Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Χρήματα και απληστία κατά τον Αριστοτέλη


Ο Αριστοτέλης αντιμετώπιζε τα χρήματα σαν μέσον, για την επίτευξη στόχων – θεωρώντας πως οτιδήποτε αγοράζει κανείς, θα πρέπει να έχει μεγαλύτερη αξία από το ποσόν που ξοδεύει, αφού διαφορετικά δεν θα το επιζητούσε.

Δηλαδή, το προϊόν που αγοράζουμε, μας «υπόσχεται» ένα συναίσθημα, το οποίο ουσιαστικά εκτιμούμε περισσότερο από το ίδιο το προϊόν. Επειδή δε στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας των αξιών ευρίσκεται η ευτυχία, η οποία «ορίζεται» ευρύτερα ως η επιτυχία της ζωής συνολικά, η «εκπλήρωση» καλύτερα, όλα όσα επιδιώκουμε αποσκοπούν στην υψηλότερη δυνατή ποιότητα της ζωής μας.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Αριστοτέλης προσδίδει στα χρήματα εκείνη τη λειτουργία, η οποία επιτρέπει την απόκτηση των μέσων που καθιστούν δυνατή την επίτευξη μίας ποιοτικά καλής ζωής - η οποία αποτελεί προϋπόθεση της ευτυχίας.
Ο ίδιος όμως φιλόσοφος αναφέρεται σε ένα άλλο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο, όταν (εάν) η ποιότητα της ζωής πάψει να αποτελεί το μέτρο της ευτυχίας, τότε δεν υπάρχουν πλέον όρια στην επιθυμία απόκτησης χρημάτων.
Η αιτία είναι το ότι, οι «αριθμοί» είναι εκ φύσεως «ατελείωτοι» οπότε, αναγόμενοι στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας των αξιών, «μεταλλασσόμενοι» δηλαδή από «μέσον» σε αυτοσκοπό, δεν επιτρέπουν ποτέ την «εκπλήρωση» του στόχου.
Έτσι λοιπόν, το άτομο παρασύρεται από τη δίνη του «μαξιμαλισμού», αφού τα χρήματα δεν είναι ποτέ αρκετά. Όσα και αν έχεις δηλαδή, μπορεί πάντοτε να αποκτήσεις περισσότερα – κάτι που δεν συμβαίνει φυσικά σε άλλους τομείς της ζωής, όπως για παράδειγμα στην υγεία, η οποία θεωρείται ως μια βασική προϋπόθεση της ευτυχίας.
Άρα ο μεγαλύτερος εχθρός της ευτυχίας είναι η απληστία.

Καλαβρία: Η ξεχασμένη Ελλάδα


«Καλώς ήρτετε»: με αυτή τη φράση στα χείλη και με χαρούμενα πρόσωπα μας υποδέχονται σε μια Ελλάδα που η καρδιά της χτυπά έξω από τα δικά της όρια. Η Ελληνόφωνη Καλαβρία σαν τραγούδι φερμένο μέσα από τους αιώνες, ταξιδεμένο στις θάλασσες της Μεσογείου επιβιώνει χάρη στους κατοίκους της.

Το μαγευτικό οδοιπορικό στα πιο απομονωμένα και φτωχικά σπλάχνα της Ιταλίας, όπου οι άνθρωποι μιλούν μια αρχαία δωρική γλώσσα, τα γκρεκάνικα, και σύσσωμοι καρδιοχτυπούν για να μη σβήσει η Μεγάλη Ελλάδα, είναι κάτι παραπάνω από συγκινητικό
Στον κόσμο της Ελληνόφωνης Καλαβρίας με μύησε πριν από πολλά χρόνια ο φίλος μου Carmelo Nucera, ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή στη διάσωση της γκρεκάνικης γλώσσας και της ελληνικής κουλτούρας ετούτου του τόπου.
Πέρασε καιρός από τότε, αλλά πάντα οι βαθιές επιθυμίες εκπληρώνονται... Όταν το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο Ρήγιο της Καλαβρίας, δεκάδες πρωτόγνωρα συναισθήματα μας πλημμύρισαν ενώ το τοπίο πλάνευε απροκάλυπτα τη ματιά μας.
Από το παράθυρο ξεπρόβαλλαν πρώτα τα τραχιά βουνά του Ασπρομόντε ποτισμένα με ιστορία και μνήμες από μια Ελλάδα που στοίχειωσε σθεναρά στα δύσβατα μονοπάτια των Ελληνόφωνων χωριών της Καλαβρίας.
Και φυσικά η θάλασσα, με το γνωστό Stretto της Μεσσήνας, το στενό υδάτινο πέρασμα που ενώνει την Καλαβρία με τη Σικελία και μπολιάζει με την καλή της αύρα σκαριά και ταξιδευτές, και προσδοκίες των κατοίκων της φτωχικής Καλαβρίας για ένα καλύτερο «αύριο».
Τον 8ο αιώνα π.χ. ξεκίνησαν όλα
Όλα ξεκίνησαν στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα όταν Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν στα ανατολικά παράλια της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, χαρίζοντας σε αυτό το ελληνικό τμήμα το όνομα Μεγάλη Ελλάδα.
Στην Καλαβρία ιδρύθηκαν και ήκμασαν σημαντικές ελληνικές αποικίες, όπως το Ρήγιο από τους Χαλκιδείς το 715 π.Χ., το οποίο αργότερα κατοίκησαν Μεσσήνιοι πρόσφυγες. Οι Λοκροί ιδρύθηκαν από Δωριείς της Λοκρίδας το 673 π.Χ. και πήραν το προσωνύμιο Επιζεφύριοι από το ακρωτήριο Ζεφύριο.
Οι πόλεις Κρότων και Σύβαρις, από τα πιο πλούσια κράτη της Ιταλίας, ιδρύθηκαν από μετανάστες Αχαιούς τον 8ο αι. π.Χ. και έπαιξαν σημαντικό πολιτιστικό και εμπορικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή.
Από τον 6ο αι. μ.Χ. και μετά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Βυζαντινοί στρατιωτικοί και πολιτικοί υπάλληλοι, καθώς ο στρατηγός του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, Βελισάριος, το 535 μ.Χ. αποβιβάστηκε στη Σικελία και απελευθέρωσε το νησί και την Καλαβρία από τους Γότθους.
Αργότερα επικάθισαν στην Καλαβρία Έλληνες της Καρχηδόνας μετά την κατάληψη της Αφρικής από τους Άραβες, Έλληνες της Σικελίας μετά την κατάληψη του νησιού από τους Άραβες το 823 μ.Χ. και εικονολάτρες από τις ανατολικές βυζαντινές επαρχίες κατά την εικονομαχία (726-843 μ.Χ.) οι οποίοι και ίδρυσαν ερημητήρια και μοναστήρια σε όλη την περιοχή.
Η Καλαβρία υπήρξε για τους Βυζαντινούς ένα σημαντικό οχυρό προς τη Δύση για την αναχαίτιση των βαρβάρων. Η ακμή της τοποθετείται τον 9ο έως και τον 11ο αι. μ.Χ. οπότε κατακτήθηκε από τους Νορμανδούς, έγινε Δουκάτο και εκδιώχθηκαν οι Βυζαντινοί. Τον 12ο αι. μ.Χ. έληξε η βυζαντινή κυριαρχία στην Κάτω Ιταλία και παρά τις ξένες κυριαρχίες οι κάτοικοι διατήρησαν την ελληνικότητά τους, τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.
Οι μεταναστεύσεις πληθυσμών στην Κάτω Ιταλία συνεχίστηκαν και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η Ελληνόφωνη περιοχή της Καλαβρίας τον 16ο αι. μ.Χ. απλωνόταν σε όλη τη Νότια Ιταλία. Σήμερα περιορίζεται στην οροσειρά του Ασπρομόντε και αποτελείται από τα ελληνόφωνα χωριά Αμεντολέα, Βούα, Γιαλός του Βούα, Βουνί, Ροχούδι, Γκαλιτσανό, Κοντοφούρι, Χωρίο Βουνί, Χωρίο Ροχούδι.
Οι λιγοστοί κάτοικοι των χωριών, γεωργοί και κτηνοτρόφοι στην πλειονότητά τους, διατηρούν τη γκρεκάνικη γλώσσα, ήθη και έθιμα από την παράδοση που κληρονόμησαν και κυρίως τη μουσική και τα τραγούδια αιώνων που σμιλεύτηκαν στη συνείδησή τους. Δηλώνουν Έλληνες, είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, ορθώνουν το ανάστημά τους μέσα στα βουβά σοκάκια της απομόνωσης και ανάβουν κεριά για να υποδηλώσουν την ελληνικότητά τους. Είναι η τρανταχτή και μοναδική πια απόδειξη πως εκεί χτυπά ακόμα μια καρδιά ελληνική.
«Tα γκρεκάνικα πρέπει να επιζήσουν»
Πινακίδες, ευχές, συζητήσεις. Λέξεις και φράσεις γκρεκάνικες που μοιάζουν να ξεπετάγονται από τους στίχους της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τον μικρότερο έως τον γεροντότερο, σε τούτα τα μέρη, οι άνθρωποι μιλούν και τραγουδούν την γκρεκάνικη γλώσσα, προσπαθώντας να μείνουν συνδεδεμένοι αιώνια με την ελληνική καταγωγή τους. Η ελληνική γλώσσα της Καλαβρίας επιβιώνει αιώνες ολόκληρους στα δύσβατα χωριά του Ασπρομόντε και οι φωνές των ανθρώπων που επιμένουν ελληνικά μοιάζουν να αγωνίζονται για τη διατήρηση της κοινής μας γλώσσας.
Τα γκρεκάνικα είναι μια αρχαία διάλεκτος με ιταλικές προσμείξεις. Η διάλεκτος αυτή είναι μετεξέλιξη της αρχαίας δωρικής διαλέκτου και διατηρεί ομηρικές λέξεις. H γλώσσα ήταν ισχυρή και αντιστάθηκε στην ιταλική, και ακόμη και όσες ιταλικές λέξεις εισχώρησαν σε αυτήν, φόρεσαν... ελληνικό χιτώνα.
Οι γεροντότεροι κάτοικοι της Ελληνόφωνης Καλαβρίας μιλούν τα γκρεκάνικα στην καθημερινότητά τους. Οι μακρινοί αυτοί απόγονοι των πρώτων Ελλήνων μεταναστών αρνούνται να μιλήσουν ιταλικά και ωθούν τους νέους να διδάσκονται τα γκρεκάνικα. Μάχονται να διατηρήσουν τη γλώσσα γιατί με τον λόγο τους κρατούν ζωντανή την ελληνική τους ταυτότητα και αντιπαλεύονται εκείνους τους λίγους ντόπιους που ακόμα και σήμερα θεωρούν τα γκρεκάνικα κατώτερη γλώσσα, τη γλώσσα των φτωχών βοσκών.
Στην Καλαβρία το τοπικό Σύνταγμα ρυθμίζει νόμιμα τη χρήση της γλώσσας από την ελληνόφωνη μειονότητα. Γι' αυτό τον λόγο στο Ροχούδι, στο Κοντοφούρι, στην Αμεντολέα, στο Γκαλιτσανό, στη Μπόβα Μαρίνα η γλώσσα που ακούγεται είναι «i glossa tu grecani», δηλαδή «η γλώσσα του Ελληνα» και μάλιστα διδάσκεται με πείσμα.
Η γκρεκάνικη γλώσσα αργοσβήνει σήμερα, ωστόσο υπάρχουν κάποιοι περήφανοι Eλληνες που αρνούνται να υποταχτούν στις επιταγές των καιρών και διδάσκουν στα σπίτια και στη Bιβλιοθήκη της Bova Marina και των άλλων χωριών τα γκρεκάνικα. Δάσκαλοι και μαθητές κρατάνε ζωντανή σε λευκό χαρτί τη γλώσσα αιώνων. Τα τραγούδια έχουν ιδιαίτερη θέση στο μάθημα, καθώς το κάνουν πιο ευχάριστο και εύκολο. Παράλληλα είναι ίσως και ένας φόρος τιμής αφού χάρη στα τραγούδια η γλώσσα μεταφέρθηκε στους αιώνες.
Η διάσωση της σπουδαίας γκρεκάνικης γλώσσας δεν είναι μόνο υπόθεση των ντόπιων. Πριν από λίγο καιρό επιστήμονες από την Ευρώπη κλήθηκαν σε ένα συνέδριο με θέμα τη «διάσωση της γκρεκάνικης γλώσσας», στη Bova Marina, το οποίο οργάνωσε το Κέντρο Συντονισμού των Ελλήνων της Καλαβρίας.
Την Ελλάδα εκπροσώπησαν η καθηγήτρια του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλλα Πριοβόλου, και η υποφαινόμενη Ιστορικός - Επικοινωνιολόγος Βασιλική Μπαφατάκη. Οι ομιλητές και οι κάτοικοι της περιοχής υποδέχτηκαν με χαρά το 1ο γκρεκάνικο λεξικό του Filippo Violi και υποσχέθηκαν ότι τα ελληνικά της Καλαβρίας θα ανθίσουν στις λεκτικές αγκαλιές των νέων.
Η Ζωή Παπαδοπούλου και ο Γρηγόρης Κοκούσης είναι δάσκαλοι ελληνικών και ζουν με τους τρεις γιους τους στη Bova Marina, εδώ και δύο χρόνια. «Ήρθαμε στην Καλαβρία με πολύ κέφι και όρεξη για να διδάξουμε τα ελληνικά. Δυστυχώς, τα παιδιά γνωρίζουν τη γλώσσα μόνο από τα ακούσματα των παππούδων τους.
Όμως ευτυχώς η διδασκαλία πιάνει τόπο καθώς μαθαίνοντας σωστά τη γλώσσα νιώθουν ότι βρίσκονται κοντά σε εκείνους, ότι συνεννοούνται απόλυτα. Τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες έχουν μεγάλη λαχτάρα να μάθουν τα νέα ελληνικά και να ταξιδέψουν στην Ελλάδα», λέει ο Γρηγόρης. Η Ζωή διδάσκει ελληνικά στις 3 τελευταίες τάξεις του δημοτικού και στο γυμνάσιο:
«Τα ελληνικά είναι ένα μάθημα που αρέσει στα παιδιά. Δυσκολεύονται με τη γλώσσα κι έτσι με τραγούδια κι άλλες δραστηριότητες προσπαθούμε να κάνουμε το μάθημα πιο ευχάριστο. Τους μεταλαμπαδεύουμε την αγάπη μας για τη γλώσσα, και κατ' επέκταση για την Ελλάδα» λέει.
Με ταμπουρέλο και τσεραμέντo
Η μουσική της ελληνόφωνης Καλαβρίας, με γλυκόπικρους αλλά και χαρούμενους ρυθμούς, σταλάζει τις μνήμες της Μεγάλης Ελλάδας με τραγούδια της χαράς και της αγάπης, νανουρίσματα και μοιρολόγια. Με τα παραδοσιακά όργανα, την «τσεραμέντα» (είδος τσαμπούνας), το «οργανέτο» (μια μικρή και πρωτόγονη παραλλαγή του ακορντεόν), τη βυζαντινή καλαβρέζικη λύρα και το «ταμπουρέλο» δένουν το χθες με το σήμερα.
Η πανάρχαια γλώσσα γίνεται τραγούδι και σχεδόν όλοι οι Έλληνες της Καλαβρίας τραγουδούν στα γκρεκάνικα και παίζουν μουσική, λες και είναι γραμμένη στα γονίδιά τους. O Sergio di Giorgio, μουσικός και κατασκευαστής παραδοσιακών οργάνων της Καλαβρίας, με καταγωγή από τη γιαγιά του από τη Θεσσαλονίκη, μας είπε:
«Νιώθω μια ελληνικότητα σε όλα, στα επίθετα, στη γλώσσα, στην καταγωγή γενικότερα. Παίζουμε μουσική με όλα τα παραδοσιακά όργανα της περιοχής, τα οποία και κατασκευάζω. Η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της προφορικής κουλτούρας του τόπου από πατέρα στον γιο. Είμαι ευτυχής που μπορώ να συμβάλλω κι εγώ σε αυτό».
Οδοιπορικό στα χωριά της Μεγάλης Ελλάδας
Το Ρήγιο είναι μια πόλη που απλώνεται πλάι στη θάλασσα και ανακαλεί αρχαίες μνήμες του αποικισμού της Μεγάλης Ελλάδας. Τα νεοκλασικά της κτίρια διαφόρων αρχιτεκτονικών επιρροών και η βόλτα κατά μήκος της παραλίας με τα φοινικόδεντρα ανοίγουν εκστασιακά τη ματιά.
Οι κάτοικοι καλοντυμένοι και φιλόξενοι κρατούν τις ελληνικές συνήθειες των κερασμάτων, οπότε εύκολα ο ένας καφές διαδέχεται τον άλλον. Το Ρήγιο αποτελεί ξεκάθαρα μια γη ελληνική που ζητά ανάσα από τη μητέρα Ελλάδα για να ελευθερώσει τον πολιτισμό, την κουλτούρα και την ιστορία της Μεγάλης Ελλάδας.
Οι αρχέτυπες μνήμες οδηγούν το ταξίδι μας στις ψηλές κορυφές τις Καλαβρίας. Ο δρόμος είναι γεμάτος μαιανδρισμούς. Πάνω στις σχισμάδες των βουνών σε υψόμετρο 900-1.000 μέτρων απελευθερώνονται τα είδωλα και οι ζωές των Ελληνόφωνων χωριών, που βιώνουν το ίδιο φως, την ίδια βροχή και τον ίδιο άνεμο αιώνες τώρα.
Τα περισσότερα χωριά αντικρίζουν τον χείμαρρο Amendolea στην κοίτη του οποίου μοιάζει να κυλά ασήμι χάρη στο λαμπερό φως του ήλιου.
Η Bova Marina (Γιαλός του Βούα), είναι μια παραλιακή κωμόπολη όπου βρήκαν καταφύγιο οι κάτοικοι της ορεινής Bova, οι οποίοι φροντίζουν και διατηρούν σαν κερί αναστάσιμο την πολιτιστική και γλωσσική τους κληρονομιά. Εκεί μάλιστα, βρίσκεται το Κέντρο Ελληνόφωνων Σπουδών, όπου διδάσκονται τα γκρεκάνικα, μια μικρή λαογραφική συλλογή και η Βιβλιοθήκη με πολλά ελληνικά βιβλία.
«Τα γκρεκάνικα της Καλαβρίας που μιλάμε μέχρι σήμερα εδώ είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός γλωσσικής αξίας, ένα μνημείο που δεν το βλέπουμε, αλλά το ακούμε», μας λέει ο καθηγητής Elio Cotronei. Η έννοια και η προσπάθεια των ανθρώπων για τη διάσωση των γκρεκάνικων είναι διαρκής: «Προσπαθούμε να μη σβήσει ο πολιτισμός και η γλώσσα αιώνων. Η Ελλάδα πρέπει να είναι κοντά μας και να μην ξεχνάει αυτή τη γωνιά της» παρατηρεί ο Carmelo Nucera, πρόεδρος του Συλλόγου Apo?diafazzi.
Τα γκρεκάνικα τα μιλά από μικρός («platago ti glοssa» όπως λέγεται) και ο Pepe Zindatta, πρόεδρος του Κέντρου Συντονισμού της Καλαβρίας: «Θέλουμε να ζήσει η γλώσσα και να πάει μπροστά. Και όχι μόνο η γλώσσα. Διατηρούμε τα ήθη και τα έθιμά μας και κυρίως τη μουσική μας. Εγώ παίζω ταμπουρέλο, τσαμπούνα, λύρα της Καλαβρίας και φλάουτο. Έχουμε το ίδιο αίμα και μιλούμε την ίδια γλώσσα, είμαστε αδέλφια, όπως λέει κι ένα τραγούδι μας».
Ακρογωνιαίος λίθος για τη διάσωση της γκρεκάνικης γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στην Καλαβρία είναι ο παιδίατρος Tito Squillaci που διδάσκει ελληνικά:
«Έμαθα ελληνικά από τους παππούδες και τους γονείς μου, γιατί ένιωσα μια ανάγκη εσωτερική να κρατήσω τις ρίζες μου. Τα νέα ελληνικά τα έμαθα στο πανεπιστήμιο και πήγα δύο φορές στη Θεσσαλονίκη. Είμαι ο μόνος εδώ που μιλώ στο σπίτι, στα 3 παιδιά μου, μόνο ελληνικά.
Εμείς είμαστε εθνικά, πολιτιστικά, γλωσσικά Έλληνες, αλλά Ιταλοί πολίτες. Ο τόπος μιλά 2.800 χρόνια το γκρέκο - είμαστε κομμάτι της Ρωμιοσύνης. Διδάσκω τη γλώσσα, γιατί όλοι πρέπει να μάθουν την ελληνική ιστορία».
Σε ένα παλιό μοναστήρι της Bova Marina συναντήσαμε μια ομάδα παιδιών με ελληνική καταγωγή να κάνει πρόβα για μια θεατρική παράσταση. Ενθουσιάστηκαν από την επίσκεψή μας και μας μίλησαν για τη μεγάλη τους αγάπη για την Ελλάδα ενώ ευχήθηκαν να τους επισκέπτονται πιο συχνά Έλληνες, να μην τους ξεχνούν.
Ανάλογα συναισθήματα εισπράξαμε και στο εστιατόριο «Μεσόγειος» όπου μας υποδέχτηκαν εγκάρδια ο ιδιοκτήτης και φιλόλογος Salvatore Dienni και η γυναίκα του Alba. Μας τράταραν τις λιχουδιές της περιοχής, αλλά και πολλά ελληνικά εδέσματα, όπως σουβλάκι και τζατζίκι.
«Διδάσκω στο γυμνάσιο τη νεοελληνική γλώσσα, αλλά κάθε Σαββατοκύριακο κάνω μάθημα και σε αρκετά άτομα στο Νέο Ροχούδι», μας είπε ο Salvatore και συμπλήρωσε:
«Αισθάνομαι πνευματικά Έλληνας. Οι Έλληνες πρέπει να επισκέπτονται την περιοχή και να γίνονται επισκέψεις μαθητών, όπως γίνονται από τα δικά μας σχολεία στην Ελλάδα. Στο εστιατόριό μας συνδέουμε τη γαστρονομία που κληρονομήσαμε με την ελληνική. Ευχόμαστε «kala pramata» σε όλους τους Έλληνες και ζούμε με την προσδοκία να μας θυμούνται πάντα».

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΜΟΧΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΟΥ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Η Εποχή μας, ιδίως κατά την τρέχουσα, μεταβιομηχανική περίοδό της, έχει ως επιστέγασμα της σκιώδους, δίχως θεμέλια, δομής της, την ψυχική ερήμωση και την κοινωνική αποσάθρωση. Τα πάντα, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, βρίσκονται σε μια σκαλινή διάρθρωση, μια ασταθή ισορροπία, άσχημα, στρεβλά, ετοιμόρροπα, σε πανανθρώπινη κλίμακα, σε πλανητική διάπτυξη.

Ο καθοριστικός του αποτελέσματος αυτού, τρόπος, δεν είναι η ωμή βία, τα όπλα ή τα αναγκαστικά διατάγματα - αν και δεν έλειψαν ούτε αυτά.

Είναι η διάχυση, η διασπορά, η νεφελώδης εγκατάσταση μιας καθολικής πνευματικής συγχύσεως, που έχει ως άμεσες συνέπειες την αδυναμία σχηματισμού και εκφράσεως γνώμης, απόφασης, συνεπώς και την αδρανοποίηση, την ανικανότητα δραστικής, εργώδους πρακτικής, τόσο στο κοινωνικό, όσο και στο προσωπικό πεδίο. Τα παραπάνω, ο τρόπος, δηλαδή, και τα αποτελέσματά του, που έχουν φέρει την ανθρωπότητα σε μια πρωτοφανή, τερατική μεταλλαγή, καθολική αλλοίωση σε βάθος της ανθρώπινης ουσίας και συμπεριφοράς, επιτυγχάνονται από πλήθος μέσων που ανήκουν στην όλη σκιώδη, α-δομική, ολιστική και ανεπαίσθητη μορφολογικά κατασκευή που επωνομάζεται «Νέα Τάξη Πραγμάτων», «Παγκοσμιοποίηση», «Νέα Εποχή» κ.τ.ο. - ή και Matrix. Το πρωτεύον φαινόμενο της, αυτός ο «λευκός ήχος» άμετρων, έκμετρων και απειρόπληθων κατηγορικών λόγων, άλλοτε φέρεται ως προερχόμενος από επίσημες, κεντρικές θύρες, άλλοτε πάλι, και ταυτοχρόνως, από παράπλευρες πηγές που αντιπροσωπεύουν - όλες μαζί - το  «πνεύμα» αυτών των παράδοξων καιρών. Και τούτο το «πνεύμα», συνίσταται στην ολόπλευρη απόσβεση της κριτικής σκέψεως.

Στρατιές υποβολέων και εγγυητών της ζωής μας αποφασίζουν «πριν από εμάς για μας» για κάθε πράξη ή παράλειψή μας, για οτιδήποτε μας αφορά. Αναιρούν και ακυρώνουν κάθε εύλογη προσδοκία ή επιθυμία μας, κάθε δραστηριότητά μας που τείνει προς το ιδεώδες, επιβάλλοντάς μας ως «αυθεντίες» και «εγγυητές» την παραλυτική για την ίδια τη λειτουργία της σκέψης μας, δική τους γνώμη και πράξη. Άλλοι καταστρατηγούν έως και στοιχειώδη και ήδη κεκτημένα δικαιώματά μας, ως προσώπων και ως πολιτών· άλλοι συνθλίβουν και διαμελίζουν έως και την βασική συγκρότηση της κοινωνίας και τις σχέσεις  που η αναγκαιότητά τους είναι σύμφυτη στην ανθρώπινη ουσία· και άλλοι, σε μιαν ιλαροτραγική αντιφωνία προς τους πρώτους, μας υπόσχονται, μας προσφέρουν «πακέττα» ατομικής σωτηρίας, παστεριωμένη ευτυχία, συνταγές «επιτυχίας».

Όλη αυτή η ανίερη συμφωνία, ο απαίσιος θίασος των «παγκοσμιοποιητών» και «νεοεποχιτών» έχει κοινό τον σκοπό: να αφανίσουν την ανθρωπικότητά μας, να μας καταστήσουν αφασικούς, αυτιστικούς, να υποκαταστήσουν το «Πρόσωπο» (δηλαδή την Παρουσία, την Συνείδηση, την ιδιότητα του ψυχικού Όντος-Άνθρωπος), με την απρόσωπη, άψυχη ειδολογική μονάδα (δηλαδή: νούμερο του «ατόμου»). Αλλά στο σκοπό τους φθάνουν, βάλλοντας με όλα τα παραπάνω  - ενδεικτικά - μέσα, συστηματικά τον στόχο: την Σκέψη, την Νόηση, το Κριτικό Πνεύμα.

Μάλιστα, μπορεί να πει - και να διαπιστώσει -  κάποιος, ότι δεν πλήττεται ακριβώς η ελεύθερη σκέψη, αλλά αυτή καθ' εαυτήν η δυνατότητα του σκέπτεσθαι, η νοητική λειτουργία, δηλαδή, που οδηγεί στη σύλληψη των γνωστικών αντικειμένων - τα  οποία, άλλωστε, καθημερινά ανατρέπονται, αφαιρούνται ή συρρικνώνονται ή αλλοιώνονται: η Φύση, τα ιδεώδη (οι ιδέες), το εύρος και το βάθος του περιεχομένου των επιστημών και της όλης παιδείας, η ποιότητα των τεχνών και κάθε αισθητικής και ηθικής αξίας και έκφρασης......

Κανονικά, η λειτουργία της σκέψης, μετά την μορφική-φαινομενολογική προσέγγιση και σύλληψη των γνωστικών αντικειμένων, οδηγεί στη χρήση εννοιών για τη διατύπωση κρίσεως σχετικής με τα αντικείμενα της γνώσης, στον σχηματισμό γνώμης-αποφάσεως (ή αποφάνσεως) γι' αυτά, στη διατύπωση συλλογισμών ιδεών που συγκροτούν θέση ως προς αυτά. Και αυτά, τα γνωστικά αντικείμενα, είναι όλα όσα εμφανίζονται ως κίνητρα σκέψεως και πράξεως στον άνθρωπο, ξεκινώντας από απλά και συνήθη ζητήματα της ζωής μας. Μήπως αυτά, τα απλά, βασικά στοιχεία της ζωής μας, όπως η τροφή μας, ο αέρας που αναπνέουμε, η δόμηση των σπιτιών μας, οι δρόμοι που - κανονικά -  περπατούμε, το νερό που πίνουμε, ο τρόπος που - κανονικά- ψυχαγωγούμεθα, οι τρόποι συμπεριφοράς προς τους οικείους και τους πλησίον μας, οι σχέσεις μας, δεν είναι τα πρώτα που μιάνθηκαν, διαστρεβλώθηκαν και διαλύθηκαν από τους διαχειριστές της ζωής μας;

Αυτός λοιπόν είναι ο καίριος στόχος και ο κρίσιμος κόμβος στην λυσσαλέα άγρα της ωμότερης και πλέον εφιαλτικής - γιατί είναι απρόσωπη, ανώνυμη, ανεπαίσθητη, αλλά και εκκωφαντικά θορυβώδης, όσο και παραλυτικά ζοφερή - απολυταρχίας που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, αλλά και η Φύση, ο όμορφος, ευλογημένος από τις αμέτρητες όψεις της Ζωής Πλανήτης μας: η Σκέψη και, συνεπώς, η Κατανόηση του Νοήματος των πραγμάτων και η Πράξη που αρμόζει στον Άνθρωπο ως είδος και ουσία.

Όταν η σκέψη αποδυναμώνεται εκ βάθρων, ως λειτουργία της νόησης, δηλαδή, ο Άνθρωπος καταλήγει χρήστης, καταναλωτής και τυφλός εκτελεστής των αποφάσεων, των επιθυμιών, των κάθε είδους προτάσεων άλλων. Όταν, όμως, η νοητική δραστηριότητα έχει τη δυνατότητα να ασκείται, στα απλά, έστω, ζητήματα, πολύ συχνά θα οξυνθεί, θα αναχθεί στο φάσμα της αναζήτησης ριζικώτερων από τα βιωτικά, αντικειμένων, θα αναδείξει ιδέες και συμπεράσματα που είναι ικανά να καθορίζουν τον σχηματισμό των κοινωνικών, πολιτικών, πολιτισμικών, των ίδιων των συνειδησιακών και ψυχικών μορφωμάτων.

Εν ολίγοις, όταν η Σκέψη είναι ενεργή, οπωσδήποτε θα εμφανισθεί, μέσω κάποιων πρωτοπόρων, η ελεύθερη σκέψη, καθολικά προτρεπτική σε νέους συλλογισμούς, νέα συμπεράσματα, νέες πεποιθήσεις, νέες πράξεις, πάντοτε όμως, αναπτύσσοντας επιχειρήματα και διάλογο, επιτυγχάνοντας πλατειά συμμετοχή σ' αυτόν και, τέλος, πείθοντας τους άλλους, ότι το νέο προτεινόμενο είναι καλύτερο όποιου υφίστατο, κυρίως επειδή προσφέρει ευρύτερο και γονιμότερο έδαφος για σκέψη, γνώση και εργώδη δραστηριότητα. Έτσι γίνονται οι Πολιτισμοί, οι Παραδόσεις, ό, τι χτίζει στέρεες δομές, ικανές να υποδεχθούν και να αναδείξουν νέα στοιχεία στο διηνεκές. Μέσα από την Κριτική Σκέψη, την Νοηματική Εξαγωγή, την διατύπωση νέων Προτάσεων, την Πειθώ. Επειδή, όπως η Φύση, κρυφή και φανερή, όπως κάθε κόσμος - εναρμόνια τάξη - και η ανθρώπινη Κοινωνία, και ίδιος ο κάθε άνθρωπος, είναι ένα Ανοιχτό σύστημα και εάν αντιμετωπισθούν  σαν κλειστό, περιορισμένο ολοκλήρωμα, ατροφεί και καταρρέει.

Δεν είναι υπερβολή, ούτε εμπάθεια κάποιου τύπου, να αναγάγουμε στην Ελληνική Σκέψη και στον παράγωγό της Ελληνικό Κόσμο, ό, τι αφορά στην δυναμική γνώση και πράξη, συνεπώς και τα αίτια του αληθούς Πολιτισμού ως σύνθεση πνευματικών και ψυχικών, κοινωνικών, επιστημονικών και αισθητικών σχηματισμών σε αλληλουχία, ανταπόκριση και κίνηση. Η Ελλάδα, πρέπει να προσεγγίζεται ως Όν-ζωτικό, Όλον πλήρες δυνάμεως, ευρισκόμενο σε ακατάπαυστη ενεργητικότητα, σε αιώνια κίνηση, εξέλιξη και μεταβολή που δεν προϋποθέτει καταστροφή των μελών του αλλά συμφωνία του προϋπάρχοντος (ταυτότητας) και του νέου ή Άλλου (ετερότητα).

Είναι τόπος που από την αυγή του Πολιτισμού της, από τα πρώτα σχήματά της, υπήρξε καθαρή Μοναδικότητα· και είχε συνείδηση αυτού του γεγονότος· γι' αυτό και διαχώριζε το Είναι της από τους πολλούς άλλους, τους αλλότριους, τους βαρβάρους.

Είναι ο τόπος που σπάρθηκε με την μυστική σπορά του Λόγου - ανθρώπινη Λογική και Κοσμική Σοφία - και ανέδωσε τα άνθη και τους καρπούς του: Στοχασμό, Λεκτική έκφραση, Ορισμό και Μορφή (και) του Αφηρημένου (Ιδεών, Εννοιών, Συμβόλων, Παθών), Όνομα (ως ουσιαστικό που σημαίνει το Όν και ως επίθετο που σημαίνει ιδιότητα). Εδώ, στην Ελληνίδα λέξη, θα σταθούμε. Επειδή η Γλώσσα είναι πράγματι το κυριότερο μέσον της ανθρώπινης σκέψης, έκφρασης,  θα σημειωθεί σχετικά εδώ ότι ο «Ελληνισμός» είναι λέξη που θησαυρίζεται από τους Στωϊκούς  ως πρώτος όρος της ακολουθίας των αρετών του λόγου (= γλώσσας), που κατ' αυτούς είναι πέντε: Ελληνισμός, σαφήνεια, συντομία, πρέπον, κατασκευή. Η πρώτη προσδιορίζεται ως εξής από τους ίδιους:  «Ελληνισμός μεν ουν εστι φράσις αδιάπτωτος εν τηι τεχνικήι και μη εικαίαι συνήθειαι» δηλαδή:

«Ελληνικότητα είναι η φρασεολογία χωρίς μεταπτώσεις στην τεχνική και με τεχνοτροπία (ύφος) όχι συνήθη, κοινόχρηστη». Αλλά στην τελική φράση του παραπάνω ορισμού των Στωϊκών (Διογ. Λαέρτιος), ενδεικνύεται κατά την γενική αντιδιαστολή: Έλλην=όχι βάρβαρος, ότι και οι άλλες τέσσερις αρετές του λόγου ως γλωσσικής  εκφράσεως, ανήκουν στο φάσμα του «Ελληνισμού»: «.......ο δε βαρβαρισμός εκ των κακιών, λέξις εστί παρά το ήθος των ευδοκιμούντων Ελλήνων»: δηλαδή, «ενώ ο βαρβαρισμός είναι φρασεολογία που συνεπείαι των αδυναμιών και των ατελειών της, είναι αντίθετη προς τον λόγον των δόκιμων, αναγνωρισμένων Ελλήνων».

Οι άλλες τέσσερις ενδεικτικές αρετές της γλωσσικής εκφράσεως, εξηγούνται: Σαφήνεια: η φρασεολογία που κάνει το νοούμενο ( το αντικείμενο της σκέψεως) προσιτό στη γνώση. Συντομία: η φρασεολογία που περιέχει μόνο ό, τι είναι αναγκαίο για τη φανέρωση του Πράγματος. Πρέπον: η φρασεολογία που είναι οικεία (συγγενής και ομοειδής) προς το πράγμα. (Εδώ, σημειώνουμε το στέλεχος της Ελληνίδος λέξεως, το «έτυμον» δηλαδή το «αληθές». Πράγματι, η Ελληνική γλώσσα διακρίνεται ως η μόνη που, ως σημαίνων τύπος, τείνει να συναντήσει, να ταυτοποιηθεί με το σημαινόμενο ως ουσία και νόημα). Κατασκευή: η φρασεολογία που έχει αποφύγει τους ιδιωματισμούς, τις γλωσσοπλαστικές παραδοξότητες και υπερβολές.

Συνεχίζοντας , σημειώνουμε μερικούς ακόμη από τους καρπούς του Έλληνος Λόγου: Διάλογος, Λογική [αυτή η έννοια έχει πολύ διαφορετική σημασία από ό, τι χαρακτηρίζεται σήμερα «λογική», η οποία (σημερινή συνήθης σημασία) αντιστοιχεί μάλλον στον αγγλοσαξονικό θετικισμό, παρά στην ευβουλία], Κρίση, Συλλογισμός, Θεώρημα, Ζήτηση και Εύρεση των Αιτιών (Αρχών) και των Αιτίων, Σχέση (ως κοινός τόπος αιτίου-αποτελέσματος, θετικού-αρνητικού, κ.λ.π.), Αναλογία (ως μέτρο και  αρμονία των ετεροειδών και αντιθέτων), Ουσία (ως υπόβαθρο της υποστάσεως των πραγμάτων), Νόμος και Ειμαρμένη-Νομοτέλεια(*) (ως ρυθμιστική δύναμη του Σύμπαντος), και, τέλος, Κατανόηση. Εδώ, στην Ελλάδα, δόθηκε ο ύψιστος ορισμός αυτής της απόκρυφης μεν και άδηλης, αλλά πανίσχυρης Αρχής, του Λόγου: «το τι ήν είναι της ουσίας» λέγει ο Αριστοτέλης. Δηλαδή : «ο λόγος προκαθορίζει τι μπορεί να είναι η ουσία των όντων σε όλους τους αναβαθμούς της εξελίξεώς τους».

Και ο Ηράκλειτος αινεί τον Λόγο ως Θεό, εφ' όσον αποφαίνεται (μεταξύ πολλών, πολύτιμων άλλων): «Του δε λόγου τουδ' εόντος αεί...... γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον....» (απ. 1), « Ωι μάλιστα διηνεκώς ομιλούσι λόγωι τωι τα όλα διοικούντι....» (απ.72): «αν (και) ο λόγος τούτος είναι από πάντα..... και τα πάντα γίνονται σύμφωνα με τον λόγο...» (απ. 1), «Με τον λόγο, αυτόν που τα πάντα κυβερνά και μαζί του συνεχώς συνδέονται .....» (απ. 72). 

(*) «Ειμαρμένη αιτία των όντων ειρομένη ή λόγος καθ' ον ο κόσμος διεξάγεται» (Διογ. Λαέρτιος VII, 149) : Η ειμαρμένη είναι η αιτία των όντων, η οποία συναρτάται με αυτά ή είναι νομοτέλεια (λόγος) σύμφωνα με την οποία εξελίσσεται ο κόσμος).

Και  αλλού, προκαλεί κάθε «ειδικό περί την ψυχή» των ημερών μας , να συλλάβει αυτά τα λόγια: « ψυχής εστι λόγος εαυτόν αύξων» (απ. 115) δηλαδή: «υπάρχει και λόγος της ψυχής [ = ατέρμονη κλίμακα προσλήψεως και εξεργασίας παραστάσεων και σκέψεων που μετατρέπονται σε εσωτερικό (ψυχικό) κόσμο], λόγος που αυξάνει τον εαυτό του. Με τον Ηράκλειτο, ο Λόγος επιστρέφει ως αρχηγικός Κούρητας, τηρητής και φρουρός του Συμπαντικού Λογικού και Νόμου. Αυτός ξυπνάει, όπως ο Κυλλήνιος Ερμής, την αγωνία της αφηρημένης σκέψης, που κάνει τον άνθρωπο να βγεί από τον κόσμο των ονείρων στον κόσμο του φωτός, της καταγνώσεως της νοηματοδοτήσεως. Αντίθετα στον βαρβαρικό κόσμο το Εγώ, ο Συνειδητός Κριτικός Εαυτός, αλλοτριώνεται και αποξενώνεται καταπίνεται στην Συνειδησιακή Αποθήκη του αινιγματικού, φοβερού  ούτως ή άλλως, για τον βάρβαρο που αγνοεί τον Λόγο, ωκεανού των φαινομένων)

«Ο Λόγος επιστρέφει». Ναι. Επειδή ο Ηράκλειτος, όπως και όλοι οι φυσικοί φιλόσοφοι, αλλά και οι πριν από αυτούς θεολόγοι ( και όχι απλώς «ποιητές»): Ησίοδος, Όμηρος, Ελλάνικος-Ιερώνυμος και οι μετά από αυτούς προεξάρχοντες σοφοί, Σωκρατικοί, Πλατωνικοί, Αριστοτελικοί, Στωϊκοί, Επικούρειοι, των οποίων ο λόγος, η φράση, έφθασε ως εμάς διασπαραγμένη, αλλά μεστή νοημάτων και - επίσης - πραγματιστικών στοιχείων ικανών να βγάλουν από την απορία και τα κενά τους και τις επιπλέον σύγχρονες εφηρμοσμένες Επιστήμες,  ιδίως την Φυσική, αντηχούν (και) σε νέες κλίμακες, την παλαιότατη, ασύντακτη στο χρόνο Ελληνική Σκέψη. Την Ελληνίδα λέξη, τη ζήτηση και την εύρεση της Αλήθειας μέσα και πέρα από τα φαινόμενα.

Η πρώτη Ελληνική - και, ας ειπωθεί εδώ - Οικουμενική στην δυναμική της, αλλά πλέον και αναγκαία για την έξοδο των ανθρώπων από την αφασία, την παραλυσία και τον αυτισμό που βρισκόμαστε - εκπεφρασμένη σκέψη, φθάνει ως εμάς σαν μια δέσμη φωτός που πηγάζει από τον πρώτο μυσταγωγό που άρθρωσε δημόσια προς τους πολλούς, ελεύθερα, τις μυστικές, «παλαίφατες δόξες»: τον Ορφέα, τον γιό του Οιάγρου και της Αρχιέρειας και ομώνυμης τής Μούσας Καλλιόπης, ιερό βασιλέα των Θρακών - των οποίων το πανάρχαιο βασίλειο εκτεινόταν, τότε, από τον Εύξεινο Πόντο ως τις Ανατολικές παρυφές του Ολύμπου.

Ο Ορφεύς δεν ανακάλυψε τίποτε. Διδάχθηκε την, τότε, πληρέστατη Επιστήμη, την Θεολογία  του Γένους του, που ορίζεται πως ήταν το Αργυρό, στους κόλπους του βασιλικού Οίκου, σαν δικαιούχος του θρόνου- και της Γνώσεως, που έως τότε ήταν προνόμιο αυτών των Οίκων και μόνον. Αλλά η Θεολογία του Αργυρού Γένους- του  Ορφέως- η πλήρης Επιστήμη, η ολοποίηση κάθε επί μέρους γνωσιολογικού κλάδου που σήμερα θεωρείται ξεχωριστή επιστήμη (ενώ είναι απλώς ειδικότητα, πλέον) είχε ήδη σχηματισθεί κατά την μακρά και μακαρία περίοδο του Χρυσού Γένους- όταν οι μακρόβιοι εκείνοι άνθρωποι είχαν, ακριβώς, ως κύρια και σχεδόν μοναδική ασχολία τους, τη Σκέψη, τον Στοχασμό, την Ενατένιση του Επέκεινα, την Εκμαίευση των αφανών έως και αρρήτων Αρχών, την προσέλκυσή τους από την Κρυπτότητα στην Παρουσία ως συνειδησιακών-λογικών μορφών και διατυπώσεων. Ο Ορφεύς απεφάσισε να διευρύνει, να κοινοποιήσει και να διδάξει πλατειά αυτή την ακριβή Αλήθεια. Και έκτοτε γνώρισε η ανθρωπότητα μέσω της Ελληνικής Σοφίας έως και το άπειρο με άλλο βλέμμα: έμαθαν πως τα ουράνια σώματα και όλο το Σύμπαν είναι σφαιρικά και περιστρέφονται, πως ο χρόνος, ως διάσταση και δύναμη, προϋπήρξε του χώρου τον οποίο έφερε στη πραγμάτωσή του. Πως από ένα μη υλικό Σύμπαν (Άρρητον Αρχή και Εν) γεννήθηκε ο Νοερός Κόσμος των Ιδεών, από λεπτό Πνεύμα και Χρόνο. Πως από τον Νοερό Κόσμο έγιναν και τροφοδοτούνται συνεχώς τα πολλά, πολλαπλά Σύμπαντα του Αισθητού Κόσμου. Και άλλα πολλά όσα οι σημερινές επιστήμες δεν έφθασαν έως σήμερα να πουν. Οι αποκαλύψεις αυτές του Ορφέως έγιναν όχι δίχως κόστος. Για κάποιους λόγους που θα προβληθούν άλλη φορά το τίμημα γι' αυτήν την καινοτομία, ήταν ο θάνατος του και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο που είχε δοκιμάσει  τον θάνατο και ο Διόνυσος, δηλαδή τον διαμελισμό.

Αλλά η φωνή του, ο λόγος του, έμεινε. Και δεν ήταν λόγος φερέφωνου, αλλά λόγος κριτικός, ερμηνευτικός, επεξηγηματικός και συμπληρωματικός  όσων ο ίδιος εδιδάχθη. Το ίδιο, βέβαια, και τα έργα του, ιδίως οι παρεμβάσεις του- θεωρητικές και πρακτικές/λατρειακές- στα Μυστήρια που ήδη υπήρχαν τότε, αλλά και η διάδοση των Ιερών Λόγων της Ελληνικής Θεολογίας, δηλαδή, και σε άλλους τόπους. Όπως στην Αίγυπτο, την Βαβυλώνα, την Υπερβορεία Χώρα...... Αλλά εκεί, αν «τότε» έγινε κατανοητός- επειδή οι τόποι αυτοί είχαν στενούς δεσμούς με την κυρίως Ελλάδα-, αργότερα διεμβολίστηκε η κρυστάλλινη διαύγειά της Επιστήμης και της Ευσέβειας από την Δεισιδαιμονία, τη στυγνότητα της όποιας Γνώσεως ή ικανότητας (όπως οι «ειδικότητες» των σημερινών), την Άγνοια και την υποταγή των πολλών στην αυθεντία των αοράτων, περιβεβλημένων τεχνητό μεγαλείο και «μυστήριο» ελαχίστων...... Μας θυμίζει κάτι, βέβαια, αυτό: μας θυμίζει το σήμερα, την εποχή μας. Όχι, δεν είναι διόλου «Νέα» τούτη η Εποχή, μήτε στα εξωτερικά της φαινόμενα - αν εξαιρέσουμε το πλήθος των κοινόχρηστων μηχανών. Είναι παλαιά, απολιθωμένη, μάλιστα. Είναι αναπαραγωγή και ενίσχυση του Βαρβαρισμού. Εκ των πραγμάτων και εξ ορισμού, είναι μια ολική επίθεση Βαρβάρων κατά Ελλήνων. Κατά της Ελληνικής Σκέψεως και Πράξεως ακριβέστερα. Επειδή οι Έλληνες ως φυσικά πρόσωπα, όσοι και όπως απέμειναν στην προγονική γη, άξενη και εχθρική πλέον στους ίδιους τους βλαστούς της, έχουν, όσο και αν πολλοί συνειδητά ανθίστανται, τρωθεί σ' έναν σημαντικό βαθμό από κάποιο βαρβαρικό στοιχείο· ακόμη και η υπερβολή ή η εκζήτηση στις διακηρύξεις μιας Ελληνικότητας- που μένει όμως αόριστη, ασαφής ή εμφανώς μετασημασμένη- αλλοιωμένη κατά το νόημά της, είναι βαρβαρισμός.

Τώρα, έστω τώρα, πρέπει να κατανοήσουμε ποια είναι η Πηγή των ναμάτων που θεράπευαν την ανθρώπινη Ανάγκη του Στοχασμού, ακόμη και σε καιρούς ακραίας, ωμής βίας και σκοταδισμού-κατά τον Μεσαίωνα, αλλά και κατά την Αναγέννηση, οι πυρές άναβαν εύκολα. Βεβαίως, η Ελλάδα, θα πουν σωστά- όλοι. Αλλά ας γίνουμε σαφείς: Η Ελλάδα των ελευθέρων στοχαστών, η Ελλάδα της αποφασιστικής- αποφαντικής φράσεως, η Ελλάδα της εναρμονίσεως των αντιθέτων, η Ελλάδα του Νου που ωριμάζει γαλουχημένος από την Ψυχή, η Ελλάδα του Λόγου, του Διαλόγου,του Μέτρου - δηλαδή της Αναλογίας και της Κλίμακας - η Ελλάδα που έχει θεμέλιο  τον Έρωτα (όνομα του Λόγου του Νοητού και του Φάνητος, του θεού και Γεννήτορα των Ιδεών) και κορυφή την Σωφροσύνη.

Η Ελλάδα που ανέδειξε φίλους και οικείους τους θεούς· γι' αυτό και κάθε τι στην Κοινωνία και τη φύση ήταν, για την Ελληνική Συνείδηση, Ιερό- έμφαση θείων προσώπων και έργων.

Είναι φανερό πως η Ελλάδα αυτή βάλλεται, και, πλέον, δηώνεται ολόπλευρα. Ας αντιδράσουμε. Όχι όμως με τον τρόπο  της αμοιβάδας, ανακλαστικά. Αλλά προτάσσοντας γερή και ρωμαλέα σκέψη και πράξη δίκαιη. Και δίκαιο, ας ειπωθεί είναι προ πάντων ό, τι βλέπει προς το κοινό αγαθό. Όπως οι ήρωες, που έλαβαν πρόσωπο και όνομα εδώ, και υπήρξαν διαχρονικά πρότυπα αυτού του Έθνους, έτσι και μείς, τώρα, ας ανοίξουμε τη Σκέψη και τα έργα μας όσο πλατύτερα, όσο ψηλότερα μπορούμε, συνεχώς, «για την υγειά αυτού του άρρωστου, του κόσμου» (Αγγ. Σικελιανός- Ίμεροι).

Ευελπιστώ ότι αυτά τα λόγια θα δώσουν μια ώθηση αφυπνήσεως των συνειδήσεων, ένα κίνητρο για σκέψη και για δράση κάτω από το Φως του Ήλιου του Πρώτου της Ανθρωπότητας, το Φως του Ελληνικού Κόσμου, που δεν απονεκρώθηκε, αλλά είναι ζώσα πραγματικότητα στα ιδεώδη επίπεδα, και η επαναγωγή του στα πεδία της πράξεως και της εμπειρίας, είναι ανάγκη ζωτική.

Ας ειπωθεί και ως κατακλείδα αυτών των λόγων, ότι η Ελληνική Σκέψη είναι το ισχυρότερο από τα μέλη του Ελληνικού Κόσμου. Δεν κλείνεται σε Μουσεία, δεν περιορίζεται με περιφράξεις, αλλά είναι μέσα μας, σαν Μνήμη, σαν Νοσταλγία, σαν Δύναμη· εκείνο που χρειαζόμαστε για να την προσεγγίσουμε, είναι η άσκηση της δικής μας νοητικής δραστηριότητας, η όξυνση της δικής μας Σκέψης.

Λόγοι ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ Λόγοι ΒΑΡΒΑΡΙΚΟΙ - ΜΙΑ ΔΙΑΦΩΝΙΑ

Λόγοι ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ Λόγοι ΒΑΡΒΑΡΙΚΟΙ - ΜΙΑ ΔΙΑΦΩΝΙΑΔιανύουμε μια εποχή βαρβαρότητας. Είναι κοινός τόπος η διαπίστωση ότι έχουν εκπέσει οι αξίες και ακόμη, ότι στην Θέση τους δεν έχει καθιερωθεί τίποτε. 'Ενας κατακλυσμός από "καινοφανείς" τρόπους και λόγους ζωής παρασύρει το σύγχρονο άνθρωπο στην οδυνηρότερη σύγχυση που μπορει' να αντιμετωπίσει:
Αυτές οι προτάσεις είτε είναι αναξιόπιστες είτε φαίνονται να αφορούν η κάθε μια "κάποιους άλλους" είτε, πράγμα που συμβαίνει κατά κανόνα, καταλήγουν να αλληλοκαταβροχθίζονται αφήνοντας πάντα ακάλυπτο το πρόσωπο της πραγματικότητας: Για τον άνθρωπο σήμερα δεν προτείνεται συγκροτημένα σοβαρός λόγος ή τρόπος για να υπάρχει. Αυτό ισοδυναμεί με το ατομικό και, εκείθεν, με το καθολικό κενό.

Η λέξη "βαρβαρότης" είναι παράγωγη χαρακτηριστικού ήχου. Οι Αρχαίοι 'Ελληνες σαν πρώτη ακουστική εντύπωση όταν οι βάρβαροι ομιλούσαν, εσχημάτιζαν ένα θόρυβο που τον απέδιδαν σαν "βαρ-βαρ". Κάτι δηλαδή, κακόηχο, μονότονο και ακατάληπτο. Αυτό το σήμα, η γλωσσική δηλ. απόδοση έδινε τον τύπο των ανθρώπων που "δεν ήσαν Έλληνες". Από την γλώσσα δηλ. εκκινώντας, σηματοδοτούσαν το όλο σύστημα ηθών,εθών και πολιτείας εκείνων που δεν τους έμοιαζαν, των βαρβάρων. Με τους οποίους, φυσικά, είχαν δοσοληψίες και επικοινωνία κάθε είδους. Αλλά, όσο ο κόσμος τους ήκμαζε, δεν φαινόταν δυνατό να προσεταιριστούν τίποτε απ'όσα συνιστούσαν το βίο τους.

Δεν έχουμε δηλ. να κάνουμε με αντιπαλότητα, αλλά με διαστολή δύο τρόπων, δύο λόγων ζωής. Διαστολή που, με την αρραγή και συνεχή διάφορη πρακτική, έφτανε να είναι φυσική και αυτονόητη.

Η συνεκτική ταύτιση του συνόλου βαρβαρικού κόσμου με τις συνιστώσες του γλωσσικού του ιδιώματος, η παραγωγή του ονόματος του μη Έλληνος από την ηχητική απόδοση της ρηματικής του έκφρασης, δίνει το μέτρο της βαρύτητας των λέξεων: Ένας ολόκληρος Κόσμος χαρακτηρίζεται, οριοθετείται πραγματικά και πολιτισμικά, με το γλωσσικό του ιδίωμα. Ακόμη αντιδιαστέλλεται από έναν άλλο κόσμο -τον Ελληνικό-με την εγκατάσταση ως κεντρικού διαχωριστικού σημείου τον προφορικό τρόπο έκφρασής του και την εντύπωση που αυτό παράγει: Την αταξία, την ακαταληψία, το ανάρμοστο ανάμεσα στον ήχο και την έννοια. Για τους Έλληνες οι βάρβαροι ήσαν πρόξενοι διαλεκτικής αμηχανίας όσο και αισθητικής ενόχλησης, απορίας.

Οι μαρτυρίες του Πλουτάρχου, του Ηροδότου, του Στράβωνα για τις συνήθειες των λαών της Πρόσω Ασίας και των άλλων χωρών και οι εν γένει κριτικές αντιδράσεις των Ελλήνων προς τις βαρβαρικές τάσεις, μαρτυρούν ακριβώς την επιφυλακτική και κατά την ουσία αναποτελεσματική προσέγγιση των δύο κόσμων, τουλάχιστον εάν λαβαίνουμε υπ' όπιν μας τις σταθερές του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου στην ακμή του. Η διάσταση θα λάβει οξυμένη μορφή όταν η ολκή των ιστορικών συγκυριών θα φέρει τα γειτονικά σύνολα των δύο κόσμων σε σύγκρουση. Τότε, ο βάρβαρος από δυσνόητος αλλά ανεκτός ξένος, θα μετατραπεί σε αξιοκαταφρόνητο εχθρό. Τα βαρβαρικά ιδιώματα θα εξαρθούν ως επιχειρήματα υπέρ της αναγκαιότητας άμυνας του Ελληνικού-μουσικού κόσμου ενάντιά του και κατά της ευυποληωψίας του. Η δημόσια επιχειρηματολογία για την αναξιότητα αφ' ενός και την επικινδυνότητα αφ' ετέρου του βαρβαρικού κόσμου, Θα φτάσει να αφορά και σε αντιπάλους που μιλούν την Ελληνική γλώσσα - Φιλιππικοί, Ολυνθιακοί-. Αλλά ήδη έχει δοθεί το σήμα του προσδιορισμού του βαρβάρου. Και αυτό είναι, όπως ειπώθηκε, μια κατ' αρχάς "ηχητική", αισθητηριακή εντύπωση παραγόμενη από τη γλώσσα.

Ο θεοκρατικός μηδενισμός φαίνεται να τρέφει ιδιαίτερη περιφρόνηση για τη γλώσσα, τη σαφήνεια των εννοιών, την έννοια των λέξεων. Ο βαρβαρικός κόσμος ήταν ιδιαίτερα θρησκοληπτικός. Η θρησκοληψία του απέδιδε εν τέλει μιαν ολοκληρωτική μοιρολατρεία για τους πολλούς και μίαν ανενόχλητη πολιτικά τυραννία για τους ολίγους. Η γλώσσα του ήταν κατά την χρήση μεν προφορική, (Ελληνες κατέγραφαν τα βαρβαρικά ήθη, έθη και μύθους) κατά την οικονομία δε φτωχή και ετεροβαρώς πλεονάζουσα: Οι εννοιολογικές σημαντικές της ελάχιστα αφορούσαν στο πραγματικό δρώμενο και ακόμη λιγότερο στο κοινωνικό-πολιτισμικό. Το θεολογικό του σύστημα το οποίο αποτελούσε και την όλη φιλοσοφική του αντίληψη μαρτυρούσε την εμμονή του σ'έναν κόσμο αμετακίνητης κυριαρχίας και αμετάθετης κατάστασης των αρχέγονων φαινομένων, φυσικών ή πολιτικών. Οι μύθοι του περιορίζονται στον αψήλφητο χώρο της θεϊκής δράσης. Θεοποιούνται συχνά άνθρωποι κάστας, λόγω της κατοχής από μέρους τους μιας κάποιας απόκρυφης γνώσης ή μιας ελέω θεού εξουσίας. Σε σύγκριση με τους Ελληνικούς, μύθους παρουσιάζουν μόνο την απουσία του ανθρώπου από το εξελικτικό γίγνεσθαι. Κατ' αυτόν τον τρόπο. Οι θεϊκές οντότητες υποκαθιστούν και, εν τέλει, καταργούν την έννοια του βουληφόρου ανθρώπου, ενώ σαν υποδείγματα συμπεριφοράς ατονούν,
α) Γιατί η μυθική σφαίρα έχει την τάση να απομακρύνεται από την ερμηνευτική προσληπτικότητα εάν δεν βρίσκεται σε σχέση αμοιβαιότητας με την εμπειρία και
β) Γιατί η δράση των βαρβαρικών μύθων περιγράφει την διαδικασία γένεσης, διχασμού και βίαιης τελείωσης των βασικών κοσμικών-κοινωνικών συμβάντων. Χωρίς να στερούνται συναισθηματικής φόρτισης, εν τούτοις παραμένουν στάσιμοι και
γ) Κάθε θεότητα καταλαμβάνει ένα χώρο όπου κυριαρχεί αδρανώντας. Εκείνο που περιμένει, είναι η τήρηση της λατρείας σ' αυτό που μια για πάντα αντιπροσωπεύει.

Αντίθετα, στον Ελληνικό κόσμο, οι θεϊκές δυνάμεις συμβαδίζουν με το πραγματικό δρώμενο και συμπάσχουν με τον Άνθρωπο. Θα μπορούσαμε, επομένως, με κάθε συνέπεια να υποστηρίξουμε και το ανάστροφο: Ο Άνθρωπος, κατά την Ελληνική συνείδηση, παρακολουθεί το θεϊκό δρώμενο και προσαρμόζεται σ' αυτό. Όταν λοιπόν λέμε ότι διανύουμε μια εποχή βαρβαρότητας, μπορούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό: Πριν απ'όλα, οι λέξεις, ο προφορικός τρόπος του επικοινωνείν, έχει απογυμνωθεί από το σημασιολογικό του περιεχόμενο. Η δυναμική των εννοιών έχει ατονήσει δραματικά. Η κατάπτωση των λέξεων σε απλά περιγραφικά σήματα έχει επιφέρει την πτώχευση των νοημάτων. Έτσι, ο προφορικός λόγος υπάρχει μόνον για την στοιχειώδη συνομιλία. Η έννοια της επικοινωνίας έχει συμπαρασυρθεί στη γενικότερη συρρίκνωση της συνεννόησης. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που μια τεράστια λεκτική κληρονομιά έχει περιέλθει στην κατάσταση είτε της απόλυτης λήθης από μέρους των ανθρώπων, είτε στην άγνοιά του -ή των- νοημάτων της, είτε στη συστολή της έννοιάς του, είτε στην απλή φωνητική εκφορά τους, χωρίς να προσλαμβάνεται η ακριβής σημασία τους. Κατά κάποιον τρόπο, ο βαρβαρισμός έχει και σήμερα την ίδια ρίζα με τον παλιό: Η γλώσσα χάνει την νοηματική της διάσταση, γίνεται ακατάληπτη ακόμα και στο μέρος που χρησιμοποιείται. Χάνει επίσης την ευτονία της, γιατί είναι αδύνατον να προφέρεις σωστά κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Η σημαντική και η αισθητική έκπτωση, επιφέρει την αδιαφορία προς αυτήν. Επόμενο είναι, να περιορίζεται η χρήση της στα "απολύτως αναγκαία". Αυτή η διαπίστωση περικλείει και προκαλεί ντροπή. Η γλώσσα έχει καταντήσει "αντικείμενο χρήσης'', πρακτικής εξυπηρέτησης, είδος προς κατανάλωση. Άραγε, είναι ν' απορούμε, εφ' όσον ισχύουν αυτά τα δεδομένα, για την θεαματική φθορά της; Για την εύκολη αντικατάσταση ευδόκιμων, εννοιοδοτικών λέξεων με χαρυβδικούς νεολογισμούς κάθε είδους και επινόησης;

Σαν καταναλωτικό αντικείμενο, η εν χρήσει γλώσσα αντιστοιχεί στα ανάλογα πράγματα. Εν ολίγοις, σε ό,τι σημαίνει "έχειν" και "πράττειν". Οι έννοιες που αντιστοιχούν στο "γίγνεσθαι", το "γιγνώσκειν" και το "είναι" τείνουν να εξαλειφθούν από την ρηματική έκφραση των σύγχρονων ανθρώπων. Παρατηρείται δηλ. και τώρα η πλεονάζουσα ανισομέρεια υπέρ των γλωσσικών όρων που δηλούν το ωφελιμιστικά πρακτικό και πεπερασμένο σύστημα της ανθρώπινης επίδοσης, σε βάρος του συστήματος των ουσιαστικών και μη αναλώσιμων, μη πεπερασμένων αξιών. Το σύστημα όμως τούτο, που περιλαμβάνει την έρευνα, την πρωτοβουλία, το συμπέρασμα, την ενεργό απτή συμμετοχή στα κοινά, την κριτική ευθύνη, τις ηθικές και αισθητικές συντεταγμένες του πολιτισμένου, μη-βάρβαρου, Έλληνα ανθρώπου, είναι και το εμφαίνον το σύνολο του ανάλογου Κόσμου. Κατά κάποιον τρόπο, η εποχή μας έχει αναδείξει τη λατρεία των άμεσα χρηστικών αντικειμένων, των περίφημων καταναλωτικών "αγαθών" στη Θέση των ακίνητων, αρχέγονων Θεοτήτων του παλαιού βάρβαρου κόσμου. Βωβά, αδρανή και απρόσιτα, ανεξάντλητα στις συνεχείς παραλλαγές τους, δεν έχουν χρεία αλλά ούτε και δίνουν τη δυνατότητα διαλόγου με τον άνθρωπο-χρήστη. Είναι τα σύγχρονα, υπεράνω αμφισβήτησης, ακατανόητα αλλά "λυτρωτικά" μαγικά μέσα, τα απαιτητικά στην ακινησία τους λατρευόμενα φετίχ. Ιερείς αυτής της θρησκείας είναι οι κατασκευαστές των αντικειμένων, υμνωδοί τους οι διαφημιστές. Αυτοί γνωρίζουν πώς να καλλιεργούν και να συντηρούν τον ακόρεστο όσο και άγονο πόθο του κατέχειν. Γιατί βέβαια, ακόμη και για τους πλέον επιρρεπείς στην καταναλωτική πρόκληση ανθρώπους, Θα φανεί κάποτε η υπερπλήρωση των αναγκών τους. Οπότε, Θα σταματήσουν να χρησιμοποιούν πράγματα άλλα από αυτά που ήδη διαθέτουν προς χρήσιν. Θα σταματήσουν ν' αγοράζουν, ως ένα βαθμό βέβαια, γιατί η Λερναία 'Υδρα της πλαστότητας των αναγκών έχει, αλλίμονο, πολλά κεφάλια. Αλλά αν τέλος πάντων, η ανάγκη χρήσης των καταναλωτικών ειδών μπορεί με κάποιον τρόπο να μετρηθεί και επομένως, να ελεγχθεί, η φαντασιακή φόρτιση της σφαίρας του επιθυμητού με το ιδεώδες του κατέχειν, της συσώρρευσης, δηλ., αντικειμένων, του αποθησαυρισμού, φαίνεται να είναι ανεξέλεγκτη. Στη βαθμίδα ιεράρχησης των αξιών του σύγχρονου ανθρώπου, το κατέχειν φαίνεται να καταλαμβάνει την κυρίαρχη θέση. Άρα, βρισκόμαστε μπροστά στο διπλά βαρβαρικό φαινόμενο: από τη μια της υπερβολής, πράγμα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο χαρακτήριζε τον μη-'Ελληνα άνθρωπο. Από την άλλη την υποκατάσταση της ιδεώδους ικανοποίησης του πολιτισμένου, ανεπτυγμένου ανθρώπου μέσα από την Γνώση και την ελευθεροφροσύνη, με αντικείμενα "αλλότρια". Ο σύγχρονος βαρβαρισμός δημιουργεί πλαστές υποκαταστάσεις των μη αναλώσιμων και μη αντικαταστατών αγαθών -των ιδανικών-, όπως και ψευδείς πληρώσεις του ουσιαστικού κενού των συνειδήσεων, που προκαλεί η έλλειψη εκφραζόμενου, εμφανούς τρόπου και λόγου ύπαρξης.

Στη σφαίρα του συναισθήματος, πάλι παρατηρούνται βαρβαρικά επίσης συμπτώματα: Ο χώρος αυτός του ανθρώπινου ψυχισμού βαρύνεται υπερτροφικά από το αίσθημα του Φόβου, κυρίως του ανεξήγητου, αόριστου, παράλογου Φόβου.

Δεν είναι στο θέμα αυτού του κειμένου η ερμηνεία αυτού του φαινομένου. 'Ομως, μπορούμε να επισημάνουμε ανάμεσα στα αίτιά του τον πολιτικό ευνουχισμό του σύγχρονου ανθρώπου. Την αδυναμία του να συμμετέχει άμεσα και συνεχώς στο κοινωνικό δρώμενο. Τον αποκλεισμό του από την δυνατότητα παρέμβασης στις πηγές και τους λόγους των μεγάλων δεινών που όντως απειλούν την ανθρωπότητα και το φυσικό περιβάλλον της. Την έκπτωση των νεότερων πολιτικών- κοινωνικών συστημάτων κάτω από το βάρος μιας υδροκέφαλης, ανεξέλεγκτης Κεντρικής εξουσίας. Ο άνθρωπος φοβάται το αόριστο, αδύναμος να αμυνθεί κατά των πραγματικών του φόβων, που τους απωθεί στη σφαίρα του ασυνείδητου, όπου μετατρέπονται σε παράλογους φόβους. Για να αμυνθεί σ αυτούς τους δεύτερους, καταφεύγει, - όπως κάθε βάρβαρος στην εξίσου ακατάληπτη ζώνη του μυστικισμού. Έτσι ή αλλιώς, η δεισιδαιμονία, έχει καταλάβει το χώρο των υπερβατικών του διαλογισμών (εκ του διαλέγομαι) προς το Είναι. Οι σχέσεις αναγνώρισης και θέασης με αυτό, το επέκεινα, έχουν ισοπεδωθεί είτε από την απαθή άγνοια είτε από τον στεγνό επιστημονισμό, είτε από την αυθαίρετη φαντασιοπληξία. Η αποδυνάμωση έως και απόσβεση των τελετών από το καθημερινό του γίγνεσθαι ωθεί τις κοινωνίες στην νοσηρότητα. Ανίκανος να αντέξει το ψυχολογικό -και διανοητικό του αδιέξοδο, επιδίδεται, ο σύγχρονος κοινωνός (Κατά τέλεια κατάχρηση της λέξης) σε μία φρενίτιδα ψευδοπρακτικών, από τις οποίες η πλέον "καταξιωμένη'', η πλέον επιθυμητή από τους μεγάλους μάγιστρους του κόσμου μας, είναι η κατανάλωση και ο αποθησαυρισμός. Ήδη ανέφερα τον χαρακτηρισμό "φετιχισμός" για τη σχέση ανθρώπου-αντικειμένου. Πρόκειται για μία μυστικιστική σχέση. Όπως μυστικιστική (ποτέ φιλική) είναι και η σχέση του με την εξουσία, αλλά, και κυρίως, με τους 'εξορκιστές" των φόβων του, οι οποίοι, απολύτως νόμιμα έχουν εξουσιοδοτηθεί από το κοινωνικό κατεστημένο ως αρμόδιοι για την θεραπεία τους, ως παραλόγων, με εξίσου παράλογους τρόπους.

Κάθε φορά που ο άνθρωπος καταναλωτής, ο άνθρωπος αποθησαυριστής πνίγεται στις δίνες των αδιεξόδων του, μια στρατιά ειδικευμένων μεσαζόντων ανάμεσα σ' αυτόν και στο χαμένο του Εγώ, ανάμεσα σ' αυτόν και τον αόρατο γι' αυτόν κόσμο του (το Είναι) αναλαμβάνουν να τον επαναπροσαρμόσουν, είτε ως ''ενεργό' μέλος της κοινωνίας του (πρακτικιστή, καταναλωτή κ.λπ)είτε, αν η κατάσταση του είναι ανησυχητική, ως αδρανή μονάδα. Και το δεύτερο όχι μόνο με την κλινική απομόνωση. Πράγματι: αν το τυπικο μοντέλο ενός ανθρώπου του σήμερα είναι αυτό που περιγράφηκε ως τώρα, υπάρχει και το αντίθετο συμπληρωματικό του προς πάσαν χρήσιν: Ο θεωρητικοποιημένος αρνητισμός μέσα από ένα πλέγμα και πάλιν μυστικιστικό, όπου το ρόλο των κάθε λογής ειδικών που αναλαμβάνουν τη διάπλαση και την "δράση" του τυπικού μοντέλου, αντικαθιστούν τώρα οι "φωτισμένοι", κάθε είδους κάτοχοι της αλήθειας.

Το Μεσσιανικό πρότυπο έχει σε πολλαπλή μικρογραφία κατακλύσει τον κόσμο μας: μπορεί να είναι η ευεργέτιδα εταιρεία, μπορεί ο ψυχίατρος, μπορεί να είναι ο γκουρού, ο ιερέας ή ο μάγος. Ποτέ, πάντως δεν είναι ο πολίτης. Αυτός, είναι καταδικασμένος - προορισμένος- να εκπληρώσει αναντίρρητα τους προκαθορισμένους ρόλους. ΙΙου ΟΛΟΙ, οδηγούν στο επιθυμητό των κεντρικών εξουσιαστών: την αδράνεια, την απάθεια, την συνύπαρξη με το σύστημα του παράλογου που τον περικλείει. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη, αυτός ο άνθρωπος, να μορφώνει σκέψεις. 'Αρα, δεν έχει χρεία των λέξεων και της σημαντικής τους. Στην πραγματικότητα, είναι άγλωσσος, Άναρθρος, Ακατάληπτος. Αδαής. Ακίνητος. Δουλικός. Βάρβαρος, με την ενάντια του "Έλληνος" έννοια. Ά-λογος, παράλογος. Κατά της Ελληνικής προσδοκίας, παράδοξος. 'Οπως και οι καιροί που τον διέπλασαν.

Τυπικό σύμπτωμα των καιρών μας, λοιπόν, η διαστολή των λέξεων -του εκφρασμένου λόγου-, από την έννοιά τους. Και καθώς ο έναρΘρος-ρητός λόγος έχει ατροφήσει, έτσι έχει απολύτως στρεβλωθεί η όλη έννοια της λέξεως Λόγος. Το ποιες εκχυδαϊσμένες σημασίες της αποδίδονται, δεν Θα εξεταστεί εδώ. Είναι απολύτως ανόητο. Αλλά, Θεωρώ ότι είναι απολύτως αναγκαίο να προσπαθήσω να αποκατασταθούν οι χαμένες του εκφορές. Γιατί ένας κόσμος ά-λογος ή παράλογος. είναι Κόσμος βαρβαρικός. Και εδώ, Θα υπερασπίσω τον Ελληνικό Κόσμο. Όπου ο λόγος είναι προσφώνηση Θεών, όπως και τρόπος και λόγος υπάρξεως.

Ο λόγος σύμφωνα με την Ηρακλείτια εκτίμηση, φέρει την δύναμη του "αιρείν". Είναι αυτός που κατακτά, που εξουσιάζει, που υπερισχύει, που καταπείθει, που συναρπάζει την διάνοια και δια της διάνοιας, που αποδίδει την αντίληψη και παραδίδει την κατανόηση των όντων.

"Λόγος αιρεί". Ο Λόγος είναι Ρυθμός. Ενέχει και παρέχει τις σχέσεις, την αναλογία, τη συμμετρία των μερών. Είναι Ρήση. Η εκφρασμένη, δηλαδή, Αλήθεια των πραγμάτων. Και Αλήθεια είναι η δια της μνημικής συνέχειας αποκάλυψη της ουσίας των όντων, όπως αυτά ηρεμούν μέσα στο Είναι τους. 'Οπου, το Είναι, σημαίνει εδώ αφ' ενός τον αρμόζοντα περιβάλλοντα χώρο, αλλά και την ίδια την υπόσταση των όντων στην ακεραιότητά τους. Η οποία ακεραιότητα περιλαμβάνει και την αυτοδύναμη εξέλιξή τους, όπως και την μεταλλαγή τους κατά φύσιν.

'Οταν λοιπόν αναφερόμαστε στο λόγο του Ηράκλειτου ή άλλου, εννοούμε τη ρητή έκφραση του νοήματος-ουσίας των όντων και των συμβαινόντων τους όπως αυτά έχουν προσαρμοστεί στο στοχασμό του Ηρακλείτου ή άλλου. Και ο Λόγος είναι και Λογική. Το σύστημα, δηλαδή, των μεθόδων που ακολουθούν την παρορμητική διαίσθηση, το ορμέμφυτο του ανθρώπου για έρευνα, ο σύνδεσμος ανάμεσα στον άνθρωπο και το οντολογικό σύστημα, ο δεσμός ενάντια στις διανοητικές διαφυγές που η αρχική στάση υποκειμένου-αντικειμένου, Εγώ και Είναι, φαίνεται να υποδηλώνει.

Ο Λόγος με την ελληνική έκφανσή του, δεν έχει σχέση με την λατινική παραφθορά του ως RΑΤΙΟ, διανοητική ικανότητα ή -και αποδεικτικό λογισμό βάσει των φαινομένων. Επειδή "Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί", η δυτικότροπη αυτή και κυρίαρχη έως τις ημέρες μας πρόσληψη της τεράστιας έννοιας του Λόγου, φανερώνει όχι μόνο τη φτώχεια της, αλλά και την επικινδυνότητά της. Η μ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευμένη λογική, φαίνεται να είναι αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Η Φύση, φαίνεται να είναι αντίπαλη και ατελέστερη αυτού. Το συναίσθημα και η Φαντασία, φαίνονται να είναι άχρηστα για τον άνθρωπο, υποτιμητικά της ανθρώπινης οντότητας, εφ' όσον παραπέμπουν σε γνωρίσματα του πρωτόγονου κόσμου-Φύσης. Το κατασκεύασμα, ως προϊόν της "λογικής" φαίνεται να είναι ανώτερο του αυθεντικού πράγματος, η τεχνολογική φρενίτιδα και τα αποκυήματα της φαίνονται να είναι εγγυρότερα της επιστημονικής-γνωστικής προσέγγισης των ιδιοτήτων των όντων και της ωφέλιμης για τον άνθρωπο χρηστικότητάς τους στο μέτρο των πραγματικών και αρμοδίων αναγκών του.

Στο κοινωνικό επίπεδο, η Παιδεία φαίνεται να είναι διαδικασία περιττή και κατα γέλαστη, ένα είδος "πολυτελείας" ιδιότροπο, αλλά όχι περισσότερο αξιόλογο από ένα ηχηρό εισόδημα. Τη θέση της έχει καταλάβει η 'ειδικότητα", η οποία διαιωνίζει την έσχατη ματαιοπονία ή ματαιοδοξία, εμφανίζοντας κάθε τόσο όλο και πιο απίθανους τομείς. Επειδή δε η "λογική" του δυτικο νεο-βαρβαρικού κόσμου είναι εξ ορισμού ανίκανη να προσεγγίσει την ολότητα, την απειρότητα, την αναγωγικότητα και την επαγωγικότητα, γεννά και συντηρεί την κοινωνική στασιμότητα και αδικία. 'Ετσι, οι κλέφτες καρβελιών φαίνονται να είναι εγκληματίες, αλλά τα γενεσιουργά αίτια του εγκλήματος μένουν αψηλάφητα. Κατά τον ίδιο τρόπο, το διαρκές και κατά συρροήν έγκλημα της καταδίκης του μεγάλου πλήθους των ανθρώπων στην αμάθεια και την εξαπάτηση, δεν φαίνεται να είναι τέτοιο, επειδή νομιμοποιείται από την "ελέω ισχύος" κατάταξη των ανθρώπων στους προκαθορισμένους ρόλους που προαναφέραμε, ή, αλλιώς, στην κατάσταση του ''ποιμνίου'. Αυτού του είδους η λογική εξυπηρετεί, τροφοδοτεί και θεσμοθετεί τα βαρβαρικά συμπτώματα.

Αλλά για τον Αρχαίο Ελληνικό κόσμο, η Λογική ήταν όπως αναφέραμε, η συνδετική ανταπόκριση ανάμεσα στο Είναι και στο Εγώ. Ήταν η παρέμβαση ολόκληρου του Νου, η άγουσα τον άνθρωπο-ερευνητή στο συμπέρασμα, την κατανόηση και την γνώση, στην διαλεκτική, αμοιβαία αναγνώριση και, τέλος στη συνάντηση αυτών των δύο συστημάτων, του υποκειμενικού και του αντικειμενικού. Από το σημείο αυτό και ύστερα, μπορούσε με ασφάλεια να εκμιευτεί η προς άλληλα Αλήθεια, όπως και η των μερών. Η Λογική, λοιπόν, είναι μια κανονική μέθοδος αναγνώρισης του ομοίου (εαυτού και ομοτρόπων) όσον και του διαφόρου (ετερότροπου, ετεροειδούς) μέσω της σκεπτικής και εμπειρικής αλληλοδιαδοχής αμφοτέρων. Το έτερον, δεν είναι, δηλαδή, αλλότριο του ομοίου, εχθρικό και απόξενο, αλλά μόνον διαφορετικό συνυπάρχον, συγγενές προς αυτό. Από το ειδικό στο γενικό, από το ένα στο πολύ και εκείθεν στο όλον και αντίστροφα. Αυτή είναι η διαλεκτική, Ελληνική άποψη περί λογικής. Η οποία εφαρμόζεται παντού: Στο Πάνθεον, στην λατρεία, στην κοινωνική πρακτική, στην πολιτική δράση, στην Ηθική, την Επιστήμη και την Αισθητική. Η σπειροειδής εκκίνηση της Ζωής εκτείνεται συνεχώς προς το Απειρο .Το ίδιο και η Ελληνική σκέψη. Η οποία οδηγεί στη φιλότητα και την δημιουργία μετά και μέσα από τη σύγκρουση. "Πόλεμος ΠΑΤΗΡ Πάντων". Η Δογματική, στην οποιαδήποτε μορφή της, αν και αναγκαστικά ορά προς τον Λόγο όμως τον χρησιμοποιεί (αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι) μόνο σαν φράση. Στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά λογική εγκυρότητα, καθώς οι αφορισμοί της δεν προέρχονται από μακριά γνωστική διαδικασία παραγωγής μάθησης και επομένως συμπερασμάτων, απλώς αποτελεί την αυθαίρετη, φαντασιόπληκτη φραστική επιβολή κάποιου αναπόδεικτου αντικρίσματος σημαινόντων, εγκαθιστώντας τις αποφάνσεις της σαν "αυθεντικούς" Νόμους. Αλλά μόνον η διαλεκτικά μορφωμένη Λογική είναι το μέσον που κατέχει ο άνθρωπος για να επιτευχθεί η αγχιβασία του Ηράκλειτου, η μεθοδική δηλαδή και έλλογη προσέγγιση των πραγμάτων. Και κατ'αυτόν τον τρόπο η μορφωμένη Λογική είναι ο μόνος δρόμος αποκάλυψης της αποτραβηγμένης στον εαυτό της Φυσικής Αλήθειας. Και μόνον τότε αποδίδεται στον άνθρωπο το γνήσιο δικαίωμα έκφρασης της Αλήθειας των όντων και του γίγνεσθαι τους, της εκφοράς και της μετάδοσής της με τη γλώσσα, τη Ρήση.

Η λογική που άγει τον άνθρωπο - το Εγώ -σε διαλεκτική συνάντηση με το είναι, ο δεσμός του ενός με το όλον και το αντίστροφο, είναι ο τρόπος του διακρίνειν, είναι ο συνεπής προς το θείο εμφαινόμενο Δίκαιο αποχωρισμός του μέρους από το υπόλοιπο για τις ανάγκες του θεσπίζειν. Και οι ανθρώπινοι θεσμοί, οι ανθρώπινοι νόμοι, ανταποκρίνονται κατά θέμιν στο Θείο Νόμο, όταν μεταφράζουν στις λειτουργικές ανάγκες των κοινωνιών τους τον καθολικό Νόμο - Λόγο όταν έλλογα δηλ. ρυθμίζονται σύμφωνα με την Θεία Ευνομία. Τότε, δεν είναι άλλο από μια ιδιαίτερη τυπολογία της συνέχειας και της συναρμογής των μερών του Κόσμου, στον οποίο περιέχεται ο άνθρωπος και οι βιοτικοί του τρόποι και λόγοι. Είναι δηλ. το ανθρώπινο Μέτρο ανταπόκρισης στον σύνολο Ρυθμό του αεικίνητου κόσμου, για τούτο και αν είναι σύμφωνος με το Δίκαιο του Λόγου, όπως εννοείται σαν αρμονική εν κινήσει εξέλιξη του όλου, μπορεί να αλλάξει την τάξη των δομών του παραλλάζοντας ή και μεταβάλλοντας τις ρυθμικές του ακολουθίες. Το Χάος αντίθετα, που φέρει στην άλογη διασπορά των στοιχείων, είναι αδύνατο να αντιμετωπισθεί, σαν οτιδήποτε που δεν έχει μορφή και ρυθμό, και μάλιστα μόνο το Χάος μπορεί να έχει ανάγκη να διασφαλιστεί με τη στυγνή δύναμη του Κράτους και της Βίας, εκδηλώσεων της οντολογικής διαδικασίας τόσον αρχέγονων, ώστε να ταυτίζονται στην Ελληνική συνείδηση μέσω της Θεϊκής μυθοπλασίας και της φιλοσοφίας με την εκρηκτική χρονική στιγμή της αναγκαίας μεν, αλλά επεισοδιακής και μόνο αρχής των πραγμάτων.

Αλλά, αυτό που η Ελληνική άποψη εκτοξεύει στο χώρο και τον χρόνο του τελειωμένου, προσλαμβάνοντας τόσο την πραγματική-φυσική ανέλιξη όσο και την κοινωνική, σαν λογικό και αναγκαίο δεδομένο, ο βάρβαρος αδυνατεί να το αμφισβητήσει καν. Το σχήμα των κοινωνιών του είναι τέτοιο, ώστε αμετακίνητα να συντηρεί το Χάος, την δεσποτεία και τη μοιρολατρεία τόσο στο πραγματικό όσο και στο φανταστικό επίπεδο. Ο βάρβαρος προσλαμβάνει το Είναι σαν το ανεξέλεγκτο μόρφωμα των δυνάμεων έξω και Πάνω απ' αυτόν. Αδυνατεί να παρακολουθήσει το γίγνεσθαι των όντων, παραμένοντας στην Θέση του Θεατή της επιφανειακής επανάληψης των φαινομένων. Το δικαίωμα της όποιας γνώμης-Πληροφορίας παρακρατείται από το ιερατείο. Οι καταχραστές της Θεοποιούνται. Η εξουσία ασκείται από μονάρχες, χιλιετίες ολόκληρες. Κι αυτό είναι που συμβαίνει και σήμερα: Ιχνεύουμε την ιστορική κατάσταση της γενικής καταπληξίας, η οποία έχει κατακυριεύσει τον κόσμο ολόκληρο τόσο στο κοινωνικό σύστημα όσο και στο γενικό διανοητικό-ψυχολογικό Πεδίο των ανθρώπων. Οι ρωγμές έχουν αρχίσει να δημιουργούνται ήδη από την στιγμή που η Ελληνική πρότυπη στάση ζωής, η οποία συγκέραζε με κομψότητα και ενάργεια τη Θέαση του περιβάλλοντος κόσμου με τη διαρκή κοινωνική Κίνηση προς την Δικαιοσύνη και την ισόρροπη ανάπτυξη της προσωπικότητας, άρχισε να ρέπει ετεροβαρώς προς τον άκρατο υποκειμενισμό. Αλλά επειδή το κριτικό και αυτοκριτικό πνεύμα στο οποίο απέβλεπε κυρίως η Παιδεία των Ελλήνων ήταν εξαιρετικά ανθεκτικό, χρειάστηκε, ύστερα από τον τερατώδη τόσο στα αποτελέσματά του όσο και στις αιτίες του τεσσαρακονταετή εμφύλιο πόλεμο, η αμέσως επακολουθήσασα συρροή βαρβαρικών επιθέσεων έως την οριστική στιγμή όπου τα επινίκιά τους αποκτούν την τελική και μέχρι σήμερα ουσιαστικά αμετάβλητη δογματική κωδικοποίησή τους στο Νόμο και το πνεύμα του περισσότερο σκοταδιστικού, απολυταρχικού και παράλογου συστήματος, του οποίου Θεμέλιο και οροφή είναι ο βαρβαρικότερος μονοθεϊσμός που γνώρισε ποτέ ο κόσμος: του Χριστιανισμού. Οι Εβραίοι νομάδες, άλωσαν κάθε εστία πολιτισμού και έλλογης σκέψης, εγκαθιστώντας τον τρόπο και την φράση του Χάους, και του παραλογισμού στο παγκόσμιο βασίλειο του Φόβου. Ο δρόμος της έλλογης φιλίας που είχε ανοιχτεί από την Ελληνική κοσμοαντίληφη, έκλεισε κάτω από την Εγκελαδική συσώρρευση των Χριστιανικών ογκολίθων, όπου δίπλα στη λέξη Αγάπη ορθώνεται η λέξη Ενοχή, Δουλεία, Μισαλλοδοξία, Φόνος. Σ' αυτόν τον ζοφερό κόσμο τα πλήθη των ανθρώπων μένουν απόπληκτα, έρμαια οδυνηρού άγχους, φορείς παντελούς αδυναμίας, θύματα έσχατης απελπισίας, δέσμιοι της αφασίας των πιο πολύτιμων ικανοτήτων τους, χρεωκοπημένες στρατιές ψυχολογικά εξουθενωμένων ατόμων, ευνούχων δούλων του αυταρχισμού που απαιτεί την απόλυτη παράδοσή τους.

Πιθανότατα, απ' όλο το διάστημα των σχεδόν δύο χιλιάδων ετών της Χαοτικής τρομοκρατίας που επικρατεί στον γήινο κόσμο μας, το χείριστο μέρος να είναι αυτό που διάγουμε στις τελευταίες δεκαετίες. Ακόμη, δε και η περίοδος της μεγαλύτερης παθητικότητας που γνώρισε ο μεταχριστιανικός κόσμος. Οι λαοί υπερασπίσθηκαν ενεργά τον πολιτισμό τους έναντι της Χριστιανικής λαίλαπας έως και πέρα από τον 15ο αιώνα. Παράλληλα, έως και πρόσφατα, που οι κοινωνικές αντιθέσεις έχουν επιχρισθεί από ένα πολλαπλό στρώμα φενάκης και σιωπής κάθε είδους, όσο γίνονταν οι μεγάλες ιστορικές κοινωνικές ανακατατάξεις μέσα από τα επαναστατικά κινήματα, ο βουληφόρος και ενεργός άνθρωπος εξακολουθούσε να δίνει το στίγμα του. Είναι δε απόλυτα ενδεικτικό της παντοειδούς αντίθεσης των ανθρώπινων συνειδήσεων προς το Χριστιανικό Κράτος το ότι πάντα, ένα από τα κυριότερα αιτήματα των λαών κατά τις λαμπρές στιγμές των επαναστατικών εκρήξεων, ήταν η κατάργηση της θρησκευτικής τρομοκρατίας, ως συνώνυμης με το σκοτεινότερο πρόσωπο των αντιδραστικών καθεστώτων. Η Φύση του ανθρώπου ρέπει προς την Ελεύθερη, δια του Λόγου, πρόσληψη των ευρύτερων εννοιών. Μια σειρά απογοητεύσεων, ανατροπών, προδοσιών, με την απαραίτητα συνάδουσα βία, έχουν οδηγήσει πλέον τον κόσμο στο έσχατο σημείο του Βυθού. Ο χυδαίο ς ευδαιμονισμός και το ανικανοποίητο από τη μια, ο αναχωρητισμός και η μηδενιστική ευφορία από την άλλη, είναι -με όλες τις αναπόφευκτες παραλλαγές τους- η εστία της πανούκλας του νεοβαρβαρισμού. Η ανθρωπινη σκέψη, εγκλωβισμένη είτε στην άγνοια έιτε στην ειδίκευση των στενά ωφελιμιστικών επαγγελμάτων, δεν έχει σοβαρή αιτία να αρθρώνεται ή να μεταδίδεται. Καμμιά αλήθεια δεν είναι βέβαιη, και η ίδια η έννοιά της έχει εκπέσει στο απλό γεγονός, στο συμβάν. Αλλά το συμβάν δεν είναι παρά παρακολούθημα του όντος.Ο Ελληνικός κόσμος, είχε μια συνεχή και αδιάσπαστη συνομιλία με το Είναι, καταλήγοντας, μέσω της διαλεκτικής συλλογιστικής αλλυσίδας στο συμπέρασμα των λογικών δεσμών, αντιστροφών και σπειραμάτων του εν κινήσει και εν γίγνεσθαι Αληθούς Κόσμου. Ο πολιτισμός του, παρήγαγε και εκφρασμένο Λόγο με τη συνολική του έννοια. Γι' αυτό και η ακατανόητη, όσο και χαμένη για τους σύγχρονους, ευαισθησία του στην καλλιέπεια.

Αν συνέβη ποτέ στην Ιστορία του κόσμου μια απολύτως απροσδόκητη συμμαχία ήταν αυτή της Εβραϊκής μικρόνοιας και της Ρωμαϊκής υπέρνοιας κατά των Ελλήνων, κατά των Ελλήνων και του κόσμου τους. Η οικουμενική δύναμη που ενείχε ο πολιτισμός τους, το ολοκληρωμένο δηλ. σύστημα μιας εν εξελίξει κοινωνικής δομής της εν δράσει και εν κινήσει φιλοσοφίας και ιδεολογίας της Πρότυπης Αισθητικής, της εν Αρετή παιδείας και εν συνειδήσει ευσεβείας, ήταν η σοβαρότερη απειλή κατά της συμπλεγματικής αγωνίας του εντολοδόχου του Ιαχβέ ''περιούσιου λαού" του δουλοπρεπούς Ισραήλ, όσο και της σαθρής, χαοτικής, άμορφης Ρώμης. Ο ένας πρόθυμα παραχώρησε την πενιχρή όσο και επικίνδυνη θρησκευτική του παράδοση, ο άλλος ενθάρρυνε την συμπλήρωσή της -εξ ίσου πενιχρή και λογικά ασυνεπή- για να χρησιμοποιήσει τέλος, αυτό το παρανοϊκό συνοθύλευμα "θεϊκών" εντολών -τόσον αφελών-, αλληγοριών δίχως ειρμό , αφορισμών που άλλοτε κολακεύουν τον δούλο άνθρωπο κι άλλοτε τον τρομοκρατούν με όργανο επιβολής το σπαθί και την φωτιά, για να καταβληθεί ο Ελληνικός Κόσμος.

Άγνωστοι Έλληνες: Η Ελλάδα υπό το Αιγαίο


Ακολουθώντας τόσον καιρό το ταξίδι των Ελλήνων σε όλον τον κόσμο, έχοντας «περιηγηθεί» σε τόσες χώρες και έχοντας εξερευνήσει τόσους πολιτισμούς και κουλτούρες, οι οποίες ασπάζονται τον Ελληνισμό είτε γιατί αποτελούν ένα κομμάτι του είτε γιατί απλώς συγκινούνται στην θέασή του, ολοκληρώνουμε την επίσκεψή μας σε ακόμη έναν προορισμό, που δεν είναι άλλος από την γειτονική σε μας ήπειρο, την Αφρική.

Δεν θα μπορούσαμε φυσικά να κλείσουμε με άλλην χώρα από την Αίγυπτο, την κοιτίδα του Ελληνισμού στην Αφρικανική ήπειρο!
Οι πρώτοι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην εν λόγω περιοχή ήταν πιθανόν ναυτικοί από την Σάμο, οι οποίοι ονόμασαν την αποικία τους εκεί «Μεγάλη Όαση».
Ίδρυσαν πολλές πόλεις, όπως η Ναύκρατη, μεγάλο αριθμό ναών, θεάτρων, περίτεχνων οικοδομημάτων γενικότερα, κλπ.
Ας μην ξεχνάμε και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αιγύπτου, τις πυραμίδες, που είναι οικοδομημένες, σύμφωνα με την ελληνική λαμδοειδή τεχνοτροπία.
Κάποιοι μπορεί να σπεύσουν να υποστηρίξουν οτι οι Έλληνες πήραν τον σχήμα αυτό από τους Αιγυπτίους. Τότε θα πρέπει σε επόμενο στάδιο να εξηγήσουν την ύπαρξη σχεδόν πανομοιότυπων κτισμάτων τόσο σε Ανατολή (Κίνα, Ταϋλάνδη) όσο και Δύση (Ν. Αμερική), μιας και σύμφωνα με την συμβατική ιστορία δεν υπήρξε επαφή των προαναφερθέντων. Εκτός αν δεχθούμε ότι διέθεταν τελείως τυχαία τον ίδιο ακριβώς πολιτισμό και την ίδια ακριβώς αρχιτεκτονική.
Οι μόνοι, που βάσει στοιχείων και με τα όσα μέχρι στιγμής γνωρίζουμε, ταξίδεψαν και στα δύο προηγούμενα σημεία ήταν οι Έλληνες!
Με την κάθοδο του Μ. Αλεξάνδρου αξιοποιήθηκαν τόσο τα μεγαλοπρεπή αυτά κτήρια όσο και οι ίδιοι οι Έλληνες της περιοχής, οι οποίοι έλαβαν ανώτατα αξιώματα. Και οι διάδοχοι όμως του Μ. Αλεξάνδρου διατήρησαν την Αίγυπτο και κυρίως την Αλεξάνδρεια ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά κέντρα του κόσμου.
Ακόμη και κάτω από την Ρωμαϊκή επικράτεια η Αλεξάνδρεια θα διατηρήσει τον ελληνικό της χρώμα και θα γνωρίσει άνθηση μεγαλύτερη κι από αυτήν την Αθήνας.
Μεγάλο μέρος της πνευματικής κοινότητας συνέρρεε στην περιοχή, της οποίας τα βιβλία είχαν ταξινομηθεί στην ξακουστή βιβλιοθήκη, που εκτός του ότι περιείχε όλη την πολύτιμη γνώση της μακραίωνης ιστορίας των Ελλήνων, αποτελούσε και ένα από τα 7 θαύματα του κόσμου.
Υπήρξε τμήμα του Μουσείου, που είχε ιδρύσει ο Πτολεμαίος Α’ και σύμφωνα με την παράδοση, είχε φτάσει να διαθέτει 700.000 βιβλία! Εκεί μάλιστα τέθηκαν και τα θεμέλια της Φιλολογίας, έργο που ανέλαβαν οι Αλεξανδρινοί Γραμματοδιδάσκαλοι Απολλώνιος ο Δύσκολος (συντακτικό), ο Διονύσιος ο Θράξ (γραμματική) και οι Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, Αριστοφάνης ο Βυζάντιος και Αρίσταρχος από την Σαμοθράκη (αποκατάσταση ομηρικών κειμένων και ταξινόμηση ελληνικής γραμματείας γενικότερα).
Αλλά και οι θετικές επιστήμες είχαν δεσπόζουσα θέση με τους Ευκλείδη, Αρχιμήδη (βάση γεωμετρίας, φυσική, μηχανική), Ίππαρχο, Σωσιγένη, κ.α. (αστρονομία), Ερασίστρατο, Ηρόφιλο (ιατρική), κλπ.
Ας μην ξεχνάμε φυσικά την μεγάλη μορφή του Ερμή του Τρισμέγιστου, δασκάλου του Ασκληπιού, ο οποίος εκτός από την ιατρική, ασχολήθηκε με την αστρονομία, την μουσική, την γλυπτική, το Αλφάβητο, την γεωμετρία και την αριθμητική. Είχε μιλήσει μάλιστα  και για τον Τριαδικό Θεό!
Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοια σπουδαία έργα δεν μπορούσαν να γίνουν γνωστά στις επερχόμενες γενιές, γι’ αυτό και επανειλημμένα κάηκε:
- το 47π.Χ. με τον πόλεμε Ιουλίου Καίσαρα-Πομπηίου
- το 391μ.Χ επί Αυτοκράτορα Θεοδοσίου, που είχε διατάξει να καταστραφούν όλα τα δήθεν ειδωλολατρικά κτήρια της Βυζαντινής Επικράτειας.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή· Κατ’ αρχάς έχετε αναρωτηθεί πώς προέκυψε το όνομα «Αίγυπτος»; Για όσους έχετε θα βρείτε απάντηση στον Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει «πως η Αίγυπτος ετυμολογείται από τις λέξεις -Αιγαίο- και -υπτίως-, η χώρα δηλαδή, που βρίσκεται κάτω (νότια) το Αιγαίου Πελάγους.
Ο Μ. Αλέξανδρος έφτασε στην Αίγυπτο γύρω στο 330 π.Χ., όπου και έγινε δεκτός ως απελευθερωτής.
Οι επιγραφές, ωστόσο, μαρτυρούν την ύπαρξη Ελλήνων στην περιοχή πολύ πριν την έλευσή του. Οι αρχαιολόγοι ειδικότερα βρίσκουν ελληνικά ίχνη τουλάχιστον από το 1600 π.Χ. Τότε οι Αιγύπτιοι είχαν ζητήσει βοήθεια από τους γείτονές τους Κρήτες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Υξώς που τους είχαν επιτεθεί. (Υξώς για όσους δεν γνωρίζουν είναι ένα συνονθύλευμα φυλών από την Ανατολή που ανέτρεψαν την Αιγυπτιακή δυναστεία).
Έπειτα, τον 8ο περίπου αιώνα, υπήρχαν οι Μιλήσιοι που έχτιζαν φρούρια στην περιοχή, μέχρι που έφτασε ο Μ. Αλέξανδρος, με τον οποίον η Αλεξάνδρεια έφτασε στο απόγειό της! Τον Αλέξανδρο διαδέχθηκαν πολλοί Έλληνες, τους οποίους οι κάτοικοι της Αιγύπτου αποκαλούσαν Φαραώ, μεταξύ των οποίων και ο Πτολεμαίος.
Αργότερα, έρχεται η σειρά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λόγω της ήττας του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, εξίσου ελληνικής καταγωγής, (κόρη του Πτολεμαίου ΙΒ’) από τον Οκταβιανό Αύγουστο. Παρά το γεγονός αυτό, ο ελληνικός χαρακτήρας της περιοχής διατηρείται στο ακέραιο, μιας και οι Ρωμαίοι έτρεφαν βαθύ σεβασμό για τον πολιτισμό μας.
Η Αίγυπτος στην συνέχεια καταλείφθηκε από τους Τούρκους. Μετά το 1810 ο αριθμός των Ελλήνων αυξήθηκε κατά πολύ. Ένας παράγοντας ήταν και η έξοδος του Μεσολογγίου, κατά την οποία πολλοί Έλληνες πωλήθηκαν από τους Τούρκους στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου, όπου έσπευσαν να τους αγοράσουν οι Αιγυπτιώτες Έλληνες, ώστε να μείνουν εκεί.
Όταν όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η Αίγυπτος κατελήφθη από Άγγλους, αυτοί στην προσπάθεια τους να κατακτήσουν το εμπόριο, στο οποίο ως τότε έδεναν κι έλυναν οι Έλληνες μιας και ο αυτός ο κλάδος ήταν ανέκαθεν «παλιά μας τέχνη κόσκινο», έλαβαν σκληρά μέτρα εναντίον τους. Αλλά και τον 20ο αιώνα η τύχη των Αιγυπτιωτών Ελλήνων δεν ήταν καλύτερη, καθώς είχε τεθεί επικεφαλής ο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, ο οποίος εκδίωξε αμέτρητους Έλληνες.
Παρά τον βίαιο αφανισμό πολλών Ελλήνων, είτε μέσω διωγμών, είτε μέσω σκληρών μέτρων, είτε μέσω εξισλαμισμών, πολλοί Αιγυπτιώτες Έλληνες δηλώνουν ακόμη παρόντες. Αρκετοί από αυτούς μάλιστα στάθηκαν μεγάλοι ευεργέτες για την κυρίως Ελλάδα, μεταξύ των οποίων ο Ιωάννης Πάγκας, ο Νικόλαος Στουρνάρας, ο Γεώργιος Αβέρωφ, οι Μιχαήλ και Θεόδωρος Τοσίτσας (Τοσίτσεια Ιδρύματα υπάρχουν ακόμη, π.χ Τοσίτσειο Αρσάκειο Σχολείο στην Εκάλη) κ.α.
Με την Αίγυπτο, λοιπόν, φτάνουμε στον τερματικό σταθμό του ταξιδιού μας στην Αφρική και αυτό που κρατάμε είναι το γλυκό άρωμα του ελληνικού στοιχείου, που γι’ ακόμη μία φορά μένει ανεξίτηλο χάριν στην αρχαιολογική κληρονομιά και τους ανθρώπους που δρουν εκεί ακόμη και σήμερα.
Θα κλείσουμε με το ποίημα του γνωστού Έλληνα ποιητή, του οποίου τυχαίνει να είναι φέτος και η επέτειος των 150 χρόνων, Κ. Καβάφη, που τόσο αγαπούσε την Αλεξάνδρεια, «Παλαιόθεν Ελληνίς»:
«Καυχιέται η Aντιόχεια   για τα λαμπρά της κτίρια,
και τους ωραίους της δρόμους·   για την περί αυτήν
θαυμάσιαν εξοχήν,   και για το μέγα πλήθος
των εν αυτή κατοίκων.   Καυχιέται που είν’ η έδρα
ενδόξων βασιλέων·   και για τους καλλιτέχνας
και τους σοφούς που έχει,   και για τους βαθυπλούτους
και γνωστικούς εμπόρους.   Μα πιο πολύ ασυγκρίτως
απ’ όλα, η Aντιόχεια   καυχιέται που είναι πόλις
παλαιόθεν ελληνίς·   του Άργους συγγενής:
απ’ την Ιώνη που   ιδρύθη υπό Aργείων
αποίκων προς τιμήν   της κόρης του Ινάχου».