Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ελληνική σκέψη2.2. Κοινωνία

Με τον αποικισμό και τη γεωγραφική εξάπλωση, ο ελληνικός ορίζοντας μεγάλωσε, οι ελληνικοί πληθυσμοί ήρθαν σε επαφή με πλήθος λαούς και οι πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις πολλαπλασιάστηκαν. Από την ελληνική πλευρά, ιδιαίτερα αισθητές τον 7ο π.Χ. αιώνα είναι οι ανατολικές επιδράσεις, που οι περισσότερες, όπως και θα το περιμέναμε, οφείλονται στο συναπάντημα των ελληνικών αποικιών της Μικρασίας με τους ανατολίτες γειτόνους τους.

Τα διάφορα ελληνικά φύλα εξακολούθησαν φυσικά να μιλούν καθένα τη διάλεκτό του, όπως και ο κάθε τόπος το ιδίωμά του· και οι γλωσσικές αποκλίσεις μεταφέρονταν και στις αποικίες, που πάλι η καθεμιά τους κρατούσε τη διάλεκτο και το ιδίωμα της μητρόπολης. Γλώσσα κοινή στα αρχαϊκά χρόνια δεν είχε σχηματιστεί, αλλά βέβαια η συνεννόηση των Πανελλήνων μεταξύ τους δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες.

Η διασπορά του Ελληνισμού στις αποικίες και ο επιμερισμός του σε μικρότερες πολιτικές ενότητες, τις πόλεις-κράτη, αντισταθμίστηκε από ισχυρές ενωτικές δυνάμεις. Οι ιδιαίτερες σχέσεις που γεφύρωναν τις αποκεντρωμένες αποικίες με τις ελλαδικές μητροπόλεις τους, οι ποικίλες συμφωνίες ανάμεσα στις πόλεις-κράτη, οι αμυντικές συμμαχίες, οι θρησκευτικές ενώσεις (ἀμφικτυονίαι), οι πανελλήνιοι αγώνες και τα πανελλήνια μαντεία, γιορτές και προσκυνήματα - όλα αυτά όχι μόνο συγκράτησαν αλλά και δυνάμωσαν στην Αρχαϊκή εποχή την ενότητα και την αυτοσυνειδησία των Ελλήνων.

Εξαιρετική θέση κρατούσε στην κοινωνική ζωή των αρχαϊκών αιώνων η θρησκεία. Τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, τόσο στις περιορισμένες τοπικές λατρείες όσο και στα πανελλήνια ιερά, τόσο στην επίσημη λατρεία των Ολύμπιων, όπως την είχαν καθιερώσει ο Όμηρος και ο Ησίοδος, όσο και στις απόκρυφες οργιαστικές και μυστηριακές της εκδηλώσεις, η αρχαϊκή ευσέβεια ήταν βαθύτερη και εντονότερη παρά ποτέ άλλοτε στον αρχαίο κόσμο. Χαρακτηριστική ήταν η ραγδαία αύξηση της σημασίας του μαντείου των Δελφών,[1] στον ὀμφαλόν της γης, όπου ο αυστηρός και απόμακρος θεός Απόλλωνας είχε παραχωρήσει δίπλα του μια θέση στον πιο λαοφίλητο, οργιαστικό θεό, τον Διόνυσο.
--------------------------------
1. Η σημασία του μαντείου ήταν και στο πολιτικό πεδίο μεγάλη, καθώς οι πόλεις έστελναν να ρωτήσουν τον Απόλλωνα οἰκιστήν αν πρέπει ή δεν πρέπει να ιδρύσουν αποικία και πού.

Η ναυτική ισχύς της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Για τον δρόμωνα δεν υπάρχουν αρχαιολογικά δεδομένα. Πληροφορίες για τη μορφή του προέρχονται μόνο από φιλολογικές πηγές. Οι συγγραφείς δίνουν το όνομα ‘‘δρόμων’’ σε πλοία που συχνά διαφέρουν ως προς τον τύπο και τις διαστάσεις. Υπήρχαν δρόμωνες με δύο ή τρεις σειρές κουπιών, τα επονομαζόμενα «διτσέρια» και «τριτσέρια». Συνήθως, οι δρόμωνες είχαν δύο ή τρεις ιστούς και δύο σειρές κουπιών.

Το μήκος τους προσδιορίζεται από 45 έως και 50 μέτρα και το πλάτος τους από 5 έως 6 μέτρα. Το πλήρωμά τους ήταν 100, 200 ή 300 άνδρες. Από αυτούς, άλλοι ήταν πολεμιστές και άλλοι κωπηλάτες. Οι κωπηλάτες της πάνω σειράς ήταν οπλισμένοι με σπαθιά και την ώρα της συμπλοκής άφηναν τις θέσεις τους και βοηθούσαν τους πολεμιστές. Για την προστασία τους υπήρχαν ασπίδες στην περιοχή της κουπαστής.

Η λέξη «δρόμων» (δρομέας, λατιν. cursus) υποδήλωνε τη μεγάλη ταχύτητα που ανέπτυσσαν αυτά τα πλοία και από τον 10ο αιώνα, σύμφωνα πάντα με τις γραπτές μαρτυρίες, οι δρόμωνες ήταν τα βαριά εξοπλισμένα πλοία του βυζαντινού στόλου. Διέθεταν ξυλόκαστρα, δηλαδή πύργους στο κατάστρωμα, απ’ όπου οι στρατιώτες έριχναν ακόντια, τόξα, πέτρες ή ακόμη και δοχεία γεμάτα με σκορπιούς, φίδια και ασβέστη στους αντιπάλους.

Στην πλώρη και στην πρύμνη υπήρχαν οι τοξοβαλίστρες, δηλαδή μηχανισμοί για την εκτόξευση πυρφόρων βελών και λίθων. Το κυριότερο όμως όπλο των δρομώνων ήταν το ‘‘υγρό πυρ’’. Τα πλοία αυτά αναφέρονται ως σιφωνοφόροι δρόμωνες ή κακκαβοπυρφόροι.

Ήταν εφοδιασμένα στην πλώρη με χάλκινους σωλήνες (σίφωνες) και μηχανισμούς απ’ όπου εκτόξευαν το εύφλεκτο μίγμα καίγοντας τα αντίπαλα πλοία.

Η Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα» (12ος αι.) περιγράφοντας ένα τέτοιο πλοίο, δίνει την πληροφορία πως στην πλώρη του υπήρχε ένα χάλκινο κεφάλι άγριου ζώου, στο στόμα του οποίου κατέληγε ένας «σίφωνας». Έτσι δημιουργείτο η εντύπωση πως τα θηρία ξερνούσαν τη φωτιά, προκαλώντας και μόνο με την όψη τους τρόμο στους εχθρούς.

Οι άνδρες που αποτελούσαν τα πληρώματα αυτών των πολεμικών πλοίων ονομάζονταν «πλώιμοι στρατιώται» ή «καββαλαρίκοι» και ήταν ελεύθεροι πολίτες.



Υπήρχαν και δρόμωνες με μια σειρά κουπιών, οι «γαλέες», που δεν συμμετείχαν σε ναυμαχίες. Η «γαλέα», που είναι και η παλιότερη ονομασία, ήταν «μονήρης δρόμων». Ήταν ένα ελαφρό και εξαιρετικά ταχύ πολεμικό πλοίο, το οποίο το χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά μηνυμάτων, για κατασκοπευτικές αποστολές καθώς και ως ανιχνευτικό.

Ανάλογα με τη χρήση τους, οι δρόμωνες διακρίνονταν σε διάφορους τύπους:

α) Μεγάλου εκτοπίσματος και ισχυρής κατασκευής για να μεταφέρουν τα μάγγανα, τις πολεμικές βλητικές μηχανές. Αυτές ήταν ενσωματωμένες στο σκάφος και μπορούσαν να εκσφενδονίσουν βλήματα βάρους 400-500 κιλών, σε απόσταση 1.500 μέτρων περίπου.

β) Μεταφοράς του στρατού, όπως π.χ. ο βυζαντινός «ταρίτης».

γ) Ελαφρότεροι και ταχύτεροι δρόμωνες για εκτέλεση αναγνωρίσεων.

Εκτός από τους δρόμωνες το βυζαντινό Ναυτικό διέθετε και άλλους τύπους πλοίων σε βοηθητικούς ρόλους. Τα «χελάνδια» ήταν κωπήλατα πλοία με μια σειρά κουπιών, μικρότερα από τους δρόμωνες και εξοπλισμένα με σιφώνιο υγρού πυρός. Τα «πάμφυλα» δεν διέφεραν πολύ από τους δρόμωνες, αλλά ήταν μικρότερα και χρησιμοποιούντο για τη μεταφορά προσωπικού.

Το όνομά τους το πήραν από την Παμφυλία της Μικράς Ασίας, στις ακτές στις οποίες εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά. «Πάμφυλος» επίσης ονομαζόταν και ο μεγαλύτερος από τους δρόμωνες, που εξοπλιζόταν κατάλληλα και χρησίμευε ως ναυαρχίδα. Οι «φυλακίδες τριήρεις», από την άλλη μεριά, ήταν ταχύπλοα πλοία που περιπολούσαν κοντά στις ακτές με στόχο την εκδίωξη των πειρατών. Τα «εξκουρσάτα» ήταν μικρά και ταχύπλοα σκάφη που εχρησιμοποιούντο κυρίως για επιδρομές. Οι «σαγήνες» ήταν πολεμικά πλοία με πλήρωμα 40 ανδρών.

Οι «σακτούρες» ήταν ταχύπλοα κωπήλατα πλοία που έμοιαζαν με τις «γαλέες». Οι «σέρμωνες» αποτελούσαν παραλλαγή του δρόμωνα. Τα ιππαγωγά πλοία «ταρίτες» μετέφεραν άλογα, ενώ τα σκευοφόρα μετέφεραν ανταλλακτικά και άλλα εφόδια για τα υπόλοιπα πλοία του στόλου. Αυτά τα τελευταία έμοιαζαν πολλές φορές με εμπορικά σκάφη.

Φαίνεται πως μέχρι την πλήρη επικράτηση του θεσμού των Θεμάτων και τη συνακόλουθη αλλαγή του πνεύματος που χαρακτήριζε τη διοίκηση στην Αυτοκρατορία, οι πόλεις είχαν διασώσει ίχνη της αρχαίας τους αυτονομίας. Κατά συνέπεια, μεγάλα παραλιακά κέντρα όχι μόνο είχαν δικά τους πλοία αλλά διατηρούσαν και δικούς τους τύπους πλοίων, τους οποίους υιοθετούσαν και οι γύρω περιοχές. Επίσης, από παλιά υψώνονταν οι «επισείοντες» με το χρώμα των οποίων δηλωνόταν ο τόπος προέλευσης του σκάφους. Τα πλοία π.χ. της Προποντίδας είχαν το κόκκινο, των νοτιότερων ακτών το πράσινο κτλ. Βέβαια, η κατάσταση αυτή έφτασε στο τέλος να προκαλεί σύγχυση κι έτσι ο χρωματισμός των «επισειόντων» γρήγορα έπαψε να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο.

Άλλωστε, κατά τον 7ο αιώνα, το παλιό ελληνορωμαϊκό κρατικό σύστημα κατέρρευσε και μαζί του συμπαρασύρθηκαν και χάθηκαν οριστικά συνήθειες αιώνων.

Το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό του Μεσαίωνα πάντως, το «πλώιμον», είχε δική του σημαία, πάνω στην οποία υπήρχε ο αετός (δικέφαλος από την εποχή των Κομνηνών και μετά). Τη σημαία αυτή ύψωναν και σκάφη εμπορικά, εφόσον βέβαια υπήρχε ειδικός λόγος, όπως π.χ. η ανάγκη να ξεχωρίσουν από πλοία που ανήκαν σε ανθρώπους οι οποίοι δεν ήταν υπήκοοι του «εν Χριστώ τω Θεώ βασιλέως». Συνηθισμένη ήταν και η σημαία με τον σταυρό και τα τέσσερα Βήτα (Βασιλεύς Βασιλέων Βασιλεύων Βασιλευόντων).

Οπλισμός και τεχνική του ναυτικού πολέμου

Ο «δρόμων», το κατεξοχήν μεσαιωνικό πολεμικό σκάφος των Ελλήνων, θεωρείται εξέλιξη της τριήρους – αν και ρόλο συνδετικού κρίκου έπαιξε, στην περίπτωση αυτή, η ρωμαϊκή «λιβυρνίς», που μπορούσε να κινείται και με πανιά. Οι δρόμωνες ήταν ελαφριάς αλλά ανθεκτικής κατασκευής.

Το μέγεθός τους δεν ήταν σταθερό, όμως στην κάθε πλευρά είχαν σε δύο σειρές 50 κουπιά. Έπλεαν σε Μοίρες τριών έως πέντε σκαφών υπό την αρχηγία ενός «δρουγγαροκόμητος». Πάνω σε κάθε δρόμωνα ο κυβερνήτης ήταν ο «κένταρχος» και είχε ως βοηθούς στο έργο του δύο «πρωτοκάραβους». Οι δρόμωνες μετέφεραν περίπου 70 πολεμιστές και στον οπλισμό τους περιλαμβανόταν το υγρό πυρ, που εκτοξευόταν με χειροσίφωνες.

Όλα τα πολεμικά πλοία του Βασιλικού Πλώιμου ήταν εξοπλισμένα με εγκαταστάσεις εκτόξευσης υγρού πυρός. Αυτό το όπλο έδωσε τη δυνατότητα στον βυζαντινό στόλο να ελέγχει τη Μεσόγειο. Άλλα όπλα που χρησιμοποιούντο στα πολεμικά πλοία ήταν η «λιθοβόλος» και ο «καταπέλτης» για την εκτόξευση σφαιρών από μολύβι ή σίδηρο.

Υπήρχε επίσης η «τοξοβολίστρα», με την οποία οι δρόμωνες εξαπέλυαν βροχή μικρών βελών, τα οποία οι Βυζαντινοί ναύτες ονόμαζαν μύγες και κουνούπια. Η «ναύκλα», τέλος, ήταν ένα όπλο από το οποίο εκτοξεύονταν βέλη. Επίσης υπήρχαν και φορητές τοξοβαλίστρες.



Οι μεγάλοι δρόμωνες έφεραν στο μέσο του ιστού το «ξυλόκαστρο», είδος πύργου από σανίδες, απ’ όπου οι άνδρες έριχναν ακόντια, πέτρες ή βαριά κομμάτια σιδήρου εναντίον των εχθρικών πλοίων.

Η παράταξη των δρομώνων για ναυμαχία, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνει ο Λέων ΣΤ΄, γινόταν ανάλογα με τον καιρό και τον τρόπο της παράταξης του εχθρού. Υπήρχαν οι εξής τρόποι παράταξης:

α) «Μηνοειδώς», δηλαδή σε ημικύκλιο με το κοίλο μέρος προς τον εχθρό. Στο κέντρο τασσόταν ο στρατηγός και στα άκρα οι μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι δρόμωνες.

β) Μετωπική παράταξη σε ευθεία γραμμή, ώστε να επιτίθενται με τις πρώρες κατά των εχθρικών πλοίων και με το υγρό πυρ να τα πυρπολεί.

γ) Κατανομή των πλοίων σε δύο ή τρεις παρατάξεις, ανάλογα με τον αριθμό τους. Όταν η πρώτη παράταξη συγκρουόταν με τον εχθρό, η άλλη έπεφτε πάνω στα εχθρικά πλοία που είχαν ήδη εμπλακεί, από τα πλευρά και από τα νώτα.

δ) Παραπλανητική ενέργεια κατά του εχθρού, με σκοπό την αιφνίδια προσβολή του από κατεύθυνση που δεν περίμενε.

Χρήση του υγρού πυρός

Το υγρό πυρ ήταν κυρίως ναυτικό όπλο. Αποθηκευόταν κάτω από το πρόστεγο των πλοίων ή στον πυθμένα τους, μέσα σε μεγάλους λέβητες που ονομάζοντο «κακκάβια», γι’ αυτό και οι «πυρφόροι δρόμωνες», δηλαδή τα κατεξοχήν πολεμικά πλοία των Βυζαντινών που ήταν εξοπλισμένα με υγρό πυρ, ονομάζονταν «κακκαβοπυρφόροι». Κάθε δρόμων έφερε τρεις σίφωνες, έναν στην πλώρη ο οποίος ονομαζόταν «κατακόραξ» και από έναν υπό μικρή γωνία δεξιά και αριστερά του πρώτου.

Σύμφωνα με διάφορες πηγές, το υγρό πυρ εφευρέθηκε το 672 από τον Έλληνα μηχανικό Καλλίνικο από την Ηλιούπολη της Συρίας. Το υγρό πυρ, το μυστικό του οποίου έχει χαθεί, έγινε το σημαντικότερο, κατά τις ναυμαχίες, όπλο των Ελλήνων. Κάθε δρόμων λοιπόν είχε από τότε «σίφωνα» στην πλώρη του, από τον οποίο εξακοντιζόταν η «φοβερή ουσία».

Όπως είναι γνωστό, η σύνθεση του υγρού πυρός ήταν κρατικό μυστικό για τους Βυζαντινούς και η σύστασή του παρέμεινε απόρρητη μέχρι το τέλος της Αυτοκρατορίας. Συνεπώς, μόνο εικασίες μπορούν να διατυπωθούν ως προς το θέμα αυτό. Διάφοροι μελετητές παρ’ όλα αυτά, στηριζόμενοι σε αραβικές πηγές, αφού και οι μουσουλμάνοι χρησιμοποιούσαν αντίστοιχα εμπρηστικά μίγματα, έχουν κάνει σημαντικά βήματα για την ανακάλυψη της σύστασης και του τρόπου χρήσης του μίγματος αυτού.

Σε χειρόγραφο του 11ου αιώνα, ο Βυζαντινός χημικός Μάρκος αναφέρει ότι στα συστατικά του υγρού πυρός περιλαμβάνεται νιτρική διάλυση, τερεβινθέλαιο, τρύγα, σαρκόκολλα, πετρέλαιο, θείον και πιθανότατα πίσσα. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, κύριο συστατικό του υγρού πυρός ήταν η νάφθα, που γενικά είναι η ανθρακόπισσα ή το ακάθαρτο πετρέλαιο. Το εύφλεκτο μίγμα πρέπει οπωσδήποτε να περιείχε νάφθα (πετρέλαιο) γιατί η φλόγα που άναβε δεν μειωνόταν ούτε με την επίδραση του νερού. Περιείχε επίσης ορισμένες αζωτούχες ενώσεις και θειάφι.

Η χρήση του υγρού πυρός γινόταν πάντοτε υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες εμπλοκής, ώστε να επιτυγχάνονται οι επιδιωκόμενοι σκοποί και να εξασφαλίζεται η προστασία των φίλιων τμημάτων.

Ειδικότερα στον κατά θάλασσα αγώνα έπρεπε απαραιτήτως να τηρούνται οι ακόλουθοι δύο κανόνες:

α) Τα βυζαντινά πλοία μπορούσαν να χρησιμοποιούν τους σίφωνές τους μόνον στις «κατά μέτωπο επιθέσεις», κατά τις οποίες δεν κινδύνευαν να προσβληθούν και τα ίδια από το υγρό πυρ που εκτόξευαν, ενώ είχαν τη δυνατότητα να προσβάλουν αποτελεσματικά τον εχθρό. «Πρέπει τα πλοία να αναπτύσσονται σε μετωπική παράταξη», αναφέρει ο Λέων ΣΤ΄ στα Τακτικά, «ώστε σε περίπτωση ανάγκης να επιπίπτει όλη η παράταξη κατάπρωρα του εχθρού και χρησιμοποιώντας το πυρ των σιφώνων να πυρπολεί τα εχθρικά πλοία».

β) Η χρήση του υγρού πυρός ήταν δυνατή μόνο σε καλές καιρικές συνθήκες, αφού η ήρεμη θάλασσα βοηθούσε στην καλή σκόπευση. Αντίθετα, η τρικυμία και οι ενάντιοι άνεμοι έθεταν σε κίνδυνο τα βυζαντινά πλοία, καθώς το υγρό πυρ που εκτόξευαν μπορούσε να στραφεί εναντίον τους και να τα καταστρέψει.

Ως προς τον τρόπο χρήσης έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις από αρκετούς μελετητές, που καταλήγουν σε δύο βασικούς τρόπους εκτόξευσης. Ο πρώτος αφορά την εκτόξευση μέσω ειδικών σωληνώσεων, των «σιφώνων», χρησιμοποιώντας ειδικές αντλίες μετά από θέρμανση του μίγματος. Ο δεύτερος αφορούσε την εκτόξευση μίγματος συσκευασμένου σε μεγάλα πήλινα δοχεία, ενώ το μίγμα αναφλεγόταν μετά την πρόσκρουση στο εχθρικό πλοίο και τον θρυμματισμό του δοχείου από μία θρυαλλίδα προσαρμοσμένη στο δοχείο.

Ως όπλο το υγρό πυρ ενέπνεε φόβο και τρόμο. Όμως, παρά τη φήμη του, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το απόλυτο όπλο που ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί παντού και πάντοτε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες παραμένοντας ακαταμάχητο. Οι ίδιοι οι Βυζαντινοί ιστορικοί αναφέρουν ότι το υγρό πυρ δεν ήταν απρόσβλητο και μπορούσε να σβήσει με ούρα, ξύδι ή άμμο.



Ο ιστορικός Ιωάννης Κίνναμος (12ος-13ος αιώνας) διηγείται ότι όταν, επί αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180), ορισμένοι βυζαντινοί δρόμωνες κατεδίωξαν ένα ενετικό πλοίο, το πλήρωμά του για να προλάβει την ενέργεια του υγρού πυρός κατάβρεξε με ξύδι μάλλινα υφάσματα (κετσέδες) και το κάλυψε με αυτά. Όταν οι βυζαντινοί δρόμωνες άρχισαν να εκτοξεύουν εναντίον του το υγρό πυρ, το φλεγόμενο μίγμα «προσεγγίζοντας τους κετσέδες αναγκαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση και πέφτοντας στο νερό έσβηνε».

Αυτή η αναφορά έρχεται σε αντίθεση με τα γεγονότα του 941, όταν η Κωνσταντινούπολη απειλήθηκε από τον Ρώσο πρίγκιπα Ιγκόρ, ο οποίος την πολιόρκησε με τεράστιο αριθμό ξύλινων σκαφών. Ίσως η Πόλη θα είχε καταληφθεί τότε αν δεν εχρησιμοποιείτο το υγρό πυρ, με το οποίο οι Βυζαντινοί έκαψαν και βύθισαν όλα σχεδόν τα ρωσικά πλοία. Ανάμεσα ωστόσο στα δύο γεγονότα μεσολαβούν τρεις αιώνες και πολλά «μυστικά» όπλα των Βυζαντινών είχαν πλέον ξεπεραστεί ή οι «εχθροί» είχαν μάθει να τα αντιμετωπίζουν.

Οι ναύτες στη ναυμαχία και την ειρήνη

Ο τρόπος της ναυμαχίας ήταν απλός και κατανοητός σε όλους. Συνήθως επιδιωκόταν η αναμέτρηση με τον εχθρό. Αν αυτός ήταν ισχυρότερος, τα ελληνικά καράβια έπλεαν εναντίον του με θόρυβο πολύ και ταχύτητα μεγάλη. Αν, αντίθετα, φαινόταν καταπτοημένος, ο αυτοκρατορικός στόλος προχωρούσε με απόλυτη ηρεμία και τάξη.

Στο μεταξύ, είχε διαταχθεί πολεμική έγερση πάνω στα πλοία. Ακουγόταν πρώτα το περίφημο παράγγελμα: «ο πας ‘‘κατεργάρης’’ εις τον ‘‘παγκάριόν’’ του». Αμέσως, όσοι κωπηλάτες αναπαύονταν μέχρι τότε ή διασκέδαζαν, πήγαιναν και έπαιρναν τη θέση τους στο κουπί, δίπλα στους συντρόφους τους.

Αυτοί παρέμεναν «ασιδήρωτοι», με ελαφρά ρούχα δηλαδή, χωρίς πολεμική εξάρτυση. Παράλληλα, ετοιμάζονταν και οι «κασσιδιάροι», εκείνοι δηλαδή που φορούσαν το «κασσίδιον» (κράνος) και έφεραν θώρακα και περίμεναν κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, να πηδήσουν σε κάποιο εχθρικό πλοίο.

Την περίοδο εκείνη είχε σταματήσει να χρησιμοποιείται το έμβολο στις ναυμαχίες. Οι Βυζαντινοί πλησίαζαν τα εχθρικά σκάφη και είτε προκαλούσαν πυρκαγιά με το υγρό πυρ, όταν το διέθεταν ή προκαλούσαν φθορές και απώλειες με τα εκηβόλα όπλα (καταπέλτες, τοξοβαλήστρες). Τέλος υπερπηδούσαν στο εχθρικό πλοίο το οποίο είχαν «αιχμαλωτίσει» με γάντζους και επακολουθούσε μάχη σώμα με σώμα. Οι πολεμιστές που έπαιρναν μέρος σε τέτοιες συγκρούσεις ήταν βαριά οπλισμένοι.

Οι «κασσιδιάροι» σαν πολεμιστές ήταν απρόθυμοι να αναλάβουν βαριές δουλειές και, όπως φαίνεται, περιφρονούσαν και χλεύαζαν εκείνους των οποίων το επίπονο έργο της κωπηλασίας γινόταν στο κάτω μέρος του πλοίου, δηλαδή τους «κατεργάρηδες». Αυτοί πάλι τους κορόιδευαν και τους σκάρωναν φάρσες.

Έτσι κατέληξε «κασσιδιάρης» να σημαίνει «ψωροπερήφανος» και κατεργάρης «παμπόνηρος». Όλοι τους όμως ήταν ελεύθεροι άνθρωποι και, όπως φαίνεται, αμείβονταν καλά. Κατά συνέπεια, η λιποψυχία και, πολύ περισσότερο, η λιποταξία ήταν ασυγχώρητες. Η υπεράσπιση της χριστιανικής πατρίδας αποτελούσε καθήκον αυτονόητο και όποιος απέφευγε την εκπλήρωσή του έθετε σε κίνδυνο μεγάλης τιμωρίας όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τους οικείους του, που θα υποχρεώνονταν να αφήσουν τα σπίτια τους και να εξοριστούν.

Η αρχή της παρακμής και οι επιδράσεις στη Δύση

Η αντιμετώπιση των Νορμανδών ήταν για τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό (1081-1118) ο πιο βασικός στόχος την εποχή που κυβερνούσε. Η αναχαίτισή τους όμως ήταν αδύνατη χωρίς τη σύμπραξη ισχυρών ναυτικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να ανακόψουν τη ροή των νορμανδικών ενισχύσεων από τις βάσεις τους, στη Νότια Ιταλία και τη Σικελία. Έτσι, ο Αλέξιος αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια της Βενετίας, ανερχόμενης τότε ναυτικής δύναμης, η οποία έβλέπε με εχθρικό μάτι τον έλεγχο των Στενών του Οτράντο από του Νορμανδούς.

Την εποχή εκείνη ο βυζαντινός στόλος, σύμφωνα με τον Γ. Οστρογκόρσκυ, βρισκόταν σε πλήρη διάλυση λόγω της αδιαφορίας των προηγούμενων του Αλεξίου αυτοκρατόρων, οι οποίοι είχαν διαδεχθεί τον Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο. Γι’ αυτό η Αυτοκρατορία ήταν τελείως ανίσχυρη στη θάλασσα. Η τακτική όμως της συμμαχίας με διάφορες ιταλικές πόλεις όπως η Γένοβα, η Πίζα και άλλες, αποδείχθηκε μακροπρόθεσμα καταστρεπτική για την Αυτοκρατορία.

Στη διάρκεια της ζωής του Βυζαντίου, ο εμπορικός του στόλος γνώρισε πολλές αντιξοότητες, η παρακμή του όμως δεν άρχισε πριν από τον 12ο αιώνα. Χωρίς αμφιβολία, οι ναυτικές ιταλικές κοινότητες έγιναν η αιτία για την πολιτική και οικονομική αποδυνάμωση του βυζαντινού κράτους.

Με τα εμπορικά προνόμια που απέκτησαν, ακόμη και μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, αποστέρησαν το βυζαντινό θησαυροφυλάκιο από τους τελωνειακούς δασμούς, με αποτέλεσμα ο εμπορικός τους στόλος να υποσκελίσει και να εξουδετερώσει τον στόλο των Βυζαντινών πλοιοκτητών. Τέλος, αυτές υποκίνησαν την καταστροφική Δ΄ Σταυροφορία (1204) που οδήγησε αρχικά στο διαμελισμό της βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατόπιν στην οριστική της κατάρρευση το 1453.

Μελετητές της ιστορίας της βυζαντινής Αυτοκρατορίας εκτιμούν πως η πολιτιστική υπεροχή του Βυζαντίου στηριζόταν στα πλοία του και πως ουσιαστικά επρόκειτο για μια θαλάσσια αυτοκρατορία: η Αγγλία της περιόδου 500-1000 μ.Χ.

Ο μετασχηματισμός της σε αμιγώς χερσαία δύναμη, είχε σαν αποτέλεσμα τον πλήρη έλεγχο όλων των θαλάσσιων οδών και που εμπορίου από τους Ιταλούς, με αποτέλεσμα η Αυτοκρατορία να μην μπορεί να πραγματοποιήσει υπερπόντιες εκστρατείες λόγω έλλειψης πλοίων και χρημάτων, αφού είχαν εξαφανιστεί οι δασμοί από το εμπόριο. Η επιβολή δυσβάστακτων φόρων για να εξαλειφθεί αυτό το κενό, οδήγησε με τη σειρά του σε αγανάκτηση του λαού εναντίον του αυτοκράτορα και των Ιταλών.

Επιπρόσθετα, η Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να στηρίξει καμία εκστρατεία της χωρίς τη συνδρομή των ιταλικών πόλεων και ειδικά της Βενετίας.

Η σταδιακή εγκατάλειψη του στόλου άφησε τελείως ακάλυπτα τα παράλια της Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα τις συνεχείς επιδρομές των Νορμανδών, την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τους Ιταλούς και τελικά την κατάληψη και καταστροφή της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους στις 13 Απριλίου 1204.

Υποκινητής αυτής της Σταυροφορίας ήταν κατά τον Οστρογκόρσκυ η Βενετία, που γενικά αντιπαθούσε την βυζαντινή διακυβέρνηση, γιατί την εμπόδιζε να εξασφαλίσει με σταθερότητα το μονοπώλιο του εμπορίου στην Ανατολική Μεσόγειο και τα βυζαντινά λιμάνια. Οι Βυζαντινοί άρχοντες συμμαχούσαν τη μια με τη Βενετία και την άλλη με άλλες πόλεις και κυρίως τη Γένοβα.

Η ναυτική ισχύς του Βυζαντίου είχε αρχίσει να παρακμάζει ήδη από τον 10ο αιώνα. Η παρακμή όμως ανεστάλη προσωρινώς από τις προσπάθειες του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, αλλά συνεχίστηκε μετά τον θάνατό του το 1118. Στο εξής οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τις ιταλικές ναυτικές δυνάμεις (Βενετία, Γένοβα και Πίζα), οι οποίες συμφωνούσαν στην παραχώρηση ανδρών και πλοίων, μόνο όταν η πληρωμή που κατέβαλε η Αυτοκρατορία σε χρήμα και εμπορικά προνόμια ήταν συμφέρουσα.

Μια τυπική συμφωνία των Βυζαντινών με τους Ενετούς το 1187 αναφέρει ότι «η δημοκρατία της Βενετίας θα πρέπει σε διάστημα έξι μηνών να παραχωρήσει 40-100 γαλέρες (εξοπλισμένες με έξοδα της Αυτοκρατορίας), στις οποίες θα υπηρετούσαν τα 3/4 του συνολικού αριθμού των Ενετών αποίκων που κατοικούσαν στην Αυτοκρατορία. Σε περίπτωση ανάγκης, οι άποικοι αυτοί θα επάνδρωναν βυζαντινά σκάφη».

Ο βυζαντινός στόλος ανανεώθηκε από τον Εμμανουήλ Α΄ Κομνηνό. Σε μια εκστρατεία το 1169, οι Βυζαντινοί διέθεταν 12 μεγάλα πολεμικά πλοία, 150 γαλέρες και 60 μεταφορικά. Οι διάδοχοί του όμως δεν έδειξαν το ίδιο ενδιαφέρον. Το 1196 ο στόλος δεν διέθετε παρά 30 γαλέρες, ενώ το 1203, όταν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας εμφανίστηκαν μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, δεν υπήρχαν παρά 20 μόνο πλοία σε τόσο άθλια κατάσταση, που ήταν κατάλληλα μόνο για πυρπολικά.

Μια προσπάθεια δημιουργίας στόλου από τον Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη (1222-1254) διακόπτεται στη συνέχεια από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282), ο οποίος παρά τις αρχικές του προσπάθειες, έκανε τελικά συμφωνία με την Γένοβα που ήταν ο κυριότερος αντίπαλος της Βενετίας εκείνη την περίοδο. Κατά τις αρχικές του προσπάθειες, ο Μιχαήλ ανανέωσε τον στόλο μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1261, επανδρώνοντάς τον με «Τσάκωνες», «Γασμούλους» και «Προσαλέντες».

Οι Τσάκωνες και οι Προσαλέντες ήταν αυτόχθονες Βυζαντινοί (οι πρώτοι από τον Μορέα υπηρετούσαν ως πεζοναύτες, οι δεύτεροι ως κωπηλάτες), ενώ οι «Γασμούλοι» προέρχονταν από μικτούς γάμους Ελλήνων–Λατίνων και λεγόταν ότι συνδύαζαν τη μαχητικότητα και την σύνεση των Βυζαντινών, με την ορμητικότητα και την τόλμη των Λατίνων.

Το βυζαντινό Ναυτικό αυτής της εποχής διέθετε 80 περίπου πλοία. Το 1283, όμως, ο αυτοκράτωρας Ανδρόνικος Β΄ αποφάσισε τη διάλυσή του, αποστρατεύοντας τους Τσάκωνες και τους Γασμούλους και προχωρώντας στην ενοικίαση σκαφών από τους Γενουάτες.

Παρά τη νίκη στους πολέμους με τους Δυτικούς που επακολούθησαν, η Αυτοκρατορία εξακολουθούσε να είναι αιχμάλωτη της θέλησης των Ιταλών. Η απορρόφηση όλης της δύναμης της Αυτοκρατορίας στον πόλεμο με τη Δύση είχε ως αποτέλεσμα την οριστική κατάκτηση της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους, ενώ η ολέθρια απόφαση του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328) για παροπλισμό του στόλου λόγω έλλειψης χρημάτων, οδήγησε μεγάλο μέρος των άνεργων Ελλήνων ναυτικών της Μικράς Ασίας στα πειρατικά σκάφη των Τουρκμάνων αλλά και στον τουρκικό στόλο. Το τελευταίο, ως αντίδραση στη δυναστεία των Παλαιολόγων που είχε ανατρέψει τους Μικρασιάτες Λασκαρίδες, αλλά και λόγω της παρουσίας των καθολικών Ιταλών ναυτικών.

Το 1291 υπολογίζεται ότι οι Γενουάτες παραχώρησαν με ενοίκιο στην Αυτοκρατορία 50-60 σκάφη. Ο Ανδρόνικος σχεδίαζε να αναδιοργανώσει τον στόλο κατασκευάζοντας 20 γαλέρες, αλλά μέχρι το 1320 δεν είχε καταφέρει να προχωρήσει. Τελικώς, άφησε το καθήκον αυτό στον εγγονό του Ανδρόνικο Γ΄. Πράγματι, μετά την παραίτηση του Ανδρόνικου Β΄ το 1328, ο εγγονός του προχώρησε σε ανανέωση του βυζαντινού στόλου που έμελλε να είναι και η τελευταία.

Ο Ανδρόνικος Γ΄ επαναπροσέλαβε τους Γασμούλους και κατά πάσα πιθανότητα τους Προσαλέντες (οι πρώτοι αναφέρονται σε χρονικά τουλάχιστον μέχρι το 1422 και οι δεύτεροι μέχρι το 1361). Το 1332, ο βυζαντινός στόλος ήταν σε θέση να συνεισφέρει 10 γαλέρες σε μια ναυτική εκστρατεία κατά των Τούρκων. Από τότε και μέχρι το τέλος της Αυτοκρατορίας, η δύναμή του δεν ξεπέρασε τα 10 πολεμικά, όπως αναφέρεται σε χρονικά από το 1352 μέχρι το 1453, αν και περιστασιακά η επίταξη εμπορικών σκαφών ανέβαζε τον αριθμό σε 100 ή και 200 πλοία.



Φαίνεται λοιπόν πως την οριστική παρακμή του αυτοκρατορικού Ναυτικού –που πρέπει να τοποθετηθεί στα χρόνια των Παλαιολόγων– δεν την ακολούθησε η κάμψη των ναυτικών ικανοτήτων του Γένους. Αντίθετα, οι λαοί που τότε άρχισαν να μάχονται για την κυριαρχία στο Αιγαίο, όχι απλώς αφομοίωσαν το σύνολο των διδαγμάτων της ελληνικής θαλάσσιας εμπειρίας, αλλά προτιμούσαν ή επεδίωκαν να επανδρώνουν με Έλληνες τα πλοία τους.

Συνεπώς, σε όλο σχεδόν το διάστημα της Τουρκοκρατίας, ελληνικά ήταν στο μεγαλύτερό τους μέρος τα πληρώματα που κινούσαν τα πλοία των Οθωμανών αλλά και πολλών αντιπάλων τους. Και ακόμη, φαίνεται πως στα ελληνικά εξακολουθούσαν να δίνονται οι βασικές τουλάχιστον εντολές στους ναύτες.

Ομαρασμός του στόλου είχε αίτια κυρίως οικονομικά. Πράγματι, καράβια δεν είχαν πάψει να υπάρχουν: απλώς ήταν παραμελημένα και αφημένα. Το κατόρθωμα, άλλωστε, του Φλαντανελά, μπροστά στο λιμάνι της αποκλεισμένης Κωνσταντινούπολης τον Απρίλιο του 1453, κατέδειξε ότι παρά τις οικονομικές αντιξοότητες, ήταν πολύ δύσκολο να νικηθούν οι Έλληνες στη θάλασσα.

Η συμβολή των Ελλήνων στην εξέλιξη της ναυτικής επιστήμης ήταν πολύ σημαντική.

Τα ελληνικά πολεμικά πλοία του Μεσαίωνα απεκαλούντο «καράβια», λέξη που πρέπει αρχικά να ήταν υποκοριστικό του όρου «κάραβος». Σχέδιό τους έχει σωθεί έως τις μέρες μας: το είχε κάνει ο κατά τα έτη 1254-1284 βασιλιάς της Καστίλλης και της Λεόνης Αλφόνσος Ι΄ ο Σοφός. Από αυτό φαίνεται το ενδιαφέρον που από τον Μεσαίωνα ακόμα έδειξαν οι Ισπανοί για τα ελληνικά πλοία.

Η καραβέλα, λέξη που ετυμολογείται από τον ελληνικό όρο «κάραβος», ήταν τύπος ελαφρού πλοίου που κατασκευαζόταν όπως περίπου και τα αυτοκρατορικά πλοία. Μακρόστενο και ελαφρύ, με τρία κατάρτια, το σκάφος αυτό έμμεσο προϊόν της ναυπηγικής τέχνης των Ελλήνων του Μεσαίωνα, αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό όχι μόνο στα νερά της Μεσογείου αλλά και σε εκείνα του Ατλαντικού.

Πράγματι, η μόνη ουσιαστική τροποποίηση που επέφερε ο Χριστόφορος Κολόμβος στις καραβέλες ήταν να αφαιρέσει τα περισσότερα λατίνια, δηλαδή τα τριγωνικά πανιά, που κατά πάσα πιθανότητα, οι Έλληνες χρησιμοποίησαν πρώτοι σε μεγάλα πλοία και να τα αντικαταστήσει με τετράγωνα, που οπωσδήποτε ήταν καταλληλότερα για τον διάπλου του ωκεανού. Με άλλα λόγια, η υπόθεση ότι η ανακάλυψη της Αμερικής έγινε με πλοία που αποτελούσαν εξέλιξη ελληνικού τύπου, δεν είναι διόλου παράλογη.

Το σήμερα και το χθες

Στη γλώσσα του λαού διασώζεται πλήθος όρων και εννοιών, οι λέξεις των οποίων προέρχονται από τη ναυτική ορολογία του Μεσαίωνα. Φαίνεται πως η διαβίωση πάνω στα καράβια κάλυπτε μεγάλο μέρος της ζωής των Ελλήνων, ώστε οι λέξεις που τη χαρακτήριζαν κατέληξαν να περάσουν στο σπίτι, στο στόμα γυναικών και παιδιών.

Έτσι, «φόρεμα» αρχικώς ήταν –σε γενικές βέβαια γραμμές– ό,τι σήμερα λέμε στολή. «Πατάριον» λεγόταν είδος μικρού ντουλαπιού διαμορφωμένου στο σημείο όπου οι κωπηλάτες στήριζαν τα πόδια τους. Ό,τι δεν έμπαινε στο «πατάριον» το έκαμαν δέμα και το στερέωναν στο «κρεμαστάριον».

«Κρεμαστάρια» υπήρχαν στα «παγκάρια» στα οποία εκάθοντο όσοι τραβούσαν κουπί. Αντίθετα, ορισμένοι βαθμοφόροι τοποθετούσαν τα πράγματά τους σε «συρτάρια» που υπήρχαν κάτω από το μέρος όπου ξαπλώνανε για να κοιμηθούν. Η προσπάθεια εξοικονόμησης χώρου ήταν εμφανής – και αποτυπωμένη στη γλώσσα. Άνεση και πολυτέλεια χαρακτήριζαν μόνο το «καρυόλιον», το κρεβάτι του ναυάρχου και των μοιράρχων αρχικά και, στη συνέχεια, του κυβερνήτη κάθε πλοίου.

Οι ναύτες το πρωί έπαιρναν το «κολάσον» ή «κολάσιον», πρόγευμα ικανό να «δαμάσει» (κολάσει) την πείνα για να μπορέσουν εξάλλου να φέρουν σε πέρας τις διάφορες βαριές δουλειές, έπιναν δε το ποτό του καρδαμώματος, δηλαδή κρασί: ένα ολόκληρο κύπελλο «γεματάριον» κατά το κυρίως γεύμα και μισό το απόγευμα. Η κατανομή των ναυτών σε διάφορες εργασίες λεγόταν «καταστάλαγμα».

Οι βαθμοφόροι διέκριναν το πλήρωμα σε «προκομμένους» και «κοπρίτες».

Η δεύτερη κατηγορία περιλάμβανε εκείνους που ήταν ανίκανοι να παραγάγουν κάτι σημαντικό. Όταν κάποιος από αυτούς έπεφτε σε παράπτωμα, το περιστατικό «εμανδατεύετο» (καταγγελόταν) στους αρμόδιους και επακολουθούσε η «κρίσις». Αν το κρίμα ήταν ελαφρό, γινόταν «καταψαλτήριον» (επίπληξη) και δινόταν συμπάθεια, δηλαδή συγχώρεση. Αν όχι, η πιο συνηθισμένη τιμωρία ήταν η μαστίγωση. Ο τρόπος με τον οποίον εκτελούσαν αυτή την ποινή παραμένει, έως τις ημέρες μας, εντυπωμένος στη λαϊκή μνήμη: δώδεκα άνδρες με μαστίγια στο χέρι σχημάτιζαν δύο σειρές αντιμέτωπες.

Ο ένοχος περνούσε ανάμεσά τους και δερνόταν ανελέητα. Ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ο υπαίτιος περνούσε μια φορά από τις σειρές των μαστιγοφόρων «διαπερατός», δύο φορές «διπέρατος», τρεις «τριπέρατος» ή και τέσσερις «τετραπέρατος». Αυτοί οι τετραπέρατοι, εφόσον έβγαιναν σώοι από τέτοια δοκιμασία, μεταβάλλονταν σε αντικείμενο λαϊκού θαυμασμού και τους απεδίδοντο ικανότητες σωματικές αλλά και νοητικές όχι κοινές.

Η θάλασσα ήταν για τους Έλληνες του Μεσαίωνα κάτι για το οποίο ένοιωθαν σεβασμό, αγάπη και θαυμασμό. Το μεγαλείο και η απεραντοσύνη της, ο άνεμος, τα κύματα και ο παφλασμός των ρευμάτων, μαζί με την ορμητικότητα και τη δύναμή της, είναι εικόνες που δεν λείπουν από την ψυχή του Έλληνα.

Θεοσοφία - Η Θεοσοφική Μύηση

Το Ιδρυτικό Κείμενο της Θεοσοφικής Εταιρείας, συντάχθηκε κι εγκρίθηκε στην Νέα Υόρκη 30 Οκτωβρίου του 1875, από τους Έλενα Πετρόβνα Μπλαβάτσκυ, Συντ/χη Χένρι Στηλ Όλκοττ, Γουίλιαμ Τζατζ, κι άλλα 13 πρόσωπα... και θεωρήθηκε επίσημος οργανισμός στις 17 Νοεμβρίου του 1875, μετά την εναρκτήρια ομιλία του Όλκοττ…

Εξαρχής η Εταιρεία οργανώθηκε σε τρεις Κύκλους, έναν Εξωτερικό, ένα Μεσωτερικό, κι έναν Εσωτερικό… που σχετίζονταν άμεσα με τους Σκοπούς της Εταιρείας.

Το Καταστατικό της Εταιρείας πήρε την τελική μορφή του το 1896 κι εκεί διατυπώθηκαν οι Τρεις Σκοποί της Εταιρείας με ξεκάθαρο τρόπο.

1. Σχηματισμός ενός πυρήνα Παγκόσμιας Αδελφότητας της ανθρωπότητας χωρίς διάκριση φυλής, θρησκείας, φύλου, κοινωνικής τάξης και χρώματος.

2. Ενθάρρυνση της συγκριτικής μελέτης των θρησκειών, της φιλοσοφίας και της επιστήμης.

3. Έρευνα των ανερμήνευτων νόμων της Φύσης και των κρυμμένων δυνάμεων του ανθρώπου.

Έτσι η Θεοσοφική Εταιρεία στην τελική μορφή της είχε ένα Εξωτερικό Τμήμα με Πρακτικό Στόχο την Αδελφότητα των Ανθρώπων, κι ένα Εξωτερικό Θεωρητικό με Εργασίες πάνω στην Θρησκεία και τα θρησκεύματα, την Φιλοσοφία, και την Αυτογνωσία, που γίνονταν στις Θεοσοφικές Στοές… κι ένα Εσωτερικό Τμήμα όπου οι Θεόσοφοι Εργάζονταν μέσω των Πέντε Μυήσεων για την Πραγμάτωση της Ύστατης Πραγματικότητας…

Στις Θεοσοφικές Στοές υπήρχε εξαρχής Πλήρης Ελευθερία στην Έρευνα και στην Μελέτη των θρησκειών.

Η Συγκριτική Μελέτη των θρησκειών ήταν πάντα Αντικειμενική και δεν προχώρησε ποτέ σε βάρβαρο συγκρητισμό, σε αυθαίρετη σύνθεση διαφόρων παραδόσεων…

Η Ουσία όλων των θρησκειών αναζητήθηκε στον υπέρτατο στόχο τους, δηλαδή στην Προσέγγιση (Βίωση, Πραγμάτωση) της Υπέρτατης Πραγματικότητας κι όχι σε διανοητικές περιγραφές της Πραγματικότητας ή σε εξωτερικές εκφράσεις και δραστηριότητες.

Έτσι η Αλήθεια (η Βιωματική Αλήθεια) θεωρήθηκε σαν η Ουσία της Θρησκείας, σαν η Αληθινή Θρησκεία: «Δεν υπάρχει θρησκεία ανώτερη της Αλήθειας».

Με αυτό το «πνεύμα» μελετώνται οι θρησκείες… Βεδάντα, Βουδισμός, Ζαϊνισμός, Ταοϊσμός, Κομφουκιανισμός, Ζωροαστρισμός, Ελληνική Φιλοσοφία, Χριστιανισμός, Ισλαμισμός, Koμφουκιανισμός, Βαχάϊ, κλπ.

Βεβαίως, στους Κόλπους της Θεοσοφικής Εταιρείας, διατυπώνονται «προσωπικές απόψεις» για τις θρησκείες, αλλά αυτά δεν αποτελούν επίσημη θέση της Εταιρείας (γιατί δεν υπάρχει επίσημη θέση), αλλά μόνο «προσωπικές απόψεις».

Η «Επίσημη Αντίληψη για την Πραγματικότητα», της Θεοσοφικής Εταιρείας πηγάζει από το Έργο της Μπλαβάτσκυ, το οποίο θα έπρεπε «κάποιοι» να προσεγγίζουν με σεβασμό και προσοχή…. Στηρίζεται κυρίως στην Βεδαντική Αντίληψη, χρησιμοποιεί Όρους της Ελληνικής Φιλοσοφίας κι αναφέρεται και σε Βουδιστικές Αντιλήψεις, καθώς και στην Καμπαλιστική Κοσμοθεώρηση… Σε τελευταία ανάλυση, η Πραγματικότητα που επιχειρείται να «περιγραφεί» είναι η Μία Μοναδική Πραγματικότητα, κι όλες οι θρησκείες για Αυτή την Πραγματικότητα μιλούν και λίγο πολύ έχουν παρόμοιες προσεγγίσεις.

Υπάρχει ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΘΕΙΑ ΑΡΧΗ, ΡΙΖΑ ΤΩΝ ΟΛΩΝ, από την Οποία τα Πάντα Προέρχονται και στην Οποία Όλα θα Επιστρέψουν στο τέλος του μεγάλου κύκλου της ύπαρξης.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ, Είναι Ταυτόχρονα και ΜΗΔΕΝ και ΕΙΝΑΙ, κι η ΕΜΜΕΣΗ ΑΙΤΙΑ της Δημιουργίας και της εξέλιξης.

Από ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΡΟΣΙΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ Πηγάζει ο ΛΟΓΟΣ που Αποτελεί την Πηγή της Αντικειμενικής κι Υποκειμενικής Εξέλιξης.

Ο ΛΟΓΟΣ, σε Τρία Επίπεδα Εκδήλωσης, Αποτελεί την Μετάβαση από το ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ στο ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ. Γίνεται αναφορά σε ΤΡΕΙΣ ΛΟΓΟΥΣ (που αναγνωρίζονται κι έχουν ιδιαίτερες ιδιότητες) αλλά σε Αυτό το Πεδίο Εκδήλωσης Υπάρχει και Βιώνεται Ενότητα της Ύπαρξης, και δεν πραγματοποιείται διαχωρισμός ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ-ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ.

Είναι Ακριβώς στο Κατώτερο Πεδίο Ύπαρξης, το ΜΑΝΑΣ, το Νοητικό, όπου η Δημιουργία Ακολουθεί πλέον δυο ξέχωρους αλλά συσχετιζόμενους δρόμους… τον Δρόμο της ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ, που λειτουργεί σαν Πλαίσιο, σαν Χώρος Ύπαρξης, όλων των υποκειμενικών όντων… και τον Δρόμο της ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ, του ατομικού πυρήνα κάθε όντος που εκδηλώνεται με κάποιο φορέα στο αντικειμενικό πεδίο.

Το ΜΑΝΑΣ επειδή ακριβώς αποτελεί μια Μετάβαση, μια Πύλη προς την Ενότητα (Άνω) και προς την Πολλαπλότητα (Κάτω) έχει μια διπλή όψη κι έτσι διακρίνεται Ανώτερο Μάνας (ο Αληθινός νοητικός πυρήνας του όντος), και Κατώτερο Μάνας, η πρόσκαιρη προσωπικότητα, το εγώ, που χτίζεται από εμπειρίες, μνήμες και σκέψη…

Το ΜΑΝΑΣ Δημιουργεί Αντικειμενικά, σε ένα κατώτερο επίπεδο εκδήλωσης, τον Χώρο του ΚΑΜΑ, της Ψυχικής ροπής και Δύναμης…

Το ΚΑΜΑ θα δημιουργήσει με την σειρά του, τον Χώρο της Παγκόσμιας Ενέργειας, ΠΡΑΝΑ…

Εκδηλώσεις της Παγκόσμιας Ενέργειας είναι ο Κόσμος των Μορφών, ΡΟΥΠΑ

Αυτό που περιγράψαμε είναι η Δημιουργία, η Εξέλιξη, στην Αντικειμενική Όψη της.

Όλες Αυτές οι Όψεις της Ύπαρξης Υπάρχουν στον ΙΔΙΟ ΧΩΡΟ, αλλά σε διαφορετική «συχνότητα εκδήλωσης». Οι Ανώτερες Όψεις Αποτελούν Εσωτερικές Δυνάμεις του Κατώτερου Φορέα.

Τα Όντα που Προέρχονται από την ΑΡΧΗ, κι Εκδηλώνονται Καταρχήν Μέσα στον ΛΟΓΟ, χωρίς να «διαχωρίζονται», αποκόπτονται στους Κατώτερους Κόσμους και βιώνουν μια ξεχωριστή ατομική ύπαρξη, πράγμα που είναι βέβαια μια ψευδαίσθηση… γιατί τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από το ΥΠΟΣΤΗΡΙΓΜΑ.

Στην Κατάσταση του ΠΡΩΤΟΥ ΛΟΓΟΥ τα όντα βιώνουν την Ύπαρξη σαν ΑΤΜΑ. Στην πραγματικότητα ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ και ΑΤΜΑ είναι η ίδια Απόλυτη Αδιαφοροποίητη Κατάσταση, όπου δεν υπάρχει ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ-ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ.

Στην Κατάσταση του ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΛΟΓΟΥ τα όντα βιώνουν την Ύπαρξη σαν ΑΤΜΑ-ΜΠΟΥΝΤΙ. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ και ΑΤΜΑ-ΜΠΟΥΝΤΙ «Ταυτίζονται»… Υπάρχει μια «Διαφοροποίηση» από την Ανώτερη Κατάσταση, αλλά πρέπει κάποιος να το Βιώσει για να το νοιώσει…

Στην Κατάσταση του ΤΡΙΤΟΥ ΛΟΓΟΥ τα όντα βιώνουν την Ύπαρξη σαν ΑΤΜΑ-ΜΠΟΥΝΤΙ-ΜΑΝΑΣ. Σε Αυτή την Κατάσταση ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ και ΑΤΜΑ-ΜΠΟΥΝΤΙ-ΜΑΝΑΣ Υπάρχουν Μέσα στην Ενότητα της Ύπαρξης. Υπάρχουν ταυτόχρονα, αλλά δεν «διαχωρίζονται»…

Όταν τα όντα Περνούν την Πύλη του ΜΑΝΑΣ, προς την Πολλαπλότητα, τότε η «Ανώτερη Οντότητα» εκδηλώνεται σε ένα προσωρινό σχηματισμό του «Κατώτερου Μάνας»…

Στην Συνέχεια, στην Πορεία προς τα Κάτω, η «Νέα Σύνθεση της Ανώτερης Οντότητας» εκδηλώνεται μέσα στο «Κάμα Ρούπα».

Τέλος η «Νέα Σύνθεση της Ανώτερης Οντότητας», απομονώνοντας ένα μέρος της Παγκόσμιας Ενέργειας, Πράνα, εκδηλώνεται μέσα στο «Ρούπα».

Στην πραγματικότητα όλες αυτές οι «Δυνάμεις», «Σώματα» εκδηλώνονται στον ίδιο χώρο με το σώμα και μέσα στο σώμα… Το πώς συμβαίνει ακριβώς μόνο ένας «δάσκαλος» μπορεί και πρέπει να το εξηγήσει…

Βεβαίως οι Πνευματικές Δυνάμεις, υπερβαίνουν το χώρο και το σώμα, κι απλά «παρίστανται» κι υποστηρίζουν («αγκαλιάζοντάς» το) το σώμα… Το «σημείο επαφής» με το σώμα είναι το «ανώτερο κέντρο», ο «ανώτερος εγκέφαλος. Το «Κατώτερο Μάνας» εκδηλώνεται στον πρόσθιο διανοητικό εγκέφαλο. Το «Κάμα Ρούπα» εκδηλώνεται σαν ο «συναισθηματικός κόσμος» μας, στην θέση της καρδιάς… Το ίδιο το «Ρούπα» εκδηλώνεται στην βάση του σώματος και στις βιολογικές δραστηριότητες.

Ο Άνθρωπος, έτσι όπως περιγράφεται από την Θεοσοφική Αντίληψη, Εμπεριέχει Μέσα στην ΦΥΣΗ του, την ΘΕΪΚΗ ΟΥΣΙΑ, σαν κάτι ΕΓΓΕΝΕΣ, καθώς και τον Προορισμό του… να Αποκτήσει ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, και να ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ στην ΠΗΓΗ του, στο ΑΠΟΛΥΤΟ.

Αν στο Εξωτερικό Θεωρητικό Τμήμα γίνεται η Προετοιμασία του Ανθρώπου, για να Γνωρίσει «Τι Είναι», το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ γίνεται στο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΜΗΜΑ, με τις ΠΕΝΤΕ ΜΥΗΣΕΙΣ…

ΠΕΝΤΕ ΜΥΗΣΕΙΣ! Γιατί Πέντε; Κι όχι Μία; ή Τρεις; ή Επτά;… Επειδή οι ΜΥΗΣΕΙΣ Σχετίζονται με τις ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ του Ανθρώπου, με τα ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ του Ανθρώπου…

Βεβαίως είναι φανερό (κι αυτό γίνεται σε όλες τις Παραδόσεις), ότι για να Προχωρήσει κάποιος στο Πνευματικό Μονοπάτι, πρέπει να απαρνηθεί τον εξωτερικό κόσμο και τις εξωτερικές επιδιώξεις… για να μπορέσει να «Οικοδομήσει», τον Εσωτερικό Εαυτό του, να Φτάσει στην ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ, και στην ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ.

Οι Παλιοί Θεόσοφοι Συσχέτιζαν την Α’ ΜΥΗΣΗ με τον έλεγχο, την διαχείριση και την υπέρβαση του «Κάμα Ρούπα».

Η Β’ ΜΥΗΣΗ είχε σαν Έργο τον έλεγχο-υπέρβαση του «Κατώτερου Μάνας», της σκέψης… Μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορες πρακτικές δράσεις, αλλά ο στόχος είναι να «βρεθούμε» πέραν της σκέψης, ουσιαστικά, και φυσικά, κι όχι μέσα από πειθαρχία ή εξαναγκασμό.

Η Γ’ ΜΥΗΣΗ Αποτελεί την Ενεργοποίηση του ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΜΑΝΑΣ, μια Κατάσταση Ενότητας της Ύπαρξης, όπου Όλα Υπάρχουν Ενωμένα… Η Κατάσταση Αυτή όταν απομονωνόμαστε από τον εξωτερικό κόσμο, σε δράση Διαλογισμού, ταυτίζεται ουσιαστικά με τον ΤΡΙΤΟ ΛΟΓΟ (το ΑΤΜΑ-ΜΠΟΥΝΤΙ-ΜΑΝΑΣ)…

Η Δ’ ΜΥΗΣΗ είναι, η Εμπειρία, σε δράση Διαλογισμού, του ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΛΟΓΟΥ (το ΑΤΜΑ-ΜΠΟΥΝΤΙ).

Η Ε’ ΜΥΗΣΗ είναι η Υπέρτατη Εμπειρία, μέσα στη Δημιουργία, του ΠΡΩΤΟΥ ΛΟΓΟΥ (το ΑΤΜΑ), μια Κατάσταση που Καθρεφτίζει το ΑΠΟΛΥΤΟ.

Πέρα από Εμπειρίες και ΜΥΗΣΕΙΣ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ Η ΑΣΣΥΛΗΠΤΗ ΑΡΧΗ, το ΑΠΟΛΥΤΟ, που δεν μπορεί να είναι Εμπειρία γιατί ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΓΝΩΣΗ, ΑΙΩΝΙΑ, ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΟΥΣΑ, ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΗ…

Ίσως κάποιοι Θεόσοφοι ακολουθούν μια άλλη θεώρηση και περιγραφή… αλλά η ουσία παραμένει η ίδια…

Όλες Αυτές οι Καταστάσεις Βιώνονται μέσα στον Διαλογισμό… Το ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΣΑΜΑΝΤΙ είναι η ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ…

Ο «Αποχωρισμός από το Ρούπα», κι η Βίωση των Εσωτερικών Πεδίων, αποτελεί αντικείμενο ενός ΑΛΛΟΥ ΕΡΓΟΥ μέσα στην ΘΕΟΣΟΦΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ του Ανθρώπου… κι εδώ δεν είναι ο χώρος, να αναφερθούμε σε αυτά…

Σουφισμός - Η Σουφική «Οδός»

Αυτοί (όσοι είναι αυτοί) που γνώρισαν τον Σουφισμό από «μέσα», με το να ενταχθούν (με πολύ δυσκολία) σε μια πραγματική «Σουφική οδό» («ταρίκα»), ή ομάδα ανθρώπων που επιτελεί μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο ένα πνευματικό έργο («αμάλ»), γνωρίζει εμπειρικά μια πολύ μεγάλη αλήθεια για τον Σουφισμό που αγνοούν όλοι οι εξωτερικοί μελετητές του, πολυμαθείς κι εξαιρετικά αναλυτικοί κατά τα άλλα: «Ο Σουφισμός πήγασε κατευθείαν από την Καρδιά του Ισλάμ, από το Μυστικό Βίωμα του Προφήτη και το φλογερό κήρυγμά του, στους ελάχιστους που εμπιστευόταν ιδιαίτερα»… κι είναι βαθιά κρυμμένος μέσα στο «Κοράνι», που περιέχει και πολλά πολλά άλλα πράγματα, (γιατί υπήρχε λόγος να τα περιέχει).

Ο Σουφισμός (αυτό είναι βέβαιο) δεν προέκυψε από ξένες επιρροές ή συγκερασμό διαφόρων ξένων παραδόσεων, όπως υποστηρίζουν πολλοί εξωτερικοί μελετητές του. Ξεκινά από τον Μωάμεθ κι αποτελεί την βαθύτερη Ουσία του Ισλάμ, που γίνεται όμως προσιτή και κατανοητή από ελάχιστους… οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνο εξωτερικά το Ισλάμ.

Κάποιες από τις «Οδούς» («Ταρίκα», σουφικά τάγματα, κατά την ορολογία των δυτικών, που είχαν υπόψη τους τα χριστιανικά μοναχικά τάγματα ) είναι πανάρχαιες και φτάνουν πίσω μέχρι τον Προφήτη, άλλα είναι νεότερα, κι άλλα εμφανίστηκαν και χάθηκαν, αφού εκπλήρωσαν τον προορισμό τους… Η ουσία είναι μία, για να γνωρίσεις πραγματικά τον Σουφισμό πρέπει να τον γνωρίσεις από «μέσα».

Η αλήθεια είναι ότι ο Σουφισμός, επειδή είναι ακριβώς «Βίωση του Πραγματικού», στην απόλυτη έκφρασή του, κι επειδή αποτελεί την Αλήθεια (που είναι Αιώνια) ξεπερνά τα όρια του Ισλάμ, ή μιας θρησκείας, είναι η Αληθινή Θρησκεία… Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την πραγματική ουσία (το «Μυστικό Βίωμα») που βρίσκουμε στην καρδιά όλων των θρησκειών.

Ο Σουφισμός γεννήθηκε μέσα από την Βαθιά Μυστική Εμπειρία του Προφήτη για την «Μοναδικότητα του Θεού» (που σημαίνει «Υπάρχει Μόνον Θεός, τίποτα άλλο»), «αντίληψη» που υπάρχει σε διάφορα «σημεία» του Κορανίου, αλλά τα αναγνωρίζουν και κατανοούν το πραγματικό νόημά τους (στην πλήρη έκτασή του) οι λίγοι «μυημένοι».

Για να Ανυψωθούμε Ως τον Θεό, να Βιώσουμε την Μοναδικότητα του Θεού, ουσιαστικά πρέπει να εξαλείψουμε τα πάντα, αντιλήψεις, σκέψεις, δραστηριότητες… όλα (όλες οι αντιλήψεις, ακόμα και οι αντιλήψεις περί Θεού, εφόσον υπονοούν ένα «διαχωρισμό» μας από τον Θεό), θεωρούνται ουσιαστικά απατηλές: Υπάρχει Μόνον Θεός, Τίποτα άλλο… Πρακτικά, αυτό σημαίνει ακριβώς την εξάλειψη της ατομικής συνείδησης και την βύθισή μας στην Ενότητα της Ύπαρξης, στο Πραγματικό. Το αν αυτό γίνεται (πραγματοποιείται) κι είναι αποτέλεσμα της άμεσης κατανόησής μας και χωρίς διαδικασία, ή αν πρέπει κάποιος να εργαστεί (πράγμα που είναι και το πιο συνηθισμένο) προς αυτή την κατεύθυνση για να το βιώσει, είναι καθαρά θέμα της ποιότητας του ανθρώπου, ή καλύτερα του επιπέδου κατανόησης που έχει, ή του βαθμού απορρόφησής του στον απατηλό κόσμο των φαινομένων… Μόνο ο Θεός Υπάρχει, Πίσω από όλα. Η προσωρινή ύπαρξη όλων των όντων κι όλων των πραγμάτων, Πηγάζει από τον Θεό, και σε Αυτόν επιστρέφει.

Ο Θεός (Αλλάχ σημαίνει ακριβώς Θεός, ο Θεός) ονομάζεται ακριβώς στον Σουφισμό Αλ-Χακ, το Πραγματικό, ακριβώς για να μας αποσπά από τις απατηλές αντιλήψεις περί πραγματικότητας… Οι Σούφι είναι οι «Αλ Αλ-Χακ», οι Οπαδοί, οι Λάτρεις, του Πραγματικού, Αυτοί που Οδεύουν προς το Πραγματικό, που Βιώνουν το Πραγματικό.

Το «Φανά», το σβήσιμο μέσα στον Θεό, δεν είναι τόσο η εξάλειψη του προσωπικού εγώ, όσο το Άνοιγμα στην Απεραντοσύνη, σε μια Άλλη Ύπαρξη, σε μια Άλλη Αληθινή Ζωή. Ο άνθρωπος, «χάνοντας» τον εαυτό του μέσα στον Θεό, μετουσιώνεται ο ίδιος στην Αληθινή Ύπαρξη, Βρίσκει την Αληθινή Φύση του, μέσα στην Παγκόσμια Ενότητα της Ύπαρξης.

Επειδή ακριβώς το αληθινό έργο («αμάλ») είναι η Βίωση της Απόλυτης Ενότητας της Ύπαρξης (του Πραγματικού), κι επειδή πρόκειται για μια μοναδική αιώνια αλήθεια που έχει βρει ο άνθρωπος και που μπορεί να βιώσει ο καθένας (στον βαθμό που το επιδιώκει και το πραγματοποιεί), είναι φυσικό σε αυτό ακριβώς (το ουσιαστικό σημείο) ο Σουφισμός να ταυτίζεται με όλες τις Γνήσιες Παραδόσεις. Αλλά το ότι οι Παραδόσεις μιλάνε όλες για την Αλήθεια, αυτό δεν συνεπάγεται κανένα αλληλοεπηρεασμό (χωρίς βεβαίως να το αποκλείει). Η Ενότητα των Παραδόσεων πηγάζει από την βαθύτερη ουσία τους κι όχι από εξωτερικούς παράγοντες.

Από καθαρά πρακτική άποψη ο Σουφισμός είναι πολλά πράγματα μαζί.

Είναι η Άμεση Ενόραση της Αλήθειας, που μας μεταφέρει άμεσα στο Χώρο του Πραγματικού.

Είναι επίσης πρακτικές που οδηγούν σε αυτό το υπέρτατο βίωμα.

Είναι «διδασκαλίες» που το υποδεικνύουν, με άμεσο λόγο, με υποδείξεις, παραβολές, «παραμύθια»…

Είναι δραστηριότητες που βοηθούν και πράξεις που το προετοιμάζουν να πραγματοποιηθεί.

Είναι όλα αυτά, και πέρα από όλα αυτά, η Βίωση της Αλήθειας, η Επαφή με το Απέραντο…. Είναι το Βίωμα της Πραγματικότητας, του Πραγματικού.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι επειδή μιλάμε για μια πραγματική μεταστοιχείωση του ανθρώπου, για κάτι απόλυτα πρακτικό, που ο καθένας πραγματοποιεί προσωπικά και με τον μοναδικό τρόπο του (γιατί αφορά αυτόν), μέχρι να «αφήσει» τον εαυτό για να περάσει την Πύλη του Ουρανού… δεν μπορεί να υπάρχει κάποια (γενική) πρακτική που μπορεί να εφαρμόσει ο άνθρωπος… αυτό είναι πολύ θεωρητικό... Ο καθένας πρέπει να βαδίσει την «Οδό» αυτός ο ίδιος, και να το κάνει πρακτικά, μεταμορφούμενος από την περιορισμένη ύπαρξη στην Απέραντη Ενότητα της Ύπαρξης… άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Ο όρος «Φανά φι ‘λ-Χακ», σβήσιμο μέσα στο Πραγματικό, στην πραγματικότητα, πέρα από το πραγματικό τελειωτικό νόημά του, σημαίνει επίσης τα διάφορα στάδια ή βαθμίδες πραγμάτωσης, για αυτούς που δεν μπορούν να έχουν «Άμεση Όραση του Θεού», και προχωράνε σταδιακά προς τον Θεό, που είναι το πιο εύκολο για τους πιο πολλούς ανθρώπους.

1. Το πρώτο πράγμα που σηματοδοτεί την «Είσοδο στην Οδό», στο «Ρεύμα της Ζωής» είναι η απάρνηση του κόσμου, η αληθινή φτώχεια, η μη-κατοχή περίσσιων αγαθών από όσα χρειάζεται πραγματικά ο άνθρωπος.

2. Η κάθαρση (της κατώτερης ψυχής , «ναφς») από επιθυμίες και πάθη είναι αυτό που ανοίγει πραγματικά τον δρόμο για τον Ουρανό.

3. Η Αντίληψη της Παρουσίας του Θεού, η «Συγκέντρωση στο Θεό» σημαίνει τον παραμερισμό όλων των αντιλήψεων, των σκέψεων, όλων των νοητικών διαδικασιών, που είναι απομάκρυνση από τον Θεό. Το πέρασμα πέραν όλων αυτών, η εξάλειψη της προσωπικής ύπαρξης είναι το «φανά», το σβήσιμο του εγώ μέσα στην Ενότητα της Ύπαρξης.

Αυτή είναι η βαθύτερη ουσία του «Ντικρ», της «Ανάμνησης του Θεού», τουλάχιστον στο «εσώτατο ντικρ», που είναι πέρα από το «ντικρ της γλώσσας» και το «ντικρ της καρδιάς»…

4. Αυτή όμως η «Αντίληψη της Ενότητας της Ύπαρξης» όπου έχει «διαλυθεί» το εγώ δεν είναι η Τελική Κατάσταση… πρέπει να ξεπεραστεί ακόμα και αυτή η Αντίληψη, σαν διαδικασία, σαν προσπάθεια σύλληψης, κατανόησης, και κατοχής του Πραγματικού, κάθε συνειδητή προσπάθεια να αντιλαμβανόμαστε… Μόνο όταν περνάμε στην «ακινησία του να είμαστε» Ανατέλλει η «Άμεση Πλήρης Όραση της Πραγματικότητας», Γινόμαστε η Πραγματικότητα, το Πραγματικό… Αυτό είναι το «φανά αλ-φανά», το «σβήσιμο του σβησίματος».

5. Το Πραγματικό Ανήκει σε Άλλη Οντολογική Περιοχή από την δική μας (προσωρινή και σχετική) ύπαρξη, πέρα από την «κίνηση της αντίληψης»… Είναι η Αιώνια Σταθερή Πραγματικότητα που Υπάρχει, Ρέει Χωρίς να Αλλοιώνεται, επειδή είναι πέρα από το χρόνο και το κοσμικό γίγνεσθαι.

Το ουσιαστικό στον Σουφισμό, πέρα από τις όποιες θεωρητικές περιγραφές, είναι ότι όλα αυτά πρέπει να πραγματοποιηθούν.

Η «Ιερή Αποδημία», το «Ιερό Προσκύνημα στον Αληθινό Θεό», που μόνο ένα εξωτερικό σύμβολό του είναι το «προσκύνημα στην Μέκκα», (το «χατζ»), δεν μπορεί να είναι ούτε ευσεβής πόθος, ούτε πορεία χωρίς φτάσιμο… Πρέπει να βρεθούμε Εδώ, στο Θεό, να τον Αγγίξουμε, να Γίνουμε Ένα Μαζί Του… όλα τα άλλα είναι απλά ανθρώπινες ανοησίες.

Ψυχεδελικές νότες βρέθηκαν χαραγμένες σε πέτρα ηλικίας 2.000 ετών

Σαμανικά τραγούδια «βλέπουν» οι αρχαιολόγοι

Σαμανικά τραγούδια της αρχαιότητας ίσως έμειναν χαραγμένα σε πέτρα (και στην ιστορία) όπως δείχνει μια αλληλουχία αρχαίων χαρακτικών που βρέθηκαν σε ηφαιστειακούς ογκόλιθους. Οι ειδικοί δεν αποκλείουν τα χαρακτικά να αντιπροσωπεύουν μουσική που παιζόταν κατά τη διάρκεια σαμανικών τελετουργικών με τη χρήση παραισθησιογόνων φυτών πριν από 2.000 χρόνια.

Η αινιγματική αυτή τέχνη, που αποτελείται από ανθρώπινες φιγούρες που χορεύουν και περιβάλλεται από γραμμές ζιγκ ζαγκ και άλλες γεωμετρικές μορφές, διαφεύγει συγκεκριμένης ερμηνείας, αν και μια νέα ανάλυση υποδηλώνει ότι αυτά τα αφηρημένα σχήματα μπορεί να απεικονίζουν τραγούδια που μετέφεραν τους συμμετέχοντες των τελετουργικών σε άλλες διαστάσεις κατά τη διάρκεια των ψυχεδελικών ταξιδιών. Οι εγχαράξεις βρέθηκαν στο Νότιο Περού.

Τα προκολομβιανά σχέδια βρίσκονται στο Toro Muerto, το οποίο περιέχει μια από τις πλουσιότερες συλλογές τέχνης σε πέτρα στη Νότια Αμερική. Η τοποθεσία είναι γεμάτη με χιλιάδες ογκόλιθους, εκ των οποίων περίπου 2.600 έχουν επάνω τους αρχαία χαρακτικά.

Ομοιότητες με τον πολιτισμό Τουκάνο

Περιγράφοντας τα σχέδια σε μια νέα μελέτη, οι ερευνητές εξηγούν ότι περιέχουν «μια σχεδόν συντριπτική επανάληψη των εικόνων των ανθρώπινων μορφών που χορεύουν (γνωστών ως danzantes). Είναι σχέδια μοναδικά στην περιοχή. Πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή γεωμετρικών μοτίβων, πιο συχνά με τη μορφή κατακόρυφων ζιγκ-ζαγκ, ευθείες και ημιτελείς γραμμές που ποικίλλουν σε πλάτος, μερικές φορές με συνοδευτικές κουκκίδες ή κύκλους.» Προηγούμενες προσπάθειες για την ερμηνεία αυτών των γραμμών ζιγκ-ζαγκ, έχουν προτείνει ότι μπορεί να αντιπροσωπεύουν φίδια, κεραυνούς ή νερό, αν και οι συγγραφείς της μελέτης πιστεύουν ότι μπορεί να έχουν μια εναλλακτική έννοια.

Για να στηρίξουν την υπόθεσή τους, οι ερευνητές επισημαίνουν τις εντυπωσιακές ομοιότητες μεταξύ των σχεδίων στο Toro Muerto και των παραδοσιακών σχεδίων του πολιτισμού Τουκάνο στην Κολομβιανή Αμαζονία. Στην περίπτωση των τελευταίων, τα γεωμετρικά σχέδια έχουν συνδεθεί με τα οράματα που προκαλούνται από το παραισθησιογόνο brew ayahuasca, το οποίο καταναλωνόταν τελετουργικά από τις αυτόχθονες κοινότητες του Αμαζονίου επί χιλιετίες.


Τα σχέδια με τους danzantes

Το τραγούδι των σαμάνων και το ταξίδι στον κόσμο των πνευμάτων

Ανθρωπολογικές αναλύσεις αυτών των τελετουργικών έχουν επανειλημμένα τονίσει τη σημασία της μουσικής, με τραγούδια γνωστά ως «ίκαρος» (icaros), να τραγουδιούνται από σαμάνους ως ένα μέσο επικοινωνίας με τους θεούς και ταξιδιού μέσα στον κόσμο των πνευμάτων. Το ενδιαφέρον είναι ότι μελέτες για τη σημασία των σχεδίων ζιγκ-ζαγκ στη τέχνη των Τουκάνο έχουν αποκαλύψει ότι «οι Τουκάνο είδαν σε αυτά τις αναπαραστάσεις τραγουδιών που ήταν αναπόσπαστο μέρος της τελετουργίας, και τους απέδιδαν αντιπροσωπευτική δύναμη, ενώ αποτελούσαν και ένα μέσο για τη μεταφορά τους στον μυθικό χρόνο της αρχής.»

Με άλλα λόγια, μέσα σε ένα πλαίσιο από το Τουκάνο, αυτά τα σχήματα απεικονίζουν τη σαμανική μουσική που μαγεύει όσους συμμετέχουν στις τελετουργίες υπό την επίδραση της ayahuasca, παραδίδοντάς τους σε έναν “παράλληλο κόσμο” στον οποίο είναι σε θέση να επανασυνδεθούν με την πατρογονική μυθολογία τους. Εφαρμόζοντας την ίδια ερμηνεία στα έργα του Toro Muerto, οι μελετητές προτείνουν ότι «ο κεντρικός χορός που περιβάλλεται από κυματιστές γραμμές, στην πραγματικότητα «περιβάλλεται» από τραγούδια, τα οποία – ενσωματώνοντας ενέργεια και δύναμη ταυτόχρονα – ήταν η πηγή της μεταφοράς σε έναν άλλο κόσμο.»

Αναγνωρίζοντας ότι η ιδέα τους είναι κάπως θεωρητική, οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτά τα προ-ισπανικά σχέδια «εικονογράφησαν μια απροσδιόριστη γραφικά σφαίρα του πολιτισμού: το τραγούδισμα και τα τραγούδια.»

Περιγράφοντας το βαθύτερο νόημα πίσω από αυτές τις μουσικές απεικονίσεις, οι συγγραφείς εξηγούν ότι «ο κόσμος αποτελούσε τον χώρο που ο σαμάνος εξερεύνησε στο οραματικό του ταξίδι, ενώ οι κυματιστές και ζιγκ-ζαγκ γραμμές θα μπορούσαν να απεικονίζουν τραγούδια που τον ταξιδεύουν σε αυτήν την παράλληλη πραγματικότητα, καθώς και την αίσθηση ότι βρίσκεται στον έναν ή τον άλλο κόσμο.»

Ποιο το νόημα της οποιασδήποτε σχέσης, όταν δεν είμαστε παρόντες;

Στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνία και των ατελείωτων υποχρεώσεων, ένα σημαντικό ερώτημα προκύπτει σχετικά με το νόημα των ανθρώπινων σχέσεων: τι αξία έχουν όταν δεν είμαστε πραγματικά παρόντες σε αυτές;

Η τεχνολογία μας επιτρέπει να διατηρούμε επαφή με άτομα από απόσταση, αλλά αυτή η επαφή συχνά λειτουργεί επιφανειακά, αφήνοντας την ποιότητα της ανθρώπινης σύνδεσης σε δεύτερη μοίρα.

Πολλές φορές, ακόμη και όταν βρισκόμαστε σωματικά δίπλα στον άλλον, η προσοχή μας είναι διάσπαρτη, παγιδευμένη στις σκέψεις μας ή σε μία ψηφιακή οθόνη. Αυτή η απουσία επικοινωνίας και πραγματικής παρουσίας μπορεί να οδηγήσει σε μια σχέση που αισθάνεται άδεια και ανεπαρκής. Η αξία της παρουσίας σε μια σχέση δεν περιορίζεται στη σωματική παρουσία, αλλά επεκτείνεται στην ενεργητική συμμετοχή, την αφοσίωση της προσοχής, των αισθήσεων και της καρδιάς.

Η συνειδητή προσπάθεια να είμαστε παρόντες σε μια σχέση εμβαθύνει τη σύνδεση και ενισχύει τον δεσμό μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή η πραγματική παρουσία, περισσότερο από την απλή σωματική εγγύτητα, απαιτεί την πλήρη συμμετοχή στην εκάστοτε στιγμή.

Η ανταλλαγή βλεμμάτων, οι αγκαλιές, οι στιγμές αμοιβαίας χαράς ή λύπης, και ακόμη η σιωπή που μοιράζεται μεταξύ δυο ανθρώπων, αποτελούν απτές εκφράσεις της παρουσίας που προσθέτουν βάθος και νόημα στις σχέσεις. Είναι αυτές οι στιγμές που μας διδάσκουν πώς η ποιότητα της παρουσίας υπερτερεί της ποσότητας του χρόνου που περνάμε μαζί.

Η έλλειψη πραγματικής παρουσίας μπορεί να εγείρει παρεξηγήσεις, να αυξήσει την αποξένωση και να εξασθενίσει τη σύνδεση που οικοδομούμε με τους ανθρώπους γύρω μας.

Σε μια εποχή όπου η επικοινωνία φαίνεται πιο εύκολη από ποτέ, η σημασία του να είμαστε πραγματικά παρόντες για κάποιον έχει αναδειχθεί περισσότερο.

Για να βελτιώσουμε την παρουσία μας στις σχέσεις, πρέπει να εφαρμόσουμε την ενεργητική ακρόαση, να δείξουμε ευαισθησία και ενσυναίσθηση , και να είμαστε εκεί όχι μόνο με το σώμα μας αλλά και με το μυαλό και την καρδιά μας.

Η προσοχή μας πρέπει να είναι αφιερωμένη στη στιγμή, δίνοντας στον άλλον τον χώρο να εκφραστεί ελεύθερα και να αισθανθεί εντελώς ότι ακούγεται και γίνεται κατανοητός

Πέρα από την ανάγκη για φυσική παρουσία, η συναισθηματική και πνευματική παρουσία είναι εξίσου σημαντικές.

Να είσαι παρών σημαίνει να μοιράζεσαι τις ελπίδες, τα όνειρα, τις ανησυχίες και τους φόβους σου με κάποιον άλλον. Σημαίνει να είσαι ανοιχτός και ειλικρινής, διατηρώντας μια γέφυρα επικοινωνίας που ποτέ δεν κλείνει, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές.

Η ικανότητα να παραμένουμε παρόντες με αυτόν τον τρόπο απαιτεί επίσης την προθυμία να είμαστε ευάλωτοι, να ανοίγουμε την καρδιά μας και να εμπιστευόμαστε τον άλλον.

Η εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας και των ατελείωτων υποχρεώσεων, έφερε στην επιφάνεια την ανυπολόγιστη αξία της παρουσίας. Η απομόνωση και η έλλειψη φυσικής επαφής ανέδειξαν πόσο πολύτιμες είναι οι στιγμές που μπορούμε να είμαστε πραγματικά μαζί.

Αυτή η περίοδος μας δίδαξε να εκτιμούμε περισσότερο τις συναντήσεις μας, να αναζητούμε πιο βαθιές συνδέσεις και να ενδυναμώνουμε την προσοχή μας προς τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν.

Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η απόσταση δεν μειώνουν πλέον την ανάγκη για ποιοτική παρουσία, η επιλογή να είμαστε πλήρως παρόντες στις σχέσεις μας είναι πιο σημαντική από ποτέ.

Η ενεργητική παρουσία δεν είναι απλώς μια προσφορά στον άλλον αλλά και μια επένδυση στην ποιότητα της ζωής μας. Η δέσμευση να είμαστε παρόντες, συναισθηματικά, πνευματικά και φυσικά, αποτελεί το κλειδί για τη δημιουργία ισχυρών, υγιών και εμπλουτισμένων σχέσεων.

Συνοψίζοντας, η ουσία κάθε σχέσης εντοπίζεται στην ποιότητα της παρουσίας μας. Να είμαστε παρόντες, όχι μόνο σωματικά, αλλά και συναισθηματικά, πνευματικά και με όλη μας την προσοχή, δημιουργεί τις βάσεις για ισχυρές, υγιείς, και εμπλουτισμένες σχέσεις.

Αυτή η πλήρης εμπλοκή μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε την αξία του άλλου ανθρώπου, να καλλιεργήσουμε βαθύτερη κατανόηση και να ενισχύσουμε την αμοιβαία στήριξη.

Η πραγματική παρουσία στις σχέσεις δεν είναι πάντα εύκολη. Απαιτεί προσπάθεια, αφοσίωση και ενίοτε την υπέρβαση του εγωισμού μας για να δώσουμε προτεραιότητα στις ανάγκες του άλλου.

Όμως, τα οφέλη υπερβαίνουν κατά πολύ το κόστος, φέρνοντας μια αίσθηση ευτυχίας, εκπλήρωσης και γνήσιας σύνδεσης που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τίποτα άλλο.

Μέσα από τη συνειδητή προσπάθεια να είμαστε παρόντες, μαθαίνουμε περισσότερα όχι μόνο για τους ανθρώπους στη ζωή μας αλλά και για τον εαυτό μας.

Ανακαλύπτουμε τι σημαίνει να αγαπάμε, να στηρίζουμε και να αποδεχόμαστε, καθώς και την αξία του να μοιραζόμαστε τη ζωή μας με άλλους. Η παρουσία μας γίνεται ένα δώρο που προσφέρουμε ανιδιοτελώς, ενισχύοντας τις σχέσεις μας και κάνοντας τη ζωή πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα.

Κλείνοντας, η ποιότητα της παρουσίας μας στις ανθρώπινες σχέσεις αποτελεί τον κορμό γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται η ευτυχία και η εκπλήρωση στη ζωή μας.

Αναγνωρίζοντας τη σημασία του να είμαστε πλήρως παρόντες, ξεπερνάμε τα εμπόδια που η σύγχρονη ζωή επιβάλλει στην αληθινή επικοινωνία και σύνδεση.

Με κάθε στιγμή που επιλέγουμε να είμαστε πραγματικά παρόντες, ενδυναμώνουμε τις σχέσεις μας, χτίζοντας ένα δίκτυο αγάπης, κατανόησης και αλληλεγγύης.

Η αποτελεσματική επικοινωνία, η βαθιά κατανόηση και η αμοιβαία στήριξη που προκύπτουν από αυτήν την παρουσία, δίνουν νέο νόημα στην καθημερινότητά μας, καθιστώντας κάθε στιγμή μοναδική και πολύτιμη.

Έτσι, η συνειδητή επιλογή να είμαστε παρόντες σε κάθε σχέση και κατάσταση, μετατρέπει την εμπειρία της ζωής σε ένα έργο τέχνης πλούσιο σε χρώματα, συναισθήματα και βαθιές συνδέσεις.

Ας δώσουμε λοιπόν τη δέουσα προσοχή στο να είμαστε παρόντες, ώστε να καλλιεργήσουμε σχέσεις που εμπνέουν, υποστηρίζουν και εμπλουτίζουν την ύπαρξή μας, δημιουργώντας μια ζωή γεμάτη νόημα και αληθινή ευτυχία.

Σαπφώ: Θεός μου φαίνεται

Θεός μου φαίνεται στ΄ αλήθεια εμένα κείνος
ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει
και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου
σου τ΄ ορκίζομαι" γιατί μόλις που πάω να
σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου
μες στο στόμα η γλώσσα μου
στεγνώνει" πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι
ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω μα
βουίζουν τ΄ αυτιά μου κι ένας κρύος ιδρώτας
το κορμί μου περιχάει" τρέμω σύγκορμη αχ!
και πρασινίζω σάν το χόρτο και λέω πώς λίγο ακόμη"
λίγο ακόμη και πάει θα ξεψυχήσω.

***
Φαίνεταί μοι κῆνος ἴσος θέοισιν
ἔμμεν' ὤνηρ ὄττις ἐνάντιός τοι
ἰσδάνει καὶ πλάσιον ἆδυ φωνεί-
σας ὐπακούει,
καὶ γελαίσας ἰμέροεν, τό μ' ἦ μὰν
καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόαισεν.
ὠς γὰρ ἔς σ' ἴδω βρόχε' ὤς με φώναι-
σ' οὐδ' ἒν ἔτ' εἴκει,
ἀλλὰ κὰμ μὲν γλῶσσα ἔαγε, λέπτον
δ' αὔτικα χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμηκεν,
ὀππάτεσσι δ' οὐδ' ἒν ὄρημμ', ἐπιρρόμ-
βεισι δ' ἄκουαι:

ἔκ δέ μ' ἴδρως κακχέεται, τρόμος δὲ
παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας
ἔμμι, τεθνάκην δ' ὀλίγω 'πιδεύης
φαίνομ' ἔμ' αὔτᾳ.

Σαπφώ, Θεός μου φαίνεται

Αυτή είναι η πιο υψηλή ευγένεια

Αποτέλεσμα εικόνας για Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δε σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά. Υπάρχουν ψυχές συνεσταλμένες, διψασμένες για επιδοκιμασία επειδή δυσπιστούν για τον ίδιο τους τον εαυτό, ψυχές που συνδέουν, με μια ασαφή συνείδηση που έχουν για την αξία τους, την επιθυμία και την ανάγκη να ακούν να επαινείται η αξία τους αυτή από άλλους.

Είναι ματαιοδοξία; Είναι μετριοφροσύνη; Δεν ξέρω.

Ενώ, όμως, ο κενόδοξος μας προξενεί απέχθεια με την αξίωσή του να επιβάλλει στους άλλους την καλή γνώμη που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του, αισθανόμαστε έλξη μάλλον προς εκείνους που, προκειμένου να έχουν για την αξία τους την ίδια αυτή ευνοϊκή γνώμη, περιμένουν εναγωνίως από εμάς να θελήσουμε να τους την δώσουμε.

Ένας δίκαιος έπαινος, ένας καλός λόγος θα έχει στις ψυχές αυτές το αποτέλεσμα της ηλιαχτίδας που πέφτει αιφνίδια σε έρημη ύπαιθρο.

Ο έπαινος, όπως η ηλιαχτίδα, θα τους ξαναδώσει ζωή, και μάλιστα, όντας πιο αποτελεσματικός ακόμα από εκείνη, θα μετατρέψει κάποιες φορές σε καρπούς άνθη που, χωρίς αυτόν, θα είχαν ξεραθεί.

Αντίθετα, ένας αθέλητος υπαινιγμός, μια επικριτική λέξη από αρμόδια χείλη μπορούν να μας βυθίσουν στην θλίψη αυτή στην οποία, όντας δυσαρεστημένοι με τον εαυτό μας, απελπισμένοι για το μέλλον, πιστεύουμε πως βλέπουμε να κλείνουν μπροστά μας όλοι οι δρόμοι της ζωής.

Και, όπως ο απειροελάχιστος κρύσταλλος, όταν πέσει σε υπερκορεσμένο διάλυμα, προσελκύει το τεράστιο πλήθος των διάσπαρτων μορίων και κάνει το διαφανές υγρό να μετατρέπεται διαμιάς σε μάζα αδιαφανή και στερεά, έτσι και, μόλις ο παραμικρός ψίθυρος της μομφής αυτής εισχωρήσει σε τούτες τις ψυχές, ενσκήπτουν από εδώ και από εκεί, από χίλια διαφορετικά σημεία και απ’ όλους τους δρόμους που οδηγούν στα βάθη της καρδιάς, οι συστολές που είχαν φαινομενικά υπερνικηθεί, οι απογοητεύσεις που προς στιγμήν είχαν απαλυνθεί, όλες αυτές οι περιρρέουσες θλίψεις που δεν περίμεναν παρά μια ευκαιρία για να αποκρυσταλλωθούν σε συμπαγή μάζα και να πιέσουν με όλο τους το βάρος μια αδρανή και αποθαρρυμένη πλέον ψυχή.

Η κάπως αρρωστημένη αυτή ευαισθησία είναι σπάνιο πράγμα· ευτυχώς!

Ποιος όμως δεν έχει αισθανθεί κάποιες στιγμές να έχει πληγεί ο εγωισμός του και να έχει ανακοπεί διαμιάς η ορμή που θα μπορούσε να έχει αποκτήσει· ενώ, αντίθετα, κάποιες άλλες στιγμές, τον διαπερνά μια απολαυστική αρμονία, διότι μια λέξη που έχει γλιστρήσει στο αυτί του, καθώς εισχωρεί στην ψυχή και την αναταράσσει μέχρι τις πιο μύχιες πτυχές της, έχει αγγίξει την κρυμμένη αυτή χορδή που δεν μπορεί να ηχήσει χωρίς όλες οι δυνάμεις της ύπαρξης να δονούνται μαζί της και να πάλλονται σε μια ταυτοφωνία;

Να μην είναι άραγε εδώ ακριβώς, η πιο υψηλή ευγένεια, η ευγένεια της καρδιάς, αυτή που αποκαλούσαμε προηγουμένως αρετή;

Είναι η φιλαλληλία που ασκείται στο πεδίο του εγωισμού, εκεί όπου, κάποιες φορές, το να αναγνωρίσει κανείς το κακό είναι εξίσου δύσκολο με το να θέλει να το θεραπεύσει. Βάση της είναι μια μεγάλη φυσική καλοσύνη.

Η καλοσύνη όμως αυτή ίσως να παρέμενε αναποτελεσματική αν δεν συνδυαζόταν μαζί της και η συνέργεια του πνεύματος, η λεπτότητα, καθώς και μια βαθιά γνώση της ανθρώπινης καρδιάς.

Φαίνεται επομένως ότι η ευγένεια σε όλες τις μορφές της, ως ευγένεια του πνεύματος, ευγένεια των τρόπων και ευγένεια της καρδιάς, μας εισάγει σε μια ιδανική πολιτεία, αληθινή πολιτεία του πνεύματος, όπου η ελευθερία θα είναι η απελευθέρωση της διάνοιας, η ισότητα μια δίκαιη κατανομή της εκτίμησης και της υπόληψης, η δε αδελφότητα μια λεπτή συμ-πάθεια με τις ψυχικές οδύνες της ευαισθησίας.

Θα επεκτείνει την δικαιοσύνη και την φιλαλληλία πέραν του απτού κόσμου· θα προσθέτει στην καθημερινή ζωή, στην οποία συνάπτονται χρήσιμες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, την λεπτή γοητεία ενός έργου τέχνης.

Oι επιστήμονες φτιάχνουν διαφανές ξύλο

Πριν από τριάντα χρόνια, ένας βοτανολόγος στη Γερμανία είχε μια απλή επιθυμία: να δει την εσωτερική λειτουργία των ξυλωδών φυτών χωρίς να τα ανατέμνει. Με τη λεύκανση των χρωστικών στα φυτικά κύτταρα, ο Ζιγκφριντ Φινκ κατάφερε να δημιουργήσει διαφανές ξύλο και δημοσίευσε την τεχνική του σε ένα εξειδικευμένο περιοδικό τεχνολογίας ξύλου. Το έγγραφο του 1992 παρέμεινε η τελευταία λέξη για το διαφανές ξύλο για περισσότερο από μια δεκαετία, μέχρι που έπεσε στα χέρια ενός ερευνητή ονόματι Λαρς Μπέργκλουντ.

Ο Μπέργκλουντ εμπνεύστηκε από την ανακάλυψη του Φινκ, αλλά όχι για βοτανικούς λόγους. Ο επιστήμονας υλικών, ο οποίος εργάζεται στο Βασιλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας KTH στη Σουηδία, ειδικεύεται στα σύνθετα πολυμερή και ενδιαφερόταν να δημιουργήσει μια πιο στιβαρή εναλλακτική λύση στο διαφανές πλαστικό. Και δεν ήταν ο μόνος που ενδιαφερόταν για τις αρετές του ξύλου.

Στην άλλη άκρη του ωκεανού, οι ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ ήταν απασχολημένοι με έναν σχετικό στόχο: την αξιοποίηση της αντοχής του ξύλου για μη παραδοσιακούς σκοπούς.

Τώρα, μετά από χρόνια πειραμάτων, η έρευνα αυτών των ομάδων αρχίζει να αποδίδει καρπούς. Το διαφανές ξύλο θα μπορούσε σύντομα να βρει χρήσεις σε εξαιρετικά ισχυρές οθόνες για smartphones, σε ιδιαίτερα φωτιστικά, ακόμη και ως δομικά χαρακτηριστικά, όπως παράθυρα που αλλάζουν χρώμα.

«Πιστεύω πραγματικά ότι αυτό το υλικό έχει ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον», λέει ο Κιλάνγκ Φου, ένας νανοτεχνολόγος ξύλου στο Πανεπιστήμιο Nanjing Forestry στην Κίνα, που εργάστηκε στο εργαστήριο του Μπέργκλουντ ως μεταπτυχιακός φοιτητής.

Το ξύλο αποτελείται από αμέτρητα μικρά κατακόρυφα κανάλια, σαν μια σφιχτή δέσμη από καλαμάκια δεμένα μεταξύ τους με κόλλα. Αυτά τα κύτταρα σε σχήμα σωλήνα μεταφέρουν νερό και θρεπτικά συστατικά σε ένα δέντρο και όταν το δέντρο συλλέγεται και εξατμίζεται η υγρασία, μένουν πίσω θύλακες αέρα. Για να δημιουργήσουν διαφανές ξύλο, οι επιστήμονες πρέπει πρώτα να τροποποιήσουν ή να απαλλαγούν από την κόλλα, που ονομάζεται λιγνίνη, που συγκρατεί τις δέσμες των κυττάρων μαζί και παρέχει στους κορμούς και τα κλαδιά τις περισσότερες από τις γήινες καφέ αποχρώσεις τους. Αφού αφαιρεθεί το χρώμα της λιγνίνης, παραμένει ένας γαλακτώδης λευκός σκελετός από κοίλα κύτταρα.

Αυτός ο σκελετός είναι ακόμα αδιαφανής, επειδή τα κυτταρικά τοιχώματα κάμπτουν το φως σε διαφορετικό βαθμό από ό,τι ο αέρας στις θήκες των κυττάρων - μια τιμή που ονομάζεται δείκτης διάθλασης. Η πλήρωση των θυλάκων αέρα με μια ουσία όπως η εποξειδική ρητίνη, που κάμπτει το φως σε παρόμοιο βαθμό με τα τοιχώματα της κυψέλης καθιστά το ξύλο διαφανές.

Το υλικό με το οποίο εργάστηκαν οι επιστήμονες είναι λεπτό — τυπικά έχει πάχος μικρότερο από ένα χιλιοστό έως περίπου ένα εκατοστό. Αλλά τα κύτταρα δημιουργούν μια στιβαρή δομή κηρήθρας και οι μικροσκοπικές ίνες ξύλου είναι ισχυρότερες από τις καλύτερες ίνες άνθρακα, λέει ο επιστήμονας υλικών Λιάνγκμπινγκ Χου, ο οποίος ηγείται της ερευνητικής ομάδας που εργάζεται σε διαφανές ξύλο στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ.

Και με τη ρητίνη που προστίθεται, το διαφανές ξύλο ξεπερνά το πλαστικό και το γυαλί: Σε δοκιμές που μετρούν πόσο εύκολα ραγίζουν ή σπάνε τα υλικά υπό πίεση, το διαφανές ξύλο βγήκε περίπου τρεις φορές πιο δυνατό από τα διαφανή πλαστικά όπως το πλεξιγκλάς και περίπου 10 φορές πιο σκληρό από το γυαλί.

«Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά, ότι ένα κομμάτι ξύλου μπορεί να είναι τόσο δυνατό όσο το γυαλί», λέει ο Χου, ο οποίος τόνισε τα χαρακτηριστικά του διαφανούς ξύλου στην Ετήσια Επιθεώρηση της Έρευνας Υλικών για το 2023.

Η διαδικασία λειτουργεί επίσης με παχύτερο ξύλο, αλλά η θέα μέσα από αυτήν την ουσία είναι πιο μουντή επειδή διασκορπίζει περισσότερο φως. Στις αρχικές τους μελέτες από το 2016, ο Χου και ο Μπέργκλουντ ανακάλυψαν και οι δύο ότι τα φύλλα χιλιοστού των σκελετών ξύλου γεμάτα ρητίνη επιτρέπουν αν περνάει το 80% έως 90% του φωτός. Καθώς το πάχος πλησιάζει το ένα εκατοστό, η διαπερατότητα του φωτός μειώνεται: η ομάδα του Μπέργκλουντ ανέφερε ότι το ξύλο πάχους 3,7 χιλιοστών μετέδιδε μόνο το 40% του φωτός.

Το λεπτό προφίλ και η αντοχή του υλικού σημαίνει ότι θα μπορούσε να είναι μια εξαιρετική εναλλακτική λύση σε προϊόντα που κατασκευάζονται από λεπτές, εύκολα θρυμματισμένες τομές πλαστικού ή γυαλιού, όπως οθόνες. Η γαλλική εταιρεία Woodoo, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί παρόμοια διαδικασία αφαίρεσης λιγνίνης στις ξύλινες σήτες της, αλλά αφήνει λίγη λιγνίνη για να δημιουργήσει μια διαφορετική χρωματική αισθητική. Η εταιρεία προσαρμόζει τις ανακυκλώσιμες, ευαίσθητες στην αφή ψηφιακές οθόνες της για προϊόντα, όπως ταμπλό αυτοκινήτων και διαφημιστικές πινακίδες.

Αλλά οι περισσότερες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στο διαφανές ξύλο ως αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό, με τα παράθυρα να είναι ιδιαίτερα υποσχόμενη χρήση, λέει ο Προντιούτ Νταρ, βιοχημικός μηχανικός στο Ινδικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Βαρανάσι. Το διαφανές ξύλο είναι πολύ καλύτερος μονωτήρας από το γυαλί, επομένως θα μπορούσε να βοηθήσει τα κτίρια να διατηρήσουν τη θερμότητα ή να την κρατήσουν έξω.

Ο Χου και οι συνεργάτες του έχουν χρησιμοποιήσει επίσης πολυβινυλική αλκοόλη ή PVA - ένα πολυμερές που χρησιμοποιείται στην κόλλα και τη συσκευασία τροφίμων - για να διεισδύσει στους ξύλινους σκελετούς, φτιάχνοντας διαφανές ξύλο που μεταφέρει τη θερμότητα με ρυθμό πέντε φορές χαμηλότερο από αυτόν του γυαλιού, ανέφερε η ομάδα το 2019 στο "Προηγμένα Λειτουργικά Υλικά".

Και οι ερευνητές έρχονται με άλλες τροποποιήσεις για να αυξήσουν την ικανότητα του ξύλου να συγκρατεί ή να απελευθερώνει θερμότητα, κάτι που θα ήταν χρήσιμο για ενεργειακά αποδοτικά κτίρια. Η Σελίν Μοντανάρι, επιστήμονας υλικών στα Ερευνητικά Ινστιτούτα RISE της Σουηδίας και οι συνεργάτες της πειραματίστηκαν με υλικά αλλαγής φάσης, τα οποία μετατρέπονται από την αποθήκευση στην απελευθέρωση θερμότητας όταν αλλάζουν από στερεό σε υγρό ή αντίστροφα. Με την ενσωμάτωση πολυαιθυλενογλυκόλης, για παράδειγμα, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι το ξύλο τους μπορούσε να αποθηκεύσει θερμότητα όταν ήταν ζεστό και να απελευθερώσει θερμότητα καθώς ψυχόταν, εργασία που δημοσίευσαν στο ACS Applied Materials and Interfaces το 2019.

Τα διαφανή ξύλινα παράθυρα θα ήταν επομένως ισχυρότερα και θα βοηθούσαν στον έλεγχο της θερμοκρασίας καλύτερα από το παραδοσιακό γυαλί, αλλά η θέα μέσα από αυτά θα ήταν θολή, μοιάζοντας περισσότερο σαν να ήταν μέσα από παγωμένο γυαλί. Ωστόσο, η θολότητα θα μπορούσε να είναι ένα πλεονέκτημα εάν οι χρήστες θέλουν διάχυτο φως: Δεδομένου ότι το παχύτερο ξύλο είναι ισχυρό, θα μπορούσε να είναι μια μερικώς φέρουσα πηγή φωτός, λέει ο Μπέργκλουντ, δυνητικά ενεργώντας ως οροφή που παρέχει απαλό, ατμοσφαιρικό φως σε ένα δωμάτιο.

Ο Χου και ο Μπέργκλουντ συνέχισαν να δοκιμάζουν τρόπους για να προσδώσουν νέες ιδιότητες στο διαφανές ξύλο. Πριν από περίπου πέντε χρόνια, ο Μπέργκλουντ και οι συνεργάτες του στο KTH και το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Γεωργίας ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να μιμηθούν τα έξυπνα παράθυρα, τα οποία μπορούν να αλλάξουν από διαφανή σε φιμέ για να εμποδίσουν την ορατότητα ή τις ακτίνες του Ήλιου. Οι ερευνητές τοποθέτησαν ένα ηλεκτροχρωμικό πολυμερές - μια ουσία που μπορεί να αλλάξει χρώμα με ηλεκτρισμό - ανάμεσα σε στρώματα διαφανούς ξύλου επικαλυμμένα με ένα πολυμερές ηλεκτροδίου για να μεταφέρει ηλεκτρισμό. Αυτό δημιούργησε ένα τζάμι από ξύλο που αλλάζει από διαφανές σε ματζέντα όταν οι χρήστες περνούν λίγο ηλεκτρικό ρεύμα μέσα από αυτό.

Πιο πρόσφατα, οι δύο ομάδες έχουν στρέψει την προσοχή τους στη βελτίωση της βιωσιμότητας της παραγωγής διαφανούς ξύλου. Για παράδειγμα, η ρητίνη που χρησιμοποιείται για την πλήρωση των ξύλινων σκαλωσιών είναι συνήθως ένα πλαστικό προϊόν που προέρχεται από πετρέλαιο, επομένως είναι καλύτερα να αποφεύγουμε τη χρήση της, λέει η Μοντανάρι. Ως αντικατάσταση, αυτή και οι συνεργάτες της επινόησαν ένα πολυμερές πλήρως βιολογικής βάσης, που προέρχεται από φλούδες εσπεριδοειδών. Η ομάδα συνδύασε αρχικά ακρυλικό οξύ και λιμονένιο, μια χημική ουσία που εξάγεται από φλούδες λεμονιού και πορτοκαλιού που βρίσκεται στα αιθέρια έλαια. Έπειτα εμπότισαν με αυτό απολινιωμένο ξύλο. Ακόμη και με φρουτώδη γέμιση, το διαφανές ξύλο βιολογικής βάσης διατήρησε τις μηχανικές και οπτικές του ιδιότητες, αντέχοντας περίπου 30 megapascals πίεση περισσότερο από το κανονικό ξύλο και μεταδίδοντας περίπου το 90 τοις εκατό του φωτός, ανέφεραν οι ερευνητές το 2021 στο Advanced Science.

Το εργαστήριο του Χου, εν τω μεταξύ, ανέφερε πρόσφατα στο Science Advances μια πιο πράσινη μέθοδο λεύκανσης λιγνίνης που βασίζεται στο υπεροξείδιο του υδρογόνου και την υπεριώδη ακτινοβολία, μειώνοντας περαιτέρω τις ενεργειακές απαιτήσεις της παραγωγής. Η ομάδα βούρτσισε φέτες ξύλου με πάχος από περίπου 0,5 έως 3,5 χιλιοστά με υπεροξείδιο του υδρογόνου και στη συνέχεια τις άφησε μπροστά σε λαμπτήρες UV για να μιμηθούν τις ακτίνες του Ήλιου. Η υπεριώδης ακτινοβολία απομάκρυνε τα μέρη της λιγνίνης που περιέχουν χρωστική ουσία, αλλά άφησε τα δομικά μέρη ανέπαφα, βοηθώντας έτσι στη διατήρηση μεγαλύτερης αντοχής στο ξύλο.

Αυτές οι πιο φιλικές προς το περιβάλλον προσεγγίσεις συμβάλλουν στον περιορισμό της ποσότητας των τοξικών χημικών ουσιών και των πολυμερών με βάση τα ορυκτά που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, αλλά προς το παρόν, το γυαλί εξακολουθεί να έχει χαμηλότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο τέλος της ζωής του από το διαφανές ξύλο, σύμφωνα με ανάλυση των Νταρ και συνεργατών του στο "Science of the Total Environment". Η υιοθέτηση πιο πράσινων προγραμμάτων παραγωγής και η κλιμάκωση της παραγωγής είναι δύο βήματα απαραίτητα για την προσθήκη διαφανούς ξύλου στις κύριες αγορές, λένε οι ερευνητές, αλλά θα χρειαστεί χρόνος. Ωστόσο, είναι βέβαιοι ότι μπορεί να γίνει και πιστεύουν στις δυνατότητές του ως βιώσιμο υλικό.

«Όταν προσπαθείς να επιτύχεις βιωσιμότητα, δεν θέλεις μόνο να αναπαράξεις τις ιδιότητες υλικών με βάση τα ορυκτά», λέει η Μοντανάρι. «Ως επιστήμονας, θέλω να τις ξεπεράσω».

Είμαστε οι αφηγήσεις μας

Η ζωή μας όλη είναι μία αφήγηση. Η αφήγηση της ιστορίας μας. Ένα βιβλίο όπου εμείς είμαστε ο συγγραφέας του. Από όταν γεννιόμαστε αφηγούμαστε όλα όσα ζούμε, με την δική μας γλώσσα, με τα δικά μας γυαλιά. Ήδη από μικρά παιδιά προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε στον άλλον τα προσωπικά μας βιώματα, τις σκέψεις, τα συναισθήματά μας.

Είναι ωραίο να φτιάχνουμε την αυτοβιογραφία μας και αυτή να αποτελείται από επεισόδια, τα όποια εμείς σκηνοθετούμε αλλά εμείς παράλληλα είμαστε και οι πρωταγωνιστές σ'αυτά. Όσο μεγαλώνουμε η πλοκή της ιστορίας μας γίνεται πιο περίπλοκη και τα επεισόδια και οι ηθοποιοί αυξάνονται με τα πρόσωπα να αλλάζουν ρόλους, από πρωταγωνιστές κομπάρσοι και το αντίστροφο.

Η συγγραφή της ιστορίας μας και η αφήγησή της αποτελεί ένα μεγάλο μέρος της ζωής και της καθημερινότητάς μας.

Τελικά ζούμε όσα λέμε ή λέγοντας κάτι πιστεύουμε πως το ζούμε κιόλας;

Μήπως το δικό μας παραμύθι είναι πολύ διαφορετικό από την πραγματικότητα που ζούμε και κυρίως από αυτό που είμαστε;

Μήπως τελικά εμείς μέσω της γλώσσας δημιουργούμε τα προβλήματα στη ζωή μας;

Με το να πω ''Είμαι τεμπέλης και δεν μου αρέσει να κάνω τίποτα'', τοποθετώ τον εαυτό μου σ'αυτήν την θέση, πιστεύω αυτό για μένα και κάνω και τους άλλους να το πιστέψουν.

''Η ζωή ήταν πολύ άδικη μαζί μου'', με αυτήν την φράση τα μάτια μου εστιάζουν στην αδικία και δεν μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα θετικό και ευχάριστο για μένα.

Πώς θα ήταν αν στην πλοκή της ιστορίας μας βάζαμε περισσότερες εναλλακτικές ερμηνείες, περισσότερες εκβάσεις, πιθανές αιτίες και αποτελέσματα;

''Είμαι τεμπέλης όταν δεν μου αρέσει κάτι, αλλά άλλες φορές έχω απίστευτη ενεργητικότητα όταν είναι να κάνω κάτι που αγαπώ.''

''Μου είπε ψέματα και φταίω γι'αυτό.'' Μπορεί να μετατραπεί σε ''Μου είπε ψέματα, αυτό είναι μία μεμονωμένη κατάσταση που αφορά τον ίδιο και όχι εμένα προσωπικά''.
Έτσι, με αυτόν τον τρόπο τοποθετώ το πρόβλημα έξω από τον εαυτό μου.

Η φράση ''Εγώ θα στα πω όπως έγιναν και βγάλε εσύ το συμπέρασμά σου'', δεν είναι ποτέ ειλικρινής, μιάς και από την ίδια της την φύση η αφήγηση είναι φτιαγμένη για να οδηγεί σε κάποιο συμπέρασμα και σε μία αιτία.

Ποτέ δεν λέμε τα πράγματα έτσι όπως έγιναν και αυτό επειδή πάντα έχουμε μία υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Το πόσο σημαντικό και σπουδαίο είναι αυτό που αφηγούμαστε είναι δεδομένο. Λέμε μία ιστορία γιατί είναι σπουδαία για εμάς, αλλιώς δεν θα την αφηγούμασταν, δεν θα ήταν αρκετά σπουδαία ώστε να μεταδοθεί.

Το ποιο επεισόδιο της ιστορίας μου θα επιλέξω να πω εξαρτάται από πολλούς παράγοντες
όπως χρόνος, τόπος, πρόσωπο που το μοιράζομαι και συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι.

Με τις αφηγήσεις μας κατασκευάζουμε, ανακατασκευάζουμε και με κάποιους τρόπους επινοούμε συνεχώς το παρελθόν, το παρόν και το μελλον. Δημιουργούμε το μέλλον μας, είμαστε υπεύθυνοι για το παρόν που ζούμε και με έναν μοναδικό τρόπο αφηγούμαστε όπως εμείς θέλουμε το παρελθόν μας. Πρόσεχε με τι στυλό, αλλά και με τι φωνή γράφεις και μεταδίδεις την ιστορία σου.

Είμαστε οι αφηγήσεις μας!

Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως την θυμάται για να την αφηγηθεί. Υπάρχουν φωνές μέσα μας που τις αγνοούμε και τις απωθούμε, και άλλες που τις ακούμε σε κάθε μας βήμα, σε κάθε τραγούδι της ζωής μας.

Να μιλάμε για εμάς. Να μιλάμε για τη ζωή μας. Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει!

Και να θυμάστε....

Οι σκέψεις μας γίνονται λέξεις, και οι λέξεις μας πράξεις. Πρόσεχε τι σκέφτεσαι και κυρίως πως το αφηγείσαι!

To Νεκυομαντείο του Αχέροντα

nekromanteio-3Το νεκυομαντείο (Νεκρομαντείο) του Αχέροντα, το πιο φημισμένο νεκρομαντείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου, βρίσκεται στη δυτική Ήπειρο, στον νομό Πρέβεζας. Στην αρχαιότητα το Iερό υπαγόταν στη Θεσπρωτία, όπου κατοικούσαν οι Θεσπρωτοί, ένα από τα πρώτα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην Hπειρο, γύρω στο 2000 π.Χ. Από το 1958 έως το 1964 και από το 1975 έως το 1977, ο καθηγητής Δάκαρης, πάντα υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, βεβαίωσε με τις ανασκαφές του τη θέση του νεκρομαντείου κάτω από το καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του 18ου αι.. Το Ιερό εντοπίστηκε σε προεξοχή βράχου της μεγάλης βαλτώδους πεδιάδας της πρώην Αχερουσίας λίμνης και των ποταμών του aδη Κωκυτού, Πυριφλεγέθοντα και Αχέροντα.

Σε απόσταση 500 μ. περίπου βόρεια από το νεκυομαντείο είναι η ακρόπολη της Εφύρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εδώ βρισκόταν η ομηρική Εφύρη, όπου τοποθετούνταν από τους αρχαίους η είσοδος στον Άδη και το περίφημο Νεκυομαντείο, που, σύμφωνα με την παράδοση (Θουκ. 1.46.4), ήταν στην Ελαιάτιδα κοντά στον Αχέροντα.

Η μορφολογία της περιοχής ανταποκρίνεται πλήρως στις περιγραφές της αρχαίας φιλολογικής παράδοσης, όπως μας διασώθηκαν από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Στράβωνα, τον Παυσανία. Εξάλλου, πανάρχαιες δοξασίες, που οι ρίζες τους χάνονται στην αχλύ της προϊστορίας, έχουν συνδεθεί με την πίστη ότι οι σπηλιές, τα βαθιά φαράγγια και τα χάσματα, δηλαδή τα έγκατα της γης μέσα στα οποία εξαφανίζονταν οι λίμνες και τα ποτάμια, ήταν οι δρόμοι που οδηγούσαν στον Κάτω Κόσμο. Τη διαδρομή αυτή ακολουθούσαν διαπλέοντας οι ψυχές των νεκρών, που ήταν όμοιες με σκιές (είδωλα ή φάσματα των νεκρών). Στην πίστη αυτή πρέπει να οφείλεται και η συσχέτιση του Αχέροντα και της Αχερουσίας με τους νεκρούς, όπως και η τοποθέτηση της λατρείας και του νεκρομαντείου σε μια σπηλιά του βράχου κοντά στη συμβολή Κωκυτού και Αχέροντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας λίμνης.

Eκεί όπου σμίγουν οι ποταμοί του Άδη

Εδώ ήταν, στη συνάντηση των δύο κόσμων, που ο Οδυσσέας κάλεσε τα πνεύματα των νεκρών με μια ειδική ιεροτελεστία, και ρώτησε για την επιστροφή του στην Ιθάκη (Οδυσ. κ 488 κε.). «Ο βοριάς θα φέρει το καράβι σε ένα ακρογιάλι, στην άκρη του Ωκεανού, όπου το πάναγνο άλσος της Περσεφόνης, με τις πανύψηλες λεύκες και τις άκαρπες ιτιές. Στο σημείο όπου ο Πυριφλεγέθων και ο Κωκυτός, που πηγάζει από τη Στύγα, σμίζουν με τον Αχέροντα με πολύ βουητό, εκεί στη μέση είναι ένας βράχος (και μια σπηλιά), η είσοδος στον aδη». O Οδυσσέας με τους συντρόφους του βάζουν πλώρη για το ταξίδι (λ, 1 κε.). Σαν βασίλεψε ο ήλιος φτάνουν στο ακρογιάλι στην πολιτεία των Κιμμερίων, όπου ένα κάστρο (λ, 14 κε.).

Είναι φανερή η στενή σχέση της ομηρικής περιγραφής για τη χώρα των νεκρών με την περιοχή του Αχέροντα της Θεσπρωτίας. Η ομοιότητα γίνεται μεγαλύτερη αν τη λέξη «Κιμμερίων» του ομηρικού στίχου (κ, 14) αντικαταστήσουμε με τη λέξη Χειμερίων, μια διόρθωση που πρότεινε ο γραμματικός του 3ου αι. π.Χ. Πρωτέας ο Ζευγματίτης. Την ομοιότητα είχαν παρατηρήσει και οι αρχαίοι γεωγράφοι, όπως ο Παυσανίας (1.17.5), ο οποίος σημειώνει: «Μου φαίνεται ότι ο Όμηρος αυτούς τους τόπους είχε δει και τόλμησε να περιγράψει στην ποίησή του τη χώρα του Άδη και να δώσει στα ποτάμια εκείνα τα ονόματα των ποταμών της Θεσπρωτίας».

Η αρχαιότερη και η πιο συγκλονιστική περιγραφή καθόδου θνητού στον Κάτω Κόσμο διασώζεται στη Νέκυια της Οδύσσειας (λ, 1 κε.). Η επαφή των θνητών με τους νεκρούς δεν ήταν ακίνδυνη, γι' αυτό οι χρηστηριαζόμενοι έπρεπε να προετοιμαστούν ψυχικά και σωματικά, να υποβληθούν σε καθιερωμένη δίαιτα, σε λουτρά και προσευχές, και να εξευμενίσουν τις ψυχές των νεκρών με προσφορές (χοές), μέλι και γάλα, νερό και κρασί, και ιδίως με αίμα από τα θυσιαζόμενα ζώα. Πίνοντας από τις χοές οι ψυχές αποκτούσαν συνείδηση, εξευμενίζονταν και μπορούσαν να αποκαλύψουν το μέλλον.

Οι ανασκαφές του Δάκαρη επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία του Ομήρου έδειξαν ότι υπήρχε στη θέση αυτή ένα ιερό από τη Μυκηναϊκή εποχή (14ος-13ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η λατρεία των θεών του Κάτω Κόσμου συνεχίστηκε τουλάχιστον ώς τα αρχαϊκά χρόνια. Τη λειτουργία του Ιερού στους χρόνους αυτούς μαρτυρεί και η διήγηση του Ηροδότου (5.92). Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο Περίανδρος, ο τύραννος της Κορίνθου (τέλος 7ου αι. π.Χ.), έστειλε στο νεκρομαντείο της Εφύρας απεσταλμένους για να ρωτήσουν την ψυχή της γυναίκας του Μέλισσας πού είχε κρύψει τον θησαυρό ενός φιλοξενουμένου.

Επιπλέον, τη συνέχιση της λατρείας στο ιερό του aδη κατά τους αρχαϊκούς και τους κλασικούς χρόνους βεβαιώνουν τα πολυάριθμα ειδώλια του 7ου-5ου αι. π.Χ. που εικονίζουν την Περσεφόνη με «πόλο» και τα νομίσματα του 4ου αι. π.Χ. των Ελεατών και των Θεσπρωτών με τα σύμβολα της Περσεφόνης και του Άδη. Σε άλλες κοπές εικονίζονται η Περσεφόνη με στεφάνι από στάχυα ως χορηγός της ζωής και ο Κέρβερος, ο άγρυπνος φρουρός στην είσοδο του Άδη.

H ζοφερή ιδέα του Kάτω Kόσμου

Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. κτίστηκε το μνημειακό οικοδόμημα που αποκάλυψαν οι ανασκαφές, το οποίο είναι και το πρώτο Ιερό και μαντείο των θεών του Κάτω Κόσμου που έγινε γνωστό. Τα πολυάριθμα ευρήματα των ελληνιστικών χρόνων που ήρθαν στο φως μαρτυρούν για τη μεγάλη φήμη του και τις συχνές επισκέψεις των χρηστηριαζομένων την εποχή αυτή.

Το οικοδόμημα μοιάζει με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο. Η όλη κατασκευή του υπέβαλλε τη ζοφερή ιδέα του Κάτω Κόσμου, κανένα κόσμημα στην πυραμιδωτή στέγη, παράθυρο ή αρχιτεκτονικός διάκοσμος δεν φαίδρυνε τη σκυθρωπή εικόνα του Iερού του Άδη. Αποτελείται από δύο τμήματα, ένα υπόγειο και ένα υπέργειο. Η υπόγεια αίθουσα πιθανότατα βρίσκεται στη θέση της αρχικής σπηλιάς με την προϊστορική λατρεία. Είναι λαξευμένη στον βράχο και η οροφή της στηρίζεται με δεκαπέντε πώρινα τόξα με πολλή φροντίδα δουλεμένα, που αποτελούν και το δάπεδο της υπέργειας αίθουσας. Η κρύπτη αυτή ταυτίστηκε με το σκοτεινό ανάκτορο του Άδη και της Περσεφόνης.

Πάνω από την υπόγεια κρύπτη, βρίσκεται μια υπέργεια ορθογώνια αίθουσα, η οποία μαζί με δύο πλάγια κλίτη (Ι, Κ, Λ, Μ) σχηματίζει ένα τετράγωνο κτίριο. Το υπέργειο τετράγωνο κτίριο και οι τρεις συνεχόμενοι διάδρομοι με τα δωμάτια, αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του μνημείου, του τέλους του 4ου αι. π.Χ. Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ., στα δυτικά του αρχικού ιερού προστέθηκε ένα συγκρότημα με δωμάτια και αποθήκες γύρω από μια κεντρική αυλή (Η). Οι χώροι γύρω από την αυλή χρησίμευαν για τη διαμονή των ιερέων και των επισκεπτών πριν μπουν στο Ιερό. Από εκεί ο προσκυνητής περνούσε τον βόρειο διάδρομο του Ιερού. Αριστερά υπήρχαν ένας λουτρώνας και δύο δωμάτια για την εγκοίμηση των προσκυνητών. Εκεί, στο αδιαπέραστο σκοτάδι, ο προσκυνητής υποβαλλόταν σε σωματική και ψυχική προετοιμασία με ειδική δίαιτα και πράξεις εξαγνισμού και μαγείας, και έκανε λουτρά για να μείνει αλώβητος από την επαφή που επρόκειτο να έχει με τα φάσματα των νεκρών. Πριν περάσει στον ανατολικό διάδρομο, έκανε διάφορες συμβολικές αποτροπαϊκές χειρονομίες και πράξεις καθαρμού (έριχνε πέτρες πίσω του και έπλενε τα χέρια του σε ένα πιθάρι). Ύστερα έμπαινε στο βόρειο δωμάτιο του ανατολικού διαδρόμου, όπου υποβαλλόταν στο τελικό στάδιο της δοκιμασίας, με μαγικές πράξεις συχνότερες και αυστηρότερη δίαιτα. Κατόπιν εισερχόταν στον ανατολικό διάδρομο, όπου, μαζί με τον ιερέα-οδηγό, θυσίαζε και έκανε χοές, όπως μαρτυρούν τα λείψανα ανθράκων και καμένα κόκκαλα ζώων. Ύστερα περνούσε σε έναν διάδρομο μαιανδρικό, που του υπέβαλε την εντύπωση της περιπλάνησης στους σκοτεινούς και σκολιούς δρόμους του Άδη. Εκεί πρόσφερε άλφιτα (κριθάλευρο), όπως φανερώνουν οι λεκανίδες και τα κατάλοιπα που βρέθηκαν. Την εντύπωση του Κάτω Κόσμου επέτεινε στον προσκυνητή το γεγονός ότι ο λαβύρινθος είχε τρεις τοξωτές πύλες, σιδερόφρακτες, όσες και οι πύλες του aδη, από τις οποίες οι δύο σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση. Περνώντας την τελευταία πύλη, έφθανε στην κεντρική αίθουσα, όπου έριχνε ένα ακόμη αποτρόπαιο λιθάρι και έχυνε στο λίθινο δάπεδο χοές για τον aδη και την Περσεφόνη, που κατοικούσαν ακριβώς από κάτω, στην υπόγεια κρύπτη. Η κεντρική αίθουσα αποτελούσε και το τέρμα της πορείας, εφόσον εκεί θα εμφανίζονταν τα είδωλα των νεκρών για να επικοινωνήσουν με τους χρηστηριαζόμενους. Η κοινή πίστη στην εμφάνιση των νεκρών δημιουργούσαν στον προσκυνητή την κατάλληλη ψυχική προδιάθεση.

Άμβλυνση των αισθήσεων, ζάλη, παραισθήσεις

Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών βρέθηκαν μέσα σε μεγάλους πίθους σωροί από απανθρακωμένους καρπούς δημητριακών, όπως σιτάρι και κριθάρι, καθώς και όσπρια που έχουν τοξικές ιδιότητες όταν τρώγονται χλωρά, όπως κουκκιά, λαθούρια κ.ά., τα οποία, εκτός των άλλων, προκαλούν και άμβλυνση των αισθήσεων, μέχρι ζάλη, παραισθήσεις και άλλα αλλεργικά σύνδρομα (κυαμίασις, λαθυρισμός). Έτσι, με τη χαλάρωση των αισθήσεων που έφτανε στον βαθμό της ακαταληψίας, δημιουργούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών. Αλλά, επειδή οι ελληνιστικοί χρόνοι ήταν περίοδος ορθολογισμού και επιστήμης, όπου η πίστη στον μύθο και τη θρησκεία είχαν κλονιστεί, υπήρχαν πολλοί που θα δυσπιστούσαν στην εμφάνιση των ειδώλων. Γι' αυτό, όπως απέδειξαν οι ανασκαφές, από το ιερατείο ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εμφάνιση των φασμάτων. Στην ανασκαφή της κεντρικής αίθουσας των ειδώλων βρέθηκαν, μια μάζα από σιδερένιους τροχούς άρματος, ένας χάλκινος λέβητας και γύρω σκορπισμένα σιδερένια και χάλκινα εξαρτήματα που ανήκαν πιθανότατα σ' ένα είδος γερανού, που προοριζόταν για την κάθοδο των ειδώλων από την οροφή. Ως αντίβαρο χρησιμοποιήθηκαν σιδερένιες πλίνθοι, που βρέθηκαν σε γειτονικό δωμάτιο. Για τον σκοπό αυτό οι εξωτερικοί τοίχοι του κεντρικού κτιρίου με το μεγάλο πάχος (3,30μ.) θα έκρυβαν στην ανωδομία τους κρυφούς διαδρόμους, στους οποίους θα μπορούσαν να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς. Από τη θέση αυτή ή από την οροφή, με τη βοήθεια του γερανού, εμφανίζονταν τα σκηνοθετημένα είδωλα των νεκρών μέσα στον χάλκινο λέβητα και συνομιλούσαν με τους χρηστηριαζόμενους. Τα ανασκαφικά δεδομένα επιβεβαιώνουν οι φιλολογικές μαρτυρίες και κυρίως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος στο έργο του Προτρεπτικός προς Έλληνας (2.11.1), θεωρεί τον «Θεσπρώτιον λέβητα» μέσο εμφάνισης των φασμάτων στον Αχέροντα. Ανάλογη μνεία του θεσπρωτικού λέβητα κάνει και ο Ευσέβιος (Ευαγγελική Προπαρασκευή 2.3.1.). Η μαρτυρία αυτή, συνδυαζόμενη με τον λέβητα που βρέθηκε στην κεντρική αίθουσα, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα για την ταύτιση του ελληνιστικού Ιερού που έφερε στο φως η ανασκαφή του καθηγητή Δάκαρη με το Νεκυομαντείο του Αχέροντα, γνωστό από την αρχαία παράδοση και για τον τρόπο εμφάνισης των ειδώλων.

Tο 1982 ο Baatz υποστήριξε ότι η παρουσία τόσων τροχών καταπελτών αποδείχνει ότι το κεντρικό οικοδόμημα με τους ισχυρούς τοίχους είναι οχυρωματικός πύργος αγροκτήματος που απαντά στην Αττική και αλλού. Ο ανασκαφέας όμως είχε αντιπροτείνει ότι τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα ήταν τμήματα γερανών που θα χρησίμευαν για να εμφανιστούν οι σκιές των νεκρών. Πρόσφατα οι Fooache-Qoantin, σε μια νέα συνδυαστική ερμηνευτική απόπειρα, κάνουν λόγο για οχυρωμένη αγροικία των ελληνιστικών χρόνων: και σε αυτούς αντιπροτείνουμε την αρχαία Γραμματεία, τα αρχαιολογικά δεδομένα και την αρχιτεκτονική μορφή του Ιερού.

Το Iερό πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και έκτοτε δεν λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η φήμη του όμως διατηρήθηκε πολλούς αιώνες μετά την καταστροφή, όπως πληροφορούν ο Παυσανίας (1.17.5, 9.30.6) ο Πλούταρχος (Θησεύς 31.4) και ο Λουκιανός (Μένιππος ή Νεκυομαντεία 9.10.15).

«ΙΔΟΥ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ», είπε ο Σωκράτης όταν αντίκρυσε τους Εβραίους εμπόρους να αποβιβάζονται στον Πειραιά!

Δυο λόγια για τη διαφορά μεταξύ Σιωνισμού και Ελληνισμού: Το πρόβλημα μεταξύ των δύο δεν αφορά σε άτομα. Αφορά στην Μεγάλη Υλιστική Ιδέα του Σιωνισμού για την κατάκτησι και υποδούλωσι του κόσμου, στην οποία βρίσκεται πάντοτε αντιμέτωπος με την Μεγάλη Πνευματική Ιδέα του Ελληνισμού!.. Του οποίου βασικό χαρακτηριστικό είναι ο Ανθρωπισμός, ως δημιούργημά του.

Ο Ελληνισμός έχει δε ήδη κατακτήσει τον κόσμο πνευματικά – κι ας μην καθομολογείται – αφήνοντας κατά μέρος, ίσως λίγο επιπόλαια την υλική πλευρά του, ενώ η ίδια η φιλοσοφία του υπαγορεύει την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ ύλης και πνεύματος. Όπως είπε ο Σωκράτης: «Ο Άνθρωπος περπατά με δύο πόδια, το πνεύμα και την ύλη, την σκέψι και το σώμα. Αν χάσει το ένα από τα δύο, ή τον ένα αναπτυχθεί υπερβολικά έναντι του άλλου, ο Άνθρωπος χάνει την ισορροπία του και πέφτει»!

Παρέκβασις: Ο ίδιος ο Σωκράτης (μας το λέγει ο Πλάτων) δείχνοντας μία ημέρα στους μαθητές του ένα πλοίο που έφθανε στον Πειραιά από την Παλαιστίνη με Εβραίους εμπόρους είπε: «Ιδού ο κίνδυνος» χωρίς όμως να συνεχίσει την ανάπτυξι της σκέψεώς του, προς μεγάλη απορία του Πλάτωνος (όπως ομολογεί). Είναι πιθανό, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, να είχε αντιληφθεί ο Σωκράτης την αλλοίωσι των εννοιών της ελευθερίας που έχει επιβάλει η λεγομένη «δημοκρατία» και την «πηγή» των αλλοιώσεων αυτών. «Πηγή» την οποία κυνήγησε ανελέητα.

Ίσως να είναι αυτός ο λόγος που κατεδικάσθη να πιει το «κώνειο» σε συνδυασμό με την άτεγκτη κριτική του εναντίον της υποχρεωτικής και θεσμοποιημένης μετριότητος του συστήματος διακυβερνήσεως των Αθηνών.

Στην περίφημη «Απολογία» του διαβάζουμε την αυστηρότερη και την πιο θεμελιωμένη κριτική της λεγομένης «δημοκρατίας» των Αθηνών. Την οποία απεκήρυξαν και ο Σωκράτης και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, χαρακτηρίζοντάς την «πόλεως νόσημα». «Δημοκρατία» την οποία ορισμένοι αγράμματοι πολιτικοί «μας» εξυμνούν σήμερα με πάθος.

Αλλά η «Απολογία του Σωκράτη» δεν διδάσκεται πουθενά (!) στα σχολεία των Ελλήνων. Σύμπτωσις, αμέλεια ή κατευθυνόμενη προσπάθεια αποπροσανατολισμού των Ελληνόπαιδων από τις αξίες του Ελληνισμού; Μάλλον το τελευταίο, εάν το συνδυάσουμε με την απαράδεκτη πράξη να καταστεί η Ιστορία μας, μάθημα… προαιρετικό!

Ο Αριστοτέλης, η ψυχή και ο ρόλος της τροφής

Συνεχίζοντας την Περί Ψυχής διερεύνηση ο Αριστοτέλης θεωρεί σκόπιμο να επαναδιατυπώσει τα μέχρι τώρα συμπεράσματά του ως αναγκαία, σχεδόν μονολεκτική, σύνοψη που θα εξασφαλίσει την ομαλότητα στη ροή της σκέψης: «Η ψυχή είναι αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος» (415b 8).

Η διαπίστωση αυτή θα τροφοδοτήσει το ξεδίπλωμα της φιλοσοφικής έρευνας που οφείλει να λειτουργήσει επεξηγηματικά: «Η ψυχή, όμως, είναι αιτία και με τους τρεις τρόπους που ορίσαμε· γιατί αυτή είναι η πηγή της κίνησης, αυτή και ο σκοπός· και ακόμη, η ψυχή είναι αιτία ως η μορφή των έμψυχων σωμάτων» (415b 9-12).

Το δεδομένο ότι η ψυχή καθορίζει την κίνηση του σώματος είτε με την έννοια της επιθυμίας, που το δραστηριοποιεί, είτε με την έννοια των αλλαγών, που υφίσταται λόγω του χρόνου (και οι αλλαγές στη μορφή εμπεριέχονται στην έννοια της αριστοτελικής κίνησης) είναι κατανοητό, αφού η ψυχή αποτελεί την πεμπτουσία της ύπαρξης καθορίζοντας όλα τα στάδια της ανάπτυξης και όλες της προτροπές της βούλησης. Αυτό που μένει να ξεκαθαριστεί είναι η τελευταία φράση «η ψυχή είναι αιτία ως η μορφή των έμψυχων σωμάτων».

Ότι το σώμα αποτελεί την ύλη που θα δώσει τις δυνατότητες είναι φανερό από τη διευκρίνιση των όρων δυνάμει-ενεργεία. Το δυνάμει σχετίζεται με την ύλη και προσδιορίζει τις δυνατότητες εξέλιξης που υπάρχουν στη φύση της. Για παράδειγμα το μάρμαρο είναι δυνάμει άγαλμα. Όμως, η δυνατότητα δε συνιστά εγγύηση πραγμάτωσης. Το μάρμαρο μπορεί να σπάσει και τελικά να πεταχτεί στα σκουπίδια. Η πραγμάτωση εξασφαλίζεται από το ενεργεία, δηλαδή την πράξη της υλικής μετεξέλιξης, που προϋποθέτει τον καλλιτέχνη που θα φιλοτεχνήσει το μάρμαρο αποδίδοντας την τελική αγαλμάτινη μορφή.

Από αυτή την άποψη, η μορφή αποτελεί την υλοποίηση της δυνατότητας, δηλαδή τη μετάβαση της ύλης σε αυτό που εκ των προτέρων είχε καθοριστεί ως τελικός της προορισμός. Είναι σαφές ότι η μορφή τίθεται ως εντελέχεια της ύλης που πρέπει να περάσει από το δυνάμει στο ενεργεία προκειμένου να την επιτύχει.

Τοποθετώντας το ζήτημα της σχέσης του σώματος με την ψυχή σε αυτά τα πρότυπα ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Ότι είναι αιτία ως μορφή είναι φανερό· γιατί για όλα τα όντα αιτία που υπάρχουν είναι η υπόσταση και για τα ζωντανά όντα ό,τι συνιστά την ύπαρξή τους είναι η ζωή, ενώ για τη ζωή τους αιτία και αρχή είναι η ψυχή» (415b 12-14).

Η αποδοχή ότι η ψυχή είναι η κινητήριος δύναμη του σώματος δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για ποια είναι η αιτία και η αρχή της ζωής. Όσο κι αν η ζωή, με την έννοια της υπόστασης, τίθεται ως αιτία της ύπαρξης όλων των όντων, είναι φανερό ότι από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει εντελέχεια χωρίς να προσδιοριστεί το περιεχόμενο που θα την καθορίσει. Και ο καθορισμός του περιεχομένου της ύπαρξης, κυρίως για τον άνθρωπο που κατέχει την υψηλότερη εκδοχή της λογικής, είναι θέμα ψυχής.

Γι’ αυτό η ψυχή τίθεται ως «αιτία και αρχή» της ζωής. Η αριστοτελική εντελέχεια είναι και πάλι στο προσκήνιο: «Επιπλέον, μορφή του όντος που υπάρχει σε κατάσταση δυνατότητας είναι η εντελέχεια» (415b 15). Αυτός είναι και ο λόγος που η ψυχή, ως μορφή της σωματικής ύλης, αποτελεί την εντελέχειά της. Το σώμα δίνει όλες τις δυνατότητες. Η ψυχή θα καθορίσει την ενεργοποίησή τους.

Γι’ αυτό και η ψυχή δεν είναι μόνο αιτία, αλλά και σκοπός: «Είναι φανερό ότι η ψυχή είναι αιτία και ως σκοπός· γιατί, όπως ακριβώς ο νους ενεργεί στοχεύοντας ένα πράγμα, με τον ίδιο τρόπο ενεργεί και η φύση, και το πράγμα είναι γι’ αυτή σκοπός. Ένας τέτοιος σκοπός μέσα στα ζώα είναι η ψυχή, και αυτό σύμφωνα με τη φύση· γιατί όλα τα φυσικά σώματα είναι όργανα της ψυχής –όπως ακριβώς τα σώματα των ζώων, έτσι και εκείνα των φυτών– επειδή υπάρχουν για την ψυχή» (415b 15-21).

Η ψυχή είναι εκείνη που θα καθορίσει το σκοπό και την κίνηση του σώματος, δηλαδή το νόημα της ύπαρξής του. Με δεδομένο ότι η εντελέχεια κάθε πράγματος είναι ο τελικός στόχος τον οποίο υπηρετεί, είναι σαφές ότι το σώμα τίθεται αμετάκλητα στην υπηρεσία της ψυχής, αφού υπάρχει για να υπηρετήσει τις επιταγές της. Όπως οτιδήποτε αποκοπεί από την τελεολογική του αποστολή στερείται υπαρξιακής υπόστασης (το κομμένο χέρι δεν είναι χέρι, αφού δεν μπορεί να εκπληρώσει το σκοπό για τον οποίο έχει πλαστεί), έτσι και το σώμα είναι αδύνατο να νοηθεί έξω από την εκπλήρωση των ψυχικών υποδείξεων που θα οδηγήσουν στην ολοκλήρωσή του.

Ακόμη και η σωματική ανάπτυξη (αύξηση) και η παρακμή (αλλοίωση) έχουν ως βάση την ψυχή: «Και η αλλοίωση και η αύξηση, οφείλονται επίσης στην ψυχή· γιατί η αίσθηση, πράγματι, είναι φαίνεται κάποια αλλοίωση και τίποτα δεν αισθάνεται που δεν έχει ψυχή. Το ίδιο ισχύει και για την αύξηση και για την παρακμή· γιατί τίποτε που δεν τρέφεται δεν παρακμάζει ούτε αναπτύσσεται φυσικά και τίποτε δεν τρέφεται που δε μετέχει στη ζωή» (415b 23-28).

Το ότι τίποτε δεν αναπτύσσεται ή δεν φθείρεται όταν δεν έχει ζωή κρίνεται μάλλον ελεγχόμενο, αφού και ο βράχος μπορεί να μεγαλώσει ή να διαλυθεί ανάλογα με τις προσμίξεις του εδάφους, τις καιρικές συνθήκες, την υγρασία κτλ. Θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει άψυχη ύλη που να μην παρακμάζει με το πέρασμα του χρόνου. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα της αύξησης ή της παρακμής του σώματος προφανώς δεν καθορίζεται τόσο από την ψυχή. Ο μεσήλικας, όσο νέος κι αν νιώθει στην ψυχή του, δε θα αποφύγει τη σωματική φθορά που θα καταδείξει την ηλικία του. Το ότι ο μαρασμός της ψυχής μπορεί να έχει και σωματικές προεκτάσεις, ως ψυχοσωματική εκδήλωση, δεν αναιρεί τη φυσική παρακμάζουσα πορεία του σώματος που θα επέλθει ανεξάρτητα από την ψυχή με το πέρασμα του χρόνου.

Το βέβαιο είναι ότι ο Αριστοτέλης αποδίδει ξεκάθαρα στην ψυχή τόσο τη γέννηση, όσο και την αύξηση ή αλλοίωση των όντων και αυτός είναι ο λόγος που διαφωνεί με τον Εμπεδοκλή: «Ο Εμπεδοκλής δε μίλησε σωστά, όταν προσέθεσε ότι τα φυτά απλώνοντας ρίζες αναπτύσσονται προς τα κάτω, επειδή η γη έχει από τη φύση την κατεύθυνση αυτή, και προς τα πάνω, επειδή το ίδιο κάνει η φωτιά» (415b 29-30 και 416a 1-2).

Η άποψη του Εμπεδοκλή ότι τα φυτά συναποτελούνται από τη γη και τη φωτιά βρίσκει αντίθετο τον Αριστοτέλη, ακριβώς επειδή δε συμπεριλαμβάνεται ο ρόλος της ψυχής. Ο Εμπεδοκλής ερμηνεύει τη φυτική ύπαρξη με τρόπο εντελώς μηχανιστικό, αφού όλα επαφίενται στην πρωταρχική ύλη που τα διαπλάθει. Αποτελούμενα από χώμα έχουν την τάση να αναπτύσσουν ρίζες, καθώς η γη τα ωθεί προς τα κάτω, και ταυτόχρονα αποτελούμενα και από φωτιά έχουν την τάση να απλώνουν κλαδιά προς τον ουρανό, αφού η φωτιά προσδίδει την τάση να κινούνται προς τα πάνω. Η παντελής έλλειψη της ψυχικής παρουσίας που ως εντελέχεια του σώματος (αριστοτελικά μιλώντας) καθορίζει και την αύξηση και την αλλοίωσή τους καθιστά σαφείς και τις αντιρρήσεις.

Ο Αριστοτέλης σχολιάζει: «δεν κατανοεί σωστά» (ο Εμπεδοκλής εννοείται) «το πάνω και το κάτω· αφού το πάνω και το κάτω δεν είναι το ίδιο για όλα τα όντα και για το σύμπαν, αλλά ό,τι είναι η κεφαλή για τα ζώα, αυτό είναι οι ρίζες για τα φυτά, αν βέβαια πρέπει να διακρίνουμε και να ταυτίσουμε τα όργανα με βάση τις λειτουργίες τους» (416a 2-6).

Όμως, η κύρια αριστοτελική αντίρρηση δεν αφορά τη διαφορετικότητα στην εκδοχή του πάνω και του κάτω. Το ζήτημα είναι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό: «Κοντά σε αυτά, όμως, τι είναι αυτό που συνέχει τη φωτιά και τη γη, που τείνουν σε αντίθετες κατευθύνσεις; Γιατί θα διασπασθούν, αν δεν υπάρχει κάτι να τα εμποδίσει· αν όμως υπάρχει, αυτό είναι η ψυχή, και η αιτία για την ανάπτυξη και τη θρέψη» (416a 6-9).

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται ο ρόλος και η λειτουργία της ψυχής που έχει τη δύναμη να ενώνει τα συστατικά της ύλης διαμορφώνοντας το ενιαίο της υπόστασης. Το θέμα δεν αφορά τόσο το αν πράγματι τα φυτά αποτελούνται από χώμα και φωτιά, όσο τον καθορισμό της δύναμης εκείνης που καταφέρνει το συνταίριασμά τους. Αποδεχόμενοι ότι δεν μπορεί να υπάρχει άλλη εκδοχή, που να ερμηνεύει τη μεγαλειώδη αυτή ζωογόνα ένωση, από την παρουσία της ψυχής γίνεται αντιληπτό ότι η ψυχή είναι η δύναμη που δημιουργεί τη ζωή έχοντας ως μέσα-εργαλεία τα στοιχεία που θα συναποτελέσουν το σώμα. Με άλλα λόγια, η ύλη, ως χώμα και φωτιά, δημιουργεί τα φυτά εκπληρώνοντας τη φυσική της αποστολή, δηλαδή την εντελέχεια που της είχε οριστεί από τη φύση ή αλλιώς την ψυχή που έχει τη δύναμη να τη φέρει στην τέλεια κατάστασή της και να εκπληρώσει το έργο για το οποίο είναι πλασμένη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η θρέψη δεν είναι παρά το μέσο που θα συντηρήσει την ύλη, ώστε να συνεχίσει να υφίσταται διατηρώντας τα χαρακτηριστικά που αρμόζουν στην έμβια κατάσταση. Η αύξηση και η αναπαραγωγή της είναι επίσης ζήτημα της ψυχής: «Κάποιοι, όμως, θεωρούν ότι η φύση της φωτιάς είναι η μόνη αιτία για τη θρέψη και την ανάπτυξη· γιατί μόνο αυτή από τα σώματα ή τα στοιχεία φαίνεται να θρέφεται και να αναπτύσσεται. Γι’ αυτό και μέσα στα φυτά και στα ζώα θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτή είναι εκείνο που ενεργεί. Εκείνη, όμως, είναι κατά κάποιο τρόπο συναίτιο κι όχι απόλυτη αιτία, που περισσότερο είναι η ψυχή· γιατί η αύξηση της φωτιάς είναι απεριόριστη, όσο υπάρχει κάτι για να καεί, ενώ εκείνα που η σύστασή τους είναι φυσική, όλα έχουν ένα όριο και μια αναλογία στο μέγεθος και την αύξηση· αυτά, όμως, οφείλονται στην ψυχή κι όχι στη φωτιά και στη μορφή περισσότερο παρά στην ύλη» (416a 10-19).

Το γεγονός ότι η φωτιά τρέφεται και αυξάνεται με τρόπο απεριόριστο σε αντίθεση με συγκεκριμένα σωματικά όρια ανάπτυξης καθιστά σαφές ότι ούτε η τροφή ούτε η αύξηση οφείλονται στη φωτιά. Τα πάντα καθορίζει η ψυχή ως εντελέχεια του σώματος. Η ύλη μπορεί να δίνει τις δυνατότητες, όμως η μορφή είναι που θα καθορίσει όλα τα περαιτέρω.

Η θρέψη και η γέννηση αφορούν την ψυχή και καθορίζονται από αυτή: «Επειδή, όμως, για τη θρέψη και τη γέννηση υπάρχει η ίδια ικανότητα της ψυχής, πρώτα είναι απαραίτητο να μιλήσουμε για τη θρέψη· γιατί η συγκεκριμένη ικανότητα προσδιορίζεται ως προς τις άλλες με τη λειτουργία της αυτή. Νομίζουν, λοιπόν, πως το αντίθετο είναι τροφή για το αντίθετό του κι όχι οποιοδήποτε για οποιοδήποτε, αλλά ότι αυτό συμβαίνει με όσα αντίθετα δεν οφείλουν μόνο τη γέννησή τους το ένα στο άλλο, αλλά και την ανάπτυξη· γιατί πολλά προέρχονται το ένα από το άλλο, αλλά δεν είναι όλα ποσότητες· όπως για παράδειγμα η υγεία που προέρχεται από την ασθένεια. Φαίνεται, όμως, πως ούτε εκείνα τα αντίθετα είναι με τον ίδιο τρόπο τροφή το ένα για το άλλο» (416a 20-28).

Η εκδοχή που ορίζει ως τροφή για κάποιο ον κάτι που είναι αντίθετό του δεν είναι απολύτως ορθή, αφού όλες οι τροφές, ακόμη κι αν βασίζονται σε διαφορετική γέννηση δεν μπορούν να είναι αντίθετες (τουλάχιστον με τρόπο απόλυτο) ως προς την ανάπτυξη. Το ότι κάθε ον δεν μπορεί να φάει οτιδήποτε κι ότι άλλο ορίζεται ως τροφή για ένα ον κι άλλο για άλλο, κρίνεται δεδομένο.

Τα κριτήρια, όμως, που ορίζουν την τροφή κάθε όντος δεν μπορούν να τεθούν με τρόπο απόλυτο, αφού μια τέτοια ερμηνεία δε θα μπορούσε παρά να λειτουργήσει ισοπεδωτικά. Πράγματι, ένα ον είναι δύσκολο να τρέφεται με όμοιά του, αν και στη φύση αυτό δεν αποκλείεται, ωστόσο αυτό δε συνεπάγεται την αντίληψη ότι τρέφεται με τα αντίθετα.

Από την άλλη, υπάρχει και η αντίθετη άποψη που διατυπώνεται κυρίως από τον Εμπεδοκλή και το Δημόκριτο: «άλλοι υποστηρίζουν ότι το όμοιο τρέφεται, όπως και αναπτύσσεται, με το όμοιο» (416a31-32). Για τον Αριστοτέλη το ζήτημα αφορά τον τρόπο που εκλαμβάνει κανείς την τροφή: «Έχει διαφορά αν τροφή είναι αυτό που προστίθεται τελευταίο ή πρώτο. Αν, όμως, και τα δύο είναι τροφή, αλλά η μία αχώνευτη και η άλλη χωνευμένη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θρέψη γίνεται και με τους δύο τρόπους· γιατί, όταν η τροφή είναι αχώνευτη, το αντίθετο, ενώ όταν είναι χωνευμένη το όμοιο τρέφεται με το όμοιο. Ώστε είναι φανερό ότι και οι δύο κατά κάποιον τρόπο έχουν και δεν έχουν δίκιο» (416b 4-10).

Η αριστοτελική παρατήρηση που διαχωρίζει τη χωνευμένη από την αχώνευτη τροφή αποδίδοντας εν μέρει δίκιο (ή άδικο) και στις δύο απόψεις δεν αφορά μόνο στην απόλυτη λεπτολόγηση του ζητήματος που, όπως όλα τα ζητήματα πρέπει να διερευνηθεί απολύτως διεξοδικά, αλλά και στην αντίληψη ότι η χώνεψη της τροφής της αλλάζει υπόσταση καθιστώντας την όμοια με τον οργανισμό που την έχει χωνέψει. Με άλλα λόγια, μια ανόμοια τροφή πριν φαγωθεί και χωνευτεί, γίνεται όμοια αμέσως μετά τις λειτουργίες αυτές καθιστώντας σαφές ότι ο οργανισμός συντηρείται και αυξάνεται αφομοιώνοντας την ξένη ύλη (τροφή), μετατρέποντας δηλαδή το ξένο σε οικείο.

Το βέβαιο είναι ότι το ζήτημα της θρέψης αφορά μόνο τα έμψυχα όντα: «Επειδή, όμως, τίποτα δεν τρέφεται που δε μετέχει στη ζωή, έμψυχο πρέπει να είναι το σώμα που τρέφεται» (416b 10-11). Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Άλλη, όμως, είναι η ουσία της τροφής και άλλη του αυξητικού· γιατί, όταν πάρουμε το έμψυχο ως ποσότητα, το τρόφιμο παρέχει την αύξηση· όταν, όμως, το πάρουμε ως συγκεκριμένο πράγμα και υπόσταση, το τρόφιμο είναι τροφή· γιατί η θρέψη διατηρεί την υπόσταση του εμψύχου και αυτό υπάρχει όσο καιρό τρέφεται· και η τροφή προκαλεί τη γέννηση όχι εκείνου που τρέφεται, αλλά ενός άλλου, που είναι σαν κι αυτό που τρέφεται· γιατί ήδη η δική του υπόσταση υπάρχει και τίποτε δε γεννά το ίδιο τον εαυτό του, αλλά τον διατηρεί. Ώστε η αρχή αυτή της ψυχής είναι μια ικανότητα που διατηρεί αυτό που την έχει τέτοιο που είναι, ενώ η τροφή την καθιστά έτοιμη να λειτουργήσει. Γι’ αυτό, όταν το ον στερηθεί την τροφή, δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει» (416b13-21).

Το ότι μπορεί να υπάρξει ον που αναπαράγεται με διχοτόμηση αναιρώντας την άποψη του Αριστοτέλη ότι τίποτε δεν γεννά τον εαυτό του και το ότι δεν τρέφεται μόνο αυτό που γεννάει αλλά και το έμβρυο που κυοφορείται (μέσω της θρέψης του όντος που το κυοφορεί) δεν αλλάζει την ουσία της αριστοτελικής αντίληψης που εκλαμβάνει την τροφή ως εργαλείο (καύσιμο) που συντηρεί την ύπαρξη, δηλαδή της δίνει τη δυνατότητα να λειτουργήσει κι όχι ως ικανότητα για ζωή, που οπωσδήποτε οφείλεται στην ψυχή. Η ψυχή δίνει τη δύναμη της ζωής ως εντελέχεια του σώματος και η τροφή είναι το καύσιμο που εξασφαλίζει την επιβίωση, με τον ίδιο τρόπο που η βενζίνη είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αλλά η ικανότητα της κίνησης οφείλεται στον κινητήρα.

Αυτό που μένει είναι η διερεύνηση και ο καθορισμός της πρωταρχικής ψυχής: «Επειδή, όμως, όλα είναι σωστό να τα χαρακτηρίζουμε από το σκοπό τους κι εδώ ο σκοπός είναι κάτι να γεννήσει ένα ον ίδιο με τον εαυτό του, η πρωταρχική ψυχή θα ήταν αυτή που μπορεί να γεννήσει ένα ον ίδιο με εκείνο που την έχει» (416b 24-27).

Αριστοτέλης, Περί Ψυχής