Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 151e-152e)

[7] Εἰπόντος οὖν τοῦ Χίλωνος ὡς Σόλων κατάρχεσθαι

[151f] τοῦ λόγου δίκαιός ἐστιν, οὐ μόνον ὅτι πάντων προήκει καθ᾽ ἡλικίαν καὶ τυγχάνει κατακείμενος πρῶτος, ἀλλ᾽ ὅτι τὴν μεγίστην καὶ τελειοτάτην ἀρχὴν ἄρχει νόμους Ἀθηναίοις θέμενος, ὁ οὖν Νειλόξενος ἡσυχῇ πρὸς ἐμέ «πολλά γ᾽,» εἶπεν, «ὦ Διόκλεις, πιστεύεται ψευδῶς, καὶ χαίρουσιν οἱ πολλοὶ λόγους ἀνεπιτηδείους περὶ σοφῶν ἀνδρῶν αὐτοί τε πλάττοντες καὶ δεχόμενοι παρ᾽ ἑτέρων ἑτοίμως, οἷα καὶ πρὸς ἡμᾶς εἰς Αἴγυπτον ἀπηγγέλη περὶ Χίλωνος, ὡς ἄρα διαλύσαιτο τὴν πρὸς Σόλωνα φιλίαν καὶ

[152a] ξενίαν, ὅτι τοὺς νόμους ὁ Σόλων ἔφη μετακινητοὺς εἶναι.»
Καὶ ἐγώ «γελοῖος,» ἔφην, «ὁ λόγος· οὕτω γὰρ δεῖ πρῶτον ἀποποιεῖσθαι τὸν Λυκοῦργον αὐτοῖς νόμοις ὅλην μετακινήσαντα τὴν Λακεδαιμονίων πολιτείαν.»
Μικρὸν οὖν ἐπισχὼν ὁ Σόλων «ἐμοὶ μέν,» ἔφη, «δοκεῖ μάλιστ᾽ ἂν ἔνδοξος γενέσθαι καὶ βασιλεὺς καὶ τύραννος, εἰ δημοκρατίαν ἐκ μοναρχίας κατασκευάσειε τοῖς πολίταις.»
Δεύτερος δ᾽ ὁ Βίας εἶπεν, «εἰ πρῶτος χρῷτο τοῖς νόμοις τῆς πατρίδος.»
Ἐπὶ τούτῳ δ᾽ ὁ Θαλῆς ἔφησεν, εὐδαιμονίαν ἄρχοντος νομίζειν, εἰ τελευτήσειε γηράσας κατὰ φύσιν.
Τέταρτος Ἀνάχαρσις, «εἰ μὴ μόνος εἴη φρόνιμος.»
Πέμπτος δ᾽ ὁ Κλεόβουλος, «εἰ μηδενὶ πιστεύοι τῶν συνόντων.»

[152b] Ἕκτος δ᾽ ὁ Πιττακός, «εἰ τοὺς ὑπηκόους ὁ ἄρχων παρασκευάσειε φοβεῖσθαι μὴ αὐτὸν ἀλλ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ.»
Μετὰ τοῦτον ὁ Χίλων ἔφη τὸν ἄρχοντα χρῆναι μηδὲν φρονεῖν θνητόν, ἀλλὰ πάντ᾽ ἀθάνατα.
Ῥηθέντων δὲ τούτων ἠξιοῦμεν ἡμεῖς καὶ αὐτὸν εἰπεῖν τι τὸν Περίανδρον. ὁ δ᾽ οὐ μάλα φαιδρὸς ἀλλὰ συστήσας τὸ πρόσωπον «ἐγὼ τοίνυν,» ἔφη, «προσαποφαίνομαι τὰς εἰρημένας γνώμας ἁπάσας σχεδὸν ἀφιστάναι τοῦ ἄρχειν τὸν νοῦν ἔχοντα.»
Καὶ ὁ Αἴσωπος οἷον ἐλεγκτικῶς «ἔδει τοίνυν,» ἔφη, «τοῦτο καθ᾽ ἑαυτοὺς περαίνειν καὶ μή,

[152c] συμβούλους φάσκοντας εἶναι καὶ φίλους, κατηγόρους γίγνεσθαι τῶν ἀρχόντων.»
Ἁψάμενος οὖν αὐτοῦ τῆς κεφαλῆς ὁ Σόλων καὶ διαμειδιάσας εἶπεν, «οὐκ ἂν δοκεῖ σοι μετριώτερον ἄρχοντα ποιεῖν καὶ τύραννον ἐπιεικέστερον ὁ πείθων ὡς ἄμεινον εἴη τὸ μὴ ἄρχειν ἢ τὸ ἄρχειν;»
«Τίς δ᾽ ἂν,» ἔφη, «σοὶ τοῦτο πεισθείη μᾶλλον ἢ τῷ θεῷ φράσαντι κατὰ τὸν πρὸς σὲ χρησμόν,
εὔδαιμον πτολίεθρον ἑνὸς κήρυκος ἀκοῦον;»
Καὶ ὁ Σόλων «ἀλλὰ μήν,» ἔφη, «καὶ νῦν ἑνὸς

[152d] Ἀθηναῖοι κήρυκος ἀκροῶνται καὶ ἄρχοντος τοῦ νόμου, δημοκρατίαν ἔχοντες. σὺ δὲ δεινὸς εἶ κοράκων ἐπαΐειν καὶ κολοιῶν, τῆς δὲ θεοῦ φωνῆς οὐκ ἀκριβῶς ἐξακούεις, ἀλλὰ πόλιν μὲν οἴει κατὰ τὸν θεὸν ἄριστα πράττειν τὴν ἑνὸς ἀκούουσαν, συμποσίου δ᾽ ἀρετὴν νομίζεις τὸ πάντας διαλέγεσθαι καὶ περὶ πάντων.»
«Σὺ γάρ,» ἔφη ὁ Αἴσωπος, «οὔπω γέγραφας ὅ τι ὅμοιον ἦν, οἰκέτας μὴ μεθύειν, ὡς ἔγραψας Ἀθήνησιν οἰκέτας μὴ ἐρᾶν μηδὲ ξηραλοιφεῖν.»
Γελάσαντος οὖν τοῦ Σόλωνος Κλεόδωρος ὁ ἰατρός «ἀλλ᾽ ὅμοιον,» ἔφη, «τὸ ξηραλοιφεῖν τῷ λαλεῖν ἐν οἴνῳ βρεχόμενον· ἥδιστον γάρ ἐστι.»

[152e] Καὶ ὁ Χίλων ὑπολαβὼν ἔφη «διὰ τοῦτό τοι μᾶλλον ἀφεκτέον αὐτοῦ.»
Πάλιν δ᾽ ὁ Αἴσωπος, «καὶ μήν,» ἔφη, «Θαλῆς ἔδοξεν εἰπεῖν ὅτι τάχιστα γηράσει.»

***
[7] Όταν ο Χίλωνας είπε ότι το σωστό είναι να αρχίσει να μιλάει για το θέμα αυτό

[151f] πρώτος ο Σόλωνας, όχι μόνο γιατί είναι ο πρεσβύτερος όλων και συμβαίνει να έχει την πρώτη θέση στο τραπέζι, αλλά γιατί έχει το πιο μεγάλο και το πιο τέλειο αξίωμα όντας ο νομοθέτης των Αθηναίων, ο Νειλόξενος γύρισε και μου είπε σιγανά: «Δεν είναι λίγα τα πράγματα που γίνονται πιστευτά, ενώ δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια· είναι, επίσης, πολλοί αυτοί που τους κάνει μεγάλη ευχαρίστηση είτε να πλάθουν οι ίδιοι απίθανες ιστορίες για τους σοφούς είτε να τις δέχονται πρόθυμα όταν τις πλάθουν άλλοι. Τέτοια ήταν, π.χ., η πληροφορία που έφτασε ώς εμάς στην Αίγυπτο ότι τάχα ο Χίλωνας διέλυσε τη φιλία του με τον Σόλωνα και

[152a] ότι έπαυσε η σχέση που είχε δημιουργήσει μεταξύ τους η φιλοξενία, επειδή ο Σόλωνας είπε ότι οι νόμοι υπόκεινται σε αλλαγές και αναθεωρήσεις».
«Αυτός», είπα εγώ, «είναι ένας γελοίος λόγος, γιατί τότε θα έπρεπε να αποδοκιμασθεί πρώτος από όλους ο Λυκούργος, που ακριβώς με τους νόμους του άλλαξε ολόκληρο το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων».
Ο Σόλωνας λοιπόν έμεινε για λίγο σκεφτικός και αμέσως είπε: «Κατά τη γνώμη μου, ένας βασιλιάς, ένας τύραννος, θα μπορούσε να κερδίσει πολύ καλό όνομα, αν στη θέση της μοναρχίας εγκαθιστούσε για χάρη των πολιτών δημοκρατία».
Αμέσως μετά ο Βίαντας είπε: «αν πρώτος αυτός συμμορφωνόταν με τους νόμους της πατρίδας του».
Ύστερα από αυτόν ο Θαλής είπε πως ευτυχία για έναν άρχοντα θεωρεί το να γεράσει και να πεθάνει από φυσικό θάνατο.
Τέταρτος ο Ανάχαρσης: «αν δεν είναι μόνο αυτός φρόνιμος».
Πέμπτος ο Κλεόβουλος: «αν δεν εμπιστεύεται κανέναν από τον καθημερινό του περίγυρο».

[152b] Έκτος ο Πιττακός: «αν ο άρχοντας κάνει τους υπηκόους του να φοβούνται όχι αυτόν, αλλά γι᾽ αυτόν.»
Ύστερα από αυτόν ο Χίλωνας είπε ότι ο άρχοντας δεν πρέπει ποτέ να σκέφτεται ως θνητός, αλλά σε κάθε περίσταση ως αθάνατος».
Αφού λέχθηκαν όλα αυτά, εμείς επιμέναμε να πει κάτι κι ο ίδιος ο Περίανδρος. Τότε εκείνος, με πρόσωπο καθόλου φαιδρό, αλλά συνοφρυωμένο, είπε: «Ας προσθέσω κι εγώ τη δική μου γνώμη: Όλες, λοιπόν, σχεδόν οι γνώμες που ακούστηκαν αποτρέπουν, στην πραγματικότητα, τον νουνεχή άνθρωπο από την εξουσία».
Τότε ο Αίσωπος, με ελεγκτικό κάπως τρόπο, είπε: «Ε τότε οφείλατε να ολοκληρώσετε τη συζήτηση αυτή μόνοι σας, και όχι να γίνεστε κατήγοροι των αρχόντων,

[152c] ενώ ισχυρίζεστε ότι είστε σύμβουλοι και φίλοι τους».
Του έπιασε τότε το κεφάλι ο Σόλωνας και με ένα ελαφρό χαμόγελο του είπε: «Δεν νομίζεις ότι θα έκανε μετριοπαθέστερο τον άρχοντα και λογικότερο τον τύραννο αυτός που θα τον έπειθε πως είναι καλύτερο να μην έχει κανείς την εξουσία παρά να την έχει;»
«Και ποιός», είπε ο Αίσωπος, «θα έδινε στο θέμα αυτό περισσότερη πίστη σε σένα και όχι στο θεό που, στον χρησμό που σου έδωσε, είπε:
Καλότυχη η πόλη που έναν μόνο κήρυκα ακούει;»
«Μα και τώρα», είπε ο Σόλωνας, «σε καιρό δημοκρατίας,

[152d] οι Αθηναίοι έναν μόνο κήρυκα και έναν μόνο άρχοντα ακούν, τον νόμο. Εσύ είσαι φοβερός στο να ακούς και να καταλαβαίνεις τα κοράκια και τις καλιακούδες, δεν ακούς όμως με καθαρότητα και ακρίβεια τη φωνή του θεού, και έτσι νομίζεις ότι σύμφωνα με τον θεό κατεξοχήν ευτυχισμένη είναι η πόλη που ακούει έναν μόνο άντρα, του συμποσίου όμως αρετή θεωρείς το να μιλούν όλοι και για όλα».
«Και βέβαια», είπε ο Αίσωπος, «αφού δεν όρισες ακόμη νόμο να μη μεθούν οι δούλοι, κάτι σαν τον νόμο που όρισες στην Αθήνα, οι δούλοι να μην ερωτεύονται ούτε να αλείφονται με λάδι».
Γέλασε ο Σόλωνας, και ο Κλεόδωρος ο γιατρός είπε: «Το να αλείφεται, πάντως, κανείς με λάδι είναι ίδιο με το να μιλάει βρεγμένος με κρασί· γιατί είναι πάρα πολύ ευχάριστο».

[152e] Διακόπτοντας ο Χίλωνας είπε: «Ένα λόγο παραπάνω να το αποφεύγει κανείς».
Ξανά λοιπόν ο Αίσωπος είπε: «Και όμως ο Θαλής μού φάνηκε πως είπε ότι γρήγορα θα είσαι γέρος».

Η Ειμαρμένη

Η Ειμαρμένη είναι η τύχη, η αναπότρεπτη μοίρα, το πεπρωμένο των Θεών, που περιλαμβάνει και προδιαγράφει ολόκληρη τη ζωή τους και φυσικά επηρεάζει τις ζωές όλων των θνητών ανθρώπων. Το όνομα “Ειμαρμένη” σχετίζεται ετυμολογικά με την λέξη “μοίρα”. Η λέξη προκύπτει από το αρχαίο ρήμα μείρομαι, που σημαίνει λαμβάνω σε διαμοιρασμό το μερίδιό μου. Ο τύπος του ρήματος αυτού στον παρακείμενο χρόνο της παθητικής φωνής είναι «είμαρμαι».

Ως κύριο όνομα, είναι η προσωποποίηση της μεγαλύτερης δύναμης, που κυριαρχεί στη Φύση και κανονίζει τις ενέργειες των Θεών. Θεωρείται η κυρίαρχος των Μοιρών καθώς καθορίζει το θέλημα τους.
 
Η Ειμαρμένη είναι το πεπρωμένο, το αναπόφευκτο, που πολύ συχνά ταυτίζεται με την Ανάγκη σε έναν Κόσμο συνύπαρξης θεών και ανθρώπων, ο οποίος διέπεται από αυστηρή νομοτέλεια. Η Ειμαρμένη αποτελεί το καθορισθέν υπό της Μοίρας, τον «Λόγο του Κόσμου».
 
Θεωρείται ως μία αδιάσπαστη αλυσίδα αιτιοτήτων, την οποία οι Στωικοί αντιλαμβάνονται ως φυσική και ηθική δύναμη, σχεδόν ταυτιζόμενη με τον θεό, αλλά και με την Δικαιοσύνη και την Πρόνοια, σύμφωνα και με τις απόψεις του Παρμενίδη και του Δημοκρίτου. Είναι η αμείλικτη εξέλιξη των φυσικών τάσεων του Παντός.
 
Την επικράτηση της αναγκαιότητος και της Ειμαρμένης σε όλον τον Κόσμο, δέχονται και οι Ατομικοί Λεύκιππος και Δημόκριτος. (Διογένης Λαέρτιος, 9, 33 και 45) ενώ κατά τον Ξενοκράτη, οι Μοίρες παραστέκουν στην ανθρώπινη Γνώση, ορίζοντας η κάθε μία από ένα εκ των τριών τμημάτων της τελευταίας (Επιστήμη – Αίσθηση – Δόξα).
 
Κατά τον Στωικό Χρύσιππο, η Ειμαρμένη είναι «μια ορισμένη φυσική και συγκροτημένη διάταξη των πάντων μέσα στην αιωνιότητα, όπου μια ομάδα πραγμάτων αενάως απορρέει από άλλη και εμπλέκεται με άλλη, σε μία απαραβίαστη αλληλουχία» (Γέλλιος, «Αττικές Νύκτες» η.ι.3).
 
Κατά τον Χρύσιππο,
όλα τα παρελθόντα συνέβησαν,
τα παρόντα συμβαίνουν και
τα μέλλοντα θα συμβούν
 
Η Ειμαρμένη δημιουργεί γεγονότα όχι όμως ανθρώπινες ποιότητες, οι οποίες είναι αποτέλεσμα αποκλειστικώς της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης.
 
Οι Πυθαγόρειοι τοποθετούν τον ανθρώπινο βίο ανάμεσα σε δύο πόλους, την εξαναγκαστική Ανάγκη και την ελευθεροβουλητική Δύναμη (Ιεροκλής, «Χρυσά Έπη», 8), ενώ η Ειμαρμένη, απαντάται και στον Ηράκλειτο, κατά τον οποίο τα πάντα γίνονται «καθ' ειμαρμένην», υπό την έννοια όμως του «κατ' αναλογίαν».
 
Οι Στωικοί ορίζουν από την πλευρά τους την Ειμαρμένη, ως μία ταυτοχρόνως φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη, που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια, ταυτόσημη με την Μοίρα, την Πρόνοια, την Φύση, το Σύμπαν, και εν τέλει με τον ίδιο τον Θεό Δία.
 
Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ο Πυθαγόρας την αντιλαμβάνονται ως παγκόσμιο νόμο, που επηρεάζει και τον άνθρωπo από τη γέννηση ως τον θάνατό του.

Ο Πλάτων αρχικά δεν δέχεται την απόλυτη αναγκαιότητα της Ειμαρμένης στον Γοργία και στον Φαίδρο, αργότερα όμως στην Πολιτεία και στους Νόμους, παραδέχεται την απεριόριστα καθοριστική δύναμη της και στον άνθρωπο και στον Κόσμο, αλλά δεν τη θεωρεί ως αυθύπαρκτη ουσία πιστεύει μόνο ότι πρόκειται για νόμο κατά τον οποίο τελείται το γίγνεσθαι, δηλαδή το θέλημα των Θεών.

Η Ειμαρμένη ή η Πρόνοια είναι αυτό που δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο και η Ελευθερία ή το Αυτεξούσιο είναι το δεδομένο και το ζητούμενο του βίου των θνητών στη μακρά οδό προς την τελείωσή τους, που είναι η γνωριμία τους με τους θεούς ως θεοσοφιστές.
 
Η Ειμαρμένη θεοποιήθηκε από τους Στωικούς και ανυψώθηκε σε μέγιστη θεότητα που καθορίζει τα πάντα. Οι ιδέες αυτές των Στωικών είναι παράλληλες και σαφώς επηρεασμένες από την θεολογία των Βαβυλωνίων, των οποίων οι αντιλήψεις έγιναν γνωστότερες στον Ελληνικό Κόσμο από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
 
Από τότε διαδόθηκε ευρύτατα και στον λαό η αστρολογική αντίληψη της Ειμαρμένης —ότι δηλαδή η θέση των άστρων καθορίζει και τη μοίρα του ανθρώπου από τη γέννησή του. Η άποψη αυτή διατηρήθηκε και κατά τον Μεσαίωνα, με τεράστιες συνέπειες για την πορεία της ανθρωπότητας, ώσπου έγινε κανόνας σήμερα για την πρόσληψη εργαζομένων σε συγκριμένες θέσεις με συγκεκριμένα αστρολογικά κριτήρια.
 
Φιλολογική Εξέλιξη
Η ειμαρμένη ως όρος δεν υπάρχει στους τραγικούς, είναι όμως συχνός στον Πλάτωνα, στους Αττικούς ρήτορες και προπάντων στη Στωική Φιλοσοφία, της οποίας αποτελεί ως έννοια το σημαντικότερο θέμα και πρόβλημα.

Πρώτος ο ιδρυτής της Στοάς Ζήνων (335-262 π.Χ.) έγραψε βιβλίο “Περί Ειμαρμένης”.
Η αναλυτική φιλοσοφία της έννοιας της Ειμαρμένης συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή και από διάφορους διανοουμένους.

Ο Επίκουρος, απαντώντας στον Ζήνωνα, έγραψε και αυτός “Περί Ειμαρμένης”, επίσης ο Χρύσιππος, ο μεγαλύτερος θεωρητικός της Στοάς (3ος αιώνας π.Χ.), ο Ποσειδώνιος, ο Πλούταρχος, ο Αφροδισιεύς Αλέξανδρος, ο Ιεροκλής, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Ιωάννης Χρυσόστομος.

Το περιεχόμενο της έννοιας παρουσιάζεται ποικίλο, με κεντρική ιδέα όμως την αναγκαιότητα της μοίρας. Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ο Πυθαγόρας την αντιλαμβάνονται ως παγκόσμιο νόμο, που επηρεάζει και τον άνθρωπo από τη γέννηση ως τον θάνατό του.
 
Η ίδια έννοια με τον όρο Κάρμα κυριαρχεί στην Ανατολική μεριά του πλανήτη. Το κάρμα είναι το αποτέλεσμα της πράξης – από το καρ-κρι-πράττω και το –μα που σημαίνει το αποτέλεσμα της πράξης. Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα μιας ατομικής βούλησης-επιθυμίας, είναι μια συνέπεια ατομικής επιλογής που μπορεί να συνάδει ή όχι με τις αρχές της αρμονίας. Είναι η δίδυμη δοξασία της μετενσάρκωσης. Κανένα σημείο ή ύπαρξη στο σύμπαν δεν εξαιρείται από τη λειτουργία του Κάρμα, αλλά όλα και όλοι βρίσκονται υπό την επιρροή του. Μας τιμωρεί για σφάλματα, αλλά και μας καθοδηγεί για το καλό μας στα ανώτερα ύψη τελειότητας, μέσα από την πειθαρχία, ανάπαυση και ανταμοιβή. Είναι ένας νόμος τόσο περιεκτικός στη δράση του που αγκαλιάζει ταυτόχρονα και τη φυσική και την ηθική μας ύπαρξη.

Χρησιμοποιούμενος αναφορικά με την ηθική ζωή του ανθρώπου είναι ο νόμος της ηθικής αιτιότητας, της δικαιοσύνης, της ανταμοιβής και της τιμωρίας. Η αιτία για τη γέννηση και επαναγέννηση, αλλά επίσης και το μέσο για απόδραση από την ενσάρκωση.

Το Κάρμα είναι ένας ευεργετικός νόμος, απόλυτα ευσπλαχνικός, αδυσώπητα ακριβοδίκαιος, γιατί το αληθινό έλεος δεν είναι εύνοια αλλά αμερόληπτη δικαιοσύνη.

Οι μαθηματικοί έχουν αναπτύξει μοντέλο για το πώς αναδύονται οι νέες καινοτόμες και επαναστατικές ιδέες

Η μελέτη δημιουργικών διαδικασιών και η κατανόηση του πώς προκύπτουν οι καινοτομίες και πώς μπορούν οι νεωτερισμοί να πυροδοτήσουν περαιτέρω ανακαλύψεις, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις για να ενισχυθεί η επιτυχής και βιώσιμη ανάπτυξη της κοινωνίας. Εμπειρικά ευρήματα έχουν δείξει ότι ο τρόπος πώς οι καινοτομίες, ανακαλύπτονται ακολουθούν παρόμοια μοτίβα σε μια ποικιλία διαφορετικών πλαισίων περιλαμβανομένων της επιστήμης, της τέχνης και της τεχνολογίας.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Physical Review Letters, εισάγει ένα νέο μαθηματικό πλαίσιο που αναπαράγει ορθά το ρυθμό με τον οποίο οι καινοτομίες αναδύονται στα πραγματικά συστήματα, γνωστός ως νόμος του Heaps και μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ανακαλύψεις είναι ισχυρά συσχετισμένες και συχνά παρουσιάζονται σε ομάδες. Αυτό το κάνει με εφαρμογή της θεωρίας του «παρακείμενου δυνατού», που αρχικά διατυπώθηκε από τον Stuart Kauffman στο πλαίσιο των βιολογικών συστημάτων, στη γλώσσα των πολύπλοκων δικτύων. Το «παρακείμενο δυνατό» είναι ένα σύνολο από όλες τις καινούριες ευκαιρίες οι οποίες ανοίγονται όταν γίνεται μια νέα ανακάλυψη. Τα δίκτυα αναδύθηκαν ως ένας ισχυρός τρόπος τόσο για να ερευνηθούν τα συστήματα του πραγματικού κόσμου, με τη σύλληψη των βασικών σχέσεων μεταξύ των συστατικών, όσο και για να μοντελοποιηθεί η κρυμμένη δομή πίσω από πολλά περίπλοκα κοινωνικά φαινόμενα.

Στην εργασία αυτή, τα δίκτυα χρησιμοποιούνται για να μοντελοποιήσουν τον υποκείμενο χώρο των σχέσεων μεταξύ των εννοιών. «Η έρευνα αυτή ανοίγει νέους δρόμους για την μοντελοποίηση της καινοτομίας, μαζί με ένα νέο πλαίσιο που θα μπορούσε να γίνει σημαντικό στην έρευνα των τεχνολογικών, βιολογικών καλλιτεχνικών και εμπορικών συστημάτων», αναφέρει ο Vito Latora, από τη Σχολή Μαθηματικών Επιστημών του Queen Mary και προσθέτει: «Η μελέτη των διαδικασιών μέσω των οποίων προκύπτουν οι καινοτομίες μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των κύριων συστατικών πίσω από μια καθοριστική ιδέα, μια επαναστατική τεχνολογία ή μια επιτυχημένη εμπορική δραστηριότητα και είναι θεμελιώδες να αναπτύξουμε αποτελεσματικές, εμπεριστατωμένες με δεδομένα, αποφάσεις, στρατηγικές και παρεμβάσεις για να δώσουμε ώθηση στην επιτυχή και βιώσιμη ανάπτυξη της κοινωνίας μας».

Τυχαίοι βηματισμοί
Στη μελέτη, η διαδικασία ανακάλυψης μοντελοποιείται ως μια ιδιαίτερη κατηγορία τυχαίων βημάτων, ονομαζόμενα «ενισχυμένοι» βηματισμοί, σε ένα υποκείμενο δίκτυο σχέσεων μεταξύ εννοιών και ιδεών. Μια καινοτομία ανταποκρίνεται στην πρώτη επίσκεψη ενός τόπου του δικτύου και κάθε φορά που ένας/μια που «βηματίζει» κινείται από μια έννοια σε μια άλλη, μια τέτοια συσχέτιση (μια συνδετική γραμμή στο δίκτυο) ενισχύεται έτσι που θα χρησιμοποιηθεί περισσότερο συχνά στο μέλλον. Οι ερευνητές το ονόμασαν αυτό μοντέλο «ενισχυμένης γραμμής τυχαίου βηματισμού».

Οι τυχαίοι βηματισμοί παράγουν μια συν-εξέλιξη του δικτύου με την δυναμική των ατόμων που επιχειρούν το βηματισμό. Στη χρονική στιγμή t, αυτός/ή που επιχειρεί το βηματισμό είναι στον κόκκινο κόμβο και έχει ήδη επισκεφθεί τους γκρι κόμβους, ενώ οι σκιασμένοι κόμβοι είναι ακόμη ανεξερεύνητοι. Τα πλάτη της κάθε γραμμής είναι ανάλογα με τη βαρύτητά τους. Τη χρονική στιγμή t+1, αυτός/ή που επιχειρεί το βηματισμό έχει κινηθεί σε ένα παρακείμενο με πιθανότητα που υπολογίζεται από μια εξίσωση και η βαρύτητα της χρησιμοποιημένης γραμμής ενισχύεται κατά δw. Σε αυτό το σημείο, αυτός/ή που επιχειρεί το βηματισμό θα πάει κατά προτίμηση πίσω, ωστόσο μπορεί επίσης να μπει σε ένα σύνολο «παρακείμενου δυνατού».

Για να δείξουν πώς το μοντέλο αυτό λειτουργεί σε μια πραγματική κατάσταση, κατασκεύασαν επίσης μια βάση δεδομένων 20 ετών επιστημονικών δημοσιεύσεων σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα, όπως αστρονομία, οικολογία, οικονομικά και μαθηματικά για να αναλύσουν την εμφάνιση των νέων εννοιών. Αυτή η ανάλυση έδειξε ότι, παρόλη την απλότητά του, το μοντέλο ενισχυμένης γραμμής τυχαίου βηματισμού μπορεί να αναπαραγάγει πώς αναπτύσσεται η γνώση στη σύγχρονη επιστήμη.

Ανάπτυξη της γνώσης στην επιστήμη. (a) Για κάθε επιστημονικό πεδίο, μια εμπειρική σειρά εννοιών S εξήχθη από τις περιλήψεις της χρονικά τακτοποιημένης σειράς των εργασιών. (b) Το δίκτυο των σχέσεων μεταξύ των εννοιών οικοδομείται συνδέοντας δυο έννοιες αν εμφανίζονται στην ίδια περίληψη. Το δίκτυο μετά χρησιμοποιείται ως υποκείμενη δομή για το μοντέλο «ενισχυμένης γραμμής τυχαίου βηματισμού». (c) Το μοντέλο συντονίζεται με τα εμπειρικά δεδομένα επιλέγοντας την τιμή της ενίσχυσης δw που αναπαράγει τον εκθέτη β στην εξίσωση του Heaps που συσχετίζεται με την S.

«Το πλαίσιο που παρουσιάζουμε συνιστά μια νέα προσέγγιση για τη μελέτη των διαδικασιών ανακάλυψης, ιδιαίτερα αυτών για τις οποίες το υποκείμενο δίκτυο μπορεί άμεσα να ανακατασκευαστεί από εμπειρικά δεδομένα, για παράδειγμα: χρήστες που ακούν μουσική σε ένα δίκτυο ομοιότητας μεταξύ των τραγουδιών. Εργαζόμαστε ήδη επάνω σε αυτή την ιδέα με μια διευρυμένη έκδοση του μοντέλου μας , όπου μελετάμε την συλλογική διερεύνηση αυτών των δικτυωμένων χώρων θεωρώντας πολλούς που βηματίζουν ταυτόχρονα», προσθέτει ο καθηγητής Vito Latora.

Σ’ αυτούς που βιάζονται και φεύγουν

Από όποιον/α μένει και επιμένει,

Πάω να σε προλάβω μα φεύγεις και το σ’ αγαπώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια λέξη που δε λέγεται.

Αν σε προλάβαινα, θα σε έβλεπα κατάματα, θα σου ’λεγα «σ’ αγαπώ» και τότε αυτή η λέξη θα έπαιρνε μια θέση στο χρόνο, θα σημάδευε τη στιγμή για πάντα, θα ήμουν για σένα, θα ήσουν για μένα.

Πάω να σε προλάβω μα φεύγεις κι είναι και τόσα άλλα που έχω να σου πω, που αν τα άκουγες θα ένιωθες την καρδιά μου, θα έβλεπες τον κόσμο όπως τον βλέπουν τα μάτια μου… κι είναι ένας όμορφος κόσμος αφού υπάρχεις εσύ έστω και έτσι, ακόμα κι αν δεν είσαι μαζί μου.

Αν ζούσες λοιπόν λίγο στον κόσμο αυτόν, τον δικό μου, δε θα αισθανόσουν ποτέ πλήξη, ποτέ ότι δε θες να υπάρχεις, ποτέ δε θα είχες την αίσθηση πως όλα σ’ αυτόν τον κόσμο γίνονται μάταια. Κι αυτό γιατί τα μεγάλα αισθήματα ξέρουν να αντέχουν, να ελπίζουν, να είναι εδώ και να μην αρνούνται, να μένουν και όχι να φεύγουν.

Όποιος δεν πρόλαβε, σημαίνει πως δεν προσπάθησε αρκετά…

Κι όποιος πρόλαβε μπόρεσε και κράτησε ένα χαμόγελο στα χείλη του ή ένα δάκρυ στα μάτια του. Κι είναι σπουδαίο να κρατάς ζωντανό το συναίσθημα ακόμα κι αν στο τέλος πονέσεις πολύ.

Σ’ αυτόν/ην που βιάζεται και φεύγει.

Τι σημαίνει να δίνεις

Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.

Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του.

Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.

Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν.

Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους.

Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.

Ο διχασμός είναι αντίθετος με τη φύση σου

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ. Ο διχασμός έχει γίνει φυσική κατάσταση του ανθρώπου, τουλάχιστον για την ώρα.

Μπορεί να μη συνέβαινε το ίδιο στον πρωτόγονο κόσμο, αιώνες καταβολών όμως, πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας έχουν κάνει κάθε άνθρωπο να είναι ένα ολόκληρο πλήθος – διχασμένος, χωρισμένος, αντιφατικός.

Το ένα του κομμάτι πηγαίνει από ‘δω, το άλλο πηγαίνει από ‘κει, στον διαμετρικά αντίθετο δρόμο και είναι σχεδόν ανέφικτο να κρατήσει κανείς τον εαυτό του συγκροτημένο.

Και μόνο το γεγονός ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει, είναι ένα θαύμα. Θα μπορούσε να είχε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό.

Επειδή όμως αυτός ο διχασμός είναι αντίθετος με τη φύση του, κάπου κρυμμένη στο βάθος εξακολουθεί να επιβιώνει η ενότητα. Επειδή η ψυχή του ανθρώπου είναι μία, όλες οι καταβολές και οι επιρροές καταστρέφουν κυρίως την περιφέρειά του. Το κέντρο όμως παραμένει ανέγγιχτο.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος καταφέρνει να εξακολουθεί να ζει. Η ζωή του όμως έχει γίνει κόλαση. Όλη η προσπάθεια του Ζεν είναι το πώς να εξαλείψει αυτόν το διχασμό, αυτή τη διχασμένη προσωπικότητα, τον χωρισμένο άνθρωπο, πώς να γίνεις ολοκληρωμένος, κεντραρισμένος, αποκρυσταλλωμένος.

Έτσι όπως είσαι, δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχεις. Δεν έχεις ύπαρξη. Είσαι ένα παζάρι από μόνος σου και ένα σωρό φωνές φωνάζουν μέσα σου.

Αν θέλεις να πεις ‘ναι’, αμέσως εμφανίζεται το ‘όχι’. Δεν μπορείς ούτε να ξεστομίσεις τη λέξη ‘ναι’, ολοκληρωτικά.

Παρατήρησέ το, λες ‘ναι’ και από το βάθος ανασύρεται μαζί και το ‘όχι’. Ούτε μπορείς να πεις την απλή λέξη ‘όχι’, χωρίς να νιώθεις αντιφατικά την ίδια στιγμή. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν είναι εφικτή η ευτυχία. Η δυστυχία είναι το φυσικό επακόλουθο της διχασμένης προσωπικότητας.

Δυστυχία, γιατί βρίσκεσαι συνεχώς σε διαμάχη με τον εαυτό σου. Δεν είναι ότι πολεμάς με τον κόσμο, μα κάθε στιγμή πολεμάς με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Πως μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να υπάρξει ειρήνη;
Πως μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να υπάρξει σιωπή;
Πως μπορείς να ησυχάσεις έστω και για μία μόνη στιγμή;

Δεν έχεις ησυχία ούτε στιγμή. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, ονειρεύεσαι χίλια δυο πράγματα. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, σκαρώνεις ένα σωρό πράγματα – μια διαρκής διαμάχη. Έχεις γίνει πεδίο μάχης.

Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος

Κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ., η Αθήνα εξελίχθηκε σε μια πλούσια πόλη-κράτος και, κάτω από την ηγεσία του Περικλή (445-429 π.Χ.), μπήκε σε μια Χρυσή Εποχή πνεύματος και πολιτισμού.

Αυτό το γεγονός προσέλκυσε ανθρώπους από κάθε γωνιά της Ελλάδας και όσοι γνώριζαν τους νόμους, και μπορούσαν να τους ερμηνεύσουν σωστά, είχαν την ευκαιρία να αποκομίσουν πλούσια οφέλη. Γενικά, η διακυβέρνηση της πόλης γινόταν βάσει δημοκρατικών αρχών και ενός καθιερωμένου νομικού συστήματος. Στα δικαστήρια, οι κατηγορούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να υπερασπίζονται οι ίδιοι τον εαυτό τους και, καθώς δεν υπήρχαν συνήγοροι, σύντομα δημιουργήθηκε μια επίσημα αναγνωρισμένη τάξη συμβούλων. Ένας από αυτούς ήταν και ο Πρωταγόρας.

Τα πάντα είναι σχετικά
Ο Πρωταγόρας δίδασκε νομικά και ρητορική επί πληρωμή. Αν και οι διδασκαλίες του αφορούσαν κυρίως πρακτικά ζητήματα (την επιχειρηματολογία που θα επέτρεπε στους πελάτες του να κερδίσουν μια αστική δίκη και όχι να αποδείξουν μια άποψη), εντούτοις διέκρινε τις φιλοσοφικές συνέπειες αυτών που δίδασκε. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, κάθε θέση έχει δύο πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι εξίσου έγκυρες. Ισχυρίζεται ότι μπορεί να ισχυροποιήσει μια αδύνατη θέση αποδεικνύοντας, όχι την αξία των επιχειρημάτων του υποστηρικτή της, αλλά την πειστικότητά του. Έτσι, αναγνωρίζει ότι η πεποίθηση είναι υποκειμενική και ότι το μέτρο της αξίας της είναι εκείνος που την υποστηρίζει.

Αυτό το είδος συλλογιστικής, που συνηθιζόταν στο δίκαιο και την πολιτική εκείνη την εποχή, ήταν νέο στη φιλοσοφία, θέτοντας τον άνθρωπο στο κέντρο της, αυτή η συλλογιστική συνέχιζε την παράδοση του αποκλεισμού της θρησκείας από τη φιλοσοφική συζήτηση και μετατόπιζε το φιλοσοφικό ενδιαφέρον από την κατανόηση της φύσης του σύμπαντος στην εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ο Πρωταγόρας ενδιαφέρεται κυρίως για πρακτικά ερωτήματα. Οι φιλοσοφικές εικασίες σχετικά με την ουσία του σύμπαντος ή την ύπαρξη των θεών δεν έχουν νόημα για τον Πρωταγόρα, καθώς πιστεύει ότι αυτά τα ζητήματα είναι ακατάληπτα.

Το βασικό συμπέρασμα που απορρέει από το ρητό «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» είναι ότι οι πεποιθήσεις είναι υποκειμενικές και σχετικές.

Αυτό οδηγεί τον Πρωταγόρα να απορρίψει την ύπαρξη απόλυτων ορισμών για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, και την αρετή. Ισχυρίζεται ότι αυτό πού θεωρεί ορθό ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρείται εσφαλμένο από κάποιον άλλον. Αυτός ο σχετικισμός ισχύει επίσης για τις ηθικές αρχές, για παράδειγμα ως προς το τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, τίποτα δεν είναι εγγενώς καλό. Λέμε ότι κάτι είναι ηθικό, ή δίκαιο, μόνο επειδή κάποιος άνθρωπος ή η κοινωνία το θεωρεί ως τέτοιο. Ο Πρωταγόρας ήταν ο σημαντικότερος δάσκαλος νομικής και ρητορικής της ομάδας των σοφιστών (από τη λέξη σοφία). Ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας περιφρονούσαν τους σοφιστές και τους θεωρούσαν απλώς ως ρήτορες, αλλά με την εμφάνιση του Πρωταγόρα συντελέστηκε ένα σημαντικό βήμα της ηθικής προς την άποψη ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο και πως όλες οι κρίσεις -και οι ηθικές- είναι υποκειμενικές.

Ο Πρωταγόρας
Ο Πρωταγόρας γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης, αλλά ταξίδεψε πολύ ως περιοδεύων δάσκαλος. Κάποια στιγμή της ζωής του πήγε στην Αθήνα, όπου έγινε σύμβουλος του ηγέτη της πόλης-κράτους, του Περικλή, ο οποίος το 444 π.Χ. του ανέθεσε να συντάξει το σύνταγμα της αποικίας των Θούριων. Ο Πρωταγόρας ήταν αγνωστικιστής, και λέγεται ότι δικάστηκε για αθεΐα και πως τα βιβλία του κάηκαν δημόσια.

Από τα έργα του Πρωταγόρα σώζονται μόνο ορισμένα αποσπάσματα, αλλά ο Πλάτωνας στους διαλόγους του εξετάζει τις απόψεις του διεξοδικά. Πιστεύεται ότι ο Πρωταγόρας έζησε μέχρι την ηλικία των 70 ετών, αλλά η ακριβής ηλικία και ο τόπος θανάτου του είναι άγνωστα.

Στις δυσκολίες επιστράτευσε τη λογική

Όλοι μας είμαστε δεμένοι με την τύχη. Μερικοί έχουν δεθεί με χαλαρή και χρυσή αλυσίδα, άλλοι με σφιχτή, καμωμένη από ευτελέστερο μέταλλο ποια σημασία όμως έχει αυτό; Η ίδια αιχμαλωσία μάς κρατά όλους στα δεσμά της, γιατί και όσοι έδεσαν άλλους έχουν και οι ίδιοι δεθεί – εκτός αν νομίζεις ότι η αλυσίδα στο αριστερό χέρι είναι ελαφρότερη. Κάποιοι δένονται με το δημόσιο αξίωμά τους, άλλοι με τον πλούτο τους μερικοί φέρουν τα δεσμά της υψηλής τους καταγωγής, άλλοι της ταπεινής κάποιοι υποκλίνονται μπροστά σε ξένο βασίλειο, άλλοι μπροστά στο δικό τους μερικοί υποχρεώνονται να παραμείνουν σε έναν τόπο εξόριστοι, άλλοι παραμένουν ως ιερείς.

Ολόκληρη η ζωή είναι μια δουλεία. Γι’ αυτό θα πρέπει κανείς να συμφιλιωθεί με τον κλήρο που του έλαχε, να παραπονιέται γι’ αυτόν όσο γίνεται λιγότερο και να κρατά για τον εαυτό του όποιο καλό του τύχει καμιά κατάσταση δεν είναι τόσο πικρή, ώστε να μην μπορεί ένα ήρεμο μυαλό να βρει κάποια παρηγοριά σ’ αυτήν. Ακόμα και οι μικροί χώροι με έναν επιδέξιο σχεδιασμό συχνά αποκαλύπτουν περισσότερες χρήσεις και η προσεκτική εκμετάλλευση του χώρου μπορεί να τον κάνει κατοικήσιμο, ακόμα κι αν είναι πολύ μικρών διαστάσεων. Στις δυσκολίες επιστράτευσε τη λογική έχεις τη δυνατότητα να απαλύνεις τα σκληρά και να διευρύνεις τα στενά, έτσι που τα βάρη να ασκούν τελικά μικρότερη πίεση σε όσους τα υποφέρουν με δεξιότητα.

Θα πρέπει ακόμα να μη στέλνουμε τις επιθυμίες μας σε μακρινά ταξίδια, αλλά να τους επιτρέπουμε να έχουν προσπέλαση στα κοντινά, μια και δεν πρόκειται βέβαια να ανεχθούν να τις αποκλείσουμε εντελώς. Αφήνοντας κατά μέρος εκείνα τα πράγματα που είτε δεν μπορούν να γίνουν είτε μπορούν να γίνουν μόνο με δυσκολία, ας επιδιώξουμε όσα βρίσκονται κοντά μας και προκαλούν τις ελπίδες μας, ας έχουμε όμως συνειδητοποιήσει ότι όλα τους είναι εξίσου ασήμαντα, διαφέρουν εξωτερικά ως προς την εμφάνιση, είναι όμως το ίδιο μάταια στο εσωτερικό τους. Και ας μη φθονούμε αυτούς που στέκονται σε υψηλότερες θέσεις` όπου υπάρχουν ύψη, υπάρχουν και γκρεμοί.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Ο πνευματικός άνθρωπος

Πνευματικός άνθρωπος είναι ο φιλοσοφικά συγκροτημένος και καλλιεργημένος σε βάθος.

Ο άνθρωπος του πνεύματος θεωρείται ο αντίποδας του ανθρώπου της πράξης. Αυτό όμως δεν είναι αναγκαστικά απόλυτο. Ωστόσο είναι πραγματικότητα ότι ο θεωρητικός άνθρωπος των ιδεών και των φιλοσοφικών προβληματισμών διαφέρει ριζικά από τον πρακτικό άνθρωπο των συνεχών υποθέσεων και της βιομέριμνας.

Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι εξωστρεφής και κοινωνικός (με πολλές διαπροσωπικές σχέσεις), αλλά αποξενωμένος κι απόμακρος, έχει μεγαλύτερη φήμη κα εκτίμηση, παρά όταν τον γνωρίσει κανείς από κοντά. Τότε ’’χάνει κάπως τα νερά’’ του και τα θέλγητρά του – εκτός βέβαια από κάποιες χτυπητές εξαιρέσεις που αφορούν συνήθως πολιτικά πρόσωπα.

Ο πνευματικός άνθρωπος έχει λεπτά κι ευγενικά αισθήματα, οξυδέρκεια και ψυχολογική ικανότητα, προσέχει τη λεπτομέρεια, ερευνά το βάθος και τις αιτίες των γεγονότων και διορθώνει με τη μελέτη και την κριτική του σκέψη την κοσμοθεωρία του.

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον πνευματικό άνθρωπο και στον πνευματώδη. Αλλά ας παρακολουθήσουμε μερικές ιδέες σχετικές με το πνεύμα, την πνευματική καλλιέργεια, το πνευματικό έργο, τους διανοούμενους και τους πνευματώδεις.

Τα διαπιστευτήρια του πνευματικού ανθρώπου είναι η μετριοπάθεια και η διαλλακτικότητα, δηλαδή η ανοχή της διαφορετικότητας του άλλου (έστω κι αν αντιπαθεί τις ιδέες και τις πράξεις του). Πειθαρχεί στο στωϊκό: “ΑΝΕΧΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΧΟΥ”. Γιατί ξέρει πως ζει σε κοινωνία όπου ‘’Το λάθος των πολλών θεσμοθετεί Δίκαιον’’ (Error communis facit jus) κατά τον Ρωμαϊκό Κώδικα!…

Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι ερευνούν τους χώρους του πνεύματος, ενώ στην πραγματικότητα περιπλανιούνται μονάχα μέσα σ’ αυτούς. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι ευγενικός, αλλά όχι εθιμοτυπικός. Συγχρωτίζεται με όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά διατηρεί τον ατομικό ζωτικό του χώρο. Η γνώση και η εμπειρία αυξάνουν την ευφυΐα (I.Q) του ατόμου και αυτό έχει θετικές επιπτώσεις στον χαρακτήρα. Αλλά η συντήρηση και η ενίσχυση αυτού του φωτός γίνεται από την παιδεία με πρωτεργάτη το δάσκαλο.

Ο απαίδευτος είναι ο άνθρωπος που δεν ολοκλήρωσε τις προδιαγραφές του είδους του. Στο φως της ψυχαναλυτικής κριτικής, ο απαίδευτος παρουσιάζει παιδικές αντιδράσεις ακόμα και στην ηλικία της ωριμότητας. Και ιδιαίτερα οι αντιδράσεις του προσδιορίζονται από το εξωτερικό περιβάλλον. Δεν μπορεί να σκεφτεί και να μιλήσει σωστά` αλλά δεν μπορεί και να σιωπήσει με σύνεση. Μόνο μικρά νομίσματα έχει στην τσέπη του ο φτωχός` μόνο μικρές ιδέες έχει στο κεφάλι του ο απαίδευτος. Ωστόσο, υπάρχουν και πολλοί που είναι χειρότεροι απ’ τους απαίδευτους: αυτοί που χρειάστηκαν πολλές σπουδές για να μείνουν αμόρφωτοι…

Ο πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος με την ώριμη λογική, αφού το λογικό αναπτύσσεται στο άτομο σύμφωνα με το ποσοστό των γνώσεών του. Παράλληλα όμως με την ωρίμανση της λογικής, η παιδεία πρέπει ν’ αποβλέπει και στην ωρίμανση του συναισθήματος. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο φαινόμενο από τον πολυμαθή που έχει συναισθήματα μικρού παιδιού. Η συναισθηματική ενηλικίωση δεν συμβαδίζει – δυστυχώς – με τη διανοητική ενηλικίωση. Κι αυτό είναι μια πηγή δυστυχίας στη ζωή. Η πολυμάθεια εξάλλου δεν προσφέρει τίποτε αν δεν έχει για εσωτερικό στόχο την ανάπτυξη της κρίσης και για εξωτερικό στόχο την ανθρωπιστική συμπαράσταση. Τελικά, όπως σωστά έχει ειπωθεί, μόρφωση είναι εκείνο που μένει, όταν ξεχάσει κανείς εκείνα που ξέρει.

Ο πνευματικός άνθρωπος (ο στοχαστής, ο επιστήμονας, ο φιλόσοφος, ο συγγραφέας, ο άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης) βλέπει ως πράξη και αποστολή του τον ’’θεωρητικό βίο’’. Αναλίσκει τη ζωή του στην υπηρεσία της διάνοιας και του συναισθήματος. Όταν οι άλλοι άνθρωποι συναλλάσσονται πρακτικά μέσα στην αγορά ή διασκεδάζουν σε κέντρα και συγκεντρώσεις, όταν ακόμα αναπαύονται ή κοιμούνται, αυτός μέσα στη μοναξιά του γραφείου ή του εργαστηρίου του, δοσμένος στις σκέψεις του, στις εμπνεύσεις του, στα οράματά του και στη δημιουργική του φαντασία, πλάθει και διαμορφώνει το έργο του για να το προσφέρει στους συνανθρώπους του.

Προσφορά τεράστια – σε ορισμένες περιπτώσεις – που οφείλεται στην εργατικότητα και τη θυσία μιας ολόκληρης ζωής. Δεν είναι εύκολος ο στοχασμός και ο λόγος` δεν είναι εύκολη η τέχνη και η δημιουργία` δεν είναι εύκολη η επιστήμη και η εφευρετικότητα. Ίσως είναι κάτι πιο δύσκολο απ’ την πολιτική πράξη. Και ίσως αυτού να οφείλεται η μεγάλη αριθμητική υπεροχή των ανθρώπων της πράξης και της πολιτικής (μαζί με τους πολιτικολογούντες) σε σύγκριση με τους γνήσιους πνευματικούς ανθρώπους (μαζί με τους φιλό-σοφους και φιλό-τεχνους).

Ο πνευματικός άνθρωπος έχει καλή παιδεία, αλλά γνωρίζει κιόλας ότι ‘’ η πολυμάθεια δεν σε κάνει και μυαλωμένο’’ (“ΠΟΛΥΜΑΘΙΗ ΝΟΟΝ ΕΧΕΙΝ ΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΙ” Ηράκλειτος, απ.40 ) και ότι ’’πουθενά δεν θεωρήθηκε ως μέγιστο κακό το να μη γνωρίζεις τα πάντα όσο η παντογνωσία και η πολυμάθεια που συνοδεύεται με κακή ανατροφή και κακό ήθος’’ (Πλάτων, Νόμοι Ζ΄ 819 a). Γιατί γνωρίζει ακόμα πως ‘’το ήθος είναι για τον άνθρωπο η μοίρα που τον προστατεύει’’ (“ΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩ ΔΑΙΜΩΝ” Ηράκλειτος, απ. 119).

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική.
Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά… εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή… εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε… εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα…
Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας:
«Μην μπλέκεις σε μπελάδες…»
Ή, ακόμη χειρότερα:
«Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς…»
Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι;
Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;
Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα.
Όχι.
Δεν χρειάζεται.
Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι:
«Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.
Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης…».
Αν όμως δεν είναι… τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός… αν δεν μου κόβει και πολύ… αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα… πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;
Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».
Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.
Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.

Βαδίζοντας πάνω στο δικό μας δρόμο

Τίποτε επομένως δεν είναι ανάγκη να τονιστεί περισσότερο από την προειδοποίηση ότι δε θα πρέπει να πάρουμε, σαν τα πρόβατα, τη γραμμή του κοπαδιού που προηγείται, ταξιδεύοντας έτσι πάνω στο δρόμο που βαδίζουν όλοι, αλλά πάνω στο δρόμο που οφείλουμε να βαδίσουμε. Τίποτε, πράγματι, δε μας δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα από το γεγονός ότι προσαρμόζουμε τον εαυτό μας στις κοινές διαδόσεις, πιστεύοντας ότι όσα γίνονται αποδεκτά με την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, αυτά είναι και τα άριστα – το γεγονός δηλαδή ότι, με το να ακολουθούμε τόσο πολλούς, ζούμε στην ουσία σύμφωνα με τους κανόνες όχι της λογικής αλλά της μίμησης.

Το αποτέλεσμα είναι πως, ο ένας μετά τον άλλο, συσσωρεύονται οι άνθρωποι που οδεύουν ολοταχώς προς την καταστροφή. Και, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν, σε μια μεγάλη ανθρώπινη συμφορά, οι άνθρωποι συμπιέζουν ο ένας τον άλλο και κανείς δεν μπορεί να καταρρεύσει χωρίς να συμπαρασύρει και τους άλλους στην πτώση του, καθώς η κατάρρευση των πρώτων επιφέρει τον όλεθρο και των τελευταίων, το ίδιο πράγμα θα μπορούσες να δεις σε κάθε περίπτωση και στη ζωή. Τα σφάλματα κάθε ανθρώπου δεν προκαλούν σ’ εκείνον μόνο ζημιά, αλλά καθένας από μας είναι ο ίδιος αιτία και υπεύθυνος του λάθους που θα κάνει και κάποιος άλλος.

Γιατί είναι επικίνδυνο να αναθέτουμε την ασφάλεια του εαυτού μας στο πλήθος που προπορεύεται και –ακριβώς επειδή καθένας μας είναι προθυμότερος να εμπιστευτεί κάποιον άλλο παρά να αποφασίσει ανεξάρτητα για τον εαυτό του- ουδέποτε να θέτουμε υπό έλεγχο τη ζωή μας, αλλά να δείχνουμε απεναντίας τυφλή εμπιστοσύνη στους άλλους, έτσι ώστε κάποιο λάθος που έχει περάσει από τον ένα στον άλλο να εμπλέκει τελικά και μας τους ίδιους και να απεργάζεται την καταστροφή μας. Το παράδειγμα των άλλων μας καταστρέφει· η αποδέσμευση από το πλήθος είναι σωτήρια.

Γιατί αυτό, υπερασπίζοντας το λάθος του έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Συμβαίνει έτσι το ίδιο ακριβώς πράγμα που γίνεται και στις εκλογές, όπου τα ίδια εκείνα άτομα που εξέλεξαν τους πραίτορες απορούν όταν η ευμετάβλητη λαϊκή εύνοια μετατοπιστεί στο θέμα της εκλογής των πραιτόρων. Το ίδιο πράγμα έχει τη μια στιγμή την εύνοιά μας, την άλλη την αποδοκιμασία μας· αυτή είναι η έκβαση κάθε απόφασης που ακολουθεί τις επιλογές του πλήθους.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Για μια ευτυχισμένη ζωή

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ

Οι σοφοί των αρχαίων καιρών
ήταν αινιγματικά εκφραστικοί και μυστηριωδώς διεισδυτικοί.
Απύθμενο το βάθος της γνώσης τους, ακατανόητο για τους άλλους.
Κι επειδή δεν μπορούμε να τους κατανοήσουμε,
αναγκαζόμαστε να τους περιγράφουμε με επινοήματα.
Προσεχτικοί, σαν να διαβαίνουν χείμαρρο το χειμώνα.
Επιφυλακτικοί, σαν να παραμονεύουν τον κίνδυνο.
Ευγενείς, σαν φιλοξενούμενοι σε ξένο σπίτι,
Ενδοτικοί, σαν πάγος έτοιμος να λιώσει.
Ανεπιτήδευτοι, σαν ξύλο αχάρακτο.
Γενναιόδωροι, σαν τις ποτισμένες κοιλάδες.
Δυσνόητοι, σαν τα θολά νερά.
Μέσα στη λάσπη, ποιος περιμένει την κάθαρση με υπομονή;
Μέσα στην αταραξία, ποιος ετοιμάζεται για τη στιγμή της δράσης;
Όσοι εξασφαλίζουν για τον εαυτό τους αυτό το δρόμο,
δε ζητούν εκπλήρωση.
Κι επειδή δε ζητούν εκπλήρωση,
δεν παρασύρονται από τα καθιερωμένα.

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΛΑΟ ΤΕ ΚΙΝΓ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ & ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αυτό που λυγάει, δεν σπάει.
Αυτό που κάμπτεται, μπορεί να ισιώσει.
Το άδειο μπορεί να γεμίσει.
Το φθαρμένο δίνει τη θέση του στο νέο.
Το λιγότερο οδηγεί στην επίτευξη.
Η υπερβολή οδηγεί στην ύβρη.
Γι’ αυτό οι συνετοί αγκαλιάζουν το ένα
και το προβάλλουν ως παράδειγμα για όλους.
Δίχως φιλαυτία, είναι οξυδερκείς.
Δίχως έπαρση, είναι αξιόπιστοι.
Δίχως περιαυτολογίες, πετυχαίνουν.
Δίχως εμπάθειες, κερδίζουν το σεβασμό.
Γενικά, δεν έρχονται σε σύγκρουση με τους άλλους
και γι’ αυτό κανείς δεν έρχεται σε σύγκρουση μαζί τους.
Αυτό εννοούσαν οι αρχαίοι λέγοντας «λύγισε για να μην σπάσεις».
Να ‘ταν άραγε κενά λόγια;
Προσγειώσου κι επέστρεψε στα βασικά.

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΚΙΝΓΚ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ: “Ο κύβος ερρίφθη”

Αναμφισβήτητα, η σημαντικότερη στιγμή του Ιούλιου Καίσαρα κατά την οποία χρειάστηκε να στοιχηματίσει στον εαυτό του, και μία από τις πιο παράτολμες ηγετικές ενέργειες όλων των εποχών, ήρθε, το 49 π.Χ., όταν έπρεπε να πάρει μια απόφαση που θα μπορούσε να βυθίσει την πολυαγαπημένη του Ρώμη στον εμφύλιο πόλεμο.

Πώς έφτασαν ως εκεί τα πράγματα; Αφού σημείωσε τις σπουδαιότερες στρατιωτικές επιτυχίες από κάθε άλλον Ρωμαίο στην ιστορία και έγινε η πιο αγαπητή προσωπικότητα της χώρας, η ζωή του Καίσαρα πήρε μια σκοτεινή τροπή. Για τη συντριπτική πλειονότητα των συμπολιτών του ήταν ήρωας- για μια μικρή μερίδα, δημόσιος εχθρός της Ρώμης. Σε κάθε του ενέργεια, έβλεπαν την επιβεβαίωση των χειρότερων φόβων τους. Πεπεισμένοι ότι η δύναμη του Καίσαρα αποτελούσε απειλή για την ύπαρξή τους, οι αντίπαλοί του μεθόδευσαν τις πολιτικές καταστάσεις έτσι ώστε να επιφέρουν τον αφανισμό του. Σε κατ’ιδίαν συζητήσεις και σε δημόσιες αντιπαραθέσεις, άρχισαν να υπονομεύουν και να καταγγέλλουν ανοιχτά τον Καίσαρα. Η Σύγκλητος πέρασε ένα διάταγμα γνωστό ως Ύστατο Δόγμα της Συγκλήτους (senatus consultum ultimum) που παρείχε τη δυνατότητα στους υπάτους και σε άλλους δικαστές να πράξουν ό,τι θεωρούσαν αναγκαίο για να υπερασπιστούν το αβασίλευτο πολίτευμα. Πρακτικά, το διάταγμα πετύχαινε δύο πράγματα: ανέστελλε το δικαίωμα αρνησικυρίας που είχαν οι εκπρόσωποι των πληβείων, αλλά και των στρατιωτικών στα διατάγματα της Συγκλήτου, και κήρυττε τον Καίσαρα δημόσιο εχθρό του κράτους.

Οι πολιτικοί σύμμαχοι του Καίσαρα φοβούνταν για την ασφάλειά τους, και δικαιολογημένα. Γνώριζαν ότι το αξίωμα του τριττυάρχου δεν ενείχε πλέον κανένα πολιτικό πλεονέκτημα- χωρίς το δικαίωμα της αρνησικυρίας, δεν είχαν τρόπο να ελέγξουν την επιθετικότητα των συγκλητικών. Έφυγαν κρυφά από τη Ρώμη με μια νοικιασμένη άμαξα και πήγαν αμέσως στον Καίσαρα. Η επιβολή της πολιτικής βούλησης δια της βίας, ο παλιός τρόπος ηγεσίας των συγκλητικών, είχε αρχίσει να πλανάται και πάλι στην ατμόσφαιρα.

Τις ώρες που προηγήθηκαν, ο Καίσαρας έδειχνε να περνάει φυσιολογικά την ημέρα του: πήγε στα λουτρά και γευμάτισε με τρόπο επιδεικτικό. Όταν βράδιασε, έφυγε αφήνοντας πίσω τους έμπιστους συντρόφους του. Όλα φαίνονταν φυσιολογικά και κανείς δεν παρατήρησε τίποτα όταν ο Καίσαρας γύρισε πίσω και συναντήθηκε ξανά με τους συντρόφους του στον ποταμό Ρουβίκωνα, καταμεσής της νύχτας.

Τα νερά του μικρού ποταμού ήταν ορμητικά από τις καταρρακτώδεις βροχές, κάτι που ίσως προμήνυε όσα θα επακολουθούσαν. Αν και ήταν ένας συνηθισμένος ποταμός, ο Ρουβίκωνας είχε την ιδιαίτερη τιμή να αποτελεί το όριο μεταξύ των επαρχιών από τη μια, και της ιταλικής ενδοχώρας, της γης των Ρωμαίων, από την άλλη. Από τη μια πλευρά εκτείνονταν αλλότρια εδάφη, από την άλλη η πατρίδα.

Βυθισμένος στις σκέψεις του ο Καίσαρας αναλογίστηκε τις επιλογές που είχε: είτε να εισβάλει σε ρωμαϊκή γη και να βυθίσει όλον τον τότε γνωστό κόσμο στον εμφύλιο σπαραγμό, είτε να παραιτηθεί από τη διοίκηση της Γαλατίας, να επιστρέψει στη Ρώμη και να επιτρέψει στους εχθρούς του να συνεχίσουν τη βεντέτα εναντίον του στα δικαστήρια. Στη διάρκεια της ζωής του, ο Καίσαρας είχε υπάρξει μάρτυρας των καταστροφικών συνεπειών του εμφυλίου πολέμου: αιματοχυσία, τρόμος και οικογένειες που ξεκληρίζονταν. Όταν στα νιάτα του είχε αρνηθεί να χωρίσει τη σύζυγό του, είχε περάσει μήνες μέσα στον φόβο, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από κυνηγούς επικηρυγμένων που είχαν εξαπολυθεί να τον πιάσουν για να εισπράξουν την αμοιβή που δινόταν για τη σύλληψή του. Τελικά το όνομά του αφαιρέθηκε από τη λίστα με τους καταζητούμενους, αλλά η ανάμνηση από τα χρόνια που ήταν φυγάς τον συνόδευε ακόμη.

Συνηθισμένος να διατάσσει δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες, τώρα ο Καίσαρας είχε μόνο μία λεγεώνα στο πλευρό του, μερικούς χιλιάδες στρατιώτες πεζικού και περίπου δύο εκατοντάδες ιππείς. Μπορεί να φανταστεί κανείς τις σκοτεινές σκέψεις που γύριζαν στον νου του καθώς κοίταζε στην άλλη όχθη του ποταμού και οι σύντροφοί του περίμεναν την απόφασή του. ” Ο κύβος ερρίφθη”, είπε τελικά. Είχε κάνει την επιλογή του και όταν ξημέρωνε, ολόκληρος ο ρωμαϊκός κόσμος θα μάθαινε ποιο μονοπάτι είχε διαλέξει.

Ο κύβος ερρίφθη”, είπε ο Καίσαρας όταν πήρε την απόφασή του. Διέσχισε τον Ρουβίκωνα και εισέβαλε στα εδάφη της Ρώμης.

Σε όλη του τη σταδιοδρομία ο Καίσαρας αψηφούσε την παράδοση, απέφευγε τη χρήση βίας. Τον Εμφύλιο δεν τον είχε προκαλέσει ο Καίσαρας, ήταν ένα κύμα που ξεχύθηκε καταπάνω του. Πριν από την εισβολή είχε προσπαθήσει απεγνωσμένα να διαπραγματευτεί έναν συμβιβασμό. Είχε αναζητήσει ειρηνική λύση και ουσιαστικά είχε παρακαλέσει όσους βρίσκονταν στη Ρώμη να βρουν έναν καλύτερο τρόπο να προχωρήσουν μπροστά. Εκείνοι τον αγνόησαν επανειλημμένα, είτε αρνούμενοι να του απαντήσουν είτε προβάλλοντας εντελώς παράλογες απαιτήσεις που δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Και ακόμη και τώρα που η χρήση βίας ήταν μονόδρομος, θα ενεργούσε με τον δικό του τρόπο- από την πρώτη γραμμή.

Ο Καίσαρας είχε δικό του προσωπικό στιλ που ούτε ο επικείμενος πόλεμος ήταν σε θέση να αλλάξει. Η αντιπαλότητά του ήταν με τον Κάτωνα, τον Πομπήιο και τη Σύγκλητο, όχι με τον ρωμαϊκό λαό. Το εκπληκτικό είναι ότι εισέβαλε στη Ρώμη μόνο με μία λεγεώνα, το δέκα τοις εκατό περίπου της πολεμικής του δύναμης. Αν υπήρξε μία στιγμή στη ζωή του που ο Καίσαρας στοιχημάτισε στον εαυτό του, ήταν αυτή.

Με μια τόσο περιορισμένη στρατιωτική δύναμη, ο Καίσαρας είχε ανάγκη και τον τελευταίο στρατιώτη. Ωστόσο, δεν ήθελε να τους αναγκάσει να πολεμήσουν ενάντια στη συνείδησή τους. Έδωσε την επιλογή, σε όποιον στρατιώτη το επιθυμούσε, να αποχωρήσει με όλα του τα υπάρχοντα χωρίς να κινδυνεύσει. Με αυτή την απλή αλλά ασυνήθιστη ενέργεια κέρδισε τον σεβασμό και την αφοσίωση του στρατού του.

Ο Καίσαρας δεν είχε την απαίτηση να βλέπουν όλοι όσοι τον ακολουθούσαν τα πράγματα όπως εκείνος. Ως ηγέτης, έδινε στους ανθρώπους περιθώρια να καταλήγουν στα δικά τους συμπεράσματα και να βάζουν τα δικά τους στοιχήματα. Έτσι, όταν τον ακολουθούσαν, το έκαναν με την καρδιά τους. Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, είναι πρόθυμοι να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεων και των συνεπειών τους. Το δικαίωμα επιλογής που έδωσε ο Καίσαρας στα στρατεύματά του στον Ρουβίκωνα εμβάθυνε την αφοσίωσή τους ώστε να τον ακολουθήσουν πιστά.

Ωστόσο, άλλο είναι να επιτρέψεις στους απλούς στρατιώτες να φύγουν και άλλο να δώσεις την ίδια ελευθερία στους ανώτατους αξιωματικούς. Παρ’ όλα αυτά, ο Καίσαρας ακολούθησε την ίδια προσέγγιση ακόμη και όταν ο ένας από τους κορυφαίους στρατηγούς του αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία. Απρόθυμος να κάνει το επόμενο βήμα και να πάρει μέρος στην ανοιχτή εξέγερση, ένας από τους ικανότερους και αρχαιότερους αξιωματικούς του, ο Τίτος Λαβιένος, αποχώρησε από τον στρατό. Ένας τυπικός Ρωμαίος στρατηγός θα είχε θεωρήσει αυτή του τη λιποταξία ξεκάθαρη προδοσία και θα είχε στείλει δυνάμεις να τον ακολουθήσουν και να τον σκοτώσουν. Ο Καίσαρας επέλεξε άλλο δρόμο: συγκέντρωνε όλες τις αποσκευές και τα υπάρχοντα του Λαβιένου και του τα έστειλε στο σπίτι του.

Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε τη διάβαση του Ρουβίκωνα θα σημάδευε τη σταδιοδρομία του Καίσαρα και, από πολλές απόψεις και την κληρονομιά που θα άφηνε.

Το Συμπόσιο του Πλάτωνα και ο στρατός από εραστές

Εισαγωγή στο Συμπόσιο και το εγκώμιο του Φαίδρου
 
Το Συμπόσιο του Πλάτωνα γράφτηκε μεταξύ 385 και 370 π.Χ.. Διαδραματίζεται το 416 π.Χ., χρονιά που ο τραγικός ποιητής Αγάθων κέρδισε τον διαγωνισμό των Λήναιων. Καλεί λοιπόν φίλους στο σπίτι του, όπου σε ατμόσφαιρα ευθυμίας και πίνοντας κρασί, ο ένας μετά τον άλλο πλέκουν το εγκώμιο του έρωτα.
 
Το κείμενο έχει έντονο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και υπάρχει πολύ μικρή αμφιβολία για το αν το περιεχόμενο είναι επινόηση του Πλάτωνα. Τα πρόσωπα που μιλάνε είναι οχτώ (ο αριστοκράτης Φαίδρος, ο ειδικός στα νομικά Παυσανίας, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο κωμικός ποιητής Αριστοφάνης, ο τραγικός ποιητής Αγάθων, ο φιλόσοφος Σωκράτης, η φιλόσοφος και μάντισσα Διοτίμα και ο πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός Αλκιβιάδης), η επαγγελματική ιδιότητα των οποίων συχνά συνάδει με το περιεχόμενο των λόγων τους. Δεδομένου ότι συμμετέχει ο Αλκιβιάδης, αξίζει να σημειωθεί ότι η καταστροφική Σικελική Εκστρατεία που αυτός ηγήθηκε έλαβε χώρα έναν χρόνο μετά το εν λόγω συμπόσιο. Παρόλα αυτά, το κείμενο γράφτηκε αργότερα, και μάλιστα μετά την καταδίκη σε θάνατο του Σωκράτη, η οποία αποδίδεται εν μέρει στην κακοφημία που είχε εξαιτίας της σχέσης του με τον Αλκιβιάδη και με άλλους. Το δικό του εγκώμιο λοιπόν, όπου αφηγείται περιστατικά που έζησε με τον Σωκράτη, χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα (που δεν ήταν παρόν στο γλέντι) για να δείξει, άλλη μια φορά, ότι ο Σωκράτης δεν ευθύνεται για τον κακό χαρακτήρα του πολιτικού, καθώς τον παρουσιάζει να προσπαθεί να βελτιώσει τη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη και να απέχει από τις δικές του υπερβολές.
 
Όλοι οι εγκωμιαστές χρησιμοποιούν το μύθο στον λόγο τους (ο Ερυξίμαχος λιγότερο από όλους), είτε για να αποφανθούν ότι οι «προφανείς» αρετές του θεού Έρωτα αποδίδονται και στον έρωτα όπως τον βιώνουν οι άνθρωποι στη ζωή τους είτε για να «αποδείξουν» όσα υποστηρίζουν για τα χαρακτηριστικά και τις αρετές του έρωτα, με το να τα παρουσιάσουν σαν αναγκαίες εκφάνσεις του μυθικού Έρωτα (κυρίως ο Αριστοφάνης).
 
Ανάμεσα στα εγκώμια, ο Πλάτωνας παραθέτει σύντομους διαλόγους μεταξύ των συμποτών, που στόχο έχουν να ελαφρύνουν τη διάθεση και να παρουσιάσουν την ευτράπελη και φιλική ατμόσφαιρα των ομιλητών που μαζεύτηκαν για να γιορτάσουν τη νίκη του Αγάθωνα. Όταν, για παράδειγμα, έρχεται η σειρά του Αριστοφάνη να πλέξει το δικό του εγκώμιο, του παίρνει το λόγο ο Ερυξίμαχος, καθώς τον Αριστοφάνη τον πιάνει λόξυγκας και δεν μπορεί να μιλήσει. Ο γιατρός Ερυξίμαχος λοιπόν του δίνει συμβουλές για να ξεπεράσει τη δυσκολία (να κρατήσει την αναπνοή του όσο μπορεί, να κάνει γαργάρες με νερό ή να ερεθίσει τη μύτη του για να φταρνιστεί) μέχρι να τελειώσει πρώτα αυτός. Το περιστατικό αυτό, όπως και το γεγονός ότι ο Πλάτωνας διάλεξε τον Αριστοφάνη για να πει αυτά που τον παρουσιάζει να λέει, και δεδομένου ότι το περιεχόμενο του εγκώμιού του αναφέρεται εκτεταμένα στην ομοφυλοφιλία (και όχι μόνο το δικό του), έδωσε την αφορμή σε διάφορους μελετητές ανά καιρούς, για παράδειγμα στον καταξιωμένο A.E. Taylor (που θεωρείται ακόμα σημείο αναφοράς στη μελέτη του Πλάτωνα), να αγνοήσουν αυτά που λέει σαν αστεία, ειρωνείες ή προφανώς λανθασμένα, ως τις γελοιότητες ενός ρηχού γελωτοποιού. Ειδικότερα, η διάθεση εκχριστιανισμού του Πλάτωνα, έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να διαβάζουν το Συμπόσιο με παρωπίδες ή να προχωρήσουν σε εκλογικεύσεις, και να αναφέρονται στον λεγόμενο «πλατωνικό έρωτα» εννοώντας την πνευματική σχέση μεταξύ δύο ερωτευμένων που ποτέ δεν εκφράζεται σωματικά, μια έννοια που, τουλάχιστον στο Συμπόσιο, δεν παρουσιάζεται με αυτόν τον τρόπο.
 
Κατά καιρούς το Συμπόσιο έχει ερμηνευτεί υπό διάφορες οπτικές, ακολουθώντας τα ήθη της εποχής. Ο ίδιος ο Taylor (που γράφει τη δεκαετία του 1920) κατηγορεί με τη σειρά του την δική του και την προηγούμενη γενιά, αυτούς που ονομάζει «δακρύβρεχτους ρομαντικούς» οι οποίοι «με το δηλητήριο του ρομαντισμού στις φλέβες τους» παρερμήνευσαν το κείμενο κατά το δοκούν, ιδιαίτερα αναφερόμενος στα λεγόμενα του Παυσανία, που υποστηρίζει πως ο σώφρον νέος οφείλει να βάζει σε δοκιμασίες και να αποτρέπει τον επίδοξο εραστή, ώστε να καταλάβει, με το πέρασμα του χρόνου και την επίδειξη επιμονής του, αν είναι όντως άξιος του έρωτά του. Σε αυτούς τους ρομαντικούς αποδίδει ο Taylor και την εφεύρεση του όρου «πλατωνικός έρωτας*» που δεν υπάρχει πουθενά στο έργο του φιλοσόφου, ούτε στο Συμπόσιο ούτε αλλού. Συνεχίζει όμως κατακεραυνώνοντας τον λόγο του Αριστοφάνη, με το επιχείρημα πως «το γεγονός και μόνο ότι ο περίφημος αυτός λόγος ‘απονέμεται’ στον μεγάλο γελωτοποιό» αρκεί για να αποδείξει στον «κάθε νοήμονα αναγνώστη» ότι ο μύθος που περιγράφει ο Αριστοφάνης, και άρα ό,τι συνεπάγεται αυτός, είναι γελοιότητες (χρησιμοποιεί τον όρο «πανταγκρουελισμός»). Αδυνατώ να εντοπίσω σοβαρότητα σε αυτό το σχόλιο˙ αν μη τι άλλο θα έπρεπε να είναι προφανές πως αν το γεγονός και μόνο ότι κάτι γράφτηκε από τον Αριστοφάνη είναι αρκετό για να θεωρηθεί αυτό γελοίο, πρέπει ως γελοία να θεωρηθούν και όλα του τα έργα. Ο Αριστοφάνης όμως δεν ήταν ούτε «γελοίος» ούτε «γελωτοποιός». Σατιρικός ποιητής ήτανε, που έγραφε βέβαια κωμικά έργα, τα οποία όμως αντιμετώπιζαν σημαντικά ζητήματα της ανθρώπινης κατάστασης και της σύγχρονής του κοινωνίας. Κάποιοι επίσης θεώρησαν ύποπτη την επιλογή του Αριστοφάνη να παρίσταται σε συμπόσιο μαζί με τον Σωκράτη, δεδομένης της αντιπαλότητάς τους (οι Νεφέλες είναι χτύπημα στην εικόνα του φιλοσόφου), όμως η αλήθεια είναι (όπως υποστηρίζει και ο Συκουτρής) ότι ο κωμικός ανήκε στον κύκλο των συμποτών και είχε κάθε λόγο να επιλεγεί από τον Πλάτωνα να μιλήσει για τον Έρωτα, δεδομένων όσων ξέρουμε για τον βίο και το έργο του.
 
Εδώ, και στα κείμενα που θα ακολουθήσουν, θα επιχειρηθεί μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση του Συμποσίου, και συσχέτιση των ιδεών των συμποτών με τον σημερινό προβληματισμό.
 
Πρώτος παίρνει το λόγο ο Φαίδρος (τον ξέρουμε και από άλλον, ομότιτλο, πλατωνικό διάλογο). Το δικό του εγκώμιο χρησιμοποιείται πιο πολύ εισαγωγικά. Είναι σύντομο, πεζό, και στερείται βάθους και διαλεκτικής ή λογοτεχνικής αξίας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όσα λέγονται στερούνται περιεχομένου ή το δικαίωμα μιας σοβαρής αντιμετώπισης. Στον λόγο του, η μυθολογική αρχαιότητα του θεού Έρωτα συναντά τη χρησιμότητα του ερωτικού αισθήματος, σαν προτερήματά του. Πιστεύει πως ο Έρωτας είναι ο καλύτερος από τους θεούς, και τρανταχτή απόδειξη γι’ αυτό θεωρεί το ότι είναι ο αρχαιότερος από αυτούς. Γονείς του «ούτε υπήρξαν ούτε μνημονεύονται από κάποιον ποιητή ή πεζογράφο»σελ.107. Ο Ησίοδος, ο Ακουσίλαος κι ο Παρμενίδης συμφωνούν ότι η δημιουργία του Έρωτα προηγήθηκε των θεών. Συγκεκριμένα, στην Θεογονία του Ησίοδου περιγράφεται πως, μέσα στη «Νύχτα», δημιουργήθηκε το Χάος, μετά η Γαία, ο Τάρταρος, και τέταρτος ο Έρως. Από αυτούς προήλθαν οι υπόλοιποι θεοί της μυθολογίας. Έτσι, ο Έρως είναι πιο ψηλά στην ιεραρχία από τους θεούς, και άρα ανώτερος και καλύτερος. Να σημειωθεί πως η αρχαιότητα ενός θεού σαν ένδειξη ανωτερότητάς του και προτίμησης στη λατρεία του, δεν ήταν κοινή αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων.
 
Την αρχαιότητά του θεωρεί ο Φαίδρος την αιτία των μεγάλων ευεργεσιών του προς τους ανθρώπους. «Προσωπικά εγώ δε θα μπορούσα να αναφέρω πολυτιμότερο αγαθό για ένα νέο από έναν αξιόλογο εραστή, και για τον εραστή άλλο από το αγαπημένο αγόρι. Διότι, για όποιον θέλει να διαγράψει μια επίγεια διαδρομή ανώτερη, εκείνο που πρέπει να κατευθύνει τη ζωή του ολόκληρη, ούτε οι διακεκριμένοι συγγενικοί δεσμοί μπορούν να το καλλιεργήσουν μέσα του αποτελεσματικά, ούτε οι τιμές, ούτε ο πλούτος, ούτε οτιδήποτε άλλο, μόνο ο Έρωτας»σελ.109.
 
Αν μπορούσε, λέει ο Φαίδρος, να συγκροτηθεί στρατός φτιαγμένος από εραστές, θα μπορούσε να νικήσει όλους τους στρατούς του κόσμου. Γιατί «για τον εραστή τίποτα δεν θα ήταν πιο ντροπιαστικό από το να λιποτακτήσει ή να πετάξει τα όπλα μπροστά στα μάτια του αγαπημένου αγοριού». Τους άλλους θα τους ντρεπόταν πολύ λιγότερο και θα ήταν πιο εύκολο να εγκαταλείψει τη μάχη ή να προδώσει την πατρίδα, ενώ μπροστά στον εραστή θα προτιμούσε να πεθάνει χίλιες φορές. «Κι όσο για να εγκαταλείψει ο εραστής τον αγαπημένο του ή να του αρνηθεί τη συμπαράσταση την ώρα του κινδύνου, κανείς δεν είναι τόσο δειλός που ούτε ο Έρωτας να μην μπορεί να του εμπνεύσει θεϊκή ορμή και ανδρεία, ώστε να εξομοιωθεί με αυτόν που είναι γεννημένος παλικάρι». Είναι αναγνωρισμένη και αξιοποιείται μέχρι και σήμερα η χρησιμότητα της συντροφικότητας των στρατιωτών. Στο πεδίο της μάχης, τα ιδανικά συχνά εξαφανίζονται, και το μόνο που μένει είναι ο φόβος και η φιλία, οπότε και οι στρατιώτες θεωρείται πως δεν πολεμούν ούτε για την πατρίδα ούτε για την ελευθερία (ή για όποιον άλλο σκοπό του εκάστοτε πολέμου) ούτε τυφλά υπακούοντας στις εντολές των ανωτέρων τους, αλλά για τους διπλανούς τους. Για τους συμπολεμιστές είναι που θα θυσιαστεί ένας ήρωας, και για χάρη τους δεν θα ενδώσει στον τρόμο αυτός που είναι έτοιμος να παραδοθεί. Είναι ένα φαινόμενο που αναγνωρίζουν και οι αξιωματικοί για τους στρατιώτες τους αλλά και οι εκπαιδευτές, οι οποίοι, στον βαθμό και κατά περίπτωση που τους συμφέρει, ενθαρρύνουν τη σύσφιξη σχέσεων μεταξύ τους, είτε φανερά είτε κρυφά (σε αυτό το φαινόμενο οφείλεται και η φράση «Κανένας πεζοναύτης δεν εγκαταλείπεται πίσω»/«no marine left behind» που έχει μετατραπεί σε σλόγκαν του αμερικάνικου στρατού, χρησιμοθηρικά εκμεταλλευόμενος τα ισχυρά αισθήματα φιλίας που αναπτύσσονται ήδη από την περίοδο εκπαίδευσης – ακόμα και στον Ελληνικό Στρατό κατά τη διάρκεια της θητείας στρατιωτών που δεν πρόκειται να βιώσουν ποτέ τον πόλεμο).
 
Για τον Φαίδρο όμως, ο έρωτας στέκεται πιο ψηλά ακόμα και από αυτήν την συντροφικότητα των συμπολεμιστών, όπως και από την αγάπη για την πόλη ή τους άμαχους συμπολίτες τους στα μετόπισθεν. Έτσι, το μόνο που κάνει ο Φαίδρος είναι να υπερβάλλει τα υπαρκτά οφέλη ενός πραγματικού φαινομένου, που οι αρχαίοι Έλληνες σίγουρα ήξεραν πολύ καλά (χωρίς όμως να φτάνει και στην εξιδανίκευση του μετέπειτα λόγου του Σωκράτη). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Αθήνα ήταν μια κοινωνία που, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, «εκτιμούσε πάνω απ’ όλα τη στρατιωτική δόξα», και ότι το συμπόσιο έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν πως για να κερδηθεί ένας πόλεμος έπρεπε εξασφαλιστεί η εύνοια των θεών και η αφοσίωση των στρατιωτών στην πατρίδα τους. Και τι μας παρουσιάζει ο Φαίδρος; Τον Έρωτα σαν τον ανώτερο θεό που κυριαρχεί σε όλους τους υπόλοιπους, και που εμπνέει στους στρατιώτες το απόλυτο αίσθημα τιμής και αυτοθυσίας. Αυτό δηλαδή που οι Αθηναίοι πρέπει να εκτιμούν πάνω απ’ όλα, αφού αυτό θα οδηγήσει στη νίκη την πόλη, και στη δόξα τους πολεμιστές.
 
Στον πόλεμο αλλά και στην ειρήνη, σε προσωπικό επίπεδο αλλά και στο κοινωνικό σύνολο, «ντροπή για κάθε τι πρόστυχο, φιλοτιμία για κάθε τι ωραίο», αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τα άτομα και τις πόλεις να κάνουν σπουδαία και ωραία έργα. Η ντροπή που σε σταματάει από το να κάνεις κάτι που δεν θα άρεσε στον εραστή και η φιλοτιμία που σε ωθεί σε ωραίες πράξεις, εμπνευσμένες από τον Έρωτα.
 
Γι’ αυτό οι θεοί αντάμειψαν τον Αχιλλέα οδηγώντας τον στις Νήσους των Μακάρων**, επειδή έτρεξε να βοηθήσει τον εραστή του, Πάτροκλο, εκδικούμενος τον χαμό του με κίνδυνο να πεθάνει και με αποτέλεσμα να τον ακολουθήσει στον τάφο. Και για τον ίδιο λόγο αντάμειψαν την Άλκηστη που προθυμοποιήθηκε να πάρει τη θέση του άντρα της στον Άδη, και της χάρισαν τη ζωή ώστε να επιστρέψει από τον Άδη στη ζωή. Ο άντρας της ο Άδμητος είχε και μάνα και πατέρα, αλλά αυτή που προσφέρθηκε ήταν η γυναίκα του, εμπνευσμένη από τον Έρωτα. Ο Ορφέας από την άλλη, που προσπάθησε να γλιτώσει τη γυναίκα του με τέχνασμα, και όχι με πραγματική αυτοθυσία (δεν προσφέρθηκε να πάρει τη θέση της αλλά επιχείρησε να τη φέρει πίσω από τον Άδη με τα μάγια της λύρας του), όχι μόνο δεν τον αντάμειψαν, αλλά τα κανόνισαν έτσι ώστε να βρει αργότερα τον θάνατο, και μάλιστα από γυναίκα.
 
«Είναι αλήθεια πως οι θεοί τιμούν κατεξοχήν την αρετή των ερωτευμένων˙ όμως θαυμάζουν ιδιαίτερα και ανταμείβουν πλουσιοπάροχα την αφοσίωση του ερωμένου προς τον εραστή και λιγότερο του εραστή προς τον ερωμένο. Κι αυτό γιατί ο εραστής είναι πιο κοντά στους θεούς από τον αγαπημένο του, είναι ένας μικρός θεός.»σελ.111. Η Άλκηστης εξάλλου (που προφανώς θεωρείται από τον Φαίδρο πως παίζει το ρόλο του εραστή) ανταμείφθηκε μόνο με επιστροφή στη ζωή, ενώ ο Αχιλλέας (ερωμένος του Πάτροκλου) στάλθηκε στις Νήσους των Μακάρων, ένα πολύ μεγαλύτερο δώρο.
 
Ο Φαίδρος λοιπόν, για να επαινέσει τον έρωτα κάνει χρήση, μυθικών και μη, παραδειγμάτων, μετά από μια πολύ σύντομη αναφορά στην μυθολογική προέλευση του θεού Έρωτα. Το ότι κάνει εκτενή αναφορά στα οφέλη που θα προσέφερε ένας στρατός από εραστές δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι επιχειρεί τον εγκωμιασμό του ομοφυλοφιλικού έρωτα συγκεκριμένα˙ εξάλλου αναφέρεται και στα ζεύγη Ορφέα-Ευρυδίκης και Άλκηστης-Άδμητου. Εγκωμιάζει αδιάκριτα τον έρωτα, χωρίς να κάνει ποιοτική διαφοροποίηση μεταξύ ομοφυλοφιλικού και ετεροφυλοφιλικού. Ο έρωτας είναι διαθέσιμος σε όλους, και μπορεί όλους να μας ωφελήσει, αρκεί να τον δεχτούμε γι’ αυτό που είναι. Μένει στο άτομο η ευθύνη να τηρήσει τους όρους του – να μην κοροϊδέψει ώστε με τεχνάσματα να κερδίσει τα οφέλη του – αλλά ειλικρινά να τον ακολουθήσει μέχρι και την υπέρτατη θυσία, και τα οφέλη του θα είναι τα μέγιστα δυνατά.
 
«Ο Έρως είναι ο αρχαιότερος των θεών, ο πιο αξιοσέβαστος, αυτός που εξασφαλίζει στους ανθρώπους την προσωπική αξία και την ευτυχία, σε τούτη τη ζωή και στη μεταθανάτια»σελ.111.
-----------------
* Κάποιοι αποδίδουν την ιδέα του «πλατωνικού έρωτα» στον William Davenant, με το βιβλίο του The Platonic Lovers (1635), ενώ άλλοι στον Marsilio Ficino με το βιβλίο De Amore (1484).
** Σύμφωνα με τον Ησίοδο, οι Νήσοι των Μακάρων βρίσκονταν στην άκρη του κόσμου, και εκεί πήγαιναν οι ήρωες, οι οποίοι δεν πέθαιναν ποτέ, αλλά ζούσαν παντοτινά εκεί, όπου δεν υπήρχε χειμώνας, και τα εδάφη ήταν πολύ γόνιμα. Άλλοι λέγανε ότι εκεί μετέβαινε όποιος μετεμψυχωνόταν σε τρεις ζωές και κατάφερνε να αποδειχθεί ιδιαιτέρως αγνός και τις τρεις φορές.
-------------
Πλάτωνος, Συμπόσιον