Αυτά που περιμένουμε δεν γίνονται,
και για τ᾽ απρόσμενα
βρίσκει ο θεός τον τρόπο να γενούνε.
Τέτοιο τέλος είχε κι αυτό το δράμα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΜΥΡΝΑ ή ΜΥΡΡΑ

ΣΜΥΡΝΑ ή ΜΥΡΡΑ
(φυτό, μύρρα)
 
μύῤῥα δὲ ἡ σμύρνα παρ᾽ Αἰολεῦσιν, ἀφ᾽ ἧς τὰ πολλὰ τῶν
μύρων ἐσκευάζετο
(Αθήν., Δειπνοσοφοσταί 1.1.155)
 
Σύμφωνα με τον μύθο, η Σμύρνα, κόρη ή εγγονή της Νύμφης Ωρείθυιας και του βασιλιά Θείαντα, γιου του Βήλου, που ζούσε στην περιοχή του Λιβάνου, ερωτεύτηκε τον πατέρα της. Τον άνομο αυτό έρωτα τής τον ενέβαλε η Αφροδίτη, γιατί δεν την τιμούσε, κάτι που συνήθιζε η θεά σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η παραμάνα της Ιππολύτη την έβαζε στον κοιτώνα του πατέρα της με σκεπασμένο πρόσωπο, ενώ σε εκείνον είχε πει ότι κοπέλα από αρχοντική γενιά ήθελε να βρεθεί μαζί του αλλά να μείνει άγνωστη. Όταν ο Θείαντας θέλησε να μάθει ποια ήταν η αρχόντισσα με την οποία κοιμόταν για δώδεκα νύχτες, κράτησε λαμπάδα. Ο πατέρας της την καταδίωξε με μαχαίρι και η Σμύρνα, ήδη έγκυος, παρακάλεσε τους θεούς να μην την αφήσουν ούτε στον κόσμο των ανθρώπων ούτε των νεκρών, και αυτοί τη μεταμόρφωσαν* στο δέντρο μύρρα. Δέκα μήνες μετά ο φλοιός του δέντρου έσκασε και βγήκε από εκεί ένα όμορφο αγόρι, ο Άδωνης, τόσο όμορφο που το διεκδίκησαν δυο θεές, η Αφροδίτη και η Περσεφόνη (βλ. Άδωνης). Οι καρποί του δέντρου είναι τα δάκρυα της Σμύρνας.
 
Ενίοτε ως πατέρας της Σμύρνας αναφέρεται ο Κινύρας και ως μητέρα της η Κεγχρεΐς. Αυτή φαίνεται να ευθύνεται, σε άλλες εκδοχές του μύθου, για τον άνομο έρωτα της κόρης της, γιατί είχε παινευτεί ότι η κόρη της ήταν πιο όμορφη από την ίδια τη θεά της ομορφιάς. Όταν η Σμύρνα συνειδητοποίησε τον άνομο έρωτά της, θέλησε να κρεμαστεί αλλά η τροφός τη συμβούλευσε να αποδεχθεί και να ικανοποιήσει το πάθος της. Ο κορεσμός του πάθους έφερε την ντροπή και η Σμύρνα κρύφτηκε στο δάσος. Εκεί η Αφροδίτη τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, γιατί λυπήθηκε το αθώο θύμα της ύβρεως της μητέρας της. Ο ίδιος ο πατέρας της και πατέρας του παιδιού της Κινύρας έσκισε τη φλούδα του δέντρου με το μαχαίρι του και ελευθέρωσε το μωρό ή ένας κάπρος με τους χαυλιόδοντές τους.
 
(Για τις διάφορες παραδόσεις και την ιστορία της Σμύρνας και του Άδωνη βλ. Απολλόδωρος 3.14.2**)
-------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πόσο τυχαία είναι η επιλογή του ονόματος της παραμάνας; Το όνομα είναι, βέβαια, συνηθισμένο, όμως αναπόφευκτα προσκαλείται στη μνήμη η ιστορία ενός άλλου άνομου έρωτα, της Φαίδρας για τον προγονό της Ιππόλυτο και τον ρόλο της παραμάνας της βασίλισσας ως μεσολαβήτριας. Εξάλλου, και ο άνομος έρωτας της Σμύρνας για τον πατέρα της ήρθε ως τιμωρία από τη θεά, γιατί δεν την τιμούσε, όπως ακριβώς ο Ιππόλυτος.
 
*Σμύρνας μεταμόρφωση
 
Η οργή της Αφροδίτης (επειδή δεν την τιμούσε [η Σμύρνα]) την παρακίνησε να ερωτευτεί τον πατέρα της [Θείαντα, βασιλιά των Ασσυρίων], και με συνεργό την τροφό της εξαπάτησε τον πατέρα της και ενώθηκε μαζί του για δώδεκα νύχτες. Όταν εκείνος το κατάλαβε, τράβηξε το σπαθί του και την καταδίωξε· και η κοπέλα, τη στιγμή που ήταν να την πιάσει, προσευχήθηκε στους θεούς να εξαφανιστεί. Και επειδή οι θεοί τη λυπήθηκαν, τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, αυτό που ονομάζουν σμύρνα. Ύστερα από δέκα μήνες, το δέντρο έσκασε και γεννήθηκε το παιδί που πήρε το όνομα Άδωνις.
(Απολλόδωρος, 3.183-184)
 
**Βίος Σμύρνας και Αδώνιδος
 
[Ο Κινύρας] έφτασε στην Κύπρο με πολύ λαό, ίδρυσε την πόλη της Πάφου, παντρεύτηκε εκεί τη Μεθάρμη, κόρη του βασιλιά των Κυπρίων Πυγμαλίωνα, και απέκτησε τον Οξύπορο και τον Άδωνι, καθώς και κόρες, την Ορσεδίκη, τη Λαογόρη και τη Βραισία. Αυτές, εξαιτίας της οργής της Αφροδίτης εναντίον τους, έσμιξαν με ξένους άνδρες και πέθαναν στην Αίγυπτο. Ο Άδωνις, όταν ακόμη ήταν νέος, από την οργή της Άρτεμης εναντίον του, πέθανε στο κυνήγι χτυπημένος από έναν κάπρο. Ο Ησίοδος τον αναφέρει ως γιο του Φοίνικα και της Αλφεσίβοιαας, ενώ ο Πανύασσις τον θέλει γιο του Θείαντα, του βασιλιά των Ασσυρίων, που είχε και μια θυγατέρα, τη Σμύρνα. Η οργή της Αφροδίτης (επειδή δεν την τιμούσε) την παρακίνησε να ερωτευτεί τον πατέρας της, και με συνεργό την τροφό της εξαπάτησε τον πατέρα της και ενώθηκε μαζί του για δώδεκα νύχτες. Όταν εκείνος το κατάλαβε, τράβηξε το σπαθί του και την καταδίωξε· και η κοπέλα, τη στιγμή που ήταν να την πιάσει, προσευχήθηκε στους θεούς να εξαφανιστεί. Και επειδή οι θεοί τη λυπήθηκαν, τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, αυτό που ονομάζουν σμύρνα. Ύστερα από δέκα μήνες, το δέντρο έσκασε και γεννήθηκε το παιδί που πήρε το όνομα Άδωνις και το οποίο η Αφροδίτη, για την ομορφιά του, κρυφά από τους θεούς το έκρυψε σε λάρνακα, την οποία εμπιστεύτηκε στην Περσεφόνη. Εκείνη όμως, μόλις το είδε, αρνήθηκε να το δώσει πίσω. Όταν το ζήτημα τέθηκε στην κρίση του Δία, εκείνος χώρισε το έτος σε τρία μέρη και όρισε το ένα τρίτο του χρόνου ο Άδωνις να μένει μόνος του, το άλλο τρίτο με την Περσεφόνη και το τελευταίο τρίτο με την Αφροδίτη· ο Άδωνις όμως παραχώρησε σε αυτήν και το δικό του μέρος. Αργότερα, ο Άδωνις τραυματίστηκε θανάσιμα από αγριογούρουνο στο κυνήγι και πέθανε.
(Απολλόδωρος 3.9.2)

Αργοπεθαίνει όποιος...

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει το βήμα του, όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του.
 
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια, που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο, που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
 
Αργοπεθαίνει όποιος δεν «αναποδογυρίζει το τραπέζι» όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.
 
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του.
 
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη ή για τη βροχή την ασταμάτητη.
 
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει.
 
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μια φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Σε καταστάσεις πίεσης δείχνουμε ποιοι πραγματικά είμαστε

Σε καταστάσεις που μας εγκλωβίζουν και μας περιορίζουν από επιλογές, καλούμαστε να βγάλουμε την προσωπικότητά μας ολοκληρωμένη, με όλες τις εκφάνσεις της.

Οι ποικίλες εκδοχές ενός χαρακτήρα βγαίνουν ανάλογα με καταστάσεις που βιώνουμε, καθώς και συναισθήματα που μας προκαλεί η καθεμιά. Οι καταστάσεις προκύπτουν από ανθρώπους οι οποίοι προδίδουν την αυθεντικότητα του χαρακτήρα μας και μας αναγκάζουν να εξωτερικεύουμε κάθε στοιχείο του. Ο καθένας ποικίλει καθώς κάποιοι δε δείχνουν ότι πιέζονται κι αποκαλούνται ήρεμοι και άλλοι προσπαθούν να φανούν ήρεμοι αλλά δεν μπορούν.

Η γνησιότητά μας αποκαλύπτεται όταν βρεθούμε στο απόγειο των περιπτώσεων και της πίεσης που θα δεχτούμε. Άλλοι λειτουργούν υπό πίεση, διατηρώντας ένα ύφος ζεν σαν να μην συμβαίνει τίποτα συνταρακτικό γύρω τους. Κάποιοι ψάχνουν να βρουν τρόπους να μοιάσουν στην αντίθετη κατηγορία ανθρώπων μέσω τεχνικών. Σημασία έχει να μπορούμε να διατηρούμε ανεξίτηλη την αξιοπρέπειά μας αναλλοίωτη χωρίς να επιτρέπουμε σε κανέναν να μας την αμαυρώνει.

Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που είναι αξιοθαύμαστοι από πολλούς λόγω χαρισμάτων ή ταλέντων. Η έφεση σε κάποια πράγματα δεν είναι δεδομένη και για κάποιους η ιδιότητα αυτή αποτελεί βουνό για να ανέβουν με πολλή δουλειά, κάτι που για τους πρώτους είναι μονόδρομος. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, άνθρωποι χαρισματικοί δέχονται πιέσεις γιατί «πρέπει» να αποδίδουν πάντα το αναμενόμενο και το προσδοκώμενο.

Τέτοιοι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να λειτουργούν με παρωπίδες και να βλέπουν αυτό που κάνουν καλά σαν τη μοναδική επιλογή, χωρίς όμως να θέλουν να το ακολουθήσουν. Τα περιθώρια γι’ αυτούς στενεύουν κι αυτό που κάνουν δεν τους δημιουργεί την αναμενόμενη ευχαρίστηση. Έτσι, έρχονται σε αντιπαράθεση μ’ αυτούς που τους κατηγορούν ότι καθησυχάζονται. Η αξιοπρέπειά τους θίγεται λόγω εντάσεων κι έτσι καλούνται να την υπερασπιστούν.

Όμως, δεν μπορούν όλοι να το κάνουν. Να βγάλουν την προσωπικότητα που αρμόζει εντός των συνθηκών. Όταν κάποιος επιβάλλει τα δικά του όνειρα μέσω απαιτήσεων βλέποντας ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που του χαρίζει προοπτικές δε χρειάζεται απαραίτητα να το ακολουθήσει.

Οι προσωπικότητες βγαίνουν μπροστά όταν οι απαιτήσεις κορυφώνονται. Όμως, όταν οι απαιτήσεις κορυφώνονται, δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν όλοι. Οι απαιτήσεις φέρνουν εντάσεις και οι εντάσεις αποστάσεις. Όταν κάποιος προσβάλλει το «εγώ» μας και διαταράσσει την ηρεμία μας, τότε δημιουργούνται αποστάσεις, θέλοντας και μη.

Δεν αναγκάζεται κανείς να φέρει προσδοκίες για ανθρώπους που δεν τις δέχτηκαν. Οι προσδοκίες δημιουργούν πιέσεις και μια συμπεριφορά γονεϊκή. Σε αντίθετη περίπτωση, μιλάμε για απαιτήσεις αλλά όχι για προσδοκίες. Η διαφορά τεράστια. Οι απαιτήσεις κορυφώνονται αλλά δεν λειτουργούν όλοι για να αναδείξουν προσωπικότητες αλλά για να υποβαθμίσουν άλλες. Δε δουλεύουν όλοι το ίδιο κι αυτή η ανισότητα σχέσεων προσπάθειας και συνεργασίας, αναδεικνύει αυτόματα προσωπικότητες που θα διεκδικήσουν τη δουλειά τους με κάθε κόστος. Σε εργασιακά περιβάλλονται η ποιότητα δε διασφαλίζεται με το επίπεδο που βρίσκεται κάποιος. Θίγονται προσωπικότητες γιατί κάποιοι αλλάζουν ταμπέλες.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν, η σιωπή μιλά από μόνη της

Και έρχεται η στιγμή που πνίγεσαι… Που υπάρχουν μέσα σου τόσοι διάλογοι, υπάρχουν τόσα λόγια, υπάρχουν σκέψεις. Κάθεσαι με τις ώρες και σκέφτεσαι, τι έκανες, πώς αντέδρασες, βάζεις τον εαυτό σου σε μια διαδικασία διαμάχης. Αρχίζεις να μιλάς, να κάνεις διάλογο με μοναδικό ακροατή εσένα.

Ρωτάς, απαντάς ξανά ρωτάς, παίρνεις τη θέση κάποιου τρίτου, καμία φορά ακόμα και περισσότερων ανθρώπων. Προσπαθείς να βρεις τις αιτίες, τις λύσεις, προσπαθείς να πάρεις απαντήσεις, να βγάλεις συμπεράσματα για συμπεριφορές και πλάθεις τα δικά σου σενάρια.

Και ύστερα, κουρασμένος πλέον, μην έχοντας άλλες ψυχικές αντοχές να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι βρήκες τη λύση. Ποια λύση; Ας μην εξαπατόμαστε, ακόμα και στα μαθηματικά για να έχεις ένα αποτέλεσμα χρειάζεσαι τουλάχιστον δύο αριθμούς. Με τους ανθρώπους πιστεύεις η μονάδα αρκεί;

Και όλο αυτό συμβαίνει γιατί απλά δείλιασες. Ναι ακριβώς. Είχες μπροστά σου όλα όσα χρειαζόσουν, ήταν η καλύτερη στιγμή, απλά εσύ διάλεξες να σωπάσεις. Και τώρα όλα γυρνούν στο μυαλό σου γιατί αυτά που δεν κατάφερες να πεις με λόγια, αυτά που δεν άφησες να φύγουν από μέσα σου, δεν βρήκαν διέξοδο και έχουν φωλιάσει. Και όσο τα κρατάς κλειστά και κλειδωμένα, εκείνα αντιδρούν. Δεν τους αρέσει να φυλακίζονται, οι λέξεις είναι ελεύθερες και έτσι ελεύθερες τριγυρνούν μέσα σου μέχρι να απελευθερωθούν.

Ξέρεις τι θα συμβεί αν δεν καταφέρουν να αποδράσουν, αν φανείς εσύ πιο επίμονος από αυτές, αν τις αγνοήσεις; θα μείνουν εκεί για λίγο ήσυχες μέχρι που θα πιστέψεις κι εσύ ίδιος ότι δεν υπάρχουν κι όταν στην παρέα τους κάνεις το λάθος και προσθέσεις και άλλες, τότε όλες μαζί θα ενωθούν, θα συμμαχήσουν, θα δυναμώσουν και το ξεσήκωμά τους θα είναι αναπόφευκτο.

Εντάξει όμως δείλιασες, δεν ήσουν έτοιμος ακόμα να μιλήσεις, ήθελες να πάρεις τον χρόνο σου, να βεβαιωθείς για τις σκέψεις σου, να μιλήσεις και να ακούσεις πρώτα εσένα. Ο χρόνος που χρειάστηκε, λίγος – πολύς, εσύ το ξέρεις καλύτερα από όλους, πέρασε, τώρα γιατί ακόμα σωπαίνεις;

Γιατί πιστεύεις ότι τα λόγια σου δεν θα έχουν καμία σημασία για τον άλλο. Γιατί οι πράξεις του, σου έδειξαν και σε έφεραν στο σημείο που βρίσκεσαι. Γιατί για σένα αυτά που θα ακουστούν έχουν αξία και θέλεις ο άλλος που θα τα πάρει, να τα προσέξει σαν θησαυρό. Γιατί θέλεις να καταλάβουν τη σιωπή σου και όσα δεν έχεις πει, να ειπωθούν μέσω αυτής.

Μόνο που η σιωπή μιλάει στους άλλους όταν οι λέξεις σου πραγματικά έχουν τελειώσει, όταν οι σκέψεις σου έχουν φύγει και όταν οι διάλογοί σου πλέον είναι πραγματικοί. Τότε μόνο η σιωπή σου θα κάνει θόρυβο, τότε μόνο εσύ θα σωπάσεις.

William James: Η άποψη μας για τον κόσμο διαμορφώνεται από αυτό που αποφασίζουμε να ακούσουμε

Οι συνεισφορές του William James τόσο στην φιλοσοφία όσο και στην ψυχολογία έδωσαν φως σε πολλές θεωρίες και επεξηγηματικά μοντέλα και στους δύο κλάδους. Θεωρείται ο πατέρας της Αμερικάνικης ψυχολογίας λόγω της ρεαλιστικής και λειτουργικής προσέγγισης του. Τα ακόλουθα αποφθέγματα του συνοψίζουν την αντίληψη του για την ψυχολογία.

Γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες σε πλούσια οικογένεια. Η δεκαετία του ’70 ήταν μια κρίσιμη καμπή στην ζωή του. Πέρασε μια βαθιά συναισθηματική κρίση, παντρεύτηκε και άρχισε να δουλεύει ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1872. Από τότε, αφιερώθηκε στο να μελετήσει σε βάθος την σχέση ανάμεσα στις συνειδητές και συναισθηματικές καταστάσεις.

Το πρώτο του βιβλίο «Οι αρχές της ψυχολογίας» τον έκανε έναν πολύ σημαντικό στοχαστή. Έγινε επίσης η μεγαλύτερη συνεισφορά του στην έρευνα της ψυχολογίας. Αυτός ο συγγραφέας άφησε μια σειρά από θαυμάσια αποφθέγματα που κατέχουν μεγάλη σημασία και σοφία.
«Οτιδήποτε μπορείς να κρατήσεις σταθερά στην φαντασία σου, μπορεί να γίνει δικό σου».
Το μυαλό ως αντικείμενο γνώσης

Ο William James ίδρυσε το εργαστήριο ψυχολογίας στο Χάρβαρντ όπου ξεκίνησε την Σχολή Λειτουργικής Ψυχολογίας. Αυτό το μοντέλο επικεντρώνεται στην μελέτη του μυαλού ως ένα λειτουργικό και σημαντικά χρήσιμο μέρος του σώματος.
«Η μεγαλύτερη ανακάλυψη της γενιάς μου είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την ζωή του αλλάζοντας την στάση του.»
Έβλεπε την συνείδηση ως ποτάμι, μια συνεχόμενη ροή σκέψεων, ιδεών και νοητικών εικόνων. Γι' αυτό τον λόγο, δεν υπάρχει τίποτα στο μυαλό που μπορεί να απομονωθεί ή να αποθηκευτεί για μελέτη, δεδομένου ότι τα πάντα μπορούν να κατανοηθούν μόνο σε αυτό το πλαίσιο.
«Το πιο αμετάβλητο εμπόδιο στην φύση βρίσκεται ανάμεσα στις σκέψεις ενός ανθρώπου και ενός άλλου.»
«Η πίστη δημιουργεί το πραγματικό γεγονός.»
Οι απρόσιτες σκέψεις μας

Ο William James πίστευε ότι τα πιστεύω, οι ιδέες και οι σκέψεις μας ανήκουν στον καθένα μας, πράγμα που μας καθιστά απρόσιτους στους άλλους. Αυτή η ιδέα της ιδιωτικοποίησης ή του αδιαπέραστου είχε έντονες επιπτώσεις στην φιλοσοφική μας αντίληψη για την ψυχολογία.
«Όταν δύο άτομα συναντιούνται, είναι παρόντες έξι άνθρωποι. Υπάρχει ένας άνθρωπος όπως βλέπει τον εαυτό του, ένας όπως τον βλέπει ο άλλος και ένας άλλος όπως είναι στην πραγματικότητα.»
Με κάποιον τρόπο, αυτό ήταν για να αναγνωρίσουμε έναν περιορισμό: παραδεχόμαστε ότι η πειραματική ψυχολογία δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει πλήρως το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη σκέψη. Έτσι, μελετώντας το ανθρώπινο μυαλό, μελετάμε στην πραγματικότητα μια αφηρημένη έννοια, τον «εαυτό».
«Η άποψη μας για τον κόσμο διαμορφώνεται από αυτό που αποφασίζουμε να ακούσουμε.»
Μια ρεαλιστική εστίαση: η λειτουργία του μυαλού

Η βασική ιδέα αυτού του μοντέλου είναι ότι η αλήθεια είναι αυτή που πραγματικά λειτουργεί. Εδώ, η έννοια «αλήθεια» βασίζεται στην χρησιμότητα. Δηλαδή, με ρεαλιστικούς όρους, αυτό που είναι αληθινό, είναι αυτό που είναι χρήσιμο. Οι συνέπειες, οι επιπτώσεις και αυτά που λαμβάνουμε από κάτι μας επιτρέπουν να το κατηγοριοποιήσουμε ως αληθινό ή ψεύτικο.
«Καθώς δεν υπάρχει χειρότερο ψέμα από μια παρεξηγημένη αλήθεια από αυτούς που την ακούν.»
Αυτό είναι ένα από τα πιο διάσημα αποφθέγματα του, αν και επιβλητικό, κάνει τις ιδέες του για την αλήθεια πολύ ξεκάθαρες. Γι' αυτόν δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, μάλλον απλές απόψεις.
«Δεν υπάρχει καμία απολύτως κοινή και καθολική άποψη».
Το επόμενο απόφθεγμα μιλά για το πώς δημιουργούμε το δικό μας νόημα για τις εμπειρίες ή τις συμπεριφορές με βάση τα αποτελέσματα. Δηλαδή, κρίνουμε τα πράγματα με τα γεγονότα, και αυτός μπορεί να είναι ένας πολύ σχετικός τρόπος για να βρούμε το νόημα.
«Αν πιστεύετε ότι με το να νιώθετε άσχημα ή με το να ανησυχείτε θα αλλάξει ένα παρελθοντικό ή ένα μελλοντικό γεγονός, τότε κατοικείτε σε έναν άλλον πλανήτη με διαφορετικό σύστημα πραγματικότητας.»
Πρότεινε μια από τις κύριες ψυχοφυσιολογικές θεωρίες για τα συναισθήματα

Είναι γνωστή ως η θεωρία James-Lange. Την πρότεινε ταυτόχρονα με -αν και ανεξάρτητα από- τον Carl Lange το 1884. Βασίζεται στην ιδέα ότι το συναίσθημα είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής αντίληψης των φυσιολογικών αλλαγών. Αυτό σημαίνει ότι δεν κλαίμε γιατί είμαστε λυπημένοι, είμαστε λυπημένοι γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι κλαίμε.
«Η πράξη φαίνεται να ακολουθεί το συναίσθημα, αλλά στην πραγματικότητα η πράξη και το συναίσθημα πάνε μαζί. Και ρυθμίζοντας την πράξη που βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο της θέλησης, μπορούμε να ρυθμίσουμε έμμεσα το συναίσθημα.»
Αυτή η θεωρία είναι «ψυχοφυσιολογική» επειδή μιλά για την σχέση μεταξύ των σωματικών αλλαγών και της αντίληψης των ερεθισμάτων που προκαλούν το συναίσθημα.

Αυτά τα αποφθέγματα συμβολίζουν τα πιο αξιοσημείωτα πράγματα για τον τρόπο σκέψης του William James. Σκέψεις που για πολλούς τον έκαναν τον πατέρα της ψυχολογίας.

ΞΕΝΟΦΩΝ: Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μ’ όλο που διαθέτουν πάρα πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό

ΞΕΝΟΦΩΝ, Συμπόσιον ΙΙΙ 8

Τί γάρ σύ, εἶπεν [ὁ Καλλίας], ἐπί τίνι μέγα φρονεῖς, ὦ Ἀντίσθενες; Ἐπί πλούτω, ἔφη.Ὁ μέν δή Ἑρμογένης ἀνήρετο εἰ πολύ εἴη αὐτῶ ἀργύριον. Ὁ δέ ἀπώμοσε μηδέ ὀβολόν. Ἀλλά γῆν πολλήν κέκτησαι; Ἴσως ἄν, ἔφη, Αὐτολύκῳ τούτῳ ἱκανή γένοιτο ἐγκονίσασθαι.

Και συ λοιπόν, Αντισθένη, είπε ο Καλλίας, για ποιο πράγμα καυχιέσαι; “Για τον πλούτο μου”, είπε αυτός. Τότε ο Ερμογένης τον ρώτησε αν είχε πολλά χρήματα, κι εκείνος πήρε όρκο πως δεν είχε ούτε δεκάρα. “Μήπως έχεις πολύ καλλιεργήσιμη γη;” “Όση θα ήταν αρκετή για να κυλιστεί [πριν από την πάλη] τούτος εδώ ο Αυτόλυκος”, είπε ο Αντισθένης.

ΞΕΝΟΦΩΝ, Συμπόσιο IV 34 – 44.

Έλα λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, λέγε μας πάλι πώς συμβαίνει, Αντισθένη, ενώ έχεις τόσο μικρή περιουσία, να καυχιέσαι για πλούτο.

“Διότι είμαι της γνώμης, φίλοι, ότι τον πλούτο και την φτώχεια οι άνθρωποι δεν τα έχουν στο σπίτι αλλά στην ψυχή τους. Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μ’ όλο που διαθέτουν πάρα πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό, ώστε καταβάλλουν κάθε προσπάθεια και διακινδυνεύουν τα πάντα προκειμένου να αποκτήσουν περισσότερα· και ξέρω και αδέλφια που αν και κληρονόμησαν ίσα μερίδια ωστόσο ο ένας από αυτούς έχει όσα του χρειάζονται για να ζει και επιπλέον κάποιο περίσσευμα, ενώ ο άλλος στερείται τα πάντα.

Ακούω επίσης για κάποιους τυράννους πως έχουν τέτοια δίψα για λεφτά, ώστε κάνουν πράγματα πολύ χειρότερα κι από τους πιο απένταρους. Γιατί, φυσικά, είναι η ανέχεια που κάνει άλλους να κλέβουν, άλλους να γίνονται διαρρήκτες, άλλους να γίνονται σωματέμποροι· ενώ υπάρχουν κι ορισμένοι τύραννοι που καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες, σκοτώνουν αμέτρητους ανθρώπους, συχνά μάλιστα υποδουλώνουν κι ολόκληρες πολιτείες για τα λεφτά. Αυτούς εγώ τους οικτείρω, και πάρα πολύ, για την πολύ βαριά τους αρρώστια. Μου δίνουν την εντύπωση πως έχουν πάθει ότι κι ένας άνθρωπος με μεγάλη περιουσία, ο οποίος αν και τρώει πολύ, δεν χορταίνει ποτέ.

Όσο για μένα έχω τόσα που κι εγώ ο ίδιος με δυσκολία τα βρίσκω· ωστόσο υπάρχουν αρκετά για να τρώγω ώστε να μην πεινάω και να πίνω ώστε να μην διψώ και να είμαι ντυμένος ώστε όταν είμαι έξω να μην τρέμω από το κρύο περισσότερο απ’ ότι τούτος εδώ ο πάμπλουτος Καλλίας.

Κι όταν βρεθώ στο σπίτι, οι τοίχοι μού φαίνονται σαν πολύ ζεστά ρούχα, τα ταβάνια σαν πολύ χοντρά πανωφόρια, κι η κρεβατόστρωσή μου είναι τόσο επαρκής που δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι. Αν καμιά φορά το σώμα μου νιώσει την ανάγκη να πλαγιάσει με γυναίκα, αρκούμαι σε τέτοιον βαθμό σε ό,τι υπάρχει μπροστά μου, ώστε σ’ όποιες πηγαίνω με γλυκοφιλούν, γιατί κανένας άλλος δεν θέλει να τις πλησιάσει.

Κι όλα αυτά μου φαίνονται έτσι γλυκά, που κάνοντάς τα δεν θα μπορούσα να ευχηθώ να δοκιμάσω μεγαλύτερη χαρά αλλά μάλλον μικρότερη· τόσο πολύ έχω την εντύπωση πως ορισμένα από αυτά είναι πιο ευχάριστα κι απ’ ό,τι θα με συνέφερε. Αλλά πιο σημαντικό κτήμα μέσα στα πλούτη μου θεωρώ τούτο: ότι αν μου αφαιρούσε κάποιος κι αυτά που έχω τώρα, δεν βλέπω να είναι καμιά δουλειά τόσο εξευτελιστική που να μην μου εξασφαλίζει αρκετή τροφή.

Γιατί όποτε νιώσω την ανάγκη να απολαύσω κάτι, δεν παίρνω από την αγορά ακριβά πράγματα – έρχονται, βλέπεις, πανάκριβα – αλλά τα βγάζω μέσα από την ψυχή μου. Κι υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά ως προς την ηδονή, όταν αγγίζω κάτι, αφού πρώτα περιμένω να νιώσω την ανάγκη γι’αυτό, απ’ ότι όταν δοκιμάζω κάποιο ακριβό πράγμα, έτσι επειδή έτυχε – όπως τώρα δα που πίνω αυτό το θασίτικο κρασί χωρίς να αισθάνομαι δίψα.

Αλήθεια όμως, είναι φυσικό, όσοι έχουν προσανατολιστεί περισσότερο στη λιτότητα παρά στα πολλά λεφτά, να είναι πιο δίκαιοι άνθρωποι. Γιατί όσοι πιστεύουν ότι αυτά που οι ίδιοι έχουν είναι με το παραπάνω αρκετά, ελάχιστα ορέγονται όσα έχουν οι άλλοι.

Κι αξίζει ακόμη να καταλάβει κανείς ότι ένας τέτοιος πλούτος κάνει τους ανθρώπους γενναιόδωρους. Γιατί και τούτος εδώ ο Σωκράτης, στον οποίο οφείλω αυτό τον πλούτο, μου πρόσφερε μια βοήθεια όχι περιορισμένη και με μέτρο, αλλά ό,τι μπορούσα να το κρατήσω μου το έδινε· κι εγώ τώρα δεν φθονώ κανέναν, αλλά τον θησαυρό που έχω στην ψυχή μου τον δείχνω σ’ όλους τους φίλους και τον προσφέρω σ’ όποιον τον θέλει.

Και το πιο περίκομψο κτήμα μου: το βλέπετε πως πάντα έχω ελεύθερο χρόνο, ώστε και να βλέπω όσα αξίζουν να τα βλέπει κανείς, και να ακούω όσα αξίζουν να τα ακούει και – πράγμα που εγώ το θεωρώ πολύτιμο – να περνώ απερίσπαστος την ημέρα μου μαζί με τον Σωκράτη.

Κι αυτός πάλι δεν θαυμάζει όσους έχουν πολύ χρυσάφι, αλλά συναναστρέφεται αυτούς που του είναι αρεστοί”.

Αυτά είπε ο Αντισθένης.

Μη ζεις κάνοντας διαρκώς συγκρίσεις… Μην αξιολογείς αυτό που έχεις με βάση τι έχει ο άλλος

Ωστόσο, έχουμε μάθει να δημιουργούμε, μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερες προσδοκίες.

Για να ανακαλύψουμε πώς θα απαλλαγούμε απ’ αυτές, πρέπει να αναρωτηθούμε πώς δημιουργούνται.

Μπορούν να δημιουργηθούν με δύο τρόπους: έναν παθητικό και έναν ενεργητικό.

Η παθητική μέθοδος συνίσταται, βασικά, στην υπάκουη συμπεριφορά να συσσωρεύει κανείς γονεϊκές εντολές και αντιλήψεις χωρίς να τις εξετάζει…ποτέ.

Να τρέχω, δηλαδή, πίσω από την επιθυμία να ανταποκριθώ σ’ εκείνη την εξιδανικευμένη εικόνα που αντανακλά πιστά αυτό που περίμεναν από μένα οι γονείς μου, ο παππούς μου, ο δάσκαλός μου στην πέμπτη δημοτικού, ο εφημέριος του χωριού ή δεν ξέρω ποιος άλλος.

Η δεύτερη μέθοδος απαιτεί προσωπική δουλειά και συνενοχή κατά τη διαδικασία. Συνίσταται στην εφαρμογή των εντολών και των υποδείξεων που πήρε κανείς προκειμένου να συγκρίνει ό,τι έχει, με όλα όσα έχουν, είχαν ή μπορεί να φτάσουν να έχουν στο μέλλον οι άλλοι. Η αναμενόμενη ικανοποίηση έρχεται από τη στιγμή που θα καταφέρει να έχει κανείς όλα όσα έχουν οι άλλοι ή, ακόμη καλύτερα, παραπάνω απ’ αυτούς.

Εξέγερση κατά της εντολής, είναι να μην κοιτάς το φαγητό στο πιάτο του διπλανού σου όταν σου σερβίρουν το δικό σου. Μπορεί να σ’ αρέσει ή να μη σ’ αρέσει το δικό σου φαγητό, αλλά αυτό δεν πρέπει να εξαρτάται από το πώς είναι το φαγητό του διπλανού. Μπορεί να είναι βέβαιο ότι δε σου αρέσει, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το πώς είναι το φαγητό του άλλου. Δεν μπορεί να πάψει να σου αρέσει το δικό σου μόλις δεις ότι το φαγητό του άλλου είναι πιο τραγανό, πιο τρυφερό ή πιο μεγάλο. Δεν είναι έτσι.

Αν δεν θέλεις πραγματικά να ζεις σ’ έναν κόσμο γεμάτο προσδοκίες, μη ζεις κάνοντας διαρκώς συγκρίσεις…
Μην αξιολογείς αυτό που έχεις με βάση τι έχει ο άλλος.
Μην κάνεις σαν τρελός για να πετύχεις στο μέτρο που πέτυχε ο άλλος.
Μη συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους: έτσι δεν θα εξαρτάται η ευτυχία σου από το πώς είναι οι άλλοι.

Οι αξιολάτρευτοι γονείς μας μας έμαθαν αν δημιουργούμε τις δικές μας προσδοκίες και φύτεψαν στον κήπο μας τις δικές τους για να ευδοκιμήσουν.

Ακόμη και οι καλύτεροι, οι πιο φωτισμένοι γονείς, εμφανίζονται συχνά ως υπαίτιοι για τις μεγαλύτερες ατυχίες, τους πιο άτυχους δρόμους.

Πρέπει να το παραδεχτούμε. Σε ορισμένα πράγματα όπως αυτό, οι γονείς είμαστε ανίκανοι, ή τουλάχιστον αναποτελεσματικοί.

Πώς θα μπορούσαμε να το αλλάξουμε αυτό;

Για να είμαστε καλοί στη δουλειά που κάνουμε κάθε μέρα χρειαστήκαμε χρόνια εξάσκησης και δοκιμών, αν όχι ειδική εκπαίδευση. Ωστόσο, περιμένει κανείς να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας, που γεννήθηκαν ευάλωτα και απόλυτα εξαρτημένα από τη στιγμή που ήρθαν στον κόσμο μέχρι και πέρα από την εφηβεία, χωρίς καμιά προηγούμενη εμπειρία (εκτός αν ονομάζουμε εμπειρία το εντελώς αξιοθρήνητο μοντέλο που μας κληροδότησαν οι δικοί μας γονείς…).

Κι από πάνω, να μας υποχρεώνει η κοινωνία να φορτωθούμε ευθύνες σχεδιασμένες μάλλον για παντοδύναμα όντα, παρά για έναν συνηθισμένο πατέρα ή μια κοινή μητέρα.

Το δηλώνω φωναχτά: εμείς οι γονείς, δεν είμαστε αλάθητοι!!! Και τι μ’ αυτό;

Είναι βέβαια πως η εξουσία των γονιών πάνω στα παιδιά είναι σχεδόν άδικη. Μας παρηγορεί, όμως, έστω και λίγο, το γεγονός πως είναι άδικη για όλους.

Με βάση τη λογική, ως παιδιά, δεν θα έπρεπε να έχουμε υποστεί τις συνέπειες της ανεπάρκειας των γονιών μας για όλη μας τη ζωή: τον υπερβολικό έλεγχο ή την απόμακρη συμπεριφορά, τους καβγάδες μεταξύ τους και την έλλειψη σεβασμού που προερχόταν από τον ανόητο αυταρχισμό της εξουσίας τους.

Ούτε τις φρικτές προθέσεις τους- λίγο πολύ συγκαλυμμένες, ανάλογα με την περίπτωση-, να καλύψουμε εμείς τα κενά της ζωής τους… να συνεχίσουμε το έργο τους… ή να φτάσουμε εμείς εκεί που εκείνοι θα ήθελαν να είχαν φτάσει.

Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους- που δεν πρόκειται να απαριθμήσω εδώ-, μερικές φορές οι γονείς που θέλουν ειλικρινά να μας βοηθήσουν να γίνουμε ευτυχισμένοι, ενεργούν μόνο μέσα από την υποκειμενική τους άποψη για το τι είναι καλύτερο, κι έτσι μετατρέπονται σε πραγματικά εμπόδια γι’ αυτήν την ευτυχία.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι άδικα, και το θέμα δεν θα ήταν, ίσως, τόσο σοβαρό, αν σ’ αυτές τις αδυναμίες και σ’ αυτές τις πληγές δεν ερχόταν να προστεθεί η κακοήθεια ορισμένων που προσπαθούν να τις εκμεταλλευτούν προς όφελός τους.

Πρέπει να πάρω μιαν απόφαση:

Αντί να επιτρέψω να σταθούν όλα αυτά εμπόδιο στην ευτυχία μου- πράγμα που, απλώς, θα σηματοδοτούσε νίκη της ομάδας των “κακοπροαίρετων”, πρέπει να βρω το κουράγιο για ν’ αρχίσω να παλεύω εναντίον τους, να διορθώσω ό,τι διορθώνεται, να αναπληρώσω ό,τι μου λείπει και να δημιουργήσω από τις στάχτες έναν καλύτερο κόσμο.

Πάντα, όταν φτάνω σ’ αυτό το σημείο σε μια ομιλία, κάποιος θα με ρωτήσει αν υπάρχει στ’ αλήθεια κακοήθεια.

Η απάντησή μου είναι ναι.
Μετά, με ρωτάνε αν είναι έμφυτη.
Απαντώ όχι.
Με ρωτάνε τι να κάνουν με την κακοήθεια.
Και απαντώ:

Η κακοήθεια είναι αποτέλεσμα άγνοιας.
Και η άγνοια αποτέλεσμα της έλλειψης παιδείας.
Η κακοήθεια αντιμετωπίζεται με περισσότερη και περισσότερη και περισσότερη μόρφωση.

Οι χώρες μας δεν πρόκειται να λύσουν τα προβλήματα της αυξανόμενης εγκληματικότητας, της βίας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μόνο με αυστηρότερους νόμους, χτίζοντας φυλακές ή ενισχύοντας τα Σώματα Ασφαλείας. Όλα αυτά μπορεί να είναι σημαντικά και να αποδίδουν βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η οριστική λύση μπορεί να είναι μόνο:

Περισσότερα σχολεία, περισσότεροι δάσκαλοι, περισσότερα χρήματα στον κρατικό προϋπολογισμό για την παιδεία, περισσότερες υποτροφίες, περισσότερη εκπαίδευση.

Πως να έχεις πάντα δίκιο

Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο διάλογος και η αντιπαράθεση θα είχαν ως σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας ή τουλάχιστον τη σύγκλιση των απόψεων. Σʼ έναν τέτοιο κόσμο, η επιθυμία κάθε καλοπροαίρετου ανθρώπου θα ήταν να θέτει άξιους στόχους και να υιοθετεί τα καλύτερα μέσα για να τους πετύχει, ενώ θα προσπαθούσε να δώσει λύση στα προβλήματα με τη συνεργασία, ξεπερνώντας τις διαφωνίες και τις διαμάχες.

Όμως ο πραγματικός κόσμος κάθε άλλο παρά ιδανικός είναι και οι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να φτάσουν στην αλήθεια, αλλά να επικρατήσουν στις διάφορες αντιπαραθέσεις. Ούτε επιζητούν το καλύτερο για τους πολλούς, αλλά το καλύτερο για τους εαυτούς τους. Για τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, η ιδιοτέλεια είναι ισχυρότερο κίνητρο από τον αλτρουισμό, κι ως εκ τούτου ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να υπερισχύσει στον ανταγωνισμό της καθημερινής ζωής.

Τόσο επιτακτική είναι η ανάγκη του ανθρώπου για επικράτηση, που σχεδόν αμέσως μόλις οι Έλληνες φιλόσοφοι της κλασικής αρχαιότητας άρχισαν να διερευνούν σε βάθος τη φύση των πραγμάτων, ξεκίνησε και η τέχνη της ρητορικής, η τεχνική δηλαδή που χρησιμοποιεί κάποιος προκειμένου να επιβληθεί σε μια αντιπαράθεση ανεξάρτητα από την αλήθεια ή την ουσία του εκάστοτε ζητήματος.

Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τότε. Τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στον Τύπο, το καθεστώς της αντιπαράθεσης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο κάποιος προκαλεί, κατηγορεί, υπεραμύνεται της θέσης του και αντεπιτίθεται, απαιτεί από όλους τους εμπλεκόμενους στο δημόσιο βίο να κατέχουν πλήρως την τέχνη της ρητορικής. Είναι αδιανόητο να αποδεχτεί κανείς μια κατηγορία πολιτικής φύσης ή να παραδεχτεί τη λασπολογία του σκανδαλοθηρικού Τύπου. Επομένως, όλα τα διαθέσιμα τεχνάσματα στρεψοδικίας πρέπει να επιστρατευτούν προκειμένου να υπερασπιστεί κάποιος τον εαυτό του, ξεγλιστρώντας από τη δύσκολη θέση, αποφεύγοντας τις ερωτήσεις, απαντώντας με ευλογοφανείς αοριστίες, εκτρέποντας και διαστρεβλώνοντας το θέμα ελισσόμενος, προσπαθώντας πάντα να φαίνεται ειλικρινής ενώ είναι το αντίθετο. Αυτή είναι η φύση των αντιπαραθέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και δημόσιας ζωής, η οποία ως εκ τούτου δεν αποτελεί κονίστρα διαλόγου αλλά εξευτελισμού.

Εκείνοι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη τέχνη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση, ακόμη κι αν αυτό ήταν μια προσπάθεια να κάνουν τη χειρότερη περίπτωση να φαίνεται ως η καλύτερη, ήταν οι σοφιστές της αρχαίας Αθήνας, τους οποίους ο Σωκράτης και ο εξίσου διάσημος μαθητής του, Πλάτωνας, απεχθάνονταν διότι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια και (ακόμη χειρότερα κατά τον Σωκράτη) αμείβονταν για να διδάξουν τα τεχνάσματά τους.

Οι σοφιστές είχαν πάρα πολλούς πελάτες διότι η επιτυχία στις πολιτείες του αρχαίου κόσμου εξαρτιόταν από τη ρητορική δεινότητα. Κάθε ανήλικος άνδρας ήταν μέλος του κυβερνητικού σώματος και έπρεπε να αναλαμβάνει τις δικές του νομικές υποθέσεις όταν υπήρχε ανάγκη. Μια τάξη γραφιάδων δημιουργήθηκε, που παρείχε επʼ αμοιβή ομιλίες για κάθε περίσταση. Αυτό όμως δεν υποβάθμισε την αξία της ρητορικής, που γρήγορα συστηματοποιήθηκε ως επιστήμη από τους πρώτους δασκάλους της.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ, ένας απʼ τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνα, αναγνώρισε όλα τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας, διότι είχε βαθιά γνώση της κλασικής ρητορικής παράδοσης. Εξάλλου, τα είχε συναντήσει όλα αυτά στους δικολαβισμούς των πολιτικών και των διάφορων άλλων υποκριτών, και σαν απάντηση έγραψε το οξύ έργο του «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο».

Αυτή η ανατρεπτική μικρή πραγματεία παρουσιάζεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, συγκαλύπτοντας έτσι κάθε ειρωνικό τόνο, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει δίκιο είτε άδικο». Και σαν να ήθελε να διαβεβαιώσει τους αναγνώστες του ότι το εννοούσε ειλικρινά αυτό, πρόσθεσε: «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». Διότι κάποιος μπορεί να έχει αντικειμενικά δίκιο και εν τούτοις οι ακροατές ή και ο ίδιος ακόμη, να σχηματίσουν την εντύπωση ότι υστερεί.

Για παράδειγμα, καθώς προχωρώ στην απόδειξη ενός ισχυρισμού, μπορεί ο αντίπαλός μου να διαψεύσει την απόδειξη και να φανεί έτσι ότι διαψεύδει και τον ίδιο τον ισχυρισμό μου. Ενδέχεται ωστόσο να υπάρχουν κι άλλες αποδείξεις. Στην περίπτωση αυτή, ο αντίπαλός μου κι εγώ αλλάζουμε θέσεις: εκείνος φαίνεται σαν να έχει δίκιο, παρόλο που αντικειμενικά έχει άδικο.

Ασφαλώς, η αληθινή πρόσθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατʼ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει. Αυτό το δηκτικό μικρό έργο παραμένει ακόμα και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο για το σκοπό αυτό.

Τα τεχνάσματα που περιγράφει ο Σοπενχάουερ είναι ποικίλα. Εκνεύρισε τον αντίπαλό σου, κάνε προσωπική επίθεση στον ίδιο αντί στα επιχειρήματά του, κάνε του τόσο πολλές ερωτήσεις ώστε να τον μπερδέψεις, εάν αρνείται μια θέση, διατύπωσε την αλλιώς ώστε να φαίνεται πως την δέχεται, χρησιμοποίησε λεπτούς διαχωρισμούς και εξειδικευμένους ορισμούς προκειμένου να συσκοτίσεις το ζήτημα, κάνε τον αντίπαλό σου να συμφωνήσει με αρκετές αληθείς θέσεις κι ύστερα παρέμβαλε μεταξύ αυτών και τη θέση που θέλεις να παραδεχτεί, απόσπασε γρήγορα την προσοχή του αντιπάλου σου από οποιοδήποτε επιχείρημα με το οποίο θα μπορούσε να σε νικήσει, εισηγούμενος εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης –κ.ο.κ., με δεκάδες υπόλοιπα κόλπα για να επικρατήσει σε μια αντιπαράθεση πάση θυσία.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο Σοπενχάουερ πιστεύει ότι οφείλεται στην εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης. Αν η ανθρώπινη φύση δεν ήταν ποταπή, αλλά απόλυτα έντιμη, θα έπρεπε σε κάθε αντιπαράθεση να αποβλέπουμε μόνο στην αποκάλυψη της αλήθειας. Δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί ούτε στο ελάχιστο αν η αλήθεια θα αποδειχτεί υπέρ της άποψης που εκφράσαμε αρχικά ή υπέρ της άποψης του αντιπάλου μας. Αυτό δεν θα έπρεπε να θεωρείται σημαντικό ζήτημα ή, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Η έμφυτη ματαιοδοξία μας, που είναι ιδιαίτερα εύθικτη όταν πρόκειται για τη νοητική μας ικανότητα, δεν επιτρέπεται να δεχτούμε πως η αρχική μας τοποθέτηση ήταν εσφαλμένη και ότι η θέση του αντιπάλου μας ήταν η σωστή.

Η λύση σʼ αυτή τη δύσκολη κατάσταση θα ήταν να μπαίνουμε πάντα στον κόπο να σχηματίζουμε σωστές απόψεις.

Γιʼ αυτό και θα έπρεπε κανείς να σκέφτεται προτού μιλήσει. Όμως, στους περισσότερους ανθρώπους η έμφυτη ματαιοδοξία συνοδεύεται από φλυαρία και εγγενή ανειλικρίνεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι μιλούν προτού σκεφτούν, και μάλιστα, αν αργότερα αντιληφθούν πως έχουν άδικο, επιθυμούν να αποδειχτεί το αντίθετο. Το ενδιαφέρον για την αλήθεια, που υποτίθεται ότι ήταν το μοναδικό τους κίνητρο όταν άρχισαν να αναπτύσσουν την άποψη που θεωρούσαν ορθή, παραχωρεί πλέον τη θέση του στη ματαιοδοξία.

Ο πειρασμός της ματαιοδοξίας είναι μεγάλος. Η αδυναμία της σκέψης συμπληρώνει τη διαστροφή της βούλησης. Γιʼ αυτό, κατά κανόνα, κάθε συζητητής δεν αγωνίζεται για την αλήθεια, αλλά για την άποψή του σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Αγωνίζεται ανεξάρτητα από το δίκιο ή το άδικο. Από την καθημερινή εμπειρία αποδεικνύεται ότι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάθε άνθρωπος επιμένει στον αρχικό του ισχυρισμό, ακόμη κι αν προς στιγμήν τον θεωρήσει λανθασμένο ή αβέβαιο. Κι αυτό δεν φέρνει τίποτα άλλο στο νου από τις συμβουλές του Μακιαβέλι στον Πρίγκιπά του.

Ανακαλύφθηκαν «παράξενα» αντικείμενα γύρω από την κεντρική μαύρη τρύπα του γαλαξία μας

Αμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν μια νέα κατηγορία παράξενων αντικειμένων στο κέντρο του γαλαξία μας, όχι μακριά από την κεντρική μαύρη τρύπα, γνωστή ως «Τοξότης Α*». Τα εν λόγω αντικείμενα που ονομάζονται G, «μοιάζουν με αέρια και συμπεριφέρονται σαν άστρα», σύμφωνα με τους επιστήμονες.

Τα G περιέργως έχουν ευμετάβλητο σχήμα, καθώς συνήθως είναι σαν άστρα, αλλά όταν οι τροχιές τους -διάρκειας 100 έως 1.000 ετών- τα φέρνουν κοντά στη μαύρη τρύπα, τότε τεντώνονται και «ξεχειλώνουν» σαν…Τιραμόλα ή τσίχλα. Πιθανώς πρόκειται για ένα νέο υβριδικό είδος άστρου, άγνωστου έως τώρα. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος ‘Αντζελες (UCLA) έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Nature”.

Έως τώρα έχουν βρεθεί έξι αντικείμενα G και, σύμφωνα με την καθηγήτρια αστροφυσικής Αντρέα Γκετς, όλα μάλλον ήσαν κάποτε γιγάντια διπλά άστρα (το ένα σε τροχιά γύρω από το άλλο), τα οποία κάποια στιγμή συγχωνεύθηκαν λόγω της ισχυρής βαρυτικής επίδρασης του «Τοξότη Α*». Πλέον ένα μέρος τους φαίνεται πως διαρρέει μαζικά προς τη μαύρη τρύπα, κάθε φορά που την πλησιάζουν, γι’ αυτό αλλάζει το σχήμα τους.

Το πρώτο αντικείμενο G1 είχε ανιχνευθεί το 2005 και είχε τότε θεωρηθεί αστρονομική ανωμαλία, ώσπου βρέθηκε το G2 το 2012. Τώρα, μετά την ανακάλυψη των G3, G4, G5 και G6 ύστερα από παρατηρήσεις 13 ετών με το τηλεσκόπιο Κεκ της Χαβάης, μπορούν οι επιστήμονες να μιλήσουν όχι για μια ανωμαλία, αλλά για μια νέα κατηγορία αντικειμένων στο διάστημα, η ακριβής φύση των οποίων βρίσκεται υπό διερεύνηση.

Τα αντικείμενα G απέχουν λίγους μήνες φωτός από την κεντρική μαύρη τρύπα, ενώ η Γη απέχει περίπου 26.000 έτη φωτός, καθώς βρίσκεται στα «προάστια» του γαλαξία μας.

Προ-σωκρατικοί: προς έναν δημιουργικό τρόπο ζωής

ΛΟΓΟΣ, ΗΘΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟ-ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ

§1

      I. Οι πρώτοι φιλόσοφοι, οι λεγόμενοι προ-σωκρατικοί, έχουν χαρακτηρισθεί ως φυσικοί φιλόσοφοι, αφού οι γραπτές μαρτυρίες και μεταγενέστεροι μελετητές τους θέλουν να ασχολούνται κυρίως με ερωτήματα που ανήκουν στην περιοχή της φυσικής φιλοσοφίας και της κοσμολογίας[1]. Η αξία ωστόσο της προ-σωκρατικής σκέψης δεν εντοπίζεται ούτε εξαντλείται εδώ· είναι αποδεδειγμένο πλέον πως αντλείται θεμελιωδώς από το ενδιαφέρον της για ερωτήματα σχετικά με το πώς θα έπρεπε να ζει ο άνθρωπος, ποιο ήθος και ποιες αρχές πρέπει να τον διέπει, ποιος τρόπος σκέψης τον εκπολιτίζει κ.λ.π. Κάθε προσέγγιση λοιπόν αυτής της αρχέγονης περιόδου του φιλοσοφικού στοχασμού δεν μπορεί να λαμβάνεται, έτσι απλοϊκά, ως επιλεκτική επανάληψη ή πρόσληψη, έστω με ιστορικο-φιλοσοφικό τρόπο, μιας γνώσης που ανήκει σε ένα απόμακρο παρελθόν, αλλά αξίζει να αντιμετωπίζεται, κυριολεκτικά και ουσιαστικά, ως μια επι-στροφή στο θεμέλιο (Rückkehr in den Grund) του δυτικού ‒και όχι μόνο‒ σκέπτεσθαι. Γενικώς, η επι-στροφή στο θεμέλιο παραπέμπει πάντοτε στη ρεαλιστική δυνατότητα του ανθρώπου[2] να αναζητεί το ήθος της παροντικού του κόσμου στην πραγματοποιημένη του ουσία.

     ΙΙ. Εάν το ήθος δεν νοείται απλώς ως χαρακτήρας ή ηθική συμπεριφορά, με την τρέχουσα έννοια, αλλά ως ο δαίμων του ανθρώπου, όπως λέει ο Ηράκλειτος και συναφώς μεθερμηνεύει ο Heidegger: ως διαμονή του ανθρώπου πάνω στη Γη και μέσα στην Πόλιν [=κοινότητα], διαμονή οντολογικά κατανοούμενη, τότε ποια είναι η ως άνω ουσία; Είναι το παρ-ελθόν υπό τη μορφή αυτού που έχει συμβεί και έχει έλθει σε μας· με ποιο τρόπο έχει έλθει; Ως ένα παρ-όν, στον πυρήνα του οποίου τοποθετείται ο Λόγος (Vernunft). Πρόκειται για μια προσδιορισμένη κατάσταση του πραγματικού μας κόσμου, που μέσα της περικλείει την αξία μιας ορισμένης υλικής και εν ταυτώ πνευματικής τάξης, προοριζόμενης να αναζωογονεί τη συνολική μας σκέψη για το Είναι[3]. Ένα τέτοιο παρ-όν μας είναι «γνωστό αλλά όχι ακόμα εγνωσμένο» (Hegel): η εκάστοτε έλευσή του φαντάζει τις περισσότερες φορές γνώριμη, π.χ. όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από γνωσιακές επιδόσεις οικειώνονται με αυτό που τους βρίσκει· η παρεύρεσή του όμως, δηλαδή αυτό που μας βρίσκει, μας αλλάζει χωρίς να είναι εύκολα κατανοήσιμο ούτε πάντοτε προσπελάσιμο. Μας υποχρεώνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να προεκτείνουμε την ερμηνευτική μας δυνατότητα στις παρελθοντικές του ρίζες· με άλλα λόγια, μας αναπέμπει σε εκείνες τις πρωταρχικές πηγές του στοχασμού, όπου μπορούμε να γνωρίζουμε θεμελιώδεις αρχές και να μιλάμε για αυτές, χωρίς να διαψεύδεται ο λόγος μας ή να αυταπατάται η συνείδησή μας.

§2

     Ι. Η αναπομπή στην προσωκρατική σκέψη βοηθάει το δικό μας θολό παρόν να εκτίθεται «στην απέραντη δραστηριότητα του γίγνεσθαι»[4] και να καθιστά προσιτή μια βαθύτερη συσχέτιση του εαυτού του με εκείνη την ευτυχή στιγμή του φιλοσοφικού στοχασμού, όπου η ουσία του ανθρώπου για πρώτη φορά εναρμονίζεται με τη δια-λεκτική κίνηση του Λόγου και χαράσσει τη γραμμή της διαφάνειας και του ήθους. Αν και τα ενδιαφέροντα των Προσωκρατικών ποικίλουν κατά περίπτωση, ο γενικός τους προσανατολισμός είναι ανανεωτικός και εδραιώνει τη συνειδητή σχέση του φυσικού κόσμου με τον χρόνο[5]. Στα όρια αυτής της σχέσης μαρτυρείται γενικότερα η απαρχή της φιλοσοφίας: αυτοί οι πρώτοι διανοητές χρησιμοποιούν την παρατήρηση και τη λογική για να προχωρήσουν πέρα από την αυθεντία της θρησκευτικο-μυθολογικής παράδοσης· αναλαμβάνουν να προωθήσουν την ανθρώπινη σχέση[6] στην επιφάνεια του Λόγου και να εγκαινιάσουν διεργασίες γνώσης, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για ευδοκίμηση μιας αυτάρεσκης όσο και αυθαίρετης στάσης ζωής του ανθρώπου. Έτσι ωθούν τον τελευταίο να τίθεται αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του Είναι του. Ο άνθρωπος έχει τώρα τη δυνατότητα να «ακούσει τον Λόγο»[7] ‒που σημαίνει να εγκαταλείψει το Χάος της υποκειμενικής γνώμης για να ανοιχτεί στο Φάος του αληθινού, κατανοητικού Λόγου‒ και να αρχίσει συγκεκριμένο διάλογο με τα καθιερωμένα ήθη και τις παραδοσιακές αξίες. Με ένα τέτοιο τρόπο άρχεται το φαινόμενο της γνώσης να γίνεται το πρώτο συμβαίνον της ανθρώπινης ύπαρξης[8] εντός του φυσικού της σύμπαντος.

      ΙΙ. Δεν μιλάμε λοιπόν γενικά για αντικατάσταση του μύθου από τον λόγο, γιατί οι εν λόγω διανοητές δεν είχαν ως κίνητρο της σκέψης τους –ούτε μπορούσαν αντικειμενικά– την αντικατάσταση συλλήβδην του μυθολογικού λόγου με τον φιλοσοφικό· απεναντίας ξεκίνησαν να σκεφτούν τον κόσμο υπό τη δεδομένη αίγλη της «κοινωνικής οργάνωσης της πόλης»[9] και αναλογικά προχώρησαν σε μια χωρίς προηγούμενο ριζοσπαστική ανατροπή στον τρόπο σκέψης και ύπαρξης του ανθρώπου: η ύλη, που είναι εγκατεστημένη στην καρδιά του μυθολογικού λόγου και συνιστά το περιεχόμενο του κόσμου, μετουσιώνεται σε ποιοτικό πλούτο μιας μείζονος εν πολλοίς στοχαστικής συνείδησης, που τείνει να κατανοήσει τα φαντασιακά πλάσματα ή αντίστοιχες μορφές της λαϊκής δοξασίας υπό την ισχύ της μη-λήθης, ήτοι της λελογισμένης α-λήθειας. Κατά την α-λήθεια τούτη, ό,τι είχε πάρει ως τότε μια σχετικά ή απόλυτα θεϊκή μορφή και λειτουργούσε για την κοινή συνείδηση ως συμπαντικός νόμος, βαθμιαία μεταμορφώνεται σε ορθολογική εμπειρία ζωής και σε αντικείμενο κριτικής ανάλυσης εκ μέρους του ανθρώπινου πνεύματος[10]. Όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα ερμηνεύονται τώρα ως φυσικά και όχι ως υπερφυσικά φαινόμενα ή συμβάντα.

§3

     Ι. Αλλά ποια σημασία εκπέμπει μια τέτοιας υφής α-λήθεια για την εμπειρική ύπαρξη (Dasein) του ανθρώπου και τι είδους νοήματα δύνανται να έλθουν στο φως; Μια πρωταρχικής αξίας σημασία είναι η γνωριμία με προτεραιότητες που θέτει ο λόγος ως λέγειν: αυτό που λέγεται είναι «ο άλλος τρόπος της [προσωκρατικής] σκέψης, να βρίσκεται και να ξαναβρίσκεται μέσα σε εκείνο που δίνει αξία στον κόσμο της»[11]. Απ’ αυτή την άποψη, ακόμη κι αν οι πρώτοι φιλόσοφοι επέμεναν στην περιγραφή εξελίξεων στη φύση, οι καθέκαστες παρατηρήσεις τους απέβλεπαν σε μια ενιαία αρχή που θα λαμβανόταν ως βάση για την εξήγηση του κόσμου εν όλω. Μια τέτοια εξήγηση μπορεί να μην ήταν επαληθεύσιμη αλλ’ ωστόσο διαμόρφωσε ένα εννοιολόγιο εν είδει θεωρητικού-αποφθεγματικού λόγου, ο οποίος υποσημαίνει την αξία του ανθρώπου ως του όντος που πέπρωται να επιζητεί μια φωτεινή παρουσία στον κόσμο. Τι σημαίνει όμως φωτεινή παρουσία στον κόσμο; Σημαίνει τη μη συσχέτιση της σκέψης με το μυστικιστικό, με το αδρανές επέκεινα που ο αφιλοσόφητος νους αναζητούσε στον αιθέρα και τελετουργικά αποδεχόταν ως τον θεό του. Και περαιτέρω μια αναστοχαστική θεώρηση όλων εκείνων των στοιχείων που συγκροτούσαν τους κοινούς λόγους του πλήθους και εν πολλοίς καθόριζαν τη ρέουσα πραγματικότητα ανθρώπων και πραγμάτων[12].                 

     ΙΙ. Γι’ αυτό και εκείνη η εξήγηση αξιολογείται ως μια πρώτη –χρονολογικά και λογικά– μεθοδολογική αρχή έρευνας εν γένει και, καθόσον τέτοια, γίνεται αποκαλυπτική της προσωκρατικής σοφίας ως φιλοσοφίας. Αν και ο όρος φιλοσοφία δεν είχε αναπτυχθεί εκείνη την περίοδο ως όρος με περιούσιο περιεχόμενο, πλανιόταν στον ορίζοντα ως μια πρώτη διερευνητική «στάση της σκέψης (Stellung des Gedankes) απέναντι σ’ αυτό που υπάρχει»[13]. Στη συνάφεια τούτη έδειχνε να απηχεί ένα πνευματικό κίνημα, που ήθελε, πέρα από ψευδαισθήσεις συντεταγμένης «προόδου», να αντικρίσει κυριολεκτικά την ανθρώπινη πραγματικότητα ως την στοχαστική αξία του σύμπαντος. Έτσι ενσάρκωνε την ανάγκη να ελαχιστοποιείται η επίδραση της προκατάληψης ή του φόβου μπροστά στο άγνωστο, να ενθαρρύνεται η σύζευξη θεωρείν και πράττειν, να κατακτιέται ένας ανθρώπινος βίος που ιδιάζει στη φύση μιας εύτακτης κοινωνίας και αποτελεί θεμέλιο για κάθε ατομική βίωση. Από εδώ προκύπτει πως οι πρώτοι φιλόσοφοι διανοίγονταν και σε προβληματισμούς, που δεν τους απέκοπταν από τις συγκεκριμένες εκλογικεύσεις των πολλών παρά μόνο τους κατακύρωναν ως ενεργητικές μονάδες σοφών που μπορεί να έχουν λόγο και για νομικά, πολιτικά, ηθικά και άλλα ζητήματα, χωρίς να είναι εγγεγραμμένοι στη συνείδηση των απλών πολιτών ως επαγγελματίες νομικοί ή πολιτικοί ή ακόμη ως ηθικολόγοι εμπειριστές κ.λπ.

§4

     Ι. Δεν μπορεί συνεπώς να παραβλέψει κανείς ότι οι Προ-σωκρατικοί ασχολήθηκαν ουσιωδώς με τον ηθικό στοχασμό, ανεξάρτητα εάν δεν ανέπτυξαν κάποια ειδικότερη αντίληψη περί ηθικής. Εξάλλου οι παντοειδείς κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές-πνευματικές συνθήκες δεν είχαν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για αποκλειστικές εξειδικεύσεις· αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να εμβαθύνουν πολύ πρωτότυπα στο ηθικό πρόβλημα και να το σκεφτούν έμμεσα ή άμεσα σε συνδυασμό με το κοσμολογικό και υπό την αναγκαιότητα ενός υποδειγματικού τρόπου ζωής. Εφεξής οι άνθρωποι δεν μπορούν, για δικά τους αμαρτήματα ή παραλείψεις, να μέμφονται τους θεούς, γιατί δεν υπάρχει άλλη ηθική έξω από τους ηθικο-κοινωνικούς κανόνες οργάνωσης της ζωής τους. Ορισμένοι μάλιστα σύγχρονοι μελετητές προσπαθούν να συνδέσουν άμεσα την προσωκρατική ηθική με τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στο επίπεδο της πόλης-κράτους. Ο Rohls, για παράδειγμα, συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας ηθικής και οδηγείται, όχι πάντοτε σωστά, να κρίνει τον κάθε τρόπο οργάνωσης της ζωής –που προτείνει ο ένας ή ο άλλος προσωκρατικός στοχαστής– με αυστηρά κοινωνικοπολιτικά κριτήρια μονοσήμαντης, ορισμένες φορές, πνοής: συντηρητισμός ή δημοκρατισμός[14]. Τέτοια κριτήρια χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη, αλλά κυρίως στη συγχρονική τους ισχύ και όχι υπό την ισχύ ενός διαμελισμένου λόγου σε ένα εξίσου διαμελισμένο παρόν, του οποίου η μόνη σύνθεση είναι η συρρίκνωση των ανοικτών θεωρήσεων σε αποστεωμένους ιδεολογισμούς.

     ΙΙ. Σε κάθε περίπτωση, οι Προσωκρατικοί αναδεικνύουν την έννοια του βίου σε κεντρική έννοια στο πλαίσιο της όλης πρωταρχικής προβληματικής και την συνδέουν άρρηκτα με τη γνώση του φυσικού κόσμου και με την ύπαρξη του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος. Χαρακτηριστικό αυτής της επιδίωξης είναι το ότι από άποψη αρχής επιχείρησαν να θέσουν σε κάποια απόσταση την ανθρώπινη σκέψη από μυθολογικές ή άλογες δοξασίες και να χαράξουν έναν ιστορικό-πνευματικό ορίζοντα του ελληνικού τρόπου ύπαρξης (griechisches Dasein), με άμεση προτεραιότητα «την ανάπτυξη μιας νέας αγωγής του ανθρώπου με βάση τη φιλοσοφική γνώση»[15]. Αυτός ο ιστορικο-πνευματικός ορίζοντας ήταν ουσιαστικά ορίζοντας μιας πρώτης φιλοσοφικής κατανόησης της πραγματικότητας, μιας πρώτης γνωσιο-οντο-λογικής σύλληψης της κατάστασης του ανθρώπου, έστω και αν το πολιτισμικό επίπεδο του πλήθους δεν διευκόλυνε προς μια ακώλυτη περαιτέρω επεξεργασία αυτής της πρωταρχικής σύλληψης.

     ΙΙΙ. Εάν στην εποχή του Hegel η φιλοσοφία λογιζόταν για τον κοινό νου ένας ανεστραμμένος κόσμος, ακόμη περισσότερο ίσχυε αυτός ο χαρακτηρισμός για την εποχή που μας ενδιαφέρει εδώ: κατ’ αυτή την περίοδο, η εμπειρία του κοινού νου δεν προχωρεί πέρα από την παραδοσιακή του υπαγωγή στα στερεότυπα της ανθρωπομορφικής σύλληψης των θεών και της προσωποποίησης βασικών εννοιών, όπως η Μοίρα, Δίκη, Θέμις κ.α. Όλοι αυτοί οι τρόποι σκέψης με τις καθορισμένες αντίστοιχα στάσεις ζωής είναι εκδηλώσεις ή εξωτερικεύσεις της θεμελιώδους αντίληψης ότι ο κόσμος συνιστά μια τάξη, που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα και γι’ αυτό διασαλεύεται ή παραβιάζεται μόνο με ευθύνη των ατομικών πράξεων ή συνειδήσεων. Έτσι εξηγείται καλύτερα γιατί ο απλός πολίτης ανάγει την αξία των προσωπικών του εμπειριών και των ηθικών του αρχών σε δομές σκέψεων και σε λέξεις-έννοιες που ισχύουν για τον φυσικό κόσμο. Όταν λοιπόν οι Προσωκρατικοί ασχολούνται με τον φυσικό κόσμο, δεν αντιπαραθέτουν, έτσι απλοϊκά, την ιδέα του κόσμου ως τάξης στις παραδοσιακές αντιλήψεις παρά αναγνωρίζουν πως αυτή η τάξη εφεξής γίνεται αρχή, δυνάμει της οποίας το πρακτικό πεδίο της ανθρώπινης ζωής, δηλαδή η κοινωνική και πολιτική της δομή οφείλει να διεκδικεί την αρμονία της. Αν τώρα όλα αξιολογούνται σε επίπεδο αρχής, ανεξάρτητα από το πώς την ονομάζει ο ένας ή ο άλλος προσωκρατικός διανοητής, εξακολουθούν εν τούτοις να κρίνονται με μέτρο την κατ’ έθος πρόσληψή τους και να αποκτούν ύψιστη εγκυρότητα, σε ευθεία αναλογία με τη δυνατότητα του ανθρώπου να υπερβαίνει τον ηθικό του σκεπτικισμό για χάρη μιας ανώτερης ηθικο-θρησκευτικής τάξης.

§5

     Ι. Βλέπουμε λοιπόν να συμβαίνει μια διάνοιξη σε έναν καινούριο κόσμο, του οποίου οι αξίες μετρούνται με αντικειμενικά, λογικά κριτήρια. Αυτό που υπάρχει είναι μια τάξη εννοιολογικών, ήτοι φιλοσοφικών κατηγοριών, που απηχούν στάσεις του υπάρχοντος και αξίες της ανθρώπινης ζωής:

    1. Στους τρεις Μιλησίους, μεταξύ των άλλων, συναντάμε αυτή την τάξη να μορφοποιείται σε ορθό τρόπο ζωής, σ’ αυτό που ονομάζουμε βίο του σοφού: συνύφανση θεωρίας και πράξης, συσχέτιση ύλης και πνεύματος[16], φύση και άνθρωπος δύνανται να γίνουν αντικείμενα γνώσης, άρα δεν υπάρχει τυφλή μοίρα παρά ευθύνη για τις πράξεις και για την εναρμόνιση με τη φύση μέσω των τεχνών – π.χ. της αστρονομίας, ναυσιπλοϊας κ.λπ.– τα επιτεύγματα των οποίων συνιστούν εξέλιξη του πολιτισμού.

     2. Στον Ξενοφάνη δεσπόζει η κριτική στις παραδοσιακές αντιλήψεις των θνητών για τους θεούς: οι άνθρωποι φαντάζονται τους θεούς σύμφωνα με την εικόνα που έχουν οι ίδιοι γι’ αυτούς[17]. Ο κολοφώνιος σοφός θεωρεί πως αυτές οι αντιλήψεις δεν είναι μόνο γνωσιακά λαθεμένες, αλλά και ηθικά σκανδαλώδεις. Γι’ αυτό και στρέφεται με οξύτητα ενάντια στις ανθρωπομορφικές θεωρίες του Ομήρου και του Ησιόδου. Διατυπώνει την άποψη περί ενός υπέρτατου όντος, με το οποίο οι άνθρωποι δεν μοιάζουν ούτε στη μορφή, δηλαδή στο σώμα, ούτε στη νόηση ή στο πνεύμα. Η ηθική του συμβολή εστιάζεται, ανάμεσα στα άλλα, στον εξορθολογισμό της θεολογικής σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο ηθικό νόημα δεν έχει κυρίως «η αριθμητική κατάδειξη του ενός θεού, αλλά η εσωτερική του αρμονία»[18]. Ο κοινωνικός βίος των ανθρώπων συνιστά μια πραγματικότητα που στηρίζεται σε ορισμένες ηθικές αρχές και η οποία ανατιμάται, όταν αυτές οι αρχές εφαρμόζονται. Στο πλαίσιο της γνωσιοθεωρίας του επιτίθεται στους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων, γιατί η δική τους ρώμη όπως και η ρώμη των αλόγων δεν αξίζει τίποτα μπροστά στη γνώση του σοφού.

     3. Στον Πυθαγόρα και τους Πυθαγόρειους κυρίαρχη, προς τη φορά της ως άνω τάξης, είναι η έννοια της αθάνατης ψυχής, η οποία σε αντίθεση με το φθαρτό σώμα, παίζει πρωταρχικό ρόλο στη στάση ζωής του ανθρώπινου ατόμου. Το πώς επιμελείται κανείς την ψυχή του και αντιστοίχως το σώμα του αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ηθική συμπεριφορά του απέναντι στον εαυτό του και στην κοινότητα των ανθρώπων. Η ευθύνη των πράξεων ανήκει στο άτομο: εξαρτάται εν πολλοίς από το ίδιο να διαμορφώνει την ηθική του εξέλιξη με βάση αρχές που υπερβαίνουν την υποκειμενικότητά του. Έτσι ο Πυθαγόρας επιχείρησε να δώσει πρακτικό νόημα σε βασικές έννοιες και να αναδείξει την καθολική τους αξία. Τέτοιες είναι, μεταξύ των άλλων, η πνευματική «κάθαρσις», η φιλία, η εγκράτεια, η περισυλλογή, η αυτοσυνείδηση ως μετεξέλιξη της έννοιας της ψυχής, η αίσθηση της ατομικής ευθύνης, η αρμονία, η παιδεία[19], η οικογενειακότητα κ.α.

     4. Στον Ηράκλειτο η προαναφερθείσα τάξη σχετίζεται με τον Λόγο. Αυτός διέπει την εξέλιξη του κόσμου αλλά είναι και η γνώση του σοφού για το σύμπαν. Επίσης είναι η άρθρωση σε γλώσσα αυτής της γνώσης και η εσωτερική επιταγή για αυτογνωσία[20].

    ΙΙ. Ο Λόγος προσανατολίζει τον σοφό να μιλήσει για την αρχή της ακατάπαυστης μεταβολής της πραγματικότητας. Στην περιοχή της ηθικής, αυτή η αρχή σημαίνει πως το καλό και το κακό δεν είναι δυο εξωτερικά αντίθετα, απόλυτα καθορίσιμα το ένα απέναντι στο άλλο, αλλά αλληλο-συμπλέκονται από τις συνεχείς μεταβολές των αντιλήψεων περί καλού και αισχρού. Πώς μπορούμε να πετύχομε το καλό και να περιορίσουμε ή να εξαλείψουμε το κακό; Ο σοφός, στηριζόμενος στην αρχή της ενότητας των αντιθέτων, απαντά: μέσα από την καταπολέμηση του κακού, η οποία εξισορροπεί την παρουσία του αγαθού και την καθιστά εφικτή. Όσοι βρίσκονται μακριά από την τάξη του Λόγου, είναι ξένοι και προς τις ως άνω διαδικασίες, γενικότερα είναι αστόχαστοι, δεν σκέφτονται, δεν καταλαβαίνουν και δεν γνωρίζουν πως η θεία δύναμη που κατευθύνει τις πράξεις μας είναι το ήθος[21]. Έτσι δεν μπορούν να επιλέξουν τον κατάλληλο τρόπο για να ζήσουν παρά μόνο παραδίδονται «στις σωματικές απολαύσεις»[22] και «αρκούνται να χορταίνουν σαν τα ζώα»[23]. Η απόληξη είναι να διάγουν βίο αισθησιακό έως και απερίραπτα έκλυτο και να πιστεύουν, εντελώς ανεστραμμένα, πως διαβιούν με τρόπο ηθικό. Τούτο οφείλεται στο ότι στηρίζονται μόνο στα δεδομένα των αισθήσεων, στο απλώς αισθητό και αφομοιώνουν επιφανειακές γνώσεις· στερούνται μια πιο διεισδυτική κατανόηση της πραγματικότητας. Ως προκύπτει, οι αντιλήψεις του Ηράκλειτου περί ηθικής συνδέονται στενά με την θεωρία του για το Είναι και για τη γνώση. Χαρακτηριστικό, απ’ αυτή την άποψη, είναι το νόημα που έδωσε στην έννοια φύση. Αυτή εδώ συνιστά την αληθινή ουσία και ως τέτοια φανερώνεται και αποκρύπτεται αναλόγως: όσο ο στοχασμός προχωρεί στο βάθος των πραγμάτων, τόσο η εσωτερική φύση των πραγμάτων γίνεται ορατή δια της γλώσσας, δια των λεκτικών συμβόλων και σημάνσεων. Από άποψη αρχής, η φύση είναι κρυμμένη και η αρμονία δεν απαντά σ’ αυτό που είναι ορατό αλλά στο μη-ορατό. Όμως μπορεί να δηλώνεται μέσα από τις υπαινικτικές σημασίες που περιέχουν τα φαινόμενα. Στην αναλογία τούτη οι αξίες της αισθητής πραγματικότητας έχουν σχετική εγκυρότητα συγκριτικά με τις δια-νοηματικές.
----------------------------
[1] Ο K. Popper για παράδειγμα πιστεύει πως οι Προσωκρατικοί ασχολήθηκαν κυρίως με κοσμολογικά ζητήματα. Βλ. σχετικά K. Popper, O. Gigon, Κ.Π. Μιχαηλίδης: Πίσω στους Προσωκρατικούς Αθήνα 1984, σσ. 10, 19-20, 37.
[2] E. Fink: Grundfragen der antiken Philosophie, Würzburg 1985, σσ. 19-20.
[3] Ό.π., σσ. 20-21.
[4]G.W.F. Hegel: Differenz des Fichteschen und Schellischen Systems der Philosophie. Werke in zwanzig Bänden, B. 2, σ. 22.
[5] E. Fink, ό.π., σ.11.
[6] R. Horton, “Tradition and Modernity revisited”, στο: S. Lukes, M. Hollis (eds): Rationality and Relativism, Oxford 1982, σ. 240.
[7] Ηράκλειτος, απ. 1, 2.
[8] B. Williams: Ethics and the Limits of Philosophy, London 1985, σ. 108.
[9] R. Tarnas: Idee und Leidenschaft, München 1997, σ. 26.
[10] Ό.π.
[11] Th. Buchheim: Die Vorsokratiker, München 1994, σ.15.
[12] Ό.π., σ. 32.
[13] Ό.π., σ. 14.
[14] J. Rohls: Geschichte der Ethik, Tübingen 1991, σ. 39 κ.εξ.
[15] W. Jaeger: Paideia, Berlin 1989, σ.210.
[16] Το πνεύμα εδώ είναι η πνοή, που δίνει στα υλικά στοιχεία ζωή και κίνηση.
[17] Ξενοφάνης, απ. Β 11, 14, 15, 16.
[18] A.A. Long: Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, Αθήνα 2005, σ. 308.
[19] Πλάτων, Πολιτεία 600 Β.
[20] Ηράκλειτος, απ.116.
[21] Ηράκλειτος, απ. 119.
[22] Απ. 4.
[23] Απ. 29.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1357b-1358a)

Ἔστιν δὲ τῶν σημείων τὸ μὲν ὡς τὸ καθ᾽ ἕκαστον πρὸς τὸ καθόλου ὧδε, οἷον εἴ τις εἴπειεν σημεῖον εἶναι ὅτι οἱ σοφοὶ δίκαιοι, Σωκράτης γὰρ σοφὸς ἦν καὶ δίκαιος. τοῦτο μὲν οὖν σημεῖον, λυτὸν δέ, κἂν ἀληθὲς ᾖ τὸ εἰρημένον· ἀσυλλόγιστον γάρ. τὸ δέ, οἷον εἴ τις εἴπειεν σημεῖον ὅτι νοσεῖ, πυρέττει γάρ, ἢ τέτοκεν, ὅτι γάλα ἔχει, ἀναγκαῖον. ὅπερ τῶν σημείων τεκμήριον μόνον ἐστίν· μόνον γάρ, ἂν ἀληθὲς ᾖ, ἄλυτόν ἐστιν. τὸ δὲ ὡς τὸ καθόλου πρὸς τὸ κατὰ μέρος ἔχον, οἷον εἴ τις εἴπειεν ὅτι πυρέττει σημεῖον εἶναι, πυκνὸν γὰρ ἀναπνεῖ. λυτὸν δὲ καὶ τοῦτο, κἂν ἀληθὲς ᾖ· ἐνδέχεται γὰρ καὶ μὴ πυρέττοντα πνευστιᾶν. τί μὲν οὖν εἰκός ἐστι καὶ τί σημεῖον καὶ τεκμήριον, καὶ τί διαφέρουσιν, εἴρηται μὲν καὶ νῦν, μᾶλλον δὲ φανερῶς καὶ περὶ τούτων, καὶ διὰ τίν᾽ αἰτίαν τὰ μὲν ἀσυλλόγιστά ἐστι τὰ δὲ συλλελογισμένα, ἐν τοῖς Ἀναλυτικοῖς διώρισται περὶ αὐτῶν.

Παράδειγμα δὲ ὅτι μέν ἐστιν ἐπαγωγὴ καὶ περὶ ποῖα ἐπαγωγή, εἴρηται· ἔστι δὲ οὔτε ὡς μέρος πρὸς ὅλον οὔθ᾽ ὡς ὅλον πρὸς μέρος οὔθ᾽ ὡς ὅλον πρὸς ὅλον, ἀλλ᾽ ὡς μέρος πρὸς μέρος, ὅμοιον πρὸς ὅμοιον—ὅταν ἄμφω μὲν ᾖ ὑπὸ τὸ αὐτὸ γένος, γνωριμώτερον δὲ θάτερον ᾖ θατέρου, παράδειγμά ἐστιν· οἷον ὅτι ἐπεβούλευε τυραννίδι Διονύσιος αἰτῶν τὴν φυλακήν· καὶ γὰρ Πεισίστρατος πρότερον ἐπιβουλεύων ᾔτει φυλακὴν καὶ λαβὼν ἐτυράννησε, καὶ Θεαγένης ἐν Μεγάροις· καὶ ἄλλοι ὅσους ἴσασι, παράδειγμα πάντες γίγνονται τοῦ Διονυσίου, ὃν οὐκ ἴσασίν πω εἰ διὰ τοῦτο αἰτεῖ. πάντα δὲ ταῦτα ὑπὸ τὸ αὐτὸ καθόλου, ὅτι ὁ ἐπιβουλεύων τυραννίδι φυλακὴν αἰτεῖ.

[1358a] ἐξ ὧν μὲν οὖν λέγονται αἱ δοκοῦσαι εἶναι πίστεις ἀποδεικτικαί, εἴρηται. τῶν δὲ ἐνθυμημάτων μεγίστη διαφορὰ καὶ μάλιστα λεληθυῖα σχεδὸν παρὰ πᾶσίν ἐστιν ἥπερ καὶ περὶ τὴν διαλεκτικὴν μέθοδον τῶν συλλογισμῶν· τὰ μὲν γὰρ αὐτῶν ἐστι κατὰ τὴν ῥητορικὴν ὥσπερ καὶ κατὰ τὴν διαλεκτικὴν μέθοδον τῶν συλλογισμῶν, τὰ δὲ κατ᾽ ἄλλας τέχνας καὶ δυνάμεις, τὰς μὲν οὔσας τὰς δ᾽ οὔπω κατειλημμένας· διὸ καὶ λανθάνουσίν τε καὶ μᾶλλον ἁπτόμενοι κατὰ τρόπον μεταβαίνουσιν ἐξ αὐτῶν. μᾶλλον δὲ σαφὲς ἔσται τὸ λεγόμενον διὰ πλειόνων ῥηθέν.

Λέγω γὰρ διαλεκτικούς τε καὶ ῥητορικοὺς συλλογισμοὺς εἶναι περὶ ὧν τοὺς τόπους λέγομεν· οὗτοι δ᾽ εἰσὶν οἱ κοινοὶ περὶ δικαίων καὶ φυσικῶν καὶ περὶ πολιτικῶν καὶ περὶ πολλῶν διαφερόντων εἴδει, οἷον ὁ τοῦ μᾶλλον καὶ ἧττον τόπος· οὐδὲν γὰρ μᾶλλον ἔσται ἐκ τούτου συλλογίσασθαι ἢ ἐνθύμημα εἰπεῖν περὶ δικαίων ἢ περὶ φυσικῶν ἢ περὶ ὁτουοῦν· καίτοι ταῦτα εἴδει διαφέρει. ἴδια δὲ ὅσα ἐκ τῶν περὶ ἕκαστον εἶδος καὶ γένος προτάσεών ἐστιν, οἷον περὶ φυσικῶν εἰσι προτάσεις ἐξ ὧν οὔτε ἐνθύμημα οὔτε συλλογισμὸς ἔστι περὶ τῶν ἠθικῶν, καὶ περὶ τούτων ἄλλαι ἐξ ὧν οὐκ ἔσται περὶ τῶν φυσικῶν· ὁμοίως δὲ τοῦτ᾽ ἔχει ἐπὶ πάντων. κἀκεῖνα μὲν οὐ ποιήσει περὶ οὐδὲν γένος ἔμφρονα· περὶ οὐδὲν γὰρ ὑποκείμενόν ἐστιν· ταῦτα δὲ ὅσῳ τις ἂν βέλτιον ἐκλέγηται [τὰς προτάσεις], λήσει ποιήσας ἄλλην ἐπιστήμην τῆς διαλεκτικῆς καὶ ῥητορικῆς· ἂν γὰρ ἐντύχῃ ἀρχαῖς, οὐκέτι διαλεκτικὴ οὐδὲ ῥητορικὴ ἀλλ᾽ ἐκείνη ἔσται ἧς ἔχει τὰς ἀρχάς. ἔστι δὲ τὰ πλεῖστα τῶν ἐνθυμημάτων ἐκ τούτων τῶν εἰδῶν λεγόμενα, τῶν κατὰ μέρος καὶ ἰδίων, ἐκ δὲ τῶν κοινῶν ἐλάττω. καθάπερ οὖν καὶ ἐν τοῖς Τοπικοῖς, καὶ ἐνταῦθα διαιρετέον τῶν ἐνθυμημάτων τά τε εἴδη καὶ τοὺς τόπους ἐξ ὧν ληπτέον. λέγω δ᾽ εἴδη μὲν τὰς καθ᾽ ἕκαστον γένος ἰδίας προτάσεις, τόπους δὲ τοὺς κοινοὺς ὁμοίως πάντων. πρότερον οὖν εἴπωμεν περὶ τῶν εἰδῶν· πρῶτον δὲ λάβωμεν τὰ γένη τῆς ῥητορικῆς, ὅπως διελόμενοι πόσα ἐστίν, περὶ τούτων χωρὶς λαμβάνωμεν τὰ στοιχεῖα καὶ τὰς προτάσεις.

***
Παράδειγμα ένδειξης που να παρουσιάζει τη σχέση του μερικού προς το γενικό είναι, π.χ., αν υποστηρίζαμε ότι ένδειξη για το ότι οι σοφοί είναι δίκαιοι αποτελεί το ότι ο Σωκράτης ήταν σοφός και δίκαιος. Αυτό είναι πράγματι μια ένδειξη, μπορεί όμως να ανασκευασθεί, έστω και αν ο λόγος αληθεύει· κι αυτό γιατί δεν πρόκειται για συλλογιστικά ισχυρό συμπέρασμα. Αν όμως λέγαμε ότι αποτελεί ένδειξη για το ότι κάποιος είναι άρρωστος το ότι έχει πυρετό, ή για το ότι μια γυναίκα γέννησε το ότι έχει γάλα, αυτό είναι μια ένδειξη που την αποδεχόμαστε υποχρεωτικά: από όλες τις ενδείξεις αυτή μόνο είναι τεκμήριο· γιατί μόνο αυτή (με τον όρο, βέβαια, ότι αληθεύει) δεν μπορεί να ανασκευασθεί. Παράδειγμα, τώρα, ένδειξης που να παρουσιάζει τη σχέση του γενικού προς το μερικό είναι αν, π.χ., λέγαμε ότι αποτελεί ένδειξη πυρετού το ότι κάποιος αναπνέει γρήγορα· και αυτό όμως μπορεί να ανασκευασθεί, έστω και αν αληθεύει· γιατί είναι δυνατό κανείς να ασθμαίνει και μη έχοντας πυρετό.

Είπαμε λοιπόν και τώρα τί είναι πιθανό, τί είναι ένδειξη και τεκμήριο και σε τί διαφέρουν μεταξύ τους· στα Αναλυτικά όμως ορίσαμε τα πράγματα αυτά με μεγαλύτερη σαφήνεια· εκεί προσθέσαμε και την εξήγηση γιατί μερικά από αυτά δεν μπορούν να κάνουν συλλογισμό, ενώ άλλα μπορούν.

Είπαμε ότι το παράδειγμα είναι επαγωγή· είπαμε επίσης με τί είδους πράγματα σχετίζεται αυτή η επαγωγή. Δεν πρόκειται για συλλογισμό ούτε από το μέρος προς το όλο, ούτε από το όλο προς το μέρος, ούτε από το όλο προς το όλο, αλλά από το μέρος προς το μέρος, από το όμοιο προς το όμοιο: όταν δύο πράγματα ανήκουν στο ίδιο γένος, το ένα όμως είναι πιο γνωστό από το άλλο, τότε έχουμε παράδειγμα· π.χ. ότι ο Διονύσιος επιδιώκει να γίνει τύραννος, αφού ζητάει να του δοθεί σωματοφυλακή· γιατί και ο Πεισίστρατος παλιότερα επιδιώκοντας να γίνει τύραννος ζήτησε να του δοθεί σωματοφυλακή, και όταν την πήρε, έγινε τύραννος· το ίδιο και ο Θεαγένης στα Μέγαρα· και όλοι οι άλλοι που είναι γνωστοί στους ακροατές γίνονται παράδειγμα για τον Διονύσιο, για τον οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν γνωρίζουν ακόμη αν αυτός είναι πράγματι ο λόγος για τον οποίο ζητάει να του δοθεί σωματοφυλακή. Όλα αυτά τα παραδείγματα βρίσκονται κάτω από την ίδια γενικού περιεχομένου πρόταση: ότι αυτός που επιδιώκει να γίνει τύραννος ζητάει να του δοθεί σωματοφυλακή.

[1358a] Εξηγήσαμε λοιπόν σε τί βασίζονται οι αποδείξεις που θεωρούνται αποδεικτικές.

Μεταξύ των ενθυμημάτων όμως υπάρχει μια πολύ μεγάλη διαφορά, η οποία και έμεινε σχεδόν τελείως απαρατήρητη από όλους: είναι αυτή ακριβώς που υπάρχει και μεταξύ των συλλογισμών της διαλεκτικής. Μερικά δηλαδή από αυτά ακολουθούν τους κανόνες της ρητορικής μεθόδου των συλλογισμών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ακολουθούν τους κανόνες της διαλεκτικής μεθόδου των συλλογισμών, κάποια άλλα όμως ακολουθούν τους κανόνες άλλων επιστημών και άλλων τεχνών, που άλλες τους ήδη υπάρχουν, άλλες όμως δεν τις έχουμε ακόμη. Αυτός είναι και ο λόγος που οι διαφορές αυτές δεν γίνονται αντιληπτές, και όσο πιο πολύ εξειδικευόμαστε, τόσο πιο πολύ βγαίνουμε από τον χώρο της ρητορικής και της διαλεκτικής — αυτό όμως θα γίνει σαφέστερο, αν μιλήσουμε γι᾽ αυτό πιο διεξοδικά.

Λέγοντας «διαλεκτικούς» και «ρητορικούς» συλλογισμούς εννοώ αυτούς που έχουν σχέση με αυτό που ονομάζουμε «τόπους» και έχουν εφαρμογή εξίσου καλά στο δίκαιο, στις επιστήμες της φύσης και της πολιτικής και σε πολλές άλλες ακόμη, διαφορετικές στο είδος τους, επιστήμες· παράδειγμα ο τόπος για το «περισσότερο» και το «λιγότερο»: από τον τόπο αυτό μπορεί κανείς να σχηματίσει συλλογισμό ή ενθύμημα το ίδιο καλά στην περιοχή του δικαίου, στην περιοχή της επιστήμης της φύσης ή σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή — και όμως οι επιστήμες αυτές διαφέρουν η μια από την άλλη στο είδος τους. «Ειδικοί», πάλι, είναι αυτοί που προκύπτουν από προκείμενες που προσιδιάζουν σε κάθε επιμέρους είδος ή γένος γνώσης· π.χ. υπάρχουν στην περιοχή της επιστήμης της φύσης προκείμενες που δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ενθυμήματα ή συλλογισμούς στην περιοχή της ηθικής, όπως υπάρχουν άλλες στην περιοχή της ηθικής που θα είναι αδύνατο να οδηγήσουν σε ενθυμήματα ή συλλογισμούς στην περιοχή της επιστήμης της φύσης — το ίδιο ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Το πρώτο είδος των τόπων κανέναν δεν πρόκειται να τον κάνει ειδικό σε κάποια επιστήμη, αφού δεν αφορούν σε κανένα γνωστικό αντικείμενο· με τους «ειδικούς» όμως, όσο καλύτερα κάνει κανείς τις επιλογές του, θα περάσει —χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό— σε άλλη επιστήμη, διαφορετική από τη ρητορική και τη διαλεκτική· γιατί αν τύχει και πέσει πάνω σε «πρώτες αρχές», δεν θα πρόκειται πια για διαλεκτική ή ρητορική, αλλά για εκείνη την επιστήμη, στις «πρώτες αρχές» της οποίας έχει φτάσει. Τα περισσότερα ενθυμήματα σχηματίζονται από αυτούς τους «ειδικούς», τους μερικούς δηλαδή και ιδιαίτερους, τόπους· από τους κοινούς τόπους λιγότερα. Πρέπει λοιπόν και εδώ, όπως στα Τοπικά, να διακρίνουμε τους «ειδικούς» και τους «κοινούς» τόπους, από τους οποίους πρέπει να σχηματίζονται τα ενθυμήματα. Με το «ειδικούς» εννοώ τις ξεχωριστές προκείμενες που προσιδιάζουν σε κάθε επιμέρους ειδική επιστήμη, ενώ με το «κοινούς» αυτές που έχουν εφαρμογή εξίσου καλά σε όλες. Ας αρχίσουμε λοιπόν τον λόγο μας με τις «ειδικές». Πριν από όλα όμως ας αναφερθούμε στα είδη της ρητορικής, ώστε, αφού προσδιορίσουμε τον αριθμό τους, να αναφερθούμε, χωριστά για το καθένα, στα στοιχεία και στις προκείμενές του.