Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (703-738)

ΔΑ. ἀλλ᾽ ἐπεὶ δέος παλαιὸν σοὶ φρενῶν ἀνθίσταται,
τῶν ἐμῶν λέκτρων γεραιὰ ξύννομ᾽, εὐγενὲς γύναι,
705 κλαυμάτων λήξασα τῶνδε καὶ γόων σαφές τί μοι
λέξον. ἀνθρώπεια δ᾽ ἄν τοι πήματ᾽ ἂν τύχοι βροτοῖς.
πολλὰ μὲν γὰρ ἐκ θαλάσσης, πολλὰ δ᾽ ἐκ χέρσου κακὰ
γίγνεται θνητοῖς, ὁ μάσσων βίοτος ἢν ταθῇ πρόσω.
ΒΑ. ὦ βροτῶν πάντων ὑπερσχὼν ὄλβον εὐτυχεῖ πότμῳ,
710 ὡς ἕως τ᾽ ἔλευσσες αὐγὰς ἡλίου ζηλωτὸς ὢν
βίοτον εὐαίωνα Πέρσαις ὡς θεὸς διήγαγες,
νῦν τέ σε ζηλῶ θανόντα, πρὶν κακῶν ἰδεῖν βάθος.
πάντα γάρ, Δαρεῖ᾽, ἀκούσῃ μῦθον ἐν βραχεῖ χρόνῳ·
διαπεπόρθηται τὰ Περσῶν πράγμαθ᾽, ὡς εἰπεῖν ἔπος.
715 ΔΑ. τίνι τρόπῳ; λοιμοῦ τις ἦλθε σκηπτός, ἢ στάσις πόλει;
ΒΑ. οὐδαμῶς· ἀλλ᾽ ἀμφ᾽ Ἀθήνας πᾶς κατέφθαρται στρατός.
ΔΑ. τίς δ᾽ ἐμῶν ἐκεῖσε παίδων ἐστρατηλάτει; φράσον.
ΒΑ. θούριος Ξέρξης, κενώσας πᾶσαν ἠπείρου πλάκα.
ΔΑ. πεζὸς ἢ ναύτης δὲ πεῖραν τήνδ᾽ ἐμώρανεν τάλας;
720 ΒΑ. ἀμφότερα· διπλοῦν μέτωπον ἦν δυοῖν στρατευμάτοιν.
ΔΑ. πῶς δὲ καὶ στρατὸς τοσόσδε πεζὸς ἤνυσεν περᾶν;
ΒΑ. μηχαναῖς ἔζευξεν Ἕλλης πορθμόν, ὥστ᾽ ἔχειν πόρον.
ΔΑ. καὶ τόδ᾽ ἐξέπραξεν, ὥστε Βόσπορον κλῇσαι μέγαν;
ΒΑ. ὧδ᾽ ἔχει· γνώμης δέ πού τις δαιμόνων ξυνήψατο.
725 ΔΑ. φεῦ, μέγας τις ἦλθε δαίμων, ὥστε μὴ φρονεῖν καλῶς.
ΒΑ. ὡς ἰδεῖν τέλος πάρεστιν οἷον ἤνυσεν κακόν.
ΔΑ. καὶ τί δὴ πράξασιν αὐτοῖς ὧδ᾽ ἐπιστενάζετε;
ΒΑ. ναυτικὸς στρατὸς κακωθεὶς πεζὸν ὤλεσε στρατόν.
ΔΑ. ὧδε παμπήδην δὲ λαὸς πᾶς κατέφθαρται δορί;
730 ΒΑ. πρὸς τάδ᾽ ὡς Σούσων μὲν ἄστυ πᾶν κενανδρίαν στένει—
ΔΑ. ὦ πόποι κεδνῆς ἀρωγῆς κἀπικουρίας στρατοῦ.
ΒΑ. Βακτρίων δ᾽ ἔρρει πανώλης δῆμος † οὐδέ τις γέρων.
ΔΑ. ὦ μέλεος, οἵαν ἄρ᾽ ἥβην ξυμμάχων ἀπώλεσεν.
ΒΑ. μονάδα δὲ Ξέρξην ἔρημόν φασιν οὐ πολλῶν μέτα—
735 ΔΑ. πῶς τε δὴ καὶ ποῖ τελευτᾶν; ἔστι τις σωτηρία;
ΒΑ. ἄσμενον μολεῖν γέφυραν γαῖν δυοῖν ζευκτηρίαν.
ΔΑ. καὶ πρὸς ἤπειρον σεσῶσθαι τήνδε, τοῦτ᾽ ἐτήτυμον;
ΒΑ. ναί· λόγος κρατεῖ σαφηνὴς τοῦτό γ᾽· οὐκ ἔνι στάσις.

***
ΔΑΡΕΙΟΣ
Μ᾽ αφού ο αρχαίος εσένα φόβος σου αντιστέκει της ψυχής,
γηραλέα συντρόφισσά μου, εσύ γυναίκα αρχοντικιά,
άφησ᾽ πια τα κλάματά σου και τους στεναγμούς σου αυτούς
κι έλα πε μου μιαν αλήθεια· στους ανθρώπους συμφορές
πάντοτε μπορεί να τύχουν και τους βρίσκουνε πολλά
κι απ᾽ τη θάλασσα βγαλμένα κι από τη στεριά κακά,
όσο θα μακρύνει ο δρόμος της ζωής των και πιο μπρος.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ω εσύ, που όλους τους ανθρώπους πέρασες στην ευτυχία
710 με την άφταστή σου μοίρα, γιατί κι όσο ήσουν στο φως,
ζηλευτός μέσα στους Πέρσες, τη ζωή σου ωσάν θεός
πέρασες μακαρισμένα· μα και τώρα πιο πολύ
σε ζηλεύω, που πριν τέτοιας συμφοράς άβυσσο ιδείς,
πέθανες, Δαρείε· γιατ᾽ άκου με δυο λόγια να στα πω.
πάει και πάει η δύναμη όλη των Περσών, μπορείς να πεις.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Με ποιό τρόπο; έπεσε αρρώστεια, ή από εμφύλιο σπαραγμό;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Όχι· μα όλος στην Αθήνα κοντά χάθηκε ο στρατός.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Και ποιός, πε μου, από τους γιους μου τον οδήγαε κατά κει;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ο πολεμόχαρος ο Ξέρξης, που άδειασ᾽ όλη μας τη γη.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Και πεζός, ή με καράβια ρίχτηκε στην τρέλα αυτή;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
720 Και τα δυο μαζί· διπλό ήταν μέτωπο διπλού στρατού.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Και τη θάλασσα πώς τόσος πεζός πέρασε στρατός;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Τον πορθμό έζεψε της Έλλης να ᾽χει στράτα να διαβεί.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Έφτασε ως αυτού, να κλείσει το μεγάλο Βόσπορο;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Έτσι ᾽ναι· το νου του κάποιος βέβαια θ᾽ άγγιξε θεός.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Φοβερός θεός, οϊμένα, που του πήρε τα μυαλά.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Και μπορείς να δεις τί τέλος που του φύλαγε κακό.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Τί έπαθαν λοιπόν που τόσο να στενάζετε γι᾽ αυτούς;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ο χαμός του στόλου αιτία να χαθεί ήταν κι ο στρατός.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Κι έτσι τέλεια απ᾽ το κοντάρι πάει ολάκερος λαός;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
730 Τόσο, που άδεια απ᾽ άντρες όλα κλαίουν τα Σούσα και θρηνούν.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Κρίμας ο στρατός μας, η άξια βοήθεια μας κι απαντοχή!
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Κι όλοι οι Βάκτριοι παν χαθήκαν και δε θα ᾽χει γέρους πια.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Α, ο ταλαίπωρος, τί νιότη πὄφτειρε συμμαχική!
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Μόνος κ᾽ έρμος, λένε, ο Ξέρξης μ᾽ όχι και πολλούς μαζί –
ΔΑΡΕΙΟΣ
Πώς και πού έχει καταντήσει; να ᾽χει τάχα και σωθεί;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Με χαρά είδε τα γιοφύρια που έζεβαν τις δυο στεριές.
ΔΑΡΕΙΟΣ
Κι είν᾽ αλήθεια, να ᾽χει φτάσει στην Ασία εδώ γερός;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ναι, όλοι το ᾽χουν αυτό βέβαιο και κανείς δε λέει αλλιώς.

Ο Μεταμοντέρνος Θουκυδίδης

Το μοντέρνο των αρχών του αιώνα μας ήθελε νέα μορφή σε ό­λα τα είδη τέχνης και επιστήμης, που να ανταπο­κρίνεται στο εκάστοτε σύγχρονο κοινό. Aπέκλειε κάθε σχέση με το παρελθόν και τις επιδράσεις του. Το δε αντιμοντέρνο βρίσκει την παραπάνω τάση χαοτική και συχνά αντιφατική ή συμπληρωματική και γι’ αυτό επιστρέφει σε παραδοσιακές δοκιμασμένες μορφές και μεθόδους. Το μεταμοντέρνο, α­ντίθετα, δεν αντιτίθεται στο μοντέρνο, το υπερβαί­νει. Ξεπερνάει δηλαδή σκόπιμα, και κάποτε άκριτα, και το παραδοσιακό και το μοντέρνο. Στην ποί­ηση φτάνει να συγγενεύει προς την αυτόματη γρα­φή του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού, ενώ στην κριτική καταργεί όλες τις σχολές και είναι α­νοιχτό σε όλες τις εκδοχές.
 
Αυτό άλλωστε είναι και η βασική σημασία τού μετά - και όλων των «μεταϊσμών». Οφείλεται στην ανακατάταξη και επανεξέταση όλων των υπαρχό­ντων σχημάτων και τρόπων, που συνεπάγεται το «τέλος» όλων των πραγμάτων. Και θα έχετε βέβαια προσέξει ότι, εν όψει του τέλους του 20ου αιώνα και της δεύτερης μεταχριστιανικής χιλιετίας, όλοι μι­λούσαν και έγραφαν για το «τέλος» όλων των πραγ­μάτων, σαν να ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος κανενός πράγματος, υπάρχει αέναη ροή, αλλαγή και αντικατάσταση ή αλληλοδιαδο­χή. Γι’ αυτό το «τέλος» (και πρώτο αυτό το παρεξηγημένο του Φουκουγιάμα για την Ιστορία) πρέ­πει να γράφεται με εισαγωγικά και το «μετά» να εν­νοείται εντός εισαγωγικών.
 
Ο Θουκυδίδης για τους θεωρητικούς, τους κλασι­κιστές και τους κριτικούς, που εξέφραζαν το μο­ντερνισμό το 1920, είχε σημασία όχι τόσο για την Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου όσο για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τους μεταμοντέρ­νους του 1990-2000 έχει σημασία για όλες τις εποχές, για όλους τους λαούς, για όλες τις συγκρούσεις. Καθώς ενδιαφέρεται να ισορροπήσει τους λόγους με τα έργα, να ανεύρει τις αληθείς αιτίες των γεγονό­των, να αναγάγει το «τόδε τι) στο «καθ’ όλου», ο Θουκυδίδης καταφέρνει αβίαστα να κάνει το έργο του όντως «κτήμα ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν», με νηφαλιότητα αλλά και έ­νωση, με αντικειμενικότητα αλλά και για λόγους προσωπικών παθημάτων και ταξικής αλληλεγ­γύης - π.χ. Κλέων και Νικίας, αντίστοιχα) συγ­γνωστή μεροληπτικότητα, με ορθολογισμό αλλά και προφητική ενόραση («γιγvόμενα μεν και αιεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή, 3.82.2), με συγκεκριμένη ιστορικότητα αλλά και φιλοσοφι­κή υπεριστορικότητα (με τη σημασία που έδωσε στον όρο ο Λουί Αλτουσέρ, δηλαδή αυτού που ξε­περνάει τα συγκεκριμένα δεδομένα τόπου, χρόνου, συνθηκών) είναι ο μόνος ιστορικός της γης, που α­πέρριψε έμπρακτα τον αφορισμό του Αριστοτέλη ό­τι η ποίηση (δηλαδή εν προκειμένω η τραγωδία) είν­αι πιο φιλοσοφική από την Ιστοριογραφία.
 
Οι μεταμοντέρνοι της εποχής μας δίνουν στον Θουκυδίδη ό,τι μπορούν «ο καθείς και τα όπλα του») και παίρνουν απ’ αυτόν ό,τι θέλουν. 'Ενας κα­λός θουκυδιδιστής ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης είναι τόσο επiκαιρος, σύγχρονος και έγκυρος σή­μερα, όσο ήταν σε όλες τις άλλες εποχές και σε ό­λους τους άλλους λαούς, που πέρασαν, εννοείται, και περνούν από τις ίδιες φάσεις πολιτισμού με τους 'Ελληνες. Θεωρεί δυνατόν και μπορεί να το αποδείξει ότι αν του διαβάσεις μια οποιαδήποτε πολιτικοστρατιωτικού περιεχομένου είδηση, οπουδή­ποτε της γης, θα σου δώσει μια ακριβή παραπομπή στο έργο του Θουκυδίδη. Και αυτό θα το κάνει ή «από μνήμης» («εκ πολλής συνουσίας περί το πράγμα» κατά τον Πλάτωνα) ή χτυπώντας στον η­λεκτρονικό υπολογιστή («Ίβυκος» του David Packard, TLG της McDonald και του Theodore Brunner, CD-ROM, cdu) τη λέξη - κλειδί της εί­δησης, π.χ. μια από τις τρεις σταθερές τού ιστορι­κού γίγνεσθαι: δέος (φόβος), τιμή (γόητρο, φιλότιμο, πολεμική αρετή), ωφελίη (συμφέρον, κέρδος, ωφέλεια οικονομική ή πολιτική) ή μια οποιαδή­ποτε άλλη λέξη - κλειδί, π.χ. τιμωρία ή εισβολή. Έχουμε εννέα περιπτώσεις στον Θουκυδίδη συνο­λικά, και με το ίδιο περίπου – προσχηματικό ή πραγματικό - σκεπτικό (μικρός λαός υποφέρει από εισβολή ή καταπίεση από ισχυρότερο γείτονα και ζητάει βοήθεια συμμαχικής ή «ουδέτερης υπερδύναμης, η οποία αναλαμβάνει να «αποκαταστήσει την τάξη» ή να επιβάλει το status quo: Επiδαμνος, Ποτίδαια, Κέρκυρα, Μέγαρα Πλαταιές, Πύλος, Αμφiπολις, Σικελία. Πρβλ. μόνο από το δεύτερο μισό του αιώνα μας: Iνδοκίνα, Κορέα, Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη, Αφγανιστάν, Κουβέϊτ – Ιράκ, Λίβανος, Κύπρος, Κόσοβο κ.λπ.)
 
    Το κακό με τους μεταμοντέρνους είναι ότι δεν αρκούνται στις καταχρήσεις, παρερμηνείες και υπεραπλουστεύσεις ή ανεπίτρεπτες γενικεύσεις του παρελθόντος (π.χ. Θουκυδίδης και Μακιαβέλι με βάση τον πολιτικό κυνισμό του διαλόγου και της σφαγής της Μήλου ή το γνωστό δόγμα Κλάουζεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, ή τα ανάλογα δόγματα του Μάο Τσε Τουνγκ και του Χένρι Κίσινγκερ), αλλά πολλοi χαλάνε καταστρέφουν και διαστρέφουν συνειδητά την πραγματικότητα. Μία πλειάδα αιρετικών, εικονοκλαστών, αδiστακτων δομιστών, αποδομιστών σημειολόγων και... τερατολόγων γράφουν άρθρα ή ολόκληρα βιβλία - κάποτε πολύ ελκυστικά αλλά αβάσιμα - με θέματα όπως Μερολnψiες στον Θουκυδίδn ή Θουκυδiδnς ο έvτεχvος [πολεμικός] ανταποκριτής ή ο Μυθιστορικός Θουκυδiδης ή Θουκυδίδnς ο ανηθικολόγος, Ο άθεος Θουκυδίδης και άλλα συναρπαστικά, υποκειμενικά, ατεκμηρίωτα φληναφήματα.
 
Εις μάτην πασχίζουν οι λiγοι γεροί ελληνιστές που απέμειναν πια στον κόσμο και οι ακόμη λιγό­τεροι θουκυδιδιστές, όπως η Zακλiν ντε Ρομιγί, ο Γκομέ (Gomme), ο Άντριους (Andrewes), ο Ντόβερ (Dover), ο Κόνορ (Connor), ο Σταλ (Stahl), οTzov Φίνλεϊ (John Finley), ο Στράσμπεργκερ(Strassburger), ο Ότο Λούσνατ (Οtto Luschnat) και σε απόσταση λίγοι Ιταλοί, Iσπανοί και Έλλη­νες, να τους αναχαιτίσουν και να τους κάνουν να διαβάζουν πρώτα καλά τα ίδια τα κείμενα και να μην ενδιαφέρονται πρωτίστως για τις θεωρητικές προκατασκευές τους και τις μεθοδολογικές μετα­μοντέρνες αυθαιρεσίες.
 
Σε μερικά μάλιστα πανεπιστημιακά κέντρα σπου­δών, όπως το Χάρβαρντ ή το Κορνέλ, ασκείται και σκόπιμη ανθελληνική μεταμοντέρνα κριτική των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως του Πλάτω­να, του Αριστοτέλη και του Θουκυδίδη. Eίναι το ί­διο «τέμενος της γνώσης», απ’ όπου εκπορεύονται, εν ονόματι της πανεπιστημιακής μεταμοντέρνας ε­λευθερίας, οι ανιστόρητες θεωρίες για τη Μαύρη Αθηνά, τον κίτρινο Σωκράτη, τα πράσινα άλογα και τις γαλάζιες... τυρόπιτες.
 
Έτσι η μεταμοντέρνα ερμηνευτική προσέγγιση του Θουκυδίδη στις μέρες μας, όχι μόνο οδηγεί σε αθώα ή ύποπτα λάθη, αλλά και σε κατάχρηση και καπηλεία των πραγματικών διδαγμάτων του Θουκυδίδη: σε ανώτατες Σχολές Πολέμου στην Αμερι­κή (ιδιαίτερα του Ναυτικού - μέγα γάρ το της θαλάττης κράτος) διδάσκεται Θουκυδίδης σε μετάφραση και μερικοί ενθαρρύνονται να μάθουν και αρχαία ελληνικά, ώστε ως άλλο Ευαγγέλιο του Πο­λέμου, προηγούμενο και ανώτερο του Κλάουζεβιτς, να χαρούν το κείμενο στο πρωτότυπο. Έτσι, ενώ φαίνεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιώνεται και τιμάται ο Θουκυδίδης, στην πραγματικότητα δικαιώνεται η πολιτική της βίας και της επιβολής του ισχυρού επί του ασθενούς των ιδίων που την ασκούν και επικαλούνται και την έγκυρη, αιωνίως επίκαιρη και αενάως σύγχρονη γνώμη του Θουκυδiδη.
 
Ούτως ή άλλως, πάντως, η μεταμοντέρνα επίδρα­ση του Θουκυδίδη όχι μόνο στα γράμματα αλλά και την πολιτική είναι τεράστια. Ακόμη και όταν δεν α­ναφέρεται το όνομά του και τα συγκεκριμένα κεφά­λαια του έργου του, που χρησιμοποιεί κάποιος τωρι­νός ή χθεσινός συγγραφέας, προκαλεί φαινόμενα ανεπαίσθητης, πιθανότατα, αντιγραφής, και σαν την κρυπτομνησία («χαμένο στου μυαλού τ’ αυλά­κια» κατά τον Σεφέρη), που αποκαλύφθηκε στο 20ό κεφάλαιο από το Για ποιον xτυπάει η καμπάvα [α­φορμή ο Τζον Ντον (John Donne)] του Έρνεστ Χε­μινγουέι (Ernest Hemingway), βασισμένο, με σκανδαλώδεις ομοιότητες, στο 4. 47-49 του Θουκυδί­δη από τον Εμφύλιο Πόλεμο της Κέρκυρας.
 
Τέλος, αδιαφιλονίκητα καλή δουλειά έχει γiνει στη μεταμοντέρνα ερμηνεία του Θουκυδίδη από μερικούς στρουκτουραλιστές, που εντόπισαν τη σταθερή κυκλική σύνθεση (ring composition) στο έργο του Θουκυδίδη (ιδιαίτερα στη λεγόμενη «Αρχαιολογία» του 1ου βιβλίου l-2l, στα μέσα του 2ου βιβλίου, και σε ολόκληρα τα λεγόμενα «Σικε­λικά», βιβλία 6 και 7).
 
Με εξαiρεοη ίσως τους τρεις τραγικούς (για λό­γους κυρίως θεατρικής διακειμενικότητας και συγκριτολογίας) και τους μεγάλους της φιλοσοφίας και της επιστήμης, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αντίστοιχα, κανένας άλλος συγγραφέας δεν άσκησε με­γαλύτερη και γονιμότερη, αν και σε πολλά εσφαλ­μένη, επίδραση στη μεταμοντέρνα κριτική σκέψη.

Ο πόνος του χωρισμού

Κάθε άνθρωπος έχει να θυμάται τουλάχιστον ένα οδυνηρό τέλος μιας σχέσης. Ακόμη και οι πιο δυνατοί έρωτες μπορεί να οδηγηθούν στο χωρισμό.

Αναπόφευκτα μετά από ένα χωρισμό αισθανόμαστε αποτυχημένοι, μόνοι και απογοητευμένοι. Αλλά αυτό είναι ένα στάδιο και όχι μια διαρκής κατάσταση.

Μετά το χωρισμό λοιπόν υπάρχουν δύο δρόμοι: η βαθιά οδύνη και το βύθισμα στον πόνο χωρίς διάθεση να πιστέψει το άτομο ξανά στην ζωή ή μια θλίψη διαχειρίσιμη που θα οδηγήσει το άτομο με πίστη να ξεκινήσει μια νέα ζωή.

Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι οι δυνάμεις που δένουν τους ανθρώπους σε μια ερωτική σχέση είναι ιδιαιτέρως ισχυρές, αλλά εξίσου ισχυρός είναι και ο πόνος του χωρισμού που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επιφέρει τόσο βαθύ τραύμα που να εξελιχθεί σε μια ψυχική ασθένεια.

Είναι απόλυτα υγιές να υπάρχει θλίψη μετά από ένα χωρισμό είτε είστε άνδρας, είτε γυναίκα. Εικόνες από το παρελθόν της κοινής σας ζωής και αναμνήσεις θα έρχονται συνέχεια στο μυαλό σας, θα έχετε την έντονη επιθυμία να επιστρέψετε και θα αναπολείτε την στιγμή της γνωριμίας σας ή την πρώτη φορά που συναντηθήκατε.

Σε αυτό το στάδιο καλό θα ήταν να μην αφήσετε αυτές τις αναμνήσεις να εξελιχθούν σε εμμονή. Για να αποφύγετε τις εμμονικές αναμνήσεις που οδηγούν σε άρνηση της πραγματικότητας, θα πρέπει να θυμάστε τους λόγους που σας οδήγησαν στο χωρισμό και να πάρετε απόφαση πως ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.

Η διάρκεια αυτής της θλιβερής κατάστασης ποικίλει από άτομο σε άτομο αλλά πρέπει να δεχθούμε πως όλοι μας περνάμε από αυτό το στάδιο σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό. Θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση η υποστήριξη και η ενθάρρυνση από φίλους και η απόφαση μας να πούμε «φτάνει πια» και να δεχτούμε πως η σχέση μας καλώς τελείωσε αφού είχε αντικειμενικά άλυτα προβλήματα.

Πολλά άτομα για να ξεπεράσουν τη θλίψη τους αναζητούν καταναγκαστικά και επειγόντως νέες αγάπες ή νέα φλερτ και σεξουαλικές σχέσεις της μιας βραδιάς. Ίσως εκεί να βρουν μια φευγαλέα παρηγοριά αλλά συνήθως αυτές οι πράξεις είναι υποκατάστατα περιορισμένης εμβέλειας και δεν θα σας βοηθήσουν ουσιαστικά στην διαχείριση της θλίψης σας.

Αφήστε την θλίψη να εκφραστεί ομαλά και μην παρασύρεστε σε ακρότητες. Κλάψτε όπως θα γελούσατε αν ακούγατε ένα πολύ καλό ανέκδοτο, μιλήστε για την θλίψη σας όπως θα λέγατε και σε κάποιον φίλο σας το καλό ανέκδοτο που ακούσατε και αφήστε το χρόνο και την αγάπη των φίλων σας, αλλά και του εαυτού σας, να σας «θεραπεύσει».

Ασχοληθείτε ενεργά με τον εαυτό σας, δείτε τα λάθη σας και προσπαθήστε να τα διορθώσετε. Κρατήστε μονάχα τα θετικά που πήρατε από τον/την πρώην σύντροφό σας, αποδεχθείτε πως το παρελθόν δεν μπορεί να διαγραφεί αλλά και ούτε να αλλάξει. Ασχοληθείτε με το να δημιουργήσετε ένα καλύτερο παρόν που θα σας οδηγήσει σε ένα ευνοϊκότερο μέλλον με την αγάπη και την χαρά της ζωής να κάνουν την επανεμφάνιση τους στη ζωή σας. Χρησιμοποιήστε την εμπειρία που αποκομίσατε για να διαχειρίζεστε τις απογοητεύσεις που εμπεριέχονται στο παιχνίδι της ζωής αλλά και δείξτε την θέληση να αγαπήσετε και να αγαπηθείτε με αξιοπρέπεια.

Είμαι γενναιόδωρος, σημαίνει δίνω χώρο... προσωπικό

Ο χώρος είναι πολύ διαφορετικός από τον χρόνο, αφού τον έχουμε κάθε φορά όλον στη διάθεσή μας και μπορούμε να τον εκμεταλλευτούμε όπως θέλουμε, ή να παραμείνουμε σε αυτόν χωρίς να κάνουμε τίποτα. Δεν είναι σπάνιο αγαθό και, επιπλέον, ανακαλύπτονται συνεχώς συστήματα για την επέκταση του διαθέσιμου χώρου: μπορούμε να πάρουμε το πρωινό μας στην Ευρώπη, να γευματίσουμε στην Ασία και να δειπνήσουμε στην Αμερική, και σύντομα θα είμαστε σε θέση να πηγαίνουμε διακοπές στο φεγγάρι ή και στον Άρη.
   
Όλα είναι δυνατά μέσα στο χώρο. Αν νιώθουμε άβολα στην πόλη, πηγαίνουμε στην εξοχή, αν βαριόμαστε την παρθένα φύση, περπατάμε ατελείωτα χιλιόμετρα πάνω στην άσφαλτο, αν δεν μας αρέσει η ακρογιαλιά, στήνουμε το σπίτι μας στο βουνό.
 
Επομένως, πώς μπορούμε να είμαστε γενναιόδωροι με τον χώρο μας, αν υπάρχει σε τόση ποσότητα; Είναι ένα αγαθό που υπάρχει σε αφθονία, και το οποίο καταφέραμε να χωρίσουμε και να μοιράσουμε, καθώς και να φυλάξουμε μερικά κομμάτια του για τη δική μας προσωπική χρήση. Είναι ένας χώρος φυσικός, αλλά, συγχρόνως, και ένας χώρος προσωπικός. Βάζουμε ένα κρυστάλλινο καμπανάκι για να τον προστατεύουμε και κρεμάμε και μία πινακίδα που λέει «απαγορεύεται η είσοδος χωρίς άδεια».
 
Στην πραγματικότητα, έχουμε κάθε δικαίωμα να το κάνουμε αυτό για να διασφαλίσουμε την ιδιωτική μας ζωή. Ωστόσο, ακριβώς επειδή είναι ένα προσωπικό δικαίωμα, έχουμε τη δυνατότητα να ανοίγουμε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο και να δεχόμαστε άλλους ανθρώπους. Αυτό δεν σημαίνει ότι αφήνουμε τις πόρτες ανοιχτές για να μας αδειάσουν το σπίτι οι καταπατητές ξένης περιουσίας. Σημαίνει ότι ανοίγουμε με τη θέλησή μας τις πόρτες του σπιτικού μας στους φίλους μας, αλλά και σε αυτούς που δεν είναι και τόσο φίλοι.
 
Πρέπει να φροντίσουμε να είναι καλοδεχούμενοι και να νιώθουν άνετα όταν μας κοιτάζουν στα μάτια, όλοι όσοι μας χτυπούν την πόρτα. Αν εμφανιστεί κάποιος που χρειάζεται ένα μέρος για να ξεκουράσει το κουρασμένο του πνεύμα, οφείλουμε να τον αφήσουμε να περάσει, και επίσης να κάνουμε εκείνον που θα έρθει να ζητήσει λίγο αλάτι, ένα ανοιχτήρι ή μία κουβέρτα, να νιώσει δηλαδή σαν στο σπίτι του. 
 
Με τον ίδιο τρόπο, οι φίλοι των παιδιών μας πρέπει να θεωρούν το σπίτι μας ένα μέρος που θα μπορούν να μαζεύονται για να παίξουν, να φυλάξουν τα πράγματά τους ή και να κοιμηθούν εκεί.
Σε αυτή την περίπτωση η γενναιοδωρία έχει να κάνει περισσότερο με αυτό που ονομάζουμε φιλοξενία...

Μενέλαος Λουντέμης: Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε

Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει… τρέχει… ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά.  Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. 

Να πεις “όχι” στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ’ ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν’ ανοίξει. 

Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο.
Η Αγάπη είναι ένα ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.

Η Αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.

Κοίταξέ με προσεκτικά και θα καταλάβεις. 
Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. 

Εκείνοι που είναι να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω. Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. 

Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς; 

Μενέλαος Λουντέμης: Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους

Ψευδαισθήσεις μεγαλείου: Ποιες είναι οι αιτίες και τα χαρακτηριστικά τους;

Οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου συχνά συνοδεύουν άλλα συμπτώματα ψυχικών ασθενών, όπως και άλλες ψευδαισθήσεις. Μπορεί να σχετίζονται με ψυχικές ή σωματικές παθήσεις, όπως σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή ή κάποια είδη άνοιας. Στο παρόν άρθρο, ρίχνουμε μια λεπτομερέστερη ματιά στις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, τα διαφορετικά είδη, συμπτώματα, αιτίες και πιθανές θεραπείες.

Τι είναι οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου;
Όσοι βιώνουν τέτοιες ψευδαισθήσεις βλέπουν τον εαυτό τους ως έναν σπουδαίο, φτασμένο και σημαντικό άνθρωπο, ανώτερο από τους άλλους, ακόμα και με μαγικά μέσα. Η ψευδαίσθηση μπορεί να επιμένει ή να εμφανίζεται κάποιες φορές.

Κάποιοι άνθρωποι εμφανίζουν κι άλλες ψευδαισθήσεις, όπως φόβο καταδίωξης ή ασυνήθιστες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Εντούτοις, μια ψευδαίσθηση μεγαλείου είναι κάτι περισσότερο από υψηλή αυτοεκτίμηση ή παραφουσκωμένη αίσθηση αξίας. Χαρακτηρίζεται από μια σημαντική αποσύνδεση από τον πραγματικό κόσμο. Ένα άτομο με ψευδαισθήσεις μεγαλείου μπορεί να συνεχίσει να πιστεύει σε αυτές παρά τα αντικρουόμενα στοιχεία.

Τα είδη των ψευδαισθήσεων μεγαλείου
Οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου μπορούν να εμφανιστούν με πραγματικά αμέτρητους τρόπους. Οι περισσότεροι περιλαμβάνουν:

– Μια παραφουσκωμένη πεποίθηση για τη σημασία τους, όπως τη δύναμη να σταματήσουν έναν πόλεμο
– Την πεποίθηση ότι είναι διάσημοι ή ότι έχουν μια υψηλή θέση στην κοινωνία
– Την πεποίθηση ότι είναι θρησκευτικοί ηγέτες
– Την πεποίθηση ότι έχουν την ικανότητα να ζήσουν για πάντα
– Την ψευδαίσθηση ότι δεν μπορούν να αρρωστήσουν ή να τραυματιστούν
– Την πεποίθηση ότι είναι πολύ έξυπνοι
– Την πεποίθηση ότι κατέχουν μαγικές ικανότητες, όπως το να διαβάζουν το μυαλό των άλλων.

Οι πολιτισμικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το περιεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Και αυτό επειδή η κουλτούρα επηρεάζει τις γνώσεις που έχει κάποιος για τον εαυτό και τον κόσμο γύρω του. Κάτι που σε μια κουλτούρα μπορεί να θεωρηθεί ψευδαίσθηση σε μια άλλη μπορεί να μην είναι.

Συμπτώματα
Μια πεποίθηση για να θεωρηθεί ψευδαίσθηση, χρειάζεται να είναι παράλογη και λανθασμένη. Για παράδειγμα, ένα άτομο που ισχυρίζεται ότι είναι πρωθυπουργός μιας χώρας, ενώ ξεκάθαρα δεν είναι, αποτελεί παράδειγμα ψευδαίσθησης μεγαλείου. Μπορεί να συνυπάρχουν και άλλα συμπτώματα εκτός από τα παραπάνω. Αυτά περιλαμβάνουν:

– Δυσκολία συνύπαρξης με άλλους λόγω της ψευδαίσθησης
– Επίμονη πεποίθηση παρά τα αντίθετα δεδομένα
– Θυμό με άλλους ανθρώπους, επειδή αρνούνται να δεχτούν τις ψευδαισθησιακές τους πεποιθήσεις
– Επίμονες απόπειρες να πείσουν τους άλλους
– Αλλόκοτη συμπεριφορά
– Εμφάνιση κι άλλων πεποιθήσεων.

Αιτίες (ψυχικές ασθένειες) και θεραπεία
Οι διαταραχές που μπορούν να προκαλέσουν τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις είναι η ψύχωση (σχιζοφρένεια), η διπολική διαταραχή, η διαταραχή ναρκισσιστικής προσωπικότητας, η άνοια και σε κάποιες περιπτώσεις εγκεφαλικού τραυματισμού.

Η αντιμετώπιση των ψευδαισθήσεων μεγαλείου μπορεί να αποδειχθεί αρκετά δύσκολη. αυτές οι ψευδαισθήσεις προκαλούν ευχαρίστηση στον ασθενή, επομένως σπάνια αυτοί οι άνθρωποι αναζητούν βοήθεια.

Όταν προσφέρεις αγάπη, μην περιμένεις ανταπόδοση… απλά αγάπα

Αν όλοι οι άνθρωποι αγαπούσαν με τον ίδιο τρόπο, πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος; Μα πώς μπορείς να αγαπήσεις με τον ίδιο τρόπο, όταν οι άνθρωποι είναι τόσο ίδιοι εξωτερικά μα τόσο διαφορετικοί εσωτερικά.

Αν όμως η αγάπη είναι μία γιατί κανένας δεν είναι ευχαριστημένος; Γιατί ο ένας κατηγορεί τον άλλον πως δεν αγαπά σωστά; Από πού κι ως πού υπάρχει λάθος στην αγάπη και στον ορισμό της; Η τάση των τελευταίων ετών όσoν αφορά τον άνθρωπο – άτομο είναι να αγαπά τον εαυτό του. Να φροντίζει τον εαυτό του. Να ευχαριστεί τον εαυτό του.

Έως ένα βαθμό αυτό είναι πολύ υγιές, ειδικά στις περιπτώσεις που το άτομο είναι μονίμως υποχωρητικό και αποδέχεται χειριστικές συμπεριφορές. Οφείλει να αποκτήσει αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμό. Δυστυχώς όμως, η τάση αυτή, έχει αρχίσει να αλλοιώνει τους ανθρώπους και να τους οδηγεί στο Εγώ, στην μονάδα και όχι στο εμείς, στο Όλον.

Το διαίρει και βασίλευε είναι μια τακτική που έχει εγκατασταθεί στις ζωές μας και μας αποπροσανατολίζει ειδικά στο κομμάτι της αγάπης. Είμαστε διασπασμένοι σε ιδεολογίες, σε κόμματα, σε θρησκείες, σε κινήματα αγνοώντας πως όλα αυτά μας απομακρύνουν από το συνάνθρωπο και από το φυσικό μας περιβάλλον.

Κλεισμένοι σε σύνολα που μας βολεύουν, μας χαϊδεύουν τα αυτιά, μας τονώνουν το Εγώ. Καμία διαφωνία, καμία διάθεση να συναντηθούν οι άνθρωποι σε ένα κοινό σημείο, σε ένα κοινό παρονομαστή. Συναντώ ανθρώπους που μαλώνουν με φανατισμό όταν χάνει μια ομάδα, ένα κόμμα, όταν δεν πιστεύουν στον ίδιο Θεό, μα στέκουν σχεδόν αμέτοχοι απέναντι σε τόσους άδικους θανάτους από πόλεμο, δολοφονίες, ναρκωτικά, αρρώστια. Ένα “έτσι είναι η ζωή και πώς να τα βάλεις με τους δυνατούς” πλανάται στην ατμόσφαιρα κι ένα “είμαστε ανίσχυροι μπροστά στους κυβερνώντες”.

Μία σύντομη περιγραφή της αγάπης από τη Wikipedia είναι η εξής: “Η αγάπη είναι συναίσθημα έντονης στοργής και προσωπικής αφοσίωσης. Στη φιλοσοφία, η αγάπη είναι αρετή που εκπροσωπεί την ανθρώπινη ευγένεια, συμπόνια και στοργή. Η αγάπη μπορεί επίσης να περιγραφεί ως δράση προς άλλους υποκινούμενη από συμπόνια. Ή, και ενέργειες προς άλλους βασισμένες στην στοργή”.

Επιστρέφοντας λοιπόν στη σκέψη πως αφού η αγάπη είναι μία, τι είναι αυτό που χαλάει τη μαγιά και χάνεται η μαγεία της; Τι χάνουμε στη μετάφραση και ο καθένας πορεύεται με δικές του ερμηνείες και δικούς του τρόπους έκφρασής της;

Οι άνθρωποι λειτουργούν βάσει των προσωπικών τους αναγκών. Οι ανάγκες αυτές απορρέουν από τον τρόπο ζωής τους, τα ενδιαφέροντά τους και γενικά τις προτεραιότητές τους στη ζωή. Όταν οι ανάγκες του ατόμου, λειτουργούν για την εξυπηρέτηση το Εγώ του και όχι για την ενίσχυση της ψυχικής του ανάτασης και του οφέλους του συνόλου, οδηγούν το άτομο στον ατομισμό και στην ψευδαίσθηση πως ο κόσμος και η ζωή οφείλει να κινείται γύρω του.

Το σπίτι του, η οικογένειά του, το αμάξι του, η ομάδα του, η θρησκεία του, η δουλειά του, ο χρόνος του, τα πιστεύω του, η ζωή του. Και ναι. Είναι η δική του ζωή και κανείς δεν έχει δικαίωμα να του επιβάλλει κάτι που δεν το θέλει. Όμως, το προσωπικό συμφέρον, λειτουργεί εκούσια αλλά και ακούσια κάποιες φορές, μέσα από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, εις βάρος των άλλων και είναι ο λόγος που η αγάπη καταργήθηκε. Στη θέση της μπήκε κρυφά η λέξη όφελος και συμφέρον και η λέξη αγάπη παρέμεινε μόνο μια βιτρίνα. Κάτι σαν το φως στο σκοτάδι και τον ιστό της αράχνης πλεγμένο σε μια μικρή γωνιά του.

Παραμονεύει η αράχνη το έντομο που θα πετάξει προς το φως κι εκείνη θα το αρπάξει στον ιστό της με μανία. Έτσι κι οι άνθρωποι πλέον, διαμηνύουν θύματα, φωνάζουν πως διψούν για αγάπη κι ανάβουν το φως περιμένοντας το επόμενο θύμα τους. Στη φιλία, στον έρωτα, στην οικογένεια και οπουδήποτε υπάρχουν φυσικές παρουσίες.

Λόγια πολλά και πράξεις μηδέν θα μου πεις. Πιστεύω πως όλοι μας πλέον οφείλουμε να λειτουργήσουμε ως παρατηρητές σε μια “σχέση” ώστε να αντιληφθούμε σε ουδέτερο έδαφος πώς λειτουργούμε εμείς στην αγάπη, αλλά και ο έταιρός μας. Τις ανάγκες, τις αδυναμίες και τις κόκκινες γραμμές των δυο πλευρών. Κυρίως όμως χρειάζεται να διαχειριστούμε το γεγονός πως από μία σχέση κάτι θέλουμε να αποκτήσουμε.

Είναι μόνο η πληρότητα του συναισθήματος της αγάπης ή μήπως υπάρχει και κάποιο ενδότερο όφελος; Χρειάζεται να σκάψουμε βαθιά μέσα μας για το τι είναι αυτό που μας καλύπτει ο άνθρωπος από τον οποίο ζητάμε την αγάπη του. Αν μας καλύπτει κάποια φοβία ή ανασφάλεια ή μας θρέφει κάτι και δεν το εξαλείψουμε από μόνοι μας, μοιραία κάποια στιγμή, η σχέση αυτή θα χαλάσει.

Όταν προσφέρεις αγάπη, να μην έχει ανταποδοτική μορφή. Επίσης, δεν καλύπτουμε την ανάγκη κάποιου για να τον κρατήσουμε δικό μας. Αυτή είναι χειριστική συμπεριφορά, όχι αγάπη. Προσφέρεις αγάπη στο συνάνθρωπο που νιώθεις πως την χρειάζεται, μα από τον ίδιο μπορεί να μην πάρεις πίσω τίποτα. Και τελικά να δεχθείς αγάπη από κάπου που δεν το περίμενες.

Χρειάζεται να αγαπάμε με ενσυναίσθηση και με τη σκέψη πως ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του ιστορία και τις δικές του σκιές, χωρίς να είναι έτοιμος να τις διαλύσει. Όσο για εσένα που δέχεσαι αγάπη, να την τιμάς και να τη σέβεσαι. Να μην τη θεωρείς δεδομένη, επειδή κάποιοι επιλέγουν να στην προσφέρουν απλόχερα. Η γκρίνια και η μιζέρια δεν χωρούν στους ανθρώπους που δέχονται αγάπη. Όμως τις περισσότερες φορές αυτοί είναι και οι πιο αχάριστοι. Έλα στη θέση του αλλού για λίγο. Ένα χαμόγελό σου αρκεί. Ένα ευχαριστώ να πλανάται στον αέρα. Ένα άγγιγμα. Δεν θέλει φτιασίδια η αγάπη, ούτε κολακείες. Αυτά τα έχει ανάγκη μόνο το Εγώ.

Αν όλοι μας λειτουργούσαμε με τη σκέψη πως όταν αγαπάς με την καρδιά, αλλάζεις όλη τη δυναμική της στιγμής, ο κόσμος μας θα γινόταν καλύτερος. Αν όλοι μας αγαπούσαμε μόνο, χωρίς κρυφές σκέψεις και σχέδια για το πού θα καταλήξει η όποια μορφή σχέσης, κανείς δεν θα χρειαζόταν να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Δεν χρειάζεται αποδείξεις η αγάπη. Το Εγώ μόνο της χρειάζεται.

Αγαπήστε με το συναίσθημα και όχι με την κοινή λογική. Αγαπήστε για την πληρότητα που νιώθετε μέσα από την αγάπη. Μα κυρίως αγαπήστε γιατί η αγάπη συνδέει τους ανθρώπους με τη ζωή και ζωή χωρίς αγάπη, είναι αυτοχειρία. Αυτοκτονούμε κάθε μέρα τους εαυτούς μας χωρίς αληθινή αγάπη, βυθίζοντάς τους στο Εγώ και όχι στο Εμείς και πορευόμαστε άγνωστοι και μόνοι, σε ένα νεκρό και απατηλό ταξίδι.

Όλα αυτά τα απέκτησαν με αντίτιμο την ίδια τη ζωή τους

Όταν λοιπόν θα συναντήσεις κάποιον κάτω από τη μεγαλοπρέπεια της τηβέννου, ή άλλον διάσημο πολιτικό στην Αγορά, μη ζηλέψεις. Όλα αυτά τα απέκτησαν με αντίτιμο την ίδια τη ζωή τους.

Προκειμένου να πάρει ένα ρωμαϊκό έτος το όνομά τους θυσίασαν όλα τα έτη της ζωής τους.

Μερικοί, είχαν χάσει τη ζωή τους πολύ πριν φτάσουν στο απόγειο των φιλοδοξιών τους. Μερικοί, αφού σκαρφάλωσαν στο βάθρο των τιμών τους, με τίμημα χίλιες ατιμίες, συνειδητοποίησαν αίφνης, μέσα στη δυστυχία, ότι αυτό για το οποίο τόσο κόπιασαν δεν ήταν παρά το επιτύμβιο μνημείο τους.

Σε άλλους τα βαθιά γεράματα είχαν μασκαρευτεί σε νιάτα και είχαν ξεκινήσει υπέρμετρες όσο και άσεμνες προσπάθειες για την ικανοποίηση νέων όψιμων φιλοδοξιών, που όπως ήταν φυσικό έμειναν στη μέση.

Ντροπή γι’ αυτόν που, αγωνιζόμενος, παρά τη μεγάλη του ηλικία, σε μια δίκη προς όφελος σκοτεινών διαδίκων, προσπαθώντας να αποσπάσει το θαυμασμό ενός ανίδεου κοινού, έφτασε να του κοπεί η αναπνοή στη μέση μιας φράσης του. Ντροπή για κείνον, που εξαντλημένος πιο πολύ από τον τρόπο που ζούσε παρά από εργασία, κατέρρευσε ενώ εκτελούσε τις κοινωνικές του υποχρεώσεις.

Ντροπή επίσης γι’ αυτόν που κάνει λογαριασμούς ακόμα και στο επιθανάτιο κρεβάτι του, και το μόνο χαμόγελο συμπαθείας που εισπράττει εκείνη τη στιγμή είναι από έναν κληρονόμο που ταλαιπωρούσε τόσο πολύ καιρό.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Είναι μικρή η ζωή

Συνειδητοποίησε πρώτα ποιος θέλεις να είσαι. Ύστερα κάνε αυτά που πρέπει να κάνεις

Ο άνθρωπος διαμορφώνεται με τον χρόνο και περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του σαν «work in progress», εν εξελίξει.

Για να γίνουμε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μπορούμε, πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε μιαν εικόνα του ιδανικού μας εαυτού: ποιος άνθρωπος θέλω να είμαι; Ποιο επάγγελμα θέλω να εξασκώ; Ποια είναι τα προσωπικά μου ιδεώδη;

Προϋπόθεση είναι η αυτογνωσία, η συνειδητοποίηση της ταυτότητας και των ορίων μας. Δεν πρέπει ούτε να έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας ούτε να τον περιφρονούμε. Παρατηρείται συχνά το παράξενο φαινόμενο να μην είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι από την τύχη μας («Αχ, εγώ ο άτυχος, τι θα μπορούσα να έχω κάνει αν μου είχαν δοθεί περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες…»), αλλά να μην επιθυμούμε περισσότερη σοφία ή εξυπνάδα. Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να είναι ωραιότεροι ή πλουσιότεροι, λίγοι όμως ομολογούν ότι θα ήθελαν να είναι εξυπνότεροι, παρότι η εξυπνάδα είναι η ικανότητα να διακρίνουμε αμέσως τι πρέπει να κάνουμε σε κάθε περίσταση. Έχουμε την τάση να αποδίδουμε στη μοίρα τις αποτυχίες μας, ενώ αποδίδουμε τις επιτυχίες μας στην προσωπική μας αξία και προσπάθεια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φτάσουμε στην αυτογνωσία -ο πόνος, η απώλεια, ο έρωτας- και στη συνέχεια να κάνουμε όσα «πρέπει» να κάνουμε. Μέσα μας υπάρχουν κάμποσοι άνθρωποι, έχουμε έναν «καλό» κι έναν «κακό» εαυτό, δυνάμεις φανερές και δυνάμεις κρυμμένες, ταλέντα, δεξιότητες, όνειρα και αυταπάτες, ψευδείς εικόνες και ιδέες…

Καμιά φορά λέμε: «Πρέπει να βρω τον εαυτό μου». Στην πραγματικότητα, τον εαυτό μας δεν τον βρίσκουμε, τον επινοούμε, τον δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, τον σμιλεύουμε. Όρισε λοιπόν στον εαυτό σου έναν χαρακτήρα και έναν τρόπο ζωής που θα τον διατηρείς και θα τον υποστηρίζεις είτε είσαι μόνος σου είτε είσαι μαζί με άλλους.

Η βάση της φιλοσοφίας και το στοίχημα της φιλοσοφίας είναι η αυτογνωσία. Πράγματι, για τους Στωικούς τα εξωτερικά γεγονότα κανονίζονται από τη μοίρα, επομένως δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ωστόσο, παραμένουμε υπεύθυνοι για τις ενέργειές μας.

Αν και ο όρος «ειμαρμένη» που χρησιμοποιούν οι «Στωικοί παραπέμπει στην έννοια του πεπραγμένου και της μοίρας, δεν πρέπει να συγχέεται με τη μοιρολατρία. Σύμφωνα με τον Χρύσιππο, η μοίρα είναι η φυσική και αιώνια ευταξία του συνόλου. Και μολονότι είναι αναπόδραστη και όλες οι δυνατότητες που έχει ένα γεγονός να εξελιχθεί είναι δεδομένες, έχουμε περιθώριο να κάνουμε επιλογές: το ποια από τις προκαθορισμένες δυνατότητες θα επιλέξουμε ανήκει στη δική μας δικαιοδοσία.

Όταν ο τίτλος ευγενείας δεν επιδεικνύεται

Ένα ομιχλώδες βράδυ στο Παρίσι περί τα τέλη του 19ου αιώνα, ο αστός αφηγητής του έργου του Μαρσέλ Προυστ Αναζητώντας το χαμένο χρόνο (1922) πηγαίνει σε ένα ακριβό εστιατόριο για να δειπνήσει με έναν αριστοκράτη φίλο του, το μαρκήσιο ντε Σαιν-Λου. Φτάνει νωρίς, ο Σαιν-Λου έχει καθυστερήσει, και οι υπεύθυνοι του ρεστοράν, κρίνοντας τον πελάτη με βάση το φθαρμένο πανωφόρι του και το όνομά του που τους είναι άγνωστο, θεωρούν ότι στο κατάστημα έχει διεισδύσει ένας “ανώνυμος”. Του φέρονται λοιπόν σαν να είναι παρακατιανός, τον οδηγούν σ’ ένα τραπέζι όπου φυσάει παγερό ρεύμα και αργούν πολύ να τον ρωτήσουν τι θα ήθελε να φάει ή να πιει.

Όμως ένα τέταρτο της ώρας αργότερα καταφθάνει ο μαρκήσιος, αναγνωρίζει το φίλο του και τότε, αυτομάτως, η αξία του αφηγητή στα μάτια του προσωπικού μεταβάλλεται άρδην. Ο μετρ υποκλίνεται μπροστά του, του προτείνει τον κατάλογο, απαγγέλλει τις σπεσιαλιτέ της ημέρας διανθίζοντας τις ονομασίες με περιγραφές που κάνουν τον ουρανίσκο μας να υγραίνεται, τον συγχαίρει για την αμφίεσή του και, για να μη σκεφτεί εκείνος ότι όλες αυτές οι αβρότητες εξαρτώνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τη σχέση του με τον ευγενή, του απευθύνει κάθε τόσο στα κρυφά ένα χαμόγελο, το οποίο φαίνεται να υποδηλώνει μια συμπάθεια πέρα για πέρα προσωπική.

Όταν ο αφηγητής ζητά λίγο ψωμί, ο διευθυντής στέκεται με προσοχή και αναφωνεί:
“Ασφαλώς, βαρόνε μου” “Δεν είμαι βαρόνος” του απάντησα τάχα λυπημένος. “Ω, να με συγχωρείτε, κόμη μου!” Δεν πρόλαβα να διαμαρτυρηθώ, αν και αυτό δίχως άλλο θα με προήγαγε σε μαρκήσιο”.

Όσο κι αν διασκεδάζουμε με αυτή τη μεταστροφή της συμπεριφοράς, η λανθάνουσα δυναμική είναι θλιβερή, διότι, βέβαια, ο μετρ δεν έχει τροποποιήσει το σύστημα αξιών του. Απλώς αποζημιώνει τον αφηγητή, χωρίς να υπερβεί τα βάναυσα όρια του συστήματος- ενώ εμείς σπάνια έχουμε πρόσφορο ένα μαρκήσιο ντε Σαιν-Λου ή έναν Πρίγκιπα με το Άσπρο Άλογο για να μιλήσει εκ μέρους μας και να πείσει τον κόσμο για την ευγένεια της ψυχή μας. Κατά κανόνα, μας αφήνουν να καθόμαστε και να ξεροσταλιάζουμε στο παγερό ρεύμα μέχρι να τελειώσουμε το φαγητό μας.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ STATUS

Οι πρώτες ενδείξεις για γιγάντιες αμμοθύελλες στον Τιτάνα

Μια νέα ανάλυση παλαιότερων στοιχείων από τον Τιτάνα, που είχε στείλει στη Γη το σκάφος Cassini της NASA, οδήγησαν τους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι στην επιφάνεια του μεγαλύτερου δορυφόρου του Κρόνου υπάρχουν γιγάντιες αμμοθύελλες.
 
Πώς φαντάστηκε ένας καλλιτέχνης μια αμμοθύελλα στον Τιτάνα. Το φεγγάρι του Κρόνου είναι ο τρίτος κόσμος, μετά τη Γη και τον Άρη, που είναι γνωστό ότι έχει τέτοιες καταιγίδες.
 
Η ανακάλυψη -εφόσον επιβεβαιωθεί- κάνει τον Τιτάνα το τρίτο σώμα του ηλιακού συστήματός μας, μετά τη Γη και τον ‘Αρη, όπου έχουν παρατηρηθεί αμμοθύελλες.
 
Στους ερευνητές, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γεωεπιστημών «Nature Geoscience», είναι και η Ελληνίδα Αθηνά Κουστένη του Αστεροσκοπείου του Παρισιού, η οποία επί χρόνια έχει μελετήσει τον Τιτάνα.
 
Ο Τιτάνας είναι ένα πολύ ενεργό φεγγάρι, κάτι που ήδη γνωρίζουμε όσον αφορά τη γεωλογία του και τον εξωτικό κύκλο των υδρογονανθράκων του. Τώρα, μπορούμε να προσθέσουμε άλλη μια αναλογία με τη Γη και τον ‘Αρη: τον ενεργό κύκλο σκόνης, καθώς οργανικής προέλευσης άμμος σηκώνεται πάνω από μεγάλες εκτάσεις με δίνες.
 
Ο Τιτάν είναι ένας γοητευτικός κόσμος, που έχει πολλές ομοιότητες με τον πλανήτη μας. Είναι, μεταξύ άλλων, ο μόνος δορυφόρος στο ηλιακό μας σύστημα, ο οποίος διαθέτει εκτεταμένη ατμόσφαιρα, καθώς επίσης το μόνο σώμα πέρα από τη Γη, στην επιφάνεια του οποίου έχουν βρεθεί μεγάλες και σταθερές επιφάνειες με υγρά (λίμνες ή θάλασσες).
 
Όμως ενώ στη Γη το υγρό είναι νερό, στο δορυφόρο του Κρόνου είναι κυρίως υγρό μεθάνιο και αιθάνιο. Πρόκειται για ένα «εξωτικό» κύκλο, καθώς μόρια υδρογονανθράκων εξατμίζονται συνεχώς, συμπυκνώνονται σε νέφη και μετά πέφτουν ξανά στην επιφάνεια του Τιτάνα με τη μορφή βροχής, ανανεώνοντας τις λίμνες και τις θάλασσές του.
 

Εικόνες από το Cassini με τις θύελλες σκόνης στον Τιτάνα

Επίσης, ο καιρός στον Τιτάνα εμφανίζει εποχικές μεταβολές όπως και στη Γη, ιδίως στην περιοχή του ισημερινού του, όπου κατά περιόδους τεράστια νέφη μαζεύονται πάνω από τις τροπικές περιοχές και προκαλούν ισχυρές καταιγίδες μεθανίου, ένα φαινόμενο που το Cassini είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει κατ’ επανάληψη.
 
Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν ξανά υπέρυθρες εικόνες του 2009 και 2010, τις οποίες είχε τραβήξει το διαστημικό σκάφος κατά τη διέλευσή του, εντόπισαν ασυνήθιστες ενδείξεις. Αρχικά νόμιζαν ότι επρόκειτο για νέφη μεθανίου, όμως μετά συνειδητοποίησαν ότι ήταν κάτι τελείως διαφορετικό: νέφη σκόνης κοντά στην επιφάνεια, που είχαν σηκωθεί από τις δίνες άμμου εξαιτίας των ισχυρών ανέμων που πνέουν στον Τιτάνα και οι οποίοι μεταφέρουν τη σκόνη σε μεγάλες αποστάσεις.

Ηράκλειτος, ο φιλόσοφος του αιώνιου γίγνεσθαι

«Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι για δεύτερη φορά», έλεγε ο Ηράκλειτος αποκαλύπτοντας το αρχιμήδειο σημείο της σκέψης του: τη ροή των πάντων και τη συνεχή αλλαγή.

Σκοτεινός και μυστηριώδης, ο τελευταίος και κορυφαίος προσωκρατικός αγωνίστηκε με πάθος και ψυχή να αποκαλύψει τους γρίφους της Φύσης και να απαλλάξει τα φυσικά φαινόμενα από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις της εποχής του.

Ο μεγάλος Εφέσιος καταλήγει σε πείσμα της ακινησίας και της σταθερότητας της σκέψης των συγχρόνων του σε ένα σύμπαν ρευστό και μεταβαλλόμενο («τα πάντα ρει»), που υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές και ίδιο δεν μένει ποτέ.

Εξέχουσα μορφή της ελληνικής φιλοσοφίας και ογκόλιθος σωστός με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθούν όλοι οι κατοπινοί γίγαντες της σκέψης, ο Ηράκλειτος αποτέλεσε ορόσημο για την ιστορία της σκέψης και των ιδεών. Δύστροπος και στρυφνός στον λόγο του, έγραφε αποκλειστικά για μυημένους στη φιλοσοφία, γι’ αυτό και η εσκεμμένη ασάφεια της σκέψης του, ώστε να γίνει κατανοητή δηλαδή μόνο από ικανούς και τριμμένους στον λόγο.

Ο Ηράκλειτος έκανε βάση της φιλοσοφικής του σκέψης τον εσωτερικό ρυθμό, τον Λόγο, σύμφωνα με τον οποίο κινείται και ρυθμίζεται η πλάση. Το αιώνιο γίγνεσθαι εκφράζεται με τη συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Μονό ένα κοσμογονικό δομικό στοιχείο αναγνωρίζει ο μεγάλος Εφέσιος, το πυρ. Η ύπαρξη του Πυρός δημιουργεί πλάι στον Λόγο έναν κόσμο άπειρο, άναρχο και αυτορυθμιζόμενο, μια ολότητα που μετατρέπεται σε ποικίλες μορφές κάτω από συγκεκριμένες όμως νόρμες τάξης. Ο κόσμος μας δεν είναι παρά η αρμονία των αντιθέσεων, η ένωση των αντιθέτων. Το καλό και το κακό είναι εδώ οι αντίθετες όψεις του ίδιου πράγματος.

Οι μόνες πραγματικότητες ήταν για τον Ηράκλειτο η κίνηση και η μεταβολή, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Το μοναδικό σύγγραμμα που γνωρίζουμε ότι μας άφησε ήταν το «Περί φύσεως», το οποίο διαιρούνταν σε τρία μέρη: το πρώτο αφορά στο σύμπαν, το δεύτερο στην πολιτική και το τρίτο άπτεται της θεολογίας. Εσκεμμένα ασαφές, δυσνόητο και ανοιχτό σε ερμηνείες, ο Ηράκλειτος αφιέρωσε το έργο της ζωής του στο ιερό της Εφέσιας Αρτέμιδος, σύμβολο του ελληνικού αλλά και του ανατολικού πολιτισμού.

Ό,τι σώθηκε, σώθηκε ως σπάραγμα στο έργο των μεταγενεστέρων, αν και όσα απέμειναν από τη σκέψη του ήταν αρκετά ώστε να αναγκάσουν ακόμα και τον μέγα διαλεκτικό Σωκράτη να αναγνωρίσει πως «αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία, νομίζω όμως ότι είναι εξίσου σπουδαία και αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ωστόσο χρειάζεται να είσαι ένας δεινός κολυμβητής, σαν αυτούς από τη Δήλο, για να μην πνιγείς μέσα στο βιβλίο του».

Γι’ αυτό τον είπανε «Σκοτεινό Φιλόσοφο» και «Αινικτή» (Αινιγματοποιό), γιατί πολλοί τον άκουγαν, λίγοι τον καταλάβαιναν. Εμείς σήμερα γνωρίζουμε ελάχιστα τόσο για τη ζωή του όσο και το έργο του, αν και όσα μας παραδίδονται αρκούν για να τον μετατρέψουν σε έναν εντελώς ιδιοσυγκρασιακό στοχαστή της παλλόμενης ελληνικής αρχαιότητας.

Σε μας έφτασαν μερικές αποσπασματικές σκέψεις και ρητά (κάπου 111 αυθεντικά και μερικά ακόμη αμφισβητούμενα), τα οποία παραμένουν αποφασιστικής σημασίας για την ιστορία των ιδεών. Χωρίς ακριβείς αποδείξεις αλλά με σύντομους και «χτυπητούς» αφορισμούς, σαν χρησμούς δηλαδή, ο Ηράκλειτος ξεπέρασε την εποχή του, αν και δεν ξεπεράστηκε από καμιά εποχή. Πάνω του πάτησαν, είτε ως συνεχιστές είτε ως πολέμιοι, όλοι οι κατοπινοί έλληνες φιλόσοφοι και αιώνες αργότερα η νεότερη δυτική φιλοσοφία κατάλαβε επίσης ότι θα έπρεπε κι αυτή να αναμετρηθεί μαζί του μπας και προχωρήσει η ανθρώπινη διανόηση.

Η ευθεία κριτική που άσκησε στον Πυθαγόρα, οι υπαινιγμοί του Παρμενίδη στο έργο του, οι μεθοδολογικές και ιδεολογικές περιπέτειες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με τη σκέψη του, όλα αποκαλύπτουν το μέγεθος αλλά και τη θέση του Ηράκλειτου στην αρχαιοελληνική σκέψη.

Όσο για τον κρυμμένο νόμο της Φύσης, τον οποίο ισχυριζόταν αλαζονικά πως είχε ανακαλύψει, ήταν ότι όλα τα πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, σύγκρουση που είναι ουσιώδης για τη ζωή και επομένως καλή. Το πυθαγόρειο (και προσωκρατικό λίγο-πολύ) ιδεώδες ενός κόσμου ειρηνικού, ακίνητου και αρμονικού το απέρριπτε ως ιδεώδες θανάτου: «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων» και «Η φιλονικία είναι δικαιοσύνη», μας λέει ο Ηράκλειτος βγάζοντάς μας από τις καλοβαλμένες αλήθειες του κόσμου μας.

Διακηρύττοντας πως όλα μεταβάλλονται και τίποτα δεν μένει σταθερό («τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης, αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν»), ο Ηράκλειτος έκανε την αδιάκοπη αυτή ροή την κοσμογονική αρχή του, κατά την οποία τα πάντα γεννιούνται και καταστρέφονται ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών («εναντιοδρομία», την έλεγε δηλωτικά): «πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι», αλλά και «το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην».

Ο Ηράκλειτος ήρθε και έφυγε από τον κόσμο για να μην τον αφήσει πια ίδιο, όπως ακριβώς το ήθελε και η σκέψη του…

Πρώτα χρόνια

Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος γεννιέται περί το 544 π.Χ. (μπορεί και το 535 π.Χ.) στην Έφεσο της Μικράς Ασίας θέτοντας μια προβληματική ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η κύρια βιογραφική πηγή του ήταν ο Διογένης ο Λαέρτιος και τα όσα μας καταμαρτυρεί αυτός δεν τυγχάνουν καθολικής συναίνεσης.

Ξέρουμε πάντως πως ήταν γόνος μιας εκ των αριστοκρατικών οικογενειών της πόλης και η γενιά του κρατούσε από τον ίδιο τον ιδρυτή της Εφέσου, τον Άνδροκλο, γιο του βασιλιά της Αθήνας, Κόδρου, ο οποίος έχτισε την πόλη στην Ιωνία. Ο Ηράκλειτος είχε πατέρα τον Βλύσων (ή Βλόσων) ή Ηράκων και πρέπει να απολάμβανε μεγάλα προνόμια, ακόμα και κληρονομικές αξιώσεις για ανώτατα αξιώματα.

Αυτό μας λέει ο Διογένης, που υπαινίσσεται ότι ο Ηράκλειτος παραιτήθηκε από τη βασιλεία της Εφέσου για χάρη του αδερφού του. Ο Στράβωνας επιβεβαιώνει την επικρατούσα θέση της οικογένειας του Ηράκλειτου στην πόλη, λέγοντάς μας πως το γένος των Ανδροκλειδών διατηρούσε ακόμα τον τίτλο και είχε πάντα εξέχουσα θέση στους αγώνες.

Ο Διογένης μάς λέει επίσης πως ο Ηράκλειτος αρνήθηκε να φτιάξει νέους νόμους, κάτι που λειτουργεί επιβεβαιωτικά για την προβεβλημένη θέση της οικογένειάς του αλλά και ιδίου προσωπικά στην Έφεσο. Εκείνος αρνήθηκε ωστόσο να γίνει νομοθέτης, καθώς ένιωθε ότι η φαυλότητα είχε επικρατήσει στην Έφεσο («κεκρατήσθαι τη πονηρά πολιτεία την πόλιν»), που ήταν εξάλλου επαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας εδώ και δεκαετίες.

Ξέρουμε επίσης με κάποια ασφάλεια ότι πρέπει να ήταν αυτοδίδακτος στο πνεύμα και τη μόρφωση, καθώς ούτε δάσκαλοί του αναφέρονται πουθενά ούτε πατάει κάπου η εμπνευσμένη συλλογιστική του. Κάποιοι μελετητές ισχυρίστηκαν ότι ενδεχομένως να ήταν μαθητής του Ξενοφάνη, αν και το πιθανότερο είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι η θεωρητική του ακμή συμπίπτει με την 69η Ολυμπιάδα (504-501 π.Χ.) και ισχύει ότι έζησε μέχρι τα 60 του, τότε συνάγεται πως πρέπει να πέθανε περί το 484 π.Χ. (ή το 475 π.Χ.). Αυτά είναι τα μόνα βιογραφικά στοιχεία που απολαμβάνουν σχετικής συναίνεσης…

Ο βίος του

Δυνατός στο πνεύμα, αιρετικός και αλαζόνας, φαίνεται να περνά όλη του την περιουσία στον μικρό του αδερφό, να χαρακτηρίζει «τιποτένιους» και «διεφθαρμένους» τους συμπατριώτες του, να καίει τα ούτως ή άλλως δυσνόητα γραπτά του και να καταφεύγει στις ορεινές ερημιές την εποχή της δημιουργίας της Δημοκρατίας της Εφέσου. Η προσωπική του ζωή μπλέχτηκε με τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στην Ιωνία του καιρού του, αν και αυτός υπήρξε πάντα ένας φιλόσοφος αυτοδημιούργητος, αυτοπροσδιοριζόμενος και σχεδόν ουρανοκατέβατος, θιασώτης της έρευνας της απροσδιοριστίας και της αέναης κίνησης.

Ο Ηράκλειτος φαίνεται να μην υπήρξε κανενός άλλου μαθητής και ο ίδιος υποστήριζε πως είχε μάθει τα πάντα από τον εαυτό του. Από τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του είναι πάντως σαφές πως ήταν πολυμαθής και γνώριζε καλά τα συγγράμματα των προγενέστερων φιλοσόφων και των συγχρόνων του, αλλά και των επικών και ελεγειακών ποιητών καθώς και όλες τις ιστορικές συγγραφές που κυκλοφορούσαν στην εποχή του.

Η εποχή του είναι τα χρόνια των προεόρτιων της Ιωνικής Επανάστασης, όταν οι τύραννοι της Ιωνίας εγκαταλείπουν μεμιάς την εξουσία τους αφήνοντας την ηγεσία στον λαό. Εποχή μεταβατική που δονείται από κατακλυσμιαίες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, τις οποίες αντιμετωπίζει κριτικά η σκέψη του, αρνούμενη να αφήσει χώρο στον μύθο και την προκατάληψη.

Τα τυραννικά πολιτεύματα των ιωνικών πόλεων μεταπίπτουν λοιπόν απότομα σε δημοκρατικά μορφώματα και το χάος φαίνεται να επικρατεί στην Έφεσο. Εκεί δρα τώρα κάποιος Ηράκλειτος, ένας δυσνόητος και στρυφνός στην έκφραση φιλόσοφος, ο οποίος αποδέχεται αρχικά αλλά κατακεραυνώνει μετά το λαϊκό κίνημα και την τραγική εξέλιξή του (καταστροφή της Μιλήτου από τους Πέρσες).

Η κορύφωση της ρήξης συντελείται όταν οι Εφέσιοι εξορίζουν έναν φίλο του, τον Ερμόδωρο, «για να είναι όλοι κατά κάτω ίσοι», όπως διαμαρτύρεται. Οργισμένος από τη στάση των συμπολιτών του, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να τους τα ψάλει και μάλιστα πολύ, καθώς φαίνεται πως σε όλη του τη ζωή διατή­ρησε ένα αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, χαρακτηριστικό έκδηλο στα σωζόμενα αποσπάσματα όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των Ιώνων (γι’ αυτό και τον αποκαλούσαν «οχλολοίδορο»).

Στο απονενοημένο διάβημά του, καίει τα γραπτά του στον ναό της Αρτέμιδος και αναχωρεί προς το βουνό για να ζήσει ερημίτης, απογοητευμένος από τους συνανθρώπους του. Αυτός εξάλλου πιστεύει σε έναν άνθρωπο ολότελα διαφορετικό και έναν κόσμο παντελώς αλλιώτικο. Όσο για τους θεούς, φαίνεται πως έχει έναν δικό του και οι Εφέσιοι τον παρερμηνεύουν παίρνοντάς τον για άθεο (μεταγενέστεροι -χριστιανοί- συγγραφείς ισχυρίστηκαν χαρακτηριστικά πως διώχθηκε για αθεϊσμό).

Ο αριστοκρατικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν όμως αντίπαλος τόσο της δημοκρατίας όσο και της τυραννίας και πρέπει να πήρε ενεργό μέρος στους πολιτικούς αγώνες της πατρίδας του. Τάχθηκε φυσικά στο πλευρό των αριστοκρατών και καταδίκασε την αρχή της ισότητας, αν και αυτά τα επιγραμματικά δεν αποκαλύπτουν την έκταση και το μέγεθος της σχέσης του με τη δημοκρατία.

Η πολιτική δράση του Ηράκλειτου αρχίζει κατά τα φαινόμενα μεταξύ 510- 500 π.Χ. χονδρικά, στα χρόνια της προεργασίας της Ιωνικής Επανάστασης. Ο φιλοπερσικός ζυγός των τυράννων της Εφέσου, του Αρισταγόρα και του Κώμα, λήγει απρόοπτα και από τις στάχτες ξεπηδά η λαϊκή βούληση.

Ο Ηράκλειτος προσπαθεί να μη συμβούν ακραία φαινόμενα στην πατρίδα του, όπως σε άλλες ιωνικές πόλεις. Ως απόγονος του Ανδρόκλου και μέλος της αριστοκρατίας, πρέπει να πήρε μέρος στα κοινά της πόλης κατά τα κρίσιμα χρόνια της αλλαγής του πολιτεύματος. Ο φίλος του ο Ερμόδωρος, τον οποίο θεωρούσε ο φιλόσοφος αξιότερο όλων να ηγηθεί της νεοσύστατης δημοκρατίας, εξορίζεται από την Έφεσο και ο Ηράκλειτος κόβει αιφνίδια τους δεσμούς του με την πόλη και τους κατοίκους της, κατηγορώντας τους για οχλοκρατία.

Τώρα καταφεύγει στα βουνά και τρέφεται με χόρτα και βοτάνια, αρρωσταίνει όμως και μάλιστα βαριά. Στην εποχή του φαίνεται να πάσχει από υδρωπικία, που εκδηλώνεται με οίδημα στην κοιλιακή χώρα, σήμερα όμως γνωρίζουμε πως πρέπει να ήταν ηπατοπάθεια, η οποία οφειλόταν πιθανώς στην ασιτία και τη μη πρόσληψη πρωτεϊνών, καθώς ζούσε σαν απομονωμένος ασκητής στα βουνά.

Όταν επιστρέφει στην Έφεσο υποσιτισμένος και σε κακή κατάσταση, κατηγορεί τους αφιλοσόφητους γιατρούς και προσπαθεί να θεραπεύσει μόνος του τον εαυτό του. Ο θάνατός του επίκειται και ο ίδιος πρέπει να έχει συνείδηση αυτού. Ο Διογένης ο Λαέρτιος μάς μεταφέρει διάφορες μυθολογικές εκδοχές του θανάτου του, η πραγματικότητα ωστόσο μάς διαφεύγει.

Δεν αποκλείεται πάντως καθόλου να προσπάθησε να αυτοθεραπευτεί ο φιλόσοφος στη βάση της «θερμοδυναμικής» πεποίθησής του για το πυρ το αείζωο, βάζοντας θερμά επιθέματα στην πρησμένη κοιλιά του για να μη σωθεί η εσωτερική φωτιά του. Όταν τον βρήκαν νεκρό στο βουνό του (ή σε βουστάσιο, κατά μία εκδοχή), είπαν πως ήταν σκεπασμένος με κοπριά που την είχε βάλει επάνω του για να ζεσταθεί. Άλλοι πάλι είπαν πως τον βρήκαν με τις σάρκες σκισμένες, βορά στα άγρια θηρία. Κάποιοι τέλος υπαινίχθηκαν πως ήταν σκεπασμένος με άμμο.

Σκοτεινός στον θάνατο όσο και τη ζωή του, ο αινιγματικός Ηράκλειτος δεν θέλησε να γίνει σαφής ούτε για να σωθεί από τον χαμό. Όταν κατέβηκε στην πόλη ψάχνοντας θεραπεία για την πάθησή του, ρωτούσε σιβυλλικά τους γιατρούς αν μπορούσαν μετά τη βροχή να δημιουργήσουν ξηρασία!

Σκοτεινός ήταν όμως και για το έργο του, το οποίο χάθηκε βέβαια και ό,τι διασώζεται γίνεται μέσω βραχύλογων αποσπασμάτων και αναφορών άλλων φιλοσόφων. Ενδεχομένως η εσκεμμένη ασάφεια να οφείλεται απλώς στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα, παρατήρηση που είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης.

Στα χρόνια του έλεγαν πάντως πως το αινιγματικό του ύφος ήταν ηθελημένο, μιας και ήθελε να γίνεται αντιληπτός μόνο από τους μυημένους στη φιλοσοφία. Γι’ αυτό και ακόμα κι ο Σωκράτης ομολόγησε πως χρειάζεται κάποιος τις κολυμβητικές ικανότητες ενός δεινού «Δηλίου κολυμβητή» για να τσαλαβουτήσει στο έργο του και να μην πνιγεί.

Και γι’ αυτό εξάλλου τον κατηγορούσαν ότι κατέφυγε στον ερμητισμό, για να περιορίσει ακόμα περισσότερο το ούτως ή άλλως περιορισμένο ακροατήριό του…

Το έργο του

Όπως ακριβώς και ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος ξεκινά από την παρατήρηση του κόσμου, τον οποίο θεωρεί και αυτός ως ενιαίο όλο που ούτε γεννήθηκε ούτε θα χαθεί ποτέ. Η ουσία του κόσμου είναι γι’ αυτόν μια νοητική αρχή, ο Λόγος, και ο καθολικός κοσμικός νόμος η αδιάκοπη αλλαγή, σε πείσμα της ακινησίας του όντος των Ελεατών.

Ταυτοχρόνως, είναι ακραία ορθολογιστής («κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα») και η λογική στον Ηράκλειτο απομακρύνεται άρδην από μεταφυσικές ιδέες και ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Όλα στον κόσμο γίνονται λογικά, σύμφωνα με έναν αυστηρό νόμο συμπαντικής αλλαγής, άσχετα αν δεν το αισθάνονται οι άνθρωποι. Ο Λόγος είναι λοιπόν ο κοσμικός νόμος και το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι του, μια συνέπεια του κοσμικού Λόγου. Οι άνθρωποι γίνονται λογικοί παίρνοντας μέρος σε αυτόν.

Η θεότητα είναι ενδοκοσμικός νους, που δημιουργεί τη Φύση, την ιστορία, τη θρησκεία, το δίκαιο, την ηθικότητα κ.λπ. Όσο για την πρώτη ύλη του κόσμου, η φωτιά, η θερμότητα, που είναι το πρώτο ευκίνητο στοιχείο μέσα στη Φύση. Το πέρασμα από την πρώτη αυτή ύλη σε όλες τις άλλες (αέρα, νερό, χώμα) δεν είναι παρά μια διαρκής εναλλαγή της φωτιάς, μια αιώνια κίνηση του πυρός που σβήνει και ξανανάβει.

Ο πόλεμος (η πάλη) των στοιχείων («πόλεμος πάντων πατήρ»), η περιβόητη «εναντιοδρομία» του, έχει κίνητρο αλλά και επίκεντρο το πυρ. Περίσσευμα θερμότητας σημαίνει περίσσευμα κίνησης και περίσσευμα ψυχρού σημαίνει ακινησία και θάνατο. Ο κόσμος κατά τον Ηράκλειτο δεν δημιουργήθηκε από κανέναν («κόσμος τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωτον»). Γι’ αυτό και θεωρείται σήμερα υλιστής φιλόσοφος αλλά και πρόδρομος του εγελιανού διαλεκτικού υλισμού (από την αντίληψή του για τη σχετική κίνηση και εξέλιξη του κόσμου αλλά και την ένωση των αντιθέτων).

Αρχή του κόσμου λοιπόν είναι το αιώνιο γίγνεσθαι: «Tον κόσμο τούτο, ίδιον για όλους, δεν τον δημιούργησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήτανε πάντα, είναι και θα είναι αείζωη φωτιά, που σύμφωνα με νόμους ανάβει και σβήνει». Και παρά την πολλαπλότητά του, ο κόσμος είναι ένας: «Tο παν είναι διαιρετό αδιαίρετο, γεννημένο αγέννητο, θνητό και αθάνατο, λόγος και αιωνιότητα, πατέρας και γιος, θείο και δίκαιο».

Κι έτσι ο θεός του Hράκλειτου είναι η ίδια η Φύση και όχι ένα ον υπερφυσικό και υπερβατικό: «O θεός είναι ημέρα και νύχτα, χειμώνας και θέρος, πόλεμος και ειρήνη, κόρος και λιμός. Μεταμορφώνεται όπως η φωτιά, που όταν ανακατεύεται με αρώματα παίρνει διάφορα ονόματα, κατά τη μυρωδιά του καθενός».

Ο ίδιος δεν γράφει, όσο είμαστε σε θέση να ξέρουμε φυσικά, το πολυθρύλητο «τα πάντα ρει», αλλά του το προσδίδουν επιγραμματικά οι μεταγενέστεροι στην οδύσσειά τους να τον καταλάβουν. Ήταν εξάλλου ο θεωρητικός της αδιάκοπης μεταβολής και έμοιαζε ταιριαστό να το έχει πει. Είπε όμως ότι κανείς δεν μπορεί να βουτήξει δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, εφόσον το ποτάμι κυλά και η συνεχής ροή του το αλλάζει αδιάκοπα.

O Hράκλειτος δεν είναι εμπειριστής: «H φύση αγαπά να κρύβεται», μας λέει. Ο κόσμος δεν είναι παρά η σύνθεση των αντιθέτων και ο πόλεμος κυριαρχεί ως πατέρας και βασιλιάς όλων («πόλεμος πάντων μέν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς». Όλες οι αντιθέσεις όμως συνδέονται ταυτόχρονα σε μια σταθερή ενότητα, καθώς το αόρατο αυτό συνταίριασμα είναι πιο δυνατό από το φανερό («αρμονία αφανής φανερής κρείττων»).

Η κατακλείδα του; Τα πάντα γεννιούνται από την πάλη, την παγκόσμια και προαιώνια μάχη, και η δικαιοσύνη δεν είναι παρά αγώνας, αφού όλα τα πράγματα προκύπτουν από τον πόλεμο και την ανάγκη (αιτιότητα). Η παντοτινή αυτή αλλαγή δεν είναι όμως ούτε αυθαίρετη ούτε ανεξέλεγκτη, καθώς συντελείται σύμφωνα με ορισμένες αναλογίες και με μια διαδοχική σειρά που σταθερά μένει πάντοτε η ίδια.

Ο ρυθμός του γίγνεσθαι του Ηράκλειτου είναι με σημερινούς όρους η νομοτέλεια της Φύσης, το μόνο πράγμα που φαίνεται να έχει διάρκεια και ουσιαστική σημασία. O Hράκλειτος τη χαρακτηρίζει ειμαρμένη, δίκη, λόγο του κόσμου. Κι έτσι μέσα στην αταξία του έχει τάξη και μέσα στο χάος καθολικούς νόμους, κάτι που παραγνώρισαν στον καιρό του.

Κάπου 2.500 χρόνια αργότερα, τόσο ο Χέγκελ όσο και οι κλασικοί θεωρητικοί της διαλεκτικής θα ανακάλυπταν εκ νέου τον στρυφνό έλληνα φιλόσοφο που τέτοια κολοσσιαία τομή στη σκέψη άφησε ήδη από την εποχή του. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια εξάλλου μετά τον θάνατό του θα γεννιόταν στην Αθήνα κάποιος Σωκράτης, που θα έχει δάσκαλο τον Κρατύλο. Ο οποίος ήταν φανατικός οπαδός του Ηράκλειτου, αυτού του αλαζονικού και υπεροπτικού πνεύματος που αρεσκόταν να εξαπολύει αινιγματικά ρητά που θύμιζαν χρησμούς παρά να αναπτύσσει μια συστηματική και αξιωματική σειρά επιχειρημάτων.

Ο Ηράκλειτος εκφράζεται με αινίγματα, ομολογούσαν οι Έλληνες της εποχής του, κάνοντάς τη μέθοδο με την οποία επικοινωνούσε με τους άλλους να παραμοιάζει με τους χρησμούς του δελφικού μαντείου (σαν αυτό το ρητό του που τόσο έχει κακοποιηθεί εννοιολογικά: «Καλό και κακό είναι ένα και το αυτό»). Το οποίο, όπως μας λέει, «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει». Έτσι σήμαινε και ο δικός του λόγος, φτάνει να έχεις αυτιά, νου και κοσμική φωτιά να τον ακούσεις…

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Παράσταση της Αρχαίας Κωμωδίας - Όρχηση

1. Κατά κανόνα, στο αττικό δράμα της Κλασικής εποχής, η μουσική, η όρχηση και ο τραγουδιστός λόγος των λυρικών αποτελούσαν ενότητα. Ο λόγος διασώθηκε, και με τη μετρική του μορφή μάς βοηθά κάπως να προσεγγίσουμε την αντίστοιχη μουσική και ορχηστική συνοδεία. Πιο δύσκολο μας είναι να φανταστούμε τη μουσική και την όρχηση στα καθαρά μουσικοχορευτικά μέρη, που ξέρουμε ότι παρεμβάλλονταν, αλλά που γι᾽ αυτά μόνο τη γενικότερα χαρωπή, τελετουργική, ανήσυχη, θρηνητική, σατιρική κλπ. διάθεσή τους μπορούμε να μαντέψουμε από τη φύση, την υπόθεση και την πορεία του έργου.
 
2. Για την ιδιαίτερη σημασία της όρχησης στην Κωμωδία σωστό είναι να θυμηθούμε την προσφώνηση Ἴακχε φιλοχορευτά, που δύο φορές απευθύνουν οι μύστες στον Διόνυσο (Βάτρ. 403=408), και το πόσο συχνά στις κωμωδίες γίνεται λόγος για τους χορευτές και τους χορούς. Αντίστοιχα, οι πληροφορίες που έχουμε για τους κωμικούς χορούς είναι περισσότερες και πιο διαφωτιστικές από τις πληροφορίες μας για τη μουσική. Είναι πρώτα τα ίδια τα κείμενα των δραμάτων, είναι και οι συγγραφείς σαν τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Λουκιανό, τον Πλούταρχο, τον Αθήναιο, τον Λιβάνιο, κ.ά. που ενδιαφέρθηκαν και έγραψαν για το χορό, είναι τέλος οι πολλές αγγειογραφίες που απεικονίζουν χορευτές και χορεύτριες να χορεύουν.
 
3. Την κλασική εποχή οι χοροί είχαν καθένας το όνομά του, και ορισμένοι ήταν στενά δεμένοι μ᾽ ένα συγκεκριμένο θεατρικό είδος: τυρβασία ήταν ο χορός του Διθυράμβου, ἐμμέλεια της Τραγωδίας, κόρδαξ της Κωμωδίας, σίκιννις του Σατυρικού δράματος. Ονόματα είχαν και ορισμένα σχήματα, φιγούρες, όπως, παράδειγμα, το σχιστὰς ἕλκειν, όπου ο χορευτής έπρεπε να διασταυρώσει στον αέρα τα πόδια του, και τα ἐκλακτίσματα, φιγούρες παρόμοιες με του καν-καν, όπου …ἔδει ὑπὲρ τὸν ὦμον ἐκλακτίσαι (Πολυδ. Ονομαστ. 4,102· πβ. Σφήκ. 1492κκ. και 1524κκ., Εκκλ. 1167 και 1180). Πέρα από κάθε συμβατική τυποίηση, οι χορευτές ήταν ελεύθεροι ν᾽ αυτοσχεδιάζουν, και για το πόσο μεγάλη μπορούσε να είναι η χορογραφική ποικιλία ας θυμηθούμε τον τραγικό Φρύνιχο, που καυχήθηκε ότι: σχήματα δ᾽ ὄρχησις τόσα μοι πόρεν, ὅσσ᾽ ἐνὶ πόντῳ / κύματα ποιεῖται χείματι νὺξ ὀλοή. (Πλούταρχ. Συμπ. 8.9).
 
4. Χαρακτηριστικά για τους χορούς στην Αρχαία Κωμωδία είναι χωρία όπως (α) η Έξοδος στους Σφήκες, όπου ο γερο-Φιλοκλέων, τρεις αδέξιοι χορευτές, γιοι του Καρκίνου, και τελικά ολόκληρος ο Χορός αποχωρούν χορεύοντας από την ορχήστρα, (β) η ομολογία του Χορού στην Ειρήνη, ότι …ὑφ᾽ ἡδονῆς / οὐκ ἐμοῦ κινοῦντος αὐτὼ τὼ σκέλει χορεύετον! (324κκ.· πβ. Πλούτ. 288)· (γ) η πολεμική σκηνή στούς Όρνιθες, όπου με διάφορα σχήματα ο χορός μιμείται και υποκαθιστά την καθαυτό σύγκρουση (327κκ), (δ) η Έξοδος στην Λυσιστράτη, όπου, μετά την διποδίαν, που εχόρεψαν οι Λάκωνες, ολόκληρος ο Χορός, Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, άντρες και γυναίκες, αποχωρούν χορεύοντας (1271κκ.), (ε) στις Θεσμοφοριάζουσες το πολλαπλά διαφωτιστικό χορικό, που παραθέτουμε σε μετάφραση Θρ. Σταύρου: Τώρα εμπρός, το χορό μας ας σύρουμ᾽ εμείς […] Προχωρείτε μ᾽ ένα πήδημα ελαφρό / και πιασμένες απ᾽ τα χέρια γύρω γύρω / με ρυθμό τρεχάτε, μπείτε στο χορό. / Κι όπως θα χοροπηδάτε / με τα πόδια σα φτερά, / ένα γύρο να κοιτάτε / και δεξιά κι αριστερά. […] Με βήμα ελαφρό, ρυθμικό / τρεχάτε, πηδάτε, γυρνάτε, / τραγούδι ζωηρό με καρδιά τραγουδάτε. / Ω Βάκχε μας, ω κισσοφόρε θεέ, / για σένα τον ύμνο θα υψώσω· μόνο έλα κι εσύ στο δικό μας χορό / καί σέρνε τον ο ίδιος … (947κκ.).
 
5. Οι χορευταράδες νέοι που παρίσταναν τις Θεσμοφοριάζουσες χόρευαν και τραγουδούσαν οι ίδιοι. Σωστά ο Λουκιανός σημειώνει ότι πάλαι μὲν γὰρ οἱ αὐτοὶ καὶ ᾖδον καὶ ὠρχοῦντο· σε νεότερες όμως εποχές, συνεχίζει … ἐπειδὴ κινουμένων τὸ ᾆσθμα τὴν ᾠδὴν ἐπετάραττεν, ἄμεινον ἔδοξεν ἄλλους αὐτοῖς ὑπᾴδειν (π. Ορχήσεως 30). Πότε έγινε αυτό, δεν το ξέρουμε· βέβαιο είναι μόνο ότι κιόλας στα χρόνια της Μέσης Κωμωδίας η συμμετοχή του Χορού, μαζί του και του χορού, στην ουσία των κωμωδιών ολοένα υποχωρούσε, ώσπου τη θέση του να πάρει ο τυπικός Χορός των μεθυσμένων νέων, που παρεμβάλλονταν χωρίζοντας τις πράξεις στις κωμωδίες της Νέας.
 
6. Βλ. L.B. Lawler, The Dance of the Ancient Greek Theater, Iowa University Press1964, της ίδιαςΟ χορός στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα: Κέντρο παραδοσιακού χορού 1984 (απρόσεκτη μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο του 1964)· Μ.-Η. Delavaud-Roux, «Dancer chez Aristophane», στον τόμο P. Thiercy & M. Menu (επιμ.), Aristophane: la langue, la scène, la cité, Bari: Levante 1997, σ. 295κκ.· βλ. και Γ.Μ.Σηφάκης, «Αριστοτέλους Ηθ. Νικ. 4,2,1123a 19-24 , και ο Χορός της Κωμωδίας στον τέταρτο αιώνα», μτφ. Τ. Γιάννου από αγγλικό άρθρο του 1971, στον τόμο Γ.Μ. Σηφάκης, Μελέτες για το αρχαίο θέατρο, Ηράκλειο: Π.Ε.Κ. 2007.