Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε

 
 Δεν υπάρχει μόνο ένα, αλλά πάρα πολλά σύμπαντα –συγκεκριμένα δέκα εις την πεντακοσιοστή και δεν αποκλείεται στο μέλλον να δημιουργούμε σύμπαντα στο εργαστήριο, ενώ δεν αντιλαμβανόμαστε ότι πιθανότατα ζούμε σε δέκα διαστάσεις. Αυτές είναι μερικές νέες επιστημονικές ιδέες που ανέπτυξε πρόσφατα με την ερευνητική του ομάδα ο Δημήτρης Νανόπουλος, διακεκριμένος καθηγητής Φυσικής του πανεπιστημίου του Τέξας A&M και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, που μίλησε χθες στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σχετικά με το πείραμα του CERN και την πειραματική διερεύνηση της ύπαρξης του Πολυσύμπαντος (multiverse).

Ειδικότερα, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, ο κ. Νανόπουλος εκτιμά, με βάση μαθηματικές εξισώσεις, ότι είναι δυνατό να υπάρχουν δέκα εις την πεντακοσιοστή σύμπαντα, σύμφωνα με τη θεωρία της Υπερσυμμετρίας (SUSY) και των Υπερχορδών, η οποία προβλέπει ότι, εκτός από τις γνωστές τέσσερις «μεγάλες» διαστάσεις -τρεις του χώρου (μήκος, πλάτος, ύψος) και ο χρόνος- υπάρχουν ακόμα έξι ή επτά, που βρίσκονται «διπλωμένες» σε τρομερά μικρό χώρο, ανεβάζοντας σε 10 ή 11 τον συνολικό αριθμό των διαστάσεων. «Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε», είπε χαρακτηριστικά.

Η θεωρία του πολυσύμπαντος ή των πολλών παράλληλων συμπάντων έχει διάφορες εκδοχές, μια από τις οποίες προωθεί σθεναρά ο κ. Νανόπουλος, ο οποίος τόνισε όμως ότι μια τέτοια θεωρία έχει νόημα μόνο αν καταστεί δυνατό να αποδειχτεί πειραματικά και σε αυτό μπορεί να βοηθήσει ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πυρηνικών Ερευνών (CERN).

Όπως υποστηρίζει ο Έλληνας φυσικός, κάθε επιμέρους σύμπαν (μεταξύ αυτών το δικό μας) μέσα σε αυτό το πολυσύμπαν μπορεί να έχει τους δικούς του ξεχωριστούς φυσικούς νόμους, που ισχύουν μόνο σε αυτό, ενώ στα άλλα σύμπαντα οι νόμοι που τα διέπουν, μπορεί να είναι αφάνταστα διαφορετικοί ή και σχετικά παρόμοιοι, έχουν όμως οπωσδήποτε ως κοινό παρονομαστή τη βαρύτητα. Το ένα σύμπαν «γεννάει» το άλλο, μέσα σε μια αέναη διαδικασία παραγωγής συμπάντων, η οποία, όπως είπε, καταργεί την έννοια της αρχής και του τέλους του χρόνου.

Τα άλλα σύμπαντα, τα οποία χαρακτήρισε φυσαλίδες της πραγματικότητας» που απαρτίζουν το πολυσύμπαν, είναι δυνατό να βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους αλλά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Δεν απέκλεισε όμως ότι είναι πιθανώς δυνατό να γίνει μετάβαση από το ένα σύμπαν στο άλλο. Όλα τα σύμπαντα με τους ιδιαίτερους νόμους τους προκύπτουν κατά βάση από μόνα τους, σαν μια «τοπική μετάλλαξη» του χώρου σε ένα προϋπάρχον σύμπαν. Ο κ. Νανόπουλος δεν απέκλεισε μάλιστα ως σενάρια επιστημονικής φαντασίας τολμηρές υποθέσεις ότι κάποια σύμπαντα θα μπορούσαν π.χ. να αποτελούν δημιούργημα ενός «χάκερ» σε κάποιο άλλο σύμπαν. Επεσήμανε ότι, αν τελικά αποδειχτεί η θεωρία του πολυσύμπαντος, τότε «θα καταλαβαίνουμε τον μηχανισμό παραγωγής συμπάντων», οπότε, όσο κι αν ακούγεται εξωφρενικό, «είναι πιθανό στο μέλλον να δημιουργηθεί ένα σύμπαν στο εργαστήριο».

Ακόμα, ανέφερε ότι δεν αποκλείεται το σύμπαν που ζούμε τώρα, να δημιουργηθεί ξανά ακριβώς το ίδιο στο μέλλον, ενώ το τωρινό σύμπαν μας θα μπορούσε να είναι το νιοστό από το παρελθόν, να έχει δηλαδή ήδη προϋπάρξει πολλές φορές. Ωστόσο, κατέστησε σαφές ότι είναι νωρίς ακόμα για να επιβεβαιωθούν τέτοιες υποθέσεις, πρόσθεσε όμως ότι τελικά αποτελούν λογικές συνέπειες της ευρύτερης θεωρίας του πολυσύμπαντος, που θα έπρεπε κανείς να ακολουθήσει και να διερευνήσει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το σύμπαν που βλέπουμε (της ορατής ύλης) και το οποίο έχει ηλικία 13,7 δισεκατομμυρίων ετών, δεν είναι παρά το 4%, καθώς το υπόλοιπο είναι αόρατο, αποτελούμενο κατά 23% από «σκοτεινή ύλη» και 73% από «σκοτεινή ενέργεια». Υπολογίζεται ότι μόνο στο δικό μας σύμπαν υπάρχουν περίπου 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες και κάθε ένας από αυτούς έχει περίπου 100 δισεκατομμύρια ήλιους, γύρω από τους οποίους περιφέρεται ένας τεράστιος αριθμός πλανητών. Ο κ. Νανόπουλος είπε ακόμα ότι ο ήλιος κάποτε θα «σβήσει», όμως το σύμπαν μας, που συνεχώς διαστέλλεται, είναι «ανοιχτό», συνεπώς ποτέ δεν θα «πεθάνει», ενώ είναι πιθανό να κάνει «μετάβαση» σε ένα άλλο σύμπαν-φυσαλίδα.

Επιτιθέμενος στους υπέρμαχους της «ανθρωπικής Αρχής» (που λένε ότι το σύμπαν είναι "κομμένο και ραμμένο" στα μέτρα των ανθρώπων), αντέτεινε ότι «δεν του καίγεται καρφάκι του σύμπαντος για εμάς», ενώ χαρακτήρισε τη θεωρία του πολυσύμπαντος «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της τελεολογίας». Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, διευκρίνισε ότι δεν έχει χάσει το νόημα της η αναζήτηση μιας «ενοποιημένης θεωρίας του παντός» στην Φυσική, όμως δεν θα αφορά παρά μια λύση μοναδική για το δικό μας σύμπαν και τίποτε περισσότερο.

Απαντώντας σχετικά με τις φιλοσοφικές προεκτάσεις της θεωρίας του πολυσύμπαντος, είπε ότι παραπέμπει σε «ένα νέο Διαφωτισμό»που ανοίγει νέους δρόμους για την ανθρωπότητα, ενώ αρνήθηκε ότι υπάρχουν φραγμοί και όρια στις δυνατότητες του ανθρώπινου νου να συλλάβει την πραγματικότητα του σύμπαντος, εκτός από τα αναπόφευκτα ποσοτικά όρια στη συσσώρευση γνώσης στο μυαλό του ανθρώπου. Όμως γι' αυτό, όπως είπε, υπάρχουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ως συμπαραστάτες μας, ενώ στο μέλλον η σχέση τους με τους ανθρώπους θα μπορούσε να γίνει ακόμα πιο στενή. Αρνήθηκε επίσης ότι συσσωρεύοντας ολοένα περισσότερες γνώσεις, οι άνθρωποι χάνουν τη σοφία τους. Παράλληλα, συμφώνησε με τις εκτιμήσεις άλλων επιστημόνων ότι η Γη αργά ή γρήγορα «δύσκολα θα αντέξει» στα προβλήματά της, γι' αυτό είναι ανάγκη να προετοιμαστεί η μετοίκηση της ανθρωπότητας σε άλλους πλανήτες.

Όσον αφορά στον CERN, δήλωσε ότι πλέον «δουλεύει ρολόι»,αν και οι φυσικοί που αναλύουν τις συγκρούσεις των σωματιδίων, είναι αναγκασμένοι «να ψάχνουν ψύλλους στα άχυρα». Πάντως, σε προηγούμενη ομιλία του στην Αθήνα, είχε δηλώσει ότι αν τελικά τα πειράματα του CERN δεν φέρουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αποτυγχάνοντας να βρουν νέα σωματίδια και να επιβεβαιώσουν πειραματικά την υπερσυμμετρία, τότε «αυτό θα αποτελέσει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα για τη Φυσική, θα προκαλέσει μια μεγάλη κρίση», καθώς θα σημαίνει, όπως είχε πει χαρακτηριστικά, ότι «πήραμε λάθος δρόμο».

Τέλος, αναφερόμενος σε πρόσφατο δημοσίευμα του περιοδικού «Nature», που θεωρεί πιθανή την κατάρρευση της θεωρίας της υπερσυμμετρίας, επειδή τα μέχρι τώρα αποτελέσματα των πειραμάτων του CERN δεν την επιβεβαιώνουν, ο έλληνας φυσικός χαρακτήρισε υπερβολική και πρόωρη μια τέτοια εκτίμηση.


Δ. Νανόπουλος

Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος: To ορφικό ταφικό χρυσό έλασμα του Ιππωνίου

Γῆς παῖς εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος: To ορφικό ταφικό χρυσό έλασμα του Ιππωνίου
 
Μναμοσύνας τόδε ἔργον· ἐπεὶ ἂν μέλληισι θανεῖσθαι
εἰς Ἀίδαο δόμους εὐήρεας, ἔστ’ ἐπὶ δ<ε>ξιἀ κρήνα,
παρ’ δ’ αὐτὰν ἑστηκῦα λευκὰ κυπάρισ<σ>ος·
ἔνθα κατερχόμεναι ψυχαὶ νεκύων ψύχονται.
ταύτας τᾶς κράνας μηδὲ σχεδὸν ἐγγύθεν ἔλθηις.
πρόσθεν δὲ εὑρήσεις τᾶς Μναμοσύνας ἀπὸ λίμνας
ψυχρὸν ὕδωρ προρέον· φύλακες δὲ ἐπύπερθεν ἔασι.
οἳ δέ σε εἰρήσονται ἐν<ὶ> φρασὶ πευκαλίμαισι
ὅτ<τ> ι δὴ ἐξερέεις Ἄιδος σκότος ὀρφ<ν>ήεντος.
εἶπον· Γῆς παῖ<ς> εἰμι καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος·
δίψαι δ’ εἰμ’ αὖος καὶ ἀπόλλυμαι· ἀλ<λ>ὰ δότ’ ὦκα
ψυχρὸν ὕδωρ πιέναι τῆς Μνημοσύνης ἀπὸ λίμνης.
καὶ δὴ τοι ἐρέουσιν {ι}ὑποχθονίωι βασιλεί<αι>·
καὶ {δὴ τοι} δώσουσιν πιεῖν τᾶς Μναμοσύνας ἀπ[ὸ] λίμνας
καὶ δὴ καὶ σὺ πιὼν ὁδὸν ἔρχεα<ι> ἅν τε καὶ ἄλλοι

μύσται καὶ βάκχοι ἱερὰν στείχουσι κλε<ε>ινοί.

Καλαβρία, Ιππώνιο [i]

Αυτό είναι το έργο της Μνημοσύνης.[ii] Όταν είναι να πεθάνει
(και να πάει) προς τα καλοφτιαγμένα δώματα του Άδη,[iii] στα δεξιά υπάρχει μια κρήνη[iv]
και πλάι της στέκει κυπαρίσσι λευκό.[v]
Εδώ σαν κατεβαίνουν των νεκρών οι ψυχές δροσίζονται.[vi]
Τούτη την κρήνη ούτε καν να την πλησιάσεις!
Πιο πέρα θα βρεις νερό δροσερό να κυλά
από της Μνημοσύνης τη λίμνη.[vii] Φύλακες στέκουν εμπρός της.
Θα σε ρωτήσουν με οξύνοια πνεύματος
τι αναζητάς στο ζοφερό σκότος του Άδη.[viii]
Να πεις: «Είμαι γιος της Γης και του έναστρου Ουρανού.[ix]
Στέγνωσα απ’ τη δίψα και χάνομαι. Αλλά δώστε μου
γρήγορα να πιω δροσερό νερό απ’ τη λίμνη της Μνημοσύνης».[x]
Και θα ρωτήσουν τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου[xi]
και θα σου δώσουν να πιεις από τη λίμνη της Μνημοσύνης.
Σαν πιεις, και συ τον ιερό θα πάρεις το δρόμο [xii]

που βαδίζουν και οι άλλοι ένδοξοι μύστες και βάκχοι.[xiii]

[i] Από ορθογώνιο χρυσό έλασμα που βρέθηκε σε τάφο γυναίκας (γύρω στα 400 π.Χ.), στο πάνω μέρος του στήθους. Ίσως να ήταν στερεωμένο στο λαιμό με λεπτή αλυσίδα. Μαζί με μια άλλη ομάδα παρόμοιων ευρημάτων από την σικελική Έντελλα, την Πετηλία και τα Φάρσαλα συνιστούν μια σχετικά συνεκτική περιγραφή της άφιξης της ψυχής του νεκρού στον Κάτω Κόσμο. Κάποιος (ένας ιερέας, η Μνημοσύνη, το ίδιο το κείμενο;) απευθύνεται στο νεκρό σε δεύτερο πρόσωπο και του δίνει οδηγίες για το τι θα δει και το τι να κάνει, όταν βρεθεί στον Άδη. Συντομότερα παρόμοια κείμενα έχουμε από τη Θεσσαλία και την Κρήτη.

[ii] Μνημοσύνη είναι η μητέρα των Μουσών, η θεότητα της Μνήμης. Η Μνημοσύνη συνδέεται με τον Ορφέα γενεαλογικά μέσω της κόρης της Καλλιόπης, η οποία είναι η μητέρα του μεγάλου μουσικού. Για την έκφραση «το έργο της Μνημοσύνης» πβ. την αρχή του ομηρικού ύμνου στην Αφροδίτη, όπου ο ποιητής καλεί τη Μούσα να τραγουδήσει τα έργα της Αφροδίτης, δηλαδή τη σφαίρα επιρροής της θεάς και τις πτυχές της δράσης της (Μοῦσά μοι ἔννεπε ἔργα πολυχρύσου Ἀφροδίτης / Κύπριδος...). Εδώ το «έργο» της Μνημοσύνης είναι οι σωτήριες οδηγίες και τα λόγια που πρέπει να απομνημονεύσει η ψυχή του νεκρού, δηλαδή το ίδιο το κείμενο, σαν να το ενέπνευσε ή να το υπαγόρευσε η ίδια η θεά της Μνήμης. Το κείμενο είναι σε στίχους, ακριβώς για να διευκολύνει την απομνημόνευση. Οι οδηγίες προφανώς δόθηκαν για πρώτη φορά όσο η νεκρή ήταν ζωντανή, σε κάποια τελετή μύησης. Η νεκρή εμπιστεύεται τη θεά της Μνήμης, ώστε στον Κάτω Κόσμο να θυμηθεί όσα έμαθε στη διάρκεια της μύησής της στον Πάνω Κόσμο [πβ. ορφικοί ύμνοι (=ΟΥ) 77.9-10):ἀλλά͵ μάκαιρα θεά͵ μύσταις μνήμην ἐπέγειρε / εὐιέρου τελετῆς͵ λήθην δ΄ ἀπὸ τῶνδ΄ ἀπόπεμπε].Έτσι η Μνημοσύνη γίνεται προστάτιδα της ψυχής και οδηγός στο μεταθανάτιο ταξίδι της. Σε φιλοσοφικούς κύκλους η μνήμη θεωρούνταν όργανο της ανθρώπινης σωτηρίας. Οι Πυθαγόρειοι, στενά συνδεμένοι με τους Ορφικούς, έδιναν μεγάλη σημασία στη μνήμη και φρόντιζαν να την εξασκούν με διάφορες τεχνικές. Ο Πυθαγόρας θυμόταν πολλές από τις προηγούμενες ενσαρκώσεις του. Το ίδιο και ο Εμπεδοκλής. Η ενθύμηση των προηγούμενων ζωών ήταν απαραίτητη, για να γνωρίσει κανείς τον αληθινό εαυτό του. Η ανάμνηση αποτελεί μια κάθαρση της ψυχής. Η ανώνυμη θεότητα που μιλά στον Παρμενίδη και του αποκαλύπτει την πάσα αλήθεια (απ. Β 1 D-K) ίσως να είναι η Μνημοσύνη. Για τον Πλάτωνα το να πιεις από το νερό της Λήθης (Λησμονιάς) σημαίνει να χάνεις τη θύμηση των αιώνιων αληθειών. Στην Ελληνική ἀ-λήθεια είναι κυριολεκτικά η απουσία της αμνησίας, επομένως το να θυμάσαι σημαίνει και να γνωρίζεις. Η Λήθη είναι το νερό του θανάτου, η Μνημοσύνη είναι το νερό της αθανασίας. Η μνήμη εξασφαλίζει στη νεκρή ψυχή τη δυνατότητα να θυμηθεί τη θεία καταγωγή της, να απομακρυνθεί από τον κύκλο του χρόνου και του γίγνεσθαι και να μην ενσαρκωθεί ξανά.

[iii] Αυτός που πεθαίνει είναι ο μύστης (ή ο «ήρωας» σε άλλα ελάσματα). Ο θάνατος γίνεται αντιληπτός ως πέρασμα για την ψυχή, γι’ αυτό και το αντίστοιχο ρήμα θανεῖσθαι συντάσσεται σαν να ήταν ρήμα κίνησης (εἰς Ἀίδαο δόμους). Το κείμενο πρέπει να γραφτεί ακριβώς τη στιγμή του θανάτου, για να αποφύγει η ψυχή τους τρόμους του Άδη. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή η ψυχή βρίσκεται αντιμέτωπη με επιλογές, άλλες επιθυμητές και άλλες όχι. Τα κείμενα δεν εξηγούν γιατί η ψυχή πρέπει να κάνει μια επιλογή και όχι μια άλλη ή γιατί πρέπει να πει κάποια συγκεκριμένα λόγια και όχι κάποια άλλα: η γνώση των αιτιών για τις συγκεκριμένες επιλογές προϋποτίθεται για τους μυημένους και δε χρειάζεται να αναπτυχθεί με λεπτομέρειες από τους συντάκτες των κειμένων. Η έλλειψη αυτή δυσκολεύει για μας την ερμηνεία των ελασμάτων.
Το παλάτι του Άδη χαρακτηρίζεται ως καλοφτιαγμένο (Ἀίδαο δόμους εὐήρεας). Ο χαρακτηρισμός μάς θυμίζει τις παραστάσεις με το νεκρό στον Κάτω Κόσμο να στέκεται μπροστά σε ένα οικοδόμημα με κίονες.

[iv] Πρόκειται για την κρήνη της Λήθης. Εδώ τοποθετείται στα δεξιά, ενώ η κρήνη της Μνήμης βρίσκεται όχι αριστερά, αλλά πιο πέρα στην ίδια (δεξιά) κατεύθυνση. Το ίδιο σχήμα υπάρχει και στα ελάσματα από την Έντελλα και τα Φάρσαλα. Στο έλασμα από την Πετηλία η κρήνη της Λήθης βρίσκεται στα αριστερά, ενώ η πηγή της Μνημοσύνης βρίσκεται στην άλλη πλευρά, δηλαδή στα δεξιά. Στα ελάσματα από την Κρήτη το νερό της Μνημοσύνης βρίσκεται στα δεξιά. Σε μια από τις πινακίδες των Θουρίων η ψυχή πρέπει να κινηθεί προς τα δεξιά, για να σωθεί. Γενικά η ψυχή πρέπει να ακολουθήσει μια πορεία προς τα δεξιά, όταν βρεθεί στον Κάτω Κόσμο. Είναι γνωστό ότι οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν το αριστερό ως κάτι κακό. Στον Πλάτωνα (Πολιτεία 614C) οι ψυχές των δικαίων ακολουθούν μετά την κρίση τους το δεξί μονοπάτι, το οποίο οδηγεί στα νησιά των Μακάρων (Γοργίας 524Α).

Στο υπόγειο μαντείο του Τροφώνιου ο ιερέας παίρνει τον επισκέπτη στις πηγές του ποταμού. Εκεί πρέπει να πιει πρώτα από το νερό της Λήθης και μετά από το νερό της Μνήμης (Παυσανίας 9.39.7), μια αναπαράσταση των συνθηκών του Κάτω Κόσμου.

[v] Το κυπαρίσσι από τα πιο αρχαία χρόνια συνδέεται με τον Άδη και τον θάνατο σε πολλούς πολιτισμούς. Το κυπαρίσσι εδώ είναι λευκό, χωρίς να εξηγείται γιατί. Έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες:
α) Σε διάφορες λατρείες οι νεκροί θάβονταν με λευκή ενδυμασία [π.χ. Κέα (Sokolowksi 97 A, ιερός νόμος του 5ου αιώνα π.Χ.), Λεβάδεια (Sokolowski 77 C 6, 5ος αιώνας π.Χ.), Μεσσηνία (Παυσ. 4.13.3), ορφική ταφή στους Θουρίους (TimponeGrande)].
β) Οι μύστες φορούσαν λευκά ρούχα (βλ. λ.χ. Ευρ., Κρήτες απ. 472, 16 Kannicht).
γ) Το κυπαρίσσι λάμπει στο σκοτάδι του Κάτω Κόσμου, προσελκύοντας σαν φάρος τις ψυχές των αμύητων νεκρών στο νερό της λησμονιάς.
δ) Ίσως το λευκό εδώ να έχει την έννοια του «φασματικού», αφού το χρώμα συνδέεται με τα φαντάσματα. Στην Οδύσσεια (ω 11) οι ψυχές των μνηστήρων συναντούν την Λευκάδα πέτρην στο δρόμο τους προς τον Άδη.
ε) Ίσως ο Άδης να συλλαμβάνεται εδώ ως το αντίστροφο του Πάνω Κόσμου, όπου το κυπαρίσσι είναι σκούρο.
στ) Οι ορφικο-πυθαγόρειοι φορούσαν λευκά ενδύματα, όταν παρακολουθούσαν κηδείες, ενώ απαγορευόταν να φτιάχνουν φέρετρα από κυπαρισσόξυλο, γιατί απ’ αυτό το ξύλο ήταν φτιαγμένο το σκήπτρο του Δία (Ιάμβλιχος, Βίος Πυθ. 155, Έρμιππος απ. 23 Wehrli - στους Κρήτες του Ευριπίδη ο ιερός ναός του Δία είναι φτιαγμένος από κυπαρίσσι, απ. 472, 4 κ.εξ. Kannicht).

[vi] Η δίψα του νεκρού είναι παγκόσμιο μοτίβο. Γι’ αυτό γίνονται προς τιμήν των νεκρών υγρές προσφορές ή αποτίθενται αγγεία με νερό στους τάφους. Χωρίς κάποιον φίλο ή συγγενή να τον θυμάται, ο νεκρός υποφέρει από πείνα και δίψα, όπως μας αναφέρει ο Λουκιανός (Περί πένθους 9). Στην Πολιτεία (621ΑΒ) ο Πλάτων περιγράφει το δρόμο που οδηγεί στην πεδιάδα της Λήθης ως άγονο, πνιγηρό και πολύ ζεστό. Ο Τάνταλος υποφέρει από αιώνια δίψα στον Άδη για τα κρίματά του. Η δίψα μπορεί να οδηγήσει την ψυχή να κάνει λάθος και πιει από το νερό της Λησμονιάς. Αυτό είναι βέβαιο ότι το κάνουν οι ψυχές των αμύητων: δροσίζονται, αλλά έτσι ξεχνούν και παγιδεύονται σε μια νέα ενσάρκωση. Το ρήμα στο πρωτότυπο είναι ψύχονται (δροσίζονται). Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το «ψύχω» σήμαινε επίσης «φυσώ», αλλά και «δίνω ζωή» (πβ. ψυχή = η πνοή που δίνει ζωή στο σώμα). Ίσως υπάρχει ετυμολογικό παιχνίδι: οι ψυχές που πίνουν από το νερό της Λήθης δεν δροσίζονται μόνο, αλλά κυριολεκτικά παίρνουν ζωή για μια νέα ενσάρκωση, κάτι αρνητικό για την οπτική των Ορφικών.

[vii] Στον Όμηρο οι ψυχές των νεκρών είναι απλοί ίσκιοι που δεν θυμούνται τίποτα. Η ψυχή του μάντη Τειρεσία στη Νέκυια της Οδύσσειας (ραψωδία λ) είναι σε θέση να θυμηθεί και να προφητέψει μόνο όταν πιει από το αίμα των σφαγίων. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να κρατήσει τις άλλες διψασμένες ψυχές μακριά. Στους Ορφικούς το αίμα αντικαθίσταται από το νερό της Μνήμης, με αποτέλεσμα να κόβεται έτσι κάθε δεσμός με τον αιματηρό σαρκικό Πάνω Κόσμο.

[viii] Η εικόνα των θεοτήτων-φυλάκων που προστατεύουν ένα ιερό και μυστικό μέρος είναι συχνή και στην αρχαιότητα και στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση. Στους Γνωστικούς οι Άρχοντες, κατώτεροι Αιώνες, έχουν αρνητικό ρόλο, αφού προσπαθούν να εμποδίσουν την άνοδο της ψυχής φυλάγοντας τους πλανήτες. Η ψυχή περνά, μόνο αν ξέρει το κατάλληλο συνθηματικό. Παρόμοιες ιδέες βρίσκουμε στα ερμητικά κείμενα, τους νεοπλατωνικούς, το μιθραϊσμό, το ζωροαστρισμό, απόκρυφα ιουδαϊκά και χριστιανικά κείμενα κ.α.
Οι φύλακες εδώ κάνουν μια ερώτηση και περιμένουν ένα αναγνωριστικό συνθηματικό, μια εικόνα που προέρχεται από τη φύλαξη στρατοπέδων ή πυλών. Το σύνθημα που πρέπει να γνωρίζει η ψυχή παραπέμπει επίσης σε μυστικές ή και συνωμοτικές ομάδες, των οποίων τα μέλη αναγνωρίζονται μεταξύ τους με ιδιαίτερες χειρονομίες ή λόγια. Τα ορφικά κείμενα δεν μας λένε αν κάποια τιμωρία περιμένει την ψυχή που δεν γνωρίζει το σύνθημα, αλλά από αντίστοιχες πλατωνικές εικόνες (Πολιτεία 363C, Γοργίας493Β) μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ψυχή τιμωρούνταν. Σε αμφορέα από την Ιταλία (4ος-3ος αιώνας π.Χ. -Vulci), ο οποίος δυστυχώς έχει πια χαθεί, εικονιζόταν ένα ανθηρό λιβάδι, το οποίο χωριζόταν από τον τόπο των καταδικασμένων με δέντρα γεμάτα πουλιά. Από έναν λόφο πήγαζε μια κρήνη και μπροστά της στέκονταν δύο νέοι στεφανωμένοι με κισσό και κρατώντας θύρσο, διονυσιακά σύμβολα. Ένας τοξότης εικονιζόταν σε ετοιμότητα να ρίξει βέλος. Οι δύο νέοι είναι προφανώς μύστες, ενώ ο τοξότης-φύλακας δεν τους αφήνει να περάσουν, αν δεν πουν το κατάλληλο συνθηματικό. Στην άλλη πλευρά του αγγείου ένας δαίμονας βασανίζει με πυρσό μια γυναίκα, είδος υποχθόνιας τιμωρίας. Η έλλειψη αναφοράς στα ορφικά ελάσματα σε τιμωρίες ίσως να οφείλεται στο ότι θα ήταν άκομψο να υπενθυμίζεται κάτι τέτοιο σε έναν νεκρό μύστη που ελπίζει στη σωτηρία. Εξάλλου το έλασμα με τις οδηγίες που συνοδεύει το νεκρό, αλλά και η μύηση που έχει λάβει στη διάρκεια της ζωής του, ίσως θεωρούνται ικανά όπλα, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να ξεχάσει η ψυχή το συνθηματικό και να τιμωρηθεί.

[ix] Η ψυχή υπενθυμίζει τη θεία καταγωγή της (ήδη από τον Ησίοδο η Γη και ο Ουρανός είναι το αρχέγονο θεϊκό ζεύγος, ενώ θεοί και άνθρωποι έχουν κοινή καταγωγή -πβ. Πίνδ., Νεμ. 6.1-2, Ευρ. απ. 1004 Kannicht), επομένως και τη συγγένειά της με τους φύλακες, τον Άδη και την Περσεφόνη και τους άλλους θεούς. Αυτό δείχνει στους φύλακες ότι και θυμάται την καταγωγή της, αλλά και ότι δικαιούται μερίδιο στην πρωταρχική θεία κατάσταση. Ωστόσο το βάρος φαίνεται να πέφτει στην καταγωγή από τον Ουρανό. Σε άλλα παρόμοια κείμενα το σώμα ανήκει στη γη (τιτανικό στοιχείο στον ορφικό μύθο του Ζαγρέα) και η ψυχή στον ουρανό (διονυσιακό στοιχείο). Ο μύστης πρέπει να απαρνηθεί το γήινο στοιχείο του, ακόμη και το προσωπικό του όνομα, για να εισέλθει στον κόσμο των θεών. Ο έναστρος ουρανός είναι ο τόπος της θεϊκής πατρίδας για τους Πυθαγόρειους, ενώ για τον Πλάτωνα η λυτρωμένη ψυχή επιστρέφει στο άστρο που της αντιστοιχεί (Τίμαιος 42Β). Σε άλλο ορφικό έλασμα ο νεκρός αποκαλεί τον εαυτό του Αστέριο, πιθανότατα ένα μυστικό όνομα για τους μυημένους και όχι το πραγματικό του όνομα. Μια σειρά από παράλληλα χωρία διαφόρων παραδόσεων τονίζουν ότι η ανάμνηση της ουράνιας καταγωγής κάποιου είναι απαραίτητη για τη σωτηρία του: βλ. λ.χ. Οδ. ω 1-2, Εμπεδ. απ. Β 119 D-K, Ιππόλ., Κατά πασών αιρέσεων 5.7.30, Ευαγγέλιο της Μαρίας (P. Berol. 8502, I 16). Ωστόσο δεν είμαστε βέβαιοι αν οι Ορφικοί που έγραψαν τα χρυσά ελάσματα θεωρούσαν ότι η τελική κατάληξη της λυτρωμένης ψυχής είναι στον ουρανό ή σε κάποιο μέρος του Άδη ειδικά φυλαγμένο γι’ αυτήν, κάτι σαν τα Ηλύσια Πεδία ή τις Νήσους των Μακάρων, όπου θα ζει σε μια αιώνια ευτυχία. Η λυτρωμένη ψυχή αναφέρεται απλώς ότι ακολουθεί το δρόμο που πήραν οι άλλοι μύστες ή βάκχοι ή ήρωες, χωρίς να διευκρινίζεται πού οδηγεί αυτός ο δρόμος.

[x] Ο νεκρός υποδεικνύει στους φύλακες έμμεσα ότι είναι μυημένος, αφού η δίψα του οφείλεται στο γεγονός ότι η ψυχή του δεν ήπιε από την πηγή της Λήθης, όπως οι ψυχές των αμύητων: ως μύστης γνώριζε ήδη από τη μύησή του στον Πάνω Κόσμο ότι απαγορεύεται να πιει από αυτήν, το θυμήθηκε μετά θάνατον (με τη βοήθεια και του ελάσματος) και κατάφερε μάλιστα να νικήσει τον πειρασμό, όταν πέρασε από εκεί. Από πολλές απόψεις, λοιπόν, είναι ένας ικανός αγωνιστής που αξίζει να ανταμειφθεί από τις θεότητες του Κάτω Κόσμου. Συνεπώς η δίψα εδώ είναι καίριο μέρος του συνθηματικού αναγνώρισης όσο και η αναφορά στην ουράνια καταγωγή, αλλά και η έκκληση για ξεδίψασμα από την πηγή της Μνήμης (επίσης ένδειξη μυστικής γνώσης που κατέχει ο νεκρός, αφού γνωρίζει και τη σημασία της, αλλά και ότι υπάρχει μια τέτοια πηγή στον Άδη και μάλιστα αμέσως μετά την πηγή της Λήθης).

[xi] Οι φύλακες πρέπει να συμβουλευθούν την Περσεφόνη, αφού σε τελική ανάλυση δεν είναι αυτοί, οι οποίοι θα κρίνουν αν η ψυχή δικαιούται να πιει νερό, αλλά η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου.

[xii] Ο ιερός δρόμος που οδηγεί στην αιώνια ευτυχία. Η εικόνα της ιεράς οδού στον Κάτω Κόσμο μπορεί να είναι εμπνευσμένη από το τελεστικό μονοπάτι τής επίγειας μύησης ή από τις ιερές πομπές των μυστών λ.χ. στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου η πορεία ήταν μακρά και δύσκολη, αλλά ο μύστης δεν ένιωθε κούραση με παρέμβαση των θεών (Ευρ., Βάκ. 194, Αριστοφ., Βάτρ. 402 κ.εξ.). Ο Πλάτωνας επισημαίνει την ομοιότητα ανάμεσα στις τελετουργικές πρακτικές και το ταξίδι της ψυχής (Φαίδρος 108Α). Έχουμε όμως και μυθικά και φιλοσοφικά παράλληλα: στον Πίνδαρο ο δρόμος του Δία οδηγεί τις ευσεβείς ψυχές στα νησιά των Μακάρων υπό τον Ραδάμανθυ (Ολ. 2.68 κ.εξ. -πβ. Παλ. ανθ. 7.545). Ο Παρμενίδης ταξιδεύει στην οδό της σοφίας (Β 1.2-3, 27 D-K), για να βρει την λυτρωτική αλήθεια.

[xiii] Ο μύστης που έφτασε στην τελείωση ταυτίζεται με τον ίδιο το θεό του, τον Διόνυσο-Βάκχο και επομένως δικαίως αποκαλεί τον εαυτό του μ’ αυτό τον τίτλο. Ενώ όμως όσοι συμμετέχουν στις απλές εκστατικές διονυσιακές τελετουργίες των πόλεων μένουν ικανοποιημένοι με μια προσωρινή ταύτιση με το θεό που διαρκεί όσο η εκστατική τελετή, η ένωση του ορφικού με το θείο είναι διαρκής και σ’ αυτή τη ζωή και στη μεταθανάτια κατάσταση.

Η περιπέτεια της ψυχής φαίνεται στο έλασμά μας να τελειώνει εδώ. Το κείμενο όμως από την Έντελλα υπονοεί στο -δυστυχώς- κατεστραμμένο τέλος του ότι σε ένα επόμενο στάδιο η ψυχή εμφανιζόταν μπροστά στην ίδια την Περσεφόνη.

Η αυταπάτη της ατομικής ελευθερίας

tumblr_lc9oΟ άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, απόλυτα ελεύθερος και γι αυτό είναι και απόλυτα υπεύθυνος, δήλωνε ο Γάλλος φιλόσοφος, σημαντικός εκπρόσωπος του υπαρξισμού, Ζαν Πωλ Σαρτρ. Πράγματι, σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να θεωρούν εαυτούς ως ελεύθερους και αυτόνομους. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κληρονομιά που μας άφησε η νεωτερικότητα για το άτομο, ως ένα αυτόνομο και ελεύθερο ον; Η απάντηση σε τούτη την πεποίθηση μπορεί να έρθει με εύστοχο τρόπο με τα λόγια του Ζακ Λακάν: “Είναι αυτόνομο! Ωραίο αστείο”.
 
   Βασική αξίωση που υιοθετεί το παρόν κείμενο, είναι ότι άτομο και κοινωνία αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το υποκείμενο δημιουργείται μέσα από διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε ένα πεδίο κοινωνικό. Είναι αποτέλεσμα διυποκειμενικών σχέσεων και θεσμών. Οι περισσότεροι άνθρωποι παραδέχονται οτι ζουν σε έναν “ηθικό” κόσμο, προσηλωμένοι σε κάποιες κοινές αξίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πόσο ζωντανή παραμένει η ελευθερία; Η δήθεν προσωπική άποψη του υποκειμένου, οι δήθεν προσωπικές του επιλογές, καθορίζονται από έναν κοινωνικό- πολιτισμικό παράγοντα. Οι επιλογές μου τελικά επηρεάζονται και σφραγίζονται από όλα εκείνα τα στερεότυπα, τις αντιλήψεις, τις αξίες που παράγει η κάθε κοινωνία και τα καταναλώνει σαν παράγωγα της φύσης. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως είμαστε προϊόντα μιας “πανταχού παρούσας εξουσίας”; Μιας εξουσίας που θα πρέπει να τη συλλάβουμε με τον τρόπο που μας καλεί να το κάνουμε ο Μισέλ Φουκώ, ως μια πολυσύνθετη κατάσταση που αγκαλιάζει ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα, ένα φαινόμενο που δεν λειτουργεί μόνο κατασταλτικά, άλλα έχει και ένα πρόσωπο πιο σύνθετο, πιο παραγωγικό…
 
  Το πεδίο της εξουσίας είναι σημαντικό για την ανάλυση που επιχειρούμε εδώ. Μιλάμε για μια εξουσία που λειτουργεί άλλοτε με το μαστίγιο και άλλοτε με το καρότο. Μια εξουσία που μας επηρεάζει είτε το καταλαβαίνουμε, είτε όχι. Μια εξουσία που καθορίζει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και πράττουμε. Μια εξουσία που μας κρατά “παγιδευμένους στην ιστορία μας”. Ζούμε σε έναν κόσμο που κατασκευάζει ένα σωρό “πρέπει”. “Πρέπει” που ασκούν μια εξουσιαστική λειτουργία πάνω μας, μας περιορίζουν, μας κρατούν δεμένους και καταδικασμένους να αντικριζούμε μονάχα τις σκιές της αλήθειας. “Πρέπει” που η κάθε κοινωνία δημιουργεί και καταναλώνει με βάση τις δικές της πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Μέσα σε τούτο το πλαίσιο πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε;

   Ήδη από τη στιγμή της γέννησης μας, ακόμα και πριν από αυτή, εντασσόμαστε σε ένα κοινωνικό, συμβολικό, δίκτυο, κατασκευασμένο από την οικογένεια μας. Ολόκληρη η ζωή μας σχεδιάζεται πριν καν γεννηθούμε με μια φαντασιακή διάθεση από την μητέρα και τον πατέρα μας. Όλα αυτά μπορεί να συμβαίνουν εν άγνοια μας, ωστόσο μας επηρεάζουν ψυχικά από την πρώτη εκείνη στιγμή χωρίς να το καταλαβαίνουμε συνειδητά. Είμαστε μέλη μιας οικογένειας και από πολύ μικροί είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε σε συγκεκριμένους κανόνες και να ζούμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Μαθαίνουμε να πηγαίνουμε τουαλέτα και να κρατιόμαστε όταν είναι ανάγκη, να τρώμε με το πιρούνι, το κουτάλι, το μαχαίρι και με κλειστό το στόμα, όπως πρέπει ή όπως κάνουν οι μεγάλοι.Εντασσόμαστε από πολύ νωρίς σε ένα βασικό λεξιλόγιο, που ενέχει έννοιες και όρους που αντανακλούν τον κόσμο μας. Μαθαίνουμε να φερόμαστε με σωστούς τρόπους. Λίγο αργότερα πηγαίνουμε στο σχολείο για να μορφωθούμε και να γίνουμε όπως η μαμά και ο μπαμπάς ή όπως ο μεγάλος μας αδερφός. Πρέπει να είμαστε καλοί μαθητές γιατί είναι και ο φίλος μας ο Κωστάκης, να μάθουμε αγγλικά και γαλλικά όπως η Κατερίνα κ.ο.κ. Αλήθεια, πόσες γλώσσες μάθατε επειδή το επιλέξατε εσείς, μόνοι σας ; Βλέπουμε το τάδε σίριαλ στην τηλεόραση επειδή το βλέπουν οι περισσότεροι συμμαθητές μας, πηγαίνουμε εκκλησία την Κυριακή για να μας αγαπάει ο Θεούλης. Μαθαίνουμε να μας αρέσουν τα κοριτσάκια αν είμαστε αγόρια και να αγοράκια αν είμαστε κορίτσια και μαθαίνουμε επίσης να κοροϊδεύουμε όποιο παιδάκι φαίνεται λίγο διαφορετικό από αυτό που μας μαθαίνουν ως φυσιολογικό. Μαθαίνουμε να μας αρέσουν τα λεπτά και καλλίγραμμα κορίτσια ή οι ψηλοί και γυμνασμένοι άντρες. Αυτό που θέλω να πω μέσα από τα απλοϊκά αυτά παραδείγματα είναι πως όλα αυτά τα οποία νομίζουμε ότι σκεφτόμαστε ή ότι θέλουμε, στην πραγματικότητα μαθαίνουμε να τα σκεφτόμαστε και να τα θέλουμε. Ποιος μας τα διδάσκει; Είναι το κοινωνικό μας περιβάλλον, η κουλτούρα και τα πρότυπα που παράγει κάθε κοινωνία, οι αξίες, τα στερεότυπα και ένα σωρό άλλα στοιχεία που έχουν να κάνουν με κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές παραμέτρους και όχι με το άτομο και την “προσωπική του επιλογή”.
 
   Από τη σκοπιά της θεωρίας της κοινωνικής κατασκευής των Μπέργκερ και Λούκμαν, ακόμα κι αν οι ίδιοι οι συγγραφείς δεν το τονίζουν, στο κεφάλαιο που ασχολούνται με το πώς η κοινωνία κατασκευάζει το άτομο, μας περιγράφουν τον τρόπο που η κοινωνία επιβάλλει στο άτομο τον κόσμο που πρέπει να αφομοιώσει για να γίνει αποδεκτό μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Τούτη η θεωρία, όπως την εκφράζουν οι δυο αυτοί θεωρητικοί δίνει γενικότερα περισσότερη έμφαση στο νόημα, παρά στην εξουσία. Πώς όμως η κοινωνία κατασκευάζει το άτομο; Καταρχάς το να ζει κανείς μέσα στην κοινωνία σημαίνει ότι συμμετέχει στη διαλεκτική της, όπως λένε χαρακτηριστικά οι συγγραφείς. Ποια διαλεκτική; Τη διαλεκτική που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της θεσμοποίησης που περιλαμβάνει τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο της κοινωνικης κατασκευής της πραγματικότητας είναι η εξωτερίκευση νοημάτων ή ιδεών. Το δεύτερο στάδιο είναι η αντικειμενικοποίηση, όπου αυτές οι ιδέες και τα νοήματα εκλαμβάνονται ως μια αντικειμενική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που υπάρχει ανεξάρτητα από τη βούληση των ατόμων. Αν αυτές οι ιδέες γίνουν αποδέκτες από κάποια τρίτα άτομα που δεν συμμετείχαν στην παραγωγής τους, περνάμε στο στάδιο της εσωτερίκευσης, όπου αφομοιώνουν τον αντικειμενικό θεσμό. Κάνουν κτήμα, τον κατανοούν και στη συνέχεια καταναλώνουν τον θεσμό. Εσωτερίκευση λοιπόν, είναι η διαδικασία με την οποία ενσωματώνουμε το νόημα των θεσμών και είμαστε σε θέση να αναπαράγουμε αυτούς του θεσμούς. Άρα σε αυτό το στάδιο οι θεσμοί έχουν γίνει πάλι νοήματα ή με άλλα λόγια, έχουν γίνει κοινωνική γνώση. Έπειτα από την εσωτερίκευση περνάμε ξανά στην εξωτερίκευση όταν αυτή την κοινωνική γνώση θα την κάνουμε πραγματικότητα. Υπάρχει συνεπώς μια κυκλική σχέση μεταξύ αυτών των τριων σταδίων που περιγράψαμε σε τούτη την παράγραφο. Ξεκινάμε από την εξωτερίκευση, περνάμε στην αντικειμενικοποίηση και έπειτα στην εσωτερίκευση και πάλι από την αρχή. “Κάθε μέλος της κοινωνίας ταυτόχρονα εξωτερικεύει το είναι του μέσα στον κοινωνικό κόσμο και τον εσωτερικεύει ως αντικειμενική πραγματικότητα”.

  Η κοινωνία κατασκευάζει το άτομο μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, με την οποία τα άτομα εσωτερικεύουν την κοινωνική πραγματικότητα και την οποία οι Μπέργκερ και Λούκμαν διακρίνουν σε δυο στάδια, τη πρωτογενή και τη δευτερογενή κοινωνικοποίηση. Για λόγους οικονομίας του επιχειρήματος δεν θα παρουσιάσουμε τις δυο αυτές διαδικασίες στο παρόν κείμενο. Το σημαντικό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η διαδικασία αυτή της κοινωνικοποίησης δεν είναι απλώς μια διαδικασία αφομοίωσης διαφόρων νοημάτων, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν οι συγγραφείς, αλλά είναι μια εξουσιαστική λειτουργία που ασκείται πάνω στα άτομα από την ίδια την κοινωνία, ως σύνολο. Η κοινωνία μεταδίδει την κοινωνική γνώση που ορίζει τι είναι σωστό και τι λάθος, τι συμπεριλαμβάνει ο κόσμος που δεχόμαστε ως πραγματικό και τι μένει απ’έξω.
 
  Συνοψίζοντας ως εδώ, το πρώτο στοιχείο που παρουσιάζεται παραπάνω και έχει σκοπό να αμφισβητήσει την υποτιθέμενη προσωπική ελευθερία προέρχεται από μία δομιστική και κονστρουξιονιστική προσέγγιση που θέλει το υποκείμενο ως δημιούργημα κοινωνικών δυναμικών και έρχεται σε σύγκρουση με οποιαδήποτε παράδοση όπου το άτομο θεωρείται ένα ελεύθερο και αυτόνομο ον που αποφασίζει κατά βούληση και ζει με βάση τις δικές του επιλογές.
Το πρόσωπο, η συνείδηση, ο νους και ο εαυτός μας είναι εξολοκλήρου κοινωνικά. Κατά συνέπεια, το ερώτημα για το τι καθορίζεται από το “εσωτερικό” του ατόμου και τι καθορίζεται απο το “εξωτερικό” στερούνται πλέον νοήματος. Ο εαυτός μας κατά την άποψη αυτήν, δεν είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να περιγραφεί άπαξ και διά παντός, αλλά ερμηνεύεται ως μία διαρκώς μεταβαλλόμενη και ρευστή ιστορία σχέσεων (Gergen).
Στη συνέχεια θα επικεντρώσω σε μια προσέγγιση καθαρά ψυχαναλυτική, που αφορά το ασυνείδητο. Το άβατο πεδίο του ασυνείδητου μπορεί να δυναμώσει το επιχείρημα μας, ότι ο άνθρωπος δεν είναι εκείνο το ελεύθερο και ορθολογικό ον που πολλοί θέλουν να φαντάζονται. Πώς ξέρουμε ότι υπάρχει το ασυνείδητο ; Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι γι αυτό, ωστόσο υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις που το υποδεικνύουν. Σημαντική ένδειξη είναι τα όνειρα, τα οποία σύμφωνα με τον πατέρα της ψυχανάλυσης, Σίγκμουντ Φρόιντ, είναι ο βασιλικός δρόμος προς το ασυνείδητο. Ένας ολόκληρος κόσμος δομείται από τα όνειρα μας, ζει παράλληλα με τον συνειδητό μας κόσμο και τον επηρεάζει ή ακόμα τον ελέγχει. Μέσα από τα όνειρα μπορούμε να καταλάβουμε πάρα πολλά πράγματα για τις ασυνείδητες επιθυμίες μας, τις σκέψεις μας, τους φόβους μας, τις εμμονές μας, για όλα αυτά τα πράγματα που χωρίς να το γνωρίζουμε επιδρούν πάνω στην προσωπικότητα και τη ζωή μας. Άλλες σημαντικές ενδείξεις είναι η παραδρομή της γλώσσα, η παραπραξία, τα ευφυολογήματα. Όλα αυτά αποκαλύπτουν πτυχές του δυσπρόσιτου ασυνειδήτου.
 
  Υπάρχει, λοιπόν, μία πλευρά της προσωπικότητας μας που δεν μας είναι συνειδητή, που όμως παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτού που είμαστε. Θα πρέπει να σκεφτούμε το ασυνείδητο ως κάτι που διαμορφώνεται μέσα στα πλαίσια διαφόρων κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών δυναμικών. Άλλωστε, και για την ψυχανάλυση άτομο και κοινωνία είναι οι δύο όψεις του ίδιου πράγματος και δεν υπάρχει κανένα χάσμα ανάμεσα τους, είναι αξεχώριστα. Το υποκείμενο επομένως είναι αναγκασμένο να ισορροπεί ανάμεσα σε έναν συνειδητό και έναν ασυνείδητο κόσμο.

   Από τη σκοπιά του Λακάν το άτομο είναι καταδικασμένο να ζει διχασμένο και να βιώνει μια (διαρκή;) αλλοτρίωση. Η διαρκής αίσθηση της έλλειψης το οδηγεί σε μια ατέρμονη αναζήτηση μιας σταθερής ταυτότητας, μια μάταιη αναζήτηση που λειτουργεί μέσα από το μηχανισμό των ταυτίσεων. Ο γάλλος ψυχαναλυτής αναγνωρίζει ότι το κοινωνικό άτομο αποτελεί κοινωνική δημιουργία. Μια κοινωνική διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο φαντασιακό και συμβολικό επίπεδο. Σε τούτη την αναφορά μας στο λακανικό οπλοστάσιο, έχει ιδιαίτερη σημασία να σταθούμε περισσότερο στο πεδίο της επιθυμίας. Οι επιθυμίες μας δεν είναι αυθόρμητες, ούτε αποκλειστικά δικές μας, κάθε άλλο, είναι τεχνητές. Μαθαίνουμε τι και πώς να επιθυμούμε. “Η επιθυμία είναι πάντοτε η επιθυμία του Άλλου”.
 
   Συμπερασματικά, σε τούτο το κείμενο αμφισβητήθηκε η ελευθερία του ατόμου. Η ελευθερία με την οποία υποτίθεται πως είναι εκ φύσεως προικισμένο το υποκείμενο τώρα ευνουχίζεται. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αμφισβητείται ολόκληρο το νεωτερικό οικοδόμημα, που βλέπει τον άνθρωπο να δρα συνειδητά και ελεύθερα σε όλα τα πεδία της ζωής, να μπορεί να σκέφτεται και να αποφασίζει, ενώ στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα από όλα αυτά, αφού το άτομο μπορεί να νομίζει ότι σκέφτεται και υπολογίζει τα πάντα, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχει και ένα πεδίο ασυνείδητο που σκέφτεται και αποφασίζει για το ίδιο το άτομο. Μέσα σε αυτό το πεδίο τα περιθώρια της προσωπικής ελευθερίας στενεύουν αρκετά, όχι πως δεν υπάρχουν περιθώρια ελεύθερης επιλογής -πάντως σίγουρα τα περιθώρια αυτά δεν είναι φυσικά και αυτονόητα. Σε ένα επόμενο στάδιο που ίσως προκύπτει από τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε στο παρόν κείμενο, θα είχε ενδιαφέρον να σκεφτούμε αν τελικά ζούμε τη ζωή μας ή αν μας ζει αυτή, “στέκεσαι έξω απο τη ζωή σου, συντετριμμένος για κάποια ζωή που ποτέ δεν έζησες” λέει ο Νίτσε στον δρ.Μπρόιερ στο “όταν έκλαψε ο Νίτσε” σε μια προσπάθεια βαθιάς εξερεύνησης ασυνείδητων διεργασιών και εμμονών. Ζούμε τη ζωή μας λοιπόν ή μας ζει αυτή;
 
   Το τελευταίο ερώτημα ίσως γέννα κάποια προβλήματα. Αφού παραπάνω υποστηρίξαμε ότι το άτομο και η κοινωνία είναι αδιαχώριστα μεταξύ τους, πώς τελικά τίθεται τούτο το τελευταίο ερώτημα. Θα ανατρέξω στο διανοητή της συλλογικής και ατομικής αυτονομίας, τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Το ανθρώπινο ον μπορεί να υπάρξει μονάχα ως κοινωνικό ον, μας λέει αυτός ο στοχαστής. Δεν δύναται να υπάρξει άτομο χωρίς την κοινωνία, ούτε βέβαια και το αντίθετο. Η συλλογική και η ατομική αυτονομία, συνεπώς, συνδέονται αδιάρρηκτα. Άρα το πρόβλημα μπορεί να τεθεί ως εξής, μια ετερόνομη κοινωνία παράγει ετερόνομα άτομα. Δηλαδή, σε μια ετερόνομη κοινωνία, σαν τη δική μας, είναι αυταπάτη να γίνεται λόγος για ατομική ελευθερία. Όμως επειδή ακριβώς τα άτομα κατασκευάζουν τη κοινωνική τους πραγματικότητα είναι ικανά να διεκδικήσουν την αυτονομία τους, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Πώς;  Η απάντηση δια στόματος Καστοριάδη: “Μπορώ να είμαι ελεύθερος, εφόσον συμμετέχω στη διαμόρφωση του (κοινωνικού) νόμου, εφόσον αποφασίζω ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δη­μιουργία αυτού του νόμου και, τέλος, εφόσον είμαι σύμ­φωνος με τον τρόπο που ο νόμος αυτός θεσμίστηκε”.

Ο Ελληνικός πεσιμισμός…

Έρχομαι τώρα στα τέσσερα σημεία που δείχνουν την κακή πορεία της παιδείας μας.
Το πρώτο σημείο της άγνοιας και της πλάνης είναι ότι δεν μας έ­μαθαν ποτές, πως οι έλληνες στάθηκαν ένας κόσμος άκρα μελαγ­χολικός.
Το καθημέρα των ελλήνων είναι το όρος Σίπυλο της Νιόβης, ό­που όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίου­σα ιτιά. Εδώ ως και τα ζώα μύρουνται και δακρύζουν. Θυμήσου, για παράδειγμα, τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα [Ομήρου, Ρ 437-8].
Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών. Το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος.
Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι έλληνες.

Κανένας λαός δεν βυθίστηκε όσο οι έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς.
Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης, μπροστά στον καημό των ελλήνων είναι αθλοπαι­διές και αθύρματα.
Και καμία θεωρία που υψώθηκε στο γενικό δεν άφηκε να της ξε­φύγουν τόσες φωνές αίρεσης, παράπονου, και απόγνωσης, όσο η κο­σμοθεωρία των ελλήνων.
Οι έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί δουλέψανε το νόημα της μοίρας και της συμφοράς. Σε σχέση με τον άνθρωπο, το άδικο το είδαν σε κλίμακα πανανθρώπινη. Και σε σχέση με τον κό­σμο, το κακό το είδαν σε κλίμακα παγκόσμια. Το κακό που είδαν οι έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και τό ‘κλεισε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.

Είναι παράξενο που ετούτος ο Καύκασος της μοναξιάς και του πά­γου φαίνεται πως δεν φαίνεται στα έργα και στα λόγια τους.
Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε ό­λους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου.
Από ένα σημείο μάλιστα και πέρα αυτό το παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατί όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη.
Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, ό­ραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος.
Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει. Δεν αφήνεται όμως στην παρηγοριά που προσφέρεται να του δώσει ο λόγος των γύρω του ότι θα ζήσει χρόνια ακόμη.
Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των ελλήνων σε τέχνη εί­ναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαξε το ποιόν και την υφή της. Τη μετέτρεψε από άρνηση σε δύναμη, και από εγκατάλειψη σε καρτερία. Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος. Μία δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Ό­μηρος τη λέει «δακρυόεν γελάν» [Ομήρου Ζ 484].
Από ένα πανίσχυρο αποθεματικό θέσεων που μιλούν για τη με­λαγχολία των ελλήνων, θα φέρω δύο δημώδεις μαρτυρίες και μία λόγια κατάθεση, για να δειχτεί ο όγκος και το βάρος της ελληνικής λύπης.
Λένε, λοιπόν, πως κάποτε έγινε ένας αγώνας [Το γνωστό Certamen Homeri et Hesiodi] ανάμεσα στον Ό­μηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.
Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθι­σε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες α­ποκρίσεις στα ζητήματα.
Ρωτήσανε τον Ησίοδο, και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο με την πλούσια πείρα που έζησε στον κόσμο ζωντανός. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.
Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχα­σε το φως του γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρυσε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.
Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. «Άριστο σε όλους και σε όλες», αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άν­θρωπος ποτέ να μη γεννιέται!».
Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρ­πισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου με μια δεύτερη ερώτηση.
Κανένας, του λέει, δεν μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεν­νήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άν­θρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Το πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή να το διαλέγουμε κιόλας.
«Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεν­νηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει» [Homeri opera, υπό T.W. Allen. Εκδ. Οξφόρδης, τόμος V, σ. 288: «αρχήν μεν μη φύναι επιχθονίοισιν άριστον· φύντα δ’ όμως ώκιστα πύλας Αίδαο περήσαι.»].
Αυτή η απόκριση κρύβει τη βία της ανάγκης και την αλυπησιά του χάρου. Και κάνει τον Όμηρο να γίνεται ο πρώτος τιμητής του θεού, όπως ο Κάιν είναι ο πρώτος φονιάς του ανθρώπου.
Όσο και να εξερευνά κανείς στη χώρα του θρήνου, δεν θα βρει πικρότερη θέση. Όπως δεν πρόκειται να βρει γυναίκα πιο ωραία από την ωραία Ελένη, που και κείνη την έπλασε ο Όμηρος.
Ωστόσο εμείς μπορούμε να γνωρίζουμε πως πίσω από τον Όμη­ρο δεν μιλάει ο Όμηρος, αλλά το συλλογικό πνεύμα της Ελλάδας.
Τα λόγια του είναι η δημοτική απήχηση του πνεύματος ενός λαού απάνου σ’ ένα ερώτημα που αγωνίζεται να κλείσει όλα του ανθρώ­που τα υπάρχοντα. Είναι μία απόκριση ίδια με τη λύση που προσπα­θεί να δώσει σήμερα η θεωρία του ενιαίου πεδίου, όπου μέσα σ’ ένα τύπο οι φυσικοί αγωνίζουνται να κλείσουν όλους τους νόμους της φύσης.
Άλλωστε το ξέρουμε, διακόσιους χρόνους τώρα κοντά, πως ο Όμηρος δεν υπήρξε. Το αθάνατο όνομά του είναι το δημοτικό τρα­γούδι των παλαιών ελλήνων.
Στα ίδια πατήματα βρίσκεται και η ιστορία που σώθηκε στα Απο­σπάσματα του Αριστοτέλη, και σ’ ένα κείμενο του Πλουτάρχου. Εί­ναι μάλιστα σημαδιακό, που η ιδέα αρχίζει με τον Όμηρο, την εκκίνηση, περνάει από τον Αριστοτέλη, το τέρμα της κλασικής Ελ­λάδας, και τελειώνει στον Πλούταρχο, την κατακλείδα του ελληνι­κού κόσμου.
Και να μη λησμονούμε ότι ο Πλούταρχος είναι μία επιβλητική μορ­φή στην Ελλάδα. Ρουσσώ, Γκαίτε, και Ναπολέων τον είχαν ολοζωής στο μαξιλάρι τους.
Κυνηγούσε, λέει η αφήγηση [Rose V., Aristotelis qui ferebantur Librorum Fragmenta, Lipsiae 1886, 40, 1481b], ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενός δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.
Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:
— Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.
— Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.
— Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ε­ξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;
Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.
— Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.
Ο Μίδας εστάθηκε.
— Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτώ, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.
Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα τα γύρω μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνεπήρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επετίμησε:
«Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνώναι;»
μ’ ερωτάς, συνεχίζει,
«τί εστι το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τί τών πάντων αιρετώτατον»· μάθε το λοιπόν, και σκάσε:
«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα» [Πλουτάρχου, Παραμυθητικός προς Απολλώνιον, 115 d].
Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημο­τικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στό­μα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:
Μη φύναι τον άπαντα νι­κά λόγον· το δ’, επεί φανήι, βήναι κείσ’ οπόθεν περ ήκει πολύ δεύτερον ως τάχιστα.
(Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε να μην είχε κανείς γεννηθεί, ή, μια που ήρθε στο φως, να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος. [Σοφοκλέους, Οιδίπους επί Κολωνώι, 1224. Μετάφρ. Γ. Γρυπάρη]. Εκτός από το Σοφοκλή είναι και πολλοί άλλοι έλληνες που μιλάνε με την ίδια πεσιμιστική σφοδρότητα. Ο Πλάτων λ.χ., ο Ευριπίδης, ο Βακχυλίδης, ο Θέογνις).
Το συμπέρασμα είναι πως από όλη ετούτη την κοιλάδα των κλαυθμών οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί δεν μας έδειξαν φύλλο. Αντίθετα, μας είπαν τα αντίθετα. Μιλούν για ήλιο τα μεσάνυχτα και για πανη­γύρια στο καταχείμωνο.

Η Ελλάδα, μας λένε, σημαίνει την ηρεμία, το ρυθμό, τη γαλήνη. Ελλάδα είναι ο λογισμός, η αγνή απλότητα, η ευδαιμονία, το μέτρο. Προπάντων το μέτρο.
Όλα της Ελλάδας τα χωρεί ο Ζυγός στον ουρανό των ζωδίων. Και τα εννιά ξανθά κορίτσια της Αρμονίας τρέχουν με μικρές φωνές στα ειρηνικά πλατάνια του ποταμού. Ασπροεντυμένες και γάργαρες, σαν τη Ναυσικά και τις άλλες λουίζες, παίζουν τον κλήδονα και τη σφαίρα. Αλλά «quid πλατανών opacissimus» [Σεφέρη Γ., Ποιήματα, Ίκαρος 1979, σ. 60], που έλεγε ο Πλίνιος Νεότερος, και ο Σεφέρης. Γιατί helas θα πει αλίμονο, λέει ο Σεφέρης πάλι [Σεφέρη Γ., Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Εκδ. Ερμής, Αθήνα 1974, σ. 47], και όλοι οι γαλλόφωνοι [Η λέξη helas στα γαλλικά σημαίνει αλλίμονο].
….
Το δεύτερο σημείο της άγνοιας και της πλάνης είναι η λάθος εικόνα που μας δώσανε για την ελληνική τέχνη.
Πώς στέκεται ο σύγχρονος έλληνας απέναντι στην κλασική τέχνη; Οι μισοί κάτοικοι της Αθήνας δεν ανέβηκαν ποτέ στην Ακρόπολη. Και οι άλλοι μισοί ανέβηκαν για να ιδούν το Λυκαβηττό και τα ελενίτ στις στέγες του Ταύρου.
Τα καλοκαίρια ταξιδεύουμε στους Φιλίππους και στη Δωδώνη, να ιδούμε αρχαία τραγωδία, κι έχουμε το τέμπο των γιουρούκηδων, όταν εισβάλλουν στα γήπεδα.
Τι Μητρόπουλος, τι Μητροπάνος! άκου­σα κάποτε να λένε δυο νέοι μπροστά στην προτομή του Μητρόπουλου στην Επίδαυρο.
Στην πραγματικότητα, η τέχνη των Ελλήνων καθρεφτίζει τον αγώνα τους να νικήσουν τον πεσσιμισμό τους.
Η ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό του κόσμου, με το malum physicum καθώς το λεν, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Και το πράγμα έγινε μ’ έναν τρόπο, ώστε την εγγενή συφορά του ανθρώπου να μην τη νοθέψει η δειλία και ο δόλος. Να μην κουκουλωθεί το κακό δηλαδή με την αυταπάτη και το ψέμα.
Πολύ περισσότερο, από αυτή την αισχρή παραποίηση να μην προκύψει στο τέλος παρηγοριά και συμφέρο. Γιατί όταν η συμφορά συμ­φέρει, να τη λογαριάζεις για πόρνη, λέει ο Ελύτης.
Αυτό το τελευταίο σημείο είναι ανάγκη να κατανοηθεί ως την ά­κρη του. Αλλιώτικα, η εικόνα μας για τους Έλληνες και την τέχνη τους θα σωριαστεί συγκορμοδεντρόριζη.
Το παράδειγμα που φέρνω, για να δείξω ότι οι Έλληνες δε νοθέψανε τη γνώση τους για τη σκληρότητα και την απανθρωπιά της φύ­σης, είναι ότι μπροστά στον τρόμο του θανάτου αρνήθηκαν να παρηγορήσουν με την ψευτιά για μια ζωή μετά θάνατο.
Θάνατος για τους Έλληνες δεν εσήμαινε το σταθμό που αλλάζω τραίνο. Από Γευγελή δηλαδή τραβάω για Λουμπλιάνα, και πάει λέ­γοντας.
Θάνατος για τους Έλληνες εσήμαινε ανυπαρξία ατελεύτητη, και σκοτάδι για πάντα. Αυτή την οδηγία τους έδωκε η γλώσσα και η σοφία της φύσης. Όλα τα άλλα είναι γεννήματα του φόβου μπροστά στο θάνατο, και δουλειά της φαντασίας. Είναι το τι δεν αντέχουμε, το τι δε θα θέλαμε, είναι πλύση εγκεφάλου από την παράδοση και τη συνήθεια, και δόλος αβυσσαλέος.
Ξέρεις πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνον που τιμά τη φυσική γνώση πως όταν πεθάνει θα χαθεί, όπως χάνεται το φύλλο του δέντρου, που λέει ο Όμηρος, και ανάμεσα σ’ εκείνον που τον έμαθαν να πιστεύει πως όταν πεθάνει, θα μεταναστέψει σε κάποια υπερουράνια Αμερική;

 Δημήτρης Λιαντίνης – “Τα Ελληνικά”.

Ικανοποιημένος από τις σχέσεις σου; Μάθε να βάζεις όρια στον εαυτό σου και στους άλλους...

Πόσοι και πόσοι, απευθυνόμενοι σε μένα μέσα από το f/b και το διαδίκτυο, είτε για ραντεβού είτε για ένα σχόλιο είτε για μια συμβουλή, ξεκινάνε την συζήτηση μιλώντας μου στον ενικό!...
Απ’ τον τρόπο που θα σου πρωτομιλήσει, που θα σε πρωτοπλησιάσει ο άνθρωπος φαίνεται τι κουβαλάει στην ψυχή του, ποιος είναι.
Ο ενικός μου αρέσει πάρα πολύ και το χρησιμοποιώ με χαρά στο πλαίσιο μιας αρχόμενης κατ’ ιδίαν σχέσης, εφόσον ρωτήσω διακριτικά πρώτα τον άλλον εάν δεν τον πειράζει.
Καλλιεργεί κλίμα οικειότητας και πλησιάσματος.
Δείχνει απλό κι άμεσο άνθρωπο.
Αυτό όμως, όταν δεν είναι προκάλυμμα χειριστικότητας, αδιακρισίας και αγένειας.
Όταν δεν συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω, το διαβλέπω, και τον καλωσορίζω.
Απ’ την άλλη, ο ίδιος προσωπικά, όταν απευθύνομαι σε οποιονδήποτε άνθρωπο, από 16 χρονών και πάνω, είτε τον συναντώ στο δρόμο είτε στο fb, δεν θέλω να ξεκινώ την επαφή μου μαζί του, μιλώντας του στο ενικό. Προτιμώ τον πληθυντικό.

Και μ’ αυτό τον τρόπο έχω την ανάγκη να προσπαθώ να δείχνω διακριτικότητα απέναντί του.
Εκτιμώ ότι δεν τον γνωρίζω, και, γι' αυτό, δεν ξέρω τα προσωπικά του όρια. Ή γνωριμία μας είναι ακόμα σε φάση διερεύνησης.
Αν δεν έχει γεννηθεί μέσα σου η ανάγκη για διακριτικότητα πρώτα προς τον εαυτό σου και μετά προς τους άλλους, πώς να πλησιάσεις με σεβασμό ένα ανθρώπινο πλάσμα;
Κι εκείνο, εάν δεν αναγνωρίσει την διάθεση σου να το σεβαστείς, γιατί να θέλει να μπει σε σχέση μαζί σου και να την σεβαστεί και να την αναπτύξει;
Αναρωτιέμαι: Με ξέρεις βρε άνθρωπε του Θεού κι από χθες; Γνωριζόμαστε και δεν το ξέρω;
Το ότι δέχτηκα το αίτημά σου για «φιλία» στο fb σου δίνει με κάποιο τρόπο το δικαίωμα να μου μιλάς σαν να ήμασταν από πάντα «φιλαράκια»;
Άλλο να θες να γίνουμε κοινωνοί ο ενός του άλλου, κι άλλο να μου φέρεσαι με το πρόσχημα πως δεν υπάρχει απόσταση μεταξύ μας.
Ναι, βεβαίως και υπάρχει απόσταση μεταξύ μας, και καλά κάνει που υπάρχει!
Αν δεν υπήρχε, πως θα πλησίαζε ο ένας τον άλλον;
Τι κίνητρα θα είχαμε να μπούμε σε ουσιαστικές σχέσεις, εάν δεν κινητοποιούμασταν από την ανάγκη να μειωθεί η απόσταση που μας χωρίζει; Να έρθει εγγύτερα ο ένας στον άλλον…;
Ξέρετε, η αγωγή του ανθρώπου φαίνεται από το πρώτο δευτερόλεπτο, όπως και η ψυχοπαθολογία του…
Συχνά τα δύο παραπάνω σχετίζονται μεταξύ τους.
Το κυρίαρχο κίνητρο των νεοελλήνων ελληναράδων που θεωρούν “in” και «ακομπλεξάριστο» να μιλήσουν κάποιον άγνωστο στον ενικό βαθμό είναι η ανάγκη που έχουν, απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο της γνωριμίας, να τον ελέγξουν. Να τον κάνουν του χεριού τους.
Ειδικά στο χώρο της ψυχοθεραπείας, όπου οι νεοέλληνες προσέρχονται με πολύ μεγάλη καχυποψία κι ακαμψία, και με βασικές ελλείψεις στο θέμα της εμπιστοσύνης, οι χειριστικές τους «ποιότητες» δίνουν…. Ρεσιτάλ!...
Πώς όμως να έχεις αναπτύξεις το συναίσθημα εμπιστοσύνης όντας παιδί μιας οικογένειας στην οποία απουσιάζει παντελώς η αίσθηση και η χρήση υγιών ορίων;…
Όταν οι γονείς στηρίζουν την ασφάλεια τους στην χειραγώγηση και την ενοχοποίηση των παιδιών τους;
Όταν τα παιδιά αναγκάζονται να χρησιμοποιούν τους γονείς τους σαν «τροφούς» μέχρι την ηλικία των 40 και των 50, για να καλύψουν –όχι μόνο τις πρακτική τους ένδεια, αλλά κυρίως- την οργή τους για τα βασικές ψυχικές τους ελλείψεις, λόγω της ανοριοθέτητης διαπαιδαγώγησής τους;
Οι Έλληνες γονείς μαθαίνουν στο παιδί τους να μην λέει ποτέ «ευχαριστώ» στους ίδιους, γιατί λένε πως τάχα είναι αυτονόητη η υποχρέωσή τους να το φροντίζουν.
Δεν του λένε όμως πόσο πολύ το θέλουν κυριολεκτικά να το χουν «μες το βρακί τους», και γι αυτό πρέπει από μικρό να μάθει να επιβιώνει ως ένα αδιαφοροποίητο μέλος-εργαλείο μιας χαοτικής οικογένειας…
Ενός κράτους που έμαθε να λειτουργεί ακριβώς με αυτή την «λογική» που αναπαράγει την ψυχική ασθένεια, υπονομεύοντας συστηματικά την αυτονομία κι αυτοτέλεια των μελών-πολιτών του, και μεσοπρόθεσμα την εθνική του ανεξαρτησία.
Δεν μαθαίνουν οι γονείς, ούτε με το παράδειγμα τους, ούτε με άλλες διδακτικές πρακτικές, να σέβεται το παιδί τους πρώτα τους ίδιους, τον εαυτό του και τους άλλους, αναγνωρίζοντας στον καθένα που τους προσφέρει -έστω και το παραμικρό- το δικαίωμα στην ευγνωμοσύνη που, ναι, χρειάζεται να μπει σε λόγια με ένα «ευχαριστώ».
Ναι, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, η υγιής ηθική καλλιέργεια προϋποθέτει την ύπαρξη της στοιχειώδους ψυχικής υγείας –ενδοψυχικής και διαπροσωπικής- και την αναπαράγει.
Η καλλιέργεια της ορθής αντίληψης ορίων είναι εχέγγυο της ατομικής ψυχικής και της συλλογικής κοινωνικής υγείας.
Πως όμως να θέσεις όρια στο εαυτό σου, όταν ποτέ δεν έμαθες βιωματικά τι σημαίνει όρια στην οικογένεια της καταγωγής σου, στις σχέσεις σου με την κοινότητα …;
Πώς να παρουσιάσεις, με αφορμή το πρώτο γραπτό σου μήνυμα στο fb, την πρώτη σου τηλεφωνική επαφή, έναν άλλον εαυτό άλλον απ’ αυτόν που έχεις δημιουργήσει...;
Μάθε να εκτιμάς τον άλλον, κάνοντας, με αφορμή την παραμικρή ευκαιρία αλληλεπίδρασης, πρακτική σε συμπεριφορές που λαμβάνουν υπόψη τους τον άλλον, τις συνήθειες, τα όρια, την προοπτική του.
Κι αν η οικογένειά σου, το κράτος σου σε πρόδωσε και σε προδίδει με συνέπεια, προσπάθησε τουλάχιστον να μην το κάνεις εσύ στον εαυτό σου…
Τότε δεν θα χαθείς, ούτε θα χάσεις...

Τελικά, γίνεται αυτό που θέλεις...

Σε ρωτώ συχνά: «Τι θέλεις;»
Κι εσύ συχνά μου απαντάς –στον εαυτό σου απαντάς-: «Δεν ξέρω…».
Ακόμα συχνότερα του απαντάς, μου απαντάς: «Νομίζω πως…».
Τα «θέλω» σου διφορούμενα, ασθενικά, έως ανύπαρκτα.
Μια ζωή γεμάτη επιλογές που βασίζονται σε άβουλα κι ατροφικά «νομίζω…».
Μια ζωή πλήρης από πληγές διστακτικών «θέλω» που, άγουρα έμβρυα θανατώθηκαν στην μήτρα της ανώριμης ψυχής σου, πριν προλάβουν να δουν το φως της μέρας.
Αναρωτιέσαι, σαν το φίδι που κυνηγάει μάταια την ουρά του,:
«γιατί δεν καρποφόρησαν οι επιλογές μου στην καριέρα, στον γάμο μου, στην ζωή μου;…».
Γιατί δεν το θελες αρκετά.
Γιατί, ό,τι επέλεγες να πραγματοποιήσεις δεν ταυτιζόταν μ’ αυτό που πολύ ήθελες.
Γιατί δεν ήξερες να θέλεις.
Γιατί δεν θέλησες να θέλεις.

Γιατί «αγάπησες» πιο πολύ το «πρέπει» και το «φοβάμαι» από το «θέλω» σου.
Γιατί έκανες το μέτριο «νομίζω» σου «θέλω» σου με το στανιό, άπνοα κι ανέμπνευστα.
Κι αν βιαστείς να σκεφτείς πως: «δεν ήμουν, ούτε είμαι ελεύθερος να επιλέξω γιατί γεννήθηκα σε ένα σπίτι με γονείς που δεν ήθελαν αρκετά, και φοβόντουσαν πολύ τα δικά τους θέλω», εγώ σε διαψεύδω λέγοντας σου πως και αυτό που τώρα ξεστομίζεις είναι μια δικαιολογία που ελεύθερα εσύ επιλέγεις να προβάλεις για να κλείσεις το στόμα της ελεύθερης φωνής σου που πρόθυμα, αν την άφηνες, θα σε καλούσε να αλλάξεις ρότα.
Όσο κι αν ανελεύθερα μεγάλωσες, ήσουν, είσαι και θα σαι πάντα ελεύθερος να αποφασίζεις να βούλεσαι ελεύθερα, ή να επιλέγεις ως τρόπο ζωής σου την ανελευθερία.
Όσο ζεις, είσαι ελεύθερος να αλλάζεις.
Από «βολικός» να γίνεσαι ευθύβολος.
Από λίγος να γίνεσαι πολύς.
Από μέτριος, θερμός.
Το ποτήρι της βούλησής σου χρειάζεται να γεμίσει, να ξεχειλίσει από το «θέλω» σου για να ποτίσει με τους χυμούς της ψυχής σου τον σπόρο του ονείρου σου.
Κι αυτό, από βλαστάρι να γίνει δέντρο, ν’ ανθίσει να σε σηκώσει στα κλαδιά του, για ν’ αγναντέψεις, πιο ψηλός, από κει τον ήλιο καθώς εκείνος ανατέλλει…

Δεισιδαιμονία

Η καταδίκη της δεισιδαιμονίας από τους Έλληνες φιλοσόφους.

Σύμφωνα προς τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τα εξής τρία κοινωνικά φαινόμενα, δηλαδή:
α΄) η ειδωλολατρία,
β΄) η φυσεοφοβία (Παγανισμός), και
γ΄) η μαγεία,
αποτελούσαν μέρη της πνευματικής μάστιγας που ονομαζόταν γενικά δεισιδαιμονία.
Η δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους απαίδευτους ανθρώπους, ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
Οι ιερείς της αρχαιότητας θεωρούσαν, ότι το Θείον μπορούμε να τον πλησιάσουμε μόνο μέσα από την έρευνα και την φιλοσοφία. Η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το πρόσωπο και τη φύση του Θεού ήταν ότι σημαντικότερο για τον αρχαίο Έλληνα σε αντιδιαστολή φυσικά με το χριστιανικό «πίστευε και μη ερεύνα»: «Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351Ε)…
Ο Πλούταρχος, λοιπόν, υποστήριζε ότι η μελέτη και η έρευνα γύρω από την θεία φύση είναι σημαντικότερη ακόμα και από την ανάληψη ιερατικών καθηκόντων.
Ο άνθρωπος, που ενώ δεν γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι θρήσκος τότε θα καταλήξει στην δεισιδαιμονία:…
«Η αμάθεια και η άγνοια σχετικά με τους θεούς χωρίζεται ευθύς εξ αρχής σε δύο ρεύματα, από τα οποία το ένα δημιουργεί στους σκληρούς χαρακτήρες, σαν πάνω σε τραχύ έδαφος, την αθεΐα, και στους μαλακούς (λεπτούς) χαρακτήρες, σαν σε υγρά εδάφη, τη δεισιδαιμονία. Οποιαδήποτε ψευδής αντίληψη, ιδίως αν αφορά τα ζητήματα αυτά, είναι πολύ κακό πράγμα αν μάλιστα δημιουργείται και πάθος, είναι πράγμα κάκιστο. Κάθε πάθος άλλωστε μοιάζει με νοσηρή απάτη. Όπως λοιπόν οι εξαρθρώσεις που συνοδεύονται από τραυματισμό είναι άσχημες, έτσι και οι ψυχικές διαστροφές που συνοδεύονται από πάθος είναι ακόμα πιο άσχημες» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 164Ε)
Εξίσου αρνητική με την δεισιδαιμονία, είναι η αθεΐα. Τόσο οι δεισιδαίμονες όσο και οι άθεοι προσβάλλουν τους θεούς με την συμπεριφορά τους διότι αμφότεροι έχουν εξαπατηθεί και εγκλωβιστεί στην πόλωση τους, υπερβαίνοντας την αρχή του «μέτρου άριστου» έτσι διαταράσσουν την ισορροπία που διδάσκει η ιδεολογία του Ελληνισμού ισορροπία μεταξύ ύλης και πνεύματος.:
«… η αθεΐα, αφ’ ενός, καθώς είναι λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα μακάριο και άφθαρτο, φαίνεται να οδηγεί, με την έλλειψη πίστης στη θεότητα, σε κάποιου είδους έλλειψη αντίληψης, και καταλήγει με το να μην πιστεύει στους θεούς στο να μην τους φοβάται. Από την άλλη μεριά, η δεισιδαιμονία, όπως φανερώνει και το όνομα της, είναι αντίληψη που συνοδεύεται από πάθος, και κρίση που δημιουργεί δέος το οποίο ταπεινώνει και συντρίβει εντελώς τον άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει πως υπάρχουν μεν θεοί αλλά πως αυτοί προκαλούν λύπη και βλάβη. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο άθεος είναι ακίνητος όσο αφορά τη θεότητα, ενώ ο δεισιδαίμων κινείται με τρόπο που δεν πρέπει, εκτρεπόμενος από το σωστό (…) Έτσι η αθεΐα είναι λόγος που αποδείχτηκε ψευδής, ενώ η δεισιδαιμονία πάθος που προέρχεται από ψευδή λόγο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Β)
Μερικές αράδες παρακάτω, ο Πλούταρχος λέει σχετικά με όσους θεοποιούν από τον φόβο του αγνώστου τις δυνάμεις της φύσης:
«Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Ε).
Ο Πλούταρχος, στο χριστιανικό δίλημμα «κόλαση ή παράδεισος» που κατατρέχει τους ανθρώπους και δίνει στον κλήρο θεϊκή εξουσία μέσω της «άφεσης αμαρτιών» απαντά (αν και… αγνοούσε τον Χριστιανισμό) βάση των Ελληνικών λαϊκών παραδόσεων περί μεταθανάτιων τιμωριών:
«Γιατί όμως μακρηγορούμε; «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής», αλλά όχι και της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας τον φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με τον θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας, τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά, ότι τότε μπαίνει σε βάσανα που δεν έχουν τελειωμό. Ανοίγουν τότε κάποιες βαθιές πύλες του Άδη, και πύρινοι ποταμοί ενώνονται με ρεύματα της Στυγός, και το σκοτάδι γεμίζει από τρομακτικές εικόνες φανταστικών μορφών, που επιτίθενται βγάζοντας φοβερές φωνές, ενώ δικαστές και τιμωροί, χαράδρες και κόλποι, βρίθουν μύριων κακών. Με τον τρόπο αυτό η κακοδαίμων δεισιδαιμονία, με την υπερβολική προσπάθεια της ν’ αποφύγει οτιδήποτε φαίνεται φοβερό, χωρίς να το καταλαβαίνει υποβάλλεται από μόνη της σε κάθε είδους δεινά» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 166F).
Σύμφωνα προς τον Πλούταρχο δεν υπάρχει «Θεός τιμωρός», παρά μόνο μέσα στα μυαλά των δεισιδαιμόνων:
«Για τον δεισιδαίμονα, όμως, κάθε σωματική ασθένεια καθώς και η απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι των παιδιών του και η κακή του πορεία και αποτυχία στην πολιτική ζωή ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη. Έτσι δεν τολμάει να επιχειρήσει να επανορθώσει το κακό ούτε να το εξαλείψει ή να το αντιμετωπίσει, για να μη δώσει την εντύπωση ότι αντιδικεί με τον θεό και αντιδρά στην τιμωρία που του επιβάλλεται, αλλά, όταν είναι άρρωστος, διώχνει τον γιατρό, όταν πενθεί, δεν αφήνει να μπει ο φιλόσοφος που θα τον συμβουλεύσει και θα τον παρηγορήσει. «Άσε με», του λέει, «άνθρωπε μου, να τιμωρηθώ ο ασεβής, ο καταραμένος, ο μισητός από θεούς και δαίμονες» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 168C).
Ενάντια στην λαϊκή πίστη που θέλει τον Θεό τιμωρό, είχε καταφερθεί πριν τον Πλούταρχο, ο Πλάτων:
«Τα αίτια των συμφορών κάπου αλλού πρέπει να αναζητάμε και όχι στο θεό» (Πλάτων, «Πολιτεία», 379c).
«Μάταια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από ’κείνους προέρχονται οι συμφορές τους» (Πλάτων, «Αλκιβιάδης Α΄», 142d).
Κατά της δεισιδαιμονίας έχει γράψει και ο Πρόκλος:
«… μήτε να με αποπλανήσει το γένος δεισιδαιμόνων ανθρώπων από την ιεράν οδόν την φεγγοροβόλον, με τους λαμπρούς καρπούς» (Πρόκλος, «Ύμνος εις τας Μούσας»).
Ο Ευριπίδης, επίσης, έχει δριμύτατα καταφερθεί εναντίον της βασκανίας, μια μορφή δεισιδαιμονίας που σχετίζεται με την μαγεία:
«Είναι καθήκον σου να θεωρείς εχθρό το βάσκανο άνθρωπο
και να ακολουθείς τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή» (Ευριπίδης, «Αποσπάσματα»).
Τέλος, ο Πλούταρχος μας προειδοποιεί, ότι πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να μην καταλήξουμε στα άκρα. Δηλαδή στην δεισιδαιμονία και την αθεΐα. Κάτι τέτοιο θα το καταφέρουμε μόνο αν έχουμε ορθή γνώση του Θεού, κρατώντας σε ισορροπία στην κρίση μας την λογική με το συναίσθημα:
«… διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας τον βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.
»68. Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε με ευλάβεια καθετί απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A).
Ο Ελληνισμός ενάντιος και στην αιγυπτιακή δεισιδαιμονία
Ο Ελληνισμός, ως ζωντανή ιδεολογία ανθρωποκεντρικού περιεχομένου, είδε τους θεούς ανθρωπόμορφους. Όχι φυσικά επειδή ο Θεός ή οι θεοί μοιάζουν των ανθρώπων αλλά επειδή ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του.
Γι’ αυτό και μέσα από τα αλληγορικά μηνύματα των Ελληνικών μύθων, δόθηκαν στους θεούς ανθρώπινες αδυναμίες με σκοπό την ηθική διδασκαλία των ανθρώπων και την κωδικοποίηση αστρονομικής γνώσης και όχι για την διαπόμπευση των εκφράσεων του θείου. Αυτό μας το επιβεβαιώνει ο Πλούταρχος:
«Αλλά είναι ανόσιο να αποδίδουμε στους θεούς τα δικά μας ανθρώπινα πάθη ή να θεωρούμε ότι τα δικά μας πάθη είναι θεϊκά» (Πλούταρχος, «Ερωτικός»).
Στην αιγυπτιακή θρησκεία ίσχυαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Εκεί το επίκεντρο δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά ο μονάρχης. Ο Φαραώ, που θεωρούνταν γιος του θεού και θεός ο ίδιος. Σε αυτήν την «ελέω θεού μοναρχία», ο Φαραώ ήταν και αρχιερέας συγκεντρώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του.
Κατά την προκατακλυσμιαία εποχή, η Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα ενός κοινού πολιτισμού. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδας η χώρα τράβηξε τον δικό της δρόμο στην εξέλιξη της ιστορίας. Από τα «Αργοναυτικά» του Ορφέα γνωρίζουμε, ότι την βασική γνώση για τα θεία πράγματα, την δίδαξε ο Ορφέας. Ο ίδιος το ομολογεί στους παρακάτω στίχους:
«Επίσης (σου είπα) και όσα ιερά λόγια εξεγένησα (διεκήρυξα) εις την Αίγυπτον, όταν προσήγγισα εις την ιεράν Μέμφιν και τας ιεράς πόλεις του Άπιδος, τας οποίας στεφανώνει (περιβάλλει) ο Νείλος, που χύνει πολλά νερά» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 42-44).
«απεκαλύπτων εις τους ανθρώπους τα θέσφατα (τους χρησμούς) εις την Αίγυπτον και εις την Λιβυήν» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 102-104).
Η αντίληψη των Ελλήνων περί του Θείου, όμως, ήταν προϊόν ελεύθερης σκέψης προσαρμοσμένης φυσικά στις ανάγκες ελεύθερων ανθρώπων. Οι ελεύθεροι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, δεν ανέχονται μονάρχες και τυράννους. Η Αίγυπτος, όμως, δεν αποτελούνταν από ελεύθερους ανθρώπους, άρα έπρεπε να βρεθεί μία λύση στο θρησκευτικό ζήτημα. Η λύση τελικά βρέθηκε. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί σχετικά:
«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 380Α).
Η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν δηλαδή μία καθαρά δεισιδαιμονική αντίληψη για τους θεούς, γεμάτη φόβους και ανασφάλειες. Καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των πιστών έπαιζαν και οι κτηνόμορφες εικόνες των θεών. Βεβαίως το ιερατείο και οι μυημένοι γνώριζαν ότι τα ζώα δεν είναι θεοί, αλλά σύμβολα. Αυτό, όμως, δεν το αποκάλυπταν στον λαό που τον ήθελαν ευκολόπιστο και φοβισμένο:
«Στην Αίγυπτο, όταν κάποιος πλησιάζει ένα τέμενος εντυπωσιάζεται από τη λαμπρότητα του, από τους ιερούς του κήπους, την μεγάλη είσοδο και την ομορφιά του, περιτριγυρισμένο καθώς είναι με επιβλητικές σκηνές, κι επίσης από τις γεμάτες δεισιδαιμονία ιεροτελεστίες που έχουν χαρακτήρα μυστηρίων× σαν μπει όμως παραμέσα, στα ενδότερα, βλέπει να προσκυνούν μια γάτα ή ένα πίθηκο ή ένα κροκόδειλο ή σκύλο ή τράγο. Η σκοπιμότητα είναι να νομίσει ο μυούμενος ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται κάποιο σπουδαίο νόημα. Και μπορεί μεν οι χριστιανοί να κοροϊδεύουν τους Αιγυπτίους, (που στο κάτω κάτω μας εξηγούν ότι τα ζώα τα λατρεύουν ως σύμβολα αοράτων, αιώνιων ιδεών και όχι – όπως νομίζει ο πολύς κόσμος – ως ζώα καθαυτά)…» (Κέλσος, «Αληθής Λόγος», Γ΄).
Οι Έλληνες, διαφωνούσαν με την τακτική υπόθαλψης της δεισιδαιμονίας των Αιγυπτίων. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και ο Ορφέας, είχε διδάξει στους Αιγυπτίους ιερά μυστήρια. Προσπαθώντας να τους συνεφέρει από την δεισιδαιμονία τους δίδασκε την ορθή φύση των θεών:
«Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος, έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούσαν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379B).
Όταν ο Ηρόδοτος προσπάθησε να «μπερδέψει» τα πράγματα ανάμεσα στην Ελληνική αντίληψη περί θείου και στο αιγυπτιακό πάνθεο, ισχυριζόμενος ψευδώς ,ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν τα μυστήρια και την λατρεία των θεών στους Έλληνες, πήρε την παρακάτω οργισμένη απάντηση από τον ιερέα και φιλόσοφο Πλούταρχο:
«Λέει πως οι Έλληνες έμαθαν από τους Αιγυπτίους τις πομπές και τις πανηγύρεις και τη λατρεία των δώδεκα θεών× το όνομα, μάλιστα, του Διονύσου, λέει, έμαθε από τους Αιγυπτίους ο Μελάμπους, ο οποίος δίδαξε και τους άλλους Έλληνες. Τα μυστήρια επίσης και τις τελετές της Δήμητρας, λέει, μετέφεραν από την Αίγυπτο οι θυγατέρες του Δαναού. Υποστηρίζει πως οι Αιγύπτιοι στηθοκοπιούνται και πενθούν, αλλά δεν θέλει να αναφέρει προς τιμήν τίνος θεού, διότι προσέχει τα λόγια του στα ιερά ζητήματα. Για τον Ηρακλή, όμως, και για τον Διόνυσο, τους οποίους τιμούν οι Αιγύπτιοι, λέει ότι τους τιμούν ως αρχαίους θεούς, ενώ γι’ αυτούς που τιμούν οι Έλληνες λέει ότι τους τιμούν ως ανθρώπους που γέρασαν, χωρίς να δείχνει πουθενά την ίδια ευσέβεια. Υποστηρίζει, παρά ταύτα, ότι ο Αιγύπτιος Ηρακλής ανήκει στους δεύτερους θεούς και ο Διόνυσος στους τρίτους, υπό την έννοια ότι κάποτε άρχισαν να υπάρχουν και ότι δεν είναι αιώνιοι. Λέει όμως πως εκείνοι είναι θεοί, ενώ πως σε τούτους πρέπει να προσφέρουμε καθαρμούς, θεωρώντας τους θνητούς ήρωες, και όχι να τους προσφέρουμε θυσίες, θεωρώντας τους θεούς. Τα ίδια λέει και για τον Πάνα, ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αιγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών ιερών» (Πλούταρχος, «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», 857C).
Ο Πλούταρχος υποστήριζε, όπως και ο Ορφέας, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που δίδαξαν την λατρεία των θεών στους Αιγυπτίους:
«… χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ίεσθαι (προχωρώ ορμητικά) με γνώση και κινούμαι, διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγματικότητα το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς υπάρχει όνομα κοινό που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός που τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κίνηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν. (…) Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από το όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμεσα στα πράγματα του ουρανού και του Άδη… (…) Δεν πρέπει όμως να απορεί κανείς με τον εξελληνισμό των ονομάτων, διότι βέβαια και πολλά άλλα, που έφυγαν μαζί με τους ξενιτεμένους Έλληνες, συνεχίζουν και υπάρχουν μέχρι και σήμερα απόδημα σε άλλους λαούς… (…) …διότι θεωρώ πως το πρώτο (Σάραπις) είναι ξενικό, ενώ το δεύτερο (Όσιρις) Ελληνικό…» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 375C&D).
Είναι ξεκάθαρο, ότι ο Ελληνισμός δεν αποδέχεται ειδωλολατρία, φυσεοφοβία (Παγανισμό) και θεοποίηση των ζώων. Όλα αυτά θεωρούνταν στοιχεία δεισιδαιμονίας και αποτελούσαν ξένο σώμα στην Ελληνική κοσμοθεωρία.

Η «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» κατά της δεισιδαιμονίας
Πολλοί υποστηρίζουν, ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 έγινε «για της πατρίδος την ελευθερία και του Χριστού την πίστη την Αγία». Αυτό είναι μερικώς ορθό. Διότι, εκείνοι που οραματίστηκαν την ελευθερία της Ελλάδας δεν ήταν ούτε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ούτε οι κοτσαμπάσηδες. Ήταν οι κύκλοι μορφωμένων (διαφωτιστών) Ελλήνων του εξωτερικού. Οι πατριώτες αυτοί αφού έμαθαν τα αρχαία κείμενα και τους αρχαίους συγγραφείς, και αφού ένιωσαν Έλληνες (και όχι Ρωμιοί), στην συνέχεια ξεκίνησαν την ιδεολογική προετοιμασία ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Έτσι και μετά από πολλές περιπέτειες, το έτος 1806 στην Ιταλία κυκλοφόρησε ένα επαναστατικό κείμενο που έμελλε να γίνει η ιδεολογική διακήρυξη της Ελληνικής εξέγερσης. Το έργο αυτό τιτλοφορήθηκε «Ελληνική Νομαρχία» και ο συγγραφέας του παραμένει άγνωστος μέχρι και σήμερα, εφόσον επέλεξε την οδό της ανωνυμίας. Είναι ο διάσημος – άσημος, Ανώνυμος ο Έλλην.
Η «Ελληνική Νομαρχία» θεωρείται ως η μόνη εργασία Ελληνικής πολιτικής αγωγής που συντάχτηκε τα νεότερα χρόνια. Ουσιαστικά, όμως, είναι η ιδεολογία του Ελληνισμού προσαρμοσμένη στις επικρατούσες συνθήκες των αρχών του 19ου αιώνα.
Ο Ανώνυμος ήταν ένας άνθρωπος που είχε μελετήσει Ηρόδοτο, Πλάτωνα, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και Πλούταρχο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της «Νομαρχίας». Ο ίδιος, όμως, επιλέγει να δώσει το βαθύτερο ιδεολογικό του στίγμα μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Πλούταρχο στο κείμενο του.
Οραματιζόμενος, λοιπόν, την νέα Ελλάδα την αισθάνθηκε απαλλαγμένη από τα δεσμά της δεισιδαιμονίας. Ο καυστικός του λόγος παρατίθεται δίχως σχόλια διότι περιττεύουν. Αρκεί, να καταλάβει ο αναγνώστης την διαχρονική διάσταση της αναγκαιότητας του μηνύματος του Ελληνισμού, αλλά και τα δεινά που προξενεί η δεισιδαιμονία στους ανθρώπους:
«Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου, ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω καθώς πρέπει τα της Ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τα φοβεράς χρείας σου και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα» (7).
«Αυταί αι τυραννίαι, ω Έλληνες, είναι συνθεμέναι από θεοκρατίαν και ολιγαρχίαν» (94).
«Η δε θεοκρατία είναι ο κλήρος. (α) Οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδύνατους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε όπου αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον…» (95).
«Από τότε λοιπόν έως εις τους 364 μετά Χριστόν, όπου διεμοιράσθη το Ρωμαϊκόν βασίλειον εις Ανατολικόν και Δυτικόν, οι Έλληνες υπόκειντο εις φοβεράν τυραννίαν και έπαθον ανήκουστα βάσανα και ταλαιπωρίας από τους διαφόρους σκληροτάτους ιμπεράτωρας οπού η Ρώμη τους έπεμπεν. Δεν εδύναντο να ελευθερώσι από τοιούτον ζυγόν (αγκαλά και τα ήθη των να μην ήτον παντάπασιν διεφθαρμένα και να υπόκειντο εις ξένην αρχήν) επειδή η επικράτεια ήτον μεγαλωτάτη και δεν υπέφερον όλοι εξ ίσου τας δυστυχίας και εξακολούθως δεν ημπορούσαν να ενωθούν όλοι μαζί δια να εξολοθρεύσουν τους τυράννους των (α). Από τότε λοιπόν όπου εστερεώθη ο χριστιανισμός έως εις τους 1453, αντίς να αυξήσουν τα μέσα της ελευθερώσεώς των, φευ! εσμικρύνοντο.
Η δεισιδαιμονία και ο ψευδής τε και μάταιος ζήλος των ιερέων και πατριαρχών κατεκυρίευσεν τας ψυχάς των βασιλέων, οι οποίοι, αντίς να επιμελούντο εις το να διοικώσι τον λάον καθώς έπρεπε, άλλο δεν εστοχάζοντο παρά να φιλονικώσι και να κτίζωσιν εκκλησίας. Τότε εις την Ελλάδα εφάνησαν τρεις κυριότητες: η Τυραννία, το Ιερατείον και η Ευγένεια, αι οποίαι δια ένδεκα αιώνας σχεδόν κατέφθειραν τους Έλληνας και κατερήμωσαν την Ελλάδα. Η ματαιότης των πατριαρχών και παπών επροξένησεν το σχίσμα ανάμεσον ημών και των λατίνων.
Και η δεισιδαιμονία ήνωσεν εις αυτό εν μίσος φοβερόν μέχρι της σήμερον.
»Αφού λέγω το Ιερατείον ηθέλησε να ενώση τα εκκλησιαστικά εντάλματα με τους πολιτικούς νόμους, δια να τιμάται εν ταυτώ και να ορίζη, χωρίς δυσκολίαν εκατάλαβεν ότι αναγκαίον ήτον πρότερον να τυφλώση τον λαόν με την αμάθειαν, δια να στερεώση καλλιότερα τον σκοπόν του. Και ούτως επροσπάθησεν να εσβήση κάθε σπουδήν εις την Ελλάδα και υπερασπίσθη την αμάθειαν. Αι επιστήμαι, οπού πρότερον ήνθιζον, άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφαλίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν εξωρίσθησαν. Άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο ειμή τα πονήματα των ιερέων. Κάθε φιλόλογος άλλο δεν ημπορούσε να αναγνώση ειμή τα θαύματα και τους βίους των αγίων. Και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, υστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι κατά συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δε από την αμάθειαν και δεισιδαιμονίαν υπήκουον και εφοβούντο τους τυράννους των χωρίς να ηξεύρουν το διατί.
Ένας αφορισμός του αρχιερέως ετρόμαζεν τόσα μιλούνια ανθρώπων. Ω δεισιδαιμονία, πόσον φοβερά είσαι ανάμεσα εις τα ανθρώπινα πάθη και πόσον ουτιδανώνεις την ανθρωπότητα όταν κυριεύσης τας ψυχάς των απλών και αμαθών λαών× οι οποίοι τόσον απομωρώνονται, όπου τρέμουσιν εις την ψευδή λαλιάν σου, καθώς τα βρέφη φοβούνται ένα όφιν ξύλινον ή ένα χαλκούν λέοντα. Εις τοιαύτην κατάστασιν, αδελφοί μου, ευρίσκετο η Ελλάς όταν προ 453 χρόνων από την σήμερον η αυτή δεισιδαιμονία και η αμάθεια είχεν αναβιβάσει εις υψηλόν θρόνον ένα αχρείον αιθίοπα, ο οποίος ώρμησε με τα άρματα του ψεύδους και της πλάνης και εκυρίευσεν σχεδόν το τέταρτον της γης» (105 έως 108).
Ο Ανώνυμος γράφει αυτά τα σημαντικά και άλλα πολλά. Σημασία πάντως έχει, ότι από τα παραπάνω αποσπάσματα γίνεται κατανοητό το πόσο η αρχαία Ελληνική σκέψη είχε επηρεάσει τους διανοούμενους διαφωτιστές, που ονειρεύονταν την αναγέννηση του Ελληνισμού και όχι της διεθνιστικής Ρωμιοσύνης!
Ο Ανώνυμος επίσης καταγγέλλει ως ανθελληνική και εναντίον των συμφερόντων του Γένους, την ταύτιση Εκκλησίας και Κράτους. Ο ίδιος υποστηρίζει, ότι εξαιτίας αυτής της σχέσης έχουν προκληθεί στους Έλληνες μεγάλα δεινά. Και το κείμενο αυτό γράφτηκε 194 έτη πριν διατυπώσει τις επίμαχες απόψεις του ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης, από έναν γνήσιο Έλληνα πατριώτη και επαναστάτη, που έβλεπε την πατρίδα του υπόδουλη και τον Κλήρο στην πλειοψηφία του να συνεργάζεται και να ευλογεί τον κατακτητή.
Όπως και να το κάνουμε, η «Ελληνική Νομαρχία» είναι αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο, αν και λίαν ενοχλητικό για κάποιους ρασοφόρους. Με το βιβλίο αυτό στο χέρι, πάντως, έκαναν οι Έλληνες επανάσταση το 1821. Με τα ιδεώδη του Ελληνισμού ζυμώθηκε ιδεολογικά και προετοιμάστηκε η εξέγερση εναντίον των Τούρκων, την οποία (για την ιστορία) ο Γρηγόριος ο Ε΄ την αφόρισε.
Το κεντρικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ένα: ο Ελληνισμός, είναι θανάσιμος εχθρός της δεισιδαιμονίας. Και τότε αλλά και τώρα! Και όσοι επιμένουν στις δεισιδαιμονίες, δεν μετέχουν στην Ελληνική Παιδεία, άρα ούτε Έλληνες έχουν δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται.

ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΛΥΠΗ...

Κάθε άνθρωπος τούτου του κόσμου,
βλέπει τη ζωή του να πλέει ανάμεσα σε κλυδωνισμούς και φουρτούνες θλίψεων, πόνου, απόγνωσης,
αλλά και ανάμεσα σε νηνεμίες και λιακάδες χαράς, ευτυχίας, ελπίδας ...
Ω, πόσο παράδοξη είναι η σύσταση της ζωής μας σε αυτήν την γη ...
Η θλίψη εναλλάσσεται με την χαρά σε ρυθμούς που σπάνια καταφέρνουμε να προβλέψουμε ή να συνειδητοποιήσουμε
Και μάλιστα ..., τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει καν εναλλαγή:! Βιώνουμε ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ταυτόχρονα Όμως Σπάνια διαισθανόμαστε Αυτο ΤΟ παράδοξο.
Ο περισσότερος κόσμος θα διαμαρτυρηθεί σε αυτήν την θέση. «Είναι πανεύκολη και ηλίου φαεινότερη η διάκριση της χαράς από την λύπη», θα πει. «
Μόνο ένας ψυχικά διαταραγμένος θα μπορούσε να τα μπερδέψει »...
Αλλά, καταλαβαίνουμε τι είναι χαρά και τι λύπη; Προσοχή! Πραγματική χαρά και πραγματική λύπη ...
Πολλές φορές η χαρά που εννοούμε, είναι θνησιγενής και τόσο λύπη και οδύνη μας αποφέρει, ώστε να ξεχνούμε την αρχική μας «ευτυχία». Και τότε απορούμε, πως είναι δυνατόν τέτοια παραδεισένια ακτή να μεταστράφηκε σε έρεβο του Άδη ...
Και όταν «καταλαβαίνουμε» ότι μαύρα και σκοτεινά σύννεφα δένουν την ζωή και τα όνειρά μας? Eίναι τότε που συντετριμμένοι ομολογούμε στον εαυτό μας ότι «η ζωή μας γονάτισε». Όμως, μια ειλικρινής ενδοσκόπηση της κατάστασής μας, φέρνει στην επιφάνεια ένα αναπάντεχο συμπέρασμα: αυτή η φωτιά και η βιαιότητα της θλίψης που νιώσαμε, σαν να μας δυνάμωσε, σαν να μας καθάρισε, σαν μας αποκάλυψε κάτι ...
Τελικά θα φτάσουμε ποτέ στο σημείο να ξέρουμε τι μας συμβαίνει? Θα ελευθερωθούμε ποτέ, από το αλλοπρόσαλλο αυτό παιχνίδι της λύπης και της χαράς? Και το σημαντικότερο: υπάρχει άραγε ασυννέφιαστη, ακέραιη χαρά και φρικτά απόλυτη λύπη? Που, επιτέλους, βρίσκουμε το πρώτο και πως θα αποφύγουμε για πάντα το δεύτερο?
Να προστρέξουμε στην Αλήθεια ... να προσανατολιστούμε στο Φως ...
Ποιό είναι το Φώς ...
Ο Καθένας μας μπορεί να του δώσει το όνομα που επιθυμεί ...
Δύσκολο ... αλλά όχι αδύνατο ....

Μαρία Ιωσηφίδου

Safe Place

paidiki kakopoiisiSafe Place: To εκπληκτικό 3D animation ελληνικής παραγωγής που σοκάρει.
Με τεχνολογία που αγγίζει το επίπεδο των 3D animation της Pixar και ένα εξαιρετικά «λεπτό» θέμα, ο Έλληνας animator Άγγελος Ροδιτάκης, δημιούργησε το «Safe Place» που συγκινεί και σοκάρει, με σκοπό να ευαισθητοποιήσει το κοινό σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία.

Ένα παιδί παίζει ανέμελα στο δωμάτιο του, όταν ακούει τον πατέρα του να επιστρέφει σπίτι σε κατάσταση μέθης. Γνωρίζοντας τι θα ακολουθήσει, προσπαθεί επί ματαίω να κρυφτεί μέσα στη ντουλάπα, ωστόσο δεν είναι τόσο τυχερό.

Σύμφωνα με έρευνες η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις 10 Ευρωπαϊκές χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας και το συγκεκριμένο animation αποτελεί πραγματικά γροθιά στο στομάχι της σύγχρονης κοινωνίας.

 

Το φαινόμενο του βραζιλιάνικου αμυγδάλου

to fainomeno tou brazilianikou amigdalou (2)To σχήμα των αστεροειδών και το φαινόμενο του βραζιλιάνικου αμυγδάλου.
O ερευνητής του πανεπιστημίου του Ντάντι στη Σκωτία Σόκο Ματσουμούρα και οι συνάδελφοί του, πιστεύουν πως για το φαινόμενο αυτό ευθύνεται ένας μηχανισμός που αποκαλείται το Φαινόμενο του Βραζιλιάνικου Αμυγδάλου (Brazilian Nut Effect – BNE).

Σύμφωνα με μία νέα μελέτη, το αλλοπρόσαλλο σχήμα που έχουν πολλές φορές οι αστεροειδείς μπορεί να εξηγηθεί εάν λάβει κανείς υπόψη του ένα φαινόμενο που μπορούμε να αναπαράγουμε εύκολα στο μπολ με τους ξηρούς μας καρπούς.

Τις καλύτερες πληροφορίες για τη μορφή της επιφάνειας των αστεροειδών οι επιστήμονες τις έχουν αποκομίσει από την ιαπωνική διαστημική αποστολή Χαγιαμπούσα, η οποία το 2005 είχε συλλέξει δείγματα από τον αστεροειδή Ιτοκάγουα και τα οποία είχε επιστρέψει στη Γη το 2010, όπως επίσης και από το αμερικανικό σκάφος NEAR-Shoemaker το οποίο το 2001 προσγειώθηκε στην επιφάνεια του αστεροειδούς Έρωτα.

Και τα δύο σκάφη παρατήρησαν με λεπτομέρεια την επιφάνεια των αστεροειδών ανακαλύπτοντας κάτι που φαντάζει περίεργο βάσει των εμπειριών και της λογικής των επιστημόνων. Στη Γη, στο φεγγάρι και στους άλλους πλανήτες που έχουμε εξερευνήσει, υπάρχει συνήθως ένας μικρός αριθμός από μεγάλα βράχια και ένα πολύ μεγαλύτερο πλήθος από μικρότερα βράχια και πέτρες. Κάτι τέτοιο όμως δε φαίνεται να ισχύει και στην περίπτωση του Έρωτα και του Ιτοκάγουα, στους οποίους τα μεγάλα βράχια φαίνεται πως υπερτερούν σε αριθμό των μικρότερων.
O ερευνητής του πανεπιστημίου του Ντάντι στη Σκωτία Σόκο Ματσουμούρα και οι συνάδελφοί του, πιστεύουν πως για το φαινόμενο αυτό ευθύνεται ένας μηχανισμός που αποκαλείται το Φαινόμενο του Βραζιλιάνικου Αμυγδάλου (Brazilian Nut Effect – BNE). Σύμφωνα με το ΒΝΕ, όταν έχουμε κυματισμούς σε μία «θάλασσα» από σωματίδια, τα μεγαλύτερα από αυτά είναι και το πιθανότερο να αναδυθούν προς τα πάνω. Το ίδιο το φαινόμενο μάλιστα πήρε το όνομά του από κάτι που μπορεί να είμαστε συνηθισμένοι από την καθημερινή μας εμπειρία: ανακατεύοντας το μπολ με τους ξηρούς καρπούς, οι μεγαλύτεροι από αυτοί (τα βραζιλιάνικα αμύγδαλα) θα βρεθούν στην επιφάνεια.
Όσο για τη σχέση του ΒΝΕ, το οποίο αφορά σε μεμονωμένα σωματίδια με το τι συμβαίνει σε ένα συμπαγή αστεροειδή, οι επιστήμονες απαντούν πως η μοντελοποίηση ορισμένων στερεών σωμάτων με όρους ρευστομηχανικής είναι μία διαδεδομένη μέθοδος της φυσικής. Για παράδειγμα κατά τη διάρκεια ενός σεισμού, το φαινομενικά στέρεο υπέδαφος μπορεί να συμπεριφερθεί ως ρευστό, κάνοντας το έδαφος να υποχωρήσει.

Το ΒΝΕ είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο εξαρτάται από το λόγο των μικρών προς τα μεγαλύτερα σωματίδια, την πυκνότητά τους ή τη συχνότητα των δονήσεων που υφίσταται το σώμα. Εν πολλοίς συμβαίνει επειδή κατά το ταρακούνημα των υλικών δημιουργείται κενός χώρος τον οποίο σπεύδουν να καλύψουν τα μικρότερα σωματίδια.

Το πρώτο ερώτημα στο οποίο κλήθηκαν να απαντήσουν οι ερευνητές είναι τι προκάλεσε τις δονήσεις που πυροδότησαν το ΒΝΕ στους αστεροειδείς που μελέτησαν, βρίσκοντας πως οι μεταξύ τους συγκρούσεις θα μπορούσαν να δώσουν τις κατάλληλες συνθήκες. Στη συνέχεια προσπάθησαν να υπολογίσουν το ρόλο της βαρύτητας στο μηχανισμό ΒΝΕ και εάν αυτός μπορεί να συμβεί σε περιβάλλοντα με πολύ μικρότερη βαρύτητα από αυτή που υπάρχει στην επιφάνεια του πλανήτη μας. Κατασκευάζοντας ένα σωλήνα στον οποίο τοποθέτησαν 1800 μικρά σωματίδια και ένα μεγαλύτερο και προσομοιώνοντας τη βαρύτητα διάφορων σωμάτων, όπως της Γης, της Σελήνης, ή του Ιτοκάγουα, υπολόγισαν πως το ΒΝΕ συμβαίνει σε κάθε περιβάλλον, αρκεί να υπάρχουν δονήσεις πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο.

Στην περίπτωση των αστεροειδών, μία σύγκρουση δε θα αρκούσε για να εξηγήσει τη μορφολογία τους, αλλά με ένα μεγαλύτερο αριθμό συγκρούσεων το ΒΝΕ αποτελεί μία πολύ καλή υποψήφια θεωρία για το παράξενο έδαφος των σωμάτων αυτών.

Οικειοθελώς φυλακισμένοι;

panoptikon (2)Ποιος γνωρίζει καλύτερα πότε ξυπνάς; Πότε σβήνουν τα φώτα; Τι ώρα γύρισες εχθές; Με ποιους ξενύχταγες προχθές; Οι οικείοι σου; Οι γείτονες; Οι κάμερες και οι αισθητήρες; Ή μήπως τα social media; Ποιος έχει τελικά απρόσκοπτη θέα στη ζωή σου;

Αυτές οι σκέψεις έγιναν αφορμή να ξαναφέρω στο νου ένα θέμα στο οποίο τακτικά επέστρεφα στο Πανεπιστήμιο – τελευταία φορά μελετώντας την επίδραση των αλληλεπιδραστικών εφαρμογών στον δημόσιο χώρο: Το «Πανοπτικόν» και ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει. Σύμφωνα με το Foucault, η σύγχρονη φυλακή, αλλά και γενικότερα η επιτήρηση εντός των σύγχρονων οργανώσεων, προέρχεται από το «Πανοπτικόν», ένα σχέδιο, δηλαδή, μιας ιδεώδους φυλακής, το οποίο εμπνεύσθηκε ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Τζέρεμι Μπένθαμ τον 18ο αιώνα. Μάλιστα, η ονομασία του σχετίζεται με τον Άργο τον Πανόπτη, έναν γίγαντα της ελληνικής μυθολογίας με 100 μάτια σε όλο του το σώμα, που θεωρούνταν άγρυπνος και αποτελεσματικός φρουρός.

Πρόκειται για μία απλή εκ πρώτης όψεως αρχιτεκτονική προσέγγιση: ένα κυλινδρικό οικοδόμημα, στην περιφέρεια του οποίου τοποθετούνται τα κελιά των επιτηρούμενων ατόμων, ενώ στο κέντρο του, τελείως αποκομμένος, βρίσκεται ο πύργος ελέγχου, ο χώρος δηλαδή των επιτηρητών, ο οποίος διαθέτει μεγάλα παράθυρα, ώστε να καθίσταται δυνατή η εποπτεία. Σε κάθε κελί κρατουμένου υπάρχουν δύο παράθυρα, ένα που βλέπει προς τον πύργο ελέγχου και ένα προς τον εξωτερικό χώρο, ενώ στα παράθυρα του πύργου ελέγχου υπάρχουν σκίαστρα, ώστε να μην προδίδεται η παρουσία του επιτηρητή και συνεπώς, να μη μπορούν οι κρατούμενοι να δουν το προσωπικό της φυλακής. Δηλαδή, το κελί διακρίνεται από πλήρη διαφάνεια, ενώ ο πύργος ελέγχου από πλήρη συσκότιση, με αποτέλεσμα, ο επιτηρούμενος να μη γνωρίζει πότε ακριβώς επιτηρείται.

Κατά τρόπο παρόμοιο που το κινούμενο εντός του δημοσίου χώρου άτομο ενδέχεται να μη γνωρίζει, αλλά κυρίως να μην ελέγχει, το εάν και πότε εργαλεία, όπως κάμερες και αισθητήρες, ανιχνεύουν την παρουσία του. Κατά τρόπο παρόμοιο που οι διαδικτυακές εφαρμογές παρακολουθούν, επεξεργάζονται, ταξινομούν και κατηγοριοποιούν τη δραστηριότητα των χρηστών τους, προκειμένου να την εντάξουν σε εμπορικές, «εξατομικευμένες», στρατηγικές. Με την ειδοποιό διαφορά ότι στην τελευταία περίπτωση, ιδιωτικός και δημόσιος χώρος αλληλοεισχωρούν ο ένας στον άλλο και αλλοιώνονται ως προς τα «στενά» χαρακτηριστικά που ανέκαθεν τους προσδιόριζαν. Και με πρόσθετο χαρακτηριστικό ότι όλα πλέον συμβαίνουν με την παραδοξότητα μιας οικειοθελούς δραστηριότητας, που δηλώνεται ως ψυχαγωγική, ανεξαρτήτως του πώς βιώνεται σε ατομικό επίπεδο και ποιες είναι κάθε φορά οι αιτίες που την γεννούν και την καθορίζουν.

Οικειοθελώς φυλακισμένοι λοιπόν; Φυσικά, όπως σε κάθε κοινωνικό, θεωρητικό ερώτημα, δεν υπάρχει απάντηση passe partout. Αν και το σχέδιο του Μπένθαμ δεν εφαρμόστηκε επακριβώς ποτέ (!), ωστόσο ως αντίληψη μελετήθηκε διεξοδικά. Μεταφερόμενο στο σήμερα, με κάπως διαφοροποιημένες παραμέτρους, αποτελεί μία αξιοπρόσεκτη εκδοχή, ένα χρήσιμο σχήμα κριτικής ματιάς των σύγχρονων όρων δημόσιας, ψηφιακής και ιδιωτικής παρουσίας.

Βγαίνεις ποτέ από την πρίζα;

mme“Η ασθένεια, είναι η τέλεια λύση που βρίσκει ο εγκέφαλος, στο πρόβλημα των εσωτερικών συγκρούσεων” 
 Dr Hammer

Για τους δειλούς η αρρώστια γίνεται αφορμή χαράς. Τους απαλλάσσει από την υποχρέωση να αναλάβουν δρά­ση.
Αντιφών

Με απλά λόγια, λέει το μυαλό σου: “γιατί δεν με αφήνεις έστω και για λίγο ήσυχο;” Ακούγεται περίεργο, αλλά αφού ο εγκέφαλος κάνει κουμάντο ως κυρίαρχο όργανο στο σώμα μας, όταν πιέζεται υπερβολικά, είτε αυτός θα βγάλει βλάβη, είτε κάποιο άλλο εξάρτημα της μηχανής, που λέγεται ανθρώπινο σώμα.
Ότι συμβαίνει δηλαδή, σε όλων των ειδών τις μηχανές, που πιέζονται περισσότερο από όσο αντέχουν. Και αφού μιλάμε για “μηχανές”, πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει φράσεις, όπως”κλείσ’ το και ξανάνοιξέ το”, “κάνε του “reset” ή “format” για να “καθαρίσει” ή “βγάλ΄το λίγο από την πρίζα” και μετά θα είναι εντάξει;
Γι’ αυτό λοιπόν, εσύ βγαίνεις ποτέ από την πρίζα; Ναι, όπως το ακούς! Κατεβάζεις, έστω και για λίγο, τον διακόπτη; Όχι απλά να χαμηλώσεις την ένταση “ρεύματος” (σκέψεων), αλλά να κάνεις shut down!

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν εννοώ τις ώρες που κοιμόμαστε ή απλά “ξεκουραζόμαστε” βλέποντας τηλεόραση, αλλά για εκείνες τις ώρες, που η δραστηριότητα που έχουμε επιλέξει, πλημμυρίζει το μυαλό με απέραντη ευφορία και δεν αφήνει χώρο σε καμία έγνοια, αρνητική σκέψη ή ό, τι άλλο πέρα από αυτό που κάνουμε, εκείνη τη στιγμή, να καταλάβει χώρο.
Οι δραστηριότητες αυτές μπορεί να ποικίλουν ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του καθενός, όμως το αποτέλεσμα είναι πάντα ευχάριστο και ανανεωτικό, γι’ αυτό αναρωτήσου ακόμα μια φορά:
“Αδειάζεις” το μυαλό σου;
Βγαίνεις ποτέ από την πρίζα;

Η Αγάπη

Η Αγάπη, ένα απίθανα Δύσκολο προς ανάπτυξη θέμα ποικιλόμορφο, πολυσυζητημένο.
Εύκολα μιλάμε για αυτήν..όλοι την αναζητούμε...στη ζωή μας...και δύσκολα την εφαρμόζουμε στην καθημερινότητά μας..

Η Αγάπη, τόσο μέσα στον κόσμο της εκδήλωσης όσο και στον αόρατο κόσμο, αποτελεί το θεμελιώδη λίθο της δημιουργίας. Eίναι μια δύναμη που διαχέεται παντού, αγκαλιάζει και ενυπάρχει μέσα στα πάντα, ενυπάρχει στη φύση, στον περιβάλλοντα αέρα, ακτινοβολεί σε όλη τη γήινη αύρα όπως και σε όλο το εκδηλωμένο Σύμπαν.
Η Αγάπη από τη φύση της, είναι μία από τις λίγες δυνάμεις που μπορούν να λειτουργήσουν ενοποιητικά και καταπραϋντικά μέσα στην εκδηλωμένη ανθρώπινη ύπαρξη...

Η Αγάπη είναι μια από τις ισχυρότερες κινητήριες δυνάμεις που κύρια χαρακτηρίζεται από απόλυτη αρμονία. Είναι μια δύναμη που υπάρχει διάχυτη σε όλη την εκδήλωση και επιφέρει ισορροπία. Τα ενεργειακά της ρεύματα διαποτίζουν τα πάντα και δημιουργείται μια ανταποδοτική διαδικασία. Η Αγάπη, ως εκδηλωμένη ενέργεια, έχει την ιδιότητα της εξάπλωσης, της μετάδοσης, της διάχυσης και εκπομπής της δυναμικής της.

Η αρχετυπική όψη της Αγάπης δεν έχει σχέση με την όψη της Αγάπης που εμείς σήμερα, αλλά και γενικότερα οι άνθρωποι, χαρακτηρίζουμε ως τέτοια και που κύρια λειτουργεί με το συναίσθημα. Η Αγάπη παρομοιάζεται σαν μια ενεργειακή θάλασσα που διαποτίζει τα πάντα, χωρίς να χρωματίζει με κάποιες μορφές συναισθημάτων. Η Αγάπη μεταδίδει την άπλετη ισορροπία και την εσωτερική γαλήνη που μέσα στην ίδια την εκδήλωση εξαπλώνει στα πάντα.  Στην υλική-καθημερινή έκφρασή της, χρησιμοποιούμε την αγάπη σαν μέσο επικοινωνίας, σαν μέσο ανταλλαγής και επιρροής ανάμεσα στους ανθρώπους και όχι μόνο. Το μεγαλύτερο τμήμα της ανθρωπότητας, σχεδόν, συλλαμβάνει τα ενεργειακά ρεύματα της αγάπης εντελώς ασυνείδητα και ευκαιριακά. Η έλειψη δεκτικότητας, η αδυναμία διεύρυνσης, ο ανύπαρκτος συντονισμός, είναι οι κύριες αιτίες για τη μη ολοκληρωμένη ή ατελή λειτουργία του ανθρώπου, για την ύπαρξη της αδυναμίας του να λειτουργήσει με αγάπη, να λάβει και να προσφέρει αγάπη. Αυτή η έλειψη δημιουργεί μια απομόνωση και ένα επιπλέον κλείσιμο από τα ενεργειακά ρεύματα της αγάπης.  Η πραγματική ενεργειακή ροή της Αγάπης είναι εντελώς διαχωρισμένη από το ανθρώπινο συναίσθημα, πρόκειται για μια υπερβατική δύναμη που αγκαλιάζει, ενεργοποιεί, μαγνητίζει, αλλά δεν δεσμεύει. Το συναίσθημα, που όλοι βιώνουμε καθημερινά στην πορεία της καθημερινότητάς μας, λειτουργεί δεσμευτικά-κτητικά, ενώ η Αγάπη, από τη φύση της, λειτουργεί απελευθερωτικά.

Η Αγάπη μας ανοίγει τους ορίζοντες της ίδιας μας της ψυχής, η Αγάπη δίνει φτερά στην ύπαρξή μας και την οδηγεί στην υπέρβαση της καθημερινότητας, ενώ το συναίσθημα λειτουργεί και δραστηριοποιείται μέσα σε συγκεκριμένα και στενά πλαίσια ενώ παράλληλα καθορίζει την προσωπική μας και τονικότητα έκφρασης.  Στην αγνή της όψη και μορφή, η δύναμη της Αγάπης, πριν από τον περιορισμό της στην ύλη, είναι ο λόγος που υφίσταται σαν ολότητα το σύμπαν. Από τη στιγμή όμως που υφίσταται η σύλληψή της από τον ανθρώπινο νου, αρχίζει και ο χρωματισμός του κάθε ανθρώπου, που ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία μας, την αντίληψη μας, τα βιώματα και το εξελικτικό μας επίπεδο οριοθετείται και η καθαρότητα της επαφής μας με την αγνή όψη της Αγάπης. 

Πολλές φορές, η έλξη που συντελείται εξαιτίας της συνειδητής διάχυσης της Αγάπης, είναι το κίνητρο για το σπάσιμο των φραγμάτων, το οποίο ερμηνεύεται από εμάς ως συναίσθημα και καταλήγει σαν έκφραση ερωτικής έλξης. Το συναίσθημα και οι ιδιαίτερες εκφράσεις του είναι η πλέον εύκολη πρόσβαση για τη σύλληψη του εκπεμπόμενου μαγνητικού ρεύματος και αυτή είναι μια παγίδα, στην οποία συχνά πέφτουμε όλοι μας.  Η χρήση του συναισθήματος, ως τελευταία επιλογή εγκαθίδρυσης της αγάπης, επιφέρει αρκετή αναστάτωση στους συγκινησιακούς μας φορείς, καθώς το ρεύμα που δεχόμαστε είναι πολύ δυναμικό, ίσως όχι πάντα καλής προαίρεσης, και ως εκ τούτου φέρνει εξάρσεις των θετικών και αρνητικών όψεων του συναισθηματικού μας κόσμου .  Μέσα από αυτή την ανταλλαγή συναισθημάτων υπάρχει και μια λειτουργία η οποία ενεργοποιείται και έχει να κάνει με την αφύπνιση της συνείδησής μας, η οποία δραστηριοποιείται από τα βιώματά μας, αυτά που λέμε μαθήματα της ζωής και που λαμβάνει το άτομο κατά τη διάρκεια τούτης της ανταποδοτικής διαδικασίας . Αν όμως, εμείς, ως υπάρξεις που εμπεριέχουν και μια ανώτερη φύση, δεν κατορθώσουμε να απεγκλωβιστούμε από τον κόσμο του συναισθήματος, η δυνατότητά μας για εξέλιξη και ανύψωση σε ανώτερα επίπεδα θα είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη και δεν θα μπορούμε να συλλάβουμε την πραγματική φύση της αγάπης , δε θα μπορέσουμε να τη μεταδώσουμε, ως ένας πραγματικός φορέας αγάπης, ως ένας φορέας της συγκεκριμένης ενέργειας, καθώς τα πάντα θα εξακολουθούν να λειτουργούν μέσα από την εγωιστική φύση μας στην πλέον γειωμένη της μορφή. 

Η Αγάπη, ως αγνή ενέργεια, λειτουργεί καταλυτικά πάνω σε όλες τις μορφές ζωής. Μπορούμε να πούμε πως όταν η Αγάπη εκπέμπει ο κάθε δέκτης πλημμυρίζει με όλη αυτή την ενεργειακή ροή και το λιγότερο που νιώθει είναι ζεστασιά, θαλπωρή, στοργή, ασφάλεια, ομορφιά και νιώθει την ανάγκη για ανταπόδωση-προσφορά-ολοκλήρωση, σύμφωνα πάντα με το εξελικτικό του επίπεδο.  Ας αναφερθούμε τώρα με λίγα λόγια στις διάφορες όψεις της αγάπης, όπως γνώριμα εμφανίζονται στα πλέον παχυλά επίπεδα εκδήλωσης και στην όποια παραπλάνηση ή παγίδα κρύβουν. Ξεκινώντας από την αγάπη που ενώνει τους συγγενείς εξ αίματος, θεωρείται πως υπάρχει μεταξύ τους μια ιδιαίτερη καρμική σχέση. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι πως, παρόλο που όπως και σε άλλες σχέσεις η αγάπη έχει κύρια καταλυτική δράση, εδώ ερμηνεύεται με το συναίσθημα πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σχέση. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό ο συναισθηματικός τρόπος προσέγγισης, τότε η Αγάπη μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά και να εμποδίσει την εκδήλωση οξυμένων καταστάσεων και προβλημάτων. Ενώ αντίθετα, η συναισθηματική προσέγγιση και ερμηνεία της Αγάπης μέσα από αυτή την ιδιαίτερη σχέση, συνήθως οδηγεί σε ποικιλόμορφες εμπλοκές, δυνατές τριβές, με ακραία πολλές φορές κατάληξη.  `Αλλη μια ιδιαίτερη όψη σχέσης εξ αίματος, αποτελεί εκείνη της Μητέρας-παιδιού. Εδώ υπάρχουν δεσμοί που βρίσκονται σε διάφορα επίπεδα και η εκδήλωση της Αγάπης μπορεί να καταλαμβάνει όλα αυτά τα επίπεδα. Σε αυτή τη σχέση οι επιπλοκές του συναισθηματικού κόσμου είναι ιδιαίτερα έντονες και αυτό οδηγεί σε μια διαστρεβλωμένη ενεργειακή λειτουργία και των δύο πλευρών. Το αποτέλεσμα αυτής της παραμόρφωσης είναι το ότι χάνεται η ομορφιά της ενεργειακής σχέσης, η ομορφιά εκείνη που θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τη δυναμική, του ήδη ενεργοποιημένου αυτού πεδίου.  Ιδιαίτερα σημαντική όψη στην εκδήλωση της Αγάπης είναι και αυτή της φιλίας. Η φιλία, είναι από μόνη της μια σχέση που αναπτύσσεται ελεύθερα. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται κι εδώ για καρμική σχέση, η οποία μπορεί να είναι πιο έντονη ή και πιο χαλαρή από ό, τι η καρμική σχέση της συγγένειας εξ αίματος. Και αυτό εξαρτάται από τις δοκιμασίες, τη μαθητεία και όλες τις γνώσεις που έχει κανείς να προσλάβει στο συγκεκριμένο επίπεδο της εξέλιξής του.
Στις ισχυρές σχέσεις όπου ο νόμος του Κάρμα στέκει σε πλεονεκτική θέση, έναντι των υπόλοιπων λειτουργιών, η Αγάπη μπορεί να διαδραματίσει δραστικότατο ρόλο στην απελευθέρωση από τα δεσμά που ήδη έχουν δημιουργηθεί. Μέσα από την ελεύθερη και αβίαστη προσφορά, μέσα από μια άμεση επικοινωνία και εκούσια δράση, μπορεί να αλλάξει όλη η εικόνα της ανταποδοτικής σχέσης ή ακόμη και η συνείδηση του ατόμου προς το οποίο κατευθύνεται η Αγάπη.  Οι δυαδικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα αντίθετα φύλα, είναι ένας απ 'τους σημαντικότερους τομείς της Αγάπης, ίσως και ο πιο δύσκολος από τους ήδη προαναφερθέντες. Σε αυτή τη σχέση οι υλικοί δεσμοί λειτουργούν με μεγάλη ένταση και ο κίνδυνος συναισθηματικής διαστρέβλωσης είναι πιο έντονος από όλα τα είδη Αγάπης. Η ανάγκη εξύψωσης των φορέων, ώστε να εναρμονιστούν όσο περισσότερο γίνεται με το αγνό αίσθημα της αγάπης είναι ιδιαίτερα μεγάλο, έτσι ώστε το ενεργειακό ρεύμα να κυλήσει ελεύθερα και εποικοδομητικά ανάμεσά τους. Η μαγεία που αναπτύσσεται χάρη σε αυτή την ανεμπόδιστη ενεργειακή ροή είναι καταλυτική και μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα πνευματικά επίπεδα, εάν το επιθυμούν τα εμπλεκόμενα άτομα.
Κατά κανόνα, όμως, η προσωπικότητα λειτουργεί εντελώς διαστρεβλωτικά πάνω στο ενεργειακό ρεύμα της Αγάπης, με άμεσο αποτέλεσμα την εμπλοκή του συναισθήματος στην εν γένει λειτουργία της και τη συνήθως καταστρεπτική τριβή και σύγκρουση δημιουργώντας ανταγωνισμούς. Η κατά κύριο λόγο καταπραϋντική δράση της Αγάπης εγκλωβίζεται και η καταστροφική όψη της ύλης λειτουργεί εντελώς αχαλίνωτα. Ο μόνος τρόπος διεξόδου, το κλειδί της ελευθερίας, βρίσκεται στις ατομικές ισορροπίες, στις ατομικές αναζητήσεις και σκοπούς, στην ατομική εξελικτική διαδικασία και στη μετέπειτα αναθεωρημένη στάση και σχέση με το άλλο φύλο. 
Πέρα από αυτές τις μορφές της Αγάπης, που έχουν μία συγκεκριμμένη θα λέγαμε ακτίνας δράσης, υπάρχει και η ευρύτερη αντίληψη που αφορά όλο τον εκδηλωμένο κόσμο. Αυτή η μορφή Αγάπης, εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο συνειδητά από το ίδιο το άτομο που την εκπέμπει προς τον ευρύτερο κόσμο, είναι μια καθαρά ενσυνείδητη επιλογή. Εδώ η θετική όψη αυτής της ενέργειας μπορεί να επιφέρει τεράστιες αλλαγές, τόσο στον κόσμο όσο και στο άνθρωπο που λειτουργεί σαν πομπός αυτή της σκέψης, σαν φάρος που εκπέμει την αγάπη, καθώς το ρεύμα εκ μέρους του λειτουργεί ελεύθερα προς κάθε κατεύθυνση, προς όλη την ανθρωπότητα σε κάθε γωνιά της γης.  `Ενας σημαντικός τομέας εκδήλωσης της Αγάπης είναι εκείνος που εκφράζεται στους άλλους κόσμους-βασίλεια, και η οποία επιφέρει μια σημαντική διεύρυνση της συνείδησης και μια αυξημένη αντιληπτική ικανότητα με αυτούς τους κόσμους. Εδώ η πρόθεση, παίζει σημαντικότατο ρόλο καθώς η εμπλοκή της προσωπικότητας μέσα στην όλη διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά, τόσο για τον άνθρωπο που λειτούργησε σαν ένας πομπός και που δεν μπόρεσε να ελέγξει αυτή τη δύναμη, όσο και για τους αποδέκτες αυτής καθαυτής της ενέργειας.  Ακόμη πέρα από την Αγάπη που ξεκινά από τους ανθρώπους προς τα εξωτερικό περιβάλλον, υπάρχει και η Αγάπη ανάμεσα στις άλλες μορφές ζωής, η οποία λειτουργεί όχι μέσω της συνείδησης αλλά μέσω του ένστικτου επιβίωσης. Αυτό το ένστικτο αναζητά την εξελικτική διαδικασία μέσω αυτής της ενέργειας. Εδώ υπάρχει μια ιδιαίτερη όψη και λειτουργία της Αγάπης μέσα από τα αδιαμφισβήτητα ενεργειακά ρεύματα που όμως, εξαιτίας της έλειψης συνείδησης, αντιλαμβάνονται αυτά τα ρεύματα πάλι με το ένστικτο και καθόλου πέραν αυτού. Οπωσδήποτε, όμως, το σημαντικότερο βάρος σε αυτή την περίπτωση πέφτει στους ώμους της ανθρωπότητας, η οποία έχει την επιλογή της συνειδητής χρήσης αυτού του ρεύματος και της επιρροής πάνω σε πολλά επίπεδα επαφής με τους άλλους κόσμους. Η κύρια αίσθηση της θαλπωρής και ζεστασιάς, της στοργής και της ασφάλειας που παρέχεται, μπορεί να αλλάξει ολόκληρο το τωρινό επίπεδο του πλανήτη, οδηγώντας τον ένα βήμα πιο μπροστά. Επίσης, η επίδραση του ανθρώπου μέσω της Αγάπης πάνω σε όλα τα όντα του πλανήτη δεν πρέπει να θεωρηθεί ως κυριαρχία ή ως θέση ισχύος, αλλά ως μια ευκαιρία απέναντι στη εξελικτική του διαδικασία, απέναντι στην ίδια την εξέλιξη στην οποία και ο ίδιος μετέχει ενεργά. Δεν είναι ο σωτήρας, ούτε ο προνομιούχος εκείνος που έχει τη δύναμη στα χέρια του, καθώς η δύναμη αυτή δεν του ανήκει.  <p> </p> Αυτό πρέπει να το θυμάται η ανθρωπότητα.
Σε κάθε σημείο της εξελικτικής της διαδικασίας χρησιμοποιεί μιαν ενέργεια όπως αυτή της Αγάπης ή άλλες μορφές ενέργειας χωρίς να της ανήκουν. Τις χρησιμοποιεί επειδή της παραχωρούνται. Με το πέρασμα του χρόνου θα διαπιστώσουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό και πόσο ανακαθορίζουν τη θέση του ανθρώπου απέναντι στον πλανήτη του. 

Μαρία Ιωσηφίδου