Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (230-272)

ΧΟΡΟΣ
230 χώρει, πρόβαιν᾽ ἐρρωμένως. ὦ Κωμία, βραδύνεις.
μὰ τὸν Δί᾽ οὐ μέντοι πρὸ τοῦ γ᾽, ἀλλ᾽ ἦσθ᾽ ἱμὰς κύνειος·
νυνὶ δὲ κρείττων ἐστί σου Χαρινάδης βαδίζειν.
ὦ Στρυμόδωρε Κονθυλεῦ, βέλτιστε συνδικαστῶν,
Εὐεργίδης ἆρ᾽ ἐστί που ᾽νταυθὶ Χάβης ‹θ᾽› ὁ Φλυεύς;
235 πάρεσθ᾽, ὃ δὴ λοιπόν γ᾽ ἔτ᾽ ἐστίν, ἀπαπαπαῖ παπαιάξ,
ἥβης ἐκείνης, ἡνίκ᾽ ἐν Βυζαντίῳ ξυνῆμεν
φρουροῦντ᾽ ἐγώ τε καὶ σύ· κᾆτα περιπατοῦντε νύκτωρ
τῆς ἀρτοπώλιδος λαθόντ᾽ ἐκλέψαμεν τὸν ὅλμον·
κᾆθ᾽ ἥψομεν τοῦ κορκόρου κατασχίσαντες αὐτόν.
240 ἀλλ᾽ ἐγκονῶμεν, ὦνδρες, ὡς ἔσται Λάχητι νυνί·
σίμβλον δέ φασι χρημάτων ἔχειν ἅπαντες αὐτόν.
χθὲς οὖν Κλέων ὁ κηδεμὼν ἡμῖν ἐφεῖτ᾽ ἐν ὥρᾳ
ἥκειν ἔχοντας ἡμερῶν ὀργὴν τριῶν πονηρὰν
ἐπ᾽ αὐτόν, ὡς κολωμένους ὧν ἠδίκησεν. ἀλλὰ
245 σπεύσωμεν, ὦνδρες ἥλικες, πρὶν ἡμέραν γενέσθαι.
χωρῶμεν ἅμα τε τῷ λύχνῳ πάντῃ διασκοπῶμεν,
μή που λίθος τις ἐμποδὼν ἡμᾶς κακόν τι δράσῃ.

ΠΑΙΣ
τὸν πηλόν, ὦ πάτερ πάτερ, τουτονὶ φύλαξαι.
ΧΟ. κάρφος χαμᾶθέν νυν λαβὼν τὸν λύχνον πρόμυξον.
250 ΠΑ. οὔκ, ἀλλὰ τῳδί μοι δοκῶ τὸν λύχνον προμύσσειν.
ΧΟ. τί δαὶ μαθὼν τῷ δακτύλῳ τὴν θρυαλλίδ᾽ ὠθεῖς,
καὶ ταῦτα τοὐλαίου σπανίζοντος, ὦνόητε;
οὐ γὰρ δάκνει σ᾽, ὅταν δέῃ τίμιον πρίασθαι.
ΠΑ. εἰ νὴ Δί᾽ αὖθις κονδύλοις νουθετήσεθ᾽ ἡμᾶς,
255 ἀποσβέσαντες τοὺς λύχνους ἄπιμεν οἴκαδ᾽ αὐτοί·
κἄπειτ᾽ ἴσως ἐν τῷ σκότῳ τουτουὶ στερηθεὶς
τὸν πηλὸν ὥσπερ ἀτταγᾶς τυρβάσεις βαδίζων.
ΧΟ. ἦ μὴν ἐγώ σοῦ χἀτέρους μείζονας κολάζω.
ἀλλ᾽ οὑτοσί μοι μάρμαρος φαίνεται πατοῦντι·
260 κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐχ ἡμερῶν τεττάρων τὸ πλεῖστον
ὕδωρ ἀναγκαίως ἔχει τὸν θεὸν ποῆσαι.
ἔπεισι γοῦν τοῖσιν λύχνοις οὑτοιὶ μύκητες·
φιλεῖ δ᾽, ὅταν τοῦτ᾽ ᾖ, ποιεῖν ὑετὸν μάλιστα.
δεῖται δὲ καὶ τῶν καρπίμων ἅττα μή ᾽στι πρῷα
265 ὕδωρ γενέσθαι κἀπιπνεῦσαι βόρειον αὐτοῖς.
τί χρῆμ᾽ ἄρ᾽ οὑκ τῆς οἰκίας τῆσδε συνδικαστὴς
πέπονθεν, ὡς οὐ φαίνεται δεῦρο πρὸς τὸ πλῆθος;
οὐ μὴν πρὸ τοῦ γ᾽ ἐφολκὸς ἦν, ἀλλὰ πρῶτος ἡμῶν
ἡγεῖτ᾽ ἂν ᾄδων Φρυνίχου· καὶ γάρ ἐστιν ἁνὴρ
270 φιλῳδός. ἀλλά μοι δοκεῖ στάντας ἐνθάδ᾽, ὦνδρες,
ᾄδοντας αὐτὸν ἐκκαλεῖν, ἤν τί πως ἀκούσας
τοὐμοῦ μέλους ὑφ᾽ ἡδονῆς ἑρπύσῃ θύραζε.

***
Έρχεται ο Χορός· γέροι, σφηκόμορφοι, με κεντριά κρεμασμένα από πίσω τους· κρατούν ραβδιά· μαζί τους μερικά παιδιά, που κρατούν φανάρια και τους φέγγουν.

Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
230 Εμπρός, προχώρει, μην αργείς. Κωμία, πώς μένεις πίσω;
Πάνε τα χρόνια που ήσουνα γερό λουρί σκυλίσο·
τώρα στο βήμα σε περνά κι ο Χαρινάδης, κρίμας.
Στρυμόδωρε, συνάδελφε και πρώτε δικαστή μας,
ο Χάβης κι ο Ευεργίδης μας δεν είναι στην παρέα;
Τ᾽ απομεινάρια είμαστ᾽ εμείς απ᾽ τη χρυσή νεολαία,
απ᾽ του Βυζάντιου τη φρουρά· μια νύχτα εκεί μαζί σου
τη σκάφη μιας φουρνάρισσας έκλεψα εγώ, θυμήσου·
κανένας δε μας ένιωσε· την κάμαμε όλη σκίζες
και στη φωτιά της βράσαμε ραδίκια, λίγες ρίζες.
240 Βιαστείτε, φίλοι· σήμερα δικάζουμε το Λάχη·
ένα μελισσοκόφινο λεφτά γεμάτο θα ᾽χει.
Ο Κλέωνας, ο προστάτης μας, είπε νωρίς να ᾽ρθούμε.
ώς τριών μερών κακό θυμό μαζί μας να κρατούμε
κι ο Λάχης για τις πράξεις του λόγο σ᾽ εμάς να δώσει.
Μπρος, φίλοι συνομίληκοι, γοργά, πριν ξημερώσει.
Κι όλοι το νου σας, με το φως που ρίχνει το λυχνάρι,
να μη σκοντάψει κανενός το πόδι σε λιθάρι.

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ
Πατέρα, πατερούλη μου, πρόσεχε τη λάσπη.
ΚΟΡ. Πιάσε από χάμω έν᾽ άχυρο, πάστρεψε το λύχνο.
250 ΠΑΙ. Μπα! Βάζω εγώ το δάχτυλο και τον ξεφτιλίζω.
ΚΟΡ. Τί κάνεις; Με το δάχτυλο σπρώχνεις, βρε, το φτίλι,
και σ᾽ εποχή που είν᾽ έλλειψη, ω άμυαλο, από λάδι;
Αν τ᾽ αγοράζω εγώ ακριβά, δε σε μέλει διόλου.
Του δίνει ένα χαστούκι.
ΠΑΙ. Αν θα μας ορμηνεύετε πάλι με χαστούκια,
σβήνουμε τα λυχνάρια μας και γυρνούμε σπίτι·
και δίχως φως, στα σκοτεινά, μέσα δω στο βούρκο
σαν τις λιβαδοπέρδικες θα τσαλαβουτάτε.
ΚΟΡ. Κι άλλους, μωρέ, παιδεύω εγώ, μεγαλύτερούς σου.
Μα εδώ που τώρα πάτησα κάτι μαλακό ειναι·
260 μέσα σε δυο, μέσα σε τρεις, τέσσερις ημέρες
πολύ νερό απ᾽ τον ουρανό σίγουρα θα πέσει.
Γιατί, όπως βλέπω, πιάνουνε τσίμπλες τα λυχνάρια·
κι αυτό είναι πάντοτε βροχής δυνατής σημάδι.
Μα κι όλα τα γεννήματα, έξω τα πρωιμάδια,
θέλουν βροχούλα και ύστερα λίγο βοριαδάκι.
Κοιτάζει το σπίτι του Φιλοκλέωνα.
Τί να ᾽παθε ο συνάδελφος δικαστής που μένει
δω μέσα; Πώς δεν έρχεται να ενωθεί μαζί μας;
Ρεμούλκιο αυτός δεν ήθελε, πρώτος πάντα ερχόταν
παλιούς σκοπούς του Φρύνιχου ψιλοτραγουδώντας.
270 Α, το τραγούδι τ᾽ αγαπά. Φίλοι, εδώ ας σταθούμε
και με τα τραγουδάκια μας «έβγα» να του πούμε.
Μόλις τ᾽ ακούσει, η γλύκα τους έξω θα τον σύρει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΤΗΣΥΛΛΑ

ΚΤΗΣΥΛΛΑ
(πουλί, περιστέρι)
 
Για την Κτήσυλλα δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε μια καθαρή ιστορία μεταμόρφωσης ή, μάλλον, αντικατάστασης.
 
Καταγόταν από την πόλη Ιουλίδα της Κέας και ήταν κόρη του Αλκιδάμαντα. Την ερωτεύτηκε ο Ερμοχάρης ο Αθηναίος, όταν την είδε να χορεύει στη γιορτή του Απόλλωνα στην πόλη Καρθαία του νησιού. Με δόλο την έβαλε να ορκιστεί στην Άρτεμη ότι θα τον παντρευτεί· έγραψε, δηλαδή, πάνω σε μήλο τον υποτιθέμενο όρκο της Κτήσυλλας και το έριξε μέσα στο ιερό της Άρτεμης. Το κορίτσι διάβασε δυνατά το μήνυμα και αυτόματα δεσμεύτηκε, πόσο μάλλον που στον γάμο συναίνεσε και ο πατέρας της με όρκο στον Απόλλωνα και αγγίζοντας τη δάφνη.
 
Με το τέλος όμως των γιορτών, ο Αλκιδάμαντας λησμόνησε τον όρκο του και έταξε την κόρη του σε άλλον. Όμως, με θεία βούληση η Κτήσυλλα ερωτεύτηκε τον Ερμοχάρη που οργισμένος είχε εισβάλει στον ναό της Άρτεμης με κακούς σκοπούς. Με τη βοήθεια της τροφού, το ζευγάρι ξέφυγε από τον πατέρα και απέπλευσαν νύχτα για την Αθήνα, όπου και παντρεύτηκαν. Όμως η αθέτηση του όρκου του πατέρα δεν έμεινε ατιμώρητη: η Κτήσυλλα πέθανε μετά τον τοκετό. Ενώ ετοιμάζονταν για την κηδεία, το σώμα της εξαφανίστηκε και από το στρώμα της πέταξε ένα περιστέρι. Και ο Ερμοχάρης, ύστερα από χρησμό, ίδρυσε ιερό στην πόλη της καταγωγής της χαμένης για ατοπήματα άλλων γυναίκας του. Ήταν το ιερό της Αφροδίτης Κτήσυλλας, όπως την ονόμαζαν οι κάτοικοι της Ιουλίδας, στην οποία θυσίαζαν οι Κείοι, ή της Κτήσυλλας Εκαέργης (Μακροσαϊτεύτρα) όπως την αποκαλούσαν άλλοι.

Το χρώμα στην αρχαία ελληνική ζωγραφική

Ο πολύς κόσμος πιθανόν να μη γνωρίζει ότι το χρώμα στην αρχαιότη­τα έπαιζε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε ό,τι αφορά την τέχνη των αρχαίων και δεν περιοριζόταν μόνο στη ζωγραφική. Εκτός του ότι αρκετά από τα χρησιμοποιούμενα χρώματα συνέβαινε να έχουν και θεραπευτικές ιδιότη­τες, πολλές δημιουργίες των αρχαίων, όπως ταπεινά πήλινα ειδώλια αλλά και μεγαλόπρεποι ναοί και σπουδαία μαρμάρινα αγάλματα, εμψυχώνο­νταν με χρώματα, και μάλιστα έντονα, μια και οι αρχαίοι ήξεραν ότι η απόσταση, όπως και ο χρόνος, εξασθενεί τον τόνο των χρωμάτων. Έτσι, ήταν απολύτως φυσιολογικό οι δημιουργίες της μεγάλης πλαστικής σε μάρμαρο να βάφονται με ζωηρά μη ρεαλιστικά χρώματα. Ο περίφημος Πραξιτέλης ανέθετε το χρωματισμό των έργων του σ’ έναν επίσης γνωστό ζωγράφο της εποχής του, τον Νικία. Πόσο εκτιμούσε τη δουλειά του τε­λευταίου μας το δείχνει το εξής γεγονός που μας διασώζει η αρχαία γραμ­ματεία: όταν τον ρωτούσαν ποιες από τις μαρμάρινες δημιουργίες του θε­ωρούσε τις σημαντικότερες, υποδείκνυε αυτές στις οποίες είχε βάλει το χέ­ρι του ο Νικίας. Επομένως, όταν βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σ’ έναν αρ­χαίο ναό ή περιεργαζόμαστε μαρμάρινα αγάλματα σ’ ένα αρχαιολογικό μουσείο, η εντύπωση που αποκομίζουμε ατενίζοντας τις αρχαιότητες είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που είχαν οι αρχαίοι, αφού τα χρώματα των έργων αυτών έχουν πλέον χαθεί για μας και μάλιστα οριστικά. Ορι­σμένες φορές βέβαια με ειδικές φωτογραφήσεις τα ξανακερδίζουμε, όχι όμως για την οπτική μας απόλαυση αλλά μόνο και μόνο για τον εμπλουτι­σμό των γνώσεών μας.

Το χρώμα, όπως είναι φυσικό, έπαιζε σημαίνοντα ρόλο και στην αρχαία ζωγραφική. Μαζί με το γραμμικό σχέδιο και τη φωτοσκίαση έδιναν σάρκα και οστά σε κάθε ζωγραφική δημιουργία. Οι αρχαίοι ως βασικά χρώματα είχαν το κόκκινο, το κίτρινο, το μαύρο και το άσπρο και με τη μείξη τους μεγάλωναν σημαντικά τη χρωματική τους γκάμα. Συχνά ακούμε για την περίφημη τετραχρωμία των αρχαίων, η οποία υποστηριζόταν και από τη φιλοσοφική σκέψη. Ωστόσο, έχει προκαλέσει ως σήμερα ατέλειωτες συζη­τήσεις ανάμεσα στους ειδικούς, που δεν μπορούν να δεχτούν ότι μια τόσο υψηλή ζωγραφική, όπως ήταν αυτή των αρχαίων Ελλήνων, περιοριζόταν σε τέσσερα μόνο βασικά χρώματα, από τα οποία μάλιστα τα δύο, το μαύ­ρο και το άσπρο, για τη σημερινή τουλάχιστον αισθητική, δεν είναι χρώμα­τα. Οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν ότι η ζωγραφική στον ελληνικό χώ­ρο γεννήθηκε στην Κόρινθο και τη Σικυώνα. Από τα δύο αυτά μέρη κατά­γονταν οι περισσότεροι από τους παλαιότερους γνωστούς Έλληνες ζω­γράφους. Με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκαν διάφορες σχολές με κάποια κοινά χαρακτηριστικά η καθεμιά τους, όπως η λεγόμενη αττική, η ιωνική, η πελοποννησιακή (της οποίας τα μέλη συχνά διακρίνονταν και από μεγάλη θεωρητική κατάρτιση), η ασιατική κ.ά. Τα παλαιότερα έργα των Ελλήνων ζωγράφων πρέπει να ήταν κατά κανόνα μονόχρωμα, γρήγο­ρα όμως αυτοί εμπλούτισαν την παλέτα τους με περισσότερα χρώματα, τα οποία ωστόσο στην αρχή δεν τα αναμείγνυαν, αλλά τα χρησιμοποιούσαν Ξεχωριστά.

Έτσι, με τη βοήθεια του χρώματος ξεχώρισαν τις γυναικείες μορφές από τις ανδρικές, καλύπτοντας τα γυμνά μέρη των πρώτων με λευκό και των δεύτερων με υπομέλαν, καστανό χρώμα. Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ήταν που μπόρεσαν οι Έλληνες να μιμηθούν τέλεια τη φύση και να φτιά­νουν έργα στα οποία κυριαρχούσαν η ψευδαίσθηση και η οφθαλμαπάτη. Αυτό το κατάφεραν με τη σκιαγραφία, με χρήση δηλαδή σκιάς που έδινε στις μορφές τους πλαστικότητα, αλλά και με το χρώμα, καθώς με μεγάλη δεξιότητα πέτυχαν αξιοθαύμαστη διαβάθμιση των αποχρώσεων των χρω­μάτων τους.

Η αρχαία ελληνική ζωγραφική είναι η λιγότερο καλά γνωστή έκφανση της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Και αυτό επειδή τα ευπαθή υλικά της είναι η κύρια αιτία που δεν επέτρεψε, πλην λίγων εξαιρέσεων, τη διατήρησή της ως τις μέρες μας. Ό,τι γνωρίζουμε για αυτήν το οφείλουμε κυρίως σε σχε­τικές πληροφορίες που μας δίνουν κείμενα αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων και πολύ λίγο στα λιγοστά μνημεία που διασώζουν δείγματα αρχαίας ζωγραφικής. Ανάμεσα στα τελευταία ιδιαίτερη θέση κατέχουν ευ­ρήματα κυρίως από τις πρόσφατες ανασκαφές στο βορειοελλαδικό χώρο και ειδικότερα στην κεντρική Μακεδονία. Στη Βεργίνα, στα Λευκάδια (λίγο έξω από τη Νάουσα) και στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης έχουν έλθει στο φως μνημεία που σώζουν σπουδαίες ζωγραφικές συνθέ­σεις και έχουν εμπλουτίσει σημαντικά τις γνώσεις μας για την αρχαία ζω­γραφική. Απαντώνται κυρίως σε τοιχογραφίες που διακοσμούν τους λεγά­μενους μακεδονικούς τάφους και πάνω σε λίθινα, ως επί το πλείστον μαρ­μάρινα, έργα, όπως π.χ. σε επιτύμβιες στήλες, σε νεκρικές κλίνες και σε νε­κρικούς θρόνους. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανείς στις μέρες μας δεν μπορεί να γράψει κάτι καινούριο για την αρχαία ελληνική ζωγραφική των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων αν δεν επισκεφθεί τους αρχαιολο­γικούς χώρους που αναφέραμε.

Οι ωραίες ζωές χτίζονται με ωραίες καθημερινότητες

Τι πιο αισιόδοξο απ’ το να ξυπνάς το πρωί και να χαμογελάς, να βλέπεις ζωντανά χρώματα και να κάνεις θετικές σκέψεις, ακόμα κι αν έχεις ένα κάρο δουλειές κι αγγαρείες να ολοκληρώσεις μέσα στη μέρα σου; Τι πιο τέλειο απ’ το να σου αρέσει η καθημερινότητά σου;

Υπάρχουν φορές που διάφορες καταστάσεις και προβλήματα στοιχειώνουν την παλέτα μας κι εμείς αφήνουμε τις σκούρες εκδοχές της να μας επισκιάσουν· μη διαθέτοντας άλλη δύναμη, παραιτούμαστε ή αφηνόμαστε αρκετές φορές εν γνώσει μας, κι εν τέλει αυτόν μας τον πεσιμισμό και την αδράνεια τα λουζόμαστε, μαζεύοντας τ’ αμάζευτα, ζώντας μέσα σε μια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα που μοιάζει με κακογραμμένο σίριαλ, μια σαπουνόπερα που μας καταπίνει και που νιώθουμε πως δε μας χωράει άλλο.

Φτιάξε το ψηφιδωτό της ύπαρξής σου και χτίσε το πετραδάκι-πετραδάκι, όπως εσύ μονάχα θέλεις, επιλέγοντας να το φουλάρεις με θετικά ή αρνητικά συναισθήματα. Μη ρωτάς αν υπάρχουν σωστά ή λάθος χρώματα που θα συμπεριλάβεις στην επιφάνειά σου. Είσαι ο κυρίαρχος του εαυτού σου και της καθημερινότητάς σου. Το αν θα σου αρέσει η ζωή σου ή όχι έχει να κάνει ξεκάθαρα με τις επιλογές σου.

Επίλεγε να πέφτεις για ύπνο με ένα όνειρο και κάθε πρωί που θα ξυπνάς να γίνεται στόχος και πλάνο, να ‘ναι σκοπός ζωής. Πλησίαζε κάθε μέρα και μισό σκαλοπάτι για την ευτυχία σου -ακόμα και αν για βδομάδες ή μήνες έμεινες στάσιμος, ποτέ δεν είναι αργά για να ανέβεις εκεί όπου η θέα θα σε αποζημιώσει. Με οργάνωση, μα πάνω απ’ όλα, επιθυμία, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορείς να καταφέρεις.

Η όμορφη καθημερινότητα θέλει διαρκή προσπάθεια για το καλύτερο, αλλά κυρίως θέλει να ζεις στο τώρα, να απολαμβάνεις το παρόν, να διορθώνεις τα κακώς κείμενα και να ευγνωμονείς για τις πιο φωτεινές σελίδες. Και στα δύσκολα, που είναι δεδομένα πως κάποτε θα εμφανιστούν, χρειάζεται μια έξτρα δόση δύναμης και χαμόγελου, γιατί με γκρίνια και νεύρα μόνο χρόνο κι ενέργεια χαραμίζεις.

Τυχεροί όσοι αγαπάνε την καθημερινότητά τους μα όχι μόνο, δούλεψαν γι’ αυτή. Είχαν, βλέπεις, το θάρρος να πουν τη σωστή στιγμή «ναι» κι «όχι». Είναι αυτοί οι λίγοι που στο τέλος της μέρας θα πουν «ευχαριστώ» για όσα ήρθαν και θα σχεδιάσουν με πείσμα πώς να φέρουν αυτά που δεν ήρθαν. Ο άνθρωπος όσο ελπίζει, ανθίζει κι όταν παύει να ελπίζει, μαραίνεται. Το μέσα του είναι σαν ένα λουλούδι που αν δεν το ποτίζει κάθε μέρα θα ξεραθεί.

Όρισε εσύ πώς θες να ‘ναι η καθημερινότητα που θα χαίρεσαι να ζεις, γιατί μόνο εσύ ξέρεις τι θα σε κάνει στ’ αλήθεια ευτυχισμένο. Η πληρότητα δε ρίχνει κλεφτές ματιές αριστερά και δεξιά για να δει πού να μοιάσει, κοιτάζει μονάχα με ειλικρίνεια ευθεία, στον καθρέφτη. Εδώ δε χωράνε αντιγραφές κι επικολλήσεις, παρά μόνο αποκοπή όλων όσων δε σ’ αφήνουν να ζήσεις με εσωτερική κι εξωτερική γαλήνη. Δοκίμασε να ζήσεις για ‘σένα και θα δεις πως ακόμα κι ο αέρας κάθε μέρα θα ‘χει διαφορετικό άρωμα. Εκείνο της ευτυχίας και της επιτυχίας.

Αγάπησε την καθημερινότητά σου, ακόμα και αν δεν το έκανες ποτέ ως τώρα. Ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις. Νιώσε τυχερός και μόνο για την προσπάθεια και το θάρρος που διέθεσες. Επιβράβευσε τον εαυτό σου κι έχε τον πάντα φίλο σου.

Δεν είναι τυχαίο πως όσοι αγαπάνε την καθημερινότητά τους, περπατάνε ακομπλεξάριστα στο δρόμο και σχηματίζουν ρυτίδες έκφρασης νωρίτερα, γιατί κάθε φορά γελάνε και συγκινούνται βαθιά. Είναι αυτοί που γυρνώντας απ’ τη δουλειά τους (κάτι που αγαπούν ή έστω αποφάσισαν να μη μισούν) θα τους ακούσεις να σφυρίζουν έναν ρυθμό και θα απορείς καμιά φορά κι εσύ ο ίδιος γιατί χαίρονται τόσο.

Τώρα που κατάλαβες τον λόγο, μήπως να αναθεωρήσεις; «Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή».

Δεν βρισκόμαστε σε μια σχέση για να λύνουμε τα προβλήματα του άλλου

Οι σχέσεις είναι τέχνη. Το όνειρο που δημιουργούν δύο άτομα είναι πιο δύσκολο να εκπληρωθεί απ’ ό,τι αυτό που δημιουργεί κάποιος μόνος του. Για να είστε και οι δύο χαρούμενοι, πρέπει να κρατήσετε το δικό σας μισό τέλειο. Εσείς είστε υπεύθυνοι για το δικό σας μισό και τα προβλήματα που μπορεί να έχει.

Τα προβλήματά σας είναι δικά σας και πρέπει να τα αντιμετωπίζετε εσείς, όχι ο σύντροφός σας. Αν προσπαθήσει να λύσει εκείνος τα προβλήματά σας, θα συγκρουστείτε. Πρέπει να μάθουμε να μη χώνουμε τη μύτη μας εκεί που δεν θέλει ο άλλος.

Το ίδιο ισχύει και για το μισό του συντρόφου σας. Έχει κι εκείνος ορισμένα προβλήματα. Γνωρίζοντάς το, τον αφήνετε να το αντιμετωπίσει μόνος του. Θα πρέπει να τον αγαπάτε και να τον αποδέχεστε με όλα του τα προβλήματα. Θα πρέπει να σέβεστε τα προβλήματά του. Δεν είστε στη σχέση για να λύνετε τα προβλήματα του άλλου· αυτό θα το κάνει μόνος του.

Ακόμη κι αν ο άλλος ζητήσει τη βοήθειά σας, έχετε την επιλογή να πείτε όχι. Αν πείτε όχι, δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάτε ή δεν αποδέχεστε τον άλλο· σημαίνει ότι δεν μπορείτε ή δεν θέλετε να παίξετε αυτό το παιχνίδι.

Για παράδειγμα, αν ο σύντροφος σας θυμώσει, μπορείτε να πείτε: «Έχεις το δικαίωμα να νιώθεις θυμό, αλλά δεν χρειάζεται να νιώθω κι εγώ το ίδιο. Δεν έκανα τίποτα για να σε θυμώσω».

Δεν χρειάζεται να καβγαδίσετε· αφήστε τον απλά να είναι αυτό που είναι και να θεραπευτεί, χωρίς να παρέμβετε εσείς. Και μπορείτε να συμφωνήσετε να μην παρεμβαίνει ούτε εκείνος στη δική σας διαδικασία συναισθηματικής ίασης.

Ας πούμε ότι είστε άντρας και είστε ευτυχισμένος, αλλά για κάποιο λόγο η σύντροφός σας δεν είναι. Αντιμετωπίζει προσωπικά προβλήματα και δεν είναι ευτυχισμένη.

Επειδή την αγαπάτε, θα της συμπαρασταθείτε, αλλά αυτό δεν πρέπει να σημαίνει ότι πρέπει να νιώθετε δυστυχισμένος επειδή έτσι νιώθει εκείνη.
Αυτό δεν είναι συμπαράσταση.

Αν είναι δυστυχισμένη και αρχίσετε να νιώθετε κι εσείς έτσι, θα βουλιάξετε κι οι δύο. Αν είστε ευτυχισμένος, η δική σας ευτυχία μπορεί να τη βοηθήσει να ξαναβρεί τη δική της.

Με τον ίδιο τρόπο, αν είστε πεσμένος ψυχολογικά και εκείνη είναι χαρούμενη, η χαρά της θα σας στηρίξει.

Για το δικό σας καλό αφήστε τη να χαρεί· μην προσπαθήσετε να της στερήσετε τη χαρά. Ό,τι κι αν συνέβη στη δουλειά, μη γυρνάτε σπίτι και βγάζετε το δηλητήριο πάνω της. Μείνετε σιωπηλός, πείτε της ότι δεν έχετε κάτι μαζί της και ότι απλά έχετε τα δικά σας προβλήματα. Μπορείτε να πείτε:

«Ζήσε τη χαρά σου, συνέχισε να το διασκεδάζεις και θα διασκεδάσουμε και μαζί όταν μπορώ να χαρώ με τη χαρά σου. Τώρα θέλω να μείνω μόνος».

Αφήνοντας πίσω αυτό που δεν υπάρχει πια

Είναι πολλά και ανησυχητικά αυτά που κάνουμε όλοι μας για να αποφύγουμε μιαν απώλεια. Δεν θέλουμε να περάσουμε ποτέ από τη διαδικασία του πένθους, και πολύ λιγότερο όταν δεν είμαστε εμείς που επιλέξαμε να βρεθούμε σ’ αυτήν την κατάσταση. Αν και αρκεί μόνο μία ερώτηση: Είμαστε πράγματι στο περιθώριο της απόφασης του χωρισμού που μας ανακοινώνει ο σύντροφός μας;

Στο κάτω κάτω, ποιος θέλει να είναι δίπλα σε κάποιον όταν αυτός δεν τον θέλει πια;

Εγώ πάντως όχι, ούτε κι εσύ, και σίγουρα κανένας απ’ όσους διαβάζουν το βιβλίο αυτό, ετούτη τη στιγμή.

Όταν τα συνειδητοποιώ όλα αυτά, δεν προσπαθώ πια να σε κρατάω σφιχτά, παύω να θέλω να σ’ έχω αγκιστρωμένο, ανοίγω την αγκαλιά μου και σου επιτρέπω να φύγεις. Και ξέρω πως μόλις τελειώσει η επεξεργασία της απώλειας, το τραύμα μου δεν θα πονάει πια.

Μόλις αφήσω πίσω αυτό που δεν υπάρχει πια, θα απελευθερωθώ από το παρελθόν για να διαλέξω με ποιον θα συνεχίσω τον δρόμο της ζωής μου, αν φιλοδοξώ να συνεχίσω αυτόν τον δρόμο με συντροφιά. Παρόλα αυτά…. εμείς κοιτάμε πώς θα χειριστούμε τη συμπεριφορά του άλλου ώστε να κάνει αυτό που θέλουμε εμείς, αντί να περάσουμε τον δρόμο των δακρύων και, αφού κλάψουμε αρκετά, ν’ αφήσουμε χώρο για κάποιον που θα είναι πιο κοντά στα γούστα και τις αρχές μας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, φαίνεται ότι θα μου ήταν πιο ευχάριστο να επιβεβαιώσω τη δύναμή μου, παρά να βρω κάποιον άλλον που θα ήθελε αυτά που θέλω κι εγώ, παρόλο που τις περισσότερες φορές είναι η φωνή του πιο νευρωτικού εαυτού μου αυτή που με προειδοποιεί: Μπορεί να μη συναντήσω ποτέ ξανά κάποιον που να με θέλει (γιατί ποιος θα με θέλει τώρα;).

Αυτή η φωνή μου λέει να μείνω, να επιμείνω, να κρατήσω σφιχτά τον/την σύντροφό μου (γιατί είναι καλύτερο το γνωστό κακό…) κ.λ.π. κ.λ.π.

Το κίνητρο, όμως, δεν είναι η αγάπη: είναι ο φόβος γι’ αυτό που ακολουθεί, η ψεύτικη σιγουριά που μου δίνει το γνωστό. Είναι η ψευδαίσθηση ηρεμίας δίπλα σ’ αυτόν που υποτίθεται πως έχω (παρόλο που στην πραγματικότητα δεν τον έχω πια στ’ αλήθεια).

Με τον καλύτερό μου φίλο, τον αδελφό μου, το παιδί μου, όταν οι επιθυμίες μας δεν συμπίπτουν, είναι ξεκάθαρο ότι το καλύτερο είναι να κάνει ο καθένας αυτό που στην πραγματικότητα έχει τη διάθεση να κάνει, και μετά, μπορεί να βρεθούμε για να μοιραστούμε ό,τι μας άρεσε περισσότερο σ’ αυτά που κάναμε.

Με τον σύντροφό μας θα έπρεπε να γίνεται ακριβώς το ίδιο, αλλά για να φτάσει κανείς σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να μάθει να αφήνει τον άλλο να φύγει χωρίς να φοβάται την απώλεια.

Δεν έχει σημασία να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους, αλλά με εμάς τους ίδιους

«Ο φθόνος είναι συντετριμμένος θαυμασμός», είχε πει κάποτε ο Δανός φιλόσοφος Σαίρεν Κίρκεγκορ. Ο φθόνος είναι τοξικό συναίσθημα το οποίο εμφανίζεται όταν αισθάνεσαι πως υστερείς σε κάτι συγκριτικά με έναν άλλο άνθρωπο. Με πρώτο και καλύτερο τον πλούτο και την οικονομική κατάσταση, οι άνθρωποι έχουν την τάση ειδικά στην εποχή του σήμερα, να συγκρίνουν διαρκώς τον εαυτό τους με τους άλλους.

Ο φθόνος δεν έχει σχέση με τον υγιή ανταγωνισμό, αλλά τροφοδοτεί εντός μας άσχημες σκέψεις και το μίσος εναντίον εκείνου που θεωρούμε πως υπερτερεί σε σχέση με εμάς. Για παράδειγμα, βλέπουμε το διπλανό μας να έχει περισσότερα χρήματα στο πορτοφόλι του, με αποτέλεσμα να αισθανθούμε ζήλια.
  
Ο άνθρωπος υποφέρει από τέσσερα πράγματα. Το πρώτο είναι η γέννηση, το δεύτερο η ασθένεια, το τρίτο το γήρας και στο τέλος, ο θάνατος. Αυτή την ισότητα πρέπει να έχουμε και να θυμόμαστε πως δεν έχει σημασία να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους, αλλά με εμάς τους ίδιους και με το πόσο καλύτεροι μπορούμε να γίνουμε από αυτό που ήμασταν χθες.

Όσο δύσκολο και αν διαβάζεται, μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι αν εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας στο να χαίρεται ειλικρινά για τους ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε καλύτερη θέση από εμάς. Είναι κατόρθωμα να μην επιτρέπεις στο τέρας της ζήλιας και του φθόνου να σε δαμάζει, να χαίρεσαι ειλικρινά για τους φίλους σου όταν πετυχαίνουν κάτι και να μην αφήνεις τα νοσηρά αυτά συναισθήματα να σε ορίζουν και να μετατρέπουν σε έναν άνθρωπο κακό.

Το να χαίρεσαι με εκείνον που μπορεί σε έναν τομέα να είναι καλύτερος από εσένα, μπορεί να σου δώσει εκείνο το έναυσμα που χρειάζεσαι, ώστε και εσύ να θέλεις να γίνεις καλύτερος. Αν αντιληφθείς πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε συνοδοιπόροι σε αυτόν τον δύσκολο και κοπιαστικό δρόμο της ζωής και της αυτοβελτίωσης, στην πραγματικότητα θα αισθανθείς χαρά.

Το σημαντικό είναι ο κάθε άνθρωπος να βρει τα δικά του χαρίσματα, διότι ο καθένας από εμάς σε κάποιους τομείς μπορεί να έχει καλύτερη επίδοση, συγκριτικά με κάποιους άλλους. Δεν είμαστε εχθροί, ούτε τσουβάλια που ζυγίζουμε ώστε να δούμε ποιος αξίζει περισσότερα. Είμαστε απλώς, άνθρωποι με διαφορετικές ικανότητες και προσωπικότητα.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ανακτήσει την ελευθερία της

Θα μπορούσες μήπως να βρεις κάποια πόλη σε περισσότερο άθλια κατάσταση από την πόλη των Αθηνών, όταν την είχαν κατακερματίσει οι τριάντα τύραννοι; Είχαν εκτελέσει δεκατρείς χιλιάδες πολίτες, τους αρίστους, και δεν επρόκειτο βέβαια γι’ αυτόν το λόγο να σταματήσουν, αλλά η ίδια η ωμότητά τους έτρεφε τη φλόγα αναπαραγωγής της. Στην πόλη όπου υπήρχε ο Άρειος Πάγος, ένα δικαστήριο θεοσεβέστατο, μία σύγκλητος και μία λαϊκή συνέλευση παρόμοια με τη σύγκλητο, εκεί μαζευόταν κάθε μέρα μια θλιβερή σύναξη δημίων, και το δύστυχο το βουλευτήριο είχε καταντήσει ασφυκτικά στενό από την πληθώρα των τυράννων!

Θα μπορούσε ποτέ αυτή η πόλη να βρει τη γαλήνη της, τη στιγμή που υπήρχαν σ’ αυτήν τόσοι τύραννοι όσοι και δορυφόροι; Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ανακτήσει την ελευθερία της, ούτε και υπήρχε έδαφος για να της προσφέρει κανείς οποιαδήποτε βοήθεια μπροστά σε μια πανίσχυρη δύναμη καθαρμάτων.

Γιατί πως θα μπορούσαν να εμφανιστούν τόσοι Αρμόδιοι στη δύστυχη πολιτεία; Ο Σωκράτης όμως βρισκόταν τότε ανάμεσά τους και παρηγορούσε τους ταγούς της πόλης, που πενθούσαν, εμψύχωνε αυτούς που είχαν απελπιστεί για την τύχη του κράτους, κατηγορούσε τους πλούσιους, που έτρεμαν για τα αγαθά τους, προβάλλοντας μια όψιμη μεταμέλεια για την ολέθρια απληστία τους, ενώ σ’ αυτούς που θα ήθελαν να τον μιμηθούν πρόσφερε το μεγάλο του παράδειγμα, καθώς βάδιζε, ελεύθερος αυτός, ανάμεσα σε τριάντα τυράννους.

Και όμως, αυτόν τον άνθρωπο η Αθηνά δολοφόνησε στη φυλακή του, και έτσι η ίδια η ελευθερία δεν μπόρεσε να ανεχθεί να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος που ακλόνητος είχε χλευάσει έναν ολόκληρο όμιλο τυράννων.

Από το γεγονός αυτό θα μπορούσες να διδαχθείς δύο πράγματα, και ότι ο σοφός έχει τη δυνατότητα, όταν η πολιτεία του σπαράσσεται από τη δυστυχία, να παρουσιάσει τη δύναμη της ψυχής του, αλλά και ότι η ιταμότητα, ο φθόνος και αναρίθμητες άλλες απαίσιες κακίες βασιλεύουν όταν η πολιτεία του είναι ακμαία και ευημερεί. Γι’ αυτό και εμείς είτε θα εντείνουμε είτε θα περιστείλουμε τις προσπάθειές μας, ανάλογα με το πώς έρχονται τα πράγματα και εφόσον βέβαια η τύχη μάς το επιτρέπει, σε κάθε όμως περίπτωση θα εξακολουθήσουμε να είμαστε δραστήριοι και δεν πρόκειται ποτέ να μας αλυσοδέσει, ούτε και να μας παραλύσει ο φόβος.

Έτσι, λοιπόν, τότε μόνο θα είναι κάποιος πραγματικός άντρας, όταν, τη στιγμή που οι κίνδυνοι τον απειλούν από κάθε μεριά και τα όπλα και οι αλυσίδες μαίνονται γύρω του, δεν συνθλίβει την αρετή του, ούτε και προσπαθεί να την αποκρύψει` γιατί δεν εξυπακούεται ότι, για να σωθεί κάποιος, θα πρέπει να ταφεί.

Γι’ αυτό και νομίζω ότι σωστά έλεγε ο Κούριος Δεντάτος πως θα προτιμούσε να πέθαινε παρά να ζει σαν νεκρός` δεν υπάρχει, αλήθεια, χειρότερο πράγμα από το να πάψεις να συγκαταλέγεσαι στους ζωντανούς πριν ακόμα πεθάνεις.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Η Ρωσία ετοιμάζει ξενοδοχείο στη Σελήνη

Έτοιμη να υλοποιήσει ένα σχέδιο που παραπέμπει σε ταινία φαντασίας, είναι η Ρωσία, καθώς έχει στα σκαριά την ανέγερση ξενοδοχείου στη Σελήνη.

Το Patron Moon, όπως είναι το όνομα του project, έχει ως βάση τον υπερύπυραυλο Enisei, ο οποίος μόλις φτάσει στην Σελήνη θα ανοίξει κρατήρα βάθους 36 μέτρων, ο οποίος θα αποτελέσει και τα θεμέλια τους εγχειρήματος.

Στη συνέχεια θα κατασκευαστούν καταλύματα ενώ η ηλεκτροδότηση θα γίνεται μέσω ενός πυρηνικού σταθμού.

Κάθε καμπίνα διαβίωσης θα είναι 10 τετραγωνικών μέτρων ενώ θα χρησιμοποιείται για τουριστικούς σκοπούς αλλά και από το πλήρωμα του Roscosmos, της ρωσικής ομάδας του διαστήματος.

Το κόστος σε πρώτη φάση είναι... αλμυρό, καθώς κάθε διαμονή θα διαρκεί 3 ημέρες ενώ η τιμή ξεκινάει από τα 10 εκατομμύρια ευρώ.

Το όλο εγχείρημα θα κοστίσει 462 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η Roscosmos ανακοίνωσε πως η βάση θα προσφέρει την εμπειρία της εξερεύνησης του δορυφόρου του πλανήτη μας.

Βάση χρονοδιαγράμματος αναμένεται να είναι έτοιμη σε εννέα χρόνια και απομένει να δούμε αν το μεγαλόπνοο σχέδιο θα γίνει πράξη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1139b-1140a)

[III] Ἀρξάμενοι οὖν ἄνωθεν περὶ αὐτῶν πάλιν λέγωμεν. ἔστω δὴ οἷς ἀληθεύει ἡ ψυχὴ τῷ καταφάναι ἢ ἀποφάναι, πέντε τὸν ἀριθμόν· ταῦτα δ᾽ ἐστὶ τέχνη ἐπιστήμη φρόνησις σοφία νοῦς· ὑπολήψει γὰρ καὶ δόξῃ ἐνδέχεται διαψεύδεσθαι. ἐπιστήμη μὲν οὖν τί ἐστιν, ἐντεῦθεν φανερόν, εἰ δεῖ ἀκριβολογεῖσθαι καὶ μὴ ἀκολουθεῖν ταῖς ὁμοιότησιν. πάντες γὰρ ὑπολαμβάνομεν, ὃ ἐπιστάμεθα, μηδ᾽ ἐνδέχεσθαι ἄλλως ἔχειν· τὰ δ᾽ ἐνδεχόμενα ἄλλως, ὅταν ἔξω τοῦ θεωρεῖν γένηται, λανθάνει εἰ ἔστιν ἢ μή. ἐξ ἀνάγκης ἄρα ἐστὶ τὸ ἐπιστητόν. ἀίδιον ἄρα· τὰ γὰρ ἐξ ἀνάγκης ὄντα ἁπλῶς πάντα ἀίδια, τὰ δ᾽ ἀίδια ἀγένητα καὶ ἄφθαρτα. ἔτι διδακτὴ ἅπασα ἐπιστήμη δοκεῖ εἶναι, καὶ τὸ ἐπιστητὸν μαθητόν. ἐκ προγινωσκομένων δὲ πᾶσα διδασκαλία, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς λέγομεν· ἣ μὲν γὰρ δι᾽ ἐπαγωγῆς, ἣ δὲ συλλογισμῷ. ἡ μὲν δὴ ἐπαγωγὴ ἀρχή ἐστι καὶ τοῦ καθόλου, ὁ δὲ συλλογισμὸς ἐκ τῶν καθόλου. εἰσὶν ἄρα ἀρχαὶ ἐξ ὧν ὁ συλλογισμός, ὧν οὐκ ἔστι συλλογισμός· ἐπαγωγὴ ἄρα. ἡ μὲν ἄρα ἐπιστήμη ἐστὶν ἕξις ἀποδεικτική, καὶ ὅσα ἄλλα προσδιοριζόμεθα ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς· ὅταν γάρ πως πιστεύῃ καὶ γνώριμοι αὐτῷ ὦσιν αἱ ἀρχαί, ἐπίσταται· εἰ γὰρ μὴ μᾶλλον τοῦ συμπεράσματος, κατὰ συμβεβηκὸς ἕξει τὴν ἐπιστήμην. περὶ μὲν οὖν ἐπιστήμης διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον.

[1140a] [IV] Τοῦ δ᾽ ἐνδεχομένου ἄλλως ἔχειν ἔστι τι καὶ ποιητὸν καὶ πρακτόν· ἕτερον δ᾽ ἐστὶ ποίησις καὶ πρᾶξις (πιστεύομεν δὲ περὶ αὐτῶν καὶ τοῖς ἐξωτερικοῖς λόγοις)· ὥστε καὶ ἡ μετὰ λόγου ἕξις πρακτικὴ ἕτερόν ἐστι τῆς μετὰ λόγου ποιητικῆς ἕξεως. διὸ οὐδὲ περιέχεται ὑπ᾽ ἀλλήλων· οὔτε γὰρ ἡ πρᾶξις ποίησις οὔτε ἡ ποίησις πρᾶξίς ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ἡ οἰκοδομικὴ τέχνη τίς ἐστι καὶ ὅπερ ἕξις τις μετὰ λόγου ποιητική, καὶ οὐδεμία οὔτε τέχνη ἐστὶν ἥτις οὐ μετὰ λόγου ποιητικὴ ἕξις ἐστίν, οὔτε τοιαύτη ἣ οὐ τέχνη, ταὐτὸν ἂν εἴη τέχνη καὶ ἕξις μετὰ λόγου ἀληθοῦς ποιητική. ἔστι δὲ τέχνη πᾶσα περὶ γένεσιν καὶ τὸ τεχνάζειν καὶ θεωρεῖν ὅπως ἂν γένηταί τι τῶν ἐνδεχομένων καὶ εἶναι καὶ μὴ εἶναι, καὶ ὧν ἡ ἀρχὴ ἐν τῷ ποιοῦντι ἀλλὰ μὴ ἐν τῷ ποιουμένῳ· οὔτε γὰρ τῶν ἐξ ἀνάγκης ὄντων ἢ γινομένων ἡ τέχνη ἐστίν, οὔτε τῶν κατὰ φύσιν· ἐν αὑτοῖς γὰρ ἔχουσι ταῦτα τὴν ἀρχήν. ἐπεὶ δὲ ποίησις καὶ πρᾶξις ἕτερον, ἀνάγκη τὴν τέχνην ποιήσεως ἀλλ᾽ οὐ πράξεως εἶναι. καὶ τρόπον τινὰ περὶ τὰ αὐτά ἐστιν ἡ τύχη καὶ ἡ τέχνη, καθάπερ καὶ Ἀγάθων φησὶ τέχνη τύχην ἔστερξε καὶ τύχη τέχνην.

ἡ μὲν οὖν τέχνη, ὥσπερ εἴρηται, ἕξις τις μετὰ λόγου ἀληθοῦς ποιητική ἐστιν, ἡ δ᾽ ἀτεχνία τοὐναντίον μετὰ λόγου ψευδοῦς ποιητικὴ ἕξις, περὶ τὸ ἐνδεχόμενον ἄλλως ἔχειν.

***
[3] Ας ξαναπιάσουμε τα πράγματα από την αρχή και ας ανανεώσουμε τον λόγο μας γι᾽ αυτές τις αρετές. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι οι έξεις με τις οποίες η ψυχή πετυχαίνει, με την κατάφαση ή την άρνηση, την αλήθεια είναι πέντε: τέχνη, επιστήμη, φρόνηση, σοφία, νόηση· όχι όμως η απλή γνώμη, γιατί από αυτήν μπορεί κανείς να πλανηθεί.

Τί είναι λοιπόν η επιστημονική γνώση θα γίνει φανερό από τα ακόλουθα, αν πρέπει να μιλήσουμε με ακρίβεια και να μην παρασυρθούμε από τις ομοιότητες. Όλοι δεχόμαστε ότι αυτό για το οποίο έχουμε επιστημονική γνώση δεν είναι δυνατό να υπόκειται σε μεταβολή — για τα πράγματα που υπόκεινται σε μεταβολή δεν γνωρίζουμε, όταν βρεθούν έξω από την παρατήρησή μας, αν υπάρχουν ή όχι. Το αντικείμενο, άρα, της επιστημονικής γνώσης είναι της κατηγορίας των αναγκαίων πραγμάτων. Είναι, επομένως, αιωνίως αυτό που είναι· γιατί αυτά που είναι αυτό που είναι από μια απόλυτη ανάγκη, όλα τους είναι αιώνια, και τα αιώνια είναι αγέννητα και άφθαρτα. Επίσης: Κάθε επιστημονική γνώση μπορεί, κατά τη γενική αντίληψη, να διδαχθεί, και το αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης είναι δυνατό να το μάθει κανείς. Κάθε διδασκαλία ξεκινάει από ήδη γνωστά πράγματα, όπως το λέμε και στα Αναλυτικά: η διδασκαλία γίνεται είτε με τη μέθοδο τη επαγωγής είτε με τη διαδικασία του συλλογισμού. Η επαγωγή είναι ένα ξεκίνημα και για τη γνώση του καθολικού/γενικού, ενώ ο συλλογισμός ξεκινάει από προτάσεις καθολικού/γενικού περιεχομένου. Υπάρχουν, επομένως, αρχές από τις οποίες ξεκινάει ο συλλογισμός, οι οποίες όμως δεν μπορούν να συναχθούν από συλλογισμό: η απόκτησή τους γίνεται με την επαγωγή.

Η επιστημονική γνώση λοιπόν είναι έξη αποδεικτική — μαζί και όλα τα άλλα που αναφέραμε λεπτομερώς στα Αναλυτικά· γιατί όταν ένας άνθρωπος έχει με έναν συγκεκριμένο τρόπο πεισθεί και σιγουρευτεί και οι καθολικές αρχές τού είναι καλά γνωστές, ο άνθρωπος αυτός έχει επιστημονική γνώση· γιατί αν οι καθολικές αρχές δεν του είναι καλύτερα γνωστές από ό,τι το συμπέρασμα, ο άνθρωπος αυτός έχει επιστημονική γνώση μόνο κατά τύχη.

Αυτά λοιπόν ας είναι όσα είχαμε να πούμε προσδιορίζοντας το περιεχόμενο της επιστημονικής γνώσης.

[1140a] [4] Μεταξύ των πραγμάτων που επιδέχονται μεταβολή μπορούμε να διακρίνουμε αυτά που κατασκευάζονται και αυτά που πράττονται: άλλο πράγμα η κατασκευή και άλλο η πράξη (για το θέμα αυτό μπορούμε να βασιστούμε και σ᾽ αυτά που συζητήσαμε στα εξωτερικά μας έργα)· κατά συνέπεια και η έλλογη πρακτική έξη είναι κάτι διαφορετικό από την έλλογη κατασκευαστική έξη. Γι᾽ αυτό και δεν περιέχεται η μια στην άλλη· γιατί ούτε η πράξη είναι κατασκευή ούτε η κατασκευή είναι πράξη. Δεδομένου, τώρα, ότι η οικοδομική είναι μια τέχνη και ουσιαστικά είναι μια έλλογη κατασκευαστική έξη, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει τέχνη που να μην είναι μια έλλογη κατασκευαστική έξη, ούτε καμιά αυτού του είδους έξη που να μην είναι τέχνη, θα πει ότι «τέχνη» και «κατασκευαστική έξη που καθοδηγείται από μια αληθινή λογική» ταυτίζονται. Κάθε τέχνη έχει να κάνει με τη γένεση ενός πράγματος, με την επινόηση των απαραίτητων γι᾽ αυτό μέσων και την εξέταση του πώς μπορεί να έρθει στην ύπαρξη κάτι από αυτά που μπορούν να υπάρξουν ή να μην υπάρξουν και που η αρχή τους βρίσκεται στον κατασκευαστή και όχι στο παραγόμενο προϊόν· γιατί η τέχνη δεν έχει για αντικείμενό της πράγματα που υπάρχουν ή έρχονται στην ύπαρξη εξανάγκης, ούτε πράγματα που υπάρχουν ή έρχονται στην ύπαρξη με τον ορισμένο από τη φύση τρόπο (γιατί αυτά έχουν την αρχή της ύπαρξής τους μέσα τους). Αφού λοιπόν η κατασκευή και η πράξη είναι δύο διαφορετικά πράγματα, αναγκαστικά η τέχνη πρέπει να έχει σχέση με την κατασκευή, όχι με την πράξη. Και κατά κάποιον τρόπο τύχη και τέχνη έχουν σχέση με τα ίδια πράγματα, όπως το λέει και ο Αγάθωνας:

 Η τέχνη την τύχη αγαπά, μα και την τέχνη η τύχη.

Η τέχνη λοιπόν είναι, όπως είπαμε, μια έλλογη κατασκευαστική έξη· αντίθετα, η α-τεχνία είναι κατασκευαστική έξη που καθοδηγείται από μια λανθασμένη λογική. Αντικείμενο και των δύο είναι αυτό που επιδέχεται μεταβολή.