Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Η ελληνική γλώσσα και το αλφάβητο

Το τέλος της γραμμικής Β

Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι το σύστημα με το οποίο καταγράφηκε για πρώτη φορά η ελληνική γλώσσα ήταν δανεισμένο από έναν παλιότερο πολιτισμό που δεν ήταν ελληνόφωνος, τον μινωικό, και ότι αυτό το σύστημα είχε χαρακτήρα συλλαβικό, τα σημεία δηλαδή που χρησιμοποιούσε αντιπροσώπευαν συλλαβές. Είδαμε επίσης ότι αυτό το σύστημα γραφής (η γραμμική Β) υιοθετήθηκε από τους μυκηναίους άρχοντες για να εξυπηρετήσει τις λογιστικές ανάγκες των διοικητικών μηχανισμών τους, που έδρευαν στα παλάτια τους, στις Μυκήνες, τη Θήβα, την Πύλο . Στην εποχή μεταξύ 13ου και 12ου αιώνα π.Χ. τα μυκηναϊκά παλάτια καταστρέφονται για λόγους άγνωστους σε μας. Έτσι, φτάνει στο τέλος του ο κόσμος των Μυκηναίων και μαζί του χάνεται και η γραφή, η γραμμική Β. Από τη στιγμή που καταστρέφεται ο σύνθετος διοικητικός μηχανισμός των παλατιών, που είχε ανάγκη ενός συστήματος καταγραφής της πληροφορίας, παύει να υπάρχει και ο κύριος λόγος ύπαρξης αυτού του συστήματος γραφής. Το τέλος, επομένως, του μυκηναϊκού πολιτισμού «παίρνει» μαζί του και τη γνώση και τη χρήση της γραμμικής Β.

Άλλωστε, όπως είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, αυτό το σύστημα «δούλευε» με ειδικούς της γραφής και με ειδικούς αναγνώστες: κατέγραφε έναν περιορισμένο, ειδικό τύπο πληροφορίας (λογιστικά κείμενα), που αφορούσε μια περιορισμένη, ειδική κατηγορία, τους άρχοντες. Και αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό τον ελλειπτικό τρόπο της καταγραφής της πληροφορίας στο σύστημα αυτό. Θυμηθείτε αυτό που λέγαμε για τα σημερινά λογιστικά κείμενα: και αυτά προϋποθέτουν ειδικούς που τα γράφουν (λογιστές) και ειδικούς αναγνώστες (επιχειρηματίες, εφοριακούς κλπ.). Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο τρόπος καταγραφής της πληροφορίας και σε αυτού του είδους τα σημερινά λογιστικά κείμενα είναι ελλειπτικός. Η εξαφάνιση των ειδικών αναγνωστών (των αρχόντων) που χρειάζονταν, για τις ανάγκες της εξουσίας τους, ειδικούς της γραφής οι οποίοι κατέγραφαν τις σχετικές πληροφορίες, οδηγεί και στην εξαφάνιση των ειδικών γραφέων και της χρήσης του συστήματος γραφής, της γραμμικής Β.

Η αλφαβητική γραφή

Θα χρειαστεί να περάσουν τέσσερις περίπου αιώνες για να ξανασυναντήσουμε γραπτά κείμενα της ελληνικής γλώσσας. Γύρω στο 750 π.Χ. βρίσκουμε τις πρώτες επιγραφές , που χρησιμοποιούν όμως πια ένα άλλο σύστημα γραφής, το αλφαβητικό, αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα. Το αλφαβητικό σύστημα διαφέρει από το συλλαβικό στο ότι καταγράφει όχι συλλαβές αλλά φθόγγους ή, καλύτερα, φωνήματα, δηλαδή τα μικρά κομμάτια ήχου χωρίς νόημα τα οποία, σε διάφορους συνδυασμούς, κατασκευάζουν την τεράστια ποικιλία των λέξεων, των μονάδων της γλώσσας που έχουν νόημα, σημασία. Και η ανακάλυψη του αλφαβήτου σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν ανακαλύψει το «μυστικό» της γλώσσας, το «μυστικό» της δομής της: ότι «κατασκευάζεται», όπως λέγαμε στο πρώτο κεφάλαιο, από έναν περιορισμένο αριθμό μονάδων ήχου χωρίς νόημα (και αυτές τις μονάδες παριστάνουν τα γράμματα του αλφαβήτου), οι οποίες συνδυαζόμενες μεταξύ τους δημιουργούν την ποικιλία των μονάδων με νόημα, των λέξεων.

Η ανακάλυψη του αλφαβήτου σημαδεύει το τέλος μιας μακρόχρονης πορείας. Η ανάγκη για τη γραφή γεννήθηκε, όπως είδαμε, από την ανάγκη των ανθρώπινων κοινωνιών να δώσουν στον λόγο και στην πληροφορία μονιμότητα, διάρκεια πέρα από τη στιγμή της εκφώνησης. Και η μονιμότητα αυτή ήταν απαραίτητη από τη στιγμή που οι ανθρώπινες κοινωνίες έγιναν πιο σύνθετες: μόνιμες εγκαταστάσεις και πόλεις, γεωργία, εμπόριο, κοινωνική ιεραρχία. Έτσι, λοιπόν, γεννήθηκαν τα συστήματα γραφής, εικονογραφικά, σημασιογραφικά, συλλαβικά, με κατάληξη το αλφαβητικό σύστημα.

Η ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής ήταν μια πραγματική επανάσταση. Και αυτό γιατί είναι ένα σύστημα που καταγράφει με ακρίβεια τον λόγο, αφού βασίζεται στην ίδια τη δομή του: σε κάθε φώνημα αντιστοιχεί ένα γράμμα. Ταυτόχρονα είναι οικονομικό. Σκεφτείτε αυτό που λέγαμε για τα εικονογραφικά/σημασιογραφικά συστήματα (π.χ. τα κινέζικα): πόσες χιλιάδες ιδεογράμματα χρειάζονται για να δηλωθούν σημασίες. Αλλά και στην περίπτωση των συλλαβικών συστημάτων, ο αριθμός των σημείων που χρειάζονται για να δηλωθούν οι συλλαβές είναι μεγάλος, 90-100 περίπου στην περίπτωση της γραμμικής Β. Και είναι μεγάλος γιατί ο αριθμός των συλλαβών σε κάθε γλώσσα είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των φωνημάτων.

Στην περίπτωση του αλφαβήτου (αυτού του συστήματος γραφής που βασίζεται στην ανακάλυψη του μεγάλου μυστικού της γλώσσας) ο αριθμός των σημείων μειώνεται δραματικά - θυμηθείτε τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Μειώνεται δραματικά, ακριβώς γιατί κάθε γλώσσα «δουλεύει» με έναν περιορισμένο αριθμό φωνημάτων. Τί σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι για πρώτη φορά οι άνθρωποι διαθέτουν ένα σύστημα που μπορεί να το μάθει κανείς εύκολα και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι διευρύνεται κατά πολύ ο αριθμός των χρηστών. Δεν χρειάζονται πια ούτε μια «ξέχωρη» τάξη ειδικευμένων γραφέων ούτε ειδικευμένους αναγνώστες, όπως με τα άλλα, παλιότερα συστήματα γραφής. Η πρόσβαση στην πληροφορία δεν αφορά πια τους πολύ λίγους, αλλά είναι ανοιχτή και στους πολλούς - αρκεί να έχουν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να μάθουν να γράφουν. Χωρίς την αλφαβητική γραφή δεν θα υπήρχε η εκπαίδευση για τους πολλούς, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα. Μπορεί λοιπόν να πει κανείς ότι η ανακάλυψη του αλφαβήτου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια πιο δημοκρατική σχέση με τη γραφή και τη γνώση.

Πότε ανακαλύφθηκε η αλφαβητική γραφή

Αλλά πότε ανακαλύφθηκε το αλφάβητο στην Ελλάδα; Η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής που να καταγράφει με ακρίβεια τους ήχους της γλώσσας (τα φωνήματα) γεννήθηκε νωρίς, σε εποχές που ακόμη κυριαρχούσαν τα εικονογραφικά/σημασιογραφικά συστήματα. Και αυτό γιατί υπάρχουν όψεις της γλώσσας που δεν μπορούν να καταγραφούν με τέτοια συστήματα. Ένα παράδειγμα είναι τα κύρια ονόματα. Δεν υπάρχει τρόπος να καταγραφούν με έναν εικονογραφικό/σημασιογραφικό τρόπο, γιατί δεν έχουν σημασία. Συγκρίνετε τη λέξη Γιάννης με τις λέξεις παιδί, πρόβατο κλπ. Έτσι, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αλφαβητική γραφή, χρησιμοποιούσαν έναν αλφαβητικό τρόπο μόνο για την καταγραφή των κύριων ονομάτων. Είχαν δηλαδή σημάδια για να δηλώνουν τους φθόγγους των κύριων ονομάτων, αλλά όχι όλους· μόνο τα σύμφωνα. Έτσι, για να δώσουμε ένα τεχνητό παράδειγμα, το κύριο όνομα Νίκος θα δηλωνόταν με τρία σημάδια: ένα για το ν, ένα για το κ και ένα για το ς, δηλαδή νκς.

Οι πιο παλιές αλφαβητικές επιγραφές προέρχονται από τη χερσόνησο του Σινά. Εκεί σε ένα αρχαίο αιγυπτιακό ορυχείο χαλκού βρέθηκαν το 1905 επιγραφές που δεν ήταν ιερογλυφικές αιγυπτιακές - οι περισσότερες μάλιστα είναι χαραγμένες σαν τα σημερινά γκράφιτι στους τοίχους. Οι ειδικοί που τις μελέτησαν πιστεύουν ότι γράφτηκαν από εργάτες που δεν ήταν Αιγύπτιοι αλλά Σημίτες και μιλούσαν μια σημιτική γλώσσα. Σημιτικές γλώσσες είναι τα εβραϊκά, τα αραμαϊκά τα φοινικικά (θα ξαναγυρίσουμε σε αυτά), τα αραβικά . Το σημαντικό είναι ότι οι επιγραφές αυτές, που χρονολογούνται γύρω στο 1600 π.Χ., είναι αλφαβητικές, καταγράφουν δηλαδή φωνήματα και όχι συλλαβές ή σημασίες. Σε μία μάλιστα από αυτές, που είναι χαραγμένη πάνω σε ένα κομμάτι από κεραμίδι (ο επιστημονικός όρος είναι «όστρακο»), διακρίνει κανείς μια σειρά γραμμάτων που μοιάζει πολύ με αλφαβητάρι. Προσέξτε τα γράμματα που θυμίζουν τα ΑΒΓΔΕ. Οι επιγραφές αυτές, που λέγονται πρωτοσιναϊτικές , θεωρούνται ως τα πρώτα δείγματα του φοινικικού αλφαβήτου, από το οποίο, όπως θα δούμε, προέρχεται από το ελληνικό αλφάβητο.

Πριν μιλήσουμε για το φοινικικό αλφάβητο, πρώτα δείγματα του οποίου είναι οι πρωτοσιναϊτικές επιγραφές για τις οποίες μόλις μιλήσαμε, θα πρέπει να αναφερθούμε σε μια άλλη περίπτωση αλφαβήτου που αναπτύχθηκε στην ίδια περίπου περιοχή δύο ή τρεις αιώνες αργότερα (γύρω στο 1370-1350 π.Χ.), στην πόλη της Ουγκαρίτ (σημερινή Ras Shamra, στην ακτή της Συρίας απέναντι από την Κύπρο). Ο βασιλιάς της πόλης αυτής Νικμαντού Β' αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο αρχείο με όλα τα κείμενα τα σχετικά με τους μύθους και τις παραδόσεις του βασιλείου του. Το αρχείο αυτό βρέθηκε στις ανασκαφές και είναι γνωστό με το όνομα «Βιβλίο του Μεγάλου Ιερέα». Στο αρχείο αυτό χρησιμοποιήθηκε ένα αλφαβητικό σύστημα καταγραφής που αποτελείται από τριάντα σημεία (γράμματα), τα οποία προέρχονται από την παράδοση της σφηνοειδούς γραφής, για την οποία μιλήσαμε νωρίτερα. Το αλφαβητικό αυτό σύστημα χρησιμοποιήθηκε στην περιοχή της Ουγκαρίτ μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Μετά την εποχή αυτή, που σημαδεύεται από τις καταστροφές που συνδέονται με τις επι­δρομές των λεγόμενων «Λαών της Θάλασσας », το αλφαβητικό αυτό σύστημα παύει να χρησιμοποιείται και επικρατεί το φοινικικό αλφαβητικό σύστημα - αυτό που ξεκινάει με τις πρωτοσιναϊτικές επιγραφές που συζητήσαμε λίγο νωρίτερα.

 Οι Φοίνικες και το αλφάβητο τους

Οι Φοίνικες ήταν ένας λαός που κατοικούσε στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου, στις ακτές της σημερινής Συρίας, του Λιβάνου, του Ισραήλ . Μιλούσαν μια σημιτική γλώσσα, συγγενική με τα εβραϊκά, τα αραμαϊκά και τα αραβικά. Λίγο πριν και λίγο μετά το 1000 π.Χ. αναπτύσσουν έναν σημαντικό πολιτισμό με κέντρα πόλεις όπως η Τύρος, η Σιδώνα, η Βύβλος, και μια σημαντική εμπορική δραστηριότητα σε όλη τη Μεσόγειο . Δημιουργούν μικρά βασίλεια στην Κύπρο, «οργώνουν» το Αιγαίο και αφήνουν εκεί, όπως θα δούμε σε λίγο, σημάδια της παρουσίας τους. Ταξιδεύουν στις ακτές της Β. Αφρικής, όπου ιδρύουν την Καρχηδόνα, και φτάνουν ως την Ισπανία.

Στις εμπορικές αυτές περιπλανήσεις τους θα έρθουν σε επαφή με τους Έλληνες. Αυτή η συνάντηση θα οδηγήσει (θα δούμε σε λίγο πού και πώς) σε έναν νέο δανεισμό: θα δανειστούν από τους Έλληνες που χρησιμοποιούν και θα προσαρμόσουν στις ανάγκες της γλώσσας τους το αλφαβητικό σύστημα γραφής. Η γραφή, όπως λέγαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, είναι μια γέφυρα που ενώνει πολιτισμούς.

Οι Φοίνικες δημιούργησαν ένα αλφαβητικό σύστημα καταγραφής της γλώσσας τους, πρόγονος του οποίου μοιάζει να είναι το σύστημα με το οποίο γράφτηκαν οι πρωτοσιναϊτικές επιγραφές του 1600 π.Χ. Το σύστημα αυτό αποτελείται από 22 σημεία, δηλαδή γράμματα . Αλλά τα γράμματα αυτά δηλώνουν μόνο τα σύμφωνα της φοινικικής γλώσσας. Αυτό, όπως ξέρετε, δεν συμβαίνει στο ελληνικό αλφάβητο, που έχει γράμματα τόσο για τα σύμφωνα όσο και για τα φωνήεντα.

Το φοινικικό αλφάβητο είναι λοιπόν ελλειπτικό. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης πρέπει να συμπληρώσει τα φωνήεντα που λείπουν για να κατανοήσει το κείμενο που διαβάζει. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό απαιτεί έναν ασκημένο αναγνώστη. Με αυτή την έννοια, το φοινικικό αλφάβητο δεν έχει μπει ακόμη σε αυτό που ονομάσαμε νωρίτερα δημοκρατία της γραφής και της πληροφορίας. Αυτό το «δημοκρατικό» σύστημα δημιουργηθηκε όπως θα δούμε, από το ελληνικό αλφάβητο, ένα πλήρες αλφαβητικό σύστημα είναι αυτό που καταγράφει όλα τα φωνήματα. Το φοινικικό αλφαβητικό σύστημα δεν είναι πλήρες (γιατί καταγράφει μόνο τα σύμφωνα), ενώ το ελληνικό αλφαβητικό σύστημα είναι πλήρες γιατί καταγράφει φωνήεντα και σύμφωνα.

Το φοινικικό αλφάβητο: μια γραφή μόνο με σύμφωνα

Γιατί άραγε οι Φοίνικες περιορίστηκαν σε ένα αλφαβητικό σύστημα που καταγράφει μόνο τα σύμφωνα, ενώ οι Έλληνες δημιουργούν, ένα αλφαβητικό σύστημα που καταγράφει όλους τους φθόγγους; Σκεφτείτε τί θα γινόταν αν διαβάζατε τα τρία γράμματα κπς και προσπαθούσατε να καταλάβετε ποια ελληνική λέξη «κρύβουν»: κήπος, κάπως, κόπος; Χωρίς τα φωνήεντα είναι κανείς «χαμένος». Δεν μπορεί να βγάλει νόημα. Δεν είναι το ίδιο στα φοινικικά και γενικότερα στις σημιτικές γλώσσες. Εκεί τα σύμφωνα «κουβαλούν» τη σημασία. Έτσι, όταν ο αναγνώστης συναντά στη γραφή μια λέξη με τρία σύμφωνα και χωρίς φωνήεντα (π.χ. kps, για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια σύμφωνα με το ελληνικό παράδειγμα) μπορεί να καταλάβει για ποια σημασία πρόκειται και δεν έχει το πρόβλημα που δημιουργείται στο ελληνικό παράδειγμα που δώσαμε. Η προσθήκη διαφορετικών φωνηέντων στην υποθετική αυτή λέξη kps δεν αλλάζει ριζικά τη σημασία, όπως στα ελληνικά, ή την αλλάζει πολύ λιγότερο και δεν την κάνει απρόβλεπτη. Έτσι, για να δώσουμε πάλι ένα υποθετικό παράδειγμα, αν η λέξη kapas στα φοινικικά σημαίνει 'δυνατός', η λέξη kipas, με διαφορετικό φωνήεν στην πρώτη συλλαβή, θα σήμαινε 'δύναμη' και η λέξη kupus 'δυνατότερος'. Όπως βλέπετε, η αλλαγή φωνηέντων δεν αλλάζει τη βασική σημασία που «κουβαλούν» τα τρία σύμφωνα kps (κάτι που δεν συμβαίνει στα ελληνικά) και έτσι το φοινικικό αλφαβητικό σύστημα «δουλεύει», αν και ελλειπτικό, παρόλο που καταγράφει μόνο τα σύμφωνα.

Αυτή η ελλειπτικότητα, ωστόσο, προϋποθέτει, όπως λέγαμε, έναν «ασκημένο» αναγνώστη που θα καταβάλει κάποιον κόπο για να κατανοήσει το γραμμένο κείμενο. Για να αποφευχθεί αυτό, θα προστεθούν αργότερα σε αλφάβητα που προέρχονται από το φοινικικό (όπως το εβραϊκό) σημάδια και για τα φωνήεντα, έτσι ώστε η αλφαβητική καταγραφή να είναι πλήρης. Θα έχετε ίσως δει τον τρόπο που γράφονται τα αραβικά - σημιτική γλώσσα και αυτά. Θα προσέξατε ίσως ότι πάνω και κάτω από το κυρίως «σώμα» του γραμμένου κειμένου (αυτά είναι τα σύμφωνα) υπάρχουν μικρά σημαδάκια (τελείες και άλλα): αυτά είναι τα φωνήεντα.

Τί μας λένε οι πρώτες αλφαβητικές επιγραφές

Όπως έχουμε ήδη πει, οι πρώτες αλφαβητικές επιγραφές που έχουν βρεθεί μέχρι τώρα στην ελληνική γλώσσα χρονολογούνται γύρω στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. Το ενδιαφέρον είναι ότι τα πρώτα αυτά κείμενα είναι όλα ιδιωτικού χαρακτήρα. Σε ένα από αυτά, χαραγμένο πάνω σε ένα αγγείο (οινοχόη του Δίπυλου, στην Αττική, διαβάζουμε, από τα δεξιά προς τα αριστερά: «Όποιος από τους χορευτές χορεύει πιο ελαφρά…» Η συνέχεια είναι δυσανάγνωστη αλλά το πιθανότερο είναι ότι έλεγε «θα πάρει το βραβείο», δηλαδή το αγγείο. Σε ένα άλλο πάλι αγγείο της ίδιας εποχής από το νησί Πιθηκούσες διαβάζουμε, πάλι από τα δεξιά προς τα αριστερά: «Είμαι το γλυκόπιοτο ποτήρι του Νέστορα. Όποιος πιει από τούτο το ποτήρι, αυτόν αμέσως θα τον κυριέψει ο πόθος της Αφροδίτης με το όμορφο στεφάνι.» Σε άλλο αγγείο από την Κόρινθο διαβάζουμε: «Πολύτερπος. Πυρρίας, επικεφαλής του χορού· αυτουνού είναι το αγγείο.»

Στη μακρινή Αίγυπτο οι φαραώ χρησιμοποιούσαν Έλληνες μισθοφόρους, δηλαδή επαγγελματίες στρατιώτες. Σε μια εκστρατεία του φαραώ Ψαμμήτιχου του Β΄ (595-589 π.Χ.) στη Νουβία το 591 π.Χ., έλληνες στρατιώτες χάραξαν τα ονόματά τους στα πόδια κολοσσιαίων αγαλμάτων του φαραώ Ραμσή Β' μπροστά στον ναό του Αμπού Σιμπέλ στη Νουβία. Σε άλλα, τέλος, αγγεία διαβάζουμε τα ονόματα του τεχνίτη που τα έκανε. Απλοί άνθρωποι χαράζουν απλά μηνύματα. Κανένας από αυτούς δεν μοιάζει να είναι επαγγελματίας γραφέας, όπως στις παλαιότερες εποχές όπου η γραφή ήταν το προνόμιο ειδικών γραφέων και ειδικών αναγνωστών.

Η ελληνική αλφαβητική γραφή: από το ιδιωτικό στο δημόσιο

Τα πρώτα αυτά αλφαβητικά κείμενα της ελληνικής γλώσσας λες και διαλαλούν από μόνα τους, με τους ταπεινούς «συγγραφείς» τους και τα ταπεινά καθημερινά περιεχόμενά τους, τη δημοκρατία της γραφής και της πληροφορίας, που φέρνει η αλφαβητική επανάσταση. Σύντομα, βέβαια, η αλφαβητική γραφή θα κληθεί να υπηρετήσει τους θεσμούς της αρχαίας δημοκρατίας: νόμοι, ψηφίσματα, αποφάσεις αλλά και επιγραφές πάνω σε τάφους, επιγραφές που τιμούν τους θεούς. Και η αποκορύφωση αυτής της δημόσιας χρήσης συνδέεται με την πιο σημαντική δημοκρατία της αρχαιότητας, την Αθήνα. Από την Αθήνα της κλασικής εποχής (5ος-4ος αιώνας π.Χ.) προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των επιγραφών της αρχαιότητας που σώθηκε. Η αλφαβητική γραφή, που προσφέρεται για γενική χρήση γιατί μαθαίνεται εύκολα, θα γενικευθεί μέσα στις συνθήκες της αρχαίας δημοκρατίας: η υπόσχεση της δημοκρατίας της γραφής και της πληροφορίας, που κλείνει μέσα της η αλφαβητική γραφή, θα αρχίσει να εκπληρώνεται μέσα στις συνθήκες της αρχαίας πολιτικής δημοκρατίας .

Πώς γράφονταν και πώς διαβάζονταν τα κείμενα

Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα αρχαία κείμενα γράφονταν χωρίς διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις, με κεφαλαία μόνο και χωρίς τόνους. Τα μικρά γράμματα, ο χωρισμός των λέξεων, οι τόνοι και τα πνεύματα θα έρθουν πολύ αργότερα, από τα χρόνια των κατακτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου και μετά. Η εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε ένα τεράστιο γεωγραφικό εύρος και η εκμάθησή της από αλλόγλωσσους οδηγούν σε «βελτιώσεις» (μικρά γράμματα, χωρισμός των λέξεων, τόνοι/πνεύματα) που βοηθούν στην εκμάθηση της γλώσσας, ιδίως από ξένους. Αλλά οι «βελτιώσεις» αυτές υπηρετούσαν και έναν άλλο στόχο: την επαφή και τη μελέτη παλαιότερων κειμένων της ελληνικής γλώσσας, π.χ. του Ομήρου. Ο χωρισμός των λέξεων, οι τόνοι και τα πνεύματα βοηθούσαν να γίνουν κατανοητά (με τη βοήθεια των φιλολόγων και, στο σχολείο, των δασκάλων) αυτά τα σημαντικά παλαιά κείμενα, που ήταν πια δυσνόητα γιατί η γλώσσα είχε αλλάξει.

Πώς διάβαζαν οι αρχαίοι; Ξέρουμε ότι δεν διάβαζαν σιωπηλά αλλά «φωναχτά», όπως ακόμη και σήμερα κάνουν άνθρωποι που δεν έχουν ιδιαίτερη εξοικείωση με τον γραπτό λόγο: ο όρος που χρησιμοποιούσαν, και ο οποίος επιζεί στη λέξη ανάγνωση, ήταν αναγιγνώσκω . Το ρήμα αυτό σημαίνει 'αποκτώ μια γνώση, γνωρίζω με προσπάθεια', και η προσπάθεια αφορούσε, βέβαια, την αναγνώριση των γραπτών σημείων και την κατανόησή τους. Χρησιμοποιούσαν επίσης για την ανάγνωση (το διάβασμα) και το ρήμα νέμω, που σημαίνει 'διανέμω, μοιράζω'. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Υπονοεί ότι η πληροφορία, η γνώση που κερδίζεται από την ανάγνωση, δεν αφορά μόνο τον αναγνώστη αλλά μοιράζεται και στους άλλους. Ακούστε τώρα, για να κλείσουμε, πώς περιγράφει ο Πλάτωνας (στον διάλογο Πρωταγόρας) πώς «μάθαιναν γράμματα » τα παιδιά:

Οι δάσκαλοι χαράζουν γραμμές με τη γραφίδα τους για τα παιδιά που δεν ξέρουν ακόμη να γράφουν. Μετά τους δίνουν στο χέρι τον μικρό πίνακα και τους καθοδηγούν να γράφουν ακολουθώντας τις γραμμές.

Έχουν σωθεί αρκετές τέτοιες ξύλινες πινακίδες, ιδιαίτερα από την Αίγυπτο.

Το ελληνικό αλφαβητικό σύστημα καταγράφει όλους τους φθόγγους: φωνήεντα και σύμφωνα.

Η δημιουργία του αλφαβήτου δημιουργεί τους όρους για μια δημοκρατία της γραφής, της πληροφορίας, της γνώσης. Και αυτό γιατί το αλφάβητο μαθαίνεται εύκολα και προσφέρεται για γενική χρήση. Δεν προϋποθέτει ειδικούς της γραφής και ειδικούς της ανάγνωσης Η πρώτη αξιοποίηση αυτών των δημοκρατικών δυνατοτήτων του αλφαβήτου θα γίνει από τις αρχαίες ελληνικές δημοκρατίες. Και η πιο σημαντική από αυτές είναι η Αθήνα.

Ένας Κυνικός έρωτας

ΘΑ ΕΛΕΓΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ Ο ΚΥΝΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΧΕΙ καμία σχέση με τον έρωτα. Κι όμως, ένας οπαδός αυτής της τόσο σκληρής φι­λοσοφίας, ο Κράτης, είναι ο ήρωας ενός από τα λίγα ειδύλλια της αρχαιότητας που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας.

Παρακολουθώντας σε παράσταση τραγωδίας τον βασιλιά Τήλεφο* να κυκλοφορεί ελεεινός και τρισάθλιος με το καλαθάκι στο χέρι, ο Κράτης έγινε οπαδός της κυνικής φιλοσοφίας -έτσι γράφει γι’ αυτόν ο Αντισθένης στο βιβλίο του Διαδοχές.

Πούλησε τα υπάρχοντά του -ήταν από αριστοκρατικό σπίτι -, μάζεψε γύρω στα διακόσια τάλαντα και τα μοίρασε στους συμπολίτες του.

Μια κοπέλα, η Ιππαρχία, αδελφή του κυνικού Μητροκλή (κι οι δυο ήσαν από τη Μαρώνεια), γοητεύτηκε κι αυτή από τα γράμματα. Ερωτεύτηκε τον Κράτη, τον τρόπο ζωής του και τη διδασκαλία του, και δεν είχε μάτια να κοιτάξει άλλους υπο­ψήφιους μνηστήρες, οσοδήποτε πλούσιους, ωραίους ή ευγενείς. Γι’ αυτήν ο Κράτης ήταν το παν. Και μάλιστα απείλησε τους γονείς της ότι θα αυτοκτονούσε αν δεν την έδιναν σ’ αυτόν.

Οι γονείς της παρακάλεσαν τον Κράτη να της αλλάξει μυαλά' εκεί­νος έκανε τα πάντα, αλλά μη μπορώντας να την μεταπείσει, ση­κώθηκε, μάζεψε ότι υπάρχοντα είχε, τα ακούμπησε μπρος της και είπε: «Να ο γαμπρός, να κι η περιουσία του. Σκέψου και πά­ρε απόφαση. Γιατί δεν θα μπορέσεις να γίνεις συντρόφισσά μου αν δεν μοιραστείς μαζί μου αυτήν την κατάσταση».

Η κοπέλα έκανε την επιλογή της, φόρεσε τα ίδια ρούχα με τον άντρα της, βρισκόταν ''μαζί του στις δημόσιες εμφανίσεις και πή­γαινε μαζί του στα δείπνα. Και όταν ο Θεόδωρος (ο επονο­μαζόμενος ’Αθεος), γυρνώντας προς το μέρος της είπε,

Ετούτη είναι που παράτησε τον αργαλειό;

«Εγώ είμαι Θεόδωρε», του λέει. «Μήπως σου φαίνεται πως ή­ταν λάθος η απόφασή μου να αφιερώσω στην παιδεία το χρόνο που θα σπαταλούσα πλάι στον αργαλειό;» Αυτά και μυριάδες άλλα αποδίδονται στη φιλόσοφο.

Αναφέρεται και ένα βιβλίο του Κράτη με τίτλο Επιστολές, στο οποίο εκφράζονται εξαίρετες φιλοσοφικές απόψεις, στο ύφος του Πλάτωνα. Έχει γράψει και τραγωδίες μεγαλόπρεπου φιλοσοφι­κού χαρακτήρα. Ένα μικρό δείγμα γραφής του είναι το παρα­κάτω:

Πατρίδα μου δεν είναι ένας πύργος ή μια στέγη αλλά η γης ολάκαιρη είναι πόλη μου και σπιτικό μου είμαι έτοιμος να ζήσω κοντά σας.

Πέθανε σε μεγάλη ηλικία και τάφηκε στη Βοιωτία.
 
(Λ.Λ. VI 87, 97-98).
-------------------------
* Μυθικός βασιλιάς που κυκλοφορούσε μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο.

Κβαντικός κόσμος & νόμος της αντίστροφης ροής

Ο Κόσμος, δεν είναι η αιτία που υπάρχει κάποιος Παρατηρητής, αλλά "ο Κοσμος, είναι το Αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αυτού του Παρατηρητή με την Αιτία"...

Στο άρθρο αυτό λοιπόν, θα περιγράψουμε τον τρόπο που δημιουργείται ο αισθητός κόσμος, βλέποντάς τον με τη ματιά ενός σύγχρονου παρατηρητή, αφήνοντας απ έξω οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία θα μπορεί να σχετίζεται με αυτό το θέμα, όπως θρησκεία ή και μεταφυσική…


Ο κόσμος αυτός λοιπόν γύρω μας, ο τρισδιάστατος κόσμος που μάθαμε να αναγνωρίζουμε ως μοναδικό και πραγματικό, είναι απλά το σύνολο των σημάτων που λαμβάνουμε συνεχώς από το περιβάλλον μας και τα οποία μπορούν να αποκωδικοποιηθούν από τις αισθήσεις μας… Οτιδήποτε άλλο υπάρχει, είναι αόρατο, άδηλο και μη αισθητό… Όμως όλος αυτός ο κόσμος που αναγνωρίζουμε ως πραγματικό, εμφανίζεται μεν μέσα στις τρεις γνωστές και ορατές διαστάσεις, αλλά ξεκινά από το αόρατο μέρος του. Ένα μέρος του κόσμου αυτού, υπάρχει αόρατα, πέραν της 3ης διάστασης, δηλαδή στην 5η και 4η διάσταση, των οποίων η ουσία και των δύο μεν σχετίζεται με το "χρόνο", αλλά το μέτρο (σε αντιστοιχία του μήκους της 1ης, του πλάτους της 2ης και του ύψους της 3ης), σχετίζεται με τους όρους "προσδοκία" για την 5η και "διάρκεια" για την 4η αντίστοιχα...

1. Η εμφάνιση του αισθητού κόσμου

 Για να κατανοήσουμε τις -πέραν της 3ης- αυτές υπερδιαστάσεις, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τον τρόπο που δημιουργείται ο δικός μας αισθητός κόσμος. Αυτός που ονομάζεται πραγματικός, ο οποίος υπάρχει γύρω μας συνεχώς και μέρος του οποίου είναι τόσο τα δικά μας τα σώματα όσο και όλων των άλλων πλασμάτων, αντικειμένων και καταστάσεων στο σύμπαν που γνωρίζουμε. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις της κβαντικής θεώρησης των πραγμάτων λοιπόν, ο αισθητός κόσμος υπάρχει μέσω του κάθε «παρατηρητή» που αλληλεπιδρά μαζί του και στον οποίον γίνεται μοναδικά αισθητός. Η εμφάνιση δηλαδή του κόσμου γύρω μας, εξαρτάται αποκλειστικά από τον κάθε παρατηρητή, μιας και γίνεται αντιληπτός μονάχα στις δικές του πέντε γνωστές αισθήσεις και μετριέται ή από τα όργανα αυτών των αισθήσεών του (όπως μάτια, αυτιά, γλώσσα, δέρμα και μύτη) ή από τα όργανα τα οποία έχει κατασκευάσει ο ίδιος για τον σκοπό αυτό, (όπως μέτρα, ρολόγια, ημερολόγια κλπ.)…


Ο παρατηρητής δηλαδή στην ουσία, είναι -ο ίδιος- φορέας της υλοποίησης του κόσμου, αν όχι ο δημιουργός της μορφής που λαμβάνει τελικά… Κι αυτό διότι ο αισθητός κόσμος δημιουργείται ακριβώς στο όριο των δύο διαστάσεων 4ης και 3ης. Στο σημείο που η μία αγγίζει την άλλη… Και η δημιουργία του αυτή, δεν είναι τίποτε άλλο από την εμφάνιση της μορφής του κόσμου στον παρατηρητή… Δηλαδή η λήψη ενός ενεργού σήματος από τον παρατηρητή και η αποκωδικοποίηση του σήματος αυτού από τις αισθήσεις του. Ο παρατηρητής όμως (στην ουσία τα αισθητήρια όργανά του) βρίσκεται μονάχα μέσα στο «χώρο» των τριών διαστάσεων και όχι πέραν αυτής… Ο «χώρος» της 4ης διάστασης -από τον οποίο προέρχεται το σήμα-, είναι αόρατος στον παρατηρητή μας… Αυτό σημαίνει, ότι –δυνητικά- ο κόσμος γύρω μας υπάρχει μονάχα όσο υπάρχει κάποιος παρατηρητής… Ένας παρατηρητής, ο οποίος διαθέτει τις πέντε γνωστές αισθήσεις… -για αυτό λέγεται και «αισθητός κόσμος»-… Πράγμα που σημαίνει, ότι αν απουσιάζει ο οποιοσδήποτε παρατηρητής από το χώρο των τριών διαστάσεων, τότε απλά, κόσμος δεν υπάρχει… Όχι «δεν τον παρατηρεί κάποιος», αλλά αυτός ο κόσμος«δεν υπάρχει» ολοκληρωτικά…

2. Το ενεργό σήμα στις αισθήσεις του παρατηρητή

Είπαμε παραπάνω ότι, η εμφάνιση του αισθητού κόσμου συμβαίνει μόλις γίνει η λήψη ενός ενεργού σήματος από τον παρατηρητή και η αποκωδικοποίηση του σήματος αυτού από τις αισθήσεις του. Άρα στον παρατηρητή ο οποίος βρίσκεται μέσα στο χώρο των τριών διαστάσεων, φτάνει ένα ενεργό σήμα, το οποίο αποκωδικοποιείται από τις αισθήσεις του σαν εικόνα, ήχος, γεύση, άρωμα ή άγγιγμα… Από πού έρχεται όμως αυτό το ενεργό σήμα… Αφού ο κόσμος δημιουργείται στο όριο ανάμεσα στην 3η και 4ηδιάσταση και ο παρατηρητής βρίσκεται μέσα στην 3η διάσταση -μαζί με τον κόσμο που μορφοποιείται από αυτόν-, τότε το ενεργό αυτό σήμα έρχεται από τον αόρατο χώρο της 4ης διάστασης… Προσπίπτει πάνω στο όριο των δύο διαστάσεων (3ηςκαι 4ης) και διαπερνώντας το φτάνει στα όργανα των αισθήσεων του παρατηρητή, τα οποία το αποκωδικοποιούν μορφοποιώντας όλο αυτό το σύμπαν γύρω μας. Σύμφωνα με την κβαντική θεώρηση, η διαδικασία αυτή της αποκωδικοποίησης ενός ενεργού σήματος και η μετατροπή του σε υλικό κόσμο, λέγεται «κβαντική κατακρήμνιση»… Δηλαδή τι συμβαίνει…

Οτιδήποτε υπάρχει μέσα στην 4η διάσταση, είναι -για τις αισθήσεις του παρατηρητή- αόρατο και μη υλικό… Ο χώρος δηλαδή πέραν της 3ηςδιάστασης είναι καθαρά ενεργειακός αποτελούμενος από ενεργά πεδία πληροφορίας… Προσέξτε τον όρο αυτό «ενεργά πεδία πληροφορίας». Άρα, το ενεργό σήμα που φτάνει στο όριο της 3ης διάστασης και το οποίο λαμβάνει τελικά ο παρατηρητής, προέρχεται από το ενεργό αυτό πεδίο πληροφορίας, το οποίο βρίσκεται αόρατο μέσα στην 4η διάσταση, αλλά και εφαπτόμενο στο όριο της 3ης. Ένα ενεργό πεδίο δηλαδή, βρισκόμενο αόρατο πέραν της 3ηςδιάστασης, περιμένει σε κατάσταση αναμονής, κάποιον παρατηρητή ο οποίος να βρεθεί στην 3η διάσταση και να το ενεργοποιήσει παρατηρώντας το… Μόλις υπάρξει αυτό το γεγονός και κάποιος παρατηρητής βρεθεί μέσα στον τρισδιάστατο χώρο, συμβαίνει το εξής… Η αλληλεπίδραση του παρατηρητή με το όριο των δύο διαστάσεων, δημιουργεί ένα μοναδικό σωματίδιο-καταλύτη (σωματίδιο Higgs), το οποίο μετατρέπει το ενεργειακό σήμα σε υλική μορφή… Μετατρέπει δηλαδή, το σημείο του πεδίου το οποίο εφάπτεται στο όριο των διαστάσεων (3ης και 4ης), σε «υλικό αισθητό κόσμο»… Ο παρατηρητής δηλαδή, έχει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες έχουν την ικανότητα και δυνατότητα, ώστε, το ενεργειακό πεδίο πληροφορίας -το οποίο βρίσκεται αόρατο μέσα στο χώρο της 4ηςδιάστασης και εφάπτεται του χώρου στον οποίο αναπτύσσεται ο τρισδιάστατος κόσμος- να το μετατρέπουν στον υλικό αισθητό κόσμο τον οποίο γνωρίζουμε και μέσα στον οποίο ζούμε…

3. Τέταρτη διάσταση: Όλες οι στιγμές του «τώρα»

Τι είναι η 1η διάσταση; Μια ευθεία γραμμή… Δηλαδή μια σειρά, από άπειρα σημεία (μηδενικές διαστάσεις) ενωμένα μεταξύ τους παράλληλα. Τι είναι η 2η διάσταση; Ένα επίπεδο… Δηλαδή μια σειρά, από άπειρες ευθείς γραμμές (1ες διαστάσεις), ενωμένες μεταξύ τους παράλληλα. Τι είναι η 3η διάσταση; Ένας κύβος… Δηλαδή μια σειρά από άπειρα επίπεδα (2ες διαστάσεις), ενωμένα μεταξύ τους παράλληλα… Άρα κάθε διάσταση, εμπεριέχει άπειρες διαστάσεις της μικρότερης διάστασης κι αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να κατανοήσουμε βαθιά… Γιατί; Διότι και ο κόσμος που γνωρίζουμε είναι τρισδιάστατος… Ολόκληρος ο αισθητός κόσμος είναι η 3ηδιάσταση… Άρα η 4η διάσταση (η ο ποία είναι η αμέσως μεγαλύτερη της 3ης), περιέχει άπειρους τρισδιάστατους κόσμους ενωμένους μεταξύ τους παράλληλα… τους δικούς μας κόσμους, όχι άλλους ξένους ή εξωγήινους… Η 4ηδιάσταση, εμπεριέχει σε άπειρο αριθμό, τον κόσμο τον οποίο γνωρίζουμε και στον οποίο ζούμε…
Πως γίνεται αυτό… Ο κόσμος που γνωρίζουμε σαν πραγματικό, είναι μονάχα «Τώρα»… Μόνο αυτό ζούμε… Μονάχα το «τώρα» είναι υπαρκτό και υλικό για μας τους παρατηρητές του. Το «παρελθόν» και το «μέλλον» είναι αόρατα μιας και δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτά μέσω των αισθήσεών μας… Άρα όλοι αυτοί οι τρισδιάστατοι κόσμοι που υπάρχουν στην 4η διάσταση, είναι όλα αυτά τα «τώρα» που έχουν συμβεί (ή θα συμβούν) μέσα στο γραμμικό χρόνο… Όλες οι στιγμές μιας χρονικής διάρκειας μικρότερης του εκατομμυριοστού του δευτερολέπτου, τις οποίες ζήσαμε, ζούμε και θα ζήσουμε σαν κόσμος και σύμπαν, αποτελούν όλα αυτά τα «τώρα»… Όλους αυτούς τους κόσμους… Κάθε στιγμή απειροελάχιστης διάρκειας δηλαδή, είναι ένας ολόκληρος κόσμος μέσα στην 4η διάσταση… Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι, η 4ηδιάσταση, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο υπάρχει ο αισθητός κόσμος, μοιρασμένος σε –απειροελάχιστης χρονικής διάρκειας στιγμές (χρονικές φέτες)-, οι οποίες ανήκουν στο παρελθόν και το μέλλον του… Η 4η διάσταση δηλαδή, είναι όλη η διάρκεια της ζωής του κόσμου που ονομάζουμε πραγματικό ή αισθητό από τη γέννησή του μέχρι το θάνατό του… Και μέτρο αυτής, ο χρόνος…

4. Ολόκληρος ο κόσμος ρέει συνεχώς ενεργειακά

Έτσι ο παρατηρητής, ο οποίος βρίσκεται στην 3ηδιάσταση και αλληλεπιδρά με το όριο των διαστάσεων (3ης και 4ηςόπως είπαμε προηγουμένως), υλοποιεί μια χρονική στιγμή απειροελάχιστης διάρκειας… Δίνει μορφή σε ένα «τώρα»… Αυτό ζει και αντιλαμβάνεται σαν παρατηρητής… Αυτό καταγράφουν οι αισθήσεις του σαν «αισθητό κόσμο»… Όμως, αφού ο παρατηρητής υλοποιεί ένα μονάχα «τώρα» και αυτό διαρκεί μονάχα κάποιο εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου, τότε πως είναι δυνατόν να αντιλαμβάνεται τον κόσμο έτσι όπως είναι σαν συνεχή και όχι σαν φωτογραφία, η οποία να αντιστοιχεί στην εικόνα αυτής της απειροελάχιστης διάρκειας; Διότι, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει την αλληλεπίδραση αυτή ο παρατηρητής, θα ξεκινήσει μια συνεχής ροή «στιγμών» από «τώρα», τα οποία δημιουργούνται το ένα μετά το άλλο με τέτοια ταχύτητα, που στις αισθήσεις (όπως στο μάτι κλπ) μοιάζει σαν να είναι ένα, μόνιμο και σταθερό, συνέχεια εκεί… Δηλαδή στην ουσία, κάθε εικόνα, κάθε ήχος, κάθε γεύση, κάθε άρωμα και κάθε άγγιγμα που θα φτάσει στις αισθήσεις του παρατηρητή, αφού δημιουργηθεί, μένει λίγο και ύστερα χάνεται (αποσύρεται) για να δημιουργηθεί (αναδυθεί) στη θέση του ένα καινούργιο… Όμοιο ή λίγο διαφορετικό από το προηγούμενο, έτσι ώστε για να μας μοιάζει με κίνηση… Όπως τα καρέ κινηματογραφικής ταινίας…

Τι συμβαίνει… Την στιγμή που ξεκινάει η παρατήρηση, ξεκινάει η ροή του ενεργειακού πεδίου πληροφορίας, το οποίο είπαμε στην αρχή ότι βρίσκεται αόρατο μέσα στην 4η διάσταση… Ο παρατηρητής δηλαδή, τη στιγμή που -μέσω της αλληλεπίδρασής του με τον τρισδιάστατο κόσμο-, παράγει το σωματίδιο-καταλύτη Higgs, δημιουργεί -στο ενεργειακό πεδίο πληροφορίας αυτό- μια «διαφορά δυναμικού», η οποία το θέτει σε συνεχή «ροή… Το θέτει σε συνεχή κίνηση… Η πληροφορία του ενεργειακού πεδίου, φτάνει (αγγίζει) στο όριο των διαστάσεων (4ηςκαι 3ης), αλληλεπιδρά με τον παρατηρητή μορφοποιούμενη (αναδύεται) σε υλικό κόσμο και επιστρέφει (αποσύρεται) πάλι μέσα στο αόρατο για να πάρει τη θέση της μια καινούργια που ακολουθεί… και ούτω καθ εξής…

Στη γεωμετρία, υπάρχει ένα σχήμα που ονομάζεται υπερκύβος (ν-διαστάσεων) ή τεσσεράκτιο (4-διαστάσεων) όπως στη διπλανή φωτογραφία… Η 4η διάσταση λοιπόν γεωμετρικά, θα μπορούσε να παραστεί με αυτό το σχήμα. Ο μικρός κύβος που βλέπετε μέσα στον μεγάλο, αποτελεί σχηματικά την «επόμενη στιγμή» του γραμμικού χρόνου που γνωρίζουμε εμείς… Αυτό που θα επακολουθήσει, αυτό που θα έρθει, θα συμβεί… Το μέλλον… Το τμήμα του «ενεργού πεδίου πληροφορίας» το οποίο (ενώ βρισκόταν αόρατο στην 4η διάσταση) θα μετατραπεί σε υλικό κόσμο… Μόλις αλληλεπιδράσει ο παρατηρητής με τον αισθητό κόσμο, ο μικρός κύβος (το τμήμα του ενεργού πεδίου πληροφορίας, το οποίο -αόρατο μέσα στην 4ηδιάσταση- αποτελεί το μελλοντικό «τώρα») αναδύεται από μέσα και γίνεται παρόν «τώρα»… Η ενεργός πληροφορία, λαμβάνει υλική μορφή και γίνεται εξωτερικός κόσμος, δηλαδή από αόρατος (μέλλον ή εσωτερικός κόσμος) γίνεται ορατός (παρόν ή αισθητός κόσμος), ενώ ο εξωτερικός (ο οποίος είχε μόλις πάρει μορφή και είχε γίνει υλικός και αισθητός στον παρατηρητή) στρέφεται πάλι προς τα μέσα (αποσύρεται) και γίνεται αόρατος (δηλαδή παρελθόν)… Επαναλαμβάνω ότι το μέλλον και το παρελθόν είναι αόρατα, ενώ το παρόν («τώρα») είναι το μοναδικό ορατό και υλικό του αισθητού κόσμου… Αυτή λοιπόν η μορφοποίηση του ενός «τώρα» από τον παρατηρητή, δημιουργεί μια διαφορά δυναμικού με το αόρατο (στον παρατηρητή) «ενεργό πεδίο πληροφορίας», η οποία ξεκινάει τη συνεχή ροή του κόσμου… Ενός κόσμου από άπειρα «τώρα».

5. Ο νόμος της «αντίστροφης ροής»

Όπως βλέπουμε και στην εικόνα, το σημείο Α είναι το σημείο που βρίσκεται ο παρατηρητής, δεξιά του υπάρχει ο τρισδιάστατος αισθητός κόσμος και αριστερά του, ο αόρατος χώρος των υπερδιαστάσεων από όπου προέρχεται κάθε «τώρα» και όπου κατευθύνεται αμέσως μετά… Στο όριο λοιπόν που εφάπτεται η 4ηδιάσταση στην 3η (σημείο ΖΘ), συμβαίνουν τα εξής… Πριν υπάρξει παρατηρητής, δεν υπάρχει αισθητός κόσμος… Ο τρισδιάστατος χώρος δεν έχει υλική, αισθητή μορφή αλλά αποτελεί ένα ενεργό πεδίο πληροφορίας αδιευκρίνιστης σύνθεσης (θα μιλήσουμε για αυτό σε άλλο άρθρο)… Θεωρείται, ότι μέσα στο ενεργό πεδίο πληροφορίας το οποίο βρίσκεται στο χώρο πέραν του τρισδιάστατου κόσμου, υπάρχει κωδικοποιημένη η πληροφορία του κόσμου αυτού… Η μορφή της κωδικοποίησης όμως αυτής, είναι εντελώς ασύμβατη με το νου και τη σκέψη του παρατηρητή… Επίσης, λόγω της καθαρά ενεργειακής της φύσης, παραμένει αόρατη στις αισθήσεις του… Μέσα στην 4η διάσταση λοιπόν, υπάρχει -σε ενεργή και κωδικοποιημένη μορφή-, σε αναμονή, ολόκληρη η πληροφορία που σχετίζεται με τον αισθητό κόσμο… Τότε, την απειροελάχιστης χρονικής διάρκειας στιγμή, κατά την οποία ο παρατηρητής αλληλεπιδρά με τον αισθητό κόσμο συμβαίνει η δημιουργία και υλοποίηση του αισθητού κόσμου, σε τρεις φάσεις. Στις δύο πρώτες από αυτές, εμφανίζεται και υλοποιείται ο αισθητός κόσμος, ενώ στην τρίτη υπάρχει κενό υλοποίησης…
 
Φάση 1η: Το αόρατο ενεργό σήμα που βρίσκεται μέσα στην 4η διάσταση, αγγίζει το όριο της 3ης , το διαπερνά και εισέρχεται (αναδύεται) στον τρισδιάστατο κόσμο σαν «τώρα» . Στη φάση αυτή, η πληροφορία του σήματος που αγγίζει το όριο των δύο διαστάσεων, είναι ακόμη αυθεντική και πραγματική.

Φάση 2η: Το ενεργό σήμα που εισέρχεται στον τρισδιάστατο χώρο, αποκωδικοποιείται από τις αισθήσεις του παρατηρητή σε αισθητό κόσμο… Αυτό που αντιλαμβάνεται δηλαδή ο παρατηρητής, δεν έχει σχέση με την αρχική αυθεντική, πραγματική πληροφορία του σήματος, αλλά είναι αλλοιωμένο και εικονικό. Ο λόγος είναι πολύπλοκος και -εκτός από το μεταφυσικό μέρος του θέματος-, θεωρείται ότι το αποκωδικοποιημένο σήμα, αποτελεί μονάχα τη μετάφραση μιας ενεργούς πληροφορίας, την οποία έχουν διαμορφώσει οι πέντε αισθήσεις του σε εικόνα, ήχο, γεύση, άρωμα και αφή… Μιας μετάφρασης η οποία προκύπτει, από την ικανότητα του παρατηρητή να παράγει ειδικές συνθήκες (όπως το σωματίδιο- καταλύτη Higgs), οι οποίες μορφοποιούν τελικά την ενέργεια σε ύλη. Η 2η φάση δηλαδή, συμβαίνει επειδή ο παρατηρητής διαθέτει αυτή την ικανότητα ή αν θέλετε, ο τρισδιάστατος κόσμος είναι έτσι δημιουργημένος, ώστε να στερεί από τον παρατηρητή την δυνατότητα να «δει» την πραγματική φύση της πληροφορίας, αλλά να την αντιλαμβάνεται αλλοιωμένη και εικονική (θα αναφερθούμε σε άλλο άρθρο σε αυτό, το οποίο έχει σχέση με το μεταφυσικό βάθος του θέματος)…

Φάση 3η: Το ενεργό σήμα το οποίο διαμόρφωσε στον παρατηρητή, ένα απειροελάχιστης χρονικής διάρκειας εικονικό«τώρα», επιστρέφει (αποσύρεται) πάλι πίσω και μέσα στην 4η διάσταση (με αντίστροφη φορά), για να δώσει τη θέση του σε ένα νέο, το οποίο αναδύεται όπως το προηγούμενο… Όμως τώρα, το ενεργό σήμα αυτό, εμπεριέχει μέσα του, τόσο την αρχική αυθεντική πληροφορία του κόσμου, όσο και την αλλοιωμένη η οποία προέκυψε από την αλληλεπίδραση του παρατηρητή μαζί της… Περιέχει δηλαδή την πραγματική και την εικονική. Η φάση αυτή, αποτελεί το 1/3 της όλης διαδικασίας και στην ουσία αποτελεί «κενό» υλοποίησης. Ένα «κενό» που δημιουργείται από την παράλληλη αποχώρηση του παρελθόντος και την ταυτόχρονη ετοιμασία εισόδου του μέλλοντος μέσα στον αισθητό κόσμο τον οποίο γνωρίζουμε ως πραγματικό, μόνιμο και σταθερό…

Για να ενώσουμε τις τρεις αυτές φάσεις μπορούμε να πούμε ότι στην 1η φάση, η πληροφορία προσπίπτει στο όριο του αισθητού κόσμου (ΖΘ) και αντανακλάται πάλι ως 3η φάση, επιστρέφοντας μέσα στην 4ηδιάσταση -σε αντίστροφη φορά από πριν-, αφού προηγουμένως έχει δημιουργήσει μέσω του παρατηρητή την εικονική αντανάκλασή της 2ης φάσης, ως αισθητό κόσμο…

Οι τρεις φάσεις αυτές, αποτελούν το νόμο της «αντίστροφης ροής» και είναι η κβαντική θεώρηση του τρόπου που λαμβάνει μορφή ο κόσμος μας… Και οι τρεις φάσεις αποτελούν τη διαδικασία γέννησης του κάθε «τώρα»… Μια διαδικασία που ακολουθεί την ταχύτητα του φωτός και συμβαίνει μέσα σε απειροελάχιστης διάρκειας χρόνο… Το ένα «τώρα» μετά το άλλο, με μια ασύλληπτη –για τις αισθήσεις του παρατηρητή- ταχύτητα περίπου 100.000 φορές το δευτερόλεπτο, ο κόσμος μας μοιάζει να αναβοσβήνει εμπρός στα μάτια μας… Ένα ολόκληρο σύμπαν δημιουργείται, και ύστερα αποσύρεται στο άπειρο του χρόνου...

6. Διάρκεια. Η διττή μορφή του χρόνου

Θα προσπαθήσω να κρατηθώ μακριά από τη μεταφυσική προσέγγιση του θέματος… Κι αυτό διότι όταν μιλάμε για την υλοποίηση του κόσμου μας και το νόμο της αντίστροφης ροής, αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο κόσμος μας αναδύεται από έναν αόρατο χώρο και επιστρέφει σε αυτόν… Μπορεί μαθηματικά να τον έχουμε προσδιορίσει και κατανοήσει αρκετά, αλλά παραμένουν πολλά ακόμη να αντιληφθούμε… Όπως για παράδειγμα, ότι το μέλλον αναδύεται από ένα χώρο (4ηδιάσταση), μέσα στον οποίο επιστρέφει σαν παρελθόν… Κι όμως, αυτά τα δύο (το μέλλον και το παρελθόν) παραμένουν ξέχωρα και διακριτά για μια πάρα πολύ μεγάλη χρονική διάρκεια… Κάθε γεγονός δηλαδή που συμβαίνει, καταλαμβάνει μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, μέσα στην οποία δημιουργείται στον παρατηρητή η εντύπωση του παρελθόντος του (αυτό που ήδη έχει αισθανθεί), του παρόντος του (αυτό που αισθάνεται «τώρα») και το μέλλοντος του (αυτό που θα γίνει αισθητό σε αυτόν, σε κάποιες στιγμές αργότερα)… Όμως και τα τρία αυτά είναι σχετικά και κανένα από αυτά δεν ανταποκρίνεται σε κάτι απόλυτο και σταθερό… Διότι ακόμη και το «τώρα» το οποίο παρατηρούμε, είναι εντελώς σχετικό… Είναι μονάχα το δικό μας «τώρα»… Το «τώρα» του παρατηρητή και τίποτε άλλο…

Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες, θα θυμούνται από τη φυσική στο σχολείο, ότι αν κάποιος ο οποίος βρίσκεται σε απόσταση 1000 ετών φωτός από τη Γη και έχει τη δυνατότητα να παρατηρήσει τον πλανήτη μας, τότε αυτό που θα δει θα είναι, ο πλανήτης μας πριν από 1000 χρόνια… Δηλαδή, εκείνο το «τώρα» που υλοποιήθηκε σαν κόσμος του πλανήτη μας πριν από 1000 χρόνια, έχει ταξιδέψει με την ταχύτητα του φωτός και βρίσκεται στο βαθύ διάστημα, σε μια απόσταση 1000 ετών φωτός… Εκεί, ώστε να μπορεί να το παρατηρήσει κάποιος… Το παρελθόν δηλαδή του κόσμου μας, αφού προηγουμένως έχει γίνει «τώρα» και έχει πάρει μορφή στους παρατηρητές του, αρχίζει και ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός προς τα έξω, εκεί στο βαθύ διάστημα κατευθυνόμενο προς τους μακρινούς γαλαξίες του σύμπαντος… Τους γαλαξίες, που κι εμείς όταν τους παρατηρούμε, βλέπουμε αυτό που υπήρχε σε αυτούς πριν χιλιάδες χρόνια και όχι «τώρα» που υλοποιείται το σώμα μας… Ένα σώμα, που κι αυτό ακολουθεί τον ίδιο ακριβώς νόμο της "αντίστροφης ροής "της δημιουργίας του κόσμου… Αυτή η κατεύθυνση που ακολουθεί το παρελθόν μας όμως, όπως και η κατεύθυνση που ακολουθεί το μέλλον μας, αν και είναι αντίστροφες, βρίσκονται στον ίδιο χώρο...
Διότι ο χρόνος είναι απλά το μέτρο της διάρκειας… Και η διάρκεια, είναι μια έννοια η οποία μας απεγκλωβίζει από τα όρια που θέτουν έννοιες όπως «παρελθόν», «παρόν» και μέλλον, καθότι μας επιτρέπει να κινούμαστε ελεύθερα μέσα της, τόσο εμπρός όσο και πίσω στο χρόνο … Η αντίληψη αυτή μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι και οι τρεις παραπάνω έννοιες, είναι απλά κατευθύνσεις του χρόνου οι οποίες στην πραγματικότητα συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο της «διάρκειας»… Σε εμάς τους παρατηρητές οι οποίοι έχουμε μάθει -μέσα από την εκπαίδευσή μας- να αναγνωρίζουμε το χρόνο μονάχα γραμμικά, μας είναι αδιανόητο να κατανοήσουμε την παράλληλη ύπαρξη του μέλλοντος με το παρελθόν… Μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την ξέχωρη αλλά δυναμική, ενεργειακή επίδραση του ενός στο άλλο… Όπως μας είναι αδιανόητο να κατανοήσουμε ότι για υπερβολικά μεγάλα διαστήματα χρονικής διάρκειας (όπως για παράδειγμα η χρονική στιγμή της εκκίνησης της δημιουργίας του κόσμου), το παρελθόν και το μέλλον τείνουν να ταυτίζονται, όπως περίπου ταυτίζεται η μηδενική μοίρα του κύκλου με τις 360…

7. Γέννηση και επιστροφή σε ένα αόρατο και άδηλο «κενό»

Η κβαντική θεώρηση των πραγμάτων, μια προσέγγιση που ξεκίνησε από τη μελέτη των μικροσωματιδίων, έχει αντιληφθεί εδώ και καιρό, ότι το μόνο που υπάρχει ανάμεσα στην συμπαγή –στις αισθήσεις μας- ύλη, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «κενό»… Ένα «κενό» από το οποίο αναδύεται η ύλη αυτή και παίρνει μορφή εμπρός μας… Αναδύεται από μέσα της, γίνεται «τώρα» και απομακρύνεται στο βαθύ διάστημα, σαν απεικόνιση ή αποτύπωμα εκείνου του «τώρα» το οποίο πριν από λίγο είχε πάρει μορφή… Ολόκληρος ο κόσμος μας δηλαδή, γεννιέται από «μέσα» του… Αναδύεται από αυτό το αόρατο «κενό» το οποίο υπάρχει ανάμεσα στα μικροσωματίδια της ύλης που τον αποτελεί και ύστερα, απομακρύνεται στο βαθύ διάστημα εκεί έξω… Έρχεται αόρατα και φεύγει πάλι αόρατα… Εμείς κοιτάζουμε εκεί έξω, κι ενώ γνωρίζουμε ότι αυτό το μακρινό και βαθύ «έξω» συμβαίνει «τώρα» στην ουσία αποτελεί το παρελθόν μας… Ένα παρελθόν το οποίο παραμένει στις αισθήσεις μας ακόμη αόρατο… Γιατί… Διότι στην ουσία, εισέρχεται πάλι στον αόρατο χώρο από τον οποίο προέρχεται… Το «μέσα» και το «έξω», -αν και νομίζουμε ότι μπορούμε να τα αντιληφθούμε ως εντελώς διαφορετικά- στην πραγματικότητα παραμένουν στις αισθήσεις μας εντελώς αόρατα διότι προέρχονται από τον ίδιο χώρο και πηγαίνουν πάλι (αν και ξέχωρα και διακριτά μεταξύ τους) στον ίδιο αυτό χώρο.

Αυτό το «έξω» το οποίο αναγνωρίζουμε εμείς σαν τέτοιο δια γυμνού οφθαλμού, στην ουσία είναι το δικό μας «τώρα», το βαθύ διάστημα που είναι αδύνατον να το δούμε χωρίς τεχνητά μέσα αποτελεί το παρελθόν μας και ο εσωτερικός μας Εαυτός που υπάρχει μέσα από τα μικροσωματίδια της ύλης που αποτελεί το σώμα μας, αποτελεί για μας, το δικό μας μέλλον… Στην 3ηφάση της αρχής της «αντίστροφης ροής», παρατηρούμε ότι υπάρχει «κενό» υλοποίησης… Μια φάση όπου ο αισθητός κόσμος «καταρρέει» προετοιμαζόμενος να δώσει τη θέση του στον νέο που αναδύεται ως νέο «τώρα»… Αυτό το «κενό» το οποίο, είναι απλά κενό για τις αισθήσεις μας, είναι γεμάτο από μια ενεργειακή πληροφορία η οποία δεν έχει πάρει μορφή… Γεμάτο από "μη υλοποιημένη ενέργεια"… «άκτιστο φως»… άδηλο και απροσδιόριστο κενό… Αυτό το «κενό» όμως, είναι κενό μονάχα για τον παρατηρητή… Διότι ο παρατηρητής συνθέτει τον αισθητό κόσμο μέσα από τις ιδιότητες και δυνατότητες που έχει ή που δεν έχει… Τόσο η εμφάνιση και η απόσυρση του κάθε «τώρα» όσο και το «κενό» που υπάρχει ανάμεσά τους, οφείλεται στην αποκωδικοποίηση που διενεργούν οι αισθήσεις του παρατηρητή… Δηλαδή ο αισθητός κόσμος σχετίζεται με τον τρόπο που είναι διαμορφωμένη η δική του «εσωτερική» πληροφορία, για το πως αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του… Το βαθύτερο μυστικό δηλαδή της δημιουργίας του κόσμου που αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι κρυμμένο στον ίδιο τον κόσμο, αλλά «μέσα» στην πληροφορία του παρατηρητή… Κι αυτό, διότι στην ουσία, η 3ηφάση της κβαντικής αρχής της αντίστροφης ροής, μας λέει με μεγάλα γράμματα, ότι δεν υπάρχει «κενό» υλοποίησης που οφείλεται στον κόσμο, αλλά «κενό» της δυναμικότητας του παρατηρητή να υλοποιεί –μέσω των αισθήσεων του- τον κόσμο…

8. Η ροή του ενεργού πεδίου πληροφορίας της Συνειδητότητας

Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή… Ο κβαντικός τρόπος αποκωδικοποίησης του σύμπαντος, μόλις μας έδωσε τη δυνατότητα, όχι να κοιτάξουμε το σύμπαν, αλλά να στρέψουμε την προσοχή προς τα «μέσα» μας… Κι αυτό δεν είναι μια μεταφυσική προσέγγιση αλλά μια άποψη εντελώς και καθαρά επιστημονικά τεχνοκρατική… Μπορεί να πλησιάζει παλαιότερες μεταφυσικές αναζητήσεις, αλλά η ουσία είναι μία… Ο Κόσμος, δεν είναι η αιτία που υπάρχει κάποιος Παρατηρητής, αλλά "ο Κοσμος είναι το Αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αυτού του Παρατηρητή με την Αιτία"... Όμως ποια είναι η Αιτία; Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο αόρατος μεταφυσικός Λόγος, η κρυμμένη αιτία που μέσω της αλληλεπίδρασής της με τον κάθε παρατηρητή δημιουργεί το σύμπαν, είναι εκεί και είναι εντελώς διάφορη με την ύπαρξη ή μη αυτού που θεωρούμε αισθητό κόσμο… Όλα δείχνουν ότι το αόρατο μέρος του κόσμου, η 4η και πέραν αυτής διαστάσεις, αποτελείται από ενεργό πεδίο πληροφορίας, η οποία έχει την ικανότητα να αλληλεπιδρά με τον παρατηρητή και να τροποποιείται από αυτόν… Ο κάθε παρατηρητής δηλαδή, μέσω της αλληλεπίδρασής του με το πεδίο αυτό της πληροφορίας, έχει την δυνατότητα να υλοποιεί τον αισθητό κόσμο και όλο αυτό να το επιστρέφει σαν πρόσθετη πληροφορία μέσα στο αρχικό της πεδίο…

Κατανοώντας την αρχή της αντίστροφης ροής και της δημιουργίας των άπειρων «τώρα», αντιλαμβανόμαστε ότι η μνήμη που δημιουργείται στον άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή την πρόσθετη πληροφορία που αφήνει κάθε παρατηρητής να αθροιστεί σε αυτό το ενεργειακό πεδίο… Αντιλαμβανόμαστε ότι οι συνάψεις δεν συμβαίνουν μέσα στον εγκέφαλό μας –αφού σε κάθε δευτερόλεπτο υλοποιούνται 100.000 σώματα με τον δικό τους εγκέφαλο το κάθε ένα-, αλλά οι συνάψεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ενεργειακές συνδέσεις όλων αυτών των πρόσθετων πληροφοριών με το «τώρα»… Ενεργειακές συνδέσεις μεταξύ όλων των «τώρα»… Μόνο για αυτή τη φράση που μόλις διαβάσατε όμως, θα μπορούσαν να γραφτούν δεκάδες βιβλία… Η συνείδηση δηλαδή που δημιουργείται σε κάθε ένα παρατηρητή, δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή τη νέα πληροφορία που προστίθεται στο ενεργειακό αυτό πεδίο πληροφορίας από τον κάθε ένα μας… Γνωρίζοντας όμως ότι Συνειδητότητα είναι το φέρον ενεργειακό πεδίο όλων των συνειδήσεων, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η Αιτία η οποία δημιουργεί τον αισθητό κόσμο δεν είναι άλλη από τη Συνειδητότητα… Μια Συνειδητότητα η οποία αλληλεπιδρά με τον κάθε παρατηρητή (όχι μονάχα το υλικό σώμα του) και υλοποιεί τον αισθητό κόσμο… Ο ίδιος ο αισθητός κόσμος είναι η ίδια ή μέρος της Συνειδητότητας (τουλάχιστον αποτελεί ολόκληρο το «αισθητό» μέρος της)… Και ο παρατηρητής, δεν είναι τμήμα του κόσμου, αλλά ο δημιουργός -διακόπτης που μέσω της αλληλεπίδρασής του μαζί της, δημιουργεί τη διαφορά δυναμικού ώστε να αρχίσει η συνεχής ροή της και να δημιουργηθεί ο κόσμος… Αυτός ο κόσμος που μέχρι σήμερα, θεωρείτο μόνιμος και σταθερός… Πραγματικός… Η συνεχής ροή της Συνειδητότητας…

9. Ο πνευματικός δρόμος

Άφησα για το τέλος, να γράψω μερικά λόγια για την εσωτερική, πνευματική διάσταση της αρχής της αντίστροφης ροής για την ανθρωπότητα… Κι αυτό διότι έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε την επιστήμη με την τεχνολογία και τον υλικό κόσμο… Όμως εδώ, η επιστήμη έκανε μια υπέρβαση… Όχι τόσο διότι, αυτός ήταν ο σκοπός της όταν αποφάσισε να μελετήσει τα μικροσωματίδια και την συμπεριφορά τους, αλλά επειδή αυτό προέκυψε από την εξέλιξή της… Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν υπήρξε διαχωρισμός μέσα στη σκέψη της, αλλά απλά, είχε και έχει ένα διαφορετικό τρόπο έκφρασης των αποτελεσμάτων και θεωρήσεών της… Πάντα έψαχνε να αποτυπώσει με ένα σύγχρονο τρόπο τα ευρήματά της και αυτή τη φορά θεωρώ ότι τα κατάφερε… Η μελέτη της συμπεριφοράς των μικροσωματιδίων, κατάφερε να ανοίξει δρόμους, μέσα από τους οποίους οι σύγχρονοι και χωρίς δογματισμούς μελετητές, κατάφεραν να κατανοήσουν αυτά που πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, τόσο Έλληνες όσο και Ασιάτες φιλόσοφοι, είχαν μιλήσει για την «εσωτερική» γνώση και γέννηση του κόσμου…

Η κατανόηση των ιδιοτήτων του «παρατηρητή», άνοιξε το δρόμο της σύνθεσης των δύο κόσμων τους… Η μελέτη της δημιουργίας του κόσμου μέσω της αλληλεπίδρασης του κάθε ένα από μας και η αντίληψη ότι αυτό που αισθανόμαστε σαν περιβάλλον, πηγάζει από ένα μέλλον το οποίο βρίσκεται βαθιά μέσα μας, αρχίζει να δημιουργεί μια διαφορετική συνείδηση στην ανθρωπότητα… Η αντίληψη της ενεργειακής φύσης των διαστάσεων πέραν της 3ης, δημιουργεί μέρα με τη μέρα, την βεβαιότητα ότι ο κάθε ένας από μας, σαν ανεξάρτητη οντότητα στο σύμπαν, έχει τη δυνατότητα και ικανότητα να επιδράσει πάνω στη Συνειδητότητα και να δημιουργήσει το δικό του μέλλον. Ο κάθε άνθρωπος ο οποίος αρχίζει να κατανοεί τα βαθύτερα μηνύματα της συμπεριφοράς του μικρόκοσμου, έχει πλέον τη δυνατότητα να κατανοήσει, ότι αυτό που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του τελικά, δεν είναι μονάχα το σώμα του –μιας και αυτό ανήκει στον αισθητό κόσμο-, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο, το οποίο αν και είναι αδιευκρίνιστο αυτή τη στιγμή, δημιουργεί ένα νέο πνευματικό ορίζοντα… Έναν ορίζοντα, όπου ο ήλιος του, μόλις έχει αρχίσει να ανατέλλει…

Η Ολυμπιάδα και οι Κλώδωνες του Παγγαίου

Κλώδωνες! Μια λέξη που ακούγεται πολύ το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την ανασκαφή στον τύμβο του λόφου Καστά στην Αμφίπολη, όπου και αποκαλύφθηκαν τα δύο αγάλματα – Καρυάτιδες, που τόσο σχολιάστηκαν από τον αρχαιολογικό κόσμο. Τα δύο αυτά αγάλματα είναι «Καρυάτιδες» ή «Κλώδωνες»; Ένα ερώτημα που προέκυψε μετά την τοποθέτηση του Βρετανού αρχαιολόγου Andrew Chugg, ο οποίος υποστήριξε ότι το ταφικό αυτό μνημείο, μπορεί να είναι ο τάφος της Ολυμπιάδας, μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Όμως τι είναι οι Κλώδωνες; Σύμφωνα με το «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», των Henry G. Liddell και Robert Scott, «Κλώδωνες» είναι το προσωνύμιο των Μαινάδων στη Μακεδονία. Αναφέρει μάλιστα ότι ονομάζονται επίσης και «Μιμαλλόνες».

Σημειώνεται ότι στην ελληνική μυθολογία οι Μαινάδες, ήταν αρχικά νύμφες που παρουσιάζονται ως συντρόφισσες και συνοδοί του θεού Διονύσου, που περιπλανιούνταν στο ιερό βουνό του, το Παγγαίο. Αργότερα Μαινάδες ονομάστηκαν οι γυναίκες που συμμετείχαν στους διονυσιακούς θιάσους, λατρεύοντας τον Διόνυσο. Κυριότερο χαρακτηριστικό των Μαινάδων ήταν η εκστατική μανία, η υπερκινητική και βίαιη συμπεριφορά.

Οι Μαινάδες φορούσαν στεφάνια από κισσό, σμίλακα και νεβρίδες (ελαφριά φορέματα από δέρμα νεβρού, δηλαδή ελαφιού). Διέτρεχαν τα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα, τα οποία έπαιρναν στα χέρια τους και τα θήλαζαν. Λάτρευαν τον Διόνυσο με τραγούδια, με «μανικούς» χορούς και με κραυγές. Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να ξεριζώσουν δέντρα και να σκοτώσουν άγρια θηρία. Κυνηγούσαν εξάλλου ζώα και έτρωγαν το κρέας τους ωμό.

Την καλύτερη περιγραφή των Μαινάδων τη συναντάμε στην τραγωδία «Βάκχες» του Ευριπίδη.

Με λίγα λόγια «Κλώδωνες» και «Μιμμαλόνες», ονομάζονται οι μυημένες γυναίκες στα Ορφικά και Διονυσιακά μυστήρια, που τελούνταν κατά κόρον στο Παγγαίο και φυσικά στην Αμφίπολη, που βρίσκεται στους πρόποδες του.

Η Ιέρεια Ολυμπιάδα

Με τα μυστήρια που τελούνταν στην περιοχή είχε ιδιαίτερη σχέση η βασίλισσα Ολυμπιάδα, σύζυγος του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, και μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η Ολυμπιάδα ήταν η δευτερότοκη κόρη του Νεοπτόλεμου Β’, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου, και γεννήθηκε το 373 π.Χ.. Το όνομα της, σύμφωνα με τον ιστορικό W. Heckel, ήταν Πολυξένη όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε, και αργότερα μετονομάστηκε Ολυμπιάδα. Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα από την νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ.. Η Μυρτάλη – Ολυμπιάδα από τα παιδικά της χρόνια έτυχε ιδιαίτερης μόρφωσης πέρα από απλή μάθηση και γραφή. Νωρίς διακρίθηκε για το ανήσυχο και ανικανοποίητο πνεύμα της, τις μεταφυσικές της ανησυχίες και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Έμαθε τα ιερατικά μυστικά στο Μαντείο της Δωδώνης, το οποίο και υπηρέτησε για χρόνια, ενώ ήταν μυημένη και στα Ορφικά και Διονυσιακά Μυστήρια. Ήταν ιέρεια των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Φίλιππο Β”.

Μπορεί η Ολυμπιάδα να παρουσιάζεται πολλές φορές ως κακότροπη και ζηλιάρα, να εμφανίζεται με εξημερωμένα φίδια, και η ίδια να ομολόγησε στο σύζυγό της ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, το οποίο ήταν ενσάρκωση του Δία, ωστόσο είχε πολλές αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στο γιο της, τον Αλέξανδρο. Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε ένα μοναδικό σκοπό και τον υπηρετούσε με πάθος: πώς θα εξασφάλιζε για το γιο της τη διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στη δίνη των μηχανορραφιών και δολοπλοκιών στην αυλή της Πέλλας, κάτι που τελικά πέτυχε.

Η σχέση της Ολυμπιάδας με τις Κλώδωνες του Παγγαίου

Πληροφορίες για τη σχέση της Ολυμπιάδας με τις Κλώδωνες του Παγγαίου, δίνει ο Πλούταρχος, στο έργο του «Παράλληλοι Βίοι: Αλέξανδρος-Καίσαρ». Σε αυτό, ο συγγραφέας του 1ου μ.Χ. αιώνα, συνδέει ξεκάθαρα την Ολυμπιάδα, όχι μόνο με τις Κλώδωνες, αλλά και με την Αμφίπολη και το Παγγαίο.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά : «Πάσαι μεν αι τήδε γυναίκες ένοχοι τοις Ορφικοίς ούσαι και τοις περί τον Διόνυσον οργιασμοίς εκ του πάνυ παλαιού, Κλώδωνές τε και Μιμαλλόνες επωνυμίαν έχουσαι, πολλά ταις Ηδωνίσι και ταις περί τον Αίμον Θρήσσαις όμοια δρώσιν· αφ’ ων δοκεί και το θρησκεύειν όνομα ταις κατακόροις γένεσθαι και περιέργοις ιερουργίαις· η δ’ Ολυμπιάς μάλλον ετέρων ζηλώσασα τας κατοχάς και τους ενθουσιασμούς εξάγουσα βαρβαρικώτερον, όφεις μεγάλους χειροήθεις εφείλκετο τοις θιάσοις, οι πολλάκις εκ του κιττού και των μυστικών λίκνων παραναδυόμενοι και περιελιττόμενοι τοις θύρσοις των γυναικών και τοις στεφάνοις, εξέπληττον τους άνδρας».

Δηλαδή: «Όλες οι γυναίκες οι μυημένες στα Ορφικά και στις οργιαστικές τελετές του Διονύσου από τα παλιά χρόνια, που επονομάζονται Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, κάνουν πολλά όμοια με τις γυναίκες της Ηδωνίδας (όλη η γύρω περιοχή με κέντρο το Παγγαίο) και τις Θράκισσες γύρω από τον Αίμο. Από αυτές πιστεύεται ότι προήλθε η λέξη θρησκεύω, λόγω των υπερβολικών και παράξενων ιεροπραξιών. Και η Ολυμπιάδα, με περισσότερο ζήλο στη μύηση από τις άλλες γυναίκες και εκφράζοντας με αγριότερο τρόπο τη (θεϊκή της) έκσταση, παρουσίαζε στις συναθροίσεις μεγάλα ήρεμα φίδια, τα οποία ξεπροβάλλοντας από τον κισσό και τα καλάθια των μυστηριακών τελετών και τυλιγόμενα στους θύρσους και τα στεφάνια των γυναικών, καταφόβιζαν τους άντρες».

Πρόκειται ουσιαστικά για μια γραπτή μαρτυρία που περιγράφει τη σχέση της Ολυμπιάδας με τα μυστήρια του Παγγαίου, με τις Κλώδωνες – Μαινάδες και τη λατρεία του Διονύσου.

Πάνω σε αυτό το χωρίο στηρίχθηκε και η τοποθέτηση του Βρετανού αρχαιολόγου, την οποία όμως διέψευσαν Έλληνες αρχαιολόγοι, λέγοντας πως οι Μαινάδες ήταν συνήθως γυναίκες μεγαλύτερες σε ηλικία, κάτι που πιστοποιείται εμμέσως από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Αντιθέτως, όμως, οι Καρυάτιδες ήταν νεαρές κοπέλες, οι οποίες στήριζαν τον οίκο, και η μορφή τους εξέφραζε ευγένεια και προσήνεια, κάτι που δεν χαρακτήριζε τις Κλώδωνες – Μαινάδες. Επίσης οι Κλώδωνες, αντίθετα από τις Καρυάτιδες, δεν έφεραν στο κεφάλι τους τον χαρακτηριστικό καλαθίσκο ή πόλο, που βλέπουμε στον τύμβο της Αμφίπολης.

Τα "καψόνια" που μια γυναίκα κάνει στον άνδρα της

Υποβάλλουν οι γυναίκες τους άνδρες σε δοκιμασίες;

Οι απαιτήσεις των γυναικών σχετικά με τους συντρόφους τους, συνήθως αυξάνονται ταυτόχρονα με τα επιτεύγματά τους, και καθώς συνειδητοποιούν, όλο και πιο πολύ, τις πιθανές εναλλακτικές τους. Συνειδητά, ή ασυνείδητα, οι γυναίκες δοκιμάζουν, συγκρίνουν κι αξιολογούν αυτά που τους παρέχουν οι σύντροφοί τους. Μερικές δοκιμάζουν την αφοσίωση των συντρόφων τους και επιδιώκουν το να νιώθουν εκείνοι ανταγωνισμό με άλλους άνδρες, προκαλώντας τη ζήλια τους ή καυγαδίζοντας για θέματα του σπιτιού

Απ’ το δείγμα των γυναικών που είχαν πολλούς περιστασιακούς συντρόφους περίπου οι μισές μας είπαν ότι φλέρταραν με άλλους άντρες κι έκαναν τους συντρόφους τους να ζηλεύουν, έτσι ώστε να διαπιστώσουν πόσο νοιάζονταν γι' αυτές, αλλά και ν’ αυξήσουν το ενδιαφέρον και την αφοσίωσή τους.

Το 40% των γυναικών είπε ότι δοκίμαζαν τους φίλους τους για να δουν τι στάση θα κρατούσαν, ή πόσο θα μπορούσαν ν’ αντέξουν μέχρι να θέσουν κάποια όρια. Μια γυναίκα, η οποία μας είχε πει ότι της άρεσαν οι προκλήσεις, πρόσθεσε: "Αν ένας άντρας είναι εξαιρετικά καλόβολος και βρίσκεται συνέχεια στα πόδια μου, με κάνει να σκέφτομαι πως έχει κόμπλεξ κατωτερότητας.

Κάποιoς που φέρεται με αυτό τον τρόπο, μπορεί τελικά να μην είναι και τόσο σπουδαίος όσο νόμιζα; στην αρχή. Μια άλλη γυναίκα είπε ότι, αν ένας άντρας συμφωνεί μ’ όλα όσα του λέει, τότε προσπαθεί να τον προκαλέσει, “απλώς για να δω αν μπορώ να προκαλέσω μια συζήτηση με επιχειρήματα μεταξύ μας”. Mας είπε, επίσης, ότι φέρνει τη συζήτηση σε θέματα για τα οποία εκείνος ξέρει περισσότερα από την ίδια, ώστε να τον αναγκάσει να κατευθύνει την κουβέντα.

Πολλές γυναίκες παραδέχτηκαν ότι, κάποιες φορές, προκαλούσαν σκόπιμα αντιπαραθέσεις για να κάνουν τους συντρόφους τους να τσαντιστούν. Μερικές φορές, το έκαναν, γιατί ήθελαν να διαπιστώσουν αν οι σύντροφοί τους νοιάζονταν αρκετά γι’ αυτές, ώστε να μπουν στον κόπο να εκφράσουν έντονα τα συναισθήματά τους.

Είπαν, επίσης, ότι προτιμούσαν, πότε-πότε, έναν καλό τσακωμό από το να ζουν μ’ έναν συναισθηματικά αδιάφορο κι αποτραβηγμένο άντρα. Άλλες φορές, όπως αυτού του είδους οι αντιπαραθέσεις στοχεύουν στο να δοκιμάσουν τα όρια του άντρα. Η γυναίκα τότε συνεχίζει να πιέζει το σύντροφό της για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, γιατί θέλει να δει μέχρι που μπορεί να φτάσει.

Καμιά γυναίκα δεν φαινόταν να ήθελε έναν απόλυτα υποχωρητικό άντρα. Μια πιθανή λογομαχία δείχνει το σφρίγος και τον αυτοσεβασμό που διαθέτει ο σύντροφός τους, το αν μπορεί να υποστηρίξει τις απόψεις του και να θέσει τα όριά του, και το πόσο νοιάζεται γι' αυτά που κάνουν, ή γι’ αυτά που νιώθουν εκείνες.

Οι περισσότερες γυναίκες που προχωρούν σε τέτοιου είδους δοκιμασίες δεν συνειδητοποιούν γιατί το κάνουν. Κάποιες καταλαβαίνουν τα κίνητρά τους μόνο εκ των υστέρων, ενώ άλλες πάλι δεν τα καταλαβαίνουν ποτέ. Μερικές εξαιρετική διορατικότητα καθώς περιγράφουν κι εξηγούν τη συμπεριφορά τους.

Γίνεται να μ’αγαπάς γι’αυτό που πραγματικά είμαι;

Μα γίνεται κάποιος να σε αγαπάει ακριβώς έτσι όπως είσαι; Να κοιτάζει τα ελαττώματα σου με γλύκα δίχως να τα αποστρέφεται; Να σε θέλει τόσο εσένα και όλα σου τα λάθη;
Δε βλέπει; Κάνει πως δε βλέπει; Ή σ’ αγαπά παρ’ όλη την αλήθεια σου;
Τότε ναι αυτός είναι ο άνθρωπος σου και είσαι ευλογημένος γιατί κρατάς στα χέρια σου ένα κομμάτι ευτυχίας που λίγοι καταφέρνουν ν’ αγγίζουν.

Νιώθεις άραγε διαρκώς ευτυχισμένος;
Όχι δε γίνεται. Η ανθρώπινη φύση δεν το επιτρέπει. Κάτι τέτοιο είναι ουτοπικό.
Τα διαλείμματα που υπάρχουν μεταξύ των στιγμών ευτυχίας είναι αυτά που μας κάνουν να την εκτιμάμε περισσότερο.
Η δυστυχία, η απάθεια και η ευτυχία χωρίζονται από μια κλωστή.

Η μετάβαση απ’ το ένα επίπεδο στο άλλο γίνεται πολλές φορές αστραπιαία.
Αυτή είναι και η μαγεία της ζωής, το πόσο απρόβλεπτη είναι κάποιες στιγμές.
Και εκεί που λες πως η ιστορία σας έχει τελειώσει και δεν έχεις άλλες αντοχές. Όλα μπορεί ν’ αλλάξουν.
Αρκεί ο ένας απ’ τους δυο να έχει αποθέματα και να πολεμήσει και για τους δυο.
Έτσι είναι η αγάπη σε κάνει γίγαντα.
Δεν κοιτάς ο άλλος τι σου δίνει, μα τι έχεις εσύ να δώσεις και τα δίνεις δίχως να μετανιώνεις, δίχως να λυπάσαι.

Μόνο έτσι αγαπάς.
Και η δύναμη του ενός έλκει τον άλλον και αν υπάρχει ο σπόρος μέσα του δε θ’ αργήσει να φυτρώσει.

Η αγάπη είναι λουλούδι.
Και απ’ όλα τα λουλούδια το ομορφότερο.
Και όπως κάθε λουλούδι θέλει και αυτό τη φροντίδα του και μάλιστα καθημερινή.
Πότε κάτι μικρό πότε κάτι μεγαλύτερο.
Και είναι λουλούδι με αγκάθια.
Η ζήλια πάει δώρο μαζί της, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της.
Υπάρχουν φορές που φουντώνει και άλλες που ησυχάζει.
Μα το ανησυχητικό είναι να ναρκωθεί οριστικά.
Εκεί ξυπνάει η έννοια του δεδομένου.

Είμαστε τόσο σίγουροι για την αγάπη του άλλου;
Μας κουράζει τόσο η ζωή μας που δεν αντέχουμε και το βάρος της ζήλιας στις πλάτες μας;
Ουσιαστικά κρυβόμαστε απ’ αυτήν.
Αρνούμαστε την ύπαρξη της και παύουμε να τη νιώθουμε.
Υπάρχουν κι άλλα αγκάθια, όπως είναι ο πόνος.
Δε χρειάζεται να κάνει κάτι εσκεμμένα ο άνθρωπος σου για να πονέσεις.
Πολλές φορές πονάει και μόνο η απουσία του.
Να έχεις ώρες να τον δεις και η σκιά της έλλειψης του να σε θλίβει.
Και για όλα του τ’ αγκάθια ακόμα αυτό το άνθος αξίζει ν’ ανθίσει στο κήπο σου. Χωρίς αυτό δε θα ήταν τόσο όμορφος.

Με αυτό δε θα ‘ναι ποτέ ξανά ο ίδιος.
Και στη δύση και στην ανατολή έχει πολλά να σου προσφέρει.
Και όλα αυτά τ’ αξίζεις!

Ερωτευόμαστε εκείνον που ανταποκρίνεται στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»

Hanna Waar (από εδώ και στο εξής ΗW): Μας διδάσκει κάτι η ψυχανάλυση για τον έρωτα;

Jacques-Alain Miller ( από εδώ και στο εξής JAM): Πολλά πράγματα, επειδή είναι μια εμπειρία της οποίας πηγή είναι ο έρωτας. Είναι το ερώτημα του αυτόματου και, ακόμη συχνότερα, αυτού του μη συνειδητού έρωτα που φέρνει ο αναλυόμενος στον αναλυτή και καλείται μεταβίβαση. Είναι σκηνοθετημένος έρωτας αλλά φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με τον αληθινό έρωτα. Ρίχνει φως στον μηχανισμό του: ο έρωτας απευθύνεται σε αυτόν/την που νομίζεις ότι γνωρίζει την αληθινή αλήθεια σου. Αλλά ο έρωτας σε κάνει να σκεφτείς ότι αυτή η αλήθεια είναι ευχάριστη ενώ στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να την αντέξεις.

HW: Τι είναι λοιπόν το να ερωτεύεσαι αληθινά;

JAM: Το να είσαι αληθινά ερωτευμένος είναι να πιστεύεις ότι με το να ερωτεύεσαι θα πάρεις μια αλήθεια για τον εαυτό σου. Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την απάντηση ή μια απάντηση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»

HW: Γιατί κάποιοι γνωρίζουν πώς να ερωτεύονται και κάποιοι άλλοι όχι;

JAM: Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πώς να προκαλέσουν τον έρωτα στο άλλο πρόσωπο, όντας εραστές κατά συρροή, παρομοίως άνδρες και γυναίκες. Γνωρίζουν τι ωθεί κάποιον να ερωτευτεί. Αλλά δεν ερωτεύονται απαραιτήτως, μάλλον παίζουν τη γάτα με το ποντίκι με το θήραμά τους. Για να ερωτευτείς πρέπει να παραδεχτείς την έλλειψή σου και να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι τον/την άλλο/η, ότι σου λείπει. Εκείνοι που νομίζουν ότι είναι πλήρεις μόνοι τους ή θέλουν να γίνουν δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Και μερικές φορές το επιβεβαιώνουν με πόνο. Χειραγωγούν, κινούν τα νήματα αλλά για τον έρωτα δεν γνωρίζουν ούτε τα ρίσκα του ούτε την ευχαρίστησή του.

HW: «Πλήρεις μόνοι τους»: μόνο ένας άνδρας θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο..

JAM: Καλή παρατήρηση! Ο Lacan συνήθιζε να λέει: «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Δεν είναι να δίνεις αυτό που κατέχεις, αγαθά και δώρα, είναι να δίνεις κάτι που δεν κατέχεις, κάτι που είναι πέρα από σένα. Για να το κάνεις αυτό πρέπει να αποδεχτείς την έλλειψη, τον «ευνουχισμό» σου όπως έλεγε ο Freud. Και αυτό είναι ουσιωδώς γυναικείο. Κάποιος αγαπά πραγματικά από μια γυναικεία θέση. Η αγάπη σε εκθηλύνει (feminise). Για αυτό η αγάπη στον άνδρα είναι πάντα λίγο κωμική, αστεία. Αν όμως επιτρέψει στον εαυτό του να φοβηθεί την γελοιοποίηση, τότε στην πραγματικότητα δεν είναι και πολύ σίγουρος για τον ανδρισμό του.

HW: Είναι πιο δύσκολο για τους άνδρες να ερωτευτούν;

JAM: Ω ναι! Ακόμη και ένας ερωτευμένος άνδρας έχει αναλαμπές αξιοπρέπειας, ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο αντικειμένο του έρωτά του, επειδή αυτός ο έρωτας τον βάζει σε μια θέση έλλειψης, εξάρτησης. Για αυτό και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες με τις οποίες δεν είναι ερωτευμένος, έτσι ώστε να επιστρέψει στην ανδροπρεπή θέση που αναστέλλει όταν είναι ερωτευμένος. Ο Freud καλεί αυτή την αρχή «υποβάθμιση της ερωτικής ζωής» στους άνδρες: τον διαχωρισμό μεταξύ έρωτα και σεξουαλικής επιθυμίας.

ΗW: Και στις γυναίκες;

JAM: Είναι λιγότερο συχνό. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας διπλασιασμός του ανδρικού συντρόφου. Από τη μια είναι ο άνδρας που τους δίνει απόλαυση και που επιθυμούν, και από την άλλη ο άνδρας του έρωτα, που είναι εκθηλυμένος, απαραιτήτως ευνουχισμένος. Μόνο που δεν είναι η ανατομία που έχει εδώ τα ηνία: υπάρχουν μερικές γυναίκες που υιοθετούν μια ανδρική θέση. Υπάρχουν όλο και περισσότερες. Ένας άνδρας για αγάπη και άλλοι άνδρες για απόλαυση, που γνώρισαν στο διαδίκτυο, στο δρόμο ή στο τρένο.

HW: Γιατί «όλο και περισσότερες»;

JAM: Τα κοινωνικοπολιτισμικά στερεότυπα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας βρίσκονται σε μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού. Οι άνδρες καλούνται να αποκαλύψουν τα συναισθήματά τους, να αγαπούν και να εκθηλυνθούν. Οι γυναίκες αντιθέτως υφίστανται μια πίεση για αρρενοποίηση: στο όνομα της νομικής ισότητας οδηγούνται στο να συνεχίζουν να λένε: «και εγώ επίσης». Την ίδια στιγμή οι ομοφυλόφιλοι/ες απαιτούν τα ίδια δικαιώματα και σύμβολα με τους ετεροφυλόφιλους όπως ο γάμος και η γονεϊκότητα. Υπάρχει μια μεγάλη αστάθεια στους ρόλους, μια διαδεδομένη ρευστότητα στο θέατρο του έρωτα, που έρχεται σε αντίθεση με την σταθερότητα του χτες. Ο έρωτας γίνεται ρευστός, όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman. O καθένας οδηγείται στο να εφεύρει το δικό του life style, να υιοθετήσει τον δικό του τρόπο απόλαυσης και έρωτα. Τα παραδοσιακά σενάρια γίνονται σταδιακά ξεπερασμένα. Η κοινωνική πίεση για εναρμόνιση δεν έχει εξαφανισθεί αλλά φθίνει.

HW: «Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος» είπε ο Lacan. Αληθεύει αυτό ακόμη στο παρόν πλαίσιο; Τι σημαίνει;

JAM: Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά χωρίς να γίνεται κατανοητή ή γίνεται κατανοητή με λάθος τρόπο. Δεν σημαίνει ότι το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον είναι αρκετό για να είναι ερωτευμένος και εκείνος μαζί σου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο. Σημαίνει: «Αν σε έχω ερωτευτεί, είναι επειδή είσαι αξιαγάπητος. Εγώ είμαι αυτός που ερωτεύεται αλλά και εσύ ανακατεύεσαι σε αυτό, επειδή υπάρχει κάτι σε εσένα που με κάνει να σε ερωτευτώ. Είναι αμοιβαίο, επειδή υπάρχει ένα πίσω-μπρος: η αγάπη που έχω για εσένα είναι το ανταποδοτικό αποτέλεσμα του αίτιου της αγάπης που είσαι για μένα. Έτσι εμπλέκεσαι και εσύ. Ο έρωτάς μου για εσένα δεν είναι απλώς δικό μου ζήτημα αλλά και δικό σου. Ο έρωτας μου λέει κάτι για σένα που πιθανώς να μην το γνωρίζεις». Αυτό δεν εγγυάται ούτε στο ελάχιστο ότι κάποιος θα ανταποκριθεί στον έρωτα του άλλου: όταν αυτό συμβαίνει είναι πάντα της τάξης του θαύματος, δεν υπολογίζεται προκαταβολικά.

HW: Δεν τον ή την βρίσκουμε τυχαία. Γιατί αυτός ο άνδρας ή γιατί αυτή η γυναίκα ;

JAM: Είναι αυτό που ο Freud ονομάζει Liebesbedingung, η κατάσταση της αγάπης, το αίτιο της επιθυμίας. Είναι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών που οδηγούν το άτομο να επιλέξει τον/ την αγαπημένο/η. Αυτό διαφεύγει εξ’ ολοκλήρου των νευροεπιστημών, επειδή είναι μοναδικό σε κάθε άνθρωπο, εξαρτάται από την μοναδική προσωπική του ιστορία. Για παράδειγμα, ο Freud αναφέρει για έναν ασθενή του ότι αίτιο της επιθυμίας του ήταν η γυαλάδα μιας γυναικείας μύτης.

HW: Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στον έρωτα που θεμελιώνεται σε τέτοια ασήμαντα πράγματα!

JAM: Η πραγματικότητα του ασυνείδητου ξεπερνά την φαντασία. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα θεμελιώνονται στην ανθρώπινη ζωή, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έρωτα σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες». Είναι αλήθεια ότι στους άντρες βρίσκεις τέτοια αίτια επιθυμίας, τα οποία είναι όπως τα φετίχ. Η παρουσία τους είναι απαραίτητη για να πυροδοτηθεί η διαδικασία της αγάπης. Μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες, ενθύμια του πατέρα, της μητέρας, του αδελφού, της αδελφής, κάποιου/ας από την παιδική ηλικία επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή ερωτικού αντικειμένου από την γυναίκα. Αλλά η γυναικεία μορφή της αγάπης είναι περισσότερο ερωτομανιακή παρά φετιχιστική: θέλουν να αγαπηθούν και το ενδιαφέρον, η αγάπη, που τους δείχνεται είναι συχνά sine qua non για την πυροδότηση της αγάπης τους ή τουλάχιστον της συγκατάθεσής τους. Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται στην βάση του φλερτ των ανδρών προς τις γυναίκες.

HW: Αποδίδεις κάποιον ρόλο στις φαντασιώσεις;

JAM: Στις γυναίκες οι φαντασιώσεις, είτε συνειδητές είτε ασυνείδητες, είναι αυτές που παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο για τη θέση της jouissance και λιγότερο η επιλογή του ερωτικού αντικειμένου. Για τους άντρες ισχύει το αντίθετο. Για παράδειγμα, μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό (απόλαυση) με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι την χτυπούν, τη βιάζουν, ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα.

HW: Και η αντρική φαντασίωση;

JAM: Την συναντούμε στην ιστορία του έρωτα με την πρώτη ματιά. Το κλασικό παράδειγμα που σχολιάστηκε από τον Lacan στη νουβέλα του Γκαίτε, το αιφνίδιο πάθος του Βέρθερου για τη Σαρλό τη στιγμή που τη βλέπει για πρώτη φορά καθώς ταΐζει τα παιδιά τριγύρω της. Εδώ είναι η μητρική ποιότητα της γυναίκας που πυροδοτεί τον έρωτα. Ένα άλλο παράδειγμα παρμένο από την πρακτική μου είναι το εξής: ένα αφεντικό στα 50 του βλέπει υποψηφίους για τη θέση γραμματέως. Εμφανίζεται μια νεαρή γυναίκα 20 χρονών. Αμέσως της δηλώνει τον έρωτά του. Αναρωτιέται τι του συνέβη και ξεκινά ανάλυση. Εκεί αποκαλύπτει τι πυροδότησε την αντίδρασή του. Στη γυναίκα συνάντησε χαρακτηριστικά που του θύμισαν τι ήταν στην ηλικία των 20 όταν πήγε στην πρώτη του συνέντευξη για δουλειά. Κατά κάποιον τρόπο ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Σε αυτά τα δύο παραδείγματα βλέπουμε τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Freud: είτε ερωτεύεσαι κάποιον/α που προστατεύει, σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα, ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου.

HW: Ακούγεται σαν να είμαστε κούκλες!

JAM: Όχι, μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά, δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση. Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη, όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας. Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό. Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα. Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων. Τώρα στη Δύση, στις κοινωνίες μας που είναι φιλελεύθερες, νομικο-δικαιϊκές το «πολλαπλό» είναι έτοιμο να εκθρονίσει το «ένα». Το ιδεώδες μοντέλο του μεγάλου έρωτα για μια ζωή χάνει σταδιακά έδαφος, έναντι του γρήγορου ραντεβού, του γρήγορου έρωτα και ενός πλήθους εναλλακτικών, διαδοχικών, ακόμη και ταυτόχρονων ερωτικών σεναρίων.

HW: Και η αγάπη μακροπρόθεσμα; Η αιώνια αγάπη;

JAM: Ο Μπαλζάκ είπε: «κάθε πάθος που δεν είναι αιώνιο είναι φρικτό». Αλλά μπορεί ο δεσμός να κρατήσει για μια ζωή μέσα στην εγγραφή του πάθους; Όσο περισσότερο ένας άνδρας αφιερώνεται σε μια γυναίκα, τόσο περισσότερο τείνει να αποδεχτεί μια μητρική σήμανση για αυτόν: περισσότερο εξαϋλωμένη και απλησίαστη παρά αγαπημένη. Οι παντρεμένοι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν αυτή τη λατρεία της γυναίκας καλύτερα: Ο Αραγκόν τραγουδάει τον έρωτα του για την Έλσα. Όταν πεθαίνει, είναι γεια σας αγόρια! Και όταν μια γυναίκα γαντζώνεται σε έναν άντρα, τον ευνουχίζει. Έτσι το μονοπάτι είναι δύσβατο. Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι η φιλία, αυτό ουσιαστικά που είπε ο Αριστοτέλης.

HW: Το πρόβλημα είναι ότι οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες και οι γυναίκες δεν ξέρουν τι περιμένουν οι άντρες από αυτές…

JAM: Ναι. Αυτό που έρχεται ως αντίρρηση στην αριστοτελική λύση είναι ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος, όπως είπε ο Lacan με έναν στεναγμό. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.
--------------
*Ο Jacques-Alain Miller είναι ψυχαναλυτής και συγγραφέας, ιδρυτικός μέλος και πρόεδρος της World Association of Psychoanalysis και επιμελητής της σειράς βιβλίων «Τα Σεμινάρια του Ζακ Λακάν».

Η Χιονάτη στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης

Το παραμύθι αρχικά ήταν μια αφήγηση που εκφωνείτο από ενηλίκους και απευθυνόταν σε ενηλίκους, αλλά με τον καιρό κατέληξε να μεταδίδει τόσο εμφανή, όσο και καλυμμένα νοήματα και να μιλά σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η Ψυχανάλυση υποδεικνύει ότι η γοητεία που ασκούν ανά τους αιώνες τα παραμύθια οφείλεται στο γεγονός ότι συμβολίζουν τις βασικές συγκρούσεις, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες που είναι καθολικά βιώματα στην ομαλή πορεία της ανθρώπινης ανάπτυξης. Μάλιστα, λίγα παραμύθια βοηθούν τον ακροατή να διακρίνει τις κύριες φάσεις της ανάπτυξης κατά την παιδική ηλικία τόσο επιδέξια, όσο το κάνει ένα από τα γνωστότερα παραμύθια, αυτό της Χιονάτης.

Το παραμύθι της Χιονάτης, λοιπόν, αφορά την ιστορία ενός αθώου και όμορφου νεαρού κοριτσιού που εγκαταλείπεται από τον πατέρα της και γίνεται στόχος της ζήλειας της μητριάς της. Η Χιονάτη διώχνεται από το σπίτι και εγκαταλείπεται στο δάσος, όπου εκεί δέχεται την υποστήριξη των νάνων, ενώ και μετά απειλείται η ζωή της από την μητριά της, η οποία μεταμφιεσμένη σε γριά ζητιάνα την εξαπατά τρεις φορές. Την τρίτη φορά μάλιστα η Χιονάτη, δαγκώνοντας το δηλητηριασμένο μήλο, πέφτει σε βαθύ ύπνο και ενώ είναι τοποθετημένη σε γυάλινο φέρετρο, την επισκέπτεται ένας πρίγκιπας, ο οποίος θαυμάζοντας την ομορφιά της, θέλει να την πάρει μαζί του. Τελικά από ένα τυχαίο τράνταγμα, το δηλητηριασμένο μήλο βγαίνει από το στόμα της Χιονάτης και εκείνη απελευθερώνεται από τα μάγια. Το παραμύθι τελειώνει με τον γάμο της Χιονάτης με τον πρίγκιπα και την μητριά τιμωρημένη.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως από την αρχή του παραμυθιού μας δίνεται όλη η ιστορία σε μικρογραφία. Η εικόνα της βασίλισσας, μητέρας της Χιονάτης, που κεντώντας, τρυπά το δάκτυλο της και πέφτουν στο χιόνι τρεις σταγόνες κόκκινο αίμα, υπαινίσσεται τα προβλήματα που η ιστορία θέτει για λύση: η σεξουαλική αθωότητα- αγνότητα υποδηλώνεται από το λευκό χιόνι και έρχεται σε αντίθεση με τη σεξουαλική επιθυμία που συμβολίζει το κόκκινο αίμα. Έτσι, έχουμε την πρώτη αναφορά στη σημασία της έμμηνης ρήσης, συμβολικής για τη γέννηση της Χιονάτης. Επιπλέον, η Χιονάτη είναι λευκή σαν το χιόνι, κάτι που παραπέμπει στην αγνότητα και από την άλλη έχει κόκκινα μάγουλα που φανερώνουν τη σεξουαλική της πλευρά, στοιχεία που αντιπροσωπεύουν τη «διπλή» φύση της Χιονάτης. Κι ενώ η Χιονάτη σε όλο το παραμύθι παρουσιάζεται ως ένα αθώο κορίτσι, αυτό που απειλεί τη μητριά της ώστε να στραφεί εναντίον της είναι το ερωτικό της πάθος. Και πάλι, ενώ η αθωότητά της είναι αυτή που κάνει τους νάνους να την εμπιστευτούν, το ερωτικό της πάθος είναι αυτό που έλκει τον πρίγκιπα προς αυτήν.

Εκτός όμως από το κόκκινο και το λευκό, στη Χιονάτη αναφέρεται και το μαύρο χρώμα στην ευχή της βασίλισσας: ‘και μαλλιά μαύρα σαν την ξύλινη κορνίζα του παραθύρου’. Το λευκό, λοιπόν, συμβολίζει την αγνότητα, το μαύρο το τέλος της ζωής, ενώ το κόκκινο την αναγέννηση: με τα κόκκινα χείλη η Χιονάτη επιδεικνύει ερωτικό πάθος, με το λευκό την αγνότητα, ενώ με το μαύρο τη θλίψη, το πένθος. Η παρουσία όμως των τριών χρωμάτων, παρουσιάζεται και στις τρεις απόπειρες της μητριάς στη Χιονάτη. Η μητριά συνεχόμενα επιτίθεται στο άσπρο (αναπνοή), στο μαύρο (μαλλιά), και στο κόκκινο (αίμα – μήλο) στοιχείο της Χιονάτης. Αυτά τα στοιχεία πρέπει να δοκιμαστούν και να εκλεπτυνθούν προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση.

Αξίζει δε επίσης να σημειώσουμε τη χρήση του αριθμού τρία στον συνδυασμό των χρωμάτων, στην ποσότητα του αίματος (τρεις σταγόνες αίμα). Το τρία είναι ο αριθμός που συνδέεται στο ασυνείδητο με το σεξ, συμβολίζει την αναζήτηση της βιολογικής (σεξουαλικής) ταυτότητας και της ταυτότητας σε σχέση με τα πιο σημαντικά πρόσωπα στη ζωή του καθενός (κοινωνικής ταυτότητας). Επίσης, σημασία έχει και ο αριθμός επτά και είναι ο αριθμός των ημερών της εβδομάδας, που στηρίζεται στον χρόνο τροχιάς των πλανητών. Επτά νάνοι, επτά κρεβάτια, επτά πιάτα, επτά καρέκλες, κ. λ. π. Έτσι, η Χιονάτη αρχίζει να ωριμάζει όταν είναι επτά χρονών, και μόνο τότε η μητριά αρχίζει να νιώθει ότι απειλείται από την ομορφιά της Χιονάτης.


Η μητριά έχει στοιχεία ναρκισσισμού και ματαιοδοξίας, καθώς ζητά διαβεβαιώσεις για την ομορφιά της από τον καθρέφτη, ο οποίος αποτελεί την αντανάκλαση της ψυχής. Η μητριά, δυσκολεύεται να αποδεχτεί το γεγονός ότι γερνά και πεθαίνει. Εδώ, θα λέγαμε, προβάλλεται η προσπάθεια του γονιού (της μητριάς) που συναντούμε στα παραμύθια να απαλλαγεί από το παιδί (Χιονάτη), στην επιθυμία του ίδιου του παιδιού να απαλλαγεί από τον ναρκισσιστικό γονιό, με τον οποίο δεν μπορεί να ταυτιστεί. Έτσι, μέσω μιας αντιστροφής αυτή η επιθυμία προβάλλεται στον ίδιο τον γονιό. Ο εγωκεντρικός και ναρκισσιστικός λοιπόν γονιός, όταν το παιδί ωριμάζει και αποκτά την ανεξαρτησία του, αισθάνεται ότι απειλείται. Η δυσκολία όμως του γονιού να ταυτιστεί με το παιδί του δημιουργεί και δυσκολία στο παιδί να ταυτιστεί μαζί του. Ωστόσο, ο ναρκισσισμός και η ματαιοδοξία χαρακτηρίζουν και την ίδια τη Χιονάτη, για αυτό και ενδίδει στο δέλεαρ (κορσέ, κτένα) της μεταμορφωμένης βασίλισσας να την κάνει πιο όμορφη. Έτσι, το παραμύθι της Χιονάτης προειδοποιεί για τις αρνητικές συνέπειες του ναρκισσισμού τόσο για τον γονιό όσο και για το παιδί.

Η παραμονή της Χιονάτης στο σπίτι των νάνων, συμβολίζει την προσπάθεια των παιδιών να αποφύγουν το δύσκολο έργο της ολοκλήρωσης. Η ειρηνική προεφηβική περίοδος, όμως, που περνά η Χιονάτη στο σπίτι τους, της δίνει δύναμη να προχωρήσει στην εφηβεία. Οι νάνοι παρομοιάζονται με τους προγονικούς δασκάλους, που βοηθούν στη μεταμόρφωση της από παιδί σε γυναίκα, χωρίς όμως να προδικάζουν το αποτέλεσμα. Την διδάσκουν καθήκοντα των ενηλίκων για να είναι ανεξάρτητη, την εργατικότητα, την επιμέλεια κλπ. Ο τρόπος ζωής τους, το ενδιαφέρον τους για υλικά αγαθά, μ’ εξαίρεση τον έρωτα, υποδεικνύουν μια προοιδιπόδεια ύπαρξη. Η απουσία αλλαγής στη ζωή τους ή οποιασδήποτε επιθυμίας για αλλαγή κάνει την ύπαρξή τους ανάλογη με τη ζωή του παιδιού πριν από την εφηβική ηλικία.

Έτσι, καθώς οι ίδιοι είναι απαλλαγμένοι από εσωτερικές συγκρούσεις, δεν κατανοούν τις εσωτερικές πιέσεις που ωθούν τη Χιονάτη να υποκύψει στους πειρασμούς της μητριάς. Η ευκολία με την οποία η Χιονάτη υποκύπτει στους πειρασμούς δείχνει πόσο κοντά αυτοί οι πειρασμοί είναι στις επιθυμίες της. Οι δύο πρώτοι πειρασμοί από τη μητριά (κορσέ και κτένα ) συμβολίζουν τις διακυμάνσεις των συγκρούσεων της εφηβείας. Η μη διάσωσή της από τους νάνους από τον τρίτο πειρασμό το δηλητηριασμένο μήλο, καθιστά φανερή την απόφαση της Χιονάτης να μην επιστρέψει πια στην προηγούμενη λανθάνουσα ύπαρξή της, στην ανωριμότητα, όταν συναντά δυσκολίες. Η παλινδρόμηση από την εφηβεία στη λανθάνουσα φάση έχει πάψει πια να αποτελεί λύση για τη Χιονάτη.

Το μήλο που χρησιμοποιείται στον τρίτο πειρασμό, αποτελεί ένα σύνθετο σύμβολο: μπορεί να σημαίνει την αγάπη, τη χαρά, τη σοφία, τη γνώση, τον θάνατο. Το ότι μητριά και κόρη στο παραμύθι της Χιονάτης μοιράζονται το μήλο, φανερώνει ότι μοιράζονται κάτι κοινό, τις ώριμες σεξουαλικές επιθυμίες τους. Τρώγοντας το κόκκινο μέρος του μήλου, η Χιονάτη θέτει το τέλος της αθωότητάς της. Το παιδί μέσα της πεθαίνει και θάβεται σ’ ένα διαφανές φέρετρο. Εκεί, εκτός από τους νάνους, την επισκέπτονται μια κουκουβάγια, σύμβολο σοφίας, ένα κοράκι, σύμβολο της ώριμης συνείδησης και ένα περιστέρι σύμβολο της αγάπης και της επιτυχής έκβασης μιας διαδικασίας. Ακόμη, η επίσκεψη των τριών (και πάλι ο συμβολικός αυτός αριθμός) αυτών πουλιών δείχνει ότι ο ύπνος της Χιονάτης στο φέρετρο, που μοιάζει με τον θάνατο, είναι μια περίοδος κυοφορίας, η τελική φάση της προετοιμασίας δηλαδή της για την ωριμότητα.

Το παραμύθι διδάσκει πως, προκειμένου να διαμορφωθεί η νέα πιο ώριμη προσωπικότητα, απαιτείται σημαντική ανάπτυξη και χρόνος. Το γεγονός του δηλητηριασμένου μήλου που βγαίνει από το στόμα της μάλιστα και την απελευθερώνει από τα μάγια σημαδεύει την τελική της απελευθέρωση από την αρχέγονη στοματικότητα η οποία αντιπροσωπεύει όλες τις ανώριμες καθηλώσεις της. Συμβολίζεται, λοιπόν, στο παραμύθι το πέρασμα από την νηπιακή ηλικία στην εφηβεία και την ενηλικίωση. Το κάθε παιδί ενηλικιώνεται (όπως και η Χιονάτη) μόνο όταν λυθούν αυτές οι εσωτερικές αντιθέσεις, όπου συνυπάρχουν το κόκκινο (συναισθήματα, το Εκείνο) και το άσπρο (στη συνείδηση μας το Υπερεγώ*). Έτσι, το παραμύθι διδάσκει πως το παιδί δεν πρέπει να φοβάται που θα παραιτηθεί από την παιδική θέση εξάρτησης από τους άλλους, αφού μετά από τις σκληρές δοκιμασίες της μεταβατικής περιόδου θα αναδειχτεί σε υψηλότερο και καλύτερο επίπεδο, η ζωή του θα γίνει πλουσιότερη και πιο ευτυχισμένη. Αυτή την υπόσχεση και την ελπίδα αντλεί το κάθε παιδί από το ευχάριστο τέλος του παραμυθιού της Χιονάτης, που είναι ο γάμος της με το βασιλόπουλο.
-------------
*Το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ είναι οι τρεις συνιστώσες του μοντέλου για τη δομή του ανθρωπίνου ψυχικού οργάνου του Φρόυντ. Το Εκείνο αντιπροσωπεύει τα κίνητρα, τα ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες του ατόμου και κατά συνέπεια είναι έμφυτο, ενώ το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει όλες τις θετικές ηθικές και κοινωνικές αξίες του ατόμου, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο την ηθική συνείδηση.
-----------------
Βιβλιογραφία
Αριστοδήμου-Ιακωβίδου Ν., Ιορδανάκη Λ., Καλογήρου Τ., Εικονογραφώντας τη Χιονάτη των Αδερφών Grimm: Η Χιονάτη και οι επτά (και περισσότερες) εικονογραφικές εκδοχές της.
Bettelheim, Μ. (1995). Η γοητεία των παραμυθιών (μτφρ. Ε. Αστερίου), Αθήνα: Γλάρος.
Το Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Φρόυντ και ψυχανάλυση. (1987) Aθήνα: Κουτσούμπος ΑΕ
Girardot, N. J. (1977). Initiation and Meaning in the Tale of Snow White and the
Grimm, J. & W. (2011). Η Χιονάτη (διασκ.: R. Piumini, εικ.: A.L. Cantone, μτφρ.: Α. Μοσχονά). Αθήνα: Μεταίχμιο.
Protas, Allison (2004). Online Dictionary of Symbolism.
Seven Dwarfs. The Journal of American Folklore, Vol. 90, No. 357 (Jul – Sep 1977), 274-300.
Zipes, J. (2007β). When dreams came true: Classical Fairy Tales and Their Tradition. New York: Routledge.

Απιστία, φύλο και σύγχρονα ζητήματα

Καθώς μεγαλώνουμε, το νοητικό σχήμα που έχουμε αναπτύξει για τις ερωτικές σχέσεις κλονίζεται. Η σύναψη μιας ιδανικής σχέσης μοιάζει σήμερα σαν ένα σχεδόν ακατόρθωτο εγχείρημα έως και «σενάριο επιστημονικής φαντασίας» για μερικούς από μας. Σημαντικό ρόλο σε όλο αυτό έχει διαδραματίσει η δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα ζευγάρια στο να δημιουργήσουν μία υγιή δέσμευση χωρίς τις παθογένειες της κτητικότητας, γεγονός που εκφράζεται με τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά απιστίας μεταξύ συντρόφων. Η απιστία ορίζεται ως η παράβαση των σιωπηρών ή συμφωνημένων κανόνων που έχει αναπτύξει ένα ζευγάρι σχετικά με τη συναισθηματική και σωματική επαφή με άτομα έξω από τη δυάδα και μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες στον ψυχισμό του απατημένου και το μέλλον της σχέσης.

Άντρες και γυναίκες φαίνεται ότι απατούν τους συντρόφους τους, σε γενικές γραμμές, παρακινούμενοι από διαφορετικά κίνητρα. Οι γυναίκες που απατούν αναφέρουν σημαντικά μεγαλύτερη δυσαρέσκεια από το γάμο τους σε σχέση με τους άνδρες. Ως συχνότερες αιτίες απιστίας στην περίπτωσή τους επισημαίνονται τα σεξουαλικά κίνητρα και ζητήματα που έχουν να κάνουν με την επιβολή του ανδρισμού τους και τη συμμόρφωση με αναχρονιστικές κοινωνικοπολιτικές νόρμες που απενοχοποιούν και καθιστούν αναμενόμενη την ανδρική απιστία. Παλαιότερα ερευνητικά δεδομένα έδειχναν, λοιπόν, ότι οι άνδρες απατούν περισσότερο συγκυριακά (one night stand) ενώ οι γυναίκες προτιμούν τη σύναψη εξωσυζυγικών σεξουαλικών σχέσεων που εμπεριέχουν και συναισθηματικό δέσιμο σε κάποιο βαθμό. Ενδιαφέρον μάλιστα εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι οι άνδρες θυμώνουν και ερμηνεύουν περισσότερο αρνητικά τη σεξουαλική προδοσία παρά τη συναισθηματική, ενώ στις γυναίκες ισχύει το αντίθετο.

Σήμερα όμως τα πράγματα φαίνεται πως έχουν αλλάξει. Παρόλο που η ανδρική απιστία συνεχίζει να κινητοποιείται κυρίως από την ανάγκη για ποικιλομορφία στις σεξουαλικές συνευρέσεις, δεν είναι λίγοι οι άντρες που καταφεύγουν σε άλλες γυναίκες ως αντίδραση σε έναν κατεστραμμένο γάμο. Από την άλλη, οι γυναίκες βιώνοντας μεγαλύτερη σεξουαλική απελευθέρωση σε σχέση με το παρελθόν και εργαζόμενες πια εκτός σπιτιού, έχουν αυξήσει τα ποσοστά απιστίας προς τους συζύγους τους, ενώ με τη χρήση ευρύτερων ορισμών της απιστίας έφτασαν αλλά και ξεπέρασαν τα αντίστοιχα ποσοστά των ανδρών. Παρόλο που τα ποσοστά αυτά είναι υψηλά και αναμενόμενα, η απιστία αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα διαζυγίου αλλά και ανθρωποκτονίας μεταξύ συζύγων. Οι άνδρες θύματα απιστίας θεωρούν το διαζύγιο μονόδρομο σε μεγαλύτερο βαθμό από τις γυναίκες, οι οποίες συγχωρούν ευκολότερα τη σεξουαλική προδοσία.

 Επιπλέον, στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης, οι «πειρασμοί» έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η ευκολία εύρεσης σεξουαλικών συντρόφων μέσω ίντερνετ είναι ασύλληπτη και «αποποινικοποιεί» ακόμα περισσότερο την απιστία, ειδικά όταν πρόκειται για περιπτώσεις sexting (chatting με σεξουαλικό περιεχόμενο και ανταλλαγή γυμνών φωτογραφιών) ή cybersex (εικονικό διαδικτυακό σεξ με τη χρήση κάμερας). Τέτοιες ενέργειες εκλαμβάνονται ως τραυματικές για τον απατημένο σύντροφο, ο οποίος βιώνει αισθήματα αναξιότητας, χαμηλή αυτοπεποίθηση, θυμό και δυσκολεύεται να ξαναδείξει εμπιστοσύνη. Τα άτομα στα διάφορα κοινωνικά δίκτυα έρχονται σε επαφή με μία πληθώρα προσώπων που προβάλλουν μέσω των φωτογραφιών και των αναρτήσεων τους ένα προφίλ και προσπαθούν να είναι αρεστά. Τα πρόσωπα αυτά συγκρίνονται συνειδητά ή ασυνείδητα με το σύντροφο και η ευκολία επικοινωνίας δημιουργεί ένα πρόσφορο έδαφος για την προσέγγισή τους και την πιθανότητα σεξουαλικής συνεύρεσης.

Τέλος, η έρευνα για το ζήτημα της απιστίας σε ομοφυλόφιλα ζευγάρια δεν έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο. Είναι εμφανές όμως ότι η σεξουαλική «αποκλειστικότητα» θεωρείται σημαντικότερη από ετεροφυλόφιλους άνδρες και γυναίκες, αν και τα ευρήματα είναι κάποιες φορές αντικρουόμενα καθώς υπάρχει και ένα μεγάλο ποσοστό ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών που εκτιμούν τη μονογαμικότητα. Η απιστία ωστόσο μεταξύ ομοφυλόφιλων ανδρών (μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό γυναικών ομοφυλοφίλων) παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλα ποσοστά, γεγονός που ερμηνεύεται με βάση το φύλο (και οι ετεροφυλόφιλοι άνδρες απατούν περισσότερο από τις γυναίκες) και την ευκολία προσέγγισης σεξουαλικών συντρόφων.

Θα μείνουμε μαζί ως τα βαθιά γεράματα;

Σκέφτηκες ποτέ ότι το σενάριο “γερνάω με κάποιον” φαίνεται κάπως αρχαϊκό στον σημερινό κόσμο;
Εννοώ πως σίγουρα η εξερεύνηση των ρομαντικών και σεξουαλικών οριζόντων σου, είναι μια σημαντική τελετή ενηλικίωσης αλλά στο τέλος της ημέρας δε θέλεις να μεγαλώσεις και να γεράσεις με κάποιον;
Οπότε πως μπορείς να ξέρεις ότι ο σύντροφος σου είναι εκείνος που θα γεράσεις μαζί του; Εφόσον δεν υπάρχει κάποιος σίγουρος τρόπος να το επιβεβαιώσεις, εδώ είναι κάποια σημάδια που θα μπορούσαν να σου δείξουν πως ο σύντροφος σου είναι εκείνος πρέπει.

Μπορείς να βγάλεις τον πιο περίεργο εαυτό σου μαζί του.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο απελευθερωτικό σε μια σχέση από το να μη χρειάζεται να φοράς μάσκα σε κάθε σας συνάντηση. Σκέψου να πρέπει ένας από τους δύο να κρύψει μια ενοχλητική συνήθεια η οποία βραχυπρόθεσμα φαίνεται σα μικρό εμπόδιο και αργότερα να σε οδηγήσει στην τρέλα. Οπότε αν είσαι σε μια σχέση όπου μπορείς να κουβαλάς την τρέλα σου και να μη κρίνεσαι/επικρίνεσαι/διασύρεσαι τότε μάλλον βρίσκεσαι στη σωστή.

Βρίσκεις αξιαγάπητες τις ιδιορρυθμίες του.
Υπάρχουν πράγματα στον σύντροφο σου που οι άλλοι δεν αντέχουν και βρίσκουν ενοχλητικά αλλά εσύ όχι; Οι πιθανότητες είναι να βρίσκεστε και οι δύο σε κάτι καλό. Δεν υπάρχει άτομο στον κόσμο που να μην έχει έστω μια ενοχλητική/ερεθιστική ή περίεργη ιδιοτροπία. Να είσαι με κάποιον του οποίου τις ιδιορρυθμίες βλέπεις ως πρόσθετα πλεονεκτήματα, είναι κάτι που δε μπορούν να απολαύσουν πολλοί άνθρωποι.

Δεν χρειάζεσαι σχέδια για να περάσεις χρόνο μαζί του.
Ξέρεις πως καταλαβαίνω αν ένα ζευγάρι είναι γραφτό να είναι μαζί; Δεν είναι απαραίτητο να σχεδιάζουν βραδιές ραντεβού ή δραστηριότητες για ζευγάρια για να μπορέσουν να περάσουν ευχάριστα τον χρόνο τους. Άρα, εάν στη σχέση το να περνάτε χρόνο μαζί, ευχάριστα κι αβίαστα, τότε εσείς οι δύο είναι γραφτό να είστε μαζί.

Νιώθεις μαγικά κάνοντας το πιο απλό πράγμα μαζί του.
Η πραγματικότητα είναι πως σε μια μεγάλη σχέση, ο χρόνος που περνάς κάνοντας απλά και καθημερινά πράγματα είναι περισσότερος από το να κάνεις ρομαντικά και συναρπαστικά. Αυτό είναι όμως το σημαντικό. Αν κα οι δύο παραμένετε ενθουσιασμένοι κάνοντας κάτι απλό όπως να τρώτε κινέζικο ή να πλένετε το αυτοκίνητο μαζί, σας διαβεβαιώνει πως η μαγεία θα συνεχίσει να υπάρχει.

Μπορείς να μένεις σιωπηλός για ώρες.
Με τον καθένα μπορεί να τύχει να περάσει κάποια στιγμή που να μην έχεις κάτι να πεις. Για πολλούς αυτό θεωρείται ως μια άβολη στιγμή ή σα να σηκώνεται μια κόκκινη σημαία. Αλλά με το άλλο σου μισό, μια τέτοια κατάσταση μπορεί να είναι τόσο άνετη όσο μια όμορφη συζήτηση.

Θεωρείς πως είναι το ίδιο ελκυστικός όσο την πρώτη στιγμή που τον είδες.
Θυμάσαι εκείνο το μικρό πέταγμα που ένιωσες στο στομάχι σου την πρώτη φορά που τον είδες; Αυτή τη λαχτάρα την πρώτη φορά που σε κράτησε; το υπέροχο σε μια σχέση που πρόκειται να διαρκέσει είναι πως αυτά τα συναισθήματα κάθε φορά είναι και πιο δυνατά. Δεν έχει σημασία αν είστε δύο ή είκοσι χρόνια μαζί, όταν είναι ο άνθρωπος σου, κάθε φορά που τον βλέπεις είναι σα να είναι η πρώτη φορά.

Δεν είστε μόνο ζευγάρι, είστε και καλοί φίλοι.
Η χημεία σε ένα ζευγάρι είναι το καλύτερο κομμάτι. Αλλά το να μπορείς να τη μοιράζεσαι και ως φιλαράκια είναι το πιο μαγικό. Τα ζευγάρια που μεγαλώνουν μαζί, είναι εκείνα που τη μια στιγμή κρατιούνται ρομαντικά από το χέρι και την επόμενη παλεύουν στον καναπέ του σαλονιού.

Ωθείτε ο ένας τον άλλον να γίνετε οι καλύτερες εκδοχές σας.
Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα για μια υγιή και μακρόχρονη σχέση είναι να αποδέχεσαι τον άλλον και να μη ντρέπεσαι να τον ωθήσεις να γίνεται συνεχώς καλύτερος. Βλέπεις, ζευγάρια που δεν ωρίμασαν ατομικά και ως άνθρωποι καταλήγουν βαρετά απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον και χωρίς να έχει μείνει καμία σπίθα μεταξύ τους. Οπότε αν ο σύντροφος σου, δε φοβάται να σε βρίσει και περιστασιακά να σου ρίξει και εκείνη τη κλωτσιά που χρειάζεσαι ως ώθηση, μπορείς να σιγουρευτείς πως θα τριγυρνάει δίπλα σου για πολύ καιρό ακόμη.

Ξεπερνάς τους καυγάδες.
Μια υγιής και αξιοζήλευτη σχέση δε σημαίνει πως δεν έχει καυγάδες. Συγκεκριμένα, αν δεν έχεις τουλάχιστον δυο φορές τον χρόνο μια τεράστια διαφωνία, δε θεωρείται φυσιολογικό. Η διαφορά ανάμεσα στα απλά ζευγάρια και εκείνα που έχουν ακόμη μακρύ δρόμο, είναι πως τα δεύτερα προσπερνούν ακόμη και τους χειρότερους καυγάδες τους χωρίς να κρατάνε τίποτα.

Ανησυχείς για εκείνον περισσότερο από ότι για σένα
Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό: εκείνος έρχεται πάντα πρώτος. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για το τελευταίο κομμάτι πίτσα ή αν θα έτρωγες μια σφαίρα για εκείνον. Είναι προτεραιότητά σου να είναι καλά κι αυτό από μόνο του κάτι σημαντικό σημαίνει…

Να με αγκαλιάζεις για να ακούω την καρδιά σου

Μια αγκαλιά.
Αυτή ζητώ.
Για εκείνες τις ώρες που όλα πάνω μου φωνάζουν πως σε χρειάζονται. Για εκείνες τις στιγμές που η ανάγκη σου γίνεται επιτακτική και η καρδιά μου χτυπά παρακαλώντας.
Λίγη τρυφερότητα. Λίγη στοργή. Και παρουσία.
Να απλωθεί στο χώρο το άρωμα σου κι εγώ αυτόματα να ηρεμήσω. Να νιώσω πως ακόμη κι αν όλα πάνε κατά διαόλου, ο από μηχανής Θεός μου θα βοηθήσει να λυθούν τα πάντα.
Εσύ είσαι αυτός.
Μη με ρωτάς πως έγινε. Δεν ξέρω να σου πω.
Εγώ ήξερα να τα αντιμετωπίζω όλα μόνη. Τα πάντα απόλυτα ανεξάρτητα για να μην υποχρεώνομαι, να μη δένομαι, να μη διακινδυνεύω.
Φόβο το λες. Μπορεί και να ήταν.
Και φόβος κι ανασφάλεια κι ανησυχία.
Και τα κατάφερνα, ξέρεις, μια χαρά.
Είχα την ήρεμη μα άκαπνη ζωή μου. Ό,τι ερχόταν το αντιμετώπιζα μόνη.
Κι απέμενα ώρες να κοιτώ το άδειο ταβάνι μετρώντας τις σκιές. Και τις απουσίες.
Κι ήρθες.
Δε σε κάλεσα μα εμφανίστηκες.
Κι εγώ σε υποδέχτηκα αρχικά με αμφισβήτηση. Κι ήταν λογικό, το καταλαβαίνεις φαντάζομαι.
Πρώτα με καχυποψία, ύστερα με προβληματισμό κι έκπληξη κι ύστερα με ενθουσιασμό μικρού παιδιού.
Και μαζί με σένα ήρθε κι αυτό που είχα στερηθεί. Αυτό που δεν καταλάβαινα ότι μου έλειπε μέχρι που εμφανίστηκες κι όλα τα κομμάτια μου μπήκαν στη θέση τους.
Τρυφερότητα.
Ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα, ένα χάδι, ένα φιλί, μια αγκαλιά.
Και ξέρεις τώρα πια, πως πάνω από όλα λατρεύω αυτές τις αγκαλιές.
Λατρεύω να βυθίζω το κεφάλι μου στη βάση του λαιμού και να ρουφώ τα αρώματα σου. Να με γαργαλούν οι τρίχες του στέρνου σου, να μου θαμπώνει τα μάτια η ανάσα μου που χτυπά πάνω σου κι εγώ να μένω εκεί.
Παντοτινά παραδομένη σε αυτή την οικειότητα που έγινε η ζεστασιά και το λιμάνι μου.
Που διώχνει μακριά τις σκέψεις μου και σκουπίζει τα δάκρυα μου. Που πνίγει τα γέλια μου κι απορροφά τους αναστεναγμούς μου.
Να με αγκαλιάζεις για να ακούω την καρδιά σου.
Να την ακούω να χτυπά και σε κάθε χτύπο της να στέλνω κι ένα ευχαριστώ που υπάρχει, που χτυπά, που με αξίωσε να την ακούω από τόσο κοντά. Να την αγγίζω σχεδόν.
Λένε πως ο έρωτας αποβλακώνει τον άνθρωπο.
Δε συμφωνώ.
Εγώ νομίζω πως τον ξυπνά.
Πως τον κάνει να καταλαβαίνει όσα έχανε τόσο καιρό μονάχος. Τον κάνει να συνειδητοποιεί την αξία πραγμάτων που αγνοούσε. Την απόλυτη αναγκαιότητα των στιγμών, της επαφής, της ύπαρξης του άλλου.
Μα ναι, δε χωρεί αμφιβολία. Ο έρωτας κάνει τον άνθρωπο πιο σοφό.
Γι’αυτό κι εγώ τον υποδέχτηκα σα σεβάσμιο δάσκαλο. Που πέρασε μέσα από τόσων και τόσων αιώνων ιστορία, έδεσε και χώρισε ζευγάρια, δίδαξε γενιές και γενιές ερωτευμένων.
Κι έφτασε σε μένα και σε σένα.
Εμένα μου δίδαξε τη μαγεία της αγκαλιάς. Την ιαματική, καταπραϋντική της δράση πάνω στο μυαλό, την καρδιά, το κορμί και την ψυχή μου. Μου δίδαξε πως το άρωμα σου μπορεί να διώξει κάθε μου εφιάλτη και η ζεστασιά σου να μου δώσει την ασφάλεια που τόσο στερήθηκα.
Γιατί κουράστηκα να παλεύω μόνη.
Άραγε να λειτουργώ κι εγώ έτσι για σένα;
Να μπορώ να είμαι η γαλήνη σου όταν όλα τα υπόλοιπα γύρω γκρεμίζονται;
Το εύχομαι. Δεν ξέρεις πόσο.
Το θέλει κάθε σπιθαμή μου.
Και κάθε φορά που μέσα στη γλύκα του ύπνου αναζητάς την παρουσία μου, κάθε που τυλίγεις χέρια και πόδια γύρω μου, η καρδιά μου σπάει χίλια κομμάτια.
Είναι εκείνες οι στιγμές που πιστεύω πως αυτή την αμοιβαιότητα στα αισθήματα, που τόσο απαραίτητη είναι στους ανθρώπους που δένουν τις ζωές τους, την έχουμε…
Ή παλεύουμε φιλότιμα να την κατακτήσουμε.
Αγκάλιασε με, λοιπόν κι ας αφήσουμε όλα τα κομμάτια να βρουν το δρόμο τους. Αλληλοσυμπληρώνονται, το ξέρω. Μένει μόνο να το δούμε και να γίνεται…
Εγώ δεν έχω σκοπό να πάω πουθενά. Τυλίξου γύρω μου κι όλα τα άλλα θα βρεθούν.
Υπόσχομαι…