Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Οι Άνεμοι ως Θεότητες στην Αρχαια Ελλαδα

Οι Άνεμοι κι αυτοί σαν θεοί σαν τους τιμούν στην Αρχαία Ελλάδα με θυσίες και προσφορές, καθώς πολλές εκδηλώσεις της ζωής τους εξαρτώνται από τη βοήθεια τους. Ισχυρές είναι και οι πνοές των ανέμων στην Ησιόδεια Θεογονία. Στο έπος αυτό, όπου καταγράφεται η γένεση των θεών και η δημιουργία από αυτούς του κόσμου, οι φυσικές δυνάμεις, όπως οι άνεμοι, δεν είναι παρά προσωποποιημένες θεότητες, γόνοι θεών, που γεννούν κι αυτοί με τη σειρά τους άλλα δαιμονικά όντα.

Όταν στην «Ιλιάδα» ο Αχιλλέας προσφέρει τις νεκρικές τιμές στο φίλο του Πάτροκλο, και όλα είναι έτοιμα για να καεί το τοποθετημένο στην πυρά σώμα του Πατρόκλου, συμβαίνει να μην μπορεί να ανάψει η φωτιά. Ο Αχιλλέας τότε επικαλείται τους Ανέμους, τον Βορέα και τον Ζέφυρο, να έρθουν να ανάψουν τη φωτιά, και τους τάζει μεγάλες θυσίες. Την ευχή του Αχιλλέα ακούει η Ίρις, που ξεκινάει για την κατοικία των Ανέμων στη Θράκη. Τους βρίσκει όλους μαζεμένους σε συμπόσιο στο παλάτι του Ζέφυρου και τους λέει για την παράκληση του Αχιλλέα. Τότε οι δυο απ’ αυτούς, ο Βορέας και ο Ζέφυρος, ξεσηκώνονται με θεϊκή ορμή, διώχνουν τα σύννεφα και φτάνουν στην Τροία, όπου ανάβουν τη φωτιά φυσώντας δυνατά.


Εκτός από τον Βορέα και τον Ζέφυρο, υπάρχουν ακόμη ο Νότος και ο Εύρος. Ο Βορέας είναι πολύ δυνατός και βίαιος άνεμος που φυσά από τη Θράκη, φέρνει χιόνι και χαλάζι και ξεραίνει με την πνοή του τα νοτισμένα χωράφια. Ξέρουμε και από άλλες πηγές πως διακρινόταν για την ταχύτητα του τόσο, που κανείς δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει στο τρέξιμο και ακόμα πως πέρα από την επικράτεια του στη Θράκη, υπήρχε η χώρα των Υπερβορέων.

Ο Νότος φέρνει ομίχλη και βροχές και είναι επικίνδυνος για όσους ταξιδεύουν στη θάλασσα το χειμώνα, αφού σηκώνει τεράστια κύματα.

 Ο Εύρος είναι νοτιοανατολικός άνεμος και συχνά συναγωνίζεται στο φύσημα με τον Νότο — πράγμα που κάνει να σπάζουν τα κλαδιά των δέντρων στα δάση.

Ο Ζέφυρος είναι δυτικός άνεμος, πολύ γρήγορος κι αυτός όσο ο Βορέας, και πολλές φορές επικίνδυνος· παρουσιάζεται όμως και ως ήπιος, δροσερός άνεμος, που φυσά μόνιμα σε παραδεισένιους τόπους, όπως είναι οι κήποι του Αλκίνοου και τα Ηλύσια Πεδία. 

Όμως οι Άνεμοι δεν παρουσιάζονται πάντοτε τέσσερις. Αλλού αποτελούν μια θεϊκή τριάδα Ζέφυρος-Βορέας-Νότος. Γονείς τους είναι η Ηώς και ο Αστραίος, που γέννησαν και τα Άστρα.


Ο Ζέφυρος είχε μια ερωτική ένωση με την Άρπυια Ποδάργη, εκεί που έβοσκε σ' ένα λιβάδι κοντά στο ρεύμα του μεγάλου Ωκεανού. Από την Ποδάργη τότε γεννήθηκαν τα άλογα Ξάνθος και Βαλίος, που έτρεχαν σαν τον άνεμο, και ανήκαν στον Αχιλλέα.

Και ο Βορέας έχει παιδιά άλογα: Ερωτεύτηκε τις φοράδες του Εριχθόνιου (γιου του Δάρδανου, του γενάρχη των Τρώων) που έβοσκαν στα όρο σερά βοσκοτόπια κάτω από το τρωικό βουνό ' Ιδα και αφού πήρε μορφή ίππου με μαύρη χαίτη, πλά­γιασε μαζί τους· αυτές γέννησαν δώδεκα πουλά­ρια, που όταν έτρεχαν δεν πατούσαν στη γη —τόσο, που τρέχοντας πάνω από σπαρμένα χωράφια δεν έσπαζαν τα στάχυα, και καλπάζοντας πάνω από τη θάλασσα μόλις που άγγιζαν τον αφρό των κυμάτων. 

Ο Βορέας όμως είναι πιο γνωστός για τον έρωτα που ένιωσε για την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Όταν κάποτε η Ωρείθυια έπαιζε στις όχθες του Ιλισού (κατ' άλ­λους στον Βριλησσό ή στον Άρειο Πάγο) ή πή­γαινε ως κανηφόρος στην Ακρόπολη, ήρθε ο Βο­ρέας και την άρπαξε. Την πήρε μαζί του στη μα­κρινή Θράκη όπου η Ωρείθυια του χάρισε δυο γιους, τους φτερωτούς Βορεάδες Ζήτη και Κάλαϊ, και δυο κόρες, την Κλεοπάτρα και τη Χιόνη. Οι γιοι τους αυτοί έλαβαν μέρος στην Αργοναυ­τική Εκστρατεία και κυνήγησαν τις Άρπυιες — ενώ η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε τον Φινέα. 


Ο τρομακτικός Τυφώνας

Όταν οι θεοί του Ολύμπου νίκησαν στην Τιτανομαχία και τη Γιγαντομαχία κι έριξαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα και αφάνισαν τους Γίγαντες, η Γη, για να πάρει εκδίκηση για τα παιδιά της, ενώθηκε με τον Τάρταρο και γέννησε, στερνό αντίπαλο των Ολυμπίων, τον Τυφώνα. Τέρας ήταν ο Τυφώνας με χέρια δυνατά και ακάματα πόδια. Από τους ώμους του φύτρωναν εκατό κεφάλια φιδιού που πέταγαν έξω τις γλώσσες τους και γλείφονταν. Τα κεφάλια του λαμποκοπούσαν από τη φλόγα των ματιών τους, ενώ από τα στόματά τους έβγαιναν λογιών λογιών φωνές που ξεσήκωναν απερίγραπτη βοή. Στην αναμέτρησή τους με τον Δία ήταν ο θεός από τη μια με τις αστραπές, τις βροντές και τους κεραυνούς του κι αυτός από την άλλη με τους μανιασμένους ανέμους και τις φλόγες. Μέσα στην κοσμογονική αυτή αναταραχή, η γη σειόταν κι η θάλασσα ύψωνε τεράστια κύματα κι έβραζε γη, ουρανός και πόντος. Ο Δίας τελικά τον νίκησε τον Τυφώνα και τον έριξε με οργή στα βάθη του Τάρταρου.

Στον Απολλόδωρο , η γιγάντια, τρομακτική μορφή του Τυφώνα περιγράφεται με κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια και η μονομαχία του με τον Δια παρουσιάζεται ακόμα πιο σκληρή. Κι ενώ οι άλλοι θεοί για να αποφύγουν τον Τυφώνα κατέφυγαν έντρομοι στην Αίγυπτο, μεταμορφώθηκαν μάλιστα και σε ζώα για μεγαλύτερη ασφάλεια, ο ύψιστος θεός του Ολύμπου μετά βίας κατόρθωσε να σωθεί - ο αντίπαλός του τον ακινητοποίησε κόβοντας τα νεύρα των άκρων του - και τελικά να τον νικήσει και να τον θάψει κάτω από την Αίτνα.


Αλλά οι μύθοι για τον Τυφώνα, προφανώς επηρεασμένοι από αντίστοιχους της Ανατολής, δεν τελειώνουν εδώ. Μεταγενέστεροι μυθοπλάστες πρόσθεσαν κι αυτοί τις δικές τους εκδοχές για την γέννηση και τη δράση του δαιμονικού όντος.Ο Τυφώνας προσωποποιούσε για τους Αρχαίους όχι μόνο τον βίαιο άνεμο αλλά γενικότερα την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και την ηφαιστειακή και σεισμική δραστηριότητα, φαινόμενα που ανατρέπουν την εύρυθμη λειτουργία των φυσικών μηχανισμών και απειλούν τις ίδιες τις θεότητες που επιτηρούν και διαφυλάσσουν την τάξη του κόσμου.

Από τον Τυφώνα γεννήθηκαν οι άνεμοι που φυσούν υγροί στη θάλασσα και λυσσομανούν, μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, έτσι όπως χάνονται κι αυτοί μαζί με τα καράβια τους στον πόντο. Το ίδιο φυσούν και στην ξηρά και καταστρέφουν την ανθόσπαρτη γη σκεπάζοντας τα πάντα με σκόνη και προκαλώντας δεινή ταραχή. Του Τυφώνα γόνοι ήταν εξάλλου και ο Κέρβερος, η Λερναία Ύδρα, η Σκύλα και άλλα αποτρόπαια όντα. Στοιχεία της φύσης οι άνεμοι, που τα συνέλαβαν ως πανίσχυρους δαίμονες οι πρώτοι άνθρωποι και τους έδωσαν σχήμα, μετουσιώνοντας τα αόρατο και το ασύλληπτο σε ορατό και συγκεκριμένο για να πληρώσουν την αδήριτη ανάγκη κατανόησης του κόσμου τους. Προοδευτικά ωστόσο, ο νους εκτόπισε την ασυγκράτητη φαντασία και παρακάμπτοντας τους μύθους κατέλαβε αυτός την πρωτεύουσα θέση στη διαδικασία της, έλλογης πλέον, ερμηνείας του σύμπαντος.



Ο Αίολος

Ο Αίολος, στην ελληνική μυθολογία, ήταν ο διορισμένος από τον Δία ταμίας των ανέμων. Ο Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους άφηνε μετά από εντολή του Δία. Ήταν γιος του Ιππότη, όπως λέει ο Όμηρος. Γι' αυτό λεγόταν Ιπποτάδης. Ζούσε στη νήσο Αιολία, που είχε χάλκινα τείχη.Το νησί αυτό πιστευόταν ότι ήταν η Στρογγύλη, το σημερινό Στρόμπολι , εξ ου και η ονομασία Αιολίδες Νήσοι για τα σύμπλεγμα που ανήκε εκει.Ζούσε στο νησί μαζί με την γυναίκα του Αμφιθέα.

Είχε έξι γιους και έξι κόρες, που προσωποποιούσαν τους ανέμους. Οι γιοι τους δυνατούς ανέμους, οι θυγατέρες τους ήπιους (τις αύρες). Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή του μύθου, ο Αίλος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης. Με τη μητέρα του και τον αδελφό του Βοιωτό ζούσε στο Μεταπόντιο. Όταν αναγκάστηκε να φύγει από το Μεταπόντιο, λόγω του φόνου της θετής του μητέρας Αυτολύκης, κατέφυγε σ' ένα νησί του Τυρρηνικού Πελάγους, όπου έχτισε την πόλη Μπάρα, κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη.    

Εφεύρε τα πανιά που κινούν τα πλοία και δίδαξε τη χρήση τους στους υπηκόους του. Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του πήγε στην Αιολία, όπου ο Αίολος τους φιλοξένησε ένα μήνα. Όταν ζήτησε τη βοήθεια του Αιόλου για να αναχωρήσει, αυτός έκλεισε όλους τους ανέμους σε ένα ασκί και άφησε μόνο τον ούριο Ζέφυρο να πνέει ευνοϊκά γι' αυτούς. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφτασαν πολύ κοντά στην Ιθάκη. Αλλά κάποια στιγμή που ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε, οι σύντροφοί του άνοιξαν το ασκί, νομίζοντας ότι έχει χρυσάφι, και άφησαν ελεύθερους όλους τους ανέμους. Ξέσπασε θύελλα η οποία έστειλε τον Οδυσσέα πίσω στο νησί του Αιόλου, ο οποίος όμως δεν δέχτηκε να τον βοηθήσει και πάλι, τιμωρώντας τον για την ασέβεια των συντρόφων του.


Οι Έλληνες θεωρούσαν τον Αίολο ταμία των ανέμων, όχι θεό τους. Γι' αυτό δεν είχε ιερά, ούτε γίνονταν θυσίες προς τιμήν του. Θεό τον θεωρούσαν οι Ρωμαίοι. Ο Βιργίλιος στην «Αινειάδα» τον αναφέρει ως βασιλιά που κατοικεί σε ένα άντρο, όπου είναι φυλακισμένοι οι άνεμοι, σ' αυτόν δε καταφεύγει η Ήρα όταν αποφασίζει να καταστρέψει τα καράβια των Τρώων.


Μία από τις κόρες του Αιόλου ήταν η Αλκυόνη η οποία σχετίζεται με τον μύθο των Αλκυονίδων ημερών. Η Αλκυόνη ερωτεύτηκε τον Κύηκα και ζούσαν ευτυχισμένοι, αλλά μια μέρα ο Κύηκας πνίγηκε ψαρεύοντας και η Αλκυόνη από τον πόνο της έπεσε στα βράχια και σκοτώθηκε. Οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους έκαναν πουλιά. Ο Δίας μάλιστα πρόσταξε τον Αίολο κάθε χρόνο τον Ιανουάριο να σταματάει τους ανέμους για να μπορεί η Αλκυόνη να επωάσει τα αυγά της.Στους Αέρηδες, το μνημείο που βρίσκεται στην Πλάκα, απεικονίζεται ο Αίολος μαζί με τους βοηθούς του , ανέμους, Βορρέα, Καικία, Απηλιώτη, Εύρο, Νότο, Λιψ, Ζέφυρο, Σκίρων.





Λαϊκές παραδόσεις

Ο Εμπεδοκλής, τον 5ο αιώνα π.Χ, μαθαίνει στους οπαδούς του πώς να κόβουν (να καταλαγιάζουν) τους ανέμους ή να τους σηκώνουν (απελευθερώνουν), όταν θέλουν. Και όταν κάποτε τα δέντρα κινδύνευσαν να πάθουν ζημιές από τα δυνατά μελτέμια, ο Εμπεδοκλής παρότρυνε να σφάξουν γαϊδούρια και να απλώσουν τα δέρματά τους ολόγυρα στις κορυφές των λόφων και των βουνών για να πιάσουν τους ανέμους . Τα μελτέμια κόπηκαν και ο Εμπεδοκλής προσαγορεύτηκε Κωλυσανέμας

 Η αρχαία παράδοση κάνει λόγο και για ειδικούς δέτες των ανέμων, παρέχει μάλιστα και τον τρόπο της σχετικής ενέργειας. Στην Κόρινθο υπήρχε γένος ευγενών, που ονομάζονταν "Ανεμοκοίται", εξορκιστές που αποκοίμιζαν τους ανέμους.


 Στην Αθήνα επίσης υπήρχαν οι Ευδάμενοι, κοιμιστές και αυτοί των ανέμων, ενώ στην Τιτάνη της Κορινθίας, κοντά στη Σικυώνα, υπήρχε βωμός των Ανέμων, όπου μια νύχτα του έτους, ο ιερέας "θύει, δρά δε και άλλα απόρρητα είς βόθρους τέσσαρας, ημερούμενος των πνευμάτων το άγριον, και δή και Μηδείας, ως λέγουσιν, επωδάς επάδει" (Παυσανίας 2.12,1).

Στο Βυζάντιο, η αρχαία παράδοση συνεχίζεται και είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία ότι στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου κάποιος Σώπατρος καταδικάζεται και θανατώνεται με την κατηγορία ότι έδεσε τους ανέμους και εμπόδισε να έρθουν τα καράβια με το σιτάρι από την Αίγυπτο.

Η μαγική παράδοση γύρω από τους ανέμους μαρτυρείται και στους νεώτερους χρόνους. Οι πληροφορίες είναι αρκετές. Στην Κάλυμνο συνηθιζόταν κατάδεσμος του βορρά με δέσιμο σπάγκων σε σταυροδρόμια και με εκφώνηση ειδικής επωδής, συνοδευόμενης με ύβρεις.

Δέσιμο του σφοδρού ανέμου γινόταν επίσης στη Σαλαμίνα, όπου πήγαιναν σ' ένα εκκλησάκι πάνω σε ύψωμα και εκεί έκλειναν το παράθυρο που βρισκόταν στη μεριά του ανέμου και κρεμούσαν ένα κομμάτι δίχτυ.

Γνωστός είναι ο "χορός του κυρ-Βοριά" στη Σίφνο την Κυριακή της Τυροφάγου, με πρώτο μάλιστα χορευτή στον κύκλο τον ιερέα του χωριού, καθώς και ο ανάλογος χορός στην Κάρυστο την Πέμπτη της Διακαινησίμου, για εξουδετέρωση και εδώ του καταστρεπτικού βοριά.

Μια διαφορετική αντιμετώπιση του πνέοντος σφοδρού ανέμου που εμπόδιζε το λίχνισμα των σιτηρών, υπάρχει στους Παρανύμφους του Ηρακλείου, στο νότιο μέρος της Κρήτης: για να κατασιγάσει κατέφυγαν στην "κεροδοσία" του χωριού, στον τελετουργικό δηλαδή περισχοινισμό του, αρχίζοντας από την εκκλησία, με ειδικά κατεργασμένο από τις γυναίκες νήμα, που στη συνέχεια έγινε κεράκια για την εκκλησία, όπως συνηθίζεται όταν κάποιος κίνδυνος απειλεί το χωριό, ή προληπτικά για αποτροπή κάθε κακού.



 
Στην Ικαρία υπάρχουν τα "Ανεμοτάφια", τοποθεσίες με σωρούς από χώμα σε σχήμα τύμβου, με πέτρες ριγμένες πάνω τους, όπου, κατά την παράδοση, έθαβαν τον αέρα.

Ενδιαφέρουσα είναι η σχετική περιγραφή από γέροντα αφηγητή: "Παίρνασι μία στάμνα ανοιγμένη από μπροστά, ήπιανεν την ο πιο γέρος και ήβαζεν το στόμα της σ' ένα λάκκο, που ήταν ανοιγμένος και άμα ήπιανεν να σφυρίζει, την τάπωνε με το χέριν του και ήλεεν της λόγια που δεν τα ανιστορώ. Ύστερις ήβαλλεν την στο λάκκο και ήχωνεν την. Ύστερις ούλοι οι χωριανοί ηπιάνασι κάτι ατσαχούς (πέτρες) και ήρριχναν τους από πάνω, ήλεεν ο καθένας από ένα ανάθεμα και κάτι άλλα λόγια μαγικά και ηφεύγασι".

Η τελετουργία αυτή, με μορφή δρωμένου, φαίνεται να σταμάτησε πριν από διακόσια πενήντα περίπου χρόνια, όταν οι τελεστές απειλήθηκαν με εξορισμό από τον τοπικό ιεράρχη.

Τα τοπωνύμια όμως ποτέ δεν ξεχάστηκαν και τα μαγικά λόγια, που αντιπροσώπευαν την επωδή του καταδέσμου σε πείσμα του χρόνου και της όποιας απαγόρευσης

Η γεωμετρική εποχή

Η γεωμετρική εποχή είναι μία περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας που διαρκεί περίπου από το 1100 π.Χ. έως το 700 π.Χ.

Η περίοδος, λοιπόν, από τον ΙΒ’ ως τον Η’ αιώνα είναι μία περίοδος μεταβατική, κατά την οποία συνέβησαν εξελίξεις, συντελουμένων των οποίων βρίσκουμε μία διαμορφωμένη κατάσταση στην έναρξη της αρχαϊκής εποχής.

Η περίοδος αυτή πέρα από ‘σκοτεινοί αιώνες’, είναι γνωστή και με άλλες ονομασίες, όπως ομηρική εποχή, γεωμετρική εποχή, λόγω των αλλαγών που σημειώνονται περί το 1050 π.Χ. στην τεχνοτροπία της κεραμικής, ή εποχή του σιδήρου, καθώς από το 1100 π.Χ. και εξής γενικεύεται η χρήση του υλικού αυτού για την κατασκευή όπλων ή σκευών.

Η καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων το 1200 π.Χ., δε σήμανε το απότομο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού, αλλά την απαρχή μίας προϊούσας παρακμής που διήρκεσε ολόκληρο το ΙΒ’ αιώνα. Η έναρξη της πρώτης μεταμυκηναϊκής περιόδου της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, γνωστής ως ‘σκοτεινοί αιώνες’, σηματοδοτείται από την ευρεία χρήση του σιδήρου και την αλλαγή στην τεχνοτροπία της κεραμικής, γεγονότα που τοποθετούνται περί το 1100-1050π.Χ., οπότε τελειώνει και η υπομυκηναϊκή φάση.

Για την περίοδο αυτή, από το 1200 π.Χ. και εξής, δεν υπάρχουν γραπτές πηγές. Από ιστορικής άποψης, λοιπόν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζεται το γεγονός της επανεμφάνισης γραπτών πηγών.

Ομηρικά έπη

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται σκοτεινή από ιστορική άποψη καθώς δεν υπάρχουν άμεσες πηγές γι’ αυτή. Διαθέτουμε, ωστόσο, μία μη ιστορική πηγή, τα Ομηρικά Έπη. Είναι γενικώς αποδεκτό α) ότι η σύνθεση των επών σε ένα όλο, διαδικασία που συντελέστηκε πάνω στη βάση μίας μακρόχρονης προφορικής παράδοσης, έγινε τον Η’ αιώνα και β) ότι η Ιλιάδα συντέθηκε πριν από την Οδύσσεια.

Οι διάφορες χρονολογήσεις της δημιουργίας των επών ποικίλλουν. Σύμφωνα με τις πιθανότερες, η Ιλιάδα συντέθηκε στα μέσα του Η’ αιώνα και η Οδύσσεια το β’ μισό του Η’ αιώνα. Η τοποθέτηση της Οδύσσειας σε χρονικό σημείο επόμενο της δημιουργίας της Ιλιάδας, στηρίζεται στην υπόθεση ότι στην Οδύσσεια έχουν ενσωματωθεί εμπειρίες της προαποικιακής δραστηριότητας που προηγήθηκε του β’ ελληνικού αποικισμού. Ο μεγάλος προβληματισμός αφορά την Ιλιάδα.

Πρέπει να λάβουμε, πάντως, υπόψη, πως το ότι η δράση της Ιλιάδας διαρκεί 51 μέρες του ενάτου έτους του τρωικού πολέμου προϋποθέτει τα γενικότερα ιστορικά συμφραζόμενα του πολέμου. Το ζήτημα είναι αν η Ιλιάδα αποδίδει ένα ιστορικό γεγονός, εάν ο τρωικός πόλεμος ήταν ένα ιστορικό γεγονός.

Για παράδειγμα, ο Νηών κατάλογος της Β περιγράφει την πολιτική γεωγραφία της μυκηναϊκής εποχής ή εκείνη του Η’ αιώνα; Το ερώτημα αυτό μεταφράζεται στο εξής: η Ιλιάδα συντέθηκε κατά την μυκηναϊκή εποχή ή την περίοδο μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων, οπότε περιγράφει την κατάσταση των μεταμυκηναϊκών πραγμάτων, διατηρώντας κάποιες αναμνήσεις των γεγονότων της προηγούμενης εποχής;

Υπάρχουν υποστηρικτές και των δύο απόψεων. Επίσης, δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα αν οι καταστροφές της Τροίας VI (1350π.Χ.) ή της Τροίας VIIα (1180π.Χ.) σχετίζονται με κάποια επίθεση των Μυκηναίων.

Για να διερευνήσουμε το ζήτημα της ιστορικότητας της Ιλιάδας πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτουμε από την αρχαία ελληνική παράδοση. Η άλωση της Τροίας χρονολογείται σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, τον ιστορικό του Β’ μ.Χ. αιώνα, ο οποίος στα ‘Χρονικά’ του περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα από την άλωση της Τροίας μέχρι το 119 πΧμΧ, το 1184/3 π.Χ. και σύμφωνα με το Πάριο χρονικό το 1209/8 π.Χ.

[Το Πάριο χρονικό είναι ένας χρονολογικός πίνακας προσώπων και γεγονότων, από τη βασιλεία του μυθικού Κέκροπα (1581 π.Χ.) έως το έτος 264/3 π.Χ., όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Διόγνητος].

Ας σημειωθεί ότι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονταν στον τρωικό πόλεμο ως αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, όπως το πράττει πχ στην Αρχαιολογία του ο Θουκυδίδης. Η Οδύσσεια, περιγράφοντας καταστάσεις μεταγενέστερες της Ιλιάδας, αποδίδει καλύτερα το μεταμυκηναϊκό χρονικό διάστημα.

Εσωτερικές μετακινήσεις

Την εποχή αυτή και, συγκεκριμένα, μετά το 1150, παρατηρούνται για δεύτερη και τελευταία φορά εσωτερικές μετακινήσεις, πολλές πληροφορίες για τις οποίες αντλούμε από την παράδοση, ιδιαίτερα το Θουκυδίδη, αλλά και τη μυθολογία. Τα φύλα που μετακινήθηκαν την περίοδο για την οποία μιλάμε κατά κανόνα ακολούθησαν σε αδρές γραμμές την κατεύθυνση από βορρά προς νότο.

Εξαίρεση αποτελεί το φύλο των Μακεδόνων, οι οποίοι δεν κατήλθαν προς τα νοτιότερα τμήματα της Ελλάδας, αλλά από τη βορειοδυτική Μακεδονία μετακινήθηκαν στο χώρο που την ιστορική περίοδο μας είναι γνωστός ως Μακεδονίς, μετακίνηση που ολοκληρώθηκε τα μέσα του Ζ’ αιώνα, εάν είναι σωστή η χρονολόγηση των μετακινήσεων των ελληνικών φύλων, και αποτελεί την απόληξή τους.

Οι μετακινήσεις αυτές γίνονταν κατά μικρές ομάδες σε μεγάλο διάστημα και όταν έλαβαν τέλος φάνηκε το αθροιστικό τους αποτέλεσμα. Την περίοδο αυτή εγκαταστάθηκαν οι Θεσσαλοί στην περιοχή στην οποία θα έδιναν αργότερα το όνομά τους, ενώ οι Βοιωτοί από την περιοχή της Άρνης μετακινήθηκαν στην περιοχή που έγινε αργότερα γνωστή ως Βοιωτία.

Άλλα φύλα που μετατοπίστηκαν ήταν οι Αινιάνες, οι Ακαρνάνες, οι Λοκροί, οι Φωκείς. Κάποιες πληθυσμιακές ομάδες δεν άλλαξαν τόπο διαμονής τους. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι Αθηναίοι, οι οποίο υπερηφανεύονταν για την αυτοχθονία τους, οι Αρκάδες και οι Ίωνες.

Άλλα ελληνικά φύλα κατευθύνθηκαν προς την Κύπρο, όπου ήδη υπήρχε ελληνική παρουσία από τη μυκηναϊκή εποχή, το τέλος του ΙΓ’ και τις αρχές του ΙΒ’ αιώνα. Για την εξέταση των μετακινήσεων των ελληνικών φύλων μεταχειριζόμαστε την αντιστοίχιση των διαλέκτων με περιοχές και την παράδοση, συμπεριλαμβανομένης της μυθολογίας οι Δωριείς ήταν το τελευταίο φύλο που μετακινήθηκε προς το νότο.

Ξεκίνησαν από το βορρά {Πίνδο}.ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΙΝ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ χωριστήκαν σε πιο μικρές ομάδες. Μερικοί μάλιστα έμειναν εκεί και η περιοχή ονομάστηκε ΔΩΡΙΔΑ.

Μια ισχυρή ομάδα κατευθύνθηκε πιο νότια στην Σπάρτη. Τότε σταμάτησε να αναπτύσσεται ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, οι κάτοικοι της Σπαρτής έγιναν είλωτες{δούλοι} και κάποιοι άρχισαν να φεύγουν από εκεί.

Ο πρώτος Ελληνικός αποικισμός

Συνέπεια των μετακινήσεων στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν ο αποικισμός των δυτικών ακτών της Μικράς Ασίας έως την Παμφυλία από φύλα προερχόμενα από την κυρίως Ελλάδα. Οι Αιολείς μετακινήθηκαν στο βόρειο τμήμα των δυτικών ακτών, γνωστό ως Αιολίδα, οι Ίωνες στην περιοχή που έγινε γνωστή ως Ιωνία και οι Δωριείς μέσω Κυκλάδων, Κρήτης και Δωδεκανήσων έφτασαν στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία. Το σύνολο των μετακινήσεων αυτών από τη δυτική στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου ονομάζεται πρώτος ελληνικός αποικισμός. Τοποθετείται εντός του εξής χρονικού πλαισίου: 1100-800π.Χ..

Πολιτικοί θεσμοί

Σε αυτά τα πρώιμα χρονικά διαστήματα πολίτευμα που κυριαρχούσε ήταν η βασιλεία. Παρουσιάζεται ένα είδος φυλετικής οργάνωσης, όπου ο βασιλιάς προΐσταται μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Πριν την αρχαϊκή εποχή και όσο βρισκόμαστε στην περίοδο της βασιλείας, δεν έχουμε πόλιν, αλλά άστυ, μεγάλους οικισμούς, που ήταν έδρα των θεσμών διοίκησης. Η πόλη ως πόλις είναι δημιούργημα της πρώιμης αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς.

Ήταν μία μακρά διαδικασία που ολοκληρώθηκε το α’ μισό του Ζ’ π.Χ. αιώνα, όταν σχεδόν σε όλο τον ελληνικό κόσμο δεν υπήρχαν βασιλείς. Υπήρχαν κάποιες εγγενείς αρμοδιότητες στο αξίωμά τους:

ήταν αρχηγοί του στρατού
είχαν ιερατικά καθήκοντα, απευθυνόμενοι εξ ονόματος της κοινότητας σε υπερβατικές δυνάμεις
είχαν δικαστικά καθήκοντα

Στη διοίκηση των κοινών ζητημάτων βοηθούνταν από ένα συμβούλιο ευγενών. Στα ομηρικά έπη ονομαζόταν γέροντες, απ’ όπου προήλθε και η γερουσία στη Σπάρτη. Ο βασιλιάς των ομηρικών επών, των σκοτεινών αιώνων, συνομιλεί και συναποφασίζει με τους γέροντες για τα δημόσια θέματα. Αμέσως επόμενη εξέλιξη ήταν η κατάργηση της βασιλείας από τους ευγενείς. Οι ευγενείς είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, οπότε στον κατάλληλο χρόνο μπόρεσαν να αμφισβητήσουν τη βασιλεία.

Η ενέργειά τους ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δύο παραγόντων: αφ’ ενός της εξασθένησης της βασιλείας και αφ’ ετέρου την ισχύ των ίδιων, αφού είχαν μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση των κοινών και στον πόλεμο. Η απονομή δικαιοσύνης γινόταν από το βασιλιά και το συμβούλιο με βάση το εθιμικό δίκαιο.

Η αγορά αποτελούταν από τους στρατεύσιμους άνδρες, αλλά δεν ήταν επίσημα θεσμοθετημένη. Όταν έπρεπε να ληφθεί μία απόφαση για ένα κρίσιμο ζήτημα, τότε τη συγκαλούσαν οι ευγενείς. Από τα ομηρικά έπη, όπου βρίσκουμε αναφορά στη ραψωδία β, επιβίωσε ως την αρχαϊκή πόλη. Η λήψη των αποφάσεων δια βοής επέζησε στην Απέλλα της Σπάρτης. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πρόδρομες μορφές θεσμών.

Κοινωνική διαστρωμάτωση και οργάνωση

Η κύρια διαχωριστική γραμμή είναι αυτή που χωρίζει τους ελεύθερους από τους δούλους. Η υποδούλωση κάποιου μπορούσε να γίνει με αιχμαλωσία σε ένα πόλεμο, μετά την κατάληψη μιας πόλης ή σε μία μάχη, ή με απαγωγές από ναυτικούς. Υπήρχαν και οικογενείς δούλοι (ρ320). Γενικά οι δούλοι θεωρούνταν κατώτερα όντα. Στους σκοτεινούς αιώνες επίσης διαμορφώθηκε το σύστημα των ειλώτων και των πενεστών.

Μία άλλη διαχωριστική γραμμή ήταν αυτή που χώριζε τους πολίτες από τους ξένους, τα εγχώρια μέλη μιας κοινότητας από τους παροίκους που προέρχονταν από άλλες περιοχές, οι οποίοι λίγο πολύ είχαν διαφορετικό νομικό status. Η εξέλιξη των σχέσεων αυτών των δύο ομάδων έφτασε ως το σημείο να υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες για ξένους την κλασική εποχή.

Προστατεύονταν οι ξένοι τόσο από τη θρησκεία, καθώς ήταν ικέτες, όσο και από το δίκαιο της φιλοξενίας. Στα ομηρικά έπη είναι έντονος ο θεσμός της ξενίας, φιλίας που δημιουργείται από τη φιλοξενία, η οποία συνεπάγεται αμοιβαίες υποχρεώσεις με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.

Οι ελεύθεροι ήταν κοινωνικά-οικονομικά ιεραρχημένοι. Πρώτα οι θήτες ήταν όσοι κατείχαν λίγοι ή καθόλου γη.

Οι δημιουργοί ήταν ειδικοί στην τέχνη τους: μεταλλουργοί, κεραμείς, ξυλουργοί, βυρσοδέψες, επεξεργάζονταν πολύτιμες ύλες. Ανάμεσά τους ήταν οι αοιδοί, οι μάντεις, ο κήρυξ και ο ιατρός. Οι θεράποντες ήταν ακόλουθοι ή βοηθοί του βασιλιά ή άλλων ισχυρών προσώπων. Ήταν ηνίοχοί τους, συμμετείχαν στα συμπόσια και ήταν και οι ίδιοι επιφανούς καταγωγής.

Μεγάλο μέρος του πληθυσμού ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, ήταν γεωργοί και χρησιμοποιούσαν το εισόδημά τους για τον οπλισμό, που αποκτούσαν με δικά τους έξοδα, και τη συντήρηση της οικογένειάς τους.

Οι ευγενείς ήταν μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση τα, είχαν υπό την κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης, αλλά είχαν έσοδα και από άλλες δραστηριότητες. Στα ομηρικά έπη πολεμούν με άρματα.

Διακριτικά χαρακτηριστικά τους ήταν

η ευγενής καταγωγή, την οποία ανήγαγαν σε θεούς και ήρωες
η κατοχή μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας
η καλλιέργεια του λόγου και η ενασχόληση με τη ρητορική
και το αγωνιστικό φρόνημα με ανάλογα ιδεώδη.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι το ιδεώδες ενός ευγενούς εκφράζεται από το ομηρικό ‘εργων πρηκτήρ και λόγων ρητήρ’.

Για την ιδιοκτησία της γης έχουμε ελάχιστες πληροφορίες. Φαίνεται ότι η γη ήταν χωρισμένη στην καλλιεργήσιμη γη, ένα μέρος από την οποία ανήκε σε πρόσωπα και ένα μεγάλο μέρος στο δήμο, και στην εσχατιά, που χρησιμοποιούνταν για βοσκή, και ανήκε εξ ολοκλήρου στην κοινότητα.

Στα ομηρικά έπη η κατάσταση φαίνεται ότι είναι ίδια με αυτήν που υπήρχε στην Πύλο, όπως την πληροφορούμαστε από τις πινακίδες.

Από τα ομηρικά έπη πληροφορούμαστε ότι μέσα ανταλλαγής και προσδιορισμού της αξίας των αντικειμένων ήταν τα μέταλλα, είτε ως σκεύη είτε ως πρώτη ύλη, και τα ζώα, κυρίως τα βόδια. Πρόκειται για μία εποχή προ της εφεύρεσης του νομίσματος, έχουμε να κάνουμε με έναν τύπο φυσικής, κτηματικής οικονομίας.

Τα όπλα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ίδια με την προηγούμενη εποχή. Επιθετικά όπλα είναι το ξίφος, το δόρυ, το τόξο και αμυντικά η περικεφαλαία, ο θώρακας και η ασπίδα.

Μελάμπους, ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων


Ο μυθικός βασιλιάς του Άργους Μελάμποδας, θεωρείται ο πρώτος ιατρός της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Έδρασε τον 14ο π.Χ. αιώνα, 400 χρόνια προ του Ασκληπιού και 900 χρόνια προ του Ιπποκράτους. Στις ιστορικές πήγες φέρεται με το προσωνύμιο «Αργείος», αφού το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων του αναπτύχθηκε στο Άργος, παρ’ όλο που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από την Πύλο. Η μυθική ζωή του φέρει χαρακτηριστικά που έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον Ησίοδο, τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, τον Διώδορο τον Σικελιώτη, τον Στράβωνα, αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, ο Μελάμπους θεωρείται ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, αρχαιότερος και από τον Ασκληπιό. «Την δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς» (Απολλόδωρος, βιβλίο Α΄ κεφ 9,3). Θεωρείται πως αυτός θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Κατά την άσκηση της επιστήμης του, εξισορρόπησε με απόλυτη επιτυχία την Θεουργική Ιατρική και την Επιστημονική Ιατρική, κλίνοντας έντονα προς τη δεύτερη. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ πως η πρώτη απεμπλοκή από ιερουργίες πραγματοποιείται (στην αρχαία Ελλάδα) από τον Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.). Ο Μελάμπους διέθετε πλούσιες διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις και δυνατότητες. Η διαγνωστική του μέθοδος αποτελεί την πρώτη βάση και την απαρχή της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. Η θεραπευτική του παραπέμπει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες με την εξώθηση της νόσου στα όρια της.

Αττικό δείπνο ~ Αθηναϊκή γαστρονομία και η παρωδία της

Μάτρων ο Πιτανεύς

Ο Μάτρων, από την αιολική Πιτάνη της Μυσίας, έζησε κυρίως στην Αθήνα και υπήρξε σύγχρονος του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του (τέλος 4ου αιώνα π.Χ.). Ήταν συγγραφέας επικών ποιημάτων που παρωδούσαν το ομηρικό ύφος, κυρίως σε θέματα γαστρονομίας. Το κυριότερο έργο του υπήρξε το Δείπνον αττικόν. Δεν πρόκειται όμως για απλή παρωδία, αλλά και για μια προσπάθεια δοκιμής του εξάμετρου στίχου του έπους σε νέα θέματα.

1.Αττικόν δείπνον
(Supplementum Hellenisticum 534)
Tα δείπνα ψάλλε μου, Μούσα, τα πάρα πολλά και πολύτροφα,[1]
που σε μας ο ρήτορας Ξενοκλής[2] στην Αθήνα παρέθεσε.

            Γιατί πήγα κι εκεί και μεγάλη πείνα πίσω μου ερχότανε.

    Είδα εκεί πολύ ωραία ψωμιά και μεγάλα, πιο λευκά κι απ' το χιόνι, 

    σαν να έτρωγες ψωμάκια από στάρι ανάλεστο,                                 
    που κι ο Δρομέας[3] τ’ αγάπησε, την ώρα που ψήνονταν.

            Ο Ξενοκλής ο ίδιος στους καλεσμένους γυρνούσε ανάμεσα,

            πήγε και στάθηκε στο κατώφλι και κοντά του βρισκόταν

ο Χαιρεφών ο παράσιτος,[4] με πεινασμένο που έμοιαζε γλάρο
νηστικός, που γνώριζε να τρώει καλά στα δείπνα τα ξένα.[5]
Στο μεταξύ έφερναν φαγητά και τα τραπέζια γεμίζανε οι μάγειροι,

υπεύθυνοι για του φούρνου το μέγα το θόλο,

με καθήκον το χρόνο του δείπνου 
να επισπεύσουν ή να τον παρατείνουν.

Τότε όλοι οι άλλοι στα λαχανικά απλώνανε χέρι,

εμένα όμως δε μ’ έπειθαν, μα έτρωγα παστά φαγητά,
στρείδια με κορμί μαλακό, βρούβες, σπαράγγια,

            στην άκρη αφήνοντας το ωμό παστωμένο 
            κρέας του τόννου, τροφή των Φοινίκων.[6]       

           Αμέσως έριξα αχινούς με αγκάθια μακριά,

           κι εκείνοι κυλώντας κάνανε θόρυβο στα πόδια των δούλων
[σε χώρο ανοιχτό, όπου τα κύματα την ακτή την σκεπάζουν]. [7]
Πολλά απ' το κεφάλι σύρριζα τράβηξα αγκάθια.

Ήρθε κι η σαρδέλα απ' το Φάληρο, του Τρίτωνα εταίρα,

τα δυο της τα μάγουλα με βρώμικο μαντήλι καλύπτοντας[8]...

αυτούς τους αγαπούσε ο Κύκλωπας...

 ...στα όρη ξεφυτρώνουν.[9]
Πίνες[10] ήρθε φέρνοντας στα ηχηρά τα δωμάτια,
που τις τρέφει το άσπρο νερό στις γεμάτες με φύκια τις πέτρες....

            ...χοντροφτιαγμένη γλώσσα, μπαρμπούνι με μάγουλα κόκκινα.

            Απάνω του εγώ ανάμεσα στους πρώτους άπλωσα χέρι με νύχια δυνατά,

            να το τραυματίσω όμως δεν πρόλαβα, με τύφλωσε ο Φοίβος Απόλλων.

            Τον Στρατοκλή, τον ικανό στη τέχνη τους αντιπάλους να διώχνει,
όταν τον είδα να βαστά στο χέρι κεφάλι ιπποδαμαστή μπαρμπουνιού,

            πάλι τη μάχη έπιασα και στο λαιμό του τον άπληστο τον κέντησα.

            Ήρθε και του Νηρέα η κόρη, η αργυρόποδη Θέτιδα,

            καλοπλόκαμη σουπιά, ονομαστή θεά φοβερή,

      η μόνη που, αν κι είναι ψάρι, το άσπρο και το μαύρο γνωρίζει.[11]
Είδα και τον Τιτυό,[12] πολυδόξαστο χέλι της θάλασσας,

            ξαπλωμένο μεσα τη χύτρα. Απλωνόταν αυτός σε τραπέζια εννιά.

            Στα χνάρια του χέλι του γλυκού νερού ακολούθαγε, θεά ασπροχέρα,

            που καυχιέται ότι έσμιξε στην αγκάλη του Δία,[13]

            από την Κωπαΐδα, απ' όπου των παχουλών των χελιών κρατά η γενιά,
τεράστιο: ούτε καν δυο άντρες αθλητικοί,

            σαν τέτοιοι που ήτανε ο Αστυάναξ κι ο Αντήνωρ,[14]

            θα το σηκώνανε απ' το έδαφος εύκολα να το βάλουνε πάνω στο κάρο.

Γιατί ήταν στο ύψος τρεις σπιθαμές[15], στο πλάτος εννιάπηχο[16],

            αν και γεννήθηκε στο μήκος εννέα οργιές. [17]
Πολλές φορές πάνω – κάτω μέσα από τις σειρές των καλεσμένων 
ήρθε ο  μάγειρας,     

σείοντας δίσκους φαγητά στον δεξί του τον ώμο.

            Πίσω του έρχονταν μαύρες χύτρες σαράντα,

            κι άλλες τόσες κατσαρόλες απ' την Εύβοια ακολουθάγανε.

            Ήρθε κι η Ίριδα η αγγελιαφόρος, ανεμόποδη, γοργό καλαμαράκι,
η πέρκα η ανθηρόχρωμη, το μελανούρι του λαού,

            που αν και θνητό τ' αθάνατα ακολουθεί τα ψάρια.

            Μονάχα το κεφάλι του όρκυνος, [18] του γιου της σπιλιάδας,

           έφευγε μακριά μας χολωμένο γιατί τον σηκώνανε 
μέσα στα πιάτα και τον παίρνανε. [19]         

            Κι ήταν κι αυτό μια συμφορά που ορίσανε οι θεοί για τους ανθρώπους.
Ήρθε κι η ρίνα, [20] που περισσά οι μαραγκοί αγαπούνε,

η τραχιά, μα καλή των παιδιών της τροφός. [21]

Στ' αλήθεια εγώ σάρκα απ' τη δικιά της δε γνωρίζω γλυκύτερη. 

Ψητός ήρθε μέσα ιππότης σφύραινα[22] πελώρια,

όχι μονάχη. Μαζί της από πίσω ερχόντουσαν δώδεκα σαργοί
και γουφάρι κυανόχρωμο μέγα,
που όλα γνωρίζει τα βάθη της θάλασσας, δούλος του Ποσειδώνα.                     

            Ήρθαν και οι γαρίδες, του Ολύμπιου Δία οι ψάλτες,

            απ’ το γήρας καμπούρες, καλές όμως στο πάστωμα.
Ήρθε τσιπούρα, που πιο ωραίο στέκεται ανάμεσα στα άλλα τα ψάρια,              

καραβίδα κι αστακός που επιθυμούσε πάλι το θώρακά του να φορέσει[23]

στων μακαρίων τα δείπνα. Σ' αυτά απλώσανε χέρι οι συνδαιτυμόνες,

αυτά στο στόμα τους βάλανε κι αρπάξανε ένα από δω από εκεί το άλλο.

Σ' αυτά ήτανε άρχοντας ηγεμόνας ο έλλοψ, [24] ο ξακουστός στο δόρυ, [25]
που πάνω του, αν και χορτάτος, με δύναμη το χέρι μου άπλωσα,
να τον γευτώ ποθώντας. Αμβροσία μου φάνηκε,

που μόνη την τρώνε οι μακάριοι θεοί οι αιώνιοι.

Ύστερα πρόσφερε σμέρνα: όλο το τραπέζι το κάλυπτε,

με τη ζώνη της, [26] που όλο χαρά τη φόραγε στο λαιμό της τριγύρω,

όταν στο κρεβάτι του μεγαλόκαρδου γιου του Φιδιού[27] ανέβηκε.
Μας πρόσφερε και σάνταλα[28] αιώνια των αθανάτων.

Και γλώσσα έφερε κολυμβητή στη θάλασσα που μουρμουρίζει

κι ύστερα τσίχλες πάνω στην ακμή τους που ψηλά πετούν[29]

και τρέφονται στα βράχια, βροχερές υάδες. [30]

Κι ανάμικτα φαγγριά και γουλιανοί, κορύφαινες,[31]
μουρμούρες. Κι απέναντι μεγάλος σπάρος.

Ο μάγειρας τα έφερε και τα άπλωσε -τσιτσίριζαν ακόμη-

και τσίκνα το σπίτι γέμισε. Μας έλεγε κι απ' αυτά να τρώμε.

Εμένα όμως μου φάνηκε πως τούτα είναι 
φαγητά των γυναικών, γιατί άλλα είχα στο νου μου.

Απλωμένο ήτανε πιάτο που κανένας καλεσμένος δεν τ’ άγγιζε,
σε χώρο καθαρό, όπου ανάμεσα στις χύτρες είχε χώρο...

κατόπιν  κοτσύφι ήρθε μοναχό για δοκιμή πανέτοιμο.

Ανέγγιχτο δεν ήτανε, και άλλοι το ποθούσαν.

Μπούτι σαν είδα, άρχισα το τρέμουλο. Σινάπι ήταν δίπλα του

όλο μοσχοβολιά και μακριά τα χέρια μου δεν κράτησα.
Κι αφού δοκίμασα αρχίνισα το κλάμα, γιατί αύριο πια
αυτά ξανά δε θα ’τρωγα, μα με τυρί, με κριθαρόψωμο ευκίνητο θα ’πρεπε[32]...

η κοιλιά μου άλλη αντοχή δεν είχε, την πίεζε η χόρταση.

Την δάμαζαν ο μέλας ο ζωμός, τα μπούτια τα εφτά.

Και ένας δούλος έφερε πάπιες της Σαλαμίνας δώδεκα,
από τη θάλασσα την ιερή, πολύ παχιές. 
Ο μάγειρας της άπλωσε κει που ξαπλωμένες ήταν των Αθηναίων οι φάλαγγες.[33]

Κι ο Χαιρεφώντας κοίταξε μπρος και πίσω

να καταλάβει τα πουλιά, κατάλληλα να φάει. [34]

Έτρωγε σαν λιοντάρι, αρνίσιο μπούτι στην παλάμη βάσταγε,
για να 'χει πάλι φαγητό σαν πήγαινε στο σπίτι...

Έφτασε και πλιγούρι, στην όψη του γλυκό, 
που ο Ήφαιστος[35] κουράστηκε να βράσει:

μέσα σε αττικό αγγείο πήλινο ωρίμαζε για μήνες δεκατρείς.

Κι αφού του φαγητού τον πόθο του τερπνού τον σβήσανε,

ωραίος δούλος ήρθε, απ’ του Ωκεανού το ρεύμα
φέρνοντας μύρο γλυκό από ίριδα[36] να πλύνουνε τα χέρια,

ενώ ένας άλλος -από τα δεξιά αρχινώντας- έδινε σ' όλους μας στεφάνια

πλεγμένα ολόγυρα, διπλά με ρόδα κοσμημένα.

Σ' ένα κρατήρα του Διόνυσου με νερό αναμίξανε κρασί
και οίνο πίνανε της Λέσβου, ο ένας άντρας περισσότερο απ' τον άλλο.
Για δεύτερη φορά τραπέζια πάλι στρώνονταν γεμάτα.

Πάνω σ' αυτά δεσπόζανε αχλάδια και μήλα πλούσια,

ρόδια και σταφύλια, του θεού Διόνυσου τροφοί,

φρεσκοκομμένα, που αμάμαξυ[37] στο όνομα τα λένε.

Απ' όλα αυτά τίποτα εγώ δεν έφαγα, μα ξάπλωνα χορτάτος.
Σαν είδα όμως, άντρες μου, [38] πίτα ξανθιά, γλυκιά, μεγάλη, ολοστρόγγυλη,

ψητό παιδί της Δήμητρας να μπαίνει,

εγώ μετά πώς να κρατηθώ μακριά από τη θεϊκή την πίτα;...

(Των φαγητών το πλήθος να το πω δε θα μπορούσα),

ούτε αν είχα δέκα χέρια, δέκα στόματα,

στομάχι άθραυστο, στο στήθος μου χάλκινη καρδιά.
Πόρνες κατόπιν μέσα μπήκανε, κοπέλες δυο που κόλπα κάνανε:

τις οδηγούσε ο Στρατοκλής σαν γρήγορα πουλιά.[39]
2.Παρωδίαι

α. (SH 536)  

            Δε θα μιλήσω για ζοχούς, το όνομά τους δε θα το αναφέρω,

            βλαστάρια τρυφερά, γεμάτα μακριά αγκάθια,

            ούτε για βρούβες άσπρες, του Ολυμπίου Διός τους ψάλτες,

            σε χώμα χέρσο που τις έθρεψε του Δία το παιδί, η άφατη βροχή,

            πιο άσπρες κι απ' το χιόνι. Στη γεύση είναι όμοιες μ' ανάλεστα ψωμάκια.

            Αυτές σαν φύτρωσαν τις πόθησε η σεβαστή κοιλιά μου.

β. (SH 537)  

            Αγγούρι είδα, της πολυδόξαστης της γης παιδί, να βρίσκεται

μέσα στα λαχανικά. Στο μήκος απλωνότανε όσο για εννιά τραπέζια.

γ. (SH 538)  
            Έτσι είπε, κι εκείνοι γέλασαν και αμέσως έφεραν

            σιτευτά πουλιά σε πιάτα αργυρά,

           άτριχα, της ίδιας ηλικίας, ίσα στη ράχη με μια λαγάνα αν τα μέτραγες.

δ. (SH 539)  

            Κι ούτε από πάσσαλο το κρέμασαν, όπου απλωμένος ήταν

            ένας σκινδαψός[40] τετράχορδος γυναίκας πόρνης.

ε. (SH 540)   

            Γιατί όλοι εκείνοι που ήτανε άριστοι παλιά,

            ο Εύβοιος[41] και ο Ερμογένης και οι θεϊκοί οι Φίλιπποι,

            έχουν πεθάνει και βρίσκονται στου Άδη το παλάτι.

            Υπάρχει όμως κάποιος, ο Κλεόνικος, που αθάνατη έλαχε φωνή,

            που ούτε από ποίηση, ούτε από θέατρο άσχετος είναι,

            που και νεκρό δύναμη να μιλά του 'δωσε η Περσεφόνη.


[1] Ολοφάνερη παρωδία του πρώτου στίχου της Οδύσσειας. Γενικώς οι στίχοι που ακοκουθούν αποτελούν σε μεγάλο βαθμό προσαρμογές, με παρωδιακό χαρακτήρα, πολυάριθμων ομηρικών εκφράσεων.  
[2] Άκμασε ανάμεσα στα 345-305 π.Χ.
[3] Όνομα παράσιτου, ο οποίος είναι γνωστός και από αλλού (πβ. Αθήν. 4, 132C).  
[4] Πβ. Μένανδρος, Σαμία 603. Για την παρομοίωση με το γλάρο πβ. Αριστοφ., Ιππ. 959, Νεφ. 591, Όρν. 567.
[5] Μεταξύ των στίχων πρέπει να υπάρχει κάποιο κενό, επειδή λείπει ο κατάλογος των καλεσμένων.
[6] Ίσως πρόκειται για τα παστά ψάρια από τα Γάδειρα που αναφέρει ο γιατρός Ευθύδημος (απ. 455, 10).
[7] Ο στίχος είναι προβληματικός και άσχετος με τα συμφραζόμενα. 
[8] Όλο το δίστιχο είναι λογοπαίγνιο με τη λέξη αφύη = σαρδέλα. Από τον Αθήναιο (13, 586Β) μαθαίνουμε ότι Αφύη ήταν και το παρατσούκλι διαφόρων εταιρών.
[9] Το κείμενο στο σημείο αυτό παρουσιάζεται ασυνάρτητο και σίγουρα εξέπεσαν κάποιοι στίχοι στα σημεία που υποδεικνύονται με αποσιωπητικά.
[10] Είδος μεγαλόσωμου οστρακόδερμου μαλακίου με τριγωνικό σχήμα.
[11] Παροιμιακή φράση που αναφέρεται σε κάτι το οποίο είναι ολοφάνερο. Ενδεχομένως γίνεται υπαινιγμός και στο μελάνι της σουπιάς.
[12] Γιος της Γης, τον οποίο ο Οδυσσέας είδε στον Άδη να καλύπτει εννέα πλέθρα γης, ενώ δυο γύπες του έτρωγαν το συκώτι ως τιμωρία, επειδή προσπάθησε να βιάσει τη Λητώ (λ 576-81).
[13] Κωμική εξύψωση του χελιού σε σύζυγο του Δία. Πβ. Εύβουλος απ. 37, 2-4Κ, όπου τα χέλια αποκαλούνται θεές από τη Βοιωτία. Τα χέλια της Κωπαΐδας και του Στρυμόνα θεωρούνταν από τα καλύτερα στην Ελλάδα. Πβ. Αρχέστρ. απ. 139, 6 SH.
[14] Ολυμπιονίκες της εποχής του Μάτρωνος.
[15] Το διάστημα που μπορεί να περιλάβει κανείς μεταξύ του αντίχειρα και του μικρού δαχτύλου, περίπου 0, 18 μ.
[16] Πήχυς ήταν το διάστημα μεταξύ του άκρου του αγκώνα και του άκρου του μικρού δαχτύλου, περίπου 0, 46 μ.
[17] Οργιά είναι το μήκος που καταλαμβάνουν εκατέρωθεν οριζόντια απλωμένοι οι δύο βραχίονες, περίπου 1, 85 μ.
[18] Είδος μεγάλου τόννου.
[19] Προφανώς επειδή δεν τον προτιμούσανε οι καλεσμένοι.
[20] Ψάρι με σκληρό δέρμα που το χρησιμοποιούσαν, για να τρίβουν ξύλα ή μάρμαρα.
[21] Η ρίνα μεγαλώνει τους απογόνους της μέσα στο σώμα της.
[22] Το ψάρι  ονομαζόταν έτσι από το σχήμα του.
[23] Ενν. το όστρακό του.
[24] Είδος ψαριού που δεν μπορούμε να ταυτίσουμε.
[25] Η έκφραση ταιριάζει περισσότερο στον ξιφία, παρά στον έλλοπα (βλ. SH, σελ. 265).
[26] Κάποια γραμμή ή σχηματισμός του σώματος της σμέρνας ονομάζεται εδώ μεταφορικά ζώνη (SH, σελ. 305). Ο ποιητής παίζει αμέσως παρακάτω και με την έννοια ζώνη = παρθενική ζώνη.
[27] Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η σμέρνα βγαίνει στην ακρογιαλιά για να ενωθεί ερωτικά με τα φίδια (Νίκανδρος, Θηρ. 822 κ.εξ.).
[28] Είδος πλατιού ψαριού παρόμοιου με τη γλώσσα.
[29] Ο στίχος είναι περίεργος, γιατί τα ψάρια τσίχλες (αρχ. κίχλη) δεν πετούν. Είτε λοιπόν γίνεται λογοπαίγνιο με τα ομώνυμα πουλιά, είτε πρόκειται για νόθο στίχο.
[30] Είδος ψαριών, αλλά και αστερισμός, του οποίου η επιτολή συνδέεται με βροχές.
[31] Είδος μεγαλόσωμου ψαριού, γνωστού για τις γρήγορες αλλαγές στο χρυσό και μπλε χρώμα του, όταν πεθαίνει.
[32] Το κριθαρόψωμο ήταν κατώτερο είδος άρτου, συνήθως των δούλων. Γι' αυτό του αποδίδεται το επίθετο ευκίνητος, το οποίο συνήθως χαρακτηρίζει τους υπηρέτες.
[33] Υπαινιγμός στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
[34] Το δίστιχο είναι παρωδία της οιωνοσκοπίας, δηλ. της μαντείας μέσω των πουλιών. Ο μάντης έχει σκοπό παρατηρώντας τα πουλιά να καταλάβει τα περασμένα και τα μέλλοντα και να δώσει την κατάλληλη συμβουλή.
[35] Δηλ. η φωτιά.
[36] Είδος φυτού, η ρίζα του οποίου χρησίμευε στην παραγωγή αρωματικού μύρου.
[37] Η αμάμαξυς ήταν είδος σταφυλιού που αναπτυσσόταν πάνω σε δύο ραβδιά.
[38] Ο Μάτρων απευθύνεται στους ακροατές του.
[39] Δε γνωρίζουμε εάν το ποίημα τελείωνε εδώ ή ακολουθούσαν και άλλοι στίχοι, όπως είναι πιθανότερο.
[40] Είδος τετράχορδου μουσικού οργάνου.
[41] Από την Πάρο. Παρωδός, ο οποίος έζησε κατά τους χρόνους του Φιλίππου του Β΄ και συγγραφέας ενός έργου με τίτλο Παρωδίαι. Φαίνεται ότι παρώδησε ιδιαίτερα τους Αθηναίους (SH 410). O Ερμογένης, οι Φίλιπποι και ο Κλεόνικος, οι οποίοι αναφέρονται παρακάτω πρέπει να είναι επίσης παρωδοί για τους οποίους, όμως, δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο.