Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Φιλοσοφία και Ανθρώπινη Εξέλιξη

- Πες μου πώς πέθανε;

- Θα σου πω πώς έζησε.
(Διάλογος που αναφέρεται στο Σαμουράι αρχηγό Κατσουμότο)

Φιλοσοφία (από τη λέξη φιλο-σοφία, αγάπη στη σοφία) είναι η αναζήτηση που κατανοεί τη βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, όπως: τα μυστήρια της Φύσης και του Σύμπαντος, την ιστορία και τα ανθρώπινα κίνητρα που υπογραμμίζουν κάθε γεγονός του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Και, ίσως το πιο σημαντικό, τον εαυτό μας, την αληθινή μας ταυτότητα και δύναμη.

Η φιλοσοφία συνεπάγεται εσωτερική ανάπτυξη. Όταν μέσω της αναζήτησης καταλαβαίνουμε κάτι καλύτερα, αυτό μας επιτρέπει να δράσουμε με περισσότερη ευφυΐα. Επίσης αυτό διευρύνει το πεδίο των γνώσεών μας, επιτρέποντάς μας να προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα την αναζήτησή μας. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι είναι η πιο σημαντική δραστηριότητα που έχουμε να κάνουμε.

Με μια ευρύτερη έννοια, αυτή η αναζήτηση κατανόησης είναι αυτή που έχει ωθήσει τα μεγάλα κατορθώματα της ανθρωπότητας, επιστημονικά, καλλιτεχνικά, θρησκευτικά ή οργανωτικά. Είναι αυτή που ωθεί εμάς τους ανθρώπους να φιλοδοξούμε να βελτιωθούμε. Πολλά παραδείγματα ζωντανεύουν τις σελίδες της ιστορίας. Τι ώθησε το Χέντελ και το Βιβάλντι να γράψουν τις μελοποιήσεις του Dixit Dominus; Τι ώθησε το Ζοζέρ και τον Ιμχοτέπ να χτίσουν το θαυμάσιο και πολύπλοκο λατρευτικό Ναό της Σακκάρα; Τι ώθησε τον Τζορντάνο Μπρούνο και άλλους να διακινδυνεύσουν το διωγμό και το θάνατο, για να διδάξουν επιστήμες σε μια ιστορική στιγμή που ήταν εχθρική στην έρευνα και στον ελεύθερο λόγο; Τι ώθησε την Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ να ταξιδεύει ακούραστα σε μακρινά μέρη του κόσμου για να κάνει την έρευνά της, όταν κάτι τέτοιο φαινόταν «αρρωστημένη συμπεριφορά» για μια γυναίκα μόνη της και τι την ώθησε στη συνέχεια να προωθήσει μια διεθνή και πολυπολιτισμική φιλοσοφία ακόμα και όταν της επιτέθηκε ένα αντιδραστικό «status quo»; Και τι θα λέγατε για την ανδρεία του Ιουλιανού, της Υπατίας, του Σωκράτη, για όλους εκείνους που προώθησαν τη σοφία κι εργάστηκαν για να φέρουν τους ανθρώπους κοντά και για ν’ αποκαταστήσουν την κατανόηση και την αρμονία; Τι θα λέγατε γι’ αυτούς που ήρθαν, σχεδίασαν κι έχτισαν δομές, οι οποίες θα ενέπνεαν αμέτρητες ψυχές για αιώνες και χιλιετίες, όπως είναι το αρχαίο Περού, η Ελλάδα, η Κίνα, η Ρώμη, η Μεσοποταμία, η Αίγυπτος, η Ιαπωνία και άλλοι πολιτισμοί, μερικοί από τους οποίους είναι γνωστοί και άλλοι άγνωστοι; Αυτές οι δομές έγιναν από λίθο, πολύτιμα ξύλα και μέταλλα. Τι θα λέγατε για εκείνα τα αριστουργήματα της υψηλής λογοτεχνίας του κόσμου, τα οποία έγιναν από ιδέες και αφηρημένες έννοιες;

Αυτά τα φωτεινά αστέρια που έλαμψαν τέλεια σ’ αυτόν τον αστερισμό που ονομάζουμε ανθρωπότητα, τι αντιπροσωπεύουν; Ήταν ατυχήματα, συμπτώσεις, χτυπήματα της τύχης, παρεκκλίσεις; Ή αποτέλεσαν σκαλοπάτια για την εξελικτική ανάβαση προς την πολιτιστική, διανοητική και πνευματική ανάπτυξη; Πολλά περισσότερα επιτεύγματα και κατορθώματα θα μπορούσαν να αναφερθούν. Πολλοί τόμοι έχουν γραφτεί προκειμένου να τα εξηγήσουν και να τα ερμηνεύσουν. Με λίγα λόγια, αυτά τα επιτεύγματα ήταν σημαντικές πρόοδοι, που έγιναν από άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι είναι οι ήρωες και αρχηγοί μας.

Αυτά τα υψηλά σημεία αντιπροσωπεύουν και δείχνουν την εξέλιξη. Η εξέλιξη είναι κάτι περισσότερο από ανάπτυξη περίπλοκων οργανισμών από απλά κύτταρα. Δεν είναι γραμμική αλλά μάλλον κυκλική και σπειροειδής, που φαινομενικά παλινδρομεί κατά καιρούς αλλά από μια πιο ευρεία οπτική γωνία και πάντοτε ανεβαίνει. Μπορεί να λάβει μέρος σε αόρατα πεδία (όπως η ανθρώπινη ψυχή) όπως ακριβώς γίνεται και με την κοινώς ονομαζόμενη φυσική εξέλιξη.

Για τους κλασικούς πολιτισμούς όλα είχαν σχέση μεταξύ τους, από το μικρότερο έντομο μέχρι το φωτεινότερο αστέρι. Η σχέση βασίζεται στην κοινή ατραπό της ανάβασης. Κι εμείς οι άνθρωποι βρισκόμαστε στην ίδια ατραπό. Στην Ανατολή αυτή η ατραπός ονομάζεται Δάρμα. Στη σύγχρονη αντίληψη για την εξέλιξη πολύ λίγα πράγματα μπορούμε να διακρίνουμε γι’ αυτήν την ατραπό.

Η Έλενα Μπλαβάτσκυ ισχυριζόταν ότι…

…η ανθρώπινη καρδιά δεν έχει ακόμα διερευνηθεί πλήρως και γι αυτό το λόγο ποτέ μέχρι τώρα δεν κατορθώσαμε να αντιληφθούμε, ούτε καν να κατανοήσουμε, το εύρος των δυνάμεών της. Είναι υπερβολικό να πιστεύει κανείς ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να αναπτύσσει νέου τύπου διαισθήσεις και στενότερες σχέσεις με τη φύση; Η λογική της εξέλιξης θα πρέπει να μας διδάσκει τόσα πολλά, εάν η λογική αυτή βασίζεται στα θεμιτά συμπεράσματά της. Αν κάπου στην εξελικτική πορεία από το φυτό μέχρι τον πλέον εξελιγμένο άνθρωπο έχει εμπλακεί κάποια ψυχή, προικισμένη με πνευματικά προσόντα, δεν είναι παράλογο να συμπεράνουμε και να πιστέψουμε ότι μια αντιληπτική ικανότητα εξελίσσεται παράλληλα με τον άνθρωπο αλλά και μέσα σ’ αυτόν, δίνοντάς του την ικανότητα διάκρισης όσον αφορά γεγονότα και αλήθειες, ακόμα κι εκείνες που υπερβαίνουν το συνήθη βαθμό αντίληψής μας.

Τους Σαμουράι, τους Ρωμαίους και τους Σπαρτιάτες στρατιώτες, τους Προ-κολομβιανούς και τους Νορβηγούς τους τιμούσαν και η απόδοση αυτής της τιμής ήταν γι’ αυτούς πιο σημαντική από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο Βούδας και ο Ιησούς εξέφρασαν ιδανικά συμπάθειας και κατανόησης, τα οποία παραμένουν δυνατά μελλοντικά κατορθώματα για όλους μας.

Η λέξη εξελίσσομαι σημαίνει «ξεδιπλώνω, ανοίγω». Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι έχουμε μέσα μας ένα σπόρο που εμπεριέχει δώρα πέρα από κάθε φαντασία. Να είναι άραγε το πυρ, το οποίο ο έλληνας Τιτάνας Προμηθέας κληροδότησε σε μας στο φημισμένο μύθο.

Όταν μας συναρπάζει κάποιος αγώνας της παλαίστρας ή το άρωμα κάποιου πευκοδάσους ή όταν κάποιος αστερισμός πολύ παλιός φθάνει στα μάτια μας και μας κάνει να ξεχάσουμε τα ασήμαντα προβλήματά μας, μπαίνουμε στον πειρασμό να ασκηθούμε στη φιλοσοφία, μπαίνουμε στον πειρασμό να «ερωτευτούμε» τη σοφία και ψάχνουμε να γνωρίσουμε το άγνωστο, μπαίνουμε στον πειρασμό να ερευνήσουμε, να μάθουμε, να εξερευνήσουμε, να γράψουμε, να τραγουδήσουμε, να μοιράσουμε, να αναπτυχθούμε πέρα από τον εαυτό μας. Αυτό είναι το κάλεσμα της φιλοσοφίας.

Ο κόσμος μπορεί να αγγίξει την ψυχή σου, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ο δεσμοφύλακάς της

Ο κόσμος απλώς συμβαίνει, είναι ο νους που τον ντύνει με το πέπλο του καλού και του κακού, της απώλειας και της ευτυχίας, της σωτηρίας και της καταστροφής. Δεν είναι πάντοτε το γεγονός που μας συντρίβει, αλλά το νόημα που του αποδίδουμε, οι προσδοκίες που διαψεύδονται και οι φόβοι που ξυπνούν μέσα μας.

Ο άνθρωπος γίνεται αιχμάλωτος όχι μόνο των περιστάσεων, αλλά κυρίως των ερμηνειών του. Βλέπει τον κόσμο μέσα από τις πληγές, τις πεποιθήσεις και τις προσκολλήσεις του, συγχέοντας συχνά τη δική του αντίληψη με την ίδια την πραγματικότητα.

Η αληθινή εσωτερική εργασία αρχίζει όταν στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα και αναρωτιέται: Υποφέρω από αυτό που συνέβη ή από αυτό που πιστεύω ότι σημαίνει;

Εδώ βρίσκεται η πρώτη πύλη της αυτογνωσίας. Η ερμητική αλχημεία της ψυχής δεν απαιτεί να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά να μεταμορφώσουμε τη συνείδηση με την οποία τον αντικρίζουμε. Να μετατρέψουμε την άκριτη αντίδραση σε επίγνωση, τον φόβο σε κατανόηση και την προσκόλληση σε εσωτερική ελευθερία.

Αυτό δεν σημαίνει να αρνούμαστε τον πόνο ή να αποδεχόμαστε παθητικά την αδικία. Σημαίνει να μην επιτρέπουμε σε όσα συμβαίνουν να καθορίζουν ολοκληρωτικά το ποιοι είμαστε. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε κάθε γεγονός, μπορούμε όμως να εξετάσουμε την κρίση μας και να επιλέξουμε τη στάση μας απέναντί του.

Η βαθύτερη μύηση είναι να διακρίνεις το γεγονός από την ερμηνεία του, την πραγματικότητα από τις σκιές του νου σου.

Γιατί η αληθινή ελευθερία δεν βρίσκεται στην εξουσία πάνω στον κόσμο, αλλά στη γνώση του εαυτού. Όταν παύεις να απαιτείς από τη ζωή να υπακούει στις προσδοκίες σου, ανακαλύπτεις μέσα σου έναν χώρο που δεν εξαρτάται από κάθε εξωτερική μεταβολή.

Και τότε κατανοείς το μυστικό: ο κόσμος μπορεί να αγγίξει την ψυχή σου, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ο δεσμοφύλακάς της. Το κλειδί της ελευθερίας βρίσκεται στον τρόπο που επιλέγεις να τον βλέπεις.

Η μάθηση βασίζεται στη μίμηση

Οι βιολογικοί οργανισμοί διαθέτουν μηχανισμούς προσαρμογής στο περιβάλλον, τους οποίους μεταδίδουν, κληρονομούν στους απογόνους τους. Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί στο πόσο ισχυρά μεταδίδεται η πληροφορία. Στην εξελικτική διαδικασία δημιουργούνται νέα επίπεδα πολυπλοκότητας, στον ίδιο οργανισμό, που περιέχουν όλο και περισσότερη ποσότητα πληροφορίας αλλά και ευλυγισίας για περισσότερες εναλλακτικές επιλογές απέναντι στο περιβάλλον. Για παράδειγμα η ανάπτυξη του μετωπιαίου φλοιού στον ανθρώπινο εγκέφαλο που εξυπηρετεί τις νοητικές λειτουργίες ή η ανάπτυξη των κέντρων του λεγόμενου συναισθηματικού εγκεφάλου στα θηλαστικά, δημιούργησαν οργανισμούς, συστήματα, που περιέχουν μεγαλύτερη ποσότητα πληροφορίας απ’ ότι οι μονοκύτταροι ή άλλοι ατελέστεροι οργανισμοί, όπως και πολύ περισσότερες εναλλακτικές δυνατότητες, επιλογές δράσης. Στις λειτουργίες των κυττάρων έχουμε κληρονομημένες δυνατότητες, επειδή και τα πλαίσια λειτουργίας τους είναι συγκεκριμένα. Στις νοητικές λειτουργίες η ποσότητα της πληροφορίας, ως δυνητικές εναλλακτικές επιλογές δράσης απέναντι στο περιβάλλον, που έχει συσσωρευθεί εξελικτικά, είναι τεράστια.

Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί “ισχυρής” ή λιγότερο “ισχυρής” μετάδοσης της κληρονομούμενης πληροφορίας ή δυνατότητας, που μεταβιβάζεται κληρονομικά. Θα λέγαμε ότι για λόγους οικονομίας της φύσης, όταν είναι μεγάλη η ποσότητα των πληροφοριών που πρέπει να μεταβιβασθούν, ένα μέρος μεταβιβάζεται ισχυρά ή λιγότερο ισχυρά και το μεγαλύτερο μέρος υπάρχει δυνητικά και αφήνεται η μορφή που θα πάρει, στην αλληλεπίδρασή της με το περιβάλλον. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταβιβάζεται κατά κάποιο τρόπο η βάση του προγράμματος και αφήνεται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον η περαιτέρω υλοποίηση αυτού του προγράμματος, η οποία γίνεται μετά τη γέννηση. Αυτή η εξέλιξη έδωσε πολύ περισσότερα περιθώρια για ευλυγισία και καλύτερη προσαρμογή.

Η μάθηση αφορά αυτή τη διαδικασία που η πληροφορία περιέχεται ως δυνατότητα και εξαρτάται περισσότερο από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον για το ποια μορφή θα πάρει. Αυτό βέβαια είναι αρκετά γενικό αλλά αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία βασίζεται και η έννοια της μάθησης στον άνθρωπο, ως κατάκτηση νέων δεξιοτήτων και γνώσης. Για παράδειγμα τα νευρωνικά κυκλώματα πάνω στα οποία βασίζεται η εκμάθηση της γλώσσας, που κατανέμονται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, υπάρχουν εκ γενετής. Από την αλληλεπίδραση με το ανθρώπινο περιβάλλον το παιδί θα μάθει να μιλάει και μάλιστα με συγκεκριμένους κανόνες, ανεξάρτητα σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο καθοδήγησης ή και μη καθοδήγησης από το περιβάλλον, αρκεί να υπάρχει αυτή η αλληλεπίδραση. Το πόσο όμως θα καλλιεργήσει τη γλώσσα και θα τη χειρίζεται καλύτερα, εξαρτάται από τους διαφορετικούς τρόπους αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και τα κίνητρα, επιθυμίες, που έχουν δημιουργηθεί. Ή η αντίληψη για παράδειγμα των εννοιών της ποσότητας, του χώρου, του χρόνου, υπάρχουν μέσα στις ισχυρά μεταβιβαζόμενες ικανότητες, οι οποίες εμφανίζονται σε πρώιμα χρονικά παράθυρα της ανάπτυξης και πάνω στις οποίες και σε υποστήριξη από τον υπόλοιπο εγκέφαλο, στηρίζεται η παραπέρα ανάπτυξή των σχέσεών μας με το φυσικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της γνώσης.

Η μάθηση δεν ταυτίζεται με την νόηση, είναι στην ουσία ένα εργαλείο της, την εξυπηρετεί. Οι νοητικές λειτουργίες δηλαδή εξυπηρετούν την καλύτερη προσαρμογή του οργανισμού στο περιβάλλον.

Αν δούμε ατελείς οργανισμούς, θα δούμε ότι κληρονομούν όλους τους μηχανισμούς τους αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον ολοκληρωμένους. Σ’ αυτούς η μάθηση γίνεται όχι στα χρονικά περιθώρια ενός οργανισμού αλλά σε βάθος πολλών γενεών μέσα από την εξελικτική πίεση, με παθητικό χαρακτήρα. Η μάθηση αφορά το είδος. Για παράδειγμα τα πουλιά που ζουν σε λίμνες και έχουν αναπτύξει μακρύ ράμφος για να μπορούν να τρώνε διάφορα σκουλήκια, ψάρια μέσα από το νερό ή οι κάκτοι στην έρημο που έχουν παχύ φύλλωμα για να συγκρατούν το λιγοστό νερό και να μην εξατμίζεται ή τα ζώα της ερήμου που έχουν αναπτύξει ανατομικούς μηχανισμούς στους νεφρούς τους αλλά και ορμονικούς, ώστε να μην αφυδατώνονται, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μια μορφή γνώσης, με μια ευρεία έννοια του όρου, ώστε να προσαρμόζονται στο περιβάλλον που ζουν. Αυτό είναι αποτέλεσμα μακρών επιλεκτικών διαδικασιών που συμβαίνουν μακροχρόνια στο αντίστοιχο είδος. Δηλαδή ανάμεσα σε πολλά είδη κάκτων επιβίωσαν αυτά που είχαν το παχύτερο τοίχωμα. Το ίδιο με τα πουλιά, επιβίωσαν αυτά που είχαν μακρύτερο ράμφος επειδή βρίσκανε ευκολότερα την τροφή τους. Αποτελούν οι παραπάνω διαδικασίες μια μορφή μάθησης, αν το δούμε ιστορικά, σε βάθος χρόνου και το αναφέρουμε επειδή δείχνει μια βασική πλευρά της μάθησης, ότι με μια ευρεία έννοια στηρίζεται πάνω σε επιλεκτικές διαδικασίες. (Πιθανόν, με μια ακόμη πολύ πιο ευρεία έννοια, ανάλογοι επιλεκτικοί μηχανισμοί να λειτουργούν και στο επίπεδο της ανόργανης ύλης. Από τις πολλές δυνατότητες που υπάρχουν σε μία κβαντική κατάσταση, στον χορό των υποατομικών σωματιδίων ή κυματομορφών, να επικρατεί αυτή που στις συνθήκες των συγκεκριμένων αλληλοσυσχετίσεων της, να μπορεί να έχει κάποια σταθερότητα και είναι ικανή με αυτό τον τρόπο να υπάρξει).

Αυτοί οι επιλεκτικοί μηχανισμοί μάθησης φαίνεται ότι λειτουργούν και στο εσωτερικό των οργανισμών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η εξέλιξη έχει εφοδιάσει τον ανθρώπινο οργανισμό με ένα μεγάλο πλήθος αντισωμάτων και κυττάρων με μνήμη για την παραγωγή αυτών των αντισωμάτων, για όλα τα πιθανά αντιγόνα, έτσι όπως τα έχει αντιμετωπίσει στην διάρκεια της εξέλιξης. Παράλληλα υπάρχει και ένας βαθμός ευλυγισίας στην δομή των ανοσοσφαιρινών (ανοσοσφαιρίνες είναι τα αντισώματα), ώστε να προσαρμόζονται σε παραλλαγές παρόμοιων αντιγόνων. Δηλαδή το αντιγόνο που προσβάλει τον οργανισμό, επιλέγει το αντίστοιχο αντίσωμά του, που ήδη προϋπάρχει μέσα του στα κύτταρα μνήμης, που όταν χρειασθεί μπορεί να πολλαπλασιασθούν και να το παράγουν σε μεγάλες ποσότητες. Δηλαδή η αναγνώριση των αντιγόνων από τα αντισώματα είναι μια αμφίδρομη διαδικασία και αποτελεί μια μορφή γνώσης για τον οργανισμό.

Οι επιλεκτικές αυτές διαδικασίες λειτουργούν με ένα τροποποιημένο φυσικά τρόπο και στη νόηση ανώτερης τάξης που κατέκτησε ο άνθρωπος παρ’ όλο που αποτελούν ένα φαινόμενο ασύγκριτα πολυπλοκότερο, επειδή παρεμβάλλεται η συνείδηση που μπορεί να τους δώσει έναν ενεργητικό χαρακτήρα και να να μην είναι μια απλά παθητική επιλογή της καταλληλότερης συμπεριφοράς ή τρόπου δράσης, από τις πολλές εναλλακτικές δυνατότητες που έχει δημιουργήσει ο οργανισμός με τη συμβολή και της νοητικής επεξεργασίας.

Πράγματι η επιλογή του καταλληλότερου τρόπου δράσης φαίνεται να στηρίζεται σε επιλεκτικές διαδικασίες ανάμεσα σε διαφορετικές εναλλακτικές δυνατότητες. Αλλά με τη μάθηση με την έννοια της απόκτησης νέων δεξιοτήτων, γνώσεων, τι γίνεται; Θα δούμε ότι και εδώ λειτουργούν με έναν άλλο τρόπο οι επιλεκτικές διαδιακασίες, έχοντας άλλη κατεύθυνση, όπου η επιλογή αφορά κυρίως τον οργανισμό που “επιλέγει” μια συμπεριφορά, τρόπο δράσης, γνώση, που υπάρχει στο περιβάλλον και την ενσωματώνει ο ίδιος, πάνω σε ένα έδαφος νευρωνικών κυκλωμάτων που μπορούν να δεχθούν τη νέα γνώση.

Πως γίνεται σε νευροβιολογικό επίπεδο αυτή η διαδικασία της επικοινωνίας και της ενσωμάτωσης τρόπων δράσης;

Σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξης, οι επιλεκτικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία της προσαρμογής και της ‘’γνώσης’’ που αποκτιέται με αυτό τον τρόπο από τους οργανισμούς, συνυπάρχουν με την ανάπτυξη ενός συστήματος νευρώνων που έχουν ανακαλυφθεί τη δεκαετία του 90, τους κατοπτρικούς νευρώνες, με τους οποίους η μάθηση, σε μεγάλο βαθμό, γίνεται μέσω της μίμησης συμπεριφορών, τρόπων δράσης των άλλων. Επιλογή δηλαδή από το περιβάλλον. Η μάθηση, όπως αναφέρθηκε, χρειάζεται όταν εκτός από τις κληρονομημένες ικανότητες, υπάρχουν επιπλέον δυνατότητες που μπορούν να εκφρασθούν, να υλοποιηθούν. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μεταβιβάζεται κατά κάποιο τρόπο η βάση του προγράμματος και αφήνεται στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον η περαιτέρω υλοποίηση αυτού του προγράμματος. Αυτή η εξέλιξη έδωσε πολύ περισσότερα περιθώρια για ευλυγισία και καλύτερη προσαρμογή. Φαίνεται ότι σε αυτή τη διαδικασία παίζουν το ρόλο τους οι κατοπτρικοί νευρώνες.

Ας μιλήσουμε όμως λίγο περισσότερο γι αυτή τη σημαντική ανακάλυψη, τους κατοπτρικούς νευρώνες.

Την δεκαετία του 80 και του 90, μία ερευνητική ομάδα στο πανεπιστήμιο της Πάρμα στην Ιταλία, με επικεφαλής τον καθηγητή Giacomo Rizzolatti, δουλεύοντας με πιθήκους macacus, ανακάλυψε την ύπαρξη των λεγόμενων κατοπτρικών νευρώνων στον κινητικό και τον αισθητηριακό φλοιό. Οι νευρώνες αυτοί πυροδοτούνται και όταν οι πίθηκοι κάνουν μία κίνηση για να πιάσουν για παράδειγμα το φαγητό τους αλλά και όταν βλέπουν έναν άλλο πίθηκο ή και τον άνθρωπο να κάνει κάτι ανάλογο. Αυτό σημαίνει ότι και στις δύο περιπτώσεις γίνεται μια αναπαράσταση της κίνησης, ώστε να κινητοποιηθει ανάλογα ή όχι, ο αντίστοιχος κινητικός μηχανισμός.

Οι νευρώνες αυτοί έχουν μελετηθεί περισσότερο στους πιθήκους. Στον άνθρωπο, αν και η συγκεκριμένη μελέτη τους δεν είναι εύκολη όπως είναι κατανοητό, απ’ ότι φαίνεται εξελίχθηκαν πολύ περισσότερο και συνδέθηκαν με πολύ περισσότερα κινητικά, αισθητηριακά κέντρα, μνημονικές εγχαράξεις, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για κινητοποίηση περισσότερων συνειρμικών περιοχών και η μίμηση να πάρει πιο σύνθετο και επεξεργασμένο χαρακτήρα. Οι συνδέσεις αυτές των κατοπτρικών νευρώνων και η πυροδότηση, αντίστοιχων συνειρμικών περιοχών, που ανάλογα με το εξελικτικό στάδιο είναι λιγότερες ή πολύ περισσότερες, ώστε να είναι δυνατή η μικρότερη ή μεγαλύτερη επεξεργασία του αρχικού ερεθίσματος, δίνουν το μέτρο της κλιμάκωσης αυτών των ενεργειών. Από μια απλή μιμητική πράξη που κάνει ένας πίθηκος ή ένα μωρό παιδί που του βγάζουμε τη γλώσσα και μας την βγάζει και αυτό, μέχρι τη μάθηση σύνθετων δεξιοτήτων ή την αναγνώριση των προθέσεων των άλλων αλλά και την ανάπτυξη της γλώσσας, στην εξέλιξη των οποίων ίσως συνέβαλαν. Πιστεύεται όμως ότι τέτοιοι νευρώνες υπάρχουν και σε κατώτερες εξελικτικές βαθμίδες, για παράδειγμα σε πολλά είδη πτηνών. Η ενεργοποίηση αυτών των νευρώνων στον άνθρωπο φαίνεται να γίνεται από την ηλικία των 12 μηνών, που από τότε αρχίζουν να μιμούνται τις κινήσεις των άλλων.

Ένας μεγάλος σύγχρονος νευρολόγος, ο Vilayanur Ramachandran, τη θεωρεί τη μεγαλύτερη ανακάλυψη των τελευταίων χρόνων, που θα παίξει ρόλο για την κατανόηση της ανάπτυξης της ανθρώπινης νοημοσύνης και ψυχολογίας, ανάλογο με την ανακάλυψη του DNA για την βιολογία. Η ανάπτυξη των κατοπτρικών νευρώνων και η μάθηση σαν μίμηση, θεωρεί ότι αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη στα μεγάλα άλματα προς τα εμπρός στην ανθρώπινη εξέλιξη. Εξηγούν επίσης γι αυτόν και την επιγενετική κληρονομικότητα όπως επίσης και την πολιτιστική κληρονομιά και πως αυτή μεταδίδεται, δίνοντας στην εξέλιξη μια ευρύτερη διάσταση από αυτήν που στηρίζεται καθαρά στο γονίδιο. Η διάδοση των όποιων ανακαλύψεων γινόταν μέσα από την μίμηση και η επίδραση που αυτό είχε στην περαιτέρω ανάπτυξη των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, πυροδοτούσε μια διαδικασία που οδήγησε στη σύγχρονη ανθρώπινη συνείδηση. Στην εμφάνιση της γλώσσας, πάνω σε ένα προϋπάρχον έδαφος στον εγκέφαλο και μιας βελτιωμένης φωνητικής συσκευής, μέσω της μίμησης των ήχων μπορεί να εξηγηθεί η ανάπτυξη των βελτιωμένων σε ποσότητα και ποιότητα φωνητικών συμπλεγμάτων στον άνθρωπο, η παράλληλη εξέλιξη αντίστοιχων δομών στον εγκέφαλο αλλά και η σταδιακή μάθηση της ομιλίας μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα στην παιδική ηλικία.

(Επίσης ο (Ουκρανικής καταγωγής) Καναδός ψυχολόγος Albert Bandura, είχε υποστηρίξει από τη δεκαετία του 70 και του 80, την άποψη ότι ο βασικός μηχανισμός της μάθησης είναι η μίμηση συμπεριφορών, γνώσεων, από το κοινωνικό περιβάλλον).

Στον εγκέφαλο των ερπετών λειτουργούν άμεσα αντανακλαστικά τόξα, για διάφορες επιλογές δράσης. Μια διαδικασία όμως μάθησης υπάρχει και εδώ και στο βαθμό που υπάρχει διαδικασία μάθησης το πιο πιθανό είναι ότι αυτή γίνεται μέσω κατοπτρικών νευρώνων.

Οι κατοπτρικοί νευρώνες δηλαδή λειτουργούν από ένα πιο στοιχειώδες επίπεδο από το να μιμηθούν μια κίνηση, όπως για παράδειγμα στο κελάηδημα των πουλιών ή στις μιμητικές πράξεις των νεαρών πιθήκων, όπου και έχουν μελετηθεί, μέχρι την αναπαράσταση μετάδοση συναισθημάτων και τη μεταβίβαση σκέψεων μέσω της κινητοποίησης μικρότερων ή μεγαλύτερων συνειρμικών περιοχών.
Στη μετάδοση σκέψεων, επειδή παρεμβάλλεται ο ανεπτυγμένος μετωπιαίος φλοιός, που λόγω της αφηρημένης νόησης έχει δημιουργήσει πολύ περισσότερες εναλλακτικές λύσεις και μπορεί να βάλει βέτο, να αναστείλει δράσεις, η μετάδοση των σκέψεων παίρνει ένα πολύ πιο πολύπλοκο χαρακτήρα. Η δυνατότητα κριτικής προσέγγισης, από τον εαυτό που έχει αποκτήσει αυτονομία, διαφοροποιεί αυτόν τον τομέα της μετάδοσης από τους υπόλοιπους, απλών κινήσεων ή συναισθημάτων των οποίων η πρόσληψη γίνεται χωρίς επεξεργασία, σε συνθήκες σχετικής καταστολής της δράσης του μετωπιαίου φλοιού.

Δηλαδή η μάθηση μέσω της μίμησης στον άνθρωπο μπορεί να γίνει είτε με μια παθητική διαδικασία, όπου γίνεται μεταβίβαση μιας συμπεριφοράς, σκέψης ή συναισθημάτων κλπ, χωρίς επεξεργασία από τον δέκτη είτε με παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού να γίνει επεξεργασία της πρόσληψης. Για παράδειγμα στα παιδιά που δεν έχει ωριμάσει ο μετωπιαίος φλοιός και ο έλεγχος που μπορεί να ασκήσει στον συναισθηματικό εγκέφαλο, αυτή η επεξεργασία είναι ατελής. Τα παιδιά είναι παθητικοί δέκτες στην ουσία συμπεριφορών ή γνώσεων που προσλαμβάνουν από το περιβάλλον.

Εδώ όμως προκύπτει ένα ερώτημα. Θεωρητικά είναι άπειρα τα ερεθίσματα από το περιβάλλον. Ποια προσλαμβάνονται από αυτά; Εδώ πρέπει να υποθέσουμε την παρεμβολή κάποιας μικρότερης ή μεγαλύτερης συνάφειας στη σχέση αυτών που (αλληλο)επηρεάζονται, ανάμεσα σε νευρωνικά δίκτυα που θέλουν και μπορούν να (αλληλο)επηρεασθούν. Έτσι η πρόσληψη συμπεριφορών γίνεται στα παιδιά από εκείνους που θεωρούν σημαντικούς γι αυτούς. Γονείς, από τους οποίους αισθάνονται και εξαρτημένοι ή άλλα σημαντικά γι αυτά πρόσωπα. Ο επηρεασμός όμως γίνεται όχι μόνο από αυτούς αλλά και από το γενικότερο περιβάλλον, την τηλεόραση, φίλους κλπ. Αυτοί καλύπτουν είτε τα αισθήματα ασφάλειας που έχουν ανάγκη είτε έχει σχέση με τις συνειδητές ή ασυνείδητες επιθυμίες που έχουν αρχίσει να διαμορφώνουν για την παραπέρα ανάπτυξή τους. Αυτό μπορούμε να το δούμε και στους ενήλικες όπου επηρεαζόμαστε από άτομα που συνειδητά ή ασυνείδητα θέλουμε να επηρεαστούμε επειδή θεωρούμε ότι αυτό ωφελεί την ανάπτυξη του εαυτού. Όπως και για να υπάρχει επηρεασμός πρέπει να υπάρχει κάποια επαφή, κοινές συμπεριφορές, αναγνωρίσιμες, χωρίς τεράστιες διαφορές, αν και αυτό δεν είναι απόλυτο επειδή η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συγκρότησης πάντα αφήνει περιθώρια ώστε να υπάρξουν σημεία επαφής για επηρεασμό.

Στους ενήλικες η παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού που ελέγχει τον συναισθηματικό εγκέφαλο αλλά και κάνει επεξεργασία των προσλαμβανόμενων ερεθισμάτων, η μάθηση μπορεί να βασίζεται στην πρόσληψη μέσω της μίμησης αλλά η επεξεργασία από τον μετωπιαίο φλοιό κρίνει τι θα γίνει αποδεκτό και τι όχι προσαρμόζοντας την μέσω της λογικής συνοχής με το σύστημα αξιών, γνώσεων που έχει διαμορφώσει. Όμως όταν ο μετωπιαίος φλοιός για κάποιο λόγο είναι κατεσταλμένος, από ένα ισχυρό συναίσθημα, μια απειλή ή κάτι άλλο, ή σε συνθήκες συμμετοχής σε μια ομάδα, όπου για διάφορους λόγους πρυτανεύει το πνεύμα της ομάδας ή όταν η εικόνα του εαυτού εξαρτάται ισχυρά από τη γνώμη των άλλων σε προσωπικότητες παθητικές-παιδικές, τότε μπορεί εύκολα να μεταδοθούν συναισθήματα, σκέψεις χωρίς ή με μικρή επεξεργασία από την λογική, τον μετωπιαίο φλοιό δηλαδή.

(Κάτι παρόμοιο γίνεται με τον υπνωτισμό, την υποβολή ή την αυθυποβολή.

Στον υπνωτισμό με κάποιο τρόπο αποσπάται η προσοχή σε ένα ουδέτερο ερέθισμα, το συνειδητό χαλαρώνει, ώστε να δοθεί η ευκαιρία κατάληψης του υποσυνείδητου ή να μείνει το πεδίο ελεύθερο για να περάσουν τα μηνύματα στον δέκτη. Ή όταν μια ισχυρή εντύπωση επηρεάζει το υποσυνείδητο, η δραστηριότητα της συνείδησης τείνει να εξαφανισθεί.

Στην υποβολή έχουμε παρόμοιους μηχανισμούς. Πρέπει να υπάρχει ένα πρόσωπο ή ένας θεσμός, μια ομάδα, που τα θεωρούμε σημαντικά, καθώς και η ιδέα που υποβάλλεται να έχει σχέση με δικές μας επιθυμίες, συνειδητές ή ασυνείδητες ή φόβους για την ασφάλειά μας που πιστεύουμε ότι θα αποτραπούν υιοθετώντας τις αντίστοιχες ιδέες, ώστε να υπάρχουν αντίστοιχα κίνητρα για να δεχθούμε αυτό που μας υποβάλλεται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρές επιθυμίες ή φόβοι, το συναίσθημα που τις περιβάλλει είναι αρκετά ισχυρό ώστε να παρεμποδίσει τη δραστηριότητα του μετωπιαίου φλοιού και την επαρκή λογική εξεργασία.

Στην αυθυποβολή η ιδέα από την οποία επηρεαζόμαστε υπάρχει ήδη στη δεξαμενή της σκέψης που υπάρχει μέσα μας, αλλά αποκτά κάτω από ειδικές συνθήκες μεγαλύτερη σημασία και επηρεάζει, καταλαμβάνοντας το υποσυνείδητο, όλο τον τρόπο σκέψης.

Γίνεται δηλαδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μίμηση της υποβαλλόμενης συμπεριφοράς, χωρίς την παρέμβαση του μετωπιαίου φλοιού και της λογικής επεξεργασίας που μπορεί να την υποβάλλει, επιδρώντας σε πολύ ισχυρές περιοχές του υποσυνείδητου.

Η υποβολή όπως και η αυθυποβολή, είναι ένας πανίσχυρος μηχανισμός που μπορεί να λειτουργήσει είτε θετικά, δημιουργώντας και το γνωστό φαινόμενο placebo, είτε αρνητικά ως αρνητική υποβολή που κινητοποιεί τους μηχανισμούς του φόβου και του αντίστοιχου στρες. Γι αυτά όμως ίσως κάνουμε αναφορά σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Επίσης σε παρόμοιους μηχανισμούς στηρίζεται και η συναισθηματική μεταδοτικότητα).

Η αναζήτηση συνεχώς νέας γνώσης πως εξηγείται; Με βάση αυτά που αναφέρθηκαν, η απάντηση πρέπει να είναι η εξελικτική πίεση για καλύτερη προσαρμογή στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του περιβάλλοντος. Εξ άλλου και οι άνθρωποι αλλάζουν όταν δημιουργηθεί κρίση στον ακολουθούμενο τρόπο δράσης τους, που βλέπουν ότι δεν τους εξυπηρετεί πια ή ότι στρέφεται σε βάρος τους.

Αλλά και τα ίδια τα νευρωνικά κυκλώματα φαίνεται να έχουν με κάποιο τρόπο την τάση της ολοκλήρωσης τους, της συνέχισης δηλαδή της αποκάλυψης τους. Αναζητούν την πληροφορία, τη γνώση δηλαδή, για αυτή τη συνέχεια. O homo sapiens, ονομάσθηκε “το ανικανοποίητο είδος”, για αυτή την τάση να αναζητά πάντα νέες πληροφορίες, να μαθαίνει από αυτές, να εδραιώνει αυτή τη γνώση και να συνεχίζει. Ως ένα βαθμό ή καλύτερα από ένα σημείο και πέρα, αυτό φαίνεται να οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος κατακτώντας τη γλώσσα και τη συνείδηση ανωτέρου επιπέδου που τον χαρακτηρίζει, άλλαξε σε μεγάλο βαθμό και τον νοητικό προσανατολισμό του. Ενώ μέχρι τότε η νόηση αποσκοπούσε στενά στην προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον, επειδή ο ανταγωνισμός και η προσαρμογή αφορούσε την επιβίωση σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον, από τη δημιουργία των κοινωνιών, την κατάκτηση της γλώσσας, την απόκτηση δηλαδή της ανθρώπινης νόησης όπως την ξέρουμε, ο ανταγωνισμός και η προσαρμογή έγινε κυρίως ενδοειδική διαδικασία, στρέφεται μέσα στην κοινωνία ή ανάμεσα στις ομάδες μεταξύ τους οπότε πήρε και διαφορετικό προσανατολισμό. Η ανάγκη έτσι της προσαρμογής στις απαιτήσεις της ομάδας μπορεί να πάρει πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις ανάγκες για παράδειγμα του πως θα προφυλαχθούμε από το κρύο ή από τα άγρια θηρία. Άρα οι ανάγκες του ενδοειδικού πια ανταγωνισμού και προσαρμογής, προσανατολίζουν και σε άλλους δρόμους τη νοητική ανάπτυξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι προηγούμενες ανάγκες εξαφανίζονται, απλά ιεραρχούνται διαφορετικά. Έτσι ανέπτυξε ικανότητες που αν τις δει κάποιος από τη στενή σκοπιά των εξελικτικών αναγκών σε σχέση με την προσαρμογή στη φύση, φαίνονται άσκοπες, περιττές και ανεξήγητες, όπως για παράδειγμα την τέχνη, τις επιστήμες κλπ, γίνονται όμως απόλυτα κατανοητές αν τις δούμε αυτές τις δραστηριότητες από τη σκοπιά της κοινωνικής συνείδησης και των νέων αναγκών που προκύπτουν από αυτή τη συνάφεια και αλληλεπίδραση μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως και την ανάγκη συνεχούς διεύρυνσης αυτών των γνώσεων που προκύπτει από αυτόν τον ανταγωνισμό.

Μαρία Αντουανέτα: Από τις Βερσαλλίες στη γκιλοτίνα – Οι τελευταίες ημέρες μιας βασίλισσας

Το πρωί της 16ης Οκτωβρίου 1793, η Μαρία Αντουανέτα εγκατέλειψε τη φυλακή της Κονσιερζερί στο Παρίσι για την τελευταία διαδρομή της ζωής της. Η γυναίκα που είχε συνδεθεί με τη μεγαλοπρέπεια των Βερσαλλιών οδηγούνταν πλέον στη γκιλοτίνα, έχοντας χάσει τον θρόνο, τον σύζυγό της και την επαφή με τα παιδιά της.

Ήταν 37 ετών, λίγες εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά της. Η εκτέλεσή της αποτέλεσε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης, συμπυκνώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην παλαιά μοναρχική τάξη και στη νέα επαναστατική εξουσία.

Η διαδρομή της είχε αρχίσει πολύ μακριά από τη γαλλική πρωτεύουσα. Γεννημένη στη Βιέννη στις 2 Νοεμβρίου 1755, ήταν κόρη της Μαρίας Θηρεσίας και του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α΄.

Ο γάμος της με τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου, τον μελλοντικό Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαΐου 1770, όταν εκείνη ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Επρόκειτο για μια δυναστική ένωση που υπηρετούσε τη συμφιλίωση της Γαλλίας με την Αυστρία, δύο δυνάμεων με μακρά ιστορία ανταγωνισμού.

Η νεαρή αρχιδούκισσα βρέθηκε σε μια αυλή όπου ακόμη και οι προσωπικές στιγμές υπάκουαν σε αυστηρούς κανόνες. Το ξύπνημα, το ντύσιμο και τα γεύματα αποτελούσαν τελετουργίες, με την παρουσία αυλικών και αξιωματούχων. Όταν ο σύζυγός της έγινε βασιλιάς το 1774, εκείνη ανέλαβε τον ρόλο της βασίλισσας χωρίς να έχει συμπληρώσει τα δεκαεννέα της χρόνια.



Η δυσκολία προσαρμογής της, οι επιλογές της και η επιθυμία της για μεγαλύτερη ιδιωτικότητα προκάλεσαν αντιδράσεις, οι οποίες σταδιακά ξεπέρασαν τα όρια της αυλής.

Η αγάπη της για τη μόδα, τις διασκεδάσεις και την πολυτέλεια προσέφερε εύφορο έδαφος στους επικριτές της. Σε μια χώρα που αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική κρίση, η βασίλισσα μετατράπηκε σε προσωποποίηση της σπατάλης.

Το προσωνύμιο «Μαντάμ Έλλειμμα» απέδιδε στη δική της συμπεριφορά τα δημοσιονομικά προβλήματα της μοναρχίας, απλουστεύοντας μια πολύ ευρύτερη κρίση. Παράλληλα, η αυστριακή καταγωγή της τροφοδοτούσε υποψίες για τις πολιτικές της προτιμήσεις και επέτρεπε στους αντιπάλους της να την παρουσιάζουν ως ξένη προς τα συμφέροντα της Γαλλίας.

Η δημόσια εικόνα της επιβαρύνθηκε ιδιαίτερα από την υπόθεση του περιδέραιου το 1785. Μια απάτη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε το όνομά της για την απόκτηση ενός πανάκριβου διαμαντένιου κοσμήματος, εξελίχθηκε σε μεγάλο σκάνδαλο.

Παρότι η ίδια δεν είχε συμμετάσχει στην εξαπάτηση, η υπόθεση ενίσχυσε την ήδη διαδεδομένη δυσπιστία απέναντί της. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική εμπλοκή της και στην αντίληψη του κοινού δείχνει πόσο ευάλωτη είχε γίνει η μοναρχία: η φήμη μπορούσε πλέον να αποδειχθεί ισχυρότερη από την αποκατάσταση των γεγονότων.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης το 1789, η θέση της βασιλικής οικογένειας άλλαξε ριζικά. Τον Οκτώβριο, η πορεία προς τις Βερσαλλίες και η εισβολή στο ανάκτορο οδήγησαν στη μεταφορά της στο Παρίσι.

Η εγκατάσταση στο παλάτι του Κεραμεικού περιόρισε την ελευθερία της και έφερε τους μονάρχες υπό την άμεση πίεση της πρωτεύουσας. Η αποτυχημένη απόπειρα φυγής στη Βαρέν, τον Ιούνιο του 1791, έπληξε ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη προς τον βασιλιά και τη βασίλισσα, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι επιδίωκαν να ανατρέψουν τις επαναστατικές αλλαγές.



Η επίθεση στον Κεραμεικό στις 10 Αυγούστου 1792 σηματοδότησε την ουσιαστική κατάρρευση της βασιλικής εξουσίας. Η οικογένεια οδηγήθηκε στη φυλακή του Ταμπλ και η μοναρχία καταργήθηκε τον Σεπτέμβριο. Στις 21 Ιανουαρίου 1793, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ εκτελέστηκε, αφήνοντας τη Μαρία Αντουανέτα χήρα και κρατούμενη.

Το καλοκαίρι αποχωρίστηκε και τον μικρό γιο της, ενώ τη νύχτα της 1ης προς τη 2α Αυγούστου μεταφέρθηκε μόνη στην Κονσιερζερί, τη φυλακή που συνδέθηκε με τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της.

Στην Κονσιερζερί παρέμεινε υπό συνεχή επιτήρηση, με δύο χωροφύλακες να την παρακολουθούν ημέρα και νύχτα. Η δυνατότητά της να γράφει ήταν περιορισμένη και η ιδιωτικότητά της σχεδόν ανύπαρκτη. Παράλληλα, υποστηρικτές της μοναρχίας αναζητούσαν τρόπους να τη φυγαδεύσουν, χωρίς επιτυχία.

Η γνωστή «συνωμοσία του γαρίφαλου», κατά την οποία επιχειρήθηκε να της παραδοθούν κρυφά μηνύματα για σχέδιο απόδρασης, αποκαλύφθηκε και επιδείνωσε τη θέση της. Οι λεπτομέρειες της κράτησής της χρειάζονται προσοχή, καθώς μεταγενέστερες αφηγήσεις τις περιέβαλαν με θρύλους.

Η δίκη άρχισε στις 14 Οκτωβρίου 1793 ενώπιον του Επαναστατικού Δικαστηρίου. Η Γαλλία αντιμετώπιζε εξωτερικό πόλεμο και εσωτερικές εξεγέρσεις, ενώ η καταστολή των θεωρούμενων εχθρών της Δημοκρατίας εντεινόταν. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρώην βασίλισσα παρουσιαζόταν ως ενσάρκωση της αντεπανάστασης.

Οι δικηγόροι της, Κλοντ Φρανσουά Σοβό-Λαγκάρντ και Γκιγιόμ Αλεξάντρ Τρονσόν-Ντικουντρέ, είχαν ελάχιστο χρόνο για την προετοιμασία της υπεράσπισης. Η διαδικασία εξελίχθηκε με ταχύτητα, μέσα σε ατμόσφαιρα έντονης πολιτικής εχθρότητας.

Οι κατηγορίες αφορούσαν την εξάντληση του δημόσιου ταμείου, τη συνεννόηση με εχθρικές δυνάμεις και τη συμμετοχή σε συνωμοσίες κατά της ασφάλειας του κράτους. Στη διάρκεια των καταθέσεων, πολιτικές αιτιάσεις αναμείχθηκαν με προσωπικές επιθέσεις και φήμες.



Η υπεράσπιση υπογράμμισε την έλλειψη επαρκών αποδείξεων, όμως η διαδικασία δύσκολα μπορούσε να αποσυνδεθεί από την πολιτική της λειτουργία. Στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, το δικαστήριο αντιμετώπιζε ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη γυναίκα και το σύμβολο ενός καθεστώτος που η Επανάσταση είχε ανατρέψει.

Η πιο φορτισμένη στιγμή ήρθε όταν διατυπώθηκε εναντίον της η κατηγορία της αιμομιξίας με τον γιο της. Η Μαρία Αντουανέτα αντέδρασε επικαλούμενη τη μητρική ιδιότητά της και απευθυνόμενη στις μητέρες που βρίσκονταν στην αίθουσα.

Η απάντησή της προκάλεσε συγκίνηση, χωρίς να αλλάξει την έκβαση. Τα ξημερώματα της 16ης Οκτωβρίου κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η εκτέλεση θα πραγματοποιούνταν την ίδια ημέρα, αφήνοντάς της μόνο λίγες ώρες για να προετοιμαστεί για το τέλος.

Στο διάστημα αυτό έγραψε μια τελευταία επιστολή προς την Ελισάβετ, αδελφή του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Στο κείμενο εξέφραζε την πίστη της, την αγάπη για τα παιδιά της και την αγωνία για το μέλλον τους.

Η επιστολή δεν έφτασε στην παραλήπτριά της. Λίγο αργότερα, με κομμένα μαλλιά και δεμένα χέρια, οδηγήθηκε με ανοιχτό κάρο στην πλατεία της Επανάστασης, τη σημερινή Κονκόρντ. Γύρω στο μεσημέρι, η γκιλοτίνα έβαλε τέλος στη ζωή της, ολοκληρώνοντας τη δραματική πτώση της.

Η σορός της ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Μαντλέν και το 1815 τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στη βασιλική του Σεν Ντενί. Μετά τον θάνατό της, η εικόνα της συνέχισε να αλλάζει: για ορισμένους παρέμεινε σύμβολο της μοναρχικής αλαζονείας, για άλλους έγινε τραγική μορφή της επαναστατικής βίας.

Η ιστορική προσέγγιση απαιτεί να διακρίνονται οι πολιτικές επιλογές της από τις συκοφαντίες που τη συνόδευσαν.

Οι ημέρες από τις 14 έως τις 16 Οκτωβρίου 1793 παραμένουν χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η πολιτική σύγκρουση μπορεί να καθορίσει τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη μοίρα.

Μια Υπέροχη Υπόσχεση

Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ; ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Ολόκληρη η σύγχρονη έννοια της ευτυχίας στηρίζεται σε μια διάσημη φράση του Βολταίρου από το ποίημα του Ο Κοσμικός (1736): «Ο γήινος Παράδεισος είναι εδώ όπου βρίσκομαι», εποικοδομητική, γόνιμη δήλωση που στην συνέχεια δεν θα πάψουν να την παραφράζουν ή να την επαναλαμβάνουν λες και θέλουν να σιγουρευτούν για την αλήθεια της .

Υπέροχη, σοκαριστική φράση που καταλύει αιώνες καταπίεσης και ασκητισμού και που δεν παύουμε να την μελετάμε μες στην συγκλονιστική της απλότητα. Αργότερα, ο Βολταίρος, τρομοκρατημένος όπως και ολόκληρη η εποχή του από τον σεισμό της Λισαβόνας, θα απαρνηθεί αυτόν τον φλογερό οπτιμισμό, αυτό το προκλητικό εγκώμιο της πολυτέλειας και της ηδονής και, μπροστά στην άλογη αγριότητα της φύσης και των ανθρώπων, θα υιοθετήσει μια πιο μετριοπαθή στάση: «Μια μέρα, όλα θα είναι καλά, να η ελπίδα μας. Όλα είναι καλά σήμερα, να η αυταπάτη».

Όμως για τον Βολταίρο το κακό δεν θα απκτήσει ποτέ κάποιο θετικό στοιχείο, ποτέ δεν θα γίνει το τίμημα του σφάλματος ή το αποτέλεσμα της Πτώσης των πρωτοπλάστων, και ως προς αυτό είναι ένας απογοητευμένος σύγχρονός μας. Ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση όχι μόνο διακήρυξαν την κατάργηση του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά μπήκαν στην ιστορία σαν μια υπόσχεση ευτυχίας προς όλη την ανθρωπότητα. Η ευτυχία δεν είναι πια μια μεταφυσική χίμαιρα, μια απίθανη ελπίδα κρυμμένη μες στα απόκρυφα και πολύπλοκα μυστήρια της σωτηρίας, η ευτυχία είναι εδώ και τώρα, ή τώρα ή ποτέ.

Ο Χάινριχ Χάινε, για παράδειγμα: «Να κατεβάσουμε την Θεία Βασιλεία επί της γης». Ο Γιερ Λερού το 1849: «Ο Παράδεισος πρέπει να έρθει στη γη». Ο Ερνστ Μπλοχ το 1921: «Τώρα είναι αδύνατον να μην έρθει ο καιρός της Θείας Βασιλείας». Ο Αντρέ’ Μπρετόν: «Εσύ είσαι, Νάντια; Είναι αλήθεια πως το επέκεινα, ολόκληρο το επέκεινα βρίσκεται σε αυτήν την ζωή;» Ο Πωλ Ελυάρ: «Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά βρίσκεται ολόκληρος μέσα σε αυτόν εδώ». Και ο Αλμπέρ Καμύ: «Το Βασίλειό μου είναι ολόκληρο του κόσμου τούτου».

Θεμελιακή αντιστροφή, μεταβολή του άξονα της ιστορίας: ο Μπένθαμ, ο Άγγλος πατέρας του ωφελιμισμού, ζητά «το μάξιμουμ της ευτυχίας για το μάξιμουμ των ανθρώπων», και ο Άνταμ Σμιθ βλέπει ένα θεϊκό σημάδι μες στην επιθυμία των ανθρώπων να ομορφύνουν την ζωή τους. Ο Λοκ συνιστούσε την αποφυγή της uneasiness, της μη-άνεσης, παντού δηλαδή ξεπροβάλλει η έντονη πεποίθηση πως είναι λογικό να επιδιώκεται η επικράτηση της ευζωίας επί της γης.

Θαυμαστή εμπιστοσύνη στην τελειοποιησιμότητα του ανθρώπου, στην ικανότητά του να απελευθερωθεί από το αιώνιο αναμάσημα της δυστυχίας, στην βούλησή του να δημιουργήσει κάτι το καινούριο, δηλαδή κάτι καλύτερο. Εμπιστοσύνη στις συνδυασμένες δυνάμεις της επιστήμης, της παιδείας και του εμπορίου που θα φέρουν την χρυσή εποχή του ανθρώπινου είδους, μια εποχή της οποίας την έλευση προφήτευε το 1814 ο ουτοπιστής Σαιν-Σιμόν (πιστός, ως προς αυτό, στην έμπνευση του Φράνσις Μπαΐηκον, ο οποίος τον 17ο αιώνα ήδη μιλούσε για την δημιουγία μιας ιδανικής πόλης, της Νέας Ατλαντίδας. που θα την κυβερνούσαν επιστήμονες). Και, τέλος, βεβαιότητα πως η ανθρωπότητα είναι η μόνη υπεύθυνη για τα κακά που την βασανίζουν και πως μόνο εκείνη μπορεί να τα μειώσει, να τα διορθώσει δίχως να προστρέξει σε έναν Μέγα Ωρολογοποιό ή σε μια Εκκλησία που παραπέμπει στο υπερπέραν.

Μεθυστικό συναίσθημα μιας μεσσιανικής αυγής, μιας επανέναρξης του χρόνου, που θα μπορούσε να μεταμορφώσει αυτή την κοιλάδα των δακρύων σε μια κοιλάδα ρόδων. Η ιστορία δεν βρομάει πια, ευωδιάζει, ο κόσμος ξαναγίνεται η κοινή πατρίδα που το μέλλον της είναι το ίδιο σημαντικό για μας όσο και η μέριμνα για την προσωπική μοίρα μας μετά τον θάνατο. Αφού η απόσταση ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον Πλάστη της δεν παύει να μεγαλώνει από τον Μεσσαίωνα και ύστερα, ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπολογίζει παρά μόνο στις δικές του δυνάμεις για να οργανώσει την γήινη ζωή του. Ολόκληρη η ύπαρξή του οφείλει να είναι η απόδειξη του καλού, σύμφωνα με μια φράση του Ντυπόν ντε Νεμούρ, που παρωδεί τον οπτιμισμό του Λάιμπνιτς.

Η ελπίδα για ευτυχία θριαμβεύει κατατροπώνοντας την ιδέα της σωτηρίας και την ιδέα του μεγαλείου, μέσα στην διπλή απόρριψη της θρησκείας και του φεουδαρχικού ηρωισμού. Προτιμούμε να είμαστε ευτυχισμένοι παρά μεγαλόπρεποι ή σωσμένοι. Αυτό που άλλαξε με την Αναγέννηση είναι πως, χάρη στην υλική και την τεχνολογική πρόοδο, η διαμονή επί της γης έπαψε να θεωρείται σαν μια τιμωρία ή ένα άχθος.

Ικανός να καταπολεμήσει την δυστυχία και να χειριστεί το πεπρωμένο του, ο άνθρωπος νιώθει να μειώνεται η αηδία απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του. «Η τραχιά γεύση τής ζωής» (Χουιζίνγκα) που επιτείνεται στην Ευρώπη από τα μέσα του Μεσαίωνα, επιβάλλει να ρίξουμε ένα καινούριο βλέμμα, όλο καλοσύνη, πάνω στην κατοικία μας, παντού σημειώνεται μια αποκατάσταση του ενστίκτου, «μια κατάκτηση του ευχάριστου» (Πωλ Μπενισού). Ο κόσμος μπορεί να είναι ένας γόνιμος κήπος κι όχι πια ένας στείρος περίβολος, οι απολαύσεις είναι πραγματικές, και ο πόνος δεν συνοψίζει από μόνος του το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας (καθώς μαρτυρεί όλη η ουτοπιστική παράδοση αρχίζοντας από τον Τόμας Μωρ και τον Καμπανέλλα).

Προπάντων πρέπει να συμφιλιωθούμε με το σώμα μας και να πάψουμε να το βλέπουμε σαν το εφήμερο και αηδιαστικό περίβλημα της ψυχής στο οποίο πρέπει να δυσπιστούμε και να επιθυμούμε να απαλλαγούμε από αυτό. Στο εξής είναι ένας φίλος, το μόνο μας στήριγμα επί της γης, ο πιο πιστός μας σύντροφος που πρέπει να τον προσέχουμε, να τον περιποιούμαστε, να τον φροντίζουμε σύμφωνα με όλους τους κανόνες της ιατρικής και της υγιεινής, ενώ η Εκκλησία δίδασκε πως έπρεπε να το καταπιέζουμε, να το καταφρονούμε, να το λησμονούμε. Θρίαμβος της άνεσης: αποθέωση του καπιτονέ, του παραγεμισμένου, του βολικού, του καθετί που μετριάζει την πρόσκρουση, εξασφαλίζει την άνεσή μας.

Κοντολογίς, οι δυτικές κοινωνίες τόλμησαν, ενάντια στις ίδιες τους τις παραδόσεις, να προβάλουν ως απάντηση στον πόνο όχι τις ουράνιες παρηγοριές, αλλά την βελτίωση ετούτου του κόσμου. Πρόκειται για μια πράξη ασύλληπτης τόλμης, που η Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας σπεύδει να εγγράψει στο καταστατικό της, βεβαιώνοντας πως «η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας» αποτελούν τμήμα των αναπαλλοτρίωτων ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Η ανθρωπότητα δεν έχει πια να δώσει λογαριασμό παρά μονάχα στον εαυτό της. Καθώς το εκφράζει εύγλωττα ο Καντ, «εξαρτάται από μας να κάνουμε το παρόν να μας δώσει μια υπόσχεση για το μέλλον», μια υπόσχεση που ανήκει περισσότερο στην κατηγορία τού «αρεστού» παρά του «επιτακτικού», δηλαδή αναφέρεται σε μια αναδιαμόρφωση του πλανήτη μας σύμφωνα με τις επιθυμίες και τους πόθους του ανθρώπου . Η ιδέα της προόδου αντικαθιστά την ιδέα της αιωνιότητας, το μέλλον γίνεται το καταφύγιο της ελπίδας, ο τόπος της συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του.

Σε αυτόν συγκλίνουν η ατομική και η συλλογική ευτυχία, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό ωφελιμισμό, που θέτει την ευτυχία στην υπηρεσία όλου του ανθρώπινου είδους, ώστε να απαλλαγεί από τις κατηγορίες περί ανηθικότητας που την βάραιναν. Σύμφωνα με τους ωφελιμιστές, η δίκαιη πράξη είναι πάντα συνδεδεμένη με την ευχαρίστηση και η άδικη με την δυσφορία. Η ανθρωπότητα, λοιπόν, βρίσκεται σε μια συνεχή πορεία προς το καλό, η ηθική πρόοδος μπορεί καμιά φορά «να ανακοπεί αλλά όχι να διακοπεί οριστικά» (Καντ).

Ο ανθρώπινος χρόνος εγκυμονεί ένα ευτυχισμένο μέλλον, τα πάντα γίνονται δυνατά, ακόμα και αυτό που ως χθες ήταν ασύλληπτο, και αυτή ακριβώς η καινούρια πεποίθηση εμψυχώνει την τάση για ακόμα περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα. Η φριχτή μεσαιωνική νύχτα δείχνει πια να έχει περάσει οριστικά. Για τους πιο εξημμένους, για έναν Κοντορσέ για παράδειγμα, η ευτυχία είναι απλούστατα μοιραία, σύμφυτη με την θριαμβευτική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος, που είναι μη αναστρέψιμη και άσφαλτη. «Μια και μόνη στιγμή», γράφει αναφερόμενος στη Γαλλική Επανάσταση, «έβαλε έναν αιώνα απόστασης ανάμεσα στον σημερινό και τον αυριανό άνθρωπο». Μας είναι αδύνατον να μην επιθυμούμε την ευτυχία μας: αυτός είναι ένας φυσικός νόμος της ανθρώπινης καρδιάς, παρόμοιος με τους νόμους της ύλης στον φυσικό κόσμο, το ηθικό αντίστοιχο της συμπαντικής βαρύτητας.

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΙΕΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ

Όμως η μελλοντική γη της επαγγελίας απομακρύνεται μόλις καταφέρουμε να την διακρίνουμε και έχει μια παράξενη ομοιότητα με το χριστιανικό υπερπέραν.

Εξαερώνεται κάθε φορά που πάμε να την αδράξουμε, μας απογοητεύει μόλις την πλησιάσουμε. Εξού και το διφορούμενο της ιδέας της προόδου: κάλεσμα για προσπάθεια, κουράγιο, ελπίδα για επιτυχία εκεί όπου οι προηγούμενες γενιές απέτυχαν, αλλά και υπεράσπιση της παρούσας δυστυχίας εν ονόματι ενός μαγευτικού μακρινού μέλλοντος. Το αύριο ξαναγίνεται η αιώνια δικαιολογία για την δυστυχία, και ο ιστορικός οπτιμισμός παίρνει την όψη μιας ατέρμονης κάθαρσης.

Η Εδέμ είναι πάντα για αργότερα. Την χριστιανική θεώρηση του πόνου θα την διαδεχθούν πολυάριθμες λαϊκές ερμηνείες: η εγελιανή, που θεωρεί τα βάσανα των λαών στο κύλισμα του χρόνου σαν αναγκαίες αναβαθμίδες του πνεύματος προς την τελείωσή του• η μαρξιστική, που βλέπει την βία σαν μαμή της ιστορίας και κηρύσσει την κατάργηση των εκμεταλλευτριών τάξεων για να επισπεύσει την ίδρυση μιας τέλειας κοινωνίας• η νιτσεϊκή, που εξυμνεί την αγριότητα και το κακό σαν μέσα για την επιλογή των ισχυρότερων και την βελτίωση του ανθρώπινου είδους• και γενικά όλες οι ιδεολογίες που επιτάσσουν την θυσία του μέρους προς χάριν του όλου.

Όλες οι κοσμοθεωρίες για τις οποίες το κακό είναι μια στιγμή του καλού και που ακόμα και μέσα στα πιο φρικιαστικά μαρτύρια διαβλέπει έναν μυστικό σκοπό. Από κει και πέρα, οποιαδήποτε συμφορά μπορεί να δικαιολογηθεί μιας και έχει την θέση της μες στην γενική οικονομία του σύμπαντος, κάθε καταστροφή ετοιμάζει μια μελλοντική δημιουργία και η Ιστορία είναι η ιστορία των λαθών που σιγά σιγά γίνονται αλήθειες.

Οι εφιάλτες διαλύθηκαν. Οι πιο αποτρόπαιες πράξεις του ανθρώπου ενάντια στον συνάνθρωπο συμβάλλουν αναγκαστικά στο καλό των πάντων. Από αυτήν την άποψη η κραυγή του Χέγκελ: «Αν κατά τύχη υπήρχε κάτι που η αντίληψη δεν θα μπορούσε να αφομοιώσει και να ξεδιαλύνει, θα έπρεπε να το θεωρήσουμε την πιο μεγάλη δυστυχία», ισχύει για ολόκληρη την σύγχρονη εποχή. Όταν η απελπισία περισσεύει, απαξιώνει όλες τις ερμηνείες, όλα τα σοφίσματα, γελοιοποιεί τις προσπάθειες για ταύτιση του πραγματικού με το λογικό. Απέναντι στον πόνο, οι Μοντέρνοι, παρά τα επιτεύγματά τους, δεν είναι λιγότερο παραληρηματικοί από τους θρήσκους προγόνους τους. Κι αυτό επειδή πλήττει την αλαζονεία τους με μια άγρια διάψευση: την διάψευση της παντοδυναμίας.

Και ξέρουμε πως στην Γαλλία, για παράδειγμα, έπρεπε να περιμένουμε ως τα τελευταία χρόνια του εικοστού αιώνα για να υποχρεώσουμε τους γιατρούς να κατευνάζουν τους πόνους των ασθενών που έχουν φτάσει στο τελευταίο στάδιο (και να αναγνωρίσουν τους πόνους των νεογέννητων), ενώ μέχρι τότε αρκούνταν να τους υποβαθμίζουν, να τους αντιμετωπίζουν σαν ενδεικτικά συμπτώματα. Όμως οι εκπληκτικές σοφιστείες των φιλοσόφων, των ιδεολόγων ή της κατεστημένης εξουσίας, που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν την δυστυχία, σκοντάφτουν πάνω σε αυτό το απαράκαμπτο γεγονός -οι δημοκρατικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μια όλο και αυξανόμενη αλλεργία απέναντι στον πόνο. Το ότι ο πόνος εξακολουθεί να υπάρχει και να πολλαπλασιάζεται μας σκανδαλίζει ακόμα περισσότερο, μια και δεν έχουμε πια την καταφυγή στον Θεό για να παρηγορηθούμε. Σχετικά με αυτό, ο Διαφωτισμός γέννησε κάποιες αντιφάσεις με τις οποίες δεν έχουμε ξεμπλέξει ακόμα.

Οι ηθικές επιταγές του χριστιανισμού δεν ζητούσαν να τις εξηγήσουμε παρά μόνο με έναν εντελώς στοιχειώδη τρόπο. Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπήρχε παρά ατέλεια και μετριότητα, η ελπίδα της λύτρωσης ήταν τοποθετημένη στο υπερπέραν. Στα συνηθισμένα πλάσματα έπεφτε ο κλήρος της δειλίας και του εγωισμού, στους δικαίους και τους αγίους η υποχρέωση να εκπροσωπούν μια άλλη τάξη, να σκορπίζουν την αγάπη και το έλεος δίχως υπολογισμό. Με άλλα λόγια, απέναντι στις εγκόσμιες ιδεολογίες, οι θρησκείες θα έχουν πάντα ένα θεμελιακό πλεονέκτημα: δεν χρειάζεται να προσφέρουν αποδείξεις.

Οι υποσχέσεις τους δεν ανήκουν στην ανθρώπινη ή στην χρονική κλίμακα, σε αντίθεση με τα γήινα ιδεώδη μας που οφείλουν να υποτάσσονται στον νόμο της επαλήθευσης. Από αυτό ακριβώς πέθανε ο κομμουνισμός, από την τρομακτική σύγκρουση ανάμεσα στα αναμενόμενα θαύματα και την εξευτελιστική πραγματικότητα. Δεν αρκεί να κηρύξεις τον Παράδεισο επί της γης, πρέπει και να τον υλοποιήσεις με την μορφή της καλύτερης ζωής, των ευχαριστήσεων, διατρέχοντας πάντα τον πιθανό κίνδυνο να διαψεύσεις τις προσδοκίες των ανθρώπων.

Σε αυτήν την πρώτη δυσκολία προστίθεται και μια άλλη. Η θρησκεία αποθαρρύνει τις πολύ ακριβείς αναπαραστάσεις του Παραδείσου. Αυτός ο τόπος της απόλυτης αγαλλίασης όπου δεν υπάρχει πια μήτε πείνα, μήτε δίψα, μήτε κακία, μήτε ο χρόνος, όπου τα σώματα θα αναστηθούν προικισμένα με την αιώνια νεότητα, εν μέσω μιας περίλαμπρης βασιλικής αυλής γεμάτης από αγίους, δεν προσφερόταν για μια πολύ συγκεκριμένη απεικόνιση. Σε αντίθεση με τις χιλιαστικές αιρέσεις, η Εκκλησία ερμήνευε πάντα τα εσχατολογικά κείμενα σαν αλληγορίες — μια θρησκευτική σύνεση που χαρακτηρίζει όλους τους μονοθεϊσμούς: το θεϊκό ενδιαίτημα βρίσκεται πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία.

“Συνιστά το άπαν της αγαλλίασης και την «ενατένιση του θείου», υψωμένα σε μια βαθμίδα πυράκτωσης για την οποία μάς είναι αδύνατον να σχηματίσουμε ακόμα και την ελάχιστη ιδέα. Αν κάποιος μπορούσε να δει τον Θεό καταπρόσωπο, θα κεραυνοβολούνταν στην στιγμή: είναι από την φύση του αόρατος, μη απεικονίσιμος, ασύλληπτος. Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι, μονάχα τι δεν είναι, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν «μόνο διά της αρνήσεως.»” (Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης).

Η δύναμη της ιδέας περί σωτηρίας έγκειται στο ότι η σωτηρία είναι μια ανείπωτη έκσταση κοντά στον Κύριο. Η θρησκευτική σκέψη «έχει ως απαρέγκλιτο όρο την μη έλευση της σωτηρίας σε οποιαδήποτε περίπτωση, ενώ η λαϊκή άποψη περί ευτυχίας απαιτεί την έλευσή της δίχως την παραμικρή χρονοτριβή. Είναι ένα μειονέκτημα του πεζού κόσμου το γεγονός πως δεν ανέχεται το ακαθόριστο και τις αναβολές. Ίσως, κάτω από αυτό το πρίσμα, να υπάρχει μια φρονιμάδα στην ιδέα της προόδου, στην σιωπηλή παραδοχή πως η παρούσα στιγμή δεν εμπεριέχει όλες τις δυνατές τέρψεις. Η υποψία πως ο παράδεισος, έτσι και κατέβαινε στην γη, ίσως να μας έδινε μια αιωνιότητα πλήξης, η ανομολόγητη επιθυμία μας να μη δούμε ποτέ την πλήρη πραγματοποίηση των ονείρων μας από φόβο μην απογοητευτούμε, εξηγούν επίσης την γοητεία της προόδου.

Με αυτήν δίνεται στον χρόνο η δυνατότητα να φέρει στο στάδιο της ωρίμανσης καινούριες απολαύσεις ανανεώνοντας παράλληλα τις παλιές. Καινούρια αντικείμενα πόθου λαμπυρίζουν στο βάθος του μέλλοντος. Χάρη σε αυτό, αντίθετα με τα όσα λέει το διάσημο ρητό, η ευτυχία μπορεί να έχει μια ιστορία. Η ιστορία αυτή συνοψίζεται στον τρόπο με τον οποίον η κάθε εποχή, η κάθε κοινωνία σκιαγραφεί το όραμα του επιθυμητού και διαχωρίζει το ευχάριστο από το ανυπόφορο. Η ευτυχία μπορεί να αναφέρεται τόσο στην άμεση απόλαυση όσο και στην ελπίδα σε ένα σχέδιο ικανό να αποκαλύψει καινούριες πηγές χαράς, καινούριες τελειώσεις.

Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

Αφότου ο σκοπός της ζωής δεν είναι πια το καθήκον αλλά η ευδαιμονία, η παραμικρή δυσαρέσκεια μας πλήττει σαν μια προσβολή. Στον 18ο αιώνα όπως και σήμερα, η έμμονη ύπαρξη του πόνου, αυτής της ανεξάντλητης λέπρας του ανθρώπινου είδους, παραμένει η απόλυτη αισχρότητα. Ο χριστιανισμός, μες στην μεγάλη του σύνεση, δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως θα απαλείψει το κακό από την γη. Αυτή ήταν μια τρελή φιλοδοξία των πελαγιανών, μια φιλοδοξία που παρέπεμπε στην ειδωλολατρία.

Ο Πασκάλ χαρακτήρισε πολύ σωστά σαν παράφρονη την βούληση του ανθρώπου να αναζητήσει μόνος του το φάρμακο για τα δεινά του. Όμως ο Διαφωτισμός πιστεύει στην αναγέννηση του ανθρώπινου είδους χάρη στις συνενωμένες δυνάμεις της γνώσης, της βιομηχανίας και της λογικής. Δεν υπάρχει καμιά αχαλίνωτη αισιοδοξία μέσα σε αυτήν την πίστη παρά μόνο ένα καλά δοσολογημένο μείγμα υπολογισμού και καλής θέλησης. Μπορούμε να δώσουμε τέλος σε όλα σχεδόν τα δεινά που μαστίζουν το ανθρώπινο είδος. Είναι απλώς θέμα χρόνου και υπομονής.

Αλλά ο πόνος, μες στην ακούραστη επανέλευσή του, διαψεύδει την αυταπάτη της απόλυτης εκλογίκευσης του κόσμου. Στο εξής, ο άνθρωπος αναλαμβάνει να τον απαλείψει στο μέτρο των δυνατοτήτων του• μια συναρπαστική αλλά και αβάσταχτη ευθύνη. Υπήρχε κάτι το βολικό στο προπατορικό αμάρτημα, ένας οπτιμισμός μέσα σε αυτήν την ιδιαίτερη κόλαση που φέρουμε όλοι εντός μας. Χάνεται μες στα βάθη του χρόνου, επιμερίζεται σε όλους μας και ξαλαφρώνει το άτομο από ένα φορτίο που βαραίνει ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Τελικά, δεν υπάρχει καμιά τραγωδία σε αυτό. Στις χειρότερες, στις πιο φριχτές στιγμές της ιστορίας, έρχεται να επιβεβαιώσει την αναγκαιότητα της εξιλέωσης.

Τα πάντα αλλάζουν όταν το κακό εμφανίζεται με φόντο την πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη. Τότε γίνεται μια αποτυχία, μια αίρεση. Να που τώρα είμαστε υπόλογοι για κάθε εκτροπή και έλλειψη, ένοχοι για την διάψευση της ωραίας γνώμης που έχει το ανθρώπινο είδος για τον ίδιο τον εαυτό του. Κατάρρευση και πανικός! Κι ενώ ορισμένοι θα προσπαθήσουν να καταπολεμήσουν το κακό στο σύνολό του όπως οι επαναστάτες, ή κομματάκι κομματάκι όπως οι μεταρρυθμιστές, γεννιέται η υποψία πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι μάλλον ουτοπικό και πως το κακό θα συνοδεύει πάντα την ανθρώπινη εμπειρία σαν μια σκιά.

Προτού ακόμα η Γαλλική Επανάσταση επισφραγίσει τους γάμους της αρετής με το ικρίωμα και διαψεύσει το όνειρο μιας ιδανικής κοινωνίας, ολόκληρος ο αιώνας είχε βιώσει την δύσκολη κατάκτηση της ευτυχίας. Πίστευαν πως είχαν ανοίξει ένα καινούριο κεφάλαιο, πως είχαν σβήσει την αδικία, κι εντούτοις ξανάπεφταν στα ίδια. Ο παλιός κόσμος δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να πεθάνει. Ακόμα και απελευθερωμένο από την άγνοια και τις προκαταλήψεις, το ανθρώπινο πνεύμα κατέγραφε πάντα ένα χάσμα ανάμεσα στις αξίες και τα γεγονότα.

Στο εξής, στερημένος από τα θρησκευτικά του άλλοθι, ο πόνος δεν σημαίνει πια τίποτα, μας βαραίνει σαν ένας φριχτός μπόγος από ασχήμιες, που δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε. Δεν ερμηνεύεται πια, διαπιστώνεται. Έχει γίνει ο εχθρός που πρέπει να εξοντώσουμε, αφού ακυρώνει όλες τις προσπάθειές μας να εγκαθιδρύσουμε μια ορθολογική τάξη επί της γης. Αλλά, εξαιτίας ενός αλλόκοτου παράδοξου, που τις συνέπειές του θα τις αναπτύξουμε αργότερα, όσο πιο πολύ τον καταδιώκουμε τόσο πιο πολύ απλώνεται, πολλαπλασιάζεται.

Οτιδήποτε αντιστέκεται στην καθάρια δύναμη της νόησης, στην ικανοποίηση των αισθήσεών μας, στην διάθεση της προόδου, παίρνει το όνομα του πόνου. Η κοινωνία της διακηρυγμένης ευτυχίας γίνεται σιγά σιγά μια κοινωνία στοίχε ιωμένη από την απελπισία, από τον φόβο του θανάτου, της αρρώστιας, των γηρατειών. Κάτω από το χαμογελαστό προσωπείο της οσμίζεται παντού την ασφυκτική μυρωδιά του ολέθρου.

Τέλος, μόλις πρόσφατα απελευθερωμένη από τα σιδερένια δεσμά της ηθικολογίας, η ηδονή ανακαλύπτει την ευθραυστότητα της και συναντά ένα άλλο μεγάλο πρόσκομμα: την πλήξη. Δεν αρκεί να αποτινάξεις από πάνω σου τα ταμπού και τις φοβίες για να χαρείς μακάρια την ηδονή. Η ευτυχία ανταποκρίνεται σε μια οικονομία, σε υπολογισμούς, σε σταθμίσεις. Έχει ανάγκη από ποικιλία όσο και από αντιθέσεις.

Η ικανοποίηση είναι γι’ αυτήν το ίδιο μοιραία όσο και η παρεμπόδιση. Κι εδώ επίσης ο Βολταίρος, πρωτοπόρος και κριτικός ταυτόχρονα, φαίνεται πως έχει πει τα πάντα. Ο άνθρωπος, γράφει στον Αγαθούλη, είναι διχασμένος «ανάμεσα στον σπαραγμό της ανησυχίας και τον λήθαργο της πλήξης». Και η Ζυλί στην Νέα Ελοίζα θα προχωρήσει ακόμα μακρύτερα: «Παντού δεν βλέπω παρά αφορμές για ευχαρίστηση, κι εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη (…) είμαι πολύ ευτυχισμένη και πλήττω». (Έκτο μέρος, όγδοη επιστολή).

Σκανδαλώδεις φράσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την καθιερωμένη ευφορία δίχως εντούτοις να την απορρίπτουν. Η ευτυχία είναι ντελικάτη όχι επειδή υποκύπτει κάτω από το βάρος των απαγορεύσεων, αλλά επειδή αυτοεξαντλείται μόλις αναπτυχθεί ελεύθερα. Και από τον 17ο αιώνα η ευδαιμονία και το ψυχικό κενό θα προχωρούν χέρι χέρι (το ζευγάρωμα αυτό το είχαν ήδη επισημάνει οι Αρχαίοι).

Κοντολογίς, πριν καλά καλά προλάβουμε να την βαφτίσουμε, η ευτυχία χτυπά πάνω σε δύο εμπόδια: διαλύεται μες στην καθημερινή ζωή και συναντά παντού τον πεισματάρη πόνο. Από κάποια άποψη, ο Διαφωτισμός έθεσε στον εαυτό του έναν υπέρμετρο στόχο: να μη φανεί κατώτερος του χριστιανισμού σε ό,τι καλύτερο έχει ο δεύτερος. Να κλέψει από τις θρησκείες τα προνόμιά τους για να πράξει καλύτερα από εκείνες, αυτό ήταν και παραμένει το σχέδιο της νεότερης εποχής. Και οι μεγάλες ιδεολογίες των δυο τελευταίων αιώνων (ο μαρξισμός, ο σοσιαλισμός, ο φασισμός, ο φιλελευθε¬ρισμός) ίσως δεν ήταν παρά τα γήινα υποκατάστατα των μεγάλων θρησκειών, έτσι που η δυστυχία να εξακολουθήσει να έχει ένα, έστω και ελάχιστο, νόημα.

Δίχως αυτό θα γινόταν πραγματικά αβάσταχτη. Η σύγχρονη εποχή παραμένει λοιπόν στοιχειωμένη από αυτό ακριβώς που υποτίθεται πως έχει ξεπεράσει. Αυτό που θα έπρεπε να είχε εγκαταλειφθεί, να μείνει πίσω, έρχεται να ταλανίσει τις σημερινές γενεές όπως μια τύψη ή μια νοσταλγία. Να γιατί, καθώς έλεγε ευφυέστατα ο Τσέστερτον, ο σημερινός κόσμος είναι «γεμάτος από χριστιανικές ιδέες που έγιναν τρελές». Η ευτυχία είναι μια από αυτές τις ιδέες. Τουλάχιστον ο 18ος αιώνας δεν υπήρξε ο αιώνας της αυθάδικης ευδαιμονίας αλλά της εύθραυστης ευτυχίας, της ευαισθησίας που πληγατνεται διαρκώς μη βρίσκοντας στον πραγματικό κόσμο τα όσα πρόσμενε. Ο 21ός αιώνας δεν θα έχει αυτή τη σωφροσύνη.

Οι μηχανές AI δεν έχουν παραισθήσεις

Οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν “παραισθήσεις”. Αλλά οι κατασκευαστές τους έχουν. Ο στόχος τους δεν ήταν ποτέ να λύσουν την “κλιματική αλλαγή” ή να κάνουν τις κυβερνήσεις πιο υπεύθυνες ή την καθημερινότητά πιο εύκολη.

Οι διευθύνοντες σύμβουλοι της τεχνολογίας θέλουν να πιστέψουμε ότι η γενεσιουργός τεχνητή νοημοσύνη θα ωφελήσει την ανθρωπότητα. Κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους κι εμάς. Μέσα στις πολλές συζητήσεις που στροβιλίζονται γύρω από την ταχεία εξάπλωση της λεγόμενης “τεχνητής νοημοσύνης”, υπάρχει μια σχετικά σκοτεινή αψιμαχία που επικεντρώνεται στην επιλογή της λέξης “παραισθήσεις”.

Αυτός είναι ο όρος στον οποίο έχουν καταλήξει οι αρχιτέκτονες και οι υποστηρικτές της δημιουργικής τεχνητής νοημοσύνης για να χαρακτηρίσουν τις απαντήσεις που σερβίρονται από τα chatbots και οι οποίες είναι εντελώς κατασκευασμένες ή εντελώς λανθασμένες. Όπως, για παράδειγμα, όταν ζητάτε από ένα ρομπότ έναν ορισμό για κάτι που δεν υπάρχει κι αυτό, αρκετά πειστικά, σας δίνει έναν ορισμό, μαζί με υποσημειώσεις.

“Κανείς στον τομέα δεν έχει λύσει ακόμη, τα προβλήματα των ψευδαισθήσεων”, δήλωσε ο Sundar Pichai, διευθύνων σύμβουλος της Google και της Alphabet, σε συνέντευξή του.

Αυτό είναι αλήθεια -αλλά γιατί αποκαλούν τα λάθη “ψευδαισθήσεις”; Γιατί όχι αλγοριθμικά σκουπίδια; Ή δυσλειτουργίες; Λοιπόν, οι παραισθήσεις αναφέρονται στην μυστηριώδη ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να αντιλαμβάνεται φαινόμενα που δεν υπάρχουν, τουλάχιστον όχι με συμβατικούς, υλιστικούς όρους.

Οικειοποιούμενοι μια λέξη που χρησιμοποιείται συνήθως στην ψυχολογία, τα ψυχεδελικά και τις διάφορες μορφές μυστικισμού, οι υποστηρικτές της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ αναγνωρίζουν την αστοχία των μηχανών τους, τροφοδοτούν ταυτόχρονα την πιο αγαπημένη μυθολογία του τομέα: ότι με την δημιουργία αυτών των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων και την εκπαίδευσή τους σε όλα όσα έχουμε γράψει, πει και αναπαραστήσει οπτικά, εμείς οι άνθρωποι, βρίσκονται στην διαδικασία γέννησης μιας έμψυχης νοημοσύνης που βρίσκεται στο κατώφλι ενός εξελικτικού άλματος για το είδος μας. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν τα ρομπότ όπως το Bing και το Bard να σκοντάφτουν εκεί έξω;

Ωστόσο, στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης όντως συμβαίνουν παραληρητικές ψευδαισθήσεις – μόνο που δεν είναι τα ρομπότ που τις έχουν, αλλά οι διευθύνοντες σύμβουλοι τεχνολογίας που τις εξαπέλυσαν, μαζί με μια φάλαγγα από οπαδούς τους, οι οποίοι βρίσκονται στην δίνη άγριων ψευδαισθήσεων, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Εδώ ορίζω τις παραισθήσεις όχι με την μυστικιστική ή ψυχεδελική έννοια, καταστάσεις αλλαγής του νου που μπορούν πράγματι να βοηθήσουν στην πρόσβαση σε βαθιές, προηγουμένως μη αντιληπτές αλήθειες. Όχι. Αυτοί οι τύποι απλά σκοντάφτουν: βλέπουν, ή τουλάχιστον ισχυρίζονται ότι βλέπουν, στοιχεία που δεν υπάρχουν καθόλου, και μαγεύουν ολόκληρους κόσμους που θα χρησιμοποιήσουν τα προϊόντα τους για την δήθεν παγκόσμια ανύψωση κι εκπαίδευσή τους.

Η γεννητική τεχνητή νοημοσύνη θα τερματίσει την φτώχεια, μας λένε. Θα θεραπεύσει όλες τις ασθένειες. Θα λύσει την κλιματική αλλαγή. Θα κάνει τις δουλειές μας πιο ουσιαστικές και συναρπαστικές. Θα απελευθερώσει ζωές αναψυχής και περισυλλογής, βοηθώντας μας να ανακτήσουμε την ανθρωπιά που χάσαμε από την ύστερη καπιταλιστική μηχανοποίηση. Θα δώσει τέλος στην μοναξιά. Θα κάνει τις κυβερνήσεις μας ορθολογικές και ευέλικτες. Αυτά, φοβάμαι, είναι οι πραγματικές ψευδαισθήσεις της AI και τις ακούμε όλοι σε επανάληψη από τότε που ξεκίνησε το Chat GPT στα τέλη του περασμένου έτους.

Υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο η δημιουργική τεχνητή νοημοσύνη, ως ισχυρό εργαλείο πρόβλεψης και εκτέλεσης κουραστικών εργασιών, θα μπορούσε πράγματι να χρησιμοποιηθεί προς όφελος της ανθρωπότητας, άλλων ειδών και του κοινού μας σπιτιού. Αλλά για να συμβεί αυτό, οι τεχνολογίες αυτές θα πρέπει να αναπτυχθούν μέσα σε μια πολύ διαφορετική οικονομική και κοινωνική τάξη από την δική μας, μια τάξη που θα έχει ως σκοπό την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και την προστασία των πλανητικών συστημάτων που υποστηρίζουν όλη την ζωή.

Και όπως καταλαβαίνουν καλά όσοι από εμάς δεν είναι σήμερα τριπλέτες, το σημερινό μας σύστημα δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Αντίθετα, είναι φτιαγμένο για να μεγιστοποιεί την απόσπαση πλούτου και κέρδους -τόσο από τους ανθρώπους όσο και από τον φυσικό κόσμο- μια πραγματικότητα που μας έχει φέρει σε αυτό που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ως το τέχνο-νεκρό στάδιο του καπιταλισμού. Σε αυτή την πραγματικότητα της υπερσυγκεντρωμένης εξουσίας και του πλούτου, η τεχνητή νοημοσύνη -πολύ μακριά από το να ανταποκριθεί σε όλες αυτές τις ουτοπικές ψευδαισθήσεις- είναι πολύ πιο πιθανό να γίνει ένα τρομακτικό εργαλείο περαιτέρω στέρησης και λεηλασίας.

Θα ερευνήσω γιατί συμβαίνει αυτό. Αλλά πρώτα, είναι χρήσιμο να σκεφτούμε τον σκοπό που εξυπηρετούν οι ουτοπικές ψευδαισθήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη. Τι έργο επιτελούν αυτές οι καλοπροαίρετες ιστορίες στην κουλτούρα, καθώς συναντάμε αυτά τα παράξενα νέα εργαλεία; Να μια υπόθεση: είναι οι ισχυρές και δελεαστικές ιστορίες κάλυψης γι’ αυτό που μπορεί να αποδειχθεί η μεγαλύτερη κλοπή στην ανθρώπινη ιστορία. Διότι αυτό που παρακολουθούμε είναι οι πλουσιότερες εταιρείες στην ιστορία (Microsoft, Apple, Google, Meta, Amazon …) ν’ αρπάζουν μονομερώς το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης που υπάρχει σε ψηφιακή μορφή και να το περιφράσσουν μέσα στα ιδιόκτητα προϊόντα τους, πολλά από τα οποία στοχεύουν ευθέως τους ανθρώπους των οποίων η εργασία εκπαίδευσε τις μηχανές, χωρίς να δώσουν την άδεια ή την συγκατάθεσή τους.

Αυτό δεν θα έπρεπε να είναι νόμιμο. Στην περίπτωση του υλικού που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα και που τώρα γνωρίζουμε ότι εκπαιδεύτηκαν τα μοντέλα (συμπεριλαμβανομένης αυτής της εφημερίδας), έχουν κατατεθεί διάφορες αγωγές που θα υποστηρίξουν ότι αυτό ήταν σαφώς παράνομο. Γιατί, για παράδειγμα, θα πρέπει να επιτρέπεται σε μια κερδοσκοπική εταιρεία να τροφοδοτεί τους πίνακες, τα σχέδια και τις φωτογραφίες ζωντανών καλλιτεχνών σε ένα πρόγραμμα όπως το Stable Diffusion ή το Dall-E 2, ώστε να μπορεί στην συνέχεια να χρησιμοποιηθεί αυτό για την δημιουργία εκδόσεων/σωσία των έργων αυτών των ίδιων των καλλιτεχνών, με τα οφέλη να εισρέουν σε όλους εκτός από τους ίδιους τους καλλιτέχνες;

Η ζωγράφος και εικονογράφος Molly Crabapple συμβάλλει στην ηγεσία ενός κινήματος καλλιτεχνών που αμφισβητεί αυτή την κλοπή:

“Οι γεννήτριες τέχνης τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται σε τεράστια σύνολα δεδομένων, τα οποία περιέχουν εκατομμύρια και εκατομμύρια εικόνες που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα και συλλέγονται χωρίς την γνώση του δημιουργού τους, πόσο μάλλον χωρίς αποζημίωση ή συγκατάθεση. Πρόκειται ουσιαστικά για την μεγαλύτερη ληστεία τέχνης στην ιστορία. Διαπράττεται από εταιρικές οντότητες που φαίνονται αξιοσέβαστες και υποστηρίζονται από επιχειρηματικά κεφάλαια της Silicon Valley. Πρόκειται για ληστεία στο φως της ημέρας”, αναφέρει μια νέα ανοιχτή επιστολή που συνέταξε.

Το κόλπο, βέβαια, είναι ότι η Silicon Valley αποκαλεί συνήθως την κλοπή “αναστάτωση” – και πολύ συχνά την γλιτώνει. Γνωρίζουμε αυτή την κίνηση: ορμάτε μπροστά σε άνομο έδαφος- ισχυρίζεστε ότι οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν για την νέα σας τεχνολογία- φωνάζετε ότι η ρύθμιση θα βοηθήσει μόνο την Κίνα -και όλα αυτά ενώ έχετε τα γεγονότα σας σταθερά στο έδαφος. Μέχρι να ξεπεράσουμε όλοι την καινοτομία αυτών των νέων παιχνιδιών και ν’ αρχίσουμε να κάνουμε απολογισμό των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών καταστροφών, η τεχνολογία είναι ήδη τόσο διαδεδομένη που τα δικαστήρια και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σηκώνουν τα χέρια ψηλά.

Το είδαμε με την σάρωση βιβλίων και έργων τέχνης της Google. Με τον αποικισμό του διαστήματος από τον Μασκ. Με την επίθεση της Uber στον κλάδο των ταξί. Με την επίθεση της Airbnb στην αγορά ενοικίασης. Με την ασυδοσία του Facebook με τα δεδομένα μας. Μην ζητάτε άδεια, αρέσκονται να λένε οι disruptors, ζητήστε συγχώρεση. (Και λιπαίνουν τα αιτήματα με γενναιόδωρες προεκλογικές συνεισφορές).

Στο βιβλίο “Η εποχή του καπιταλισμού της επιτήρησης”, η Shoshana Zuboff περιγράφει με λεπτομέρεια πώς οι χάρτες Street View της Google ξεπέρασαν τους κανόνες της ιδιωτικής ζωής, στέλνοντας τα αυτοκίνητά της με τις κάμερες να φωτογραφίζουν τους δημόσιους δρόμους και τους εξωτερικούς χώρους των σπιτιών μας. Μέχρι να ξεκινήσουν οι αγωγές για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής, το Street View ήταν ήδη τόσο πανταχού παρόν στις συσκευές μας (και τόσο ωραίο, και τόσο βολικό …) που ελάχιστα δικαστήρια εκτός Γερμανίας ήταν πρόθυμα να παρέμβουν.

Τώρα το ίδιο πράγμα που συνέβη στο εξωτερικό των σπιτιών μας συμβαίνει και στις λέξεις, τις εικόνες, τα τραγούδια μας, ολόκληρη την ψηφιακή μας ζωή. Όλα κατασχέθηκαν επί του παρόντος και χρησιμοποιούνται για να εκπαιδεύσουν τις μηχανές να προσομοιώνουν την σκέψη και την δημιουργικότητα. Αυτές οι εταιρείες πρέπει να γνωρίζουν ότι εμπλέκονται σε κλοπή, ή τουλάχιστον ότι μπορεί να διατυπωθεί μια ισχυρή υπόθεση ότι το κάνουν. Απλώς ελπίζουν ότι το παλιό εγχειρίδιο λειτουργεί για άλλη μια φορά – ότι η κλίμακα της ληστείας είναι ήδη τόσο μεγάλη και εξελίσσεται με τέτοια ταχύτητα ώστε τα δικαστήρια και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα σηκώσουν για άλλη μια φορά τα χέρια ψηλά μπροστά στο υποτιθέμενο αναπόφευκτο όλων αυτών.

Γι’ αυτό είναι επίσης τόσο σημαντικές οι παραισθήσεις τους για όλα τα θαυμάσια πράγματα που θα κάνει η τεχνητή νοημοσύνη για την ανθρωπότητα. Επειδή αυτοί οι υψηλοί ισχυρισμοί μεταμφιέζουν αυτή την μαζική κλοπή ως δώρο – την ίδια στιγμή που βοηθούν στον εξορθολογισμό των αναμφισβήτητων κινδύνων της ΤΝ.

Μέχρι τώρα, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει για την έρευνα που ζήτησε από ερευνητές και προγραμματιστές ΤΝ να εκτιμήσουν την πιθανότητα “τα προηγμένα συστήματα ΤΝ να προκαλέσουν την εξαφάνιση του ανθρώπου ή παρόμοια μόνιμη και σοβαρή αποδυνάμωση του ανθρώπινου είδους”. Ανατριχιαστικά, η μέση απάντηση ήταν ότι υπάρχει πιθανότητα 10%.

Πώς μπορεί κανείς να εκλογικεύσει το να πηγαίνει στην δουλειά του και να προωθεί εργαλεία που ενέχουν τέτοιους υπαρξιακούς κινδύνους; Συχνά, ο λόγος που δίνεται είναι ότι τα συστήματα αυτά φέρουν επίσης τεράστια δυνητικά πλεονεκτήματα – μόνο που αυτά τα πλεονεκτήματα είναι, ως επί το πλείστον, παραισθητικά. Ας εξετάσουμε μερικά από τα πιο άγρια πλεονεκτήματα.

Παραισθήσεις #1: Η τεχνητή νοημοσύνη θα λύσει την κλιματική κρίση.

Σχεδόν πάντα στην κορυφή των καταλόγων των πλεονεκτημάτων της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι αυτά τα συστήματα θα λύσουν με κάποιο τρόπο την κλιματική κρίση. Το έχουμε ακούσει αυτό από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ μέχρι το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων και την Boston Consulting Group, η οποία εξηγεί ότι:

“Η ΤΝ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς στην υιοθέτηση μιας πιο τεκμηριωμένης και βασισμένης στα δεδομένα προσέγγισης για την καταπολέμηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και την οικοδόμηση μιας πιο πράσινης κοινωνίας. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την αναπροσαρμογή της βαρύτητας των παγκόσμιων κλιματικών προσπαθειών προς τις περιοχές που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο”.

Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Google Eric Schmidt δήλωσε στο Atlantic ότι:

“Οι κίνδυνοι της τεχνητής νοημοσύνης αξίζει να αναληφθούν, διότι αν σκεφτείτε τα μεγαλύτερα προβλήματα στον κόσμο, είναι όλα πολύ δύσκολα – κλιματική αλλαγή, ανθρώπινες οργανώσεις κ.λπ. Και έτσι, θέλω πάντα οι άνθρωποι να είναι πιο έξυπνοι”.

Σύμφωνα με αυτή την λογική, η αποτυχία “επίλυσης” μεγάλων προβλημάτων όπως η κλιματική αλλαγή οφείλεται σε έλλειμμα εξυπνάδας. Δεν έχει σημασία ότι οι έξυπνοι άνθρωποι, βαριά εφοδιασμένοι με διδακτορικά και βραβεία Νόμπελ, λένε στις κυβερνήσεις μας εδώ και δεκαετίες τι πρέπει να γίνει για να βγούμε από αυτό το χάλι: να μειώσουμε τις εκπομπές μας, να αφήσουμε τον άνθρακα στο έδαφος, να αντιμετωπίσουμε την υπερκατανάλωση των πλουσίων και την υποκατανάλωση των φτωχών, επειδή καμία πηγή ενέργειας δεν είναι απαλλαγμένη από οικολογικό κόστος.

Ο λόγος για τον οποίο αγνοήθηκε αυτή η πολύ έξυπνη συμβουλή δεν οφείλεται σε κάποιο πρόβλημα κατανόησης ή στο ότι χρειαζόμαστε μηχανές να κάνουν την σκέψη μας για εμάς. Είναι επειδή το να κάνουμε αυτό που απαιτεί η κλιματική κρίση από εμάς θα δεσμεύσει τρισεκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία ορυκτών καυσίμων, ενώ θα αμφισβητήσει το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στην κατανάλωση και βρίσκεται στην καρδιά των διασυνδεδεμένων οικονομιών μας.

Η κλιματική κρίση δεν είναι, στην πραγματικότητα, ένα μυστήριο ή ένας γρίφος που δεν έχουμε ακόμη λύσει λόγω ανεπαρκώς αξιόπιστων συνόλων δεδομένων. Ξέρουμε τι θα χρειαζόταν, αλλά δεν είναι μια γρήγορη λύση -είναι μια αλλαγή παραδείγματος. Το να περιμένουμε από τις μηχανές να μας δώσουν μια πιο εύπεπτη ή κερδοφόρα απάντηση δεν αποτελεί θεραπεία για την κρίση, αλλά ένα ακόμη σύμπτωμά της.

Αν απομακρύνετε τις ψευδαισθήσεις, φαίνεται πολύ πιο πιθανό ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα κυκλοφορήσει στην αγορά με τρόπους που θα εντείνουν ενεργά την κλιματική κρίση. Πρώτον, οι γιγάντιοι διακομιστές που καθιστούν δυνατές τις άμεσες εκθέσεις και τα έργα τέχνης από chatbots είναι μια τεράστια και αυξανόμενη πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Δεύτερον, καθώς εταιρείες όπως η Coca-Cola αρχίζουν να κάνουν τεράστιες επενδύσεις για να χρησιμοποιήσουν την γεννητική τεχνητή νοημοσύνη για να πουλήσουν περισσότερα προϊόντα, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι αυτή η νέα τεχνολογία θα χρησιμοποιηθεί με τους ίδιους τρόπους όπως και η τελευταία γενιά ψηφιακών εργαλείων: ότι αυτό που ξεκινάει με μεγαλόστομες υποσχέσεις για την εξάπλωση της ελευθερίας και της δημοκρατίας καταλήγει σε μικροσκοπική στόχευση διαφημίσεων σε εμάς, ώστε να αγοράζουμε περισσότερα άχρηστα πράγματα που εκτοξεύουν άνθρακα.

Και υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας, ο οποίος είναι λίγο πιο δύσκολο να προσδιοριστεί. Όσο περισσότερο τα κανάλια των μέσων μαζικής ενημέρωσης κατακλύζονται από βαθιές απομιμήσεις και κλώνους διαφόρων ειδών, τόσο περισσότερο έχουμε την αίσθηση ότι βουλιάζουμε στην πληροφοριακή κινούμενη άμμο. Ο Geoffrey Hinton, που συχνά αναφέρεται ως “ο νονός της τεχνητής νοημοσύνης” επειδή το νευρωνικό δίκτυο που ανέπτυξε πριν από μια δεκαετία και πλέον αποτελεί τα δομικά στοιχεία των σημερινών μεγάλων γλωσσικών μοντέλων, το καταλαβαίνει καλά αυτό. Μόλις παραιτήθηκε από έναν ανώτερο ρόλο στην Google, ώστε να μπορεί να μιλάει ελεύθερα για τους κινδύνους της τεχνολογίας που βοήθησε να δημιουργηθεί, συμπεριλαμβανομένου, όπως δήλωσε στους New York Times, του κινδύνου ότι “οι άνθρωποι δεν θα είναι πλέον σε θέση να γνωρίζουν τι είναι αλήθεια”.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία για τον ισχυρισμό ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει στην καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης. Διότι όταν είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε ό,τι διαβάζουμε και βλέπουμε στο όλο και πιο αλλόκοτο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης, γινόμαστε ακόμη λιγότερο εξοπλισμένοι για την επίλυση πιεστικών συλλογικών προβλημάτων. Η κρίση της εμπιστοσύνης προϋπήρχε του ChatGPT, φυσικά, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πολλαπλασιασμός των βαθιών πλαστογραφιών θα συνοδευτεί από μια εκθετική αύξηση των ήδη ακμάζουσων συνωμοσιολογικών πολιτισμών. Τι διαφορά θα έχει λοιπόν αν η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάσει τεχνολογικές και επιστημονικές ανακαλύψεις; Αν ο ιστός της κοινής πραγματικότητας ξετυλίγεται στα χέρια μας, θα βρεθούμε ανίκανοι να ανταποκριθούμε με οποιαδήποτε συνοχή.

Ψευδαίσθηση #2: Η ΤΝ θα προσφέρει σοφή διακυβέρνηση.

Αυτή η ψευδαίσθηση επικαλείται ένα κοντινό μέλλον στο οποίο οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, βασιζόμενοι στην τεράστια συσσωρευμένη νοημοσύνη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, είναι σε θέση “να βλέπουν τα μοτίβα των αναγκών και να αναπτύσσουν προγράμματα βασισμένα σε αποδείξεις” που έχουν μεγαλύτερα οφέλη για τους ψηφοφόρους τους. Αυτός ο ισχυρισμός προέρχεται από ένα έγγραφο που δημοσιεύθηκε από το ίδρυμα Boston Consulting Group, αλλά βρίσκει ανταπόκριση μέσα σε πολλές δεξαμενές σκέψης και εταιρείες συμβούλων διαχείρισης.

Και είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι συγκεκριμένες εταιρείες -οι εταιρείες που προσλαμβάνονται από κυβερνήσεις και άλλες εταιρείες για να εντοπίσουν την εξοικονόμηση κόστους, συχνά με την απόλυση μεγάλου αριθμού εργαζομένων- έχουν πηδήξει πιο γρήγορα στο άρμα της τεχνητής νοημοσύνης. Η PwC (πρώην Price waterhouse Coopers) μόλις ανακοίνωσε επένδυση ύψους 1 δισ. δολαρίων, και η Bain & Company καθώς και η Deloitte φέρονται να είναι ενθουσιασμένες με την χρήση αυτών των εργαλείων για να κάνουν τους πελάτες τους πιο “αποδοτικούς”.

Όπως και με τους ισχυρισμούς για το κλίμα, είναι απαραίτητο να αναρωτηθούμε: μήπως ο λόγος που οι πολιτικοί επιβάλλουν σκληρές και αναποτελεσματικές πολιτικές είναι ότι πάσχουν από έλλειψη στοιχείων; Μια ανικανότητα να “δουν μοτίβα”, όπως υποδηλώνει το έγγραφο της BCG; Μήπως δεν κατανοούν το ανθρώπινο κόστος της λιμοκτονίας της δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης εν μέσω πανδημιών, ή της αποτυχίας να επενδύσουν σε μη αγοραίες κατοικίες όταν οι σκηνές γεμίζουν τα αστικά μας πάρκα, ή της έγκρισης νέων υποδομών ορυκτών καυσίμων ενώ οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν στα ύψη; Χρειάζονται τεχνητή νοημοσύνη για να γίνουν “εξυπνότεροι”, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Schmidt – ή είναι ακριβώς αρκετά έξυπνοι ώστε να γνωρίζουν ποιος θα χρηματοδοτήσει την επόμενη εκστρατεία τους ή, αν ξεστρατίσουν, θα χρηματοδοτήσει τους αντιπάλους τους;

Θα ήταν πολύ ωραίο αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούσε πραγματικά να αποκόψει την σύνδεση μεταξύ των εταιρικών χρημάτων και της απερίσκεπτης χάραξης πολιτικής – αλλά αυτή η σύνδεση έχει να κάνει με το γιατί εταιρείες όπως η Google και η Microsoft είχαν την δυνατότητα να διαθέσουν τα chatbots τους στο κοινό παρά την χιονοστιβάδα των προειδοποιήσεων και των γνωστών κινδύνων.

Ο Schmidt και άλλοι έχουν ξεκινήσει μια πολυετή εκστρατεία πίεσης λέγοντας και στα δύο κόμματα στην Ουάσινγκτον ότι αν δεν είναι ελεύθεροι να προχωρήσουν με την γεννητική τεχνητή νοημοσύνη, χωρίς να επιβαρύνονται από σοβαρές ρυθμίσεις, τότε οι δυτικές δυνάμεις θα μείνουν στην σκόνη από την Κίνα.

Πέρυσι, οι κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας δαπάνησαν το ποσό ρεκόρ των 70 εκατομμυρίων δολαρίων για να ασκήσουν λόμπι στην Ουάσιγκτον -περισσότερα από τον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου- και το ποσό αυτό, σημειώνει το Bloomberg News, είναι επιπλέον των εκατομμυρίων που δαπανήθηκαν “για το ευρύ φάσμα των εμπορικών ομάδων, των μη κερδοσκοπικών οργανισμών και των δεξαμενών σκέψης”.

Και όμως, παρά την βαθιά γνώση τους για το πώς ακριβώς το χρήμα διαμορφώνει την πολιτική στις εθνικές μας πρωτεύουσες, όταν ακούτε τον Sam Altman, τον διευθύνοντα σύμβουλο της OpenAI -κατασκευαστή του ChatGPT- να μιλάει με τα καλύτερα σενάρια για τα προϊόντα του, όλα αυτά φαίνεται να ξεχνιούνται. Αντ’ αυτού, φαίνεται να φαντάζεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό μας, έναν κόσμο στον οποίο οι πολιτικοί και η βιομηχανία λαμβάνουν αποφάσεις με βάση τα καλύτερα δεδομένα και δεν θα εξέθεταν ποτέ σε κίνδυνο αμέτρητες ζωές για το κέρδος και το γεωπολιτικό πλεονέκτημα. Το οποίο μας φέρνει σε μια άλλη παραίσθηση.

Παραισθήσεις #3: Μπορούμε να εμπιστευτούμε τους τεχνολογικούς γίγαντες ότι δεν θα καταστρέψουν τον κόσμο.

Ερωτηθείς αν ανησυχεί για την ξέφρενη βιασύνη που έχει ήδη εξαπολύσει η ChatGPT, ο Altman είπε ότι ανησυχεί, αλλά πρόσθεσε με αισιοδοξία: “Ελπίζω ότι όλα θα πάνε καλά”. Σχετικά με τους συναδέλφους του διευθύνοντες συμβούλους τεχνολογίας -αυτούς που ανταγωνίζονται για να βγάλουν γρήγορα τα ανταγωνιστικά τους chatbots- είπε: “Νομίζω ότι οι καλύτεροι άγγελοι θα νικήσουν”.

Καλύτεροι άγγελοι; Στην Google; Είμαι αρκετά σίγουρη ότι η εταιρεία απέλυσε τους περισσότερους από αυτούς επειδή δημοσίευαν επικριτικά έγγραφα για την τεχνητή νοημοσύνη ή εγκαλούσαν την εταιρεία για ρατσισμό και σεξουαλική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο. Περισσότεροι “καλύτεροι άγγελοι” παραιτήθηκαν με συναγερμό, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον Χίντον. Αυτό συμβαίνει επειδή, σε αντίθεση με τις παραισθήσεις των ανθρώπων που επωφελούνται περισσότερο από την Τεχνητή Νοημοσύνη, η Google δεν λαμβάνει αποφάσεις με βάση το τι είναι καλύτερο για τον κόσμο -λαμβάνει αποφάσεις με βάση το τι είναι καλύτερο για τους μετόχους της Alphabet, οι οποίοι δεν θέλουν να χάσουν την τελευταία φούσκα, όχι όταν η Microsoft, η Meta και η Apple είναι ήδη όλοι μέσα.

Ψευδαίσθηση #4: Η τεχνητή νοημοσύνη θα μας απελευθερώσει από την αγγαρεία.

Αν οι καλοπροαίρετες παραισθήσεις της Silicon Valley φαίνονται αληθοφανείς σε πολλούς, υπάρχει ένας απλός λόγος γι’ αυτό. Η γεννητική τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται επί του παρόντος σε αυτό που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως το στάδιο του ψευτο-σοσιαλισμού. Αυτό αποτελεί μέρος ενός πλέον γνωστού εγχειριδίου της Silicon Valley.

Πρώτον, δημιουργήστε ένα ελκυστικό προϊόν (μια μηχανή αναζήτησης, ένα εργαλείο χαρτογράφησης, ένα κοινωνικό δίκτυο, μια πλατφόρμα βίντεο, ένα ride share …)- δώστε το δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν για μερικά χρόνια, χωρίς διακριτό βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο (“Παίξτε με τα ρομπότ”, μας λένε, “δείτε τι διασκεδαστικά πράγματα μπορείτε να δημιουργήσετε!”)- να κάνετε πολλούς υψηλούς ισχυρισμούς για το πώς το κάνετε μόνο και μόνο επειδή θέλετε να δημιουργήσετε μια “πλατεία της πόλης” ή ένα “κοινόχρηστο πληροφοριακό σύστημα” ή να “συνδέσετε τους ανθρώπους”, ενώ παράλληλα διαδίδεται την ελευθερία και την δημοκρατία (και δεν είστε “κακοί”).

Στην συνέχεια, παρακολουθήστε τους ανθρώπους να εθίζονται χρησιμοποιώντας αυτά τα δωρεάν εργαλεία και τους ανταγωνιστές σας να κηρύσσουν πτώχευση. Μόλις το πεδίο είναι ελεύθερο, εισαγάγετε τις στοχευμένες διαφημίσεις, την συνεχή επιτήρηση, τα αστυνομικά και στρατιωτικά συμβόλαια, τις πωλήσεις δεδομένων στο μαύρο κουτί και τις κλιμακούμενες συνδρομές.

Πολλές ζωές και τομείς έχουν αποδεκατιστεί από προηγούμενες εκδοχές αυτού του εγχειριδίου, από τους οδηγούς ταξί, μέχρι τις αγορές ενοικίασης και τις τοπικές εφημερίδες. Με την επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης, αυτού του είδους οι απώλειες θα μπορούσαν να μοιάζουν με στρογγυλοποιητικά λάθη, με δασκάλους, προγραμματιστές, εικαστικούς καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, μεταφραστές, μουσικούς, εργαζόμενους στην φροντίδα και τόσους άλλους να αντιμετωπίζουν την προοπτική να αντικατασταθούν τα εισοδήματά τους από κώδικα με δυσλειτουργίες.

Μην ανησυχείτε, οι λάτρεις της τεχνητής νοημοσύνης έχουν παραισθήσεις -θα είναι υπέροχα. Σε ποιον αρέσει η δουλειά, ούτως ή άλλως; Η γεννητική τεχνητή νοημοσύνη δεν θα είναι το τέλος της απασχόλησης, μας λένε, παρά μόνο της “βαρετής εργασίας” – με τα chatbots να κάνουν βοηθητικά όλες τις ψυχοφθόρες, επαναλαμβανόμενες εργασίες και τους ανθρώπους να τις επιβλέπουν απλώς. Ο Altman, από την πλευρά του, βλέπει ένα μέλλον όπου η εργασία “μπορεί να είναι μια ευρύτερη έννοια, όχι κάτι που πρέπει να κάνεις για να μπορείς να φας, αλλά κάτι που κάνεις ως δημιουργική έκφραση και ως ένας τρόπος να βρεις την ικανοποίηση και την ευτυχία”.

Αυτό είναι ένα συναρπαστικό όραμα μιας πιο όμορφης, χαλαρής ζωής, το οποίο πολλοί αριστεροί μοιράζονται (συμπεριλαμβανομένου του γαμπρού του Καρλ Μαρξ, Πολ Λαφάργκ, ο οποίος έγραψε ένα μανιφέστο με τίτλο “Το δικαίωμα να είσαι τεμπέλης”). Αλλά εμείς ξέρουμε επίσης ότι αν το να κερδίζουμε χρήματα δεν είναι πλέον η κινητήρια επιταγή της ζωής, τότε πρέπει να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να ικανοποιήσουμε τις δημιουργικές μας ανάγκες για στέγη και τροφή. Ένας κόσμος χωρίς άθλιες δουλειές σημαίνει ότι το ενοίκιο πρέπει να είναι δωρεάν, και η υγειονομική περίθαλψη πρέπει να είναι δωρεάν, και κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει αναφαίρετα οικονομικά δικαιώματα. Και τότε ξαφνικά δεν μιλάμε καθόλου για τεχνητή νοημοσύνη – μιλάμε για σοσιαλισμό.

Επειδή δεν ζούμε στον ορθολογικό, ουμανιστικό κόσμο που εμπνέεται από το Star Trek και ο Altman φαίνεται να έχει παραισθήσεις. Ζούμε στον καπιταλισμό, και στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, τα αποτελέσματα του κατακλυσμού της αγοράς με τεχνολογίες που μπορούν εύλογα να εκτελέσουν τα οικονομικά καθήκοντα αμέτρητων εργαζόμενων ανθρώπων δεν είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ξαφνικά ελεύθεροι να γίνουν φιλόσοφοι και καλλιτέχνες. Σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι θα βρεθούν να κοιτάζουν την άβυσσο – με τους πραγματικούς καλλιτέχνες να είναι από τους πρώτους που θα πέσουν.

Αυτό είναι το μήνυμα της ανοιχτής επιστολής του Crabapple, η οποία καλεί “καλλιτέχνες, εκδότες, δημοσιογράφους, συντάκτες και ηγέτες δημοσιογραφικών συνδικάτων να δεσμευτούν για τις ανθρώπινες αξίες ενάντια στην χρήση των εικόνων που παράγονται από την τεχνητή νοημοσύνη” και “να δεσμευτούν να υποστηρίξουν την τέχνη της σύνταξης που γίνεται από ανθρώπους, όχι από φάρμες διακομιστών”.

Η επιστολή, που υπογράφεται πλέον από εκατοντάδες καλλιτέχνες, δημοσιογράφους και άλλους, αναφέρει ότι όλοι, εκτός από τους πιο εκλεκτούς καλλιτέχνες, βρίσκουν το έργο τους “σε κίνδυνο εξαφάνισης”. Και σύμφωνα με τον Χίντον, τον “νονό της τεχνητής νοημοσύνης”, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι η απειλή δεν θα εξαπλωθεί. Τα chatbots αφαιρούν “την αγγαρεία της δουλειάς”, αλλά “μπορεί να αφαιρέσουν περισσότερα”.

Η Crabapple και οι συν-συγγραφείς της γράφουν:

“Η γεννητική τέχνη της τεχνητής νοημοσύνης είναι βαμπιρική, τρώγοντας από τις προηγούμενες γενιές έργων τέχνης, ακόμη και όταν ρουφάει το αίμα από τους ζωντανούς καλλιτέχνες. Υπάρχουν όμως τρόποι αντίστασης: μπορούμε να αρνηθούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα προϊόντα και να οργανωθούμε για να απαιτήσουμε από τους εργοδότες και τις κυβερνήσεις μας να τα απορρίψουν επίσης.”

Μια επιστολή από διακεκριμένους μελετητές της ηθικής της τεχνητής νοημοσύνης, συμπεριλαμβανομένου του Timnit Gebru, ο οποίος απολύθηκε από την Google το 2020 επειδή αμφισβήτησε τις διακρίσεις στο χώρο εργασίας, παραθέτει μερικά από τα ρυθμιστικά εργαλεία που μπορούν να εισαγάγουν άμεσα οι κυβερνήσεις – συμπεριλαμβανομένης της πλήρους διαφάνειας σχετικά με το ποια σύνολα δεδομένων χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των μοντέλων. Οι συγγραφείς γράφουν:

“Όχι μόνο θα πρέπει να είναι πάντα σαφές πότε συναντάμε συνθετικά μέσα, αλλά οι οργανισμοί που κατασκευάζουν αυτά τα συστήματα θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να τεκμηριώνουν και να γνωστοποιούν τα δεδομένα εκπαίδευσης και τις αρχιτεκτονικές των μοντέλων… Θα πρέπει να κατασκευάζουμε μηχανές που λειτουργούν για εμάς, αντί να “προσαρμόζουμε” την κοινωνία ώστε να είναι αναγνώσιμη και εγγράψιμη από τις μηχανές”.

Αν και οι εταιρείες τεχνολογίας θα ήθελαν να πιστέψουμε ότι είναι ήδη πολύ αργά για να ανατρέψουμε αυτό το προϊόν μαζικής μίμησης που αντικαθιστά τον άνθρωπο, υπάρχουν εξαιρετικά σημαντικά νομικά και ρυθμιστικά προηγούμενα που μπορούν να εφαρμοστούν. Για παράδειγμα, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ (FTC) ανάγκασε την Cambridge Analytica, καθώς και την Everalbum, τον ιδιοκτήτη μιας εφαρμογής φωτογραφιών, να καταστρέψουν ολόκληρους αλγορίθμους που διαπιστώθηκε ότι είχαν εκπαιδευτεί με παράνομα οικειοποιημένα δεδομένα που είχαν αποσπαστεί από φωτογραφίες.

Κατά τις πρώτες ημέρες της, η κυβέρνηση Μπάιντεν προέβαλε πολλούς τολμηρούς ισχυρισμούς σχετικά με την ρύθμιση της μεγάλης τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης της πάταξης της κλοπής προσωπικών δεδομένων για την δημιουργία ιδιόκτητων αλγορίθμων. Με τις προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν, τώρα θα ήταν μια καλή στιγμή να γίνουν πράξη αυτές οι υποσχέσεις – και να αποτραπούν οι επόμενες μαζικές απολύσεις πριν συμβούν.

Ένας κόσμος με βαθιά ψεύδη, βρόχους μιμητισμού και επιδείνωση της ανισότητας δεν είναι αναπόφευκτος. Είναι ένα σύνολο πολιτικών επιλογών. Μπορούμε να ρυθμίσουμε την τρέχουσα μορφή των βαμπιρικών chatbots από την ύπαρξη – και να αρχίσουμε να οικοδομούμε τον κόσμο στον οποίο οι πιο συναρπαστικές υποσχέσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης θα είναι κάτι περισσότερο από παραισθήσεις της Silicon Valley.

Επειδή εκπαιδεύσαμε τις μηχανές. Όλοι μας. Αλλά ποτέ δεν δώσαμε την συγκατάθεσή μας. Τρέφονταν από την συλλογική εφευρετικότητα, την έμπνευση και τις αποκαλύψεις της ανθρωπότητας (μαζί με τα πιο διεφθαρμένα χαρακτηριστικά μας). Αυτά τα μοντέλα είναι μηχανές περίφραξης και οικειοποίησης, που καταβροχθίζουν και ιδιωτικοποιούν τις ατομικές μας ζωές καθώς και τις συλλογικές πνευματικές και καλλιτεχνικές μας κληρονομιές. Και ο στόχος τους δεν ήταν ποτέ να λύσουν την κλιματική αλλαγή ή να κάνουν τις κυβερνήσεις μας πιο υπεύθυνες ή την καθημερινότητά μας πιο χαλαρή. Ήταν πάντα να επωφεληθούν από την μαζική εξαθλίωση, η οποία, είναι η κραυγαλέα και λογική συνέπεια της αντικατάστασης των ανθρώπινων λειτουργιών με ρομπότ.

Είναι όλα αυτά υπερβολικά δραματικά; Μια αποπνικτική και αντανακλαστική αντίσταση στην συναρπαστική καινοτομία; Γιατί να περιμένουμε τα χειρότερα; Ο Altman μας καθησυχάζει: “Κανείς δεν θέλει να καταστρέψει τον κόσμο”. Ίσως όχι. Αλλά όπως μας δείχνουν καθημερινά οι συνεχώς επιδεινούμενες κλιματικές κρίσεις και οι κρίσεις εξαφάνισης, πολλοί ισχυροί άνθρωποι και θεσμοί φαίνεται να αισθάνονται μια χαρά γνωρίζοντας ότι συμβάλλουν στην καταστροφή της σταθερότητας των συστημάτων υποστήριξης της ζωής στον κόσμο, αρκεί να μπορούν να συνεχίσουν να αποκομίζουν κέρδη ρεκόρ που πιστεύουν ότι θα προστατεύσουν τους ίδιους και τις οικογένειές τους από τις χειρότερες επιπτώσεις.

Ο Altman, όπως πολλά όντα της Silicon Valley, το 2016 καυχιόταν: “Έχω όπλα, χρυσό, ιωδιούχο κάλιο, αντιβιοτικά, μπαταρίες, νερό, μάσκες αερίου από την Ισραηλινή Δύναμη Άμυνας και ένα μεγάλο κομμάτι γης στο Big Sur, στο οποίο μπορώ να πετάξω”.

Είμαι αρκετά σίγουρος ότι αυτά τα γεγονότα, λένε πολύ περισσότερα για το τι πραγματικά πιστεύει ο Altman για το μέλλον, που βοηθά να εξαπολυθεί, από ό,τι οι όποιες διανθισμένες ψευδαισθήσεις επιλέγει να μοιράζεται σε συνεντεύξεις του στον Τύπο.

Το Δράμα του Κόσμου

Ο Πόλεμος του Καλού και του Κακού

Η φιλοσοφική συζήτηση γύρω από την φύση του Καλού και του Κακού διαρκεί αιώνες. Είναι ένα από τα πλέον διαχρονικά και πολυεπίπεδα θέματα στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης — ένα ζήτημα για το οποίο έχουν γραφτεί τόμοι ολόκληροι, ικανοί να γεμίσουν βιβλιοθήκες που θα έφταναν, μεταφορικά, από την Γη μέχρι την Σελήνη. Πρόκειται για μια διαρκή και ατέρμονη αναζήτηση, καθώς τα ερωτήματα που γεννά είναι θεμελιώδη και τα συμπεράσματα, συχνά, αλληλοσυγκρουόμενα.

Δεν είναι στις προθέσεις μου να επιχειρήσω μία πλήρη ανάλυση αυτού του τεράστιου ζητήματος στο παρόν κείμενο. Αντίθετα, περιορίζομαι στο να καταθέσω δύο βασικά και, κατά την γνώμη μου, καίρια συμπεράσματα. Πρώτον, ότι η συζήτηση για το Καλό και το Κακό είναι, στην ουσία της, μία συζήτηση για τα πάντα. Ακουμπά κάθε πλευρά της ύπαρξης, μπορεί να επεκταθεί σε κάθε ανθρώπινο και υπαρξιακό ερώτημα και γι’ αυτό η έκτασή της δεν έχει τέλος. Και δεύτερον, ότι ο Πόλεμος του Καλού και του Κακού δεν διεξάγεται μόνο στον έξω κόσμο ή εντός μας, αλλά και μέσα στην ίδια την συζήτηση που τον αφορά. Καθεμία από τις αντίθετες θεωρήσεις, τις κοσμοαντιλήψεις και τις διαφωνίες συνιστά και μία μορφή αυτού του πολέμου, συχνά συγκαλυμμένη. Κι ενώ η θεωρητική διαμάχη συνεχίζεται χωρίς σαφή κατάληξη, ο πόλεμος συνεχίζει να μαίνεται – σε κοινωνίες, σε σχέσεις, σε συνειδήσεις.

Εκτιμώ ότι, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου ή φιλοσοφικής κατάρτισης, ο καθένας από εμάς διαθέτει κάποια εσωτερική, σχεδόν ενστικτώδη, επίγνωση για το τι είναι Καλό και τι είναι Κακό. Αυτή η γνώση γεννιέται συχνά μέσα από την εμπειρία, τον πόνο, την χαρά, την συνύπαρξη. Δεν είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε σε σχολές σκέψης ή σε θεωρητικά μοντέλα για να αντιληφθούμε αυτά τα δύο αντίθετα — τα νιώθουμε. Κι ίσως, ακριβώς γι’ αυτό, έχει περισσότερο νόημα να αναδειχθούν ορισμένα κοινά σφάλματα και παρεξηγήσεις που συνοδεύουν την σχετική συζήτηση.

Η άποψη ότι το Καλό και το Κακό είναι έννοιες «σχετικές» προκύπτει συχνά από μια επιλεκτική ανακάλυψη της σχετικότητας. Αν, όμως, κάποιος πάρει στα σοβαρά αυτήν την ιδέα, θα έπρεπε λογικά να την εφαρμόσει και σε όλα τα υπόλοιπα — ακόμη και στην ίδια την πραγματικότητα. Αξιοσημείωτο είναι, ωστόσο, πως αυτή η σχετικότητα συνήθως καταρρέει όταν το Καλό ή το Κακό αγγίξει προσωπικά εκείνον που την υποστηρίζει.

Από την άλλη, ο ισχυρισμός ότι το Κακό είναι απλώς μια “κατασκευή της Συνείδησης”, είναι επιφανειακός και σε τελική ανάλυση παιδαριώδης. Είναι σαν να λέμε ότι ο αέρας είναι «κάτι των πνευμόνων μας». Η συνείδηση, πράγματι, είναι το πεδίο στο οποίο εδράζονται οι εμπειρίες και οι αντιλήψεις μας, όμως αυτό δεν σημαίνει πως όλα εξαντλούνται σε νοητικές ετικέτες. Τα πράγματα υπάρχουν, δρουν και επηρεάζουν, ακόμη κι όταν εμείς προσπαθούμε να τα περιορίσουμε σε έννοιες.

Ορισμένοι υποστηρίζουν πως το Καλό και το Κακό είναι κοινωνικές συμβάσεις, προϊόντα γλωσσικών σχημάτων ή πολιτισμικών προτύπων. Όμως, αν δεχθούμε ότι κάθε λέξη είναι μία συμβατική έννοια, τότε αποδομούμε όχι μόνο το Κακό και το Καλό, αλλά και το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο διεξάγεται η σκέψη μας. Δεν μιλάμε πλέον για το περιεχόμενο των εννοιών, αλλά για την αρχιτεκτονική του λόγου και των επιχειρημάτων. Κι όμως, το Καλό και το Κακό δεν είναι απλώς «επιχειρήματα». Είναι βίωμα, είναι κρίση, είναι συνέπεια.

Πριν επιχειρήσουμε, λοιπόν, να ορίσουμε το Καλό και το Κακό, ίσως πρέπει πρώτα να στοχαστούμε πάνω στο πώς ορίζουμε, στο τι σημαίνει διερεύνηση, τι σημαίνει νόημα, τι σημαίνει εμπειρική ή ηθική αλήθεια.

Μια συχνή σύγχυση εμφανίζεται όταν εξισώνουμε το Καλό με το Δίκαιο ή με το Χρήσιμο. Όμως, το Δίκαιο είναι κάτι διαφορετικό — ένα σύστημα κανόνων, μια συμφωνία. Το Καλό δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτό. Και, αντιστοίχως, το Χρήσιμο μπορεί να υπηρετεί είτε το Καλό είτε το Κακό. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το Κακό είναι απείρως πιο αποτελεσματικό και «χρήσιμο» από το Καλό — ιδίως όταν το κριτήριο είναι το συμφέρον και όχι η ηθική. Δεν είναι, επίσης, πάντοτε αληθές ότι ένα πράγμα είναι είτε καλό είτε κακό. Μπορεί να είναι και τα δύο, αναλόγως συνθηκών, σκοπού, προθέσεων και αποτελέσματος — όπως ένα μαχαίρι, που άλλοτε σώζει κι άλλοτε πληγώνει.

Συχνά υποπίπτουμε στο λάθος να ταυτίζουμε το Καλό με αυτό που μας ωφελεί προσωπικά, και το Κακό με αυτό που μας βλάπτει. Όμως, αυτή η οπτική είναι περιορισμένη και, κατά μία έννοια, εγωκεντρική. Αν μία πράξη είναι καλό για εμένα αλλά ταυτόχρονα βλάπτει κάποιον άλλο, τότε —στην προσωπική μου ηθική εποπτεία— πρόκειται για κάτι κακό. Όχι καλό. Δεν κρίνουμε την πράξη απομονωμένα, αλλά με βάση το σύνολο των συνεπειών της. Ούτε μπορούμε να δεχτούμε ως έγκυρη τη γενίκευση ότι το ίδιο πράγμα είναι ταυτόχρονα καλό και κακό — είναι δύο διαφορετικά πράγματα, με διαφορετικά αποτελέσματα, και το να τα συνδέουμε τεχνητά δημιουργεί μονάχα σύγχυση.

Τέλος, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως η ύπαρξη των εννοιών του Καλού και του Κακού δεν είναι δημιούργημα των πολιτισμικών ή θρησκευτικών μας συστημάτων. Αντιθέτως: αυτά τα συστήματα απλώς προσπάθησαν να περιγράψουν, να διαχειριστούν ή να νοηματοδοτήσουν κάτι που προϋπήρχε ως εσωτερική αίσθηση. Ο άνθρωπος, πολύ πριν τους κανόνες και τις θεωρίες, είχε μέσα του την αίσθηση του σωστού και του λάθους, του φωτός και του σκότους.

Και ίσως, τελικά, αυτός ο αόρατος Πόλεμος του Καλού και του Κακού δεν είναι μία θεωρητική διαμάχη που διεξάγεται σε συνέδρια φιλοσοφίας. Είναι μια καθημερινή σύγκρουση που παίζεται στον κόσμο, στις επιλογές μας, στις μικρές και μεγάλες μας αποφάσεις, στο βλέμμα μας προς τον άλλον — και στον καθρέφτη.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το Καλό και το Κακό είναι, πρώτα και κύρια, δύο λέξεις· λέξεις που σκοπό έχουν να καταδείξουν κάτι που συμβαίνει — όχι να αποτελέσουν το ίδιο το γεγονός. Οι ίδιες οι λέξεις δεν είναι η πραγματικότητα, είναι μόνο δείκτες που μας βοηθούν να την περιγράψουμε. Από αυτήν την σκοπιά, το συχνά επικαλούμενο ζήτημα του «διπολισμού» δεν φαίνεται να ισχύει με τον τρόπο που συνήθως παρουσιάζεται. Αν και για κάποιον λόγο ο διπολισμός θεωρείται κάτι αρνητικό ή «μη αποδεκτό», δεν μας ενοχλεί όταν λειτουργεί πρακτικά — όπως στις μπαταρίες, οι οποίες δεν θα υπήρχαν δίχως τους δύο αντίθετους πόλους τους.

Αντίστοιχα, το παράδειγμα του Άσπρου και του Μαύρου δεν αποτελεί απόλυτο δίπολο· ούτε το Καλό και το Κακό μπορούν να περιοριστούν σε έναν απόλυτο διπολισμό. Υπάρχει, αντίθετα, μια κλίμακα — ένα συνεχές φάσμα που απλώνεται ανάμεσα στα δύο άκρα. Όπως μεταξύ του Άσπρου και του Μαύρου παρεμβάλλονται αμέτρητες αποχρώσεις, μεταβάσεις, διαβαθμίσεις και συνδυασμοί χρωμάτων, έτσι και μεταξύ του Καλού και του Κακού υφίσταται ένα πλήθος ενδιάμεσων ποιοτήτων. Πρόκειται για κάτι πολυπλοκότερο από ένα απλό «είτε-είτε». Μπορούμε να φανταστούμε αυτή την κλίμακα γραφικά: από την μία τα «άσπρα» χρώματα, από την άλλη τα «μαύρα», και ανάμεσά τους ένα σύνορο — μικρό, λεπτό, σχεδόν δυσδιάκριτο — πέρα από το οποίο η τάση αρχίζει να αλλάζει.

Το ενδιάμεσο αυτό σύνορο είναι καθοριστικό. Διαχωρίζει το ένα άκρο από το άλλο, όχι απόλυτα, αλλά με μια σταδιακή μετάβαση. Κι όμως, για λόγους απλότητας, αναφερόμαστε στα άκρα: λέμε «άσπρο» ή «μαύρο», ενώ στην πράξη εννοούμε μια συνολική περιοχή που καταλήγει σε αυτά. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις έννοιες του Καλού και του Κακού. Δεν μιλάμε για δύο απόλυτες δυνάμεις σε σύγκρουση — μιλάμε για μία δυναμική καταστάσεων, ενεργειών και επιρροών, οι οποίες καταλήγουν, ή αποκτούν τάση, προς το ένα ή το άλλο άκρο.

Άρα, ο διπολισμός είναι απλώς μία απλουστευτική γλώσσα για να περιγράψουμε κάτι πολύ πιο σύνθετο. Το Καλό και το Κακό δεν υπάρχουν ως απόλυτες οντότητες — υπάρχουν ως δύο ευρύτερες περιοχές μέσα σε ένα συνεχές φάσμα. Η αληθινή εικόνα είναι εκείνη μιας κλίμακας: μιας πορείας με μεταβατικά στάδια, μιας δυναμικής όπου οι πράξεις, τα αποτελέσματα, οι προθέσεις και οι συνέπειες συγκλίνουν — σταδιακά — προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Ουσιαστικά, λοιπόν, όταν μιλάμε για το Καλό και το Κακό, δεν αναφερόμαστε σε απόλυτα σημεία. Αναφερόμαστε σε τάσεις, σε κατευθύνσεις, σε ενέργειες που ανήκουν σε ένα σύστημα με αρχή, μέση και τέλος — ή καλύτερα, χωρίς σταθερό τέλος, αφού το φάσμα αυτό είναι συνεχές και σε διαρκή ροή. Και ίσως το πιο τίμιο που μπορούμε να κάνουμε απέναντί του είναι να το αναγνωρίσουμε ως τέτοιο: όχι για να χαθούμε μέσα στην σχετικότητα, αλλά για να αποκτήσουμε πιο καθαρή ηθική και υπαρξιακή όραση.

Η Αλυσίδα των Αιτίων και ο Αόρατος Πόλεμος των Δυνάμεων

Μια ακόμη συχνή άποψη που εμφανίζεται στις σχετικές συζητήσεις είναι η εξής: αν, για παράδειγμα, ένας λύκος φάει ένα μωρό, μπορεί να πει κανείς ότι ναι μεν αυτό είναι κακό για το μωρό — ή για εμάς που ταυτιζόμαστε με το μωρό — όμως από την πλευρά του λύκου δεν πρόκειται για κάτι κακό, καθώς «ο λύκος υπακούει απλά στο ένστικτο της πείνας». Άρα, σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, ο λύκος δεν είναι κακός· απλώς εμείς το ερμηνεύουμε έτσι. Βάσει αυτής της λογικής, το Κακό δεν υφίσταται στην Φύση — τα πράγματα είναι απλώς «φυσικά».

Ωστόσο, αυτή η άποψη δεν εξηγεί γιατί η Φύση απενοχοποιείται τόσο αυτόματα, σχεδόν σαν αυθεντία πέρα από κάθε κρίση. Δεν αποσαφηνίζει τι εννοούμε λέγοντας «η Φύση», ούτε γιατί την αντιμετωπίζουμε ως κάτι εξαγνισμένο και υπεράνω ηθικών αξιολογήσεων. Αν ένας λύκος τρώει ένα μωρό και αυτό θεωρείται φυσικό, τότε γιατί αυτόματα καταλήγουμε ότι δεν είναι και κακό; Γιατί να μη θεωρούμε ότι η ίδια η Φύση μπορεί να είναι φορέας Κακού — ή έστω μιας απάνθρωπης σκληρότητας; Το ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου πολλά πλάσματα αναγκάζονται να κατασπαράζουν το ένα το άλλο για να επιβιώσουν, γιατί να το αποδεχόμαστε ως ουδέτερα φυσικό και όχι ως ένδειξη ενός κόσμου που εμπεριέχει και στοιχεία τραγικά ή ακόμη και «κακά»; Ο όρος «φυσικό» εδώ μοιάζει να λειτουργεί ως ένα μανδύας εξωραϊσμού· σαν να λέμε: εφόσον είναι φυσικό, τότε δεν μπορεί να είναι κακό. Όμως αυτή η θέση, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, φαίνεται να παραδέχεται ακριβώς το αντίθετο από αυτό που προσπαθεί να υποστηρίξει: ότι δηλαδή το Κακό υπάρχει, ακόμη και εντός της Φύσης.

Ίσως εδώ είναι χρήσιμο να επιχειρήσουμε έναν διαχωρισμό: άλλο το Κακό καθαυτό και άλλο αυτό που εμείς νομίζουμε ως «κακό». Δυστυχώς, η νέα ελληνική γλώσσα δεν μας προσφέρει σαφές λεξιλόγιο για να κάνουμε εύκολα αυτόν τον διαχωρισμό. Χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη και για το αντικειμενικά Κακό και για το υποκειμενικά δυσάρεστο. Η αγγλική, αντίθετα, μας βοηθά με τον διαχωρισμό ανάμεσα στο evil και στο bad — το πρώτο έχει μια βαθύτερη, υπαρξιακή και ηθική βαρύτητα, το δεύτερο εκφράζει απλώς κάτι ανεπιθύμητο ή αρνητικό. Εδώ, λοιπόν, όταν μιλάμε για το Κακό, αναφερόμαστε κυρίως στο evil, όχι απλώς στο bad. Και η συζήτηση παίρνει άλλο βάθος όταν αντιληφθούμε αυτήν την διάκριση.

Αυτές ήταν κάποιες κρίσιμες παρατηρήσεις που, κατά την άποψή μου, είναι σημαντικές και σχετίζονται με τα πιο συνηθισμένα ερωτήματα που προκύπτουν στα πρώτα στάδια κάθε συζήτησης για την φύση του Καλού και του Κακού. Αν υπήρχε περισσότερος χώρος, θα μπορούσαν να προστεθούν πολλές ακόμη, καθώς το θέμα είναι ανεξάντλητο· αλλά οι παραπάνω σκέψεις θεωρώ πως θίγουν ορισμένα από τα πιο κομβικά σημεία.

Για να κατανοήσουμε το Καλό και το Κακό, και για να διακρίνουμε τον διαρκή πόλεμο που διεξάγεται ανάμεσά τους — και ο οποίος επηρεάζει τα πάντα, μέσα μας και γύρω μας — δεν χρειάζεται να εισχωρήσουμε σε περίπλοκες φιλοσοφικές θεωρίες ή σοφιστείες. Αρκεί να παρατηρήσουμε, με ανοιχτά μάτια και ήσυχο νου, τι πραγματικά συμβαίνει γύρω μας. Να στραφούμε προς την ζωή και να την αφουγκραστούμε. Η βαθύτερη κατανόηση αυτών των πραγμάτων δεν είναι προνόμιο κάποιων «εκλεκτών»· είναι κάτι που όλοι διαθέτουμε μέσα μας, ως άνθρωποι. Αν δεν την είχαμε, δεν θα μπορούσαμε να ξεχωρίζουμε το σημαντικό από το ανούσιο, το φωτεινό από το σκοτεινό. Θα ήμασταν απλώς βιολογικές υπάρξεις, χωρίς ηθική διάκριση.

Το Καλό και το Κακό δρουν — και με πνευματικούς και με υλικούς τρόπους — μέσα από τα πάντα και μέσα στα πάντα. Ή, ακριβέστερα, και πίσω από τα πάντα και πάνω από τα πάντα. Ο πόλεμός τους φαίνεται να αποτελεί την μεγαλύτερη αναμέτρηση δυνάμεων όχι μόνο στον κόσμο μας, αλλά, ίσως, και σε ολόκληρο το Σύμπαν. Ή, αντιστρόφως, από το Σύμπαν και πέρα, εκδηλώνεται και στον κόσμο μας — μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία, τις επιλογές, τις συνέπειες.

Συχνά επιχειρούμε να αλλάξουμε τις λέξεις. Αντί για Καλό και Κακό, προτιμάμε να μιλάμε για Θετικό και Αρνητικό, για Τάξη και Χάος, Δημιουργία και Καταστροφή, Ανώτερο και Κατώτερο, Φως και Σκοτάδι, Ζωή και Θάνατο. Ίσως επειδή οι αρχικές λέξεις μάς φαίνονται φορτισμένες, ταυτισμένες με συγκεκριμένες κοσμοθεωρίες ή απλώς παρωχημένες. Όμως, ακόμη κι αν αλλάξουμε τις λέξεις, αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει και η ουσία. Στην πραγματικότητα, αυτές οι εναλλακτικές έννοιες περιγράφουν —συχνά με πιο ποιητικό ή συμβολικό τρόπο— τα ίδια πράγματα: την ύπαρξη δύο αντίθετων δυνάμεων, που συγκρούονται, μεταμορφώνονται, αλληλεπιδρούν. Δεν ξεφεύγουμε από το Καλό και το Κακό αλλά, βαθύτερα, προσπαθούμε να το ορίσουμε εκ νέου.

Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, γύρω μας και μέσα μας, αυτό που καθορίζει τις καταστάσεις και τις ζωές μας, είναι ένας διαρκής, αθέατος πόλεμος μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων. Δεν γνωρίζουμε αν υφίσταται από πάντα, ή αν θα συνεχίσει για πάντα — αυτή είναι μια ερώτηση ανοιχτή, κι ίσως άλυτη. Όμως, το βέβαιο είναι ότι συμβαίνει αυτήν την στιγμή. Εδώ, τώρα.

Αν παρατηρήσουμε λίγο βαθύτερα, θα δούμε ότι το Καλό και το Κακό δεν είναι απλώς δυνάμεις που δρουν εντός των καταστάσεων, αλλά συχνά μοιάζουν να αποτελούν την ίδια την αιτία ή το αιτιατό. Και ίσως γι’ αυτό βρίσκονται «μέσα σε όλα» — επειδή όλα προκύπτουν από αιτίες και οδηγούν σε συνέπειες. Αυτό μας οδηγεί σε μία από τις πιο κρίσιμες επισημάνσεις: το ζήτημα των αλυσιδωτών αντιδράσεων.

Κάθε τι που συμβαίνει, σε κάθε επίπεδο — είτε μιλάμε για την παγκόσμια ιστορία, είτε για τα γεγονότα στην ζωή ενός ανθρώπου — είναι αποτέλεσμα μιας σειράς αιτίων και αιτιατών. Μιας αλυσίδας γεγονότων, όπου το ένα φέρνει το άλλο, το ένα προκαλεί το επόμενο, και ούτω καθεξής. Κάθε κατάσταση που βιώνουμε, κάθε σύμπτωση, κάθε απόφαση, δεν προέκυψε «από το πουθενά». Αν αναζητήσουμε προσεκτικά την αρχή της, θα δούμε ότι είναι αποτέλεσμα ενός άλλου γεγονότος, που με την σειρά του ήταν αποτέλεσμα κάποιου άλλου, και πάει λέγοντας — μια διαδοχή που μπορεί να ανιχνευθεί πίσω στον χρόνο μέχρι τα απώτατα όρια του παρελθόντος. Κάποια στιγμή, όμως, η παρακολούθηση αυτής της αλυσίδας καθίσταται αδύνατη: χανόμαστε στα βάθη του χρόνου, περιορισμένοι από την γνώση και την αντίληψή μας.

Και όμως, αυτή η αλυσίδα είναι αληθινή. Υφίσταται. Κάθε τι που συμβαίνει σήμερα είναι καρπός μιας τέτοιας αλληλουχίας — ακόμη και αν δεν μπορούμε να την αποδείξουμε πλήρως. Μπορεί να φτάνει μέχρι την δημιουργία του Σύμπαντος· μπορεί να εκτείνεται στο μέλλον, επηρεάζοντας γεγονότα που ούτε φανταζόμαστε. Ίσως σήμερα τράκαρες με το αυτοκίνητό σου επειδή, με τρόπους ανεξιχνίαστους, ο Ναπολέων ηττήθηκε κάποτε στο Βατερλώ. Κι αυτή η ήττα οδήγησε, μέσα από μια μακρά αλυσίδα εξελίξεων, στο σημερινό σου συμβάν. Ίσως αυτό που έγινε σήμερα, να προκαλέσει στο μέλλον τον βίαιο θάνατο ενός ελέφαντα· ίσως όλα να ξεκίνησαν από μια έκλειψη ηλίου, ή να καταλήξουν στην κατάρρευση ενός άστρου. Φανταστικά παραδείγματα — αλλά φιλοσοφικά βάσιμα.

Αυτή είναι η ίδια αλυσίδα που δημιουργεί, προκαλεί και μεταδίδει το Καλό και το Κακό. Αν θέλουμε να τα κατανοήσουμε όχι ως αφηρημένες έννοιες αλλά ως ενεργές επιρροές, πρέπει να τα παρατηρήσουμε μέσα σε αυτήν την αλυσίδα. Να εντοπίσουμε τις συνέπειες των πράξεων, τις επιρροές που μεταφέρονται από γεγονός σε γεγονός, τον τρόπο που μια κακή πράξη γεννά μια άλλη κακή πράξη. Εκεί, μέσα σε αυτήν την ροή, θα εντοπίσουμε και την «αλυσίδα του Κακού» — το ντόμινο που προκαλεί το ένα κακό μετά το άλλο. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί το Κακό, μέσα από τις αλυσιδωτές του αντιδράσεις, τις συνέπειες που επεκτείνονται και διαχέονται.

Και το ίδιο ισχύει και για το Καλό — αλλά αυτό είναι ένα άλλο, εξίσου βαθύ και ουσιαστικό κεφάλαιο.

Αν παρατηρήσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια αυτή την αλυσίδα, θα αρχίσουμε να εντοπίζουμε και πολλά άλλα ενδιαφέροντα φαινόμενα. Όπως, για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο οι «αλυσίδες» του Κακού και του Καλού φαίνεται να συμπλέκονται μεταξύ τους, να συναντιούνται, να συγκρούονται, να προσπαθούν η μία να επηρεάσει, να αποδυναμώσει ή ακόμη και να μεταστρέψει την άλλη. Μοιάζει σαν να βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαρκής πάλη επιρροών, με το Καλό να προσπαθεί να σταματήσει την εξάπλωση του Κακού — ή το αντίστροφο — μέσα από μια αόρατη στρατηγική που ξεδιπλώνεται μέσα στον χρόνο.

Αν κοιτάξουμε ακόμη πιο προσεκτικά, θα δούμε πως μέσα σε αυτήν την ροή των καταστάσεων υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν σαν να είναι σκηνοθετημένες. Σαν να παρεμβαίνουν κάποιοι — αόρατοι, αδιόρατοι — σκηνοθέτες. Συχνά, γεγονότα παρουσιάζονται σαν να έχουν ενορχηστρωθεί από κάποιο «χέρι» που δεν φαίνεται. Οι συμπτώσεις δεν είναι πάντα τυχαίες. Η Συγχρονικότητα — όπως την έχει ορίσει η ψυχολογία και η μυστικιστική παράδοση — κάνει την εμφάνισή της με τρόπο που μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε: πρόκειται για απλή σύμπτωση ή για σημάδι; Για αλληλουχία ή για πρόθεση; Πολλά γεγονότα φαίνεται να οδηγούνται σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα — σαν να έχουν στόχο, σκοπό, αποστολή. Και, εξίσου συχνά, αυτή η πορεία παρεμποδίζεται, πολεμιέται, ανατρέπεται· σαν να υπάρχουν δυνάμεις που είτε προωθούν είτε αναχαιτίζουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ξεχωριστή σημασία η διδασκαλία που λέει πως πρέπει να απαντούμε στο Κακό με Καλό. Όχι από αδυναμία, αλλά από επίγνωση. Διότι όταν κάποιος επιλέγει να απαντήσει στο Κακό με Κακό, τότε ενισχύει την αλυσίδα του — την τροφοδοτεί, την συνεχίζει. Αντιθέτως, όταν κάποιος απαντά με Καλό, δημιουργεί ένα εμπόδιο. Σπάει τον μηχανισμό της αλυσιδωτής μετάδοσης του Κακού, τον σταματά ή έστω τον αποδυναμώνει. Αυτός είναι και ο βαθύτερος λόγος πίσω από την γνωστή φράση: «αν κάποιος σε χτυπήσει στο ένα μάγουλο, γύρνα και το άλλο». Όχι για να παραδοθείς, αλλά για να διακόψεις τον μηχανισμό. Για να δημιουργήσεις ένα ρήγμα στην ροή. Για να προκαλέσεις ενδεχομένως την μετάνοια, την συνείδηση, ή έστω την αμηχανία· κι αν όχι, τουλάχιστον θα έχεις περιορίσει την εξάπλωση του Κακού από την δική σου πλευρά.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η λαϊκή σοφία που μας προτρέπει: «Κάνε το Καλό και ρίξ’ το στο γιαλό». Ο γιαλός εδώ λειτουργεί ως συμβολικό πεδίο, ένας ωκεανός επιστροφής — μια υπενθύμιση ότι οι πράξεις μας, όποιες κι αν είναι, επιστρέφουν. Ο γιαλός τις ξεβράζει, αργά ή γρήγορα, ξανά στα πόδια μας. Το Καλό, ακόμη κι αν δεν ανταμειφθεί αμέσως, αφήνει ίχνος· μεταφέρεται, ταξιδεύει, συνεχίζει. Και τότε η αλυσίδα, η αρχικά αδιόρατη, αρχίζει να διαφαίνεται.

Το ίδιο φως αναδύεται και μέσα από εκείνη την αινιγματική αλλά τόσο βαθιά ρήση: «όταν κάνεις το Καλό, να μην γνωρίζει η αριστερά σου τί ποιεί η δεξιά σου». Πρόκειται για μια προτροπή στην ανιδιοτέλεια, αλλά και για μια υπαρξιακή τεχνική. Το Καλό δεν πρέπει να γίνεται εργαλείο αυτοπροβολής ή ανταλλαγής· πρέπει να παραμένει αληθινό. Όσο πιο καθαρό, όσο πιο σιωπηλό, τόσο ισχυρότερο. Η ισχύς του Καλού, τελικά, δεν μετριέται στην εξωτερική επιβράβευση, αλλά στην ρήξη που προκαλεί στην αλυσίδα του Κακού.

Μέσα από αυτές τις λεπτές αλλά καθοριστικές παρατηρήσεις, μπορούμε να αρχίσουμε να βλέπουμε τον κόσμο με άλλη ματιά. Όχι ως στατικό σύνολο αντικειμένων, αλλά ως έναν ζωντανό μηχανισμό αλυσιδωτών αλληλεπιδράσεων. Και μέσα σε αυτόν, το Καλό και το Κακό δεν είναι απλές έννοιες. Είναι ενεργές αρχές, δυνάμεις, κινήσεις. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα τις κατανοήσουμε. Είναι κυρίως πώς — και σε ποια αλυσίδα — θα επιλέξουμε να ενταχθούμε εμείς.

Η μεταφυσική οπτική του Καλού και του Κακού — σε απόλυτη συνάφεια με την ατέρμονη αλυσίδα αιτίων και αιτιατών, γεγονότων και καταστάσεων, δικτύων και συσχετισμών — υποστηρίζει πως πίσω από την πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε, υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις υπερ-νοημοσύνης. Πρόκειται για δύο αρχές οι οποίες, με τρόπο που παραμένει ανεξιχνίαστος στην ανθρώπινη κατανόηση, φαίνεται να διαθέτουν την δυνατότητα απόλυτης εποπτείας: να παρατηρούν την αλυσίδα των πραγμάτων από πολύ ψηλά, να εντοπίζουν κάθε διακλάδωση της, να προβλέπουν πού αυτή οδηγεί στο μέλλον, και να παρεμβαίνουν προκειμένου να την στρέψουν προς την επιθυμητή για την καθεμία έκβαση.

Μπορούμε να φανταστούμε το εξής: μια δύναμη γνωρίζει ότι αυτό που συμβαίνει σε κάποιον την δεδομένη στιγμή είναι αποτέλεσμα προηγούμενων παρεμβάσεων της αντίπαλης δύναμης, και επιχειρεί να το ανατρέψει, να το ανακατευθύνει, να το μεταμορφώσει ώστε να εξυπηρετήσει το δικό της σκοπό. Το ίδιο πράττει και η άλλη. Και οι δύο δυνάμεις, μέσα από αυτήν τη μεταφυσική αντίληψη των πραγμάτων, έχουν πλήρη πρόσβαση στο παρελθόν που γέννησε το παρόν, και πλήρη εποπτεία των πιθανών μελλοντικών εκβάσεων στις οποίες μπορεί να οδηγηθεί αυτό το παρόν.

Μόνο που αυτό το «μέλλον» δεν είναι σταθερό ή δεδομένο. Βρίσκεται σε μια κατάσταση κβαντικής εκκρεμότητας — όπως στο γνωστό παράδειγμα με την “Γάτα του Σρέντινγκερ”. Η έκβασή του «παίζεται», και η τελική κατεύθυνση που θα πάρει εξαρτάται από το ποια δύναμη θα κατορθώσει να παρέμβει αποτελεσματικότερα: να ανατρέψει, να εμποδίσει, να καθοδηγήσει. Εδώ δεν πρόκειται για μια σύγκρουση εννοιών, αλλά για έναν λεπτομερή, στρατηγικό, σχεδόν «στρατιωτικό» πόλεμο, όπου κάθε στιγμή, κάθε κρίσιμο σημείο, κάθε λεπτομέρεια έχει σημασία.

Ο Πόλεμος Πίσω από την Πραγματικότητα

Αυτός ο πόλεμος, σύμφωνα με την φρακταλική λογική που διαπερνά την μυστικιστική παράδοση — «όπως πάνω, έτσι και κάτω» — δεν διεξάγεται μόνο σε συμπαντική κλίμακα. Επαναλαμβάνεται παντού, στον πλανήτη, στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στο σπίτι σου, στην σχέση σου, στο κύτταρό σου, σε κάθε άνθρωπο και σε κάθε μορφή ζωής. Διεξάγεται ταυτόχρονα σε κάθε πεδίο — από την ατομική σου ψυχή μέχρι το απειροελάχιστο μόριο ενός χορταριού που δονείται από ανεξιχνίαστες δυνάμεις.

Μιλάμε για έναν πόλεμο που δεν γίνεται με όπλα, αλλά με εποπτεία, πρόθεση και παρέμβαση. Είναι μυστικός, σιωπηλός και, συχνά, αόρατος. Όμως είναι εκεί, σε κάθε καμπή της ύπαρξης. Σε κάθε απόφαση, κάθε κίνηση, κάθε συνέπεια. Για κάθε πράγμα που συμβαίνει, «παίζονται όλα για όλα». Το αποτέλεσμα ενός γεγονότος μπορεί να είναι μια κερδισμένη μάχη για την μία δύναμη και μια χαμένη μάχη για την άλλη. Και, βέβαια, αν και η απώλεια μιας μάχης δεν σημαίνει ότι έχει χαθεί και ο πόλεμος, πολλές διαδοχικές ήττες οδηγούν, σταδιακά, στην ενδυνάμωση του αντιπάλου. Η συσσωρευμένη πλάστιγγα των μαχών δεν είναι ποτέ αδιάφορη. Υπάρχει πάντα ένα κρίσιμο σημείο, μια μάζα επιρροής που μπορεί να γείρει την έκβαση προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Κι ίσως αυτός να είναι, τελικά, ο αληθινός «πόλεμος των κόσμων». Όχι ανάμεσα σε έθνη, όχι ανάμεσα σε ιδεολογίες, αλλά ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, που αγωνίζονται μέσα από τα πάντα, για τα πάντα, πάνω και πέρα από τον κόσμο, αλλά και μέσα στο βλέμμα μας κάθε φορά που καλούμαστε να πράξουμε.

Το μυστικό μέσα σε όλον αυτόν τον αόρατο και αέναο πόλεμο δεν βρίσκεται μόνο στην κατανόηση των δυνάμεων ή στην αναγνώριση των αλυσίδων, αλλά στην παρατήρηση εκείνων των καταστάσεων, των γεγονότων, των ανθρώπων ή των επιλογών που είναι ιδιαίτερα κομβικά. Πρόκειται για εκείνα τα σημεία μέσα στο δίκτυο των αλληλεπιδράσεων που, αναλόγως με την κατεύθυνση που θα πάρουν, μπορούν να επηρεάσουν απείρως περισσότερα από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Είτε στο πλαίσιο της προσωπικής μας ζωής, είτε σε συλλογικό επίπεδο – στην ανθρωπότητα, στον κόσμο, ή και στο ίδιο το Σύμπαν – υπάρχουν πάντα τέτοιες στιγμές-σταυροδρόμια όπου η μάχη γίνεται με όλη την διαθέσιμη ένταση, με όλα τα μέσα.

Τα κομβικά σημεία δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν. Δεν λάμπουν ούτε προειδοποιούν. Συχνά είναι μικρά, σχεδόν αδιόρατα — λεπτομέρειες της καθημερινότητας που προσπερνάμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι όμως, από την οπτική μιας πολύ υψηλότερης εποπτείας, αυτά τα φαινομενικά αμελητέα στοιχεία αποτελούν κρίσιμα σημεία καμπής. Είναι οι λεπτές τομές όπου διασταυρώνονται τα μεγάλα ρεύματα της αιτιότητας. Και όσο πιο ψηλά βλέπει κανείς, τόσο πιο καθαρά αντιλαμβάνεται το βάθος της σημασίας τους.

Όσοι έχουν μάθει να παρατηρούν, όσοι έχουν αποκτήσει —μέσα από εμπειρία, άσκηση, ευαισθησία ή χάρη— την ικανότητα να διαβάζουν πίσω από την επιφάνεια των γεγονότων, αντιλαμβάνονται την «σκηνοθεσία» του κόσμου. Κατανοούν με κάποιον τρόπο αυτά τα κομβικά σημεία — τα νιώθουν, τα διαισθάνονται, εντοπίζουν την δόνησή τους. Αυτά τα σημεία μοιάζει να εκπέμπουν μια «αρμονική» στο περιβάλλον, σαν ηχητικό κύμα που συντονίζεται με βαθύτερες δομές της πραγματικότητας. Και, ανάλογα με το «ύφος» ή την «υπογραφή» αυτής της αρμονικής, μπορεί κανείς να διακρίνει από ποια δύναμη προέρχεται η επέμβαση, ποιος είναι ο στόχος της και τι ακριβώς επιχειρεί να προωθήσει ή να αποτρέψει.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρχαίοι πρόγονοί μας έδιναν τόση σημασία στους οιωνούς. Κατανόηση τέτοιων αρμονιών, σημάτων και συμβόλων είναι ακριβώς αυτό: μια παρατήρηση της αόρατης δομής μέσα στην οποία λειτουργούν οι δυνάμεις και παίζονται οι αποφάσεις. Δεν πρόκειται για δεισιδαιμονία, αλλά για μια ανώτερη μορφή επίγνωσης: να βλέπεις την ροή και τα ρεύματα, όχι μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων.

Τα κομβικά αυτά σημεία είναι σταυροδρόμια· και, όπως σε κάθε σταυροδρόμι, η κατεύθυνση που θα επιλεγεί μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την πορεία. Ο ποιητής Robert Frost το αποτυπώνει θαυμάσια στο περίφημο ποίημά του The Road Not Taken: «πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, και αυτό έκανε όλη την διαφορά». Και πράγματι, ο δρόμος είναι συχνά σαν σιδηροδρομική γραμμή: όταν η αμαξοστοιχία πλησιάζει το σημείο διακλάδωσης, δύο σταθμάρχες —οι δύο αντίθετες δυνάμεις— στέκονται έτοιμοι στους μοχλούς, έτοιμοι να καθορίσουν ποιο ρεύμα θα επικρατήσει, προς ποια κατεύθυνση θα συνεχιστεί το ταξίδι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γνωστή προτροπή «ακολούθα το ρεύμα» (go with the flow) δεν είναι πάντοτε σοφή. Αν το ρεύμα το ακολουθήσεις μηχανικά, χωρίς επίγνωση, χωρίς καμία εποπτεία, τότε ίσως να έχεις παραδοθεί σε μια δύναμη που δεν έχει τους σκοπούς σου κατά νου. Το σημαντικό δεν είναι να υποταχθείς στην ροή, αλλά να αποκτήσεις επίγνωση της φύσης της. Ποιο είναι αυτό το ρεύμα; Πού πηγαίνει; Από ποια δύναμη καθοδηγείται; Τι πρόκειται να προκαλέσει; Χωρίς αυτήν την ελάχιστη έστω εποπτεία, γίνεσαι μέρος της αλυσίδας χωρίς να το γνωρίζεις· και δεν επιλέγεις, απλώς ακολουθείς.

Και ίσως, τελικά, εκεί ακριβώς να βρίσκεται και το νόημα της ελεύθερης βούλησης: όχι στο ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, αλλά στο ότι μπορούμε να διακρίνουμε ποιας αλυσίδας κρίκος θέλουμε να γίνουμε.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την τάση να αποδίδουν τις περισσότερες καταστάσεις στην Τύχη. Κι όμως, σχεδόν κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τι ακριβώς είναι αυτή η περιβόητη «Τύχη»· μια έννοια τόσο ασαφής, που μοιάζει περισσότερο με αόριστη πανάκεια απέναντι στο ανεξήγητο και στο άγνωστο, παρά με πραγματική εξήγηση. Το «Τυχαίο» δεν είναι, στην ουσία, τίποτε περισσότερο από την αναγκαία εφεύρεση του νου μας όταν δεν διαθέτει τις πληροφορίες ή την εποπτεία να αντιληφθεί τους μηχανισμούς μιας κατάστασης. Πρόκειται για ένα επίχρισμα ασφάλειας: μια ψευδής ερμηνεία, που σκοπό έχει να καλύψει την άγνοιά μας — να πούμε «κάτι», αντί να παραδεχτούμε πως δεν ξέρουμε.

Η επίφαση του «τυχαίου» προκύπτει απλώς και μόνο από την έλλειψη οπτικής — από την περιορισμένη μας θέση μέσα στο ίδιο το γεγονός. Για παράδειγμα, αν δούμε μπροστά μας δύο οχήματα να συγκρούονται στον δρόμο — ή ακόμη κι αν είμαστε οι οδηγοί τους — συνήθως θα πούμε πως ήταν μια σύμπτωση, μια ατυχής στιγμή, «η κακιά ώρα». Το γεγονός αυτό φαίνεται τυχαίο, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουμε τον απαραίτητο χωροχρονικό ορίζοντα για να το δούμε μέσα από την συνολική του πορεία. Το μυαλό μας, αντί να δεχτεί αυτήν την έλλειψη, προτιμά να καλύψει το κενό με μια λέξη: Τύχη.

Όμως, αν ανεβαίναμε ψηλότερα — κυριολεκτικά και μεταφορικά — θα βλέπαμε τα πράγματα διαφορετικά. Αν, για παράδειγμα, βρισκόμασταν σε ένα ελικόπτερο και παρατηρούσαμε από ψηλά την πορεία των δύο οχημάτων, θα μπορούσαμε, με σχετική βεβαιότητα και εκτός σοβαρής παρέμβασης, να προβλέψουμε τη σύγκρουσή τους. Θα βλέπαμε ξεκάθαρα πως οι πορείες τους, οι ταχύτητές τους, η τροχιά που ακολουθούν, τους οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο σημείο, την ίδια χρονική στιγμή. Δεν θα ήταν, επομένως, κάτι «τυχαίο»· θα ήταν ένα επερχόμενο αποτέλεσμα, ένα αναμενόμενο αιτιατό, απλώς μη ορατό από τη θέση των ίδιων των εμπλεκομένων.

Και αν, πέρα από την οπτική αυτή, είχαμε στην διάθεσή μας ακόμη υψηλότερα μέσα — γνώση, επίγνωση, τεχνολογία ή και δύναμη — θα μπορούσαμε όχι μόνο να προβλέψουμε την σύγκρουση, αλλά και να την αποτρέψουμε. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μία λεπτή παρέμβαση στην αλυσίδα των αιτίων που οδήγησαν εκεί, και να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων προτού το συμβάν φτάσει στην τελική του εκδήλωση. Θα μπορούσαμε, επίσης, να προκαλέσουμε την σύγκρουση, οδηγώντας τα δύο οχήματα εκεί μέσω μιας σειράς φαινομενικά ασήμαντων μεταβολών σε μικρές επιλογές και γεγονότα, που ωστόσο συντονίζονται για να δημιουργήσουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Και σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στο γεγονός, από την δική τους θέση, δεν θα γνώριζαν ποτέ ούτε ότι η σύγκρουση επρόκειτο να συμβεί, ούτε ότι θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.

Αυτό το παράδειγμα είναι πολύ πιο βαθύ απ’ όσο φαίνεται. Δεν περιγράφει απλώς ένα τροχαίο. Είναι μεταφορά για τον τρόπο που λειτουργεί η πραγματικότητα, για το πώς η έλλειψη εποπτείας μάς οδηγεί σε απλουστεύσεις, και για το πώς, τελικά, το «τυχαίο» είναι μία έννοια που καλύπτει προσωρινά την αδυναμία μας να αντιληφθούμε την αιτιακή αλυσίδα των πραγμάτων. Ίσως, επομένως, να μην υπάρχει τίποτε απολύτως τυχαίο. Ίσως, εκεί όπου νομίζουμε ότι κυριαρχεί το χάος, στην πραγματικότητα να απουσιάζει απλώς η γνώση του συνόλου.

Αλλά τι συμβαίνει, άραγε, όταν — στο ίδιο παράδειγμα της υψηλής εποπτείας — δεν υπάρχει μόνο μία ανώτερη δύναμη που παρακολουθεί και παρεμβαίνει, αλλά δύο; Δύο δυνάμεις υπερβατικής φύσης, με διαμετρικά αντίθετες προθέσεις, στρατηγικές και επιδιώξεις, που παρακολουθούν από διαφορετικές κορυφές την ίδια αλυσίδα γεγονότων και αντιλαμβάνονται μια συγκεκριμένη φάση ως κομβική για την έκβαση της μεταξύ τους σύγκρουσης;

Σε τέτοια περίπτωση, οι επιδράσεις τους δεν είναι απλώς θεωρητικές. Εκδηλώνονται, μεταφέρονται, απλώνονται στο ανθρώπινο πεδίο. Μόνο που —και εδώ έγκειται η κρίσιμη ιδιαιτερότητα— αυτές οι δυνάμεις δεν ενεργούν απευθείας με τον τρόπο που ίσως θα φανταζόμασταν. Στο ανθρώπινο επίπεδο, δρουν κυρίως μέσω των ανθρώπων· μέσα από τις επιλογές, τα συναισθήματα, τα πάθη, τις αρετές, τις αποφάσεις, τα λάθη και τα φωτεινά ξεσπάσματα των ανθρώπων. Οι άνθρωποι δεν είναι άβουλα όργανα· μπορούν να συμμετέχουν — και συμμετέχουν — σ’ αυτόν τον πόλεμο, άλλοι ασυνείδητα, άλλοι εν μέρει, και λίγοι με πλήρη επίγνωση.

Αυτό είναι και το αληθινό νόημα της αρχαίας ιερατικής ρήσης: «Συν Αθηνά και χείρα κίνει». Δεν σημαίνει «κάνε εσύ κάτι κι ύστερα θα φανεί η Αθηνά». Σημαίνει: αν δεις την Αθηνά να κινείται, βάλε κι εσύ το χέρι σου να βοηθήσεις. Διότι αν δεν το κάνεις, αν δεν ενισχύσεις το έργο της, η κίνηση αυτή μπορεί να ανακοπεί· να εξουδετερωθεί από την αντίρροπη παρέμβαση της άλλης δύναμης. Και μην ξεχνάμε πως κι εκείνη — η άλλη πλευρά — έχει «χέρια» που κινούνται γύρω μας, μέσα σε ανθρώπους, σε συστήματα, σε σκέψεις και πράξεις.

Ο Καζαντζάκης το αποδίδει με τρόπο συγκλονιστικό: «Είμαστε οι Σωτήρες του Θεού» λέει. Ο Θεός, η δύναμη του Καλού — όπως και αν την ορίσει κανείς — έχει ανάγκη την βοήθειά μας. Όχι επειδή είναι αδύναμη, αλλά επειδή αυτός είναι ο Νόμος του Παιχνιδιού: η συμμετοχή μας είναι προϋπόθεση για να επιτρέψουμε στην μία δύναμη να δράσει στον κόσμο μέσω ημών.

Σε κάθε περίπτωση, βρισκόμαστε εν μέσω δύο πυρών. Κι αν δεν πάρουμε θέση, αν μείνουμε σε μια θολή ουδετερότητα, τότε αναπόφευκτα θα βαλλόμαστε και από τις δύο πλευρές — είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι. Αν δεν αποκτήσουμε εσωτερική εποπτεία, αν δεν επιλέξουμε συνειδητά πλευρά, τότε απλώς κινούμαστε σαν εκκρεμή: μια εδώ, μια εκεί, χωρίς πυξίδα, χωρίς πρόθεση. Και τότε γινόμαστε πιόνια. Όχι στρατιώτες· απλώς αριθμοί μέσα σε έναν χάρτη επιρροής που δεν καταλαβαίνουμε.

Αν όμως αρχίσουμε να κατανοούμε, να διακρίνουμε, να βλέπουμε — αν ανεβούμε λίγο στην εποπτεία μας — τότε αναγνωρίζουμε ότι καλούμαστε να λάβουμε το «βάπτισμα του πυρός»: να εισέλθουμε κι εμείς συνειδητά στον πόλεμο αυτόν. Όχι απαραίτητα με όπλα, αλλά με το ήθος, την φωνή, την πράξη, την ιδέα, την καλοσύνη μας, την ευθύνη. Όλοι θα πολεμήσουμε τελικά — είτε το θελήσουμε είτε όχι. Το ερώτημα είναι: με ποιον; Ή μάλλον: σε ποια πλευρά της μάχης θα επιλέξουμε να σταθούμε.

Αν δεν το κάνουμε, τότε το σύστημα μάς θεωρεί άμαχο πληθυσμό· στατιστικές απώλειες. Εύκολα χειραγωγήσιμους· εύκολα αναλώσιμους. Και τότε επιβεβαιώνεται η φράση που αποδίδεται στον Ιησού: «Όφειλες να είσαι ή θερμός ή ψυχρός. Τους χλιαρούς θα τους ξεράσω». Δεν είναι λόγια σκληρά· είναι λόγια ακριβείας. Σ’ αυτόν τον πόλεμο, η ουδετερότητα δεν είναι αρετή· είναι άγνοια, είναι φόβος, είναι παράδοση στον δυνατότερο.

Αυτά όλα, βέβαια, μέσα από την ευρύτερη μεταφυσική οπτική του πολέμου του Καλού και του Κακού. Κι αν κάποιος ρωτήσει ποια είναι η φυσική οπτική, δύσκολα μπορεί να δοθεί σαφής απάντηση. Η φυσική οπτική περιορίζεται, ίσως, σε εργαλεία της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, ή της βιολογίας· αλλά τίποτα από αυτά δεν μοιάζει επαρκές για να αγγίξει την βαθύτερη ουσία αυτού του κοσμικού αγώνα. Γιατί αυτός ο πόλεμος, αν είναι κάτι, είναι πάνω απ’ όλα υπαρξιακός.

Όταν το Σύμπαν Δεν Συνωμοτεί

Μια από τις πλέον διαδεδομένες –και συνήθως άκριτα αποδεκτές– φράσεις του σύγχρονου «πνευματικού» αφηγήματος είναι η φράση του Paolo Coelho: «Όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις». Πρόκειται για μια ατάκα που, αν και ακούγεται εμπνευστική, είναι ταυτόχρονα απλοϊκή και παραπλανητική — αν όχι αποπροσανατολιστική. Παραβλέπει, είτε από αφέλεια είτε από πρόθεση, το πιο θεμελιώδες: ότι στο Σύμπαν δεν υπάρχει μόνο μία συνωμοσία. Υπάρχουν δύο.

Το Σύμπαν μοιάζει να διακατέχεται από δύο αντίθετες τάσεις. Η μία είναι η τάση προς την διατήρηση της υπάρχουσας τάξης, η εμμονή στο προβλέψιμο, στο σταθερό, στο «ακίνητο» — μια στατική επανάληψη της πεπατημένης, που αντιστέκεται σε κάθε ουσιαστική μεταβολή. Αυτή είναι η τάση που ενσαρκώνει την Εντροπία, την αποσύνθεση, την φθορά, την σιωπηλή παρακμή των πάντων προς την διάλυση. Η άλλη τάση είναι η δύναμη της δημιουργίας· μια ενέργεια που επιζητεί την κίνηση, την ζωή, την αλλαγή, την διερεύνηση δυνατοτήτων, την μετάβαση από το δεδομένο στο άγνωστο, από την κατάσταση στην ανάσταση.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιμαχόμενες ροπές εκτυλίσσεται η καθημερινή μας εμπειρία. Όταν αυτό που θέλεις, αυτό που οραματίζεσαι ή ετοιμάζεσαι να πραγματοποιήσεις, είναι κάτι αληθινά σημαντικό — κάτι κομβικό που πρόκειται να προκαλέσει αλυσιδωτές μεταβολές όχι μόνο για σένα αλλά και για άλλα σημεία της αλυσίδας των πραγμάτων — τότε το Σύμπαν δεν «συνωμοτεί» υπέρ σου. Τουναντίον, συνήθως σε πολεμά. Όσο μεγαλύτερη η δυναμική της αλλαγής που φέρεις, τόσο ισχυρότερη η αντίσταση που θα δεχθείς.

Το Σύμπαν, στην τάση του προς την σταθερότητα, εκλαμβάνει κάθε «μεγάλη» πράξη ως απειλή. Όπως ακριβώς σε μια γεμάτη μπανιέρα, όπου ένα σώμα μεγαλύτερου όγκου προκαλεί μεγαλύτερη μετατόπιση του νερού, έτσι και ένα γεγονός με βαρύνουσα σημασία προκαλεί πιο έντονες αντιδράσεις. Το νερό ξεχειλίζει. Οι αναταράξεις είναι εγγενές στοιχείο της μεγάλης αλλαγής. Είναι, στην ουσία, ένδειξη.

Μέσα από παρατήρηση χρόνων — και όχι μόνο στο προσωπικό πεδίο αλλά και στο συλλογικό, στο ιστορικό, στο υπαρξιακό — διαπίστωσα ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι ένας νόμος. Όταν προσπαθείς να υλοποιήσεις κάτι πραγματικά σημαντικό, θα συναντήσεις εμπόδια· και όχι απλώς τυχαία εμπόδια, αλλά μια καθορισμένη και επίμονη αντίσταση που προκύπτει από το ίδιο το Σύμπαν, σαν να σε δοκιμάζει, σαν να ελέγχει την βαρύτητα αυτού που πας να κάνεις.

Μάλιστα, αν ποτέ αναρωτηθείς αν αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις είναι πράγματι σημαντικό, τότε μπορείς να το διαπιστώσεις παρατηρώντας τον βαθμό αντίστασης που εμφανίζεται μπροστά σου. Όσο περισσότερα και σοβαρότερα τα εμπόδια, τόσο βαθύτερο και κομβικό το ενδεχόμενο αποτέλεσμα. Όσο πιο επίμονες οι παρεμβάσεις της πραγματικότητας για να σε αποτρέψουν, τόσο πιο προφανές γίνεται ότι αυτό που ξεκινάς έχει σημασία — όχι μόνο για εσένα, αλλά και για την ισορροπία της αλυσίδας.

Έτσι, αντί να ακολουθούμε αφελώς την ρομαντική προτροπή του Coelho, είναι ίσως πιο ρεαλιστικό —και πιο τίμιο— να αναγνωρίσουμε την αντίσταση ως ένδειξη. Να μετατρέψουμε τα εμπόδια σε πυξίδα. Όχι για να εγκαταλείψουμε, αλλά για να καταλάβουμε. Να διακρίνουμε πότε βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι κομβικό — και να αντιληφθούμε ότι τα σημαντικά πράγματα δεν συμβαίνουν με ευκολία, δεν ευλογούνται εξ αρχής από την «καλή τύχη», αλλά συναντούν πόλεμο, γιατί ακριβώς μπορούν να ανατρέψουν ολόκληρη την τάξη του υπαρκτού.

(Θυμάμαι τον Γιώργο Μπαλάνο, που έλεγε κάποτε: «Πού είναι ο θησαυρός; Από ποια κατεύθυνση, σε ποιο σημείο; Μα, εκεί όπου υπάρχουν τα τέρατα, οι φύλακες, εκεί απ’ όπου θα εμποδιστείς να πας. Εκεί που είναι δύσκολο, που φοβάσαι. Διότι, ο θησαυρός δεν είναι αφύλακτος. Αν είναι αφύλακτος, κι ο δρόμος είναι ανοιχτός, και τα πάντα ξεκλείδωτα, δεν υπάρχει θησαυρός εκεί…»)

Από την άλλη πλευρά, όπως ήδη έχει αναφερθεί, υπάρχει και η αντίρροπη όψη του Σύμπαντος — η άλλη, δημιουργική δύναμη, η οποία, όταν αντιληφθεί ότι πρόκειται να προκληθούν σημαντικές και ουσιαστικές αλλαγές, σπεύδει να βοηθήσει. Η βοήθειά της δεν έρχεται απαραίτητα ως θριαμβευτική επέμβαση· είναι πιο διακριτική, πιο σιωπηλή, αλλά βαθιά στοχευμένη. Συχνά —όπως έχω παρατηρήσει μέσα από εξειδικευμένη και μακροχρόνια παρατήρηση— αυτή η καλή δύναμη δραστηριοποιείται ακριβώς επειδή εντοπίζει πρώτα την κίνηση της αντίπαλης δύναμης. Παρατηρεί την συγκέντρωση εμποδίων, την συστηματική αναχαίτιση της αλυσίδας αλλαγών, τις δονήσεις μέσα στο σύστημα — σαν την αράχνη που αντιλαμβάνεται την ταραχή στον ιστό της.

Η επέμβαση της δημιουργικής δύναμης, όμως, δεν περνά απαρατήρητη. Όταν κινηθεί η μία πλευρά, κινητοποιείται και η άλλη. Και τότε ξεκινά μια πιο ευθεία, πιο έντονη σύγκρουση· όχι απλώς σε ενεργειακό επίπεδο, αλλά μέσα στις καταστάσεις. Η μάχη εκδηλώνεται μέσα από γεγονότα, μέσω γεγονότων, μέσω ανθρώπων, μέσω συμπτώσεων και συγχρονισμών — μέσω των πάντων. Αυτό το «μέσω» είναι καθοριστικής σημασίας. Δεν πρόκειται για απλή αλληγορία· περιγράφει την ίδια τη μέθοδο με την οποία οι δυνάμεις αυτές δρουν, όχι απ’ έξω, αλλά από μέσα — μέσα από τις υπάρχουσες συνθήκες. Το πώς λειτουργεί αυτό, βέβαια, είναι μια τεράστια και πολύπλοκη συζήτηση, που ξεπερνά τα όρια αυτών των σελίδων.

Εδώ είναι που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η ρήση που αναφέραμε νωρίτερα: «Συν Αθηνά και χείρα κίνει». Όταν κάποιος κατανοήσει πως βρέθηκε εν μέσω αυτής της σύγκρουσης, πως παρατηρεί —ή καλύτερα, αισθάνεται— τις δυνάμεις να παλεύουν στον χώρο της ζωής του, τότε οφείλει να συνδράμει. Να μην μείνει αμέτοχος. Αν δει πως κινείται η Αθηνά, να βοηθήσει· γιατί αλλιώς η κίνηση μπορεί να σβήσει, να παρασυρθεί, να εξουδετερωθεί από την αντίσταση της άλλης πλευράς. Καμία επέμβαση του Καλού δεν είναι δεδομένη· χρειάζεται στήριξη, ενίσχυση, αποδοχή.

Το ειδικό —και κρίσιμο— ζήτημα, όμως, είναι η ίδια η συνείδηση του εμπλεκόμενου· το να αντιληφθεί, δηλαδή, ότι βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης, αθέατης σύγκρουσης. Ότι είναι, χωρίς να το γνωρίζει απαραίτητα, το πεδίο δράσης δύο αντίθετων δυνάμεων, δύο κυμάτων που κινούνται αντίρροπα μέσα στον ίδιο του τον χωροχρόνο. Και η ουσία είναι ότι, αν κινηθεί άτσαλα ή ασυνείδητα, δεν θα χτυπηθεί μόνο από την αρνητική πλευρά, αλλά πιθανόν και από την ίδια την ωστική δύναμη της μεταξύ τους σύγκρουσης. Η πίεση της σύγκρουσης δεν κάνει διακρίσεις — απλώς παρασύρει ό,τι δεν έχει τοποθετηθεί με ακρίβεια και επίγνωση.

Εδώ συναντάμε ξανά το ζήτημα της «πλεύσης με το ρεύμα» — του γνωστού go with the flow. Αλλά αυτό δεν σημαίνει «παραδίδομαι παθητικά σε ό,τι έρθει». Αντιθέτως: σημαίνει να αποκτήσω την διορατικότητα και την ευαισθησία να αναγνωρίσω το σωστό κύμα. Να περιμένω την κατάλληλη στιγμή, να δω πότε εμφανίζεται η κίνηση που αξίζει να ακολουθηθεί, και τότε —με προσοχή και προσπάθεια— να την προφτάσω, να την «καβαλήσω», όπως κάνει ο έμπειρος σέρφερ που δεν βουτάει στην τύχη, αλλά ξέρει ποιο κύμα θα τον οδηγήσει και ποιο θα τον καταπιεί.

Μια συγκλονιστική, σχεδόν κρυπτογραφημένη παραβολή αυτής της ιδέας εμφανίζεται στο τέλος της ταινίας Ο Πεταλούδας (Papillon), εκεί όπου η απόδραση δεν έρχεται με βία, αλλά με την αναμονή του σωστού κύματος. Της μοναδικής στιγμής που το σύμπαν θα επιτρέψει μια ρήξη στην κανονικότητα — και αν είσαι έτοιμος, αν είσαι παρών, αν έχεις παρατηρήσει σωστά, τότε μπορείς να την εκμεταλλευτείς.

Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται να είσαι ξύπνιος. Να έχεις ήδη καταλάβει τι συμβαίνει. Να είσαι μέσα στο παιχνίδι — αλλά από την σωστή πλευρά.

Η ιστορία της εποπτείας και των εντοπισμών, των παρεμβάσεων και των επεμβάσεων, των εισβολών και των καταλήψεων, των συμμαχιών, των μεταλλάξεων και των μεταστοιχειώσεων, δεν είναι τίποτα άλλο από την ιστορία του Πολέμου του Καλού και του Κακού. Ένας πόλεμος αδιάκοπος, σιωπηλός, που εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε κάθε επίπεδο της ύπαρξης. Και οι άνθρωποι, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, είναι συχνά φορείς αυτής της μάχης· άλλοτε ως ξενιστές κάποιας δύναμης — του Καλού ή του Κακού — και άλλοτε ως συνειδητοί σύμμαχοι. Κι αυτό δεν γίνεται πάντα σταθερά· οι ρόλοι αυτοί αλλάζουν, μεταβάλλονται. Άνθρωποι που σε μια στιγμή είναι ενεργά όργανα της μίας πλευράς, μπορεί την επόμενη να γίνουν ασυνείδητα εργαλεία της άλλης. Μπορεί να είναι πιόνια, αλλά μπορεί να είναι και παίκτες.

Έχουμε όλοι μας ακούσει την παράξενη αλλά εύγλωττη φράση: «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Για όσους έχουν μάθει να διαβάζουν τα στρώματα της πραγματικότητας, αυτή η φράση φανερώνει μια από τις πιο συχνές και βαθιές μεθόδους της καλής δύναμης μέσα στον πόλεμο: την μέθοδο της μεταστοιχείωσης. Όταν το Κακό δράσει, όταν η παρεμβολή του είναι τόσο ισχυρή ώστε να μην μπορεί να ανακοπεί εγκαίρως, το Καλό –αν προλάβει και αν βρει πεδίο– παρεμβαίνει σε επόμενο σημείο της αλυσίδας. Εκεί όπου μπορεί να αλλάξει την πορεία των συνεπειών· εκεί όπου μπορεί να αξιοποιήσει την φορά του Κακού και να την μετατρέψει σε κάτι απρόσμενα φωτεινό. Δεν πρόκειται για δικαίωση του Κακού, αλλά για ανατροπή του νοήματος· για την ικανότητα του Καλού να διαβάζει το σκοτάδι και να το στρέφει εναντίον του εαυτού του.

Η μετατροπή του Κακού σε Καλό –έστω και ετεροχρονισμένα– δεν είναι μια αυτόματη διεργασία. Απαιτεί συνειδητότητα, ετοιμότητα, παρέμβαση. Και, συνήθως, γίνεται αθόρυβα, μέσα στις λεπτομέρειες. Εκεί όπου οι περισσότεροι δεν βλέπουν τίποτα — εκεί δρουν οι πραγματικοί μεταστοιχειωτές.

Όμως, κι από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια μέθοδος εξίσου διαδεδομένη: η μεταμφίεση. Το Κακό —ίσως περισσότερο από κάθε άλλη στρατηγική του— προτιμά να παρουσιάζεται με την μορφή του Καλού. Να εμφανίζεται ως ωφέλιμο, δίκαιο, αναγκαίο, ακόμα και φωτεινό. Να πείθει αυτόν που το υπηρετεί πως πράττει για το σωστό, πως βοηθά, πως βρίσκεται στην σωστή πλευρά της ιστορίας. Έτσι γεννιούνται οι διπλοί πράκτορες. Όχι κατάσκοποι κάποιας υπηρεσίας· αλλά καθημερινοί άνθρωποι που, πιστεύοντας πως δρουν για το Καλό, στην ουσία εργάζονται για το αντίθετό του. Κι αυτό κάνει την σύγκρουση ακόμη πιο δύσκολη. Διότι δεν είναι μάχη ανάμεσα στο φανερό καλό και στο φανερό κακό. Είναι μάχη ανάμεσα στο αυθεντικό και στο παραποιημένο. Ανάμεσα στο φωτεινό και το παραφωτισμένο.

Κι εδώ, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται διάκριση. Όχι μόνο για το ποια πλευρά υπερισχύει, αλλά για το ποια είναι η πλευρά που εμείς υπηρετούμε.

Το Κακό λειτουργεί με την φήμη του (όπως ένα μεγάλο ισχυρό στράτευμα που προελαύνει, και από την φήμη του πολλές φορές δεν χρειάζεται να πολεμήσει, γιατί πολλοί παραδίνονται με το που μαθαίνουν ότι έρχεται ή με το που το βλέπουν ή το νιώθουν). Το Κακό, με την φήμη του, προκαλεί το Κακό, περισσότερο Κακό, διαδίδεται γρήγορα και άμεσα, και μεταμφιεσμένα. Κάποιος που φοβάται το Κακό, για να το αποφύγει να μην του συμβεί, για προληπτική «άμυνα», κάνει το Κακό. Και νομίζει ότι το κάνει για να αποφύγει το Κακό, προληπτικά, ένα κακό που προς το παρόν δεν υπάρχει, και έτσι κάνει ο ίδιος το κακό! Και το Κακό έτσι διαδίδεται ακάθεκτο, από όλους αυτούς που το κάνουν ακριβώς επειδή θέλουν να το αποφύγουν.

(Φανταστείτε κάποιον που λέει: αυτός θα μού κάνει κακό, πρέπει να αμυνθώ, για το καλό μου, είναι κακός, θα του επιτεθώ για να αμυνθώ πρώτος. Και κάνει το κακό χωρίς κάποιος να του έχει κάνει κακό. Αλλά, δείτε το κι έτσι: Ακόμη κι αν δεν το κάνει πρώτος, και του κάνει κάποιος κακό όντως, θα απαντήσει πάλι με το κακό, για άμυνα ή εκδίκηση. Η διάδοση του Κακού, με τους δύο αυτούς τρόπους, σαν «μόλυνση», είναι ραγδαία, είτε με έμμεσο μεταμφιεσμένο τρόπο, ως «Καλό», είτε με άμεσο εκδηλωμένο τρόπο, ως «αναγκαίο Κακό»).

(Θυμάμαι μια παλιά ωραία ποιητική ατάκα: «Το Κακό είναι Τερατώδες». Όταν είσαι με το Κακό, δηλαδή, είσαι με τα τέρατα. Και συμβολίζεται με τέρατα –σε αντίθεση με το Καλό που εμφανίζει ανθρωποειδή σύμβολα– και εμφανίζει τέρατα. Και, όπως λέει ο Νίτσε, «αυτός που κυνηγάει τέρατα πρέπει να προσέχει για να μη γίνει τέρας ο ίδιος», και «όταν κοιτάς την άβυσσο, κι αυτή κοιτάει μέσα σε σένα…»)

Είναι δεδομένο, ή θα έπρεπε να είναι, ότι το Κακό υπάρχει και μέσα μας, είναι κομμάτι του εαυτού μας. Είναι ο κατώτερος εαυτός, ο εχθρός, τα ένστικτα, το ασυνείδητο (αντιδιαμετρικά με την συνείδηση), το απομονωμένο εγώ, που δεν βρίσκεται σε σύνδεση με το Όλον, η έλλειψη κατανόησης, αυτή η «σκιά» μας με την οποία κατά την «μύηση» πρέπει να μονομαχήσουμε και να την νικήσουμε, να νικήσουμε τον φύλακα κατώτερο εαυτό μας για να περάσουμε το κατώφλι για τα υψηλά πράγματα, να τον μεταστοιχειώσουμε σε κάτι ανώτερο, καλύτερο, να εξελιχθούμε, να προεκταθούμε, να πεθάνουμε τον «μικρό θάνατο» (η κάμπια που γίνεται πεταλούδα).

Ο Εσωτερικός Πόλεμος και η Μεταμόρφωση του Ανθρώπου

Ο Πόλεμος του Καλού και του Κακού, μέσα μας, είναι ο πόλεμος του κατώτερου και του ανώτερου εαυτού μας, ο πόλεμος του ζώου μας και του ανθρώπου μας, με στόχο τον υπάνθρωπο ή τον υπεράνθρωπο, με στόχο την εντροπία ή την εξέλιξη, τον θάνατο ή την ζωή, την στάση ή την ανάσταση, την παρανόηση ή την κατανόηση, το σκότος ή το φως…

Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε για αυτόν τον συγκλονιστικό αιώνιο πόλεμο, που διεξάγεται παντού και πάντα, και που ελπίζουμε –ή είναι αναπόφευκτο, σύμφωνα με το Θείο Σχέδιο, αν όλα πάνε καλά– να υπερισχύσει το Καλό και να νικήσει. Μέσα μας, έξω μας, γύρω μας, στα πάντα, παντού. Αλλά δεν μπορούμε να πούμε πολλά, ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε πολεμική κατάσταση…

Και όλα αυτά περιγράφουν την τραγωδία του ανθρώπου, το τραγικό έπος των Θεών, το «Δράμα του Κόσμου». Μπορούμε να πούμε ότι όλος ο κόσμος είναι ένα πεδίο μάχης, κι εμείς πολεμιστές, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ που λέει ότι όλος ο κόσμος είναι μία θεατρική σκηνή, κι εμείς ηθοποιοί που αλλάζουμε ρόλους…

Το Κακό λειτουργεί μέσα από την φήμη του. Όπως ένα πανίσχυρο στράτευμα που προελαύνει προκαλώντας πανικό μόνο με το όνομά του, έτσι και το Κακό, χάρη στην φήμη του, συχνά δεν χρειάζεται καν να πολεμήσει. Πολλοί παραδίδονται αμέσως μόλις το αντιληφθούν, το δουν, το νιώσουν. Η απειλή και μόνο αρκεί για να παραλύσει την βούληση. Κι έτσι εξαπλώνεται. Ραγδαία. Επιθετικά. Μεταμφιεσμένο. Πείθει τον άνθρωπο πως, για να προστατευτεί, πρέπει να το προλάβει, να επιτεθεί πρώτος, να δράσει «προληπτικά» — και μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση άμυνας, γίνεται ο ίδιος φορέας του Κακού.

Όποιος λέει «θα μου κάνει κακό, άρα πρέπει να επιτεθώ για να αμυνθώ», ουσιαστικά γίνεται θύτης από φόβο· θυσιάζει την διάκριση στο όνομα της πρόβλεψης. Ακόμη κι όταν η επίθεση δεν είναι προληπτική αλλά απάντηση σε πραγματικό χτύπημα, ο κύκλος του Κακού συνεχίζεται. Η διάδοσή του, είτε έμμεση και μεταμφιεσμένη, είτε άμεση και δικαιολογημένη, εξελίσσεται σαν μια επιδημία που μεταδίδεται όχι από πρόθεση, αλλά από φόβο, από αντανακλαστικά επιβίωσης. Όσο περισσότερο προσπαθεί κάποιος να το αποφύγει, τόσο πιο εύκολα το ενσαρκώνει. Το Κακό είναι τερατώδες. Όταν κάποιος συμμαχεί με το Κακό, συμμαχεί με τα τέρατα· γίνεται μέρος του παραλογισμού. Όπως προειδοποιεί ο Νίτσε, όποιος κυνηγά τέρατα πρέπει να προσέχει να μη γίνει τέρας ο ίδιος. Γιατί όταν κοιτάς βαθιά μέσα στην άβυσσο, η άβυσσος κοιτάζει πίσω μέσα σε σένα.

Το Κακό, βέβαια, δεν είναι κάτι εξωτερικό. Είναι μέρος του εαυτού μας. Είναι ο κατώτερος εαυτός μας· το απομονωμένο εγώ που αποκόπτεται από το Όλον, τα ανεξέλεγκτα ένστικτα, το ασυνείδητο που αντιμάχεται την συνείδηση, η σκιά που στέκεται μπροστά από το φως και το αλλοιώνει. Αυτή είναι η εσωτερική σύγκρουση που καλείται κάθε άνθρωπος να βιώσει, να συνειδητοποιήσει, και –ιδανικά– να υπερβεί. Ο πόλεμος του Καλού και του Κακού είναι, πρώτα και πάνω απ’ όλα, εσωτερικός. Είναι ο πόλεμος του ζώου και του ανθρώπου μέσα μας· η διαρκής πάλη ανάμεσα στον υπάνθρωπο και τον υπεράνθρωπο, ανάμεσα στην εντροπία και την εξέλιξη, στην φθορά και στην μεταμόρφωση, στον πνευματικό θάνατο και στην ανάσταση.

Αυτός είναι ο μεγάλος εσωτερικός αγώνας: να πεθάνουμε ως κάμπια και να αναγεννηθούμε ως πεταλούδα. Να μεταστοιχειώσουμε τον κατώτερο εαυτό και να περάσουμε το κατώφλι της εξέλιξης. Όσοι το επιχειρούν, βιώνουν έναν «μικρό θάνατο» που δεν είναι απώλεια, αλλά αναγέννηση.

Ο πόλεμος του Καλού και του Κακού διεξάγεται παντού: μέσα μας, έξω μας, γύρω μας. Είναι πανταχού παρών, αόρατος και ορατός, ψίθυρος και βροντή. Ελπίζουμε, ή ίσως βαθιά γνωρίζουμε, ότι τελικά το Καλό θα υπερισχύσει. Αν όλα πάνε όπως πρέπει. Αν η Θεία Αρχή δεν διακοπεί, αν ο Άνθρωπος σταθεί στο ύψος της πνευματικής του αποστολής.

Όμως δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα. Όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή βρισκόμαστε ακόμη εντός της μάχης. Είμαστε εν ενεργεία στρατιώτες σε πόλεμο. Δεν έχουμε πλήρη εποπτεία, ούτε τελική κατανόηση.

Και ίσως αυτή είναι η μεγάλη τραγωδία του ανθρώπου. Το τραγικό έπος των Θεών. Το Δράμα του Κόσμου. Ολόκληρη η δημιουργία μοιάζει με πεδίο μάχης· κι εμείς, πολεμιστές που αλλάζουμε ρόλους, όπως αλλάζουμε προσωπεία στην θεατρική σκηνή.

Όπως είπε ο Σαίξπηρ, «όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, κι εμείς παίζουμε ρόλους· ίσως, όμως, αυτοί οι ρόλοι δεν είναι μόνο για να παιχτούν, αλλά για να αναληφθούν — σαν ευθύνη, σαν αποστολή.»