Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (431-458)

ΤΡ. ἄγε δή, σὺ ταχέως ὕπεχε τὴν φιάλην, ὅπως
ἔργῳ ᾽φιαλοῦμεν εὐξάμενοι τοῖσιν θεοῖς.
ΕΡ. σπονδὴ σπονδή·
εὐφημεῖτε εὐφημεῖτε.
435 σπένδοντες εὐχόμεσθα τὴν νῦν ἡμέραν
Ἕλλησιν ἄρξαι πᾶσι πολλῶν κἀγαθῶν,
χὤστις προθύμως ξυλλάβοι τῶν σχοινίων,
τοῦτον τὸν ἄνδρα μὴ λαβεῖν ποτ᾽ ἀσπίδα.
ΤΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἐν εἰρήνῃ διαγαγεῖν τὸν βίον,
440 ἔχονθ᾽ ἑταίραν καὶ σκαλεύοντ᾽ ἄνθρακας.
ΕΡ. ὅστις δὲ πόλεμον μᾶλλον εἶναι βούλεται,
μηδέποτε παύσασθ᾽ αὐτόν, ὦ Διόνυσ᾽ ἄναξ,—
ΤΡ. ἐκ τῶν ‹γ᾽› ὀλεκράνων ἀκίδας ἐξαιρούμενον.
ΕΡ. κεἴ τις ἐπιθυμῶν ταξιαρχεῖν σοὶ φθονεῖ
445 εἰς φῶς ἀνελθεῖν, ὦ πότνι᾽, ἐν ταῖσιν μάχαις—
ΤΡ. πάσχοι γε τοιαῦθ᾽ οἷάπερ Κλεώνυμος.
ΕΡ. κεἴ τις δορυξὸς ἢ κάπηλος ἀσπίδων,
ἵν᾽ ἐμπολᾷ βέλτιον, ἐπιθυμεῖ μαχῶν,—
ΤΡ. ληφθείς ‹γ᾽› ὑπὸ λῃστῶν ἐσθίοι κριθὰς μόνας.
450 ΕΡ. κεἴ τις στρατηγεῖν βουλόμενος μὴ ξυλλάβοι
ἢ δοῦλος αὐτομολεῖν παρεσκευασμένος,—
ΤΡ. ἐπὶ τοῦ τροχοῦ γ᾽ ἕλκοιτο μαστιγούμενος.
ΕΡ. ἡμῖν δ᾽ ἀγαθὰ γένοιτ᾽. ἰὴ παιών, ἰή.
ΤΡ. ἄφελε τὸ παίειν, ἀλλ᾽ ἰὴ μόνον λέγε.
455 ΕΡ. ἰὴ ἰὴ τοίνυν, ἰὴ μόνον λέγω.
ΤΡ. Ἑρμῇ, Χάρισιν, Ὥραισιν, Ἀφροδίτῃ, Πόθῳ.
ΕΡ. Ἄρει δὲ μή. ΤΡ. μή. ΕΡ. μηδ᾽ Ἐνυαλίῳ γε. ΤΡ. μή.
ΕΡ. ὑπότεινε δὴ πᾶς καὶ κάταγε τοῖσιν κάλῳς.

***
ΤΡΥ., στον Ερμή.
Για κράτα το καυκί, κρασί να βάλω,
κι έτσι να καυκηθούμε, αφού δεηθούμε,
για του έργου αυτού το ευτυχισμένο τέλος.
ΕΡΜ. Σπονδή, σπονδή·
ιερή σιωπή, ησυχία!
ΚΟΡ. Με τη σπονδή μας δεόμαστε να γίνει
αρχή αγαθών η μέρα αυτή στους Έλληνες,
και στα σκοινιά όποιος πρόθυμα βοηθήσει,
αυτός ποτέ να μη σηκώσει ασπίδα.
ΤΡΥ. Ειρηνική ζωή με μια ερωμένη
440 να ζήσει και σκαλίζοντας το … τζάκι.
ΕΡΜ. Μα, αφέντη Διόνυσε, όποιος προτιμάει
τον πόλεμο, ποτέ του να μην πάψει…
ΤΡΥ. αγκίδια απ᾽ τους αγκώνες του να βγάζει.
ΕΡΜ. Κι αν κανενός, ω σεβαστή, απ᾽ τον πόθο
για να γίνει ταξίαρχος, δεν τ᾽ αρέσει
να βγεις εσύ στο φως, αυτός στη μάχη…
ΤΡΥ. ό,τι έπαθε ο Κλεώνυμος να πάθει.
ΕΡΜ. Κι αν κανείς κονταράς ή ασπιδοπώλης,
για να ᾽χει τζίρο, επιθυμεί τις μάχες…
ΤΡΥ. σκλάβος ληστών, να τρώει κριθάρι σκέτο.
450 ΕΡΜ. Κι αν ένας δε βοηθά απ᾽ τον πόθο να είναι
στρατηγός, ή σκαστός να πάει σα δούλος…
ΤΡΥ. να τρώει καμτσίκι στον τροχό δεμένος.
ΕΡΜ. Κι εμείς καλό να δούμε. Ιώ παιάνα!
ΤΡΥ. Φτάνει το «ιώ» κι ας λείπει αυτή η παγάνα.
ΕΡΜ. Ω ιώ, λοιπόν, ω ιώ μονάχα λέω.
ΤΡΥ., χύνοντας σπονδή.
Του Ερμή, της Αφροδίτης, και του Πόθου,
των Ωρών, των Χαρίτων… ΕΡΜ. Όχι του Άρη.
ΤΡΥ. Όχι. ΕΡΜ. Και μήτε του Ενυάλιου. ΤΡΥ. Μήτε.
ΕΡΜ. Τώρα όλοι τέντα τα σκοινά και βίρα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΚΛΥΜΕΝΗ - ΑΕΡΟΠΗ

ΚΛΥΜΕΝΗ

Κόρη του Κατρέα, σύζυγος του Ναύπλιου κατά μία εκδοχή που συνδέει την Κρήτη με την Πελοπόννησο. Σε αυτή την εκδοχή είναι μητέρα του Παλαμήδη, του Οίακα και του Ναυσιμέδοντα.
 
ΑΕΡΟΠΗ
 
Κόρη του βασιλιά Κατρέα και της Φρονίας. Και από αυτή την κόρη προσπάθησε ο Κατρέας να απαλλαχτεί, όπως και από τα άλλα τρία παιδιά του, την Κλυμένη, την Απημοσύνη και τον Αλθαιμένη, όταν πήρε χρησμό ότι κάποιο από τα παιδιά ή τα εγγόνια του θα τον σκότωναν. Έδωσε την Αερόπη, μαζί με την αδελφή της Κλυμένη, στον περαστικό από το νησί ναυτικό Ναύπλιο, για να τις πουλήσει σαν δούλες μακριά από την Κρήτη ή για να τις πετάξει στη θάλασσα και να πνιγούν. Η μεταστροφή του Ναύπλιου έφερε και τους τρεις στο Ναύπλιο, όπου ο ίδιος παντρεύτηκε την Κλυμένη και η Αερόπη τον Πλεισθένη, από τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. (Απολλόδωρος 3.12-16) Άλλη εκδοχή του μύθου αποδίδει την απομάκρυνση της Αερόπης από το νησί του πατέρα της στο γεγονός ότι την είχε ατιμάσει ένας δούλος, γι' αυτό και ο Κατρέας ζήτησε από τον Ναύπλιο να την πνίξει. Ή ότι δεν ήταν σύζυγος του Πλεισθένη αλλά του Ατρέα. Γι' αυτό και ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος αποκαλούνται Πλεισθενίδες ή Ατρείδες. Αποτέλεσμα συμβιβασμού είναι η παράδοση που θέλει τον Πλεισθένη πατέρα των παιδιών της Αερόπης αλλά μετά τον θάνατό του να αναλαμβάνει την ανατροφή τους ο γιος του (ή πατέρας του) Ατρέας.
 
Στη διάρκεια του γάμου της με τον Ατρέα ερωτεύτηκε τον αδελφό του άνδρα της και κουνιάδο της Θυέστη και υπήρξε ερωμένη του. Πείστηκε από τον Θυέστη, ή με δική της πρωτοβουλία, και του έδωσε τη χρυσή προβιά, που αποτελούσε το σύμβολο εξουσίας που εξασφάλιζε τη βασιλεία στον Ατρέα. Έτσι, με δόλο το βασίλειο περιήλθε στην εξουσία του. Όμως ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία και τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα. Η Αερόπη τελικά πνίγηκε, αφού είχε αποφύγει τον πρώτο πνιγμό από τον Ναύπλιο φεύγοντας από την Κρήτη.

Η Ελληνική Γλώσσα είναι η Αρχαιότερη στον Κόσμο!

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα... βιβλίο Γκίνες
 
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της...πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς).Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική. (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
 
Tο πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της Δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.
 
Έτερο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η …οικογένεια, και ο δάσκαλος,  αντικαταστάθηκαν από την τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος. (Αντώνης Κουνάδης, ακαδημαϊκός)
 
Το CNN σε συνεργασία με την εταιρεία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο πρόγραμμα εκμάθησης ελληνικών προς τους αγγλόφωνους και ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η ελληνική εντείνει το ορθολογικό πνεύμα, ξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους πολίτες προς την δημιουργικότητα.
 
Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες και οι λέξεις μιας γλώσσας, γιατί κανένας δε θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα.
 
Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. τις: α, αβ, βα, βρα, βε, ου. ) που έχει η κάθε γλώσσα.
 
Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους: α, β, γ.) που έχει η κάθε γλώσσα βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τ, δ, θ, π, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ , όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δε διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ.: «τίχι» = τείχη, τοίχοι, τύχη, τύχει, «καλί» = καλοί & καλή & καλεί.
 
Επομένως, δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι και οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων.
 
Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατάφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, για να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το αιγυπτιακό και το ελληνικό.
 
Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων: Α(α), Β(β), Γ(γ). και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των: Ω(ο) & Ο(ο), Η(η) & Υ(υ) & Ι(ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ.), άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις, πρβ π.χ.: τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.
 
Παράβαλε π.χ. ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με τα – ο,ι,η, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο.
 
Παράβαλε ομοίως ότι στην ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή.
 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 
Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μηνωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2000 π.Χ. ώς το 1650 π.Χ.
 
Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.
 
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία Ελληνική γλώσσα. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία».
 
Ο μεγάλος διδάσκαλος του γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά».
 
Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην διατηρήθηκαν ατόφιες, άλλα έχουν μείνει στην γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους.
 
Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα δέρκομαι (βλέπω) αλλά χρησιμοποιούμε την λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη αυδή (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα.
 
Επίσης, σήμερα δεν λέμε λωπούς τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει (δύει) το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) για να σε κλέψει».
 
Η Γραμμική Β’ είναι και αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, αποκρυπτογράφησε βάση κάποιων ευρημάτων την γραφή αυτή και απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική…
 
Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.
 
Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμα και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα όπως κάνουμε και στα μαθηματικά βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.
 
Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμική Β’ γράφεται «ANEMO», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β’ «RAPTE», «EREMO», «TEMENO», και πολλά άλλα παραδείγματα.
 
Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες, οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π.Χ., έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», λευκώλενος», «ωκύμορος», κτλ;
 
Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου» μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλέους, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια…» Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία»…
 
Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δύο λογοτεχνικά αριστουργήματα, είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπίς, Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις…) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους.
 
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
 
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα).
 
Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων
δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο.

Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων», ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν: «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρει αυτές που χρειάζεται».
 
Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».
 
Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».
 
Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ. περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.
 
Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ
 
Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά.
 
Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.
 
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.
 
Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική.
 
Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα.
 
Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν.
 
Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης: «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, π.χ.: «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω… «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…»
 
Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πώς είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;
  
Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ
 
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους.
 
Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι’ αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
 
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει.
 
Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα.
 
Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
 
Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία.
 
Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη.
 
Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).
 
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
 
ΓΛΩΣΣΑ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
 
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
 
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
 
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί).
 
Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.
 
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης.
 
Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.
 
Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
 
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
 
Η ΣΟΦΙΑ

Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
 
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
 
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή +έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
 
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
 
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη.
 
Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας.
 
Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».
 
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του.
 
Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
 
Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά.
 
Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…
 
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση (=γιατρειά).
 
Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε.
 
Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία.
 
Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…
 
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο.
 
Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
 
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
 
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.
 
Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
 
Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
 
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
 
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:
 
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
 
 Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
 
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
 
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
 
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
 
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».
 
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
 
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.
 
Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Οι προσδοκίες μας μέσα σε μία σχέση

Σχέση: Ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους. Οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων. Ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο. Η επαφή, η επικοινωνία.

Η αλήθεια είναι ότι όταν δύο άνθρωποι ξεκινούν μία σχέση, ο καθένας έχει ήδη συγκεκριμένες προσδοκίες από τον άλλον.

Ποιές είναι οι προσδοκίες μας από μία σχέση

Μπαίνουμε στη σχέση κουβαλώντας το παρελθόν μας, τους φόβους μας, τις ανησυχίες μας, το άγχος να μην πληγωθούμε ξανά ή την επιθυμία (που συχνά γίνεται ανησυχία) για να επιβεβαιωθούν τα θέλω μας.

Μπαίνουμε στη σχέση κουβαλώντας τους μηχανισμούς άμυνας μας, θεωρώντας με αυτό τον τρόπο ότι θα προστατευτούμε.

Γοητευόμαστε από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του συντρόφου μας, από συμπεριφορές ή αντιδράσεις, που σχετίζονται συνήθως:
  • Με δικούς μας διακαείς πόθους
  • Με πράγματα που μας φαίνονται οικεία
  • Με πράγματα που μας κάνουν να νιώθουμε ασφάλεια
  • Με χαρακτηριστικά που θαυμάζουμε και μας έλκουν
  • Με απωθημένα μας, τα οποία μπορεί να μην έχουμε τολμήσει να υλοποιήσουμε
Προβάλλουμε πάνω του αυτά που ονειρευόμαστε, αυτά που φαντασιωνόμαστε, αυτά που προσδοκάμε, αυτά που εμείς θέλουμε να προσφέρουμε χωρίς όρια στον άλλον.

Και χτίζουμε σταδιακά ολοένα και περισσότερες προσδοκίες. Αφήνουμε τον εαυτό μας να επενδύσει, να ονειρευτεί, να απολαύσει και να αφεθεί.

Τι γίνεται όταν ο σύντροφος μας δεν ανταποκρίνεται;

Τι γίνεται όμως αν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι ο σύντροφος μας δεν ανταποκρίνεται σε αυτά που εμείς σκεφτόμαστε ή αρχίζει και μειώνει τη συμμετοχή του, την επικοινωνία του, την εκδήλωση του ενδιαφέροντος;

Συνήθως σε αυτό το σημείο γεννάται η απογοήτευση, ο θυμός, η θλίψη, η ματαίωση.

Η απογοήτευση ότι εμείς προσφέρουμε περισσότερα από τον άλλον, η σύγκριση ανάμεσα σε αυτά που προσφέρει ο κάθε σύντροφος.

Μήπως όμως με αυτό τον τρόπο το μόνο που καταφέρνουμε είναι να αυξάνουμε συνεχώς τις απαιτήσεις μας από τον άλλον και να του ζητάμε πράγματα, τα οποία είτε δεν είναι διατεθειμένος είτε δεν μπορεί να δώσει;

Μήπως αυξάνεται το αίσθημα της απογοήτευσής μας για την σχέση και νιώθουμε ενοχές για αυτά που προσφέρουμε και για αυτά που ο άλλος δεν μας δίνει;

Μήπως σταδιακά απομακρύνουμε τον σύντροφό μας;

Μήπως καταλήγουμε να γίνουμε η εκδοχή του εαυτού μας, που δεν αρέσει ούτε σε μας τους ίδιους;

Οι ρεαλιστικές προσδοκίες μέσα στη σχέση

Η αλήθεια είναι ότι το χτίσιμο ρεαλιστικών προσδοκιών μέσα σε μία σχέση είναι βασικός πυλώνας προσωπικής επιτυχίας αλλά και επιτυχίας της σχέσης.

Και αυτό γιατί με αυτό τον τρόπο:
  • Σεβόμαστε τις ανάγκες του άλλου
  • Ακούμε τα θέλω του
  • Προστατεύουμε τον εαυτό μας από την συνεχή απογοήτευση
  • Αναγνωρίζουμε πιθανή ασυμβατότητα μεταξύ μας και διαφορές στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά μας.
Είναι βασικό λάθος μιας σχέσης να περιμένουμε συνέχεια ο σύντροφός μας να αλλάξει. Και αυτό γιατί καθοδηγούμαστε από το συναίσθημά μας και σταματάει να επικρατεί η αντικειμενικότητα.

Γινόμαστε υποκειμενικοί, ελπίζουμε, προσπαθούμε συνέχεια να διορθώσουμε και θυμώνουμε που ο σύντροφός μας δε διορθώνει ή δεν αλλάζει.

Ο σύντροφός μας για να αλλάξει:

θα πρέπει να το θέλει κατά κύριο λόγο ο ίδιος,
θα πρέπει να συνειδητοποιεί τα λάθη του και
θα πρέπει να μπορεί να μπει στη θέση μας και να νιώσει την επίπτωση των συμπεριφορών του πάνω μας και πάνω στη σχέση μας.

Τι μπορούμε να κάνουμε για τη σχέση μας

Ας επιλέξουμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και με μία ολοκληρωμένη αυτοκριτική να δούμε τα δικά μας θέλω, τα θέλω του συντρόφου μας, τα δικά μας μπορώ, τα μπορώ του συντρόφου μας.

Η επικοινωνία και η συζήτηση είναι βασικό θεμέλιο μιας σχέσης, ακόμα και αν με αυτό τον τρόπο δούμε ότι οι διαφορές μας μέσα στη σχέση είναι ασύμβατες. Άλλες φορές μας βοηθάει να δούμε τα πεδία που και οι δύο μπορούμε να κάνουμε πίσω και να συμβιβαστούμε και άλλες φορές μας κινητοποιεί να πάρουμε μία απόφαση.

Ας αποδεχτούμε ότι ο καθένας μας έχει την δική του προσωπικότητα, το δικό του παρελθόν και τις δικές του προσδοκίες. Υπάρχει λοιπόν μεγάλη πιθανότητα να μην έχουμε τις ίδιες προσδοκίες από τη σχέση αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποδεχτούμε. Το επόμενο βήμα είναι να δούμε αν αυτό είναι κάτι που μας ικανοποιεί.

Αν δούμε ότι εμείς μόνιμα προσπαθούμε να πείσουμε το σύντροφό μας να γίνει κάτι που δε μπορεί, είναι καλό να αναζητήσουμε τους λόγους που το κάνουμε. Μήπως κρύβονται από πίσω αιτίες όπως η αυτοεικόνα μας, ο φόβος της απώλειας και ο φόβος της απόρριψης; Η αναζήτηση βοήθειας σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει μόνο, βοηθητικά.

Ένας “κανονικός” άνθρωπος

Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα η λέξη “κανονικός”, όμως η αλήθεια είναι πως δεν βρήκα κάποια καταλληλότερη για να περιγράψω το είδος αυτών των ανθρώπων. Δεν θέλω να σου μιλήσω για ανθρώπους μαχητές, δυνατούς ή εντυπωσιακούς. Εξάλλου τα έχουμε ξαναπεί για εκείνους.

Απόψε θέλω να αναφερθώ σε εκείνον τον άνθρωπο που δεν χρειάζεται να πει πολλά για να σε πείσει. Τα λόγια του είναι λίγα, απλά και σταράτα. Ξέρει πώς να φερθεί σε κάθε περίσταση ακριβώς επειδή δεν χρειάστηκε ποτέ να υιοθετήσει κάποια συμπεριφορά.

Είναι αυτός που είναι, όχι αυτός που θα ήθελες εσύ. Ίσως κάποιες φορές σε ενοχλεί αυτό, όμως εκείνος δεν δίνει δεκάρα γιατί αυτό που για σένα είναι παράξενο, για εκείνον είναι δεδομένο. Έχει λίγη παραπάνω αγάπη μέσα του και δεν ντρέπεται καθόλου γι’ αυτό.

Πολλές φορές, δεν τον αναγνωρίζεις κι αυτό συμβαίνει επειδή εκείνος ο άνθρωπος δεν θέλει να φανεί. Τα μάτια του κοιτούν πάντα ψηλά όμως το κεφάλι του στέκεται χαμηλότερα.

Δεν έχει θράσος, παρά μόνο θάρρος. Θάρρος να είναι αυθεντικός. Πόσο σπάνιο πράγμα, ε; Ξέρεις, ίσως τελικά το παράξενο να είναι αυτό. Πως το να είσαι ένας τέτοιος άνθρωπος τη σήμερον ημέρα φαίνεται απίθανο.

Λένε πως «την τελευταία μέρα σου σε αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος που είσαι θα συναντήσει εκείνον που θα ήθελες να γίνεις». Αν είναι αλήθεια, τότε κι εγώ θα ήθελα να συναντήσω εσένα. Ναι. Αυτό θα ήθελα να γίνω στην ζωή μου. Τόσο “κανονική” όσο εσύ. Σ’ ευχαριστώ που μου το θύμισες.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Στις δυσκολίες επιστράτευσε τη λογική

Όλοι μας είμαστε δεμένοι με την τύχη. Μερικοί έχουν δεθεί με χαλαρή και χρυσή αλυσίδα, άλλοι με σφιχτή, καμωμένη από ευτελέστερο μέταλλο` ποια σημασία όμως έχει αυτό; Η ίδια αιχμαλωσία μάς κρατά όλους στα δεσμά της, γιατί και όσοι έδεσαν άλλους έχουν και οι ίδιοι δεθεί – εκτός αν νομίζεις ότι η αλυσίδα στο αριστερό χέρι είναι ελαφρότερη. Κάποιοι δένονται με το δημόσιο αξίωμά τους, άλλοι με τον πλούτο τους` μερικοί φέρουν τα δεσμά της υψηλής τους καταγωγής, άλλοι της ταπεινής` κάποιοι υποκλίνονται μπροστά σε ξένο βασίλειο, άλλοι μπροστά στο δικό τους` μερικοί υποχρεώνονται να παραμείνουν σε έναν τόπο εξόριστοι, άλλοι παραμένουν ως ιερείς.

Ολόκληρη η ζωή είναι μια δουλεία. Γι’ αυτό θα πρέπει κανείς να συμφιλιωθεί με τον κλήρο που του έλαχε, να παραπονιέται γι’ αυτόν όσο γίνεται λιγότερο και να κρατά για τον εαυτό του όποιο καλό του τύχει` καμιά κατάσταση δεν είναι τόσο πικρή, ώστε να μην μπορεί ένα ήρεμο μυαλό να βρει κάποια παρηγοριά σ’ αυτήν. Ακόμα και οι μικροί χώροι με έναν επιδέξιο σχεδιασμό συχνά αποκαλύπτουν περισσότερες χρήσεις` και η προσεκτική εκμετάλλευση του χώρου μπορεί να τον κάνει κατοικήσιμο, ακόμα κι αν είναι πολύ μικρών διαστάσεων. Στις δυσκολίες επιστράτευσε τη λογική` έχεις τη δυνατότητα να απαλύνεις τα σκληρά και να διευρύνεις τα στενά, έτσι που τα βάρη να ασκούν τελικά μικρότερη πίεση σε όσους τα υποφέρουν με δεξιότητα.

Θα πρέπει ακόμα να μη στέλνουμε τις επιθυμίες μας σε μακρινά ταξίδια, αλλά να τους επιτρέπουμε να έχουν προσπέλαση στα κοντινά, μια και δεν πρόκειται βέβαια να ανεχθούν να τις αποκλείσουμε εντελώς. Αφήνοντας κατά μέρος εκείνα τα πράγματα που είτε δεν μπορούν να γίνουν είτε μπορούν να γίνουν μόνο με δυσκολία, ας επιδιώξουμε όσα βρίσκονται κοντά μας και προκαλούν τις ελπίδες μας, ας έχουμε όμως συνειδητοποιήσει ότι όλα τους είναι εξίσου ασήμαντα, διαφέρουν εξωτερικά ως προς την εμφάνιση, είναι όμως το ίδιο μάταια στο εσωτερικό τους. Και ας μη φθονούμε αυτούς που στέκονται σε υψηλότερες θέσεις` όπου υπάρχουν ύψη, υπάρχουν και γκρεμοί.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Chindogu

Δεν παύω να αναρωτιέμαι αν η ζωή πράγματι γίνεται καλύτερη μέρα με τη μέρα. Το μεγαλύτερο μέρος της Σιγκαπούρης έμοιαζε με ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, γεμάτο ανθρώπους που πουλούσαν και άλλους που αγόραζαν. Μεγάλο μέρος από αυτό το ΑΕΠ, σκέφτηκα, δεν ήταν παρά chindogu, μια λέξη που χρησιμοποιούν οι Ιάπωνες για να περιγράψουν όλα τα άχρηστα μικροπράγματα που αγοράζουμε, όπως υαλοκαθαριστήρες για τα γυαλιά μας – το αγαπημένο μου παράδειγμα. Αλλά ο όρος chindogu αναφέρεται και στο επιπλέον ζευγάρι παπούτσια που δεν μου είναι απαραίτητα, τις είκοσι γραβάτες που κρέμονται στην ντουλάπα μου και δεν φορώ ποτέ, τα βιβλία που παραγγέλνω από το Amazon.com σε μια παρόρμηση, αλλά δεν μπαίνω ποτέ στον κόπο να διαβάσω, ή όλα αυτά τα ακριβά προϊόντα που εξυπηρετούν την «ωνιο-θεραπεία» του γιου μας.

Ο όρος chindogu αποτελεί ένα από τα πρώτα σημάδια του προβλήματος υπερβολής του καπιταλισμού. Η οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ξοδεύουν όλο και περισσότερα χρήματα. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας για όλο και περισσότερους ανθρώπους, γεννά περισσότερα χρήματα για να ξοδέψει κανείς σε περισσότερα πράγματα, και η σπείρα της ανάπτυξης συνεχίζει να ανεβαίνει. Είναι αυτό το είδος σπείρας που η Αμερική είχε την τύχη να απολαύσει στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και, με μερικά σκαμπανεβάσματα, αποτελεί την ιστορία της διεθνούς οικονομίας τα τελευταία 50 χρόνια. Δύσκολα κανείς θα το χαρακτήριζε ως πρόβλημα.

Και ούτε είναι, όσο υπάρχουν όλο και περισσότερες ορέξεις που αναζητούν την ικανοποίηση. Ο καπιταλισμός παραπαίει όταν μειώνεται η ζήτηση, όταν υπερβαίνουμε τις ανάγκες μας και δεν μπορούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι θέλουμε περισσότερα απ’ όσα έχουμε. Μια τέτοια τρεκλίζουσα καταναλωτική ζήτηση αποτέλεσε το πρόβλημα της Ιαπωνίας στη δεκαετία του ’90, και οδήγησε την κυβέρνηση να προτείνει την παροχή κουπονιών προκειμένου να δελεάσει τον κόσμο να μπει στα καταστήματα και να ψωνίσει. Τα νέα προϊόντα και οι νέες εκδόσεις τους, γαργαλούν την όρεξή μας και κρατούν ζωντανή τη ζήτηση. Την ίδια επίδραση ασκεί και η επιθυμία μας να αποκτήσουμε ό,τι έχουν και οι άλλοι, ή να αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουν. Η μόδα, με τον τρόπο που προωθείται από τη διαφήμιση, είναι ένα σημαντικό διεγερτικό της ζήτησης, όπως άλλωστε και η ζήλια.

Είχα αρκετές γνώσεις Οικονομικών, ώστε να αναγνωρίσω ότι το chindogu εξασφάλιζε θέσεις εργασίας και χρήμα για ξόδεμα, αλλά κάτι μέσα μου ανησυχούσε για όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα, το χάσιμο χρόνου των ανθρώπων αλλά και για τη σπατάλη των υλικών. Δεν θα πρέπει να είναι και τόσο ευχάριστο να στέκεσαι όλη τη μέρα σε ένα τέτοιο εμπορικό κέντρο, συχνά και ολόκληρη τη νύχτα, προσπαθώντας να πουλήσεις chindogu, όσο και αν αυτό έχει πέραση. Ούτε θα πρέπει να είναι ευχάριστο να είσαι κάποιος από αυτούς που το παράγουν σε ένα εργοστάσιο ή, στις μέρες μας, να είσαι καθηλωμένος σε ένα τηλεφωνικό κέντρο υποστηρίζοντας μια ακόμα άχρηστη ιστοσελίδα. Δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να περνάς τη ζωή σου, σκέφτηκα, ακόμα και αν σου παρέχει τα προς το ζην.

Ένα μέρος του εαυτού μου ανησυχούσε επίσης για έναν κόσμο όπου οι πλούσιοι είναι εγκλωβισμένοι στη σπείρα της ανάπτυξης και της αυξανόμενης χλιδής, ενώ πάνω από 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο εξακολουθούν να ζουν στη φτώχεια – μια ανισομέρεια που ο καπιταλισμός δεν φαίνεται να έχει τη δύναμη να διορθώσει, αντιθέτως τη χειροτερεύει. Η Σιγκαπούρη, ωστόσο, απέδειξε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να τιθασευτεί προς όφελος των φτωχών, χάρη σε μια αποφασιστική ηγεσία. Μέσα σε 30 χρόνια κατάφερε να βγάλει από τη φτώχεια όλους τους κατοίκους της, ενώ έδειξε σε ορισμένους ότι οι αυξανόμενες φιλοδοξίες τους δημιουργούν και αυτές τα δικά τους προβλήματα.

«Είναι παράξενο», μου είπε εκεί ένας νεαρός Κινέζος τραπεζίτης, «κερδίζω πέντε φορές περισσότερα από όσα κέρδιζε ο πατέρας μου. Όμως οι γονείς μου είχαν ένα σπίτι με κήπο, έναν μόνιμο υπηρέτη στο σπίτι και αυτοκίνητο. Τα σπίτια με κήπο σήμερα είναι πολύ σπάνια και πολύ ακριβά. Μένω σε ένα διαμέρισμα πέμπτου ορόφου χωρίς υπηρέτη. Δεν έχω αυτοκίνητο γιατί πρέπει πρώτα να αγοράσεις την άδεια, η οποία κοστίζει όσο και το αυτοκίνητο. Ο πατέρας μου γυρνούσε στο σπίτι στις 6 κάθε απόγευμα. Εγώ συνήθως δεν γυρίζω σπίτι πριν τις 9. Ειλικρινά δεν μπορώ να πω ποιος πραγματικά είναι πιο πλούσιος – εγώ ή ο πατέρας μου;».

Αυτό είναι ένα ακόμα πρόβλημα σε ένα επιτυχημένο καπιταλιστικό σύστημα: πρέπει να κολυμπήσεις με τη διπλή ένταση για να καταφέρεις να μείνεις στο ίδιο σημείο. Σήμερα απαιτούνται δυο εισοδήματα και πολύ περισσότερες ώρες εργασίας ημερησίως για να καταφέρεις να ζήσεις συγκριτικά τόσο καλά όσο ο πατέρας σου, που τα κατάφερνε με ένα εισόδημα. Ο όρος «συγκριτικά» είναι σημαντικός, αφού πολύ λίγοι είναι αυτοί που θα ήθελαν πραγματικά να επιστρέψουν στις συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι γονείς μας, παρά τη νοσταλγική διάθεση για την πιο χαλαρή και εύκολη ζωή. Η πραγματικότητα είναι ότι συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους γύρω μας και όχι με το παρελθόν, ή τους γονείς μας. Το ποτάμι της αφθονίας μπορεί να κινείται γοργά και να μας συμπαρασύρει, αλλά αν δεν έχουμε το νου μας στην όχθη, παρά κοιτάζουμε μόνον αυτούς που βρίσκονται δίπλα μας, θα έχουμε την αίσθηση ότι δεν κινούμαστε καθόλου.

Ό,τι και αν συνέβη στο παρελθόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν υφίσταται στο παρόν

Οι άνθρωποι πιστεύουν τόσα ψέματα που ακόμη και το πιο ασήμαντο γίνεται ένας μεγάλος δαίμονας που μας καταστρέφει τη ζωή. Συνήθως, αυτός ο δαίμονας προέρχεται από μια αντίληψη, ιδίως από μια αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας. «Είμαι ένας αποτυχημένος. Κοίτα τι μου συνέβη όταν ήμουν εννιά ετών. Κοίτα τι έπαθα χθες το βράδυ!» Ό,τι και αν συνέβη στο παρελθόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν υφίσταται στο παρόν. Μπορεί να βιώσατε τις πιο τραυματικές εμπειρίες, τώρα όμως ζείτε στο παρόν, και η μόνη αλήθεια που υπάρχει είναι το παρόν. Ό,τι και αν συνέβη στην εικονική πραγματικότητα του παρελθόντος, ό,τι και αν συνέβη στο σώμα μας, έχει επουλωθεί προ πολλού. Εντούτοις, ο νους μπορεί να μας κάνει να υποφέρουμε και να ζούμε με ενοχές και ντροπή για πολλά χρόνια.

Ζούμε τη ζωή κουβαλώντας το φορτίο του παρελθόντος μας. Και αυτό το φορτίο είναι λες και κουβαλάμε ένα βαρύ πτώμα. Για κάποιους, το φορτίο δεν είναι βαρύ. Ωστόσο, για την πλειονότητα των ανθρώπων, αυτό το πτώμα είναι ασήκωτο. Και δεν είναι απλώς πολύ βαρύ, αλλά και ιδιαίτερα δύσοσμο. Πολλοί από εμάς μοιραζόμαστε με τα αγαπημένα μας πρόσωπα το πτώμα που κουβαλάμε. Με την ανεξίτηλη μνήμη μας, ξαναζούμε τις εμπειρίες μας συνεχώς, επιτρέποντάς τους να χρωματίσουν το παρόν μας. Όποτε ανακαλούμε αυτές τις εμπειρίες, τιμωρούμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας, ξανά και ξανά και ξανά.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο στη γη που τιμωρεί τον εαυτό του και τους γύρω του χίλιες φορές για το ίδιο λάθος. Πώς μπορούμε να μιλάμε για αδικίες στον κόσμο όταν δεν υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο που στροβιλίζεται μέσα στο κεφάλι μας; Στο σύμπαν υπάρχει απόλυτη δικαιοσύνη – αληθινή δικαιοσύνη, όχι η διαστρεβλωμένη δικαιοσύνη που έχουμε δημιουργήσει εμείς ως καλλιτέχνες. Η αληθινή δικαιοσύνη είναι η αντιμετώπιση αυτού που αποκαλώ δράση-αντίδραση. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν συνέπειες για τα πάντα. Κάθε πράξη προκαλεί μια αντίδραση. Αληθινή δικαιοσύνη είναι να πληρώνουμε μία φορά για κάθε λάθος που κάνουμε. Αλλά πόσες φορές πληρώνουμε για ένα λάθος μας; Προφανώς δεν υπάρχει δικαιοσύνη.

Επιστήμονες δημιούργησαν το πρώτο σύστημα που μεταφράζει άμεσα τα εγκεφαλικά σήματα της σκέψης σε ομιλία

Το πρώτο σύστημα που μπορεί να μεταφράσει τα εγκεφαλικά σήματα της σκέψης απευθείας σε καθαρή και κατανοητή συνθετική ομιλία από υπολογιστή, δημιούργησαν επιστήμονες στις ΗΠΑ. Οι μηχανικοί και νευροεπιστήμονες του Ινστιτούτου Ζuckerman του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Nima Mesgarani (φωτογραφία), ανέπτυξαν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που, αφού παρακολουθήσει τη δραστηριότητα στον ακουστικό φλοιό του εγκεφάλου, είναι σε θέση στη συνέχεια να ανακατασκευάσει ορισμένες από τις λέξεις που ο άνθρωπος ακούει.

Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα νέο αλγόριθμο που μπορεί να συνθέσει την ομιλία, έχοντας προηγουμένως εκπαιδευθεί αναλύοντας ηχογραφήσεις ομιλιών πολλών ανθρώπων, καθώς και την εγκεφαλική δραστηριότητα εθελοντών (επιληπτικών ασθενών που έκαναν νευροχειρουργική επέμβαση), οι οποίοι άκουγαν τις φωνές άλλων. Η ακρόαση των φωνών δημιουργεί ηλεκτρικά μοτίβα στον ακουστικό φλοιό του εγκεφάλου, τα οποία αντανακλούν την ομιλία που ο άνθρωπος ακούει. Ο αλγόριθμος (vocoder) μαθαίνει να συσχετίζει την ακουστική εγκεφαλική δραστηριότητα με την ομιλία και μετά να παράγει συνθετική φωνή. Στη συνέχεια, ένα νευρωνικό δίκτυο τεχνητής νοημοσύνης αναλαμβάνει να κάνει πιο καθαρή και κατανοητή τη συνθετική ομιλία.

Με τη βοήθεια του νευρωνικού δικτύου τεχνητής νοημοσύνης, που μιμείται τη δομή των νευρώνων στον ανθρώπινο εγκέφαλο, παράγεται τελικά μια ρομποτική φωνή, η οποία γίνεται κατανοητή στο 75% των περιπτώσεων, ποσοστό μεγαλύτερο από ανάλογες προσπάθειες στο παρελθόν. «Ουσιαστικά είναι η ίδια τεχνολογία που χρησιμοποιούν τα Amazon Echo και η Siri της Apple για να απαντάνε στις ερωτήσεις μας», είπε ο Mesgarani.

Το επίτευγμα αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου για τη δημιουργία τεχνολογίας που θα διαβάζει το μυαλό των ανθρώπων και ειδικότερα για την ανάπτυξη νευροπροσθετικών συσκευών διεπαφής εγκεφάλου-υπολογιστή, που θα επιτρέψουν σε ανθρώπους με περιορισμένη ή χωρίς καθόλου ικανότητα ομιλίας, να επικοινωνήσουν με άλλους μέσω τεχνητής φωνής. Στο μέλλον, αυτή η τεχνολογία, εφόσον τελειοποιηθεί, θα βοηθήσει ανθρώπους που αδυνατούν να μιλήσουν, όπως όσους πάσχουν από αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση ή ALS (την πάθηση του Stephen Hawking) ή έχουν πάθει εγκεφαλικό.

Οι ερευνητές θέλουν να βελτιώσουν το σύστημα ώστε να «ακούει» και να συνθέτει πιο πολύπλοκες λέξεις και προτάσεις. Ο τελικός στόχος είναι η δημιουργία ενός εγκεφαλικού εμφυτεύματος, όπως αυτά που έχουν ορισμένοι ασθενείς με επιληψία, το οποίο θα μεταφράζει τις σκέψεις απευθείας σε λέξεις. Αν, για παράδειγμα, ο άνθρωπος σκέφτεται «θέλω ένα ποτήρι νερό», αλλά δεν μπορεί να μιλήσει, το εμφύτευμα θα είναι σε θέση να το πει με τη συνθετική φωνή του. «Θα πρόκειται για επανάσταση», είπε ο Mesgarani. «Ο καθένας που έχει χάσει την ικανότητα να μιλάει, είτε λόγω τραυματισμού είτε λόγω ασθένειας, θα έχει ξανά την ευκαιρία να έλθει σε επαφή με τον κόσμο γύρω του».

Η ''Γαία'' αποκάλυψε πως στερεοποιείται ο πυρήνας των λευκών νάνων

Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν από το διαστημικό σκάφος Γαία (GAIA) της ESA για την χαρτογράφηση των γαλαξιών, αποκάλυψαν για πρώτη φορά πως οι λευκοί νάνοι, τα νεκρά υπολείμματα των άστρων όπως ο Ήλιος μας, μετατρέπονται σε συμπαγείς σφαίρες καθώς το καυτό αέριο μέσα τους ψύχεται. Αυτή η διαδικασία στερεοποίησης ή κρυστάλλωσης του υλικού μέσα στους λευκούς νάνους είχε προβλεφθεί πριν από 50 χρόνια, αλλά μέχρι την άφιξη του σκάφους Γαία  οι αστρονόμοι δεν ήταν σε θέση να παρατηρήσουν αρκετά από αυτά τα αντικείμενα με τέτοια ακρίβεια για να δουν το μοντέλο που αποκαλύπτει αυτή τη διαδικασία .
 
Εικονογράφηση ενός λευκού νάνου, του νεκρού υπολείμματος ενός άστρου όπως ο ήλιος μας, με έναν κρυσταλλικό, συμπαγή πυρήνα.

«Με τη Γαία έχουμε τώρα την απόσταση, τη φωτεινότητα και το χρώμα εκατοντάδων χιλιάδων λευκών νάνων ως ένα σημαντικό δείγμα στον εξωτερικό δίσκο του Γαλαξία μας, που καλύπτει μια σειρά μαζών και όλων των ειδών τις ηλικίες», λέει ο Pier-Emmanuel Tremblay από το Πανεπιστήμιο του Warwick και κύριος συγγραφέας της δημοσίευσης που περιγράφει τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν στο Nature .
 
Με την ακριβή εκτίμηση της απόστασης μας από αυτά τα αστέρια που κάνει η Gaia, επιτρέπει στους αστρονόμους να μετρήσουν την πραγματική τους φωτεινότητα με πρωτοφανή ακρίβεια.
 
Οι λευκοί νάνοι είναι τα κατάλοιπα άστρων μεσαίων μεγεθών παρόμοια με τον ήλιο μας. Μόλις αυτά τα αστέρια κάψουν την πρώτη τους ύλη στον πυρήνα τους, ρίχνουν τα εξωτερικά τους στρώματα, αφήνοντας πίσω τους ένα καυτό πυρήνα που αρχίζει να ψύχεται.
 
Αυτά τα εξαιρετικά πυκνά υπολείμματα εξακολουθούν να εκπέμπουν θερμική ακτινοβολία καθώς κρυώνουν και είναι ορατά από τους αστρονόμους ως μάλλον εξασθενημένα αντικείμενα. Εκτιμάται ότι έως και το 97% των άστρων στον Γαλαξία μας θα μετατραπούν τελικά σε λευκούς νάνους, ενώ τα πιο τεράστια αστέρια θα καταλήξουν ως αστέρια νετρονίων ή μαύρες τρύπες.
 
Εικόνα για μερικές πιθανές εξελικτικές οδούς για αστέρια διαφόρων αρχικών μαζών
 
Η ψύξη των λευκών νάνων διαρκεί δισεκατομμύρια χρόνια. Μόλις φθάσουν σε μια ορισμένη θερμοκρασία, η αρχικά θερμή ύλη μέσα στον πυρήνα του αστεριού αρχίζει να κρυσταλλώνεται, να γίνεται σταθερή. Η διαδικασία είναι παρόμοια με το υγρό νερό που μετατρέπεται σε πάγο στη Γη σε μηδέν βαθμούς Κελσίου, εκτός από το ότι η θερμοκρασία στην οποία γίνεται αυτή η στερεοποίηση στους λευκούς νάνους είναι εξαιρετικά υψηλή – περίπου 10 εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου.
 
Στη μελέτη αυτή, οι αστρονόμοι ανέλυσαν πάνω από 15.000 υποψήφια αστρικά υπολείμματα μέχρι 300 έτη φωτός από τη Γη, όπως παρατηρήθηκε από τη Γαία και κατάφεραν να δουν αυτούς τους λευκούς νάνους να κρυσταλλώνεται ως μια μάλλον ξεχωριστή ομάδα.
 
«Είδαμε ένα σύνολο λευκών νάνων ορισμένων χρωμάτων και φωτεινότητας και συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το σύνολο ήταν ένας ξεχωριστός πληθυσμός λευκών νάνων που είχε ψυχθεί ο πυρήνας τους και είχε κρυσταλλωθεί όπως προέβλεπε η θεωρία πριν από 50 χρόνια», λέει ο Pier-Emmanuel.
 
Η θερμότητα που απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας κρυστάλλωσης, η οποία διαρκεί αρκετά δισεκατομμύρια χρόνια, φαινομενικά επιβραδύνει την εξέλιξη των λευκών νάνων: τα νεκρά αστέρια σταματούν να εξασθενίζουν και ως εκ τούτου εμφανίζονται έως και δύο δισεκατομμύρια έτη νεότερα από ό, τι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό, με τη σειρά του, έχει αντίκτυπο στην κατανόηση των αστρικών ομάδων που αποτελούν μέρος αυτών των λευκών νάνων.
 
Όλοι οι λευκοί νάνοι δεν κρυσταλλώνουν με τον ίδιο ρυθμό. Τα αστέρια πιο μεγάλης μάζας ψύχονται πιο γρήγορα και θα φτάσουν στη θερμοκρασία στην οποία συμβαίνει η κρυστάλλωση σε περίπου ένα δισεκατομμύριο χρόνια. Οι λευκοί νάνοι με χαμηλότερες μάζες, που είναι πιο κοντά στο αναμενόμενο τελικό στάδιο του Ήλιου μας, ψύχονται με βραδύτερο τρόπο, απαιτώντας έως και έξι δισεκατομμύρια χρόνια για να μετατραπούν σε νεκρές συμπαγείς σφαίρες.
 
Ο ήλιος μας έχει ακόμα περίπου πέντε δισεκατομμύρια χρόνια πριν γίνει λευκός νάνος και οι αστρονόμοι εκτιμούν ότι θα χρειαστούν άλλα πέντε δισεκατομμύρια χρόνια μετά για να ψυχθεί τελικά σε μια κρυστάλλινη σφαίρα.

Επαγγελματική Πολιτική στην Αρχαία Ελλάδα

Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα

1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στη λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.

1.1 Η ατιμία: Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του, ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.

Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;

Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική, αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει.

Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες, κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.) και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων.

Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411 και καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις.

Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.

1.2 Οι πολιτικές επαναστάσεις: Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής, τη στάση των ολιγαρχικών το 411, τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.

1.2.1 Η στάση του 411: Μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία το 411, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα.

Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία και η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε «παθητικούς» πολίτες.

1.2.2 Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα: Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις καιτους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος.

Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, ενώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.

Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Μετά την αποκατάσταση αυτή, έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

1.2.3 Η απόφαση του 322: Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος: για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών.

Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους πρέπει να αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.κ.ε. ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στη Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας, δηλαδή τους διάφορους μισθούς, τη διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο.

Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από τη στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».

2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ
Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, τη μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του.

2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή: Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα: τη συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων.

Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον φιλόσοφο Πλάτωνα και από τον ποιητή Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως. παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο.

Ο ποιητής Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους – ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση.

Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα.

Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη. Μετά από αυτά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους.

Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».

2.2 Η πολιτική τάξη: Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.

2.2.1: Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα: Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ’ αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες.

Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η κατάταξη του Σόλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει τη γη και τα χωράφια του κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

2.2.2 Η προέλευση των πολιτικών ανδρών: Πράγματι, οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυ­τό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα.

Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν τη λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.

Η καθιέρωση της μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, δηλαδή να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Παρόμοια, μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων.

Ας προσθέσουμε, επιπλέον, ότι οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία.

Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.

2.2.3 Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης: Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων.

Αυτή είναι η περίπτωση. για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις, ο περίφημος Κλέων ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.

Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευ­κολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία.

Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.

2.3 II παθητικότητα του δήμου, μύθος ή πραγματικότητα; Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες».

Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης – που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι – οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα.

Την παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών. που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους.

Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά.

Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη. διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.

Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες. με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης σχετικά με την ολοένα αυξανόμενη αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.

Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322
… ὁ δῆ­μος οὐκ ὤν ἀ­ξι­ό­μα­χος ἠ­ναγ­κά­σθη τήν ἐ­πι­τρο­πήν καί τήν ἐ­ξου­σί­α πᾶ­σαν Ἀν­τι­πά­τρῳ δοῦ­ναι πε­ρί τῆς πό­λε­ως. ὁ δέ φι­λαν­θρώ­πως αὐ­τοῖς προ­σε­νε­χθείς συ­νε­χώ­ρη­σεν ἔ­χειν τήν τέ πό­λιν καί τάς κτή­σεις καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα· τήν δέ πο­λι­τεί­αν με­τέ­στη­σεν ἐκ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί προ­σέ­τα­ξεν ἀ­πό τι­μή­σε­ως εἶ­ναι τό πο­λί­τευ­μα καί τούς μέν κε­κτη­μέ­νους πλεί­ω δραχ­μῶν δι­σχι­λί­ων κυ­ρί­ους εἶ­ναι τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας. τούς δέ κα­τω­τέ­ρω τῆς τι­μή­σε­ως ἅ­παν­τας ὡς τα­ρα­χώ­δεις ὄν­τας καί πο­λε­μι­κούς ἀ­πή­λα­σε τῆς πο­λι­τεί­ας καί τοῖς βου­λο­μέ­νοις χώ­ραν ἔ­δω­κεν εἰς κα­τοί­κη­σιν ἐν τῇ Θρά­κῃ. οὗ­τοι μέν οὖν ὄν­τες πλεί­ους τῶν [δισ]μυ­ρί­ων καί δι­σχι­λί­ων με­τε­στά­θη­σαν ἐκ τῆς πα­τρί­δος, οἱ δέ τήν ὡ­ρι­σμε­νην τί­μη­σιν ἔ­χον­τες πε­ρί ἐν­να­κι­σχι­λί­ους ἀ­πε­δεί­χθη­σαν κύ­ριοί τῆς τε πό­λε­ως καί χώ­ρας καί κα­τά τούς Σά­λω­νας νό­μους ἐ­πο­λι­τεύ­ον­το·

Απόδοση: [Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία.

Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ’ όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα.] Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη. XVIII. 18. 3-5

Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.

Απόδοση [Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ’ ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ’ ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν.

Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη, δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.] Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4

3. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι αναταραχές που προκάλεσε σε όλο τον ελληνικό κόσμο ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχαν αντίκτυπο στη λειτουργία της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό των πόλεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, θα ασχοληθούμε και πάλι με το αθηναϊκό παράδειγμα, θα μπορέσουμε όμως να επεκτείνουμε ορισμένα από τα συμπεράσματά μας και σε άλλες πόλεις.

3.1 Οι μεταμορφώσεις των στρατευμάτων των πόλεων
Μία από τις πρώτες ενδείξεις της εξέλιξης αυτής κατά τον 4ο αιώνα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των στρατών των πόλεων. Ήδη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι περισσότεροι από τους εμπόλεμους -περιλαμβανομένων και των Σπαρτιατών – αναγκάστηκαν να καλέσουν μισθοφορικούς στρατούς, επαγγελματίες στρατιώτες, ξένους για την πόλη.

Κατά τον 4ο αιώνα, το φαινόμενο γενικεύεται, καθώς συνδέεται με την ανάπτυξη νέων μορφών μάχης που σχετίζονται περισσότερο με τον ανταρτοπόλεμο παρά με την αντιπαράθεση των οπλιτών. Στα στρατεύματα των ελληνικών πόλεων, τα σώματα του πεζικού με ελαφρύ εξοπλισμό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία: ο πολίτης – οπλίτης παραχωρεί τη θέση του στον μισθοφόρο πελταστή.

Η προσφυγή στους μισθοφόρους επιτρέπει εξάλλου στους στρατηγούς να ηγούνται πιο μακροχρόνιων εκστρατειών, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για την επιστροφή και την ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες. Ο πόλεμος παύει να είναι εποχιακός. Επιπλέον, ο στρατηγός που διοικεί έναν στρατό μισθοφόρων δεν φοβάται ότι θα τον κατακρίνουν οι στρατιώτες του: όσο μπορεί να τους πληρώνει τον υπακούουν. Ο στρατηγός γίνεται και ο ίδιος επαγγελματίας του πολέμου, και βλέπουμε Αθηναίους στρατηγούς ή Σπαρτιάτες βασιλείς να προσφέρουν τι; υπηρεσίες τους σε βάρβαρους βασιλίσκους ή Πέρσες σατράπες, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους στρατιώτες τους.

Υπάρχουν, βέβαια, ακόμη τα σώματα των πολιτών-οπλιτών, αλλά συμμετέχουν όλο και λιγότερο στις μακρινές εκστρατείες. Γι’ αυτό ακριβώς παραπονείται ο Δημοσθένης στην Αθήνα: έχοντας επίγνωση των νέων συνθηκών πολέμου, επιθυμεί κι αυτός τη συμμετοχή ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών στις αποστολές της Αθήνας με σκοπό τη διαφύλαξη των θέσεών της στο Αιγαίο, ενώ ο στρατηγός να είναι υπεύθυνος έναντι των πολιτών αυτών και να μην μπορεί πλέον να ενεργεί κατά βούληση.

Εξάλλου, η ολοένα και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση μισθοφορικών στρατευμάτων επιβάρυνε υπερβολικά τον προϋπολογισμό της πόλης. Και σε περίπτωση που η πόλη δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τις μακρινές εκστρατείες, είτε διαλυόταν ατάκτως ο στρατός και κατέφευγε στην υπηρεσία όποιου μπορούσε να πληρώσει, είτε ο στρατηγό! αναγκαζόταν να επιδοθεί σε λεηλασίες και αρπαγές για να κρατήσει τους στρατιώτες του. γεγονός που επέφερε σοβαρές δυσχέρειες στην πόλη. Η σταδιακή εξαφάνιση του πολίτη – οπλίτη είχε λοιπόν σοβαρές επιπτώσεις.

Χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν η αιτία που η Αθήνα προσπάθησε, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα – και ίσως μόνο μετά την ήττα της Χαιρώνειας, υπό την επιρροή του Λυκούργου – να μετατρέψει την Εφηβεία σε πραγματική «στρατιωτική θητεία», κατά την οποία όλοι οι νεαροί Αθηναίοι, χωρίς διάκριση, εκπαιδεύονταν όχι μόνο στην οπλιτική τακτική, αλλά και σε πιο κινητικές μορφές μάχης του ελαφρού πεζικού. Στη Σπάρτη, μόνο κατά τον 3ο αιώνα οι μεταρρυθμιστές βασιλείς θα επιχειρήσουν την ανασυγκρότηση του στρατού της πόλης, που είχε στο μεταξύ γίνει σκιώδης, μέσω της αναδιανομής των γαιών.

3.2 Ο επαγγελματικός χαρακτήρας της πολιτικής ζωής
Μία από τις συνέπειες τού ολοένα και πιο επαγγελματικού χαρακτήρα των στρατευμάτων των πόλεων ήταν η αναγκαιότητα διάθεσης χρηματικών πόρων για την πληρωμή των στράτευμά των αυτών. Στην περίπτωση της Αθήνας, η αναγκαιότητα αυτή επιδεινώθηκε από τις συνέπειες της ήττας που υπέστη η πόλη με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, η απώλεια της ηγεμονίας και του φόρου υποτέλειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι, η επιβράδυνση της εκμετάλλευσης των αργυρωρυχείων του Λαυρίου και ίσως επίσης -τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του αιώνα- ίων συναλλαγών, επίκεντρο των οποίων ήταν ο Πειραιάς, δημιουργούν πραγματικό οικονομικό πρόβλημα για την πόλη.

Το πρόβλημα αυτό δεν θα επιλυθεί με την ανασύσταση, το 378/7, μιας νέας ναυτικής ομοσπονδίας γύρω από την Αθήνα, εφόσον με την καταστατική πράξη της ομοσπονδίας αυτής οι Αθηναίοι δεσμεύονταν να μην εισπράττουν φόρο υποτέλειας από τους συμμάχους τους.

Γι’ αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα γίνονται διάφορες απόπειρες με σκοπό την οργάνωση της είσπραξης της πολεμικής φορολογίας, της εισφοράς, που ήταν έκτακτος φόρος αλλά έτεινε να μεταβληθεί σε μόνιμο, καθώς και τη ρύθμιση της πιο σημαντικής για την πόλη λειτουργίας, της τριηραρχίας. Με τις διάφορες αυτές απόπειρες συνδέονται τα ονόματα ορισμένων ανδρών, όπως του Καλλίστρατου και του Εύβουλου, αργότερα του Λυκούργου, οι οποίοι εμφανίζονται ως ειδικοί σε οικονομικά ζητήματα, και οι δύο τελευταίοι τουλάχιστον αναλαμβάνουν με την ιδιότητα αυτή μια πολύ πιο μακροχρόνια αρχή σε σχέση με τις συνήθεις ετήσιες αρχές ο Εύβουλος την αρχή του «υπεύθυνου για το θεωρικό», ο Λυκούργος «την αρχή της διοίκησης».

Καθώς ο πόλεμος μεταβαλλόταν σε επάγγελμα, η διοίκηση της πόλης έτεινε κι αυτή να μεταβληθεί από μια ορισμένη μορφή αυτοδιοίκησης σε μια πιο εξειδικευμένη διοίκηση, που απαιτούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η επιλογή οικονομικής πολιτικής μπορούσε να αφορά περισσότερο σ’ αυτούς τους «ειδικούς» παρά στη μάζα των πολιτών, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια μια ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία εκ μέρους των πολιτών για συζητήσεις των οποίων τις λεπτομέρειες αγνοούσαν.

Αυτό ήθελαν άραγε να πουν οι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης ή ο Υπερείδης, όταν κατηγορούσαν τους απλούς πολίτες, τους ιδιώτες, ότι ασχολούνταν περισσότερο με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, με τα ίδια. παρά με τις υποθέσεις της πόλης; Δεν θα πρέ­πει, βέβαια, να λαμβάνουμε κατά γράμμα τα επιχειρήματα που σκοπό είχαν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των ακροατών εκείνων που αρκούνταν στο να ακούν χωρίς να παρεμβαίνουν. Αλλά δεν μπορούμε και να τα αγνοήσουμε.

3.3 Νέα επίκεντρα ενδιαφέροντος
Εξάλλου, η βελτιωμένη τεχνική των συζητήσεων δεν αρκεί ίσως από μόνη της για να ερμηνεύσει την αδιαφορία αυτή. Το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται στην Αθήνα από την ανάκαμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων. Τα ορυχεία του Λαυρίου γνωρίζουν νέα εκμετάλλευση και ο Πειραιάς βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως μαρτυρούν ορισμένοι δικανικοί λόγοι, δραστηριότητες που ευνοούνται και από συγκεκριμένα μέτρα που «φορούν στους εμπόρους, ειδικά τους ξένους.

Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι για τους εύπορους Αθηναίους είχαν μεγαλύτερη σημασία τα κέρδη που μπορούσε να τους αποφέρει ο δανεισμός χρημάτων σε εμπόρους με υψηλό επιτόκιο ή η ενοικίαση της εκμετάλλευσης των ορυχείων τους, παρά ο λεγόμενος μακεδονικός κίνδυνος, στον οποίο, σύμφωνα με τον Δημοσθένη, δεν πίστευαν καθόλου. Έτσι εξηγείται η επιθυμία τους να διατηρήσουν με κάθε τίμημα την ειρήνη, απαραίτητη για την ανάπτυξη των ιδιωτικών τους επιχειρήσεων και για την άσκηση λιγότερο βαριάς φορολογικής πίεσης.

Όμως οι «πλούσιοι» δεν ήταν οι μόνοι που προωθούσαν περισσότερο τα ιδιωτικά τους συμφέροντα από τα συμφέροντα της πόλης. Για την πλειοψηφία των φτωχών πολιτών, ο πόλεμος δεν σήμαινε πλέον την παροχή μισθών και την ελπίδα για λάφυρα αλλά τη στέρηση της διανομής του θεωρικού, το οποίο ο Δημοσθένης επιθυμούσε να κατατίθεται στο πολεμικό ταμείο.

Και για εκείνους, οι στείρες λογομαχίες στις οποίες επιδίδονταν οι ρήτορες, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο ότι έχει πουληθεί στον Φίλιππο, φαίνονταν εντελώς μάταιες και επειδή ο μόνος λόγος που συνέχιζαν να πηγαίνουν στις συνελεύσεις ήταν για να μη χάσουν τον μισθό, είχαν μεταβληθεί σε παθητικούς ακροατές, γεγονός για το οποίο παραπονούνταν ορισμένοι πολιτικοί άνδρες όπως ο Δημοσθένης.

Όλα αυτά ισχύουν βέβαια για την περίπτωση της Αθήνας, τη μόνη πόλη για την οποία διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες και μαρτυρίες από τους συγχρόνους. Όμως, μέσα από τα λόγια ενός Δημοσθένη ή ενός Υπερείδη, μαντεύουμε ότι το ίδιο ίσχυε και αλλού και ότι αυτή η αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις διευκόλυνε τις πλεκτάνες ενός άνδρα όπως ήταν ο Φίλιππος της Μακεδονίας, ήταν αρκετό να πάρει με το μέρος του ορισμένους πολιτικούς για να κερδίσει όλη την πόλη.

Ίσως με τον τρόπο αυτό αμαυρώνουμε κάπως υπερβολικά την εικόνα. Δεν θα μπορούσαμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η πολιτική ιδιότητα περνά κρίση. Βέβαια οι πολιτικοί θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, και ειδικά για το τέλος του 4ου και για τον 3ο αιώνα διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες και για άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα.

Αυτοί όμως οι πολιτικοί θεσμοί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα μεγάλα βασίλεια που προήλθαν από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, χάνουν πλέον σ’ ένα βαθμό το περιεχόμενό τους και η πολιτική ιδιότητα τείνει να μετατραπεί σε μια κατάσταση που αποφέρει κάποια πλεονεκτήματα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δεν σημαίνει μια ενεργό συμμετοχή.

Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.

Απόδοση [Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ’ ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ’ ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν.

Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη. δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.] Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4

Ο Δημοσθένης καταγγέλλει την παθητικότητα του δήμου
Βού­λο­μαι τοί­νυν [ὑ­μᾶς] με­τά παρ­ρη­σί­ας ἐ­ξε­τά­σαι τά πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα τῇ πό­λει, καί σκέ­ψα­σθαι τί ποι­οῦ­μεν αὐ­τοί νῦν καί ὅ­πως χρώ­με­θ’ αὐ­τοῖς. ἠ­μεῖς οὔ­τε χρή­μα­τ’ εἰ­σφέ­ρειν βου­λό­με­θα, οὔ­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθαι, οὔ­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­πέ­χε­σθαι δυ­νά­με­θα, οὔ­τε τάς συν­τά­ξεις Δι­ο­πεί­θει δί­δο­μεν, οὔ­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἀλ­λά βα­σκαί­νο­μεν καί σκο­ποῦ­μεν πό­θεν, καί τί μέλ­λει ποι­εῖν, καί πάν­τα τά τοια­υτί, οὔ­τ’, ἐ­πει­δή­περ οὕ­τως ἔ­χο­μεν, τά ἡ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θέ­λο­μεν, ἀλ­λ’ ἐν μέν τοῖς λό­γοις τούς τῆς πό­λε­ως λέ­γον­τας ἄ­ξι’ ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἐν δέ τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἐ­ναν­τι­ου­μέ­νοις τού­τοις συ­να­γω­νι­ζό­με­θα. ὑ­μεῖς μέν τοί­νυν εἰ­ώ­θα­θ’ ἑ­κά­στο­τε τόν πα­ριόντ’ ἐ­ρω­τᾶν, τί οὖν χρή ποι­εῖν; ἐ­γώ δ’ ὑ­μᾶς ἐ­ρω­τῆ­σαι βού­λο­μαι, τί οὖν χρή λέ­γειν; εἰ γάρ μή­τ’ εἰ­σοί­σε­τε, μή­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθε, μή­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­φέ­ξε­σθε, μή­τε τάς συν­τά­ξεις δώ­σε­τε, μή­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­ά­σε­τε, μή­τε τά ὑ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θε­λή­σε­τε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Οἱ γάρ ἤ­δη το­σαύ­την ἐ­ξου­σί­αν τοῖς αἰ­τιᾶ­σθαι καί δι­α­βάλ­λειν βου­λο­μέ­νοις δι­δόν­τες, ὥ­στε καί πε­ρί ὧν φα­σι μέλ­λειν αὐ­τόν ποι­εῖν, καί πε­ρί τού­των προ­κα­τη­γο­ρούν­των ἀ­κρο­ᾶ­σθαι, -τί ἄν τις λέ­γοι;

Απόδοση [Θέλω, λοιπόν, να εξετάσετε με ελεύθερο πνεύμα την παρούσα κατάσταση της πόλης και να σκεφτείτε τι θα κάνουμε τώρα και πώς θα χειριστούμε τα πράγματα. Εμείς ούτε χρήματα θέλουμε να δώσουμε, ούτε οι ίδιοι να εκστρατεύσουμε, ούτε μπορούμε να απέχουμε από τα κοινά, ούτε δίνουμε στον Διοπείθη τα ποσά που συμφωνήσαμε. Ούτε όμως εγκρίνουμε τους πόρους που τυχόν βρίσκει, αλλά τον κακολογούμε και εξετάζουμε την προέλευση των χρημάτων του, τι σκοπεύει να κάνει με αυτά και όλα τα σχετικά.

Και ενώ τηρούμε αυτή τη στάση, δεν θέλουμε να κάνουμε ό, τι μας συμφέρει, αλλά, ενώ με τα λόγια επαινούμε εκείνους που μιλούν επάξια για την πόλη μας, στην πράξη όμως συμπράττουμε με εκείνους που εναντιώνονται σ’ αυτά. Εσείς λοιπόν συνηθίζετε να ρωτάτε κάθε φορά αυτόν που εμφανίζεται στο βήμα: τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ όμως θέλω να ρωτήσω εσάς: τι πρέπει να πούμε; Διότι αν δεν δίνετε χρήματα, αν δεν πηγαίνετε οι ίδιοι στον πόλεμο, ούτε απέχετε από τα κοινά, ούτε δίνετε στον Διοπείθη τα συμφωνημένα ποσά. ούτε εγκρίνετε όσα τυχόν ο ίδιος συγκεντρώνει, ούτε επιθυμείτε να κάνετε ό,τι σας συμφέρει, εγώ δεν ξέρω τι να σας πιο.

Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τόσα δικαιώματα σ’ εκείνους που θέλουν να κατακρίνουν και να διαβάλλουν, ώστε ο Διοπείθης να μαθαίνει ότι τον κατηγορούν προκαταβολικά για πράγματα που λένε ότι πρόκειται να κάνει – τι μπορεί. λοιπόν, να πει κανείς;] Δημοσθένους, Περί τῶν ἐν Χερρονήσῳ, 21 -23

Ἀ­ξι­ῶ δ’ ὦ ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἄν τί τῶν ἀ­λη­θῶν με­τά παρ­ρη­σί­ας λέ­γω, μη­δε­μί­αν μοι διά τοῦ­το πα­ρ’ ὑ­μῶν ὀρ­γήν γε­νέ­σθαι. Σκο­πεῖ­τε γάρ ὡ­δί. Ὑ­μεῖς τήν παρ­ρη­σί­αν ἐ­πί μέν τῶν ἄλ­λων οὕ­τω κοι­νήν οἴ­ε­σθε δεῖν εἶ­ναι πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ πό­λει ὥ­στε καί τοῖς ξέ­νοις καί τοῖς δού­λοις αὐ­τῆς με­τα­δε­δώ­κα­τε, καί πολ­λούς ἄν τις οἰ­κέ­τας ἴ­δοι πα­ρ’ ὑ­μῖν με­τά πλεί­ο­νος ἐ­ξου­σί­ας ὅ­τι βού­λον­ται λέ­γον­τας ἤ πο­λί­τας ἐν ἐ­νί­αις τῶν ἄλ­λων πό­λε­ων, ἐκ δέ τοῦ συμ­βου­λεύ­ειν παν­τά­πα­σιν ἐ­ξε­λη­λά­κα­τε. Εἴ­θ’ ὑ­μῖν συμ­βέ­βη­κεν ἐκ τού­του ἐν μέν ταῖς ἐκ­κλη­σί­αις τρυ­φᾶν καί κο­λα­κεύ­ε­σθαι πάν­τα πρός ἡ­δο­νήν ἀ­κού­ου­σιν, ἐν δέ τοῖς πράγ­μα­σι καί τοῖς γι­γνο­μέ­νοις πε­ρί τῶν ἐ­σχά­των ἤ­δη κιν­δυ­νεύ­ειν, εἰ μέν οὖν καί νῦν οὕ­τω δι­ά­κει­σθε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω· εἰ δ’ ἅ συμ­φέ­ρει χω­ρίς κο­λα­κεί­ας ἐ­θε­λή­σε­τ’ ἀ­κού­ειν, ἕ­τοι­μος λέ­γειν.

Απόδοση: [Έχω την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, αν πω με παρρησία κάποιες αλήθειες, να μην οργιστείτε για τούτο εναντίον μου. Εξετάστε το εξής: Εσείς πιστεύετε ότι η ελευθερία του λόγου, για κάθε άλλο θέμα, πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό κοινή για όλους όσους βρίσκονται στην πόλη, ώστε την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους. Και μπορεί να δει κανείς πολλούς δούλους να λένε ό,τι θέλουν ενώπιον σας με μεγαλύτερη ελευθερία από τους πολίτες των άλλων πόλεων.

Αλλά την ελευθερία από τις συσκέψεις σας την έχετε αποκλείσει εντελώς. Συνέπεια αυτού είναι ότι στις μεν συνελεύσεις ευφραίνεστε εστε ακούγοντας πάντα ευχάριστους λόγους, όταν ( νότα πραγματοποιούνται, διατρέχετε τους έσχατοι Εάν, λοιπόν και τώρα τις ίδιες έχετε διαθέσεις, δε να σας πω. Εάν αντίθετα, θέλετε να ακούσετε τ συμφέρον σας χωρίς κολακείες, είμαι έτοιμος να μιλήσω] Δημοσθένους, Κατά Φιλίππου, Γ΄, 3-4