Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (176-253)

Αποτέλεσμα εικόνας για Οἰδίπους ἐπὶ ΚολωνῷΧΟ. οὔ τοι μήποτέ σ᾽ ἐκ τῶνδ᾽ ἑδράνων, ὦ [στρ. β]
γέρον, ἄκοντά τις ἄξει.
ΟΙ. ἔτ᾽ οὖν; ΧΟ. ἔτι βαῖνε πόρσω.
180 ΟΙ. ἔτι; ΧΟ. προβίβαζε, κούρα,
πόρσω· σὺ γὰρ ἀίεις.
ΑΝ. ‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
ΟΙ. ‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
ΑΝ. ‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
ἕπεο μάν, ἕπε᾽ ὧδ᾽ ἀμαυ-
ρῷ κώλῳ, πάτερ, ᾇ σ᾽ ἄγω.
ΟΙ. ‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
ΧΟ. τόλμα ξεῖνος ἐπὶ ξένης,
185 ὦ τλάμων, ὅ τι καὶ πόλις
τέτροφεν ἄφιλον ἀποστυγεῖν
καὶ τὸ φίλον σέβεσθαι.

ΟΙ. ἄγε νυν σύ με, παῖ,
ἵν᾽ ἂν εὐσεβίας ἐπιβαίνοντες
190 τὸ μὲν εἴποιμεν, τὸ δ᾽ ἀκούσαιμεν,
καὶ μὴ χρείᾳ πολεμῶμεν.

ΧΟ. αὐτοῦ· μηκέτι τοῦδ᾽ αὐτοπέτρου βή- [αντ. β]
ματος ἔξω πόδα κλίνῃς.
ΟΙ. οὕτως; ΧΟ. ἅλις, ὡς ἀκούεις.
195 ΟΙ. ἦ ἑσθῶ; ΧΟ. λέχριός γ᾽ ἐπ᾽ ἄκρου
λάου βραχὺς ὀκλάσας.
ΑΝ. πάτερ, ἐμὸν τόδ᾽· ἐν ἡσύχῳ …
ΟΙ. ἰώ μοί μοι …
ΑΝ. βάσει βάσιν ἅρμοσαι,
200 γεραὸν ἐς χέρα σῶμα σὸν
προκλίνας φιλίαν ἐμάν.
ΟΙ. ὤμοι δύσφρονος ἄτας.
ΧΟ. ὦ τλάμων, ὅτε νῦν χαλᾷς,
αὔδασον· τίς ἔφυς βροτῶν;
205 τίς ὁ πολύπονος ἄγῃ; τίν᾽ ἂν
σοῦ πατρίδ᾽ ἐκπυθοίμαν;

ΟΙ. ὦ ξένοι, ἀπόπτολις· ἀλλὰ μὴ … [επωδ.]
ΧΟ. τί τόδ᾽ ἀπεννέπεις, γέρον;
210 ΟΙ. μή, μή μ᾽ ἀνέρῃ τίς εἰμι,
μηδ᾽ ἐξετάσῃς πέρα ματεύων.
ΧΟ. τί τόδ᾽; ΟΙ. αἰνὰ φύσις. ΧΟ. αὔδα.
ΟΙ. τέκνον, ὤμοι, τί γεγώνω;
ΧΟ. τίνος εἶ σπέρματος, ‹ὦ›
215 ξένε, φώνει, πατρόθεν;
ΟΙ. ὤμοι ἐγώ, τί πάθω, τέκνον ἐμόν;
ΑΝ. λέγ᾽, ἐπείπερ ἐπ᾽ ἔσχατα βαίνεις.
ΟΙ. ἀλλ᾽ ἐρῶ· οὐ γὰρ ἔχω κατακρυφάν.
ΧΟ. μακρὰ μέλλετέ γ᾽· ἀλλὰ τάχυνε.
220 ΟΙ. Λαΐου ἴστε τιν᾽ ‹ὄντ᾽› ἀπόγονον; ΧΟ. ἰού.
ΟΙ. τό τε Λαβδακιδᾶν γένος; ΧΟ. ὦ Ζεῦ.
ΟΙ. ἄθλιον Οἰδιπόδαν; ΧΟ. σὺ γὰρ ὅδ᾽ εἶ;
ΟΙ. δέος ἴσχετε μηδέν, ὅσ᾽ αὐδῶ.
ΧΟ. ἰώ, ὢ ὤ. ΟΙ. δύσμορος. ΧΟ. ὢ ὤ.
225 ΟΙ. θύγατερ, τί ποτ᾽ αὐτίκα κύρσει;
ΧΟ. ἔξω πόρσω βαίνετε χώρας.
ΟΙ. ἃ δ᾽ ὑπέσχεο ποῖ καταθήσεις;
ΧΟ. οὐδενὶ μοιριδία τίσις ἔρχεται
230 ὧν προπάθῃ τὸ τίνειν· ἀπάτα δ᾽ ἀπά-
ταις ἑτέραις ἑτέρα παραβαλλομέ-
να πόνον, οὐ χάριν, ἀντιδίδωσιν ἔ-
χειν. σὺ δὲ τῶνδ᾽ ἑδράνων πάλιν ἔκτοπος
αὖθις ἄφορμος ἐμᾶς χθονὸς ἔκθορε,
235 μή τι πέρα χρέος
ἐμᾷ πόλει προσάψῃς.

ΑΝ. ὦ ξένοι αἰδόφρονες,
ἀλλ᾽ ἐπεὶ γεραὸν πατέρα
τόνδ᾽ ἐμὸν οὐκ ἀνέτλατ᾽ ἔργων
240 ἀκόντων ἀίοντες αὐδάν,
ἀλλ᾽ ἐμὲ τὰν μελέαν, ἱκετεύομεν,
ὦ ξένοι, οἰκτίραθ᾽, ἃ
πατρὸς ὑπὲρ τοὐμοῦ ‹˘ ˘› ἄντομαι,
ἄντομαι οὐκ ἀλαοῖς προσορωμένα
245 ὄμμα σὸν ὄμμασιν, ὥς τις ἀφ᾽ αἵματος
ὑμετέρου προφανεῖσα, τὸν ἄθλιον
αἰδοῦς κῦρσαι· ἐν ὔμμι γὰρ ὡς θεῷ
κείμεθα τλάμονες· ἀλλ᾽ ἴτε, νεύσατε
τὰν ἀδόκητον χάριν,
250 πρός σ᾽ ὅ τι σοι φίλον ἐκ σέθεν ἄντομαι,
ἢ τέκνον ἢ λέχος ἢ χρέος ἢ θεός.
οὐ γὰρ ἴδοις ἂν ἀθρῶν βροτὸν ὅστις ἄν,
εἰ θεὸς ἄγοι,
ἐκφυγεῖν δύναιτο.

***
ΧΟ. Γέροντα, να ᾽σαι σίγουρος, χωρίς τη θέλησή σου,κανείς δεν πρόκειται να σε κουνήσειαπ᾽ αυτά τα μέρη.180ΟΙ. Να προχωρήσω κι άλλο; ΧΟ. Ακόμη λίγο, πιο μπροστά.ΟΙ. Τόσο σου φτάνει; ΧΟ. Κόρη, εσύ που ακούς και βλέπεις,οδήγησέ τον προς τα μπρος.ΑΝ. Συμβάδιζε, πατέρα, βάδιζε μαζί μουμε το τυφλό σου πόδι, όπου σε πάω εγώ.ΧΟ. Τόλμησε, δύστυχε, ξένος σε ξένη χώρα,185ό,τι στην πόλη αφίλητο φουντώνει, κι εσύ να το μισείς,το φιλικό της όμως να το σέβεσαι.ΟΙ. Κόρη μου, οδηγός μου γίνε, όπουτο χώμα της ευσέβειας πατώντας πια,190και θα μιλάμε και θ᾽ ακούμε,χωρίς να πολεμάμε την ανάγκη.
ΧΟ. Στάσου. Και μην απλώσεις πόδιέξω απ᾽ το βάθρο, στον βράχο φυτρωμένο.ΟΙ. Έτσι; ΧΟ. Αρκεί, όπως ακούς.195ΟΙ. Μπορώ και να καθίσω; ΧΟ. Λοξά στην άκρη αυτήςτης πέτρας, λυγίζοντας λίγο τα γόνατα.ΑΝ. Άσε, πατέρα, το έργο αυτό δικό μου. Ήρεμα τώρα —ΟΙ. ιώ, ιώ.ΑΝ. το βήμα σου στο βήμα μου συνάρμοσε,200στηρίζοντας το γέρικο κορμί σουστο φιλικό μου χέρι.ΟΙ. Ω τύφλα μου καταραμένη.ΧΟ. Ταλαίπωρε, τώρα που πια χαλάρωσες,μίλα, ποιά είναι η φύτρα σου;205ποιός είσαι, που πολύπαθος τραβιέσαι;ποιά η πατρίδα σου; θέλω να μάθω.
ΟΙ. Εξορισμένος, ξένε, αλλά μη —ΧΟ. Γιατί το αρνείσαι, γέρο;210ΟΙ. μη, μη, μη με ρωτάς ποιός είμαι,μην ψάχνεις να μάθεις περισσότερα.ΧΟ. Και πώς αυτό; ΟΙ. Φύτρα φριχτή. ΧΟ. Μίλα.ΟΙ. Παιδί μου, αλίμονο, τί πρέπει να φωνάξω;ΧΟ. Ποιανού είσαι σπόρος; πες215ποιός είναι, ξένε, ο πατέρας σου.ΟΙ. Αλίμονό μου, κόρη, τί μου μέλλεται;ΑΝ. Μίλα, γιατί έχεις φτάσει πια στην άκρη.ΟΙ. Ναι, θα μιλήσω, αφού δεν έχω πιαπώς να κρυφτώ.ΧΟ. Μην το τραβάτε κι άλλο, μίλα.220ΟΙ. Του Λάιου γνωρίζετε κάποιον απόγονο; ΧΟ. Ιού.ΟΙ. Και των Λαβδακιδών το γένος; ΧΟ. Δία!ΟΙ. Και τον πανάθλιο Οιδίποδα; ΧΟ. Είσαι αυτός εσύ;ΟΙ. Μ᾽ αυτά που λέω, μη σας πιάνει πανικός.ΧΟ. Ιώ, ιώ. ΟΙ. Εγώ ο δύσμοιρος. ΧΟ. Ιώ, ιώ.225ΟΙ. Κόρη μου, τώρα τί θα γίνει;ΧΟ. Έξω αποδώ, τραβάτε, από τη χώρα μας μακριά.ΟΙ. Κι όσα υποσχέθηκες; Πώς θα τα ξεπληρώσεις;ΧΟ. Η εκδίκηση της μοίρας κανέναν δεν τον πιάνει,230αν πρώτος αυτός αδικηθεί. Κι όταν η απάτη αντικρίζεταιμ᾽ άλλες απάτες, έχει τον πόνο αντίδοτο,όχι τη χάρη. Γι᾽ αυτό κι εσύ σήκω αποδώ,γρήγορα πάρε πόδι από τη χώρα μου,235και δρόμο. Μήπως την πόλη μου μολύνειπαραπανίσιο μίασμα.ΑΝ. Ω ξένοι πονόψυχοι, αντον τίμιο γέρο, τον πατέρα μου, δεν ανεχτήκατε240ακούγοντας την άθλια φήμη του, έργα ωστόσο ακούσια,εμένα λέω την έρημη, ξένοι, παρακαλώ, εμέναλυπηθείτε, για χάρη του πατέρα μου στα γόναταπροσπέφτω, με μάτια όχι τυφλά εγώ σας ικετεύω,245το βλέμμα μου στο βλέμμα σας προσβλέποντας, σαν να ᾽μουναίμα σας, συμπάθεια δείξτε στον πανάθλιο, γιατίαπό σας κρεμόμαστε, σάμπως από θεό, οι ταλαίπωροι,ελάτε τώρα, πείτε ναι στη χάρη την ανέλπιστη,250σ᾽ ό,τι δικό σου έχεις σ᾽ εξορκίζω κι αγαπάς,παιδί, γυναίκα, θησαυρό, θεό, γιατίόπου κι αν ψάξεις γύρω, δεν θα βρειςθνητό που, αν κάποιος θεός τον κατατρέχει,μπόρεσε να γλιτώσει.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ1. Ἤ προ­σω­κρα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης

Ὁ ὁ­ρι­σμός τοῡ Zeller[1] σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο «σο­φί­α», «στήν ἑλ­λη­νι­κή ἐκ­δο­χή τοῦ ὅ­ρου, σή­μαι­νε πάν­τα ἐ­κτός ἀ­πό τή θε­ω­ρη­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου καί μιάν ὁ­ρι­σμέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά στή ζω­ή», δι­και­ώ­νε­ται μέ τόν Ξε­νο­φά­νη, τόν ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἀ­πό τήν Κο­λο­φώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἄν καί δέν ἔ­δρα­σε πο­λι­τι­κά, ὅ­πως ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, οὔ­τε ρί­ζω­σε σέ μί­α πό­λη, δέν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρος γιά τά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα: τήν πο­λι­τι­κή του συ­νεί­δη­ση ἐκ­φρά­ζει ὁ λό­γος του ὅ­τι «ἡ σο­φί­α» εἶ­ναι κύ­ριος συν­τε­λε­στής τῆς εὐ­νο­μί­ας καί τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης (Β 2.19,22). Τό ἀ­γω­νι­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ πνεύ­μα­τός του ἐκ­δη­λώ­νει ἡ πο­λε­μι­κή στά ψεύ­δη τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ Ὁ­μή­ρου καί τοῦ Ἡ­σι­ό­δου καί τό θαρ­ρα­λέ­ο κή­ρυγ­μα γιά τόν ἕ­να λο­γι­κό θε­ό, κυ­βερ­νή­τη τῶν «πάν­των». Τά βι­ο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να φα­νε­ρώ­νουν μί­α φύ­ση ἀ­νει­ρή­νευ­τη πού ζή­τη­σε νά ἀ­νοι­χθεῖ στόν χῶ­ρο τῆς ζω­ῆς καί τῆς γνώ­σης: ὁ ἴ­διος λέ­ει ὅ­τι ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια γύ­ρι­ζε, θαρ­ρα­λέ­ος ἀ­πο­δη­μη­τής, ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο (Β 8), πέ­ρα­σε ἀ­πό ὅ­λα τά πε­δί­α τῆς ἔ­ρευ­νας ζη­τών­τας τήν κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση (Β 34) γιά τόν θε­ό καί τά «πάν­τα» καί πραγ­μά­τω­σε τό γνω­στι­κό, αἰ­σι­ό­δο­ξο πι­στεύ­ω του, ὅ­τι μέ τόν χρό­νο καί τήν ἔ­ρευ­να βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι τό κα­λύ­τε­ρο («χρό­νῳ ζη­τοῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον», Β 18).
 
Ἡ φι­λο­μά­θεια τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τήν ὁ­ποί­α ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος (Β 40) κα­τά­λα­βε ὡς ἁ­πλή πο­λυ­μά­θεια θέ­τον­τάς την δί­πλα στήν πο­λυ­γνω­σί­α τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων, εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀρ­χα­ϊ­κοῦ πνεύ­μα­τος: «πολ­λῶν ἵ­στο­ρες» πρέ­πει νά εἶ­ναι οἱ φι­λό­σο­φοι ἄν­δρες[2], σύμ­φω­να μέ τή ρή­ση τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του (Β 35), ἀλ­λ’ ὡς θη­ρευ­τές τῆς ἀ­λή­θειας. Ἀ­πέ­ναν­τι στά πο­λυ­ποί­κι­λα καί πο­λυ­ώ­νυ­μα πρό­σω­πα τῶν θε­ῶν τοῦ μύ­θου, τά «πλά­σμα­τα τῶν προ­τέ­ρων», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τά ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ξε­νο­φά­νης (Β 1. 22), καί στήν ἄ­λο­γη ποι­η­τι­κή φαν­τα­σί­α στέ­κον­ται μέ ἐ­πι­τι­μη­τι­κή δι­ά­θε­ση ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος («σο­φί­η ἀ­λη­θέ­α λέ­γειν», Β 112). Στήν ἀ­λή­θεια στη­ρί­ζε­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης. Καί ἐ­νῶ ὁ Ἡ­σί­ο­δος ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι οἱ Μοῦ­σες του λέ­γουν καί ψεύ­δη «ἐ­τύ­μοι­σιν ὁ­μοῖ­α», οἱ προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι στήν ἀ­λή­θεια ζη­τοῦν νά στη­ρί­ξουν τή δι­δα­σκα­λί­α τους· δι­δα­σκα­λί­α ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο δόγ­μα ἤ προ­φη­τεί­α, ὅ­πως ἦ­ταν στήν Ἀ­να­το­λή[3], ὅ­που τά ἱ­ε­ρα­τεῖ­α καί ἡ θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς ζω­ῆς, ἀλ­λά λο­γι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση ἤ τῆς ἀρ­χῆς τοῦ γί­γνε­σθαι ἤ τῆς οὐ­σί­ας τοῦ εἶ­ναι.
 
Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα δί­νε­ται, ἔ­χει ἄλ­λο­τε ἐμ­πει­ρι­κή προ­έ­λευ­ση, ὅ­πως στούς Μι­λή­σιους, τούς πρώ­τους «εἰς ἐ­πί­σκε­ψιν τῶν ὄν­των ἐλ­θόν­τας καί φι­λο­σο­φή­σαν­τας πε­ρί τῆς ἀ­λή­θειας»[4]: ἐ­δῶ ὅ­μως ἡ ὅ­ρα­ση ἔ­γι­νε μέ με­γά­λη ἀ­φαί­ρε­ση καί νο­η­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ μι­λή­σια κο­σμο­λο­γί­α εἶ­ναι καί θε­ο­λο­γί­α· ἄλ­λο­τε πρό­κει­ται γιά κρά­μα κρι­τι­κοῦ, ἐ­λεγ­κτι­κοῦ νοῦ καί συ­ναί­σθη­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ὅ­πως στόν Ξε­νο­φά­νη· ἄλ­λο­τε ἡ νό­η­ση κυ­ρι­εύ­ει τό ὄν καί ταυ­τί­ζε­ται μέ αὐ­τό, ὅ­πως στόν Παρ­με­νί­δη (Β 3.6), χω­ρίς, βέ­βαι­α, νά παίρ­νει ἐ­δῶ, μέ ἄ­με­ση αὐ­το­ε­πι­στρο­φή - πράγ­μα πού θά γί­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἀ­πό τήν πλα­τω­νι­κή φι­λο­σο­φί­α - συ­νεί­δη­ση γιά τό δι­κό της εἶ­ναι[5].
 
Ἡ μέ­θο­δος τῆς ἔ­ρευ­νας τῶν προ­σω­κρα­τι­κῶν φι­λο­σό­φων κα­θο­ρί­στη­κε ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ: ἀ­φε­τη­ρί­α στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας στά­θη­κε ἡ φύ­ση[6]. Σ’ αὐ­τήν ἀ­να­ζή­τη­σαν οἱ Μι­λή­σιοι μιάν αἰ­ώ­νια ἀρ­χή, τήν ὁ­ποί­α ἐν­νό­η­σαν ὡς θε­ϊ­κή δύ­να­μη ἀ­γέν­νη­τη καί ἀ­νώ­λε­θρη κι ὡς ἀ­παρ­χή τοῦ γί­γνε­σθαι. Ὁ Θα­λῆς θε­ώ­ρη­σε τό νε­ρό φυ­σι­κή συ­νε­κτι­κή δύ­να­μη, ἔμ­ψυ­χη καί θε­ϊ­κή. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος προί­κι­σε τό Ἄ­πει­ρο μέ θε­ϊ­κές ἰ­δι­ό­τη­τες. Ὁ Ξε­νο­φά­νης σχη­μά­τι­σε τό κο­σμο­εί­δω­λό του καί μέ πα­ρα­τη­ρή­σεις τῆς ἐμ­πει­ρί­ας καί μέ ὀρ­θο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῶν σχε­τι­κῶν μέ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να μύ­θων. Οἱ ὀν­το­λό­γοι Ἐ­λε­ά­τες, ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­καν τήν κί­νη­ση, ἀ­να­φέρ­θη­καν στή φύ­ση ἤ γιά νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σουν τό ἀ­πό­λυ­το κύ­ρος τοῦ ὄν­τος, ὅ­πως ἔ­κα­νε ὁ Παρ­με­νί­δης στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου του Πε­ρί Φύ­σε­ως, ὅ­που ἐκ­θέ­τει τίς «δό­ξες τῶν βρο­τῶν» (Β 8. 51- 52)[7], η, ὅ­πως ὁ Μέ­λισ­σος, γιά νά ἐ­λέγ­ξουν τούς φυ­σι­κούς φι­λο­σό­φους, δεί­χνον­τας τό με­τα­βλη­τό χα­ρα­κτή­ρα τῆς φυ­σι­κῆς πολ­λό­τη­τας καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σης.
 
Ὁ Ξε­νο­φά­νης, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν ἑρ­μη­νεί­α πού ἔ­δω­σε στή δι­δα­σκα­λί­α του ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης[8], φαί­νε­ται νά θε­ώ­ρη­σε τή σχέ­ση θε­οῦ καί κό­σμου ὡς ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ἀ­νά­με­σα σέ ἕ­να θε­ό, νοῦ ρυθ­μι­στή, αἰ­ώ­νιο καί ἄ­ναρ­χο, καί σέ ἕ­να κι­νού­με­νο ἀ­πό αὐ­τον σύμ­παν.
 
Ἐ­κτός ἀ­πό τά δύ­ο βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα τοῦ θε­οῦ καί τοῦ κό­σμου, ὅ­λα τά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα, μέ ἐ­ξαί­ρε­ση τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό[9], πῆ­ραν θέ­ση στόν θε­μα­τι­κό ὁ­ρί­ζον­τα τῆς πρώ­της ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Σχε­τι­κά μέ τό γνω­σι­ο­λο­γι­κό ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι τά γνω­στι­κά ὅ­ρια τά κα­θο­ρί­ζει ἡ φύ­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου[10]· ἐ­κτός ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ (Β 3) καί ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι ἀρ­νοῦν­ται πί­στη στήν αἴ­σθη­ση καί φθά­νουν νά ὑ­ψώ­σουν τή νό­η­ση ὡς ἐ­κεῖ πού δέν ξε­χω­ρί­ζει πιά ἡ λο­γι­κή ἀ­πό τήν ὀν­το­λο­γί­α. Μέ τήν ἀ­κά­μα­τη ἔ­ρευ­να καί τήν πί­στη στήν ἀ­λή­θεια τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους κα­τα­ξί­ω­σαν καί τή γνώ­ση - στή φι­λο­σο­φί­α μά­λι­στα τοῦ Ξε­νο­φά­νη αὐ­τή ἡ κα­τα­ξί­ω­ση, σέ ὀρ­γα­νι­κή συ­νάρ­τη­ση μέ τήν ἰ­δέ­α τῆς προ­ό­δου (Β 18), ἀ­πο­τε­λεῖ καί ὑ­περ­χρο­νι­κό δί­δαγ­μα - καί τήν αἰ­σι­ό­δο­ξη θε­ώ­ρη­ση τῆς ζω­ῆς, πράγ­μα πού θά ἀ­να­τρέ­ψουν σέ λί­γο οἱ «μι­σο­λό­γοι» σο­φι­στές μέ τόν ἀ­γνω­στι­κι­σμό τους καί τήν ἀ­πό αὐ­τόν γεν­νη­μέ­νη ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α τους.
 
Στό πρό­βλη­μα τῆς πρά­ξης ἔ­σκυ­ψε καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ ἀρ­χα­ϊ­κός νοῦς μέ τά ἠ­θι­κά δι­δάγ­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του καί τοῦ Δη­μο­κρί­του[11] καί προ­ε­τοί­μα­σε ἔ­τσι τή σω­κρα­τι­κή-πλα­τω­νι­κή ἔ­ρευ­να γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά καί δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ζω­ῆς.
 
2. Ἡ ποι­η­τι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη
 
Ὁ στο­χα­σμός τῶν πρώ­των Ἑλ­λή­νων φι­λο­σό­φων ἐκ­φρά­στη­κε εἴ­τε μέ στί­χους εἴ­τε μέ πε­ζό λό­γο. Μέ­ρος τῆς ἀ­ξί­ας τῶν ἀρ­χα­ϊ­κῶν φι­λο­σο­φη­μά­των πη­γά­ζει ἀ­πό τή γο­η­τεί­α το­ϋ ξε­χω­ρι­στοῦ κά­θε φο­ρᾶ ὕ­φους: στόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ π.χ. τό ὕ­φος εἶ­ναι ποι­η­τι­κό-ρη­το­ρι­κό, στόν Ἡ­ρά­κλει­το χρη­σμι­κό, στόν Ξε­νο­φά­νη καί τόν Παρ­με­νί­δη ποι­η­τι­κό. Εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ὑ­στε­ροῦν σέ ἐκ­φρα­στι­κή χά­ρη ἔρ­γα ὅ­πως τοῦ Ζή­νω­νος, ὅ­που ἡ δι­α­λε­κτι­κή μο­νο­πω­λεῖ τήν ἔκ­φρα­ση κι ὁ στο­χα­σμός ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τρό­πο ἄ­μου­σο, στε­γνό καί κλει­στό[12]. Στή μι­λή­σια φι­λο­σο­φί­α ὁ κα­θαυ­τό φυ­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἔ­ρευ­νας ἀ­πο­κλεί­ει ἴ­σως τό ποι­η­τι­κό πε­ρί­βλη­μα. Ἐ­δῶ, ὅ­μως, στό μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου ὑ­πάρ­χει γνή­σια ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση[13].
 
Ἡ χρή­ση τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου σέ με­ρι­κά ἀ­πό τά ἀρ­χα­ϊ­κά φι­λο­σο­φή­μα­τα εἶ­ναι δυ­να­τό νά θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τῆς ὀρ­φι­κῆς καί τῆς λυ­ρι­κῆς ποί­η­σης. Στόν πα­ρά­γον­τα τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης καί τῆς συμ­βί­ω­σης ποι­η­τῶν, καλ­λι­τε­χνῶν, φι­λο­σό­φων[14] πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με καί μί­α προ­σω­πι­κή κά­θε φο­ρά ἀ­νάγ­κη πα­ρά­στα­σης αὐ­τοῦ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ φύ­ση δέν ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τόν ἁ­πλό λό­γο. Ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη τῆς μορ­φῆς, πού θά γεν­νή­σει, πα­ρά τήν ἀρ­νη­τι­κή στά­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ της ἀ­πέ­ναν­τι στήν ποί­η­ση, τόν «εἰ­κό­τα μῦ­θον»[15] καί τά ἄλ­λα σχή­μα­τα τῆς με­τα­φυ­σι­κῆς πλα­τω­νι­κῆς ποί­η­σης, γεν­νᾶ καί τα σύμ­βο­λα καί τα ποι­η­τι­κά ἐκ­φρα­στι­κά μέ­σα τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἔ­τσι τό ὡ­ραῖ­ο γί­νε­ται ἀν­ταύ­γεια τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ, μιά καί ἡ ποί­η­ση εἶ­ναι ὄ­χι μό­νον «ἡ­δεῖ­α ἀλ­λά καί ὠ­φε­λί­μη πρός τάς πο­λι­τεί­ας καί τόν βί­ον τόν ἀν­θρώ­πι­νον»[16]. Ποί­η­ση καί φι­λο­σο­φί­α, δύ­ο κύ­κλοι τούς ὁ­ποί­ους ἀ­νοί­γουν δι­α­φο­ρε­τι­κές λει­τουρ­γί­ες το­ΰ πνεύ­μα­τος - μέ γνώ­μο­να ἡ μί­α τή μορ­φή, ἡ ἄλ­λη τήν ἀ­λή­θεια - μο­λο­νό­τι δέν ταυ­τί­ζον­ται πο­τέ, μπαί­νουν συ­χνά ὁ ἕ­νας μέ­σα στόν ἄλ­λο. Μέ αὐ­τή τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­είσ­δυ­ση ποί­η­σης καί φι­λο­σο­φί­ας «τό πνεῦ­μα δέν χαν­τα­κώ­νε­ται ἀ­πό τή γνώ­ση»[17].
 
Ἀ­πό τούς πρώ­τους πού ἔμ­με­τρα φι­λο­σο­φοῦν, πιό ποι­η­τι­κά ἔ­δω­σαν τόν στο­χα­σμό τούς ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἐκ­φρά­ζε­ται βέ­βαι­α μέ στί­χους, εἰ­κό­νες καί συμ­βο­λα[18] καί ἔ­χει ἐ­πεν­δύ­σει μέ ποι­η­τι­κή με­γα­λο­πρέ­πεια τή θε­ω­ρί­α τοῦ ὄν­τος, ὅ­μως τό πε­ρί­βλη­μα αὐ­τό δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζει τήν οὐ­σί­α, τό κα­θαυ­τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του. Για­τί δέν ἀρ­κεῖ ὁ ποι­η­τι­κός ρυθ­μός, γιά νά μι­λή­σο­με γιά ποι­η­τι­κή φι­λο­σο­φί­α. Πα­ράλ­λη­λα μέ τή θέρ­μη τῆς ἔκ­φρα­σης πρέ­πει νά γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ στο­χα­σμός εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἔμ­μορ­φος. Ἔ­τσι ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς π.χ. - μο­λο­νό­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δέν τόν ἀ­ριθ­μεῖ στούς ποι­η­τές, ὅ­ταν τόν συγ­κρί­νει μέ τόν Ὅ­μη­ρο[19] - ὑ­πῆρ­ξε καί ἀ­λη­θι­νός ποι­η­τής, για­τί, πά­λι κα­τά τόν Στα­γι­ρί­τη: «καί δει­νός πε­ρί τήν φρά­σιν γέ­γο­νε, με­τα­φο­ρι­κός τέ ὤν καί τοῖς ἄλ­λοις τοῖς πε­ρί ποι­η­τι­κήν ἐ­πι­τεύγ­μα­σι χρώ­με­νος»[20].
 
Ὁ Ξε­νο­φά­νης, πού γρά­φει στί­χους ὡς τά ἐ­νε­νήν­τα δυ­ό του χρό­νια (Β 8)[21], ὑ­πῆρ­ξε ποι­η­τής ὄ­χι μό­νο πρίν γί­νει φι­λό­σο­φος, ἀλ­λά σέ ὅ­λη του τή ζω­ή· ὅ­πως θά δεί­ξο­με, στά­θη­κε τό­σο ποι­η­τής, ὥ­στε δύ­σκο­λα κά­ποι­ος μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­λέ­ξει προ­κει­μέ­νου νά τόν χα­ρα­κτη­ρί­σει: ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἤ φι­λό­σο­φο-ποι­η­τή. Στούς φι­λο­σο­φι­κούς, π.χ., στί­χους τοῦ Κο­λο­φώ­νιου, πα­ράλ­λη­λα μέ τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἕ­ναν ἐ­πο­πτι­κό πλοῦ­το, μί­α τά­ση γιά δυ­να­τές ἀ­πει­κο­νί­σεις[22]. Ἡ ζω­ή γιά τόν Ξε­νο­φά­νη ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κός λό­γος γιά νά δι­α­τη­ρή­σει ἡ ἐκ­φρα­στι­κή δο­μή τοῦ στο­χα­σμοῦ του τόν ποι­η­τι­κό ρυθ­μό, πι­θα­νό­τα­τα ὀ­φει­λό­με­νο σέ ἔμ­φυ­τη ποι­η­τι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα καί στήν ἀ­με­σό­τη­τα μέ τήν ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση: τα­ξι­δευ­τής ἐ­ρευ­νη­τής καί στο­χα­στής, πού δι­έ­δι­δε προ­φο­ρι­κά στούς ἄλ­λους τό ἔρ­γο του, ὁ Ξε­νο­φά­νης ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἴ­σως νά τό μορ­φο­ποι­εῖ μέ ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐκ­φρα­στι­κό μέ­σο. Ἔ­τσι τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα του εἶ­ναι τό πιό πα­λαι­ό δεῖγ­μα φι­λο­σο­φι­κῆς ποί­η­σης στήν Ἑλ­λά­δα.
 
Ἡ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς στι­χουρ­γι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ἀ­πό τούς ἀρ­χαί­ους, ὅ­πως βλέ­πο­με στήν κρι­τι­κή τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου[23]: «...Ξε­νο­φά­νης καί Σό­λων καί Θέ­ο­γνις καί Φω­κυ­λί­δης... καί τῶν λοι­πῶν οἱ μή προ­σά­γον­τες πρός τά ποι­ή­μα­τα με­λω­δί­αν ἐκ­πο­νοῦ­σι τούς στί­χους τοῖς ἀ­ριθ­μοῖς καί τῇ τά­ξει τοῦ μέ­τρου καί σκο­ποῦ­σιν ὅ­πως αὐ­τῶν μη­δείς μή­τε ἀ­κέ­φα­λος μή­τε λα­γα­ρός μή­τε μεί­ου­ρος». Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τή μή χρη­σι­μο­ποί­η­ση με­λω­δί­ας ἀ­πό τόν κο­λο­φώ­νιο ποι­η­τή δί­νει ἕ­να στοι­χεῖ­ο γιά τόν δι­α­χω­ρι­σμό τῆς ποί­η­σής του ἀ­πό τήν τέ­χνη τῶν γνω­στῶν ρα­ψω­δῶν, μέ τήν ὁ­ποί­α φαί­νε­ται νά τή συ­σχε­τί­ζει ἡ πα­ρά­δο­ση καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος: ἡ φρά­ση τοῦ δο­ξο­γρά­φου «ἀλ­λά καί αὐ­τός ἐρ­ρα­ψῴ­δει τά ἑ­αυ­τοῦ» εἶ­ναι σέ δύ­ο ση­μεῖ­α προ­βλη­μα­τι­κή[24]: τί ση­μαί­νει τό «ἐρ­ρα­ψῴ­δει» καί τί ση­μαί­νει τό «καί αὐ­τός»; Στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ἦ­ταν σάν ἐ­κεί­νους τούς καλ­λι­τέ­χνες τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας πού, συ­χνά­ζον­τας σέ ἀρ­χον­τι­κά καί σέ πα­λά­τια, σέ πα­νη­γύ­ρεις ἤ σέ ἀ­γῶ­νες ἀ­πήγ­γελ­λαν ποι­ή­μα­τα τοῦ Ὁ­μή­ρου συρ­ρά­πτον­τας τά δι­ά­φο­ρα ἀ­πο­σπά­σμα­τα, ὁ­δη­γοῦν, ἐ­κτός ἀ­πό τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου, ἡ μαρ­τυ­ρη­μέ­νη ἀν­θο­μη­ρι­κή στά­ση τοῦ Κο­λο­φώ­νιου καί μί­α ση­μαν­τι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ ποι­η­τῆ: ἡ μαρ­τυ­ρί­α γιά τή μα­κρό­χρο­νη πε­ρι­πλά­νη­σή του ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο βο­η­θεῖ νά κα­τα­λά­βο­με τήν προ­φο­ρι­κή, ἀ­πό τόν ἴ­διο, δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του· ἐ­φό­σον ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ρί­ζω­σε σέ ἕ­να τό­πο οὔ­τε ἵ­δρυ­σε, ὅ­πως νο­μί­ζο­με, κά­που σχο­λή[25], χρη­σι­μο­ποί­η­σε καί αὐ­τός τόν ρα­ψω­δι­κό τρό­πο τῆς δι­ά­δο­σης τοῦ ποι­η­τι­κο­ΰ λό­γου, ὅ­πως οἱ ρα­ψω­δοί τοῦ Ὁ­μή­ρου καί ὁ Ἡ­σί­ο­δος, αὐ­τός ὅ­μως («ἀλ­λά») γιά νά δι­α­δώ­σει τά δι­κά του ἔρ­γα. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ ποι­η­τής-φι­λό­σο­φος, ὅ­σο κρά­τη­σε τό μα­κρύ τα­ξί­δι τῆς ζω­ῆς του, δι­ά­λε­γε, ἀ­νά­λο­γα μέ τό ἀ­κρο­α­τή­ριό του, καί ἀ­πήγ­γελ­λε δι­ά­φο­ρα μέ­ρη ἀ­πό τό ἔρ­γο του. Τήν «κα­τ’ ἐ­κλο­γήν» ἀ­παγ­γε­λί­α ἀ­πο­σπα­σμά­των ὑ­πα­γό­ρευ­ε βέ­βαι­α ἡ βι­ο­πο­ρι­στι­κή ἀ­ναγ­κη[26], ἀλ­λά κυ­ρί­ως καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη νά δι­δά­ξει ὁ ἴ­διος τίς ἰ­δέ­ες του στούς ἀν­θρώ­πους πού συ­ναν­τοῦ­σε στίς πε­ρι­πλα­νή­σεις του.
 
Δέν πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι τά σύ­νο­ρα με­τα­ξύ τοῦ πα­λαι­οῦ κό­σμου καί τοῦ νέ­ου, τοῦ μύ­θου καί τῆς λο­γι­κῆς, δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ὁ­λό­τε­λα χω­ρι­σμέ­να· ἡ φαν­τα­σί­α ζεῖ δί­πλα στό νε­ο­γέν­νη­το λο­γι­κό, ἡ ποί­η­ση κρα­τᾶ τά σκῆ­πτρα της κι ὁ ρα­ψω­δός πε­ρι­φέ­ρει τήν τέ­χνη του. Ὁ ἴ­διος ὁ Ξε­νο­φά­νης βλέ­πει τή γραμ­μή τῶν συ­νό­ρων: μέ τή σε­μνό­τη­τα πού ται­ριά­ζει στήν φι­λο­σο­φι­κή ποί­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι μό­νο ἔρ­γο ἔμ­πνευ­σης ἀλ­λά κυ­ρί­ως γνώ­σης, ὅ­πως θά πεῖ ὁ Πλά­των[27], παίρ­νει ἀ­πό τούς ρα­ψω­δούς τόν συρ­ρα­πτι­κό τρό­πο τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας γιά νά δι­α­δώ­σει ἰ­δέ­ες μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στήν πα­ρά­δο­ση ἤ ἐ­λε­γεῖ­ες ὅ­που ἀ­δί­στα­χτα προ­βάλ­λει τό ἐ­γώ του καί ὕ­μνους σέ πρό­σφα­τα ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα. Ἔ­τσι στή φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου ὑ­πάρ­χει ἡ ἔν­δει­ξη γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ πα­λαι­οῦ μέ­σου της δι­ά­δο­σης το­ΰ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πό­δει­ξη γιά τήν πα­ρου­σί­α τοῦ και­νού­ριου κό­σμου τῶν ἐ­πώ­νυ­μων πνευ­μα­τι­κῶν δη­μι­ουρ­γῶν, σο­φῶν καί φι­λο­σό­φων.
 
Μιά ἀ­κό­μη φρά­ση τοῦ ἴ­διου δο­ξο­γρά­φου εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή γιά τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό τοῦ πνεύ­μα­τος καί τοῦ ἔρ­γοῦ τοῦ κο­λο­φώ­νιου σο­φοῦ: «γέ­γρα­φε δέ», μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[28] γιά τόν Ξε­νο­φά­νη, «ἐν ἔ­πε­σι καί ἐ­λε­γεί­ας καί ἰά­μβους κα­θ’ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου, ἐ­πι­κό­πτων αὐ­τῶν τά πε­ρί θε­ῶν εἰ­ρη­μέ­να». Τά σω­ζό­με­να ξε­νο­φά­νεια ἀ­πο­σπά­σμα­τα εἶ­ναι ἑ­ξά­με­τρα[29], πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στή θε­ο­λο­γί­α, κο­σμο­λο­γί­α καί γνω­σι­ο­λο­γί­α - οἵ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες σέ σχέ­ση πάν­τα μέ τήν πρώ­τη -, ἐ­λε­γεῖ­ες[30] πού δι­έ­σω­σαν ὁ Ἀ­θή­ναι­ος καί ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[31] καί κα­θαυ­τό σκω­πτι­κά ποι­ή­μα­τα[32], στά ὁ­ποῖ­α ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός ἐ­πι­τί­θε­ται στόν Ὅ­μη­ρο καί στόν Ἡ­σί­ο­δο, στόν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­σμό τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί στίς προ­λή­ψεις τῶν συγ­χρό­νων του. Μό­νο ἕ­νας ἰ­αμ­βι­κός στί­χος σώ­ζε­ται (Β 14)[33]· ἴα­μβος ὅ­μως, στόν πλη­θυν­τι­κό, ση­μαί­νει σκω­πτι­κή ποί­η­ση· ἔ­τσι ἡ χρή­ση τῆς λέ­ξης ἐ­δῶ νο­μί­ζο­με ὅ­τι χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὅ­λα τά σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ὅ­που ἀ­νή­κουν καί οἱ στί­χοι ἐ­νάν­τια στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές. Οἱ ἑ­ξά­με­τροι στί­χοι πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στό κο­σμο­εί­δω­λο ἤ πε­ρι­έ­χουν τή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ φι­λο­σό­φου, εἶ­ναι ὅ­πως θά δεί­ξο­με, σύμ­φω­νοι μέ τό πνεῦ­μα τῆς κά­θαρ­σης τῆς θε­ό­τη­τας. Ό Diels πε­ρι­λαμ­βά­νει τούς στί­χους αὐ­τούς κά­τω ἀ­πό τόν γε­νι­κό τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως. Ὅ­μως τά Πε­ρί Φύ­σε­ως ἀ­πο­σπά­σμα­τα δέν φα­νε­ρώ­νουν λι­γό­τε­ρο ἀν­τι­μυ­θι­κή στά­ση ἀ­πό ὅ­σο ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ὁ Diels θε­ω­ρεῖ Σιλ­λους. Ἡ πο­λε­μι­κή τοῦ Ξε­νο­φά­νη γί­νε­ται φα­νε­ρή ἀ­πό τή χρή­ση τοῦ ἀρ­νη­τι­κοῦ «οὐ», πού ἀ­παν­τᾶ 10 φο­ρές μέ­σα σέ 29 στί­χους, μέ τίς πα­ραλ­λα­γές «οὐ­δέ», «οὔ­τε», «οὔ­τι». Δύ­ο φο­ρές ἐ­πί­σης ἀ­παν­τᾶ ἐ­δῶ ὁ ἀν­τι­θε­τι­κός σύν­δε­σμος «ἀλ­λά» (Β 25, Β 30). Στούς 18 στί­χους τούς ὁ­ποί­ους ὁ Diels χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς Σίλ­λους, ἡ ἄρ­νη­ση χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μιά φο­ρά (Β 18) καί τό «ἀλ­λά» τρεῖς (Β 14, Β 15, Β 18). Γιά τόν λό­γο αὐ­τό δέν θά μπο­ρού­σα­με νά δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος ἀ­πό ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἔρ­γο μέ τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως[34], ἀλ­λά θά ἐν­τά­ξο­με τούς στί­χους αὐ­τούς στό δεύ­τε­ρο εἶ­δος τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη, το ὁ­ποῖ­ο ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἰ­αμ­βι­κό καί ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νο­με ὅ­λα τά μή ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Κο­λο­φώ­νιου. Ἔ­τσι ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης ἔ­γρα­ψε δι­ά­φο­ρους στί­χους - κι ὄ­χι ἕ­να ὁ­μοι­ό­μορ­φο ἔρ­γο, ὅ­πως π.χ. ὁ Ἠ­σί­ο­δος - ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἄλ­λοι εἶ­ναι ἐ­λε­γεια­κοί καί ἄλ­λοι σκω­πτι­κοί, ἐ­πι­τι­μη­τι­κοί· μέ αὐ­τούς τούς τε­λευ­ταί­ους ἄ­σκη­σε ὁ ποι­η­τής πο­λε­μι­κή μέ ἐ­πώ­νυ­μο στό­χο, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στήν ὁ­μη­ρι­κή καί ἡ­σι­ό­δεια θε­ο­λο­γί­α. Ἡ ἀ­να­φο­ρά στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές δέν ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά χρή­ση σκω­πτι­κῶν ποι­η­μά­των μό­νο γιά τούς δι­κούς τους λό­γους σχε­τι­κά μέ τούς θε­ούς· ἐ­φό­σον, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, οἱ δύ­ο ποι­η­τές «ἐ­ποί­η­σαν» τήν ἑλ­λη­νι­κή θε­ο­λο­γί­α, ἡ μνεί­α φαί­νε­ται νά εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα τῆς πο­λε­μι­κῆς τοῦ Ξε­νο­φά­νη. Ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου, ὅ­που δι­α­χω­ρί­ζον­ται στό ἔρ­γο τοῦ Κο­λο­φώ­νιου τά ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πό τά «ἰ­αμ­βι­κά»[35] σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν δι­φυ­ῆ χα­ρα­κτή­ρα τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ Ξε­νο­φά­νη: τήν ποι­η­τι­κή κλί­ση του καί τό με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κό ἐ­πα­να­στα­τι­κό του πνεῦ­μα[36].
 
Στά ἱ­στο­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τίς με­γά­λες συν­θέ­σεις γιά τήν κτί­ση τῆς Κο­λο­φῶ­νος καί τόν ἀ­ποι­κι­σμό τῆς Ἐ­λέ­ας, ἀ­να­φέ­ρε­ται χω­ρι­στά ὁ ἴ­διος δο­ξο­γρά­φος[37]. Ἀλ­λ’ ἐ­δῶ καί ἡ γε­νι­κό­τη­τα τῆς σχε­τι­κῆς μαρ­τυ­ρί­ας καί ἡ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἔρ­γου θά ἐ­πέ­τρε­παν μό­νο εἰ­κα­σί­ες γύ­ρω ἀ­πό τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ποι­η­μά­των. Ἴ­σως θά μπο­ρού­σα­με νά θε­ω­ρή­σο­με τήν ἀ­πώ­λεια τῶν ποι­η­μά­των αὐ­τῶν ὡς ἔν­δει­ξη ὅ­τι εἶ­χαν δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σί­α στην ὅ­λη δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη.
 ----------------------- 
[1] Grundrib der Geschichte der griech. Philos., Leipzig[1]3, 1928, σ.4
[2] Πβ. ΗΡΟΔΟΤΟΥ, Α 30.
[3] Πβ. Ι.Ν. Θεοδωρακοπουλοϊ, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα4 Ἀθῆναι, 1964, σ. 15, Εὐ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ἀπό τοῦ μύθου εἰς τόν λόγον, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 30, Ch. Werner, La Philosophic grecque, Paris, 1966, σσ. 7-8.
[4] Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 2, 983 b 1-3.
[5] Βλ. Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ἔνθ’ ἄν., σ. 159 κ. ἐξ. Γιά τόν ὁριστικό χωρισμό τοῦ λόγου ἀπό τά πράγματα στόν Πλάτωνα πβ. Φαίδ., 75 c, καί Ε. Hoffmann, Ἡ νοοτροπία τῆς προσωκρατικῆς φιλοσοφίας, Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καί θεωρίας Ἐπιστημῶν, 2, 1930, σ. 3.
[6] Γιά τήν ἔννοια φύσις πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Νόμ., IX, 892 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Μτφ., Δ 4, 1014 b 16·  J. Burnet, Early Greek Pholosophy, New York, 1965, σ. 363.
[7] Πβ. Α. Κελεσίδου, Τό Ἄπειρον τοῦ Ἀναξιμάνδρου, 12 Μελετήματα Προσωκρατικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι, 1989, σσ. 5 -16.
[8] Πβ. Μτφ., A 5, 986 b 18-19.
[9] Πβ. Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 5, 987 b 1, Μ 4, 1078 b 27-30, Πλάτωνος, Φαῖδρ., 230 c. [10] Ξενοφάνους, Β 34, Ἡρακλείτου, Β 45.
[11] Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Μελετήματα Προσωκρατικῆς Ἠθικῆς, Πρόλ. Γ. Βλάχου, ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι, 1994.
[12] Πβ. Α.-Μ. Croiset, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας, μετάφρ. Πουρνάρα, A. J. Ἀθήνα, 1938, σ. 366.
[13] Βλ. Σιμπλίκιου, Φύσ. 24, 13. Πβ. Η. Diels, Uber Anaximanders Kosmos, Archiv, X 235.
[14] Πβ. I.N. Θεοδωρακόπουλου, ἔνθ. ἄν., σ. 23, Ε. Souriau, Art et Philosophic, Revue Philosophique de la France et de I’Etranger, 1954, σσ. 1-21.
[15] Πβ. A. Κελεσίδου, La kalliphanic du monde dans le «Timee» (IV Symposium Platonicum, Γρανάδα, 4-9.9.1995) Kemos, 9, 1996.
[16] Πβ. Πλάτωνος, Πολιτεία, I, 607 d.
[17] F. Niftzsche, Gesammelte Werke, Der Wille zur Macht, 19τ., Miinchen, σ. 229.
[18] Πβ. Β 1 1,9, 29. Γιά τό προοίμιο τοΰ ποιήματος το Παρμενίδη πβ., λ.χ., G. Breton, Essai sur la poesie philosophique en Grece, Paris, 1883, σ. 166.
[19] Ποιητ. 1447 h 18.
[20] ΔΙΟΓ. Λαερτ, VIII 57, Ἀριστοτ., Σοφιστ. (Rose 65), Περί ποιητῶν (Rose 70). Γιά τήν ἀξία τῆς ποιητικῆς τέχνης τοῦ Ἐμπεδοκλῆ πβ. Cicero, Acad, prior., II 23.
[21] Γιά τήν ποιητική τέχνη τοῦ Ξενοφάνη βλ. Croiset, νθ’ ἄν., σσ. 358, 363, Ρ. Tannery, Pour l’ histoire de la science Hellene, de Thales a Empedocle, Paris, 1887, σσ. 127-128, W. Jaeger, The Theology of Early Greek Philosophers, London. 1948, σ. 39, καί Paideia, σσ. 209-210, W. Guthrie, A Histoiy of Greek Philosophy, I, Cambridge, 1962, σ. 361, A. Lumpe, Die Philosophie des Xenophanes von Kolophon, Munchen, 1952, σ. 17.
[22] Πβ. Β 30.
[23] XIV 632cd.
[24] IX 18, 2. Ἡ διφυία τῆς προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη δίχασε τούς κριτικούς ἔτσι πού ἄλλοι μέν νά δοῦν σ’ αὐτόν ἕνα τραγουδιστή ποιητή, ἄλλοι δέ ἕνα φιλόσοφο πού διέδωσε τό ἔργο του μέ τή βοήθεια τῆς ἀπαγγελλόμενης ποίησης. Ό Gomperz π.χ. (Lespenseiin de la Grace, Hisloire de la philosophic antique, 1, μετάφραση A. Reymond, Paris, Lausanne, 1908, σ. 167), ἔδωσε μιάν εἰδυλλιακή εἰκόνα ἑνός Ξενοφάνη τραγουδιστή ποιητή, πού ζεῖ μέ τό ὁμηρικό τραγούδι καί τούς δικούς του στίχους. Τήν ἄποψη τοῦ Gomperz - καί ἔτσι τήν εἰκόνα τοῦ «τραβαδούρου» ραψωδοῦ - ἀντικρούει ὁ Jaeger (Theology, σσ. 40-41 καί Paideia, σ. 553, ὕπ.114). Τήν ἔννοια τῆς δημόσιας ἀπαγγελίας δίχως μουσική δέχονται γιά τό «ραψωδεῖν» π.χ. οἱ V. Cousin, Nouveaax fragmentsphilosophiques, Paris, 1928, σ. 19, καί S. Karsten, Philosophoramgraecomm vctenim opentm reliquiae, I, Amstcl., 1830, σ. 18.
[25] Πβ. G.S. KIRK-J.E. RAVEN, The Presocratic philosophers, Cambridge, 1966, σσ. 164-165. To γεγονός ὅτι ὁ Κολοφώνιος «ἐρραψῴδει τά ἑαυτοῦ» ἀντικρούει τήν ἰδέα τῆς Σχολῆς, γιατί, βέβαια, ἄν ὁ Ξενοφάνης εἶχε τή δυνατότητα ἤ ἤθελε νά ἱδρύσει κάπου Σχολή, δέν θά ζοῦσε ὡς ραψωδός καί περιπλανώμενος ἐρευνητής ὡς τά γεράματά του. Ἐξ ἄλλου εἶναι δυνατό νά θεωρήθηκε ἀρχηγός τῆς «ἐλεατικῆς αἱρέσεως» (πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Σοφιστής 242 d, VS 21 Λ 8 καί 36, F.W.A. Mullach, Fragmenta philosophonim Graecomm, Paris, 1875, A, σ. 99), χωρίς νά ἔχει ἱδρύσει στήν Ἐλέα Σχολή ὅπως ἐκείνη τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλη καί ὅπως τήν ἐννοοῦμε σήμερα, μέ τήν προϋπόθεση δηλαδή τῆς μονιμότητας σέ ἕνα τόπο. Γενικά γιά τίς «Σχολές» προκειμένου γιά τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους πβ. V. von WILAMOWITZ, Der Claude tier Hellenen, Π 207. ὑπ. 1, W. Jaeger, Paideia, σσ. 195, 527, ὑπ. 26, A. Festugiere, Contemplation el vie contemplative selon Platon, Paris, 1936, σσ. 461-463. κ.α. Θά μποροῦσε ἀκόμη νά μή ἔχει διδάξει ὁ ἴδιος ὁ Ξενοφάνης τόν Παρμενίδη, ἀλλά νά ἔχει βάλει μέ τόν λόγο του, στό πέρασμά του ἀπό τήν Ἐλέα, τό θεμέλιο γιά τή φιλοσοφία τοῦ Ἐλεάτη. Ἔτσι ὁ Θαλῆς «ἐδίδαξε» τόν Ἀναξιμένη. Γιά τήν ἰδεολογική συγγένεια πβ. Ch. Waddington, La philosophie ancienne et la critique historique, Paris, 1904, σ. 80.
[26] Δέν εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά σκεφθοϋμε τόν Ξενοφάνη τόσο φτωχό ὥστε νά κάνει μιά ζωή πτωχοπροδρομική, ὅπως τόν εἶδαν π.χ. οἱ A. Farina, Senofane di Colofone, lone di Chio, Napoli. 1961, σ. 10, K. Ziegler, Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος: ἕνας ἐπαναστάτης τοῦ πνεύματος, Ἐπιστ. ἐπετηρίς Φιλοσ. Σχολῆς Πανεπ. Θέσ/νίκης, 9, 1965, σ. 129. Τό ἀνέκδοτο, πού τόν θέλει ἀνίκανο νά θρέψει δύο ὑπηρέτες, ἐνῶ ὁ Ὅμηρος μετά τόν θάνατό του ἔθρεψε χίλιους, (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Ἀποφθ., 175 c) εἶναι μᾶλλον εἰρωνική ὑπερβολή τῆς πολεμικῆς πού στράφηκε ἐνάντια στή ἀνθομηρική διδασκαλία του. Οὔτε ἀπό τό περιστατικό, τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ὁ Λαέρτιος (IX 20), γιά τήν ταφή τῶν παιδιῶν τοῦ φιλοσόφου ἀπό τόν ἴδιο θά εἴχαμε ἀπόδειξη τῆς φτώχειάς του. Τό χωρίο θεωρήθηκε δεῖγμα ἤθικης δύναμης ἤ ἄσκηση πυθαγόρειας πίστης. Ἄν τό ἀναφερόμενο περιστατικό εἶναι ἀληθινό, ἡ ἰδέα θά μποροῦσε νά εἶναι καινοτομία τοῦ Ξενοφάνη, δεῖγμα τῆς ἐπίθεσής του στά θρησκευτικά καθιερωμένα. Ἴσως ἐπιβιώνει ἐδῶ λόγος του σέ ἀνεκδοτοποιημένη ἀπό τούς βιογράφους του μορφή (πβ. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ Β 97 καί Διογ. Λαερτ., IX 3-4, 22 Α 1α.
[27] Ἀπολ., 22 a-c.
[28] IX 18.
[29] Β 23 ὥς Β 39.
[30] Β 2, Β 3, Β 5 ὥς Β 10.
[31] Β 7, Β 8.
[32] Β 10 ὥς Β 22.
[33] Γιά τόν στίχο αὐτό πβ. π.χ. Burnet, ἔνθ’ ἄν., σ. 116.
[34] Ἔργο Περί Φύσεως ἀποδίδουν στόν Ξενοφάνη οἱ:, ΣΤΟΒΑΙΟΣ, I, 10 (ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπό σχόλια ὁμηρ.), ὁ ΚΡΑΤΗΣ ὁ ΜΑΛΛΩΤΗΣ (Σχ. Φ 196) καί ὁ ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ (VI 46). Οἱ νεότεροι ἐρευνητές δέν παραδέχονται ὁμόφωνα τήν ὕπαρξη μίας τέτοιας συγγραφῆς. Γιά τήν παραδοχή πβ. π.χ. Waddington, ἔνθ’ ἀν., σ. 70, A. Lefevre, La Philosophic, Paris, 1921, σ. 64. Ό Diels περιλαμβάνει κάτω ἀπό τόν τίτλο Περί Φύσεως τά ἀποσπάσματα 23 ὡς 41. Παραδέχτηκαν ἐπίσης τή συγγραφή οἱ: Fr. Orerweg - Κ. Praechter, Die Philosophic des Altertums, Berlin, 1926, σ. 75, O. Gicon, Der Urspnmg clergiiech. Philos.. Basel, 1946, σσ. 19 καί 158, K. Deichgraber, Xenophanes, Περί Φύσεως, Rhein. Mus., 87, 1938, σσ. 1-4·. Τή συγγραφή ἀρνήθηκαν, π.χ., οἱ: Burnet, Jaeger. (Theology, σσ. 28 καί 40, Paideia, σ. 531 Ῥπ. 90). Πβ. Lumpe, ἐνθ’ ἄν., σ. 17, Zafiropulo, ἐνθ’ ἄν., σ.19, P. Steinmetz, Xenophanesstudien, Rheinishes Museum, 109, 1966, σ. 68. Ἐκτος ἀπό τήν ἀνεπάρκεια τῶν σχετικῶν ἀρχαίων μαρτυριῶν καί ὁ βίος τοῦ Ξενοφάνη καί τά Λυρικά στοιχεῖα τῆς ποίησής του μᾶς ἀποτρέπουν νά δεχτοῦμε ὅτι συνέθεσε συστηματικό φιλοσοφικό ἔργο. Τά μακρά ποιήματα γιά τήν Κολοφώνα καί τήν Ἐλέα θά ἦταν εὐκολότερες συνθέσεις γιά τόν ποιητή πού γνώριζε τήν ὁμηρική παράδοση. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Xenophanc sur la nature, XXV· Congres ASPLF, Lausanne, 25-28 Αὐγούστου 1994.
[35] Ό Diels ὀνομάζει Σίλλους τά ἀποσπάσματα 10-22. Πβ. ΗΡΩΔΙΑΝΟΥ, π. μόν. λεξ. 7, II (Β 42), Σχόλ. Ὅμηρ. Oxyrh 1087, 40 (Β 21α), ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ, XIV643 (21 A 20), Προκλου, 21 A 22, Σχόλ. ΑΒΤ Β 212 (21 A 23).
[36] Γιά τό στοιχεῖο αὐτό της προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη πβ. Jaizger, Theology, σ. 41 · εἰδικά G. Rudblrg, Xenophanes Satiriker und Polemiker, Symb. Osi, 26, 1948, σ. 126 ἔπ., K. Zif.gi.ur, ἔνθἀν., σσ. 129 καί 142. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Θεμελιακές γλωσσικές ἀντιθέσεις γιά τόν ἄνθρωπο καί τή θεότητα στόν Ξενοφάνη, 12 Μελετήματα Προσωκρατιχής Φιλοσοφίας, Ἀθήνα, 1992, σσ. 39-42.
[37] IX 20.

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΞΕΝΟΦΑΝΗΣΚατά την παράδοση, ο Ξενοφάνης υπήρξε ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής[1] και άκμασε γύρω στο 540. Οι δοξογράφοι αναφέρονται σε αυτόν διεξοδικά και συζητούν αρκετές πλευρές της διδασκαλίας που του αποδίδουν, εμείς όμως θα την εξετάσουμε μόνο σε σχέση με τα προβλήματα που μας απασχόλησαν μέχρι τώρα. Ας παρατηρήσουμε εν πρώτοις ότι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στο Μετά τα Φυσικά, ο Ξενοφάνης, έχοντας θεωρήσει τον ὅλον οὐρανόν (τον κόσμο, το σύμπαν ολόκληρο) «είπε ότι το ένα είναι ο θεός[2]». Ο Ξενοφάνης απορρίπτει συνεπώς τον πολυθεϊσμό του Ομήρου και του Ησιόδου και ονομάζει θεό το Ένα. Η ιδέα αυτή του Ενός αναμφίβολα προϋπήρξε του Ξενοφάνη. όχι όμως με τη μορφή μεγάλης υπερβατικής αρχής, αρχής του είναι. Πρόκειται για την αφετηρία αυτού που θα γίνει στη συνέχεια το πρόβλημα της ορθολογικής θεολογίας στη φιλοσοφία, πρόβλημα που θα αποθηκεύσει - πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε; - την ανάπτυξή της και πώς, εν πάση περιπτώσει, θα την απασχολήσει έντονα μέχρι σήμερα. Αυτό όμως που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι ότι με τον Ξενοφάνη αρχίζει και συγχρόνως φτάνει αμέσως στο ανώτερο επίπεδο η κριτική της θεσμισμένης παράστασης, τόσο της ελληνικής παράδοσης όσο και των δοξῶν γενικότερα. Θα σας παρουσιάσου καταρχάς, χωρίς να προσπαθήσω να σας δώσω ακριβή μετάφραση, ορισμένα από τα αποσπάσματά του, ακολουθώντας την αρίθμηση του Diels. Στο 11ο απόσπασμα βρίσκεται η περίφημη κριτική του στον Όμηρο και στον Ησίοδο, τους οποίους κατηγορεί ότι απέδωσαν στους θεούς όλα όσα οι άνθρωποι θεωρούν επαίσχυντα: ψεύδη, μοιχείες, διπλοπροσωπίες. Επανέρχεται στην κριτική αυτή στο 12ο απόσπασμα: οι ποιητές αυτοί αποδίδουν στους θεούς ἀθέμιστας πράξεις, αντίθετες με τους κανόνες συμπεριφοράς και με το νόμο. Ύστερα, στο 14ο απόσπασμα. προχωρεί ακόμα πιο μακριά, εφόσον γενικεύει την κριτική όλων των ανθρωπομορφικών θρησκειών: οι θνητοί θεωρούν πως οι θεοί γεννιούνται, πως φοράνε ρούχα και έχουν φωνή και σώμα σαν το δικό τους. Για πρώτη φορά συναντάμε καθαρή πρόταση, και κατά μία έννοια οριστική, που vet καταδικάζει την προβολή η οποία περιέχεται στην παράσταση του θείου σε όλες τις γνωστές θρησκείες. Κριτική η οποία γίνεται ακριβέστερη και βαθύτερη στο 15ο απόσπασμα: αν τα βόδια, τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν vet σχεδιάσουν ή να σκαλίσουν όπως οι άνθρωποι, θα παρίσταναν θεούς με μορφή βοδιού, αλόγου ή λέοντος. Και στο 16ο απόσπασμα συνεχίζει: για τους Αιθίοπες οι θεοί έχουν γαμψή μύτη και μαύρο δέρμα, για τους Θράκες γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά. Η κριτική είναι όσο πιο καθαρή γίνεται και δεν θα έπρεπε να υποτιμήσουμε το θάρρος που τη χαρακτηρίζει. Ο Ξενοφάνης αντιτάσσει στα παραπάνω τη δική του σύλληψη για τον θεό (απ. 23-26), ένα θεό ο οποίος, όπως λέει, είναι όλος όραση, ακοή και στοχασμό (απόσπασμα 24) και δεν συγκρίνεται με τους θνητούς ούτε κατά το σώμα ούτε κατά τη σκέψη (απ. 23). Βλέπει κανείς αμέσως τη σημασία της ιδέας, ακόμα και από την άποψη της χριστιανικής θεολογίας. Η πλευρά όμως αυτή δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω, ίσως επανέλθω όταν θα μιλήσουμε για την καταγωγή της θεολογίας αυτής καθαυτής.
 
Δύο ακόμα αποσπάσματα μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα εδώ. Δεν θα επεκταθούμε στο πρώτο (απ. 32), όπου βρίσκουμε μια απαρχή κριτικής της γλώσσας καθαυτής: αυτό που αποκαλούν οι άνθρωποι Ίριδα (το ουράνιο τόξο) είναι ένα σύννεφο πορφυρό, κόκκινο και πράσινο. Βεβαίως, ο Ξενοφάνης πλανάται εδώ το ουράνιο τόξο δεν είναι, από φυσική άποψη, σύννεφο, το νόημα όμως της κριτικής του είναι εμφανές. Προχωρά πολύ πιο μακριά στο απόσπασμα 34, απόσπασμα ιδιαίτερης σημασίας. Ουδείς άνθρωπος, λέει, γνωρίζει και δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίσει τίποτα το σίγουρο για τους θεούς ούτε εξάλλου για οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και αν κάποιος, προσθέτει, κατάφερνε να πει τη μεγαλύτερη αλήθεια ή την πιο ακριβή δυνατή, δεν θα το γνώριζε ούτε ο ίδιος. Σκέψη που περιέχει αναμφισβήτητη αλήθεια και που μπορεί να αναπτυχτεί περαιτέρω. Ο άνθρωπος που διαθέτει το πλέον κριτικό πνεύμα δεν γνωρίζει αν είναι αληθή όσα εκστομίζει, παρά το γεγονός ότι έχουν αυστηρά αποδειχθεί, και τούτο όχι με σχετικιστική-ιστορική έννοια αλλά διότι δεν θα είναι ποτέ σε θέση να επιστρατεύσει, να διευκρινίσει και να θεμελιώσει το σύνολο των προϋποθέσεων της αλήθειας που διατυπώνει. Κανένας ποτέ δεν θα μπορέσει να έχει τη γνώση και τη βεβαιότητα της γνώσης με απόλυτο τρόπο, ακόμα και προκειμένου να αποφανθεί ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Το απόσπασμα καταλήγει με το εξής εκπληκτικό ημιστίχιο, του οποίου δυστυχώς η δύναμή του μόνο στα Ελληνικά μπορεί να αποδοθεί: δόκος ἐπί πᾶσι τέτυκται. Δόκος είναι μια ιωνική λεκτική μορφή της δόξης, της γνώμης. Πρόκειται για τη δόξα ή μια δόξα που τέτυκται, κτίζεται, κατασκευάζεται, ἐπί πᾶσι, πάνω σε όλα τα πράγματα. Πρόκειται πάντα για την κατασκευή, τη διαμόρφωση μιας γνώμης, γι’ αυτό που σας φαίνεται σαν, που καλύπτει τα πάντα για τους ανθρώπους[3]. Ιδού λοιπόν ο Ξενοφάνης γύρο στο 540 π.Χ.: κατά κάποιον τρόπο, τα πάντα έχουν ή6η λεχθεί και συγχρόνως τα πάντα αρχίζουν.
 
Ένα τελευταίο σημείο για τις πολύ βαθιές πολιτικές επιπτώσεις - αυτή τη φορά με τη στενή έννοια του όρου - που είχε η κριτική του μυθολογικού λόγου από τον Ξενοφάνη, σύγχρονο των μεγάλων ανακατατάξεων του 6ου αιώνα και του δημοκρατικού κινήματος. Η αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης των ανθρωπόμορφων θεών που μοιχεύουν σημαίνει αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των αριστοκρατικών οικογενειών, διότι οι πρόγονοι τους οποίους διεκδικούν συνήθως οι οικογένειες αυτές είναι ήρωες που γεννήθηκαν από τη συνεύρεση θεών με θνητές γυναίκες. Αν ο Αίας δεν είχε διαπράξει μοιχεία με την Αλκμήνη, μητέρα του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες, βασιλείς της Σπάρτης, δεν θα κατάγονταν από τον Δία. Ιδού το συμπέρασμα που ο καθένας μπορούσε να βγάλει αβίαστα από την ως άνω κριτική. Βρίσκουμε άλλωστε και άλλες ενδείξεις στην ποίηση της εποχής, δεν θα επιμείνω όμως επ’ αυτού.
 -------------------------
[1] <Βλ. Πλάτων, Σοφιστής, 242d (DK 21 A 29)· Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά. A 5 986b 18, σκεπτικιστικά σχόλια επ’ αυτού στο KRS, σ. 175-176.>
[2] <Αριστοτέλης. Μετά τα Φυσικά, A 5.986b 21. Βλ. Burnet, ό.π., σ. 142-143. KRS. σ. 181-183.> 
[3] [Σημ. περιθ.: Ο Ξενοφάνης για τη δόξαν, βλ. Guthrie I., <Α

Μια ευγενική καρδιά…

%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%ba
Η ευγένεια είναι μια έννοια που δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά μας και τους τρόπους απάντησης απέναντι στους άλλους. Πρόκειται για μια βαθύτερη και ευρύτερη έννοια, που έχει ως κύρια προϋπόθεση την ύπαρξη μιας ευγενικής καρδιάς. Αν είσαι πραγματικά ευγενικός δεν το κάνεις για τους άλλους, δεν το κάνεις επειδή πρέπει. Συμπεριφέρεσαι ευγενικά επειδή έτσι νιώθεις και είσαι ευγενικός με όλους, ανιδιοτελώς…

Είσαι ευγενικός κάθε στιγμή, σε κάθε κατάσταση, σε όποιον και αν απευθύνεσαι. Η ευγένεια πηγάζει από μέσα σου και διαχέεται σε κάθε πτυχή της ζωής σου και των επιλογών σου.

Προσέχεις… όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί θέλεις… και όλο αυτό δεν είναι προσποιητό, δεν είναι φτιαχτό και επιφανειακό. Όλο αυτό είναι ένα βασικό σου στοιχείο, διακρίνεσαι για την ευγένεια που δεν είναι τυπικότητα, εικόνα και καθωσπρεπισμός, διακρίνεσαι για την ευγένεια που είναι εν μέρει έμφυτη, εν μέρει επίκτητη από το περιβάλλον σου, για την ευγένεια που απευθύνεται προς όλους, χωρίς όφελος και χωρίς κέρδος.

Η ευγένεια δεν είναι απλά μια κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά που έχεις υιοθετήσει ή μπορείς να μιμηθείς, είναι μια βαθύτερη ανάγκη που πηγάζει από μέσα σου. Η ευγένεια είσαι εσύ ο ίδιος, είναι μέρος του χαρακτήρα σου… και δεν σ’ επηρεάζει πώς είναι οι άλλοι γύρω σου, δεν παρασύρεσαι από την δήθεν ευγένεια, από την κατά συνθήκη ευγένεια ή από την υπό όρους ευγένεια…

Η πραγματική ευγένεια φαίνεται όταν δεν σε νοιάζει καθόλου ο άλλος που έχεις απέναντί σου (π.χ. μπορεί να τον θεωρείς κατώτερο) ή όταν είσαι θυμωμένος… πόσο ευγενικός μπορείς να είσαι; Πολλές φορές ταυτίζουμε στο μυαλό μας την αγένεια με τη διεκδικητικότητα, την δυναμικότητα και την ανεξαρτησία. Δεν χρειάζεται να γινόμαστε αγενείς με τους άλλους για να δείξουμε τα όριά μας, τις ανάγκες μας ή για να μην είμαστε θύματα καταστάσεων. Επίσης, δεν παίζει ρόλο τι θέλουμε να πούμε στον άλλο.

Η ευγένεια είναι ο τρόπος, όχι τα λόγια που μεταφέρουμε στον άλλο. Το να είμαστε, επομένως, ευγενικοί είναι ο τρόπος που εμείς έχουμε απέναντι στους άλλους, απέναντι στη ζωή, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Αν το σκεφτούμε, ο καθένας μας έχει συναντήσει λίγους ανθρώπους στη ζωή του με ευγενική καρδιά, με πραγματικά ευγενικούς τρόπους, με μια ειλικρινή στάση ευγένειας. Κι αυτό μπορούμε να το δούμε σε μικρά, καθημερινά πράγματα, σε ανούσια ή ασήμαντα στοιχεία μέσα στην καθημερινότητα… σ’ εκείνες τις στιγμές που ο άλλος θεωρεί ότι μπορεί να συμπεριφερθεί όπως θέλει…

Η απουσία ευγένειας ή η εκδήλωση μιας αγενούς συμπεριφοράς μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους. Μπορεί να κρύβει υποτίμηση (απόδειξη ανωτερότητας), έντονο θυμό, εκτόνωση των νεύρων, επιθετικότητα, ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης, συμπλέγματα κατωτερότητας… μπορεί να είναι και άγνοια της αρνητικής επίδρασης που έχει στους άλλους ή απουσία ενσυναίσθησης… μπορεί να είναι ένας τρόπος άμυνας του εαυτού, έντονος εγωισμός και εγωκεντρισμός.

Αφορά το άτομο που εκδηλώνει αυτή τη συμπεριφορά και όχι εμάς που τη δεχόμαστε χωρίς να την έχουμε προκαλέσει.

Μια ευγενική καρδιά μπορεί να έχει ευγενική συμπεριφορά και να εκφράζεται με ευγενικές λέξεις… είναι όμως βασική προϋπόθεση αυτή, που δεν υπάρχει σε όλους… και δεν μπορούμε να την περιμένουμε από όλους τους ανθρώπους…

Απόλλων, Αθηνά και Μαρσύας

Ο Μαρσύας, γιος του Ύαγνη ή του Όλυμπου ή του Οίαγρου, είναι Σιληνός, ευρετής του δίαυλου, ακόλουθος της Κυβέλης στους θιάσους της, όπου έπαιζαν αυλό και τύμπανο, συνδεδεμένος και με τον Διόνυσο.

Ο Μαρσύας, όπως είπαμε, θεωρείται ο εφευρέτης του δίαυλου, ενώ ο Πάνας της σύριγγας ή του αυλού· κατάφερε, μάλιστα, οι Φρύγες να αποκρούσουν τους Γαλάτες, ενώ αυτός έπαιζε τον αυλό. Στην Αθήνα παραδίδεται ότι τον αυλό τον είχε εφεύρει η Αθηνά, ενώ άλλες παραδόσεις θέλουν κάποιον Αλφαιό από τη Φρυγία, γιο του Σαγγάριου, να μαθαίνει στη θεά να παίζει· όταν όμως είδε στα νερά ενός ρυακιού ότι ασχήμιζε το πρόσωπό της, πέταξε τον αυλό μακριά.

Άλλοι λένε ότι η θεά έφτιαξε με κόκαλα ελαφιού αυλό για πρώτη φορά σε ένα συμπόσιο των θεών. Όταν η Ήρα και η Αφροδίτη την κορόιδεψαν, γιατί το πρόσωπό της παραμορφωνόταν σε κάθε φύσημα του αυλού, η θεά έτρεξε στη Φρυγία για να δει το πρόσωπό της στα νερά ενός ποταμού. Εκεί πέταξε τον αυλό απειλώντας με φρικτές τιμωρίες όποιον τον μάζευε.

Ο σάτυρος Μαρσύας γοητευμένος από τον ήχο του νέου μουσικού οργάνου όρμησε να πάρει από τη γη τους αυλούς. Τη σκηνή ακριβώς αυτή παρέστησε ο διάσημος γλύπτης Μύρων με δύο μεγάλα ορειχάλκινα αγάλματα που έγιναν γύρω στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Η Αθηνά φοράει περικεφαλαία και κρατάει δόρυ. Ο σάτυρος Μαρσύας κάνει ένα πισωπάτημα καθώς κοιτάζει με επιθυμία τους αυλούς στο έδαφος.

Ο Μαρσύας προκάλεσε τον Απόλλωνα σε μουσικό αγώνα, γιατί θεώρησε τον ήχο του αυλού τον ωραιότερο. Αναπόφευκτη η τιμωρία του, τόσο γιατί αψήφησε την Αθηνά όσο και γιατί συναγωνίστηκε ένα θεό. Η τιμωρία υπήρξε σκληρή, πόσο μάλλον που η πρώτη φάση του διαγωνισμού έμεινε χωρίς νικητή. Γι' αυτό ο Απόλλωνας τον προκάλεσε να γυρίσουν ανάποδα τα όργανά τους και να παίξουν. Σε αυτή τη φύση αποδείχθηκε η ανωτερότητα της λύρας και οι ξεχωριστές ικανότητες του θεού. Κριτής στον αγώνα ορίστηκε ο Τμώλος, ο θεός του ομώνυμου βουνού, και ο Μίδας· κατά άλλους ο Μίδας υπήρξε αυτόκλητος κριτής στη μουσική διαμάχη ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Μαρσύα - Άλλες μαρτυρίες θέλουν κριτές του αγώνα τις Μούσες.

Περιπλανώμενος στα βουνά, έφτασε στο σημείο του διαγωνισμού την ώρα που ο Τμώλος ανακήρυσσε τον Απόλλωνα νικητή· εκείνος πάλι έκρινε την απόφαση ως άδικη. Ο Απόλλωνας θύμωσε και έκανε να βγουν δύο αυτιά γαϊδάρου στο κεφάλι του, προφανώς για να ακούει καλύτερα ή γιατί γαϊδουρινά αυτιά μοιάζουν ακαλαίσθητα σε ανθρώπινο κεφάλι.

Ο Μαρσύας, γιος του Ύαγνη ή του Όλυμπου ή του Οίαγρου, είναι Σιληνός, ευρετής του δίαυλου, ακόλουθος της Κυβέλης στους θιάσους της, όπου έπαιζαν αυλό και τύμπανο, συνδεδεμένος και με τον Διόνυσο.

Ο Μαρσύας, όπως είπαμε, θεωρείται ο εφευρέτης του δίαυλου, ενώ ο Πάνας της σύριγγας ή του αυλού· κατάφερε, μάλιστα, οι Φρύγες να αποκρούσουν τους Γαλάτες, ενώ αυτός έπαιζε τον αυλό. Στην Αθήνα παραδίδεται ότι τον αυλό τον είχε εφεύρει η Αθηνά, ενώ άλλες παραδόσεις θέλουν κάποιον Αλφαιό από τη Φρυγία, γιο του Σαγγάριου, να μαθαίνει στη θεά να παίζει· όταν όμως είδε στα νερά ενός ρυακιού ότι ασχήμιζε το πρόσωπό της, πέταξε τον αυλό μακριά.

Άλλοι λένε ότι η θεά έφτιαξε με κόκαλα ελαφιού αυλό για πρώτη φορά σε ένα συμπόσιο των θεών. Όταν η Ήρα και η Αφροδίτη την κορόιδεψαν, γιατί το πρόσωπό της παραμορφωνόταν σε κάθε φύσημα του αυλού, η θεά έτρεξε στη Φρυγία για να δει το πρόσωπό της στα νερά ενός ποταμού. Εκεί πέταξε τον αυλό απειλώντας με φρικτές τιμωρίες όποιον τον μάζευε.

Ο σάτυρος Μαρσύας γοητευμένος από τον ήχο του νέου μουσικού οργάνου όρμησε να πάρει από τη γη τους αυλούς. Τη σκηνή ακριβώς αυτή παρέστησε ο διάσημος γλύπτης Μύρων με δύο μεγάλα ορειχάλκινα αγάλματα που έγιναν γύρω στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Η Αθηνά φοράει περικεφαλαία και κρατάει δόρυ. Ο σάτυρος Μαρσύας κάνει ένα πισωπάτημα καθώς κοιτάζει με επιθυμία τους αυλούς στο έδαφος.

Ο Μαρσύας προκάλεσε τον Απόλλωνα σε μουσικό αγώνα, γιατί θεώρησε τον ήχο του αυλού τον ωραιότερο. Αναπόφευκτη η τιμωρία του, τόσο γιατί αψήφησε την Αθηνά όσο και γιατί συναγωνίστηκε ένα θεό. Η τιμωρία υπήρξε σκληρή, πόσο μάλλον που η πρώτη φάση του διαγωνισμού έμεινε χωρίς νικητή. Γι' αυτό ο Απόλλωνας τον προκάλεσε να γυρίσουν ανάποδα τα όργανά τους και να παίξουν. Σε αυτή τη φύση αποδείχθηκε η ανωτερότητα της λύρας και οι ξεχωριστές ικανότητες του θεού. Κριτής στον αγώνα ορίστηκε ο Τμώλος, ο θεός του ομώνυμου βουνού, και ο Μίδας· κατά άλλους ο Μίδας υπήρξε αυτόκλητος κριτής στη μουσική διαμάχη ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Μαρσύα - Άλλες μαρτυρίες θέλουν κριτές του αγώνα τις Μούσες.

Περιπλανώμενος στα βουνά, έφτασε στο σημείο του διαγωνισμού την ώρα που ο Τμώλος ανακήρυσσε τον Απόλλωνα νικητή· εκείνος πάλι έκρινε την απόφαση ως άδικη. Ο Απόλλωνας θύμωσε και έκανε να βγουν δύο αυτιά γαϊδάρου στο κεφάλι του, προφανώς για να ακούει καλύτερα ή γιατί γαϊδουρινά αυτιά μοιάζουν ακαλαίσθητα σε ανθρώπινο κεφάλι.

ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ Η ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ;

Αποτέλεσμα εικόνας για ομοφυλοφιλιαΟΙ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΜΙΑ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΨΗ.

«Η διεθνής σύγχρονη προσπάθεια νομιμοποίησης της ομοφυλοφιλίας ως φυσιολογικής πρακτικής δεν βασίζεται σε επιστημονικά ιατρικά δεδομένα, αλλά σε «φιλοσοφικά-κοινωνικά» δεδομένα και ισχυρές πολιτικές πιέσεις. Η ομοφυλοφιλία συμπεριλήφθηκε ως ψυχιατρική διαταραχή (κοινωνιοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας) στην πρώτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχιατρικών Διαταραχών (DSM-I) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, το 1952. Το 1973 , μετά από μεγάλες πιέσεις από το κίνημα των ομοφυλοφίλων, αποφασίστηκε με ψηφοφορία στην Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία και 58% πλειοψηφία (περίπου 10.000 ψήφοι) να μην θεωρείται πλέον η ομοφυλοφιλία ψυχιατρική διαταραχή. Μέχρι σήμερα, ούτε απεικονιστικές ούτε ανατομικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την ύπαρξη «τρίτου φύλου». Η ομοφυλοφιλία είναι μία σπάνια κατάσταση που αφορά στο 1,3% των γυναικών και 2,7% των ανδρών% (μέσα σε ένα χρόνο), σύμφωνα με μεγάλη έρευνα στις Η.Π.Α. (Οι κυβερνήσεις των "Ελλήνων" πρακτόρων πολιτικών) μέσω του "ελληνικού" Υπουργείου Παιδείας υποστήριξαν την δημιουργία φυλλαδίου και ιστοσελίδας (www.oloiisoi.gr) που απευθυνόταν σε εφήβους και διανεμήθηκε σε γυμνάσια και λύκεια της Ελλάδας, (σύμφωνα με πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης) όπου προτρέπεται στα παιδιά να αποδεχτούν την ομοφυλοφιλία ως ισότιμη εκδοχή της σεξουαλικότητας, χαρακτηρίζοντας κάθε αντίθετη στάση ‘ομοφοβική’ και ‘ρατσιστική’. Η μέχρι τώρα επιστημονική γνώση μας προειδοποιεί ότι η καταπάτηση των φυσικών νόμων έχει συνέπειες σε όλους τους τομείς της υγείας».

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η έγκυρη και σύγχρονη ενημέρωση πάνω στις ιατρικά δεδομένα που αφορούν στην ομοφυλοφιλία. H ‘ιατρικοποίηση’ της ομοφυλοφιλίας πριν τα μέσα του 20ου αιώνα αντιπροσώπευε μία προσπάθεια απομάκρυνσης του στίγματος της ανηθικότητας, και επανένταξης των ομοφυλοφίλων στην κοινωνία, μέσω θεραπείας. Από την δεκαετία του 1980, η ομοφυλοφιλία σταδιακά ‘αποιατρικοποιήθηκε’, καθώς ο χαρακτηρισμός της ως ΄νόσου’ θεωρήθηκε από τα ομοφυλοφιλικά κινήματα ως νέο στίγμα. Η διεθνής σύγχρονη προσπάθεια νομιμοποίησης της ομοφυλοφιλίας ως φυσιολογικής πρακτικής δεν βασίζεται σε επιστημονικά ιατρικά δεδομένα, αλλά σε «φιλοσοφικά-κοινωνικά» δεδομένα και ισχυρές πολιτικές πιέσεις.

Τα αποτελέσματα της θεώρησης της ομοφυλοφιλίας ως φυσιολογικής και ισότιμης συμπεριφοράς και η νομοθέτηση πρακτικών όπως ο «γάμος» μεταξύ ομοφυλοφίλων και η δυνατότητα υιοθέτησης παιδιών μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες στην δομή της κοινωνίας και στις ανθρώπινες σχέσεις.

ΦΥΛΟ

Το φύλο του κάθε ατόμου καθορίζεται από τα χρωματοσώματα του φύλου (Χ και Υ), που είναι δύο από τα 46 χρωματοσώματα του ανθρωπίνου γενετικού υλικού. Ο τύπος 46ΧΥ καθορίζει το αρσενικό φύλο και ο τύπος 46ΧΧ το θηλυκό. Σε φυσιολογικές καταστάσεις, η μορφή και η λειτουργία των γεννητικών οργάνων και αδένων (πρωτογενή χαρακτηριστικά του φύλου) είναι αντίστοιχα με το φύλο που καθορίζεται από τα χρωματοσώματα. Τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου (στήθος, κατανομή τριχοφυίας κλπ) εμφανίζονται στην εφηβεία και είναι αποτέλεσμα της δράσης των ορμονών των ώριμων γεννητικών αδένων. H λειτουργία των γεννητικών αδένων και στα δύο φύλα ρυθμίζεται από τις γεννητικές ορμόνες της υπόφυσης (γοναδοτροπίνες) , που ρυθμίζονται και αυτές από ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα και τον υποθάλαμο. Τα δύο φύλλα διαφέρουν στον τρόπο έκκρισης των γοναδοτροπινών: στους άνδρες εκκρίνονται με συνεχή και σταθερό τρόπο, ενώ στις γυναίκες με κυκλικό τρόπο, που οδηγεί στην εμφάνιση του γυναικείου αναπαραγωγικού κύκλου.(1)

Ο χρόνος έναρξης των αλλαγών της εφηβείας και ο ρυθμός με τον οποίο αυτές πραγματοποιούνται, διαφέρει μεταξύ των ατόμων και επηρεάζεται από παράγοντες όπως την κληρονομικότητα, την διατροφή, ή τον τόπο διαμονής . Οι σωματικές αλλαγές συνήθως ξεκινούν μετά την ηλικία των 10 ετών και η σωματική ανάπτυξη ολοκληρώνεται περίπου στην ηλικία των 17-18 ετών. Οι ψυχικές και νοητικές αλλαγές αρχίζουν λίγο αργότερα. Την ίδια περίοδο αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσεται το ενδιαφέρον για ρομαντικές και ερωτικές σχέσεις με το άλλο φύλο.

Όπως σε κάθε άλλο σύστημα του οργανισμού, έτσι και στο γεννητικό-αναπαραγωγικό σύστημα μπορεί να υπάρξουν παθολογικές καταστάσεις και δυσλειτουργίες, που επηρεάζουν τα πρωτογενή και δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου και την αναπαραγωγική ικανότητα. Από την ιατρική έρευνα δεν έχει προκύψει καμία σύνδεση μεταξύ τέτοιων παθολογικών καταστάσεων και της ανάπτυξης ομοφυλοφιλίας. (2,3)

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΦΥΛΟΥ

Τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά και οι συμπεριφορές που σχετίζονται με το φύλο, περιγράφονται σαν τρείς ξεχωριστές κατηγορίες, αν και στην πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητες, αλλά άμεσα αλληλεπιδρούν και επηρεάζει η μία την άλλη. Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τις κατηγορίες αυτές είναι: ταυτότητα φύλου, ρόλος του φύλου και σεξουαλικός προσανατολισμός.

Ταυτότητα φύλου: Ο όρος ταυτότητα φύλου αναφέρεται στην αναγνώριση του εαυτού σαν άντρα ή γυναίκα. Εγκαθίσταται νωρίς κατά την παιδική ηλικία (2ο -3ο χρόνο της ζωής), οπότε το παιδί αποκτά την ικανότητα να διακρίνει σαφώς τους άντρες από τις γυναίκες, να αντιλαμβάνεται σωστά το δικό του φύλο και να αναγνωρίζει ότι όταν μεγαλώσει το αγόρι θα γίνει άντρας και το κορίτσι γυναίκα.

Η ταυτότητα φύλου δεν επηρεάζεται από την παρουσία ορμονών πριν ή μετά την γέννηση. Επί πλέον φαίνεται ότι δεν καθορίζεται από το βιολογικό φύλο του ατόμου, αλλά εξαρτάται σημαντικά από διαδικασίες μάθησης και εκπαίδευσης.(2,3,4) Η σημασία της ανατροφής σαν αγόρι ή σαν κορίτσι στην διαμόρφωση της ταυτότητας φύλου είναι φανερή σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις ερμαφροδιτισμού (παράλληλη παρουσία και θηλυκών και αρσενικών γεννητικών αδένων και οργάνων) ή ψευδοερμαφροδιτισμού (παράλληλη παρουσία θηλυκών και αρσενικών γεννητικών οργάνων με φυσιολογικούς όμως γεννητικούς αδένες), όπου το παιδί αναπτύσσει θηλυκότητα ή αρρενωπότητα, ανάλογα με τον τρόπο που οι γονείς το μεγαλώνουν.

Ρόλος φύλου: Αναφέρεται στις διαφορετικές συμπεριφορές και χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, που έχουν οι άνδρες και οι γυναίκες και που είναι κοινωνικά αποδεκτές ως θηλυκότητα ή ανδρισμός.

Σεξουαλικός προσανατολισμός: Καθορίζεται από την σεξουαλική απάντηση του ατόμου σε διάφορα ερεθίσματα, και κυρίως από το φύλο που προκαλεί σωματική ερωτική έλξη.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΦΥΛΟΥ

Η διαταραχή ταυτότητας φύλου ξεκινά νωρίς στην παιδική ηλικία (2-4 έτη) και χαρακτηρίζεται από δυσφορία του παιδιού ως προς το βιολογικό του φύλο, επιθυμία να ανήκει στο αντίθετο φύλο και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν το αντίθετο φύλο, όπως: σταθερή προτίμηση για παιγνίδια του αντίθετου φίλου, για ρούχα, τρόπο συμπεριφοράς και ομιλίας του αντίθετου φύλου, για φιλίες με συνομηλίκους του αντίθετου φύλου, και αποστροφή για το φύλο που ανήκει και την ανατομία του. Τα συμπτώματα πρέπει να είναι αρκετά σοβαρά, και να επηρεάζουν αρνητικά την λειτουργικότητα του παιδιού. (5,6)

Δεν είναι γνωστή η συχνότητα της διαταραχής, καθώς δεν έχει μελετηθεί με επιδημιολογικές μεθόδους. Φαίνεται πάντως ότι είναι αρκετά σπάνια. Δεν υπάρχουν εργαστηριακές εξετάσεις-βιολογικοί δείκτες για την διάγνωση της διαταραχής ταυτότητας φύλου. Υπάρχουν ερωτηματολόγια που εκτιμούν την συμπεριφορά φύλου στα παιδιά, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την κλινική εξέταση από ειδικό.

Όπως αναφέραμε προηγουμένως, η διαταραχή ταυτότητας του φύλου δεν σχετίζεται με ορμονικούς παράγοντες.(2,3,4) Οι ορμόνες μπορεί να επηρεάσουν την ποιότητα του παιγνιδιού του παιδιού (πχ πιο ‘επιθετικό’ παιγνίδι στα κορίτσια ή πιο ‘μαζεμένο’ στα αγόρια), χωρίς αυτό να επηρεάζει το αίσθημα ‘θηλυκότητας’ ή αρρενωπότητας’ σύμφωνα με το φύλο. Ο πιο σημαντικός παράγοντας στην εμφάνιση συμπεριφορών αντίθετου φύλου είναι η ενθάρρυνσή τους από το περιβάλλον.

Σε ορισμένες περιπτώσεις προβλήματα σχετικά με την ταυτότητα φύλου παρατηρούνται σε παιδιά με Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (αυτιστικού τύπου διαταραχές).

Η διαταραχή ταυτότητας φύλου κατά την παιδική ηλικία μπορεί να αντιμετωπιστεί θεραπευτικά (5,6) με καλά αποτελέσματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις υποχωρεί μόνη της. Εφ’ όσον επιμείνει στην εφηβεία, τα αποτελέσματα είναι πολύ φτωχότερα και συνήθως εμφανίζεται ομοφυλοφιλική συμπεριφορά ή και επιθυμία αλλαγής του σώματος με χρήση ορμονών ή χειρουργικών επεμβάσεων αλλαγής φύλου. Η ορθότητα τέτοιου τύπου επεμβάσεων είναι θέμα συζήτησης καθώς, αφ’ ενός το άτομο που την επιλέγει θα πρέπει να είναι ψυχικά υγιές (και αυτό δεν είναι συχνό σε εφήβους με διαταραχή ταυτότητας φύλου), αφ’ ετέρου τα αποτελέσματα χειρουργικής αλλαγής φύλου είναι μη αναστρέψιμα. (6)

Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της ομοφυλοφιλίας θεωρούν ότι δεν θα πρέπει να προτείνεται θεραπεία της διαταραχής ταυτότητας φύλου διότι ‘η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί αρνητική κατάληξη’, αναφέρουν επίσης χωρίς καμία τεκμηρίωση ότι η θεραπεία ‘είναι βλαβερή σε ομοφυλόφιλα παιδιά’ και τέλος, καταγγέλλουν (χωρίς αυτό να επιβεβαιώνεται από καμία πηγή), ότι έφηβοι υποχρεώθηκαν να κάνουν θεραπεία παρά την θέλησή τους. (6) Αντιθέτως, πρόσφατα κρίθηκε ένοχος γιά αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, ένας από τους εξέχοντες ειδικούς στην «Διαταραχή ταυτότητας φύλου», o Russel Reid. O Reid πίεζε ασθενείς με προβλήματα ταυτότητας φύλου να προχωρήσουν σε επεμβάσεις αλλαγής φύλου, κάνοντας όμως λάθος διάγνωση, ή παραβλέποντας σημαντικές παραμέτρους του προβλήματος των ασθενών (BMJ 2007;334:1134)

ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ

Με τον όρο Ομοφυλοφιλία αναφερόμαστε στην ερωτική έλξη και πρακτικές, που απευθύνονται συνειδητά και αποκλειστικά σε άτομα του ίδιου φύλου. Ομοφυλοφιλική συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει παράλληλα με ερωτική έλξη και πρακτικές προς το αντίθετο φύλλο, ή οι δύο μορφές ερωτικής συμπεριφοράς να εναλλάσσονται κατά την διάρκεια της ζωής του ατόμου (αμφισεξουαλική συμπεριφορά).

Ο όρος ομοφυλοφιλία επινοήθηκε από τον Ούγγρο ιατρό Benkert ( υπό το ψευδώνυμο Kerteny) και αντικατέστησε τους μέχρι τότε χαρακτηρισμούς που ευθέως παρέπεμπαν στην σεξουαλική ασυδοσία, ασέλγεια, ακολασία, λαγνεία, αισχρότητα, ανωμαλία, διαστροφή. Στην ελληνική γλώσσα από την αρχαιότητα έως πρόσφατα χρησιμοποιούντο οι ορισμοί κίναιδος και αρσενοκοίτης. (7)

Η ομοφυλοφιλία συμπεριλήφθηκε ως ψυχιατρική διαταραχή (κοινωνιοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας) στην πρώτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχιατρικών Διαταραχών (DSM-I) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, το 1952. Στην δεύτερη έκδοση (DSM-II) το 1968, η ομοφυλοφιλία συμπεριλήφθηκε στις σεξουαλικές αποκλίσεις (που δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσουν την φυσιολογική συμπεριφορά). Το 1973 , μετά από μεγάλες πιέσεις από το κίνημα των ομοφυλοφίλων, αποφασίστηκε με ψηφοφορία στην Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία και 58% πλειοψηφία (περίπου 10.000 ψήφοι) να μην θεωρείται πλέον η ομοφυλοφιλία ψυχιατρική διαταραχή. Έτσι, η τρίτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού εγχειριδίου των Ψυχιατρικών Διαταραχών (DSM-III) το 1980 περιελάμβανε μόνο τον όρο «εγω-δυστονική» ομοφυλοφιλία, στην γενική κατηγορία των ‘ψυχοσεξουαλικών διαταραχών΄’, εννοώντας ότι εφ’ όσον το άτομο δεν ενοχλείται από την ομοφυλοφιλία του, δεν συνιστά αυτή ψυχιατρική διαταραχή. Στην επόμενη αναθεωρημένη έκδοση (DSM-III-R) τo 1987 και ο όρος «εγω-δυστονική ομοφυλοφιλία» παύει να υφίσταται. Γίνεται μόνο μία αναφορά σε «σημαντική και επίμονη δυσφορία ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό». To 1992 η κατηγορία «ομοφυλοφιλία» αφαιρείται και από την Διεθνή Ταξινόμηση των Ασθενειών (ICD-10) ,του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) (8). Το 1997 η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία υποστήριξε το δικαίωμα των ομόφυλων γάμων (που όμως δεν έχουν νομοθετηθεί μέχρι σήμερα). Το 1998 και το 2000, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, μετά από πρόταση των ομοφυλοφίλων και αμφισεξουαλικών ψυχιάτρων της εταιρείας, δημοσίευσε την αντίθεσή της σε θεραπείες που έχουν στόχο να αλλάξουν τις σεξουαλικές προτιμήσεις των ομοφυλοφίλων, αποδεχόμενη όμως ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό είναι απαραίτητο. (9) Ορισμένοι ψυχίατροι φθάνουν στο σημείο ν’ αρνούνται την θεραπεία ακόμη και όταν τους ζητείται (10). Αντίθετα, μεγάλη μερίδα ψυχιάτρων θεωρεί την άρνηση αυτή ανήθικη και αντιδεοντολογική(8).

Πρόσφατη έκδοση (10) του γνωστού βιβλίου Ψυχιατρικής των Kaplan &Sadock, αφιερώνει διπλάσιο χώρο από προηγούμενες εκδόσεις στην ομοφυλοφιλία (παρά το ότι δεν κατατάσσεται πλέον στις ψυχιατρικές διαταραχές), αναπτύσσοντας την άποψη περί ‘φυσιολογικότητας’ της ομοφυλοφιλίας . Χαρακτηριστικά αναφέρει: «οι περισσότερες θεωρίες κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα αντιμετώπισαν την ομοφυλοφιλία σαν μία μορφή ψυχοπαθολογίας, ή ένα σταμάτημα της ανάπτυξης. Κατά το δεύτερο μισό, θεωρίες έξω από την Ιατρική και την Ψυχιατρική, διαμόρφωσαν την ‘μοντέρνα’ άποψη περί της ομοφυλοφιλίας, ως φυσιολογικής παραλλαγής της σεξουαλικότητας». Η άποψη αυτή βασίστηκε σε ‘φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και πολιτικά δεδομένα ’.Υποστηρίχτηκε από τα κινήματα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων μέσα σε ένα κλίμα έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Οι πολιτικές και ηθικές διαμάχες γύρω από το θέμα αυτό έφθασαν σε άκρα, εμποδίζοντας και συσκοτίζοντας κάθε προσπάθεια αντικειμενικής επιστημονικής διερεύνησης. Από την μία πλευρά, οι ομοφυλόφιλοι συχνά αντιμετωπίστηκαν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, που άξιζαν το μίσος, την απομόνωση και την περιφρόνηση. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της ομοφυλοφιλίας θεωρούν τους εαυτούς τους σύγχρονους διαφωτιστές και αποκλειστικούς εκπροσώπους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και χαρακτηρίζουν κάθε ένα με διαφορετική άποψη ως καταπιεστή, καταπατητή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οπισθοδρομικό, ‘ομοφοβικό’. Στο βιβλίο που προαναφέραμε συνιστάται στους γιατρούς να μην δείχνουν με κανένα τρόπο ότι θεωρούν φυσιολογικές τις σχέσεις μόνο μεταξύ ανδρών-γυναικών, να επιβεβαιώνουν τις σεξουαλικές προτιμήσεις των ασθενών τους, καθώς επίσης, να έχουν στην αίθουσα αναμονής περιοδικά φιλικά προς την ομοφυλοφιλία!

Ακόμα χειρότερα, στο ίδιο βιβλίο προτείνεται η χορήγηση φαρμάκων που βοηθούν την στύση σε ομοφυλοφίλους που πάσχουν από AIDS, «επειδή παρουσιάζουν μείωση στην σεξουαλική λειτουργία καθώς η νόσος εξελίσσεται»! Είναι όμως γνωστό ότι ιδίως σε τελικά (όπως και σε αρχικά) στάδια η νόσος είναι εξαιρετικά μεταδοτική, και πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι η χορήγηση τέτοιων φαρμάκων (με συνέπεια σεξουαλική δραστηριότητα) συνδέεται με αυξημένη μετάδοση της νόσου (11,12). Είναι απαράδεκτο και αντιδεοντολογικό να σύρεται η ιατρική επιστήμη πίσω από άλλες σκοπιμότητες και αντί να ωφελεί, να βλάπτει.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Η αιτία της ομοφυλοφιλίας δεν είναι σαφής . Κατά καιρούς διατυπώνονται διάφορες θεωρίες ως προς την αιτιολογία, που συχνά καταρρίπτονται λίγα χρόνια αργότερα. Σύγχρονες έρευνες αφορούν στην επίδραση βλαπτικών παραγόντων κατά την κύηση, γενετικούς μηχανισμούς, μελέτες της ανατομίας και φυσιολογίας του εγκεφάλου, μελέτες σε θηλαστικά ζώα και στους μηχανισμούς εκμάθησης της συμπεριφοράς. Τα αποτελέσματα είναι αντικρουόμενα ή τα ευρήματα μίας μελέτης δεν έχουν επιβεβαιωθεί από επόμενες μελέτες.

Η διαταραχή ταυτότητας φύλου κατά την παιδική-εφηβική ηλικία συνήθως καταλήγει στην ομοφυλοφιλία, δεν παρουσιάζουν όμως όλοι οι ομοφυλόφιλοι αυτή την διαταραχή. Η υιοθέτηση και παρουσίαση από τους γονείς και άλλους ενηλίκους σαφών μηνυμάτων και προτύπων ως προς τους διαφορετικούς ρόλους των δύο φύλων, ενισχύει τον ετερόφυλο προσανατολισμό.

Όσον αφορά στις βιολογικές αιτίες ανάπτυξης ομοφυλοφιλίας, έχουν διατυπωθεί τρείς υποθετικές θεωρίες:
1) H ύπαρξη ενός βιολογικού παράγοντα, που προκαλεί ερωτική έλξη προς το ίδιο φύλο
2) Η ύπαρξη ενός βιολογικού παράγοντα που επηρεάζει την ιδιοσυγκρασία του ατόμου ώστε να παρουσιάζει συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν κυρίως το άλλο φύλο. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την στροφή του ατόμου σε ομοφυλοφυλικές σχέσεις, λόγω πίεσης από το περβάλλον
3) Η ύπαρξη μιάς βιολογικά καθορισμένης χρονικής περιόδου κατά την ανάπτυξη του παιδιού, όπου οι εξωτερικές εμπειρίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Ορισμένοι παρουσιάζουν αστήρικτα την ομοφυλοφιλία σαν μία φυσιολογική παραλλαγή του σεξουαλικού ενστίκτου, κάτι εξ’ ίσου απλό με την αριστεροχειρία, (η θεωρία της αυξημένης συχνότητας αριστεροχειρίας δεν επιβεβαιώνεται από τις έρευνες)(10,36).

Γεγονός είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί κάποιος βιολογικός παράγοντας (ορμονικός, ανατομικός, χημικός, γεννητικός) που να προκαλεί άμεσα ή έμμεσα την ομοφυλοφιλία. (3,13)

Η ερωτική έλξη προς το ίδιον φύλο συνήθως ξεκινά ανεξάρτητα από την θέληση του ατόμου. Οι ομοφυλόφιλες προτιμήσεις συνειδητοποιούνται σταδιακά κατά την εφηβεία και προκαλούν αναστάτωση στο άτομο, που προσπαθεί να αποφύγει την έκθεση και την κοινωνική απόρριψη, ή και να στραφεί προς το άλλο φύλο. Η ομοφυλοφιλία παγιώνεται ως σταθερή επιλογή συνήθως μετά το τέλος της εφηβείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ‘ομοφυλόφιλες΄ κινήσεις κατά την εφηβεία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με σύνεση. Η εφηβεία είναι μία περίοδος της ζωής που χαρακτηρίζεται από έντονες σωματικές αλλαγές και ψυχολογικές μεταβάσεις , όπου εύκολα οι ανάγκες γιά ταυτίσεις, συντροφικότητα και συναισθηματική επαφή μπορεί να επενδυθούν με ερωτικά συναισθήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο/η έφηβος έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις. ‘Ομοφυλοφυλικοί’ πειραματισμοί κατά την εφηβεία μπορεί να συμβούν σαν αποτέλεσμα μίμησης, ή συμμετοχής στην κουλτούρα της ομάδας συνομηλίκων. Οι νέοι δέχονται πολλά μηνύματα από τον ηδονιστικό τρόπο ύπαρξης της σύγχρονης κοινωνίας, που τους εξοικειώνει και τους προτρέπει να δοκιμάσουν τα πάντα και που παρουσιάζει την ομοφυλοφιλία σαν μια ισότιμη και φυσιολογική μορφή σεξουαλικότητας.

Οι θεωρίες της ψυχολογίας του βάθους ερμηνεύουν την ομοφυλοφιλία σαν ‘σταμάτημα’ της φυσιολογικής ανάπτυξης σ’ ένα ανώριμο στάδιο και έναν ‘συμβιβασμό’ προς τα αναπτυξιακά διλήμματα που αντιμετωπίζει το παιδί και αφορούν στην οικειότητα, στην ασφάλεια, στην ανεξαρτησία, στην έλξη για το άλλο φύλο και στην ταύτιση με τον γονέα του ίδιου φύλου. Το ‘σταμάτημα’ αυτό αποδίδεται σε διαταραγμένες σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Έχει πχ ενοχοποιηθεί η στενή σχέση με μία υπερβολικά κτητική μητέρα, που δεν αφήνει το αγόρι να αναπτύξει την αρρενωπότητά του (ή μία αντίστοιχα πολύ στενή σχέση με τον πατέρα στα κορίτσια), ή ένας απόμακρος και απορριπτικός πατέρας. Ο S Rado και στη συνέχεια η ψυχαναλυτική σκέψη, θεώρησαν την ομοφυλία ως φοβική αποφυγή του άλλου φύλου, που θα μπορούσε να θεραπευτεί.

Ομοφυλοφιλική συμπεριφορά μπορεί να παρατηρηθεί σε καταστάσεις με μακροχρόνια έλλειψη του αντίθετου φύλου.

Εμμονές ως προς την ομοφυλοφιλική σεξουαλική έλξη παρατηρούνται συχνά σε εφήβους και νεαρούς ενηλίκους με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή και δεν έχουν καμία σχέση με πραγματικές ομοφυλοφιλικές τάσεις. Εαν δεν γίνει σωστή διάγνωση μπορεί το άτομο , κουρασμένο από την συνεχή παρουσία των Εμμονών, ή υπό την παρότρυνση ‘ειδικών’ και μη, να προχωρήσει σε πράξεις που θα του δημιουργήσουν πολύ σοβαρά προβλήματα.

Τέλος μία πολύ σοβαρή παράμετρος στην διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας, είναι η σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική και εφηβική ηλικία. Σε πρόσφατη έρευνα σε άντρες για την παρουσία σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία, βρέθηκε ότι οι ομοφυλόφιλοι/αμφισεξουαλικοί άνδρες είχαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σεξουαλικής κακοποίησης σε σύγκριση με τους μη ομοφυλόφιλους (34). Στην ίδια έρευνα βρέθηκε ότι το 35% των σεξουαλικά κακοποιημένων ανδρών δεν θεωρούσαν ότι έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση !

Οι υποστηρικτές της ομοφυλοφιλίας αντιτίθενται στους κοινωνικούς θεσμούς που θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως μη φυσιολογική. Αποκαλούν «ετεροσεξιστές» και φοβικούς όσους θεωρούν φυσιολογική και δεδομένη την έλξη μεταξύ αρσενικού-θηλυκού φύλου! Επίσης αναφέρονται στην παρουσία ομοφυλοφιλικών συμπεριφορών στα ζώα και στην «διαχρονική» παρουσία ομοφυλοφιλικών συμπεριφορών στην ανθρώπινη κοινωνία και παραθέτουν ως «επιστημονική» επιβεβαίωση, δήθεν διαφορές στις ορμόνες ή την παρουσία «γονιδίου» της ομοφυλοφιλίας θέματα που θα εξετάσουμε αναλυτικότερα στην συνέχεια:

«Είναι θέμα ορμονών»

Στα κατώτερα θηλαστικά η σεξουαλική συμπεριφορά εξαρτάται από ορμονικούς παράγοντες που επιδρούν πριν ή και μετά την γέννηση. Η επίδραση αυτή δεν παρατηρείται στον άνθρωπο, όπου η διαμόρφωση του Νευρικού Συστήματος ανάλογα με το φύλο δεν επηρεάζεται από την λήψη ορμονών κατά την κύηση και η ερωτική συμπεριφορά δεν καθορίζεται με τρόπο- ρομπότ (σαν να ανοίγει και να κλείνει ένας διακόπτης) από τις γεννητικές ορμόνες.(1,2,3,4) Εξ’ άλλου, η χορήγηση ανδρικών ή γυναικείων ορμονών μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει την ερωτική διάθεση, δεν αλλάζει όμως την κατεύθυνση της επιθυμίας ως προς το φύλο.

Υπάρχει γονίδιο που προκαλεί την ομοφυλοφιλία

Αυτό είναι αναληθές. Οι μέχρι σήμερα γενετικές μελέτες δεν έχουν αποδείξει κάτι τέτοιο. Το 1993 ο D Hamer δημοσίευσε μελέτη σε μία επιλεγμένη ομάδα 40 ανδρών ομοφυλοφίλων, που παρουσίαζαν αυξημένη συχνότητα ομοφυλοφιλίας σε άνδρες συγγενείς από την πλευρά της μητέρας τους (38). Ο Hamer υποστήριξε ότι εντόπισε μία περιοχή στο Χ χρωματόσωμα, που συνδέεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Το εύρημα αυτό δεν επαναλήφθηκε σε επόμενες ανεξάρτητες έρευνες, απαραίτητη προυπόθεση για την αποδοχή του από την επιστημονική κοινότητα, γεγονός που και ο ίδιος ο Hamer αναφέρει (39,40). Δυστυχώς τα Μέσα Μαζικής ενημέρωσης συνέχισαν να μιλούν για το «γονίδιο της ομοφυλοφιλίας», ή “gay gene”, με αποτέλεσμα την διάδοση λανθασμένων αντιλήψεων.

Διαφορές στην δομή του εγκεφάλου ευθύνονται για την ομοφυλοφιλική συμπεριφορά

Μέχρι σήμερα, ούτε απεικονιστικές ούτε ανατομικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την ύπαρξη «τρίτου φύλου».

Το 1991, ο ανατόμος Simon Le Vay, δημοσίευσε στο περιοδικό Science έρευνα, στην οποία συνέκρινε εγκεφάλους ομοφυλοφίλων ανδρών πού έπασχαν από AIDS, με εγκεφάλους ανδρών και γυναικών (που δεν έπασχαν από AIDS) . Σύμφωνα με την έρευνα, ο υποθάλαμος των ομοφυλοφίλων είχε διαφορά στο μέγεθος, της τάξης του 1/10 του χιλιοστομέτρου. Βάσει αυτού του ευρήματος, ο Le Vay ισχυρίστηκε ότι εντόπισε βιολογικό υπόστρωμα της ομοφυλοφιλίας.

Οι ισχυρισμοί του δεν έγιναν αποδεκτοί από την επιστημονική κοινότητα, για πολλούς λόγους :
1) Τα ευρήματα δεν επιβεβαιώθηκαν, από έρευνες άλλων επιστημόνων.
2) Η σύγκριση μεταξύ εγκεφάλων υγιών και εγκεφάλων πασχόντων από AIDS,δεν είναι επιστημονικά αξιόπιστη. Ο ιός του AIDS εισβάλει στον εγκέφαλο και προκαλεί βλάβες, που μπορεί να ευθύνονται για τυχόν διαφορές μεγεθών.
3) Το μέγεθος του εγκεφάλου και των δομών του διαφέρει πολύ από άτομο σε άτομο, ώστε αποτελέσματα σύγκρισης μεγέθους δεν είναι ούτε αξιόπιστα ούτε γενικεύσιμα, εκτός αν η μελέτη έχει πολύ καλό σχεδιασμό και περιλαμβάνει πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων.
4) Η μορφή και η λειτουργία του εγκεφάλου, διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από την επίδραση του περιβάλλοντος και των εμπειριών, μετά την γέννηση. Η ικανότητα αυτή του εγκεφάλου να διαμορφώνει τον εαυτό του ανάλογα με τις εμπειρίες της ζωής, ονομάζεται «πλαστικότητα».

Περιοχές του εγκεφάλου που χρησιμοποιούνται περισσότερο, μεγεθύνονται, π.χ., οι βιολιστές έχουν αναπτυγμένη την περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει το αριστερό χέρι, οι οδηγοί Ταξί την περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει τον χώρο, κ.λ.π. Επομένως, ακόμη και αν ποτέ υπάρξουν επιστημονικά τεκμηριωμένες διαφορές στα μεγέθη του εγκεφάλου, ένας αιτιολογικός παράγοντας θα ήταν η εμπειρία και η εκμάθηση.

«Υπάρχει και στα ζώα ομοφυλοφιλία, άρα είναι φυσικό να εμφανίζεται και στον άνθρωπο»

Σε ορισμένα είδη ζώων έχουν αναφερθεί ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές. Δεν είναι ακόμη γνωστός ο ρόλος αυτών των συμπεριφορών στην οργάνωση της ζωής της αγέλης, αν και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων σχετίζονται με ζητήματα κυριαρχίας-υποταγής, σε νεαρά ή περιθωριοποιημένα ζώα, και σε περιπτώσεις οίστρου με μη διαθέσιμο άτομο του άλλου φύλου για ζευγάρωμα(8,14). Οι επιστήμονες θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, όταν χρησιμοποιούν παραδείγματα από τα ζώα, για να μελετήσουν το τι είναι αποδεκτό στην ανθρώπινη κοινωνία. Π.χ, κανείς δεν θα μπορούσε να θεωρήσει αποδεκτή την παιδοκτονία, επειδή παρατηρείται στο ζωικό βασίλειο.

«Υπήρχε πάντα στην ανθρώπινη κοινωνία»

Πολλές καταστάσεις υπήρχαν από παλιά στην ανθρωπότητα, χωρίς η μακροβιότητά τους να αποτελεί επιχείρημα για την φυσιολογικότητά τους, όπως παραδείγματος χάριν η μυωπία, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι αντικοινωνικές συμπεριφορές, η παιδεραστία. Ομοφυλοφιλικές πρακτικές έχουν αναφερθεί από παλιά στην ανθρώπινη κοινωνία , όμως η ομοφυλοφιλία ποτέ δεν έγινε αποδεκτή ως ισότιμη και φυσιολογική πρακτική στους ενηλίκους. Ο Σωκράτης , σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ανέφερε ότι «ο των κιναίδων βίος δεινός και αισχρός και άθλιος εστιν» (15). Oι ομοφυλόφιλοι στην Αρχαία Ελλάδα εστερούντο πολιτικών δικαιωμάτων.

Το 1980, την χρονιά που η ομοφυλία έπαψε να ταξινομείται ως ψυχιατρική διαταραχή, ο Gadpaille συνόψιζε τα μέχρι τότε επιστημονικά δεδομένα, ως εξής: «Τα στοιχεία δείχνουν σαφώς ότι, ακόμη και στην ακραία περίπτωση κοινωνιών που αποδέχονται ομοφυλοφιλική δραστηριότητα πριν την ενηλικίωση, δεν επηρεάζεται η ετερόφυλη προτίμηση κατά την ενηλικίωση. Επίσης είναι σαφές ότι η ομοφυλοφιλία δεν αναπτύσσεται φυσικά σε ανθρώπινες κοινωνίες που υιοθετούν και επιτρέπουν την έκφραση της ετερόφυλης έλξης».(14)

Η ομοφυλοφιλία σήμερα αποτελεί ένα ζήτημα που ορίζεται διαφορετικά από διαφορετικούς χώρους

Το ομοφυλοφιλικό κίνημα έχει διαμορφώσει δικούς του ορισμούς και κατηγοριοποιήσεις μέσω των οποίων οι ομοφυλόφιλοι ορίζουν την ταυτότητά τους και τις σχέσεις τους με τους άλλους.

Από την άλλη πλευρά, η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία έχει τους δικούς της όρους και ορισμούς για το υγιές και μη, σύμφωνα με τις σωματικές, πνευματικές και θεολογικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η θρησκευτική πίστη , όπως προκύπτει από έρευνες, σχετίζεται με χαμηλά ποσοστά ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς (16). Ορισμένες θρησκευτικές ομάδες (μη Ορθόδοξες) ‘αποφάσισαν’ ότι αποδέχονται την ομοφυλοφιλία, ώστε «να δώσουν την ευκαιρία σε ομοφυλοφίλους να ξεπεράσουν την σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στις ερωτικές και στις πνευματικές τους ανάγκες»! Άλλοι, για τον ίδιο λόγο δημιούργησαν δικές τους εκκλησίες! (10)

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Η ομοφυλοφιλία είναι μία σπάνια κατάσταση που αφορά στο 1,3% των γυναικών και 2,7% των ανδρών% (μέσα σε ένα χρόνο), σύμφωνα με μεγάλη έρευνα στις Η.Π.Α. (Laumann E, 1994). Σε μεγάλη έρευνα σε εφήβους έχει βρεθεί ποσοστό 1% (16). Οι μελέτες Kinsey στα μέσα του 20ου αιώνα, παρουσίασαν ποσοστό αμιγούς ομοφυλίας 1-4% και υψηλό ποσοστό ατόμων με κάποια ομοφυλοφιλική εμπειρία κατά την διάρκεια της ζωής τους Το πόσο συχνή είναι μία κατάσταση ασφαλώς δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί φυσιολογική. Οι μελέτες Κίνσευ, παρουσιάζουν επίσης ως πολύ συχνές τις σεξουαλικές επαφές με ζώα. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι, το 3-7,5% του γυναικείου πληθυσμού που μελέτησαν και πάνω από 17% των νέων ανδρών αγροτικών περιοχών, είχαν τέτοιου είδους εμπειρίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κτηνοβασία πρέπει να θεωρηθεί φυσιολογική συμπεριφορά.

Η επιδημιολογική έρευνα γιά την συχνότητα ομοφυλοφιλικών συμπεριφορών στον γενικό πληθυσμό, παρουσιάζει πολλούς περιορισμούς, καθ’ όσον καταμετρά μόνον αριθμό ατόμων, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν ούτε ποσοτικές διαφορές (μεμονωμένη εμπειρία, ή κατ’ επανάληψη), ούτε ποιοτικές ( συνθήκες υπό τις οποίες υπήρξε ερωτική επαφή με άτομα του ιδίου φύλλου). Πχ, δεν ερωτάται το κατά πόσον η ομοφυλοφιλική εμπειρία ήταν εκούσια (την επέλεξε το άτομο με την θέλησή του) ή ακούσια (βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση). Δυστυχώς η συχνότητα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών είναι πολύ υψηλή. Περίπου ένα στα έξι κορίτσια και ένα στα δέκα αγόρια έχει υπάρξει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Επομένως ερωτήσεις όπως: «είχες ποτέ ερωτική επαφή με άτομο του ίδιου φύλου», που χρησιμοποιούνται στα ερωτηματολόγια (16), αντί να ανιχνεύουν ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές, μπορεί να ανιχνεύουν σεξουαλική κακοποίηση. Τέτοιες ερωτήσεις παραβλέπουν τα κριτήρια που έχει καθιερωθεί να χρησιμοποιούνται στην έρευνα για σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική/εφηβική ηλικία και που περιγράφουν ηλικιακές διαφορές μεταξύ θύτη-θύματος, χρήση καταναγκασμού κλπ. (34) Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς ορισμένοι προσπαθούν να χαλαρώσουν τα κριτήρια Σεξουαλικής Κακοποίησης για τους ομοφυλόφιλους/αμφίφιλους ανηλίκους, και να παρουσιάσουν ως κοινωνικά αποδεκτές-φυσιολογικές τέτοιου είδους σχέσεις μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων. Είναι προφανές ότι αυτό αποτελεί προσπάθεια νομιμοποίησης της παιδοφιλίας/παιδεραστίας.

Δύο βασικά σημεία όπου διαφέρουν ομοφυλόφιλα από μη ομοφυλόφιλα άτομα, είναι η ηλικία έναρξης σεξουαλικής ζωής και ο αριθμός των ερωτικών συντρόφων. Σύμφωνα με μελέτες στις Η.Π.Α. η μέση ηλικία έναρξης σεξουαλικής δραστηριότητας στους ομοφυλοφίλους είναι τα 12,5 χρόνια (!), 3 χρόνια νωρίτερα από τους μη ομοφυλοφίλους συνομηλίκους (6). Ο αριθμός ερωτικών συντρόφων είναι πολύ μεγαλύτερος σε ομοφυλόφιλους άντρες, σε σύγκριση με μη ομοφυλόφιλους άντρες, αλλά και με ομοφυλόφιλες γυναίκες. Σύμφωνα με έρευνα, το 72% ομοφυλοφίλων ανδρών ανέφεραν πάνω από 100 ερωτικούς συντρόφους, το 41% πάνω από 500 και το 27% πάνω από 1000. Το 74% ανέφερε ότι οι περισσότεροι από τους μισούς ερωτικοί σύντροφοι, τους ήταν άγνωστοι (οι συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν άτομα που σύχναζαν σε χώρους διασκέδασης ομοφυλοφίλων). (8)

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

Οι ομοφυλόφιλοι άνδρες παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, όπως σύφιλη, γονόρροια, ηπατίτιδα B και C, έρπητα γεννητικών οργάνων (17) και AIDS, καθώς και ορισμένους τύπους καρκινωμάτων.(18,19). Οι έφηβοι 15-19 ετών παρουσιάζουν από τα υψηλότερα ποσοστά σεξουλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, καθώς η αλλαγή των ηθών οδήγησε τους νέους σε προγαμιαίες σχέσεις και μάλιστα με πολλαπλούς συντρόφους. Eπι πλέον συχνά τους ασκείται πίεση ή και βία για σεξουαλική επαφή, πριν αποκτήσουν την ικανότητα να προστατεύουν τον εαυτό τους. (20)

Οι πρώτες περιπτώσεις HIV/AIDS αναφέρθηκαν το 1981 σε νέους άνδρες ομοφυλοφίλους. Η νόσος γρήγορα εξελίχθηκε σε πανδημία, που συνεχίζει να εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, με πολύ υψηλά ποσοστά σε αναπτυσσόμενες χώρες και αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες θανάτου σε νέα άτομα. Στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, η πλειοψηφία των νοσούντων και των φορέων, είναι άνδρες ομοφυλόφιλοι (22,23). Στις γυναίκες ομοφυλοφίλους τα ποσοστά είναι πολύ μικρότερα.

Το ποσοστό των νέων περιπτώσεων AIDS που μεταδόθηκε από άντρες σε άντρες μέσω σεξουαλικής επαφής παρουσίασε πτώση από 71% το 1981, σε 44% το1996, και έκτοτε παραμένει σταθερό, παρά τις προβλέψεις για περαιτέρω σημαντική μείωση (37). Το 2005, το 75% των νέων μολύνσεων σε άνδρες, στις Η.Π.Α. και Καναδά αφορούσε σε άνδρες που είχαν σεξουαλική επαφή με άντρες (23). Το πρόβλημα για την δημόσια υγεία είναι σημαντικό καθώς αφορά κυρίως σε νέα άτομα, που συχνά δεν γνωρίζουν ότι είναι φορείς του ιού. Το 2002 11,8 εκατομύρια νέων 15-24 ετών ήταν φορείς του ιού. Το 25% των φορέων του ιού στις Η.Π.Α. προσβλήθηκαν από τον ιό στην εφηβεία.(24) To 25-48% των ατόμων που έχουν μολυνθεί, δεν το γνωρίζουν. (23,25)

O ενεργητικός έλεγχος του πληθυσμού για σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα υστερεί διεθνώς, αν και είναι αναγνωρισμένη η αξία του και η σημασία του. (23,26, US Centers for Disease Control and Prevention 2006) Τουλάχιστον θα ήταν καλό να θεσπιστεί υποχρεωτική εξέταση για ηπατίτιδα και HIV/AIDS σε όλους τους ασθενείς στους οποίους απαιτούνται επεμβατικές μέθοδοι διάγνωσης και θεραπείας, ώστε να προστατευτούν το ιατρικό/νοσηλευτικό προσωπικό και άλλοι ασθενείς από την μετάδοση σοβαρών νόσων. Η φαρμακευτική αγωγή έχει μειώσει τον αριθμό των θανάτων αλλά παράλληλα έχει αυξήσει τον αριθμό των φορέων της νόσου.

Το κόστος για την πρόληψη και θεραπεία των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων είναι τεράστιο. Στις Η.Π.Α. η κυβέρνηση προώθησε προγράμματα πρόληψης, που υποστήριζαν την αποχή των νέων από σεξουαλικές σχέσεις μέχρι τον γάμο και την μονογαμική σχέση. Τα προγράμματα αυτά σχολιάστηκαν αρνητικά (διότι περιόριζαν την ‘ελεύθερη σεξουαλική έκφραση’) και προτάθηκε να δοθούν ακόμη περισσότερα χρήματα για φάρμακα, γιατρούς και υπηρεσίες υγείας. Δυστυχώς όμως, η ανακάλυψη θεραπειών αντί να μειώσει, αύξησε την συχνότητα των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, καθώς πολλοί εφησυχάστηκαν και διέκοψαν την αποχή από επικίνδυνες σεξουαλικές δραστηριότητες. (18,19) Έτσι, μεταξύ 2001-2005 παρουσιάστηκε αύξηση 11% της μόλυνσης με HIV/AIDS σε ομοφυλόφιλους άνδρες. (23)

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Παρά το ότι η ομοφυλοφιλία δεν θεωρείται πλέον ψυχιατρική διαταραχή, σχετίζεται με σημαντική ψυχιατρική νοσηρότητα. Πολλές πρόσφατες έρευνες έχουν επιβεβαιώσει ότι οι ομοφυλόφιλοι παρουσιάζουν πολύ συχνότερα κατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, διαταραχή διαγωγής, χρήση ουσιών και αλκοολισμό. Tα προβλήματα αυτά είναι πολύ πιο έντονα στα αμφισεξουαλικά άτομα. (27,28,29). Η νόσηση με AIDS προσθέτει σημαντικά ψυχιατρικά και νευρολογικά προβλήματα(30).

Από την πλευρά τους οι υποστηρικτές της ομοφυλοφιλίας αρνούνται ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν ψυχιατρικά προβλήματα, ή αποδίδουν κάθε ψυχικό πρόβλημα των ομοφυλοφίλων στην πίεση που τους ασκείται και στην απόρριψη που εισπράττουν από την κοινωνία(10). Αυτή είναι μία υπόθεση, που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Υπάρχουν και άλλες επιστημονικά διατυπωμένες υποθέσεις, όπως ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί απόκλιση από την φυσιολογική εξέλιξη, και συνδέεται και με άλλες αποκλίσεις στην ανάπτυξη, που μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχική διαταραχή. (28). Χρειάζεται να γίνει περισσότερη έρευνα πάνω σ’ αυτές τις υποθέσεις. Καθώς οι πολιτικές πιέσεις παρεμβαίνουν στην επιστημονική συζήτηση, ας υπενθυμίσουμε τον Ελληνικό Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας: «Κάθε ιατρός απολαύει κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, επιστημονικής ελευθερίας και ελευθερίας της συνείδησής του» και «ενεργεί με πλήρη ελευθερία στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας».

Πάντως, επισημαίνεται η ανάγκη να σταματήσουν οι άκαρπες συζητήσεις, και να προχωρήσουμε σε πράξεις, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα πρoβλήματα και να σωθούν ζωές.(27)

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Όπως πολύ ωραία αναφέρεται σε πρόσφατο παιδιατρικό άρθρο, «σεξουαλική διαπαιδαγώγηση δεν είναι μόνον η ενημέρωση για την ανατομία και την λειτουργία του γεννητικού συστήματος, ή για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Ο έφηβος χρειάζεται και ζητά να μάθει και για τα αισθήματα που είναι αλληλένδετα με την σεξουαλική ορμή, αλλά και την αγάπη. Πρέπει να μάθει για τις υποχρεώσεις που δημιουργεί μία μόνιμη σχέση και ο γάμος. Χρειάζεται να μάθει πως μπορεί η δική του σεξουαλική ζωή να επηρεάσει τη ζωή των άλλων. Πρέπει τέλος να αντιληφθεί ότι μέσα στην ένταξή του στην κοινωνία υφίστανται και στην σεξουαλική συμπεριφορά περιορισμοί, τους οποίους πρέπει να αποδεχθεί» (31).

Η αποχή πρίν τον γάμο και η μονογαμική σχέση αποτελεί το πιο αποτελεσματικό μέτρο πρόληψης των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων (32), που αποτελούν την σημαντικότερη αιτία απώλειας της υγείας σε πολλές χώρες και έχει υιοθετηθεί ως πρόγραμμα πρόληψης από τις Η.Π.Α. (20). Όμως η εφαρμογή της αποχής δεν είναι πάντα εφικτή στους εφήβους λόγω της παρορμητικότητας τους, της ελλιπούς ενημέρωσης και της άσκησης πίεσης (συμπεριλαμβανόμενης της κοινωνικής πίεσης) ή και βίας για σεξουαλική επαφή.

Δυστυχώς η οικογένεια αλλά και οι ειδικοί, δεν φροντίζουν για την κατάλληλη εκπαίδευση των παιδιών και των νέων πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα, που εκτός των άλλων έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Οι έφηβοι (και όχι μόνον) στην Ελλάδα έχουν μεγάλη άγνοια ως προς τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. (31).

Η σεξουαλική αγωγή στο σχολείο, στοχεύει στην βελτίωση της σεξουαλικής υγείας, μέσω παροχής γνώσεων στην εφηβική κυρίως ηλικία. Δεν υποκαθιστά τον ρόλο των γονέων στην διαμόρφωση υγιούς στάσης προς την σεξουαλικότητα, ή τον ρόλο του ειδικού ιατρού στην ενημέρωση.

Όταν η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση γίνεται στο σχολείο, θα πρέπει να υπάρχει ενημέρωση και συναίνεση των κηδεμόνων ως προς το περιεχόμενό της .Το ίδιο ισχύει για την διανομή και συμπλήρωση ερωτηματολογίων από τα παιδιά, όπου η συμμετοχή θα πρέπει να είναι προαιρετική.

Αγνοώντας όλα αυτά τα πολύ σοβαρά θέματα, το Υπουργείο Παιδείας υποστήριξε την δημιουργία φυλλαδίου και ιστοσελίδας (www.oloiisoi.gr) που απευθυνόταν σε εφήβους και διανεμήθηκε σε γυμνάσια και λύκεια της Ελλάδας, (σύμφωνα με πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης) όπου προτρέπει τα παιδιά να αποδεχτούν την ομοφυλοφιλία ως ισότιμη εκδοχή της σεξουαλικότητας, χαρακτηρίζοντας κάθε αντίθετη στάση ‘ομοφοβική’ και ‘ρατσιστική’. Η αψυχολόγητη και αντιεκπαιδευτική αυτή πράξη του υπουργείου Παιδείας, βλέπει τον χώρο της εκπαίδευσης ως «χώρο ζυμώσεως ιδεών και γνώσεων, ανάδειξης προτύπων και διαμόρφωσης προσωπικοτήτων». Όμως τέτοιες κινήσεις, χωρίς ενημέρωση και συναίνεση των γονέων και κηδεμόνων, χωρίς καμία συζήτηση με αρμόδιους επιστημονικούς φορείς, χωρίς παροχή γνώσεων προς τους νέους αλλά αντίθετα με χρήση επικίνδυνων προτροπών (www.oloiisoi.gr) και χρήση απειλής πως «θα ανήκεις στην χειρότερη μειονότητα (!), τους ρατσιστές» αποτελούν προπαγάνδα. Η διαμόρφωση προσωπικοτήτων με προπαγάνδα δεν χαρακτηρίζει τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Επίσης, τα πρότυπα που αναδεικνύει ο χώρος της εκπαίδευσης αφορούν στην Ελληνική κοινωνία και δεν επιβάλλονται από εισαγόμενα προγράμματα. Η Ελλάδα είναι μία χώρα με ιστορικά βαθύτατα ριζωμένες και παγκόσμια αναγνωρισμένες αξίες ισότητας, ανεκτικότητας, ανθρωπισμού, πνευματικότητας, λογικής αλλά και θρησκευτικότητας, που έχει αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας των Ελλήνων.

Παράλληλα προωθούνται από τους υποστηρικτές της ομοφυλοφιλίας και άλλα σχετικά ζητήματα, (γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων, υιοθεσία παιδιών, απόκτηση παιδιών με νέες μεθόδους αναπαραγωγής), που τίθενται ως απλά, ανθρωπιστικού περιεχομένου ζητήματα. Η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρεία έχει ήδη πάρει θέση υπέρ της υιοθεσίας παιδιών από ομοφυλόφιλα ζευγάρια, επικαλούμενη την «ασφάλεια που παρέχουν δύο νομικά αναγνωρισμένοι γονείς»! (33) .

Πρόσφατα ακούσαμε τον Υπουργό Δικαιοσύνης να δηλώνει ότι «η Ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να δεχτεί τέτοιες αλλαγές». Ας περιμένουμε λοιπόν τις « μαζικές κοινωνικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε αλλαγή των παραδοσιακών σεξουαλικών προτύπων και αξιών», όπως το θέτει ένας θεωρητικός της ομοφυλοφιλίας, ο G Herdt .

EΠΙΛΟΓΟΣ

Η ομοφυλοφιλία, αν και δεν κατατάσσεται πλέον στις ψυχιατρικές διαταραχές, παραμένει μία κατάσταση που συνοδεύεται από σημαντική ψυχιατρική και ιατρική νοσηρότητα. Το θέμα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο και οι ακρότητες δεν βοηθούν στην αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα. Η επιθετική στάση ορισμένων ομοφυλοφίλων που θεωρεί την διερεύνηση των προβλημάτων αυτών «καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» είναι απαράδεκτη και αντίκειται στις αρχές της αντιμετώπισης της ασθένειας και της διαφύλαξης της υγείας, που αποτελούν υποχρέωση κάθε ιατρού.

Αντίστοιχη πορεία αποχαρακτηρισμού της ως Ψυχιατρικής Διαταραχής ακολουθεί η παιδοφιλία και η διαταραχή ταυτότητας φύλου. Ασφαλώς, παρατηρώντας κανείς τις αλλαγές στην ιατρική διάγνωση και πρακτική, που δεν υποστηρίζονται από νέα επιστημονικά δεδομένα, προβληματίζεται και ανησυχεί για τους λόγους ενός τέτοιου αυθαίρετου ορισμού του φυσιολογικού. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα, η επιστημονική αμεροληψία έχει χαθεί, ενώ παράλληλα αναφύονται σοβαρά ζητήματα ιατρικής δεοντολογίας.

Ο Ε Εrickson, σημαντικός μελετητής της εξελικτικής ψυχολογίας , παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα άποψη για την σχέση μεταξύ της ανατροφής των παιδιών και της δομής της κοινωνίας.(36) Αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα κοινωνιών, και το πώς σε αυτές, οι σωματικές-ενστικτικές ανάγκες των παιδιών αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, πότε επιτρεπτικά και πότε απαγορευτικά. Οι διαφορές αυτές στην ανατροφή έχουν στόχο την διαμόρφωση ενηλίκων ατόμων, που θα είναι σε θέση να επιβιώσουν στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούν και να συμβάλλουν επίσης στην διαιώνιση της κοινωνικής ομάδας. Τι είδους κοινωνία θα μπορούσε να προκύψει από την νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας ως ισότιμης και φυσιολογικής ερωτικής πρακτικής και μορφής οικογένειας;

Ακόμη δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα τι κάνει ένα άτομο ομοφυλόφιλο. Ανεξάρτητα πάντως από την αιτιολογία, αναφύεται ένα σημαντικό ερώτημα προς το οποίο οφείλουν να τοποθετηθούν όλοι οι αρμόδιοι: Μπορεί και πρέπει η κοινωνία να αλλάξει δομικά της στοιχεία όπως είναι οικογένεια , προς χάριν ενός μικρού ποσοστού των μελών της; Τι θα συνέβαινε εάν έπραττε το ίδιο για τις πάμπολλες ιατρικές και μη διαταραχές και αποκλίσεις (πχ γενετικά σύνδρομα, χαρτοπαιξία, βία κλπ);

Οι επιστήμονες θα πρέπει με επιστημονικότητα και ειλικρίνεια να περιγράψουν τις συνέπειες για τον ανθρώπινο ψυχισμό, τις διαπροσωπικές σχέσεις , την οικογένεια και την κοινωνία. Η μέχρι τώρα επιστημονική γνώση μας προειδοποιεί ότι η καταπάτηση των φυσικών νόμων έχει συνέπειες σε όλους τους τομείς της υγείας.
---------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1 Grumbach MM, Styne DM. Puberty: ontogeny, neuroendocrinology, physiology and disorders. In: Willson& Foster (eds): Williams textbook of endocrinology 8th ed . ,Sauders Company 1992

2 Grumbach mm, Conte FA. Disorders of sex differentiation. In: Williams textbook of endocrinology 8th ed 1992. eds Willson & Foster ,Sauders Company

3 Gooren L. The biology of human psychosexual differentiation. Horm Behav, 2006;50(4):589-601)

4 Gooren L. Gender identity and sexual behavior. In: DeGroot (ed): Endocrinology. 4th ed, Philadelphia, WB Saunders, 2001

5 Zucker KJ. Gender identity disorders. In: M Lewis(ed): Child and adolescent psychiatry. A comprehensive textbook. 3rd ed, Philadelphia, Lippincott Williams& Wilkins 2002

6 Zucker KJ. Gender identity disorders. In Rutter M, Taylor E(eds): Child and Adolescent Psychiatry 4th ed. Wiley Blackwell 2002

7 Τ Φιλιππίδης. Περί του γάμου των ομοφυλοφίλων Θεοδρομία 2004, τεύχος 4ο :550-562

8 Gadpaille WJ. Homosexuality. In: Kaplan H, Sadock B(eds): Comprehensive Textbook of Psychiatry, 5th ed. Williams &Wilkins 1989

Αmerican Academy of Pediatrics. Coparent or secont-parent adoption by same-sex parents.Pediatrics 2002;109(2):339-340

9 American PsychiatricAssociation Official Actions. Position statement on therapies focused on attempts to change sexual orientation(Reparative or conversion therapies. American Journal Psychiatry of Psychiatry 2000;157(10):1719-1721

10 Drescher J, Stein T, Byne WM. Homosexuality, gay and lesbian identities and homosexual behavior. in Kaplan H, Sadock B(eds): Comprehensive Textbook of Psychiatry, 8th ed. Williams &Wilkins 2004

11 Drumright LN, Little SJ, Strndee SA, et al. Unprotected anal intercourse and substance use among men who have sex with men with recent HIV infection. J Acquir Immune Defic Synrd, 2006.1;43(3):344-350

12 Schwarchz S, Scheer S, McFarland W, et al. Prevalence of HIV infection and predictors of high-transmission sexual risk behaviors among men who have sex with men. American Journal of Public Health 2007;97(6)

13 Rahman Q. The neurodevelopment of human sexual orientation. Neurosci Biobehav Rev 2005;29(7):1057-1066

14 Gadpaille WL. Cross-species and cross-cultural contributions to understanding homosexual activity. Archives of General Psychiatry 1980;37:349-356

15 Πλάτωνος: Γοργίας

16 Remafedi G, Resnick M, Blum R, et al. Demografy of sexual orientation in adolescents. Pediatrics 1992;89(4):714-721

17 Gupta R, Warren T, Wald A. Genital herpes. Lancet 2007;370:2127-2137

18 Stolte IG, Duckers N, Wit JB, et al. Increase in sexually transmitted infections among homosexual men in Amsterdam, in relation to HAART. Sexually transmitted infections 2001;77:184-186

19 Chen SY, Gibson S, Katz M, et al .Continuing increases in sexual risk behavior and sexually transmitted diseases among men who have sex with men: SanFrancisco, Calif, 1999-2001.

20 Glasier A, Gulmezoglu am, Smidt GP, et al. Sexual and reproductive health: a matter of life and death. Lancet 2006;368:1595-1607

21 UNAIDS . Τhe foundation for AIDS research. Issue Brief no 4, june 2006)

22 Osmond DH. Epidemiology of HIV/AIDS in the United States. (HIV InSite Knowledge Base Chapter March 2003)

23 www.unaids.org

24 Kirby D. HIV transmission and prevention in adolescents (HIV InSite Knowledge Base Chapter December 2002)

25 Sifakis F, Flyn CP, Metsch L, et al. HIV prevalence, unrecognized infection, and HIV testing among men who have sex with men-five U.S. cities, june 2004-april 2005.JAMA 2005;294:674-676

26 Low N, Broutet N, Sarcodie YA, et al. Global control of sexually transmitted infections. Lancet 2006;368:2001-2016)

27 Remafedi G. Suicide and sexual orientation. Archives of General Psychiatry 1999;56(10):885-886)

28 Bailey JM. Homosexuality and mental illness (commentary). Arch Gen Psychiatry, 1999;56:883-884

29 Sanford TG, de Graaf R, Bijl RV, et al. Same-sex sexual behavior and psychiatric disorders. Arch Gen Psychiatry 2001;58: 85-91

30 American PsychiatricAssociation Practice Guidelines. Practice guideline for the treatment of patients with HIV/AIDS. American Journal of Psychiatry 2000;157(11) Suppl

31 Τσαρμακλής Γ. Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση παιδιών και εφήβων. Δελτίο Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών 2007,54(1):95-98

32 Αmerican Academy of Pediatrics: Adolescents and human immunodeficiency virus infection:The role of the pediatrician in prevention and intervention.Pediatrics 2001;107(1):188-190

33 Committee on psychosocial aspects of child and family health. American Academy of Pediatrics. Coparent or secont parent adoption, by same-sex parents. Pediatrics 2002;109(2):339-340

34 Holmes W. Men’s self definition of abusive childhood sexual experiences, and potentially related risky behavioural and psychiatric outcomes. Child abuse and neglect 2008;32(1):83-97

35 Miller S, Hoffman H, Mustanski B. Fluctuating asymmetry and sexual orientation in men and women. Archives of sexual behavior 2008;37(1):150-157

36 Erikson E. Παιδική ηλικία και κοινωνία

37 HIV knowledge basis. Ηλεκτρονική βιβλιοθήκη Νοσοκομείου ‘ο Ευαγγελισμός’. http://www.evangelismos-hosp.gr

38 Hamer DH, Hu S, Magnuson VL, et al. A linkage between DNA markers on the Xchromosome and male sexual orientation. Science 1993;261:321-327

39 Rise G, Risch N, Ebers G. Genetics of sexual orientation (response).Science 1999;285:804

40 Rise G, Risch N, Ebers G. Male homosexuality:Absence of linkage to microsatelite markers at Xq28. Science 1999;284:665-667

41 Κίνσευ ΑΣ. Η σεξουαλική συμπεριφορά της γυναίκας. Αθήνα 1957. Εκδόσεις «Τέχνη».