Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (676-736)

ΧΟ. ὦ φίλη, ὦ ξουθή,
ὦ φίλτατον ὀρνέων,
πάντων ξύννομε τῶν ἐμῶν
ὕμνων, ξύντροφ᾽ ἀηδοῖ,
680 ἦλθες ἦλθες ὤφθης,
ἡδὺν φθόγγον ἐμοὶ φέρουσ᾽.
ἀλλ᾽, ὦ καλλιβόαν κρέκουσ᾽
αὐλὸν φθέγμασιν ἠρινοῖς,
ἄρχου τῶν αναπαίστων.

685 ἄγε δὴ φύσιν ἄνδρες ἀμαυρόβιοι, φύλλων γενεᾷ προσόμοιοι,
ὀλιγοδρανέες, πλάσματα πηλοῦ, σκιοειδέα φῦλ᾽ ἀμενηνά,
ἀπτῆνες ἐφημέριοι, ταλαοὶ βροτοί, ἀνέρες εἰκελόνειροι,
προσέχετε τὸν νοῦν τοῖς ἀθανάτοις ἡμῖν, τοῖς αἰὲν ἐοῦσιν,
τοῖς αἰθερίοις, τοῖσιν ἀγήρῳς, τοῖς ἄφθιτα μηδομένοισιν,
690 ἵν᾽ ἀκούσαντες πάντα παρ᾽ ἡμῶν ὀρθῶς περὶ τῶν μετεώρων,
φύσιν οἰωνῶν γένεσίν τε θεῶν ποταμῶν τ᾽ Ἐρέβους τε Χάους τε
εἰδότες ὀρθῶς, Προδίκῳ παρ᾽ ἐμοῦ κλάειν εἴπητε τὸ λοιπόν.
Χάος ἦν καὶ Νὺξ Ἔρεβός τε μέλαν πρῶτον καὶ Τάρταρος εὐρύς·
γῆ δ᾽ οὐδ᾽ ἀὴρ οὐδ᾽ οὐρανὸς ἦν· Ἐρέβους δ᾽ ἐν ἀπείροσι κόλποις
695 τίκτει πρώτιστον ὑπηνέμιον Νὺξ ἡ μελανόπτερος ᾠόν,
ἐξ οὗ περιτελλομέναις ὥραις ἔβλαστεν Ἔρως ὁ ποθεινός,
στίλβων νῶτον πτερύγοιν χρυσαῖν, εἰκὼς ἀνεμώκεσι δίναις.
οὗτος δὲ Χάει πτερόεντι μιγεὶς νύχιος κατὰ Τάρταρον εὐρὺν
ἐνεόττευσεν γένος ἡμέτερον, καὶ πρῶτον ἀνήγαγεν εἰς φῶς.
700 πρότερον δ᾽ οὐκ ἦν γένος ἀθανάτων, πρὶν Ἔρως ξυνέμειξεν ἅπαντα·
ξυμμειγνυμένων δ᾽ ἑτέρων ἑτέροις γένετ᾽ οὐρανὸς ὠκεανός τε
καὶ γῆ πάντων τε θεῶν μακάρων γένος ἄφθιτον. ὧδε μέν ἐσμεν
πολὺ πρεσβύτατοι πάντων μακάρων ἡμεῖς. ὡς δ᾽ ἐσμὲν Ἔρωτος
πολλοῖς δῆλον· πετόμεσθά ‹τε› γὰρ καὶ τοῖσιν ἐρῶσι σύνεσμεν·
705 πολλοὺς δὲ καλοὺς ἀπομωμοκότας παῖδας πρὸς τέρμασιν ὥρας
διὰ τὴν ἰσχὺν τὴν ἡμετέραν διεμήρισαν ἄνδρες ἐρασταί,
ὁ μὲν ὄρτυγα δούς, ὁ δὲ πορφυρίων᾽, ὁ δὲ χῆν᾽, ὁ δὲ Περσικὸν ὄρνιν.
πάντα δὲ θνητοῖς ἐστιν ἀφ᾽ ἡμῶν τῶν ὀρνίθων τὰ μέγιστα.
πρῶτα μὲν ὥρας φαίνομεν ἡμεῖς ἦρος, χειμῶνος, ὀπώρας·
710 σπείρειν μέν, ὅταν γέρανος κρώζουσ᾽ εἰς τὴν Λιβύην μεταχωρῇ·
καὶ πηδάλιον τότε ναυκλήρῳ φράζει κρεμάσαντι καθεύδειν,
εἶτα δ᾽ Ὀρέστῃ χλαῖναν ὑφαίνειν, ἵνα μὴ ῥιγῶν ἀποδύῃ.
ἰκτῖνος ‹δ᾽› αὖ μετὰ ταῦτα φανεὶς ἑτέραν ὥραν ἀποφαίνει,
ἡνίκα πεκτεῖν ὥρα προβάτων πόκον ἠρινόν· εἶτα χελιδών,
715 ὅτε χρὴ χλαῖναν πωλεῖν ἤδη καὶ ληδάριόν τι πρίασθαι.
ἐσμὲν δ᾽ ὑμῖν Ἄμμων, Δελφοί, Δωδώνη, Φοῖβος Ἀπόλλων.
ἐλθόντες γὰρ πρῶτον ἐπ᾽ ὄρνις οὕτω πρὸς ἅπαντα τρέπεσθε,
πρός τ᾽ ἐμπορίαν, καὶ πρὸς βιότου κτῆσιν, καὶ πρὸς γάμον ἀνδρός.
ὄρνιν τε νομίζετε πάνθ᾽ ὅσαπερ περὶ μαντείας διακρίνει·
720 φήμη γ᾽ ὑμῖν ὄρνις ἐστί, πταρμόν τ᾽ ὄρνιθα καλεῖτε,
ξύμβολον ὄρνιν, φωνὴν ὄρνιν, θεράποντ᾽ ὄρνιν, ὄνον ὄρνιν.
ἆρ᾽ οὐ φανερῶς ἡμεῖς ὑμῖν ἐσμὲν μαντεῖος Ἀπόλλων;
ἢν οὖν ἡμᾶς νομίσητε θεούς,
ἕξετε χρῆσθαι μάντεσι Μούσαις
725 αὔραις, ὥραις, χειμῶνι, θέρει,
μετρίῳ πνίγει· κοὐκ ἀποδράντες
καθεδούμεθ᾽ ἄνω σεμνυνόμενοι
παρὰ ταῖς νεφέλαις ὥσπερ χὠ Ζεύς·
ἀλλὰ παρόντες δώσομεν ὑμῖν
730 αὐτοῖς, παισίν, παίδων παισίν,
πλουθυγίειαν, βίον, εἰρήνην,
νεότητα, γέλωτα, χορούς, θαλίας
γάλα τ᾽ ὀρνίθων. ὥστε παρέσται
735 κοπιᾶν ὑμῖν ὑπὸ τῶν ἀγαθῶν·
οὕτω πλουτήσετε πάντες.

***
ΧΟΡ. Αηδόνα, αηδόνα καστανή,
ω λατρευτή, που σαν εσέ
δεν αγαπούμε άλλο πουλί,
συντρόφισσά μας στη βοσκή
και σε όλα τα τραγούδια μας,
680 φάνηκες, ήρθες, σε είδαμε,
με τη λαλιά σου τη γλυκιά.
Ω εσύ, που με ήχους εαρινούς
παίζεις αυλό μελωδικό,
στους αναπαίστους κάμε αρχή.

ΚΟΡ. Σκοτεινόζωο ανθρώπινο γένος εσύ,
με των φύλλων παρόμοιο τη φύτρα,
λασποζύμωτα ανήμπορα πλάσματα, σκιές
και φαντάσματα κούφιων ειδώλων,
όντα εφήμερα, δίχως φτερούγες, θνητοί
κακορίζικοι, εικόνες ονείρων,
γιά προσέξτε κι ακούστε τ᾽ αθάνατα εμάς,
πὄχουμε ύπαρξη αιώνια στον κόσμο
κι είμαστε όντα του αιθέρα, χωρίς γερατειά
και με σκέψεις αθάνατες· κι έτσι,
690 από μας αφού μάθετε πια τα σωστά
για τα ουράνια ζητήματα, κι όλη
την αλήθεια γνωρίσετε, ποιά των πουλιών
είναι η φύση και πώς έχουν γίνει
τα ποτάμια και το Έρεβος, Χάος και θεοί,
να φωνάξετε «Πρόδικε, σκάσε!»
Στην αρχή υπήρχε Νύχτα και Χάος μοναχά,
πλατύς Τάρταρος κι Έρεβος μαύρο·
ούτε αέρας υπήρχε ούτε γη ή ουρανός·
τότε μέσα στου Ερέβους τον κόρφο
τον απέραντο, έν᾽ άσπορο αυγό στην αρχή
η μαυροφτέρουγη Νύχτα γεννάει·
κι όταν ήρθε ο καιρός, απ᾽ τ᾽ αυγό ο ποθητός
πρόβαλε Έρωτας· είχε στις πλάτες
δυο φτερούγες που αστράφταν χρυσές, και γοργά
στο στροβίλισμα επέτα του ανέμου.
Με το Χάος, που κι αυτό φτερωτό ηταν, κρυφά
μες στον Τάρταρο ο Έρωτας σμίγει,
και το γένος μας έτσι ξεκλώσησε· αυτό
μες στο φως πρωτανέβασε κιόλας.
700 Αθανάτων φυλή δεν υπήρχε, ώσπου πια
σμίξιμο έφερε ο Έρωτας σε όλα·
κι όπως έσμιγε το ᾽να με τ᾽ άλλο, ουρανός,
γη και θάλασσα γίνηκαν, κι όλων
των μακάριων αθάνατων θεών η φυλή.
Πιο παλιά λοιπόν είμαστε απ᾽ όλους
τους μακάριους θεούς. Κι ότι του Έρωτα εμείς
γέννημα είμαστε, πλήθος υπάρχουν
αποδείξεις· πετούμε κι εμείς σαν αυτόν
και μ᾽ αυτούς που αγαπούν πάντα πάμε·
κάποιο πρόσωπο, ας πούμε, κάνει όρκο, μακριά
πια να μείνει απ᾽ αυτόν που το θέλει,
μα για δώρο τού στέλνει πουλί ο εραστής,
χήνα, ορτύκι, τρυγόνι ή κοκόρι,
και του αλλάζει τη γνώμη· τρανή των πουλιών
για τον έρωτα η δύναμη, βλέπεις.
Και σ᾽ εμάς τα πουλιά βρίσκουν πάντα οι θνητοί
κάθε πράμα σπουδαίο και μεγάλο.
Εμείς δείχνουμε πρώτα την κάθε εποχή,
πότε είν᾽ άνοιξη, θέρος, χειμώνας·
710 όταν κράζοντας φεύγει από δω ο γερανός
για να πάει στη Λιβύη, λέει να σπέρνουν·
και το ναύτη ορμηνεύει «γιά κρέμασε πια
το τιμόνι και ρίξ᾽ το στην ξάπλα»,
λέει στον κλέφτη «γιά φτιάσε ένα ρούχο, μωρέ,
να μην κρυώνεις και γδύνεις τον κόσμο».
Αλλ᾽ αργότερα έν᾽ άλλο πουλί μια εποχή
φανερώνει καινούρια, ο πετρίτης·
«ο ανοιξιάτικος κούρος να γίνει» θα πει
«των προβάτων». Σα δουν χελιδόνι,
τις χοντρές χειμωνιάτικες κάπες πουλούν
και λαφρύτερα ρούχα αγοράζουν.
Για σας Άμμωνας είμαστ᾽ εμείς και Δελφοί
και Δωδώνη κι Απόλλωνας μάντης.
Για να πιάσετε μια όποια δουλειά, την αρχή
για να κάμετε σε ό,τι και να ᾽ναι
—αγορά, εμπόριο, γάμο, ταξίδι—, πουλιά
μαντικά θα ρωτήσετε πρώτα.
Τα πουλιά είν᾽ οιωνοί και για τούτο οιωνό
λέτε κάθε σημάδι μαντείας·
720 κάθε αντάμωμα ή φτάρνισμα, κάθε φωνή,
κι ένα σούσουρο ακόμα τυχαίο,
κι ένας δούλος ή γάιδαρος, όλα για σας,
είν᾽ οιωνοί, ναι, πουλιά μ᾽ άλλα λόγια.
Ε, τί λες; Τα πουλιά φανερά στους θνητούς
απολλώνιο δεν είναι μαντείο;
Ώστε τώρα, αν πιστέψετε εμάς για θεούς,
Μούσες θα ᾽χετε ευθύς μαντικές, να σας λεν
για τον κάθε καιρό, το ζεστό, τον ψυχρό,
για τη μέτρια την κάψα, για ανέμων πνοές·
κι ούτε δα θα το σκάμε ποτέ, στα ψηλά
σαν το Δία να καθόμαστε με όψη βαριά
μες στα σύννεφα· πάντα κοντά σας εμείς,
730 στα παιδιά σας, στα εγγόνια, στους ίδιους εσάς
θα χαρίζουμε πλούτη και υγεία και ζωή,
νιάτα, ειρήνη, ξεφάντωμα, γέλια, χαρές,
του πουλιού θα σας δίνουμε ακόμα το γάλα.
Τόσο πλούσιοι θα γίνετε, τόσο πολλά
θα φορτώσουμε σ᾽ όλους εσάς αγαθά,
που θα λέτε «τί ασήκωτο βάρος!».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΡΙΤΟΜΑΡΤΗ

ΒΡΙΤΟΜΑΡΤΗ
(άγαλμα)
 
Η Βριτόμαρτη ήταν Νύμφη από τη Γόρτυνα της Κρήτης, κόρη του Δία και μιας θνητής, της Κάρμης, συντρόφισσα της Άρτεμης. Της άρεσαν το κυνήγι και οι πορείες στα δάση και είχε επινοήσει το κυνηγετικό δίχτυ.
 
Την ερωτεύτηκε ο Μίνωας που την κυνήγησε για εννιά μήνες. Την πρόφτασε σε ένα ακρωτήρι, όπου σε μια μυρτιά μπλέχτηκε το ρούχο της. Για να αποφύγει τον Μίνωα, έπεσε στη θάλασσα αλλά σώθηκε στα δίχτυα ψαράδων. Τότε οι Κύδωνες, οι πιο παλιοί κάτοικοι της Κρήτης, την ονόμασαν Δίκτυννα, δηλαδή κόρη των διχτυών, της αφιέρωσαν το Δικταίο όρος και τη λάτρεψαν σαν θεά. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η κοπέλα ήταν κόρη του Δία. Από τη Φοινίκη έφτασε στο Άργος και ύστερα στην Κεφαλληνία, όπου οι ντόπιοι την ονόμασαν Λαφρία. Από εκεί πήγε στην Κρήτη.
 
Για να σωθεί από τον Μίνωα κρύφτηκε σε δίχτυα ψαράδων. Ένας από τους ψαράδες, ο Ανδρομήδης, την πήγε στην Αίγινα. Όταν θέλησε να ενωθεί μαζί της, αυτή έτρεξε στο δάσος και χάθηκε. Αντί γι' αυτήν βρήκαν ένα άγαλμά της. Κήρυξαν τον τόπο ιερό, την ονόμασαν Αφαία = άφαντη και τη λάτρεψαν σαν θεά. Και σε αυτή την περίπτωση θα μιλούσαμε για αντικατάσταση και όχι για μεταμόρφωση.

Διαζύγιο γονέων διαμορφώνει τέκνα - Η επίδραση του διαζυγίου στα παιδιά

Η δυσάρεστη απόφαση και εμπειρία ενός διαζυγίου, εκ των πραγμάτων, δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστα και τα παιδιά του ζευγαριού. Μάλιστα, τη συγκεκριμένη επιρροή, θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε και ως μία τραγική ειρωνεία της ζωής, αν αναλογιστούμε ότι η γέννηση των παιδιών φέρνει ευτυχία και ενώνει το ζευγάρι.

Παιδιά, η σανίδα σωτηρίας μιας προβληματικής σχέσης


Αλλά και σε μία προβληματική οικογένεια, η τεκνογονία, κατά κάποιον τρόπο, είναι ο τελευταίος διορθωτικός ελιγμός του ζευγαριού, προκειμένου να περισώσει ό,τι έχει απομείνει από τη διαταραγμένη σχέση του. Όταν υπάρχουν σημαντικά προβλήματα και διενέξεις σε μία σχέση, η γέννηση ενός παιδιού, αποτελεί μία σωτήρια προσωρινή λύση και διέξοδο· θα λέγαμε κυριολεκτικά ότι είναι μία σανίδα σωτηρίας, δια της οποίας δύο άνθρωποι παροδικά εξέρχονται από τη βαλτωμένη σχέση τους, προκειμένου να ξεχαστούν από τις δυσκολίες τις οποίες πραγματικά θα ξανασυναντήσουν αργότερα μπροστά τους.

Θα ήταν λοιπόν επιλήψιμο για ένα ζευγάρι και το εξής γεγονός: Ενώ αγωνίστηκε για μεγάλο διάστημα να διασώσει το γάμο του και τελικά πήρε την απόφαση να χωρίσει, δεν προέβλεψε προηγουμένως με σοβαρότητα να προστατέψει, να φροντίσει και να εξασφαλίσει μία όσο το δυνατόν με λιγότερες επιπτώσεις, ομαλή και αξιοπρεπή συναισθηματική μετάβαση των αθώων θυμάτων, των παιδιών τους σε διαφορετική μορφή οικογένειας.

Τι εστί διαζύγιο για τα παιδιά


Για την κατασκευή ενός σπιτιού απαιτούνται κάθετες κολώνες και οριζόντια δοκάρια· αυτά τα δύο είναι ικανά να κάνουν την κατοικία να αντέχει σε σεισμούς. Όταν όμως δύο στύλοι απομακρυνθούν-γκρεμιστούν, φυσικό επακόλουθο είναι το κτήριο να καταρρεύσει. Χρησιμοποίησα τους παραπάνω δομικούς όρους, προκειμένου στη συνέχεια να κατανοηθεί ότι κάπως έτσι αισθάνονται και τα παιδιά, όταν υλοποιηθεί ένα διαζύγιο. Στύλοι που στηρίζουν ολόκληρη την οικογενειακή εστία είναι οι γονείς και όταν χωρίσουν, αυτό έχει ουσιαστικές επιπτώσεις στα παιδιά τους. Και αυτό συμβαίνει, διότι για εκείνα καταρρέει στην πραγματικότητα ένας κόσμος, η οικογενειακή τους εστία, και χρειάζονται σωστό τρόπο για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Επομένως, πριν από το διαζύγιο χρήσιμο και ωφέλιμο είναι το ζευγάρι να συλλογιστεί τον πλέον κατάλληλο τρόπο και χειρισμό με τον οποίο θα αποφασιστεί ο χωρισμός του.

Σύμφωνα με έρευνες, το διαζύγιο γενικά επηρεάζει την νοητική, συναισθηματική, ψυχοκοινωνική και σεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού. Πιο συγκεκριμένα, πιθανότατα, λόγω της ενδεχόμενης φυσικής και μερικές φορές συναισθηματικής απομάκρυνσης των γονέων και ειδικότερα του προσώπου στο οποίο το παιδί είχε ιδιαίτερα προσκολληθεί, υπάρχει ο κίνδυνος να αναπτυχθεί ανασφάλεια που θα το αποτρέπει από τις διαπροσωπικές επαφές και την έκφραση των συναισθημάτων του.

Η εκδήλωση αισθημάτων ενοχής είναι ένα άλλο σημαντικό γεγονός που επηρεάζει τα παιδιά, διότι όταν δεν μπορούν να αντιληφθούν τους παράγοντες που προκάλεσαν τον χωρισμό των γονέων τους, αισθάνονται ότι είναι τα ίδια υπεύθυνα για το γεγονός αυτό. Η εμφάνιση επίσης θυμού, ανυπακοής, πρόωρης σεξουαλικής δραστηριότητας, παραβατικότητας, είναι μερικά άλλα σημαντικά στοιχεία που πιθανότατα να εκδηλωθούν.

Οι επιπτώσεις του διαζυγίου στα παιδιά


Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιδί μπορεί να εισέλθει σε γονεϊκό ρόλο. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι το παιδί (σε ασυνείδητο πάντα επίπεδο) θα βγει από τον ρόλο του και θα αναπληρώσει τον γονέα που δεν είναι πια μαζί του. Με αυτόν τον τρόπο θα ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές ανάγκες του γονέα με τον οποίο παραμένει, με αποτέλεσμα αυτό να προεκταθεί και στην ενήλικη ζωή του, δηλαδή η συνδρομή προς όλους, πριν να του το ζητήσουν. Με άλλα λόγια, η φροντίδα αυτή που θα του κληροδοτηθεί, θα το ακολουθεί και στην υπόλοιπη ζωή του, παραμερίζοντας έτσι τις προσωπικές του ανάγκες και δίνοντας προτεραιότητα στις ανάγκες των άλλων.

Η πιθανή εμφάνιση ψυχοσωματικών διαταραχών, όπως πονοκέφαλοι, ζαλάδες, νυκτερινή ενούρηση κ.ά. είναι άλλη μία επιπλέον επίπτωση, όταν τα παιδιά δεν εκφράζουν τα συναισθήματά τους, τις ανησυχίες και τις επιθυμίες τους.

Φυσικά οι παραπάνω συνέπειες του διαζυγίου που επιγραμματικά παρουσιάσαμε, βιώνονται από τα παιδιά με διαφορετικό τρόπο και βαθμό, ανάλογα με την ηλικία τους και τον χαρακτήρα τους, αλλά και με το πώς οι ίδιοι οι γονείς τους το έχουν διαχειριστεί. Οι αρνητικές επιπτώσεις για παράδειγμα, μπορούν να περιοριστούν, όταν το ζευγάρι χειριστεί από κοινού και επί της ουσίας κατάλληλα τον χωρισμό τους. Ειδικότερα, η αποφυγή συγκρούσεων, εχθρότητας και διχασμού πριν και μετά από το διαζύγιο και η διαρκής και ειλικρινής αγάπη, το ενδιαφέρον, η ζεστασιά και η φροντίδα προς τα παιδιά είναι μερικά βασικά και απαραίτητα στοιχεία που διευκολύνουν την προσαρμογή τους μετά από τον χωρισμό των γονέων. Με απλά λόγια η σωστή στάση, η κοινή γραμμή και η ουσιαστική συνεργασία των γονέων θα μπορέσουν να απαλύνουν τις συνέπειες του διαζυγίου προς τα παιδιά.

Πότε σταματάει να επηρεάζει ένα διαζύγιο


Σχετικά με τη χρονική διάρκεια των επιπτώσεων του διαζυγίου, οι έρευνες καταδεικνύουν ότι κυμαίνεται μεταξύ 2 έως και 10 έτη και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παραμείνουν και στην ενήλικη ζωή.

Ωστόσο, όπως κανονικά όλες οι «τομές» των δυσκολιών, των τραυματικών βιωμάτων και προβλημάτων της ζωής, όταν φροντιστούν και αντιμετωπιστούν με σωστό τρόπο και υπομονή, σταδιακά αρχίζουν να επουλώνονται και οι πληγές να κλείνουν, αφήνοντας μονάχα μία αναμνηστική ουλή, κάπως έτσι μπορούν να ξεπεραστούν και οι επιδράσεις ενός διαζυγίου, εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και προϋποθέσεις.

Γι΄αυτό αγαπητοί μου, μπορεί να χωρίζετε ως ζευγάρι, μείνετε τουλάχιστον ενωμένοι ως γονείς, επιβεβαιώνοντας την αγάπη σας προς τα παιδιά αλλά και διαβεβαιώνοντάς τα ότι θα εξακολουθείτε να υπάρχετε ως οικογένεια αλλά με διαφορετικό τρόπο και μορφή.

Φόβος ή Ελπίδα;

Η ελπίδα και ο φόβος, τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια της εξουσίας, διεκδικούν σε λίγες ώρες την ψήφο μας. Ένα ύποπτο αγαθό σταλμένο απ’ τους θεούς και ο γιος του θεού του πολέμου.
 
Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».

Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου

Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα; 

Η ελπίδα

«Το όνειρο που βλέπουμε ξυπνητοί είναι η ελπίδα», είπε ο Αριστοτέλης. «Είναι το χειρότερο κακό», είπε ο Νίτσε, «διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων».

Η ελπίδα είναι άτιμο πράγμα. Εύκολα ρίχνει τον άνθρωπο στην αδράνεια και τον κάνει να πιστεύει σε χίμαιρες και Μεσσίες. Τον αποδυναμώνει, τον κάνει να αισθάνεται μικρός κι εξαρτώμενος από εξωτερικούς παράγοντες ή όπως λέει μία γερμανική παροιμία «Οι δυνατοί έχουν θέληση, οι αδύναμοι έχουν ελπίδα».

Η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν θεραπευτική, επειδή μεταξύ άλλων δεν πρόσφερε ελπίδα. Η κάθαρση ήταν το αποτέλεσμα της ταύτισης του θεατή με τον ήρωα, ο οποίος, όποιες κι αν είναι οι επιλογές του, στο τέλος θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Κάποτε, ούτε καν αυτές. Θα υποστεί μέχρι τέλους τις συνέπειες κάποιας κακής συγκυρίας, μιας τυχαιότητας. Η κάθαρση του θεατή επέρχεται ως αποτέλεσμα του συντονισμού του με τις πραγματικότητες της ζωής. Η ελπίδα δεν έχει ρόλο, ούτε όταν ο Ευριπίδης επινόησε τον από μηχανής θεό.

Σήμερα, χρησιμοποιούμε την έκφραση «από μηχανής θεός» για να δηλώσουμε μία απρόσμενη λύση που εμφανίζεται ξαφνικά και λύνει προβλήματα. Στην τραγωδία, όμως, οι θεοί είναι αυτοί που προκάλεσαν τα προβλήματα εξ’ αρχής και ο Ευριπίδης τους «υποχρεώνει» να τα λύσουν. Επιπλέον, εκείνοι οι θεοί δεν έχουν καμία σχέση με ό, τι σήμερα ονομάζουμε θεότητα. Είναι ανθρώπινοι, κάνουν λάθη, μετανιώνουν, θυμώνουν και αγαπούν. Είναι άνθρωποι που ζουν σε άλλη διάσταση. Αυτό λοιπόν που βιώνει ο θεατής, ακόμα και όταν η λύση του δράματος επιτυγχάνεται με την επέμβαση του θεού, είναι η κάθαρση που προσφέρει η αποκατάσταση της κανονικότητας από εκείνον που τη διατάραξε.
 
Προσέξτε τι έγινε με την Ιφιγένεια. Η μοίρα της άρχισε να γράφεται πριν ακόμα γεννηθεί. Όταν οι τρεις θεές, η Αφροδίτη, η Άρτεμις και η Αθηνά ζητούν από τον Πάρη, τον πρίγκιπα της Τροίας, να επιλέξει μία από τις τρεις. Εκείνος επιλέγει την Αφροδίτη, που του υποσχέθηκε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Έτσι, εκείνος έκλεψε την Ελένη, ο άντρας της ο Μενέλαος ζητά εκδίκηση από τους Τρώες και ένας συμμαχικός στρατός ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον της Τροίας. Οι άνεμοι όμως δεν ήταν ευνοϊκοί για τον απόπλου του στόλου και τότε η Άρτεμις ζητά από τον βασιλιά Αγαμέμνονα να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια. Στη συνέχεια, η θεά αρπάζει την Ιφιγένεια από τον βωμό και τη μεταφέρει στον Ταύρο, όπου υπηρετεί ως ιέρεια στον ναό της.

Εκεί κάποτε φτάνουν ο αδελφός της Ιφιγένειας με τον φίλο του, τον Πυλάδη και μετά από μία σειρά γεγονότων, δραπετεύουν όλοι μαζί από τον αφιλόξενο Ταύρο, αλλά μία κακοκαιρία ρίχνει το καράβι τους και πάλι στη στεριά. Ο θεατής παρατηρεί την αποτυχία των ηρώων με κομμένη την ανάσα. Η ζωή τους πια κινδυνεύει, αν πέσουν στα χέρια του βασιλιά. Ποιος θα τους σώσει; Ο Ευριπίδης εμφανίζει εντελώς ξαφνικά την τρίτη θεά. Η Αφροδίτη έγραψε τον πρόλογο, η Άρτεμις το κυρίως θέμα και η Αθηνά θα γράψει τον επίλογο. Ο από μηχανής θεός λέγεται έτσι επειδή εμφανίζεται στη σκηνή επάνω σ’ έναν γερανό που ονόμαζαν μηχανή. Η εμφάνιση αυτή, όμως, δεν ήταν τόσο απροσδόκητη όσο νομίζουμε σήμερα.

Ο θεατής στην τραγωδία δεν ελπίζει σε μαγική λύση. Αναμένει απλώς να ολοκληρωθεί ο κύκλος των παθημάτων και να επανέλθει η τάξη στη ζωή των ανθρώπων. Η Ιφιγένεια έζησε μία ταλαίπωρη ζωή σε ξένο τόπο, χωρίς δική της υπαιτιότητα, και όταν σώζεται από τη θεά Αθηνά και επιστρέφει στην Ελλάδα, και πάλι είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί στον ναό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα.
Ο θεατής της τραγωδίας δεν ελπίζει, όμως φοβάται. Μάλιστα, ο οίκτος και ο φόβος είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να οδηγήσει τον θεατή στην κάθαρση.
 
Ο φόβος και ο οίκτος

Ο Αριστοτέλης εξηγεί στην «Ποιητική» του, ότι τα δύο αυτά συναισθήματα προκαλούνται μόνο όταν αισθανόμαστε όμοιοι με εκείνα που βλέπουμε και όταν οι δυστυχίες που παρουσιάζονται δεν είναι τερατώδεις. Οι τερατώδεις δυστυχίες εκνευρίζουν απλώς και αποσυντονίζουν τον θεατή. Η περίπτωση που εκτινάζει τον φόβο και τον οίκτο στα ύψη είναι όταν κάποιος με τον οποίον ταυτιζόμαστε, ετοιμάζεται να διαπράξει ένα ανεπανόρθωτο σφάλμα από άγνοια. Όπως ο Οιδίποδας, που διέπραξε πατροκτονία και αιμομιξία εν αγνοία του. Ο μόνος τρόπος να ησυχάσει ο θεατής από την ένταση αυτή είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Οιδίποδας κάποια στιγμή μαθαίνει τι έχει διαπράξει, αλλά δεν μπορεί πια να το διορθώσει. Η κάθαρση του θεατή οφείλεται στην εξάλειψη του φόβου, αφού πλέον ο ήρωας γνωρίζει τι έχει συμβεί. Δεν απαλλάσσεται από τις συνέπειες, αλλά γνωρίζει τι συμβαίνει και ο θεατής δεν ανησυχεί πια για το τι θα συμβεί, αν αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το βλέπει και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από την κατανόηση μίας κατάστασης, το «κατά φύσιν καθίστασθαι», όπως λέει στη «Ρητορική».

Στη «Ρητορική» διαβάζουμε περισσότερα πράγματα για τον οίκτο και τον φόβο. Εκεί, ο Αριστοτέλης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ρήτορας χρησιμοποιεί τα συναισθήματα αυτά για να πείσει τους ακροατές του. Όπως στο θέατρο οι ηθοποιοί έχουν μεγαλύτερη πέραση από τους συγγραφείς των έργων, έτσι και στην πολιτική, επικράτησε η υποκριτική τέχνη λόγω της αχρειότητας των πολιτών, λέει ο Αριστοτέλης. Την τέχνη αυτή χρησιμοποιούν για να προκαλέσουν, μεταξύ άλλων, τον φόβο.

Η καλλιέργεια του φόβου για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει ο ρήτορας να γνωρίζει καλά την ψυχοσύνθεση του ακροατηρίου του. Ο φόβος είναι μία μορφή έντονης λύπης για ένα δυσάρεστο επερχόμενο, ένα κακό που δεν βλέπουμε, αλλά μπορούμε να φανταστούμε. Κάποιες φορές, ο ρήτορας χρειάζεται να προκαλέσει τον φόβο, κυρίως όταν όσα έχει να πει δεν είναι ευχάριστα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να πείσει ότι η πρότασή του θα απαλλάξει τους ακροατές από τον φόβο, πράγμα που προαπαιτεί την καλή γνώση των πραγμάτων που φοβίζουν το συγκεκριμένο κοινό.

Γενικά, οι άνθρωποι φοβόμαστε περισσότερο:

1. Κάτι που μπορεί να μας βλάψει σύντομα και ανεπανόρθωτα ή που μπορεί να διορθωθεί από ανθρώπους που αντιπαθεί (και άρα, να τους ενδυναμώσει).
2. Τους ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν το κακό που φοβόμαστε και τους φιλοχρήματους, επειδή το χρήμα είναι ισχυρό κίνητρο.
3. Τους ανθρώπους που έχουν προκαλέσει το ίδιο κακό στο παρελθόν και εκείνους των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται με τα δικά μας ή με τα συμφέροντα ισχυρών ανθρώπων που εμπιστευόμαστε.
4. Όσους έχουν αδικηθεί στο παρελθόν και διψούν για εκδίκηση, ειδικά όσους δεν δείχνουν οργισμένοι, οπότε είναι πιθανόν να δράσουν απροσδόκητα.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του για το φόβο ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει πως, για να καλλιεργηθεί ο φόβος, «δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι σωτηρίας, περὶ οὖ ἀγωνιῶσιν.» Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει μία ελπίδα, κάτι για το οποίο να αγωνιούν, γιατί αυτός που δεν ελπίζει, δεν φοβάται!
 
Να φοβάμαι ή να ελπίζω;

Με την ελπίδα που συνοδεύεται από άγνοια, εξαπατά κανείς τον εαυτό του, από φόβο ν’ αντικρίσει την πραγματικότητα. Με τον φόβο συσκοτίζει τη λογική του και παραδίδεται στο έλεος εκείνου που εμπορεύεται την ελπίδα. Σ’ έναν φαύλο κύκλο παθημάτων, η ελπίδα γεννά τον φόβο και κατόπιν τον εμποδίζει να οδηγήσει την ψυχή στην κάθαρση, στην απελευθέρωση, για την οποία απαιτείται η κατανόηση της πραγματικότητας. Ο φόβος εγκλωβισμένος ψάχνει την ελπίδα. Ένας κύκλος ατέρμονης, ανατροφοδοτούμενης σύγχυσης.

Πριν ξεκινήσετε για την κάλπη, αφιερώστε λίγα λεπτά και σκεφτείτε. Απομονωθείτε για λίγο από κάθε περισπασμό και αναλογιστείτε τι ακριβώς μας έχει συμβεί. Πώς έγινε και αποδεχτήκαμε τον παραλογισμό. Γιατί δεν τολμάμε να σκεφτούμε λογικά.

Οι μισοί Έλληνες ψηφίζουμε κυνηγώντας την ελπίδα

Οι άλλοι μισοί ψηφίζουμε για να απαλλαγούμε από τον φόβο.
Κι όλοι μαζί καμαρώνουμε για το ορθολογικό πνεύμα των προγόνων μας, ενώ επαναλαμβάνουμε αμήχανα εκείνο που ποτέ δεν κατανοήσαμε: 

«Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος!» -Καζαντζάκης

Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Δ’)

Σε αυτό το τέταρτο μέρος, θα δούμε τα κάτωθι…

Επιμέρους ενότητες του τετάρτου μέρους: 
 
Πίνακας περιεχομένων
 
  • 1. Αυτόχθονες και επήλυδες
  • 2. Η άποψη του Στράβωνα
  • 3. Ο Πλάτων και η διαστρέβλωσή του από τους επιτήδειους
  • 4. Οι Πελασγοί ως βάρβαροι


1. Αυτόχθονες και επήλυδες


Σε αυτό το άρθρο, θα δούμε ποια ήταν η σύσταση του πληθυσμού στην αρχαία Ελλάδα. Είναι πολύ σημαντικό, να είναι ξεκαθαρισμένη η εικόνα στο μυαλό μας, με βάση τα αρχαία κείμενα.

Το πρώτο στοιχείο, είναι το γηγενές πελασγικό. Το πελασγικό στοιχείο χωρίζεται σε πολλές ομάδες, και ότι πολλές εξ αυτών μεταναστεύουν είτε εντός του ελλαδικού χώρου είτε εκτός.

Το δεύτερο στοιχείο, είναι οι επήλυδες. Έπηλυς, σημαίνει «ο ερχόμενος εις τινά τόπον, ο νεωστί ελθών, ο ξένος, ο άλλοθεν ελθών» («Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης», Ι. Σταματάκος, σ. 363).

Οι Πελασγοί, όπως ήδη έχουμε κάνει λόγο παραθέτοντας τα αντίστοιχα στοιχεία από τους αρχαίους συγγραφείς, είναι γηγενείς. Δεν ήρθαν από αλλού. Είναι οι αρχαιότατοι κάτοικοι της αρχαίας Ελλάδας. Από αυτούς, προέρχεται ο Δευκαλίων. Ο Έλληνας, προέρχεται από τον Δευκαλίωνα και απόγονοί του είναι τα πρώτα ελληνικά φύλα. Δηλαδή, ο Δώρος, ο Ξάνθος, και ο Αίολος. Απόγονοι του Ξούθου, είναι ο Ίωνας και ο Αχαιός. Από αυτούς, οι απόγονοί τους, έλαβαν και τα αντίστοιχα ονόματα. Δηλαδή, από τον Δώρο προέκυψαν οι Μακεδνοί (όσοι πήγαν στην Πίνδο) και οι Δωριείς (όσοι πήγαν στην Πελοπόννησο). Από τον Αίολο, οι Αιολείς. Από τον Ίωνα, οι Ίωνες. Δεν θα επιμείνουμε όμως άλλο σε αυτούς. Αυτά τα έχουμε πει αναλυτικά στα προηγούμενα μέρη.

Στην δεύτερη ομάδα, ανήκουν οι επήλυδες, που συχνά ταυτίζονται με τους βαρβάρους, χωρίς ωστόσο να είναι όλοι τους βάρβαροι. Οι τρείς βασικότερες υποομάδες αυτών, είναι όσοι ήρθαν με τον Δαναό από την Αίγυπτο, όσοι ήρθαν με τον Κάδμο από την Φοινίκη, και όσοι ήρθαν με τον Πέλοπα από την Φρυγία.

Ας δούμε κάποια παραπάνω πράγματα για αυτούς…

Δαναός

 Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Δαναός ήταν Αιγύπτιος. Αυτό όμως δεν στέκει. Κατ’ αρχάς, στο γενεαλογικό του δέντρο παρεμβάλλονται θεότητες. Επίσης, όταν φεύγει από τα μέρη του, ερχόμενος στην Ελλάδα, πάει στους Αργείους. Αυτό σημαίνει, ότι γνώριζε την καταγωγή των προγόνων του. Συγκεκριμένα, κατάγεται από το γένος των Ιναχιδών. Έτσι, πατέρας του ήταν ο Βήλος, βασιλιάς της Λιβύης. Πατέρας και μητέρα του Βήλου, θεωρείται ο Ποσειδών και η Λιβύη. Η δε Λιβύη γεννήθηκε από τον Έπαφο, που είχε μητέρα και πατέρα την Ιώ και τον Δία. Η δε Ιώ, ήταν κόρη του Ίναχου, που βασίλευε στο Άργος. Όταν αργότερα έφυγε φοβούμενος τον αδελφό του τον Αίγυπτο, κατέφυγε στην Ρόδο, όπου ήταν αποικία Αργείων. Φεύγοντας από εκεί, πήγε στο Άργος, όπου ζήτησε την βασιλεία από τον Γελάνορα. Σύμφωνα με τον μύθο, επειδή αρνήθηκε ο βασιλιάς, συγκεντρώθηκε ο λαός για να αποφασίσει. Τότε, είδαν κάτι που το θεώρησαν ως «θεϊκό» σημάδι. Είδαν έναν λύκο να ορμά σε αγέλη βοδιών και να σκοτώνει τον ταύρο. Ο Δαναός θεωρήθηκε ο λύκος και ο Γελάνορας ο ταύρος. Η βασιλεία λοιπόν, αποδόθηκε στον Δαναό. Έτσι ο Δαναός κράτησε το Άργος. Αυτά τοποθετούνται χρονολογικά, πριν τα Τρωικά. Ο Δαναός δεν ήταν μόνος του. Είχε μαζί του και πενήντα κόρες και κάποιον πληθυσμό από τα μέρη που ξεκίνησε. Αργότερα, επί των Τρωικών, οι Έλληνες που εκστράτευσαν κατά της Τροίας, ονομάζονται με το γενικό όνομα «Αργειοί» ή «Δαναοί» ή «Αχαιοί», κάτι που δείχνει σαφέστατα ότι οι επήλυδες συγχωνεύθηκαν με τον ντόπιο γηγενή πληθυσμό.
  
Κάδμος

 Ο Κάδμος έφυγε από την Φοινίκη και ήρθε στην Ελλάδα για να ψάξει για την αδελφή του την Ευρώπη. Σύμφωνα με τον μύθο, αυτήν την είχε κλέψει ο Δίας, αφού πρώτα είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο. Ο πατέρας του ο Αγήνωρας, είχε προστάξει να μην επιστρέψουν χωρίς εκείνη. Έτσι λοιπόν, χωρίστηκαν σε ομάδες, και άρχισαν το ψάξιμο. Ο Κάδμος και η ομάδα του πέρασε από την Ρόδο, την Καλλίστη, το Παγγαίο Όρος, τους Δελφούς. Εκεί έλαβε έναν χρησμό να σταματήσει να αναζητά μάταια την Ευρώπη, αλλά να ακολουθήσει μια αγελάδα και όπου αυτή ξαπλώσει, εκεί να κτίσει πόλη. Βρήκε μια αγελάδα και εκείνη τον οδήγησε στην Βοιωτία. Στην περιοχή που έπεσε να κοιμηθεί, ο Κάδμος έκτισε ακρόπολη, την Καδμεία. Ήρθε όμως σε ρίξη με τους ντόπιους (τους Ύαντες) και τους έδιωξε. Παράλληλα συνενώθηκε με τους Άονες (που ήταν επίσης ντόπιοι). Αυτά τοποθετούνται πριν τα Τρωικά. Ανατρέχοντας στην γενεαλογία του Κάδμου, θα δούμε ότι γεννήθηκε μεν στην Φοινίκη, αλλά οι πρόγονοί του έχουν επίσης ρίζες από το Άργος. Πατέρας του Κάδμου ήταν ο Αγήνωρας, ο οποίος πήγε στην Φοινίκη ως μετανάσταστης, ερχόμενος από το Άργος. Από ό,τι φαίνεται, η συγχώνευση δεν είχε επιτελεστεί τουλάχιστον μέχρι τα Τρωικά, καθώς οι Καδμείοι, σε αντίθεση με τους Δαναούς, δεν έλαβαν μέρος σε αυτά.

Πέλοπας

 Η τρίτη βασική ομάδα επήλυδων, ήταν όσοι ήρθαν με τον Πέλοπα. Ο Πέλοπας ξεκίνησε από την Φρυγία με σκοπό να υποτάξει την Πελοπόννησο, που τότε δεν ονομάζονταν από το όνομά του. Εκεί όμως, γίνονταν ένας αγώνας. Όποιος θα κέρδιζε, θα παντρεύονταν την κόρη του βασιλιά, την Ιπποδάμεια. Ο Πέλοπας δωροδώκησε, νίκησε, νυμφεύτηκε την Ιπποδάμεια και έγινε βασιλιάς.

Κατά μία εκδοχή, εμφανίζεται ως ο ιδρυτής των Ολυμπιακών αγώνων(«Λεξικό μυθολογικών ονομάτων», Κωνσταντινίδη, σ. 437). Όπως ξέρουμε, αυτό ήταν καθαρά ελληνική υπόθεση, εφόσον μόνο Έλληνες μπορούσαν να συμμετάσχουν, μέχρι την κατάκτησή μας από τους Ρωμαίους. Ο Πέλοπας («Πέλοψ»: Προέρχεται από το «πελός», που σημαίνει «μελαμψός» (Λεξικό Σταματάκου, σ. 767), κατάγεται από τον Τάνταλο και ο Τάνταλος από τον Δία ή τον Τμώλο και την Πλουτώ. Ο δε Τμώλος από τον Άρη και τη Θεογόνη («Λεξικό μυθολογικών ονομάτων», Κωνσταντινίδη, σ. 522). Παρατηρούμε ότι τα ονόματα είναι ελληνικά. Αλλά και αυτό αν δεν λάβουμε υπόψη μας, εφόσον οι γενεαλογίες περιπλέκουν «θεούς», δεν είμαστε σε θέση να μιλήσουμε με βεβαιότητα περί φρυγικής καταγωγής.

Ο Πέλοπας και όσοι έφερε, ενσωματώθηκαν με τους γηγενείς. Αποδεικνύεται επιπλέον από το ότι οι απόγονοι του Πέλοπα, είναι ο Ατρέας και ο Θυέστης. Ο Ατρέας γέννησε τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο, που ηγήθηκαν των Δαναών, οι οποίοι αναφέρονται από τους αρχαίους συγγραφείς ως Έλληνες. Αυτά θα τα δούμε με λεπτομέρεια όταν θα γίνει λόγος για τα Τρωικά. Δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε ότι την πιθανή σύνδεση με το όνομα «Πελασγός» (Λεξικό Δορμπαράκη, σ. 630).
 

2. Η άποψη του Στράβωνα


Εκαταίος μεν ουν ο Μιλήσιος περί της Πελοποννήσου φησίν, διότι προ των Ελλήνων ώοκησαν αυτήν βάρβαροι. Σχεδόν δε τι και η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν, απ’ αυτών λογιζομένοις των μνημονευομένων. Πέλοπος μεν της Φρυγίας επαγαγομένου λαόν εις την απ’ αυτού κληθείσαν Πελοπόννησον, Δαναού δε εξ Αιγύπτου, Δρυόπων τε και Καυκώνων και Πελασγών και Λελέγων και άλλων τοιούτων κατανειμαμένων τα εντός Ισθμού και τα εκτός δε. Την μεν γαρ Αττικήν οι μετά Ευμόλπου Θραίκες έσχον, της δε Φωκίδος την Δαυλίδα Τηρεύς, την δε Καδμεία οι μετά Κάδμου Φοίνικες, αυτήν δε την Βοιωτίαν Άονες και Τέμμικες και Ύαντες· ως δε Πίνδαρος φησίν, Ην ότε σύας Βοιώτιον έθνος ένεπον. Και από των ονομάτων δε ενίων το βάρβαρον εμφαίνεται· Κέκροψ και Κόδρος και Άικλος και Κόθος και Δρύμας και Κρίνακος. Οι δε Θραικες και Ιλλυριοί και Ηπειρώται και μέχρι νυν εν πλευραίς εισίν· έτι μέντοι μάλλον πρότερον η νυν, όπου γε και της εν τωι παρόντι Ελλάδος αναντιλέκτως ούσης την πολλήν οι βάρβαροι έχουσι, Μακεδονίαν μεν Θραικες και τινά μέρη της Θετταλίας, Ακαρνανίας δε και Αιτωλίας άνω Θεσπρωτοί και Κασσωπαίοι και Αμφιλόχιοι και Μολοττοί και Αθάμανες, Ηπειρωτικά έθνη.
(«Γεωγραφικά», βιβλίο Ζ΄, 1)
Σχόλια: Ο Στράβων μεταφέρει την μαρτυρία του Εκαταίου, που αναφέρεται στις μεταναστεύσεις αποίκων προς τον ελλαδικό χώρο. Σε μια παλαιότερη εποχή, που όμως ακόμα δεν είχε επικρατήσει το όνομα «Έλληνες» ως κοινή ονομασία. Αυτό θα γίνει μετά τα Τρωικά.

Για αυτό και λέει «προ των Ελλήνων ώοκησαν αυτήν βάρβαροι». Όπως όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, έτσι και ο Στράβων, σε κανένα σημείο του έργου του δεν μας λέει ότι οι Έλληνες ήρθαμε ως επήλυδες. Ούτε εννοεί ότι δεν υπήρχε γηγενής πληθυσμός, σαν να πρωτοκατοίκησαν οι βάρβαροι και μετά να ήρθαν οι Έλληνες από αλλού. Αυτό προκύπτει από την συνέχεια των λόγων του.

Δεν λέει ότι πρώτοι κατοίκησαν οι βάρβαροι, σαν να μην υπήρχαν άλλοι αυτόχθονες πληθυσμοί. Αυτό θα ήταν καθαρή παραποίηση των αρχαίων κειμένων και πλαστογράφηση της ελληνικής προϊστορίας. Όπως ήδη είδαμε, στον σημερινό ελληνικό χώρο κατοικούσαν διάφορες πελασγικές ομάδες που θεωρούνται αυτόχθονες. Επίσης, είδαμε ότι από αυτές προέκυψαν τα ελληνικά φύλα, τα οποία δεν εισέβαλαν από πουθενά, αλλά είναι αυτόχθονα επίσης.

Αναφέρονται ως «βάρβαροι», διότι οι ομάδες αυτές δεν ήταν ακόμα ενσωματωμένες. Είναι ξεκάθαρο από το κείμενο, ότι ο Στράβων αναφέρεται σε παλαιές εποχές, «προ των Ελλήνων», «το παλαιόν». Η ενσωμάτωση αυτών των πληθυσμών θα γίνει αργότερα και σταδιακά, νομοτελειακά σε βάθος χρόνου. Όταν λοιπόν αναφέρεται ότι «προ των Ελλήνων ώοκησαν αυτήν βάρβαροι», αναφέρεται ως επί το πλείστον σε εποχές που ακόμα το ελληνικό στοιχείο ήταν υπό διαμόρφωση.

Και συνεχίζει ο Στράβων: «Σχεδόν δε τι και η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν, απ’ αυτών λογιζομένοις των μνημονευομένων». Για να καταλάβουμε τι εννοεί, είναι σημαντικό να δούμε ποιους μνημονεύει στην συνέχεια.

Για την Πελοπόννησο, ήδη έχουμε δει ότι κατά τις παραδόσεις, οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν Πελασγοί. Τους Πελασγούς όμως, ο ίδιος ο Στράβων τους είχε συμπεριλάβει στους Έλληνες. «Οίμαι δ’ ότι και Πελασγιώτας και Δαναούς, ώσπερ και Αργειούς, η δόξα της πόλεως ταύτης απ’ αυτής και τους άλλους Έλληνας καλείσθαι παρεσκεύασεν» («Γεωγραφικά», Βιβλίο Η΄, 6.9). Φυσικά, ο Στράβων δεν είναι αδαής ώστε να φάσκει και να αντιφάσκει. Επιπροσθέτως, μπορούμε να αναφέρουμε την σημαντική πληροφορία του Παυσανία, ότι «γένη δε οίκει Πελοπόννησον Αρκάδες μεν αυτόχθονες και Αχαιοί» («Ηλιακά» Α΄, 1.1). Αρκάδες και Αχαιοί είναι Πελασγοί. Οι δε Αχαιοί, είναι ένα από τα τέσσερα φύλα που αποτέλεσαν το πρώιμο ελληνικό έθνος.

Αναφορικά με τον Δαναό, γράψαμε παραπάνω. Οι Δρύοπες αναφέρονται ως λαός πελασγικός που κατοικούσε πρώτα στην Θεσσαλία κοντά στον Σπερχειό, και ο Δρύοπας θεωρείται γιος του Απόλλωνα. Αυτοί εκδιώχθηκαν, ήρθαν στην Πελοπόννησο, ίδρυσαν την πόλη Ερμιόνη και την Μεσσηνία, και από αυτούς μετανάστευσαν άλλοι στην Εύβοια και άλλοι στην Μικρά Ασία («Μυθολογικό λεξικό», σ. 137).

Οι Καύκωνες αναφέρονται ως βάρβαρο έθνος, κατάλοιπο όμως αρχαίων Πελασγών («Μυθολογικό λεξικό», σ. 258).

Οι Λέλεγες αναφέρονται ως αρχαίο έθνος της Ελλάδας, που μετέβησαν από την Καρία στην Τροία και από εκεί διασκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Ο Λέλεγας, ήταν γιος του Ποσειδώνος («Μυθολογικό λεξικό», σ. 317).

Για τον Κάδμο, έχουμε αναφερθεί παραπάνω. Σχετικά με τον Κέκροπα, μας παραδίδεται από άλλη πηγή ότι ήταν αυτόχθων. «Κέκροψ αυτόχθων, συμφυές έχων σώμα ανδρός και δράκοντος, της Αττικής εβασίλευσε πρώτος, και την γην πρότερον λεγομένην Ακτήν αφ’ εαυτού Κεκροπίαν ωνόμασε» («Μυθολογική βιβλιοθήκη», βιβλίο Γ, 14.1). Μάλιστα, αναφέρεται ότι ήταν γνωστή η λατρεία των 12 θεών. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ήρθε από την Σάιδα της Αιγύπτου («Λεξικό μυθολογικών ονομάτων», σ. 260). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης όμως μας πληροφορεί ότι η Σάιδα όχι απλά ήταν αποικία των Αθηναίων, αλλά ότι εκείνοι την δημιούργησαν. «Αθηναίοι κτίσαντες εν Αιγύπτω πόλιν την ονομαζομένην Σάιν» («Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Ε, 57).

Ο Κόδρος αναφέρεται ως Αθηναίος (Ησύχιος, «Γλώσσαι», βιβλίο 11). Ο Αίκλος και ο Κόθος ήταν αδέλφια, και παιδιά του Ξούθου. «Κόθος και Αίκλος οι Ξούθου παίδες εις Εύβοιαν ήκον οικήσοντες» (Πλούταρχος, «Αίτια ελληνικά», 22). Ο Ξούθος, γιος του Έλληνος.

Ο Αισχύλος παραδίδει στο έργο του «Ικέτιδες» ότι ο Δαναός και ο Αίγυπτος ήταν απόγονοι των Αργείων, επειδή είναι εγγόνια του Έπαφου και γιοι του Βήλου.

3. Ο Πλάτων και η διαστρέβλωσή του από τους επιτήδειους


Αναφέρει ο Πλάτων ένα σπουδαίο χωρίο που αξίζει μνείας…
Δια το ειλικρινώς είναι Έλληνας και αμιγείς βαρβάρων. Ου γαρ Πέλοπες ουδέ Κάδμοι ουδέ Αιγύπτιοι τε και Δαναοί ουδέ άλλοι πολλοί φύσει μεν βάρβαροι όντες, νόμω δε Έλληνες, συνοικούσιν ημίν, αλλ’ αυτοί Έλληνες, ου μειξοβάρβαροι οικούμεν.
(«Μενέξενος», 245d)
Ο συγκεκριμένος διάλογος είναι κατασκεύασμα του Πλάτωνος. Ο Σωκράτης άκουσε από την Ασπασία την σύνταξη ενός προγυμνάσματος, μιας ρητορικής ασκήσεως δηλαδή, με την βοήθεια του αυτοσχεδιασμού και την συγκόλληση διαφόρων τμημάτων του περίφημου επιταφίου του Περικλή. Ο Πλάτων τα μεταπλάθει και τους δίνει μορφή επιταφίου. Ο διάλογος του Πλάτωνος γράφεται κάτω από συνθήκες που δεν γνώρισε ούτε ο Περικλής, ούτε η Ασπασία, εφόσον κατά το 386 π.κ.ε. που γράφεται και οι δύο έχουν πεθάνει.

Ο «Μενέξενος» γράφτηκε μετά την «Ανταλκίδειο» ειρήνη, με την οποία έληξε ο Κορινθιακός Πόλεμος το 386 π.κ.ε. Ήταν μια εμφύλια σύγκρουση με την συμβολή των Περσών, έχοντας από την μια μεριά την Σπάρτη και τους συμμάχους της και από την άλλη την Αθήνα, την Κόρινθο, το Άργος, την Θήβα και την Περσία. Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ανταλκίδας, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τους Πέρσες, εξ αιτίας της εξάντλησης της Σπάρτης. Η συμφωνία ήταν επαίσχυντη. Συμφωνήθηκε να παραδοθούν στους Πέρσες οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και η Κύπρος, και να διακηρυχθεί η αυτονομία των ελληνικών πόλεων με εξαίρεση την Λήμνο, την Σκύρο, και την Ίμβρο. Επιπροσθέτως, οι Σπαρτιάτες επιφορτίστηκαν να επιβλέπουν την ειρήνη στον ελλαδικό χώρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και τις εξελίξεις, συντάσσεται ο λόγος, που υποτίθεται ότι απευθύνεται στο αθηναϊκό, καταρρακωμένο ηθικά, κοινό.

Επομένως, είναι εύλογη η απόπειρα εξύψωσης του πεσμένου ηθικού, εφόσον η Αθήνα και οι σύμμαχοί της, ήταν οι κυρίως χαμένοι, ενώ η Ιωνία (που ήταν αθηναϊκή αποικία) υποδουλώθηκε στους εχθρούς.

Αυτοί οι λόγοι και η πικρία, οδηγούν στην διατύπωση ότι γνήσιοι Έλληνες είναι οι Αθηναίοι. Επειδή ποτέ δεν είχαν επήλυδες ανάμεσά τους. Είναι όμως σημαντικό να πούμε ότι δεν αρνείται την ελληνικότητα των άλλων πόλεων. Έχει ήδη αναφερθεί στους Λακεδαιμονίους, τους Κορινθίους, τους Αργείους, τους Βοιωτούς, ονομάζοντάς τους Έλληνες. Τους επήλυδες όμως, τους θεωρεί Έλληνες «νόμω» και όχι «φύσει». Η λέξη «μειξοβάρβαρος», σημαίνει «τον κατά το ήμισυ βάρβαρος και κατά το έτερον ήμισυ Έλλην» (Λεξικό Δ. Δημητράκου, τ. Θ΄, σ. 4704). Παρ’ όλα αυτά, ο λόγος είναι υπερβολικός, όχι μόνο διότι στοχεύει στο θυμοειδές των ακροατών, αλλά επειδή επίσης αναφέρεται στον Πέλοπα, τον Κάδμο, και τον Δαναό, που έχουν προηγηθεί αιώνες πριν και έτσι νομοτελειακά έχει επέλθει η αφομοίωση. Εκτός αυτού, βλέπουμε ότι τα μυθολογικά αυτά πρόσωπα, θεωρούνται (και είναι) ιστορικά.

Επιπροσθέτως, ότι πρόκειται για πλάσμα του Πλάτωνος, φαίνεται και από την σύγκρισή του με τον αυθεντικό επιτάφιο του Περικλή.

Εκεί λέει…
Διαφέρομεν δε και ταις των πολεμικών μελέταις των εναντίων τοίσδε. Την τε γαρ πόλιν κοινή παρέχομεν, και ουκ εστίν ότε ξενηλασίαιας απείργομεν τινά ή μαθήματος ή θεάματος, ο μη κρυφθέν αν τις των πολεμίων ιδών ωφεληθείη, πιστεύοντες ου ταις παρασκευαίς το πλέον και απάταις ή τωι ημων αυτών ες τα έργα ευψυχήι ευψύχω.
(Βιβλίο Β΄, 39.1)
Δηλαδή, ο Περικλής συγκρίνοντας την Αθήνα με την Σπάρτη, αναφέρει ότι διαφέρουν επίσης στο ότι έχουν την πόλη τους ανοιχτή για όλους, ενώ στην Σπάρτη δεν δέχονται τους ξένους. Η λέξη «ξενηλασία» σημαίνει «απέλαση των ξένων».

Αλλά και ο Ηρόδοτος μαρτυρά ότι οι Σπαρτιάτες ήταν «ξείνοισι απρόσμικτοι» (Βιβλίο Α΄, 65).

Ας δούμε όμως τι αναφέρει ο Πλάτων σε έναν άλλο διάλογό του. Είναι από ένα έργο που ολοκληρώθηκε μέσα σε δέκα χρόνια, μεταξύ του 380- 370 π. κ. ε.
Πρώτον μεν ανδραποδισμού πέρι, δοκεί δίκαιον Έλληνας Ελληνίδας πόλεις ανδραποδίζεσθαι, ή μηδ’ άλλη επιτρέπειν κατά το δυνατόν και τούτο εθίζειν, του Ελληνικού γένους φείδεσθαι, ευλαβουμένους την υπό των βαρβάρων δουλείαν; Όλω και παντί, έφη, διαφέρει το φείδεσθαι. Μηδέ Έλληνα άρα δούλον εκτήσθαι μήτε αυτούς, τοις τε άλλοις Έλλησιν ούτω συμβουλεύειν; Πάνυ μεν ουν, έφη. Μάλλον γ’ αν ουν ούτω προς τους βαρβάρους τρέποιντο, εαυτών δ’ απέχοιντο.
(«Πολιτεία», βιβλίο Ε΄, 469b- 469c)
Αναφερόμενος στην υποδούλωση, που είναι μια από τις συνέπειες ενός κατακτητικού πολέμου, δεν θεωρείται δίκαιο ελληνικές πόλεις να υποδουλώνουν άλλες ελληνικές. Δεν θα έπρεπε ο Έλληνας να γίνεται δούλος από Έλληνα. Αλλά θα έπρεπε να τραπούν στους βαρβάρους. Από αυτό, δεν εξαιρεί καμία ελληνική πόλη, είτε έχει επηλύδες είτε όχι. Είναι σημαντικό να πούμε, ότι μετά τους Περσικούς πολέμους, η λέξη «βάρβαρος», πήρε υποτιμητική χροιά. Έως τότε, αναφερόταν είτε στη φυλή, είτε στην γλώσσα. Από εκεί και πέρα, σήμαινε και τον απολίτιστο και τον πολιτιστικά κατώτερο.

Λίγο παρακάτω, αναφέρει ο Πλάτωνας…
Φαίνεταί μοι, ώσπερ και ονομάζεται δύο ταύτα ονόματα, πόλεμος τε και στάσις, ούτω και είναι δύο, όντα επί δυοίν τινοιν διαφοραίν. Λέγω δε τα δύο το μεν οικείον και συγγενές, το δε αλλότριον και όθνειον. Επί μεν ουν τη του οικείου έχθρα στάσις κέκληται, επί δε τη του αλλοτρίου πόλεμος. Και ουδέν γε, έφη, από τρόπου λέγεις. Όρα δε και ει τόδε προς τρόπου λέγω. Φημί γαρ το μεν Ελληνικόν γένος αυτό αυτώ οικείον είναι και συγγενές, τω δε βαρβαρικώ οθνείον τε και αλλότριον. Καλώς γε, έφη. Έλληνας μεν άρα βαρβάροις και βάρβαρους Έλλησι πολεμείν μαχομένους τε φήσομεν και πολεμίους φύσει είναι, και πόλεμον την έχθραν ταύτην κλητέον. Έλληνας δε Έλλησιν, όταν τι τοιούτον δρώσιν, φύσει μεν φίλους είναι, νοσείν δ’ εν τω τοιούτω την Ελλάδα και στασιάζειν, και στάσιν την τοιαύτην έχθραν κλητέον.
(ο. π. 470b- 470c)
Σε αυτό το σημείο, γίνεται διάκριση μεταξύ του «πολέμου» και της «στάσης». Δύο λέξεις που αναφέρονται σε δύο διαφορετικές καταστάσεις.

Η μια αναφέρεται στο «οικείον και συγγενές», και η άλλη στο «αλλότριον και όθνειον». Η έχθρα στο οικείο, λέγεται «στάση». Η έχθρα στο ξένο, λέγεται «πόλεμος». Ο Πλάτων θεωρεί ως οικείο και συγγενές τις ελληνικές πόλεις, όλες χωρίς εξαίρεση. Ως ξενικό, τους βαρβάρους. Μάλιστα, αναφέρει ότι οι Έλληνες μεταξύ τους «φύσει μεν φίλους είναι». Σε αντίθεση με όσα εκτέθηκαν στον διάλογο «Μενέξενος». Άρα, καταλαβαίνουμε και από αυτό το σημείο, ότι τα γραφόμενα υπό του Πλάτωνος εκεί, ήταν περιστασιακά και αποσκοπούσαν σε συγκεκριμένα πράγματα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Μάλιστα, αναφέρει ότι όταν Έλληνες πολεμούν Έλληνες, η Ελλάδα νοσεί.

4. Οι Πελασγοί ως βάρβαροι


Γιατί όμως οι Πελασγοί αναφέρονται ως «βάρβαροι» μερικές φορές; Δύο στοιχεία πρέπει να έχουμε υπόψη μας. Το πρώτο, ότι από μια εποχή και μετά, επικράτησε για όλους η ονομασία Έλληνες. Αυτό έγινε μετά τα Τρωικά. Τότε ήταν που όσοι λαοί είχαν εκστρατεύσει ενάντια στους Τρώες, ονομάστηκαν με την κοινή ονομασία Έλληνες. Όσοι είχαν πάει με τους Τρώες, βάρβαροι. Αυτό έγινε από το μίσος του πολέμου, και από το γεγονός ότι οι Έλληνες Τρώες είχαν συμμάχους βαρβάρους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Τρώες δεν ήταν Έλληνες και αυτοί. Μπορούμε να πούμε ότι οι Αχαιοί ήταν οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδος και οι Τρώες Έλληνες της Μικράς Ασίας που είχαν πολλές περισσότερες διασυνδέσεις με βαρβάρους. Όταν θα μιλήσουμε για τα Τρωικά σε ξεχωριστό άρθρο, θα το αποδείξουμε.

Το δεύτερο, ότι οι πελασγικές ομάδες ως πολυπληθείς και μεταναστεύοντας συνεχώς, μερικές φορές υιοθετούσαν ήθη και έθιμα των λαών με τους οποίους έρχονταν σε κοινωνία. Για παράδειγμα, ομάδα Αρκάδων Πελασγών πέρασαν κάποτε στην Τυρρηνία, και μετά επέστρεψαν πάλι στην Ελλάδα. Αυτήν την ομάδα την αποκαλούσαν οι υπόλοιποι, «Τυρρηνούς Πελασγούς». Για αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζονται ενίοτε ως βάρβαροι. Και ένας λόγος παραπάνω, επειδή η συγκεκριμένη ομάδα είχε υιοθετήσει τον τρόπο της ληστείας από τους Τυρρήνιους.

Για τους Πελασγούς, αναφέρει ο Ησύχιος…
Πελασγοί· οι Θεσσαλοί. Πελασγικόν Άργος, η Θεσσαλία νυν. Ενιοί των βαρβάρων. Και γένος από Πελασγού του Αρκάδος γενόμενον πολυπλάνητον.
(«Γλώσσαι», βιβλίο 17)
«Ενιοί των βαρβάρων», δηλαδή μερικοί από τους βάρβαρους.

Από αρχαίους συγγραφείς, αναφέρονται επίσης εκδιώξεις και στάσεις μεταξύ των φύλων. Ο Αριστοτέλης, στα «Πολιτικά», αποδίδει τον λόγο στο ότι δεν πρόλαβε να επέλθει η συγχώνευση.

ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ:

  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Α’) 
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Β’) 
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Γ’) 
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Ε’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος ΣΤ’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Ζ’ -τελευταίο)

  • Στον αστερισμό της Αφροδίτης: Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση του έρωτα

    Όταν κανείς είναι ερωτευμένος αρχίζει πάντα εξαπατώντας τον εαυτό του και καταλήγει εξαπατώντας τους άλλους. Και αυτό ο κόσμος το ονομάζει ρομαντικό ειδύλλιο» -Oscar Wilde
     
    O έρωτας χαρακτηρίζεται από πολλούς ως η κινητήριος δύναμη της ζωής. Το πιο ισχυρό συναίσθημα όπου ο άνθρωπος νιώθει τόσο μικρός και τόσο αδύναμος μπροστά του.
     
    Όπλισε τις πένες συγγραφέων και ποιητών, δίνοντας πνοή στους καμβάδες των ζωγράφων. Κατέχει κεντρική θέση στις τέχνες και τη φιλοσοφία.
     
    Ο ακάλεστος φτερωτός θεός είναι παρών σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής αλλάζοντας τις ζωές των ανθρώπων. Αντίδοτο στην πλήξη, τη θλίψη και την πνευματική αποτελμάτωση.

    Τι είδους αίσθημα είναι όμως πραγματικά ο έρωτας; Γιατί είναι τόσο ισχυρός κυριεύοντας τον αποδέκτη του και γιατί κάποιοι αισθάνονται «τρελά ερωτευμένοι»; Είναι μαγεία ή παθολογία;

    Στις παρακάτω λοιπόν γραμμές θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα παρέχοντας μια όσο το δυνατόν λακωνικότερη και εύληπτη προσέγγιση του έρωτα από την ψυχαναλυτική σκοπιά.

    Όταν ερχόμαστε στον κόσμο, χρειαζόμαστε ένα πρόσωπο φροντίδας το οποίο διασφαλίζει την βιολογική επιβίωση μας. Πέρα από την επιβίωση το πρόσωπο αυτό, το οποίο ονομάζουμε μητέρα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη συναισθηματική και ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου. Το βρέφος προσκολλάται στη μητέρα και σχηματίζει ένα στενό δεσμό μαζί της εξασφαλίζοντας έτσι, συν τοις άλλοις και τη «συναισθηματική του τροφή».

    Αν το βρέφος λάβει την αγάπη που χρειάζεται και δεν υποσιτιστεί συναισθηματικά, όταν μεγαλώσει θα θελήσει να δώσει πίσω αυτή την αγάπη. Θα νιώθει δηλαδή ευγνώμων και την ευγνωμοσύνη του αυτή θα την ξεπληρώσει μέσω της προσφοράς στον σύντροφο του ή τους συνανθρώπους του.

    Από την άλλη, αν το βρέφος δεν έχει μία αρκετά καλή μητέρα, αλλά έχει μία μητέρα που το χρησιμοποιεί ως αντιστάθμισμα των δικών της συναισθηματικών αναγκών στερώντας του έτσι την αγάπη, τότε ο άνθρωπος αυτός θα ψάχνει σε όλη του τη ζωή να αγαπηθεί.

    Με άλλα λόγια θα ξοδέψει τη ζωή του αναζητώντας μια ιδανική μητέρα που θα τον αγαπήσει.

    Όλα αυτά συμβαίνουν κατά βάση στον πρώτο χρόνο της ζωής του ανθρώπου. Σύμφωνα με μία ψυχαναλυτική σχολή σκέψης, ο άνθρωπος στον πρώτο χρόνο της ζωής του περνά από δύο θεμελιώδεις αναπτυξιακές «φάσεις».

    Κατά την πρώτη φάση, τη λεγόμενη «σχιζοειδή-παρανοειδή φάση» το βρέφος βλέπει τη μητέρα τελείως ναρκισσιστικά και χρησιμοθηρικά, ρουφώντας και αρπάζοντας από αυτή ό,τι θελήσει.

    Το βρέφος σε αυτή τη φάση δε μπορεί να αντιληφθεί τη μητέρα σαν ολότητα αλλά τη «σχίζει» διαχωρίζοντας την σε καλή, όταν ικανοποιεί της ανάγκες του και σε κακή όταν τις ματαιώνει.

    Αν λοιπόν σε αυτή τη φάση ανάπτυξης που διαρκεί περίπου τους πρώτους έξι μήνες της ζωής του, το βρέφος είχε την τύχη να έχει μία αρκετά καλή μητέρα τότε περνά με επιτυχία στη δεύτερη φάση ανάπτυξης που ονομάζεται «καταθλιπτική φάση».

    Εκεί συνειδητοποιεί ότι έχει λάβει αγάπη από τη μητέρα και προσπαθεί με τη σειρά του να την ευχαριστήσει. Σε αυτό το στάδιο βλέπει τον κόσμο πιο ώριμα και πιο σφαιρικά σαν ένα όλον, τόσο με τα καλά του όσο και με τα κακά του.

    Οι άνθρωποι που αισθάνονται ερωτευμένοι σε έντονο βαθμό είναι αυτοί που κόλλησαν λίγο παραπάνω στην πρώτη φάση ανάπτυξης.

    Είναι αυτοί που είχαν την ατυχία να μην έχουν μία αρκετά καλή μητέρα που να τους παρέχει την προσοχή, την αφοσίωση και κυρίως την αγάπη που χρειάζονταν.

    Eίχαν μία μητέρα η οποία δεν τους παρείχε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον βλέποντας τα παιδιά της ως αντίδοτο για το δικό της πόνο και τις δικές της ανάγκες που επίσης δεν ικανοποιήθηκαν στη δική της παιδική ηλικία, καλλιεργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο περιφρόνησης.

    Στον έρωτα βλέπουμε τα πράγματα όπως δεν είναι στην πραγματικότητα. Συνώνυμο του έρωτα είναι η εξιδανίκευση, η ανάγκη δηλαδή για κάτι τέλειο και αψεγάδιαστο, με άλλα λόγια μια τέλεια μητέρα.

    Ο «τρελά ερωτευμένος» άνθρωπος προσπαθεί να δημιουργήσει μια εξιδανικευμένη μορφή μητέρας. Αναζητά αυτή τη φορά μια «μητέρα» χωρίς ελαττώματα, μια μητέρα τέλεια, που δε θα τον προδώσει και έτσι ασυνείδητα της αποδίδει όλες εκείνες τις ιδιότητες που έλειπαν από την πραγματική του μητέρα.

    Όλες αυτές τις προσδοκίες τις μεταφέρει στον σύντροφο του. Εξιδανικεύει και αρνείται την πραγματικότητα. Ασυνείδητα πιστεύει η εξιδανικευμένη αυτή εικόνα θα απαλύνει τον πρωταρχικό πόνο της απόρριψης που βίωσε. Δε βλέπει την πραγματικότητα, βλέπει κάτι φανταστικό, μία αυταπάτη.

    Ο ψυχολογικά ώριμος άνθρωπος δεν έχει την ανάγκη να ερωτευτεί και κατά συνέπεια να εξιδανικεύσει. Δεν μπορεί να αλλοιώσει την πραγματικότητα. Έχει βιώσει αγάπη και θέλει να επιστρέψει πίσω αυτή την αγάπη. Είναι αυτός που μπορεί και μετατρέπει τον πρωταρχικό ενθουσιασμό σε ώριμη και παραγωγική αγάπη.

    Η αγάπη και ο έρωτας είναι δύο αντικρουόμενα αισθήματα, αλληλοαπορριπτικά. Η πιο ώριμη μορφή αγάπης είναι η παραγωγική αγάπη όπου κάθε σύντροφος λειτουργεί ως φορέας ανάπτυξης για τον άλλο.

    Στην εξαρτητική σχέση ο κάθε σύντροφος είναι προσκολλημένος στον άλλον Αντίθετα, ζητώντας να πάρει πράγματα που δε πήρε στη παιδική του ηλικία από το πρόσωπο φροντίδας.

    Η παραγωγική αγάπη, είναι το είδος της αγάπης όπου ο κοινωνός της αγωνίζεται για την πνευματική, ψυχολογική και συναισθηματική ανάπτυξη του συντρόφου του, υποβοηθώντας έτσι την πραγμάτωση του.

    Σε μία τέτοια σχέση την άρνηση και εξιδανίκευση της πραγματικότητας διαδέχεται η ώριμη αξιολόγηση και τελικώς η αποδοχή της συναισθηματικής πραγματικότητας όπου δεν υπάρχει τίποτε τέλειο στον άλλο, αλλά αντιθέτως κάτι ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο.

    Richard Dawkins: Παρηγοριά, ένα αναγκαίο κακό

    Έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με τον σημαντικότερο ρόλο που διαδραματίζει ο Θεός, εκείνον του παρηγορητή· θα εξετάσουμε και την ανθρωπιστική πρόκληση να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση του.
     
    Ακόμη και όσοι δέχονται ότι ο Θεός πιθανόν δεν υπάρχει, και ότι δεν είναι αναγκαίος για την ηθική, επανέρχονται συνεχώς σε ένα θέμα: Την υποτιθέμενη ψυχολογική ή συναισθηματική ανάγκη για ένα θεό. Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, ρωτούν επιθετικά, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ετοιμοθάνατους ασθενείς, στους θρηνολογούντες απελπισμένους, στις μοναχικές Eleanor Rigby για τις οποίες ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;
     
    Η πρώτη απάντηση που πρέπει να δώσουμε δεν αξίζει καν τον κόπο να αναφέρεται: Η ικανότητα της θρησκείας να παρηγορεί δεν της προσδίδει αλήθεια. Έστω κι αν κάναμε μια τεράστια παραχώρηση· έστω κι αν αποδεικνυόταν τελεσίδικα ότι η πίστη στην ύπαρξη του Θεού είναι απολύτως ουσιώδης για την ψυχολογική και συναισθηματική υγεία του ανθρώπου· έστω κι αν όλοι οι άθεοι είναι απελπισμένοι νευρωτικοί που ωθούνται στην αυτοκτονία από το ανελέητο κοσμικό άγχος —τίποτε από όλα αυτά δεν θα προσέφερε την παραμικρή ένδειξη ότι η θρησκευτική πίστη είναι αληθινή. Ίσως προσφέρει ενδείξεις πως αξίζει να πείσει κανείς τον εαυτό του ότι υπάρχει Θεός —έστω κι αν δεν υπάρχει. Όπως αναφέραμε ήδη, ο Dennett, στο Breaking the Spell, κάνει μια διάκριση μεταξύ της πίστης στον Θεό και της πίστης στην πίστη· την πίστη ότι αξίζει να πιστεύουμε, έστω κι αν η ίδια η πίστη στερείται αντικειμένου:
    «Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, διότι η πίστη μου δεν είναι ισχυρή» (Κατά Μάρκον, 9:24).
    Οι πιστοί ενθαρρύνονται να ομολογούν την πίστη τους, πεπεισμένοι ή όχι για αυτήν. Ίσως, με αρκετά συχνή επανάληψη, να καταφέρει κανείς να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια της. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους οι οποίοι απολαμβάνουν την ιδέα της θρησκευτικής πίστης και δυσανασχετούν με τις επιθέσεις εναντίον της, μολονότι παραδέχονται διατακτικά ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Εξεπλάγην κάπως όταν ανακάλυψα ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα στο βιβλίο The Limits of Science (Τα όρια της επιστήμης) του ήρωα μου, του Peter Medawar:
    «Λυπούμαι που δεν πιστεύω στον Θεό και τις θρησκευτικές απαντήσεις γενικά, διότι θεωρώ ότι, αν υπήρχαν ικανοποιητικοί επιστημονικοί και φιλοσοφικοί λόγοι για την πίστη στον Θεό, θα έβρισκαν ικανοποίηση και ανακούφιση όλοι όσοι τον έχουν ανάγκη».
    Αφότου διάβασα τη διάκριση του Dennett, έχω βρει επανειλημμένα την ευκαιρία να την εφαρμόσω. Δεν αποτελεί υπερβολή να πω ότι η πλειονότητα των άθεων που γνωρίζω κρύβουν τον αθεϊσμό τους πίσω από ένα προσωπείο ευλάβειας. Οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε τίποτε το υπερφυσικό, ωστόσο διατηρούν μια ασαφή αδυναμία στην πίστη στο παράλογο. Πιστεύουν στην πίστη. Είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί φαίνεται να μην μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ της πρότασης «το X αληθεύει» και της πρότασης «αξίζει οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι το X αληθεύει». Ίσως βέβαια δεν διαπράττουν πραγματικά αυτό το λογικό σφάλμα, αλλά απλώς θεωρούν την αλήθεια ασήμαντη σε σύγκριση με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν σκοπεύω να απαξιώσω τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αλλά σε κάθε συζήτηση ας γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε: για τα συναισθήματα ή για την αλήθεια. Αμφότερα μπορεί να είναι σημαντικά, ωστόσο δεν ταυτίζονται.
     
    Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υποθετική παραχώρησή μου υπήρξε υπερβολική και λανθασμένη. Δεν έχω υπόψη μου καμία ένδειξη ότι οι άθεοι διακατέχονται από οποιαδήποτε γενική τάση προς τη δυστυχία, το άγχος και την απόγνωση. Κάποιοι άθεοι είναι ευτυχείς και άλλοι αξιολύπητοι. Παρομοίως, κάποιοι χριστιανοί, ιουδαίοι, μουσουλμάνοι, ινδουιστές και βουδιστές είναι αξιολύπητοι, ενώ άλλοι ευτυχείς. Ίσως υπάρχουν στατιστικές ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ ευτυχίας και πίστης (ή έλλειψης πίστης), αλλά αμφιβάλλω εάν πρόκειται για αξιόλογη σχέση, ούτως ή άλλως. Θεωρώ περισσότερο ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε εάν υπάρχει κάποιος καλός λόγος να αισθανόμαστε κατάθλιψη ζώντας χωρίς Θεό. Θα τελειώσω αυτό το βιβλίο υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, κάθε άλλο παρά αδύνατη είναι μια ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή χωρίς θρησκεία και πίστη στο υπερφυσικό. Πρώτα, ωστόσο, πρέπει να εξετάσω τους ισχυρισμούς της θρησκείας ότι προσφέρει παρηγοριά.
     
    Η παρηγοριά κατά το Σύντομο λεξικό της Οξφόρδης συνίσταται στην απάλυνση της θλίψης ή της οδύνης. Θα διακρίνω δύο τύπους παρηγοριάς.
     
    1. Άμεση φυσική παρηγοριά. Ένας άνθρωπος αποκλεισμένος για μια ολόκληρη παγερή νύχτα στα χιόνια ίσως βρει ανακούφιση στην παρουσία ενός μεγάλου, ζεστού σκύλου του Αγίου Βερνάρδου —χωρίς να ξεχνάμε το φλασκί με μπράντι στο λαιμό του ζώου. Ένα κοριτσάκι που κλαίει ίσως παρηγορηθεί με μια δυνατή αγκαλιά και με λίγα ενθαρρυντικά λόγια.
     
    2. Παρηγοριά μέσω ανακάλυψης ενός γεγονότος το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, ή ενός άγνωστου προηγουμένως τρόπον αντιμετώπισης τωρινών δεδομένων. Μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε στον πόλεμο ίσως παρηγορηθεί αν ανακαλύψει ότι περιμένει το παιδί του, ή ότι εκείνος πέθανε ηρωικά. Μπορούμε επίσης να παρηγορηθούμε αν ανακαλύψουμε κάποιον νέο τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Ένας φιλόσοφος παρατηρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο τη στιγμή του θανάτου ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. Το παιδί το οποίο εκείνος υπήρξε κάποτε έχει «πεθάνει» προ πολλού, όχι τερματίζοντας απότομα τη ζωή του αλλά μεγαλώνοντας. Καθεμιά από τις επτά σαιξπηρικές ηλικίες του ανθρώπου «πεθαίνει» μεταβαίνοντας αργά στην επόμενη.
     
    Από τούτη την άποψη, η στιγμή όπου ο ηλικιωμένος τελικά εκπνέει δεν διαφέρει από τους αργούς «θανάτους» κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όποιος δεν χαίρεται ιδιαίτερα με την προοπτική του θανάτου του ίσως βρει παρηγοριά σε τούτη τη διαφορετική προοπτική. Ίσως και όχι, αλλά πρόκειται μόνο για ένα δυνητικό παράδειγμα παρηγοριάς μέσω του στοχασμού. Άλλο σχετικό παράδειγμα είναι η απόρριψη του φόβου του θανάτου από τον Μαρκ Τουέιν:
    «Δεν φοβάμαι το θάνατο. Ήμουν νεκρός για δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθώ, και δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα».
    Βέβαια, η νέα οπτική δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός του αναπόφευκτου θανάτου μας. Μας προσφέρεται όμως ένας διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του αναπόφευκτου, και ίσως εκεί βρούμε παρηγοριά. Ο Thomas Jefferson, επίσης, δεν φοβόταν το θάνατο και φαίνεται ότι δεν πίστευε σε κανένα είδος μετά θάνατον ζωής. Όπως διηγείται ο Christopher Hitchens,
    «Καθώς λιγόστευαν οι ημέρες του, ο Jefferson έγραψε αρκετές φορές σε φίλους ότι αντιμετώπιζε το επικείμενο τέλος χωρίς ελπίδα ούτε φόβο. Τούτο ισοδυναμεί με το να πούμε, με τον πλέον απερίφραστο τρόπο, ότι δεν ήταν χριστιανός».
    Τα γενναία και μεγάλα πνεύματα ίσως είναι έτοιμα για την προκλητική και τολμηρή δήλωση του Bertrand Russell, στο δοκίμιό του «What I Believe»
    (Τι πιστεύω):
    Πιστεύω ότι θα σαπίσω όταν πεθάνω, και δεν θα επιβιώσει τίποτε από το εγώ μου. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τη ζωή. Αλλά περιγελώ τα ρίγη πανικού στη σκέψη της εξαφάνισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να φτάσει σε ένα τέλος, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν διαρκούν αιωνίως. Πολλοί άνθρωποι στάθηκαν με υπερηφάνεια στο ικρίωμα· η ίδια υπερηφάνεια πρέπει να μας διδάσκει να σκεπτόμαστε αληθινά τη θέση του ανθρώπου στον Κόσμο. Ακόμη κι αν τα ανοικτά παράθυρα της επιστήμης μάς κάνουν στην αρχή να τρέμουμε μετά τη βολική σπιτική ζεστασιά των παραδοσιακών μύθων που μας εξανθρωπίζουν, στο τέλος ο καθαρός αέρας της λογικής φέρνει ζωτικότητα, και οι ανοικτοί χώροι της επιστήμης έχουν το δικό τους μεγαλείο.
    Το δοκίμιο τούτο τού Russell υπήρξε για μένα πηγή έμπνευσης όταν το διάβασα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά το είχα ξεχάσει .Ίσως ήθελα ασυναίσθητα να του αποτίσω φόρο τιμής (όπως ήθελα συνειδητά να κάνω για τον Δαρβίνο) όταν έγραφα το 2003 στο A Devil’s Chaplain·.

    Υπάρχει κάτι περισσότερο από μεγαλείο σε τούτη τη στάση ζωής, όσο ζοφερή και κρύα κι αν φαίνεται κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα της άγνοιας. Μια βαθιά αναζωογόνηση είναι το κέρδος σου όταν στέκεσαι με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δυνατό, διαπεραστικό άνεμο της κατανόησης: «οι άνεμοι που πνέουν μέσα από τις διαδρομές των αστεριών» του Yeats.

    Πώς συγκρίνεται η θρησκεία με την επιστήμη όσον αφορά τους δύο παραπάνω τύπους παρηγοριάς; Ως προς την παρηγοριά του πρώτου τύπου, είναι εντελώς εύλογο τα ισχυρά χέρια του Θεού, έστω και εντελώς φανταστικά, να μπορούν να παρηγορήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνουν τα πραγματικά χέρια ενός φίλου ή ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου με το φλασκί μπράντι κρεμασμένο στο λαιμό του. Αλλά, φυσικά, και η ιατρική μπορεί επίσης να προσφέρει ανακούφιση —συνήθως αποτελεσματικότερα από το μπράντι.

    Αν τώρα στραφούμε στην παρηγοριά του δεύτερου τύπου, εύκολα θα πιστέψουμε ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Τα θύματα μιας τρομερής καταστροφής, όπως ένας σεισμός, συχνά αναφέρουν ότι τους παρηγορεί η σκέψη πως όλα είναι μέρος του ανεξιχνίαστου σχεδίου του Θεού: χωρίς αμφιβολία, κάτι καλό θα προκύψει με το πλήρωμα του χρόνου. Εάν κάποιος φοβάται το θάνατο, η ειλικρινής πίστη στην αθανασία της ψυχής μπορεί να τον παρηγορήσει —εκτός, φυσικά, εάν νομίζει ότι θα πάει στην κόλαση ή στο καθαρτήριο. Οι ψευδείς πεποιθήσεις μπορούν να προσφέρουν την ίδια παρηγοριά με τις αληθείς, μέχρι τη στιγμή της διάψευσης. Τούτο ισχύει και για μη θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας καρκινοπαθής στο τελικό στάδιο ίσως παρηγορηθεί από το γιατρό ο οποίος τού λέει ψέματα ότι θεραπεύτηκε, εξίσου αποτελεσματικά με έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο λένε την αλήθεια ότι θεραπεύτηκε. Η ειλικρινής και ολόψυχη πίστη στη μετά θάνατον ζωή είναι ακόμη περισσότερο άτρωτη από τη διάψευση απ’ ό,τι η πίστη σε έναν ψευδόμενο γιατρό. Το ψέμα του γιατρού έχει αποτέλεσμα μόνο μέχρι τη στιγμή που τα συμπτώματα γίνονται αναμφισβήτητα. Όποιος πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή δεν μπορεί ποτέ εν τέλει να διαψευστεί.
     
    Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη

    Σοπενχάουερ: Αν έχει φτιάξει ένας Θεός αυτόν τον κόσμο, δεν θα ήθελα να είμαι αυτός ο Θεός

    Νοιώθουμε τον πόνο, αλλά όχι και την έλλειψη του πόνου· -νοιώθουμε την έγνοια, αλλά όχι και την έλλειψή της· το φόβο, Αλλά όχι και τη σιγουριά. Νοιώθουμε τον πόνο και την επιθυμία, όπως νοιώθουμε και την πείνα και τη δίψα. Μόλις όμως εισακουστούν, τελειώνουν όλα, σαν την μπουκιά, που μόλις την καταπιούμε, παύει να υπάρχει για την αίσθησή μας.
     
    Αυτά τα τρία μεγαλύτερα αγαθά της ζωής, υγεία, νιάτα και Ελευθερία, όσο καιρό τα κατέχουμε, δεν τα κατέχουμε ευσυνείδητα, και τα εκτιμούμε μόνο όταν τα χάσουμε, γιατί είναι και αρνητικά αγαθά. Τις ευτυχισμένες μέρες της περασμένης μας ζωής τις παρατηρούμε μόνο όταν αντικατασταθούν με μέρες οδύνης... —Όσο μεγαλώνουν οι απολαύσεις μας, τόσο πιο Αναίσθητοι γινόμαστε: η συνήθεια δεν είναι πια ευχαρίστηση. Απ’ αυτό και μόνο αυξάνεται η ικανότητά μας να υποφέρουμε· κάθε συνήθεια που καταργείται, προξενεί οδυνηρό συναίσθημα. Οι ώρες κυλούν τόσο πιο γρήγορα όσο πιο ευχάριστες είναι, και τόσο πιο αργά, όσο είναι πιο θλιβερές, γιατί το θετικό δεν είναι η απόλαυση, Αλλά η οδύνη, γιατί αυτής γίνεται αισθητή η παρουσία. Η ανία μας δίνει την έννοια του χρόνου, και η διασκέδαση μας την αφαιρεί. Κι’ αυτό αποδείχνει πως η ύπαρξή μας είναι τόσο πιο ευτυχισμένη, όσο λιγότερο την αισθανόμαστε: γι’ αυτό, καλλίτερα θα ήταν να απαλλασσόμαστε απ’ αυτήν.

    Δεν θα μπορούσαμε απόλυτα να φανταστούμε μια μεγάλη έντονη χαρά, αν δεν την διαδεχόταν μια μεγάλη δυστυχία: γιατί τίποτα δεν μπορεί να φτάσει σε μια κατάσταση γαλήνης και μόνιμης χαράς· το πολύ να καταφέρουμε να διασκεδάσουμε, και να ικανοποιηθούμε την ματαιοδοξία μας.

    Έτσι, όλοι οι ποιητές αναγκάζονται να ρίχνουν τούς ήρωες τους σε καταστάσεις γεμάτες αγωνίες και βάσανα, για να μπορέσουν να τους απαλλάξουν πάλι απ’ αυτά και το δράμα και η επική ποίηση δεν μας δείχνουν άλλο από ανθρώπους που αγωνίζονται, πού υποφέρουν χιλιάδες βάσανα, και κάθε μυθιστόρημα μας δίνει για θέαμα τους σπασμούς και τους κλονισμούς της δύστυχης ανθρώπινης καρδιάς. Ο Βολταίρος, ο τυχερός Βολταίρος, αν και τόσο ευνοήθηκε από την φύση, σκέφτεται το ίδιο πράγμα μ’ εμένα, όταν λέει:
    «Η ευτυχία δεν είναι παρά ένα όνειρο, ενώ Η οδύνη είναι πραγματική», και προσθέτει : «Αυτό το νοιώθω τώρα και ογδόντα χρόνια. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο παρά να καρτερώ, και να λέω μέσα μου πώς οι μύγες γεννιούνται για να τις τρώνε οι αράχνες, και οι άνθρωποι για να τούς τρώνε οι θλίψεις».
    Αυτός ο κόσμος, τόπος σφαγής όπου αγωνιώδη και βασανισμένα όντα ζουν μόνο καταβροχθίζοντας το ένα το άλλο, όπου κάθε θήραμα γίνεται ζωντανός τάφος χιλιάδων άλλων, και συντηρεί τη ζωή του μόνο σαν την πληρώσει με μια μακριά σειρά από μαρτύρια, όπου η ικανότητά του να υποφέρει μεγαλώνει ανάλογα με την νόηση, και κατά συνέπεια στον άνθρωπο φθάνει στην ανώτατη της βαθμίδα· αυτόν τον κόσμο, οι αισιόδοξοι θέλησαν να τον προσαρμόσουν με το σύστημά τους, και να μας τον αποδείξουν a priori σαν τον καλύτερο δυνατό κόσμο.

    Είναι κραυγαλέος ο παραλογισμός. Μου λένε ν’ ανοίξω τα μάτια μου και να στρέψω τα βλέμματά μου στην ομορφιά του κόσμου που τον φωτίζει ο ήλιος, να θαυμάσω τα βουνά του, τις κοιλάδες του, τα ποτάμια του, τα φυτά του, τα ζώα του, και ξέρω ’γώ τί άλλο : Δεν είναι λοιπόν ο κόσμος άλλο παρά ένας μαγικός φανός; Βέβαια είναι λαμπρό το θέαμα, άλλο είναι όμως να παίζεις και συ το ρόλο σου σ’ αυτόν.

    Ύστερα από τον αισιόδοξο, έρχεται ο άνθρωπος των τελικών αιτίων αυτός μου επαινεί τη σοφή διάταξη που απαγορεύει στους πλανήτες να συγκρούονται με τη μύτη στο τρέξιμό τους, που εμποδίζει τη γης με τη θάλασσα να μπερδευτούν σε ένα τεράστιο αμάλγαμα, και τη κρατάει όπως πρέπει χωρισμένες, που κάνει ώστε να μην μένουν όλα ακίνητα μέσα σ’ έναν αιώνιο πάγο, ή να τα τρώει η φωτιά, που, χάρη στην κλίση της εκλειπτικής, δεν επιτρέπει στην άνοιξη να είναι αιώνια κι’ αφήνει φρούτα να ωριμάζουν, κτλ... αλλά αυτά είναι απλές conditiones sine quibus non.

    Γιατί αν πρέπει να υπάρχει ένας κόσμος, αν πρέπει να διαρκέσουν αυτοί οι πλανήτες, έστω και για ίσο χρόνο με όσον κάνει η ακτίνα ενός απλανούς αστέρα για να φτάσει ως αυτούς, κι’ αν δεν εξαφανίζονται σαν τον γιο του Λέσσιγκ αμέσως μόλις γεννιούνται, θα έπρεπε να μην είχαν στηθεί τόσο αδέξια τα πράγματα ώστε να κινδυνεύει τώρα να καταρρεύσει το βασικό οικοδόμημα.

    Ας έρθουμε τώρα στα αποτελέσματα αυτού του τόσο εξυμνημένου έργου, ας κοιτάξουμε τους ηθοποιούς που κινούνται πάνω σ’ αυτήν την τόσο γερά κατασκευασμένη μηχανή ν βλέπουμε τον πόνο να εμφανίζεται ταυτόχρονα με την ευαισθησία, και να μεγαλώνει όσο αυτή γίνεται νοήμων βλέπουμε να συμβαδίζουν ο πόθος και η οδύνη, να αναπτύσσονται απεριόριστα, ώσπου τελικά η ανθρώπινη ζωή να μην προσφέρει τίποτ’ άλλο παρά θέματα για τραγωδίες ή για κωμωδίες. Γι’ αυτό, αν είμαστε ειλικρινείς, πολύ λίγη διάθεση θα έχουμε για να ψάλλουμε το αλληλούια των αισιόδοξων,
    Αν έχει φτιάξει ένας Θεός αυτόν τον κόσμο, δεν θα ήθελα να είμαι αυτός ο Θεός : η δυστυχία του κόσμου θα μου σπάραζε την καρδιά. (Επιστολές).
    Αν φανταζόμαστε έναν δημιουργό δαίμονα, θα είχαμε ωστόσο το δικαίωμα να του φωνάζουμε, δείχνοντάς του την δημιουργία του:

    «Πώς τόλμησες να διακόψεις την Ιερή ακινησία του χάους, για να ξεπετάξεις από μέσα του μια τέτοια μάζα δυστυχίας και αγωνίας; (Επιστολές)
     
    Σοπενχάουερ, Σκέψεις και αποσπάσματα

    Οι εξαιρετικοί ισχυρισμοί απαιτούν εξαιρετικές αποδείξεις

    Ο Νίτσε είπε κάποτε: «Σταδιακά μου έγινε σαφές τι ήταν ως τώρα κάθε μεγάλο φιλοσοφικό κίνημα: η προσωπική εξομολόγηση του δημιουργού του και ένα είδος ακούσιου και ασυνείδητου ημερολογίου. Έχω αντιληφθεί επίσης ότι οι ηθικές (ή ανήθικες) προθέσεις του κάθε φιλοσοφικού ρεύματος αποτέ­λεσαν τον πραγματικό σπόρο από τον οποίο προήλ­θε ολόκληρο το φυτό».
     
    Παρόλο που μια τέτοια οπτική περικλείει (προς μεγάλη ευχαρίστηση του Νίτσε) τον κίνδυνο να αναιρεθεί η πιθανότητα οποιασδήποτε σταθερής αλήθειας, εγώ θα πάρω τα λόγια του στα σοβαρά και θα σας αφηγηθώ τις απαρχές της δικής μου θρησκευτικής θέσης και διανοητικής τοποθέτησης.

    Η πρώιμη θρησκευτική μου παιδεία ήταν σκέτη καταστροφή από παιδαγωγική άποψη - η ορθόδοξη πίστη ήταν εμποτισμένη με έναν άκαμπτο, αμετακίνητο αυταρχισμό που με δυσαρεστούσε ιδιαίτερα. Μα­κροπρόθεσμα η σημασία της για μένα υπήρξε αποφασιστική, γιατί από νωρίς στη ζωή μου έχασα κάθε πιθανότητα ν’ αποκτήσω πίστη.

    Ο Σοπενάουερ μας υπενθυμίζει ότι η θρησκευτική πίστη, αν πρόκειται ν’ ανθίσει, πρέπει να φυτευτεί και να ρι­ζώσει στην παιδική ηλικία. Επί λέξει: «Η δυνα­τότητα για πίστη είναι ισχυρότερη στην παιδική ηλικία. Γι’ αυτό και οι θρησκείες καταβάλλουν με­γάλη προσπάθεια, πριν από οτιδήποτε άλλο, στο να περιλάβουν στην κυριότητά τους αυτές τις τρυφερές ηλικίες». Επομένως, αφού ποτέ δεν φυτεύτηκε μέσα μου πρώιμα η πίστη, σχημάτισα την άποψη ότι αποτελεί κι αυτή ένα περιττό βάρος, όπως τό­σες άλλες παράλογες πεποιθήσεις και φόβοι.

    Πάλι με τα λόγια του Σοπενάουερ, «Η θρη­σκεία είναι μια αλήθεια που εκφράζεται με αλλη­γορίες και μύθους. Με τον τρόπο αυτό γίνεται μα­ζικά προσβάσιμη και εύπεπτη από την ανθρωπό­τητα». Αλλά όταν οι κοντόφθαλμοι θρησκευτικοί δάσκαλοι είτε παρανοούν την αλληγορία και τη με­ταφορά, θεωρώντας τες ιστορική αλήθεια, είτε επι­λέγουν συνειδητά να τις διδάξουν μ’ αυτόν τον τρόπο και ν’ αντικαταστήσουν κάθε μορφή λογικής σκέ­ψης με τη βιβλική αυθεντία, κινδυνεύουν ν’ αποξε­νώσουν ορισμένους μαθητές. Ήμουν κι εγώ ένας απ’ αυτούς που αποξενώθηκαν νωρίς.

    Προοδευτικά η αντίληψή μου για τα ζητήματα της ύπαρξης με οδήγησε σε μια όλο και περισσό­τερο επιστημονική, υλιστική θεώρηση του κόσμου. Συντονίζομαι σε μεγάλο βαθμό με τις απόψεις του Σοπενάουερ, του Βολταίρου, του Νίτσε, του Φρόυντ. Πρόσφατα μάλιστα, ετοιμάζοντας τις ση­μειώσεις αυτές, ξαναδιάβασα τα γραπτά του Φρόυντ για τη θρησκεία (Το μέλλον μιας παραί­σθησης) και μου έκανε εντύπωση πόσο συμφωνού­σα μαζί του, ώσπου συνειδητοποίησα ότι χωρίς αμφιβολία τα κείμενά του αυτά είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των δικών μου πε­ποιθήσεων.

    Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι η θρη­σκευτική και η επιστημονική κοσμοθεωρία είναι ασύμβατες - με έβρισκε σύμφωνο η μεταφορά του Σοπενάουερ ότι η θρησκεία είναι μια πυγολαμπί­δα που φαίνεται μόνο τη νύχτα. Παρεμπιπτόντως, ο Σοπενάουερ προέβλεψε ότι, μόλις το φως της επιστημονικής ανακάλυψης σκορπίσει το σκοτά­δι της άγνοιας, οι θρησκείες θα εξαφανιστούν. Δε­δομένης της πρόσφατης μεγάλης αναζωπύρωσης της θρησκευτικής πίστης στις Ηνωμένες Πολι­τείες εντυπωσιάζομαι από το πόσο έξω είχε πέσει στην πρόβλεψή του.

    Ανακαλύπτω επίσης πως συμφωνώ με τις από­ψεις που εκφράζονται τόσο εύγλωττα στο νέο βι­βλίο του Francis Click -αποδέκτη του βραβείου Νόμπελ για το DNA-, The Astonishing Hypotheses (Οι εκπληκτικές θεωρίες). Τα πρώτα λόγια του βιβλίου είναι: «Οι εκπληκτικές θεωρίες είναι ότι εσείς, οι χαρές σας, οι λύπες σας, οι αναμνήσεις σας και οι φιλοδοξίες σας, η αίσθηση της ελεύθερης βούλησής σας, δεν είναι στην πραγματικότητα πα­ρά η συμπεριφορά μιας τεράστιας συνάθροισης νευ­ρικών κυττάρων και των μορίων που συνδέονται μ’ αυτά».

    Σ’ αυτόν τον κατάλογο ανθρώπινων εμπει­ριών, που είναι εντέλει αποτέλεσμα της ηλεκτροχημικής συμπεριφοράς κάποιων νευρώνων, θα μπο­ρούσα να προσθέσω και άλλα βιωματικά φαινόμενα όπως την αίσθηση του Άτμαν1, τη θεϊκή φλόγα, τη φύση του Βούδα, την ψυχή, τα ιερά χώματα, καθώς και τη λαχτάρα για σατόρι2, νιρβάνα, φώτιση, σω­τηρία. Στο μυαλό μου αυτή η υλιστική, ή ας την πούμε νατουραλιστική, τοποθέτηση είναι αξιοθρή­νητη, ταπεινωτική και κακόγουστη - και παρ’ όλα αυτά προφανής και αναπόδραστη.

    Μπορώ να σας πω ότι θά ’θελα πολύ να διαθέτω τη θεϊκή φλόγα, λαχταρώ να είμαι μέρος του θείου, να υπάρχω για πάντα, να ενωθώ μ’ αυτούς που έχω χάσει - όλα αυτά τα επιθυμώ πάρα πολύ. Ξέρω όμως ότι οι επιθυμίες αυτές ούτε αλλάζουν την πραγματικότη­τα ούτε τη συνθέτουν. Πιστεύω ότι αυτοί οι εξαι­ρετικοί ισχυρισμοί απαιτούν εξαιρετικές αποδεί­ξεις - και λέγοντας αυτό εννοώ αποδείξεις πέραν του απλού βιώματος, το όποιο, όπως γνωρίζουμε εμείς οι ψυχοθεραπευτές, είναι εύθραυστο, επισφα­λές, ευμετάβλητο και εξαιρετικά ευεπηρέαστο.

    Σύγχρονοι συγγραφείς που η άποψή τους πλη­σιάζει πιο ξεκάθαρα τη δική μου στα θέματα αυτά, και οι όποιοι εκφράζουν τη θέση της επιστήμης, διατηρώντας συγχρόνως το δέος και το μυστήριο που είναι εγγενή στη ζωή (πολύ κοντά στον αθεϊσμό -ή τον πανθεϊσμό- του Σανταγιάνα και του Σπινόζα, οι οποίοι διατηρούν μια αυθεντική ευλάβεια για το σύμπαν και σεβασμό για τις πεποιθήσεις των άλλων) είναι άνθρωποι όπως ο Carl Sagan στο βιβλίο του The Demon Haunted World (Ένας κόσμος στοιχειωμένος από δαίμονες) ή ο Chat Raymo, ο διακεκριμένος καθολικός φυσικός στο βιβλίο του Skeptics and True Believers (Σκεπτικιστές και αληθινοί πιστοί).
    --------------------------------
    1) Ινδουιστικός όρος που σημαίνει την αναλλοίωτη αιώ­νια ουσία του ατόμου, η οποία είναι μέρος της ενιαίας ψυχής τού Σύμπαντος.
    2) Στον Βουδισμό Ζεν το πνευματικό ξύπνημα, που με­ρικές φορές γίνεται αιφνίδια.

    Πώς οι ενοχές μπορούν να καταστρέψουν τη χαρά και την ευτυχία μας

    Τα ενοχικά συναισθήματα έχουν διάφορους βαθμούς σοβαρότητας. Τα πιο ήπια μπορούν να εκδηλωθούν σαν ενοχλητικό παράσιτο, που συνεχώς μας βασανίζει και μας τσιγκλάει. Μπορεί να μας αποσπούν την προσοχή από τις υποχρεώσεις μας και να δυσκολεύουν λίγο την καθημερινότητά μας. Στην πιο σοβαρή μορφή της, η ενοχή μπορεί να καταβάλει, να μας παραλύσει και να γίνει το κεντρικό στοιχείο της ίδιας της ύπαρξής μας.

    Ο Γιόσι, ένας φοιτητές, ήρθε να με δει για ψυχοθεραπεία στη διάρκεια του εαρινού διαλείμματός του, λίγους μήνες πριν από την αποφοίτησή του. Οι γονείς του, και οι δύο γιατροί είχαν μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Ιαπωνία στα 30 τους, αγωνίστηκαν να βρουν δουλειά ως κλινικοί γιατροί και κατέληξαν να δουλεύουν στον τομέα της έρευνας.

    «Ο πατέρας μου λέει ότι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής του ήταν όταν πέρασα σε μια σχολή με ένα από τα καλύτερα προγράμματα προϊατρικής στη χώρα”, εξήγηση ο Γιόσι. «Περίμεναν ότι θα πήγαινα κατευθείαν στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και ότι τελικά θα άνοιγα μια επιτυχημένη κλινική, ώστε να εκπληρώσω το όνειρο που δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν εκείνοι».

    Η πίεση που ένιωθε ο Γιόσι από τις προσδοκίες των γονιών του ήταν τεράστια, αλλά καθώς συνέχισε να μιλά, διαπίστωσα ότι δεν ένιωθε μόνο άγχος – ήταν τρομοκρατημένος.

    «Μίσησα την προϊατρική από την πρώτη στιγμή», συνέχισε. «Έμεινα όλο το πρώτο έτος και τα πήγα καλά, αλλά ήμουν δυστυχισμένος. Η προϊατρική δεν ήταν για μένα. Η ιατρική δεν είναι για μένα. Έτσι άλλαξα κατεύθυνση. Μόνο που δεν ήξερα πώς να τους το πω χωρίς να τους στεναχωρήσω. Έχουν θυσιάσει τόσο πολλά για μένα, για τη μόρφωσή μου, απλώς δεν μπορούσα… από τότε τους λέω ψέματα. Αλλά θα αποφοιτήσω σε λίγους μήνες και τότε… θα το μάθουν!».

    Ο Γιόσι κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Νιώθω τόσο ένοχος, που μου έρχεται να ξεράσω. Φαντάζομαι τα πρόσωπά τους όταν το ανακαλύψουν». Ο Γιόσι άρχισε να κλαίει. Δεν μπορούσε να μιλήσει για αρκετά λεπτά. «Δούλεψαν τόσο σκληρά για τη μόρφωσή μου. Θα μπορούσα να πάω σε μια κρατική σχολή και να τους γλιτώσω ένα σωρό χρήματα. Νομίζουν ότι από μέρα σε μέρα θα λάβω νέα από το Χάρβαρντ. Θα καταρρεύσουν, απλώς θα καταρρεύσουν!»

    Ο Γιόσι ξέσπασε ξανά σε κλάματα. «Δεν ξέρω τι να κάνω! Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, δεν μπορώ να επικεντρωθώ σε κάτι, δεν μπορώ να μελετήσω… είναι το μόνο που σκέφτομαι!»

    Έπειτα από τρία χρόνια ενοχών, ο Γιόσι δεν μπορούσε πλέον να τις ελέγξει. Τα ενοχικά συναισθήματα τον κατέτρωγαν, τον βασάνιζαν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να τα αγνοεί. Εμπόδιζαν την ικανότητά του να συγκεντρώνεται, να εστιάζει, να σκέφτεται καθαρά και να προοδεύει στις σπουδές του.

    Η ενοχή προκαλεί ψυχικές και πνευματικές διαταραχές τόσο σημαντικές, που μας αναγκάζει να αγωνιζόμαστε σκληρά για να πραγματοποιούμε τις βασικές υποχρεώσεις μας και να λειτουργούμε στη δουλειά ή στο σχολείο. Αν δεν αντιμετωπίσουμε την αιτία της ενοχής και δεν ελαχιστοποιήσουμε τον αντίκτυπό της, θα συνεχίσουμε να παραμένουμε στο έλεός της.

    Δυστυχώς, η μη υγιής ενοχή δεν μας κάνει μόνο να νιώθουμε άσχημα, αλλά μας εμποδίζει και να νιώθουμε καλά. Σε μια μελέτη, στην οποία συμμετείχαν απλοί φοιτητές (δηλαδή όχι άτομα με ενοχικά προβλήματα), οι επιστήμονες τους έδειξαν σε οθόνη λέξεις σχετικές με την ενοχή, όπως «κατηγορούμενος», «υπαίτιος» και «ενοχικός», με τέτοια ταχύτητα εναλλαγής, ώστε οι συμμετέχοντες να μην αντιλαμβάνονται τις λέξεις συνειδητά, αλλά να επηρεάζονται από αυτές – μια διαδικασία που ονομάζεται «επίχρισμα».

    Μια δεύτερη ομάδα ανθρώπων διάβασε λέξεις που σχετίζονταν με τη θλίψη και μια τρίτη ομάδα (ελέγχου) εκτέθηκε με ουδέτερες λέξεις. Οι συμμετέχοντες στη συνέχεια κλήθηκαν να απαντήσουν πώς θα ξόδευαν ένα κουπόνι πενήντα δολαρίων. Ενώ τα άτομα της δεύτερης και τρίτης ομάδας διέθεσαν το μεγαλύτερο μέρος του ποσού σε πράγματα όπως η μουσική και οι ταινίες, τα άτομα της πρώτης ομάδας επέλεξαν λιγότερα πράγματα απόλαυσης για τον εαυτό τους, όπως σχολικά είδη.

    Αυτό το πείραμα και άλλα παρόμοια δείχνει ότι ακόμα και η ασυνείδητη έκθεση σε λέξεις που σχετίζονται με την ενοχή ήταν επαρκής ώστε να χαλάσει τη διάθεση των ανθρώπων που δεν αισθάνονταν καν ενοχές εκείνη τη στιγμή. Σίγουρα όταν νιώθουμε υπερβολικές ενοχές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να απολαμβάνουμε τη ζωή μας οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Τα πράγματα που μας προκαλούσαν ευχαρίστηση, χαρά ή ενθουσιασμό χάνουν την επιρροή τους, όχι επειδή δεν τα απολαμβάνουμε πλέον, αλλά δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να τα απολαύσει.

    Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό για τους ανθρώπους που υποφέρουν από διάφορες μορφές ενοχής επιζώντος. Για παράδειγμα, οι γονείς παιδιών που έχουν πέσει θύματα ατυχημάτων ή χρόνιων ασθενειών, παιδιά (ακόμη και εγγόνια) επιζώντων που χάνουν τους συντρόφους τους συχνά νιώθουν ένοχοι και μόνο στη σκέψη να διασκεδάσουν ή να απολαύσουν τη ζωή τους με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτή η εκτεταμένη και σοβαρή ενοχή δεν εξυπηρετεί κανέναν παραγωγικό σκοπό και απλώς μειώνει την ποιότητα ζωής μας.

     Guy Winch

    Έμαθα ότι κάποια πράγματα τελειώνουν για να έρθουν καλύτερα

    Πάντα δενόμουν υπερβολικά με ανθρώπους και φοβόμουν πολύ μην τους χάσω. Πάντα συσχέτιζα τις λέξεις «χωρισμός» και «τέλος» με τον πόνο και την ταλαιπωρία. Το να χωρίσεις ή να διακόψεις την σχέση σου με κάποιον σήμαινε θλίψη και στεναχώρια.

    Γι' αυτό πάντα έκανα ό, τι μπορούσα για να κρατήσω αυτούς που αγαπώ. Έκανα τα πάντα για να σιγουρευτώ ότι αυτό που υπήρχε δεν θα τελειώσει. Συνεχώς απέφευγα το να πω αντίο.

    Ωστόσο, με τον καιρό ξεκίνησα να βλέπω το τέλος διαφορετικά. Έμαθα ότι το τέλος δεν σημαίνει πάντα αποχαιρετισμό, θάνατο ή αποτυχία. Μερικές φορές δεν φέρνει πόνο και ταλαιπωρία. Έμαθα ότι μερικές φορές το τέλος ανοίγει νέες πόρτες με ευκαιρίες επειδή έκλεισε τις παλιές πόρτες που δεν οδηγούσαν πουθενά. Το τέλος μπορεί να είναι κάτι καλό επειδή μας αναγκάζει να αλλάξουμε κάτι στον εαυτό μας και στην ζωή μας, μας αναγκάζει να βρούμε μια νέα δουλειά, ένα καινούργιο σπίτι, ένα καινούργιο σύντροφο, νέους φίλους.

    Ακόμα μαθαίνω να αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν από μόνα τους και να τελειώσουν όταν έρθει η ώρα τους αντί να σπαταλώ τον χρόνο μου προσπαθώντας να τα θεραπεύσω και να δώσω ζωή σε τελειωμένες σχέσεις.

    Μαθαίνω να αποδέχομαι το τέλος και να το βλέπω ως κομμάτι της ζωής μου αντί ως αποτυχία. Μαθαίνω να χαίρομαι τις αναμνήσεις και να μην προσπαθώ να ανακουφίσω τον πόνο. Επειδή ξέρω πως είναι καλύτερο για μένα να τελειώσω κάτι με ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω μέλλον αντί να βασανίζω τον εαυτό μου μένοντας στην τοξικότητα μιας σχέσης.

    Μαθαίνω πως μερικά πράγματα πρέπει να τελειώσουν για να έρθουν καλύτερα. Μερικοί άνθρωποι και κάποια πράγματα έρχονται στην ζωή μας μόνο για να μας διδάξουν κάτι και τότε να φύγουν, και πρέπει να τους αφήσουμε. Επειδή το τέλος είναι απαραίτητο και είναι ο δρόμος για μια νέα αρχή. Είναι θεραπευτικό και ασφαλές. Δεν είναι τόσο τρομακτικό όσο το θεωρούμε.

    Επειδή υπάρχει τόση αγάπη, ελπίδα και ελευθερία στο τέλος. Μπορεί να είναι μια ευλογία αν το δούμε έτσι.