Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Σήμερα μου μοιάζει....

Σήμερα άκου....

ΜΟΝΟ τη βροχή!

Τη φλυαρία που στήνει στη σκεπή.

Το σιγανό τραγούδι, όταν κυλάει,

στα σκαλιά, κατεβαίνοντας αδιάκοπα...

'Ακου...ψιθυρίζει για μένα...

Καθαρτήριο ψυχής,

καλύπτει τους ήχους σκοτεινών σκέψεων.

Ξεπλένει ασήκωτη σκόνη,

ξεδιψάει τη γη, διαπερνώντας τους πόρους της.

Δάκρυα κατέβασε ο ουρανός   με ανακούφιση τα άπλωσε παντού...

Πρώτα πάνω στα φύλλα των δέντρων,

κι απο κεί σταγόνες χαράζουν το κορμό,

ζωντανεύουν κι αφήνουν δροσιά,

να φτάσει στις ρίζες, να φουσκώσουν,

να γίνουν ένα με το χώμα!

Και το χώμα να δώσει άρωμα ζεστής γυναίκας,

που αγκαλιάστηκε...

Ρυάκια κυλάνε, λειαίνουν στεγνές ρυτίδες,

ξανανιώνει η φύση, γεμίζει λουλούδια.

'Εντονο πράσινο, πάνω του ξεκουράζεται

το βλέμμα!

Χείμαρροι τρέχουν με ορμή,

συναντούν το ποτάμι, μπλέκονται....

και χάνονται χιλιόμετρα κατηφορίζοντας,

μέχρι να πέσουν στη θάλασσα!

'Ακου τη βροχή,

που σου χτυπά το τζάμι,

σπάει η σταγόνα, αυλακώνει τη θέα!   'Ακου... και μίλα της!

Σήμερα σου χαρίζεται,

ήρθε για σένα!

Να σε ξυπνήσει, να σε δροσίσει,

ν΄απολαύσεις το μελαγχολικό της πέρασμα.....

Απόλαυσε..... Βρέχει!

Σήμερα μου μοιάζει.....

Μαρία Ιωσηφίδου

Σώμα, ψυχή, Νους (Δαίμων) - Ήλιος, Γη, Σελήνη

Όπως εξηγεί ο Χαιρωνεύς Πλούταρχος, στο έργο του «Περί Σωκράτους Δαιμόνιου» και στο «Περί εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης», το σώμα, η ψυχή και ο Νους αποτελούν τρία πράγματα εντελώς διακριτά μεταξύ τους. Υπάρχουν δύο θάνατοι. Ο πρώτος αποτελεί...χωρισμό του σώματος από τα άλλα δύο, δηλ. απο την ψυχή και τον νου, και συμβαίνει στην και εντός της γης. Ο δεύτερος θάνατος είναι χωρισμός του νου από την ψυχή και συμβαίνει στην σελήνη. Η ψυχή μετά τον πρώτο θάνατο στην γη ακολουθεί μία πορεία μέχρι τον λειμώνα, στο τρίστρατο, στο χωρικό διάστημα από την Γη έως την Σελήνη. Για 12 ημέρες.

Η άφιξή της στην Σελήνη της φέρνει χαρά και έκσταση παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια. Έτσι η σελήνη είναι πλήρεις από τι υπάρξεις που κατόρθωσαν να ανέβουν μέχρις εκεί. Αυτές οι υπάρξεις είναι πλέον δαίμονες κατά θέση. Στέλνονται στην Γη για να εποπτεύσουν μαντεία, να τιμωρήσουν σφάλματα ή να προστατεύσουν τους ανθρώπους. Μία ημέρα ο έρωτάς τους για τον ήλιο θα τις οδηγήσει σε μία περαιτέρω απελευθέρωση : ο νους εγκαταλείπει την ψυχή, ενώ η τελευταία παραμένει στην σελήνη ωσότου αφομοιωθεί τελείως από αυτήν, όπως το σώμα από τη γη.[1]

Υπάρχει βέβαια και η αντίστροφη διαδικασία, λέγει ο Πλούταρχος : ο ήλιος σπέρνει νόες στην σελήνη και εκείνη διαμορφώνει από αυτούς ψυχές. Όταν αυτές πέσουν στη Γη, αποκτούν σώματα. Η σελήνη λοιπόν είναι το μόνος μέρος του κόσμου μας που λαμβάνει όσο και δίνει.

Επομένως, αποτελεί το μεσαίο στάδιο στην διαδικασία της οντογένεσης. Όπως στην πλατωνική «Πολιτεία», είναι οι Μοίρες που εποπτεύουν όλη την διαδικασία : Η Άτροπος στον ήλιο την θέτει σε κίνηση, η Κλωθώ που γυρίζει στη σελήνη ενώνει και συνδέει ενώ η Λάχεση δραστηριοποιείται όταν η ψυχή πλησιάζει στη γη.

Όπως λέγει και ο Πλούταρχος, στο «Περί εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης», οι περισσότεροι άνθρωποι, παρότι αποκαλούν με τα ορθά ονόματα της Δήμητρα και την Κόρη, τις σχετίζουν λανθασμένα και τις δύο με τον ίδιο τόπο. Η μία είναι στη γη και κυρία των επίγειων, η άλλη στην σελήνη και των επισελήνιων πραγμάτων, Κόρη και Φερσεφόνη/Περσεφόνη έχει ονομαστεί, το δεύτερο επειδή είναι φωσφόρος (φέρνει το φώς), ενώ Κόρη, επειδή και το ματιού το μέρος, μέσα στο οποίο αντιλάμπει (αντικατοπτρίζεται) το είδωλο του βλέποντος (αυτού που το κοιτάζει), όπως ακριβώς το φέγγος του ήλιου είναι ορατό στη σελήνη, κόρη ονομάζεται.

Στα όσα πάλι λέγονται για την περιπλάνηση και την αναζήτηση στην περίπτωσή τους ενυπάρχει και κάποια δόση αλήθειας, διότι ποθούν η μία την άλλη, χωριστά καθώς βρίσκονται, και πολλές φορές αγκαλιάζονται στη σκιά. Το ότι πάλι η Κόρη τη μία βρίσκεται στον ουρανό και στο φως, την άλλη στο σκοτάδι και τη νύχτα δεν είναι βέβαια ψέμα, αλλά έδωσε αφορμή για λάθος στον υπολογισμό του χρόνου.

Στα αλήθεια, δεν την βλέπουμε για έξι μήνες αλλά κάθε έξι μήνες κάτω από την γη (έκλειψη σελήνης), λες και την αγκαλιάζει η Δήμητρα με την σκιά της, ενώ σε λίγες περιπτώσεις την βλέπουμε να το παθαίνει κάθε πέντε μήνες, διότι είναι δυνατόν για αυτήν να εγκαταλείψει τον Άδη, εφόσον είναι πέρας του Άδη, όπως ακριβώς το είπε και ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψ. Δ’, σ. 563) εύστοχα με υπονοούμενα : «Αλά και στο Ηλύσιο πεδίο, τα πέρατα της γης. Στ’ αλήθεια, έθεσε το τέρμα της γης και το πέρας εκεί όπου η περιοχή της σκιάς της γης σταματά. Σε τούτο το σημείο κανένας φάυλος ή ακάθαρτος δεν ανεβαίνει, ενώ οι χρηστοί, αφού μεταφερθούν εδώ μετά τον θάνατο τους, συνεχίζουν να ζουν ζωη που είναι πιο εύκολη, όχι όμως μακάρια ούτε θεϊκή, μέχρι τον δεύτερο θάνατο τους».

Επίσης οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν σωστά σύνθετο τον άνθρωπο, όχι σωστά όμως σύνθετο από δύο μόνο στοιχεία. Πράγματι, θεωρούν τον νου μέρος κατά κάποιο τρόπο της ψυχής, σφάλλοντας όχι λιγότερο από εκείνους για τους οποίους η ψυχή θεωρείται μέρος του σώματος. Ενώ ο νους όμως είναι ανώτερο και πιο θεϊκό από την ψυχή όσο είναι η ψυχή από το σώμα.

Εκείνο το τμήμα, ο νους, λέγει ο Πλούταρχος, στο «Περί Σωκράτους Δαιμόνιου», μοιάζει σαν σημαδούρα προσαρτημένη στην κορυφή, η οποία επιπλέει στην επιφάνεια (της θάλασσας = γίγνεσθαι) ακουμπώντας στο κεφάλι του ανθρώπου, ενώ εκείνος μοιάζει σαν βουλιαγμένος στον βυθό. Και κρατώντας ορθή την ψυχή την βαστά για όσο καιρό εκείνη τον υπακούει και δεν κυριαρχείται από τα πάθη.

Το τμήμα, λοιπόν που μένει βυθισμένο στο σώμα λέγεται ψυχή, ενώ το τμήμα που δεν υπόκειται σε φθορά οι πολλοί το αποκαλούν νου και νομίζουν ότι βρίσκεται εντός τους, όπως νομίζουν ότι είναι μέσα στους καθρέφτες τα είδωλα της αντανάκλασης. Όσοι, όμως έχουν ορθή αντίληψη το αποκαλούν δαίμονα που βρίσκεται εκτός τους.

Μάλιστα πρώτος ο Πλάτων στον «Τίμαιο» μας λέγει ότι το κυρίαρχο μέρος της ψυχής, οφείλουμε να σκεπτόμαστε ως εξής για αυτό : ο θεός το έδωσε στο καθένα μας ως δαίμονα για να κατοικεί στην κορυφή του σώματός μας, να μας ανυψώνει από τη γη και μας φτάνει μέχρι τον ουρανό, δεδομένου ότι θεωρούμε δικαιολογημένα πως είμαστε ουράνια όντα και όχι γήινα. Και πραγματικά λέει ο Πλάτων, κρεμώντας το κεφάλι μας σας ρίζα από τον ουρανό, όπου αρχικά δημιουργήθηκε η ψυχή, η ο νους διατηρεί όρθιο το σώμα μας.Όταν, λοιπόν, τα τρία τούτα συναρμοστούν λέγει ο Πλούταρχος, το σώμα η γη, την ψυχή η σελήνη, τον νου ο ήλιος παρέχει τη γέννηση του ανθρώπου, όπως από την άλλη μεριά στη σελήνη το φέγγος. Όσο για τον θάνατο που πεθαίνουμε, ο ένας, ο πρώτος, κάνει τον άνθρωπο αντί για τρία να αποτελείται από δύο μέρη – την ψυχή και τον νου, ο άλλος, ο δεύτερος θάνατος, αντί για δύο μέρη κάνει τον άνθρωπο να αποτελείται από ένα μέρος – τον νου.

Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει εντός της γης της Δήμητρας, μέσα σε αυτή γίνεται το μυστήριο και τους νεκρούς Δημήτρειους ονόμαζαν παλιά οι Αθηναίοι. Ο δεύτερος θάνατος γίνεται στην σελήνη της Φερσεφόνης/Περσεφόνης. Σύνοικος της μίας είναι ο χθόνιος Ερμής, της άλλης ο ουράνιος. Λύνει όμως τούτη γρήγορα και με βία την ψυχή από το σώμα, ενώ η Φερσεφόνη/Περσεφόνη με πραότητα και χρόνο πολύ τον νου από την ψυχή, για τούτο έχει αποκληθεί και μονογενείς, διότι μένει μόνο του το βέλτιστο μέρος του ανθρώπου, καθώς διαχωρίζεται από αυτήν.

Καθένα από αυτούς τους διαχωρισμούς επιτυγχάνεται κατά φύση και με τον τρόπο αυτό : πάσα ψυχή, τόσο δίχως νου όσο και με νου, όταν θα βγει από το σώμα, είναι ορισμένο από την ειμαρμένη να πλανηθεί μεταξύ Γης και σελήνης για ορισμένο χρονικό διάστημα – όχι ίσο, αλλά οι άδικες και ακόλαστες ψυχές πληρώνουν για τα αδικήματά τους, ενώ οι καλές όσο για να εξαγνιστούν, σαν να ήταν χαλασμένος ατμός, να εκπνεύσουν τα μιάσματα που έρχονται από το σώμα, στο πιο πράο μέρος του αέρα, τον οποίο αποκαλούν λιβάδι του Άδη (λειμώνας), πρέπει να μείνουν για ορισμένο διάστημα.

Εκεί σαν να επαναφέρονται στην πατρίδα από την ξενιτιά της εξορίας, γεύονται χαρά παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια, συνδυασμένη με ελπίδα γλυκιά αλλά ανακατεμένη σε μεγάλο βαθμό με ταραχή και έξαψη. Πράγματι, πολλές είναι εκείνες τις οποίες σπρώχνει εκείνη και απομακρύνει με το κύμα, μολονότι έχουν πιαστεί ήδη από την σελήνη, ορισμένες πάλι από τις εκεί βλέπουν να αναποδογυρίζονται, λε, πάλι σε βυθό.

Όσες όμως έφτασαν επάνω και πάτησαν το πόδι τους γερά, πρώτα από όλα, όπως ακριβώς οι νικηφόροι, κάνουν γύρους, φορώντας στο κεφάλι τους στεφάνια από φτερά, στεφάνια της ευστάθειας, όπως λέγονται, επειδή στη ζωή απέδειξαν το άλογο και παθιασμένο στοιχείο της ψυχής αρκετά ευάγωγο στον Λόγο και κόσμιο. Δεύτερον, μοιάζοντας εξωτερικά με ακτίνες, από πυρ όμως η ψυχή, που κουφίζεται και πηγαίνει προς τα επάνω, στον γύρω από την σελήνη αιθέρα, παίρνουν από εκεί τόνο και δύναμη, όπως τα στομούμενα βαφή αντικείμενα σκληραίνουν.

Η σελήνη όντας ανακατεμένη μέχρι μέσα με αιθέρα, είναι έμψυχη και γόνιμη, ενώ ταυτόχρονα έχει ισορροπημένη αναλογία βαρύτητας και ελαφρότητας.

Η σελήνη καταμετρεί τη σκιά της γης με λίγα από τα δικά της μεγέθη όχι επειδή είναι μικρή, αλλά λόγω της θερμότητας, στον βαθμό που επιτυγχάνει την κίνηση της για να περάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από τον σκοτεινό τόπο (την σκιά), βγάζοντας έξω τις ψυχές των αγαθών, που την παροτρύνουν να κάνε γρήγορα και φωνάζουν, διότι, όταν μπαίνουν στην σκιά, που ονομάζεται Στύγα, δεν ακούνε πια την περί τον ουρανό αρμονία (την μουσική των ουράνιων σφαιρών).

Ταυτόχρονα όμως και οι ψυχές των κολαζόμενων με οδυρμούς και αλαλαγμούς πλησιάζουν από κάτω εδώ, περνώντας μέσα από την σκιά (αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι συνήθιζαν να χτυπούν χαλκώματα κατά τις εκλείψεις και να κάνουν θόρυβο και πάταγο ενάντια στις φαύλες ψυχές). Τις φοβίζει όμως και το αποκαλούμενο πρόσωπο, όταν φτάνουν κοντά, που είναι βλοσυρό και τρομακτικό να το βλέπεις.

Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε, αλλά, όπως ακριβώς η δική μας γη διαθέτει κόλπους βαθείς και μεγάλους, έναν εδώ που, περνώντας από τις Ηράκλειες στήλες, χύνεται μέσα προς το μέρος μας, έξω τον κόλπο της Κασπίας και τους γύρω από την Ερυθρά θάλασσα, έτσι και τούτα είναι βάθη της σελήνης και κοιλώματα.

Από αυτά το μεγαλύτερο αποκαλείται από τους έλληνες μυχό της Εκάτης, όπου τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα τυχόν υποστούν ή πράξουν, αφού έχουν ήδη γίνει δαίμονες, και τα δύο Μακρές. Από μέσα τους περνούν οι ψυχές τη μια προς τη μεριά της σελήνης που βλέπει προς τον ουρανό, την άλλη προς την μεριά που βλέπει προς την Γη.

Οι περιοχές της σελήνης που βλέπουν προς τον ουρανό ονομάζονται Ηλύσιο πεδίο, ενώ οι προς τα εδώ Φερσεφόνης/Περσεφόνης.

Ωστόσο, οι δαίμονες δεν μένουν για πάντα στη σελήνη, αλλά κατεβαίνουν εδώ να φροντίσουν για τα μαντεία, παρευρίσκονται κι αυτού και λαμβάνουν μέρος στις ανώτερες οργιαστικές τελετές, γίνονται τιμωροί αλλά και προστάτες έναντι των αδικημένων, αποδεικνύονται σωτήρες στους πολέμους και λάμπουν στη θάλασσα. Για ότι τυχόν δεν πράξουν σωστά σε αυτά τα θέματα, αλλά κινούμενοι από οργή, για να κάνουν κάποια άδικη χάρη ή πάλι από φθόνο, τιμωρούνται, εφόσον σπρώχνονται πάλι στην γη και φυλακίζονται σε ανθρώπινα σώματα.

Από των βέλτιστων εκείνων είπαν οι ακόλουθοι του Κρόνου πως είναι οι ίδιοι αλλά και πριν από αυτούς στην Κρήτη οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, στην Φρυγία οι Κορύβαντες, οι Τροφωνιάδες στην Ουδώρα της Βοιωτίας και μύριοι άλλοι σε πολλά μέρη της οικουμένης, των οποίων παραμένουν οι τελετές, οι τιμές και οι επωνυμίες, οι δυνάμεις όμως ορισμένων χάθηκαν, εφόσον πέτυχαν σε άλλο τόπο την αλλαγή προς το άριστο.

Την πετυχαίνουν άλλοι νωρίτερα και άλλοι αργότερα, όταν ο νους διαχωριστεί από την ψυχή. Διαχωρίζεται μέσω του έρωτα για την περί τον ήλιο εικόνα, με την οποία λάμπει και φαίνεται το εφετό (επιθυμητό), το καλό (ωραίο), το θεϊκό και το μακάριο, το οποίο κάθε φύση, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, ορέγεται. Πράγματι, ακόμη και η ίδια η σελήνη λένε από έρωτα προς τον ήλιο εκτελεί συνεχώς τις περιφορές και τον συναντά, λαχταρώντας από αυτό ότι πιο γόνιμο.

Η ουσία όμως της ψυχής μένει επάνω στη σελήνη, διατηρώντας κάποια ίχνη και όνειρα βίου, για να το πούμε έτσι, και για αυτήν να θεωρείς ότι σωστά έχει λεχθεί το «ψυχή σαν όνειρο φτερούγισε και πέταξε» στην Οδύσσεια, ραψ. Λ’, σ. 222. Στην πραγματικότητα δεν το παθαίνει αμέσως ούτε αφού αποχωριστεί από το σώμα αλλά αργότερα, όταν μείνει έρημη και μόνη, αφού χωριστεί από τον νου. Αλλά και από όλα όσα είπε ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψ. Λ’, σ. 601 – 602) αυτά που ανέφερε για τον Άδη μοιάζουν να λέχθηκαν με την θεϊκή έμπνευση : «Μετά πήρα είδηση τον δυνατό Ηρακλή, το είδωλο του. Ο ίδιος είναι με τους αθάνατους θεούς».Πραγματικά, αυτό που είναι ο καθένας από εμάς δεν είναι ούτε θυμός ούτε φόβος ούτε επιθυμία, όπως ακριβώς ούτε σάρκες και υγρά, αλλά αυτό με το οποίο διανοούμεθα, και η ψυχή, που δέχεται το αποτύπωμα του νου, που αφήνει με τη σειρά της αποτύπωμα στο σώμα και το αγκαλιάζει από παντού, αποκτά ως αποτύπωμα το είδος (μορφή). Έτσι ακόμη και αν χωριστεί από το ένα και από το άλλο, διατηρώντας για πολύ χρόνο την ομοιότητα και το αποτύπωμα, σωστά ονομάζεται είδωλο.

Τούτων η σελήνη είναι στοιχείο, διότι διαλύεται σε αυτή, όπως ακριβώς διαλύονται σε γη τα σώματα των νεκρών – γρήγορα οι ψυχές που διαθέτουν σωφροσύνη, που πόθησαν ζωή άνετη, χωρίς σκοτούρες και φιλοσοφημένη ζωή (διότι , αφότου εγκαταλείφτηκαν από τον νου και δεν έχουν πι καμία σχέση με τα πάθη, μαραίνονται).

Από τις φιλότιμες ψυχές (που αγαπούσαν τις τιμές), που αγαπούσαν τη δράση, από τις ψυχές που ερωτεύονται τα σώματα και λειτουργούσαν με το θυμικό ορισμένες ζουν σα σε ύπνο, βλέποντας για όνειρα ότι θυμούνται από τη ζωή, όπως ακριβώς η ψυχή του Ενδυμίωνα. Αν όμως το άστατο και επιρρεπές στα πάθη στοιχείο τις ξεσηκώνει και τις τραβάει από τη σελήνη προς άλλη γένεση, δεν τις αφήνει η σελήνη να γείρουν προς της Γη αλλά τις καλεί πίσω και τις καταθέλγει.

Στα αλήθεια δεν είναι μικρό πράγμα ούτε κάτι που φέρνει ηρεμία και αρμονία, όταν, χωριστά από τον νου, αδράξουμε σώμα με το παθητικό μας μέρος. Οι Τίτυοι, οι Τυφώνες και ο γνωστός Πύθων, που κατέλαβε τους Δελφούς και έφερε το μαντείο άνω κάτω με την αυθάδειά του, ήταν σίγουρα από εκείνες τις ψυχές, που εγκαταστάθηκαν από τον Λόγο και στηρίχτηκαν στο παθιασμένο στοιχείο, το οποίο πλάνεψε η έπαρση.

Με τον χρόνο όμως δέχεται και αυτές πίσω η σελήνη και τις βάζει σε τάξη. Έπειτα, αφού παίρνει πάλι μέσα της τον νου με τη ζωτική δύναμη του ήλιου, που τον σπέρνει, δημιουργεί νέες ψυχές, ενώ η γη, τρίτη στη σειρά, προμηθεύει το σώμα, διότι η ίδια η γη δεν δίνει τίποτα αλλά δίνει πίσω μετά θάνατον όσα πήρε για την γένεση, ο ήλιος δεν παίρνει τίποτα αλλά παίρνει πίσω τον νου που έδωσε, ενώ η σελήνη και παίρνει και δίνει και συνθέτει και διαιρεί ανάλογα με τις διαφορετικές της δυνάμεις, από τις οποίες Ειλείθυια ονομάζεται αυτή που συνθέτη και Άρτεμις αυτή που διαιρεί.

Από τις τρείς Μοίρες πάλι η Ατροπός είναι εγκατεστημένη περί τον ήλιο και δίνει αρχή στην γένεση, η Κλωθώ, που κινείται περί τη σελήνη, συνδέει και αναμιγνύει, ενώ τελευταία γύρω από την γη συμμετέχει στο έργο η Λάχεσις, η οποία έχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην τύχη.
-------------------------
[1] Εδώ να σημειώσουμε την θέση του Ευριπίδη στην τραγωδία «Ελένη, σ. 1014 – 1016» : «ο νους των νεκρών δεν ζει, αλλά έχει αιώνια συνείδηση αφού ενωθεί με τον αθάνατο αιθέρα - ὁ νοῦς τῶν κατθανόντων ζῆι μὲν οὔ, γνώμην δ᾽ἔχει ἀθάνατον εἰςἀθάνατον αἰθέρ᾽ἐμπεσών».

ΔΑΝΑΪΔΕΣ – ΔΑΝΑΟΣ ΚΑΙ ΑΙΓΥΠΤΟΣ

Μυθικά αδέλφια στις βόρειες ακτές της Αφρικής. Είχανε μεγάλη έχθρα η οποία οδήγησε τον Δαναό να μετακομίσει στο Άργος μαζί με τις 50 θυγατέρες του όπου και πήρε την εξουσία, εκθρονίζοντας τον Γελάνορα. Αρκετά χρόνια μετά, τον επισκέφθηκαν οι 50 γιοί του Αιγύπτου και του ζήτησαν να σβήσουνε την έχθρα και μάλιστα, του πρότειναν να παντρευτούνε τις θυγατέρες του.

Ων θρασύδειλος ο Δαναός δέχθηκε, έτσι, με κλήρο ορίστηκαν τα ζευγάρια. Το ίδιο βράδυ όμως, όρκισε τις θυγατέρες του, να σκοτώσουνε τους άντρες τους. Έτσι και έγινε. Οπλισμένες με ξιφίδια οι Δαναϊδες, σφάξανε τους συζύγους τους, την ίδια νύχτα, ενώ αυτοί κοιμόντουσαν. Μια μόνο παράκουσε, η Υπερμνήστρα, που ήτανε και η πρωτότοκη. Άφησε τον άνδρα της τον Λυγκέα, να χαθεί μέσα στην νύχτα. Για την ανυπακοή της αυτή, ο Δαναός, την φυλάκισε. Οι υπόλοιπες Δαναϊδες, αποκεφάλισαν τους άντρες τους και πέταξαν τα κεφάλια σε μια λίμνη.

Λίγα χρόνια μετά, ο Λυγκέας, επέστρεψε με πιστούς του συντρόφους για να πάρει εκδίκηση. Σκότωσε τον Δαναό και τις 49 φόνισσες και βασίλευσε στο Άργος με την Υπερμνήστρα.

Οι Δαναϊδες, τιμωρηθήκανε σκληρά για το ανόσιο φονικό τους. Καταδικάστηκαν να χύνουνε νερό σε ένα τρύπιο πιθάρι. Από αυτό βγήκε η αρχαία παροιμία ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΙΘΟΝ ΤΩΝ ΔΑΝΑΪΔΩΝ ΥΔΡΟΦΟΡΕΙΝ=Να κουβαλάς νερό στο πιθάρι των Δαναϊδων, που σήμαινε τους μάταιους κόπους.

Όταν η Ακρόπολη στέγασε το χαρέμι του Δισδάρη


Ο Παρθενώνας μετατρέπεται σε τζαμί και το Ερέχθειο σε χαρέμι κατα την Τουρκοκρατία

Η ονομασία του, αν και μεταγενέστερη αφού αναφέρεται μόνο στον Παυσανία(έστι δε και οίκημα Ερεχθείον καλούμενον, 1, 26,5) και στον Πλούταρχο (843Ε), παραπέμπει στο μυθικό βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Παλαιότερα ήταν γνωστός με την ονομασία ο νεώς ο αρχαίος της Αθηνάς ή απλούστερα ο αρχαίος νεώς γιατί κτίστηκε στη θέση του παλαιότερου ναού της Αθηνάς. Κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο στη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου, μεταξύ 421 και 406 π.Χ., μάλλον από τον αρχιτέκτονα Μνησικλή.

Ανά περιόδους έχει αλλάξει χρήσεις ανάλογα με τους κατακτητές της ελληνικής επικράτειας. Αποκορύφωμα αυτών των χρήσεων υπήρξε η περίοδος της τουρκοκρατίας κατά την οποία εκτός από την σύλλησή του από τον λόρδο Έλγιν, ο οποίος αφαίρεσε μια Καρυάτιδα τοποθετώντας στη θέση της ογκώδη πεσσό, στέγασε τον Δισδάρη των Αθηνών και το χαρέμι του…
Ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της Ακροπόλεως, ταυτισμένο με τις Καρυάτιδες, βρίσκεται στην πιο ιερή τοποθεσία της πόλης. Το Ερέχθειο, σύμφωνα με την μυθολογία, χτίστηκε στο σημείο που είχε πραγματοποιηθεί η «μονομαχία» των θεών Αθηνά και του Ποσειδώνα, για την ονομασία της πρωτεύουσας, με σκοπό να τους «συμφιλιώσει». Γι’ αυτό το λόγο, το χαρακτηρισμένο ως το κομψότερο και πιο ιδιόρρυθμο κτίριο της αθηναϊκής Ακροπόλεως, ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη, το ανατολικό που ήταν αφιερωμένο στην νικήτρια Αθηνά και το δυτικό προς τιμήν του ηττημένου Ποσειδώνα.

Οι απαρχές του κλασσικού Ερεχθείου
Η κατασκευή του αποδίδεται στον Μνησικλή και οι απαρχές της βρίσκονται στα χρόνια του Περικλέους. Ως επικρατέστερη όμως χρονολογία κατασκευής του θεωρείται η περίοδος της Νικίειου Ειρήνης (421-415 π.Χ.). Άργησε βέβαια να ολοκληρωθεί καθότι οι εργασίες διακόπηκαν για ένα διάστημα, εξαιτίας της καταστροφής των αθηναϊκών δυνάμεων στη Σικελία το 413 π.Χ. Επαναλήφθηκαν, κατά πάσα πιθανότητα, το 409/8 π.Χ. από τον Φιλοκλή, μετά από τις νικηφόρες επιχειρήσεις του Αλκιβιάδη το 410 π.Χ. Το 406 π.Χ. πιστεύεται πως δίπλα του υπήρχε ακόμη ο «αρχαίος νεώς» της Αθηνάς κρύβοντας μάλιστα ένα μέρος της νότιας πρόσοψης του Ερεχθείου. Αν και δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ο αρχαίος νεώς καταστράφηκε, κάποιο υποστηρίζουν πως επέζησε μέχρι τα χρόνια του Παυσανία (2ος αι. μ.Χ.).

Η ασυνήθιστη διάρθρωση του κτιρίου
Ο ναός, που θεωρούνταν από τότε το ιερότερο οικοδόμημα της Ακροπόλεως, αφιερώθηκε στην Αθηνά και στον Ποσειδώνα, ο οποίος εν μέρει ταυτιζόταν με τον Ερεχθέα. Αυτό εξηγεί μερικώς και την ασυνήθιστη διάρθρωση του κτιρίου. Εκτός αυτού, αφενός η ανωμαλία του εδάφους καθιστούσε απαραίτητη την ανάπτυξη του χώρου σε τρία διαφορετικά επίπεδα, αφετέρου, η ανάγκη να συμπεριληφθούν στο νέο κτίσμα όσο το δυνατόν περισσότερα από τα «αρχαία σημεία»-σύμβολα που συνδέονταν με τις παλαιότερες λατρείες και τον προγενέστερο ναό. Τέλος και ο μυστηριακός χαρακτήρας των λατρευτικών πράξεων που τελούνταν εκεί υπαγόρευε την διαφορετική από τα καθιερωμένα πρότυπα αρχιτεκτονική διαμόρφωση.

Τα δύο τμήματα
Στο ανατολικό τμήμα του Ερεχθείου φυλασσόταν το πανάρχαιο – όρθιο ή καθιστό – λατρευτικό ξόανο της θεάς, κατασκευασμένο μάλλον από ξύλο, στο οποίο απευθυνόταν η λατρεία και το οποίο έντυναν με τον πέπλο κατά την εορτή των Παναθηναίων. Μπροστά από το άγαλμα έκαιγε η «χρυσή λυχνία» του Καλλιμάχου ενώ πάνω από αυτήν βρισκόταν χάλκινος φοίνιξ.
Το δυτικό τμήμα, που βρισκόταν 3μ. χαμηλότερα του ανατολικού ήταν μικρότερο από το πρώτο και χωριζόταν σε δύο μέρη εσωτερικά. Ο δίχωρος σηκός ήταν αφιερωμένος στη λατρεία του Ηφαίστου και του Βούτου, ενώ ο πρόδομος με τις τρεις εισόδους ήταν αφιερωμένος στην λατρεία του Ποσειδών-Ερεχθεύς.
Στην αριστερή πλευρά του δαπέδου, πριν από τη μεγάλη θύρα, βρισκόταν ο βωμός του Διός Υπάτου, ο οποίος είχε σχηματιστεί από τα λιωμένα υλικά των θυσιών. Στον παρακείμενο βράχο υπήρχαν τα σημάδια που είχε αφήσει η τρίαινα του Ποσειδώνος κατά τη φιλονικία του με την Αθηνά ή το σημάδι του κεραυνού, με τον οποίο ο Ζεύς σκότωσε τον Ερεχθέα. Εκεί βρισκόταν άλλωστε και ο τάφος του Ερεχθέως.

Οι διάφορες χρήσεις των μνημείων
Όπως τα περισσότερα μνημεία της αρχαιότητας, έτσι και το Ερέχθειο έχει αλλάξει χρήσεις ανά τους αιώνες ανάλογα με τους εκάστοτε κατακτητές της Ελλάδας. Βυζαντινοί, Φράγκοι, Καταλανοί, Φλωρεντίνοι και φυσικά Οθωμανοί, καπηλεύτηκαν τα μνημεία της Ακροπόλεως.
Οι πρώτες σοβαρές βλάβες προκλήθηκαν ήδη από τον 1ο μ.Χ. από πυρκαγιά, που οφειλόταν στη χρήση φλογοβόλων από τους Ρωμαίους του Σύλλα. Την παλαιοχριστιανική περίοδο μετατράπηκε σε εκκλησία της Θεομήτωρος, με αποτέλεσμα να προστεθεί αψίδα στον ανατολικό πρόδομο και να αλλοιωθεί εκ θεμελίων η κάτοψή του προκειμένου να διαιρεθεί σε τρία κλίτη. Σε φρούριο μετατράπηκε ολόκληρη η Ακρόπολη, κατά την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ενώ οι αρχαίοι ναοί λειτούργησαν σαν χριστιανικοί για να παταχθεί η ειδωλολατρία. Οι Φράγκοι χρησιμοποίησαν κάποια μνημεία σαν πυριτιδαποθήκες και κατοικίες. Την περίοδο εκείνη το Ερέχθειο είχε μετατραπεί σε οικία του Λατίνου Επισκόπου και ο Παρθενώνας, σε καθολική εκκλησία. Στους χρόνους της Τουρκοκρατίας στέγασε το χαρέμι του Τούρκου φρουράρχου των Αθηνών και του χαρεμιού του ενώ μία από τις Καρυάτιδές του αφαιρέθηκε από τον Λόρδο Έλγιν και μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου και βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Το Ερέχθειο στεγάζει το χαρέμι
Το 1456 ο Μωάμεθ ο Πορθητής έφτασε στην Αθήνα για να θαυμάσει από κοντά την Ακρόπολη, η οποία το 1458 έγινε η βάση της οθωμανικής φρουράς. Αν και για του Οθωμανούς τα μνημεία δεν είχαν καμία ιστορική αξία, η Ακρόπολη θεωρήθηκε άκρως σημαντική εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης. Ο λόφος της αποτελούσε ιδανικό φρούριο λόγω της εποπτικής του θέσης.
Για το λόγο αυτό, χτίστηκαν εκεί πολλά σπίτια που κάλυπταν σχεδόν όλόκληρη την επιφάνειά της. Σε αυτά διέμεναν αποκλειστικά Τουρκικές οικογένειες, η φρουρά καθώς και ο διοικητής των Αθηνών, ο επονομαζόμενος Δισδάρης ή Αγάς του φρουρίου με το χαρέμι του που είχε στεγάσει το Ερεχθείο.
Λόγω της σημασίας ως οχυρό και διοικητήριο, η είσοδος απαγορεύτηκε σε χριστιανούς εκτός και αν είχαν ειδική άδεια. Όπως υποστηρίζουν όμως οι ιστορικοί επιπρόσθετο λόγο για την απαγόρευση της εισόδου μπορεί να αποτέλεσε και η εγκατάσταση του χαρεμιού στο αρχαίο μνημείο αφού δεν έπρεπε κανείς άλλος να δει τις γυναίκες που το συγκροτούσαν.
Μία άλλη αλλαγή που πραγματοποιήθηκε εκείνη την περίοδο στον Παρθενώνα ήταν η προσθήκη ενός μιναρέ ώστε να μετατραπεί σε τζαμί.
Παρά τις επεμβάσεις και τις συνεχείς αλλαγές χρήσεων των μνημείων, έως τον 17ο αιώνα είχαν διατηρηθεί όλα ακέραια. Την περίοδο εκείνη όμως προξενήθηκαν δύο μεγάλες καταστροφές. Ένας κεραυνός ανατίναξε τα προπύλαια το 1640 όπου μέσα τους ήταν αποθηκευμένη πυρίτιδα. Ο επόμενος χώρος που επιλέχθηκε για αποθήκη πυρίτιδας ήταν ο Παρθενώνας, ο οποίος δέχτηκε οβίδα την νύχτα της 26ης Σεπτεμβρίου κατά την την πολιορκία των Ενετών με αρχηγό τον μετέπειτα Δόγη Φραγκίσκο Μοροζίνι.
Αμέσως μετά οι Τούρκοι έχτισαν στα ερείπια του ένα νέο μικρό τζαμί το οποίο κατεδαφίστηκε μετά την απελευθέρωση το 1844 μαζί με όλα τα σπίτια που βρίσκονταν στον βράχο...

Ουρανός και Γαία

Η Γαία έσμιξε ερωτικά με τον πρωτότοκο γιο της τον Ουρανό που τον είχε γεννήσει χωρίς να μεσολαβήσει αρσενικό στοιχείο. Στ' αλήθεια, ο Ουρανός ήταν ο μόνος στα μέτρα της, αφού την περικύκλωνε ολόκληρη και ήταν προορισμένος να γίνει η κατοικία των θεών. Έτσι λοιπόν οι δυο τους αποτέλεσαν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι. Και κάθε φορά που η Νύχτα διαδεχόταν την Ημέρα, ο Ουρανός έσμιγε με την ίδια του τη μάνα.

Έτσι, σε λίγο ξεχύθηκε από τα βαθιά έγκατα της Γης ο Τιτάνας Ωκεανός. Αυτή καμάρωνε το νέο της γιο καθώς τον έβλεπε να τρέχει πάνω κάτω και να διασχίζει κάμπους και βουνά. Ήταν περήφανη για το υγρό και διάφανο παιδί της. Ο Ουρανός δεν έβλεπε με καλό μάτι τον πρώτο του γιο, γιατί γνώριζε ότι κάποτε θα έχανε την εξουσία από κάποιο παιδί του.Βλέποντας όμως τη Γη να είναι τόσο χαρούμενη, έκρυβε τη δυσαρέσκειά του. Σε λίγο άρχισαν πάλι τα κοιλοπονητά της Γαίας. Αυτή τη φορά βγήκαν από τα σπλάχνα της οι τεράστιοι Τιτάνες, Κοίος και Κρείος. Χαρούμενη η Γη έτρεξε να δείξει τα νεογέννητα παιδιά τους στον Ουρανό. Αυτός όμως μόλις αντίκρισε τους τεράστιους δίδυμους Τιτάνες τα χρειάστηκε για τα καλά.

Ο φόβος ότι μπορούσαν να του αρπάξουν την εξουσία του Κόσμου από τα χέρια, νίκησε το σεβασμό του για τη Γαία. Έτσι, άρπαξε τα νεογέννητα παιδιά του και μαζί και τον Ωκεανό, που είχε κατακλύσει ολόκληρη τη γη, τα πέταξε μέσα στα Τάρταρα. Τα Τάρταρα ήταν μέρος ζοφερό και άραχνο, παγερό και θεοσκότεινο και βρισκόταν στα Έγκατα της Γης. Εκεί ο Ουρανός έδεσε τα παιδιά του με βαριές και αόρατες αλυσίδες. Μάταια η Γαία έκλαιγε και τον θερμοπαρακαλούσε να βγάλει τους γιους της από τις αιώνιες φυλακές. Ο Ουρανός ήταν ανένδοτος και νευριασμένος είπε στη Γη: - Δε φτάνει που γεννάς το ένα παιδί πίσω από το άλλο, μα τα κάνεις και όλα αρσενικά. Κάνε μου επιτέλους μια κόρη να τη βλέπω και να την καμαρώνω, να μου λέει δυο γλυκά λόγια και να μου κρατάει συντροφιά.



Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και η Γη του ανήγγειλε ότι πάλι περιμένει παιδί· όμως Τιτανίδα. Θεία, ωραία κόρη και λυγερή· την αντίκρισε και ο Ουρανός και γέλασε το χείλι του. Έτσι μαλάκωσε λίγο η συμπεριφορά του, μα δεν ήθελε ν' ακούσει ούτε κουβέντα για τους γιους του που τους κρατούσε φυλακισμένους στα Τάρταρα. Σε λίγο ήρθαν στον κόσμο οι Τιτανίδες Τηθύς και Μνημοσύνη. Οι κόρες του Ουρανού και της Γης μεγάλωναν και οι σκανταλιές και οι φωνές τους γίνονταν όλο και περισσότερες. Έτρεχαν και κρύβονταν μέσα στα σύννεφα και δεν άφηναν τον Ουρανό να ησυχάσει ούτε λεπτό. Αυτός άρχισε να βρίζει πάλι τη Γαία.αυτή τη φορά είχε προαίσθηση ότι είναι κορίτσι. Και πράγματι, σε λίγο καιρό γέννησε την

- Είπαμε να κάνεις κορίτσια, όχι όμως και τρία μαζεμένα να με ζαλίζουν όλη μέρα με τις φωνές τους.

΄Αρπαξε λοιπόν τις τρεις κόρες του από τα μαλλιά και τις πέταξε και αυτές στα Τάρταρα για να κάνουν συντροφιά στα τρία αδέρφια τους. Κατά βάθος αυτό που φοβόταν ο Ουρανός ήταν μήπως οι κόρες του ζευγάρωναν και έκαναν αρσενικά παιδιά που θα διεκδικούσαν την εξουσία.

Η Γη βέβαια άρχισε να διαμαρτύρεται, να τραβάει τα μαλλιά της και να εκλιπαρεί τον Ουρανό να αφήσει ελεύθερα τα παιδιά της. Ήταν απαρηγόρητη, γιατί είχε γεννήσει έξι παιδιά και δεν μπορούσε να χαρεί κανένα. Είχε πεθυμήσει τους όμορφους και λεβέντες γιους της αλλά και τις κόρες της που της κρατούσαν συντροφιά και της έλεγαν γλυκιές κουβέντες.

Πριν περάσει πολύς καιρός η Γαία ένιωσε πάλι κάτι να κινείται μέσα στα σπλάχνα της. Απελπισμένη καθώς ήταν από τον Ουρανό δεν του είπε τίποτα. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και φούσκωνε η κοιλιά της, άρχισε κάτι να υποπτεύεται ο Ουρανός. Περίμενε λοιπόν ξάγρυπνος να δει τι πλάσμα θα έβγαινε αυτή τη φορά. Σε λίγο γεννήθηκαν οι Τιτάνες Ιαπετός και Υπερίωνας. Πριν καλά καλά προλάβουν να δούνε το φως της Ημέρας, ο πατέρας τους τους εκσφενδόνισε στα Τάρταρα. Η Γη αμίλητη αυτή τη φορά δεν έβαλε τα κλάματα, γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτε με φωνές και δάκρυα.

Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και ο Ουρανός ήταν ευχαριστημένος που η γυναίκα του δε γεννούσε άλλα παιδιά. Ξαφνικά όμως άρχισε η Γη να τραντάζεται ολόκληρη. Ακούγονταν σφυροκοπήματα και βροντές μέσα από τα σπλάχνα της. Ο Ουρανός δεν μπορούσε για πολύ καιρό να κλείσει μάτι, παρόλο που έβαζε τεράστια σύννεφα στ' αφτιά του για να μην τον ενοχλεί ο θόρυβος. Νευριασμένος είπε στη Γη:

- Ποιος ξέρει τι θα μου βγάλεις πάλι μέσα από τα σπλάχνα σου· μα έννοια σου, ό,τι και αν είναι θα πάει αμέσως μαζί με τ' αδέρφια του στα Τάρταρα.

Σε λίγο ξεπετάχτηκαν τρία γιγάντια πλάσματα μ' ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μάτι πάνω στο μέτωπο, κρατώντας σφυριά στα τριχωτά χέρια τους. Ήταν οι τρεις Κύκλωπες, ο Βρόντης, ο Αστερόπης και ο Άργης, φωνακλάδες, μάλωναν μεταξύ τους και ξεσήκωναν το σύμπαν ολόκληρο με τη φασαρία τους. Μόλις αντίκρισε ο Ουρανός τα νέα του παιδιά, γούρλωσε τα μάτια, άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται τη Γη για τα τέρατα που του γεννούσε. Τους άρπαξε και τους τρεις και τους κλείδωσε μέσα σ' ένα κελί στα σκοτεινά Τάρταρα, βάζοντας διπλές και τριπλές κλειδαριές για να μην ελευθερωθούν. Μετά από λίγο καιρό η Γη έφερε στον κόσμο και τις υπόλοιπες Τιτανίδες, τη σεμνή Θέμιδα, την πανώρια Φοίβη και τη γόνιμη Ρέα ελπίζοντας ότι θα καταλάγιαζε η οργή του Ουρανού και θα τις άφηνε να ζήσουν στο φως της Ημέρας. Του κάκου όμως, ο Ουρανός μόλις τις αντίκρισε, τις άρπαξε και τις έκλεισε όλες μαζί σ' ένα κελί στα Τάρταρα. Οι μικρές Τιτανίδες έκλαιγαν απαρηγόρητες για το κακό που τις βρήκε.

Τελευταίος από τους Τιτάνες γεννήθηκε ο Κρόνος τον οποίο όμως χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Ουρανός τον έδεσε με αόρατες αλυσίδες και τον πέταξε στα ζοφερά Τάρταρα.

Αλλά και η τελευταία γέννα της Γης δεν είχε καλύτερη μοίρα. Αυτή τη φορά μάλιστα ο Ουρανός είχε κάποιο δίκιο. Για πολύ καιρό η Γη ένιωθε ένα παράξενο γαργαλητό στα σπλάχνα της, σαν να την άγγιζαν εκατοντάδες χέρια. Και η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το πλάσμα που έκρυβε μέσα της. Όμως δεν έλεγε τίποτα στον άντρα της για να μην του βάλει κακές ιδέες πριν ακόμα γεννηθεί το νέο παιδί της. Σε λίγο καιρό όμως ξεπρόβαλαν τρεις γίγαντες τρομεροί που από τους ώμους τους φύτρωναν εκατό ακατανίκητα χέρια και πενήντα κεφάλια. Ακόμη και η Γη τρόμαξε όταν τους είδε. Αυτοί ήταν οι τρεις Εκατόγχειρες, ο Αιγαίωνας, ο Κόττος και ο Γύγης.

Μόλις ο Ουρανός αντίκρισε τριακόσια χέρια να κινούνται από δω και από κει, εκατόν πενήντα κεφάλια να στριφογυρίζουν και άλλα τόσα στόματα να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν, τον έκοψε κρύος ιδρώτας και άρχισε να βλαστημά τη Γη που γεννοβολούσε τέτοια σιχαμερά όντα. Παρόλη την τρομάρα και το φόβο του, άρπαξε τους Εκατόγχειρες και πριν καταλάβουν τον έξω κόσμο, τους κλείδωσε τον καθένα σε ξεχωριστό κελί στα Τάρταρα, αφού πρώτα έδεσε χωριστά με τις μαγικές αλυσίδες το κάθε ζευγάρι από τα εκατό τους χέρια. Απείλησε μετά τη Γαία ότι στο εξής θα της έκανε μεγάλο κακό αν ξανάφερνε στον κόσμο οποιοδήποτε πλάσμα.

Η Γη είχε πάρει απόφαση ότι ο Ουρανός δε θα την άφηνε να χαρεί κανένα παιδί της. Ήταν τρομερά εξοργισμένη και ήθελε να εκδικηθεί. Δεν ήταν δα και μικρός ο καημός της· κάθε λίγο και λιγάκι να τυραννιέται από τους πόνους της εγκυμοσύνης και στο τέλος να μην έχει ένα παιδί για να της πει έναν καλό λόγο.

Μια νύχτα λοιπόν έριξε ένα μαγικό βότανο στο κρασί του Ουρανού και αυτός έπεσε σε βαθύ ύπνο και άρχισε να ροχαλίζει. Η Γη γλίστρησε κρυφά μέσα στα έγκατά της· εκεί βρήκε λιωμένο σίδερο και ατσάλι και έφτιαξε ένα κοφτερό δρεπάνι. Κατόπιν πήγε στα Τάρταρα όπου ήταν φυλακισμένα τα παιδιά της. Αυτά μόλις την αντίκρισαν άρχισαν τα κλάματα και την παρακαλούσαν να τα βγάλει από τα σκοτεινά κελιά τους. Η Γαία τους έδειξε το ατσαλένιο δρεπάνι και τους είπε το σχέδιό της· θα απελευθέρωνε μόνο αυτόν που θα αποφάσιζε να κόψει τα Ουράνια μέλη του πατέρα τους. Οι Τιτάνες έμειναν άφωνοι· παρόλο που ήθελαν να ελευθερωθούν και μισούσαν το σκληρό πατέρα τους, φοβούνταν να κάνουν μια τέτοια πράξη. Η Γαία θυμωμένη από τη δειλία τους τους είπε ότι διαφορετικά δε θα απελευθερώνονταν από τα Τάρταρα. Ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια και έκρυψε το δρεπάνι πίσω από ένα σύννεφο.

Ο Κρόνος, ο νεότερος απ' όλους τους Τιτάνες, άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό του όσα τους είπε η μητέρα τους. Θύμωνε όλο και περισσότερο με το σκληρόκαρδο πατέρα του και λυπόταν τα αδέρφια του που έκλαιγαν όλη μέρα και όλη νύχτα μέσα στα σκοτεινά και παγωμένα κελιά τους. Όταν λοιπόν η Γαία κατέβηκε μετά από λίγο καιρό στα Τάρταρα για να δει αν πήραν κάποια απόφαση τα παιδιά της, αμέσως ο Κρόνος της ανακοίνωσε ότι θα τιμωρούσε με τα χέρια του το θεϊκό πατέρα του. Χαρούμενη η Γαία έδωσε ένα μαγικό βότανο στον Κρόνο και αμέσως έπεσαν οι αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένος. Μετά, ανέβηκαν οι δυο τους στην επιφάνεια και ο Κρόνος αντίκρισε τον κόσμο που δεν πρόλαβε να δει μόλις γεννήθηκε.

Η Γη άρπαξε το δρεπάνι που είχε κρύψει από τα σύννεφα, το έδωσε στο γιο της και του είπε να κρυφτεί πίσω από ένα ψηλό βουνό και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκτελέσει το σχέδιο εξόντωσης του πατέρα του.

Μόλις έφτασε η Νύχτα, ο Ουρανός γεμάτος από ερωτικό πάθος άπλωσε το τεράστιο σώμα του πάνω στο κορμί της Γης.

Τότε ο Κρόνος βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και με το ατσάλινο δρεπάνι έκοψε τα ουράνια μέλη. Ο Ουρανός βογκώντας από τους πόνους κατάλαβε την απάτη που έγινε σε βάρος του από το γιο του και τη γυναίκα του. Συνειδητοποίησε ότι έχασε την εξουσία και πληγωμένος, έχοντας χάσει τη θεϊκή του δύναμη, απομακρύνθηκε ψηλά στον ουράνιο θόλο όπου έμεινε για πάντα. Πριν φύγει όμως είπε στον Κρόνο ότι και αυτός θα πάθαινε το ίδιο από κάποιο παιδί του.

Ο Κρόνος πέταξε τα ουράνια μέλη μέσα στην ταραγμένη θάλασσα. Αυτή τα κράτησε για πολύ καιρό· μετά λευκός αφρός ξεχύθηκε και από τον αφρό γεννήθηκε πανώρια η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Από τις σταγόνες του αίματος που χύθηκαν από τη θεϊκή πληγή γεννήθηκαν αργότερα οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Νύμφες.Αμέσως μετά ο Κρόνος απελευθέρωσε όλα τα αδέρφια του από τα Τάρταρα. Οι Κύκλωπες όμως και οι Εκατόγχειρες άρχισαν σε λίγο καιρό να διεκδικούν την εξουσία από τον Κρόνο και να γίνονται επικίνδυνοι και απειλητικοί. Γι' αυτό ο Κρόνος μαζί με τους υπόλοιπους Τιτάνες τους έριξε πάλι στα Τάρταρα και έβαλε ένα φοβερό τέρας, την Κάμπη (Κάμπια), για να τους φυλάει.Έτσι περνάμε στη δεύτερη γενιά των αθανάτων θεών όπου βασιλεύει ο Κρόνος με σύζυγό του τη Ρέα.

«Επιστροφή στο Μέλλον» με σανίδα του σκέιτ που αιωρείται

Μεγάλη αίσθηση έχει προκαλέσει στο Διαδίκτυο το ανέβασμα στην υπηρεσία crowdfunding Kickstarter του Hendo Hoverboard: πρόκειται στην ουσία για μία σανίδα όπως αυτές του skateboard, με τη διαφορά ότι αντί να πατά στο έδαφος αιωρείται- όπως στη διάσημη σειρά ταινιών επιστημονικής φαντασίας «Back to the Future».

Ήδη το project έχει σημειώσει τεράστια επιτυχία, έχοντας συγκεντρώσει 198.000 δολάρια από τα 250.000 που αποτελούν στόχο, με 54 ημέρες να απομένουν για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Οι δημιουργοί του στη σχετική σελίδα στο Kickstarter κάνουν λόγο για το πρώτο πραγματικό hoverboard και το συνοδευτικό του hover developer kit, που «φέρνουν την τεχνολογία αιώρησης στα χέρια σας».

Επί της παρούσης, το πρωτότυπο (το οποίο είναι το 18ο κατά σειρά) είναι σε θέση να αιωρείται σε απόσταση μίας ίντσας από το έδαφος. Όπως σημειώνουν οι δημιουργοί του, η «μαγεία» πίσω από το hoverboard έγκειται στις τέσσερις δισκοειδές μηχανές αιώρησής του, οι οποίες δημιουργούν ένα ειδικό μαγνητικό πεδίο που «κυριολεκτικά σπρώχνει τον εαυτό του», παράγοντας την απαιτούμενη ανυψωτική δύναμη και σηκώνοντας στον αέρα τη σανίδα.

«Ενώ το hoverboard μας προορίζεται πρωτευόντως να είναι αυτοπροωθούμενο, οι ενέργειες που το σταθεροποιούν μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να το κινήσουν προς τα εμπρός μεταβάλλοντας την ασκούμενη δύναμη στην επιφάνεια που βρίσκεται κάτω» σημειώνεται σχετικά. Επί της παρούσης, η εν λόγω επιφάνεια πρέπει να είναι μη-σιδηρομαγνητικός αγωγός- κοινώς, το Hendo χρειάζεται ειδικές επιφάνειες για να λειτουργήσει, ωστόσο είναι σε θέση να μεταφέρει φορτίο 140 κιλών για περίπου 15 λεπτά. «Αυτή τη στιγμή χρησιμοποιούμε κοινώς διαθέσιμα μέταλλα σε απλά φύλλα, αλλά δουλεύουμε πάνω σε νέα μείγματα και νέες συνθέσεις για να βελτιστοποιήσουμε την τεχνολογία μας και να ελαχιστοποιήσουμε το κόστος».

Όπως τονίζουν οι δημιουργοί, οι απαιτούμενες τεχνολογίες υπήρχαν, ωστόσο ουδείς ήταν σε θέση ως τώρα να τις συνδυάσει για να παράξει ένα hoverboard. «Το Hendo το έκανε, και τα hoverboards μας λειτουργούν σχεδόν με κάθε τρόπο που είχαμε φανταστεί» αναφέρουν- και μέχρι να καταστούν ευρέως διαθέσιμα, προσφέρουν τη συγκεκριμένη τεχνολογία στους ενδιαφερόμενους μέσω του Whitebox Developer Kit, το οποίο ελέγχεται από smartphone. Παράλληλα, υπογραμμίζουν τις δυνατότητες που ανοίγουν από τη χρήση της, καθώς «εν αντιθέσει με τα συστήματα μαγνητικής αιώρησης που χρησιμοποιούνται σήμερα, τα συστήματά μας είναι εν συγκρίσει φθηνά και εντελώς βιώσιμα».

Το hoverboard είναι δημιούργημα της Hendo Hover, «καρπό» της εργασίας της Αrx Pax (Καλιφόρνια), ιδρυθείσας από τον Γκρεγκ Χέντερσον, ο οποίος αναζητούσε τρόπους να αξιοποιήσει μια τεχνολογία που δεν έχει γίνει ακόμα προϊόν εκμετάλλευσης από άλλους (κατά τον ίδιο, «Magnetic Field Architecture», MFA). Όπως αναφέρεται σε σχετικό δημοσίευμα του Guardian, η έρευνα πάνω στην MFA άρχισε πριν δύο χρόνια. «Η τεχνολογία Hendo Hover Engine μπορεί να επιτρέψει σε πλατφόρμες να αιωρούνται πάνω από μη σιδηρούχα υλικά με φορτία πρακτικά κάθε μεγέθους και βάρους» επισημαίνει ο Χέντερσον- ο οποίος, σύμφωνα με δημοσίευμα των ΝΥ Times, μαζί με τη γυναίκα του, Τζιλ, έχουν επενδύσει τις οικονομίες μιας ζωής πάνω στη συγκεκριμένη τεχνολογία, ελπίζοντας να δημιουργήσουν μια νέα βιομηχανία.

Στο ίδιο δημοσίευμα σημειώνεται πως το επιχειρηματικό πλάνο του Χέντερσον είναι η ανάπτυξη μαγνητικών τεχνολογιών και η αδειοδότηση ευρεσιτεχνιών σε οικοδομικές και μηχανολογικές εταιρείες, καθώς η αρχική του ιδέα είχε να κάνει με κτήρια που μπορούν να αιωρούνται, για να αντιμετωπίζουν καλύτερα σεισμούς. Ωστόσο, ο ίδιος θεώρησε ότι το hoverboard θα κάνει σε πρώτη φάση μεγαλύτερη αίσθηση στο ευρύ κοινό. «Για αυτό επιλέξαμε το hoverboard: για να προσελκύσουμε την προσοχή. Εάν ένας στους 10 συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν και άλλες χρήσεις, θα πρόκειται για μεγάλη επιτυχία».

Η Ακρόπολη των Αθηνών μιας άλλης εποχής

Συγκλονιστικοί Πίνακες Ζωγραφικής

Ernst Carl Eugen Koerner: Άποψη της Ακρόπολης

Η Αθήνα είναι η πόλη με τη μεγαλύτερη ιστορία της Ευρώπης, και μιας από τις μεγαλύτερες του κόσμου,αφού κατοικείται συνεχώς για πάνω από 3.000 χρόνια. Η πόλη κατάφερε να γίνει η ηγετική πόλη της Αρχαίας Ελλάδας στην πρώτη χιλιετία π.Χ., ενώ τα πολιτιστικά της επιτεύγματα κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ.έθεσαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.

Στο βραχώδη λόφο της Ακρόπολης, που δεσπόζει στο κέντρο της σύγχρονης Αθήνας, βρισκόταν το σπουδαιότερο και μεγαλοπρεπέστερο ιερό της αρχαίας πόλης, αφιερωμένο, κατά κύριο λόγο, στην προστάτιδα θεά της, την Αθηνά.

Με τον ιερό αυτό χώρο σχετίζονται οι σημαντικότεροι μύθοι της αρχαίας Αθήνας, οι μεγάλες θρησκευτικές εορτές, οι παλαιότερες λατρείες της πόλης αλλά και ορισμένα από τα καθοριστικά για την ιστορία τηςγεγονότα.

Τα μνημεία της Ακρόπολης, αρμονικά συνδυασμένα με το φυσικό περιβάλλον, αποτελούν μοναδικά αριστουργήματα της αρχαίας αρχιτεκτονικής, που εκφράζουν πρωτοποριακούς συσχετισμούς ρυθμών και τάσεων της κλασικής τέχνης και επηρέασαν την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία για πολλούς αιώνες αργότερα.

Η Ακρόπολη του 5ου αι. π.Χ. αποδίδει με τον τελειότερο τρόπο το μεγαλείο, τη δύναμη και τον πλούτο τηςΑθήνας στην εποχή της μαγαλύτερης ακμής της, το ''χρυσό αιώνα'' του Περικλή.

Δείτε μερικά από τα έργα με θέμα την Ακρόπολη που διάσημοι εικαστικοί καλλιτέχνες δημιούργησαν στο πέρασμα του χρόνου.


Edward Dodwell, Παρθενώνας, Views in Greece, 1821.


Edward Dodwell, Ακρόπολις, Views in Greece, 1821


Ακρόπολη, 1813, χαρακτικό από το βιβλίο του John Cam Hobhouse, ιδιωτική συλλογή


Giovanni B. Lusieri, 1802, Ο Παρθενώνας από τα ΒΔ, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα



Lancelot Theodore Turpin de Crisse, 1804, ιδιωτική συλλογή


Lancelot Théodore Turpin de Crissé, 1805, Άποψη Ερέχθειου, ιδιωτική συλλογή


Frederic Edwin Church, 1871, ιδιωτική συλλογή


Charles Lock Eastlake, 1818, ιδιωτική συλλογή


Carl Friedrich Werner, 1877, Ερέχθειο, Μουσείο Μπενάκη


Carl F. Werner, 1877, Ναός Απτέρου Νίκης, Μουσείο Μπενάκη.


James Stuart, 1755-60, Ερέχθειο, Royal Institute of British Architects


Martinus Rørbye, 1835, εργασίες στα Προπύλαια


Martinus Rørbye, 1844, Συζήτηση στον Παρθενώνα, Εθνική Πινακοθήκη Δανίας.


Carl Anton Joseph Rottmann, 1836, Η Ακρόπολις από τις Στήλες του Ολυμπίου Διός.


Ραφαήλ Τσέκολης, 1853, Ακρόπολις, Εθνική Πινακοθήκη Ελλάδος


Richard Banks Harraden, 1828, Η Ακρόπολη από τον λόφο των Μουσών, Συλλογή Βουλής των Ελλήνων


Michael Haubtmann, 1873, Η Ακρόπολις από τις στήλες του Ολυμπίου Διός, ιδιωτική συλλογή.


Leo Von Klenze, 1846, Αναπαράσταση Ακρόπολης Αθηνών την εποχή του Περικλέους. Neue Pinakothek, Μόναχο.

Πολιτειακά γένη/τάξεις και θεϊκές βαθμίδες

Όπως είναι γνωστό ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία» κάνει λόγο για τρείς τάξεις, για τρία γένη, για «τὸ φυλακικὸν τὸ ἐπικουρητικὸν τὸ θητικόν» (για τους φύλακες, τους επίκουρους και τους εργάτες). Ενώ ο αιγύπτιος Ιερέας στον πλατωνικό «Τίμαιο» κάνει λόγο για έξη τάξεις, για το «ἱερατικὸν τὸ μάχιμον τὸ δημιουργικὸν τὸ γεωργικὸν τὸ νομευτικὸν τὸ θηρατικόν» (για τους ιερείς, τους μαχητές, τους κατασκευαστές τους γεωργούς του ς βοσκούς και τους κυνηγούς).
Θα αντιγράψουμε λοιπόν ένα μικρό απόσπασμα από τον πλατωνικό «Τίμαιο, 17.c.6 – 18.b.7», παραβλέποντας ταυτόχρονα στην «Πολιτεία, 369.d, 374.e, 375.b – c, 376.c, 394.e, 401.a, 415.d, 416.d» όπου εκεί ο Σωκράτης πραγματεύεται εξηγεί με πιο πολλές λεπτομέρειες το ίδιο θέμα, έπειτα θα εξηγήσουμε, λέγει λοιπόν ο Σωκράτης του πλατωνικού «Τίμαιου»  :
«ΣΩΚΡΑΤΗΣ : Δεν θα ξεχωρίσουμε λοιπόν κατ’ αρχάς την τάξη των γεωργών και όλων γενικώς των άλλως τεχνιτών από την τάξη εκείνων που πρόκειται να υπερασπισθούν την πόλη ;
ΤΙΜΑΙΟΣ : Ναι .
ΣΩ. : Και αφού επιστρέψαμε στο καθένα μία μόνον απασχόληση, μια μόνο τέχνη ανάλογη προς τις φυσικές του επιτηδειότητες, δια εκείνους οι οποίοι έπρεπε να υπερασπίζονται όλους τους άλλους, είπαμε ότι αυτοί θα έπρεπε να είναι μόνον οι φύλακες της πόλεως, αν κανείς εξωτερικός ή εσωτερικός εχθρός θελήσει να την καταστρέψει, δικάζοντας με επιείκεια τους υφιστάμενους τους, που είναι και οι φυσικοί φίλοι τους, αλλά φαινόμενοι σκληροί κατά τις μάχες προς τους εχθρούς που θα αντιμετωπίσουν.
ΤΙ. : Μάλιστα.
ΣΩ. : Και για την εκπαίδευση τους τι υποστηρίζουμε ;; Δεν είπαμε ότι πρέπει με την γυμναστική, μουσική και με όλα τα άλλα να ανατραφούν, όσα ταιριάζουν σε τέτοιους άνδρες ;;
ΤΙ. : Βεβαίως.
ΣΩ. : Διότι η φύση της ψυχής των φυλάκων, έτσι νομίζω λέγαμε, πρέπει να είναι αφενός μεν ορμητική, αφετέρου δε εξαιρετικά φιλόσοφος, για να μπορούν αυτοί να φαίνονται όπως πρέπει προς τους άλλους δύο, δηλαδή τους φίλους και τους εχθρούς, μαλακοί και σκληροί.
ΤΙ. : Ναι.
ΣΩ. : Είπαμε νομίζω ότι, όσοι θα ανατραφούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν πρέπει να θεωρούν ποτέ ως ιδικόν τους κτήμα ούτε χρυσόν ούτε άργυρο ούτε τίποτε άλλο, αλλά μισθοδοτούμενοι από εκείνους που προφυλάγουν, δια την παρεχόμενη σε αυτούς ασφάλεια, με τόσον μισθό όσος είναι αρκετός σε φρόνιμους ανθρώπους, και ζώντες όλοι μαζί, να ξοδεύουν τον μισθό τους από κοινού και να φροντίζουν με κάθε μέσο μόνο δια την αρετή, χωρίς να απασχολούνται σε τίποτα άλλο απολύτως. –
{ΣΩ.} Ἆρ᾽ οὖν οὐ τὸ τῶν γεωργῶν ὅσαι τε ἄλλαι τέχναι πρῶτον ἐν αὐτῇ χωρὶς διειλόμεθα ἀπὸ τοῦ γένους τοῦ τῶν προπολεμησόντων;
{ΤΙ.} Ναί.
{ΣΩ.} Καὶ κατὰ φύσιν δὴ δόντες τὸ καθ᾽ αὑτὸν ἑκάστῳ πρόσφορον ἓν μόνον ἐπιτήδευμα, μίαν ἑκάστῳ τέχνην, τούτους οὓς πρὸ πάντων ἔδει πολεμεῖν, εἴπομεν ὡς ἄρ᾽ αὐτοὺς δέοι φύλακας εἶναι μόνον τῆς πόλεως, εἴτε τις ἔξωθεν ἢ καὶ τῶν ἔνδοθεν ἴοι κακουργήσων, δικάζοντας μὲν πρᾴως τοῖς ἀρχομένοις ὑπ᾽ αὐτῶν καὶ φύσει φίλοις οὖσιν, χαλεποὺς δὲ ἐν ταῖς μάχαις τοῖς ἐντυγχάνουσιν τῶν ἐχθρῶν γιγνομένους. {ΤΙ.} Παντάπασι μὲν οὖν.
{ΣΩ.} Φύσιν γὰρ οἶμαί τινα τῶν φυλάκων τῆς ψυχῆς ἐλέγομεν ἅμα μὲν θυμοειδῆ, ἅμα δὲ φιλόσοφον δεῖν εἶναι διαφερόντως, ἵνα πρὸς ἑκατέρους δύναιντο ὀρθῶς πρᾷοι καὶ χαλεποὶ γίγνεσθαι.
{ΤΙ.} Ναί.
{ΣΩ.} Τί δὲ τροφήν; ἆρ᾽ οὐ γυμναστικῇ καὶ μουσικῇ μαθήμασίν τε ὅσα προσήκει τούτοις, ἐν ἅπασι τεθράφθαι;
{ΤΙ.} Πάνυ μὲν οὖν.
{ΣΩ.} Τοὺς δέ γε οὕτω τραφέντας ἐλέχθη που μήτε χρυσὸν μήτε ἄργυρον μήτε ἄλλο ποτὲ μηδὲν κτῆμα ἑαυτῶν ἴδιον νομίζειν δεῖν, ἀλλ᾽ ὡς ἐπικούρους μισθὸν λαμβάνοντας τῆς φυλακῆς παρὰ τῶν σῳζομένων ὑπ᾽ αὐτῶν, ὅσος σώφροσιν μέτριος, ἀναλίσκειν τε δὴ κοινῇ καὶ συνδιαιτωμένους μετὰ ἀλλήλων ζῆν, ἐπιμέλειαν ἔχοντας ἀρετῆς διὰ παντός, τῶν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων ἄγοντας σχολήν».
Όπως μας λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 33.4  –  45.27», η συζήτηση για την πολιτεία και η συγκεντρωτική και σύντομη ανακεφαλαίωση των τάξεών της συντελεί στην καθολική παρουσίαση της κοσμικής δημιουργίας. Γιατί είναι δυνατόν από αυτά σαν από εικόνες να αναχθούμε στα καθολικά. Πράγματι, και οι πυθαγόρειοι αυτό ακριβώς εφήρμοσαν ιδιαιτέρως, ανιχνεύοντας τις ομοιότητες των όντων από τις αναλογίες και μεταβαίνοντας στα υποδείγματα από τις εικόνες. Αυτό, λοιπόν, κάνει και τώρα ο Πλάτων, υποδεικνύοντας μας προκαταβολικά μέσα στις ανθρώπινες ζωές όσα υπάρχουν στο σύμπαν και επιτρέποντας μας να παρατηρήσουμε. Και δεν είναι περίεργο. Γιατί και οι πολιτείες τω ενάρετων ανθρώπων εξομοιώνονται με την ουράνια τάξη.
Πρέπει, λοιπόν, κι εμείς να αναγάγουμε στα καθολικά τις εικόνες που εκφράζονται εδώ και πρώτα το μέρος που αφορά τη διαίρεση των τάξεων. Γιατί αυτός ο χωρισμός των τάξεων μιμείται τη διαίρεση που εφήρμοσε ο δημιουργός στον Κόσμο, με βάση την οποία ούτε τα ασώματα είναι δυνατόν να μεταβληθούν στην φύση των σωμάτων ούτε τα σώματα φεύγουν από την ουσία τους μεταβαίνοντας στην υπόσταση των ασωμάτων. Με βάση την ίδια, επίσης, διαίρεση τα θνητά μένουν θνητά και τα αθάνατα παραμένουν αιωνίως ανεξάλειπτα και οι διάφορες τάξεις τους έχουν τις υποδειγματικές ους να προ-υπάρχουν μέσα στα καθολικά.Αν, θέλεις, λοιπόν, ολόκληρη την πολιτεία να τη διευθετήσεις ανάλογα με τον συμπαντικό Κόσμο – γιατί δεν γίνεται ο άνθρωπος να είναι ένα μικρός κόσμος και η πόλη να μην είναι και αυτή ένας μικρός κόσμος – και να τη χωρίσεις στα δύο, στην άνω πολιτεία και στην κάτω πολιτεία, και να συνδέσεις την πρώτη με τον ουρανό και τη δεύτερη με την γένεση, σίγουρα θα βρεις τη σύνδεση πρέπουσα. Και με τον χωρισμό της πολιτείας στα τρία θα λάβεις : στην πολιτεία «τὸ θητικόν, τὸ πολεμικόν, τὸ φυλακικόν» (η τάξη των εργατών, η τάξη των πολεμιστών και η τάξη των φυλάκων). Στην ψυχή το επιθυμητικό μέρος, το οποίο υπηρετεί τις ανάγκες του σώματος, το θυμικό, το οποίο έχει ταχθεί να αναστέλλει καθετί που καταστρέφει τον οργανισμό και φρουρεί το ηγεμονικό μας μέρος, και το λογικό, το οποίο είναι στην ουσία του φιλοσοφικό και κυβερνητικό ολόκληρης της ζωής μας. Σε ολόκληρο το πλήθος των ψυχών θα βρεις το ένα μέρος του να θητεύει «περί την γένεσιν» , το άλλο μέρος να υπουργεί τις εγκόσμιες πρόνοιες των θεών και το τρίτο μέρος να ανάγεται στο νοητό. Και σε όλα γενικά τα εγκόσμια υα βρεις το γένος των θνητών, το φύλο των δαιμόνων και την τάξη των ουράνιων θεών.  Γιατί αυτοί είναι οι όντως φύλακες και σωτήρες των πάντων, ενώ οι δαίμονες προπέμπουν τη δημιουργία των θεών και καταστέλλουν πάσα την εντός του Κόσμου πλημμέλεια. Υπάρχει, όμως, και μία πρόνοια της φύσης για τα θνητά, η οποία τα γεννά και τα συνέχει κατά (σύμφωνα) τον θείο Νου.
Επιπλέον, σύμφωνα με μία άλλη διαίρεση, η γεωργική τάξη της όλης είναι ανάλογη με την Σελήνη η οποία περιέχει τους θεσμούς της γενεσιουργού φύσεως, Η έφορος των κοινών γάμων είναι η Αφροδίτη που είναι η αιτίας πάσης αρμονίας και ενώσεως άρρενος προς θήλυ και είδους προς ύλη. Η πρόνοια «τῶν κλήρων τῶν κεκομψευμένων» αντιστοιχεί στον Ερμή λόγω των κλήρων, τους οποίους εποπτεύει ο θεός αυτό, και λόγω του δόλου που υπάρχει σε αυτούς. Η παιδευτική και δικαστική αντιστοιχεί στον Ήλιο, παρά του οποίου βρίσκεται η εγκόσμιος Δίκη, ο Αναγωγεύς και ο Επτάκτινος, σύμφωνα με τους θεολόγους. Η τάξη των πολεμιστών αντιστοιχεί στην τάξη του Άρη η οποία πρυτανεύει σε όλες τις εναντιώσεις του Κόσμου και στη ετερότητα του σύμπαντος. Η βασιλική τάξη στο Δία, τον χορηγό «φρονήσεως ἡγεμονικῆς καὶ νοῦ πρακτικοῦ καὶ διακοσμητικοῦ». Η τάξη των φιλοσόφων στον Κρόνο, εφόσον είναι νοητική και «ἄνεισι καὶ μέχρι τῆς πρωτίστης αἰτίας».
Αυτά, λοιπόν, μπορούμε να λάβουμε μέσω των αναλογιών. Φαίνεται όμως ότι ο Πλάτων χωρίζει την πολιτεία στα δύο και θεωρεί μια τάξη αυτή των γεωργών και αυτή των τεχνιτών, η οποία αποκαλείται τάξη των δημιουργών, και μία τάξη αυτή των πολεμιστών, η οποία αντιστοιχεί στην πάνω πολιτεία. Και κάνει αυτό τον χωρισμό όχι επειδή εδώ ανακεφαλαιώνει την πολεμική ζωή της πολιτείας, όπως λέγει ο Λογγίνος, αλλά επειδή στους πολεμιστές συμπεριέλαβε τους επίκουρους και τους φύλακες. Γιατί οι πρώτοι πολεμούν με τα χέρια και οι δεύτεροι με τις γνώμες. Όπως ακριβώς και μεταξύ των Ελλήνων, πολεμούσε και ο Αίαντας, «τὸ ἕρκος τῶν Ἀχαιῶν», πολεμούσε και ο Νέστωρας, «ὁ οὖρος τῶν Ἀχαιῶν», ενώ ο δεύτερος αποκρούοντας τους εχθρούς με τις συμβουλές του σαν φύλακας, και ο πρώτος χρησιμοποιώντας τα χέρια του εναντίον τους. Σε διαφορετική περίπτωση, θα πρέπει να πούμε ότι έχει αναφέρει εδώ ξεχωριστά τους πολεμιστές, επειδή θέλει να εξιστορήσει τις πολεμικές πράξεις αυτής της πολιτείας.
Πιο συγκεκριμένα στο χωρίο 17.c-d, λέγει ο Πρόκλος, μπορούμε να το διαβάσουμε με δύο τρόπους : ή ότι κατά φύση δώσαμε σε κάθε πολίτη ένα επιτήδευμα (ενασχόληση), για να μπορεί ο καθένας να πράττει τα οικία έργα, ή ότι δώσαμε σε καθέναν να ασκεί το κατά φύση επιτήδευμα για να επιτηδεύειν. Έπειτα πρέπει να ερευνήσουμε για ποια αιτία ο Σωκράτης τα καθόρισε έτσι ή τα είπε ο ίδιος έτσι. Γιατί κάθε επιτηδειότητα ασκείται ορθά «ὑπό τε τοῦ πεφυκότος καὶ τοῦ ἐπιμελῶς ἁπτομένου τῆς ἐπιτηδεύσεως» (από όποιον έχει φυσική κλίση προς αυτήν και ασχολείται με επιμέλεια με αυτή). Γιατί ούτε η επιμέλεια, αν στερηθεί από την φυσική κλίση, μπορεί να επιτύχει κάτι τέλειο ούτε η ικανότητα χωρίς την επιμέλεια προκόβει σε αποτελεσματικότητα. Και από τις δύο, λοιπόν, προκύπτει η ολοκλήρωση. Αν, όμως, ισχύει αυτό, κάποιος ο οποίος ασκεί περισσότερες εργασίες δεν μπορεί να έχει την ίδια φυσική κλίση προς όλες ή να επιδεικνύει την ίδια επιμέλεια σε όλες, καθώς μοιράζεται από τη φροντίδα του πολλά. Να όμως η φυσική κλίση και η επιμέλεια μειώνονται, είναι ανάγκη και οι επιτηδειότητες των πολιτών να εμφανίζονται χειρότερες. Αν, όμως, αυτό δεν είναι ορθό, τότε πρέπει να απονέμουμε σε κάθε πολίτη μια επιτηδειότητα, προς την οποία έχει φυσική κλίση, και να τον βάλουμε να συγκεντρώνει όλη την επιμέλεια του σε ένα επιτήδευμα. Γιατί αυτό ο οποίος είναι εκ φύσεως ικανός σε ένα συγκεκριμένο είδος ζωής και ασκεί τη φυσική του κλίση με επιμέλεια, είναι φυσικό να γίνει άριστος στην εργασία του.
Στην περίπτωση, λοιπόν, των ανθρώπινων πολιτειών είναι εύκολο να παρατηρήσουμε αυτού του είδους τη διαίρεση. Γιατί η φύση μας είναι διαιρετή. Στην περίπτωση, όμως, των θεών πως είναι αυτό αληθινό ;; Γιατί το θείο είναι παντοδύναμο και παν-τέλειο. Στην πραγματικότητα, πρέπει να πούμε για τους θεούς ότι όλα υπάρχουν μέσα σε όλα, όμως καθένας είναι τα πάντα και έχει την αιτία των πάντων σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα του, ένας με τον τρόπο του Ήλιου, άλλος με τον τρόπο του Ερμή. Γιατί η ιδιαιτερότητα ξεκινά από τις θεϊκές ενάδες και απλώνεται στις νοητικές ουσίες, στις θεϊκές ψυχές και στα σώματα τους, και για αυτό ανάμεσα τους άλλα έχουν λάβει δημιουργική δύναμη, άλλα γεννητική, άλλα συνδετική και άλλα διαιρετική και έτσι ενεργούν περί την γένεσιν. Στα ίδια, λοιπόν, τα θεία προϋπάρχει η ιδιαιτερότητα καθορίζοντας τις ενάδες με βάση το εκεί άπειρο και τη θεϊκή δυάδα. Στους νόες η διαφορετικότητα η οποία διακρίνει τα καθολικά και τα μέρη, διανέμοντας τις νοητικές δυνάμεις και παρέχοντας στον καθένα την ιδιαίτερή του τάξη, με βάση την οποία δεν συγχέεται η καθαρότητα των νοών. Στις ψυχές η πρόοδος και η διαίρεση σε διαφορετική ζωή, με βάση την οποία άλλες έλαβαν θεϊκή, άλλες αγγελική, άλλες δαιμονκή και άλλες άλλη ύπαρξη. Στα σώματα η τοπική διαίρεση η οποία προκαλεί στο καθένα διαφορετικές δυνάμεις. Γιατί και στα σώματα υπάρχουν οι τελευταίες εικόνες των νοητών, με βάση τις οποίες το τάδε δημιουργεί το τάδε, το άλλο δημιουργεί το άλλο, και το τάδε είναι ομοιοπαθές με το άλλο. Όπως, λοιπόν, στο σύμπαν καθετί προκαλεί σύμφωνα με τη φύση του αυτό στο οποίο έχει τοποθετηθεί από την δημιουργία, έτσι και στην πολιτεία έχουν διαιρεθεί τα επιτηδεύματα καθενός και καθένας έχει τοποθετηθεί σε αυτό στο οποίο  έχει φυσική κλίση. Ποια είναι, λοιπόν, τα έργα των (προ)πολεμούντων τα διασαφηνίζει ο ίδιος λέγοντας τα στους στο χωρίο «17.d – 18.a» .
Στο αυτό χωρίο ο Σωκράτης θέλει οι φύλακες και οι επίκουροι να είναι οι δικαστές των εσωτερικών εχθρών που βλάπτουν την πολιτεία, και αγωνιστές εναντίων των εξωτερικών εχθρών, με διαφορετικό τρόπο οι επίκουροι και δε διαφορετικό τρόπο οι φύλακες, όπως έχει ειπωθεί.
Το «να είναι μόνον φύλακες της πόλεως», που λέγεται, δεν είναι μείωση της δύναμής τους. Γιατί, και όταν λέμε για το πρώτο αίτιο ότι «ἓν μόνον ἐστίν», δεν το μειώνουμε και δεν το περιορίζουμε σε απολύτως στενά όρια. Γιατί ούτε και αυτό που είναι μόνο άριστο έχει μειωθεί για αυτόν τον λόγο, αλλά αντιθέτως κάθε πρόσθεση σε ένα τέτοιο πράγμα είναι μείωση. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές το σύνολο μειώνεται από το «όχι μόνο» και όχι από το «μόνο». Γιατί όσα περισσότερα προσθέσεις, τόσο περισσότερο μειώνεις το αρχικό
Πρέπει πάλι να κοιτάξουμε και να διακρίνουμε στο σύμπαν αυτά που λέγονται τώρα. Τι είναι, λοιπόν, το εξωτερικό στο σύμπαν ;; Μιας και περιέχει τα πάντα το σύμπαν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κακό έχει λάβει διπλή υπόσταση στον Κόσμο, καθώς υπάρχει μέσα στις ψυχές και μέσα στα σώματα, και πρέπει όσοι εξαλείφουν το σφάλμα και την αταξία από το σύμπαν να επιβάλουν την δίκη (δικαιοσύνη) και το μέτρο στις ψυχές και να αγωνιστούν ενάντια στην αστάθεια της ύλης. Γιατί οι ψυχές ταιριάζουν από τη φύση τους στο νοητό, για αυτό και μπορεί να πει κανείς ότι «ἔνδοθεν καὶ ἐκ τοῦ παντὸς εἶναι τοῦ νοη τοῦ πλάτους» (είναι εσωτερικές και ότι ανήκουν στο νοητό πλάτος), ενώ τα «ἔνυλα ὄντα» που είναι απομακρυσμένα από τους θεούς, είναι κατά κάποιο τρόπο αλλότρια, ξένα και εξωτερικά. Για αυτό και όσοι αποκαθιστούν/(από)πληρούν τη δικαιοσύνη  χρησιμοποιούν τις ψυχές με πραότητα σαν εκ φύσεως φιλικές τους, ενώ είναι σκληροί απέναντι στα σώματα που κινούνται εσφαλμένα και άτακτα, επειδή είναι άσχετοι με αυτά και εξαλείφουν εντελώς την αταξία τους και αποκόπτουν την πλεονεξία της ύλης. Γιατί άλλα από τα σώματα δεν υπομένουν καν αυτού του είδους την διευθέτηση, αλλά αμέσως κινούνται με βιασύνη προς την ανυπαρξία, και άλλα, τα οποία κινήθηκαν εσφαλμένα, καταστέλλονται από την Δίκη/Δικαιοσύνη στο σύμπαν και από την ασυναγώνιστη ισχύ των φρουρητικών δυνάμεων της τάξης. Για αυτό και τώρα ο Πλάτων είπε ότι όσοι πολεμούν για την πολιτεία είναι σκληροί απέναντι σε όσους συναντούν. Γιατί υπάρχουν μερικοί που δεν μπορούν να υπομείνουν ούτε καν την θέα τους.
Γιατί, πάντως, αναφορικά με τις ίδιες τις ψυχές υπάρχουν ανυψωτικές και καθαρτικές δυνάμεις, έφοροι (επόπτριες) της κρίσης και της δικαιοσύνης, και προφανώς οι πρώτες αντιστοιχούν στους φύλακες και οι δεύτερες στους επίκουρους. Αλλά αναφορικά με τα σώματα υπάρχουν δυνάμεις συνδετικές και δυνάμεις διαλυτικές και είναι φανερό ότι οι πρώτες αντιστοιχούν στους φύλακες και οι δεύτερες στους πολεμιστές. Γιατί αυτά που δεν μπορούν να παραμείνουν στην τάξη τους τα διαλύουν στο σύμπαν, προκειμένου όλα να είναι τακτοποιημένα και τίποτα αόριστο/ακαθόριστο ή πλημμελές.
Αν, όμως, στρέψεις την προσοχή σου στο ίδιο τον όλον/καθολικό δημιουργό και στους άτρεπτους/άκαμπτους και αμείλικτους θεούς τους οποίους και η θεόπνευστη ποίηση ονόμασε «φύλακας τοῦ Διός», μπορείς να έχεις τη αιτία των δυο αυτών γενών η οποία προϋπάρχει στον πατέρα. Γιατί χάρη στο δημιουργικό Ον τα πάντα έχουν τακτοποιηθεί, και χάρη στην άτρεπτη/άκαμπτη φρουρά του μένει όλη η διακόσμηση αιώνια, καθώς εξαλείφεται εκ θεμελίων κάθε αταξία. Μπορείς να δεις εκεί «τὴν Δίκην τὴν μετὰ τοῦ Διὸς τὰ πάντα κατευθύνουσαν» – για «ἕπεται αὐτῷ πρὸ τοῦ θείου νόμου τιμωρός» – αλλά «καὶ τὴν ἐνόπλιον τάξιν», με την οποία διατάσσει/διευθετεί το σύμπαν, όπως ακριβώς λένε όσοι έγραψαν για τιτανομαχίες και γιγαντομαχίες.
Το «ἔξωθεν καὶ ἔνδοθεν» που λέγει ο Πλάτων, λέγει ο Πρόκλος, μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και ως εξής : η πλημμελής και άτακτη κίνηση των σωμάτων άλλοτε οφείλεται στην αδυναμία των Λόγων (λογικών αιτιών) και άλλοτε στην πλεονεξία της ύλης. Είναι, μάλιστα, οι Λόγοι (λογικά αίτια) συγγενικοί με τα ποιητικά (δημιουργικά) αίτια, ενώ η ύλη λόγω της αοριστίας της και της απομακρυσμένης υπόστασης της είναι ξένη προς όσους την τακτοποιούν. Η ασυναγώνιστη, λοιπόν, ισχύ των θεών, η άτρεπτη τάξη και η φρουρά της δημιουργίας η οποία αναιρεί με κάθε τρόπο την πλημμέλεια, από την μία ανανεώνει τους Λόγους και θεραπεύει την αδυναμία τους, και από την άλλη πολεμά την πλεονεξία της ύλης, όχι επειδή η ύλη αντιστέκεται στους θεούς που την παράγουν, αλλά επειδή λόγω της αοριστίας της αποφεύγει την τάξη και κυβερνάται από τα Είδη χάρη στην φρουρά του δημιουργού, προς την οποία τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί, αλλά πρέπει όλα να την υπακούουν, προκειμένου να παραμείνουν αιωνίως όλα τα εγκόσμια και να είναι ο δημιουργός πατέρας όλων των αιωνίων, επειδή «ἀκίνητος ὢν καὶ ἐν αἰῶνι χωριστῶς ἱδρυμένος».
Στην συνέχει ο Πρόκλος, σχολιάζοντας το χωρίο «18.a» μας λέγει πως το θυμοειδές και το φιλόσοφο περιέχουν τις δύο τάξεις, την τάξη δηλ. των επίκουρων και την ειδική τάξη των φυλάκων, όπως ακριβώς και το επιθυμητικό θα ταιριάζει στην τρίτη τάξη των εργατών. Γιατί, αφού αντιδιέστειλε την άνω πολιτεία προς την κάτω, με τα δύο αυτά επίθετα δήλωσε τις διαφορές των τάξεων στην άνω πολιτεία, όπως αν κανείς διαιρούσε τον Κόσμο σε ουρανό και γένεση και έλεγε ότι στον ουρανό υπάρχουν δαιμονικές και θεϊκές τάξεις και αποκαλούσε και τις δύο φρουρητικές της γενέσεως (υποσελήνια περιοχή) και του σύμπαντος. Γιατί και το σύμπαν φρουρείται από τους θεούς, φρουρείται και από τους δαίμονες, από τους πρώτους καθολικά, ενιαία και εξηρημένα, και από τους δεύτερους μερικώς/διαιρεμένα, πεπληθυσμένα και προσεχέστερα προς τα φρουρούμενα τους. Γιατί γύρω από κάθε θεό έχει τοποθετηθεί ένα πλήθος δαιμόνων που μοιράζονται τη μια και καθολική πρόνοια του. Ταιριάζει, λοιπόν, το φιλοσοφικό στους θεούς, εφόσον είναι ενωμένοι με το νοητό και εφόσον είναι γεμάτοι από την ουσία, ενώ το θυμοειδές ταιριάζει στους δαίμονες, εφόσον αναστέλλουν πάσα πλημμέλεια από το σύμπαν και δορυφορούν τους θεούς, όπως ακριβώς το θυμοειδές μέρος της ψυχής φρουρεί το λογικό μέρος της, και εφόσον είναι σωτήρες των θεϊκών νόμων και των θεσμών της Αδράστειας. Για αυτούς τους λόγους είναι επιεικείς προς τα οικεία τους, θεραπεύοντας αρμονικά την ασθένεια τους ως εκ φύσεως συγγενικά τους, και είναι σκληροί με τα έξω, επειδή με τρόπο εξηρημένο και με την κορυφαία τους υπρβολή/υπεροχή αφανίζουν την αοριστία των έξω.
Όλα αυτά που έχουν ειπωθεί μέχρι εδώ ήταν κάποιες γενικές αρχές που ισχύουν από κοινού για όλους και με πρότυπο την «δημιουργικὴν διακλήρωσιν καὶ τὴν ἑτερότητα τὴν θείαν» προσδιορίζουν τις ασχολίες που ταιριάζουν στον καθένα και κατανέμουν τις δυνάμεις με τρόπο κατάλληλο για αυτούς που τις υποδέχονται. Από εδώ και πέρα εξυφαίνεται η ζωή των πολιτών, η οποία μέσω της ανατροφής, των επιτηδευμάτων, «καὶ κοινωνίας καὶ παιδοποιίας» (του γάμου και της τεκνοποιίας) προχωρά από την αρχή ως το τέλος όπως πρέπει.
Ποια είναι λοιπόν η ανατροφή και πως έχει εξομοιωθεί με το σύμπαν ;; Ότι στην σωκρατική πολιτεία υπάρχει μια εκπαίδευση της ψυχής, εκπαίδευση η οποία από τη μια ρυθμίζει το άλογο στοιχείο μέσω της μουσικής και της γυμναστικής – εκ των οποίων η μουσική χαλαρώνει την ένταση του θυμικού και η δεύτερη διεγείρει την επιθυμία και την κάνει αρμονική, θα λέγαμε, και σύμμετρη με το θυμικό, καθώς η επιθυμία είναι υπερβολικά παραλυμένη λόγω της καθόδου της στο υλικό στοιχείο και γεμάτη από την εκεί έλλειψη ζωής – και από την άλλη ρυθμίζει το λογικό μέσω των μαθημάτων που έχουν κάτι το οποίο έλκει προς το όντως ΟΝ και υπενθυμίζει το όντως ΌΝ και αναγάγει το εν ημίν νοητικό στοιχείο στο πιο λαμπρό μέρος του όντως Όντος, είναι φανερό σε όσους δεν έχουν ξεχάσει εντελώς αυτά που έχουν διατυπωθεί στην «Πολιτεία». Δικό μας έργο πλέον είναι να ερευνήσουμε ποια είναι η ανατροφή στο σύμπαν, ποια η μουσική και η γυμναστική και ποια τα μαθήματα των φυλάκων του σύμπαντος.
Αν, λοιπόν, λέμε ανατροφή την τελειότητα την αποπληρούσα καθένα τους με τα αγαθά που του ταιριάζουν και τον κάνει αυτάρκη ως προς τις νοήσεις και την πρόνοια, μουσική αυτή που κάνει αρμονικές τις ζωές τους και γυμναστική αυτή που «ἔνρυθμον καὶ ἐμμελῆ τὴν θείαν κίνησιν» εργάζεται, αεί το αυτό τηρούσα είδος και την αυτή κατάσταση των θείων οχημάτων άτρεπτη – για αυτό και ο Πλάτων στην «Πολιτεία, 617.b-c» «προσεῖπε τὰς θείας ψυχὰς» και χαρακτήρισε «ἔνρυθμον τὴν οὐρανίαν κίνησιν». Γιατί σε εκείνα τα όντα ταιριάζει η γυμναστική, ενώ στα υποσελήνια όντα, που επιδέχονται και το αντίθετο από την φύση, ταιριάζει η ιατρική – αν, λοιπόν, υποστηρίξουμε αυτά θα μιλήσουμε ορθά. Γιατί εξ άνωθεν, από τα νοητά, φτάνουν δυνάμεις σε ολόκληρο τον ουρανό, οι οποίες λάμπουν στις ζωές την αρμονία και «ἄτρεπτον ῥώμην τοῖς ὀχήμασιν αὐτῶν» (στα σχήματά τους την τέλεια και αμετάβλητη ισχύ), επειδή και τα μαθήματα είναι «νοήσεις τῶν ψυχῶν τῶν οὐρανίων», με βάση τις οποίες αυτές αναβιβάζονται προς το νοητό, ακολουθώντας τον μεγάλο Δία και «θεώμεναι τόν τε ἑνιαῖον ἀριθμὸν καὶ τὸν ὡς ἀληθῶς οὐρανὸν καὶ τὸ νοερὸν σχῆμα»[1]. Για αυτό, λοιπόν, μπορείς να πεις ότι σε αυτές υπάρχει η αληθέστατη αριθμητική, αστρονομία και γεωμετρία. Γιατί «τὸ αὐτοτάχος ὁρῶσι καὶ τὴν αὐτο βραδυτῆτα» [την καθαυτό ταχύτητα και βραδύτητα], «τὰ παραδείγματα τῶν κατ᾽ οὐρανὸν περιόδων», και γενικά «τὴν πρωτουργὸν καὶ νοερὰν περιφορὰν καὶ τὸν θεῖον ἀριθμὸν καὶ τὰ σχήματα τὰ νοερὰ καὶ πρό γε τούτων τὴν διαλεκτικήν», με βάση την οποία όλο «τὸ νοητὸν νοοῦσι καὶ ἑνίζονται πρὸς τὴν μίαν τῶν ἑνάδων ἁπασῶν αἰτίαν» (και ενώνονται με την μία αιτία όλων των ενάδων).
Και αν πρέπει να μιλήσουμε κάνοντας έναν διαχωρισμό, μέσω αυτού του είδους των μαθημάτων ενεργούν γύρω από τα πρώτα, μέσω της γυμναστικής προΐστανται των κατώτερων κατά τρόπο άχραντο και μέσω της μουσικής συγκρατούν με τρόπο αρμονικό τον σύνδεσμο του σύμπαντος.
Βέβαια όσα έχουν οριστεί για την πλέον ευνομούμενη πολιτεία, έχουν φανερή την αιτία τους και έχουν ειπωθεί από τον Σωκράτη στο χωρίο “18.b” του Πλατωνικού «Τίμαιου». Πώς όμως αυτά θα μεταφερθούν και στον ουρανό ;; Μα διακρίνοντας για ποια αιτία οι άνθρωποι κυνηγούν το χρυσάφι και το ασήμι και τι έχοντας στον νου τους αισθάνονται αυτό το απέραντο έρωτα. Είναι φανερό ότι το κάνουν επειδή θέλουν να ικανοποιήσουν με κάθε τρόπο τις ανάγκες τους και επιθυμούν να εξασφαλίσουν στον όσα συμβάλουν στην απόλαυση. Για αυτούς τους λόγους, λοιπόν, εκπλήσσονται από τον πολυπόθητο πλούτο. «γιατί λένε ότι οι πλούσιοι έχουν πολλά να τους παρηγορούν», σύμφωνα με τον Κέφαλο του πλατωνικού «Πολιτικού, 329.c». Αν, λοιπόν, αυτά έχουν έτσι, η τελειότητα των ουράνιων θεών που είναι αυτάρκης και στραμμένη προς το Καλό (Ωραίο) και το Αγαθό δεν χρειάζεται καθόλου αυτή την παρείσακτη και φαινομενική αυτάρκεια ούτε στρέφει το βλέμμα της στην ανάγκη ή αποσκοπεί στην ικανοποίηση της ανάγκης, αλλά είναι εδραιωμένη μακριά από κάθε έλλειψη και υλική ανάγκη και όντας γεμάτη από τα αγαθά κατέχει την ηγεμονική θέση μέσα στο σύμπαν. Επιπλέον, δεν επιδέχεται το μερικό και διαιρεμένο αγαθό, αλλά επιδιώκει το κοινό αγαθό, το οποίο απλώνεται σε όλα και είναι αδιαίρετο, και από αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως. Θα ταιριάξει λοιπόν και σε αυτούς το «δεν θεωρούν ούτε τον χρυσό ούτε τον άργυρο ούτε οποιοδήποτε άλλο απόκτημα ατομικά δικό τους» που λέει ο Σωκράτης.
Μπορεί, όμως, να εξηγηθεί και με τον παρακάτω τρόπο αναφορικά με την φύση : ο χρυσός, το ασήμι και κάθε μέταλλο, όπως ακριβώς και τα υπόλοιπα πράγματα, γεννιούνται στην γη από τους ουράνιους θεούς και την απορροή από εκεί. Αποδίδεται, για παράδειγμα, στον Ήλιο ο χρυσός, στην Σελήνη ο άργυρος, στον Κρόνο ο μόλυβδος, στον Άρη ο σίδηρος. Αυτά, λοιπόν, γεννιούνται από εκεί και λαμβάνουν υπόσταση στη γη και όχι μέσα σε εκείνα που στέλνουν τις απορροές τους. Γιατί εκείνα δεν επιδέχονται τίποτα υλικό. Και προέρχονται όλα από όλα, επικρατεί όμως διαφορετική ιδιότητα στο καθένα, σε άλλα η ιδιότητα του Κρόνου και σε άλλα η ιδιότητα του Ήλιου, στην οποία επικεντρώνουν την προσοχή τους οι παρατηρητές αυτών των πραγμάτων και αποδίδουν το ένα στη μία και το άλλο στην άλλη δύναμη. Αυτά, λοιπόν, δεν ανήκουν ατομικά στους θεούς αλλά από κοινού – γιατί είναι γεννήματα όλων τους – ούτε υπάρχουν σε εκείνους – γιατί οι δημιουργοί τους δεν τα χρειάζονται -, αλλά «ἐνταῦθα συμπήγνυται» με βάση τις απορροές από εκείνους. Γιατί, λοιπόν, αυτά επιδιώκονται από τους ανθρώπους με τρόπο χωριστό ;; Επειδή οι άνθρωποι «ζωὴν ἔχουσιν ἔνυλον» και τείνουν προς το μερικό απομακρυσμένοι από το καθολικό. Για αυτό, λοιπόν, τον λόγο μεταξύ των ανθρώπων υπάρχει σε μεγάλο βαθμό το δικό μου και όχι το δικό μου, και έχει εκλείψει η ένωση και η κοινωνία της ζωής.
Όπως λέγει ο Πρόκλος, σχετικά με τα όσα λέγονται περί μισθών των φυλάκων, δεν είναι καθόλου θαυμαστό να υπάρχει στις ανθρώπινες ζωές προσφορά, ανταπόδοση και μισθός για την ευποιίας (ευεργεσία). Γιατί κατά το έχει πει ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία, 420.b», ότι δηλαδή σκοπός μας είναι να κάνουμε ευδαίμονα ολόκληρη την πολιτεία και όχι μόνο ένα της γένος/τάξη, όπως για παράδειγμα την τάξη των φυλάκων. Θα πρέπει άλλοι με την πρόνοια  και τη φρόνηση τους να διασώζουν την πολιτεία και άλλοι με την υπουργία τους (υπηρεσία τους) την θητεία τους (εργασία τους) να αποπληρούν «τὰς τοῦ βίου χρείας» των σωτήρων της πολιτείας,  όπως ακριβώς «ἡ ἐν ἡμῖν φύσις πλάττουσα καὶ συνέχουσα τὸ ὄργανον γαλήνην παρασκευάζει τῷ φρονοῦντι πρὸς τὰς αὐτῷ πρεπούσας ἐνεργείας».
Στον Κόσμο, τώρα, ποια ανταπόδοση η ποιος μισθός θα ισχυριστεί ο λόγος μας ότι μπορεί να δοθεί από τα θνητά προς τους ουράνιους θεούς ;; Μήπως όλα αυτά, λοιπόν, είναι χαρακτηριστικά της ανθρώπινης αδυναμίας η οποία δεν έχει την αυτάρκεια, ενώ κάθε θεός είναι αυτάρκης και, επειδή εκτός από την αυτάρκεια έχει την υπερπληρότητα μαζί με την αυτάρκεια, συμπληρώνει τα υποδεέστερα με αγαθά, χωρίς να δέχεται τίποτα από αυτά. Ίσως, όμως, ακόμα και αν το θείο δεν επιδέχεται τίποτα, επειδή είναι αυτάρκες και πλήρες, απαιτεί από εμάς για την ευποιία (ευεργεσία) κάποιους μισθούς και αμοιβές, δηλ. «τὴν ὁμολογίαν τῆς χάριτος καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην», λόγω της οποίας στρεφόμαστε προς τους θεούς και πληρούμεθα με μεγαλύτερα αγαθά. Γιατί το θείο, επειδή είναι αγαθό, θέλει τα πάντα να κοιτάζουν προς εκείνο και να θυμούνται εκείνο, επειδή τα πάντα υπάρχουν από εκείνο και εξαιτίας εκείνου. Γιατί τούτο, η εξάρτηση δηλαδή κάθε όντος από την θεϊκή αιτία, σώζει και όσα έπονται του θείου.
Αν, όμως, τούτα τα ερμηνεύσουμε κατά αυτόν τον τρόπο, ανάγοντας τους μισθούς σε επιστροφές και ομολογίες της χάρητος προς το θείο, πως πλέον θα κάνουμε να συμφωνήσει το ότι οι θεοί «συνδιαιτᾶσθαι» (συγκατοικούν)  και αναλίσκουν από κοινού αυτό τον μισθό ;; Είναι, λοιπόν, καλύτερο να ερμηνεύσουμε τον μισθό από μία πιο φυσική σκοπιά. Επειδή, δηλ., κάποιες απορροές φτάνουν στον θνητό τόπο από εκεί, ενώ κάποιες αναθυμιάσεις κινούνται από εδώ προς τα εκεί, αι επειδή μέσω  αυτών συντελείται η περί τα θνητά δημιουργία, αυτές τις μεταβολές και τις μεταβάσεις των γήινων τις χαρακτήρισε μισθό που τελείται/πληρώνεται από ολόκληρη τη γη προς τον ουρανό, προκειμένου η γέννηση ναι είναι αδιάκοπη. Χαρακτήρισε επίσης «κοινὴν δίαιταν» τη μια σύμπνοια της θεϊκής δημιουργίας και την ομονοητική προμήθεια των εν ουρανό θεών, λόγω της οποίας καταναλώνεται καθετί το εκ γης μεταβάλλον και η γένεσις αλλάζει με ποικίλους τρόπους δια μέσω της χορείας των ουρανίων. Έχοντας και ο Σωκράτης τον νου του σε αυτά θα πει στον πλατωνικό «Τίμαιο, 34.b» ότι ολόκληρο ο Κόσμος είναι «στον εαυτό του φίλος και γνώριμος λόγω της αρετής» και στον «Τίμαιο, 34.b» ότι προφέρει «τη φθορά του εαυτού του σαν τροφή στον εαυτό του».
Ποιος είναι, λοιπόν, ο τελικός σκοπός αυτής της μιας και κοινής ζωής των πολιτών ;; Η αρετή, λέει ο ίδιος, η αρετή, και προφανώς η θεϊκή. Γιατί η αρετή υπάρχει πρώτα στους θεούς και έπειτα από εκείνους κατεβαίνει κάποιο μερίδιο της στα ανώτερα από εμάς γένη και σε εμάς. Ζώντας, λοιπόν, σύμφωνα με αυτήν οι φύλακες του Κόσμου και αμελώντας όλες τις άλλα επιτηδεύματα  – γιατί δεν έχουν τον νου τους σε ανάγκες ούτε έχουν στραμμένη την προσοχή τους προς τα έξω. Γιατί τα πάντα υπάρχουν μέσα τους – διασώζουν τα πάντα και τα συμπληρώνουν με τα ωραία και τα αγαθά, υπηρετώντας με τα ωραία και βοηθώντας τον ένα πατέρα και δημιουργό των πάντων. Επειδή, όμως, αυτοί αφορίζουν (καθορίζουν) το μέτρο στις μεταβολές τις γη, δίχως «ἐξιστάμενοι ἑαυτῶν», αλλά στραμμένοι προς τον εαυτό τους και παραμένοντας στον εαυτό τους, για τον λόγο αυτό έχει χαρακτηρίσει και τον μισθό «μέτριο κατά τους σώφρονες». Γιατί είναι σώφρονες με το να ανήκουν στον εαυτό τους και έτσι βάζουν μέτρο στα κατώτερα, περιέχοντας τις κάθε λογής μεταβολές τους μέσα στη δική τους απλότητα.
Ας δούμε όμως και τι λέει ο αιγύπτιο Ιερέας και τι είναι οι τάξεις αυτές και γιατί άλλες αναφέρει ο Σωκράτης και άλλα ο αιγύπτιος Ιερέας.
Λέγει ο Ιερέας : «Πρώτα θα δεις ότι η τάξη των ιερέων ήταν ξεχωριστή από τις άλλες. Μετά από αυτή είναι η τάξη των δημιουργών/κατασκευαστών, επειδή καθεμία μόνη της δημιουργεί χωρίς να ανακατεύεται με άλλη, η τάξη των βοσκών και η τάξη των κυνηγών και η τάξη των γεωργών. Ακόμη η τάξη των μαχητών εδώ είναι ξεχωριστή από τις άλλες, όπως έχεις ίσως αντιληφθεί, αφού από τον νόμο της επιβλήθηκε να μη νοιάζεται για τίποτα άλλο παρά για τα πολεμικά έργα. – πρῶτον μὲν τὸ τῶν ἱερέων γένος ἀπὸ τῶν ἄλλων χωρὶς ἀφωρισμένον, μετὰ δὲ τοῦτο τὸ τῶν δημιουργῶν, ὅτι καθ᾽ αὑτὸ ἕκαστον ἄλλῳ δὲ οὐκ ἐπιμειγνύμενον δημιουργεῖ, τό τε τῶν νομέων καὶ τὸ τῶν θηρευτῶν τό τε τῶν γεωργῶν. καὶ δὴ καὶ τὸ μάχιμον γένος ᾔσθησαί που τῇδε ἀπὸ πάντων τῶν γενῶν κεχωρισμένον, οἷς οὐδὲν ἄλλο πλὴν τὰ περὶ τὸν πόλεμον ὑπὸ τοῦ νόμου προσετάχθη μέλειν». (Τίμαιος, 24. a.4 – b.3).
Όπως μας λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 150.20 – 156.11», ότι η διακόσμηση/οργάνωση που παραθέτει ο ιερέας είναι μερικότερη από την διακόσμηση/οργάνωση της πολιτείας του Σωκράτη και κυρίως πιο διηρημένη από εκείνη, επειδή μιμείται την μέση/ενδιάμεση δημιουργία. Αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις από το πλήθος και την ποιότητα των τάξεων της πόλης. Γιατί στην πολιτεία του Σωκράτη υπάρχουν τρείς τάξεις, οι φύλακες, οι επίκουροι και οι εργάτες – γιατί η μονάδα ταιριάζει στην δημιουργική τριάδα -, ενώ οι τάξεις που αναφέρει ο ιερέας είναι διπλάσιες, οι ιερείς, οι μαχητές, οι κατασκευαστές, οι γεωργοί, οι βοσκοί και οι κυνηγοί. Γιατί οι ενδιάμεση δημιουργία έχει μαζί το δυαδικό και το τριαδικό στοιχείο. Και οι δύο αριθμοί είναι ταιριαστοί με την Αθηνά, αλλά ο ένας άμεσα στην συγκεκριμένη περίπτωση, σαν τριάδα, ενώ ο άλλος μέσω μιας γένεσης. Με το τρίγωνο, λοιπόν, και με την προέλευση από την τριάδα υποδεικνύει ταυτόχρονα και την υποβάθμιση και τη συγγένεια με τη θεά. Γιατί, μολονότι ολόκληρη η δημιουργία συμμετέχει στην Αθηνά, όμως γεμίζουν περισσότερο από αυτήν τα πρώτα και κορυφαία μέρη του σύμπαντος, η πρώτη δημιουργία και ο πρώτος πατέρας. Έτσι, λοιπόν, αν πάρεις μόνο αυτές τις τάξεις, θα βρεις τον αριθμό συγγενικό με την θεά. Αν, όμως, προσθέσεις και την επιμέλεια της φρόνησης, οπωσδήποτε θα βρεις της επτάδα να ανήκει στην Αθηνά. Γιατί και αυτό είναι πασίγνωστο και η έλλειψη θηλυκότητας της επτάδας έχει εξυμνηθεί και το ότι αποτελείται μόνο από τη μονάδα και ότι η τριάδα και η επτάδα αποτελούν εικόνα κυρίως της Αθηνάς. Η πρώτη επειδή είναι νοητική και στραμμένη προς τον εαυτό της και τα μονάδα, και η δεύτερη επειδή προήλθε μόνο από τον πατέρα. Αυτή, λοιπόν, την ερμηνεία μπορεί να δώσει κάποιος για τους αριθμούς. Πρέπει, όμως, και από την ίδια την ποιότητα των τάξεων να δεις την κατωτερότητα των μεν και την υπεροχή των δε. Γιατί η ιερατική τάξη είναι κατώτερη από την τάξη των φυλάκων, η οποία ανεβαίνει μέχρι την πρωταρχική αιτία, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό 290.d-e» υπήγαγε τους ιερείς στον πολιτικό και δεν τους απέδωσε πολιτική δύναμη. Και η τάξη των μαχητών είναι κατώτερη από την τάξη των επίκουρων. Γιατί η δεύτερη τακτοποιεί τα πράγματα μέσα στην ίδια την πόλη, ενώ η πρώτη επιδιώκει μόνο τους πολέμους και τα πολεμικά έργα και συμμετέχει μόνο σε αυτή την άσκηση. Η τάξη των εργατών έχει διαιρεθεί στις υπόλοιπες τάξεις. Υπερτερεί, λοιπόν, επειδή είναι περιεκτικότερη και επειδή κατά κάποιο τρόπο είναι συνδεδεμένη με τις ανώτερες της τάξεις. Επομένως και από τον αριθμό και από την ποιότητα των τάξεων έχει γίνει σε εμάς φανερό ότι αυτά που παρουσιάζονται εδώ είναι κατώτερα από την σωκρατική πολιτεία και πρέπει να έχουν κατώτερη θέση από εκείνη. Αλλά και στην περίπτωση της σωκρατικής πολιτείας υποθέσαμε τις ανάλογες προς το σύμπαν ως εξής : η τάξη των φυλάκων σε αντιστοιχία με τους ουράνιους θεούς, η τάξη των επίκουρων με τα ανώτερα όντα που είναι οπαδοί/ακόλουθοι των ουράνιων θεών και φρουρούν του σύμπαν, και η τάξη των εργατών με τα όντα που συνέχουν/συγκρατούν την ένυλη φύση και τις μερικές/επιμέρους ψυχές. Και «τὸ μὲν τοῖς ἀπλανέσι, τὸ δὲ τοῖς πλανω μένοις, τὸ δὲ τοῖς ἐνύλοις» (η πρώτη τοποθετείται στην σφαίρα των απλανών, η δεύτερη στην σφαίρα των πλανητών και η  τρίτη στα ένυλα). Αξίζει, όμως, και εδώ να δούμε πως και με ποιόν τρόπο πρέπει τούτες οι τάξεις να νοηθούν μέσα στο σύμπαν. Ο φιλόσοφος Πορφύριος, λοιπόν, τις ταξινομεί ως εξής. Λέει ότι οι ιερείς αναλογούν στους αρχαγγέλους που είναι στραμμένοι προς τους θεούς των οποίων είναι αγγελιοφόροι. Οι μαχητές στους δαίμονες που κατεβαίνουν στα σώματα. Οι βοσκοί στους δαίμονες που είναι τοποθετημένοι στις αγέλες των ζώων και για τους οποίους τα απόρρητα λένε ότι είναι ψυχές που έχασαν τον ανθρώπινο νου και έχουν μια διάθεση προς τα ζώα. Γιατί και στην αγέλη των ανθρώπων υπάρχει ένα κοινός επόπτης και κάποιοι άλλοι επιμέρους, εκ των οποίων άλλοι εποπτεύουν έθνη, άλλοι πόλεις και άλλοι άτομα. Οι κυνηγοί αναλογούν στους δαίμονες που κυνηγούν ψυχές και τις κλείνουν στα σώματα. Αλλά υπάρχουν και μερικοί που χαίρονται με τη κυνήγι των ζώων, όπως παρουσιάζουν την Άρτεμη και ένα πλήθος κυνηγετικών δαιμόνων μαζί της. Οι γεωργοί αναλογούν στους δαίμονες που είναι τοποθετημένοι σαν επόπτες των καρπών. Ολόκληρο αυτό, λοιπόν, το σώμα των υποσελήνιων δαιμόνων που είναι κατανεμημένοι σε πολλά πράγματα έχει ονομαστεί από τον Πλάτωνα «δημιουργικό» επειδή αποβλέπει σε ένα έργο που είτε ήδη υπάρχει ούτε πραγματοποιείται. Ο θεϊκός Ιάμβλιχος, όμως, αφού τα καταδίκασε αυτά ως αντι-πλατωνικά και αναληθή – γιατί ούτε οι αρχάγγελοι έτυχαν πουθενά μνείας από τον Πλάτωνα ούτε οι μαχητές είναι οι ψυχές που κατεβαίνουν στα σώματα. Γιατί δεν πρέπει αυτές να τις θεωρούμε ξεχωριστή τάξη πλάι στους θεούς ή στους δαίμονες. Γιατί είναι παράλογο να τις τοποθετήσουμε στην μεσαία θέση και να τοποθετήσουμε τους θεούς και τους δαίμονες στις τελευταίες δημιουργικές θέσεις. Ούτε οι βοσκοί είναι εκείνοι που έχασαν τον ανθρώπινο νου και απέκτησαν κάποια συγγένεια με τα ζώα. Γιατί δεν προέρχεται από τους ανθρώπους η ουσία των δαιμόνων που εποπτεύουν τη θνητή φύση. Ούτε είναι κυνηγοί αυτοί που κλείνουν την ψυχή στο σώμα σαν σε κλουβί. Γιατί η ψυχή δεν συνδέεται έτσι με το σώμα ούτε είναι φιλοσοφικός αυτός ο τρόπος ερμηνείας, αλλά γεμάτος από βαρβαρική απάτη. Ούτε τους γεωργούς πρέπει να τους αναγάγουμε στην Δήμητρα. Γιατί οι θεοί είναι εξηρημένοι (υπερβατικοί) από τα άμεσα αίτια της φύσης -, αφού, λοιπόν, τα καταδίκασε αυτά, μέσω της ομοιότητας αντιστοιχίζει τους ιερείς με όλες τις δεύτερες ουσίες και δυνάμεις, οι οποίες τιμούν και λατρεύουν τις προηγούμενές τους αιτίες, και τους νομοίς/βοσκούς με όλα τα ανώτερα όντα που μέσα στον Κόσμο έχουν λάβει της εποπτεία της στο σώμα ρεπούσης ζωής και των άλογων δυνάμεων και τις κατανέμουν με τάξη. αντιστοιχίζει τους θηρευτές/κυνηγούς με τις καθολικές δυνάμεις, οι οποίες βάζουν σε τάξη τα κατώτερα μέσω της θήρας (κυνηγιού) του όντως Όντος, και τους γεωργούς με όσα παρασκευάζουν/προετοιμάζουν την τελεσιουργία (αποτελεσματικότητα) των από τον ουρανό φερόμενων επί γη σπερμάτων. Τους μαχητές με όσους ανατρέπουν καθετί άθεο και ενισχύουν το θεϊκό. Αυτά λοιπόν λέει ο θεϊκός Ιάμβλιχος. Κοινό και στους δύο είναι ότι διαιρούν τους δημιουργούς στους βοσκούς, στους κυνηγούς και στους γεωργούς, αλλά δεν παράγουν αι τις τέσσερεις τάξεις απ μία. Γιατί σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να τοποθετήσει κανείς τους νομοίς/βοσκούς ή τους θηρευτές/κυνηγούς κάτω από την τάξη των δημιουργών, αν εξετάσει σωστά τα πράγματα. Είναι, λοιπόν, καλύτερο να κάνουμε την ερμηνεία, όπως ακριβώς έκανε τις διαιρέσεις ο Συριανός, θεωρώντας μια δυάδα των ιερέων και των μαχητών, άλλη δυάδα την τάξη των δημιουργών και των γεωργών, και τρίτη δυάδα την τάξη των βοσκών και των κυνηγών, και αφού υποθέσουμε μια τέτοια διάταξη, να αναζητήσουμε τα υποδείγματά τους. Γιατί η τάξη των ιερέων υπάρχει στους ανάγωγους θεούς (σε αυτούς που ανυψώνουν την ψυχή), η τάξη των μαχητών στους φρουρητικούς θεούς, η τάξη των δημιουργών στους θεούς που διακρίνουν όλα τα Είδη και τους Λόγους (λογικές αρχές) των εγκόσμιων, η τάξητων γεωργών στους θεούς που εξ άνωθεν κινούν την φύση και που τις ψεχές διασπείρουν περί την γένεσιν. Γιατί και ο Πλάτων , στον «Τίμαιο, 41.e &  42.d», ονομάζει σπορά «τὴν εἰς γένεσιν πτῶσιν τῆς ψυχῆς» και η σπορά είναι πάρα πολύ γνώριμη στους γεωργούς, όπως ακριβώς και η σύλληψη είναι πάρα πολύ γνώριμη στα γεννήματα της Φύσης. Η τάξη των βοσκών βρίσκεται μέσα στους θεούς που εποπτεύουν διαιρεμένα όλα τα είδη της ζωής «τὰ ἐν τῇ γενέσει φερόμενα». Γιατί και στον «Πολιτικό, 271.d» ο ίδιος ο Πλάτων μας έχει διδάξει για κάποιους θεϊκούς νομοίς/βοσκούς. Και η τάξη των θηρευτών/κυνηγών στους θεούς που «τὰ ἔνυλα πάντα πνεύματα διατάττουσι». Γιατί και εκείνα «θηρία» συνηθίζουν να τα αποκαλούν οι θεολόγοι. Και όλες αυτές οι τάξεις ταιριάζουν στην μεσαία δημιουργία, «τὸ ἐπιστρεπτικόν, τὸ φρουρητικόν, τὸ τὰς ψυχικὰς λήξεις διέπον, τὸ τὰ εἴδη τῆς ζωῆς διακυβερνῶν τὰ γενεσιουργά, τὸ δημιουργικὸν πᾶν καὶ τῶν ἐνύλων εἰδοποιόν, τὸ τῶν ἐσχάτων πνευμάτων τακτικόν» (η φρουρητική, αυτή που καθορίζει την μοίρα των ψυχών, αυτή που κυβερνά τα γενεσιουργά είδη της ζωής, ολόκληρη η τάξη που δημιουργεί και δίνει είδος στα υλικά, η τάξη που τακτοποιεί τα τελευταία πνεύματα). Από όλες αυτές τις τάξεις πρέπει να θεωρήσουμε διαφορετικό «τὸ τῆς φρονήσεως ἐπιμελούμενον καὶ θεωρητικόν» (αυτή που επιμελείται την φρόνηση και είναι θεωρητική), το οποία και ο ίδιος ο αιγύπτιος ιερέας μετά από όλες θα την εξυμνήσει, αφού ανέφερε πρώτη την τάξη των ιερέων σαν ιερέας. Επτά είναι, λοιπόν, όλες οι τάξεις, και η μονάδα είναι ξεχωριστοί από την εξάδα, και η πρώτη αντιστοιχεί στον ένα Νου ο οποίος συνέχει την δημιουργία των γεννητών όντων, ενώ η δεύτερη αντιστοιχεί «τοῖς ὑπ᾽ αὐτὸν μερικωτέροις ἔθνεσιν» [στις πιο επιμέρους τάξεις που υπάρχουν κάτων από αυτών], στις ανυψωτικές (ἀναγωγοῖς), «φρουρητικοῖς, εἰδοποιοῖς, ζῳοποιοῖς, ἀγελάρχαις τῆς ἡμέρου ζωῆς, κρατητικοῖς τῆς θηριώδους φύσεως» (στις φρουρητικές, στις ειδοποιούς, στης ζωοποιές, στους αγελάρχες της ήμερης ζωής και στους κυρίαρχους της θηριώδους φύσης) που και στο σύμπαν έχουν διακριθεί από τις απλές οντότητες. Και στους ανθρώπους, λοιπόν, μπορεί να τα δει κανείς αυτά, πρωταρχικά στους Αθηναίους και ακολούθους στους Σαϊτες, αφού καθένας πραγματοποιεί ξεχωριστά το δικό του έργο σύμφωνα με τη διαίρεση των τάξεων. Γιατί αυτά δηλώνει το «ξεχωριστή από τις άλλες», που λέγεται, προκειμένου να εννοήσουμε ότι η αμιγής καθαρότητα των τάξεων προχωρά μέσω της υφέσεως από ψηλά μέχρις της τελευταίες βαθμίδες. Ολόκληρη λοιπόν αυτή η τετράδα, λέει ο Πρόκλος, έχει την τρίτη θέση στην τριμερή χωρισμό των γενών (τάξεων), αλλά τώρα έχει απαριθμηθεί δεύτερη από τον Πλάτωνα, προκειμένου και με αυτή την αναφορά η αφήγηση να μιμηθεί το σύμπαν, στο οποίο το τελευταίο βρίσκεται στη μέση και περιέχεται ολόγυρα από θεϊκότερα όντα. Γιατί τα υλικότερα και πυκνότερα σώματα έχουν τοποθετηθεί στη μέση από τη δημιουργία. Γιατί με δυσκολία έτσι μπορούν να σωθούν διευθετούμενα ολόκληρα και φρουρούμενα από όλα όσα τα περικλείουν. Και εδώ βέβαια προστίθεται ότι η τάξη των δημιουργών δεν ανακατεύεται με τις υπόλοιπες ούτε παρομοίως κι εκείνες με τους κατασκευαστές, αλλά καθεμία μένει στον εαυτό της και στην καθαρότητά της. Γιατί αυτό όχι μόνο επιφέρει την ακρίβεια στις εργασίες τους και την επιτυχία στα έργα τους, αλλά και την συνεργασία μεταξύ των πολιτών. Γιατί οι πάντες θα χρειάζονται τους πάντες, επειδή καθένας δεν ασκεί πολλές τέχνες. Γιατί θα χρειαστεί ο δημιουργός τον γεωργό, ο γεωργός τον βοσκό, ο βοσκός τον θηρευτή/κυνηγό, ο θηρευτής/κυνηγός τον δημιουργό, και επειδή έτσι ο καθένας θα χρειάζεται τον άλλον, δεν θα είναι άσχετος από αυτούς. Υπάρχει λοιπόν η ταυτότητα μαζί με την διαφορετικότητα και η διάκριση μαζί με την ένωση. Βέβαια, και προ πάντων στην περίπτωση της τάξης των μαχητών είναι κατάλληλη η καθαρότητα και η διάκριση. Γιατί είναι συγγενική με την άχραντη τάξη η οποία αποκόπτει καθετί υλικό και εξαφανίζει τα ελαττώματα. Δικαιολογημένα, λοιπόν, και αυτή η τάξη ασχολείται με τον πόλεμο. Γιατί χάρη σε αυτήν η πόλη μένει ασφαλής από όσους προσπαθούν από έξω και από μέσα να τη βλάψουν, και αυτή περιβάλλει την πόλη με τη φρουρά της, μιμούμενη τη φρουρητική τάξη. Γιατί, όπως μαζί με τον πρώτο δημιουργό, έτσι και μαζί με τον μεσαίο υπάρχει η φρουρητική θεότητα. Αυτό, λοιπόν, μπορούμε να το εξάγουμε από την θεολογία. Ως νόμο βέβαια μέσα στο σύμπαν πρέπει να εννοήσουμε τον θεσμό που πηγάζει από την μια δημιουργική νόηση. Γιατί και πριν από τους εγκόσμιους νόμους υπάρχει ο δημιουργικός νόμος που εδρεύει πλάι στον Δια και τακτοποιεί μαζί του ολόκληρη την πρόνοια μέσα στο σύμπαν.
------------------------------
[1] Τα τρία αυτά είναι οι τρείς βαθμίδες των νοητών-νοητικών θεών που ενώ χαρακτηρίζονται νοητικά είναι νοητά. Πρόκειται για το νοητό σχήμα και τη νοητή περιφορά που αποτελούν την ιδέα των ορατών σχηματισμών των αστερισμών και των ορατών περιόδων του ορατού ουρανού.