Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (79-84)

[79] Πόθεν οὖν ἐπὶ τὴν μεταβολὴν ἦλθε τῶν πραγμάτων, οὗτος γάρ ἐστιν ὁ δεύτερος καιρός, καὶ τί ποτ᾽ ἐστὶ τὸ αἴτιον ὅτι Φιλοκράτης μὲν ἀπὸ τῶν αὐτῶν πολιτευμάτων Δημοσθένει φυγὰς ἀπ᾽ εἰσαγγελίας γεγένηται, Δημοσθένης δὲ ἐπέστη τῶν ἄλλων κατήγορος, καὶ πόθεν ποθ᾽ ἡμᾶς εἰς τὴν ἀτυχίαν ὁ μιαρὸς ἄνθρωπος ἐμβέβληκε, ταῦτ᾽ ἤδη διαφερόντως ἄξιόν ἐστιν ἀκοῦσαι.

[80] Ὡς γὰρ τάχιστα εἴσω Πυλῶν Φίλιππος παρῆλθε, καὶ τάς τε ἐν Φωκεῦσι πόλεις παραδόξως ἀναστάτους ἐποίησε, Θηβαίους τε, ὡς τόθ᾽ ὑμῖν ἐδόκει, περαιτέρω τοῦ καιροῦ καὶ τοῦ ὑμετέρου συμφέροντος ἰσχυροὺς κατεσκεύασεν, ὑμεῖς τε ἐκ τῶν ἀγρῶν φοβηθέντες ἐσκευαγωγήσατε, ἐν ταῖς μεγίσταις δ᾽ ἦσαν αἰτίαις οἱ πρέσβεις οἱ τὴν εἰρήνην πρεσβεύσαντες, πολὺ δὲ τῶν ἄλλων διαφερόντως Φιλοκράτης καὶ Δημοσθένης, διὰ τὸ μὴ μόνον πρεσβεύειν, ἀλλὰ καὶ τὰ ψηφίσματα γεγραφέναι,

[81] συνέβη τε ἐν τοῖς αὐτοῖς χρόνοις διαφέρεσθαί τι Δημοσθένην καὶ Φιλοκράτην σχεδὸν ὑπὲρ τούτων ὑπὲρ ὧν καὶ ὑμεῖς αὐτοὺς ὑπωπτεύσατε διενεχθῆναι· τοιαύτης δὲ ἐμπιπτούσης ταραχῆς, μετὰ τῶν συμφύτων αὐτῷ νοσημάτων ἤδη τὰ μετὰ ταῦτα ἐβουλεύετο, μετὰ δειλίας καὶ τῆς πρὸς Φιλοκράτην ὑπὲρ τῆς δωροδοκίας ζηλοτυπίας, καὶ ἡγήσατο, εἰ τῶν συμπρεσβευόντων καὶ τοῦ Φιλίππου κατήγορος ἀναφανείη, τὸν μὲν Φιλοκράτην προδήλως ἀπολεῖσθαι, τοὺς δὲ ἄλλους συμπρέσβεις κινδυνεύσειν, αὐτὸς δ᾽ εὐδοκιμήσειν, καὶ προδότης ὢν τῶν φίλων καὶ πονηρὸς πιστὸς τῷ δήμῳ φανήσεσθαι.

[82] Κατιδόντες δ᾽ αὐτὸν οἱ τῇ τῆς πόλεως προσπολεμοῦντες ἡσυχίᾳ, ἄσμενοι παρεκάλουν ἐπὶ τὸ βῆμα, τὸν μόνον ἀδωροδόκητον ὀνομάζοντες τῇ πόλει· ὁ δὲ παριὼν ἀρχὰς αὐτοῖς ἐνεδίδου πολέμου καὶ ταραχῆς. Οὗτός ἐστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὁ πρῶτος ἐξευρὼν Σέρριον τεῖχος καὶ Δορίσκον καὶ Ἐργίσκην καὶ Μυρτίσκην καὶ Γάνος καὶ Γανιάδα, χωρία ὧν οὐδὲ τὰ ὀνόματα ᾔδειμεν πρότερον. Καὶ εἰς τοῦτο φέρων περιέστησε τὰ πράγματα, ὥστ᾽ εἰ μὲν μὴ πέμποι Φίλιππος πρέσβεις, καταφρονεῖν αὐτὸν ἔφη τῆς πόλεως, εἰ δὲ πέμποι, κατασκόπους πέμπειν, ἀλλ᾽ οὐ πρέσβεις.

[83] Εἰ δὲ ἐπιτρέπειν ἐθέλοι πόλει τινὶ ἴσῃ καὶ ὁμοίᾳ περὶ τῶν ἐγκλημάτων, οὐκ εἶναι κριτὴν ἴσον ἡμῖν ἔφη καὶ Φιλίππῳ. Ἁλόννησον ἐδίδου· ὁ δ᾽ ἀπηγόρευε μὴ λαμβάνειν, εἰ δίδωσιν, ἀλλὰ μὴ ἀποδίδωσι, περὶ συλλαβῶν διαφερόμενος. Καὶ τὸ τελευταῖον στεφανώσας τοὺς μετὰ Ἀριστοδήμου εἰς Θετταλίαν καὶ Μαγνησίαν παρὰ τὰς τῆς εἰρήνης συνθήκας πρεσβεύσαντας, τὴν μὲν εἰρήνην διέλυσε, τὴν δὲ συμφορὰν καὶ τὸν πόλεμον κατεσκεύασεν.

[84] Ναί, ἀλλὰ χαλκοῖς καὶ ἀδαμαντίνοις τείχεσιν, ὡς αὐτός φησι, τὴν χώραν ἡμῶν ἐτείχισε, τῇ τῶν Εὐβοέων καὶ Θηβαίων συμμαχίᾳ. Ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ ταῦτα καὶ μέγιστα ἠδίκησθε καὶ μάλιστα ἠγνοήκατε. Σπεύδων δ᾽ εἰπεῖν περὶ τῆς θαυμαστῆς συμμαχίας τῆς τῶν Θηβαίων, ἵν᾽ ἐφεξῆς λέγω, περὶ τῶν Εὐβοέων πρῶτον μνησθήσομαι.

***
[79] Πού οφείλεται η αλλαγή της πολιτικής του —αυτή είναι η δεύτερη περίοδος— ποια είναι η αιτία που καταγγέλθηκε για δημόσιο αδίκημα ο Φιλοκράτης και βρέθηκε να είναι εξόριστος, ενώ ακολουθούσε την ίδια πολιτική με τον Δημοσθένη, και ο τελευταίος έγινε κατήγορος των υπολοίπων και τι, τέλος πάντων, έγινε και ο σιχαμερός αυτός άνθρωπος μας έχει ρίξει στη δυστυχία, όλα αυτά αξίζει να τα ακούσετε τώρα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

[80] Αμέσως μόλις πέρασε ο Φίλιππος τις Θερμοπύλες και έκανε άνω κάτω τις πόλεις της Φωκίδας πέρα από κάθε προσδοκία, ενώ ενίσχυσε τους Θηβαίους, και αυτό το περιμένατε, πέρα από όσο επέτρεπε η περίσταση και το συμφέρον σας, τότε εσείς, επειδή φοβηθήκατε, μεταφέρατε τα υπάρχοντά σας από την ύπαιθρο στην πόλη και οι πρέσβεις που είχαν διαπραγματευτεί την ειρήνη αντιμετώπιζαν τις πιο μεγάλες κατηγορίες, και πιο πολύ από όλους ο Φιλοκράτης και ο Δημοσθένης, επειδή όχι μόνο είχαν διατελέσει πρέσβεις, αλλά είχαν προτείνει και τα ψηφίσματα.

[81] Τον ίδιο μάλιστα καιρό συνέπεσε να έρθουν σε κάποια ρήξη ο Δημοσθένης και ο Φιλοκράτης για τους λόγους περίπου για τους οποίους και εσείς υποπτευθήκατε ότι αυτοί θα συγκρούονταν. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε μια τέτοια αναστάτωση, άρχισε να σκέφτεται ήδη τα μετέπειτα, επηρεασμένος από τα φυσικά του ελαττώματα, τη δειλία και τη ζηλοτυπία του προς τον Φιλοκράτη για τη δωροδοκία του από τον Φίλιππο. Σκέφτηκε λοιπόν ότι, αν παρουσιαζόταν ως κατήγορος των συμπρέσβεών του και του Φιλίππου, ο Φιλοκράτης προφανώς θα καταδικαζόταν, οι υπόλοιποι συμπρέσβεις του θα κινδύνευαν, ενώ ο ίδιος θα κέρδιζε σε εκτίμηση και θα φαινόταν πιστός στον λαό, αν και προδότης των φίλων του και παλιάνθρωπος.

[82] Όταν αντιλήφθηκαν τις προθέσεις του οι εχθροί της γαλήνης της πόλης, με μεγάλη χαρά τον καλούσαν στο βήμα, αποκαλώντας τον ως τον μόνο αδιάφθορο στην πόλη. Και ο Δημοσθένης έπαιρνε τον λόγο και άρχιζε να τους δίνει αφορμές για πόλεμο και αναστάτωση. Αυτός είναι, πολίτες Αθηναίοι, που πρώτος ανακάλυψε το Σέρριον τείχος, τον Δορίσκο , την Εργίσκη, τη Μυρτίσκη, το Γάνος και τη Γανιάδα, περιοχές που ούτε και τα ονόματά τους γνωρίζαμε πριν. Και με τη φόρα που είχε πάρει μπέρδεψε έτσι τα πράγματα, ώστε, αν ο Φίλιππος δεν έστελνε αντιπροσώπους, ο Δημοσθένης έλεγε ότι αυτός περιφρονούσε την πόλη, αν πάλι έστελνε, έλεγε ότι έστελνε κατασκόπους όχι αντιπροσώπους.

[83] Κάθε φορά που ο Φίλιππος προθυμοποιούνταν να αναθέσουμε σε κάποια πόλη δίκαιη και αμερόληπτη να κρίνει για τις διαφορές μας, ο Δημοσθένης έλεγε ότι ανάμεσα σε εμάς και στον Φίλιππο δεν μπορεί να υπάρξει αμερόληπτη διαιτησία. Ο Φίλιππος προσφερόταν να μας δώσει την Αλόννησο· ο Δημοσθένης μάς απέτρεπε να την πάρουμε, «αν απλώς την παραχωρεί και δεν την επιστρέφει», παίζοντας με τις λέξεις. Και το τελευταίο, με το να στεφανώσει τους αντιπροσώπους που με τον Αριστόδημο επισκέφτηκαν, παρά τους όρους της συνθήκης ειρήνης, τη Θεσσαλία και τη Μαγνησία, παραβίασε την ειρήνη και προετοίμασε τη συμφορά και τον πόλεμο.

[84] Ναι, αλλά με το να κλείσει συμμαχία με την Εύβοια και με τη Θήβα θωράκισε, όπως λέει ο ίδιος, την Αττική με χάλκινα και αδαμάντινα τείχη. Όσον αφορά σε αυτά, Αθηναίοι, όχι μόνο δεν ωφεληθήκατε, αλλά και έχετε υποστεί πολύ μεγάλες ζημιές, που τις αγνοείτε πέρα για πέρα. Και, μόλο που βιάζομαι να μιλήσω για την υπέροχη συμμαχία με τους Θηβαίους, θα αναφερθώ πρώτα στη συμμαχία με τους Ευβοείς, για να πάρω τα πράγματα με τη σειρά τους.

Ορισμός και κοινωνική θέση τής εταίρας

Οι εταίρες αποτελούσαν τις μόνες αληθινά ελεύθερες γυναίκες στην αθηναϊκή επικράτεια και έχοντας ξεφύγει από την κατηγορία των φθηνών πορνών δέν είχαν ανάγκη τους λίγους οβολούς, που κέρδιζαν από το επάγγελμά τους οι τελευταίες. Ήταν συνήθως ξένες, που έρχονταν στην Αθήνα εφοδιασμένες, πέρα από το αδιαμφισβήτητο κάλλος τους, και με αξιοσημείωτη μόρφωση. Αρκετές από αυτές αποφάσιζαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην πόλη και γίνονταν μέτοικοι.
 
Η συντήρησή τους ήταν πολυδάπανη και γι΄αυτό το λόγο οι πλούσιοι αθηναίοι δαπανούσαν γιά χάρη τους ολόκληρες περιουσίες, ιδιαίτερα αν ήθελαν να μονοπωλήσουν τη συντροφιά τους.
 
Έτσι η ζωή τους ήταν μέσα στη χλιδή και την πολυτέλεια. Κυκλοφορούσαν παντού με άνεση και έπαιρναν μέρος στα συμπόσια, όπου μπορούσαν ελεύθερα να διατυπώσουν τις απόψεις τους, ακόμα και γιά τα πιό περίπλοκα θέματα. Οι άντρες τις άκουγαν με προσοχή σεβόμενοι τις απόψεις τους και με αυτόν τον τρόπο απέκτησαν γρήγορα κύρος και κοινωνική αποδοχή. Μερικές μάλιστα από αυτές κατάφεραν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα τής εποχής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίφημη εταίρα Ασπασία, που είχε καταφέρει να καταστήσει υποχείριούς της τους πιό ισχυρούς πολιτικούς και να κάνει σημαντικούς φιλόσοφους να ασχολούνται σοβαρά μαζί της.

Η πιο ζωντανή μαρτυρία γιά τις παραφυάδες αυτού τού κόσμου είναι ένας λόγος, που εκφωνήθηκε ενώπιον αθηναϊκού δικαστηρίου το 340 π.Χ. και αποτελεί καταπέλτη γιά τις δραστηριότητες και την οικογένεια μιάς πρώην εταίρας, τής Νεαίρας. Ο ρήτορας αναφέρεται εκτενώς στον τρόπο, με τον οποίο οι άνδρες αγόραζαν από κοινού μιά εταίρα και τη χρησιμοποιούσαν εκ περιτροπής.
 
Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο αθηναίος ομιλητής κατονομάζει ευθέως τη Νεαίρα, ενώ θα έπρεπε να την προσφωνήσει ως «σύζυγο του …», και ότι αυτό το εξαιρετικά στρεβλό και κατασκευασμένο κατηγορητήριο αφορά μιά γυναίκα, που είχε περάσει προ πολλού τα πενήντα και η οποία σε καμμία περίπτωση δέ θυμίζει την αχαλίνωτη «πόρνη», που περιγράφεται. Πρόκειται γιά την απόπειρα τού άνδρα κατήγορου να ταπεινώσει έναν πολιτικό του αντίπαλο, ο οποίος σχετιζόταν με αυτήν.
 
Οι εταίρες δέν ήταν πλάσματα χωρίς υπόληψη, αλλά κόρες των καλύτερων οικογενειών, οι οποίες ευχαριστούσαν καθημερινά την Αφροδίτη, επειδή τους είχε χαρίσει την ομορφιά. Είχαν παρατσούκλια γραμμένα πάνω σε αγγεία ή κύπελλα, τα οποία όριζαν μιά από τις φυσικές τους ιδιαιτερότητες, όπως γιά παράδειγμα «Γλυκιέρα» = «Η Γλυκιά», «Φρύνη» = «Ο Γυρίνος» κ.λπ. Όταν γερνούσαν έβρισκαν ένα νεαρό, τον οποίο και συντηρούσαν, ενώ εκείνος εκτιμούσε με τη σειρά του τις λαμπρές τους ειδικότητες.
 
Οι εταίρες δέν είχαν δικαίωμα να ερωτεύονται, παρά μόνο κάποιο ζάμπλουτο γέροντα, που ήταν σε θέση να συντηρεί τις ίδιες και την οικογένειά τους. Τις συναναστρέφονταν οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι πολιτικοί, που γίνονταν κατά κάποιο τρόπο προστάτες τους. Σαν αντάλλαγμα έπαιρναν στα χέρια τους ένα συμβόλαιο ενοικίασης και ένα διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό. Το συμβόλαιο ίσχυε γιά ένα χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο προστάτης χάριζε στην εταίρα κοσμήματα και ρούχα. Όσο μεγαλύτερο ήταν το διάστημα αυτό τόσο ακριβότερο ήταν και το ενοίκιο. Πολλές φορές, κίνητρο τού ενοικιαστή ήταν απλώς η επίδειξη, γι’ αυτό και κάθε χρόνο η Λαΐς ενοικιαζόταν από τον φιλόσοφο Αρίστιππο, που έπαιρνε μαζί του την εταίρα στην Ελευσίνα για τη γιορτή των Ποσειδωνίων.
 
Η εταίρα δέν αποτελούσε μονάχα αντικείμενο ηδονής, αλλά αντιπροσώπευε και ένα εξωτερικό σημάδι πλούτου, γι’ αυτό και συνόδευε τον προστάτη της σε δημόσιες εκδηλώσεις, όπως τα συμπόσια. Έτσι αντιλαμβανόμαστε καλύτερα και τον όρο «σύντροφος» (=εταίρα), τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι έλληνες. Η εταίρα ήταν η μόνη, που είχε δικαίωμα να παρίσταται στις διάφορες διασκεδάσεις τού εραστή της, καθώς όπως γνωρίζουμε οι νόμιμες σύζυγοι ούτε που διανοούνταν να βγουν από το σπίτι. Την ίδια τύχη είχαν και οι παλλακίδες, οι οποίες έμεναν συνήθως κλεισμένες στο γυναικωνίτη. Επιπλέον, ο εραστής πήγαινε με την εταίρα στο σπίτι του, χωρίς η σύζυγος να έχει την οποιαδήποτε αντίρρηση.
 
Δέν υπάρχει αμφιβολία, ότι τα συμπόσια κατέληγαν σε όργια, ομαδικούς έρωτες με τρία ή τέσσερα ζευγάρια, ακριβώς όπως αναπαριστούν τα αγγεία. Οι εταίρες έδιναν εκεί τον καλύτερό τους εαυτό, καθώς τις σύγκριναν μεταξύ τους κρίνοντας την ικανότητα και τη φαντασία τους.
 
Η ομορφιά αυτών των γυναικών χρησιμοποιούνταν, επίσης, γιά την υπογραφή ενός συμβολαίου ή μιάς συνθήκης. Έτσι, γιά παράδειγμα, μιά εταίρα από την Ιωνία ονόματι Θαργηλία πληρώθηκε από τον βασιλιά τής Περσίας, προκειμένου να κάνει προπαγάνδα στους έλληνες υπέρ των περσών. Επιπλέον, οι βασιλείς και οι αρχηγοί έδιναν στις εταίρες ό,τι τους ζητούσαν, ακόμα κι αν χρειαζόταν να διαπράξουν ιεροσυλία. Γιά παράδειγμα, ο Φάυλλος, τύρρανος τής Φωκίδας, έκλεψε ένα ασημένιο αγγείο και ένα χρυσό στεφάνι κισσού από το θησαυρό των Δελφών γιά να τα δώσει στην αυλητρίδα Βρομιάδα.
 
Όταν οι εταίρες ήταν μικρές σε ηλικία ασκούσαν τη δραστηριότητά τους παράνομα και μόνο όταν έφταναν σε κατάλληλη ηλικία γινόντουσαν επισήμως δεκτές στο επάγγελμα. Μερικές ήταν ελεύθερες χωρίς να εξαρτώνται από κάποιον προξενητή και άλλες, που αποτελούν και τη συνηθέστερη περίπτωση, εξαρτιόνταν από κάποιον προξενητή ή αφεντικό, ο οποίος τις χρηματοδοτούσε, συντηρώντας έτσι το σπίτι που τους δεχόταν. Σκοπός όλων των πορνών ήταν να εργάζονται γιά λογαριασμό τους, όμως χωρίς προστάτη συναντούσαν διαφόρων λογής εμπόδια, καθώς οι προαγωγοί προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν όσες έμπαιναν μόνες τους στην αγορά. Επιπλέον υπήρχαν και χρόνια ταραγμένα όπου το ενδιαφέρον δέν ήταν στραμμένο στις απολαύσεις, αλλά στις συρράξεις και, συνεπώς, δέν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τον άρτο τον επιούσιο γιά την οικογένειά τους, ούτε να συντηρήσουν το σπίτι τους.
 
Από την άλλη, μιά πόρνη προστατευόμενη κατά το παρελθόν μπορούσε να κατέβει στην ιεραρχία τής κοινωνικής πυραμίδας καταλήγοντας από το συμπόσιο στο πεζοδρόμιο τού Κεραμεικού. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και αυξανόταν περισσότερο όσο η πόρνη γερνούσε.
 
Η ελληνική κοινωνία παραμελούσε τις εταίρες, όταν έπαυαν να τής χρησιμεύουν γιά να διανθίζουν τα συμπόσια. Το θέατρο ήταν γεμάτο από στίχους γιά τη μαραμένη και άχρηστη πλέον ομορφιά τους, όπως και τα χλεύη των αλλοτινών τους εραστών. Σπάνια έβλεπες κάποιες από αυτές να γλιτώνουν συνεχίζοντας τη σταδιοδρομία τους ως τα γηρατειά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα απόσπασμα από την Παλατινή Ανθολογία:
 
«Η Χαριτώ πλησιάζει τα εξηνταένα της χρόνια. Τα πλεγμένα της μαλλιά εξακολουθούν να είναι κατάμαυρα. Οι θηλές στα μαρμάρινα στήθη της είναι στητές και δέν χρειάζεται ζώνη να τα συγκρατήσει. Το τεντωμένο της δέρμα σκορπίζει ακόμα την ίδια ευωδιά, διατηρώντας την ίδια γοητεία, την ίδια χάρη. Εραστές, μήν αποφεύγετε την φλογερή και μυρωμένη της αγκαλιά! Πηγαίνετε στο σπίτι της και ξεχάστε τα χρόνια της!»
 
Κατά τις τελευταίες μέρες τής ζωής τους όλες περνούσαν δύσκολα, ακόμα και η πιό διάσημη ανάμεσά τους, η Λαΐς. Αυτές, λοιπόν, που είχαν στερηθεί τα πάντα κατέληγαν σε κάποιον οίκο ανοχής. Δέν ήταν σπάνιο φαινόμενο να δεις έναν άντρα, ο οποίος, προκειμένου να ξεφορτωθεί τη συμβία του, την τοποθετούσε σε ένα από τα πορνεία τής πόλης.
 
Ωστόσο, οι πόρνες έδειχναν να είναι καλοδεχούμενες από τις νόμιμες συζύγους, εφόσον αποτελούσαν μέρος τού ελληνικού κόσμου και κρατούσαν τη θέση τους. Δέν συνέβη, όμως, το ίδιο και στην περίπτωση τής Λαΐδας από την Υκκάρα τής Σικελίας, η οποία σύρθηκε σε ένα ιερό τής Αφροδίτης και χτυπήθηκε θανάσιμα από ξύλινα σκαμνιά στο άνθος τής ηλικίας της από μιά ορδή ζηλότυπων θεσσαλιωτισσών.
 
Συνοψίζοντας, θα πρέπει να πούμε, ότι οι εταίρες, έστω και αθέλητα, προσέφεραν στις αθηναίες μιά ανεκτίμητη υπηρεσία. Με αφετηρία τις δικές τους ελευθερίες άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται μιά νέα νοοτροπία, που έκανε τη ζωή των γυναικών πιό υποφερτή και ανθρώπινη, καταφέρνοντας ισχυρά πλήγματα στα κοινωνικά στεγανά τής μέχρι τότε εποχής.
 
Διάσημες εταίρες
 
α. Ασπασία
Τον 5ο αιώνα υπήρχαν πολλά παράνομα ζευγάρια, αντιπροσωπευτικότερο από τα οποία είναι ο Περικλής με τη Ασπασία, κλονίζοντας τη σταθερότητα, που υπήρχε μέχρι τότε στην αθηναϊκή οικογένεια. Ο Περικλής γνώρισε τη μιλήσια, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος και πατέρας δύο γιών. Έδιωξε τη γυναίκα του γιά να ζήσει μαζί της, εφόσον δέν μπορούσε να την παντρευτεί, καθώς η Μίλητος, πατρίδα τής Ασπασίας, δέν είχε λάβει από την Αθήνα το δικαίωμα τής επιγαμίας. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η επιρροή τής Ασπασίας πάνω στον Περικλή ήταν πολύ μεγάλη και πολλοί μάλιστα υποστηρίζουν, ότι αν δέν υπήρχε η Ασπασία ίσως ο Περικλής να μήν είχε φτάσει στο απόγειο τής δόξας του.
 
Η Ασπασία αποτελούσε μιά από τις ενδοξότερες εταίρες τής τότε εποχής καθώς, εκτός από θαυμάσια ομορφιά, είχε και κλίση στη φιλοσοφία, την πολιτική και την ποίηση. Επιπλέον, καμμιά άλλη γυναίκα δέν μπόρεσε να ασκήσει τόσο σημαντική επιρροή σε σοβαρά ζητήματα τής πολιτείας, καθώς θεωρείτο η αιτία τού Πελοποννησιακού Πολέμου.
 
Η Ασπασία, όμως, δέν ήταν μόνο καλή στα πολιτικά και τη φιλοσοφία, αλλά είχε και μιά αξιοζήλευτη ευγλωττία, η οποία ωφέλησε και τον Περικλή. Λέγεται, ότι η ακαταμάχητη ευχέρεια λόγου, που διέθετε ο Περικλής και που συγκλόνιζε όλη την Ελλάδα, οφείλετο στην ευγλωττία τής Ασπασίας.
 
Η Ασπασία υπήρξε σύντροφος τού Περικλή ως το τέλος της ζωής του και τον περιποιήθηκε με απόλυτη αφοσίωση και αυταπάρνηση πριν τον θάνατό του, όταν προσβλήθηκε από πανώλη, διακινδυνεύοντας και την ίδια της τη ζωή. Μετά το θάνατο τού Περικλή, η Ασπασία έπεσε σε μεγάλη θλίψη και δυστυχία. Κανείς δέν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν και δέν την πρόσεχε. Έκτοτε, χάνεται το όνομα τής εξέχουσας αυτής προσωπικότητας στα σκοτάδια τής αφάνειας γιά να εξυμνηθεί, όμως, αργότερα όχι μόνο γιά την ωραιότητά της, αλλά και γιά τις πολιτικές και φιλοσοφικές ικανότητές της, καθώς και γιά τη μεγάλη ψυχική δύναμη, που επέδειξε κατά τη διάρκεια τής ζωής της.
 
Παρατηρούμε, ότι στο τέλος τού 5ου αιώνα και κατά τη διάρκεια τού 4ου καθιερώθηκε, γιά πολλούς αθηναίους, η συνήθεια να έχουν παλλακίδα, χωρίς ωστόσο να διώχνουν τη νόμιμη σύζυγό τους. Οι εταίρες δέν θεωρούνται πλέον αντικείμενα, αλλά αναγνωρίζονται, θαυμάζονται, λατρεύονται και ο κόσμος τις έχει σε υπόληψη.
 
Αξίζει εδώ να τονίσουμε την εκτίμηση, που έτρεφε ο Σωκράτης, απέναντι στο πρόσωπο τής Ασπασίας, γιά την οποία φτάνει στο σημείο να λέει, ότι έχει σοφία μεγαλύτερη ακόμα και από τη δική του. Ο αθηναίος φιλόσοφος είχε αρχίσει να αμφιβάλλει γιά τη βιολογική διαφορά μεταξύ αντρών και γυναικών, που όπως μας λέει και ο Ξενοφών στο Συμπόσιό του, βλέποντας την ικανότητα μιάς ταχυδακτυλουργού, είπε, ότι αυτά, που έκανε η κοπέλα, αποτελούσαν απόδειξη, μεταξύ πολλών άλλων, ότι οι γυναίκες δέν ήταν εκ φύσεως κατώτερες από τους άντρες, παρά μόνο επειδή τους έλειπε η μόρφωση και η δύναμη.
 
Δέν ήταν, λοιπόν, η φύση, που καθιστούσε κατώτερες τις γυναίκες, αλλά κυρίως η έλλειψη εκπαίδευσης, γι’ αυτό και ο Σωκράτης πίστευε, ότι αποτελούσε καθήκον των αντρών τους να τις διδάσκουν πώς να είναι καλοί σύντροφοι και πώς να πάψουν να είναι πρόσωπα, με τα οποία οι σύζυγοι είχαν τον ελλιπέστερο διάλογο, καθώς και πώς να συμβάλλουν, όπως και οι άντρες, στο καλό τής οικογένειας.
 
Ο Σωκράτης, που κάθε άλλο παρά μισογύνης υπήρξε, ήταν ιδιαίτερα καλά διατεθειμένος απέναντι στις γυναίκες, αναγνωρίζοντας τις ικανότητές τους και ακούγοντας τις συμβουλές τους. Η σχέση, όμως, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τής Ασπασίας και τού Σωκράτη είναι πολύ βαθύτερη. Κατά μερικούς, ο Σωκράτης είχε από την Ασπασία διδαχθεί τη μέθοδό του, αυτήν, που ονομάζουμε «μαιευτική» (κάποιοι τη χαρακτηρίζουν και ως σωκρατική), την οποία η Ασπασία χειριζόταν με σπάνια δεξιοτεχνία κατά τις συζητήσεις της.
 
Ο Σωκράτης θαύμαζε τις ιδέες της και τη σοφία της σε τέτοιο μεγάλο βαθμό, που όταν κάποτε ερωτήθηκε «αν κάποιος εμφανίζεται να έχει καλή σύζυγο, θα πρέπει να πιστεύουμε, ότι είναι αυτός ο ίδιος, που την έκανε τέτοια», ο φιλόσοφος τους συνέστησε να απευθυνθούν στην Ασπασία, προκειμένου να πάρουν απάντηση, καθώς αυτή «γνώριζε πολύ περισσότερα από αυτόν».
 
Δέν ήταν, λοιπόν, τυχαίο που οι αθηναίοι αντιπαθούσαν την Ασπασία, καθώς ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος με απόψεις γιά το ρόλο των γυναικών και τις σχέσεις των δυο φύλων, που οι ίδιοι κάθε άλλο παρά συμμερίζονταν. Η αντιπάθεια αυτή ενισχυόταν και από την ισχυρή προσωπικότητα τής περίφημης αυτής εταίρας, γιά την οποία τέσσερις μαθητές τού Σωκράτη μιλούν στα έργα τους: ο Αισχίνης (ο Σφήττιος), ο Αντισθένης, ο Ξενοφών και ο ίδιος ο Πλάτων, ο οποίος στον Μενέξενό του γράφει, ότι ο Σωκράτης έλεγε, ότι ο γνωστός επικήδειος λόγος γιά τους πεσόντες τού πρώτου Πελοποννησιακού Πολέμου είχε συνταχθεί από την Ασπασία.
 
β. Νεαίρα
Η Νεαίρα δέν ήταν αθηναία. Παρόλο, που υπήρχε νόμος, που απαγόρευε στους ξένους, αλλά και στις ξένες να συνάπτουν νόμιμο γάμο, ο αθηναίος Στέφανος συγκατοίκησε με τη Νεαίρα και την εμφάνισε ως γυναίκα του εγγράφοντας στη φρατρία τα παιδιά της ως δικά του. Γύρω στο 340 π.Χ., κατηγορήθηκε από τον Απολλόδωρο, με τον οποίο είχε μιά παλαιά αντιδικία, γιά παράνομο γάμο μεταξύ Νεαίρας και Στεφάνου. Ο Απολλόδωρος μηνύει τη Νεαίρα γιατί, όπως ισχυρίζεται, ήταν μιά ξένη και είχε παραβεί το νόμο περί γάμου στην πόλη των Αθηνών.
 
Η ρητορική του στρατηγική επικεντρώνεται στην απόδειξη δύο βασικών ισχυρισμών: πρώτον, ότι η Νέαιρα ήταν όντως ξένη και δεύτερον, ότι ο Στέφανος ζούσε μαζί της ως σύζυγος, έχοντας αναγνωρίσει τα παιδιά της, τον Πρόξενο, τον Αρίστωνα και τη Φανώ ως αθηναίους πολίτες. Η ταπεινωτική περιγραφή τού Απολλόδωρου σχετικά με την προγενέστερη ζωή τής Νέαιρας στον κορινθιακό οίκο ανοχής αποτελεί θεμελιώδες τμήμα τής επιχειρηματολογίας του. Εάν καταδικαζόταν, η Νεαίρα θα γινόταν δούλη, ενώ ο Στέφανος θα τιμωρούνταν με ένα αυστηρό πρόστιμο.
 
Ο Στέφανος κατηγορήθηκε γιά αυτή του την πράξη και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, όπου ο Απολλόδωρος εκφώνησε τον περίφημο «Kατά Νεαίρας» λόγο, που τού είχε γράψει ο Δημοσθένης, προκειμένου να υπερασπιστεί το νόμο. Ο Στέφανος προσπάθησε να διαψεύσει τις κατηγορίες, που του καταλογίζονταν, αλλά ο λόγος τού Δημοσθένη κατάφερε να πείσει τους δικαστές γιά την ενοχή τού Στεφάνου, καθώς και γιά την προέλευση τής εταίρας Νεαίρας.

γ. Λαΐς
Πολλοί συγγραφείς πίστευαν, παρασυρμένοι από τη φήμη αυτής τής εταίρας, ότι πρόκειται γιά μιά Λαΐδα, ενώ αναμφισβήτητα πρόκειται περί τριών.
 
Η Λαΐδα, η παλαιότερη, ήταν κρίνθια εταίρα και γεννήθηκε το 480 π.Χ. Οι έλληνες επιθυμώντας να εξυμνήσουν το μεγάλο κάλλος τής Λαΐδας έγραψαν το ακόλουθο επίγραμμα: «Την εις τας μάχας ανίκητον, την τροπαιούχον Ελλάδα καθυπεδούλωσε νυν υπερφυής καλλονή».
 
Η Λαΐδα είχε πολλούς λάτρεις και γι’ αυτό έγινε μιά από τις πλουσιότερες γυναίκες τής εποχής. Λέγεται μάλιστα, ότι ενώ οι αθηναίοι έχουν να υπερηφανεύονται γιά τον Παρθενώνα, η Κόρινθος έχει να υπερηφανεύεται γιά τα ανάκτορα και τους κήπους τηής Λαΐδας, όπου πραγματοποιούνταν μεγαλειώδεις γιορτές. Επιπλέον, μέσα στους κήπους αυτών των ανακτόρων ίδρυσε Ακαδημία «ρητορικής» και «ερωτικής».
 
Η Λαΐδα, όμως, δέν ήταν μόνο εξαιρετικής ομορφιάς, αλλά και φιλεύσπλαχνη, καθώς σπαταλούσε μεγάλα ποσά γιά τα φτωχά κορίτσια και όσους γενικότερα είχαν ανάγκη. Όταν η περίφημη εταίρα πέθανε, όλη η Κόρινθος πένθησε το θάνατό της και έστησε προς τιμή της μεγαλοπρεπή τάφο, πάνω στον οποίο, κατά τον Παυσανία, καθόταν μαρμάρινη λέαινα, που κρατούσε στα νύχια της ένα κριό, συμβολίζοντας την άπληστη και ασελγή ζωή, που ακολούθησε, καθώς, όπως αναφέρει ο Αλιανός και ο Αριστοφάνης, λόγω των πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών, που ζητούσε από τους εραστές της και λόγων τής μεγάλης επιμονής της μέχρι να καταφέρει να πραγματοποιήσει όσα αξίωνε, λεγόταν «Αξίνη».
 
Η Λαΐδα όμως, κατά τις τελευταίες μέρες τής ζωής της φαίνεται, ότι περνούσε πολύ δύσκολα. Συγκεκριμένα, ο Επικράτης στην Αντιλαΐδα του δίνει μιά αρκετά μίζερη εικόνα της:
 
«Η Λαΐς είναι οκνηρή και πάντοτε μεθυσμένη. Δέν ενδιαφέρεται παρά μόνο γιά την καθημερινή της τροφή και το ποτό της. Θα μπορούσε να την παραβάλει κανείς με τον αετό, μιάς και αυτά τα όρνια, στη νεαρή τους ηλικία, αρπάζουν τη λεία τους μεταφέροντάς την στους αιθέρες, ως τις βουνοκορφές, όπου και την καταβροχθίζουν. Γερνώντας, όμως, κουρνιάζουν πεινασμένα στους ναούς των Θεών. Κάτι τέτοιο θεωρείται θεϊκό προμήνυμα. Επίσης. η Λαΐς είναι ένα θαύμα. Όταν ήταν νέα και δροσερή ήταν ακαταμάχητη γιά τα πλούτη της, και ευκολότερα συναντούσες τον σατράπη Φαρνάβαζο, παρά εκείνη. Ωστόσο, αφότου πέρασαν τα χρόνια και τα σώμα της έχασε τις αρμονικές του γραμμές είναι ευκολότερο να τη δεις, παρά να τη φτύσεις! Τώρα, περιφέρεται παντού. Εισπράττει με την ίδια προθυμία ένα χρυσό νόμισμα και έναν οβολό… Έχει γίνει τόσο ήμερη, που σου γλείφει τα χέρια».
 
Η Λαΐδα η δεύτερη, ήταν κόρη τής Τιμάνδρας, η οποία, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, ήταν παλιά ερωμένη τού Αλκιβιάδη. Η Λαΐδα αυτή γεννήθηκε στη Σικελία το 422 π.Χ.. Η παράδοση μάς λέει, ότι αυτή η εταίρα ήρθε ως δούλη από τη Σικελία στην Πελοπόννησο, μαζί με τους αιχμαλώτους τού Νικίου, ο οποίος κατέλαβε την Υκκάρα. Το τέλος τής Λαΐδας αυτής είναι τραγικό, καθώς σύμφωνα με την παράδοση, ερωτεύτηκε τον Ιππόλοχο και τον ακολούθησε στη Θεσσαλία, όπου σύρθηκε σε ένα ιερό τής Αφροδίτης και χτυπήθηκε θανάσιμα από ξύλινα σκαμνιά σε νεαρή ηλικία από μιά μάζα ζηλότυπων θεσσαλιωτισσών.

Η Λαΐδα η νεώτερη γεννήθηκε στην Κόρινθο στα μέσα περίπου τού 4ου αιώνα π.Χ.. Απέκτησε και αυτή μεγάλη φήμη και λέγεται, ότι είχε πολλούς εραστές, ανεξαρτήτως τής οικονομικής τους κατάστασης.
 
Πολλοί γλύπτες και ζωγράφοι αποθανάτισαν το ωραιότατο σώμα της. Λέγεται, μάλιστα, ότι Λαΐδα αυτή είδε ο ζωγράφος Απελλής να παίρνει νερό από την κρήνη Πειρήνη, εφτά ετών τότε, και εκθαμβώθηκε τόσο από το κάλλος της, που την πήρε μαζί του και την παρουσίασε σε φιλική συναναστροφή. Αργότερα, η εταίρα αυτή προσέλκυσε όλο το βαθύπλουτο και διανοούμενο κόσμο τής εποχής εκείνης, που ερχόταν στην Κόρινθο, την πόλη τής ηδονής και των οργίων, γιά να θαυμάσει το κάλλος της. Η ελληνική αρχαιότητα λάτρεψε τόσο πολύ το ωραίο και το υψηλό, ώστε ήταν αδύνατο να μείνει ασυγκίνητη μπροστά στο κάλλος τής γυναίκας αυτής, την οποία όλοι οι αιώνες θαύμασαν όχι μόνο για την ομορφιά της, αλλά και γιατί συνδύαζε και άλλες σωματικές και ψυχικές χάρες. Όπως, εξάλλου, αναφέρει ο Καπίτωνας στα ερωτικά του επιγράμματα, «κάλλος άνευ χαρίτων τέρπει μόνον, ου κατέχει δε, ως όπερ αγκίστρου νηχόμενον δέλεαρ».
 
Συμπερασματικά, υπήρξαν τρεις Λαΐδες, που άκμασαν στην Κόρινθο, την αρχαία πόλη τού πλούτου, τής δόξας και των οργίων. Η αρχαιότερη, όπως και η νεώτερη από αυτές, πέθαναν και θάφτηκαν στην Κόρινθο, ενώ η δεύτερη φονεύθηκε βάναυσα στη Θεσσαλία. Και οι τρεις τους όμως, έγιναν πολύ ονομαστές και πλούσιες, κυρίως χάρη στο σωματικό τους κάλλος.
 
δ. Φρύνη
Η Φρύνη ήταν μιά εταίρα, η ομορφιά τής οποίας αναστάτωσε κυριολεκτικά τους πάντες. Λέγεται μάλιστα, ότι κανείς δέν μπορούσε να την αντικρίσει γυμνή χωρίς να κλείσει τα μάτια του από το εκθαμβωτικό της κάλλος. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μνησαρέτη και γεννήθηκε στα μέσα τού 4ου π.Χ. αι. στις Θεσπιές. Η Φρύνη έφυγε από τις Θεσπιές γιά να έρθει στην Αθήνα, όπου σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έγινε περιβόητη τόσο γιά το εξαιρετικό σωματικό της κάλλος, όσο και γιά την πνευματική της διαύγεια.
 
Στη εξάπλωση τής φήμης της σπουδαίο ρόλο έπαιξε και η σχέση της με τον Πραξιτέλη, ο οποίος την αγάπησε με τόσο πάθος, ώστε η αμοιβαιότητα τού ερωτικού αυτού συναισθήματος έγινε αφορμή να δοξαστούν και οι δύο. Τα θαυμαστότερα έργα τού Πραξιτέλη έγιναν με πρότυπο τη Φρύνη, καθώς αυτή ήταν, που τον ενέπνεε. Το τέλος αυτής τής εταίρας παραμένει άγνωστο μέχρι και σήμερα. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η Φρύνη εξασκούσε το επάγγελμά της ακόμα και τα γεράματά της. Ίσως μελλοντικά μπορέσουμε να αντλήσουμε κι άλλες πληροφορίες γιά τη ζωή τής ωραίας αυτής γυναίκας, το κάλλος τής οποίας απασχόλησε και θα απασχολεί σ’ όλους τους αιώνες.
 
Σε κάποιους εορτασμούς προς τιμήν τού Ποσειδώνα στην Ελευσίνα, αφαίρεσε τα ρούχα της, έλυσε τα μαλλιά της και προχώρησε γυμνή προς τη θάλασσα, μπροστά στα μάτια του κόσμου. Ο ζωγράφος Απελλής, λέγεται, πως εμπνεύστηκε από το γεγονός αυτό για να φιλότεχνήσει το περίφημο έργο «Αφροδίτη Αναδυόμενη». Η Φρύνη πόζαρε ως μοντέλο στον Πραξιτέλη, γιά διάσημο άγαλμα, γνωστό ως «Αφροδίτη τής Κνίδου».
 
Επίλογος
 Διαβάζοντας περιγραφές γιά το περιβάλλον, που ζούσαν οι εταίρες, επαναλαμβάνονται οι ίδιες περίπου λέξεις γιά ομορφιά, πολυτέλεια, γούστο, τέχνη. Γιά παράδειγμα, μιά πόρνη μπορούσε να γίνει το μοντέλο ενός ζωγράφου και μιά άλλη το μοντέλο ενός γλύπτη. Εξυπακούεται, ότι εδώ αναφερόμαστε στις εταίρες και όχι στις πόρνες τού Κεραμεικού. Έτσι, πολλές από αυτές όφειλαν την καλή τους τύχη σε ένα γνωστό καλλιτέχνη. Η πιό αντιπροσωπευτική περίπτωση είναι αυτή τής Λαΐδας, η οποία έγινα ηγερία τού Απελλή αφού οδηγήθηκε αιχμάλωτη από τη Σικελία στην Κόρινθο. Αλλά και η Φρύνη βγήκε από την ανωνυμία χάρη στο γλύπτη Πραξιτέλη. Τούτες οι γυναίκες έμοιαζαν να ζουν σ’ έναν κόσμο τελείως διαφορετικό από αυτόν των φτωχών πορνών, που εκδίδονταν είτε στις λαϊκές συνοικίες των πρωτευουσών είτε στα λιμάνια.
 
Η Ασπασία, η Λαΐδα, η Φρύνη μας είναι γνωστές γιά το γούστο και το ταλέντο τους. Φαίνεται, πως οι εταίρες ήταν πιό καλλιεργημένες από τις ελεύθερες γυναίκες. Εκπαιδεύονταν μέσα στο ίδιο περιβάλλον, όπου σύχναζαν, μαθαίνοντας ωστόσο πρώτα από όλα να περιποιούνται το σώμα τους και να το καλλωπίζουν με φτιασίδια και τερτίπια.

Η πρόκληση του άμεσου

Όταν είσαι άνθρωπος που αναζητά, μαθαίνεις να έρχεσαι σε επαφή με την αληθινή ζωή και δεν ζεις αφηρημένος, αδιάφορος ή οκνηρός. Το παρελθόν και το μέλλον αποτελούν δύο φανταστικούς κόσμους προς τους οποίους μπορούμε πάντοτε να δραπετεύσουμε. Είναι εκεί, διαθέσιμοι, κρυμμένοι μέσα στις αναμνήσεις και τα όνειρα.

Ο άθλος έγκειται στο να τους διατηρήσουμε και να τους τιμήσουμε, χωρίς να τρέξουμε να χωθούμε στην αγκαλιά τους, καθώς δεν είναι κόσμοι άνετοι, αλλά προβλέψιμοι και μακρινοί. Να ζει στο παρόν, αυτή είναι η πρώτη δοκιμασία που πρέπει να περάσει ο άνθρωπος που αναζητά. Να ζει με αφοσίωση, έντονα, αληθινά.

Αν πας να χορέψεις, χόρεψε με όλο σου το είναι ή μη χορεύεις καθόλου.
Κι αν αγαπάς, αγάπα εντελώς ή μην αγαπάς καθόλου.
Αν αποφασίσεις να μείνεις εδώ, μείνε εδώ.
Αν φύγεις, όμως, φύγε μια και καλή.
Μη μένεις στη μέση, μην προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να σε θυμούνται όταν εσύ δεν είσαι εκεί.

Ο άνθρωπος της αναζήτησης, ό,τι κάνει το κάνει με ένταση κι όσο καλύτερα μπορεί. Ό,τι απορρίπτει, όμως, το εγκαταλείπει χωρίς να προσπαθήσει να επωφεληθεί. Δεν τον ενδιαφέρει πια αυτό που αφήνει πίσω του, δεν το ξαναχρησιμοποιεί ούτε το υπολογίζει, διαφορετικά θα ήταν σαν να του άνοιγε το δρόμο της επιστροφής.

Ο άνθρωπος που αναζητά μαθαίνει αυτό που εγώ αποκαλώ «ύψιστη ανακάλυψη» και ότι ο πόνος δεν εμποδίζει την πορεία.

ΕΙΜΑΣΤΕ τρωτοί, αλλά όχι κι εύθραυστοι. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη μας δύναμη.

Ο Δημοσθένης και η δύναμη της θέλησης

«Κανένας άνθρωπος που δεν είναι πρόθυμος να βοηθήσει τον εαυτό του δεν θα πρέπει να παρακαλάει για βοήθεια τους φίλους του ή τους θεούς» Δημοσθένης

Ο Δημοσθένης υπήρξε Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός. Γεννήθηκε το 384/383 π.Χ. και η πολιτική του δράση τοποθετείται από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. και εξής. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός και την ανατροφή και διαχείριση της περιουσίας του ανέλαβαν τρεις κηδεμόνες, οι οποίοι καταχράστηκαν το μεγαλύτερο μέρος της. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο έφηβος Δημοσθένης, χωρίς την κατάλληλη φυσική αγωγή, απέκτησε μάλλον καχεκτική σωματική διάπλαση. Επιπλέον ήταν βραδύγλωσσος. Όταν συνειδητοποίησε πόσο τον είχαν βλάψει οι κηδεμόνες του, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ρητορική για να μπορέσει μια ημέρα να τους οδηγήσει ενώπιον της δικαιοσύνης.

Ο Δημοσθένης λόγω του ότι ήταν φιλάσθενος, αδύναμος και με σωματικά ελαττώματα που τον εμπόδισαν να συμμετέχει σε ανδροπρεπείς ασκήσεις με τους συνομήλικους του, άρχισε να καλλιεργεί συστηματικά το πνεύμα του εις βάρος του σώματος. Ο Πλούταρχος, τονίζει πως η παραπάνω εικόνα ενδεχομένως, έγινε η αφορμή για να αποδοθούν στο ρήτορα παρατσούκλια, όπως Άγρας και Βάταλος, εξαιτίας των προβλημάτων λόγου που αντιμετώπιζε. Ωστόσο ο Δημοσθένης ήταν προικισμένος με ευφυΐα και μεγάλη ψυχική δύναμη.

Ο ίδιος ο Δημοσθένης στο λόγο του «Παραγραφή προς Πανταίνετον», αναφέρει σχετικά με την δυσκολία να αντιμετωπίσει κάποιος τα φυσικά του ελαττώματα:

«Ως προς τα άλλα, η φύση έχει φτιάξει τον καθένα όπως έτυχε. Δεν είναι εύκολο να αντιπαλέψεις ένα φυσικό ελάττωμα, όταν το έχεις, γιατί τότε όλοι θα είμαστε ίδιοι. Είναι όμως εύκολο να το δεις πάνω σε κάποιον άλλο, να το καταλάβεις και να το κρίνεις».

Έχοντας ο ίδιος γνώση των προβλημάτων του, κατέβαλλε εξαιρετικά μεγάλη προσπάθεια για να αντιμετωπίσει την ίδια του την ελαττωματική φύση. Δείχνοντας αξιοζήλευτο ζήλο και συνέπεια προκειμένου να υπερνικήσει τις φυσικές του αδυναμίες, ανέπτυξε ενδιαφέρον στην κατάκτηση τεχνικών μέσων, όπως η προφορά, η ορθοφωνία και η απαγγελία που οδηγούσαν στην σωστή εκφώνηση και κατά συνέπεια, παρέπεμπαν στην σωστή ρητορική. Γι’ αυτόν η απαγγελία αποτελούσε τον κατεξοχήν σπουδαιότερο μέρος της ρητορικής, διότι δεν ήταν εξαρχής προικισμένος με αυτό το χάρισμα.

Εφηύρε λοιπόν μία τεχνική ως αυτοθεραπεία, χρησιμοποιώντας βότσαλα, τα οποία έβαζε στο στόμα του μιλώντας ταυτόχρονα. Έτσι γύμναζε τη φωνή του στους δρόμους και τις ανηφοριές, μιλώντας και απαγγέλλοντας κάποιους λόγους ή στίχους, ενώ η αναπνοή του γινόταν όλο και πυκνότερη. Λέγεται επίσης πως στο σπίτι του, υπήρχε ένας μεγάλος καθρέφτης και πως στεκόταν απέναντι και μελετούσε κατά την διάρκεια των γλωσσικών αυτών ασκήσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο απέβαλε και διόρθωσε την αστάθεια και το τραύλισμα της γλώσσας του. Επιπρόσθετα, προσπαθούσε μεγαλόφωνα να ξεπεράσει το γλωσσικό του μειονέκτημα δίπλα στην θάλασσα με τη συνοδεία του ήχου των παφλασμών των κυμάτων, που τον ταύτιζε με την βοή του πλήθους. Όλες τις παραπάνω τεχνικές για την άμβλυνση των δυσκολιών στην ομιλία του, τις συνδύαζε με ασκήσεις του σώματος (χέρια, πνεύμονες κ.α.).

Επειδή επίσης πίστευε πως με την υποκριτική τέχνη (προφορά) ο λόγος του βελτιώνεται, κατασκεύασε ένα υπόγειο, ως χώρο μελέτης, και διαμόρφωνε την υποκριτική του εξασκώντας την φωνή του. Σε πολλά αποσπάσματα αναφέρεται πως ο ρήτορας έμενε με το μισό κεφάλι ξυρισμένο για αρκετούς μήνες για να μην μπορεί να βγει έξω από το υπόγειο και επιδιδόταν σε κάθε είδους γλωσσικές ασκήσεις. Για να μην τον παίρνει ο ύπνος, κρατούσε μια βαριά σιδερένια μπάλα, που άμα του έπεφτε από τα χέρια, έκανε τόσο θόρυβο, ώστε τον ξυπνούσε.

Καλλιέργησε λοιπόν με μόχθο και τις αποχρώσεις της φωνής και την τοποθέτηση του σώματος, ώστε να πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα...

Ο Δημοσθένης όμως είχε ακόμη ένα πρόβλημα. Λόγω του ότι είχε επίσης το τίκ να σηκώνει τον ώμο του, προέβη σε μία άλλη άσκηση, ώστε να διορθώσει την στάση του σώματος του. Τοποθέτησε ένα ξίφος πάνω από τον ώμο του, ώστε να μην το κινεί σπασμωδικά κατά την διάρκεια εξάσκησης της ομιλίας του.

Οι εχθροί του, ιδίως ένας Πυθέας, πείραζαν τον Δημοσθένη λέγοντας ότι οι λόγοι του μυρίζουν λυχνάρι, ότι τους ετοιμάζει δηλαδή την νύχτα. Ο Δημοσθένης απάντησε στον Πυθέα, που είχε την φήμη νυχτοκλέφτη, ότι δεν τον συμφέρει αυτόν να καίει φως στα σπίτια, γιατί δεν μπορεί να κλέψει.

Η δύναμη της θέλησης του Δημοσθένη, και οι τεχνικές που αυτός ανέπτυξε, συνέβαλλαν στην προετοιμασία της παρουσίας του ρήτορα στο βήμα και οδήγησαν τον ίδιο στην ψυχολογική διαχείριση της απόρριψης που δεχότανε από το ακροατήριο εξαιτίας της ομιλίας του, όταν ήταν ακόμα νέος.

Οι πρώτοι λόγοι που εκφώνησε ο Δημοσθένης στρέφονταν κατά των κηδεμόνων του. Κέρδισε τη δίκη και την αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Γρήγορα διακρίθηκε ως λογογράφος, απέκτησε φήμη και χρήματα και όταν στα 30 του χρόνια θέλησε να αφιερωθεί στην πολιτική, ήταν πλέον αρκετά εύπορος. H πρώτη εμφάνισή του στον πολιτικό στίβο της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου έγινε το 354 π.X. με τον λόγο «Περί συμμοριών», που αφορούσε την υποχρέωση των ευπόρων πολιτών να δώσουν χρήματα για τη συγκρότηση στόλου εν όψει των φημών για νέα Περσική απειλή.

Κάθε άνθρωπος μια ιστόρια, ένα μάθημα και μια εμπειρία

Η ζωή είναι στιγμές. Τίποτα άλλο, παρά μόνο μικρές στιγμές που την γεμίζουν, που έρχονται και φεύγουν.

Στιγμές, που πρέπει να απολαμβάνουμε όσο μπορούμε. Όλα είναι προσωρινά.

Κανείς και τίποτα δεν είναι βέβαιο. Εμείς οι άνθρωποι όμως, έχουμε την τάση να λαμβάνουμε τα πάντα ως δεδομένα. Τι κρίμα που τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πρέπει όμως, να ζήσουμε μ’αυτό.

Η κάθε στιγμή μας, η κάθε μικρή στιγμή είναι μια ευλογία. Είναι μια τέχνη να απολαμβάνεις την κάθε στιγμή χωρίς να σκέφτεσαι το μετά. Δοκίμασε το, θα δεις ότι όλα μετά θα μοιάζουν μαγικά.

Την επόμενη φορά που θα γελάσεις, καν’το με τη ψυχή σου. Χωρίς να σκέφτεσαι τα πρέπει, τα γιατί. Θα δεις τότε πως το χαμόγελο σου θα λάμπει περισσότερο και εσύ, εσύ θα πιστεύεις πως η κάθε στιγμή σου είναι ένα δώρο.

Το ξέρω, το ξέρω πως πολλές απ’τις στιγμές μας είναι και άσχημες. Μα σκέψου πως αυτές υπάρχουν για να δίνουν ακόμα περισσότερο νόημα στις όμορφες στιγμές μας. Και θα μου πεις: “Εγώ μπορώ να εκτιμώ τις καλές στιγμές χωρίς να ζω τον πόνο των κακών στιγμών” Μα για πες μου, πώς θα γινόσουν πιο δυνατός; Πώς θα είχες τη γνώση να δημιουργήσεις πιο όμορφα και πιο αξιόλογα πράγματα χωρίς τη γνώση αυτής της σκοτεινής πλευράς;

Κανένας, κανένας και τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα είναι προσωρινά. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαζί τους, κι οι καταστάσεις. Αναθεωρούν τα πάντα, κι ότι έχουν ψηλά ξαφνικά βρίσκεται στον πάτο.

Όχι. Μην αφήνεις κανένα τέτοιο άνθρωπο να σε μειώνει, να σε στεναχωρεί. Κοίτα τον ουρανό. Πάρε μια βαθιά ανάσα και κάνε αυτό που σου λέει η καρδιά σου. Ακόμα κι αν είναι λάθος. Ακόμα κι αν ξέρεις πως ίσως θα πονέσει. Αρκεί να αξίζει και να είναι αληθινό. Μόνο μην ξεχάσεις να έχεις για συντροφιά την αυτοεκτίμηση και την αξιοπρέπεια σου.

Να θυμάσαι πάντα τι αξίζεις! Αξίζεις πολλά. Να θυμάσαι πως κάθε άνθρωπος, όπως και εσύ, κουβαλά μαζί του μια ιστορία. Να την σέβεσαι, μα να απαιτείς να σέβονται και την δική σου. Μην ξεχνάς να πιστεύεις σε σένα. Να πιστεύεις σ’αυτή τη δύναμη που ξέρεις καλά πως υπάρχει μέσα σου.

Πες μου λοιπόν

Πες μου λοιπόν… Πώς να καταλάβεις την μοναξιά εάν δεν έχεις νιώσει μόνος ανάμεσα σε κόσμο;

Πώς να εκτιμήσεις τον ήλιο εάν δεν σκούριασε το σώμα σου πρώτα στη βροχή;

Πώς να νιώσεις το σπίτι σου σαν σπίτι εάν δεν έμεινες πρώτα δίχως σπίτι; Εάν δεν έχεις χαθεί στους δρόμους, πώς να βρεις τον δικό σου; Τι ξέρεις από Τύψεις εάν δεν έχεις προδώσει; Τι  ξέρεις από Εμπιστοσύνη εάν δεν έχεις προδωθεί; Έχεις παγώσει; Έχεις καεί; Έχεις καεί μέχρι να παγώσεις; Έχεις αποτύχει ξανά και ξανά και ξανά; Έχεις αποτύχει για ακόμη μια φορά; Κι άλλη μια; Χωρίς να δικαιολογηθείς – χωρίς να ντραπείς; Με το κεφάλι ψηλά; Και μετά τόλμησες να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά χωρίς ποτέ να ξυπνήσεις;

Πες μου λοιπόν… Πώς να υποκλιθείς σε έναν ζητιάνο εάν δεν έχεις ζητιανέψει; Έχεις μουδιάσει μέσα σου τόσο ώστε όσο βαθιά και να σε χάραζε το μαχαίρι δεν καταλάβαινες πόνο; Αν όχι, τότε τι να σου πουν εκείνα τα χάδια που σφάζουν;

Πώς να καταλάβεις τον καθρέφτη εάν δεν είδες μέσα του τους δαίμονές σου σε χίλια κομμάτια; Έχεις κλωτσήσει ποτέ σου αδέσποτο αλλά μετά το μετάνιωσες; Έχεις χτυπήσει ποτέ σου άνθρωπο αλλά μετά μετάνιωσες που δεν τον χτύπησες παραπάνω;

Πες μου λοιπόν… Πώς να αναπνεύσεις την ελευθερία εάν δεν έχεις εκτίσει καμία ποινή;

Πώς να μάθεις το οτιδήποτε εάν δεν αποδέχθηκες πρώτα την άγνοιά σου; Έχεις μισήσει; Έχεις αγαπήσει; Έχεις μισήσει μέχρι αγάπης; Έχεις αγαπήσει μέχρι μίσους;

Πες μου λοιπόν… Πως να εκτιμήσεις το ύψος ενός βουνού εάν δεν έχεις συρθεί πρώτα  στις λάσπες; 

Ελεύθερος άνθρωπος

Ελάτε τώρα, υπήρχε κανένας που ο Διογένης δεν αγαπούσε, ένας άνθρωπος τόσο ευγενικός και καλόκαρδος που ευχαρίστως έπαιρνε πάνω του όλα τα προβλήματα για το κοινό καλό; Αλλά ποιος ήταν ο τρόπος της αγάπης του;

Όπως έγινε υπηρέτης του Δία, νοιαζόταν για τους συνανθρώπους του, αλλά ταυτόχρονα ήταν υποταγμένος στο Θεό. Αυτός ήταν ο λόγος που μόνο γι' αυτόν όλος ο κόσμος και όχι κάποιο συγκεκριμένο μέρος ήταν η πατρίδα του· και όταν τον φυλάκισαν δεν ποθούσε την Αθήνα, ούτε λαχταρούσε να ξαναδεί τους φίλους του και τους γνωστούς του εκεί, αλλά έγινε καλός φίλος με τους πειρατές (που τον φυλάκισαν) και επειράτο (=προσπαθούσε) να τους φέρει στον ίσιο δρόμο.

Έτσι κατακτάται η ελευθερία. Γι' αυτό έλεγε: "Από τότε που ο Αντισθένης (διάσημος φιλόσοφος, δάσκαλος του Διογένη) με ελευθέρωσε, ποτέ μου δεν έγινα σκλάβος."

Πως τον ελευθέρωσε ο Αντισθένης; Ακούστε τι λέει ο Διογένης.

"Μου έμαθε τι ήταν δικό μου, και τι δεν ήταν δικό μου. Η ιδιοκτησία δεν είναι δική μου· συγγενείς, οικείοι, φίλοι, φήμη, συνήθεις τόποι, η συζήτηση με άλλους - όλα αυτά δεν είναι δικά μου. 'Τι είναι λοιπόν δικό σου;' Η δύναμη να χρησιμοποιώ τις εξωτερικές εντυπώσεις. Μου έδειξε ότι την διαθέτω πέρα από κάθε εμπόδιο ή εξαναγκασμό· κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει· κανένας δεν μπορεί να με αναγκάσει να την χρησιμοποιήσω με άλλο τρόπο από αυτό που θέλω. Ποιος έχει λοιπόν πάνω μου εξουσία; Ο Φίλιππος, ή ο Αλέξανδρος, ή ο Περδίκκας ή ο Μέγας Βασιλέας; (ο βασιλιάς των Περσών) Από που μπορούν να την έχουν; Γιατί ο άνθρωπος που ήταν η μοίρα του να υποδουλωθεί από άλλον άνθρωπο πρέπει να είχε ήδη πρωτύτερα υποδουλωθεί από πράγματα."

Επομένως, ο άνθρωπος που πάνω στον οποίο η απόλαυση δεν έχει καμία δύναμη, ούτε ο πόνος, ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος, και ο οποίος, όποτε του φαίνεται πρέπων, μπορεί να φτύσει όλο του το σώμα στο πρόσωπο κάποιου* και να αναχωρήσει από αυτή τη ζωή - ποιανού δούλος είναι, ποιανού υποτακτικός;
-------------------
* πιθανή αναφορά στον Ανάξαρχο ο οποίος όταν ο τύραννος της Κύπρου Νικοκρέων διέταξε να του κόψουν τη γλώσσα, λένε πως ο ίδιος ο φιλόσοφος την έκοψε με τα δόντια του και την έφτυσε στο πρόσωπο του τυράννου.

Τύχη και πιθανότητα

Η λέξη «τύχη» είναι από τις λίγες οι οποίες στην καθημερινότητα μας παίρνουν διαμετρικά αντίθετα έννοιες. Την χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε στο απόλυτα προκαθορισμένο (το έγραφε η τύχη του, όπου τύχη = το πεπρωμένο), αλλά και στο απρόβλεπτο και το απίθανο (στο δρόμο συνάντησα τον Κώστα κατά τύχη). Καλά θα κάνουμε να την αντικαταστήσουμε με μια άλλη λέξη, την πιθανότητα, που μας είναι λιγότερο οικεία.
 
Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να μάθουμε να σκεφτόμαστε και να μιλάμε με πιθανότητες. Η πιθανότητα είναι σαν μια μετροταινία, μια κλίμακα, που ξεκινά από το μηδέν και φτάνει μέχρι το 1 (ή, αν θέλετε, από το 0% στο 100%). Στην καθημερινή μας γλώσσα χρησιμοποιούμε διάφορες λέξεις για να αναφερθούμε στα ακραία σημεία αυτής της κλίμακας: «αδύνατο» είναι αυτό που εξ ορισμού έχει πιθανότητα μηδέν, και «βέβαιο» είναι αυτό που έχει πιθανότητα 100% (η αθανασία είναι αδύνατη, ο θάνατος είναι βέβαιος).
   
Εκεί που η καθημερινή γλώσσα μάς εγκαταλείπει είναι στα ενδιάμεσα. Συνήθως χρησιμοποιούμε το «απίθανο» για περιπτώσεις που έχουν πάρα πολύ μικρή, αλλά όχι μηδενική πιθανότητα να συμβούν, και το «πιθανό» για συνήθεις μεν περιπτώσεις, αλλά με μικρές πιθανότητες να συμβούν. Αν ζείτε στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας, δεν πηδάτε από το μπαλκόνι για να πάτε στη δουλειά σας, προτιμάτε τον ανελκυστήρα. Περίεργο! Γιατί δεν είναι βέβαιο ότι θα σκοτωθείτε αν κάνετε το σάλτο. Δεν αποκλείεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή να περάσει ένας σίφουνας κάτω από την πολυκατοικία σας, να σας κρατήσει στον αέρα και να σας προσγειώσει ομαλά σαν αλεξίπτωτο. Ούτε μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι ο ανελκυστήρας δεν θα χαλάσει και δεν θα εγκλωβιστείτε στην πολυκατοικία. Και όμως προτιμάτε τον ανελκυστήρα. Γιατί ο σίφουνας είναι απίθανος, ενώ το να χαλάσει ο ανελκυστήρας είναι απλώς πιθανό. Στη γλώσσα των αριθμών η πιθανότητα του σίφουνα είναι 0,00000...1, ενώ η πιθανότητα να χαλάσει ο ανελκυστήρας είναι 0,05. (Μάθετε να μιλάτε με πιθανότητες· αν μη τι άλλο, θα σας βοηθήσουν να εξηγήσετε στους φίλους σας γιατί προτιμάτε τον ανελκυστήρα αντί να πηδάτε από το μπαλκόνι σας!)
 
Από τη στιγμή που θα αντικαταστήσουμε την τύχη με την πιθανότητα, τα πράγματα μπαίνουν σε μια λογική. Πρώτα μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τη διαφορά μεταξύ της πιθανότητας πριν και της πιθανότητας μετά το γεγονός στο οποίο αναφερόμαστε. Αν οι μνηστήρες για τη βεζιροπούλα ήταν δέκα, η πιθανότητα για τον κάθε ένα ήταν ένα δέκατο. Από τη στιγμή που η βεζιροπούλα διάλεξε τον Καραγκιόζη, η πιθανότητα για τους εννιά έγινε μηδέν και για τον Καραγκιόζη ένα (ή 100%).
 
Εκεί που συνήθως σφάλλουμε σφάλμα μέγα είναι ότι δεν κάνουμε τη διάκριση του «πριν» και του «μετά». Και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίος: τις περισσότερες φορές το πριν έχει εξαφανιστεί, δεν έχει αφήσει κανένα ίχνος πίσω του και έχουμε μείνει μόνο με το «μετά». Βλέποντας τη φωτογραφία, η Αννούλα θαυμάζει, σχεδόν μνησίκακα, τη γιαγιά της που δεν την πρόλαβε ζωντανή: τι όμορφη που ήταν, γιατί να μην της έχω μοιάσει! Η γριά Περμαχούλα κουνάει το κεφάλι, αλλά δεν μιλά. Γνωρίζει πως η γιαγιά δεν ήταν καλλονή, ίσως να ήταν και κάπως άσχημη. Όταν η γιαγιά πήγε να φωτογραφηθεί, πράγμα που έγινε μια φορά στη ζωή της, ο φωτογράφος τράβηξε καμιά πενηνταριά πόζες πριν καταλήξει στην πόζα που τώρα θαυμάζει η Αννούλα. Όλες οι άλλες πετάχτηκαν, δεν υπάρχουν δεν υπήρξαν ποτέ για την Αννούλα. Για την Αννούλα και τους μετέπειτα (η γριά Περμαχούλα έχει φάει τα ψωμιά της), η γιαγιά ήταν και θα μείνει μια καλλονή. Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε μπροστά σε ένα «θαύμα» της φύσης, τα χρώματα μιας πεταλούδας, το κελάηδημα ενός πουλιού, θαυμάστε το όσο μπορείτε πιο πολύ, αλλά θυμηθείτε την Αννούλα και τη γιαγιά της. Αυτό που θαυμάζετε είναι η επιλεγμένη πόζα, αυτή που επέζησε. Όλες οι άλλες, οι πολλές και οι κατώτερες, δεν υπάρχουν για να μετριάσουν τον θαυμασμό σας.
 
Όταν βλέπουμε τη βεβαιότητα του «μετά» ξεκομμένη από τις πιθανότητες του «πριν», το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η εγκατάλειψη κάθε λογικής ερμηνείας, η γνωστική τύφλωση, ακόμα και το θαύμα. Το παρακάτω παραμύθι δεν μπορεί να συναγωνιστεί τις Χίλιες και μία νύχτες, εκτός ίσως από την άποψη της χρησιμότητάς του.
 
Όταν ο Σελίμ ανέβηκε στον θρόνο του σουλτάνου ήθελε έναν αφοσιωμένο, μα πολύ αφοσιωμένο, βεζίρη και σκέφτηκε πώς θα τον βρει. Βγήκε νύχτα στην πόλη και έφερε στο παλάτι τον πρώτο νέο που έτυχε να συναντήσει στον δρόμο. Εκεί, μόνος αυτός με τον Αμπντούλ (έτσι λέγανε τον νέο) του εξιστόρησε το δήθεν όνειρο που είχε δει την προηγούμενη νύχτα.
«Χτες ήρθε στον ύπνο μου ο Προφήτης και με διέταξε: αύριο σαν νυχτώσει βγες στον δρόμο και το πρώτο παλικάρι που θα συναντήσεις είναι θέλημα του Αλλάχ να γίνει ο βεζίρης σου. Και για να πειστείς, βάλε το παλικάρι να ρίξει τέσσερα ζάρια στο φιλντισένιο τάβλι. Θα δεις ότι θα φέρει τέσσερα εξάρια. Αυτά είπε ο Προφήτης και εξαφανίστηκε».
Τώρα, στο σουλτανάτο όλοι ήταν καλοί στα μαθηματικά. Ήξερε και ο Αμπντούλ ότι η πιθανότητα να φέρει τέσσερα εξάρια με μια ριξιά είναι κάτι λιγότερο από μία φορά στις χίλιες (για την ακρίβεια μία στις 1296). Και φυσικά δεν έφερε. Και ο σουλτάνος του πήρε αμέσως το κεφάλι. Κανείς δεν είδε τον σουλτάνο όταν βγήκε και όταν μπήκε στο παλάτι, κανείς δεν είδε τον Αμπντούλ, κανείς δεν τον αναζήτησε. Κανείς δεν έμαθε ποτέ το συμβάν, το ήξερε μόνον ο σουλτάνος. Το ίδιο έγινε και την άλλη νύχτα και την άλλη και την άλλη. Ώσπου μετά από χίλιες και μία νύχτες (ή δύο χιλιάδες και δύο νύχτες), ένα βράδυ η ζαριά έφερε τέσσερα εξάρια. Γιατί το να έρθουν τα τέσσερα εξάρια δεν είναι αδύνατον, είναι απλώς απίθανο, που σημαίνει ότι κάποτε θα συμβεί αν επιμένεις και επιμένεις. Έντρομος και έκθαμβος ο Αμπντουλάχ (έτσι θα βαφτίσουμε τον τυχερό νέο) μπρος στο «θαύμα» έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε τον σουλτάνο.
«Μεγάλε και πολυχρονεμένε σουλτάνε, θα κάνω το θέλημα του Αλλάχ, θα σε υπηρετήσω σαν δούλος σου σε όλη μου τη ζωή». Όπερ και εγένετο και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Το ίδιο θα κάναμε κι εμείς αν ήμασταν στη θέση του Αμπντουλάχ. Πιο σωστά: το ίδιο κάνουμε σχεδόν κάθε μέρα. Η εξελικτική μας ιστορία δεν μας εφόδιασε με πιθανολογική σκέψη, γιατί μια τέτοια σκέψη δεν θα είχε άμεσο πλεονέκτημα επιβίωσης, δεν θα έκανε αυτόν που την είχε να αφήνει περισσότερους απογόνους σε σχέση με αυτούς που δεν την είχαν (αν αυτό συμβαίνει σήμερα -που είναι αμφίβολο- είναι άλλο θέμα). Αν τύχει να βρεθούμε στον ανελκυστήρα με αυτόν που κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα τρεις φορές την ίδια μέρα, η σύμπτωση θα μας εντυπωσιάσει (Τερψιθέα, τι συμβαίνει με τον γείτονα; Αυτή είναι η τρίτη φορά σήμερα που πέφτω απάνω του. Μήπως βρίσκομαι υπό παρακολούθηση;).
 
Αυτό που δεν λαμβάνουμε υπόψη μας είναι οι πολύ περισσότερες, οι συνηθισμένες μέρες που δεν συναντούμε καν τον γείτονά μας, ή τον συναντούμε μία ή δύο φορές. Αν τις λαμβάναμε υπόψη μας, τότε η εντύπωση της τριπλής συνάντησης θα είχε εξατμιστεί. Αλλά δεν τις λαμβάνουμε. Γιατί είναι στις συνήθειές μας να εντυπωσιαζόμαστε από το σπάνιο και να περιφρονούμε το συνηθισμένο, να μετατρέπουμε το πιθανό σε απίθανο και το απίθανο σε θαύμα. Το ήξερε αυτό ο σοφός σουλτάνος Σελίμ. Ήξερε πως το «θαύμα» είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να εξασφαλίσεις την απόλυτη υποταγή του άλλου. Το σουλτανάτο του, λένε, γνώρισε μέρες αφάνταστης ευημερίας επί των ημερών του. Όμως αυτό είναι ένα άλλο παραμύθι.
 
Το δίδαγμα είναι ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε ζυγίζοντας πιθανότητες σε κάθε μας βήμα. Όσο οι κοινωνίες γίνονται περισσότερο πολύπλοκες και συμμετοχικές αυτή η ανάγκη θα γίνεται επιτακτικότερη. Θέλουμε να έχουμε άποψη για την εκτροπή του Αχελώου; Πρέπει πρώτα να ζυγίσουμε τα υπέρ και τα κατά. Το ίδιο αν κληθούμε, π.χ. με δημοψήφισμα, να ψηφίσουμε για την καύση των νεκρών ή την ευθανασία.
 
Την θέλουμε αυτή τη συμμετοχή, γιατί έτσι θα περάσουμε από την αντιπροσωπευτική στην αληθινά συμμετοχική δημοκρατία. Αλλά για να γίνουμε άξιοι' της πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε απροκατάληπτη, πολυεδρική και πιθανολογική σκέψη. Αυτό το μάθημα πρέπει να ξεκινήσει από την κούνια μας.
 
Ψυχολόγοι και παιδαγωγοί μάς λένε ότι το παιδί μαθαίνει από πολύ νωρίς να σκέπτεται μονοσήμαντα, με βεβαιότητες. Η πολυσήμαντη και πιθανολογική σκέψη είναι δυσκολότερη, απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια. Μας λένε ότι οι πεποιθήσεις παγιώνονται γρήγορα και ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να αλλάξουν, ότι όλοι μας θέλουμε να κρατήσουμε ριζωμένες βαθιά στα έγκατά μας τις πίστεις και τις προτιμήσεις μας. Είναι και αυτό ένα συναρμολόγημα της εξελικτικής μας πορείας γιατί, για πολλές δεκάδες χιλιάδες χρόνια, μια λανθασμένη βεβαιότητα θα μπορούσε να είχε ένα εξελικτικό προβάδισμα σε σχέση με μια λελογισμένη αβεβαιότητα.
 
Αλλά στις σύγχρονες κοινωνίες, η βεβαιότητα λειτουργεί πιο πολύ σαν κληρονομικό φορτίο. Είναι κάτι σαν τη ζήλια που ήταν βιολογικά «χρήσιμη» για τον σπηλαιόβιο άνθρωπο (αλλιώς θα μεγάλωνε τα παιδιά κάποιου άλλου αντί των δικών του), αλλά σήμερα είναι ανώφελη, ακόμα και βλαβερή. Εκφυλίστηκε σε ψυχολογική φόρτιση που ψήγματά της βρίσκονται στον καθένα μας ή, ακόμη, σε «παράδοση» που κατατρύχει μια κοινωνία. Και ενώ φαίνεται να έχουμε κατανοήσει το πόσο βλαβερές έχουν καταντήσει κάποιες παραδόσεις, αρνούμαστε να τις αποκηρύξουμε γιατί είναι ενσωματωμένες μέσα στις «αρχές» μας.
 
Αρνούμαστε να ετοιμάσουμε τα παιδιά μας για έναν κόσμο όπου όλα υποβάλλονται σε κρίση, για έναν κόσμο πιθανοκρατικό. Αντίθετα, θέλουμε να τα εφοδιάσουμε με βεβαιότητες, με «πιστεύω». Βιαζόμαστε να τα εθίσουμε σε έναν τρόπο σκέψης που βλέπει μόνο «άσπρο ή μαύρο», βιαζόμαστε να τα ρίξουμε σε ένα κανάλι μιας ροής και μιας κατεύθυνσης απ’ όπου η έξοδος καταντά αδύνατη. Αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι η εισαγωγή του παιδιού στον κόσμο των πιθανοτήτων από το Δημοτικό, αν όχι από το νηπιαγωγείο.

Αυτοί που σ’ αγαπάνε είναι εκεί; Αυτοί που αδιαφορούν είναι

Είναι στιγμές που νιώθεις να πνίγεσαι. Σε πνίγουν τα λόγια σου, τα θέλω σου, τα δίκια σου. Σε ζορίζουν οι ιδέες σου, σε καταπιέζουν οι απόψεις των άλλων, σε στενεύουν τα ρούχα σου, το ίδιο σου το δέρμα δε σε χωρά. Το μυαλό σου αντιστέκεται, ο χώρος σου μικρός, οι γύρω σου ακόμη «μικρότεροι».

Αυτοί που σ’ αγαπάνε είναι εκεί; Αυτοί που αδιαφορούν είναι. Έτοιμοι να τα κάνουν όλα ακόμη πιο ασφυκτικά για σένα. Έτοιμοι να σχολιάσουν, να πουν και να δείξουν. Να σε βάλουν μέσα στα ίδια κουτάκια από όπου δεν κατάφεραν οι ίδιοι ποτέ να ξεφύγουν. Και είναι κι αυτά ασφυκτικά στενά, σαν τις ιδέες τους, σαν το μυαλό τους, σαν όλα εκείνα που σε κάνουν να πνίγεσαι.

Και είναι πολλές οι στιγμές που νιώθεις να πνίγεσαι. Είτε στο προκαλούν οι άλλοι είτε εσύ, το παρελθόν ή το μέλλον, το περιβάλλον πάντα θα μικραίνει αν δεν το αμβλύνεις μόνος σου. Αν λες ναι μόνο στο γνώριμο, αν γνέφεις συγκαταβατικά στο εύκολο, αν είσαι πάντα ένας από όλους. Πάντα θα υπάρχει μια διαφορετική ιδέα μέσα στο μυαλό σου που θα σου δείχνει ποιος πραγματικά είσαι. Δεν μπορείς να είσαι πάντα ένας από όλους, αυτή η σκέψη θα σου τριβελίζει το μυαλό. Πάντα θα υπάρχει ένα θέλω διαφορετικό από αυτά που θα σου δείχνουν οι άλλοι, από εκείνα που θέλουν αυτοί.

Και τότε θα πνίγεσαι. Θα θέλεις να ανοίξεις το μυαλό και την καρδιά σου και να κάνεις ότι ποθείς για να συνεχίσεις να αναπνέεις. Αντίθετα στο γνώριμο, στο επιτρεπτό, στο αποδεκτό, στο συγκαταβατικό. Πνίγεσαι. Αυτοί που σ’ αγαπάνε είναι εκεί λοιπόν; Αυτοί που σε κρίνουν είναι. Αυτοί που σε παρατηρούν είναι. Αυτοί που θέλουν να σε μικρύνουν, γιατί δεν μπορούν να μεγαλώσουν μαζί σου, είναι. Αυτοί που σ’ αγαπάνε είναι; Αυτοί που θα τους μιλήσεις για το διαφορετικό και θα ανοίξουν διάπλατα τα μάτια από ενδιαφέρον και ζεστασιά. Που θα ακούσουν σιωπηλά. Που θα διαφωνήσουν και θα επιχειρηματολογήσουν, θα φοβηθούν και θα ηρεμήσουν, θα θαυμάσουν και θα εκτιμήσουν. Αυτοί που θα μοιραστούν το δικό τους πνιγηρό θέλω, που θα το συνοδεύσουν με γέλιο πονηρό ή με δάκρυ νοσταλγικό. Που τα λόγια τους θα είναι μέσα σε μια αγκαλιά χωμένα. Αυτοί που σ’ αγαπάνε είναι;. Αυτοί που αγαπάνε με ελευθερία και ισορροπούν κάθε αιχμαλωσία. Κάθε μικρή ανάσα μεγαλώνει όταν κάποιοι σ’ αγαπάνε. Δίπλα στους άλλους, δίπλα στη κριτική, πέρα από το σχόλιο, την αδιαφορία, τα καλούπια, αν είναι εκείνοι που σε αγαπάνε δίπλα σου, έχεις χώρο για να μεγαλώσεις, αναπνοή για να μη σκάσεις. Αν είναι εκεί αυτοί που σ’ αγαπάνε αληθινά, δεν πνίγεσαι. Τολμάς, αλλάζεις, μεγαλώνεις. Αναπνέεις.

Ρίξε τη ζαριά σου και ότι προκύψει. Ο χαμένος μαθαίνει καλύτερα από τον κερδισμένο

Η ζωή μας, από τη μέρα που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι γίνεται στον κόσμο, είναι γεμάτη λάθη. Κάθε μέρα που ξυπνάμε κάνουμε λάθη χωρίς να τα συνειδητοποιούμε. Τελικά όμως μαθαίνουμε από τα λάθη μας ή παραμένουμε στα ίδια;

Ο άνθρωπος δεν είναι πιόνι σε ένα παιχνίδι σκάκι. Αν ήμασταν πιόνι, θα υπήρχε κάποιος που θα μας έδειχνε τις κινήσεις ώστε να κερδίσουμε τον «αντίπαλο» για να επιβιώσουμε στη ζωή. Είμαστε όντα με λάθη, πάθη και αδυναμίες. Ξεχωρίζουμε από τα υπόλοιπα όντα στον πλανήτη καθώς έχουμε συνείδηση και λογική. Η συνείδηση μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε τι κάνουμε λάθος. Η λογική από την άλλη μας δείχνει το σωστό δρόμο, αλλά πόσες φορές την παραμερίζουμε για να ακολουθήσουμε το δρόμο της καρδιάς;

Ένας τομέας της ζωή μας που κάνουμε συνεχώς τα ίδια λάθη είναι το ερωτικό κομμάτι. «Κάνει λάθη για να μάθει της καρδιάς μου το γραμμένο» τραγούδησε ο Παντελίδης. Συχνά ερωτευόμαστε τα «λάθος» και «ακατάλληλα» άτομα για να είμαστε μαζί. Ακόμα και αν ξέρεις πως αυτός/η που ερωτεύτηκες και επιθυμείς να είσαι μαζί του δεν σου ταιριάζει, εσύ θα επιμείνεις να το δοκιμάσεις. Δε σε επηρεάζει ούτε η λογική που φωνάζει «όχι» ούτε και η γνώμη των άλλων. Με τα «μάτια» του έρωτα όλα μοιάζουν ιδανικά και εσύ θες να το παλέψεις να είστε μαζί και να το ζήσεις. Δε σε νοιάζει αν είναι λάθος ή αν θα πέσεις κάποια στιγμή στα πατώματα. Δεν το σκέφτεσαι καν. Και στην τελική ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει αν δε δοκιμάσεις. Καμία αρχή δε γνωρίζει το τέλος.

Κάθε μέρα ένα άτομο όσο και αν δεν το παραδέχεται πέφτει σε λάθη. Τα λάθη μπορεί να προέρχονται μέσα από αδυναμίες και πάθη που επηρεάζουν τον καθένα ξεχωριστά. Τελικά όμως μήπως γεννηθήκαμε για να κάνουμε λάθη ώστε να μάθουμε το σωστό. Στη ζωή μας πρέπει να ρισκάρουμε όσο και αν φοβόμαστε την αποτυχία. Να ρίχνουμε τη ζαριά μας και ότι προκύψει γιατί ο χαμένος μαθαίνει καλύτερα από τον κερδισμένο. Κάθε λάθος έρχεται για να μας δείξει πώς να προχωρήσουμε παρακάτω. Τουλάχιστον ας μάθουμε από τα λάθη μας και ας μην επιμείνουμε στα ίδια.

Οι άνθρωποι είναι αιχμάλωτοι του μυαλού τους

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σχεδόν πάντα θλιμμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι…
 
Βαθιά ασυνείδητα διακατέχονται από την πεποίθηση ότι τίποτα δεν έχει νόημα στην ζωή τους, παρατηρώντας πως εξελίσσεται το δράμα της.
 
Αναζητούν διεξόδους και όταν τούτοι δεν καταφέρνουν να τους δείξουν την έξοδο από την δυσαρέσκεια, σε βάθος χρόνου απογοητεύονται ολοένα και περισσότερο, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι δεν φταίνε οι διέξοδοι, αλλά οι προσδοκίες τους.
 
Υπάρχει πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους κλέψει την χαρά και την αγάπη της κάθε στιγμής, πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους ανατρέψει προθέσεις και όνειρα…
 
Γκρινιάζουν για όσα δεν καταφέρνουν, για όσα δεν μπορούν να λάβουν, για όσα είναι οι άλλοι…
 
Γυρνάνε γύρω γύρω από μια ματαιότητα και έτσι δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, μα ούτε βαθιά Ζωντανοί είναι…
 
Ψάχνουν να βρουν ένα σκοπό, μα αυτός δεν βρίσκεται σχεδόν ποτέ… Και αν βρεθεί δεν καταφέρουν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον τους για την Ζωή σε βάθος χρόνου.

Προσπαθούν να γεμίσουν την ζωή τους με παρέες και συναναστροφές, με επιβεβαιώσεις και αποδοχές, μα ούτε αυτές οι «επιτυχίες» τους δημιουργούν μέσα τους την αίσθηση του Αιώνιου. Τρομάζουν εύκολα… και επικρίνουν ακόμα ευκολότερα. Απομονώνονται μετά…
 
Δεν επιτρέπουν στον Εαυτό τους να φωτίσει τα σκοτάδια τους και να τα μεταβάλλει στην αιώνια φλόγα του Ζωντανού Πνεύματος, που περιλαμβάνει και δεν απομονώνει…
 
Παραιτούνται ευκολότερα από όσο είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν, γιατί δεν ξέρουν για ποιο πράγμα αξίζει κανείς να πολεμήσει, όταν όλα γύρω τους έχουν ματαιωθεί… Και απλά περιμένουν να αλλάξει η ζωή τους…
 
Μερικές φορές ο άνθρωπος θέλει την αλλαγή, αρκεί να μην αλλάξει ο ίδιος…
 
Αλήθεια, είναι τόσα λίγα αυτά που προκαλούν πραγματική θλίψη… Όλα τα άλλα είναι πληγωμένος εγωισμός και έλλειψη βαθιάς Πίστης…
 
Οι άνθρωποι, λένε, δεν είναι αιχμάλωτοι της μοίρας, αλλά μόνο αιχμάλωτοι του μυαλού τους.

Αλλά ποιος το συνειδητοποιεί αυτό; Μόνο το ξέρει… όμως είναι διαφορετικό το «γνωρίζω» από το «συνειδητοποιώ»… απέχουν μεταξύ τους μια Αιωνιότητα, ενώ ο νους στριφογυρίζει εκεί γύρω στον χρόνο του πριν και του μετά, γιατί του λείπει η συνειδητή παράδοση στο Αιώνιο Τώρα…
 
Ο Εαυτός μας έχει Αγάπη για το Κόσμο, από τον οποίο τον κρατάει σε απόσταση ένα «εγώ» που βιώνει απόγνωση, ζώντας μέσα σε έναν απελπισμένο προγραμματισμό. Πως μπορεί να ζει κανείς μισός και να είναι ευτυχισμένος;
 
Θέλω να τους φωνάξω… καμιά φορά… Ξέρω όμως ότι δεν θα έχει νόημα… Μόνος του το αποφασίζει κανείς να Ζήσει και να ολοκληρωθεί.
 
Μόνος του θα νιώσει την αλήθεια ότι ολοκλήρωση δεν είναι να κάνεις παιδιά, σπίτια, περιουσίες και να πεθάνεις…
 
Στο «ιστορικό» του καθενός μας καταγράφεται σαν ολοκλήρωση, το πόσες φορές ήσουν αληθινά Άνθρωπος, το πόσες φορές πολέμησες με την κοσμική ματαιότητα, ευγνωμονώντας την Ζωή και όσα είσαι μέσα σ’ αυτήν, το πόσες φορές συνέπλευσες με την Αρμονία και το πόσες φορές τίμησες την Αιωνιότητά σου.

Η ζωή έχει τις προκλήσεις, η Καρδιά έχει τις λύσεις

Ο Ernesto Cardenal γράφει:
“Πόσοι άνθρωποι δεν ζουν σ’αυτό τον κόσμο μια άγονη και ανιαρή ζωή, χωρίς αγάπη, χωρίς να βρίσκουν ποτέ αυτό που αναζητούν για να γεμίσει την ύπαρξή τους;… Πόσοι άνθρωποι δεν ζουν σ’αυτό τον κόσμο υποφέροντας από την πικρία της ματαιωμένης αγάπης, την αγωνία και την οδύνη της ανέφικτης, της χαμένης ή της απαγορευμένης αγάπης, χωρίς να βρίσκουν πλήρωμα ή τη θλίψη μιας αγάπης που ανταποκρίνεται, αλλά δεν ικανοποιεί; Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είχαν κατακλυστεί από αγάπη και η σχεδόν απεριόριστη ικανότητα τους για τρυφερότητα και αυτοπροσφορά θα μπορούσε να είχε πληρωθεί, αν επιχειρούσαν μόνο να στραφούν μέσα τους, στην ανεξάντλητη αγάπη που ζει και ανασαίνει μέσα τους;”
Αναρωτηθήκατε ποτέ τι ήταν πρώτα: το συναίσθημα ή η σκέψη;… (αυτό εμένα μου θυμίζει την διάσημη ερώτηση “τι ήταν πρώτα η κότα ή το αυγό;”). Ο Νίτσε είπε: “Οι σκέψεις είναι οι σκιές των συναισθημάτων μας, πάντοτε σκοτεινότερες, κενότερες και απλούστερες”.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η καρδιά στέλνει περισσότερες πληροφορίες στον εγκέφαλο, από όσες στέλνει ο εγκέφαλος στην καρδιά. Όταν αναπτύσσεται το έμβρυο, η καρδιά σχηματίζεται πρώτη και αρχίζει να χτυπά πριν ακόμα σχηματιστεί ο εγκέφαλος (σύμφωνα με έρευνες, τα αγέννητα μωρά συγχρονίζονται με τον χτύπο της καρδιάς της μητέρας τους, όταν εκείνη αναπνέει ρυθμικά. Το έμβρυο αισθάνεται τη ρυθμική αλλαγή της καρδιάς της μητέρας και την ακολουθεί προσαρμόζοντας και τη δική του καρδιά στον ίδιο χτύπο).

Ερευνητές του Ινστιτούτου HeartMath διεξήγαγαν πειράματα που αποδεικνύουν ότι ο ρόλος της καρδιάς δεν περιορίζεται μόνο στην άντληση του αίματος. Υπάρχει η πεποίθηση ότι έχει και νοημοσύνη, η οποία φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Παραθέτω ένα απόσπασμα:
«Η καρδιά είναι ένα από τα πιο σημαντικά όργανα του ανθρώπινου σώματος, διότι είναι ένα από τους κύριους ενδιάμεσους φορείς που μας συνδέουν μεταξύ μας και με το σύμπαν. Η συμβατική επιστήμη μας έχει διδάξει ότι ο κύριος ρόλος της καρδιάς είναι να αντλεί το αίμα και να το προωθεί σε όλους τους ιστούς του σώματος. Αυτός ο ορισμός της καρδιάς δεν είναι και πολύ ακριβής. Εκτός από την άντληση του αίματος, η καρδιά έχει μια δική της νοημοσύνη. Σύμφωνα με τους νευροκαρδιολόγους, το 60 έως 65% των καρδιακών κυττάρων είναι νευρωνικά κύτταρα και όχι μυικά κύτταρα. Αυτός μπορεί να είναι ο λόγος για τον οποίο η καρδιά είναι το πρώτο όργανο που ξεκινά να λειτουργεί μετά τη σύλληψη. Σε περίπου 20 ημέρες μετά τη σύλληψη η καρδιά αρχίζει να λειτουργεί, αλλά ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί παρά μόνο μετά από περίπου 90 ημέρες. Η πληροφορία αυτή μας λέει ότι ο εγκέφαλος έχει δευτερεύουσα σημασία ως προς την καρδιά».
Επίσης, οι χτύποι της καρδιάς επηρεάζονται από την εσωτερική κατάσταση και τα συναισθήματα, όπως συμβαίνει με την διαταραχή του καρδιακού ρυθμού, όταν βιώνουμε άγχος ή αρνητικά συναισθήματα. Αντίθετα, όταν αισθανόμαστε θετικά, οι ρυθμοί της καρδιάς είναι πιο σταθεροί. Το νευρικό σύστημα της καρδιάς περιέχει περίπου 40.000 νευρώνες ή αισθητηριακούς νευρίτες. Ένας από τους ρόλους τους είναι να παρακολουθούν τις ορμόνες της καρδιάς, τον καρδιακό ρυθμό, και την πίεση του αίματος. Οι πληροφορίες αυτές καθώς και εκείνες που αφορούν τη συμπεριφορά αυτών των χημικών ουσιών, αποστέλλονται στον εγκέφαλο.

Η καρδιά και ο εγκέφαλος επικοινωνούν συνεχώς μέσω του πνευμονογαστρικού νευρικού συστήματος και του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου του σώματος. Μέσω αυτής της δυναμικής διαδικασίας επικοινωνίας είναι που η “συνείδηση” της καρδιάς μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που επεξεργάζεται τις πληροφορίες ο εγκέφαλος. Αυτή η διαδικασία μπορεί επίσης να επηρεάσει το πώς η ενέργεια ρέει στο σώμα. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι, η καρδιά συνεργάζεται με τον εγκέφαλο και το σώμα, συμπεριλαμβανομένης της αμυγδαλής, ώστε, να επεξεργάζεται τα συναισθήματα και να ενσωματώνει συναισθηματικές αναμνήσεις (η αμυγδαλή είναι το τμήμα του εγκεφάλου που μας βοηθά στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις πληροφορίες που λαμβάνει και τις επεξεργάζεται, με βάση τις εμπειρίες του παρελθόντος μας και αυτό δείχνει μια σύνδεση μεταξύ των συναισθημάτων και της φυσιολογίας του εγκεφάλου και του σώματος).

Το μαγνητικό πεδίο της καρδιάς
Η έρευνα επίσης αποκάλυψε ότι η καρδιά κοινοποιεί πληροφορίες στον εγκέφαλο και σε όλο το σώμα μέσω αλληλεπιδράσεων του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου. Η καρδιά παράγει το πιο ισχυρό και εκτεταμένο ρυθμικό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο του σώματος. Η μαγνητική συνιστώσα της καρδιάς είναι περίπου 500 φορές ισχυρότερη από το μαγνητικό πεδίο του εγκεφάλου και μπορεί να ανιχνευθεί αρκετά μέτρα μακριά από το σώμα. Προτάθηκε ότι αυτό το πεδίο της καρδιάς λειτουργεί ως φέρον κύμα για τις πληροφορίες, παρέχοντας ένα συνολικό σήμα συγχρονισμού για ολόκληρο το σώμα (McCraty, Bradley & Tomasino, 2004)

Είμαστε, λοιπόν, «καρδιακοί!» Έχουμε μια καρδιά, που διαθέτει τη δική της ανεξάρτητη λογική, η οποία πολλές φορές αποκλίνει από την κατάσταση στην οποία θέλει να μας οδηγήσει το αυτόνομο νευρικό σύστημα (έχει παρατηρηθεί ότι σε μια μεταμόσχευση καρδιάς, η νέα καρδιά μπορεί και λειτουργεί χάρη στο δικό της ανεξάρτητο νευρικό σύστημα, έστω και αν δεν συνενωθεί σωστά με το νευρικό σύστημα του σώματος του λήπτη).

Όμορφα και «απλά» μας τα είπαν οι επιστήμονες, αλλά στην καθημερινότητα μας τι γίνεται;… Μια καθημερινότητα γεμάτη στρες, προβληματισμούς, αγωνία και ανασφάλεια! Τι μπορούμε να κάνουμε; Να μάθουμε να την ακούμε! Να την αφήνουμε να μας «ρυθμίζει», για να μας προσφέρει σωματική και ψυχική αναζωογόνηση! Λίγα λεπτά συγκέντρωσης στην καρδιά και στους χτύπους της, αναπνέοντας βαθιά, είναι αρκετά για να μας ηρεμήσουν και να μας γαληνέψουν. Πόσο μάλλον, αν την αφήσουμε να πλημμυρίσει από αγάπη…

Αν δεν έχεις εχθρούς δεν έχεις χαρακτήρα

Αποτέλεσμα εικόνας για phụ nữ từng trảiΕίναι ωραίο να τα πηγαίνεις καλά με τους γύρω σου κι αυτοί καλά με σένα. Όσο και να το θες όμως και παρότι ακούγεται εύκολο θεωρητικά, πολύ φοβάμαι ότι είναι δύσκολο πρακτικά. Στην πραγματικότητα δε γίνεται να τα έχεις με όλους καλά διότι δεν ταιριάζουν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους. Η διαφορά χαρακτήρων κι απόψεων δεν το επιτρέπει.

Στην πορεία της ζωής σου λοιπόν θα το δεις αυτό και θα το καταλάβεις με τον καιρό, αλλάζοντας περιβάλλοντα, εργασία κι ενδιαφέροντα. Περνώντας απ’ τη μια φάση στην άλλη, είναι αδύνατον εκ των πραγμάτων να διατηρείς άριστες σχέσεις με τους πάντες. Έτσι βρίσκεσαι να ξεχωρίζεις αρχικά αυτούς που αξίζουν απ’ τους σκάρτους κι ύστερα τους φίλους απ’ τους εχθρούς.

Αν κάποιος μπορεί να τα έχει καλά με όλους –μόνο φαινομενικά κι επιφανειακά κι όχι ουσιαστικά– είναι αυτός που προσαρμόζεται σε κάθε κατάσταση δίχως αντίρρηση, λέει σ’ όλα «ναι», δε φέρνει αντίλογο και πόσο μάλλον δεν εκφέρει άποψη διαφορετική απ’ τους άλλους.

Αυτός που παίρνει αποφάσεις κομφορμιστικά, με γνώμονα το σύνολο και σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει να ταράξει τα νερά. Δεν πρόκειται να κηρύξει πόλεμο ούτε να πάει κόντρα σε κάποιον, δεν πρόκειται να μπει σε αυτή τη διαδικασία. Μπορεί να το κάνει αυτός που κοινώς προτιμά να σιωπά και να χαϊδεύει αυτιά.

Με άλλα λόγια για να τα έχεις καλά με όλους και να μην έχεις εχθρούς ή αντίζηλους, ο μόνος τρόπος είναι να μην έχεις ούτε φωνή ούτε λόγο. Να υπάρχεις απλά και να κινείσαι αθόρυβα. Να μην προκαλείς, να μην ενοχλείς.

Αν τύχει όμως κι είσαι απ’ αυτούς που δε διστάζουν να μιλήσουν κι υπερασπίζονται τις θέσεις και τις πεποιθήσεις τους, από αυτούς που αρνούνται να κρυφτούν πίσω απ’ το δάχτυλό τους, τότε μάλλον πρέπει να δεχθείς τις συνέπειες. Γιατί αν έχεις φωνή, έχεις και εχθρούς.

Δε χρειάζεται άλλωστε να κάνεις κάτι άσχημο ή να βλάψεις κάποιον για να αποκτήσεις εχθρούς. Αυτά, σε σενάρια φαντασίας, με δικαιοσύνη πλασμένα. Στην προκειμένη, φτάνει να έχεις χαρακτήρα για να τραβήξεις την προσοχή του άλλου κι έπειτα να μπεις στη μαύρη λίστα του.

Βλέπεις το να έχεις προσωπικότητα, μπορεί να σταθεί αιτία να σ’ αντιπαθήσει πολύς κόσμος. Το να είσαι όμορφος επίσης. Όπως και το να είσαι καλός σε κάτι, ικανός ή επιτυχημένος. Γενικότερα το να «κάνεις» κάτι μπορεί να πειράξει πολλούς. Η δράση σου και μόνο προκαλεί. Αντίθετα η αδράνειά σου κι η αποτυχία σου μπορεί να τους βρει σύμμαχους. Αυτό δεν τους αγχώνει άλλωστε, τους καθησυχάζει.

Αυτοί που θα φερθούν έτσι, είναι εκείνοι που ζηλεύουν. Που ακόμη κι αν δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από εσένα, θα βρουν κάτι γιατί παίρνουν ζωή απ’ αυτό. Εκείνοι που είναι κομπλεξικοί και δε θα χαρούν με τη χαρά σου. Γιατί υπάρχουν πολλοί από δαύτους εκεί έξω. Αυτοί οι άνθρωποι γίνονται εύκολα εχθροί σου.

Αν έχεις να διαλέξεις λοιπόν ανάμεσα στο να κάνεις κάτι και να μην κάνεις τίποτα, να έχεις φωνή ή να μην έχεις, να έχεις εχθρούς ή να μην έχεις, τότε επέλεγε κάθε φορά το πρώτο, αν αυτό είναι το τίμημα του να έχεις προσωπικότητα, ας είναι.

Η φύση επιλέγει πάντα τον απλούστερο δρόμο

Η φύση έχει εμπνεύσει μεγαλοφυΐες σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα και τις εποχές, και ο Αϊνστάιν δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η σιωπηλή περιπέτεια των φυτών και η αρμονία των άγριων ζώων τον εντυπωσίαζαν, σε αντίθεση με τις προσπάθειες των ανθρώπων να τα περιπλέξουν όλα.

Δεκαετίες πριν, ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορό και ο αρχιτέκτονας Αντόνι Γκαουντί έκαναν άρμα τους το μήνυμα της φύσης και την επιστροφή στην απλότητα της ζωής.

Ο Θορό έφτασε ακόμα και να αισθανθεί στην ίδια του την ύπαρξη τη ζωή της φύσης, περνώντας δυο χρόνια χωμένος σε ένα δάσος κοντά στο Γουόλντεν Ποντ. Ο Γκαουντί το έκανε δημιουργώντας όλο το έργο του υπό τις διδαχές των δέντρων, των λουλουδιών και του φυσικού περιβάλλοντος.

Όπως έλεγε ο Θορό: «Όταν ένας άνθρωπος καταφέρει τα αναγκαία για να ζει, υπάρχει γι’ αυτόν άλλη εναλλακτική από το να τρέχει πίσω από το επιπόλαιο, δηλαδή την περιπέτεια της ζωής, καθώς έχει αρχίσει η ανεξαρτητοποίησή του από την ταπεινότερη προσπάθεια».

Υπήρξε ένας άνθρωπος ο οποίος, με την ενσωμάτωσή του στη φύση, μας άφησε τόσο καθαρά μαθήματα όπως αυτό που παρατίθεται στην ακόλουθη φράση:

«Πήγα στα δάση γιατί ήθελα να ζήσω χωρίς βιασύνη. Ήθελα να ζήσω έντονα και να ρουφήξω όλο τον χυμό της ζωής. Να εγκαταλείψω όλα όσα δεν ήταν ζωή, για να μην ανακαλύψω, τη στιγμή του θανάτου μου, ότι δεν έχω ζήσει». Ή: «Οι περισσότερες από τις πολυτέλειες και πολλές από τις αποκαλούμενες ανέσεις της ζωής όχι μόνο δεν είναι απαραίτητες αλλά καταλήγουν να είναι ολοφάνερα εμπόδια για την πνευματική εξύψωση της ανθρωπότητας».

Όμως η φύση δε μας εκπαιδεύει μόνο στην τέχνη της απλότητας, όπως τονίζει ο Αϊνστάιν. Μας διδάσκει επίσης τη μαγεία του προσωρινού, τη διαρκή αλλαγή στην οποία υποβάλλονται oι κύκλοι της ζωής, την κάθε στιγμή. Η φύση είναι ένα ανοιχτό βιβλίο στο οποίο, αν αφήσουμε στην άκρη τις βιασύνες, θα βρούμε τις αναγκαίες πηγές έμπνευσης για να ανακαλύψουμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε.

Όταν φοβήθηκε ο Δίας

Η πρώτη σύζυγος του Δία ονομάζεται Μήτις και το όνομά της σημαίνει εκείνη τη μορφή ευφυΐας που του επέτρεψε, όπως είδαμε, να κερδίσει την εξουσία: μήτις, η πονηριά, η ικανότητα να προβλέπει κανείς τα γεγονότα, ώστε ποτέ να μην εκπλήσσεται και να μη σαστίζει, ποτέ να μην αφήνει περιθώρια για μια απρόσμενη επίθεση. Ο Δίας παντρεύεται λοιπόν τη Μήτιδα, η οποία μένει σε λίγο έγκυος στην Αθηνά. Ο Δίας φοβάται μήπως τον εκθρονίσει και αυτόν με τη σειρά του ο γιος του. Πώς να το αποφύγει; Στο σημείο αυτό επανερχόμαστε στο θέμα της κατάποσης. Ο Κρόνος καταβρόχθιζε τα παιδιά του, αλλά δεν καταπολεμούσε το κακό στη ρίζα του, διότι χάρη στη μήτιδα, την πονηριά, θα αναγκαστεί με ένα εμετικό να βγάλει από μέσα του όλα του τα παιδιά. Ο Δίας θέλει να λύσει το πρόβλημα με τρόπο πολύ πιο ριζικό. Σκέφτεται ότι μια λύση υπάρχει μόνο: δεν αρκεί να έχει δίπλα του τη Μήτιδα ως σύζυγό, πρέπει ο ίδιος να γίνει Μήτις. Δεν έχει ανάγκη από σύμμαχο, από σύντροφο, πρέπει ο ίδιος αυτοπροσώπως να είναι η μήτις. Πώς να το κάνει αυτό; Η Μήτις μπορεί και μεταμορφώνεται, αλλάζει συνεχώς μορφή, σαν τη Θέτιδα και τις άλλες θαλάσσιες θεότητες. Είναι ικανή να γίνει άγριο θηρίο, μυρμήγκι. βράχος, ό,τι περνάει από το νου του ανθρώπου. Ανάμεσα στη σύζυγο, τη Μήτιδα, και στο σύζυγο, το Δία, διεξάγεται μια μονομαχία πονηριάς. Ποιος άραγε θα είναι ο νικητής;

Έχουμε βάσιμους λόγους για να υποθέσουμε ότι ο Δίας χρησιμοποιεί μια τακτική την οποία έχουμε συναντήσει και σε άλλες περιπτώσεις. Ποια είναι αυτή; Αν αναμετρηθεί ευθέως με μια μάγισσα ή με ένα μάγο που διαθέτει εξαιρετικά χαρίσματα και πολύ μεγάλη δύναμη, είναι καταδικασμένος, φυσικά, να χάσει. Αντιθέτως, αν χρησιμοποιήσει πονηριά, έχει τότε μια πιθανότητα να κερδίσει. Ο Δίας ρωτάει τη Μήτιδα: «Μπορείς πραγματικά να πάρεις όποια μορφή θέλεις; Μπορείς δηλαδή να γίνεις ένα λιοντάρι που ξερνάει φωτιά;». Αμέσως η Μήτις γίνεται λέαινα που ξερνάει φωτιά. Ένα θέαμα φοβερό. Τη ρωτάει λοιπόν στη συνέχεια ο Δίας: «Μπορείς δηλαδή να μεταμορφωθείς και σε μια σταγόνα νερό;», «Βεβαίως και μπορώ». «Για να δω». Δεν προλαβαίνει καλά καλά να γίνει σταγόνα νερό και ο Δίας την καταπίνει. Έτσι λοιπόν, η Μήτις βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του Δία. Η πονηριά για άλλη μια φορά έκανε το θαύμα της. Ο ηγεμόνας δεν καταπίνει απλώς τους ενδεχόμενους διαδόχους του· εφεξής και στο πέρασμα του χρόνου, μέσα στη ροή του χρόνου, θα ενσαρκώνει την πονηρή πρόγνωση που θα του επιτρέπει να τινάζει προκαταβολικά στον αέρα τα σχέδια όλων όσων επιδιώκουν να τον αιφνιδιάσουν, να τον καταλάβουν εξαπίνης. Η σύζυγός του Μήτις, έγκυος στην Αθηνά, βρίσκεται μέσα στην κοιλιά του. Η Αθηνά δε θα βγει λοιπόν από τη μήτρα της μητέρας της αλλά από το φουσκωμένο κεφάλι του πατέρα της, που μοιάζει σαν την κοιλιά της Μήτιδας. Ο Δίας ουρλιάζει από τους πόνους. Ο Προμηθέας και ο Ήφαιστος καλούνται να τον συνδράμουν. Έρχονται με ένα διπλό πέλεκυ, του δίνουν μια στο κρανίο και η Αθηνά ξεπηδάει αλαλάζοντας από το κεφάλι του θεού, μια πάνοπλη νεαρή παρθένος με την περικεφαλαία, το δόρυ, την ασπίδα και τη χάλκινη πανοπλία της. Η Αθηνά, η επινοητική, παμπόνηρη θεά. Την ίδια στιγμή, ο Δίας ενσαρκώνει από δω και μπρος όλη την πονηριά του κόσμου. Είναι απρόσβλητος, στο εξής κανείς δε θα μπορέσει να τον αιφνιδιάσει. Το μέγα ζήτημα λοιπόν της κυριαρχίας έχει λυθεί. Ο κόσμος των θεών έχει κύριο, τον οποίο κανείς δεν μπορεί πια να αμφισβητήσει, διότι είναι η ενσάρκωση της ίδιας της κυριαρχίας. Στο εξής τίποτα δεν μπορεί να απειλήσει την τάξη του σύμπαντος. Όλα ρυθμίζονται όταν ο Δίας καταπίνει τη Μήτιδα και γίνεται έτσι ο μητίετα, ο θεός που είναι ολόκληρος μήτις, η Φρόνηση προσωποποιημένη.

Η ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Έστω ότι οι δραστηριότητες σας, εξαρτώνται από μια έκπληξη του τύπου Μαύρου Κύκνου – δηλαδή έστω ότι είσαστε το αντίθετο της γαλοπούλας. Οι διανοητικές, οι επιστημονικές και οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες ανάγονται στο χώρο της Εξτρεμοχώρας, εκεί παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση επιτυχίας, με πολύ μικρό αριθμό νικητών να διεκδικούν μεγάλο μερίδιο των συνολικών κερδών. Αυτό φαίνεται να ισχύει σε όλες τις επαγγελματικές δραστηριότητες που βρίσκω μη-βαρετες και «ενδιαφέρουσες» (ακόμη ψάχνω να βρω ένα αντίθετο παράδειγμα, δηλαδή μια μη-βαρετή δραστηριότητα που να ανήκει στη Μετριοχώρα).

H αναγνώριση αυτής της υπερσυγκέντρωσης επιτυχίας -και η ανάλογη αντίδραση- δημιουργεί το ενδεχόμενο διπλής τιμωρίας. Ζούμε πράγματι σε μια κοινωνία όπου ο μηχανισμός των ανταμοιβών βασίζεται στην ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Αλλά και το ορμονικό μας σύστημα ανταμοιβών χρειάζεται απτά και κανονικά αποτελέσματα. Και αυτό πιστεύει ότι ο κόσμος είναι τακτικός, ότι συμπεριφέρεται σωστά, δηλαδή είναι όμηρος του σφάλματος της επιβεβαίωσης. Ο κόσμος άλλαξε υπερβολικά γρήγορα για να μπορέσει το γενετικό μας προφίλ να τον παρακολουθήσει. Έχουμε αποξενωθεί από το περιβάλλον μας.

Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΟΜΟΙΩΝ
Κάθε πρωί, φεύγετε από το στενόχωρο διαμέρισμά σας στο East Village του Μανχάταν για να πάτε στο εργαστήριό σας στο Πανεπιστήμιο Rockefeller στο ύψος της Ανατολικής Εξηκοστής Λεωφόρου. Θα επιστρέψετε αργά το βράδυ, και οι άνθρωποι που ανήκουν στον κοινωνικό σας κύκλο θα ρωτήσουν αν περάσατε καλή ημέρα – μόνο και μόνο για να φανούν ευγενικοί. Στο εργαστήριο, οι άνθρωποι δείχνουν μεγαλύτερο τακτ: φυσικά και δεν περάσατε καλή μέρα – αφού δεν ανακαλύψατε τίποτε στις έρευνες σας. Δεν είστε επισκευαστής ρολογιών. Το γεγονός ότι δεν βρήκατε τίποτε έχει μεγάλη αξία, δεδομένου ότι αποτελεί μέρος της διαδικασίας της ανακάλυψης – ήδη γνωρίζετε πού να μην ψάχνετε. Άλλοι ερευνητές, γνωρίζοντας τα αποτελέσματά σας, θα αποφύγουν να δοκιμάσουν το ειδικό αυτό πείραμα που εσείς κάνετε, αν βέβαια μια επιστημονική επιθεώρηση έχει τη σοβαρότητα να θεωρήσει ότι το «δεν βρήκα τίποτε» αποτελεί πληροφορία και ως εκ τούτου τη δημοσιεύσει.

Εν τω μεταξύ, όμως, ο γαμπρός σας λειτουργεί ως πωλητής για μια χρηματιστηριακή της Wall Street και δεν παύει να ενθυλακώνει μεγάλες προμήθειες – μεγάλες και σταθερές προμήθειες. «Τα πάει πολύ καλά», δεν παύετε να ακούτε, ιδίως δε, από τον πεθερό σας που μετά από κάθε τέτοια απόφανση αφήνει ένα νανοδευτερόλεπτο κενό ως διάστημα σκέψης – οπότε εσείς συνειδητοποιείτε ότι μόλις έκανε μια σύγκριση. Δεν το ήθελε, αλλά σύγκριση έκανε.

Οι διακοπές είναι μια φρίκη. Πέφτετε πάνω στον ως άνω γαμπρό σας στο πλαίσιο των οικογενειακών συνάξεων και, ανεξαίρετα, βλέπετε ασφαλή σημάδια άγχους να αναπτύσσονται στη γυναίκα σας η οποία, προς στιγμήν, φοβάται ότι παντρεύτηκε τον χαμένο του παιχνιδιού – άσχετα αν ύστερα θυμάται τη λογική του δικού σας επαγγέλματος. Χρειάζεται όμως να καταπολεμήσει το αρχικό της αντανακλαστικό. Η αδελφή της δεν σταματάει να μιλάει για την ανακαίνιση του σπιτιού τους, για τη νέα ταπετσαρία τους. Η γυναίκα σας είναι λίγο περισσότερο σιωπηλή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Τα μούτρα που κρατάει χειροτερεύουν επειδή το αυτοκίνητο που οδηγείτε είναι νοικιασμένο, καθώς δεν μπορείτε να πληρώσετε για γκαράζ στο Μανχάταν. Τι πρέπει να κάνετε; Να μετακομίσετε στην Αυστραλία ώστε να γίνουν πιο σπάνιες οι οικογενειακές συνάξεις, ή να αλλάξετε γαμπρό με το να παντρευτείτε μια γυναίκα με λιγότερο «επιτυχημένο» αδελφό;

Ή μήπως θα ’πρεπε να ντυθείτε χίπικα και να γίνετε προκλητικός; Αυτή η λύση μπορεί να είναι καλή για τον καλλιτέχνη, όχι όμως και για τον επιστήμονα ή για τον επιχειρηματία. Νιώθετε παγιδευμένος.
Εργάζεστε σ’ έναν τομέα που δεν αποδίδει άμεσα ή σταθερά αποτελέσματα. Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι γύρω σας δουλεύουν σε τομείς με τέτοια αποτελέσματα. Μπλέξατε. Αυτή είναι η μοίρα των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των ερευνητών που ζουν χαμένοι στην κοινωνία, αντί να ζουν σε μια απομονωμένη κοινότητα ή σε αποικία καλλιτεχνών.

Σε πολλές απασχολήσεις παρατηρούνται αποσπασματικά τα θετικά αποτελέσματα, τα οποία οδηγούν είτε σε μεγάλα κέρδη είτε σε μηδενικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για τις απασχολήσεις εκείνες που χαρακτηρίζονται από αίσθηση αποστολής, όπως όταν κανείς αναζητά με πείσμα (σ’ ένα βρομερό εργαστήριο) τη θεραπεία για τον καρκίνο που συνεχώς του ξεφεύγει – ή όταν γράφει ένα βιβλίο που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο (ενώ ζει με πενταροδεκάρες) – ή όταν συνθέτει μουσική ή όταν ζωγραφίζει μινιατούρες στα βαγόνια του μετρό και τις θεωρεί υψηλή μορφή τέχνης, παρά τις καταγγελίες του ξεπερασμένου «επιστημονικού κριτικού» Harold Bloom.
Αν είστε ερευνητής, θα χρειαστεί να δημοσιεύετε άρθρα που δεν θα έχουν συνέχεια αλλά σε «υψηλού κύρους» εκδόσεις, προκειμένου να σας χαιρετάνε καμιά φορά οι άλλοι όταν τους τρακάρετε σε συνέδρια.

Αν έχετε την ευθύνη μιας εισηγμένης εταιρείας, τα πράγματα ήταν θαυμάσια για σας προτού αποκτήσετε μετόχους, μέχρι τότε δηλαδή που εσείς και κάποιοι συνέταιροί σας ήσασταν μόνοι ιδιοκτήτες, ή έστω μαζί με έμπειρους επενδυτές κεφαλαίου υψηλού κινδύνου (venture capital) που αντιλαμβάνονταν το ενδεχόμενο άνισων αποτελεσμάτων και την αποσπασματική φύση της οικονομικής ζωής. Τώρα όμως έχετε έναν τριαντάρη αναλυτή μετοχών από το κεντρικό Μανχάταν, με αργή σκέψη, ο οποίος «κρίνει» τα αποτελέσματά σας και τα υπεραναλύει. Του αρέσουν τα αποτελέσματα που ανταμείβουν σαν ρουτίνα – και αυτά είναι ακριβώς τα αποτελέσματα που δεν μπορείτε να εξασφαλίσετε.

Πολλοί άνθρωποι ζουν με την αίσθηση ότι κάνουν κάτι σωστά, κι όμως δεν έχουν επί πολύ καιρό να δείξουν κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Απαιτείται να έχουν μια ικανότητα για διαρκώς αναβαλλόμενη ικανοποίηση, αν είναι να επιβιώσουν από τη σταθερή επίδειξη σκληρότητας από μέρους των ομοίων τους, χωρίς να χάσουν το ηθικό τους. Φαίνονται ηλίθιοι στα ξαδέλφια τους, φαίνονται ηλίθιοι στους ομοίους τους, χρειάζονται κουράγιο για να συνεχίσουν την πορεία τους. Δεν τους φθάνει η επιβεβαίωση, ούτε η καταξίωση, ούτε η λατρεία των φοιτητών τους, δεν κερδίζουν Νόμπελ, ούτε Σνόμπελ. «Πώς πήγε η χρονιά σου;» Το ερώτημα αυτό τους δημιουργεί έναν μικρό σπασμό – που πάντως κατορθώνουν να τον συγκρατήσουν, βαθιά μέσα τους, καθώς γνωρίζουν ότι σχεδόν όλα τα χρόνια που πέρασαν θα φαίνονται χαμένα σε όλους τους έξω. Κι ύστερα, μπαμ, έρχεται το αποσπασματικό γεγονός που φέρνει τη μεγάλη δικαίωση.Ή μπορεί και να μην έλθει…
Πιστέψτε με, είναι βαρύ πράγμα να αντιμετωπίζεις τις κοινωνικές επιπτώσεις της φαινόμενης συνεχούς αποτυχίας. Είμαστε κοινωνικά ζώα: η κόλασή μας είναι οι άλλοι.

Όπου το εντυπωσιακό είναι το σχετικό
Η διαίσθησή μας δεν είναι φτιαγμένη για μη-γραμμικές καταστάσεις. Σκεφθείτε τη ζωή μας σ’ ένα πρωτόγονο περιβάλλον, όπου η διαδικασία και το αποτέλεσμα είναι στενά συνδεδεμένα. Διψάτε: το να πιείτε σας φέρνει την κατάλληλη ικανοποίηση. Αλλά και σ’ ένα όχι και τόσο πρωτόγονο περιβάλλον, όταν ασχοληθείτε με το χτίσιμο, ας πούμε, ενός σπιτιού ή μιας γέφυρας, όσο περισσότερη δουλειά επενδύετε τόσο περισσότερα εμφανή αποτελέσματα θα έχετε, συνεπώς το ηθικό σας στηρίζεται από συνεχή ορατή ανάδραση.

Σ’ ένα πρωτόγονο περιβάλλον, το εντυπωσιακό είναι εκείνο που μετράει. Αυτό ισχύει για τη γνώση μας. Όταν προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για τον κόσμο γύρω μας, έχουμε την τάση να ακολουθούμε την καθοδήγηση της βιολογίας μας, οπότε η προσοχή μας κατευθύνεται χωρίς προσπάθεια προς το εντυπωσιακό – όχι τόσο προς εκείνο που μετράει, όσο προς το εντυπωσιακό. Κατά κάποιο τρόπο, το σύστημα καθοδήγησής μας στράβωσε όσο εξελισσόμασταν μαζί με το περιβάλλον μας – και μεταφερθήκαμε σ’ έναν κόσμο όπου εκείνο που μετράει είναι συχνά βαρετό, μη-εντυπωσιακό.

Πέραν τούτου, θεωρούμε ότι άμα δυο μεταβλητές είναι συνδεδεμένες με αιτιώδη δεσμό, τότε μια σταθερή εισροή στη μια μεταβλητή θα μεταφράζεται πάντα σε αποτέλεσμα στην άλλη. Το συναισθηματικό μας σύστημα είναι σχεδιασμένο για γραμμική αιτιότητα. Αν, για παράδειγμα, μελετάτε κάθε μέρα, έχετε την προσδοκία να μάθετε κάτι αναλογικά με τη μελέτη σας. Αν αισθάνεστε ότι τα πράγματα δεν οδηγούνται πουθενά, τα συναισθήματά σας θα σας κάνουν να χάσετε το ηθικό σας. Όμως η σύγχρονη πραγματικότητα σπανίως μάς επιφυλάσσει το προνόμιο μιας ικανοποιητικής, γραμμικής, θετικής προόδου: μπορεί να σκέφτεστε ένα πρόβλημα επί μια ολόκληρη χρονιά και να μη μάθετε τίποτε – ύστερα, αν δεν χάσετε το ηθικό σας από την έλλειψη αποτελεσμάτων (και δεν παραιτηθείτε) κάτι θα λάμψει στο μυαλό σας ξαφνικά.

Υπάρχουν ερευνητές που επένδυσαν πολύ χρόνο ασχολούμενοι με αυτή την έννοια της ικανοποίησης: η νευρολογία μάς έχει φωτίσει σχετικά με την ένταση που παρατηρείται μεταξύ της άμεσης ανταμοιβής και της ανταμοιβής με καθυστέρηση. Θα προτιμήσετε ένα μασάζ σήμερα, ή δυο την επόμενη βδομάδα; Λοιπόν: το λογικό τμήμα του νου μας, το «υψηλότερο» τμήμα, εκείνο που μας διακρίνει από τα ζώα, μπορεί και υποτάσσει το ζωώδες ένστικτό μας που ζητάει την άμεση ανταμοιβή. Είμαστε συνεπώς λίγο καλύτεροι από τα ζώα, τελικώς – ίσως όμως όχι και πολύ καλύτεροι. Και αυτό, όχι πάντα.

Μη- γραμμικότητες
Η κατάσταση όμως μπορεί να γίνει λίγο τραγικότερη. Ο κόσμος είναι περισσότερο μη-γραμμικός απ’όσο νομίζουμε, αλλά και απ’όσο οι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν.

Όταν ισχύει η γραμμικότητα, οι σχέσεις μεταξύ μεταβλητών είναι σαφείς, ξεκάθαρες και σταθερές – οπότε είναι Πλατωνικά εύκολο να τις συλλάβει κανείς με μια απλή πρόταση, όπως «μια αύξηση κατά 10% των χρημάτων στο λογαριασμό μου στην τράπεζα αντιστοιχεί σε 10% αύξηση του εισοδήματος μου από τόκους και σε 5% αύξηση της δουλοπρέπειας του προσωπικού μου τραπεζίτη». Αν, λοιπόν, έχω περισσότερα χρήματα στην τράπεζα, θα πάρω περισσότερο τόκο. Οι μη-γραμμικές σχέσεις μπορεί να κυμαίνονται.Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να τις εκφράσει κανείς, είναι να πει ότι δεν μπορούν να εκφραστούν λεκτικά με ικανοποιητικό τρόπο. Ας πάρουμε τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της απόλαυσης και του νερού που πίνουμε. Αν βρίσκεστε σε κατάσταση επώδυνης δίψας, τότε ένα μπουκάλι νερό αυξάνει σημαντικά την ευημερία σας. Περισσότερο νερό φέρνει περισσότερη απόλαυση. Τι γίνεται όμως άμα σας δώσω μια δεξαμενή νερό; Προφανώς η ευημερία σας δεν αργεί να γίνει αδιάφορη προς τις τυχόν πρόσθετες ποσότητες νερού. Μάλιστα, άμα σας ζητήσω να επιλέξετε ανάμεσα σε ένα μπουκάλι νερό και μια δεξαμενή, θα προτιμήσετε το μπουκάλι. Συνεπώς, η ευχαρίστησή σας μειώνεται με την πρόσθετη ποσότητα.

Αυτές οι μη-γραμμικές σχέσεις βρίσκονται παντού στη ζωή. Οι γραμμικές σχέσεις αποτελούν, πράγματι, την εξαίρεση: τους αποδίδουμε μεγάλη σημασία μόνο στις σχολικές τάξεις και στα εγχειρίδια, και τούτο επειδή είναι ευκολότερες στην κατανόηση. Χθες το απόγευμα προσπάθησα να κοιτάξω γύρω μου και να γράψω ένα κατάλογο εκείνων των πραγμάτων που θα έβλεπα κατά τη διάρκεια της ημέρας και θα ήταν γραμμικά. Δεν κατόρθωσα να βρω τίποτε – όπως ακριβώς κάποιος που ψάχνει για τρίγωνα και τετράγωνα θα τα βρει στο δάσος του Αμαζονίου ούτε, όπως θα δούμε στο Τρίτο Μέρος, κάποιος που αναζητά το τυχαίο του τύπου της καμπύλης σε σχήμα καμπάνας θα το βρει κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα.

Παίζεις τένις κάθε μέρα χωρίς να δείχνεις βελτίωση, κι ύστερα ξαφνικά αρχίζεις να κερδίζεις τον δάσκαλο.

Το παιδί σας δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα ομιλίας, όμως δείχνει να μη θέλει να μιλήσει. Η δασκάλα σάς πιέζει να αρχίσετε να σκέφτεστε “άλλες επιλογές”, με άλλα λόγια ψυχοθεραπεία. Διαπληκτίζεστε μαζί της, χωρίς αποτέλεσμα (εκείνη υποτίθεται ότι είναι ειδική). Και τότε, εντελώς ξαφνικά, το παιδί σας αρχίζει να συντάσσει περίπλοκες προτάσεις, ίσως μάλιστα λίγο πιο περίπλοκες απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς για το πλαίσιο της ηλικίας του. Θα το επαναλάβω: η γραμμική πρόοδος, η Πλατωνική αυτή ιδέα, δεν αποτελεί τον κανόνα.

Η ανθρώπινη φύση, η ευτυχία και οι αποσπασματικές μεγάλες ανταμοιβές
Ας αναλύσουμε τώρα τη βασική ιδέα που βρίσκεται πίσω από εκείνο που οι ερευνητές αποκαλούν ηδονική ευτυχία.

Όταν κανείς κερδίζει 1.000.000 δολάρια μέσα σε μια χρονιά, τίποτε όμως στα εννιά χρόνια που προηγήθηκαν, δεν αισθάνεται την ίδια απόλαυση με το αν λάμβανε το ίδιο μεν σύνολο ισοκατανεμημένο όμως στην ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή 100.000 κάθε χρόνο επί δέκα χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για το αντίστροφο – αν, δηλαδή, βγάλεις ένα μεγάλο ποσό την πρώτη χρονιά, ύστερα όμως τίποτε για την υπόλοιπη περίοδο. Κατά κάποιον τρόπο, το σύστημα απόλαυσής σου θα κορεσθεί σχετικά γρήγορα, δεν θα μεταφέρει στην επόμενη χρήση το ηδονικό υπόλοιπο όπως γίνεται με τον φόρο σε μία δήλωση εισοδήματος. Μάλιστα η ευτυχία σου εξαρτάται πολύ περισσότερο από τις φορές που επέρχεται θετική αίσθηση, εκείνο δηλαδή που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «θετική συγκίνηση», παρά από την ένταση με την οποία αυτή καταγράφεται. Με άλλα λόγια, τα καλά νέα είναι πρώτον και κύριον καλά νέα: το πόσο καλά, δεν ενδιαφέρει και τόσο. Προκειμένου να έχεις λοιπόν μια καλή ζωή, θα ’πρεπε να μοιράζεις αυτές τις «συγκινήσεις» όσο το δυνατόν ομαλότερα στον χρόνο. Πολλά μετρίως καλά νέα είναι καλύτερα από μια μεμονωμένη, αποσπασματική περίπτωση υπέροχων νέων.

Ατυχώς, μάλιστα, μάλλον είναι χειρότερο να κερδίσεις 10.000.000 κι ύστερα να χάσεις τα 9.000.000 από το να μην έχεις κερδίσει τίποτε απολύτως! Ασφαλώς θα έχεις αποκτήσει ένα εκατομμύριο (σε σύγκριση με το τίποτε), όμως μπορεί να είναι καλύτερο να είχες μείνει στο τίποτε. (Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν ότι έχεις ενδιαφέρον για τις οικονομικές ανταμοιβές.)

Συνεπώς, από μια στενή λογιστική οπτική γωνία, που θα την ονομάσω εδώ «ηδονικό αλγόριθμο», δεν αποτελεί αποδοτική επιλογή να ρίχνει κανείς τα ζάρια για να πετύχει το ένα μεγάλο κέρδος. Η Μητέρα Φύση μάς προόρισε να αποκομίζουμε απόλαυση από μια σταθερή ροή ευχάριστων μικρών, αλλά πάντως σταθερών, ανταμοιβών.Όπως ήδη είπα, οι ανταμοιβές δεν χρειάζεται να είναι μεγάλες, αρκεί να είναι συχνές – λίγο απ’ εδώ, λίγο απ’ εκεί. Μην ξεχνάτε ότι η κυριότερη ικανοποίησή μας προερχόταν, επί χιλιάδες χρόνια, από το φαγητό και το νερό (συν από κάτι άλλο, πιο ιδιωτικό)· ενώ λοιπόν αυτά τα χρειαζόμαστε σταθερά, δεν αργούμε να φθάσουμε στο σημείο του κορεσμού.

Το πρόβλημα, ασφαλώς, έγκειται στο ότι δεν ζούμε σ’ ένα περιβάλλον όπου τα αποτελέσματα προκύπτουν με σταθερό τρόπο – στην ανθρώπινη ιστορία κυριαρχούν εν πολλοίς οι Μαύροι Κύκνοι. Είναι κρίμα που η σωστή στρατηγική για το τωρινό μας περιβάλλον μπορεί να μη μας επιφυλάσσει εσωτερικές ανταμοιβές και θετική ανάδραση για τις προσπάθειές μας.

Η ίδια ιδιότητα, με αντίστροφη φθορά, εφαρμόζεται και στη δυστυχία μας. Καλύτερα να συγκεντρώνεται όλο το κακό που υφίστασαι σε μια σύντομη περίοδο, παρά να εκτυλίσσεται με μακρότερη διάρκεια.

Όμως, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που κατορθώνουν να υπερβαίνουν την ασυμμετρία δυστυχίας και χαράς, να ξεφεύγουν από το ηδονικό έλλειμμα, να βγάζουν τον εαυτό τους έξω απ’αυτό το παιχνίδι – και να ζουν με την ελπίδα.

NASSIM NICHOLAS TALEB, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ