Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Μύθοι και δεισιδαιμονίες για τις εκλείψεις ηλίου

Ένα πραγματικά εκπληκτικό φυσικό φαινόμενο όπως η αιφνίδια ολική εξαφάνιση του Ηλίου στην διάρκεια της ημέρας, έχει έντονα αποτυπωθεί στους μύθους, τις δοξασίες και τις παραδόσεις ολόκληρου του κόσμου.

Οι ηλιακές εκλείψεις, σήμερα, προσελκύουν μεγάλο αριθμό τουριστών, στην αρχαιότητα όμως, θεωρούνταν προάγγελοι κακών και γι’ αυτό προκαλούσαν πανικό. Το φαινόμενο αυτό, γενικότερα, στην διάρκεια της ιστορίας αντιμετωπίσθηκε αρνητικά και συνδέθηκε µε µία σειρά κοσµικών καταστροφών.

Δεν είναι παρά εδώ και έναν ή δύο αιώνες που, µε την συστηµατική µε­λέτη των εκλείψεων και την γενικευµένη πληρο­φόρηση, ο µοντέρνος άνθρωπος αντιµετωπίζει αυτού του είδους τα φαινόµενα µε ένα διαφορετικό βλέµµα. Αλλά και αυτή ακόµη η ορθολογική µατιά απέναντι στον Κόσµο δεν εκµηδενίζει απο­λύτως την δραµατική διάσταση του φαινοµένου και την συγκίνηση που αυτό προκαλεί, όπως άλλωστε επισημαίνουν και οι αστρολόγοι.

Πρέπει να αναφερθεί πως, παρόλο που σήμερα το φυσικό αυτό φαινόμενο έχει εξηγηθεί επιστημονικά, ορισμένες δεισιδαιμονίες συνεχίζουν να υπάρχουν.

Το 2001 στη Νιγηρία, επί παραδείγματι, μια ηλιακή έκλειψη θεωρήθηκε από νεαρούς μουσουλμάνους ότι ήταν σημάδι του Θεού για αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Σε γενικές γραμμές όμως σήμερα έχουν ξεπεραστεί αυτοί οι μύθοι -σχετικά με την έκλειψη ηλίου- και το δέος των ανθρώπων για αυτήν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην ομορφιά της ως φαινομένου.

Καλό θα ήταν σε αυτό το σημείο να κάνουμε μια περιήγηση σχετικά με τους μύθους και τις παγκόσμιες παραδόσεις που αποτυπώνουν εντός τους αυτό το φαινόμενο.

Αρχικά, στις περισσότερες μυθικές αφηγήσεις συναντούμε ένα θρυλικό ζώο, συχνά, όπως παρατηρεί ο Φρέϊζερ, έναν Δράκοντα, που καταπίνει τον Ήλιο.

Στην παράδοση των µανδαρίνων, η έκλειψη ονομάζεται "shi", λέξη η οποία σηµαίνει: "τρώγω". Ο Δράκων συναντάται επίσης στην Ευρώπη, κυρίως στους Έλληνες και τους Ρωµαίους, στην Ινδία, την Ινδονησία, την Μογγολία και την Κίνα. Στην Σιβηρία, είναι µία νυκτερίδα, στην Σκανδιναβία, ένας λύκος, στο Βιετνάμ, ένας βάτραχος, στην Παραγουάη και την Αργεντινή ένα τζάγκουαρ, στην Αίγυπτο ένα φύδι και στην Βολιβία ένας σκύλος.

Πιο συγκεκριμένα, ένας ινδονησιακός μύθος της νήσου BaIi αφηγείται πως ο πο­νηρός Kala Rau φθονεί τους αγαθούς αθανάτους Θεούς που κατοικούν στην Νιρβάνα. Καταστρώνει, λοιπόν, ένα σχέδιο για να αποκτήσει και εκείνος την αθανασία. Έτσι, μεταμφιέζεται σε γυναίκα, και προσποιείται ότι είναι εκεί για να σερβίρει το μαγικό ελιξίριο στο Συμπόσιο των Θεών. Κάποια στιγµή που δεν τον βλέπουν οι Αθάνατοι, πίνει µία γουλιά από το ελιξίριο. Αλλά ο ηλιακός Θεός Βισνού, που προνοούσε για όλα, το κατάλαβε και αποκεφάλισε τον πονηρό πριν αυτός προλάβει να καταπιεί το ελιξίριο που θα του χαρίσει την αθανασία. Το αποκεφαλισμένο σώµα είναι πια νεκρό, αλλά το κεφάλι έχει γίνει αθάνατο διότι το ελιξίριο έχει προλάβει να επιδράσει σε αυτό.

Στην συνέχεια, οργισμένος µε τους Θεούς, ο Kala Rau που είναι πια μόνο κεφάλι, καταδιώκει στον ουρανό τον Ήλιο και την Σελήνη για να τους καταβροχθίσει. Πολλές φορές τα καταφέρνει και τους καταπίνει, όμως εκείνοι, μετά από µία σύντοµη εξαφάνιση, εμφανίζονται και πάλι βγαίνοντας από την κομμένη άκρη του λαιµού του. Αυτός ο μύθος είναι εμπνευσμένος από την ινδική εποποιία Μαχαµπαράτα. Λέγεται πως η μεγάλη μάχη του ηλιακού Θεού Βισνού, του πλέον ισχυρού ανάμεσα στους Θεούς αυτής της παρα­δόσεως, εναντίον των χαοτικών Δυνάμεων, έλαβε χώρα στην διάρκεια μίας ηλιακής εκλείψεως.

Οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας μας άφησαν ένα πλήθος καταγεγραμμένων παρατηρήσεων σχετικά με τις ηλιακές εκλείψεις οι οποίες εντυπωσιάζουν μέχρι και τους σύγχρονους σε μας αστρονό­μους. Οι ίδιοι συνήθιζαν να ανάβουν δαυλούς, ασκώντας έτσι μία μορφή συμπαθητικής μαγείας, για να ξανανάψουν το σβησμένο άστρο.

Η πρόσφατη έρευνα έχει καταδείξει ότι οι ηλιακές εκλείψεις κατείχαν σημαντική θέση στη συναρπαστική μυθολογία της αρχαίας Αιγύπτου, και έχει προσκομίσει τα στοιχεία ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι παρατήρησαν τις ηλιακές εκλείψεις πάνω από 4.500 έτη πριν.

Οι Αιγύπτιοι λοιπόν θεωρούσαν ότι οι ηλιακές εκλεί­ψεις προέκυπταν από μία μάχη ανάμεσα στον ηλια­κό Θεό Ρα και τον ορκισμένο εχθρό του, το ερπετό Άποφις. Αυτό το ερπετό μάλιστα (Apep όπως κατονομάζεται) θεωρείται πως επιτέθηκε στη βάρκα του Θεού Ήλιου και αυτό είναι το αίτιο των ηλιακών εκλείψεων.

Στην Κίνα, την Ινδία, τη νοτιοανατολική Ασία και στο Περού υπήρξαν πεποιθήσεις ότι οι δράκοι ή οι δαίμονες επιτίθενται στον ήλιο κατά τη διάρκεια των εκλείψεων. Ειδικότερα, στην Κίνα το φαινόμενο της έκλειψης του ήλιου ήταν εξίσου σημαντικό. Οι αρχαίοι Κινέζοι πίστευαν ότι ένας θρυλικός ουράνιος δράκος προσπαθούσε να καταπιεί τον ήλιο και προκαλούσε τις εκλείψεις. Μέχρι σήμερα η κινεζική λέξη για την έκλειψη σημαίνει «ηλιοφαγία».

Οι Κινέζοι, από του έτους 2800 π.Χ, προσπά­θησαν να αναπτύξουν την τέχνη της προβλέψεως των ηλιακών εκλείψεων. Παρόλα αυτά, δεν τα κατάφερναν πάντοτε πολύ καλά σε αυτόν τον τομέα, όπως μαρτυρά η ιστορία των δύο αυτο­κρατορικών αστρολόγων Ηί και Ηο περί το έτος 2136 π.Χ.

Πρέπει να πούμε ότι στην Κίνα δεν «αστειεύ­ονταν» με τις εκλείψεις, καθώς ο αυτοκράτορας εθεωρείτο "Υιός του Ουρανού" και η βασιλεία του έπρεπε να αντανακλά και να εγγυάται την κο­σμική αρμονία. Μία έκλειψη μπορούσε συχνά να ερμηνευθεί ως δείγμα αταξίας και δυσαρμονιών στην αυτοκρατορική διακυβέρνηση. Ήταν ένα εί­δος προειδοποιήσεως προς τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να επανορθώσει κάποια σοβαρά σφάλμα­τα τα οποία προκαλούσαν δυσαρμονία, και η επα­νόρθωση αυτή απαιτούσε μία ειδική τελετή που έπρεπε να γίνει αμέσως και με απόλυτο σεβασμό σε ένα πλήθος λεπτομερειών.

Κατανοούμε λοιπόν ότι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, μία έκλειψη που δεν είχε προβλεφθεί δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους αστρολόγους - αστρονόμους της αυλής.

Από την στιγμή που το φαινόμενο είχε προβλε­φθεί εγκαίρως, ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του είχαν όλον τον καιρό να προετοιμασθούν για τις αντιδράσεις των υπηκόων αλλά και για την άμεση πραγματοποίηση της τελετής αυτής. Την ημέρα για την οποίαν είχε προβλεφθεί η έκλειψη, οι μανδαρίνοι συγκεντρώνονταν στο παλάτι, και μόλις το φαινόμενο ξεκινούσε ο ίδιος ο αυτοκρά­τορας κτυπούσε το τύμπανο για να φοβίσει και να απομακρύνει τον Δράκοντα. Την ίδια στιγμή, μία άλλη τελετή ελάμβανε χώρα στο "υπουργείο τελετουργιών". Εμπρός από την πόρτα έστρωναν μεταξωτά υφάσματα και μέσα στην μεγάλη σάλα έκαιγαν αρώματα προς τιμήν των Θεών. Είκοσι ­τέσσερις άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς έκρουαν τα τύμπανα που θα φόβιζαν τον Δράκο­ντα, ενώ οι κορυφαίοι των τελετών, ενδεδυμένοι τις επίσημες φορεσιές τους, στέκονταν στην μέση ορθοί και στραμμένοι προς την πλευρά όπου έπρε­πε να ευρίσκεται ο Ήλιος. Όταν ο αρχηγός των αστρονόμων ανακοίνωνε ότι η έκλειψη πλησίαζε στο τέλος της, έπεφταν όλοι στα γόνατα και μία δυνατή μουσική άρχιζε να βγαίνει από την σάλα.

Οι πανάρχαιες αυτές τελετές δεν εγκαταλείφθηκαν παρά με το τέλος της κινεζικής αυτοκρατορίας, το 1912. Στο δέκατο ένατο αιώνα, το κινεζικό ναυτικό έβαλε φωτιά στα πυροβόλα του κατά τη διάρκεια μιας σεληνιακής έκλειψης για να φοβίσει το δράκο που έτρωγε το φεγγάρι.

Οι Ίνκας όπως και οι Κινέζοι προσπαθούσαν κάθε φορά να εκφοβίσουν αυτά τα τέρατα μακριά, αφού για κείνους ο Ήλιος μαχόταν ενάντια μίας χαο­τικής Δύναμης.

Το ίδιο έκαναν και οι Ινδοί οι οποίοι επιπλέον βυθίζονταν στο νερό και εκτελούσαν αυτό το θρησκευτικό τελετουργικό για να βοηθήσουν τον ήλιο στην προσπάθειά του ενάντια στο δράκο. Επιπλέον, στην αρχαιότητα η έκλειψη θεωρούνταν προμήνυμα πολέμου και καταστροφής, πίστη που απαντάται μέχρι σήμερα στην Ινδία. Άλλοι, επίσης στην Ινδία πιστεύουν ότι φαγητό που δεν φαγώθηκε κατά τη διάρκεια έκλειψης είναι ακάθαρτο, ενώ αρκετές δεισιδαιμονίες σχετίζονται με τις εγκύους και τα δεινά που μπορεί να πλήξουν τα παιδιά τους εάν εκτεθούν σε μια έκλειψη.

Στην ελληνική ιστορία πολλές φορές οι εκλείψεις θεωρήθηκαν ως σημάδια για την αίσια ή μη έκβαση μίας μάχης. Έτσι, το 431 π.Χ. , ο Αθηναίος στρατηγός Περικλής απο­φάσισε να επιτεθεί στην Πελοπόννησο μετά από μία έκλειψη ενώ την ιδία χρονιά οι Πέρσες θεώρη­σαν πως μία άλλη έκλειψη είχε προαναγγείλει μία εξέγερση στην στρατιά του Ξέρξη. Οι εκλείψεις του ήλιου είναι επιβλητικά φαινόμενα. Δεν προκαλεί καμία έκπληξη ότι σε πολλούς πολιτισμούς θεωρήθηκαν το τέλος του κόσμου ή των οιωνών. Η λέξη «έκλειψη» είναι ελληνικής προέλευσης που σημαίνει "την εγκατάλειψη". Πάντως, η πρώτη ιστορικά εξακριβωμένη ορθή πρόβλεψη ηλιακής έκλειψης έγινε από τον Έλλη­να φυσικό φιλόσοφο και μαθηματικό Θαλή τον Μι­λήσιο, το 585 π.Χ.

Επιπρόσθετα, στην Ρώμη, που πίστευαν και εκείνη στον δράκοντα το ιερό έθιμο απαιτούσε να κραυγά­ζουν δυνατά κατά την ώρα της ηλιακής εκλείψεως, έτσι ώστε να ενισχύουν τον αγωνιζόμενο Φοίβο. Η συνήθεια αυτή διατηρήθηκε και στα χρόνια του δυτικού μεσαίωνα, παρόλο που πολεμήθηκε από τους χριστιανούς κληρικούς οι οποίοι αναγνώρι­ζαν σε αυτό ένα ακόμη παγανιστικό κατάλοιπο.

Για τους Ινδιάνους της Αμερικής, οι εκλείψεις σήμαιναν μία μάχη ανάμεσα στον Ήλιο και την Σελήνη ενώ για τους Εσκιμώους της Αλάσκα, η έκλειψη αντιστοιχούσε στον θάνατο και η επανε­μφάνιση στην Αναγέννηση του Θεού Ηλίου. Μία άλλη ενδιαφέρουσα δοξασία, που συναντά­ται και στους Εσκιμώους, αναφέρεται από τον Φρέιζερ:

«Στους Εσκιμώους της Αλάσκα απαντά­ται η αντίληψη ότι, κατά την διάρκεια μίας εκλείψεως, μία ακάθαρτη επιρροή κατεβαίνει στην Γη».

Τις ίδιες αντιλήψεις συναντούμε και στην Ν.Γερμανία. Κάποιοι χωρικοί εκεί, θεωρούν ότι κατά την διάρκεια μίας έκλειψης δηλητήριο πέφτει επάνω στην γη, και για ένα χρονικό διάστημα ακόμη δεν μαζεύουν και δεν τρώνε φρούτα και καρπούς. Εάν η έκλειψη διαρκέσει πολύ, καταλαμβάνονται από έντονο άγχος, τοποθετούν αναμμένους δαυλούς επάνω στις στέγες των σπιτιών τους και προσεύ­χονται για την επιστροφή του Ηλίου.

Τέλος, σε κάποιες άλλες περιοχές, οι κάτοικοι θεωρούν ότι τα νερά δηλητηριάζονται κατά την διάρκεια της έκλειψης.

Αλλά οι εκλείψεις δεν αντιμετωπίζονται πάντοτε μόνον αρνητικά. Ούτε έχουν για όλες τις φυλές την έννοια μίας μάχης μεταξύ των Θεϊκών Δυνάμεων. Σε κάποιες παραδόσεις, η έκλειψη σημαίνει πως δύο Θεοί κάνουν έρωτα μεταξύ τους, συνή­θως μάλιστα ο Ήλιος με την Σελήνη.

Για κάποιες φυλές Αιθιόπων, στην γλώσσα των οποίων ο Ήλιος είναι θηλυκού γένους και η Σελήνη αρσενι­κού, οι δύο αυτές θεότητες συνευρίσκονται μετα­ξύ τους ερωτικώς στην διάρκεια μίας εκλείψεως, και τα τέκνα που προκύπτουν από αυτήν την ιερά ένωση είναι τα αστέρια.

Μία άλλη φυλή του Αμαζονίου παρουσιάζει και αυτή τον Ήλιο και τη Σελήνη ως εραστές. Οι δυο τους αγαπιόντουσαν τόσο πολύ ώστε οι ακτίνες του ήλιου κατάκαιγαν τη Γη και τα δάκρυα του φεγγαριού την κατέκλυζαν. Έτσι, αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να ζουν χωριστά, αλλά τους επιτράπηκε να αγγίζονται φευγαλέα κατά τη διάρκεια των εκλείψεων.

Οι Ίνουιτ της Βορείου Αμερικής πιστεύουν ότι κατά τη διάρκεια της έκλειψης ο ήλιος και η σελήνη αφήνουν τη θέση τους και ελέγχουν τον κόσμο για να διαπιστώσουν εάν όλα είναι εντάξει στη Γη.

Από την άλλη, αντίθετα με όσα προαναφέρθηκαν, σε άλλες φυλές, όπως τους Σαράς της Κεντρικής Αφρικής, οι ερευνητές που πήγαν εκεί δεν παρα­τήρησαν καμία απολύτως θρησκευτική ερμηνεία των ηλιακών εκλείψεων. Η έκλειψη όμως κάποια στιγμή είχε χρησιμοποιηθεί από τους Λευκούς ιεραποστόλους, που την είχαν προβλέψει κιόλας με σκοπό να εκφοβίσουν τους ιθαγενείς.

Όσον αφορά τους μονοθεϊστές. Ακόμη και μία έκλειψη του 1973, που παρατηρήθηκε από τους μουσουλμάνους Toυαρέγκ, ερμηνεύθηκε ως ενέργεια του Αλλάχ για να τιμωρήσει τους απίστους. Επίσης, μια από τις σημαντικότερες ιστορικές ηλιακές εκλείψεις είναι αυτή της δακτυλιοειδούς ηλιακής έκλειψης της 27ης Ιανουαρίου 632.

Ήταν ορατό σε Μεδίνα κατά τη διάρκεια της διάρκειας ζωής του προφήτη Μωχάμετ και συνέπεσε με το θάνατο του μικρού γιου του Ιμπραήμ.

Ο προφήτης δήλωσε ρητά και σίγουρα ότι οι ηλιακές και σεληνιακές εκλείψεις δεν είναι κακοί οιωνοί, αλλά είναι κοσμικά θεάματα που καταδεικνύουν τη γνώση του μεγάλου Αλλάχ. Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε πως οι μουσουλμάνοι προσεύχονται πέντε φορές καθημερινά, αλλά κατά τη διάρκεια των εκλείψεων εκτελούν ειδικά τη "προσευχή της έκλειψης". Αυτό είναι μια από τις παραδόσεις του προφήτη Μωχάμετ. Ο σκοπός αυτής της προσευχής είναι να θυμηθεί τα δώρα του Αλλάχ ως δημιουργού.

Η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στα Στάγειρα. ελληνική πόλη του βορρά, από διακεκριμένη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν προσωπικός ιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Β΄ (παππού του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Ο Αριστοτέλης έλαβε εξαιρετική εκπαίδευση: σε ηλι­κία δεκαεπτά ετών, πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει κοντά στον Πλάτωνα. Παρέμεινε στην Αθήνα, ως μέλος της πλατωνικής Ακαδημίας, για μια εικοσαετία, μέχρι το θάνατο του Πλάτωνα το 347. Κατόπιν, ο Αριστοτέλης πέρασε αρκετά χρόνια ταξιδεύοντας και μελετώντας, διασχίζοντας το Αιγαίο προς τη Μικρά Ασία και τα παράκτια νησιά. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αφιέρωσε χρόνο σε βιολογικές μελέτες και γνώρισε τον Θεόφραστο, που έγινε μαθητής και ισόβιος συνεργάτης του, πριν επιστρέψει στη Μακεδονία και αναλάβει την εκπαίδευση του νεαρού τότε Αλεξάνδρου. Το 335, όταν η Αθήνα βρέθηκε κάτω από μακεδονική κυριαρχία, ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην πόλη και άρχισε να διδάσκει στο Λύκειο, έναν δημόσιο κήπο στον οποίο σύχναζαν και άλλοι δάσκαλοι. Έμεινε στην Αθήνα, δημιουργώντας μιαν άτυπη σχολή, μέχρι λίγο πριν το θάνατό του το 3221.
 
Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας σταδιοδρομίας του, ο Αριστοτέλης, είτε ως σπουδαστής είτε ως δάσκαλος, αντιμετώπισε συστηματικά και περιεκτικά όλα τα σημαντικά φιλοσοφικά ζητήματα της εποχής του. Του αποδίδονται περισσότερες από 150 πραγματείες· τριάντα περίπου από αυτές έχουν φθάσει ως εμάς. Τα σωζόμενα έργα περιλαμβάνουν ως επί το πλείστον σημειώσεις διαλέξεις ή ημιτελείς πραγματείες που δεν προορίζονταν για ευρεία κυκλοφορία.· όποιες και να ήταν οι συνθήκες συγγραφής τους, απευθύνονται φανερά σε προχωρημένους σπουδαστές ή άλλους φιλοσόφους. Σε σύγχρονη μετάφραση και έκδοση θα μπορούσαν να καταλάβουν ως και μισό μέτρο στο ράφι μιας βιβλιοθήκης και περιέχουν ένα φιλοσοφικό σύστημα συγκλονιστικής δύναμης και εύρους. Είναι αδύνατον να επισκοπήσουμε εδώ το σύνολο της αριστοτελικής φιλοσοφίας και θα πρέπει να μείνουμε ικανοποιημένοι από μια εξέταση των θεμελίων της φυσικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη -ξεκινώντας από την απάντησή του στις θέσεις των Προσωκρατικών και του Πλάτωνα2.

Μεταφυσική και γνωσιολογία
Δεδομένης της μακροχρόνιας σχέσης του με τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης ήταν φυσικά πλήρως εξοικειωμένος με την πλατωνική θεωρία των ειδών. Ο Πλάτων είχε περιορίσει δραστικά (χωρίς να απορρίψει εντελώς) την πραγματικότητα του υλικού και αισθητού κόσμου. Στην τέλεια πληρότητα της, η πραγματικότητα, υποστήριξε ο Πλάτων, είναι αποκλειστικό κτήμα των αιώνιων ειδών, τα οποία δεν εξαρτώνται από τίποτε άλλο για την ύπαρξή τους. Αντίθετα, τα αντικείμενα που αποτελούν τον αισθητό κόσμο οφείλουν τα χαρακτηριστικά τους κ ίδια τους την ύπαρξη στα είδη- έπεται, λοιπόν, ότι τα αισθητά αντικείμενα υπάρχουν με έναν παράγωγο ή εξαρτημένο τρόπο.
 
Ο Αριστοτέλης αρνήθηκε να αποδεχθεί αυτό το καθεστώς εξάρτησης που ο Πλάτων απέδωσε στα αισθητά αντικείμενα. Κατά την ι του, αυτά τα αντικείμενα θα πρέπει να έχουν αυτόνομη ύπαρξη από αυτά αποτελείται ο πραγματικός κόσμος. Επιπλέον, οι ιδιότητες που συνιστούν το χαρακτήρα ενός συγκεκριμένου ατομικού αντικειμένου, υποστήριξε ο Αριστοτέλης, δεν έχουν ανεξάρτητη και ξεχωριστή ύπαρξη σε έναν κόσμο ιδεών, αλλά ανήκουν στο ίδιο το αντικείμενο. Το τέλειο είδος του σκύλου, για παράδειγμα, δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους σκύλους· ούτε και οι ιδιότητες των συγκεκριμένων σκύλων προκύπτουν μέσω της ατελούς αντιγραφής του είδους από κάθε συγκεκριμένο σκύλο. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, υπάρχουν μόνο συγκεκριμένοι σκύλοι. Όλοι οι σκύλοι παρουσιάζουν φυσικά ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων – αλλιώς δεν θα είχαμε δικαίωμα να τους  ονομάζουμε «σκύλους» – αλλά οι ιδιότητες αυτές υπάρχουν και ανήκουν σε κάθε συγκεκριμένο σκύλο ατομικά.
 
Ίσως αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων να ακούγεται οικείος. Οι περισσότεροι αναγνώστες αυτού του βιβλίου θα θεωρούσαν την  απόδοση πρωταρχικής πραγματικότητας στα ατομικά αισθητά κείμενα (τα οποία ο Αριστοτέλης ονομάζει «ουσίες») ως διαπίστωση  του κοινού νου, και πιθανόν οι σύγχρονοι του Αριστοτέλη αισθάνονταν ανάλογα. Αλλά αν αυτή η απόδοση είναι εύλογη από τη σκοπιά του κοινού νου, είναι επίσης επιτυχημένη από φιλοσοφική άποψη; Με άλλα λόγια, μπορεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς, ή τουλάχιστον ευλόγως, τα δύσκολα φιλοσοφικά ζητήματα που έθεσαν οι Προσωκρατικοί και ο Πλάτων – τη φύση της θεμελιώδους πραγματικότητας, τα γνωσιολογικά προβλήματα, το πρόβλημα της μεταβολής και της σταθερότητας των πραγμάτων; Θα μελετήσουμε αυτά τα ζητήματα ένα προς ένα3
 
Η απόφαση να εντοπισθεί η πραγματικότητα στα αισθητά σωματοειδή αντικείμενα δεν μας αποκαλύπτει πολλά για την πραγματικότητα – μας λέει απλώς ότι θα πρέπει να την αναζητήσουμε στον αισθητό κόσμο. Ήδη στην εποχή του Αριστοτέλη, ο οποιοσδήποτε φιλόσοφος θα απαιτούσε να μάθει περισσότερα: για παράδειγμα, αν τα σωματοειδή αντικείμενα του αισθητού κόσμου είναι μη αναγώγιμα περαιτέρω ή θα πρέπει να θεωρηθούν ως αποτέλεσμα σύνθεσης κάποιων θεμελιωδών συστατικών. Ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε το ζήτημα μέσω της διάκρισης μεταξύ ιδιοτήτων και υποκειμένων τους (η θερμότητα και ένα θερμό αντικείμενο, για παράδειγμα). Υποστήριξε (όπως θα έκαναν και οι περισσότεροι από μας) ότι κάθε ιδιότητα πρέπει να είναι ιδιότητα κάποιου πράγματος- αυτό το πράγμα ονομάζεται «υποκείμενο» της ιδιότητας. Για να είναι κάτι ιδιότητα θα πρέπει να ανήκει σε κάποιο υποκείμενο· οι ιδιότητες δεν μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα.
 
Τα ατομικά σωματοειδή αντικείμενα, επομένως, έχουν και ιδιότητες (χρώμα, βάρος, υφή και όλα τα σχετικά) και κάτι επιπλέον από αυτές τις ιδιότητες, το οποίο λειτουργεί ως υποκείμενό τους. Τους δύο αυτούς ρόλους παίζουν αντίστοιχα η «μορφή» (ή είδος) και η «ύλη» (πρόκειται για τεχνικούς όρους που δεν έχουν για τον Αριστοτέλη ακριβώς την ίδια σημασία με αυτή που έχουν για μας). Τα σωματοειδή αντικείμενα είναι «σύνθετα» μορφής και ύλης -η μορφή αποτελείται από τις ιδιότητες που κάνουν κάθε πράγμα αυτό που είναι, η ύλη είναι το υποκείμενο ή υπόστρωμα της μορφής. Ένα λευκό πέτρωμα, για παράδειγμα, είναι λευκό, σκληρό, βαρύ κ.ο.κ., λόγω της μορφής του’ αλλά η ύλη πρέπει να είναι, επίσης, παρούσα ως υποκείμενο της μορφής, και αυτή η ύλη δεν προσκομίζει δικές της ιδιότητες στην ένωσή της με τη μορφή4. (Η άποψη αυτή του Αριστοτέλη θα συζητηθεί περαιτέρω παρακάτω, σε σχέση με τις μεσαιωνικές προσπάθειες διασάφησης και επέκτασής της).
 
Δεν μπορούμε ποτέ να ξεχωρίσουμε πραγματικά τη μορφή από την ύλη- παρουσιάζονται σε μας μόνο ως ενοποιημένο όλον. Αν μπορούσαμε να τις χωρίσουμε, θα ήμασταν ικανοί να βάλουμε τις ιδιότητες (που δεν θα ήταν πια ιδιότητες κάποιου πράγματος) σε ένα σωρό και την ύλη (απολύτως χωρίς ιδιότητες) σε έναν άλλο -κάτι προφανώς αδύνατον. Αλλά αν η μορφή και η ύλη δεν μπορούν ποτέ να χωριστούν, έχει νόημα να μιλάμε γι’ αυτές ως πραγματικά συστατικά μέρη των πραγμάτων; Δεν είναι αυτή η διάκριση καθαρά λογική, καθώς υπάρχει στη σκέψη μας αλλά όχι στον εξωτερικό κόσμο; Η απάντηση είναι σίγουρα αρνητική για τον Αριστοτέλη, και ίσως και για μας· οι περισσότεροι από μας θα σκέφτονταν πολύ πριν αρνηθούν την πραγματικότητα του κρύου ή του κόκκινου, αν και ποτέ δεν θα μπορέσουμε να γεμίσουμε ένα καλάθι με κρύο ή κόκκινο. Ο Αριστοτέλης μάς εκπλήσσει ακόμη μια φορά, χρησιμοποιώντας έννοιες του κοινού νου για να οικοδομήσει ένα πειστικό φιλοσοφικό οικοδόμημα.
 
Ο αριστοτελικός ισχυρισμός ότι η πρωταρχική πραγματικότητα συνίσταται από συγκεκριμένα ατομικά όντα έχει βεβαίως γνωσιολογικές συνέπειες, αφού η αληθινή γνώση είναι γνώση του αληθώς πραγματικού. Στη βάση αυτού του κριτηρίου η προσοχή του Πλάτωνα στράφηκε φυσιολογικά προς τα αιώνια είδη, τα οποία μπορούμε να γνωρίσουμε μέσω του νου ή του φιλοσοφικού στοχασμού. Αντίθετα, η μεταφυσική των συγκεκριμένων ατομικών όντων που επεξεργάστηκε ο Αριστοτέλης κατηύθυνε τη δική του αναζήτηση της γνώσης προς τον κόσμο των ατομικών πραγμάτων, της φύσης και της μεταβολής -τον κόσμο που συναντούμε μέσω των αισθήσεων.
 
Η γνωσιολογία του Αριστοτέλη είναι πολύπλοκη και εκλεπτυσμένη. Εδώ αρκεί να επισημάνουμε ότι η διαδικασία απόκτησης γνώσης ξεκινά με την αισθητηριακή εμπειρία· από την επαναλαμβανόμενη αισθητηριακή εμπειρία προκύπτει η μνήμη· και από τη μνήμη, μέσω μιας διαδικασίας «ενορατικής» σύλληψης, ο έμπειρος ερευνητής είναι ικανός να διακρίνει τα καθολικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων. Μέσω της επανειλημμένης παρατήρησης σκύλων, για παράδειγμα, ο έμπειρος εκτροφέας σκύλων διακρίνει τι πραγματικά είναι ένας σκύλος· με άλλα λόγια, κατανοεί το είδος ή τον ορισμό του σκύλου, τα αποφασιστικά χαρακτηριστικά χωρίς τα οποία ένα ζώο δεν μπορεί να είναι σκύλος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης, όχι λιγότερο από τον Πλάτωνα, είναι προσανατολισμένος προς τη σύλληψη του καθολικού· αλλά, σε αντίθεση με το δάσκαλό του, υποστηρίζει ότι η διαδικασία σύλληψης του καθολικού ξεκινά από τα καθέκαστα. Από τη στιγμή που διαθέτουμε τον καθολικό ορισμό, μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε ως προκείμενη παραγωγικών συλλογισμών5.
 
Η γνώση αποκτάται, επομένως, μέσω μιας διαδικασίας που ξεκινά από την εμπειρία (όρος ιδιαίτερα ευρύς σε ορισμένα συμφραζόμενα, αφού ενδέχεται να περιλαμβάνει τις απόψεις της κοινής γνώμης ή τις αναφορές απομακρυσμένων παρατηρητών). Με αυτή την έννοια, η γνώση είναι εμπειρική- δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τίποτε ανεξάρτητα από κάποια εμπειρία αυτού του τύπου. Αλλά ό, τι μαθαίνουμε μέσω αυτής της «επαγωγικής» διαδικασίας δεν αποκτά το καθεστώς αληθινής γνώσης, αν δεν αποκτήσει λογικά παραγωγική μορφή’ το τελικό γνωστικό προϊόν είναι ένας παραγωγικός συλλογισμός (καλό παράδειγμα του οποίου μας προσφέρουν οι ευκλείδειες αποδείξεις), στην αρχή του οποίου συναντούμε καθολικούς ορισμούς ως προκείμενες. Αν και ο Αριστοτέλης συζήτησε και το επαγωγικό και το παραγωγικό στάδιο της απόκτησης της γνώσης (το δεύτερο πολύ περισσότερο από το πρώτο), η ανάλυση του, ιδιαίτερα στην περίπτωση της επαγωγής, παρουσιάζει πολλές ελλείψεις σε σχέση με μεταγενέστερες μεθοδολογικές συζητήσεις.
 
Αυτή είναι η θεωρία της γνώσης που επεξεργάστηκε ο Αριστοτέλης αφηρημένα. Είναι, όμως, και η μέθοδος που χρησιμοποίησε στις δικές του επιστημονικές έρευνες; Κατά πάσα πιθανότητα, όχι – ίσως με κάποιες μεμονωμένες εξαιρέσεις. Όπως και οι νεώτεροι επιστήμονες, ο Αριστοτέλης δεν προχώρησε ακολουθώντας κάποιο οδηγό μεθοδολογικών συνταγών, αλλά με τη βοήθεια χοντρικών και καθιερωμένων μεθόδων, με τη χρήση οικείων διαδικασιών, η αποτελεσματικότητα των οποίων είχε αποδειχθεί στην πράξη. Όπως έχει παρατηρήσει κάποιος, κατά τη διάρκεια της επιστημονικής έρευνας, όπως και σε ορισμένα είδη πάλης, «κάνεις ό, τι μπορείς, και καμμία λαβή δεν απαγορεύεται»’ στην περίπτωση (για παράδειγμα) των εκτεταμένων βιολογικών του ερευνών, ο Αριστοτέλης προχώρησε ακριβώς έτσι. Το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τη φύση και τα θεμέλια της γνώσης, ο Αριστοτέλης επεξεργάστηκε ένα θεωρητικό σχήμα (μια γνωσιολογία) το οποίο δεν είναι απολύτως συνεπές με την ίδια του την επιστημονική πρακτική, δεν αποτελεί έκπληξη, ούτε βέβαια και προσωπικό του ελάττωμα6.
 
Φύση και μεταβολή
Το πρόβλημα της μεταβολής αποτελούσε ήδη σημαντικό φιλοσοφικό ζήτημα από τον 5ο αιώνα π.Χ. Στον 4ο αιώνα, ο Πλάτων το είχε αντιμετωπίσει περιορίζοντας κάθε είδους μεταβολή στο ατελές υλικό αντίγραφο του αμετάβλητου κόσμου των ιδεών. Για τον Αριστοτέλη, έναν διακεκριμένο φυσιολόγο που ήταν φιλοσοφικά δεσμευμένος στην πλή­ρη πραγματικότητα των μεταβαλλόμενων ατομικών αντικειμένων που αποτελούν τον αισθητό κόσμο, το πρόβλημα της μεταβολής ήταν ιδιαίτερα έντονο7.
 
Η αφετηρία του Αριστοτέλη ήταν η κοινώς αποδεκτή υπόθεση ότι η μεταβολή είναι πραγματική. Αυτός ο ισχυρισμός αφ’ εαυτού δεν μας πηγαίνει πολύ μακριά’ μένει ακόμη να αποδειχθεί ότι η ιδέα της μεταβολής μπορεί να αντέξει την εξονυχιστική εξέταση της φιλοσοφίας και να δειχθεί πώς η μεταβολή μπορεί να εξηγηθεί. Το οπλοστάσιο του Αριστοτέλη διέθετε ποικιλία όπλων για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Το πρώτο ήταν η διάκριση μορφής και ύλης. Αν κάθε αντικείμενο συνίσταται από μορφή και ύλη, ο Αριστοτέλης μπορούσε να συνδυάσει τη μεταβολή με τη σταθερότητα, υποστηρίζοντας ότι, όταν ένα αντικείμενο αλλάζει, η μορφή του μεταβάλλεται (μέσω μιας διαδικασίας αντικατάστασης, όπου η νέα μορφή αντικαθιστά την παλιά), ενώ η ύλη του παραμένει σταθερή. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε περαιτέρω ότι η μεταβολή μορφής λαμβάνει χώρα μεταξύ ενός ζεύγους αντιθέτων, ένα από τα οποία είναι η μορφή προς επίτευξη και το άλλο η έλλειψη ή απουσία της. Όταν το ξηρό γίνεται υγρό ή το ψυχρό γίνεται θερμό, πρόκειται για αλλαγή από την έλλειψη (ξηρό ή ψυχρό) προς την επιδιωκόμενη μορφή (υγρό ή θερμό). Έτσι, η μεταβολή για τον Αριστοτέλη δεν είναι ποτέ δίχως καθορισμένο τέλος, αλλά περιορίζεται στο στενό διάδρομο που συνδέει ζεύγη αντιθετικών ιδιοτήτων η τάξη είναι έτσι ορατή ακόμη και στο μέσον της αλλαγής.
 
Ένας αποφασισμένος οπαδός του Παρμενίδη θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί ότι μέχρι αυτού του σημείου η ανάλυση του Αριστοτέλη δεν μπορεί να αποφύγει την παρμενίδεια ένσταση για κάθε είδους μεταβολή, καθώς αναπόφευκτα αντιστοιχεί σε αίτημα πραγματοποίησης εκ του μηδενός. Η απάντηση του Αριστοτέλη περιέχεται στη διάκριση μεταξύ δύναμης και ενέργειας. Ο Αριστοτέλης χωρίς αμφιβολία θα αποδεχόταν ότι αν το είναι και το μη-είναι αποτελούν τις μοναδικές δυνατότητες – με άλλα λόγια, αν τα πράγματα είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν- τότε η μετάβαση από το μη-θερμό στο θερμό θα αντιστοιχούσε πράγματι σε πέρασμα από το μη-είναι στο είναι (από το μη-είναι  του θερμού στο είναι του θερμού), και θα ήταν έτσι ευάλωτη στις αντιρρήσεις του Παρμενίδη. Αλλά ο Αριστοτέλης πίστευε ότι το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί με την υπόθεση ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες που συσχετίζονται με το είναι: (1) το μη-είναι, (2) το είναι δυνάμει, και (3) το είναι ενεργεία. Αν αυτή η υπόθεση αληθεύει, τότε η μεταβολή λαμβάνει χώρα μεταξύ του δυνάμει και του ενεργεία είναι, χωρίς το μη-είναι να. εισέρχεται στη διαδικασία. Ένας σπόρος, για παράδειγμα, είναι δυνάμει, αλλά όχι ενεργεία, δέντρο. Καθώς γίνεται δέντρο, γίνεται ενεργεία αυτό που ήταν ήδη δυνάμει. Η μεταβολή, επομένως, αντιστοιχεί σε μετάβαση από τη δύναμη στην ενέργεια-όχι από το μη- είναι στο είναι, αλλά από ένα είδος είναι σε ένα άλλο είδος είναι. Το βιολογικό πεδίο προσφέρει ίσως τα καλύτερα παραδείγματα αυτής της θεωρητικής σύλληψης, αλλά η εφαρμοσιμότητά της είναι γενική. Ένα βαρύ σώμα που συγκρατείται πάνω από τη γη πέφτει για να εκπληρώσει το δυναμικό του (να βρεθεί με άλλα βαριά σώματα στο κέντρο του σύμπαντος)· ένα κομμάτι μαρμάρου μπορεί δυνάμει να δεχθεί οποιοδήποτε σχήμα επιλέξει να του δώσει ο γλύπτης.
 
Αν αυτά τα επιχειρήματα μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε από τα λογικά διλήμματα που συνδέονται με την ιδέα της μεταβολής, και άρα να αποδεχθούμε τη δυνατότητά της, δεν μας λένε τίποτε σχετικά με τα αί­τιά της. Γιατί θα πρέπει ένας σπόρος να μεταβεί από την κατάσταση του δυνάμει δέντρου σε αυτήν του ενεργεία δέντρου, ή ένα αντικείμενο να γίνει από άσπρο μαύρο, αντί να παραμείνει στην αρχική του κατάσταση; Το ζήτημα αυτό μας οδηγεί στις απόψεις του Αριστοτέλη σχετικά με τη φύση και την αιτιότητα.
 
Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ο κόσμος στον οποίο κατοικούμε είναι εύτακτος και τα πράγματα που βρίσκονται σε αυτόν συμπεριφέρονται με προβλέψιμο τρόπο, επειδή κάθε φυσικό αντικείμενο έχει τη «φύση» του -το χαρακτήρα (σχετιζόμενο κυρίως με τη μορφή) που κάνει το αντικείμενο, σε περίπτωση που δεν παρεμβαίνει κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο, να συμπεριφέρεται κατά τον προσίδιο τρόπο του. Για τον Αριστοτέλη, έναν λαμπρό ζωολόγο, η αύξηση και η εξέλιξη των βιολογικών οργανισμών μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα μέσω της δραστηριότητας μιας τέτοιας εσωτερικής κινητήριας δύναμης. Το βελανίδι γίνεται βελανιδιά, γιατί αυτή είναι η φύση του. Αλλά η θεωρία μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες περιπτώσεις εκτός από τη βιολογική αύξηση, ακόμη και εκτός του βιολογικού πεδίου γενικά. Οι σκύλοι γαβγίζουν, οι πέτρες πέφτουν και το μάρμαρο ενδίδει στο σφυρί και το καλέμι του γλύπτη, λόγω των αντίστοιχων φύσεων τους. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι κάθε μεταβολή και κίνηση μπορεί να αναχθεί τελικά στη φύση κάθε πράγματος. Για το φυσικό φιλόσοφο, ο οποίος εξ ορισμού ενδιαφέρεται για τη μεταβολή και τα πράγματα που υπόκεινται σε αυτήν, αυτές οι φύσεις αποτελούν το κύριο αντικείμενο μελέτης. Στην παρούσα γενική διατύπωση της αριστοτελικής θεωρίας της «φύσης·’, οφείλουμε να προσθέσουμε δύο υπενθυμίσεις. Πρώτον, η θεωρία δεν ισχύει για αντικείμενα που παράγονται τεχνητά, αφού αυτά τα αντικείμενα δεν περιέχουν εσωτερική πηγή μεταβολής, αλλά είναι απλώς αποδέκτες εξωτερικών επιδράσεων. Δεύτερον, η φύση ενός σύνθετου οργανισμού δεν προκύπτει από την άθροιση ή μείξη των φύσεων των συστατικών υλικών του, αλλά είναι μια ενική φύση η οποία χαρακτηρίζει τον οργανισμό ως ενοποιημένο όλο8.
 
Έχοντας υπόψη αυτή τη θεωρία για τη φύση, μπορούμε να κατανοήσουμε ένα χαρακτηριστικό της επιστημονικής δραστηριότητας του Αριστοτέλη, το οποίο έχει προκαλέσει την απορία και την ανησυχία των νεώτερων σχολιαστών και κριτικών -την έλλειψη από το έργο του οποιουδήποτε στοιχείου που να αντιστοιχεί στην ελεγχόμενη πειραματική διαδικασία. Δυστυχώς η κριτική σε αυτό το θέμα παραβλέπει τους σκοπούς του Αριστοτέλη, οι οποίοι περιόριζαν δραστικά τις μεθοδολογικές του επιλογές. Αν, όπως πίστευε ο Αριστοτέλης, η φύση κάποιου πράγματος μπορεί να ανακαλυφθεί μέσω της συμπεριφοράς αυτού του πράγματος στη φυσική και αδέσμευτη κατάστασή του, τότε οποιοιδήποτε τεχνητοί περιορισμοί θα αποτελέσουν απλώς πηγή παρεμβολών. Αν, παρ’ όλες αυτές τις παρεμβολές, το αντικείμενο συμπεριφερθεί με το συνηθισμένο τρόπο του, τότε οι προσπάθειές μας δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό. Αν δημιουργήσουμε συνθήκες που εμποδίζουν την αποκάλυψη της φύσης του αντικειμένου, μαθαίνουμε απλώς ότι είναι δυνατόν να επέμβουμε στο αντικείμενο σε τέτοιο βαθμό που η φύση του να παραμείνει λανθάνουσα. Το πείραμα, επομένως, δεν αποκαλύπτει για τις φύσεις των αντικειμένων τίποτε το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει γνωστό με κάποιον καλύτερο τρόπο. Η επιστημονική πρακτική του Αριστοτέλη δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα δικής του ανοησίας ή αμέλειας -της αδυναμίας του να αντιληφθεί μια προφανή διαδικαστική βελτίωση – αλλά ως μέθοδος συμβατή με τον κόσμο όπως τον αντιλαμβανόταν και κατάλληλα ταιριασμένη με τις ερωτήσεις που τον ενδιέφεραν. Η πειραματική επιστήμη δεν αναδύθηκε, όταν επιτέλους η ανθρώπινη φυλή παρήγαγε κάποιον τόσο έξυπνο ώστε να αντι- ληφθεί ότι οι τεχνητές και ελεγχόμενες συνθήκες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξερεύνηση της φύσης, αλλά όταν οι φυσικοί φιλόσοφοι άρχισαν να θέτουν ερωτήματα στα οποία μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να απαντήσει9.
 
Για να ολοκληρώσουμε την ανάλυση της αριστοτελικής θεωρίας της αλλαγής, θα πρέπει να αναφερθούμε εν συντομία στα περίφημα αριστοτελικά αίτια. Η κατανόηση κάποιας μεταβολής ή της παραγωγής ενός τεχνητού αντικειμένου ισοδυναμεί με τη γνώση των αιτίων τους (έννοια που θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα ως «εξηγητικοί παράγοντες και συνθήκες>0· Υπάρχουν τέσσερα τέτοια αίτια: η μορφή (ή είδος) την οποία προσλαμβάνει το αντικείμενο- η ύλη η οποία υπόκειται αυτής της μορφής που διατηρείται κατά τη διάρκεια της μεταβολής· αυτό του οποίου η δραστηριότητα είναι υπεύθυνη για την πραγματοποίηση της μεταβολής; και ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετεί η μεταβολή. Αυτά τα τέσσερα αίτια ονομάζονται αντίστοιχα ειδικό, υλικό, ποιητικό και τελικό αίτιο. Αν θεωρήσουμε ένα εξαιρετικά απλό παράδειγμα, όπως η παραγωγή ενός αγάλματος, το ειδικό αίτιο είναι το σχήμα το οποίο παίρνει το μάρμαρο, το υλικό αίτιο είναι το μάρμαρο που παίρνει αυτό το σχήμα, το ποιητικό αίτιο είναι ο γλύπτης, και το τελικό αίτιο είναι ο σκοπός για τον οποίο παράγεται το άγαλμα (ίσως ο εξωραϊσμός της Αθήνας ή ο εορτασμός ενός από τους ήρωές της). Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η αναγνώριση του ενός ή του άλλου αιτίου είναι δύσκολη, ή στις οποίες ένα ή περισσότερα αίτια συγχωνεύονται, αλλά ο Αριστοτέλης ήταν πεπεισμένος ότι τα τέσσερα αυτά αίτια συνιστούν ένα αναλυτικό σχήμα το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί γενικά.
 
Έχουμε αναφέρει ήδη αρκετά για τη διάκριση μορφής και ύλης ώστε να είναι φανερό τι εννοούμε, όταν μιλούμε για ειδικά και υλικά αίτια. Η έννοια του ποιητικού αιτίου είναι αρκούντως κοντά στις νεώτερες έννοιες αιτιότητας ώστε να μην απαιτεί περαιτέρω σχολιασμό, αλλά η έννοια του τελικού αιτίου απαιτεί κάποιες εξηγήσεις. Κατά πρώτον, η έκφραση «τελικό αίτιο» δεν σχετίζεται με το γεγονός ότι αυτό το είδος αιτίου εμφανίζεται συχνά στο τέλος του καταλόγου των αριστοτελικών αιτίων. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ορθώς ότι η γνώση του σκοπού ή της λειτουργίας πολλών πραγμάτων είναι απαραίτητη για την κατανόησή τους. Για να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, την τοποθέτηση των δοντιών στο στόμα, θα πρέπει να κατανοήσουμε τις λειτουργίες τους (κοφτερά δόντια μπροστά για την αποκοπή της τροφής, τραπεζίτες πίσω για την άλεσή της). Ή, χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από το ανόργανο βασίλειο, δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε γιατί ένα πριόνι είναι φτιαγμένο έτσι όπως είναι χωρίς να γνωρίζουμε τη λειτουργία για την εξυπηρέτηση της οποίας κατασκευάστηκε. Ο Αριστοτέλης προχώρησε ως την απόδοση προτεραιότητας στο τελικό αίτιο έναντι του υλικού αιτίου, σημειώνοντας ότι ο σκοπός του πριονιού καθορίζει το υλικό (σίδηρος) από το οποίο πρέπει να κατασκευαστεί, ενώ η ενδεχόμενη κατοχή ενός κομματιού σιδήρου δεν καθορίζει με κανέναν τρόπο τη μετατροπή του σε πριόνι10.
 
Το πιο σημαντικό ίσως σχόλιο που μπορεί να γίνει για τα τελικά αίτια αφορά στο ρόλο του σκοπού στο αριστοτελικό σύμπαν (ο φιλοσοφικός όρος είναι «τελεολογία»), Ο κόσμος του Αριστοτέλη δεν είναι ο αδρανής και μηχανιστικός κόσμος των ατομικών, στον οποίο το κάθε άτομο ακολουθεί την τροχιά του ανεξάρτητα από όλα τα άλλα. Ο κόσμος του Αριστοτέλη δεν είναι ένας κόσμος του τυχαίου και των συμπτώσεων, αλλά ένας εύτακτος, οργανωμένος κόσμος, ένας κόσμος σκοπιμότητας, στον οποίο κάθε πράγμα εξελίσσεται προς το τέλος που καθορίζει η φύση του. Θα ήταν άδικο και άσκοπο να κρίνουμε τις απόψεις του Αριστοτέλη από το βαθμό στον οποίο προεικονίζουν στοιχεία της νεώτερης επιστήμης (ως αν ο στόχος του να ήταν η απάντηση των δικών μας ερωτημάτων, και όχι των δικών του)· παρ’ όλα αυτά είναι αξιοσημείωτο ότι η έμφαση στη λειτουργική εξήγηση, στην οποία οδη­γεί η τελεολογία του Αριστοτέλη, απέκτησε θεμελιώδη σημασία για όλες τις επιστήμες και παραμένει ακόμη και σήμερα κυρίαρχος τρόπος εξήγησης στις βιολογικές επιστήμες.
 
Κοσμολογία
Ο Αριστοτέλης δεν επινόησε απλώς μεθόδους και αρχές για τη διερεύνηση και κατανόηση του κόσμου, όπως η μορφή και η ύλη, η φύση. η δύναμη και η ενέργεια, και τα τέσσερα αίτια. Παράλληλα, διατύπωσε λεπτομερείς θεωρίες, οι οποίες άσκησαν ευρύτατη επίδραση, για ένα τεράστιο φάσμα φυσικών φαινομένων, από τους ουρανούς μέχρι τη γη και τους κατοίκους της11.
Ας αρχίσουμε με το ερώτημα των αρχών. Ο Αριστοτέλης αρνήθηκε με συνέπεια τη δυνατότητα αρχής του σύμπαντος, επιμένοντας ότι το σύμπαν θα πρέπει να είναι αιώνιο. Την εναλλακτική άποψη – ότι το σύμπαν προέκυψε κάποια χρονική στιγμή – τη θεωρούσε αδιανόητη, καθώς παραβαίνει (μεταξύ των άλλων) την παρμενίδεια απαγόρευση δημιουργίας εκ του μηδενός. Η θέση του Αριστοτέλη σε αυτό το ζήτημα αποδείχθηκε προβληματική για τους μεσαιωνικούς σχολιαστές του.
 
Ο Αριστοτέλης θεωρούσε αυτό το αιώνιο σύμπαν ως μια τεράστια σφαίρα χωρισμένη σε μιαν ανώτερη και μια κατώτερη περιοχή από το σφαιρικό κέλυφος στο οποίο είναι τοποθετημένη η Σελήνη. Πάνω από τη Σελήνη είναι η ουράνια περιοχή· η ίδια η Σελήνη, χωρικά ενδιάμεση, έχει επίσης ενδιάμεση φύση. Η γήινη ή υποσελήνια περιοχή χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη γένεσης, φθοράς και μεταβολών κάθε είδους· αντίθετα η ουράνια περιοχή είναι περιοχή αιώνια αμετάβλητων κύκλων. Η καταγωγή αυτή της διάκρισης θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρατήρηση· στο έργο του Περί ουρανού, ο Αριστοτέλης επισήμανε ότι «σε όλο τον παρελθόντα χρόνο, σύμφωνα με τις παραδεδομένες μαρτυρίες, καμμία μεταβολή δεν φαίνεται να έχει συμβεί ούτε στο σύνολο του εξώτερου ουρανού ούτε σε κάποιο από τα οικεία μέρη του»12. Αν στους ουρανούς παρατηρούμε αιώνια αμετάβλητες κυκλικές κινήσεις, συνέχισε ο Αριστοτέλης, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι ουρανοί δεν αποτελούνται από τα στοιχεία που συναντούμε στη γη, η φύση των οποίων (όπως αποκαλύπτει η παρατήρηση) είναι να κινούνται προς τα πάνω ή προς τα κάτω με μεταβατικές ευθύγραμμες κινήσεις. Οι ουρανοί θα πρέπει να αποτελούνται από ένα αναλλοίωτο πέμπτο στοιχείο (υπάρχουν τέσσερα στοιχεία στη γη), τον αιθέρα (ο οποίος, ως πέμπτη ουσία, ονομάστηκε αργότερα πεμπτουσία). Η ουράνια περιοχή είναι πλήρης αιθέρα (δεν υπάρχει κενός χώρος) και διαιρείται, όπως θα δούμε, σε ομόκεντρα σφαιρικά κελύφη τα οποία φέρουν τους πλανήτες. Για τον Αριστοτέλη, η φύση της ουράνιας περιοχής είναι ανώτερη και σχεδόν θεία13.
 
Η υποσελήνια περιοχή είναι η σκηνή της γένεσης, της φθοράς και της αστάθειας. Ο Αριστοτέλης, όπως και οι προηγούμενοι φιλόσοφοι, αναζήτησε τα θεμελιώδη στοιχεία στα οποία μπορεί να αναχθεί η πολυμορφία των ουσιών που βρίσκουμε στη γήινη περιοχή. Αποδέχθηκε ια τέσσερα στοιχεία που είχε αρχικά προτείνει ο Εμπεδοκλής και κατόπιν υιοθετήσει ο Πλάτων -τη γη, το νερό, τον αέρα και τη φωτιά. Συμφώνησε με τον Πλάτωνα ότι αυτά τα στοιχεία είναι αναγώγιμα σε κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες’ αλλά, καθώς δεν συμμεριζόταν τη μαθηματική προδιάθεση του Πλάτωνα, αρνήθηκε να δεχθεί τα κανονικά στερεά του Πλάτωνα και τα συστατικά τους τρίγωνα. Αντ’ αυτών, εξέφρασε την προσήλωσή του στον κόσμο της αισθητηριακής εμπειρίας, επιλέγοντας ως έσχατα δομικά υλικά ορισμένες αισθητές ιδιότητες ή ποιότητες. Δύο ζεύγη τέτοιων ιδιοτήτων έχουν αποφασιστική σημασία: το θερμό με το ψυχρό και το υγρό με το ξηρό. Αυτές οι ιδιότητες συνδυάζονται σε τέσσερα ζεύγη· από κάθε τέτοιο ζεύγος προκύπτει ένα από τα στοιχεία (βλ. Εικ. 3.2.).
 
Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι αντίθετες ιδιότητες. Τίποτα δεν απαγορεύει την αντικατάσταση μιας οποιασδήποτε από τις τέσσερις ιδιότητες από την αντίθετη ιδιότητά της (ως αποτέλεσμα εξωτερικής επίδρασης). Καθώς το νερό θερμαίνεται, και έτσι το ψυχρό του νερού μεταβάλλεται σε θερμό, το νερό μεταβάλλεται σε αέρα. Μια τέτοια διαδικασία εξηγεί εύκολα τις αλλαγές φάσης (από στερεό σε υγρό και αέριο, και αντίθετα), αλλά και γενικότερα τη μεταλλαγή μιας ουσίας σε άλλη. Οι αλχημιστές μπορούσαν εύκολα, να οικοδομήσουν πάνω σε μια τέτοια θεωρία14.
 
Οι διάφορες ουσίες που αποτελούν τον κόσμο τον γεμίζουν πλήρως, χωρίς να αφήνουν καθόλου κενό χώρο. Για να αποτιμήσουμε την άποψη του Αριστοτέλη θα πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος τη σχεδόν αυτόματη τάση μας να σκεφτόμαστε σύμφωνα με την ατομική θεωρία· θα πρέπει να θεωρήσουμε τα υλικά πράγματα όχι ως σχηματισμούς μικροσκοπικών σωματιδίων, αλλά ως συνεχείς ολότητες. Αν είναι προφανές, ας πούμε, ότι ένα καρβέλι ψωμί αποτελείται από ψίχουλα που διαχωρίζονται από μικροσκοπικά κενά, δεν υπάρχει κανείς λόγος που να μας απαγορεύει να υποθέσουμε ότι αυτά τα κενά είναι γεμάτα με κάποια λεπτότερη ουσία, όπως ο αέρας ή το νερό. Δεν υπάρχει επίσης απλός τρόπος να καταδείξει κανείς, όπως και προφανής λόγος για να μην πιστεύει, ότι το νερό και ο αέρας δεν είναι συνεχή. Ανάλογα επιχειρήματα, όσον αφορά ολόκληρο το σύμπαν, οδήγησαν τον Αριστοτέλη στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν είναι πλήρες (plenum) και δεν περιέχει κενούς χώρους.
 
Ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε αυτό το συμπέρασμα με ποικιλία επιχειρημάτων, όπως το ακόλουθο. Θα πρέπει πάντα να υπάρχει ένας αριθμητικός λόγος μεταξύ δύο οποιωνδήποτε κινήσεων (μετρούμενος με τα χρονικά διαστήματα που απαιτούνται για να διανυθεί ένα δεδομένο διάστημα). Αν αυτή η χρονική διαφορά προκύπτει από τη διαφορά της πυκνότητας των δύο μέσων, ο λόγος των χρόνων θα ισούται με το λόγο των πυκνοτήτων. Αν όμως ένα από τα δύο μέσα ήταν κενός χώρος, η μηδενική πυκνότητά του δεν θα μπορούσε να σχηματίσει λόγο με την πυκνότητα του άλλου μέσου, και άρα δεν θα υπήρχε ο λόγος μεταξύ των δύο χρονικών διαστημάτων, όπως είχαμε υποθέσει στην αρχή του επιχειρήματος. Σήμερα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ότι, αν η αντίσταση είναι αυτή που περιορίζει την ταχύτητα ενός κινούμενου σώματος, τότε η έλλειψη αντίστασης θα επέτρεπε στο σώμα να κινηθεί με άπειρη ταχύτητα -έννοια που δεν έχει νόημα. Κριτικοί σχολιαστές έχουν συχνά επισημάνει ότι αυτό το επιχείρημα μπορεί να εκληφθεί με δύο τρόπους: αποδεικνύει εξίσου είτε ότι η έλλειψη αντίστασης δεν συνεπάγεται άπειρη ταχύτητα είτε ότι δεν υπάρχει κενό. Η παρατήρηση είναι βεβαίως ορθή. Ομως θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η άρνηση του κενού από τον Αριστοτέλη δεν ήταν βασισμένη μόνο σε αυτό το επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, αυτό το επιχείρημα αποτελούσε μικρό μόνο μέρος μιας εκτεταμένης εκστρατείας κατά των ατομικών, στην οποία ο Αριστοτέλης καταπολέμησε την έννοια του κενού χώρου ή τόπου με ποικίλα επιχειρήματα, περισσότερο ή λιγότερο πειστικά15.
 
Κάθε στοιχείο, εκτός από θερμό ή ψυχρό και υγρό ή ξηρό, είναι επίσης βαρύ ή ελαφρύ. Η γη και το νερό είναι βαριά, με τη γη βαρύτερη
από το νερό. Ο αέρας και η φωτιά είναι ελαφρά, με τη φωτιά ελαφρύτερη από τον αέρα. Όταν ο Αριστοτέλης απέδωσε σε δύο από τα στοιχεία ελαφρύτητα. δεν εννοούσε (όπως θα μπορούσαμε να εννοούμε εμείς σε έναν ανάλογο ισχυρισμό) ότι είναι απλώς λιγότερο βαριά, αλλά ότι είναι ελαφρά με απόλυτη έννοια· η ελαφρύτητα δεν είναι εξασθενημένη μορφή βαρύτητας, αλλά ιδιότητα αντίθετη της βαρύτητας. Επειδή η γη και το νερό είναι βαριά, η φύση τους είναι να κατεβαίνουν προς το κέντρο του σύμπαντος· επειδή ο αέρας και η φωτιά είναι ελαφρά, η φύση τους είναι να ανεβαίνουν προς την περιφέρεια (την περιφέρεια της γήινης περιοχής, το σφαιρικό κέλυφος που φέρει τη Σελήνη). Αν δεν υπήρχαν εμπόδια, επομένως, η γη και το νερό θα κατέβαιναν προς το κέντρο· λόγω της μεγαλύτερης βαρύτητάς της η γη θα συγκεντρωνόταν στο κέντρο, με το νερό σε ένα ομόκεντρο σφαιρικό κέλυφος γύρω της. Ο αέρας και η φωτιά ανεβαίνουν, αλλά η φωτιά, λόγω της μεγαλύτερης ελαφρύτητάς της. καταλαμβάνει την εξώτατη περιοχή και ο αέρας σχηματίζει ομόκεντρη σφαίρα στο εσωτερικό της. Στην ιδανική περίπτωση (στην οποία δεν υπάρχουν ανάμεικτα σώματα και δεν υπάρχει τίποτε να εμποδίσει τα τέσσερα στοιχεία να εκπληρώσουν τη φύση τους), τα στοιχεία θα σχημάτιζαν ένα σύνολο ομόκεντρων σφαιρών: η φωτιά στο εξωτερικό, ακολουθούμενη από τον αέρα, το νερό και τη γη στο κέντρο (βλ. Εικ. 3.3). Αλλά στην πραγματικότητα, ο κόσμος αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από ανάμεικτα σώματα, τα οποία παρεμβάλλονται το ένα στο άλλο. και η ιδανική κατάσταση δεν πραγματοποιείται ποτέ. Όμως η ιδανική διευθέτηση καθορίζει το φυσικό τόπο κάθε στοιχείου’ ο φυσικός τόπος της γης είναι στο κέντρο του σύμπαντος, της φωτιάς αμέσως κάτω από τη σφαίρα της Σελήνης, κ.ο.κ.16
 
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η διευθέτηση των στοιχείων είναι σφαιρική. Η γη συγκεντρώνεται στο κέντρο και σχηματίζει τη Γη, η οποία είναι επίσης σφαιρική. Ο Αριστοτέλης υπεράσπισε αυτή την πεποίθηση με ποικίλα επιχειρήματα. Ξεκινώντας από τη φυσική φιλοσοφία του, επισήμανε ότι αφού η φυσική τάση της γης είναι να κινείται προς το κέντρο του σύμπαντος, θα πρέπει να διατάσσεται συμμετρικά γύρω από αυτό το σημείο. Αλλά επισήμανε, επίσης, τα δεδομένα της παρατήρησης, όπως την κυκλική σκιά που ρίχνει η Γη κατά τη διάρκεια των εκλείψεων της Σελήνης ή το γεγονός ότι η από βορρά προς νότο κίνηση ενός παρατηρητή στην επιφάνεια της Γης αλλοιώνει τη φαινομένη θέση των αστέρων. Ο Αριστοτέλης ανέφερε ακόμη και μια μαθηματική εκτίμηση του μήκους της περιφέρειας της Γης (400.000 στάδια = περίπου 45.000 μίλια, περίπου 1,8 φορές μεγαλύτερη από τη σύγχρονη τιμή). Η σφαιρικότητα της Γης, μετά την υπεράσπισή της από τον Αριστοτέλη, δεν ξεχάστηκε ποτέ, ούτε και αμφισβητήθηκε σοβαρά. Ο ευρέως διαδεδομένος μύθος ότι οι μεσαιωνικοί άνθρωποι πίστευαν ότι η Γη είναι επίπεδη είναι κατασκεύασμα των Νεώτερων Χρόνων.17
 
Τέλος, θα πρέπει να επισημάνουμε μιαν από τις συνέπειες αυτής της κοσμολογίας -ο χώρος, αντί να είναι ένα ουδέτερο, ομογενές πλαίσιο (σε αναλογία με τη σύγχρονη σύλληψη του γεωμετρικού χώρου) μέσα στο οποίο συμβαίνουν τα γεγονότα, αποκτά ιδιότητες. Ή, για να εκφραστούμε σαφέστερα, ο δικός μας κόσμος είναι ένας κόσμος χώρου, ενώ ο κόσμος του Αριστοτέλη είναι ένας κόσμος τόπου. Τα βαριά σώματα κινούνται προς τον τόπο τους στο κέντρο του σύμπαντος, όχι λόγω κάποιας τάσης να ενωθούν με τα άλλα βαριά σώματα που βρίσκονται εκεί, αλλά επειδή είναι η φύση τους να αναζητούν αυτό το κεντρικό σημείο· ακόμη και αν, ως εκ θαύματος, το κέντρο συνέβαινε να ήταν κενό (κάτι τέτοιο είναι φυσικά αδύνατο σε ένα αριστοτελικό σύμπαν, αλλά αποτελεί μια ενδιαφέρουσα φανταστική κατάσταση), θα παρέμενε ο προορισμός των βαριών σωμάτων18.
 
Επίγεια και ουράνια κίνηση
Ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης της αριστοτελικής θεωρίας της κίνησης είναι μέσω των δύο βασικών αρχών της. Η πρώτη είναι ότι η κίνηση δεν είναι ποτέ αυθόρμητη: δεν υπάρχει κίνηση χωρίς κινούν. Η δεύτερη είναι η διάκριση μεταξύ δύο τύπων κίνησης: η κίνηση προς το φυσικό τόπο του κινούμενου σώματος είναι «φυσική κίνηση»· η κίνηση προς οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση είναι «εξαναγκασμένη ή βίαιη κίνηση».
 
Το κινούν στην περίπτωση της φυσικής κίνησης είναι η φύση του σώματος, η οποία είναι υπεύθυνη για την τάση του να κινηθεί προς το φυσικό του τόπο, όπως αυτός καθορίζεται από την ιδανική σφαιρική διευθέτηση των στοιχείων. Τα ανάμεικτα σώματα παρουσιάζουν τάση κίνησης προς μια διεύθυνση, η οποία εξαρτάται από την αναλογία των διαφόρων στοιχείων στη σύνθεσή τους. Όταν κάποιο σώμα που κινείται με φυσική κίνηση φθάνει στο φυσικό τόπο του. η κίνηση σταματά. Το κινούν στην περίπτωση της εξαναγκασμένης κίνησης είναι κάποια εξωτερική δύναμη, η οποία υποχρεώνει το σώμα να παραβεί τη φυσική του τάση και να κινηθεί σε κάποια διεύθυνση άλλη από αυτή προς το φυσικό του τόπο. Αυτού του είδους η κίνηση σταματά όταν η εξωτερική δύναμη σταματήσει να ενεργεί19.
 
Μέχρις εδώ, όλα φαίνονται εύλογα. Μια προφανής δυσκολία είναι να εξηγήσει κανείς γιατί ένα βλήμα, το οποίο εκτοξεύεται οριζόντια και άρα εκτελεί εξαναγκασμένη κίνηση, δεν σταματά αμέσως μόλις χάσει την επαφή του με αυτό που το εκτόξευσε. Η απάντηση του Αριστοτέλη είναι ότι το μέσο αναλαμβάνει το ρόλο του κινούντος. Όταν εκτοξεύουμε ένα αντικείμενο, δρούμε επίσης στο περιβάλλον μέσο (στον αέρα, για παράδειγμα), μεταδίδοντάς του τη δύναμη να κινεί το αντικείμενο- αυτή η δύναμη μεταδίδεται διαδοχικά στα μέρη του μέσου, έτσι ώστε το βλήμα βρίσκεται πάντα σε επαφή με κάποιο μέρος του μέσου που είναι ικανό να το διατηρήσει σε κίνηση. Αν αυτή η εξήγηση δεν φαίνεται εύλογη, σκεφθείτε πόσο λιγότερο εύλογη (από τη σκοπιά του Αριστοτέλη) είναι η εναλλακτική πρόταση -ότι το βλήμα, το οποίο έχει την έμφυτη τάση να κινηθεί προς το κέντρο του σύμπαντος, κινείται οριζόντια ή προς τα πάνω παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτε πλέον που να προκαλεί αυτή την κίνηση.
 
Η δύναμη δεν είναι ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της κίνησης. Σε όλες τις πραγματικές περιπτώσεις κίνησης στην επίγεια περιοχή, υπάρχει επίσης αντίσταση, μια αντίθετη δύναμη. Και ήταν σαφές για τον Αριστοτέλη ότι η ταχύτητα της κίνησης θα πρέπει να εξαρτάται από αυτούς τους δύο καθοριστικούς παράγοντες -την κινητήρια δύναμη και την αντίσταση. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Ποια είναι η σχέση μεταξύ της δύναμης, της αντίστασης και της ταχύτητας; Αν και κατά πάσα πιθανότητα ο Αριστοτέλης δεν σκέφθηκε ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένας ποσοτικός νόμος καθολικής ισχύος, ενδιαφέρθηκε για το ερώτημα και έκανε κάποιες ανιχνευτικές διαδρομές στην περιοχή του ποσοτικού. Αναφερόμενος στη φυσική κίνηση, τόσο στο Περί ουρανού όσο και στα Φυσικά, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι όταν πέφτουν δύο σώματα διαφορετικού βάρους, τα χρονικά διαστήματα που απαιτούνται για να καλυφθεί μια δεδομένη απόσταση είναι αντιστρόφως ανάλογα των βαρών (ένα σώμα με διπλάσιο βάρος απαιτεί το μισό χρόνο). Στο ίδιο κεφάλαιο των Φυσικών, ο Αριστοτέλης εισήγαγε την αντίσταση στην ανάλυση της φυσικής κίνησης, υποστηρίζοντας ότι αν σώμα­τα ίδιου βάρους κινούνται σε μέσα με διαφορετικές πυκνότητες, τα χρονικά διαστήματα που απαιτούνται για να διανυθεί μια δεδομένη απόσταση είναι ανάλογα με τις πυκνότητες των αντίστοιχων μέσων: όσο μεγαλύτερη είναι η πυκνότητα, τόσο πιο αργά κινείται το σώμα. Τέλος, επίσης στα Φυσικά, ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε με την εξαναγκασμένη κίνηση υποστηρίζοντας ότι, αν μια δεδομένη δύναμη μετακινεί ένα δεδομένο βάρος (ενάντια στη φύση του) για δεδομένη απόσταση σε δεδομένο χρονικό διάστημα, η ίδια δύναμη θα μετακινήσει το μισό βάρος για διπλάσια απόσταση στο ίδιο χρονικό διάστημα (ή για ίση απόσταση στο μισό χρονικό διάστημα)· αλλιώς, η μισή δύναμη θα με­τακινήσει το μισό βάρος για ίση απόσταση σε ίσο χρονικό διάστημα20.
 
Από τέτοιες προτάσεις, κάποιοι από αυτούς που ακολούθησαν τον Αριστοτέλη προσπάθησαν εντατικά να εξαγάγουν ένα γενικό νόμο. Ο νόμος αυτός συνήθως διατυπώνεται ως:
τ = Δ/Α
Με άλλα λόγια, η ταχύτητα (τ) είναι ανάλογη της κινητήριας δύνα­μης (Δ) και αντιστρόφως ανάλογη της αντίστασης (Α). Στην ειδική πε­ρίπτωση της φυσικής πτώσης ενός σώματος με βάρος, η κινητήρια δύ­ναμη είναι το βάρος (Β) του σώματος· η σχέση διατυπώνεται τότε:
τ = Β/Α
Τέτοιου είδους σχέσεις δεν έρχονται πιθανόν σε σοβαρή αντίθεση με τις προθέσεις του Αριστοτέλη για τις περισσότερες περιπτώσεις κίνησης· η διατύπωσή τους, όμως, σε μαθηματική μορφή, όπως έγινε παραπάνω, υπονοεί ότι ισχύουν για όλες τις τιμές των τ, Δ, και Α -κάτι το οποίο ο Αριστοτέλης ασφαλώς θα είχε αρνηθεί. Δήλωσε ρητά, για παράδειγμα, ότι στην περίπτωση που η αντίσταση είναι ίση με την κινητήρια δύναμη δεν υπάρχει καθόλου κίνηση, ενώ ο παραπάνω τύπος δεν οδηγεί σε τέτοιο αποτέλεσμα. Επιπλέον, η εμφάνιση της ταχύτητας σε αυτές τις σχέσεις παρερμηνεύει σοβαρά το εννοιολογικό πλαίσιο του Αριστοτέλη, το οποίο δεν περιείχε την έννοια της ταχύτητας ως ποσοτικού μέτρου της κίνησης, αλλά περιέγραφε την κίνηση μόνο με όρους αποστάσεων και χρόνων. Η ταχύτητα ως τεχνικός επιστημονικός όρος. στον οποίο μπορεί να αποδοθούν αριθμητικές τιμές, αποτελεί συμβολή του Μεσαίωνα.
 
Ο Αριστοτέλης έχει επικριθεί αυστηρά για τη θεωρία της κίνησης που επεξεργάστηκε, στη βάση της υπόθεσης ότι κάθε λογικός άνθρωπος θα έπρεπε να αναγνωρίζει ότι αυτή η θεωρία παρουσιάζει ανυπέρβλητα προβλήματα. Είναι αυτή η κριτική δικαιολογημένη; Κατά πρώτον, λίγοι ιστορικοί θεωρούν την απόδοση επαίνου ή ψόγου ως την πρωταρχική αποστολή τους’ η κατανόηση του παρελθόντος φαίνεται να αποτελεί πολύ πιο χρήσιμο στόχο. Δεύτερον, κάποιες από τις κριτικές ισχύουν μόνο για τη θεωρία που απέδωσαν στον Αριστοτέλη οι οπαδοί του και οι κριτικοί του. και όχι για τη δική του. Τρίτον, η θεωρία στην αυθεντική αριστοτελική εκδοχή της είναι ιδιαίτερα εύλογη· διάφορες έρευνες, για παράδειγμα, έχουν δείξει ότι η πλειοψηφία του σύγχρονου πληθυσμού πανεπιστημιακής μόρφωσης θα ήταν έτοιμη να συμφωνήσει με πολλές από τις βασικές προτάσεις της αριστοτελικής θεωρίας της κίνησης. Τέταρτον, το σχετικά χαμηλό επίπεδο ποσοτικού περιεχομένου της θεωρίας του Αριστοτέλη εξηγείται εύκολα ως συνέπεια της σύνολης φυσικής φιλοσοφίας του. Ο πρωταρχικός στόχος του ήταν η κατανόηση της ουσιώδους φύσης κάθε πράγματος, και όχι η εξερεύνηση των ποσοτικών σχέσεων μεταξύ τυχαίων ή κατά συμβεβηκός παραγόντων, όπως οι χωρο-χρονικές (ή τόπο-χρονικές) συντεταγμένες που μπορούν να αποδοθούν σε ένα κινούμενο σώμα- ακόμη και μια εξαντλητική διερεύνηση τέτοιων παραγόντων δεν προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες ως προς το ζητούμενο. (Ένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά της νεώτερης μηχανικής είναι ακριβώς η πρόθεσή της να αντιμετωπίσει όλα τα σώματα με τον ίδιο τρόπο, αρνούμενη να αναγνωρίσει διαφορές στην ουσιώδη φύση τους: από ό,τι και να αποτελείται το σώμα, οι ίδιοι νόμοι ισχύουν και οι ίδιες συμπεριφορές προκύπτουν σε ίδιες συνθήκες). Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στον Αριστοτέλη, αν θέλουμε, γιατί τα ενδιαφέροντά του δεν συμπίπτουν με τα δικά μας, αλλά δεν μαθαίνουμε τίποτε σημαντικό για τον Αριστοτέλη από κριτικές τέτοιου είδους.
 
Η κίνηση στην ουράνια σφαίρα είναι φαινόμενο εντελώς διαφορετικού είδους. Οι ουρανοί αποτελούνται από την πέμπτη ουσία, μιαν αναλλοίωτη ουσία η οποία, καθώς δεν έχει αντίθετο στοιχείο, δεν επιδέχεται ποιοτική αλλαγή. Θα άρμοζε σε μια τέτοια περιοχή να ήταν τελείως ακίνητη, αλλά αυτή η υπόθεση διαψεύδεται και από την πλέον πρόχειρη παρατήρηση του ουρανού. Ο Αριστοτέλης, επομένως, απέδωσε στα ουράνια σώματα το τελειότερο είδος κίνησης -τη συνεχή ομαλή κυκλική κίνηση. Η ομαλή κυκλική κίνηση δεν είναι μόνο η τελειότερη μορφή κίνησης, αλλά φαίνεται και ικανή να εξηγήσει τους παρατηρούμενους ουράνιους κύκλους.
 
Στην εποχή του Αριστοτέλη, αυτοί οι κύκλοι αποτελούσαν ήδη αντικείμενο μελέτης για αιώνες. Είχε γίνει αντιληπτό ότι οι απλανείς αστέρες κινούνται απολύτως ομαλά, σαν να είναι στερεωμένοι σε μια ομαλά περιστρεφόμενη σφαίρα, με περίοδο περιστροφής περίπου μια ημέρα. Αλλά υπήρχαν επτά αστέρες, οι «πλανώμενοι» αστέρες ή πλανήτες, οι οποίοι εκτελούσαν μια περισσότερο πολύπλοκη κίνηση· αυτοί οι επτά αστέρες ήταν ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Δίας και ο Κρόνος. Ο Ήλιος κινείται αργά (περίπου I0/ημέρα) από τα δυτικά στα ανατολικά, με μικρές μεταβολές ταχύτητας, ακλουθώντας, στη σφαίρα των σταθερών αστέρων, μια τροχιά που είναι εκλειπτική και περνά από το κέντρο του ζωδιακού κύκλου. Η Σελήνη ακολουθεί περίπου την ίδια τροχιά, αλλά κινείται ταχύτερα (περίπου 12°/ημέρα). Οι υπόλοιποι πλανήτες κινούνται επίσης πάνω στην εκλειπτική, με μεταβλητή ταχύτητα και με περιστασιακές αλλαγές κατεύθυνσης.
 
Θα μπορούσαν τέτοιες σύνθετες κινήσεις να είναι συμβατές με τις απαιτήσεις της ομαλής κυκλικής κίνησης του ουρανού; Ο Εύδοξος, μια γενιά πριν από τον Αριστοτέλη, είχε ήδη δείξει ότι είναι συμβατές. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το ζήτημα στο κεφάλαιο 5 παρακάτω1 προσωρινά, αρκεί να σημειώσουμε ότι ο Εύδοξος αντιμετώπισε κάθε σύνθετη πλανητική κίνηση ως συνισταμένη σειράς απλών ομαλών κυκλικών κινήσεων. Αυτό το πέτυχε αποδίδοντας σε κάθε πλανήτη μια σειρά ομόκεντρων σφαιρών και σε κάθε σφαίρα μια συνιστώσα της σύνθετης πλανητικής κίνησης. Ο Αριστοτέλης υιοθέτησε το σχήμα του Ευδόξου με ορισμένες τροποποιήσεις. Όταν τελείωσε την επεξεργασία του, είχε δημιουργήσει έναν πολύπλοκο ουράνιο μηχανισμό, ο οποίος αποτελείται από πενήντα πέντε πλανητικές σφαίρες συν τη σφαίρα των απλανών αστέρων.
 
Ποιο είναι όμως το αίτιο της κίνησης στον ουρανό; Η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη δεν θα μπορούσε να αφήσει ένα τέτοιο ερώτημα αναπάντητο. Οι ουράνιες σφαίρες αποτελούνται, βέβαια, από αιθέρα· η κίνησή τους, αφού είναι αιώνια, θα πρέπει να είναι φυσική και όχι εξαναγκασμένη. Το αίτιο της αιώνιας αυτής κίνησης θα πρέπει να είναι το ίδιο ακίνητο, αφού αν δεν υποθέσουμε ένα ακίνητο κινούν, θα βρεθούμε σύντομα παγιδευμένοι σε μιαν άπειρη ακολουθία: ένα κινούμενο κινούν θα έχει αποκτήσει την κίνησή του από ένα άλλο κινούμενο κινούν, κ.ο.κ. Ο Αριστοτέλης ονόμασε το ακίνητο κινούν των πλανητικών σφαιρών «Πρώτο Κινούν»: πρόκειται για έναν έμψυχο θεό που αντιστοιχεί στο ύψιστο αγαθό, είναι απολύτως ενεργός (είναι πάντα ενεργεία και ποτέ δυνάμει), είναι ολοκληρωτικά απορροφημένος στη νοητική επισκόπηση του εαυτού του. δεν καταλαμβάνει τόπο. είναι ξεχωριστός από τις σφαίρες τις οποίες κινεί και δεν μοιάζει καθόλου με τους παραδοσιακούς ανθρωπομορφικούς θεούς των αρχαίων Ελλήνων. Πώς, λοιπόν, το Πρώτο ή Ακίνητο Κινούν προκαλεί την κίνηση στον ουρανό; Όχι ως ποιητικό αίτιο, αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε επαφή μεταξύ του κινούντος και του κινουμένου, αλλά ως τελικό αίτιο. Το Πρώτο Κινούν είναι το αντικείμενο της επιθυμίας των ουράνιων σφαιρών, οι οποίες προσπαθούν να μιμηθούν την αναλλοίωτη τελειότητά του εκτελώντας αιώνιες ομαλές κυκλικές κινήσεις. Ο αναγνώστης που έχει παρακολουθήσει μέχρις εδώ τη συζήτηση του Αριστοτέλη θα υπέθετε δικαιολογημένα ότι υπάρχει ένα Ακίνητο Κινούν για ολόκληρο το σύμπαν η δήλωση του Αριστοτέλη ότι στην πραγματικότητα κάθε ουράνια σφαίρα έχει το δικό της Ακίνητο Κινούν, αντικείμενο της επιθυμίας της και τελικό αί­τιο της κίνησής της, δημιουργεί επομένως κάποια έκπληξη21.
 
Ο Αριστοτέλης ως βιολόγος
Δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε πότε ή πώς ο Αριστοτέλης άρχισε να ενδιαφέρεται για βιολογικά ζητήματα. Το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν γιατρός είναι ένας παράγοντας που σίγουρα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Οι βιολογικές μελέτες του Αριστοτέλη είχαν αναμφισβήτητα μεγάλη διάρκεια, αλλά τα λίγα χρόνια που πέρασε στη Λέσβο αποτέλεσε μια εξαιρετική ευκαιρία για την παρατήρηση της θαλάσσιας ζωής. Κατά πάσα πιθανότητα, οι μαθητές του βοηθούσαν στη συλλογή βιοτικών δεδομένων, και σίγουρα βασίστηκε στις αναφορές άλλων παρατηρητών, ιδιαίτερα γιατρών, ψαράδων, ή γεωργών. Το προϊόν αυτής της έρευνας ήταν μια σειρά εκτεταμένων ζωολογικών πραγματειών και σύντομων έργων για την ανθρώπινη φυσιολογία και ψυχολογία, τα ποια καταλαμβάνουν περισσότερες από 400 σελίδες στις σύγχρονες μεταφράσεις· αυτά τα έργα έθεσαν τα θεμέλια της συστηματικής ζωολογίας και διαμόρφωσαν ουσιαστικά τη βιολογική σκέψη για τα επόμενα δύο χιλιάδες χρόνια περίπου22.
 
Την εποχή του Αριστοτέλη, η ανθρώπινη φυσιολογία και ανατομία αποτελούσαν ήδη από καιρό αντικείμενα μελέτης, λόγω της ιατρικής :ους σημασίας, και προφανώς δεν απαιτούσαν περαιτέρω δικαιολόγηση· όμως, ο Αριστοτέλης αισθάνθηκε υποχρεωμένος να υπερασπιστεί τη ζωολογική έρευνα. Στο έργο του Περί ζώων μορίων, δέχεται ότι τα ζώα είναι υποδεέστερα σε σύγκριση με τον ουρανό και αναγνωρίζει ότι οι ζωολογικές σπουδές προκαλούν αποστροφή σε πολλούς. Ωστόσο, θεωρεί αυτή την αποστροφή παιδαριώδη, και υποστηρίζει ότι στις ζωολογικές μελέτες η ποσότητα και ο πλούτος των διαθέσιμων δεδομένων αποζημιώνει τον ερευνητή για την κατωτερότητα του αντικειμένου μελέτης. Υποστηρίζει, επιπλέον, ότι οι ζωολογικές σπουδές, δεδομένης της μεγάλης ομοιότητας μεταξύ της ζωικής και της ανθρώπινης φύσης, συμβάλλουν στη γνώση του ανθρώπινου οργανισμού’ επισημαίνει την ευχαρίστηση που προκαλεί η ανακάλυψη αιτίων στο ζωολογικό πεδίο’ και, τέλος, υπογραμμίζει ότι η τάξη και η σκοπιμότητα που παρουσιάζονται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο ζωικό βασίλειο μας προσφέρουν την ευκαιρία να ανασκευάσουμε την άποψη ότι τα «έργα της φύσης» είναι αποκλειστικά προϊόν του τυχαίου23.
 
Ο Αριστοτέλης αντιλήφθηκε ότι η βιολογία έχει και περιγραφική και εξηγητική διάσταση. Θεώρησε ότι η εξήγηση των βιολογικών φαινομένων αποτελεί τον τελικό σκοπό, αλλά αποδέχθηκε ότι η συλλογή βιολογικών δεδομένων αποτελεί το πρώτο βήμα της έρευνας. Το έργο του Περί τα ζώα ιστορίαι, το οποίο αποτελεί προσπάθεια ικανοποίησης αυτής της πρώτης ανάγκης, είναι μια τεράστια αποθήκη βιολογικών πληροφοριών. Ο Αριστοτέλης ξεκίνησε από το ανθρώπινο σώμα, ως μέτρο σύγκρισης, με τη βοήθεια του οποίου τα άλλα ζώα θα μπορούσαν να κατανοηθούν. Διαίρεσε το ανθρώπινο σώμα σε κεφαλή, λαιμό, θώρακα, βραχίονες και σκέλη, και προχώρησε στη συζήτηση εσωτερικών και εξωτερικών χαρακτηριστικών, όπως ο εγκέφαλος, το πεπτικό σύστημα, τα γεννητικά όργανα, οι πνεύμονες, η καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία.
 
Η μεγαλύτερη συμβολή του Αριστοτέλη, όμως, δεν βρίσκεται στην περιοχή της ανθρώπινης ανατομίας, αλλά στην περιγραφική ζωολογία. Περισσότερα από 500 είδη ζώων αναφέρονται στο έργο του Περί τα ζώα ιστορίαι η δομή και η συμπεριφορά πολλών από αυτά περιγράφονται ιδιαίτερα λεπτομερειακά, συχνά στη βάση επιδέξιων ανατομών. Αν και αντιμετώπισε με ιδιαίτερη προσοχή τα θεωρητικά προβλήματα της ταξινόμησης, ο Αριστοτέλης υιοθέτησε στην πράξη «φυσικές» ή παραδοσιακές κατατάξεις που βασίζονται σε πολλαπλά χαρακτηριστικά. Διαίρεσε τα ζώα σε δύο μεγάλες κατηγορίες -τα «έναιμα» (ζώα που έχουν ερυθρό αίμα) και τα «άναιμα». Η πρώτη κατηγορία υποδιαιρείται περαιτέρω σε ζωοτόκα τετράποδα (θηλαστικά τετράποδα που γεννούν νεογνά), ωοτόκα τετράποδα (που γεννούν αβγά), θαλάσσια θηλαστικά (κήτη), πτηνά και ψάρια. Η δεύτερη κατηγορία υποδιαιρείται σε μαλάκια (όπως το χταπόδι και η σουπιά), μαλακόστρακα (όπως το καβούρι και η καραβίδα), οστρακόδερμα (όπως το σαλιγκάρι και το στρείδι) και έντομα. Ο Αριστοτέλης τοποθέτησε αυτές τις βασικές κατηγορίες σε μια ιεραρχική κλίμακα ανάλογα με το βαθμό οργανικής ή ζωτικής θερμότητας που χαρακτηρίζει την καθεμία24.
 
Αν και ασχολήθηκε με ολόκληρο το ζωικό βασίλειο, ο Αριστοτέλης ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τη θαλάσσια ζωή· σε αυτό τον τομέα επέδειξε συχνά λεπτομερείς και απευθείας γνώσεις. Έχει συχνά σημειωθεί, για παράδειγμα, ότι περιέγραψε τον πλακούντα ενός είδους σκυλόψαρου (Mustelus laevis) με τρόπο που τελικά επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Αλλά ο Αριστοτέλης επέδειξε εντυπωσιακή επιδεξιότητα και σε άλλους τομείς του ζωικού βασιλείου. Η περιγραφή της επώασης των αβγών των πτηνών αποτελεί άριστο παράδειγμα προσεκτικής παρατήρησης:
Η διαδικασία επώασης και εκκόλαψης είναι ίδια σε όλα τα πτηνά, αλλά το πλήρες χρονικό διάστημα μεταξύ της σύλληψης και της γέννησης διαφέρει… Στην περίπτωση της κοινής κότας, η πρώτη ένδειξη του εμβρύου παρουσιάζεται μετά από τρεις ημέρες και νύκτες… Εν τω μεταξύ, σχηματίζεται ο κρόκος, ανεβαίνοντας προς τη στενή πλευρά, όπου βρίσκεται η πρωταρχική ουσία του αβγού και από όπου συμβαίνει η εκκόλαψη, και εμφανίζεται η καρδιά, σαν κηλίδα αίματος, στο λεύκωμα. Αυτό το σημείο σφύζει και κινείται σαν να ήταν ζωντανό, και από εκεί… διακλαδίζονται δύο φλεβώδεις αγωγοί που περιέχουν αίμα…· και μια μεμβράνη στην οποία υπάρχουν αιματώδεις ίνες καλύπτει τώρα το λεύκωμα, ξεκινώντας από τους φλεβώδεις αγωγούς. Λίγο αργότερα διαφοροποιείται το σώμα, στην αρχή πολύ μικρό και λευκό. Το κεφάλι διακρίνεται καθαρά, και επάνω του τα μάτια, εξογκωμένα σε μεγάλο βαθμό… 25
 
Η φυσική ιστορία, η οποία απαριθμεί και περιγράφει τον πληθυσμό του σύμπαντος, αποτελεί αναμφίβολα γοητευτική απασχόληση και θα μπορούσε να θεωρηθεί από κάποιους ως αυτοτελής δραστηριότητα. Αλλά για τον Αριστοτέλη αποτελούσε το μέσο για έναν υψηλότερο σκοπό: ήταν η πηγή των πραγματικών δεδομένοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατανόηση των φυσιολογικών λειτουργιών και στη διατύπωση αιτιακών εξηγήσεων. Για τον Αριστοτέλη, η αληθινή γνώση είναι πάντοτε αιτιακή γνώση.
 
Ο Αριστοτέλης εφήρμοσε στη μελέτη της φυσιολογίας τις ίδιες αρχές που ισχύουν και σε άλλα μέρη της φυσικής φιλοσοφίας του. (Το αν προέκυψαν πρώτα στο βιολογικό πεδίο και μετά εφαρμόστηκαν στη μεταφυσική, τη φυσική και την κοσμολογία, ή αν συνέβη το αντίθετο, αποτελεί αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στους σχολιαστές)26. Έννοιες, όπως μορφή και ύλη, ενέργεια και δύναμη, τα τέσσερα αίτια, και ιδιαίτερα το στοιχείο της σκοπιμότητας ή λειτουργικότητας που σχετίζεται με το τελικό αίτιο, έχουν επομένως κεντρική σημασία στη βιολογία του. Τα συστατικά μιας ικανοποιητικής βιολογικής εξήγησης δίδονται συνοπτικά από τον Αριστοτέλη στο έργο του Περί ζώων γενέσεως: «Κάθε πράγμα το οποίο γίνεται πρέπει αναγκαστικά [1] να αποτελείται από κάτι, [2] να προκύπτει από τη δραστηριότητα κάποιου πράγματος, και [3] να γίνεται κάτι συγκεκριμένο»27.
 
Αυτό από το οποίο αποτελείται ο οργανισμός είναι, βέβαια, το υλικό του αίτιο· η δραστηριότητα που είναι υπεύθυνη για τη γένεσή του είναι το ειδικό ή το ποιητικό του αίτιο (τα οποία συχνά συγχωνεύονται στη βιολογία του Αριστοτέλη)’ αυτό το οποίο γίνεται, ο στόχος της εξέλιξής του, είναι το τελικό του αίτιο.
 
Κάθε οργανισμός, επομένως, αποτελείται από μορφή και ύλη: η ύλη αποτελείται από τα διάφορα όργανα που απαρτίζουν το σώμα· η μορφή είναι η οργανωτική αρχή που συνενώνει αυτά τα όργανα σε ένα ενοποιημένο οργανικό όλον. Ο Αριστοτέλης ταύτισε τη μορφή με την ψυχή και τη θεώρησε υπεύθυνη για τα ζωτικά χαρακτηριστικά των έμβιων όντων – τη θρέψη, την αναπαραγωγή, την αύξηση, την αίσθηση, την κίνηση και όλα τα σχετικά. Μάλιστα ο Αριστοτέλης κατέταξε ιεραρχικά τα έμβια όντα ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε διάφορα είδη ψυχής, το καθένα από τα οποία επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες. Τα φυτά έχουν θρεπτική ψυχή. η οποία τους επιτρέπει να τρέφονται, να αυξάνουν και να αναπαράγονται. Τα ζώα έχουν επιπλέον αισθητική ψυχή, η οποία είναι υπεύθυνη για την αίσθηση και (εμμέσως) για την κίνηση. Τέλος, στην περίπτωση των ανθρώπων προστίθεται και η έλλογη ψυχή, η οποία προσδίδει τις ανώτερες διανοητικές ικανότητες. Αν, όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης, η ψυχή είναι η μορφή του οργανισμού, τότε γίνεται σαφές ότι η ψυχή (και η ανθρώπινη ψυχή) δεν είναι αθάνατη· με το θάνατο ο οργανισμός αποσυντίθεται και η μορφή του σταματά να υπάρχει28.
 
Πώς η ψυχή, μορφή του ζωντανού οργανισμού, μεταδίδεται από τους γονείς στους απογόνους τους; Το ερώτημα αυτό μας φέρνει σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της φυσιολογίας του Αριστοτέλη – το πρόβλημα της οργανικής γένεσης. Πρώτον, υποστήριξε ο Αριστοτέλης, η ύπαρξη δύο φύλων -αρσενικού και θηλυκού- αντανακλά τη διάκριση μεταξύ ειδικού ή ποιητικού αιτίου (που εδώ συγχωνεύονται) και της ύλης στην οποία επιδρά αυτό το αίτιο. Στους ανθρώπους και τα ανώτερα ζώα, το θηλυκό προσφέρει την ύλη, την έμμηνη ροή. Το αρσενικό σπέρμα περιέχει τη μορφή και την αποτυπώνει στην ύλη της έμμηνης ροής για τη δημιουργία του νέου οργανισμού. Τα νεογνά των ανώτερων ζώων, τα οποία έχουν τη μεγαλύτερη ποσότητα ζωτικής θερμότητας, γεννιούνται ζωντανά ως πλήρως αναπτυγμένα (έστω και σε μικρογραφία) μέλη του είδους τους· ζώα τα οποία παρουσιάζουν κάπως μικρότερη ζωτική θερμότητα παράγουν αβγά τα οποία όμως επωάζονται εσωτερικά (εσωτερικά ωοτόκα και εξωτερικά ζωοτόκα). Καθώς κατεβαίνουμε την ιεραρχική κλίμακα, συναντούμε ζώα που γεννούν αβγά που επωάζονται εξωτερικά’ σε αυτή την περίπτωση, τα αβγά είναι τέλεια ή ατελή (το μέγεθος τους είναι σταθερό ή μεταβάλλεται μετά την παραγωγή τους), ανάλογα με την ακριβή ποσότητα ζωτικής θερμότητας. Στην κατώτερη βαθμίδα της κλίμακας συναντούμε άναιμα ζώα τα οποία παράγουν σκώληκες ή προνύμφες:
Θα πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε πόσο καλά η φύση έχει τοποθετήσει τη γένεση σε ομαλές βαθμίδες. Τα τελειότερα και θερμότερα ζώα γεννούν τα νεογνά τους τέλεια ως προς το ποιόν τους… και παράγουν ευθύς εξαρχής μέσα στο σώμα τους ζωντανά έμβρυα. Τα ζώα της δεύτερης κατηγορίας δεν παράγουν τέλεια ζώα μέσα στο σώμα τους εξαρχής (γιατί γεννούν νεογνά, αφού πρώτα παράγουν αβγά)… Τα ζώα της τρίτης κατηγορίας δεν γεννούν τέλεια νεογνά, αλλά αβγά, και αυτά τα αβγά είναι τέλεια. Αυτά των οποίων η φύση είναι ακόμη ψυχρότερη γεννούν αβγά, τα οποία όμως είναι ατελή και ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους έξω από το σώμα… Τα ζώα της πέμπτης και ψυχρότερης κατηγορίας δεν γεννούν καν αβγά αυτά τα ίδια, αλλά τα αβγά παράγονται έξω από το σώμα τους… Γιατί τα έντομα γεννούν πρώτα σκώληκες- ο σκώληκας, αφού αναπτυχθεί, γίνεται ωώδης…29
 
Η ιδέα της τελειότητας, ιδιαίτερα εμφανής στην αριστοτελική θεωρία της γένεσης, μας φέρνει στο τρίτο και τελευταίο στοιχείο της βιολογικής εξήγησης -το τελικό αίτιο, ή κατά τη διατύπωση του Αριστοτέλη στο χωρίο που παρατίθεται παραπάνω, αυτό το οποίο γίνεται κάθε βιολογικός οργανισμός καθώς αναπτύσσεται. Ο βιολόγος, σύμφωνα με την άποψη του Αριστοτέλη, πρέπει πάντα να γνωρίζει την πλήρη και ώριμη μορφή ή φύση ενός οργανισμού. Μόνο μια τέτοια γνώση θα του επιτρέψει να κατανοήσει τη δομή του οργανισμού και την ύπαρξη και τις διασυνδέσεις των μερών του. Για παράδειγμα, ο Αριστοτέλης εξήγησε την παρουσία των πνευμόνων στα χερσαία ζώα, αναφερόμενος στις ανάγκες ολόκληρου του οργανισμού. Τα έναιμα ζώα. υποστήριξε, απαιτούν ένα εξωτερικό ψυκτικό μέσο λόγω της θερμότητάς τους. Στην περίπτωση των ψαριών, το μέσο αυτό είναι το νερό. και επομένως τα ψάρια έχουν βράγχια αντί για πνεύμονες. Τα ζώα που αναπνέουν, όμως. ψύχονται από τον αέρα και συνεπώς είναι εξοπλισμένα με πνεύμονες30. Η γνώση της ώριμης μορφής συμβάλλει, επίσης, στην εξήγηση της ανάπτυξης του οργανισμού, αφού οι βιολογικοί οργανισμοί προσπαθούν να γίνουν ενεργεία αυτό που ήδη είναι δυνάμει. Δεν μπορούμε, για παράδειγμα. να κατανοήσουμε τις αλλαγές που συμβαίνουν σε ένα βελανίδι, αν δεν γνωρίζουμε τη βελανιδιά που αποτελεί τον τελικό προορισμό του. Τέλος, ο σκοπός και η λειτουργία δεν χρησιμοποιούνται στη βιολογία του Αριστοτέλη απλώς για να εξηγήσουν τη μορφή ή την ανάπτυξη ενός ατόμου ή ενός είδους, αλλά, σε ένα καθολικό ή κοσμικό επίπεδο, εξηγούν, επίσης, την αλληλεξάρτηση και τις διασυνδέσεις των ειδών στη φυσική τάξη.
 
Το βιολογικό σύστημα του Αριστοτέλη περιλαμβάνει, βέβαια, πολύ περισσότερα στοιχεία. Ο Αριστοτέλης εξήγησε τη θρέψη, την αύξηση, την κίνηση των ζώων και την αίσθηση. Επισκόπησε τις λειτουργίες των κυριότερων οργάνων, όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά, οι πνεύμονες, το συκώτι και τα γεννητικά όργανα. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατέστησε την καρδιά κεντρικό όργανο του σώματος, έδρα των αισθημάτων, της αίσθησης και της ζωτικής θερμότητας. Τέλος, επεξεργάστηκε την έννοια της ιεραρχίας στο βιολογικό πεδίο: η μορφή, πίστευε, είναι ανώτερη από την ύλη, το έμψυχο από το άψυχο, το αρσενικό από το θηλυκό, το έναιμο από το άναιμο, το ώριμο από το ανώριμο. Σε αυτή τη βάση, κατέταξε τα έμψυχα όντα σε μια ενοποιημένη ιεραρχική κλίμακα όντων, ξεκινώντας από το Πρώτο Κινούν στην κορυφή, κατεβαίνοντας στο ανθρώπινο είδος, τα ζωοτόκα, τα ωοτόκα και τα σκωληκοτόκα ζώα, και καταλήγοντας στα φυτά.
 
Θα ολοκληρώσουμε αυτή τη συζήτηση με μια σύντομη ανάλυση της μεθόδου των βιολογικών έργων του Αριστοτέλη. Αν υπάρχει κάποιος κλάδος επιστημονικής δραστηριότητας ο οποίος απαιτεί παρατήρηση, αυτός είναι σίγουρα η βιολογία (και ειδικά η φυσική ιστορία),είναι αδιανόητο ότι ο Αριστοτέλης θα προσπαθούσε vex περιγράψει τη δομή και τις συνήθειες των ζώων στηριγμένος σε κάποια άλλη βάση. Η παρατήρηση που στηρίζει τα έργα του Αριστοτέλη είναι συχνά προσωπική και βρίσκουμε στα έργα του άφθονα στοιχεία εμπειρικών μεθόδων, όπως η ανατομή. Κανένας φυσιολόγος, όμως, εργαζόμενος μόνος, δεν θα μπορούσε να συσσωρεύσει την ποσότητα των δεδομένων που περιέχονται στα βιολογικά έργα του Αριστοτέλη, και είναι φανερό ότι στηρίχθηκε στις αναφορές ταξιδιωτών, αγροτών και ψαράδων, στη 3ήθεια συνεργατών και σε γραπτά προηγούμενων ερευνητών. Ο Αριστοτέλης γενικά αντιμετωπίζει κριτικά τις πηγές του και επιδεικνύει έναν υγιή σκεπτικισμό ακόμη και για τις δικές του παρατηρήσεις. Δεν ήταν, όμως, πάντα αρκετά προσεκτικός, και υπάρχουν πολλά παραδείγματα περιγραφικών λαθών στα βιολογικά του έργα. Όσον αφορά η βιολογική θεωρία, ο Αριστοτέλης (όπως και κάθε θεωρητικός] ήταν υποχρεωμένος να συνάγει συμπεράσματα από τα παρατηρησιακά δεδομένα. Αν τα δικά του συμπεράσματα δεν είναι πάντοτε αυτά που θα προτιμούσαμε εμείς, τουλάχιστον προδίδουν την οξύνοια ενός από τους λαμπρότερους βιολόγους που έζησαν ποτέ. Προδίδουν, επίσης, την ισχυρή επίδραση του ευρύτερου φιλοσοφικού συστήματος του Αριστοτέλη, το οποίο επηρέαζε συνεχώς τα ερωτήματα που έθετε, τις λεπτομέρειες που πρόσεχε και τις θεωρητικές ερμηνείες που κατασκεύαζε γι’ αυτές31.
 
Τα επιτεύγματα του Αριστοτέλη
Το μέτρο με το οποίο μπορεί να κριθεί ένα φιλοσοφικό σύστημα δεν είναι ο βαθμός στον οποίο προεικόνισε τη νεώτερη σκέψη, αλλά ο βαθμός επιτυχίας του στην αντιμετώπιση των φιλοσοφικών προβλημάτων της εποχής του. Αν είναι να γίνει κάποια σύγκριση, θα πρέπει να είναι μεταξύ του Αριστοτέλη και των προκατόχων του, και όχι μεταξύ του Αριστοτέλη και του παρόντος. Αν κριθεί με τέτοια κριτήρια, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι ένα καταπληκτικό επίτευγμα. Στη φυσική φιλοσοφία, ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε με λεπτότητα και οξύνοια τα κυριότερα προβλήματα που έθεσαν οι Προσωκρατικοί και ο Πλάτων: τη φύση του θεμελιώδους υλικού του σύμπαντος, τα κατάλληλα μέσα για να το γνωρίσουμε, τα προβλήματα της μεταβολής και της αιτιότητας, τη βασική δομή του σύμπαντος, τη φύση του θείου και τη σχέση του με τα υλικά πράγματα.
 
Αλλά ο Αριστοτέλης προχώρησε πολύ πιο μακριά από οποιονδήποτε προηγούμενο στοχαστή στην ανάλυση συγκεκριμένων φυσικών φαινομένων. Δεν θα είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι δημιούργησε, σχεδόν προσωπικά, εντελώς καινούργιους γνωστικούς κλάδους. Τα Φυσικά περιέχουν λεπτομερή συζήτηση της επίγειας δυναμικής. Αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος των Μετεωρολογικών του στα φαινόμενα της ανώτερης ατμόσφαιρας, όπως οι κομήτες, οι διάττοντες αστέρες, η βροχή και το ουράνιο τόξο, οι κεραυνοί και οι αστραπές; Στο έργο Περί ουρανού επεξεργάστηκε το έργο ορισμένων προκατόχων του και διαμόρφωσε ένα σύστημα πλανητικής αστρονομίας που άσκησε σημαντική επίδραση. Ασχολήθηκε με γεωλογικά φαινόμενα, όπως οι σεισμοί, και με την ορυκτολογία. Προχώρησε σε πλήρη ανάλυση της αίσθησης και των αισθητήριων οργάνων, ιδιαίτερα της όρασης και του ματιού, επεξεργαζόμενος μια θεωρία του φωτός και της όρασης που θα διατηρούσε τη σημασία της μέχρι και το 17ο αιώνα. Ενδιαφέρθηκε για τις θεμελιώδεις χημικές διεργασίες -την ανάμειξη και το συνδυασμό ουσιών. Έγραψε ένα βιβλίο για την ψυχή και τις δυνάμεις της. Και, όπως είδαμε, συνέβαλε με μνημειώδη τρόπο στην εξέλιξη των βιολογικών επιστημών.
 
Θα ασχοληθούμε με την επίδραση του Αριστοτέλη σε επόμενες αναρτήσεις. Θα ολοκληρώσουμε εδώ παρατηρώντας απλώς ότι η ισχυρή επίδραση του Αριστοτέλη στην ύστερη αρχαιότητα και η κυριαρχία του από το 13ο αιώνα μέχρι και την Αναγέννηση δεν είναι αποτέλεσμα της πνευματικής υποτέλειας των λογίων στις αντίστοιχες περιόδους ή της παρέμβασης εκ μέρους της Εκκλησίας, αλλά προκύπτει από τη συγκλονιστική εξηγητική δύναμη του φιλοσοφικού και επιστημονικού του συστήματος. Ο Αριστοτέλης επικράτησε μέσω της πειθούς και όχι μέσω του εξαναγκασμού.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το Λύκειο, βλ. παρακάτω κεφ. 4.
  2. Υπάρχει μεγάλος αριθμός εξαιρετικών εισαγωγικών μελετών για τον Αρι­στοτέλη- βλ. ιδιαιτέρως Jonathan Barnes, Aristotle Abraham Edel. Aristotle and his Philosophy και G.E.R. Lloyd, Aristotle: The Growth unci Structure of his Thought.
  3. Barnes, Aristotle, σελ. 32-51′ Edel, Aristotle, κεφ, 3-4 Lloyd. Aristotle, κεφ. 3.
  4. Ο τεχνικός όρος που αντιστοιχεί σε αυτή την αριστοτελική θέση είναι «υ- λομορφισμός», σύνθετο των λέξεων «ύλη» και «μορφή ».
  5. Για τη γνωσιολογία του Αριστοτέλη, βλ. ιδιαίτερα Edel, Aristotle, κεφ. 12- 15· Lloyd, Aristotle, κεφ. 6· Jonathan Lear, Aristotle: The Desire to Understand, κεφ. 4′ και Marjorie Grene, A Portrait of Aristotle, κεφ. 3.
  6. ΓΓ αυτό το ζήτημα, βλ. Jonathan Barnes, “Aristotle’s Theory of Demonstra­tion” και G.E.R. Lloyd, Magic, Reason, and Experience, σελ. 200-20.
  7. Για το πρόβλημα της μεταβολής, βλ. ιδιαίτερα Edel. Aristotle, σελ. 54-60 και Sarah Waterlow, Nature, Change, and Agency in Aristotle \ «Physics», κεφ. 1,3.
  8. Για την αριστοτελική αντίληψη της «φύσης·>. βλ. Waterlow, Nature, Change, and Agency, κεφ. 1-2 και James A. Weisheipl. «The Concept of Nature».
  9. Waterlow, Nature, Change, and Agency, σελ. 33-4’ Ernan McMullin, “Medieval and Modern Science: Continuity or Discontinuity’.’», σελ. 103-29, ιδιαίτε­ρα 118-19.
  10. Edel, Aristotle, κεφ. 5.
  11. Βλ. ιδιαίτερα, Friedrich Solmsen, Aristotle’s System of the Physical World και Lloyd, Aristotle, κεφ. 7-8.
  12. Περί ουρανού, I.4.270bl3-16 (The Complete Works of Aristotle, εκδ. Jonathan Barnes, 1:451).
  13. Lloyd, Aristotle, κεφ. 7.
  14. Ό.π., κεφ. 8. Για την αλχημεία, βλ. παρακάτω, κεφ. 12.
  15. Για τις απόψεις του Αριστοτέλη για το κενό, βλ. Solmsen, Aristotle’s System of the Physical World, σελ. 135-43 και Furley. Cosmic Problems, σελ. 77- 90.
  16. Furley, Cosmic Problems, κεφ. 12-13.
  17. Ο Αριστοτέλης ασχολείται με το σχήμα της Γης στο έργο του Περί ουρα­νού, 11.13. Βλ. επίσης, D.R. Dicks, Early Greek Astronomy to Aristotle, σελ. 196-98. Για το μύθο ότι κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα οι άνθρω­ποι πίστευαν ότι η Γη είναι επίπεδη, βλ. Jeffrey Β. Russell, Inventing the Flat Earth: Columbus and Modern Historians.
  18. Waterlow, Nature, Change, and Agency, σελ. 103-4.
  19. Για μια προσεκτική ανάλυση των λεπτών σημείων, βλ. James A. Weisheipl, “The Principle Omne quod movetur ab alio movetur in Medieval Physics” (επανέκδοση στο βιβλίο του Weisheipl, Nature and Motion in the Middle Ages, σελ. 75-97).
  20. Για τη φυσική κίνηση, βλ. Περί ουρανού, 1.6 και Φυσικά. IV.8. Για την εξαναγκασμένη κίνηση, ik Φυσικά. VIII.5. Για περαιτέρω συζήτηση του ζητή­ματος, βλ. Marshall Clagett. The Scicnce of Mechanics in the Middle Ages. σελ. 421-33 και Clageti. Creek Science in Antiquity, σελ. 64-8.
  21. Lloyd. Aristotle. σε/.. 13L>-58
  22. To ενδιαφέρον για :ην αριστοτελική βιολογία έχει ιδιαίτερα ενταθεί προσφάτως. Βλ. ιδιαίτερα. I ioyd. Aristotle, κεφ. 4· Lloyd, Early Greek Scicnce. σελ. 115-24- Anthony Preus. Science and Philosophy in Aristotle ‘s Biological Works’ Martha C. Nussbaum. Aristotle’s «De motu animalium ” Pierre Pellegrin. Aristotle’s Classification of Animal* Allan Gotthelf και James G. Lennox, εκδ.. Philosophical Issues in Aristotle \ Hioiog}. ΓΙαλιότερες. αλλά ακόμη χρήσιμες, πηγές αποτε- λούν τα βιβλία του V. I). Ross. Aristotle: A Complete Exposition of His Works and Thought, 5η έκδ.. κειο. 4 και του Thomas Ε. Lones. Aristotle’s Researches in Natural Sciencc.
  23. Περί ζαχον μορίων. 1.5 Βλ. επίσης Lloyd, Aristotle, σελ. 69-73.
  24. Lloyd. Aristotle, σελ, 76-81. 86-90 Lloyd, Early Greek Science, σελ. 1 16-18- Pellegrin, Aristotle’s Classification of Animals.
  25. Περί τη ζώα ιστορίαι. VI.3 561 a3-19 (Complete Works, εκδ. Barnes. 1: 883).
  26. Lloyd. Aristotle σελ 00-93· D.M. Balme. «The Place of Biology in Ari­stotle’s Philosophy».
  27. Περί ζώων γενέσεως. 11.1 733b25-27 (Complete Works, εκδ. Barnes, 1: 1138).
  28. Για τις απόψεις του Αριστοτέλη σχετικά με την ψυχή και τις δυνάμεις της, βλ. Lloyd. Aristotle, κεφ 9 Ross, Aristotle,κεφ. 5’ Ackrill. Aristotle, σελ. 68-78.
  29. Περί ζώων γενέσεως,  ΙI.1 733a34 -733bl4 (Complete Works, εκδ. Barnes. 1: 1138). Για τη βιολογική αναπαραγωγή, βλ. επίσης Ross. Aristotle, σελ. 117-22· Preus, Science and Philosophy in Aristotle’s Biological Works, σελ. 48-107.
  30. Περί ζώων μορίων. III,6 668b 33-669a 7. Για την τελεολογία στην αριστο­τελική βιολογία, βλ. Ross. Aristotle, σελ. 122-27′ Nussbaum. Aristotle’s «De motu animalium’’. σελ. 59-106.
  31. Για τη μέθοδο της αριστοτελικής βιολογίας, βλ. Lloyd, Aristotle, σελ. 76- 81′ Lloyd, Magic, Reason, and Experience, σελ. 211-20′ και Nussbaum, Aristotle’s «De motu animalium «, σελ. 107-42.

Πώς ακριβώς ακουγόταν η μουσική των αρχαίων Ελλήνων;

Ανάμεσα στο 750 π.Χ. και 200 π.Χ., οι αρχαίοι Έλληνες συνέθεταν τραγούδια που συνόδευαν με λύρα, φλογέρες και διάφορα κρουστά. Περισσότερα από 2000 χρόνια αργότερα, οι σύγχρονοι μελετητές έχουν βρει τον τρόπο να ανακατασκευάσουν και να εκτελέσουν τους ήχους ώστε να καταλάβουμε πώς ακούγονταν τα τραγούδια και η μουσική που τα συνόδευε. Στην ιστοσελίδα του BBC ο Armand D’Angour, μουσικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σημειώνει: «Τα αρχαία ελληνικά όργανα είναι γνωστά από περιγραφές, πίνακες ζωγραφικής και ευρήματα, τα οποία μας επιτρέπουν να καθορίσουμε τα ηχοχρώματα και το εύρος των ήχων που παράγουν». Στην έρευνα έχουν χρησιμοποιηθεί όλα τα στοιχεία που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα σχετικά με τις μελωδίες, τους ρυθμούς και τα μουσικά όργανα της αρχαίας Ελλάδας. Σήμερα έχουν προκύψει νέες αποκαλύψεις σχετικά με την αρχαία ελληνική μουσική με μια φωνητική σημειογραφία, που επινοήθηκε γύρω στο 450 π.Χ., και αποτελείται από γράμματα της αλφαβήτου και σημεία που τοποθετούνται πάνω από τα φωνήεντα των ελληνικών λέξεων.

Οι Έλληνες είχαν επεξεργαστεί και σήμερα αποκαλύπτονται μαθηματικές αναλογίες των μουσικών διαστημάτων, ώστε μια οκτάβα είναι 2:1, το ένα πέμπτο 3:2, ένα τέταρτο 4:3, και ούτω καθεξής. Η στήλη του Σεικίλου ανακαλύφθηκε το 1883, στις Τράλλεις (κοντά στην Έφεσο) της Μ. Ασίας και ξαναχάθηκε το 1922 κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής καταστροφής. Βρέθηκε τυχαία (σπασμένη στη βάση της) στον κήπο μιας γυναίκας που τη χρησιμοποιούσε σαν βάση για μια γλάστρα. Σήμερα εκτίθεται στο εθνικό μουσείο της Δανίας.

*Παρακάτω μπορείτε να ακούσετε τον David Creese, έναν κλασικιστή από το Πανεπιστήμιο του Newcastle, να παίζει «ένα αρχαίο ελληνικό τραγούδι από μια πέτρινη επιγραφή σε ένα όργανο με 8 χορδές που μοιάζει με σαντούρι. Η μελωδία που ακούγεται πιστώνεται στον Σείκιλο, γράφει το περιοδικό Αρχαιολογία.


Ιστορία και μυθολογία ως δημιουργικά στοιχεία της πραγματικότητας

Η ιστορία και ο μύθος θεωρούνται παραδοσιακά ως ανταγωνιστικά στοιχεία. Οι μεν πιστεύουν ότι η ιστορία είναι πιο αξιόλογη από τη μυθολογία διότι δεν εμπεριέχει τεχνητές ιδανικεύσεις, οι δε πιστέυουν ότι η ιστορία είναι απλώς μια καταγραφή της πραγματικότητας κι ότι η μυθολογία είναι η ουσία της ιστορίας. Αυτό όμως το ανταγωνιστικό πλαίσιο δεν είναι παραγωγικό. Ενώ η πραγματικότητα υπάρχει. Είναι πιο αποτελεσματικό να τα ερμηνεύσουμε ως συμπληρωματικά στοιχεία.

Η ιστορία μέσω της σύνθεσης δημιουργεί μυθολογία. Και η μυθολογία μέσω της ανάλυσης αναδεικνύει ιστορικά γεγονότα. Η ιστορία και η μυθολογία λειτουργούν ως ένα ζευγάρι, το οποίο όμως δεν είναι συμμετρικό ως προς την τελεολογία. Ενώ η ιστορία ακολουθεί το παρελθόν για να μην ξεχαστεί, η μυθολογία τείνει προς το μέλλον για να δημιουργήσει. Μέσω του δόγματος, η ιστορία παράγει μύθους. Και η μυθολογία, μέσω της στρατηγικής, παράγει ιστορίες. Η μία λειτουργεί με την άλλη και όχι από μόνη της.

Το μοντέλο είναι ανάλογο με το μαγνητικό δίπολο, διότι υπάρχουν γραμμές δυναμικού. Και οι πιο απόμακρες είναι αυτές που ονομάζουμε ακριτικά στοιχεία. Τα ακριτικά στοιχεία ως προεκτάσεις του πυρήνα, λειτουργούν φυσιολογικά ως μετασχηματιστές της ιστορίας σε μυθολογία. Μερικοί το θεωρούν αρνητικό. Ο λόγος είναι όμως απλός. Μόνο η μυθολογία είναι ικανή ν’ αντισταθεί στις πιέσεις των αντιπάλων. Είναι εύκολο γι’ αυτούς να ξαναγράψουν, να διαγράψουν και να παραγράψουν την ιστορία. Ενώ είναι πολύ πιο δύσκολο ν’ αλλάξεις τη μυθολογία. Είναι πιο βαθιά στερεωμένη μέσα στη συλλογική συνείδηση ενός λαού.

Κατά συνέπεια, τα ακριτικά στοιχεία ενισχύουν την ιστορία μέσω του μύθου. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, αναπαράγουν με το δικό τους ύφος την ιστορία του πυρήνα. Αυτό το αντιστασιακό στοιχείο προκαλεί και μια αδράνεια ως προς την αλλαγή της εξουσίας του κέντρου. Αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται και όταν υπάρχει μια διακρατική αντιπαράθεση ή μια κρατική εξάρτηση. Κατά συνέπεια, όταν θέλουμε να μελετήσουμε την ιστορία ενός λαού, πρέπει να εξετάσουμε και τη μυθολογία του. Εκεί βρίσκονται ισχυρά νοητικά σχήματα που δεν άντεξαν στον χρόνο, αλλά διέσχισαν τον χρόνο. Διότι δεν είναι ο χρόνος το αρνητικό στοιχεία, μα η ίδια μας η μιζέρια.

Ακούμε συχνά στην Ελλάδα ότι ο χρόνος λειτουργεί για τους άλλους. Ενώ στην πραγματικότητα είμαστε εμείς οι ίδιοι που λειτουργούμε για τους άλλους όταν αλλάζουμε την ιστορία μας και ξεχνάμε τη μυθολογία μας. Διότι όταν το κάνουμε αυτό, στην ουσία δεν έχουμε πια πραγματικότητα, είμαστε απλώς κομπάρσοι σε μια παράσταση που δεν γνωρίζουμε, ή ακόμα χειρότερα που θεωρούμε ότι θα αλλάξει το τέλος της.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν ελέγχουμε πια καμιά εξέλιξη διότι τίποτε το ουσιαστικό δεν εξαρτάται από εμάς. Ένας λαός χωρίς πολιτισμό είναι απλώς πληθυσμός. Και το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Η ιστορία και η μυθολογία ανήκουν στα δεδομένα της ανθρωπιάς και της ανθρωπότητας που ενσωματώνονται μέσα στη νοημοσύνη μας. Αλλιώς δεν αποτελούμε μια συνέχεια και δεν υπάρχει τότε η έννοια της συνέπειας. Διότι δεν έχουμε νοητικά σχήματα που αποτελούν σημεία αναφοράς. Σε αυτήν την περίπτωση, ανήκουμε στο δόγμα των άλλων.

Ξεχνάμε, όμως, ότι στο ενδιάμεσο δεν είμαστε αξιόπιστοι ούτε καν ως εχθροί. Μπορεί εμείς να το θεωρούμε, αλλά όταν εξετάζουμε τα βιβλία των άλλων, η θεωρία μας καταρρέει. Δίχως ιστορία και μυθολογία κανένας λαός δεν μπορεί, όχι μόνο ν’ αντισταθεί στην εισβολή και την κατοχή, αλλά ούτε και στο μέλλον. Το μέλλον γράφεται από τους άλλους. Θέλοντας να είμαστε πάντα «παρόν», καταλήγουμε αναπόφευκτα στο παρελθόν και στη λήθη της καθημερινότητας.

Η ιστορία και η μυθολογία υπάρχουν, εμείς όμως;

Ρομπότ έχει αίσθηση του εαυτού του

Ο ανθρώπινος εαυτός έχει πέντε συνιστώσες. Τα μηχανήματα τώρα, έχουν τρεις από αυτές. Πόσο μακριά είναι τεχνητή συνείδηση - και, τι μας λέει αυτό για τον εαυτό μας;
 

Ίωνες Φιλόσοφοι και Κοσμολογική Επιστήμη

Οι Ίωνες φιλόσοφοι σηματοδοτούν μια πρωτόγνωρη και εξαιρετικά ουσιαστική προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον Κόσμο που τον περιβάλει, αλλά και το ρόλο του μέσα σε αυτόν. Τα φιλοσοφικά ρεύματα που διαμόρφωσαν ο Θαλής ο Μιλήσιος, Ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης και ο Ηράκλειτος επηρέασαν διαχρονικά το παγκόσμιο φιλοσοφικό και επιστημονικό γίγνεσθαι και αποτελούν μέχρι και σήμερα σημείο αναφοράς.

Στην Ιωνία του 6ου π.Χ. αιώνα η πολιτική εξουσία πέρασε στα χέρια των εμπόρων, διαμορφώνοντας μια αριστοκρατία που ενδιαφερόταν, όπως ήταν φυσικό, για τη γρήγορη ανάπτυξη της τεχνολογίας και τη βελτίωση της θέσης της. Ο πολύς κόσμος όμως, ενδιαφερόταν για την κατάργηση των μεγάλων ανισοτήτων και απαιτούσε μια πιο δίκαιη και ίση απέναντι σε όλους πολιτεία, γεγονός που οδήγησε σε αναπόφευκτο κοινωνικό και φιλοσοφικό στοχασμό. Οι Ίωνες φιλόσοφοι ήταν οι πρώτοι εκπρόσωποι μιας πρωτοφανούς διανοητικής δραστηριότητας της φιλοσοφίας και της επιστήμης και αντιπροσώπευαν ένα πνεύμα φυσικής φιλοσοφίας και θεωρητικής κοσμολογίας. Εκπροσωπούσαν μια παράδοση που συμφωνούσε περισσότερο με τη σύγχρονη επιστήμη, μιας και ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν το πρόβλημα της φυσικής πορείας των πραγμάτων, της γένεσης και της ανάπτυξής τους, καθώς και θέματα αστρονομίας, μετεωρολογίας, βιολογίας και φυσιολογίας, της ζωογονίας και ανθρωπογονίας, της γεωργίας και της ιστορίας. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στον Θαλή, τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη και στον Ηράκλειτο, οι οποίοι συνεισέφεραν ιδιαίτερα στη διαμόρφωση της σύγχρονης σκέψης και της κοσμολογικής επιστήμης.

Θαλής ο Μιλήσιος

Στην κοσμολογία του Θαλή τον κυρίαρχο ρόλο παίζει το ύδωρ. Πίστευε πως είναι η «αρχή» των πάντων. Τού αποδίδονται δύο κύριες κοσμολογικές απόψεις: ότι η Γη στηρίζεται, δηλαδή επιπλέει, στο νερό και ότι το νερό είναι η «αρχή» των πάντων, μία αρχαιότερη ουσιαστικά θεωρία, που περιγράφει τη Γη να ακουμπάει στο νερό, να «διατηρείται στη θέση της επειδή επιπλέει σαν ένα ξύλο ή κάτι παρόμοιο». Στην κοσμολογία του Θαλή, το νερό, εκτός του ότι είναι κοσμογονική αρχή, θυμίζοντας ανάλογους μύθους της Εγγύς Ανατολής, παύει να είναι θεός και αναγνωρίζεται ως φυσικό σώμα. Ωστόσο, στο γενικότερο πλαίσιο της φιλοσοφίας του «ο κόσμος είναι γεμάτος θεούς», δηλαδή μία θεϊκή και δαιμονική πνοή που δίνει ζωή σε όλα. Με αυτό εννοούσε ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι, κατά κάποιον τρόπο, ζωντανός και έμψυχος, γεγονός που πιστοποιεί η κίνηση, όπου ο κόσμος, δεν δημιουργήθηκε από τους θεούς, αλλά μέσα από φυσικές διεργασίες. Η δράση του Θαλή τοποθετείται όχι νωρίτερα από τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Αν και τού αποδίδεται ένα σύγγραμμα με τον τίτλο Ναυτική Αστρολογία, ο ίδιος πιθανότατα δεν έγραψε κανένα βιβλίο. Για την ανασύσταση της σκέψης του βασιζόμαστε μόνο σε μαρτυρίες. Η παράδοση κατατάσσει τον Θαλή μεταξύ των «Επτά Σοφών» της Αρχαίας Ελλάδας, ως πρώτο εκπρόσωπο της φιλοσοφίας και τον σκιαγραφεί ως άνθρωπο με πλατιές γνώσεις, επινοητικότητα και πρακτικές επιτυχίες σε διάφορους τομείς, όπως η γεωμετρία, η αστρονομία, η μηχανική κ.α. Για την εδραίωση της φήμης του ως σοφός συνέτειναν ασφαλώς ποικίλα επιτεύγματα, πρακτικά και θεωρητικά, μεταξύ των οποίων και η πρόβλεψη της έκλειψης του Ηλίου το 585 π.Χ. Ο Θαλής, παρόλη την απλοϊκότητα της σκέψης του, χρησιμοποίησε έννοιες από το χώρο της φυσικής φιλοσοφίας ξεφεύγοντας από τις μορφές των μύθων ή τις υπάρχουσες θεογονίες ώστε να ερμηνεύσει τον κόσμο. Η προβληματική του για την αρχή του κόσμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε προφιλοσοφική, ούτε μη ορθολογική, ιδιάζουσα σημασία έχει το ότι ο Θαλής μπόρεσε να αναγάγει τα πολλαπλά φαινόμενα του κόσμου σε μια απρόσωπη, μοναδική ή ενιαία αρχή. Το γεγονός αυτό μάς επιτρέπει –παρά τις ενστάσεις που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί- να μην αρνούμαστε στο Θαλή τον χαρακτηρισμό του φιλοσόφου, του πρώτου μάλιστα φυσικού, εκείνου που προετοίμασε τον δρόμο για τις μεγαλειώδεις κοσμολογικές συλλήψεις που ακολούθησαν. Ο Θαλής μίλησε και για την αθανασία της ψυχής και θεωρούσε τις κινητικές δυνάμεις των πραγμάτων ζωικές λειτουργίες. Αυτό ήταν ιδιαίτερα φανερό στο παράδειγμα λίθων, όπως ο μαγνήτης και το ήλεκτρο και ο Θαλής ανέφερε πως αυτά έχουν ψυχή δηλ. «ζωή», επειδή ακριβώς προκαλούν ενέργεια. Αυτές οι απόψεις έχουν κάποιο στοιχείο αλήθειας και αντανακλούν έστω και θαμπά τις πρακτικές ανάγκες που επενεργούσαν κατά τη διάρκεια γένεσης της φιλοσοφίας και των μυστικιστικών τάσεων. Ήλθε σε επαφή με την αιγυπτιακή επιστήμη, κατά τη διάρκεια ενός εμπορικού ταξιδιού. Επιστρέφοντας, έφερε κυρίως τη γνώση των βασικών αρχών Γεωδαισίας-Γεωμετρίας, τη χρήση των λεγόμενων αιγυπτιακών κλασμάτων. Καταμέτρησε το ύψος των μεγάλων αιγυπτιακών πυραμίδων από τη σκιά τους ενώ θεώρησε πως οι πλημμύρες του Νείλου προκαλούνταν από τους ανέμους, οι οποίοι με τη σφοδρή πνοή τους εμποδίζουν τα νερά του ποταμού να χυθούν στη Μεσόγειο. Πρώτος παρατήρησε τα φαινόμενα του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού, καθώς επισήμανε το φαινόμενο της έλξης ελαφρών σωματιδίων από το τριβόμενο ήλεκτρο. Θεωρείται ο ιδρυτής της θεωρητικής γεωμετρίας. Κατά τον Αριστοτέλη ( Μετά τα Φυσικά, Ι, 983 β 20), ο Θαλής ο Μιλήσιος ήταν ο ιδρυτής της φιλοσοφίας των «φυσικών» ή «φυσιολόγων» που ασχολούνταν με την αναζήτηση φυσικών αιτίων και αποστρέφονταν συνεπώς τις θεωρητικές αφαιρέσεις των «θεολόγων», οι οποίοι κατέφευγαν σε μύθους και υπερφυσικές ερμηνείες. Ο Ευσέβιος τον παρουσιάζει ως «τον πατέρα της φιλοσοφίας και ιδρυτή της Ιωνικής Σχολής» ( Praeparatio evangelica, XIV, 14). Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, που έζησε ενάμιση αιώνα αργότερα, ο Θαλής είχε φοινικικό αίμα, ήταν δηλαδή Σημίτης, κατ' άλλους όμως συγγραφείς ήταν Μιλήσιος και μάλιστα αριστοκρατικής καταγωγής. Ήταν σύγχρονος των Λυδών βασιλέων Αλυάττη και Κροίσου, του βασιλιά των Περσών Κύρου και του Σόλωνα του Αθηναίου. Από τα χρόνια του ακόμη, έφερε τον τίτλο του μεγάλου σοφού, του επιστήμονα δηλαδή και του σοφού μαζί. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι (Ι, 170), έπεισε τις ιωνικές πόλεις να συνασπιστούν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την περσική απειλή, και να κάνουν πρωτεύουσα τους την Τέω. Ο Διογένης Λαέρτιος (1,25), μάλιστα, ισχυρίζεται πως ο Θαλής απέτρεψε τους Μιλήσιους από το να συμμαχήσουν με τον Κροίσο, το βασιλιά της Λυδίας, όπως αυτός τους το είχε προτείνει, σώζοντας έτσι την πόλη, αφού ο Κύρος, ο βασιλιάς των Περσών, νίκησε τελικά τον Κροίσο. Από τον Ηρόδοτο γνωρίζουμε πως ο Θαλής είχε προβλέψει την έκλειψη Ηλίου που έθεσε τέρμα στον πόλεμο Λυδών και Μήδων. Η έκλειψη αυτή εντοπίζεται, συνήθως, στις 28 Μαΐου 585 π.Χ. Παρατήρησε ακόμα πως η Μεγάλη Aρκτος, την οποία ακολουθούσαν συνήθως οι Φοίνικες, αποτελούσε για τους ναυτικούς καλύτερο μέσο προσανατολισμού, ώστε να βρίσκουν τον πόλο, παρά η Μικρή Aρκτος, με την οποία εντόπιζαν το στίγμα τους οι Έλληνες θαλασσοπόροι. Μια άλλη παράδοση πάλι τον φέρει να έχει διαιρέσει πρώτος αυτός το έτος σε 365 ημέρες, κατανέμοντας τες σε 30 ανά μήνα. Ο Θαλής ανακάλυψε τις τροπές (τα ηλιοστάσια) και ότι η περίοδος μεταξύ των τροπών είναι πάντοτε η ίδια, ενώ υπολόγισε και την διαφορά των χρονικών περιόδων μεταξύ των τροπών και των ισημεριών. Ο Πρόκλος του αποδίδει γεωμετρικές ανακαλύψεις, εφαρμόσιμες στη ναυσιπλοΐα, στη μέτρηση στερεών όπως η πυραμίδα και στη γεωγραφία. Εκείνο όμως που συνιστά την ιδιαιτερότητα του στοχασμού του είναι τελικά η θεώρηση που είχε για την ενότητα του κόσμου, στην οποία εμμένοντας ο Νίτσε αντικρίζει μια «γιγαντιαία γενίκευση»: «Ο Θαλής αντιλήφθηκε την ενότητα του Είναι και όταν θέλησε να την εκφράσει, μίλησε για το νερό». Αν όμως το νερό είναι η αρχή των πάντων, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «πάντα πλήρη θεών είναι» (Αριστοτέλης, Περί Ψυχής, 411 α 7) και πως ο κόσμος έχει ψυχή: το κεχριμπάρι και ο μαγνήτης μας δείχνουν πως και στο παραμικρό πράγμα υπάρχει ένα πνεύμα που το ζωντανεύει. Του αποδίδεται η πατρότητα της περίφημης ρήσης «γνώθι σ΄αυτόν» ενώ κατά τον Διογένη Λαέρτιο (Α, 35) φέρονται ως δικά του τα παρακάτω αποφθέγματα: «Αρχαιότερο από όλα τα όντα είναι ο θεός, γιατί είναι αγέννητος. Το ωραιότερο πράγμα είναι ο κόσμος, γιατί είναι δημιούργημα του θεού. Το μεγαλύτερο πράγμα είναι ο χώρος, γιατί μπορεί να περιλάβει τα πάντα. Το πιο ισχυρό είναι η ανάγκη, γιατί κυριαρχεί πάνω σε όλα. Το πιο σοφό είναι ο χρόνος, γιατί αποκαλύπτει τα πάντα». Η κοσμολογία του συνοψίζεται γενικά στα παρακάτω. Η Γη είναι ένας επίπεδος δίσκος, που επιπλέει στο νερό. Ο ουρανός αποτελείται επίσης από νερό (η παραδοχή αυτή ερμηνεύει αβίαστα εκτός από το χρώμα και το φαινόμενο της βροχής), ενώ ο ήλιος, η σελήνη, τα άστρα και τα λοιπά φωτεινά μετέωρα είναι πυρακτωμένοι υδρατμοί, που διαγράφουν κύκλους γύρω από το σύστημα Ουρανού-Γης και ανατέλλουν κάθε πρωί μετά από μια τέτοια περιστροφή. Το πρότυπο αυτό, εκτός από το γεγονός ότι περιέχει μερικές εντυπωσιακά ορθές για την εποχή του απόψεις, εξοστρακίζει παντελώς την καθημερινή υπερφυσική παρουσία από τη Φύση.

Αναξίμανδρος

Ο Αναξίμανδρος (610-545 π.Χ.) ήταν νεότερος, μαθητής και διάδοχος του Θαλή στη σχολή της Μιλήτου. Υπήρξε πολύπλευρη προσωπικότητα, με ενδιαφέροντα που κάλυπταν ποικίλα πεδία. Υποστήριζε ότι η αρχή των όντων ήταν το άπειρο, δηλαδή η αιώνια και συνεχώς μεταβαλλόμενη ύλη, επινόησε το πρώτο ηλιακό ημερολόγιο και σχεδίασε τον πρώτο χάρτη της έως τότε γνωστής Γης. Τού αποδίδονται οι πρώτες αστρονομικές εργασίες για τον προσδιορισμό του μεγέθους της απόστασης των αστέρων καθώς και του γνώμονα και ασχολήθηκε με βιολογικά και κοσμολογικά ζητήματα, ενώ δίδασκε ότι η Γη είναι σφαιρική και βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος. Θεωρείται βέβαιο ότι συνέθεσε σύγγραμμα σε πεζό λόγο, το πρώτο μάλιστα ελληνικό φιλοσοφικό έργο. Επίκεντρο της διδασκαλίας του ήταν η θεωρία του για το άπειρον, που την εισηγήθηκε στη φιλοσοφία, ουσιαστικοποιώντας το ουδέτερο του επιθέτου άπειρος. Δεν είναι σίγουρο εάν ο ίδιος αποκάλεσε το άπειρον «αρχήν» όπως του αποδίδει η παράδοση. Aπειρον σημαίνει το «χωρίς όρια, χωρίς περιορισμό», αυτό που δεν έχει πέρατα αλλά και το «αδιαπέραστο», το ποιοτικά αόριστο, το απροσδιόριστο, το χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις, στοιχείο αγέννητο, άφθαρτο και αθάνατο. Το άπειρον είναι κάτι το «υλικό» που κινείται, αλλά με τέτοιας φύσης κίνηση, ώστε να μην υποπίπτει στις αισθήσεις μας. Ένα σύνολο δηλαδή ενεργειακών ιδιοτήτων, ή κάτι σαν την ενέργεια χωρίς όρια. Το άπειρο δεν είναι μείγμα των υλικών στοιχείων ούτε άυλη νοητική αρχή: είναι ύλη που περιέχει τα πάντα. Αν και ο Αναξίμανδρος δεν προσδιόρισε καθαρά, ούτε ανέλυσε το άπειρον, φαίνεται πως εννοούσε μια πρωταρχική ουσία, που ήταν χωρίς όρια στο χώρο, δηλαδή το απεριόριστο στο χώρο (στην έκταση και στη διάρκεια) και κατ' επέκταση, το ποιοτικά ακαθόριστο, γιατί το άπειρον δεν προσδιοριζόταν μορφικά ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία (φωτιά, αέρα, νερό ή γη). Θα πρέπει να το φαντάστηκε ως ένα είδος πρωταρχικής κατάστασης αδιαφοροποίητης ύλης, στην οποία τα διάφορα στοιχεία ή οι ιδιότητές τους δεν είχαν ακόμη ξεχωρίσει (αν και περιέρχονταν σε αυτή σε λανθάνουσα η δυνητική κατάσταση). Στοάπειρον λοιπόν ο Αναξίμανδρος είδε αφενός την πρωταρχική ύλη και την αρχική κατάσταση του κόσμου και αφετέρου την αιτία της κοσμικής τάξης. Σε αυτή την πρωταρχική ουσία έδωσε θεϊκές ιδιότητες: χαρακτήρισε το άπειρον αθάνατον, ανώλεθρον (=άφθαρτο) και θείον. Η ποσοτική και ποιοτική ακαθοριστία του απείρου το καθιστά απεριόριστη πηγή, αλλά και κατευθυντήρια δύναμη του κοσμικού γίγνεσθαι. Πίστευε ότι η δημιουργία των σωμάτων οφείλεται στην «έκκριση» διαφόρων ποιοτήτων από το αρχικό άπειρο. Η έκκριση αυτή οφείλεται στην αέναο και κυκλική κίνηση της ύλης του απείρου. Στη γενική θεωρία του φυσικού κόσμου ο Αναξίμανδρος, με αφετηριακά δεδομένα τις θεογονικές -σχεδόν ταυτόσημες στην παγκόσμια προεπιστημονική αντίληψη- παραστάσεις βασικά του Χάους και βοηθητικά της Νύκτας, του Αέρα και του Ωκεανού, και σχετικά του νερού (σύμφωνα και με τη διδασκαλία του δάσκαλού του Θαλή), πέτυχε να κατανοήσει την προκοσμική κατάσταση του δομήσιμου υλικού του Κόσμου και να συλλάβει την έννοια της άμορφης και αδιαμόρφωτης μάζας ως αρχής του σύμπαντος. Στους Στρωματείς του Ψευδο-Πλουτάρχου υπάρχει σχετική αναφορά για την κοσμογονία του Αναξίμανδρου. Εκείνο που κρατάει από το αιώνιο, το σπέρμα του ζεστού και του κρύου αποχωρίστηκε κατά τη διαδικασία γένεσης αυτού του κόσμου. Ένα είδος σφαίρας από φλόγα σχηματίστηκε από αυτό γύρω από τον αέρα που περιβάλλει τη Γη, όπως η φλούδα γύρω από τον κορμό του δέντρου. Όταν αυτή διασπάστηκε, σχηματίστηκε ο Ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα σε διαφορετικές αποστάσεις από τη Γη, ρυθμίζοντας τη χρονική κανονικότητα των διακυμάνσεων του θερμού και του ψυχρού, του ξηρού και του υγρού. Βάσει αυτής της θεώρησης η χρονική κανονικότητα στα μετεωρολογικά φαινόμενα του σύμπαντος ρυθμίζεται από μία εξισορροπητική τάξη των αντίρροπων παραγόντων της μεταβολής των εποχών κατά τον ετήσιο κύκλο. Οι κόσμοι στον Αναξίμανδρο διανύουν συνεχείς κύκλους γένεσης και φθοράς: γένεσης, καθώς σπερματικά στοιχεία αποχωρίζονται κάθε φορά από τη μήτρα-άπειρο, και φθορά, καθώς οι κόσμοι απορροφούνται από την ίδια την πηγή τους. Για τον Αναξίμανδρο οι κόσμοι είναι θνητοί και διαλύονται, όταν εξαντλήσουν όλες τις δυνατότητες ύπαρξής τους, αλλά με το θάνατό τους επιστρέφουν πάλι στη σπερματική κατάσταση από την οποία ξεκίνησαν. Από τα σπέρματα αυτά αναγεννιούνται πάλι οι κόσμοι με τον ίδιο τρόπο: απορροφημένα τα σπέρματα από το άπειρο διατηρούνται γόνιμα, ικανά δηλαδή να γεννήσουν πάλι αντίθετες στοιχειακές κοσμικές μάζες. Αυτή η εικόνα της κοσμογονίας του Αναξίμανδρου δείχνει ότι υπόκειται εδώ ένα βιολογικό και ειδικά εμβρυολογικό πρότυπο σκέψης, μια πρώτη κοσμογονική σύλληψη πάνω στην αναλογία των πρώιμων απόψεων που αφορούν το σπέρμα σε σχέση με την ανάπτυξη του εμβρύου. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Αναξίμανδρος είδε τη γένεση του κόσμου και της ζωής ως ενιαία εξελικτική διαδικασία, της οποίας κάθε φάση εξηγείται από την προηγούμενη. Σε αυτή τη θεωρία έχουμε τα πρώτα σπέρματα της εξελικτικής θεωρίας για την εμφάνιση της ζωής στη Γη. Κατά τον Αναξίμανδρο υπάρχει στον κόσμο ανακύκληση της γέννησης και της φθοράς από κάποια αρχική άφθαρτη ουσία, η οποία λόγω της κίνησης μετασχηματίζεται σε διάφορα πράγματα. Η φθορά των πραγμάτων είναι ένας απλός μετασχηματισμός, χωρίς απώλεια της αρχικής ουσίας. Στον Αναξίμανδρο αποδίδεται η ιδέα της μετατροπής της μάζας σε ενέργεια και αντίστροφα, αρχή που επαναδιατυπώθηκε αρκετούς αιώνες μετά, από τον Αλβέρτο Αϊνστάιν. Ο Αναξίμανδρος ήταν ένας στοχαστής που ήθελε να δώσει μια γενική περιγραφή του όλου σύμπαντος. Τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του τα εξέθετε με συνοπτικό και περιεκτικό τρόπο στο βιβλίο του με τίτλο Περί Φύσεως, παρόλο που δεν είναι σίγουρος ο τίτλος του έργου, όπως ήθελε η παράδοση. Θεωρείται ότι είναι ο πρώτος Έλληνας που έγραψε ένα τόσο ολοκληρωμένο επιστημονικό σύγγραμμα, συνοδευόμενο με χάρτες του ουρανού και της υδρογείου, πάνω σε πρότυπο βαβυλωνιακό, και με ενδείξεις για τις αποστάσεις ανάμεσα στα ουράνια σώματα, πάνω σε πρότυπο περσικό. Σχετική με την ενασχόληση του Αναξίμανδρου γύρω από το φυσικό κόσμο είναι και η μαρτυρία ότι επισκέφτηκε τη Σπάρτη και ότι κατασκεύασε εκεί ένα ηλιακό ρολόι, προβλέποντας ένα μεγάλο τοπικό σεισμό. Δυστυχώς όλα τα έργα του έχουν χαθεί. Αλλά πολλοί συγγραφείς (Διογένης Λαέρτιος, Αιλιανός, Ηρόδοτος, Πλίνιος, Αριστοτέλης, Αγαθήμερος, Στράβων, Θεμίστιος, Πλούταρχος, Αέτιος, Σιμπλίκιος, Ερμίας, Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς κ.ά.) είτε κάνουν μνεία των εργασιών του, είτε έχουν διασώσει περιλήψεις ή λίγα αποσπάσματα από τα έργα του. Ο κόσμος σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο κυριαρχείται από τον σύμφυτο νόμο και όχι από κάποια υπέρτατη δύναμη ή θεό. Ο νόμος ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στους αντίθετους κοσμολογικούς παράγοντες που είναι όλοι ίσης τάξης. Ο κύκλος δικαιοσύνης και ανταπόδοσης δεν εξαρτάται από την αυθαίρετη παραξενιά ενός κυρίαρχου βασιλιά παρά από ένα νόμο-δεσπότη που λειτουργεί ανάμεσα σε ισότιμους. Το ερώτημα που απομένει να θέσουμε εδώ είναι ποιο ρόλο παίζει το άπειρο στη λειτουργία της κοσμικής δικαιοσύνης. Το άπειρο περιέχει βέβαια και κυβερνά τα πάντα, αλλά δεν είναι δυνατό να φανταστούμε ότι υπεισέρχεται στις επιμέρους διαφορές. Το άπειρο είναι η ανώτατη εγγύηση της ισορροπίας του κόσμου ως σύνολο και όχι ο διαμεσολαβητής της δικαιοσύνης στον κόσμο. Θέλοντας να απαλλάξει την εικόνα του κόσμου από τη μυθική παράδοση και τα πλάσματά της, σαν εγγύηση για την τάξη του κόσμου, ο Αναξίμανδρος διατύπωσε μια επιστημονική «επαναστατική» εξήγηση που ερμηνεύει τη σύλληψη του κόσμου ως περιεχτικό, ζωντανό και γεμάτο νόημα σύστημα. Από αυτή τη σύλληψη καθορίστηκε στα γενικά της πλαίσια όλη η μεταγενέστερη προσωκρατική σκέψη

Αναξιμένης
Ο Αναξιμένης υπολογίζεται ότι ήταν είκοσι περίπου χρόνια νεότερος του Αναξίμανδρου και η δράση του τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα. Θεωρείται βέβαιο ότι έγραψε ένα βιβλίο και μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, σε «απλή και απέριττη ιωνική γλώσσα». Όπως ο Αναξίμανδρος, έτσι και ο Αναξιμένης αναζήτησε την αρχήν του κόσμου, δηλαδή την πρωταρχική ουσία του και ταυτόχρονα τη βασική μορφή της ύλης. Θεώρησε ότι η αρχή είναι μία και μοναδική, άπειρη, ο αήρ. Θεώρησε επίσης ότι με την αραίωση και την πύκνωση του αέρα δημιουργούνται ουσίες όπως η φωτιά, ο άνεμος, τα σύννεφα, το νερό, η γη και οι πέτρες. Με τον όρο αήρ ο Αναξιμένης εννοούσε τον αόρατο ατμοσφαιρικό αέρα. Για να εξηγήσει τη δημιουργία του κόσμου και την ποικιλία των ουσιών του κόσμου μας, ο Αναξιμένης υποστήριξε κατΆ αρχήν ότι ο αέρας είναι άπειρος, με ποσοτική έννοια, δηλαδή απεριόριστος, καθιστώντας τον έτσι ανεξάντλητη πηγή του γίγνεσθαι. Υπέθεσε κατόπιν ότι η πρωταρχική ουσία, δηλ. ο αέρας, γινόταν απλώς πυκνότερη ή αραιότερη, δηλαδή άλλαζε εμφάνιση ανάλογα με την ποσότητά της σε μια ορισμένη θέση. Με τη θεωρία του για την πύκνωση και την αραίωση του αέρα εξηγούσε πώς όλα όσα δεν είναι άμεσα αέρας μπορούν να νοηθούν ως καταστάσεις που προέκυψαν από τις μεταβολές του αέρα, έτσι ώστε τίποτα δεν υπάρχει που να είναι ουσιαστικά διαφορετικό ή αντίθετο από τον αέρα. Ως απαραίτητη προϋπόθεση των μεταβολών του αέρα έθετε τη συνεχή κινητικότητά του, συμμεριζόμενος έτσι την αντίληψη του Θαλή ότι η ύλη είναι κατά κάποιον τρόπο ζωντανή. Ο Αναξιμένης ανήγαγε ακόμη και τις αλλαγές στη θερμοκρασία, που φαινομενικά δεν έχουν άμεση σχέση με την πυκνότητα, στην αραίωση και στην πύκνωση του αέρα. Για να το διασαφηνίσει, μάλιστα, έφερε το παράδειγμα της αναπνοής: αν αναπνεύσουμε με τα χείλη σχεδόν κλειστά, η αναπνοή μας βγαίνει ψυχρή, ενώ αν ανοίξουμε το στόμα μας για να έχουμε μεγαλύτερο χώρο για την αναπνοή μας, βγαίνει θερμότερη. Πολλοί μπορεί να είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Αναξιμένης επέλεξε τον αέρα ως αρχή, είτε από παρατήρηση των φυσικών φαινομένων, π.χ. της βροχής που έρχεται από τα σύννεφα ή του νερού που φαινομενικά συμπυκνώνεται σε γη, είτε από την καθημερινή εμπειρία, όπως τουλάχιστον δείχνει το παράδειγμα της αναπνοής που χρησιμοποίησε. Ο Αναξιμένης συνέλαβε τη θεωρία του για τον μακρόκοσμο ξεκινώντας από τον μικρόκοσμο. Η μοναδική φράση που σώζεται από το βιβλίο του και ο καθοριστικός παράγοντας της επιλογής του, όμως, φαίνεται στο απόσπασμα που έχει διασωθεί: «Όπως η ψυχή μας, όντας αέρας, μας συγκρατεί, έτσι και πνεύμα και αέρας περιέχουν και συγκρατούν ολόκληρο τον κόσμο». Ο Αναξιμένης ταυτίζει εδώ την ψυχή με τον αέρα, το πνεύμα-την πνοή, και χρησιμοποιεί τον αέρα και το πνεύμα ως συνώνυμους όρους, υποδηλώνοντας έτσι ότι το πνεύμα-η πνοή είναι, κατΆ αρχήν για τον άνθρωπο, πηγή ζωής, εκείνο δηλαδή που τον κρατά στη ζωή και τον εμψυχώνει. Αυτή είναι ουσιαστικά η πρώτη προσωκρατική ψυχολογική θέση, η αντίληψη για την ψυχή ως πνεύμα, δηλαδή πνοή. Είναι ιδέα σίγουρα αρχαϊκή, πολλοί μάλιστα τη θεωρούν κατάλοιπο της προλογικής σκέψης. Η σύγκριση όμως μεταξύ πνεύματος, που ταυτίζεται με την ψυχή, και κοσμικού αέρα, από τον οποίο αποτελείται ο κόσμος, είναι πολύ σημαντική, και αυτή είναι πιθανότατα εκείνη που οδήγησε τον Αναξιμένη στην υιοθέτηση του αέρα ως αρχής του κόσμου. Ο κοσμικός αέρας η «πνευματική» ύλη αποτελεί την ύλη που ταυτίζεται με το «πνεύμα» ή την «ψυχή», την αρχή της ζωής. Ο «αήρ» είναι το μόνο στοιχείο που κατανέμεται κανονικά μέσα στο χώρο και ως τέτοιο είναι το κατάλληλο για να συνέχει, να περιέχει και να συγκρατεί τα πάντα. Και το πιο σπουδαίο είναι πως ο αέρας αποτελεί τη λεπτότερη ύλη που ταυτίζεται με το «πνεύμα» ή την «ψυχή», την αρχή της ζωής. Είναι η ακένωτη πηγή ζωής και ενέργειας για όλα τα πράγματα και αποτελεί υπόστρωμα όλων των μετασχηματισμών που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο, μια πολύ κατάλληλη ύλη για να παραστήσει την αέναη δημιουργική ενέργεια του κόσμου. Ο κόσμος φαντάζει ως ένας μεγάλος ζωντανός οργανισμός που αναπνέει αέρα και εμψυχώνεται απΆ αυτόν. Σε αυτόν τον μεγάλο οργανισμό η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι παρά μια λεπτή πνοή αέρα που κάνει τον ανθρώπινο οργανισμό να κρατιέται στη ζωή. Ο αέρας συλλαμβάνεται ως αόρατο νεφέλωμα και γίνεται αισθητός με τις διάφορες μεταλλαγές. Όταν ψύχεται, και η ψύξη συνεπάγεται πύκνωση, χάνει την καθαυτό μορφή του και αρχικά γίνεται θύελλα. Κατόπιν, καθώς προχωρεί η ψύξη, μετασχηματίζεται με τη σειρά του σε ομίχλη, σε νερό, σε γη και τέλος σε πέτρα. Αντίθετα, όταν ο αέρας αραιώνει, καθώς θερμαίνεται, γίνεται αιθέρας και τέλος φωτιά. Υπάρχει μια κανονικότητα μέσα από συγκεκριμένα φυσικά φαινόμενα ή από στοιχειώδη πειράματα μέσω των οποίων αναπτύχθηκε η επιστημονική σκέψη για την αρχή του ποιοτικού μετασχηματισμού. Με τον αέρα και τη θεωρία για την πύκνωση και αραίωσή του ο Αναξιμένης κατορθώνει να απαντήσει και στα δύο ερωτήματα: «από πού προήλθε ο κόσμος» και «από τι αποτελείται ο συντελεσμένος κόσμος», προβάλλοντας μάλιστα μια ενιαία αρχή και ένα ενιαίο ερμηνευτικό μοντέλο. Πρόκειται για το πρώτο συστηματικό μονιστικό σύστημα στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και υλιστικό, θα μπορούσε να προστεθεί, αν απαλλάσσαμε όμως την έννοια «υλισμός» από τις όποιες ύστερες αλλά και νεότερες υποδηλώσεις της και, προπαντός, από την αντιδιαστολή της προς το πνεύμα. Η προσπάθεια του Αναξιμένη να εξηγήσει όλα τα φαινόμενα με την ποσοτική έννοια της διαφορετικής πυκνότητας έχει επίσης θεωρηθεί από πολλούς προδρομική της νεότερης φυσικής επιστήμης. Θεωρούσε πως η Γη είναι ένα επίπεδο σώμα, μια αβαθής «σκάφη» που αιωρείται στον αέρα. Και τα ουράνια σώματα είναι επίπεδοι δίσκοι που γλιστρούν πάνω στον αέρα. Αυτά αποτελούνται από φωτιά και έχουν έναν πυρήνα από στερεά ύλη που μένει αθέατη. Ο Αναξιμένης πιθανόν να υπήρξε ο πρώτος που παρατήρησε πως η Σελήνη δανείζεται το φως της από την Ήλιο. Εξάλλου, ερμήνευσε το ουράνιο τόξο ως αποτέλεσμα της αντανάκλασης των ηλιακών ακτινών πάνω σε μάζα συμπυκνωμένου αέρα. Φαίνεται πως απέδιδε μια κυρίαρχη θέση στον Ήλιο. Ο Ήλιος βρίσκεται στο κέντρο, ανάμεσα στη Σελήνη και στα άστρα, και φωτίζεται προς κάθε κατεύθυνση. Η μυθική πίστη πως ο θεός Ήλιος είναι κυρίαρχος πάνω σε όλα και βλέπει τα πάντα παραχωρεί και εδώ τη θέση της σε μια επιστημονική άποψη. Ο Αναξιμένης έγινε άξιος θεματοφύλακας της αναξιμάνδρειας προσφοράς την οποία προώθησε με γνήσια ορθολογική νοοτροπία. Διαφωτίζει την όψη της όλης σχολής θεωρώντας το Σύμπαν έμψυχο. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι παρά την καθαρότητα της φιλοσοφικής σκέψης του, δεν χρησιμοποίησε το εργαλείο των μαθηματικών. Τούτο το βασικό βήμα προς τον ορθολογισμό, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα το κάνουν οι Πυθαγόρειοι. Το κοσμολογικό πρότυπο του Αναξιμένη επαναφέρει την ιδέα της αρχικής και βασικής ουσίας και ως τέτοια θεωρεί τον ατμό. Ο ατμός μεταλλάσσει μορφή και γίνεται φωτιά, νερό ή γη με αίτιο τις διαδικασίες πύκνωσης και αραίωσης, οι οποίες συνοδεύονται και από θέρμανση ή ψύξη αντίστοιχα. Έτσι, όλα τα πράγματα εντάσσονται σε μια ορισμένη βαθμίδα πάνω στην κοσμική κλίμακα θερμοκρασίας, η οποία αντιστοιχεί σε έναν ορισμένο βαθμό πυκνότητας της στοιχειακής ύλης, δηλαδή του αέρα. Με αυτές τις βασικές φιλοσοφικές έννοιες του Αναξιμένη, η Σχολή της Μιλήτου πρόσφερε στην επιστήμη συγκεκριμένη επιστημονική κοσμολογία. Επίσης, ο καθαρός λόγος του Αναξιμένη και το ότι εισήγαγε το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές, τον κάνουν πρόδρομο της «λογικής εξήγησης». Ο Αναξιμένης ήταν ο πρώτος φυσιοδίφης, ο οποίος σε κάθε υλική μεταβολή έβλεπε μία αληθινή αιτία. Πρώτος, επίσης, διέκρινε τους απλανείς αστέρες από τους πλανήτες και έδωσε την φυσική εξήγηση των ηλιακών και των σεληνιακών εκλείψεων. Οι φιλόσοφοι της Μιλήτου τράβηξαν με ορμή εμπρός γκρεμίζοντας ιεροκρατούμενα κάστρα, μέσα στα οποία κλειδωνόταν και μούχλιαζε η ανθρώπινη σκέψη. Η Σχολή της Μιλήτου έθεσε τις βάσεις των θεωριών περί κοσμογονίας, τις οποίες ακολούθησε και καλλιέργησε η σύγχρονη επιστήμη. Ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος κι ο Αναξιμένης καθόρισαν και προετοίμασαν το έδαφος, για να σκεφθεί και να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος πάνω στο κοσμολογικό πρόβλημα. Θα ήταν παράλειψη εάν δεν αναφερόμασταν και στον μετέπειτα σημαντικό φιλόσοφο της Ιωνίας, τον Ηράκλειτο, που υπήρξε από την παιδική του ηλικία άξιος θαυμασμού. Αν και δεν ήταν κανενός άλλου μαθητής, υποστήριζε πως είχε μάθει τα πάντα από τον εαυτό του. Από τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του, φαίνεται ότι γνώριζε πολύ καλά σχεδόν όλα τα συγγράμματα των προγενέστερων φιλοσόφων, των επικών και ελεγειακών ποιητών καθώς και όλες τις ιστορικές συγγραφές που κυκλοφορούσαν στην εποχή του στην Ιωνία

Ηράκλειτος

Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε και έζησε στη Έφεσο της Ιωνίας στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, σε μια εποχή μεταβατική, που σημαδεύεται από μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ανατροπές. Η φιλοσοφία του αντιμετωπίζει κριτικά τις εξελίξεις της εποχής του και παίρνει αποστάσεις τόσο από τη μυθική παράδοση όσο και από τη νέα κοινωνία που ανατέλλει. Οι αξιόπιστες μαρτυρίες για τη ζωή του είναι ελάχιστες, σε αντίθεση με τα ανεκδολογικά περιστατικά που συνήθως αφορμώνται από αποσπάσματα και ρήσεις του φιλόσοφου. Καθώς η πρώιμη λυρική ποίηση έχει ήδη «ανακαλύψει» το εγώ, μέσω του Ξενοφώντα, και έχει στραφεί στην ατομική ύπαρξη και στον εσωτερικό της κόσμο, ο Ηράκλειτος είναι σε θέση να περιγράψει τη φιλοσοφία του ως «αναζήτηση στον εαυτό». Το αντικείμενο της φιλοσοφίας του είναι ο εσωτερικός ρυθμός, ο Λόγος για τον οποίο κινείται και ρυθμίζεται. Ο Ηράκλειτος είναι ο φιλόσοφος του αιώνιου γίγνεσθαι. Η κίνηση αυτή του γίγνεσθαι εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Μέσα στον Λόγο, ο Ηράκλειτος δένει ένα μόνο υλικό στοιχείο, το Πυρ. Η ύπαρξη του Πυρός δημιουργεί μαζί με τον Λόγο ένα κόσμο άπειρο, άναρχο, ανώλεθρο, αυτορυθμιζόμενο που μετατρέπεται σε ποικίλες μορφές. Ο κόσμος αυτός είναι η αρμονία των αντιθέσεων. Το καλό και το κακό είναι οι αντίθετες όψεις του ίδιου πράγματος. Το μοναδικό σύγγραμμα που γνωρίζουμε ότι άφησε ο Ηράκλειτος είναι με τίτλο «Περί φύσεως», όπου διατύπωσε τη φιλοσοφία του χωρίς ακριβείς αποδείξεις, με χτυπητούς σύντομους αφορισμούς που έμοιαζαν ως χρησμοί. Για το ύφος του αυτό τον ονόμασαν «σκοτεινό». Δεν αποκάλυπτε τη σκέψη του με τρόπο άμεσο και ευκολονόητο, ούτε όμως επιχειρούσε να παραπλανήσει τους αναγνώστες και ακροατές του. Ο Ηράκλειτος έδειχνε απλώς σημάδια, τα οποία εκείνοι καλούνταν να εννοήσουν με τον ορθό τρόπο. Το έργο του διαιρείται σε τρία μέρη: για το σύμπαν, την πολιτική και τη θεολογία και γράφτηκε με ασάφεια για να γίνει κατανοητό μόνο από ικανούς ανθρώπους και αφιερώθηκε στο ιερό της Εφέσιας Αρτέμιδος, σύμβολο ελληνικού και ανατολικού πολιτισμού. Όταν ο Σωκράτης διάβασε το έργο του Ηράκλειτου είπε «αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία, νομίζω όμως ότι είναι εξίσου σπουδαία και αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ωστόσο, χρειάζεται να είσαι ένας δεινός κολυμβητής σαν αυτούς από τη Δήλο, για να μην πνιγείς μέσα στο βιβλίο του». Η μέθοδος με την οποία επικοινωνούσε με τους άλλους έμοιαζε με εκείνη του Δελφικού μαντείου, το οποίο, όπως έλεγε, «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει». Θεωρείται δυσνόητος και ίσως η ασάφεια αυτή των λόγων του ίσως να οφείλεται στο γεγονός πως το βιβλίο του γράφτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήματα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς και ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέφυγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορισμένο αριθμό μυημένων. Οι αρχαίοι τον θεωρούσαν από τους πλέον βαθυστόχαστους φιλόσοφους στην εποχή του, ο νεότερος μάλιστα κόσμος, με την εξέλιξη της φυσικομαθηματικής επιστήμης, τον θεωρεί μαζί με το Δημόκριτο, πρόδρομο των σύγχρονων φυσικών επιστημών και της ατομικής εποχής. Οι τρεις βασικές έννοιες του πανθεϊσμού του είναι η ενότητα, η αιώνια αλλαγή, και η αδιάσπαστη νομοτέλεια της κοσμικής τάξης. Η πρώτη ύλη του κόσμου είναι η φωτιά, η θερμότητα, που είναι το πρώτο ευκίνητο στοιχείο μέσα στη φύση. Το πέρασμα από την πρώτη αυτή ύλη σε όλες τις άλλες (αέρα, νερό, χώμα) το έβλεπε ως μια διαρκή αλλαγή της φωτιάς, δηλ. σαν μια αιώνια κίνηση της φωτιάς, που σβήνει και ξανανάβει. Ο πόλεμος (η πάλη) των στοιχείων «πόλεμος πάντων πατήρ», η «εναντιοδρομία», έχει κίνητρο το πυρ. Περίσσευμα θερμότητας σημαίνει περίσσευμα κίνησης και περίσσευμα ψυχρού σημαίνει ακινησία και νέκρα. Ο κόσμος κατά τον Ηράκλειτο, δε δημιουργήθηκε από κανέναν: «κόσμος τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλΆ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωτον». Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων. Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου. Γιατί είναι αλήθεια, «όταν πέφτει ο κεραυνός, η βροχή γίνεται βίαια και θυελλώδης», και όσον αφορά τη θάλασσα πάλι, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε ζήσει από πρώτο χέρι την αργή πρόσχωση του λιμανιού της Εφέσου, που έδιωχνε τη θάλασσα μακριά του. Η αντίθετη, ανοδική κίνηση επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα και ιδιαίτερα του Ήλιου: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατΆ εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρίσκεται σε αέναη ροή. Βρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυσική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο το θέμα της ανακύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων, αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν. Ο στόχος της κριτικής του κατά του Πυθαγόρα και άλλων ήταν οι έρευνές τους στην έξω φύση, η αναζήτηση εκ μέρους τους γεγονότων. «Η πολυμάθεια δεν μας βοηθά στην κατανόηση», έγραψε. «Διαφορετικά θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο». Τέτοια μάθηση μας προσφέρουν οι αισθήσεις, αλλά «μάτια και αυτιά είναι κακοί μάρτυρες, αν η ψυχή δεν εννοεί». Οι αισθήσεις μας παρουσιάζουν ένα διαφορετικό κόσμο στον καθένα. Κοίταξε μέσα σου, δηλ. μέσα στο νου σου, και θα βρεις τον «λόγον» δηλαδή την αλήθεια που είναι κοινή για όλα τα πράγματα. Είναι το πρώτο σαφές βήμα για την υπονόμευση των αισθήσεων ως οδηγών προς την αλήθεια. Ο κρυμμένος νόμος της φύσης, τον οποίο ισχυριζόταν πως είχε ανακαλύψει ήταν, όπως φαίνεται, ότι όλα τα πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση, η οποία είναι ουσιώδης για τη ζωή και επομένως καλή. Το πυθαγόρειο ιδεώδες ενός κόσμου ειρηνικού και αρμονικού το απέρριπτε, ως ιδεώδες θανάτου. Ο «πόλεμος είναι ο πατέρας όλων» και «η φιλονικία είναι δικαιοσύνη». Τα ρητά αυτά πιθανώς είχαν ως στόχο τον Αναξίμανδρο, που είχε περιγράψει τη συνεχή αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων στοιχείων ως αδικία, για την οποία τα στοιχεία θα έπρεπε με τη σειρά τους να τιμωρηθούν. Ως τώρα οι φιλόσοφοι αναζητούσαν το μόνιμο και το σταθερό. Δεν υπάρχει τέτοιο, λέει ο Ηράκλειτος, ούτε κανείς θα επιθυμούσε έναν κόσμο στάσιμο. Ό,τι ζει, ζει χάρη στον θάνατο κάποιου άλλου. «Η φωτιά ζει με τον θάνατο του αέρα, και ο αέρας ζει με τον θάνατο της φωτιάς, το νερό ζει με τον θάνατο της γης και η γη με τον θάνατο του νερού». Ο Ηράκλειτος διακήρυττε πως όλα μεταβάλλονται, τίποτε δε μένει σταθερό, ακίνητο: «τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης, αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν». Την αδιάκοπη αυτή κίνηση (ροή), κατά την οποία τα πάντα γίνονται και καταστρέφονται, ο Ηράκλειτος την έβλεπε ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών, «εναντιοδρομία»: «πάντα κατΆ έριν γίγνεσθαι». Την κίνηση αυτή και την αλλαγή την υπηρετούν ευεργετικές αντιθέσεις: «το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην». Οι Πυθαγόρειοι μίλησαν για την αρμονία των αντιθέτων, αλλά πώς μπορούν τα αντίθετα να ζουν αρμονικά, παρά μόνο χωρίς τη θέλησή τους; Πρόκειται, είπε, για συγκερασμό αντίθετων τάσεων, όπως αυτός που συμβαίνει στο τόξο. Θα πρέπει να φανταστούμε, έτσι νομίζω, ένα τόξο μόλις τανυσμένο αλλά ακινητοποιημένο. Καθώς στοχεύει, δεν αντιλαμβανόμαστε καμιά κίνηση, και το θεωρούμε ως αντικείμενο στατικό, σε τέλεια ακινησία. Αλλά στην πράξη έχουμε μια συνεχή διελκυστίνδα, που μπορούμε να την αντιληφθούμε μόλις η χορδή ελευθερωθεί. Το τόξο θα βρεθεί αμέσως σε πλεονεκτική θέση, θα τιναχτεί και θα τεντωθεί στην αρχική θέση. «Η βάση της ισορροπίας είναι ο αγώνας», που είναι per se καλός, αφού αποτελεί την πηγή της ζωής. Είναι άτοπο να θεωρούμε τη μία του πλευρά ή φάση αγαθή και την άλλη κακή. «Ο κόσμος», λέει ο Ηράκλειτος, «είναι μια αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο». Αν υποθέσουμε, όπως για τους Ίωνες, ότι παραδέχονταν μία πρωταρχική ουσία, από την οποία προήλθε εξελικτικά ο κόσμος, τότε η φωτιά είναι κατά τον Ηράκλειτο η πρώτη αρχή. Αλλά ο Ηράκλειτος δεν ήταν σαν τους Ίωνες. Δεν πίστευε σε καμιά κοσμογονία, όπως αυτή του Αναξίμανδρου, σε μια εξέλιξη του κόσμου από μια αρχική απλή κατάσταση. «Υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει» ό,τι και τώρα, και η φωτιά αποτελεί μάλλον ένα είδος συμβόλου της φύσης του κόσμου. Αποτελεί η φωτιά την καλύτερη υλική έκφραση (και κανένα άλλο είδος έκφρασης δεν ήταν τότε δυνατό) των δύο του κύριων αρχών: (i) το παν γεννάται από τον αγώνα, και (ii) το παν βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Γιατί η φωτιά μόνο ζει κατΆ αρχήν, καταστρέφοντας και εκμηδενίζοντας, και κατά δεύτερο λόγο συνεχώς μεταβάλλεται ως ύλη, έστω και αν φαίνεται, όπως η φλόγα του κεριού, σταθερή και διαρκής για αρκετό διάστημα. Αν ο όλος κόσμος μοιάζει κάπως έτσι, τότε είναι πετυχημένη η παρομοίωσή του με κάποια μορφή φωτιάς. Η αντίληψη του Ηράκλειτου για τον «λόγο» είναι περίεργη και δυσνόητη. «Ακούστε όχι εμένα, αλλά τον "λόγο"», λέει, και ο «λόγος» φαίνεται να έχει εδώ εκτός από τις συνηθισμένες του σημασίες και ένα είδος «ύπαρξης ανεξάρτητης». Ο «λόγος» ισχύει πάντοτε, όλα τα πράγματα συμφωνούν μαζί του, είναι κοινός για όλα και «πρέπει κανείς να ακολουθεί ό,τι είναι κοινό». Ταυτίζεται, υποθέτουμε, με τη «γνώμη»=σκέψη, με τη βοήθεια της οποίας «διευθύνονται όλα τα πράγματα μέσα απΆ όλα». Ένας κατοπινός φιλόσοφος λέει ότι, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, «ανασαίνovτας προσλαμβάνουμε τον θεϊκό λόγο» δηλαδή το θείο πνεύμα που κατευθύνει το παν είναι (α) ταυτόσημο με το πνεύμα μέσα μας, όπως δέχονται και οι Πυθαγόρειοι, (β) είναι επίσης κάτι υλικό. Είναι το ίδιο πράγματι με το κοσμικό πυρ, γιατί σύμφωνα με έναν άλλον αρχαίο σχολιαστή του Ηράκλειτου, «λέει (ο Ηράκλειτος) ότι αυτή η φωτιά έχει νου και αυτός είναι η αιτία της τάξης του σύμπαντος». Η έννοια της λογικής φωτιάς δείχνει πόσο δύσκολο γίνεται το να εξηγήσει κανείς τα πάντα, χωρίς να προχωρήσει πέρα από την έννοια του υλικού. «Αν και ο λόγος αυτός υπάρχει αιώνια, οι άνθρωποι γίνονται πάντα ασύνετοι, και πριν τον ακούσουν και αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά. Κι ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα με αυτόν τον "λόγο", οι άνθρωποι δείχνουν άπειροι, κι ας έχουν πείρα λόγων και έργων όπως αυτά που πραγματεύομαι εγώ εδώ, όταν τα διαιρώ σύμφωνα με τη φύση του καθενός και εξηγώ πώς έχουν. Όμως οι άλλοι άνθρωποι λησμονούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν και όσα κάνουν στον ύπνο τους». Εδώ ο φιλόσοφος εμφανίζει τη φιλοσοφία του όχι ως μια αυθαίρετη και υποκειμενική κατασκευή, αλλά ως μια έκφραση του «λόγου» που διέπει και κατευθύνει τα πάντα, όσο και αν μένει απρόσιτος στους πολλούς. Ο Ηράκλειτος έκλινε προς τον ορθολογισμό: «κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα». Το λογικό, ο λόγος, στον Ηράκλειτο δεν είναι δεμένος με μεταφυσικές, ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Για τον λόγο προχώρησε σε μια διατύπωση, που η επίδρασή της φτάνει μέχρι τα χρόνια μας. Ο λόγος είναι ο κοσμικός νόμος, η δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα. Το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι, μια συνέπεια του κοσμικού λόγου. Παίρνοντας μέρος σΆ αυτόν οι άνθρωποι γίνονται λογικοί. ΓιΆ αυτό ο λόγος είναι κοινός και υποχρεωτικός για όλους, μ' όλο που οι άνθρωποι φαντάζονται και συλλογιούνται και ενεργούν ελεύθερα. Με αυτή την αρχή οφείλουμε να εκφραζόμαστε με αληθές λέγειν. Ο λόγος είναι, επομένως η αιώνια καθολική σχέση που ρυθμίζει την πραγματικότητα, όπως αυτή εκφράζεται γλωσσικά. Οι άνθρωποι ωστόσο, «ενώ βρίσκονται συνεχώς μαζί με τον "λόγο", διαφωνούν μαζί του και αυτά που συναντούν καθημερινά τους φαίνονται ξένα». Η Δικαιοσύνη και η ηθική την πηγή τους την έχουν στον κοσμικό λόγο. Στον Ηράκλειτο η θεότητα είναι ενδοκοσμικός νους, που δημιουργεί (από μέσα του) τη φύση, την ιστορία, τη θρησκεία, το δίκαιο, την ηθικότητα. Μέλημα του Ηράκλειτου είναι να τους αφυπνίσει και να τους οδηγήσει στη συμφωνία και «ομο-λογία» προς τη λογική σχέση που καθορίζει και συνδέει τη βαθύτερη φύση των πραγμάτων. Θέμα του δεν είναι μόνο τα φυσικά όντα που αποτελούσαν το αντικείμενο των Μιλήσιων κοσμολόγων, αλλά τα «λόγια και έργα», ο «λόγος… αφορά τόσο στον φυσικό μακρόκοσμο όσο και τον ανθρώπινο μικρόκοσμο». Ακόμη και η κοινωνική συμβίωση συλλαμβάνεται από τον Ηράκλειτο σε μια αναλογία προς το κοσμικό γίγνεσθαι και στηρίζεται εξίσου σε μια κρυφή ενοποιό δύναμη, καθώς «όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από έναν, τον θείο». Στο πεδίο της αστρονομίας τώρα, φαίνεται πως ο Ηράκλειτος γνώριζε την πορεία της Σελήνης και του Ήλιου, καθώς και των πλανητών, έχοντας μελετήσει τις τροχιές τους, των οποίων μάλιστα ίσως είχε υπολογίσει την κλίση. Κατά παράδοξο τρόπο μας βεβαιώνει πως μέρα και νύχτα είναι ένα και το αυτό, συμβαίνει γιατί καθεμιά τους δίνει ζωή στην άλλη με τον ημερολογιακό ρυθμό, ρυθμό που δίνει υπόσταση στη θεματική της αρμονίας των αντιθέτων και της ανακύκλησης. Ο Ηράκλειτος εκφράζεται με αινίγματα, έλεγαν οι Έλληνες, και υπήρχαν δύο κύριοι λόγοι για κάτι τέτοιο. Αρχικά ο χαρακτήρας του ήταν τέτοιος που τον ευχαριστούσε μια γλώσσα εvτυπωσιακή και παράδοξη. Μπορούσε να προσφέρει σαφή παράδοξα, όπως «καλό και κακό είναι ένα και το αυτό», ή άλλοτε μια παρομοίωση θελκτική αλλά βασανιστική, όπως: «ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια, δική του είναι η βασιλεία». Κατά δεύτερο λόγο ο Ηράκλειτος είναι δύσκολος, γιατί η διανόηση στην περίπτωσή του έφτασε σε στάδιο παράξενα δύσκολο. Δεν ανεχόταν τις ιωνικές κοσμογονίες, ούτε θεωρούσε εύκολο και φυσικό να περιορίζει τη ζωή και τη σκέψη στον ζουρλομανδύα της υλικής ουσίας. Ήταν σαφές πώς πολύ γρήγορα θα τον διαρρήγνυε. Η διάρρηξη συνέβη με τρόπο παράξενο και οφειλόταν τελικά στο έργο ενός διανοητή και δυνατού αλλά και περιορισμένου, του οποίου και η δύναμη και οι αυτοπεριορισμοί σχημάτισαν κάτι σαν κοιλάδα στην ελληνική σκέψη. Αυτός ο φιλόσοφος ήταν ο Παρμενίδης, που έζησε το πρώτο μισό του 5ου αιώνα και ήταν το ακριβώς αντίθετο του Ηράκλειτου. Για τον Ηράκλειτο οι μόνες πραγματικότητες ήταν η κίνηση και η μεταβολή, για τον Παρμενίδη η κίνηση δεν ήταν δυνατή και τη συνολική πραγματικότητα αποτελούσε μία και μόνη, ακίνητη και αμετάβλητη ουσία. Ο Ηράκλειτος είναι ένας φιλόσοφος όπου οι αντιλήψεις του για τον Κόσμο εύκολα προεκτείνονται σε κοινωνικό επίπεδο, αν δεν αφορούν περισσότερο αυτό. Σε κατά το δυνατόν αυστηρό φυσικό επίπεδο η άποψή του είναι ότι, αρχική ουσία για τον Κόσμο είναι η φωτιά. Δέχεται, ότι τίποτε στον Κόσμο δεν παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο, αλλά όλα ευρίσκονται σε μια διαρκή εναλλαγή, τα πάντα ρει, η οποία είναι αποτέλεσμα των διαρκών συγκρούσεων, που συμβαίνουν γύρω μας, πόλεμος πατήρ πάντων. Στο κοσμολογικό του πρότυπο η φωτιά κατέχει την κυρίαρχη θέση, σαν το πιο δραστικό και ενεργητικό στοιχείο. Σε αντίθεση προς τους Ελεάτες φιλοσόφους, που είχαν θεσπίσει την ακινησία του είναι, κήρυξε το «αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μη ουδέποτε το αυτό μένειν». Κάθε γέννηση, κατά τον Ηράκλειτο, είναι προϊόν των στοιχείων εκείνων της φύσης που βρίσκονται σε συνεχή διαπάλη και αντίθεση. Από την πάλη των στοιχείων γεννιέται η αρμονία. Δίχως την «εναντιοδρομία» αυτή, όπως την λέει, δεν θα υπήρχε ζωή. Γι' αυτό και εκθειάζει τον πόλεμο των στοιχείων ως πατέρα των πάντων, και ως κίνητρό τους το πυρ. Περίσσεια θερμότητας σημαίνει περίσσεια κίνησης και συνείδησης. Περίσσεια ψυχρού, σημαίνει ακινησία και νέκρα. Η εποχή μας έχει ρίξει αρκετό φως στις σκοτεινές θεωρίες του Εφέσιου φιλοσόφου. Οι Ίωνες φιλόσοφοι ήταν οξυδερκείς παρατηρητές της Φύσης και επιδίωκαν την επιστημονική ερμηνεία του Σύμπαντος, σε αντιδιαστολή με της προγενέστερης προλογικής αντίληψης. Μετά το 494 π.Χ., το χρόνο που καταστράφηκε η Μίλητος, ο πρώτος ιωνικός στοχασμός φτάνει σε ένα τέλος. Η φιλοσοφική σκηνή μεταφέρεται από τα ανατολικά όρια του ελληνικού στα δυτικά, στις ακμάζουσες αποικίες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Το γεγονός αυτό σημαδεύεται ιδιαίτερα από τη μετανάστευση του Πυθαγόρα του Σάμιου στη Μεγάλη Ελλάδα. Όλη η επερχόμενη ελληνική φιλοσοφία θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τις απόψεις των μεγάλων στοχαστών.