Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὑπὲρ τῆς Ῥοδίων ἐλευθερίας (14-16)

Σχετική εικόνα[14] Οὐ μὴν οὐδ᾽ ἂν εἰ δι᾽ αὑτῶν εἶχον τὴν πόλιν οἱ νῦν ὄντες ἐν αὐτῇ Ῥόδιοι, παρῄνεσ᾽ ἂν ὑμῖν τούτους ἑλέσθαι, οὐδ᾽ εἰ πάνθ᾽ ὑπισχνοῦνθ᾽ ὑμῖν ποιήσειν. ὁρῶ γὰρ αὐτοὺς τὸ μὲν πρῶτον, ὅπως καταλύσωσι τὸν δῆμον, προσλαβόντας τινὰς τῶν πολιτῶν, ἐπειδὴ δὲ τοῦτ᾽ ἔπραξαν, πάλιν ἐκβαλόντας τούτους· τοὺς οὖν μηδετέροις πιστῶς κεχρημένους οὐδ᾽ ἂν ὑμῖν βεβαίους ἡγοῦμαι γενέσθαι συμμάχους.

[15] καὶ ταῦτ᾽ οὐδεπώποτ᾽ εἶπον ἄν, εἰ τῷ Ῥοδίων δήμῳ μόνον ἡγούμην συμφέρειν· οὔτε γὰρ προξενῶ τῶν ἀνδρῶν οὔτ᾽ ἰδίᾳ ξένος αὐτῶν οὐδείς ἐστί μοι. οὐ μὴν οὐδ᾽ εἰ ταῦτ᾽ ἀμφότερ᾽ ἦν, εἰ μὴ συμφέρειν ὑμῖν ἡγούμην, εἶπον ἄν, ἐπεὶ Ῥοδίοις γε, εἰ οἷόν τε τοῦτ᾽ εἰπεῖν τῷ συναγορεύοντι τῇ σωτηρίᾳ αὐτῶν, συγχαίρω τῶν γεγενημένων. τοῦ κομίσασθαι γὰρ τὰ ὑμέτερ᾽ ὑμῖν φθονήσαντες τὴν ἑαυτῶν ἐλευθερίαν ἀπολωλέκασι, καὶ παρὸν αὐτοῖς Ἕλλησι καὶ βελτίοσιν αὐτῶν [ὑμῖν] ἐξ ἴσου συμμαχεῖν, βαρβάροις καὶ δούλοις, οὓς εἰς τὰς ἀκροπόλεις παρεῖνται, δουλεύουσιν.

[16] ὀλίγου δὲ δέω λέγειν, ἐὰν αὐτοῖς ὑμεῖς ἐθελήσητε βοηθῆσαι, ὡς καὶ συνενήνοχε ταῦτ᾽ αὐτοῖς· εὖ μὲν γὰρ πράττοντες οὐκ οἶδ᾽ εἴ ποτ᾽ ἂν εὖ φρονῆσαι ἠθέλησαν, ὄντες Ῥόδιοι, ἔργῳ δὲ πειραθέντες καὶ διδαχθέντες ὅτι πολλῶν κακῶν ἡ ἄνοι᾽ αἰτία τοῖς πολλοῖς γίγνεται, τάχ᾽ ἄν, εἰ τύχοιεν, σωφρονέστεροι πρὸς τὸν λοιπὸν τοῦ χρόνου γένοιντο. τοῦτο δ᾽ οὐ μικρὰν ὠφέλειαν αὐτοῖς ἡγοῦμαι. φημὶ δὴ χρῆναι πειρᾶσθαι σῴζειν τοὺς ἄνδρας καὶ μὴ μνησικακεῖν, ἐνθυμουμένους ὅτι πολλὰ καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἐπιβουλευσάντων ἐξηπάτησθε, ὧν οὐδενὸς αὐτοὶ δοῦναι δίκην δίκαιον ἂν εἶναι φήσαιτε.

***
[14] Ωστόσο, κι αν ακόμη κατείχαν την πόλη με τις δικές τους δυνάμεις οι Ρόδιοι που είναι σήμερα στα πράγματα, δεν θα σας συμβούλευα να πάρετε το μέρος τους, ούτε κι αν ακόμη υπόσχονταν ότι θα κάνουν για σας τα πάντα. Γιατί βλέπω ότι αυτοί στην αρχή, προκειμένου να καταλύσουν τη δημοκρατία, πήραν με το μέρος τους κάποιους πολίτες, και αφού πέτυχαν αυτό, τους εξόρισαν πάλι. Γι᾽ αυτό, όσοι δεν έχουν εμπνεύσει εμπιστοσύνη σε καμία από τις δύο πολιτικές παρατάξεις, αυτοί νομίζω πως ούτε και με σας θα γίνουν σταθεροί σύμμαχοι.

[15] Ακόμη, δεν θα σας έκανα ποτέ αυτήν την πρόταση, αν είχα τη γνώμη ότι ωφελούσε μόνο τους δημοκρατικούς Ροδίους· γιατί ούτε εκπροσωπώ επίσημα τους δημοκρατικούς της Ρόδου ούτε θεωρώ κάποιον από αυτούς στενό μου φίλο. Αλλά, και αν ακόμη συνέτρεχαν οι δύο αυτοί λόγοι, πάλι δεν θα σας το πρότεινα, αν δεν νόμιζα ότι ήταν προς το συμφέρον σας· γιατί πράγματι συμμερίζομαι τη χαρά για τα παθήματα των Ροδίων, αν επιτρέπεται να πει κάτι τέτοιο αυτός που συνηγορεί για τη σωτηρία τους. Γιατί, επειδή σας φθόνησαν που πήρατε αυτά που σας ανήκαν, έχουν χάσει την ελευθερία τους, και ενώ μπορούσαν να έχουν συμμάχους (εσάς), τους Έλληνες, και μάλιστα ανώτερους από τους ίδιους με ίσους όρους, είναι σκλάβοι των βαρβάρων, και μάλιστα σκλάβοι σκλάβων, που επέτρεψαν να μπουν στις ακροπόλεις τους.

[16] Λίγο ακόμη και θα πω (φτάνω στο σημείο να πω) ότι, εάν θελήσετε να τους βοηθήσετε, αυτά (: η κακοτυχία τους) θα τους έχουν γίνει μάθημα. Γιατί αμφιβάλλω αν, σε περίπτωση που ευημερούσαν, θα ήθελαν ποτέ να φανούν λογικοί, ως Ρόδιοι που είναι· επειδή όμως δοκιμάστηκαν και διδάχτηκαν ότι η μωρία γίνεται για τον λαό αιτία πολλών συμφορών, ίσως, αν είναι τυχεροί, γίνουν στο μέλλον πιο λογικοί, και αυτό το θεωρώ μεγάλο κέρδος γι᾽ αυτούς. Υποστηρίζω λοιπόν πως έχετε υποχρέωση να προσπαθήσετε να τους σώσετε και να μην τους κρατάτε κακία, λαμβάνοντας υπόψη σας ότι και σεις σε πολλές περιπτώσεις έχετε εξαπατηθεί από ανθρώπους που ήθελαν το κακό σας, για κανένα όμως από αυτά τα σφάλματα δεν θα παραδεχόσασταν ότι είναι δίκαιο να τιμωρηθείτε.

Νίτσε και Αριστοτέλης

Από την Ποιητική στη Γένεση της Τραγωδίας
 
«O Φρίντριχ Νίτσε ανέκαθεν ήθελε να συγγράψει ένα κλασικό έργο, ένα βιβλίο ιστορίας, σύστημα ή ποίημα, αντάξιο των αρχαίων Ελλήνων τους οποίους είχε διαλέξει ως δασκάλους του. Δε μπόρεσε ποτέ να δώσει μορφή σ αυτή του τη φιλοδοξία».
(Λόγια του Ντανιέλ Αλεβί δια στόματος Μπατάιγ)
 
Δε χρειάζονται ιδιαίτερα επιχειρήματα ώστε να αναδεχθεί η σημαντικότητα του νιτσεϊκού στοχασμού: αρκεί να διατρέξει κανείς το σύνολο της ιστορίας της φιλοσοφίας, ώστε να διαπιστώσει την ερμηνευτική-αναπλαστική ματιά του Νίτσε, εκκινώντας έναντι της αρχαίας ελληνικής σκέψης, δηλαδή έναντι της γενεσιουργού μήτρας του φιλοσοφείν, μέχρι τις μέρες μας και την τελευταία προσπάθεια καθιέρωσης ενός φιλοσοφικού ρεύματος, αναφερόμαστε στον μεταμοντερνισμό, ρεύμα με αγεφύρωτες εσωτερικές αντιφάσεις -και μάλιστα προγραμματικές ως μια εξαίσια περίπτωση αυτό-υπονόμευσης- οι ρίζες του οποίου συχνά αναζητούνται στο Νίτσε. Επιπλέον, το ιδιαίτερο/λογοτεχνίζον ύφος και η σκοτεινότητα του τον αναδει­κνύουν και σε πρωτοπόρο, αριθμητικώς, συνεκδοχικών ερμηνειών αλλά και στρεβλώσεων.
 
Η βασική ταυτότητα και συνάμα αντίφαση που εμφανίζεται ως κεντρικής σημασίας: Αριστοτέλης και Νίτσε αναγνωρίζονται αμφότεροι ως λεπτολογούντες ερευνητές της ηθικής. Παρότι οι τρόποι τους διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, υπάρχει και μια άλλη, υποβόσκουσα συσχέτιση αυτού του ερευνητικού τους ενδιαφέροντος: ακριβώς το γεγονός πως, σε σημαντικό βαθμό, οι λόγοι περί ηθικής αναζητούνται μεταξύ άλλων και εντός του φαινομένου της τέχνης.
 
Στην πραγματικότητα η παραπάνω αντιπαραβολή, έτσι όπως εκδιπλώνεται κατά βάση στα δυο κομβικά έργα Περί Ποιητικής και Η γέννηση της τραγωδίας, εκβάλλει στο ερώτημα του κατά πως αρθρώνεται ένας κριτικός, διαχρονικός λόγος φιλοσοφικής υφής.
  
Ποιητική
 
Η Ποιητική, ως γνωστόν, είναι ο γενέθλιος τόπος της φιλολογικής κριτικής, του κριτικού λόγου επί της τέχνης και ασφαλώς της αισθητικής. Η σύσταση του θεωρητικού λόγου, της εξήγησης και απεικόνισης του φαινομένου της τέχνης (που, υπενθυμίζουμε, εμπεριέχει, ακόμα, και την τεχνική) συγκροτείται με εργαλεία τη μεθοδολογία, τη συστηματοποίηση, την κανονικότητα.
 
Κατά τη μετάβαση από την πλατωνική θέση της υποτίμηση της τέχνης, στη θεώρησή της ως το πέρασμα από τη φύση στη φιλοσοφία, η ποίηση, στενά συσχετιζόμενη με την πραγματικότητα, αποκτά ως πεδίο αναφοράς το όλον. Ποίηση και φιλοσοφία μοιράζονται το πάθος της διερεύνησης του καθ’ εαυτό και του όλου των πραγμάτων.
 
Βασικό στοιχείο αναδεικνύεται η μίμηση – ανισομερής και διαφέρουσα εν τούτοις, σίγουρα όχι με την πλατωνική σημασία της κακεκτυπίας, ενώ τα γενεσιουργά στοιχεία της ανθρώπινης πράξης είναι η διάνοια και το ήθος. Οι πράξεις εντός της τραγωδίας δε μιμούνται απλώς τα ήθη, αλλά συμπεριλαμβάνουν στη μίμηση και τα ήθη προς χάριν των πράξεων και εντάσσονται στην σκοποθεσία εντός του μύθου. Βασική προϋπόθεση για να συμβεί αυτό: ορισμένοι ήρωες στην τραγωδία υπάρχουν ως δράστες ενώ άλλοι ως ομιλητές.
 
Η αναπαραγωγή ή κατασκευή ηθών αποτελεί πράξη φέρουσα μια διττή υποκειμενικότητα: αυτή του δημιουργού και αυτή του πλασμένου χαρακτήρα. Το ερώτημα της συσχέτισης κάθαρσης και οικείας ηδονής το οποίο o Ross το συνδέει ευθέως με τη διαδικασία που επιχειρεί να προκαλέσει ένας ψυχαναλυτής. Άλλωστε η επιθυμία για την ηδονή δεν αναγνωρίζεται ως καθ’ εαυτό κακή από τον Αριστοτέλη, αλλά κριτικάρεται στην υπερβολή της.
 
Γένεση της Τραγωδίας
 
Το εγχείρημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο Νίτσε με το εν λόγω βιβλίο είναι, με τα δικά του, μεθύστερα, λόγια, «η θέαση της επιστήμης από την οπτική του καλλιτέχνη και η θέαση της τέχνης από την οπτική της ζωής». Η αφετηριακή του θέση, παρότι χωροταξικά βρίσκεται σε προχωρημένο βάθος σελίδων της Γέννησης, είναι η διαπίστωση πως »κάθε εποχή και στάδιο της κουλτούρας σχεδόν προσπάθησε κάποια στιγμή με βαριά δυσθυμία να ελευθερωθεί από τους Έλληνες».
 
Παρά την αποφυγή εκ μέρους του Νίτσε των ευθείων αναφορών στην Ποιητική, ή και στον Αριστοτέλη γενικότερα, Η Γέννηση της τραγωδίας θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί ένα κριτικό και προεκτατικό κείμενο πάνω σε ορισμένες θέσεις της, προεξαρχόντων των αποφάνσεων περί τραγικού.
 
Ο εις εκ των πυλώνων της τραγωδίας, το διονυσιακό, εκφέρεται και ως τρέλα και η τρέλα «μήπως δεν είναι κατ’ ανάγκη το σύμπτωμα του εκφυλισμού, της παρακμής, της υπερώριμης κουλτούρας;». Το διονυσιακό, ως η αυθεντική έκφραση διάλυσης της μορφής συναντά το απολλώνειο και μαζί συγκροτούν την τραγωδία που εμφανίζεται, κατά Νίτσε, ως το τραγικό, ύπαρξη και αξία αισθητικής τάξης. Η τέχνη ούτως ή άλλως εμφανίζεται ως πραγματική μεταφυσική δραστηριότητα του ανθρώπου, ακόμα και έναντι της ηθικής.
 
Απαρχή της τραγωδίας είναι η μουσικότητα, ενώ στον Αριστοτέλη πηγές της ποίησης είναι η μουσική μαζί όμως με τη μίμηση. Η νιτσεϊκή απόφανση αναφέρεται και στον Σίλερ και την άποψή του πως πριν τη στιγμή της δημιουργίας δεν υπάρχει συγκεκριμένη σειρά εικόνων ή συγκροτημένη, αιτιώδης συνάφεια των σκέψεων αλλά περισσότερο μια μουσική διάθεση. Στη διαρκή πάλη, με ορισμένες συμφιλιώσεις, του δυισμού απολλώνειου-διονυσιακού, ή και μεταξύ μέθης-ονείρου, παρεμβάλλεται ο καλλιτέχνης.
 
«Η γλώσσα δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει πλήρως την κοσμική συμβολική της μουσικής, επειδή η μουσική συνδέεται συμβολικά με την πρωταρχική αντίφαση και τον πρωταρχικό πόνο που υπάρχουν μέσα στην καρδιά της πρωταρχικής Μονάδας, και συνεπώς συμβολίζει μια σφαίρα που είναι πάνω απ’ όλα τα φαινόμενα και υπάρχει πριν απ’ όλα τα φαινόμενα». Εδώ θα ήταν ιδιαίτερη χρήσιμη μια αντιπαραβολή με την Λακανική θέση περί του αντικειμένου της ανάγκης που συντρίβεται από τη διάσταση της γλώσσας.
 
Ορισμένα ακόμα ενδιαφέροντα σημεία της Γένεσης: η διονυσιακή κατάσταση που εκμηδενίζει τα όρια και τους περιορισμούς της ύπαρξης. Υπάρχει μια αντίστιξη έργου τέχνης-εμπειρικής πραγματικότητας, ενώ ο θεατής υφίσταται ως εξαρτώμενη ιδιότητα από το θέαμα. Επίσης, το ζήτημα τον νοήματος και των συμβολισμών: «Η ίδια η ύπαρξη είναι ουσιαστικά μεταφορική στη φύση της και ότι, κατά συνέπεια, η μεταφορά πρέπει να έχει την πρωτοκαθεδρία στους τρόπους έκφρασής μας», ενώ σύμφωνα με τον Νίτσε, ο ποιητής αντιλαμβάνεται τη μεταφορά όχι ως ένα ρητορικό σχήμα αλλά ως μια υποκατάσταση εικόνα την οποία και βλέπει ο ίδιος αντί μιας εικόνας. Το φιλοσοφείν κατά Νίτσε είναι η επιχείρηση κατανόησης (ή μάλλον ερμηνείας) της πραγματικότητας, ένας κάβος μέσα σε μια ατέρμονη αλληλοδιαδοχή φαινομένων. Μια οδός για την τιθάσευση -στο μέτρο του δυνατού- αυτού του χάους, είναι η μεταφορά.
 
Μπορούμε να ανιχνεύσουμε λοιπόν ορισμένους πρώτους παραλληλισμούς στον τρόπο του σκέπτεσθαι επί της τραγωδίας:
 
1) Αρχικά, την ανάδειξη του φιλοσοφείν ως του μεταιχμιακού και διεμβολιστικού χώρου μεταξύ επιστήμης και τέχνης, αλλά επιπροσθέτως μεταξύ τέχνης και ζωής. Εδώ προσθέτουμε ως επισήμανση και τη δημοφιλή νιτσεϊκή απόφανση του κόσμου που υπάρχει ως αισθητικό φαινόμενο αλλά και του πεσιμισμού που εμφανίζεται συνήθως όταν δεν εμφανίζεται η τέχνη, και συνηθέστερα με τη μορφή της θρησκείας ή της επιστήμης.
 
2) Την έντονη κριτική στην ιδεαλιστική παντοκρατορία που προηγήθηκε (Πλάτων και Χέγκελ -κυρίως- αντιστοίχως.
 
3) Την αναγωγή της προέλευσης της τέχνης στη φύση, σε δυο ένστικτα: Μίμηση Ρυθμός στον Αριστοτέλη – όνειρο Διονυσιακή Μέθη στον Νίτσε.
 
Ταυτόχρονα, διακρίνουμε και δυο σημαίνουσες διαφοροποιήσεις:
 
1) Ο Νίτσε απορρίπτει το φόβο και το έλεος, όπως και την κάθαρση ως συστατικά στοιχεία του τραγικού. Τούτο σημαίνει πως απονεκρώνει σε σημαντικό βαθμό τη διδακτική θεώρηση και το σκοπό της τραγωδίας, κλίνοντας υπέρ της πρόσληψής της περισσότερο υπό αισθητικούς όρους. Έχει ενδιαφέρον πως η σαφέστερη διατύπωση αυτής της δυσθυμίας έναντι της αριστοτελικής πρόσληψης του τραγικού δε συμβαίνει στη Γένεση της τραγωδίας αλλά στη Θέληση για Δύναμη, ενώ έναντι του φόβου και του ελέους εμφανίζεται στο Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.
 
2) Ο Αριστοτέλης προτάσσει το τρίπτυχο «έργο/έννοιες/κατηγορίες», ενώ ο Νίτσε το αντίστοιχο «υποκείμενο/καλλιτέχνης/δημιουργός», αλλά και εξ αντιστρόφου: αφορά δηλαδή και τον θεατή που από τις ιδιότητες «κριτικός, ηθικολόγος-παιδαγωγός», περνά σε αυτή του καλλιτέχνη, εντός του σημαίνοντος παιχνιδιού του τραγικού. Υπενθυμίζουμε εδώ τις φουκωικές αναλύσεις -ευθέως επηρεασμένες από τον Νίτσε- περί κατανόησης του ατόμου κατά βάση ως φορέα, όχημα της εξουσίας και λιγότερο ως σημείο εφαρμογής της: θα μπορούσαμε να εισηγηθούμε μια σχετική, ριζοσπαστική πρόσληψη για το άτομο ως φορέα της αισθητικής.
 
Τέλος, κατά αυτή την εισαγωγική αναφορά/επισήμανση ορισμένων στοιχείων των δυο έργων και σκέψεων, θα μπορούσαμε να πούμε πως ενώ ο Αριστοτέλης αναζητά σημεία αναφοράς, ερμηνείας και σταθερής αναφοράς μέσα στο χάος της φύσης και της κοινωνίας, ο Νίτσε αρέσκεται περισσότερο στο να αναδεικνύει τη σκοτεινότητα και το ακατάληπτο τους. Είναι λογικό επομένως, να υφίσταται μια διαφωνία σχετικά με την αναγωγή ενός αισθητικού φαινομένου, όπως είναι η τραγωδία στο ηθικό, καθώς με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια διαβάθμιση μεταξύ τους, ενώ στον Νίτσε η αισθητική δεν ανάγεται αλλά είναι η ηθική.
 
Καταληκτική επισήμανση που ανοίγει μια άλλη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση: όπως έχει επισημανθεί, στον Αριστοτέλη της Ποιητικής, ο τεχνικός λόγος μεταβάλλεται σε φιλοσοφικό. Στον Νίτσε, το γοητευτικό και συνάμα καινοτόμο είναι πως ο λόγος που εκφέρει το φιλοσοφικό νόημα είναι σε ιδιαίτερο βαθμό λογοτεχνικός, άρα θα μπορούσε και ο ίδιος αυτός να σταθεί στο μέσον μιας κριτικής, φιλοσοφικής ή λογοτεχνικής, επί του λογοτεχνικού του ύφους, δηλαδή επί της ύπαρξής τους ως επεξηγηματικό σχήμα και ταυτόχρονα αισθητικού φαινομένου.

Ευτυχία δεν είναι μια κατάσταση την οποία βιώνουμε συνεχόμενα, αλλά στιγμές

Ευτυχία! Μια λέξη σήμα κατατεθέν στην ζωή του κάθε ανθρώπου αλλά παράλληλα τόσο δύσκολη στην προσέγγισή της! Για τον κάθε άνθρωπο, η έννοια της ευτυχίας είναι τελείως διαφορετική!

Κάποιοι αισθάνονται ότι την αγγίζουν όταν αποκτήσουν όλα τα αγαθά που επιθυμούν! Μια εφήμερη χαρά που σβήνει, όταν ικανοποιηθεί η εκάστοτε επιθυμία τους για να νιώθουν αργότερα τόσο άδειοι στην ψυχή τους όσο ποτέ άλλοτε!  Υπάρχουν άνθρωποι που η λέξη ευτυχία είναι συνώνυμο της επαγγελματικής ή προσωπικής επιτυχίας! Όταν όμως πετύχουν τον στόχο τους, αισθάνονται ότι κάτι λείπει από την ζωή τους και ένα κύμα μελαγχολίας επισκιάζει την καθημερινότητά τους!

Τι ορίζεται ως ευτυχία τελικά; Πως μπορούμε να την προσεγγίσουμε;
Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι η ευτυχία δεν είναι μια κατάσταση την οποία βιώνουμε συνεχόμενα αλλά στιγμές! Μικρές ξεχωριστές στιγμές χαράς που δίνουν μια διαφορετική νότα στη ρουτίνα της καθημερινότητας μας! Στιγμές που συνδέουν το παζλ των αναμνήσεών μας! Το μυστικό για να την βιώσουμε είναι να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας: Nα τον αγαπάμε, να τον προσέχουμε, να μην τον καταδικάζουμε! Να μπορούμε να περνάμε καλά μόνοι μας χωρίς να εξαρτόμαστε από τους άλλους! Πρέπει να μπορούμε να βλέπουμε τις στιγμές μοναξιάς που βιώνουμε όχι ως κάτι αρνητικό αλλά ως ευκαιρία να μείνουμε λίγο μόνοι με τις σκέψεις μας, να μπορέσουμε να τα βρούμε με τον εαυτό μας!

Η ευτυχία μας βασίζεται στο πώς διαχειριζόμαστε τις σκέψεις μας! Βρίσκεται μέσα στο μυαλό μας! Βρίσκεται στα πιο απλά καθημερινά πράγματα: ένα χάδι, ένα χαμόγελο, στα μάτακια των παιδιών μας που λάμπουν από χαρά! Και να θυμάσαι: Καλύτερα να ζεις τις μικρές στιγμές ευτυχίας που προσφέρει η ζωή παρά να σπαταλάς την ζωή σου προσπαθώντας να κυνηγάς την μεγάλη ευτυχία που μπορεί να μην έρθει ποτέ!

Ό,τι δεν σε πληγώνει σε κάνει πιο δυνατό;

Οι πληγές στις ιστορίες των ανθρώπων δεν είναι πάντα εύκολες. Ούτε καν συχνά! Είναι κάποιες πληγές τόσο βαθιά ριζωμένες στην ψυχή μας που νομίζουμε πως ποτέ δεν θα επουλωθούν. Πιστεύουμε πως πάντα θα είναι εκεί, να στέκουν ορθάνοιχτες, να μας πονάνε και να μας θυμίζουν το βαθύ τραύμα των αναμνήσεών μας, βαθιά ριζωμένο μέσα μας.

Είναι κάποιες πληγές που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε. Θες πες το τύψεις και ενοχές, θες πες το φόβο, αδυναμία, ανημποριά. Μας κρατούν καθηλωμένους σε ένα ανεπανόρθωτο αίσθημα αβοηθησίας, μα αίσθηση ακινησίας, τελικά έναν ψυχικό βάλτο. Εκεί μέσα βουλιάζουμε στάσιμοι, σαν αμήχανα μπροστά στο τίποτα και ατενίζουμε (;) το μέλλον. Ποιο μέλλον; Ο χρόνος σταματά και παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα: Ένας χρόνος άχρονος…

Κι όμως αν μιλάω τόσο γλαφυρά για την ανθρώπινη αδυναμία, είναι γιατί έχω βαθιά πίστη στην αντίστροφή της. Μια πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, την δύναμη της ψυχής μας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό: νους, πνεύμα, βιώματα, αναμνήσεις και εμπειρίες). Ό,τι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς- αρκεί να το επιτρέψουμε. Σε ποιον; Στον εαυτό μας. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να δώσουμε το oκ., την εντολή για να ξαναπάρουμε μπρος. Να πάμε μπροστά, να πάμε παρακάτω. Να σπρώξουμε τον χρόνο απ’ το παρόν στο μέλλον, να (ξε)περάσουμε το παρελθόν.

Όχι, εξελίσσομαι δεν σημαίνει ξεχνάω. Δεν το αφήνουν οι πληγές μας εξάλλου κάτι τέτοιο. Οι πληγές ακόμα κι αν κλείσουν αφήνουν πίσω τους ουλές, να μας θυμίζουν τον πόνο, την ήττα, την απώλεια… Εξελίσσομαι σημαίνει προχωράω, μαζεύω τα συντρίμμια μου, μαθαίνω απ’ τα λάθη μου, συγχωρώ τις αδυναμίες μου, πηγαίνω παρακάτω.

Εκεί θα βρω τον νέο μου εαυτό. Σοφότερο, δυνατότερο, εμπειρότερο ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο τρωτός: Ο πόνος ίσως κάποτε να μειωθεί και να φύγει, αυτό που μένει είσαι Εσύ. Εσένα πρέπει να μην εγκαταλείψεις στο παρελθόν και τη λήθη.

Μέσα από την αγάπη μαθαίνω

Μέσα από την αγάπη μαθαίνω να ζω! Μέσα από την αγάπη να συντροφεύω τις μοναχικές σκέψεις μου και να λυγίζω τα όνειρα που με κρατούν σε αγωνία κάθε νύχτα. Τα κρατώ αγκαλιά, τα ενώνω μες στήθια μου, παίρνουν την μορφή μου, τον χτύπο της καρδιάς μου, γίνονται εγώ!

Μέσα από την αγάπη μαθαίνω να αναπνέω! Χωρίς βιασύνη, να διώχνω κάθετι που κρατά την αναπνοή μου μακριά από την ζωή και ζωγραφίζω ανάσες τεράστιες στο βρόχινο τζάμι μου, τις γλυκαίνω μέσα σε ένα χαμόγελο και μέσα σε έναν ήλιο καμωμένο από τα δικά μου δάκτυλα.

Καμμιά βροχή δεν με μελαγχολεί καμμιά δεν μου στάζει δάκρυ.

Μέσα από την αγάπη μαθαίνω να αγγίζω χωρίς να φοβάμαι μήπως οι άνθρωποι και το ψέμα τους αφήσουν σημάδια στο δέρμα μου. Μέσα από την αγάπη το χώμα και η λάσπη γίνονται οι δρόμοι που ανοίγω με τα δικά μου χέρια και πια δεν με τρομάζει κι αν λερωθώ! Θα σκάψω βαθιά στα έγκατα της γης αυτής και θα βρω το δικό μου νερό για να ξεπλυθώ!

Μέσα από την αγάπη μαθαίνω να αγαπώ!

Μέσα από την αγάπη να νιώθω συναισθήματα που αρνιόμουν την ύπαρξή τους και τους έκλεινα τις πόρτες μου ερμητικά σαν σε εχθρούς που διψούν να κατακτήσουν απάτητες στεριές.

Τώρα πια μόνο η ευγνωμοσύνη χωρά μες στην καρδιά μου, μόνο η φροντίδα ζωντανεύει τις πράξεις μου, μόνο η συγχώρεση ξεκουράζει την ψυχή μου, μόνο η γαλήνη αντέχει στις σκέψεις μου, μόνο η ευτυχία οδηγεί τα βήματά μου.

Μέσα από την αγάπη μαθαίνω να αγαπώ κι όση αγάπη αναζητούσα χρόνια αμέτρητα για εμένα μέσα στους άλλους μέσα από την αγάπη έμαθα πως την αγάπη δεν θα την βρω εκεί γιατί η αγάπη βρίσκεται μόνο μέσα μου!

Αντέχουμε έναν έρωτα δίχως μέλλον;

Γνωρίζουμε ένα άτομο που έχει τον σωστό συνδυασμό χαρακτηριστικών- κάνετε υπέροχες συζητήσεις μαζί, διασκεδάζετε, μοιράζεστε τις ίδιες αξίες, ευχαριστιέστε παρόμοια πράγματα, υπάρχει ξεχωριστή χημεία… όλοι έχουμε μια κάποια λίστα. Και αυτό το άτομο φαίνεται να διαθέτει (σχεδόν) όλα τα χαρακτηριστικά της λίστας μας. Και τυχαίνει κι εμείς να ταυτιζόμαστε με τη δική τους λίστα. Και κάπως έτσι… ερωτευόμαστε.

Και μετά απ’ αυτό τι; Ο έρωτας είναι συναρπαστικός. Ευχάριστος και αυθόρμητος. Και θέλουμε να τον απολαύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο. Η επήρεια του έρωτα μοιάζει με εκείνη της κοκαΐνης: αν και νιώθουμε υπέροχα, δεν είναι καθόλου λογική. Είναι βέβαια μια πραγματική εμπειρία και σίγουρα έντονη. Αντλούμε ικανοποίηση, τον λαχταράμε και το πιθανότερο είναι ότι θα φερθούμε απερίσκεπτα ή θα αλλάξουμε τη ζωή μας γι’ αυτόν.

Και εδώ είναι το σημείο, όπου βουτάμε σε επικίνδυνα νερά. Αρχίζουμε όχι μόνο να αντιλαμβανόμαστε τι χρειάζεται να αλλάξουμε, να κάνουμε ή να θυσιάσουμε, για να περάσουμε περισσότερο χρόνο με αυτό το άτομο, αλλά επίσης δεν θέλουμε με τίποτα να τελειώσει. Εθιζόμαστε σε αυτόν και στην εμπειρία. Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε το μέλλον και πώς μπορούμε να διατηρήσουμε αυτή την εμπειρία για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Ίσως για πάντα, θα σκεφτούμε σίγουρα.

Πώς λοιπόν κρατάμε τον έρωτα; Αυτό που θέλουμε είναι να ικανοποιούμε συνεχώς το άλλο άτομο, για να μένει ευτυχισμένο. Η ευτυχία του μέσα στη σχέση θα μας διασφαλίσει ότι θα μείνει μαζί μας και μόνο έτσι συνεχίζουμε και εμείς ανέμελοι να νιώθουμε ευτυχισμένοι μέσα σε αυτό, σωστά;

Και σταδιακά, αρχίζουμε να συμβιβαζόμαστε. Συμβιβαζόμαστε ως προς το τι θέλουμε, τι μας αρέσει να κάνουμε, να τρώμε ή ποιον να βλέπουμε. Οι αλλαγές είναι διακριτικές στην αρχή, αλλά απόλυτα πραγματικές. Σιγά σιγά, υποχωρούμε, καταπιέζουμε, αλλάζουμε ή κρύβουμε κομμάτια του εαυτού μας. Αν συζήσουμε και/ή παντρευτούμε, η πίεση μπορεί να αυξηθεί, καθώς τότε θα είμαστε μαζί συνέχεια, κάθε μέρα και γνωρίζουμε όλο και περισσότερο τις λεπτομέρειες της ευτυχίας τους και πώς εμείς την επηρεάζουμε. Έχουμε πια αφιερωθεί σε αυτό και κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να πετύχει.

Δεν είναι όλα αυτά απαραιτήτως άσχημα. Συνεχίζουμε να βιώνουμε στιγμές χαράς και ευχαρίστησης, όταν νιώθουμε εκείνη την ξεχωριστή σύνδεση ξανά- όταν θυμόμαστε ξανά τι είναι αυτό που αγαπάμε στον άλλο και όταν λαμβάνουμε την επιθυμητή ανταπόκριση. Και κάποιες από τις αλλαγές που κάνουμε μπορεί να αποδειχτούν καλές για εμάς, επειδή μέσα από αυτό μπορούμε να βρούμε κομμάτια του δικού μας καλύτερου εαυτού. Για παράδειγμα, ίσως υπάρχει για εμάς ένας καλύτερος τρόπος να εκφράζουμε το θυμό μας ή ίσως υπάρχουν πιο υγιείς επιλογές για το μέλλον μας.

Αλλά πολλά από αυτά που κάνουμε για να συντηρήσουμε τον έρωτα αποτελούν μια απόπειρα να τροποποιήσουμε τον εαυτό μας. Και φυσικά, δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ποιοι είμαστε, τον πυρήνα του είναι μας, σωστά; Η φύση μας είναι αμετάβλητη, όπως και η υπόλοιπη φύση γενικά- οι σπόροι της βελανιδιάς θα γίνουν βελανιδιά, όσο κι αν εμείς θέλουμε να γίνουν ελιά. Με τον καιρό, η χαρά μπορεί να μετατραπεί σε έναν βαθύ πόνο, επειδή τελικά αγαπιόμαστε εν μέρει και όχι ολοκληρωτικά. Εκείνο το άλλο πρόσωπο- το άτομο που μας γνώρισε και μας ερωτεύθηκε- τώρα αγαπά μια τροποποιημένη εκδοχή του ποιοι είμαστε, μια εκδοχή που μόνο εν μέρει είναι αληθινή.

Αυτός ο έρωτας δεν μπορεί να μας γεμίσει και σίγουρα δεν φέρνει την αυθεντική ευτυχία. Είναι καλός, αλλά όχι αρκετά καλός. Για κάποιους, η μακροπρόθεσμη αυτή μορφή αγάπης αξίζει και εκεί αναδύεται ένα διαφορετικό είδος τρυφερότητας. Για άλλους, αυτή η μορφή αγάπης ενοχλεί. Και δεν τους γεμίζει.

Είναι δυνατό να πάρουμε μια διαφορετική πορεία; Τι θα συμβεί αν δεν συμβιβαστούμε; Τι θα γίνει αν δεν προσπαθήσουμε να αφήσουμε, να μεταβάλλουμε ή να αρνηθούμε κομμάτια του βαθύτερου εαυτού μας; Τι θα συμβεί αν δεν παλέψουμε να κρατήσουμε τον έρωτα; Τι θα συνέβαινε αν, αντιθέτως, μείνουμε στην αλήθεια της προσωρινότητας του έρωτα, αντί να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα μέλλον, στο οποίο θα διασφαλίζεται μια κάποια σταθερότητα, μια βεβαιότητα ότι θα μείνει για πάντα εδώ;

Κι αν δίναμε ενέργεια και προσπάθεια στο να μάθουμε, σε βαθύτερο επίπεδο, ποιος είναι τελικά ο άλλος; Κι αν το ζούσαμε, ακόμα κι αν ξέραμε ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορεί αυτό να φύγει, να εξανεμιστεί στο επόμενο λεπτό ή στην επόμενη εβδομάδα; Κι αν ζητούσαμε το ίδιο κι από το άλλο άτομο; Στήριξη, χωρίς να σημαίνει ότι θα πάρουμε ακριβώς ό,τι θέλουμε. Μήπως τελικά είναι καλύτερο να αντιμετωπίσουμε το άγχος του έρωτα και της δέσμευσης, του φόβου της απώλειας; Μήπως τελικά υπάρχει ένα είδος έρωτα χωρίς σκληρούς συμβιβασμούς, αλλά με αμοιβαία στήριξη και αποδοχή;

Αυτό το είδος έρωτα και αγάπης μπορεί να οδηγεί ή να μην οδηγεί σε μια κοινή πορεία ζωής. Αν αυτός είναι ο στόχος, αυτός ο τρόπος δεν ανοίγει με βεβαιότητα την πορεία προς την εκπλήρωσή του. Για την ακρίβεια, αυτό το είδος αγάπης δεν έχει προδιαγεγραμμένη πορεία, δεν έχει χάρτη ή συγκεκριμένο στόχο- με την εξαίρεση της υπόσχεσης για ειλικρίνεια και αμοιβαία στήριξη. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μια σχέση γεμάτη αβεβαιότητες. Πρόκειται για μια εμπειρία αγάπης που ίσως εξελιχθεί, ίσως και όχι. Όμως σίγουρα αξίζει να είναι αληθινή και πλήρης.

Ο έρωτας μόνο έτσι μπορεί να βιωθεί στο πλήρες φάσμα του και να ειδωθεί καθαρά ο λόγος ύπαρξής του. Και καθώς θα βασίζεται στην αλήθεια, θα φέρει μαζί του χαρά, ανακάλυψη και εξέλιξη

Ο άνθρωπος που έφτιαξε το καλό, δεν το μελετάει

"Άλλος πάλι θα σου κάνει ένα καλό και αμέσως θα υπολογίσει επακριβώς την χάρη που του χρωστάς. Άλλος δεν είναι τόσο βιαστικός στους υπολογισμούς, μα κατά βάθος δεν παύει να σε βλέπει σαν οφειλέτη του και δεν ξεχνάει την ευεργεσία....

Και άλλος, για να το πούμε έτσι δεν θέλει να ξέρει το καλό που σου έκανε, όπως το αμπέλι που βγάζει σταφύλια και δεν σου ζητάει τίποτα όταν σου προσφέρει τον καρπό του. 'Όπως το άλογο που τρέχει, ο σκύλος που βρίσκει τα χνάρια, η μέλισσα που έφτιαξε μέλι, έτσι και ο άνθρωπος που έφτιαξε το καλό, δεν το μελετάει. Μόνο προχωράει παραπέρα και ξανακάνει το καλό, - σαν το αμπέλι, που όταν φτάσει η εποχή, ξαναβγάζει και προσφέρει τον καρπό του.

Απ' αυτούς να είσαι, που έχουν έναν τρόπο να μη συνειδητοποιούν το τι προσφέρουν.

-"Ναι μα θα πρέπει" σου λέει ο άλλος "ακριβώς αυτό να συνειδητοποιούμε. Γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού ανθρώπου είναι η επίγνωση ότι οι πράξεις του έχουν κοινωνικό αντίτυπο και, μα τον Δία, το να θέλει να το διαπιστώσουν αυτό και οι συμπολίτες του."

-"Σωστά μιλάς, όμως έχεις παρεξηγήσει το νόημα των όσων λέω.

Γι' αυτό θα γίνεις και εσύ ένας από αυτούς που ανέφερα πριν. Γιατί και αυτούς τους παρασέρνει κάποια ευλογοφανής ιδέα.

Αν πάλι θέλεις να καταλάβεις τι εννοώ, μη φοβάσαι πως αυτό θα σε αποτρέψει από το να προσφέρεις κοινωνικό έργο."

Μ. Αυρήλιος "Τα εις εαυτόν Ε' "

Από τη Ματαίωση στην Επιμονή

Όλοι μας ερχόμαστε κάποια στιγμή αντιμέτωποι με τη ματαίωση των επιθυμιών, των αναγκών, των προσδοκιών μας. Άλλοτε με τρόπο ακαριαίο και άλλοτε σε χρόνο που διαρκεί δίνοντάς μας τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε, να κατανοήσουμε, να αποδεχτούμε τη νέα κατάσταση.

Και ενώ είχαμε πιστέψει, ονειρευτεί όμορφα πράγματα για μας, τα οποία έδιναν δύναμη και νόημα στον αγώνα που χρειάζεται η ζωή για να κυλάει, φτάνουμε να βιώνουμε κάποια στιγμή την κατάρρευσή τους με τρόπο επώδυνο, αποθαρρυντικό. Και έτσι χάνουμε το σκοπό που νοηματοδοτούσε την τωρινή μας ύπαρξη δίνοντάς της την αναγκαία ώθηση και δυνατότητα να φτάσει στην επιθυμητή μελλοντική ύπαρξη.

Αυτή η ανατροπή συνήθως μας κάνει να ματαιωνόμαστε, να αμφιβάλλουμε, να αμφισβητούμε. Το νόημα της ζωής αλλά και τη δική μας αξία.

Συχνά λαμβάνουμε μια τέτοια έκβαση ως αρνητική απάντηση στις δυνατότητες, στις ικανότητες, στην αξία μας, στο δικαίωμά μας να είμαστε χαρούμενοι, ευτυχισμένοι. Και όταν τη λαμβάνουμε ως τέτοια, σκοτεινιάζουν όλα γύρω μας. Ο κόσμος ασχημαίνει, γιατί ασχημαίνει η ματιά μας, η οποία αρνείται πεισματικά να επιτρέψει χώρο στην πίστη, στην ομορφιά, στο όνειρο. Από το φως και τη λάμψη επιστρέφει στο σκοτάδι, στον πιο φιλόξενο χώρο για την ανυπαρξία, την ακινησία και κατ’ επέκταση την αποφυγή κάθε νέας ελπίδας και συνάμα κάθε ενδεχόμενης ματαίωσης.

Γιατί όμως η στεναχώρια που προκύπτει από τη ματαίωση των επιθυμιών μας αντί να μας οδηγεί στην παθητικότητα ή/και την επιθετικότητα, να μην μας κινητοποιεί για ακόμη πιο συνειδητή μελλοντική δράση;

Αν την ώρα που βιώνουμε τον ψυχοσυναισθηματικό πόνο στον οποίο οδηγεί η ματαίωση, μπορέσουμε να βρούμε μέσα μας τη δύναμη να τον αποκωδικοποιήσουμε και να τον αντιληφθούμε, να τον κατανοήσουμε ως ενδεικτικό της έντασης και βαρύτητας της επιθυμίας μας, αυτό θα μπορούσε να είναι αρκετό για να συνεχίσουμε ακόμα πιο δυναμικά την προσπάθειά μας. Αν οι ματαιώσεις, οι δυσκολίες, τα εμπόδια δοκιμάζουν τα θέλω μας, τι μήνυμα δίνουμε στη ζωή όταν τελικά εμείς οι ίδιοι τα εγκαταλείπουμε; Και ναι, είναι αναγκαίο να πάρουμε μια βαθιά ανάσα, να ανασυντάξουμε μέσα μας τις όποιες δυνάμεις, να αφήσουμε χώρο να αναδυθούν και καινούργιες.

Αλλά με σκοπό την ενδυνάμωση της προσπάθειάς μας, αν εντέλει εννοούμε τα όνειρά μας.
Ας αφήσουμε τη ζωή να έχει τον έλεγχο στον τρόπο που τα όνειρα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες μας θα εκπληρωθούν. Εκείνη ξέρει περισσότερα, πολλά περισσότερα. Πολλές φορές ματαιώνονται απλά οι συγκεκριμένοι τρόποι που μέσα μας κάποτε ορίσαμε ότι επιθυμούμε να ζήσουμε κάποιο όνειρό μας και όχι αυτό καθεαυτό το όνειρό μας.

Για τούτο και δεν έχει νόημα να επιμένουμε στο πώς και στο πότε, αλλά να περιορίσουμε και να ενισχύσουμε την προσοχή μας στο να ορίσουμε με σαφήνεια και να υποστηρίξουμε με πράξεις το τί και το γιατί της ζωής και της δράσης μας.

Είναι αναγκαίο να επιμείνουμε στο ίδιο το όνειρο, υπερασπίζοντας με τον τρόπο αυτό την αξία που έχει για την ύπαρξή μας. Και δεν έχουμε άλλο, από τούτο το χρέος: παρά τις δυσκολίες, τις ματαιώσεις, τις κακοτοπιές, να μην εγκαταλείπουμε ό,τι είναι πολύ σημαντικό για εμάς και επιθυμούμε βαθιά κάποια στιγμή να το ζήσουμε. Αυτό είναι το δικό μας μερίδιο, η δική μας ευθύνη.

Και από κει και πέρα η ίδια η ζωή θα φέρει ό,τι έχει να φέρει, θα δώσει τις δικές της απαντήσεις.

Γιατί απλά εκείνη ξέρει καλύτερα και εμείς έχουμε μόνο να αφεθούμε με πίστη και καρτερικότητα σε αυτό της το μεγαλείο.

ΠΕΡΙ ΗΣΥΧΙΑΣ

Η ησυχία φαίνεται ότι είναι σπουδαίο πράγμα, εκτός των άλλων, και για την μελέτη της επιστήμης και της φρονήσεως∙ εννοώ βέβαια όχι την καπηλική και αγοραία, αλλά εκείνη την μεγάλη, που εξομοιώνει με Θεὸ εκείνον που την αναλαμβάνει.

Διότι οι μελέτες που γίνονται μέσα στις πόλεις και στους όχλους των ανθρώπων εκγυμνάζουν την λεγόμενη “εξυπνάδα”, που δεν είναι τίποτε άλλο από πανουργία∙ ώστε όσοι είναι ικανότατοι σε αυτές, να αποκτούν ποικίλες συμπεριφορές, μαγειρεμένες κυριολεκτικά από τις ανάγκες της πόλης, και πόσα πράγματα παρά φύσιν δεν αναγκάζονται να κάνουν, και πόσες φοβερές δραστηριότητες δεν αναλαμβάνουν! Ενώ η απομόνωση, σαν ένα γυμναστήριο σοφίας, είναι άριστη διαπλάστρια του ήθους, καθώς πλάθει και ανακατευθύνει τις ψυχές των ανθρώπων.

Σοφὸν ἔοικε χρῆμα τὸ τῆς ἡσυχίας πρός τ' ἄλλα καὶ εἰς ἐπιστήμης καὶ φρονήσεως μελέτην· λέγω δ' οὐ τὴν καπηλικὴν καὶ ἀγοραίαν, ἀλλὰ τὴν μεγάλην, ἥτις ἐξομοιοῖ Θεῷ τὸν αὐτὴν ἀναλαβόντα.

Αἱ μὲν γὰρ ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τοῖς τῶν ἀνθρώπων ὄχλοις γινόμεναι μελέταιγυμνάζουσι τὴν λεγομένην δριμύτητα, πανουργίαν οὖσαν· ὥστε τοὺς ἐν αὐταῖς ἄκρους οἷον ὑπὸ μαγείρων τῶν ἐν ταῖς πόλεσι χρειῶν διαπεποικιλμένους <πόσα μὲν οὐχὶ καὶ παρὰ φύσιν ἀναγκάζονται πλημμελεῖν>, πόσα δ' οὐχὶ καὶ διακονήματα δεινὰ ἐργάζεσθαι. Ἡ δ' ἐρημία, σοφίας οὖσα γυμνάσιον, ἠθοποιός <ἐστιν> ἀγαθὴ καὶ πλάττει καὶ μετευθύνει τῶν ἀνδρῶν τὰς ψυχάς.


Πλουτάρχου, Περὶ Ησυχίας

Η Ιδέα του αγαθού

Αποτέλεσμα εικόνας για υπολογιστεσ στην αρχαια ελλαδαΓια την Ιδέα του αγαθού ο Πλάτων μιλά μόνο στην Πολιτεία. Εκεί παρουσιάζεται ως η ανώτατη ιεραρχικά Ιδέα και ως αιτία της ύπαρξης των άλλων Ιδεών. Στην τελευταία περίοδο της πλατωνικής φιλοσοφίας, στα λεγόμενα άγραφα πλατωνικά δόγματα, αντίστοιχο ρόλο επωμίζεται το Εν.

Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία των Iδεών , πέρα από τη συνεχώς μεταβαλλόμενη αισθητή πραγματικότητα υπάρχουν κάποιες αυθύπαρκτες, αμετάβλητες και νοητές οντότητες, οι Iδέες. Tα αντικείμενα του αισθητού κόσμου οφείλουν την ύπαρξή τους και την όποια αλήθεια τους στη σχέση τους με τις Iδέες – στην πλατωνική ορολογία τα αισθητά “μετέχουν” στις Ιδέες και “μιμούνται” τις Ιδέες.

Οι κατ’ εξοχήν πλατωνικές Ιδέες είναι οι ηθικές αξίες: η οσιότητα, η ανδρεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη. Είναι μάλιστα πιθανό ότι ο Πλάτων συνέλαβε τις αμετάβλητες Ιδέες του ως απάντηση στον ηθικό σχετικισμό των Σοφιστών , που συμπυκνώνει την κυρίαρχη ηθική στάση των Αθηναίων στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα. Είναι όμως όλες οι ηθικές αξίες εξίσου σημαντικές, είναι όλες οι Ιδέες ισότιμες; Ήδη στον πρώιμο Ευθύφρονα γίνεται αποδεκτή η υπόταξη της οσιότητας στη δικαιοσύνη: το όσιον είναι μέρος του δικαίου, είναι εκείνο το μέρος του δικαίου που σχετίζεται με τη στάση μας απέναντι στους θεούς. Άρα η Ιδέα της δικαιοσύνης φαίνεται να προηγείται ιεραρχικά της Ιδέας της οσιότητας.

Στην Πολιτεία ο Πλάτων, αφού διακρίνει τις τρεις τάξεις της ιδανικής πολιτείας και τα τρία μέρη της ανθρώπινης ψυχής, θα αποδώσει σε καθένα από αυτά μία βασική αρετή -τη σωφροσύνη, την ανδρεία και τη σοφία-, ενώ τη δικαιοσύνη θα τη θεωρήσει μια μορφή ισορροπίας ανάμεσα σ’ αυτές τις αρετές. Πριν περάσει ωστόσο στην εκπαίδευση των φυλάκων της ιδανικής πολιτείας ο πλατωνικός Σωκράτης δηλώνει ότι η προσέγγιση του ήταν «ελλιπής» γιατί παρέβλεψε τη σχέση των βασικών αρετών με το αγαθό (504b). Η «τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα» ορίζεται ως το «μέγιστον μάθημα», η υψηλότερη δυνατή γνώση, «μεσω της οποία η δικαιοσύνη και τα παρόμοια αποβαίνουν χρήσιμα και ωφέλιμα» (505a). Αν ο μελλοντικός κυβερνήτης δεν διδαχθεί τη σχέση των αρετών με το Αγαθό η εκπαίδευσή του θα παραμείνει ημιτελής.

Στην απαίτηση των συνομιλητών του να προσδιορίσει τι είναι το Αγαθό, ο Σωκράτης θα αντισταθεί προτείνοντας μια έμμεση προσέγγιση μέσω τριών περίφημων παραβολών: της παραβολής του Ήλιου, της παραβολής της γραμμής και της παραβολής του Σπηλαίου. Με τον τρόπο αυτόν, ακόμη κι αν δεν οριστεί επακριβως το Αγαθό, τουλάχιστον θα φανερωθεί, όπως λέει ο Σωκράτης, «ο απότοκος [ἔκγονος] του αγαθού και πανομοιότυπος με εκείνο» (506e). Ο Ήλιος, λοιπόν, που μέσω του φωτός είναι το αίτιο που κάνει τα αισθητά όντα ορατά, αλλά και τους δίνει ζωή, είναι ένας ἔκγονος του αγαθού, έχει στο σύμπαν των αισθητών ρόλο ανάλογο με το Αγαθό στο σύμπαν των νοητών. Χάρη στην Ιδέα του αγαθού η ψυχή συλλαμβάνει τα νοητά όντα και αποδίδει την αλήθεια τους, αλλά, επιπλέον, η Ιδέα του αγαθού είναι και ο λόγος ύπαρξης των άλλων Ιδεών.

«Έτσι λοιπόν συλλογίσου και για την ψυχή. Όταν σταθεί σε αυτό που πάνω του λάμπει η αλήθεια και το ον, το κατανοεί και το γνωρίζει, και δείχνει να λειτουργεί με νου… Εκείνο λοιπόν που παρέχει την αλήθεια σε όσα γνωρίζονται, και τη δύναμη της γνώσης σε όποιον γνωρίζει, πες ότι είναι η Ιδέα του αγαθού. Είναι το αίτιο της γνώσης και της αλήθειας, και να τη σκέφτεσαι σαν κάτι που κατακτάται γνωστικά·και αν η γνώση και η αλήθεια είναι καλά πράγματα, να σκέφτεσαι την Ιδέα του αγαθού σαν κάτι διαφορετικό και ακόμη καλύτερο». Πολιτεία 508de

«Έτσι λοιπόν από το Αγαθό δεν προκύπτει μόνο η δυνατότητα γνώσης για όσα γνωρίζονται αλλά και και το ίδιο το είναι τους και η ίδια η ουσία τους από το Αγαθό προέρχεται. Το Αγαθό όμως δεν αποτελεί ουσία, αλλά τοποθετείται υπεράνω της ουσίας υπερέχοντας και ως προς την ιεραρχία και ως προς την δυναμη [οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλ’ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβεία τε καὶ δυνάμει ὑπερέχοντος]». Πολιτεία 509b

Στην παραβολή της τετμημένης γραμμής, η Ιδέα του αγαθού θα χαρακτηριστεί «ἀρχὴ τοῦ παντός», αρχή που υφίσταται ανεξάρτητα από τις δικές μας θεωρήσεις, αρχή «ἀνυπόθετος» (511bc), και θα αποτελέσει το τελευταίο σκαλοπάτι στη διαδικασία της γνώσης και την ιεραρχία του όντος. Και στην υποβλητική παραβολή του Σπηλαίου, το Αγαθό είναι αυτό που θα αποκαλυφθεί τελικά στους απελευθερωμένους δεσμώτες και θα τους τυφλώσει με τη λάμψη του. Η Ιδέα του αγαθού είναι επομένως κάτι περισσότερο από την ανώτερη ιεραρχικά Ιδέα. Ο Πλάτων δείχνει να της αποδίδει και τον ρόλο της αρχής, μιας αρχής που τοποθετείται υψηλότερα από τις Ιδέες και ευθύνεται κατά κάποιον τρόπο για την ύπαρξη τους.

Στους ύστερους διαλόγους του ο Πλάτων θα επεξεργαστεί τη μέθοδο της «διαίρεσης» και της «συναγωγής » , δηλαδή τη συστηματική χαρτογράφηση των Ιδεών και τη μελέτη των μεταξύ τους σχέσεων. Αν και στους διαλόγους αυτούς δεν γίνεται μνεία της Ιδέας του αγαθού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ως γενικότερη Ιδέα συλλαμβάνεται και πάλι το Αγαθό.

Στις εκφράσεις «ἀνυπόθετος ἀρχὴ τοῦ παντός» και «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας», στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι το Αγαθό της Πολιτείας ταυτίζεται με το Ένα των λεγόμενων «αγράφων δογμάτων» του Πλάτωνα, της προφορικής δηλαδή διδασκαλίας του Πλάτωνα που απευθυνόταν μόνο στους μυημένους της Aκαδημίας . Άλλοι ερμηνευτές πάλι ταύτισαν το Αγαθό με τον πλατωνικό θεό . Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Aγαθού ἐπέκεινα τῆς οὐσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας. O Πλάτων υιοθετεί το σωκρατικό πρόταγμα ότι η αρετή είναι γνώση· δέχεται όμως και την αντιστροφή του: η γνώση είναι αρετή. Γι’ αυτό στην κορυφή της πυραμίδας των Iδεών τοποθετείται η κατ’ εξοχήν ηθική Iδέα, η Iδέα του αγαθού, η ίδια η Αρετή – στην ελληνική γλώσσα οι εκφράσεις «τὸ ἀγαθόν» και «ἀρετή» είναι ισοδύναμες.

Η έκρηξη ζωής στη Γη ξεκίνησε από την αστρική σκόνη

An APEX view of star formation in the Orion NebulaΈνα μεγάλο -κυριολεκτικά- υπαρξιακό ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα, αναζητώντας τις «ρίζες» του ανθρώπινου είδους στο βάθος του χρόνου. Την εποχή, που η Γη ήταν ένας εντελώς διαφορετικός τόπος, ως επί το πλείστον αφιλόξενος για τον άνθρωπο. Μία πρώτη «απάντηση-εκτίμηση» είναι πλέον γεγονός.
 
Ο κομβικός ρόλος της αστρικής σκόνης και οι «πόρτες» που ανοίγουν για την ύπαρξη ζωής σε άλλους πλανήτες.

Στο ερώτημα από πού και πώς προήλθε η «έκρηξη ζωής» στη Γη, η απάντηση είναι από εισβολή μικρόβιων ή άλλοι ζωντανών μικροοργανισμών, που μεταφέρθηκαν μέσω αστρόσκονης, η οποία βρίσκεται απλωμένη σε όλο το Σύμπαν, στη Γη, είτε μέσω πτώσης μετεωριτών και άλλων ουράνιων αντικειμένων στο γήινο έδαφος, προκαλώντας αυτό που ονομάζουμε «έκρηξη ζωής».
 
Η επιστημονική υπόθεση -σήμερα- και τεκμηριωμένη θεωρία -αύριο- έχει και το αντίστροφο σενάριο. Όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές, συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο, με ανάλογη διαδικασία και το αντίστροφο. Δηλαδή, μικρόβια ή άλλοι μικροοργανισμοι είναι δυνατόν να μεταφέρονται σε άλλα σημεία του Σύμπαντος και προφανώς σε άλλα πλανητικά συστήματα και πλανήτες, μέσω της αστρόσκονης.
 
Η παραπάνω θεωρία είναι η μοναδική, προς το παρόν, που εξηγεί, σύμφωνα με τους επιστήμονες, το παράδοξο της μεγαλειώδους έκρηξης ζωής από το… τίποτα στον πλανήτη μας.
 
Η επιστημονική ομάδα από τη Βρετανία, η οποία μελέτησε αστρική σκόνη και τα χαρακτηριστικά της, κατέληξε σε εξαιρετικά συμπεράσματα. Η αστρική σκόνη ταξιδεύει με τεράστιες ταχύτητες, οι οποίες αγγίζουν τα 70 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο. Υπολογίζεται, δε, ότι τα μικρά βιοσωματίδια που «επιπλέουν» στην ατμόσφαιρα της Γης, σε ύψος 150 χιλιομέτρων, θα μπορούσαν να διασπαστούν και να «ταξιδέψουν» στο Διάστημα, φτάνοντας σε άλλους πλανήτες. Με τον ίδιο τρόπο, μεταφέρθηκαν εξωγήινα σωματίδια στη Γη, από άλλους κόσμους.
 
Έχει αποδειχθεί επίσης, ότι μικρόβια και βακτήρια μπορούν να επιζήσουν και να διαβιώσουν στο διάστημα για μακρύ χρονικό διάστημα.
 
Το ίδιο πρόγραμμα-σενάριο, χρησιμοποιείται προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη ζωής σε άλλους πλανήτες και ιδιαίτερα στους εκατοντάδες εξωπλανήτες που έχουν εντοπιστεί το τελευταίο διάστημα, με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας.
 
«Η συγκεκριμένη προσέγγιση εξηγεί σε ικανοποιητικό επίπεδο το πώς οι πλανήτες αναπτύσσουν ζωή και ατμόσφαιρες», αναφέρει ένας από τους επικεφαλής της έρευνας, μέσω της οποίας αναμένεται να αλλάξει άρδην η υπαρξιακή θεώρηση όχι μόνο της ανθρωπότητας, αλλά όλων των ειδών του πλανήτη.

Hegel: " Όλες οι αγελάδες δεν είναι μαύρες"

Φαινομενολογία του πνεύματος: Από τον Δογματισμό & Φορμαλισμό στη Διαλεκτική

§1

Ι. Στη σημερινή εποχή, που η βιαιο-πραξία της πολιτικής δεν εξεικονίζει τη δημιουργική πράξη μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας παρά κατασπαράζει τον άνθρωπο, αξίζει να ξεκινάει κανείς από μια συνολική άποψη για αυτό που κρίνει και να στέκεται ερωτηματικά απέναντι σε αυτό που του συντυχαίνει. Τι μας συντυχαίνει; Η θεωρία και η πράξη της πολιτικής (κοινωνίας) ταυτίζει το χώρο του ανθρώπου με την πλήρη αποσυναρμογή του: ανεστιότητα, αυθαιρεσία, καταστροφή, πολιτική μωρία, ανορθολογισμός, ολική συσκότιση του κόσμου. Και το πνεύμα; Εδώ διαμορφώνεται περίπου ως εξής η κατάσταση: οι λεγόμενοι «προοδευτικοί», «εκσυγχρονιστές» και παρόμοιοι ταρτούφοι εξουσιομανείς εντοιχίζουν καθετί το αυθεντικό από το πεδίο της σκέψης, του πολιτισμού, της παιδείας, της γενικότερης πνευματικότητας σε μια θεολογική του πρόσληψη, γιατί το θεωρούν ως το επουράνιο φάντασμα που πλανιέται απειλητικά πάνω από τη δική τους καθεστηκυία ραστώνη και γι’ αυτό θέλουν να το εξορίσουν από τον βίο μας ως επιδημική χολέρα.

ΙΙ. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: όσο το εξαποστέλλουν, γιατί δήθεν θεολογίζει, τόσο το επαναφέρουν στο προσκήνιο ως επιδημική χολέρα με το μεταφορικό νόημα της απόλυτης διαφθοράς του δημόσιου βίου. Τι συμβαίνει εδώ; Η ανεστραμμένη και διεστραμμένη λογική διεφθαρμένων καθεστωτικών ατόμων ή ομάδων από την πολιτική και τον συνδικαλισμό, τη «διανόηση» και τον «πολιτισμό», κ.λπ. ανυψώνεται μέσω της «εκπροσώπησης» σε ρυθμιστή της κοινωνίας και της πολιτείας. Η έννοια του πνεύματος τότε από θεολογική ιερεμιάδα μεταποιείται από τους ίδιους σε νοησιαρχική εξυπνάδα, σε εργαλειακό λόγο του νου που υπηρετεί χρησιμοθηρικούς σκοπούς.

§2

Ι. Με δεδομένη μια τέτοια παραφθορά του πνεύματος σε χρησιμοθηρική εξυπνάδα και σε διακοσμητικό στοιχείο μηδενιστικών πρακτικών, ο Χέγκελ συμπυκνώνει όλο το νόημα της Φαινομενολογίας του πνεύματος στο εξής ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να σκέφτεται και να πραγματοποιεί την ελευθερία του μέσα στην πραγματικότητα που του δίνεται; Είναι το ίδιο ερώτημα που βρίσκει ουσιωδώς την βαθύτερη αλήθεια του στο γλωσσικό σήμα: Οδυσσέας υπό τη μορφή του εαυτού, ο οποίος, εν όψει μιας δεδομένης πραγματικότητας, εκτυλίσσεται ως περιπετειώδες μεν πνεύμα, αλλά πάντοτε με αυτοκυριαρχία, προκειμένου να φτάσει στην Ιθάκη. Το ως άνω ερώτημα δεν προσήκει μόνο στο ένα ή το άλλο ξεχωριστό άτομο, αλλά συνοδεύει τον άνθρωπο μέχρι τα έγκατα του βίου του, μέχρι το σημείο που μεταπίπτει από τη ζωή στο θάνατο ή από το Είναι στο μηδέν και από εκεί πάλι στο Είναι.

ΙΙ. Αυτό που μας καθορίζει λοιπόν δεν είναι έτσι απλά η ευφορία ή η απελπισία της στιγμής, αλλά τα όρια του πιο πάνω ερωτήματος. Και τούτο διότι με το ερώτημα αυτό ο άνθρωπος καλλιεργεί συνεχώς την τάση να υπερβαίνει την αισθητή του προφάνεια και να προσβλέπει σε μια πνευματική αυτάρκεια που δεν εγγυάται το εκάστοτε παρόν. Στη συνάφεια τούτη, η όλη δομή του πνεύματος, στη φαινομενολογική του πορεία, αποτελεί ισχυρή προϋπόθεση για να επαναπροσδιορίζεται η ουσία του ανθρώπου με ένα μάτι πιο προσεκτικό, πιο διεισδυτικό, πιο αποκαλυπτικό. Η φιλοσοφία που μας απασχολεί εδώ έχει μεν τις πρωταρχικές της πηγές στην αρχαία παράδοση, αλλά επεξεργάζεται και τις μεγάλες εμπειρίες των αιώνων που θα ακολουθήσουν μέχρι και τη Γαλλική επανάσταση. Η αλήθεια, συνεπώς, για το φιλόσοφο είναι ιστορική και μεταστοχαστικά ολική συν καθολική.

§3

Ι. Στη Φαινομενολογία του πνεύματος ο Χέγκελ καταθέτει αυτή την εμπειρία του με μια πρόταση:

 «Το αληθές είναι το όλο».

Τούτη η θεωρησιακή [=φιλοσοφική-θεωρητική] πρόταση κατευθύνει το βλέμμα μας στη σύλληψη της αλήθειας ως μιας συνεχούς κίνησης. Μας προσανατολίζει σε μια διαλεκτική κίνηση, που εφοδιάζει το ανθρώπινο άτομο με τη δυνατότητα, ήτοι την ικανότητα του Λόγου, να θέτει τον εαυτό του ως υποκείμενο συνειδητής και γι’ αυτό καθολικής δράσης απέναντι σε αυτό που το καθορίζει. Παράλληλα μπορεί να υποβάλλει τη δική του υποκειμενική αλήθεια στην πιο διάπυρη αυτοεξέταση και,

«να απαιτεί από την επιστήμη [=τη φιλοσοφία] να το εφοδιάζει με την ανεμόσκαλα που θα το οδηγούσε σε αυτή την κορυφή [της γνώσης]».

ΙΙ. Κατ’ αυτό τον τρόπο δε γίνεται αντικείμενο της συλλογικής αδράνειας της κοινωνίας ούτε εξάρτημα ξένων ιδεών, αλλά ανασυλλέγει την ουσία του, ανακτώντας, μέσα σε μια ολοποιητική ενότητα, τις κατατετμημένες πλευρές της ζωής που άφησε κατά μήκος της πορείας του. Αυτό δε σημαίνει πως ο Χέγκελ φαντάζεται την ολοκλήρωση του ανθρώπου έξω από τα όρια του κοινωνικού του είναι. Απεναντίας θεωρεί πως η έκφραση της αληθινής του ουσίας πρέπει να περάσει το δικό της Γολγοθά και να υποστεί την απόλυτη ένταξη, δηλ. αποξένωση, ως μεταβατική δυνατότητα. Με τα λόγια του Χέγκελ:

«Το πνεύμα κατακτά την αλήθεια του μόνο, όταν βρίσκει τον εαυτό του μέσα στον απόλυτο διχασμό...Το πνεύμα είναι αυτή η δύναμη μόνο, όταν κοιτάζει το αρνητικό κατάματα και ενδιατρίβει σ’ αυτό. Τούτο το ενδιατρίβειν είναι η μαγική δύναμη που μεταστρέφει το αρνητικό σε Είναι».

§4

 Ι. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο Χέγκελ αποκαλύπτει μέσα στο έργο του την ένδεια του κοινού νου, της λεγόμενης κοινής γνώμης, για την οποία:

«όλες οι αγελάδες είναι μαύρες».

Ο κοινός νους, ως εκ της φύσης του, μπορεί να κινηθεί μόνο στο επίπεδο του «δογματικού ισχυρισμού» και της αντίστοιχης διαβεβαίωσης. Γι’ αυτό αντιμετωπίζει τα αδιέξοδά του είτε με την άκριτη προσκόλληση στην ελπίδα ή το φόβο είτε με την αναπαραγωγή ξένων προς την ανθρώπινη ουσία αποφάσεων, δηλητηριάζοντας τον ορίζοντα συνεννόησης των ανθρώπων και γεμίζοντας τον κοινωνιο-πολιτικό χώρο με ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Σημειώνει σχετικά ο Χέγκελ:

«Όταν ο κοινός νους επικαλείται το συναίσθημα, τον εσωτερικό του χρησμό, έχει τελειώσει με εκείνον που δε συμφωνεί μαζί του… ποδοπατεί τη ρίζα της ανθρωπότητας».

ΙΙ. Δεν μπορεί δηλ. να οχυρώνεται κανείς πίσω από τη δική του «αλήθεια» και να την παρουσιάζει ως καθολική, ως απόλυτο αξίωμα, ως θέσφατο. Οι μεμονωμένες αλήθειες μπορεί να έχουν το χαρακτήρα των φαινομένων και να υπόκεινται στη φθορά του χρόνου, δηλ. να είναι πεπερασμένες. Πίσω από τα φαινόμενα της ενεργοποιείται το πνεύμα με τη δική του εσωτερική κίνηση. Η τελευταία δεν εκφράζει μια γραμμική πορεία, αλλά περιέχει την τεράστια δύναμη του αρνητικού ως την εκρηκτική ύλη της ενεργότητας του νου του ανθρώπου, δηλ. του πνεύματος.

ΙΙΙ. Για την ανθρώπινη συνείδηση, η οποία, ως άμεση ύπαρξη του πνεύματος, είναι εκτεθειμένη μέσα σε ένα πλέγμα παρατεταμένων αντιφάσεων και συλλαμβάνει το όλο ως μια ξεχωριστή έννοια και τον εαυτό της ως το απόλυτο άλλο, το αρνητικό είναι ο «Μεφιστοφελής» του Γκαίτε, που ενεργοποιεί την αναζήτηση μιας αυθεντικής αρμονίας και ολοκλήρωσης έξω από την πλάνη της άμεσης πραγματικότητας. Η νομιμότητά του λοιπόν έγκειται στο να θέτει σε απόλυτη αμφισβήτηση την εμπράγματη βεβαιότητα του Εγώ και να οδηγεί τη συνείδηση του ανθρώπου σε μια γνωσιοθεωρητική κριτική των περιεχομένων που καταδυναστεύουν την ελευθερία της και στην έξοδο από τη νύχτα της καθεύδουσας κοινωνιο-πολιτικής ανωνυμίας.

§5

 Ι. Με τα λόγια του Χέγκελ αυτό σημαίνει πως καθετί που εκφράζει την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου απορρέει από την αρνητικότητα του αντικειμένου. Έτσι η εργασία, στην οποία επιδίδεται ο άνθρωπος για να μεταμορφώσει τον εξωτερικό κόσμο, ανατιμάται ως δύναμη άρνησης αυτού που ήδη υπάρχει και ως δυνατότητα προσέγγισης στο αντί-θετό του. Τότε αναπτύσσεται μια ακαταμάχητη αντι-θετική κίνηση, ενεργητικό στοιχείο της οποίας είναι το ζωντανό ον και παθητικό στοιχείο το αντικείμενο. Στη διαπλοκή αυτή το ενεργητικό στοιχείο, η ζωή αντλεί από τον εαυτό της την ικανότητα να διατηρείται μέσα στο άλλο χωρίς να γίνεται πράγμα. την ικανότητα, με άλλα λόγια, να αρνείται τη μεταποίηση του εαυτού της σε κάτι το πραγμοειδές. Τη στιγμή, λοιπόν, που το ζωντανό ον μπορεί και αναπτύσσει αυτή την ικανότητα, από συνείδηση γίνεται αυτοσυνείδηση. Αυτό δείχνει πως αντικείμενο της εργασίας του ανθρώπου γίνεται ο ίδιος ο εαυτός του.

ΙΙ. Δεν είναι αρκετό να οικειώνεται κανείς με τον εαυτό του, χρειάζεται και να τον γνωρίζει. Αυτό παραπέμπει ευθέως στην πραγμάτωση του αιτήματος της ελευθερίας: το υποκείμενο, αυτο-γνωριζόμενο, αισθάνεται την ανάγκη του άλλου. επιθυμεί, ορέγεται την παρουσία του. Και με εγελιανούς όρους: η αυτοσυνείδηση ικανοποιείται μέσα σε μια άλλη αυτοσυνείδηση. Καθόσον τέτοια, η αυτοσυνείδηση βυθίζεται μέσα στο Είναι της ζωής και διεξάγει ένα αγώνα για αναγνώριση. Αυτή-εδώ όμως δεν είναι μια μεμονωμένη επιθυμία και δεν επιτυγχάνεται με μια απλή, εξωτερική προσέγγιση του άλλου. Είναι ένας αγώνας ζωής και θανάτου. Μόνο όταν ο άνθρωπος ριψοκινδυνεύει, λέει ο Χέγκελ, δηλ. μόνο όταν διεξάγει θανάσιμο αγώνα υπέρβασης της άλλης ουσίας, φτάνει να αναγνωρισθεί από αυτήν.

§6

Ι. Ο αγώνας για επικράτηση είναι αμοιβαίος, γι’ αυτό γίνεται ορατός «ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων». Ο τελευταίος αναδεικνύεται εν τέλει σε ενδιάμεση βαθμίδα μετάβασης από την αφηρημένη κοινωνία στην ελεύθερη κοινότητα. Τότε είναι που ο άνθρωπος φτάνει να πραγματώνει την ελευθερία του, και ως ελεύθερο ον, χωρίς ενδοιασμούς και κλονισμούς, μπορεί να συμφιλιώνεται με τον κόσμο. Η ζωή γίνεται μοναδική και διαλεκτική ενότητα ή ταυτότητα: εκφράζει την κοινότητα ως την αναπαλλοτρίωτη υπόσταση των ατόμων, καθένα εκ των οποίων γίνεται ένα Εγώ που είναι Εμείς και ένα Εμείς που είναι Εγώ. Η ένταξη όμως αυτή μέσα στην κοινότητα σημαίνει παράλληλα και ένταξη μέσα στο χρόνο. Ο άνθρωπος, εντασσόμενος μέσα στο χρόνο, βιώνει μια νέα αγωνία, την αγωνία της θνητότητάς του, αφού ο χρόνος αυτός καθεαυτόν είναι η υπόμνηση της ατέλειάς του.

ΙΙ. Υπ’ αυτή την έννοια ζει με τον τρόμο του χρόνου· με τη γλώσσα του Χέγκελ: εφόσον ο άνθρωπος είναι, δεν είναι και, εφόσον δεν είναι, είναι. Ο χρόνος, κατά ταύτα, αποτελεί την αναγκαιότητα, που μεταδίδει ενέργεια στον άνθρωπο και τον ωθεί στη δημιουργία και την αυτοδημιουργία. Για να αυτογνωρίζεται ο άνθρωπος μέσα στο χρόνο πρέπει να εξωτερικεύεται. Δια της εξωτερίκευσης εκδηλώνει τη δράση του και την εγγράφει ως εμπειρία της ιστορίας. Η τελευταία τότε γίνεται έγχρονη εκδίπλωση μιας σκοπιμότητας δράσης, η οποία οδηγεί τα ανθρώπινα όντα σε αναμετρήσεις συμφερόντων και ενδιαφερόντων και το νόημά της ισχυροποιεί την παρουσία της αλήθειας μέσα στη λήθη του πολιτισμού.

ΙΙΙ. Μέσα στη Φαινομενολογία του πνεύματος η ιστορία αρχίζει στην Ελλάδα και προχωρεί με ένα τραγικό, τραγικότατο τρόπο και χαρακτήρα. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Χέγκελ, δεν αποτελεί απλά και μόνο το ξεκίνημα της φιλοσοφικής επιστήμης, αλλά είναι το «αληθινό πνεύμα». Ο σκοπός της ιστορίας είναι να ξαναβρεί αυτή την αλήθεια, αυτή την «υπέροχη ολότητα», η οποία, επαναπροσδιοριζόμενη στη διαχρονική της δεσμευτικότητα, μεταστρέφει την ανταγωνιστική κινητικότητα της κοινωνίας από δύναμη γενικευμένης παράλυσης σε πηγή αυτογνωσίας. Αλλά η εγελιανή αυτογνωσία δεν σημαίνει άλλο από τη γνώση του Εγώ και του Εμείς. Και τούτο στην ευρύτερη αποδοχή του κατανοείται ως εξής: Να αποκτάμε, κατά κύριο λόγο, συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα σε αυτό που είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο και σε αυτό που είναι η ουσία τους. Χάρη σε τούτη τη συνείδηση της διαφοράς, αντί να παραδιδόμαστε στο δεδομένο, αφηνόμαστε στο εγνωσμένο και εκμηδενίζουμε έτσι τη θριαμβολογία του αποσπασματικού πάνω στη μοναδικότητα του συνολικού.