Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Χέιστινγκς: Η μάχη που άλλαξε για πάντα την Αγγλία

Το πρωί της 14ης Οκτωβρίου 1066, δύο στρατοί παρατάχθηκαν απέναντι σε έναν λόφο της νότιας Αγγλίας. Στη μία πλευρά βρισκόταν ο Χάρολντ Β΄, βασιλιάς ενός κράτους που είχε ήδη αντιμετωπίσει εισβολή από τον βορρά. Στην άλλη, ο Γουλιέλμος, δούκας της Νορμανδίας, αποφασισμένος να διεκδικήσει το αγγλικό στέμμα.

Μέχρι το βράδυ, ο πρώτος θα ήταν νεκρός και ο δεύτερος θα είχε κερδίσει τη σημαντικότερη μάχη της ζωής του. Το Χέιστινγκς έγινε η αφετηρία μιας κατάκτησης που μεταμόρφωσε την εξουσία, την κοινωνία και τον πολιτισμό της Αγγλίας.

Η κρίση είχε αρχίσει εννέα μήνες νωρίτερα. Στις 5 Ιανουαρίου 1066 πέθανε ο Εδουάρδος ο Ομολογητής, χωρίς άμεσο διάδοχο. Η απουσία αδιαμφισβήτητου κληρονόμου άφησε χώρο για ανταγωνιστικές διεκδικήσεις, σε μια εποχή όπου η συγγένεια, οι υποσχέσεις και η στρατιωτική ισχύς μπορούσαν να στηρίξουν διαφορετικές αξιώσεις.



Ο Χάρολντ Γκόντγουινσον, ισχυρός κόμης του Ουέσσεξ και γαμπρός του εκλιπόντος, εξασφάλισε την υποστήριξη των σημαντικότερων παραγόντων του βασιλείου. Στέφθηκε την επόμενη ημέρα στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, όμως η διαδοχή δεν έγινε αποδεκτή από όλους.

Ο Γουλιέλμος υποστήριζε ότι ο Εδουάρδος τού είχε υποσχεθεί τον θρόνο. Η νορμανδική αφήγηση πρόσθετε ότι ο ίδιος ο Χάρολντ είχε ορκιστεί να υποστηρίξει τη διαδοχή του, κατά την παραμονή του στη Νορμανδία. Το περιεχόμενο και οι συνθήκες αυτού του όρκου παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.

Για τον δούκα, πάντως, η στέψη του αντιπάλου του παρουσιαζόταν ως παραβίαση μιας δεσμευτικής συμφωνίας. Έτσι, η διαμάχη για τη νομιμότητα μετατράπηκε σε προετοιμασία πολέμου, με τη συγκέντρωση στρατού και πλοίων για τη διάβαση της Μάγχης.

Ο Χάρολντ, ωστόσο, δεν αντιμετώπιζε μόνο τη νορμανδική απειλή. Τον Σεπτέμβριο, ο βασιλιάς της Νορβηγίας Χάραλντ Χαρντράντα εισέβαλε στη βόρεια Αγγλία, έχοντας σύμμαχο τον Τόστιγκ, εξόριστο αδελφό του Άγγλου βασιλιά. Ο Χάρολντ κινήθηκε βόρεια και στις 25 Σεπτεμβρίου νίκησε τους εισβολείς στη μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ.

Η επιτυχία ήταν αποφασιστική, αλλά δεν του επέτρεψε να ανασυνταχθεί για μεγάλο διάστημα. Λίγες ημέρες αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο Γουλιέλμος είχε αποβιβαστεί στο Σάσεξ, ανοίγοντας ένα δεύτερο μέτωπο στο άλλο άκρο του βασιλείου.

Ο αγγλικός στρατός επέστρεψε νότια, με ενδιάμεση στάση στο Λονδίνο για τη συγκέντρωση πρόσθετων δυνάμεων. Η ταχύτητα της αντίδρασης φανέρωνε την αποφασιστικότητα του Χάρολντ, αλλά περιόριζε τον χρόνο προετοιμασίας του.



Στις 13 Οκτωβρίου οι αντίπαλοι βρίσκονταν πλέον κοντά, στην περιοχή της σημερινής πόλης Μπατλ, βορειοδυτικά του Χέιστινγκς. Οι ακριβείς αριθμοί των πολεμιστών δεν είναι γνωστοί, ενώ οι σύγχρονες εκτιμήσεις διαφέρουν. Επρόκειτο πάντως για δύο σημαντικούς στρατούς της εποχής, αποτελούμενους από αρκετές χιλιάδες άνδρες, που ετοιμάζονταν για μια αναμέτρηση χωρίς βέβαιο αποτέλεσμα.

Ο Χάρολντ επέλεξε αμυντική θέση σε ύψωμα. Οι άνδρες του πολεμούσαν πεζοί και σχημάτισαν ένα πυκνό τείχος από ασπίδες, που δυσκόλευε την πρόσβαση των επιτιθέμενων. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι χούσκαρλς, έμπειροι πολεμιστές της βασιλικής ακολουθίας, γνωστοί για τη χρήση μεγάλων πολεμικών πελέκεων.

Η συνοχή της παράταξης ήταν καθοριστική: όσο οι ασπίδες παρέμεναν ενωμένες, οι Νορμανδοί έπρεπε να επιτίθενται ανηφορικά απέναντι σε οργανωμένη άμυνα. Η θέση προσέφερε σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά απαιτούσε πειθαρχία και αντοχή σε διαδοχικές επιθέσεις.

Ο Γουλιέλμος διέθετε έναν στρατό με διαφορετικές δυνατότητες. Τοξότες, πεζικό και έφιπποι πολεμιστές μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαδοχικά ή συνδυαστικά, πιέζοντας την αγγλική γραμμή με διαφορετικούς τρόπους. Οι πρώτες επιθέσεις δεν έφεραν την κατάρρευση που επιδίωκε ο δούκας.

Το τείχος των ασπίδων άντεξε, ενώ η κλίση του εδάφους περιόριζε την αποτελεσματικότητα του ιππικού. Η μάχη εξελίχθηκε σε παρατεταμένη δοκιμασία αντοχής, με επανειλημμένες προσπάθειες των Νορμανδών να δημιουργήσουν ανοίγματα και των Άγγλων να διατηρήσουν τη διάταξή τους.

Σε μια κρίσιμη φάση, τμήμα της νορμανδικής δύναμης υποχώρησε και ορισμένοι Άγγλοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους για να το καταδιώξουν. Μακριά από την προστασία της παράταξης, έγιναν ευάλωτοι στην αντεπίθεση των έφιππων αντιπάλων τους.



Οι αφηγήσεις περιγράφουν επίσης προσποιητές υποχωρήσεις, με τις οποίες οι Νορμανδοί επιδίωξαν να επαναλάβουν αυτό το αποτέλεσμα. Δεν μπορούν να ανασυντεθούν όλες οι κινήσεις με απόλυτη βεβαιότητα, καθώς οι περιγραφές γράφτηκαν από ανθρώπους με διαφορετικές σκοπιμότητες. Ωστόσο, η διάσπαση της αγγλικής συνοχής θεωρείται σημαντικός παράγοντας για την τελική έκβαση.

Η σύγκρουση συνεχίστηκε για μεγάλο μέρος της ημέρας. Οι απώλειες και η εξάντληση αποδυνάμωναν σταδιακά την άμυνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η νορμανδική νίκη ήταν εξαρχής εξασφαλισμένη. Ο Χάρολντ σκοτώθηκε προς το τέλος της μάχης, στερώντας από τους άνδρες του τον βασιλιά και κεντρικό ηγέτη τους.

Η γνωστή εικόνα ενός βέλους στο μάτι συνδέεται με την Ταπισερί της Μπαγιέ, αλλά δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη του τρόπου θανάτου του. Η ερμηνεία της σκηνής παραμένει συζητήσιμη, ενώ άλλες παραδόσεις τον συνδέουν με επίθεση έφιππων πολεμιστών.

Η ήττα στο Χέιστινγκς δεν ισοδυναμούσε με άμεση υποταγή ολόκληρης της χώρας. Ο Γουλιέλμος έπρεπε να μετατρέψει τη στρατιωτική επιτυχία σε πολιτικό έλεγχο, αντιμετωπίζοντας αντιστάσεις και εξασφαλίζοντας την αναγνώρισή του. Στις 25 Δεκεμβρίου 1066 στέφθηκε βασιλιάς στο Ουέστμινστερ.

Ακολούθησαν χρόνια συγκρούσεων, ανακατανομής γης και οικοδόμησης κάστρων, τα οποία λειτουργούσαν ως στρατιωτικά στηρίγματα της νέας εξουσίας. Η παλαιά αγγλοσαξονική αριστοκρατία παραμερίστηκε σε μεγάλο βαθμό και οι υποστηρικτές του κατακτητή απέκτησαν εκτεταμένες ιδιοκτησίες, αλλάζοντας τον χάρτη της κοινωνικής και πολιτικής ισχύος.



Οι συνέπειες ξεπέρασαν τις αλλαγές προσώπων στην κορυφή. Η νορμανδική γαλλική καθιερώθηκε ως γλώσσα της αυλής και της άρχουσας τάξης, επηρεάζοντας σταδιακά το αγγλικό λεξιλόγιο. Παράλληλα, η κατάκτηση ενίσχυσε τους δεσμούς της Αγγλίας με την ηπειρωτική Ευρώπη και άφησε ορατό αποτύπωμα στην αρχιτεκτονική.

Το Domesday Book, η μεγάλη καταγραφή του 1086, αποτύπωσε ιδιοκτησίες και πόρους, καταγράφοντας και τις μεταβολές που είχαν συντελεστεί. Η νέα διοίκηση χρησιμοποίησε υπάρχοντες θεσμούς, αλλά τους ενέταξε στις ανάγκες ενός καθεστώτος που στηριζόταν στην κατάκτηση και στη βασιλική εξουσία.

Σχεδόν μία χιλιετία αργότερα, το Χέιστινγκς παραμένει σημείο αναφοράς επειδή οι συνέπειές του υπήρξαν τόσο βαθιές.

Η Ταπισερί της Μπαγιέ διασώζει μια εντυπωσιακή αφήγηση των γεγονότων, ενώ το Αβαείο του Μπατλ συνδέει τον τόπο με τη μνήμη των νεκρών και την εξουσία του νικητή.

Η μάχη υπενθυμίζει επίσης τα όρια της ιστορικής βεβαιότητας: γνωρίζουμε το αποτέλεσμα, αλλά αρκετές λεπτομέρειες εξακολουθούν να εξετάζονται.

Εκείνη η ημέρα δεν άλλαξε τα πάντα αμέσως. Δημιούργησε, όμως, τις προϋποθέσεις για μια νέα Αγγλία, της οποίας η εξέλιξη φέρει ακόμη το αποτύπωμα του 1066.

Νοημοσύνη και Σοφία στην Παιδεία

Έχουμε την τάση να κάνουμε μια αντιπαράθεση της Εκπαίδευσης με την Παιδεία και είναι λογικό, το εξήγησαν πολύ σωστά και προηγουμένως. Εγώ θα λειτουργήσω μόνο στο πλαίσιο της Παιδείας, δηλαδή θα κάνω κάτι ανορθόδοξο, με την έννοια ότι θα υποθέσω πως η Εκπαίδευση δεν υπάρχει. Αυτά τα 40 λεπτά θα ασχοληθούμε μόνο με την Παιδεία. Κατά συνέπεια, μάλλον θα χρησιμοποιήσω έννοιες που δεν είναι και τόσο συμβατικές στο χώρο της Εκπαίδευσης. Εδώ λοιπόν, θα βασίσω την ιδέα της Νοημοσύνης, της Σοφίας, θα κάνω μια αντιπαράθεση, γιατί έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι η νοημοσύνη έχει ως σκοπό τη σοφία. Άρα, για να μιλήσω και από άλλους χώρους – αφορά ένα θεατρικό που έχουμε γράψει – αν χρησιμοποιήσω το ζευγάρι Προμηθέας και Αθηνά, θα πω ότι η Αθηνά είναι αυτή που τα ξέρει όλα κι ο Προμηθέας είναι αυτός που τα μαθαίνει όλα.

Θα μπορούσαμε να πούμε, ακόμα κι αν αναλύσουμε τον μύθο, ότι υπάρχει, βέβαια, μια αντιπαράθεση, αλλά δεν θεωρώ ότι υπάρχει μία σύγκλιση. Ενώ συμβατικά θεωρούμε ότι υπάρχει μία σύγκλιση και αυτό μας προβληματίζει και σε άλλους τομείς, που αφορούν και θέματα και στρατηγικής και πολέμου και ειρήνης. Η σοφία, αν θέλετε να το κοιτάξουμε και κάπως διαφορετικά, θα έλεγα ότι είναι η βιβλιοθήκη και η νοημοσύνη είναι ο αναγνώστης. Αλλά όχι οποιοσδήποτε αναγνώστης• θα μπορούσα να πω ακόμα και ο βιβλιοθηκάριος, στην πραγματικότητα. Τι εννοώ μ’ αυτό.

Εννοώ ότι το ένα είναι στατικό, διότι έχει φτάσει στην τελειότητα δηλαδή, ότι στην πραγματικότητα η οντολογία της δεν έχει πια τελεολογία, διότι είναι τέλεια εκ φύσεως, άρα δεν έχει ανάγκη να εξελιχθεί. Ενώ η νοημοσύνη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την αναλογία, έρχεται σε αντιπαράθεση. Με ποια έννοια: η σοφία είναι η διαχείριση των γνώσεων και πατάει πάνω στην ιδέα της γνώσης. Η νοημοσύνη είναι η διαχείριση των μη-γνώσεων. Ας κάνουμε το παίγνιο λίγο πιο μαθηματικό. Όταν έχετε σπάσει τον κώδικα ενός παιγνίου και ξέρετε από την πρώτη στιγμή ότι υπάρχει ένας αλγόριθμος, ο οποίος θα σας δώσει τη νίκη, όποια κι αν είναι η κίνηση του άλλου -άρα είμαστε σε φάση κυριαρχίας – αυτό σημαίνει ότι στην ουσία δεν υπάρχει πια παίγνιο.

Το παίγνιο υπάρχει και έχει μια έννοια γνωστική όσο δεν μπορούμε να το λύσουμε, όπως λέμε εμείς στην πληροφορική. Δηλαδή, υπάρχουν μερικά παίγνια που ξέρουμε να λύσουμε, ξέρουμε όλες τις δυνατές κινήσεις και ξέρουμε ποιο κλαδί θα χρησιμοποιήσουμε από το δένδρο αποφάσεων και υπάρχουν άλλα που δεν ξέρουμε να λύσουμε. Άρα, η νοημοσύνη θα είναι η διαχείριση της θεωρίας αποφάσεων, όταν δεν έχουμε την πλήρη γνώση. Πολύ συχνά έχουμε την εντύπωση ότι η γνώση αποκτάται σταδιακά και ο στόχος μας είναι να μεγαλώσουμε τη γνώση μας, ξεπερνώντας αυτά τα στάδια και τα εμπόδια. Θα ήθελα να μιλήσω για μια κατηγορία προβλημάτων που χρησιμοποιούμε πολύ εμείς στα μαθηματικά, τα οποία είναι τα προβλήματα που έχουν μια απλή εκφώνηση και όταν βλέπουμε τη λύση, βλέπουμε ότι είναι απλή, αλλά δεν υπάρχει τίποτε που να μας βοηθάει στο ενδιάμεσο.

Σας δίνω ένα πολύ απλό παράδειγμα: Έστω ένας κύκλος• δεν σας δίνω όμως το κέντρο, όπως συνηθίζουμε, δηλαδή να σας πω «πάρτε έναν διαβήτη» ή «πάρτε ένα κέντρο, δημιουργήστε μια ακτίνα και κάντε έναν κύκλο», που όλοι ξέρουμε. Τώρα σας δίνω μόνο τον κύκλο – στην πληροφορική, συχνά, λέμε ότι είναι ένδειξη του Θεού. Εδώ θέλω να δείξω ότι ακόμα και με ένδειξη του Θεού δεν σας βοηθάει. Δηλαδή, τώρα ο Θεός σας έχει δώσει τον κύκλο και σας λέει «μόνο με διαβήτη βρες το κέντρο». Όταν θα δείτε την κατασκευή, θα δείτε ότι «βέβαια εδώ είναι το κέντρο». Εφόσον σας δείξουν την κατασκευή• αλλά αν δεν σας τη δείξουν, έχετε μια πολύ απλή εκφώνηση, μια πολύ απλή λύση, όμως δεν έχετε τίποτε στο ενδιάμεσο.

Εδώ είναι που παίζει η νοημοσύνη.

Δηλαδή, το να νομίζουμε ότι όταν έχουμε ένα πρόβλημα που έχει μια πολύ απλή εκφώνηση, έχει αναγκαστικά μια απλή λύση, μπορεί να υπάρχει ως δυνατότητα. Ότι, όμως, έχει αναγκαστικά μια εύκολη επίλυση, είναι άλλο πρόβλημα. Άρα, όταν η επίλυση δεν είναι εύκολη, ενώ η εκφώνηση είναι εύκολη έχετε ένα πρόβλημα στη διαχείριση των εννοιών νοημοσύνης και σοφίας. Ο σοφός, σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, θα σας έλεγε ότι υπάρχει λύση, διότι υπάρχει το θεώρημα του Mohr-Mascheroni το 1677, το οποίο σας λέει πως οτιδήποτε κατασκευάζεται με χάρακα και διαβήτη, κατασκευάζεται και με διαβήτη μόνον.

Τώρα το πρόβλημά σας μέσα σ’ αυτήν την αίθουσα, εκτός κι αν είστε μαθηματικός, είναι ότι έχετε την πληροφορία, αλλά δεν έχετε καμία ένδειξη για το πώς να λύσετε το πρόβλημα. Το χειρότερο, βέβαια, είναι πως ξέρετε ότι επιπλέον λύνεται• δηλαδή, δεν έχετε καν την ελπίδα ότι δεν λύνεται. Γιατί, μια που αναφέρθηκα στον Προμηθέα, να θυμάστε πάντα όταν μας μιλάνε για ελπίδες ότι, το δώρο που είχε η Πανδώρα εμπεριείχε και την ελπίδα, αλλά αυτό που χαρακτηρίζουμε ως νοημοσύνη του Προμηθέα είναι ότι κατάφερε να μην πάρει το δώρο, ενώ το πήρε ο Επιμηθέας και βλέπετε σε ποια κατάσταση μάς οδήγησε.

Η νοημοσύνη είναι μια διαχείριση γνώσεων, οι οποίες δεν αποτελούν πλήρη γνώση.

Αυτό σημαίνει πως αυτό το ασυμμετρικό δίπολο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στο ασυμμετρικό ζεύγος δάσκαλος-μαθητής. Πρόσεξτε, είπα ότι υποθέτω – τουλάχιστον για τη διάρκεια της διάλεξης – πως δεν υπάρχει εκπαίδευση, άρα δεν έχω αυτά τα προβλήματα, άρα θα μιλήσω για δάσκαλο και μαθητή και ποτέ για δάσκαλο και μαθητές και ακόμα λιγότερο για καθηγητές-φοιτητές – υπάρχουν ειδικοί για το θέμα, εγώ δεν ασχολούμαι μ’ αυτό. Άρα στο ζεύγος δάσκαλος-μαθητής, σ’ αυτό το ασυμμετρικό δίπολο, υπάρχει μια τάση, ένα δυναμικό πλαίσιο. Δηλαδή, η ιδέα είναι ότι μαθητής χωρίς δάσκαλο δεν υπάρχει. Δάσκαλος χωρίς μαθητή υπάρχει, αλλά είναι άχρηστος.

Βλέπετε ότι αυτή διαφορά σημαίνει πως ο ένας έχει ένα πρόβλημα οντολογίας, δηλαδή δεν υπάρχει καν, ενώ ο άλλος έχει ένα πρόβλημα τελεολογίας. Δηλαδή, έχει κάποιον σκοπό ή απλώς υπάρχει; Σ’ αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση των γνώσεων, όπως θα παίξουμε και στη θεωρία παιγνίων, έχουμε δύο παίχτες που δεν έχουν τα ίδια δεδομένα. Παίζουν εναλλακτικά. Ξέρετε ότι στη θεωρία παιγνίων μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον φορμαλισμό της θεωρίας του Nash για ένα παίγνιο που δεν είναι μηδενικού αθροίσματος.

Παίρνω ένα μη-μηδενικό άθροισμα, γιατί συνήθως αυτοί που κάνουν κριτική του ζεύγους καθηγητής-φοιτητές ή δάσκαλος-μαθητής και μας λένε ότι πρέπει να υπάρχει μια μαθητοκεντρική προσέγγιση, στην πραγματικότητα κατηγορούν το σύστημα όταν λένε πως είναι σαν να είναι ο δάσκαλος που τα ξέρει όλα, ο μαθητής δεν ξέρει τίποτε και γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχει ένα παίγνιο το οποίο είναι μηδενικού αθροίσματος. Δηλαδή, στο τέλος της ημέρας η γνώση θα πρέπει να έχει μεταφερθεί, αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα, γιατί είναι μη μηδενικού αθροίσματος, – ο πρώτος ομιλητής το είπε κιόλας – υπάρχει κάποιο φως μεταξύ των δύο που δημιουργείται και το συντηρούν και οι δύο.

Αυτό το φως πιο τεχνικά, εμείς στη θεωρία παιγνίων, λέμε ότι είναι ισορροπία και ξέρετε ότι υπάρχει μια ισορροπία Nash, ακόμη κι αν το ζεύγος δεν είναι συνεργάσιμο, αλλά ξέρετε επιπλέον, κι αυτό είναι το πολύ πιο σημαντικό για μένα, ότι υπάρχει και μια ισορροπία Pareto όταν είναι συνεργάσιμο. Η ισορροπία Nash τι σας λέει στην ουσία: σας λέει πώς πρέπει να σκεφτείτε όταν δεν ξέρετε τίποτε. Ξέρετε, δεν υπάρχουν πολλοί τομείς στη γνώση που να μπορούν να σας πουν τι να κάνετε όταν δεν ξέρετε τίποτε. Γιατί συνήθως όταν δεν ξέρετε τίποτε, σας λένε «μάθε κάτι».

Εμείς στα μαθηματικά ζούμε στον χώρο της ήττας. Δηλαδή, κάθε μέρα προσπαθούμε να αποδείξουμε ένα θεώρημα, να βρούμε κάτι, δεν λειτουργούμε ποτέ, δεν είμαστε στο ίδιο επίπεδο• κάπου-κάπου μας συμβαίνει. Θεωρώ πως είμαστε στο ανάλογο με τον Picasso που λέει «όταν δημιουργούμε στην τέχνη, μιμούμαστε, μιμούμαστε, μιμούμαστε και, κατά κάποιον τρόπο, κάποια φορά κάνουμε ένα λάθος και δημιουργούμε». Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την ζωή.

Κι εμείς το ίδιο κάνουμε στα μαθηματικά, ήττα, ήττα, ήττα, συνεχώς και κάποια φορά κάνουμε ένα λάθος και βρίσκουμε το θεώρημα, ακόμη και μέσα στην ήττα. Δηλαδή, τα μαθηματικά είναι ένας χώρος όπου δεν μας ενοχλεί το να μην έχουμε επιτυχία. Καθώς δεν μας ενοχλεί να μην έχουμε επιτυχία, δεν έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε στην τύχη. Βρισκόμαστε στον χώρο της ανάγκης. Υπάρχει κάποια ανάγκη, διαχειριζόμαστε ανάγκες και προσπαθούμε να βρούμε τα προβλήματά μας, άρα ασχολούμαστε – το άκουσα και προηγουμένως και ήταν πολύ σωστό – με τα προβλήματα και δεν ασχολούμαστε με τις λύσεις.

Συχνά, – το λέω και σε μαθήματα στρατηγικής – όταν ακούω ανθρώπους να μου μιλάνε για τη λύση και δεν μου μίλησαν ποτέ για το πρόβλημα, ξέρω ότι θα μου δημιουργήσουν προβλήματα. Διότι, συνήθως, θα με ρωτήσουν αν συμφωνώ ή όχι και μετά επιπλέον θα μου πουν ότι είναι και η τελευταία μου ευκαιρία, ενώ δεν έχω ακόμη την εκφώνηση του προβλήματος. Ενώ όταν ακούω κάποιον που μου μιλάει συνεχώς για προβλήματα, λέω πως αυτός, ακόμη και κατά λάθος, μπορεί να βρει και τη λύση. Άρα αυτό που μας ενδιαφέρει σ’ αυτό το δίπολο, ο δάσκαλος και ο μαθητής λειτουργούν σ’ ένα παίγνιο όπου, ακόμη κι αν δεν υπάρχει στην αρχή συνεργασία, δηλαδή δεν γνωρίζονται, θα υπάρξει τουλάχιστον μια ισορροπία Nash στη διαχείριση. Πώς μπορεί αυτή η ισορροπία Nash να μετατραπεί σε μια ισορροπία Pareto, η οποία είναι πιο ισχυρή και υπάρχει μόνο σε πλαίσιο συνεργασίας;

Αυτό το επιτυγχάνουμε μόνο με το χάσιμο χρόνου. Δηλαδή, η κοινωνία έχει την εντύπωση – και πολύ σωστά το λέει, εφόσον είναι η κοινωνία της λήθης, ότι αν χάσεις χρόνο, χάνεις τον στόχο σου. Στον χώρο της παιδείας, φανταστείτε τώρα: ας πούμε ότι ο μαθητής δεν ξέρει τίποτε, ας πούμε ότι κι ο δάσκαλος δεν ξέρει τίποτε.Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ο δεύτερος το ξέρει κι εδώ είναι και η μόνη διαφορά. Γιατί προσέξτε, στο «οίδα ότι ουδέν οίδα» κάτι πολύ σημαντικό είναι πως τα δύο «οίδα» δεν είναι ίδια.

Δηλαδή, αν τα κοιτάξετε μόνο ως προς το συντακτικό, λέτε πως είναι το ίδιο, αλλά δεν είναι το ίδιο. Είναι ακριβώς το πρόβλημα που μαθηματικά έχουμε με τα μαθηματικά. Έχουμε ένα προβολικό σύστημα, το οποίο εξετάζει την ίδια του την έννοια. Για να σας το πω διαφορετικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει η νοημοσύνη, υπάρχει η σκέψη, η σκέψη πάνω στη σκέψη είναι η συνείδηση. Άρα, προσέξτε, θα μπορείτε μετά να με ρωτήσετε αν υπάρχει συνείδηση της συνείδησης. Δεν έχω πρόβλημα, είναι προβολικό, άρα θεωρώ ότι είναι πάλι συνείδηση. Αυτό δεν μας επηρεάζει και δεν μας ενοχλεί. Η ιδέα, λοιπόν, είναι ότι αν θεωρήσουμε ότι έχουμε ένα ζεύγος το οποίο αποτελείται από έναν που δεν ξέρει και από έναν άλλον που ξέρει ότι δεν ξέρει, αναρωτιόμαστε τι κάνουμε. Είναι ένα ερώτημα.

Γι’ αυτό κατηγορούσαν τον Σωκράτη ότι έλεγε πάντοτε τα ίδια και ο Σωκράτης απαντούσε πάντα «όχι μόνο λέω τα ίδια, αλλά τα λέω και με τον ίδιο τρόπο» και είναι λογικό αν το σκεφτείτε, εφόσον βρισκόσαστε στο πλαίσιο της άγνοιας. Αλλά της άγνοιας και της συνειδητής άγνοιας. Η συνείδηση της άγνοιας δεν είναι πλήρης άγνοια. Είναι ήδη ένα βήμα. Αυτή η διαφορά, θα σας επιτρέψει στην ουσία να λειτουργήσετε σε μια ισορροπία Nash, εφόσον δεν έχετε τίποτε σαν αντικείμενο.

Η ισορροπία Nash, επαναλαμβάνω όπως ο Σωκράτης, σας επιτρέπει να κάνετε κάτι όταν δεν ξέρετε τι να κάνετε. Είναι το ανάλογο που έχουμε και στις θεωρίες του τύπου Ramsey, που λένε «δεν ξέρω τι θα κάνω μ’ όλες αυτές τις επιλογές, αλλά ξέρω ότι μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, που μπορεί να ερμηνεύεται ως ένας χώρος αταξίας, υπάρχει και ένα υποκείμενο που έχει μία τάξη».

Το μέγεθος αυτής της τάξης εξαρτάται, βέβαια, από το πλαίσιο συνεργασίας.

Όταν δεν υπάρχει καθόλου, έχουμε ακριβώς την εφαρμογή του θεωρήματος του Ramsey ή το ανάλογο στη θεωρία παιγνίων του θεωρήματος του Nash και τίποτ’ άλλο. Αλλά αν παίξουμε με πλαίσιο συνεργασίας, μπορούμε να ανεβάσουμε το επίπεδο γνώσης, δηλαδή το γνωστικό αντικείμενο αυτής της μετάβασης, σε μία ισορροπία Pareto. Αυτό το καταλαβαίνουμε, θα σας δώσω ένα παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούμε εναλλάξ το παίγνιο: Όλοι σας έχετε παίξει το παίγνιο «ψαλίδι-πέτρα-φύλλο». Αν αυτό το παίγνιο το παίζαμε εναλλάξ, εγώ κάνω τη μία κίνηση και σου πω «τώρα παίξε», εσύ θα κάνεις αυτήν, τότε εγώ θα κάνω αυτήν.

Μ’ αυτό εννοώ ότι το παίγνιο είναι στατικό, όταν η απάντηση των δύο είναι ταυτόχρονη και είναι δίκαιο. Πώς αποδεικνύουμε ότι είναι δίκαιο; Το μετατρέπουμε σε δυναμικό και παράγουμε έναν κύκλο. Αν θέσω τέσσερεις επιλογές, δεν είναι πια δίκαιο, παρόλο που έχετε παίξει κι εσείς με ‘μολύβι’ ή με ‘πηγάδι’, αλλά σας έχουν εξαπατήσει κάθε φορά που το παίξατε, γιατί είναι δύο επιλογές που είναι πιο ισχυρές από τις άλλες δύο. Αν θέσετε 5 επιλογές, τότε είναι ξανά δίκαιο. Προσέξτε τώρα, η μετατροπή ενός στατικού παιγνίου που παίζεται ταυτόχρονα, σε δυναμικό, γίνεται από την εισχώρηση του χρόνου. Όταν χάνω χρόνο για να καταλάβω πώς λειτουργεί, το μετατρέπω σε γνωστική επένδυση. Άρα, αν ο δάσκαλος δεν χάσει χρόνο, δεν μπορεί να εξελιχθεί ο μαθητής. Αυτό είναι και το θέμα μερικών μαθητών που λένε πως όταν αρχίζουν ένα βιβλίο πρέπει να το τελειώνουν. Εγώ, συνήθως, τους κάνω το εξής παίγνιο: Ας υποθέσουμε ότι ζεις 100 χρόνια• ποια ήταν η χρονιά που διάβασες τον μέγιστο αριθμό των βιβλίων σου; Αν το πολλαπλασιάσεις επί 100, θα έχεις τον αριθμό των βιβλίων που θα διαβάσεις σε όλη τη ζωή σου. Κάθε φορά που τελειώνεις ένα βιβλίο το οποίο ήταν μια βλακεία, έχεις χάσει ένα.

Αν είχες τη νοημοσύνη να το σταματήσεις λίγο πριν, δεν μετράει. Θα βλέπατε ότι αν χρησιμοποιούσατε αυτή τη στρατηγική, θα είχε τακτικές επιπτώσεις. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και για τον κινηματογράφο. Αναφέρομαι στο βιβλίο γιατί είναι σπάνιο ένα βιβλίο που μπορούμε να διαβάσουμε σε ένα δίωρο. Υπάρχουν και τέτοια, αλλά είναι στα όρια της έννοιας του βιβλίου, σαν ένα αντικείμενο που έχει φύλλα και είναι γραμμένο.

Μιλάω για τα άλλα βιβλία, δηλαδή αυτά που είναι εκτός ύλης.

Σ’ αυτά που είναι εκτός ύλης η επένδυση είναι πολύ σημαντική. Έρχεται, λοιπόν, ο μαθητής και λέει «το κατάλαβα αυτό το παίγνιο, πώς διαλέγω ποιο βιβλίο να διαβάσω;». Εφόσον το διαβάζετε, σημαίνει ότι το διαλέξατε ήδη. Άρα έχετε ήδη το κόστος. Αυτό σημαίνει, πάνω-κάτω, πως πρέπει να κάνετε μία επένδυση. Στα μαθηματικά ένα άλλο καλό που έχουμε είναι ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε σχεδόν τα πάντα με το τίποτα. Οι φυσικοί αριθμοί μπορούν να κατασκευαστούν μόνο και μόνο με το κενό σύνολο. Άρα, μπορούμε να πάρουμε το κενό, το σύνολο που έχει μόνο το κενό, το σύνολο που έχει το κενό συν το σύνολο του κενού και σιγά-σιγά αυτό λέγεται ‘φυσικοί αριθμοί’.

Βέβαια μετά βάζουμε ετικέτες, 1-2-3-, για να μη σας μπερδεύουμε, αλλά αν βγάζατε όλες αυτές τις ετικέτες και βλέπατε το προϊόν, θα βλέπατε ότι είναι προϊόν του κενού. Αυτό όμως δεν μας επηρεάζει, αυτό που έχει σημασία είναι πώς να αρχίσετε να κτίζετε δομές, ενώ στην αρχή δεν έχετε τίποτε. Ενώ, πολύ συχνά, θα δείτε στο πλαίσιο της οντότητας που δεν υπάρχει, είναι πώς να χτίσουμε δομές όταν δεν έχουμε τίποτε. Έχουμε, λοιπόν, στρατηγικές μάθησης που μας επιτρέπουν από το τίποτα να χτίσουμε δομές, κατασκευαστικά.

Αυτό θα μας επιτρέψει να κάνουμε και τις επιλογές. Τώρα θα πείτε «μα οι επιλογές αυτές είναι πάντα σωστές;». Βεβαίως όχι! Αλλά, ξέρετε, αυτά που καθορίζουν τη ζωή μας, δεν είναι μόνον αυτά που λένε οι άλλοι ‘οι επιτυχίες μας’, είναι απλώς τα λάθη μας. Προσέξτε όμως, μη μπείτε στο πλαίσιο της εμπειρίας. Ο δάσκαλος δεν διδάσκει ποτέ την εμπειρία του στον μαθητή. Ο Sun Tsu (Η Τέχνη του Πολέμου) έλεγε, στην στρατηγική να χρησιμοποιείτε την εμπειρία του αντιπάλου.

Η εμπειρία είναι το συνονθύλευμα από τα λάθη που κάνουμε και που θα θέλαμε να μην ξανακάνουμε και κάπου τα ξεχνάμε και τα ξανακάνουμε κι άλλες φορές. Αλλά είναι η εμπειρία μας αυτά! Μας λένε «αυτός είναι έμπειρος» κι εγώ κάθε φορά που ακούω να μου το λένε σε μια διαπραγμάτευση, καταλαβαίνω ότι είναι προβλέψιμος, άρα ΘΥΜΑ.

Γιατί μπορεί ο άλλος να έχει παίξει πάνω στις παρτίδες που μπήκε σε διάφορες διαπραγματεύσεις και ξέρει πώς παίζει. Όταν ξέρεις πώς παίζει ο άλλος, ξέρεις να τον νικήσεις. Και ποια είναι η νίκη εδώ; Είναι να σκέφτεσαι σαν εσένα. Εμείς κλασικά, όταν είμαστε σ’ ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, έχουμε την τάση να λέμε ότι πρέπει να κερδίσουμε για να χάσει ο άλλος. Δεν είναι απαραίτητο. Μόνο και μόνο αν σκέφτεται σαν εσάς, έχει ήδη χάσει το παίγνιο, όταν αυτό είναι επιθετικό και έχει ήδη κερδίσει όταν το παίγνιο είναι θετικό και είναι σ’ ένα πλαίσιο ‘δάσκαλος-μαθητής’. Διότι είναι τεχνικές σκέψης που μαθαίνει ο δάσκαλος στον μαθητή. Δεν είναι πραγματικά γνωστικό αντικείμενο.

Όταν ένας δάσκαλος καθοδηγεί κάποιον σ’ έναν τομέα, δεν περιμένει από τον κάποιον να κοιτάζει ακριβώς αυτά που έκανε ο ίδιος και πρωτ’ απ’ όλα διότι έτσι δεν θα υπήρχε πλαίσιο συνεργασίας, θα ήταν απλώς μία αντιγραφή. Η αντιγραφή δεν είναι κάτι που προσθέτει. Το παράδοξο σ’ αυτή τη σχέση είναι ότι η πρόσθεση γίνεται, βέβαια, μέσω αφαίρεσης. Γιατί μόνον η αφαίρεση είναι ικανή να προσθέτει. Η πρόσθεση, συνήθως, αντιγράφει. Δεν μιλάω καν για τον πολλαπλασιασμό, γιατί εδώ μπαίνουμε σε κοινωνικό φαινόμενο.

Άρα, η ιδέα είναι πάντοτε στο πρωτότυπο.

Πρωτότυπο, πρώτη ύλη, πηγή, αυτή είναι η ιδέα.

Όταν μπαίνουμε στην επεξεργασία της πηγής, στην αντιγραφή της πηγής, στις αναφορές στις πηγές, που δεν έχουμε διαβάσει, όταν δημοσιεύουμε ένα άρθρο (είναι σίγουρο ότι αυτό δεν έχει συμβεί σε κανέναν από σας, που δεν έχει δημοσιεύσει άρθρο). Άρα η ιδέα είναι ότι υπάρχουν μερικά σημεία που είναι σημαντικά και χτίζουν μια δομή. Προηγουμένως, όταν ερχόμασταν εδώ και ήμασταν στο αυτοκίνητο τρεις, χωρίς κούκο, μιλούσαμε μεταξύ μας και πάνω κάτω λέγαμε ότι ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη και υπενθύμισα στους φίλους μου ότι στα μαθηματικά είναι οι ιδιομορφίες που χαρακτηρίζουν μια πολλαπλότητα.

Οι ιδιομορφίες είναι πάντοτε μόνες, είναι πάντοτε μοναχικές. Ευτυχώς! Γιατί, βάλτε δύο ιδιομορφίες πολύ κοντά και θα δείτε τι θα γίνει. Είναι πολύ απλό• θα γίνει μια μεγαλύτερη και θα είναι μια από τις δύο, δεν θα είναι όμως δύο. Άρα η ιδιομορφία χρειάζεται και μία απόσταση -κι η απόσταση αυτή είναι καλό να είναι ομαλή – που δημιουργεί αυτή την πολλαπλότητα. Μου άρεσε το παράδειγμα που άκουσα για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αλλά εγώ θα ήθελα να το συνεχίσω, έως να το εκφυλλίσω.

Θα πάρω, λοιπόν, τον Σωκράτη, που κάνει μαιευτική, ο μαθητής του Σωκράτη είναι ο Πλάτωνας, αρχίζει να λέει τα δικά του, ενώ δεν έλεγε τα ίδια ο Σωκράτης. Μετά με τον Αριστοτέλη μπαίνουμε σ’ ένα καθαρά θεωρητικό, στην αρχή είχαμε φιλοσοφικό, μετά το μετατρέπουμε σε θεωρητικό, κατόπιν σε δογματικό και μας ξαφνιάζει ο τέταρτος να είναι ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο μαθητής του Αριστοτέλη. Αν το συμπιέσω για να το εκφυλλίσω – ελπίζω να καταλάβατε ότι το γενικεύω – κάνω μια προσέγγιση του τύπου Grothendieck δηλαδή γενικεύω το θεώρημα, το ξαναγενικεύω, το ξαναγενικεύω, δεν ξέρω να το αποδείξω, αλλά κοιτάζω τι καταρρέει.

Κοιτάζοντας τι καταρρέει, βλέπω τι μου μένει. Άρα, όταν ακούω πράγματα του τύπου «ο ένας έχει δώσει στον άλλον», αν πραγματικά το πιστεύουν αυτό, σημαίνει ότι, τελικά, ο Αλέξανδρος έγινε πολεμιστής χάρη στον Σωκράτη. Ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι αυτό είναι εντελώς εκφυλλισμένο συμπέρασμα και ευτυχώς που δεν ισχύει, γιατί ξέρουμε τι έχει κάνει και ο ένας και ο άλλος και όλη αυτή η σειρά. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει όμως, όσον αφορά στον δάσκαλο και στον μαθητή, είναι η σπανιότητα αυτής της τετράδας στην ιστορία του κόσμου. Εδώ βλέπετε ότι είμαστε εντελώς εκτός ύλης! Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου σε ποια κοινωνία ήταν ο Σωκράτης, καθόλου σε ποια κοινωνία ήταν ο Πλάτωνας και συνεχίζω έτσι, καθόλου. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πως αυτή η τετράδα είναι πολύ σημαντική για τη συμβολή της στην ανθρωπότητα και γι’ αυτό μιλάμε ακόμα και το 2010 για 4 άτομα.

Φανταστείτε σε 2.000 χρόνια να μιλάμε για 4 από μας στη σχέση μεταξύ τους ‘μαθητής-δάσκαλος’, ‘μαθητής-δάσκαλος’. Μπορεί να περιμένουμε περισσότερα από 2.000 χρόνια, – αλλά, όπως είπατε, η ελπίδα σώζει την κοινωνία, το θέμα όμως είναι ποιος σώζει την ανθρωπότητα; Άρα, λοιπόν, ο δάσκαλος και ο μαθητής είναι ένα ζεύγος ‘κλειδωμένο’, για να είναι πιο ανθεκτικό. Πιο ανθεκτικό σε τι; Όταν χρειάζεστε χρόνο και πρέπει να τον χάσετε, για να επενδύσετε, πρέπει την ώρα που τον χάνετε να ζείτε. Εκεί είναι που δέχεστε χτυπήματα συνήθως. Δηλαδή, όταν λέτε σε έναν μαθητή «πρέπει να διαβάσεις το τάδε βιβλίο», η απάντηση είναι «δεν προλαβαίνω, πρέπει να κάνω δουλειά, να κάνω μεταφράσεις, δεν μπορώ να τελειώσω το διδακτορικό μου, δεν έχω άλλη καινούργια ιδέα, πρέπει να κάνω κάτι πιο απλό» όλ’ αυτά τ’ ακούτε στον χώρο που δεν υπάρχει (Εκπαίδευση).

Εμάς εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι πως όταν κάνουμε αυτή την αφαίρεση και δημιουργούμε αυτό το δίδυμο, τότε υπάρχει κάτι που είναι πολύ σημαντικό και μπορούμε να το δούμε σ’ ένα θεατρικό έργο, το Περιμένοντας τον Γκοντό, του Μπέκετ, όπου τίθεται το ερώτημα: αν θέλετε να απλοποιήσετε την έννοια της ανθρωπότητας χωρίς να την εκφυλλίσετε, σε πόσα άτομα μπορείτε να κατεβείτε; Η απάντηση είναι απλή: σε 2. Αν το διαβάσετε αντίστροφα, σημαίνει πως αυτό το ζεύγος μπορεί να δώσει ένα στίγμα ανθρωπότητας.

Δηλαδή, μπορεί η ανθρωπότητα πρώτον να στηριχθεί πάνω σ’ αυτές τις ιδιομορφίες, τους δασκάλους, οι οποίοι όμως απελευθερώνονται μέσω των μαθητών και αυτό το σύστημα παράγει μια δομή, που μπορεί να σας φαίνεται – όταν λειτουργείτε μόνο και μόνο συγχρονικά, δηλαδή αντί να κοιτάζετε την ταινία του έργου, κοιτάζετε μόνο μια φωτογραφία και βλέποντας μόνο μια φωτογραφία λέτε «είναι πολύ λίγοι αυτοί», όταν όμως βλέπετε όλη την ταινία, βλέπετε και ότι σε άλλη εποχή υπήρχαν και εδώ κι εδώ και προηγουμένως και ρωτάω τώρα: όταν στην πραγματικότητα λέμε «η ανθρωπότητα ανακάλυψε το τάδε», πιο συγκεκριμένα για παράδειγμα: το 1905 η ανθρωπότητα γνώριζε τη θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας;

Δεν σας ζητάω να απαντήσετε, γιατί αν απαντήσετε και πείτε όχι, θα πρέπει να αποδείξετε ότι ο Einstein δεν ανήκει στην ανθρωπότητα, αν πείτε ναι, τότε σημαίνει ότι ο Einstein είναι αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας. Η ιδέα είναι ότι όταν λέμε ότι η γνώση αποκτάται από την ανθρωπότητα, θα ‘ταν καλό να λέμε από ποια ανθρωπότητα. Και θα δείτε ότι είναι το ίδιο πρόβλημα που έχετε όταν, ας πούμε, σας μαθαίνω μια κίνηση, ποιος είναι αυτός που σας τη μαθαίνει, ποιο κύτταρο μαθαίνει την κίνηση.

Όταν παίζουμε ένα θεατρικό έργο, ποιος ηθοποιός το παίζει; Η απάντηση είναι απλή: κανένας γιατί παίζουν μαζί. Προσέξτε, κανένας, γιατί αν παίζει κάποιος μόνος, πάει να πει ότι είναι μονόλογος, δεν υπάρχει πια θεατρικό έργο. Η ιδέα, επομένως, είναι πως οι δάσκαλοι και οι μαθητές ξέρουν ότι είναι μόνοι, αλλά είναι μαζί. Πολύ συχνά εμείς θεωρούμε ότι η μοναξιά είναι κακό. Είναι κακό όταν πιστεύεις ότι δεν είσαι μόνος, γιατί σου έρχεται μια σφαλιάρα. Αλλά όταν ξέρεις πως αυτό είναι η ζωή σου, είναι η ζωή σου. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο δάσκαλος και ο μαθητής δεν μπορούν βέβαια να λειτουργήσουν σ’ ένα κανονικό, συμβατικό πλαίσιο, διότι εκεί δέχονται πιέσεις. Αναγκαστικά πρέπει να κάνουν μια αφαίρεση.

Ποια είναι αυτή η αφαίρεση;

Δεν επιλέγω σε ποια κοινωνία ζω, αλλά επιλέγω να ανήκω ή όχι στην ανθρωπότητα. Κατά συνέπεια, είναι σαν να έχω μία δομή – δεν μιλάω για υποδομή, αλλά μια δομή – και μια υπερδομή, αναγκαστικά βρίσκομαι στη δομή, αλλά ψάχνω την υπερδομή. Η υπερδομή, στην πραγματικότητα, αν χρησιμοποιήσουμε την ίδια τεχνική που χρησιμοποιήσαμε και με τον Grothendieck είναι πως αν γενικεύσουμε την έννοια της κοινωνίας, δηλαδή εμείς τοπικά, θεωρούμε ότι η κοινωνίας μας είναι πολύ σημαντική και αν εγώ ξαφνικά σας μιλούσα για μια κοινωνία που βρίσκεται στο Καμερούν, που π.χ. ορίζει ότι για να παντρευτεί μια γυναίκα πρέπει να έχει αποκτήσει ήδη παιδιά, για να είναι σίγουρος ο άνδρας ότι θα έχει όχι μόνο μια γυναίκα, αλλά μια μητέρα, φανταστείτε αν αυτό το παράδειγμα το προωθήσουμε εδώ.

Αυτό είναι ένας ωραίος τρόπος να απορρίψετε τη σημασία της κοινωνίας, διότι αν μπείτε στην άλλη κοινωνία και κοιτάξετε πώς κοιτάζουν τη δική μας και πραγματικά το καταλάβετε, θα πείτε «μα είμαστε τόσο ασήμαντοι;». Είμαστε σημαντικοί, ως κοινωνία, στον χώρο. Ο δάσκαλος και ο μαθητής δεν λειτουργούν στον χώρο, λειτουργούν μόνο στον χρόνο. Γι’ αυτό και το χάσιμο χρόνου είναι το απαραίτητο. Δηλαδή, πρέπει να δώσω χρόνο στον άλλον για να παράγω μια γνώση. Διότι όταν βρίσκομαι στο στατικό ταυτόχρονο, έχουμε και οι δύο μια άγνοια και δεν υπάρχει μεταφορά.

Προσπαθήστε να καταλάβετε εικονικά: αν σας δείξω μία φωτογραφία από μια ταινία που έχετε δει, μια οποιαδήποτε παλιά ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, αμέσως θυμάστε το έργο, θυμάστε και μερικές συγκεκριμένες ατάκες από το έργο, ας πούμε «ήρθατεε;» και ξαφνικά δημιουργείτε ένα πλαίσιο γύρω απ’ αυτή τη φωτογραφία. Αν δείξετε αυτή τη φωτογραφία σ’ ένα παιδάκι που δεν έχει δει ποτέ το έργο και ρωτήσετε τι βλέπει, θα σας απαντήσει «μια ασπρόμαυρη φωτογραφία» δεν μπορεί καν να αντιληφθεί ότι αυτή η φωτογραφία ανήκει σ’ ένα κινηματογραφικό έργο.

Είναι ακριβώς αυτό που μας κάνει η κοινωνία. Όταν βρισκόμαστε στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, εγώ λειτουργώ μόνο στη φωτογραφία και υπάρχει κάποιος άλλος, ένας δάσκαλος, που μου εξηγεί πως το σημαντικό δεν είναι η φωτογραφία, αλλά όλο το έργο, στο οποίο έργο εμπλέκεται η ανθρωπότητα. Όταν το παιδάκι βλέπει μόνον τη φωτογραφία, είναι πολύ δύσκολο να πειστεί ότι δεν χάνει χρόνο, για να εξετάσει το έργο, ενώ βλέπει μόνον τη φωτογραφία. Δεν θέλω μ’ αυτόν τον τρόπο να σας πω ότι έκανα μία φωτογραφία της κοινωνίας μας, εφόσον δεν μίλησα γι’ αυτήν, καθώς ήμασταν εκτός ύλης.

Θα ήθελα να καταλάβετε πού το πάω με την έννοια ότι, εισχωρώντας, δηλαδή βάζοντας μια επένδυση του χρόνου και αλλάζοντας, πραγματικά, τον χώρο και πραγματοποιώντας μια εμβύθιση μέσα στον χωροχρόνο, δίνω βαθμούς ελευθερίας στο σύστημα. Έχοντας βαθμούς ελευθερίας, μπορώ να έχω κι ένα χαοτικό σύστημα, δεν μας πειράζει.

Το χάος είναι δημιουργικό, μπορώ χάρη σ’ αυτό να μην ψάχνω συνεχώς ισορροπίες, γιατί πολύ συχνά όλη η έγνοια μας είναι να αναζητήσουμε μια ισορροπία. Όταν τσακωνόμαστε, για παράδειγμα, μετά θα τα βρούμε. Στην πραγματικότητα μισούμε ο ένας τον άλλο σε μια απόσταση, απλώς την έχουμε κάνει αρκετά μεγάλη, για να μην ενοχλεί ο ένας τον άλλον και αυτό είναι η κοινωνική ισορροπία. Μιλάμε ο ένας για τον άλλον σε μια απόσταση, αυτό είναι το κουτσομπολιό. Θέτουμε μια απόσταση για να μπορούμε να μιλάμε χωρίς να μας ενοχλούν. Δεν έχει άνεση κάποιος να μιλάει για άλλον παρουσία του. Ενοχλείται! Ο πρώτος! Δεν μπορεί να κάνει το κουτσομπολιό με την άνεσή του.

Η ιδέα, λοιπόν, είναι ότι η κοινωνία λειτουργεί μέσα στον χώρο και δεν θέλει να χάσει χρόνο, γιατί αν χάσει χρόνο, δεν βρίσκεται πια στο παρόν και αν δεν είναι πια στο παρόν, η φωτογραφία δεν κυριαρχεί. Γιατί αν καταλάβετε ότι η νοημοσύνη είναι εγκλωβισμένο μέλλον μέσα στο παρελθόν, έχετε ένα πρόβλημα με το παρόν. Όταν υπάρχει η νοημοσύνη, υπάρχει κάποιος που δεν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Δηλαδή, κοιτάτε τη φωτογραφία και βλέπετε ένα μικρό αντικείμενο κι αυτό το μικρό αντικείμενο θα είναι, ας πούμε, το πρώτο παιγνίδι που είχε ένας μεγιστάνας τότε που ήταν πολύ φτωχό παιδί και επειδή είχε ένα μικρό ελικόπτερο, τώρα πουλάει ελικόπτερα παντού.

Όταν κοιτάτε τη φωτογραφία, θεωρείτε ότι αυτό είναι εντελώς ασήμαντο, μετά αναρωτιέστε ποιος έβαλε το ελικόπτερο εκεί, αναρωτιέστε ποιος έκανε την πράξη πριν. Συμβαίνει το ίδιο με τη νοημοσύνη, η νοημοσύνη αναγκαστικά ανατρέπει τα ιεραρχικά συστήματα του χωρικού, διότι βρίσκεται μέσα στον χρόνο. Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, εξετάζοντας το θέμα της παιδείας, προσπαθώ να σας πω πως δεν μπορεί να υπάρχει παιδεία εκτός χρόνου. Διότι εκπαίδευση χωρίς χρόνο είναι δυνατό να υπάρξει• αλλά παιδεία χωρίς χρόνο;

Σημαίνει ότι αναγκαστικά, εφόσον ζει μέσα στον χρόνο και υπάρχει μια αλληλεπίδραση, κάποιος πρέπει να δώσει, κάποιος πρέπει να πάρει, κάπου πρέπει να παιχτεί ένα παίγνιο. Επιπλέον, το καλό, όταν δεν ψάχνουμε συστηματικά ισορροπίες, είναι ότι ανακαλύπτουμε και πράγματα που βρίσκονται και μέσα στις θεωρίες του Prigogine, που μας επιτρέπουν να πούμε ότι υπάρχει και μια ολόκληρη Φυσική «μακράν ισορροπίας» που μας επιτρέπει να είμαστε πολύ πιο δημιουργικοί απ’ όσο στην αναγκαστική ισορροπία, που στην ουσία μας ‘κλειδώνει’. Άρα όταν προσπαθούμε να δώσουμε γνώσεις και λέμε ότι πρέπει πρώτα να είμαστε σίγουροι, θα πρέπει να σκεφτούμε ότι αυτό θα ανέτρεπε ολόκληρη τη θεωρία των fractals.

Επιπλέον, πώς να είμαστε σίγουροι εφόσον όλα είναι μεταβαλλόμενα και όλα είναι δυναμικά; Ακούστε ένα χειροπιαστό παράδειγμα: εκπαιδεύετε ένα σπουδαστή στην πληροφορική, γίνεται «πληροφορικάριος» μετά από 4 χρόνια και δεν του μαθαίνετε τίποτε άλλο. Πόσο μικρή είναι η ημερομηνία λήξης που έχει αυτός ο άνθρωπος; Το πρόβλημά του είναι ότι μολονότι έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο, η τεχνολογία συνεχίζει. Ένα παράδειγμα που μ’ αρέσει να χρησιμοποιώ είναι ότι πολλοί από σας υπήρξατε σε κάποια φάση που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα. Φανταστείτε, λοιπόν κάποιος να είναι ειδικός για τηλέφωνα και ξαφνικά του μιλάνε για το ασύρματο. Κάποτε μιλούσαμε μόνο για CD και τώρα είμαστε στο MP3.

Όλες αυτές οι αλλαγές δεν οφείλονται στο μάθημα που παρακολουθείτε εκείνη τη στιγμή. Πρέπει να ξανακάνετε το μάθημα. Ένα ωραίο τεστ που είχε κάνει η ΙΒΜ όταν είχε έρθει στη Γαλλία ήταν ένα τεστ που όσοι θα περνούσαν θα είχαν πληρωμένες τις σπουδές τους. Δεν ζητούσαν ούτε πτυχίο, ούτε το αντίστοιχο των πανελληνίων, ούτε καν ρωτούσαν σε ποιο επίπεδο ήταν οι διαγωνιζόμενοι, όποιος ήθελε περνούσε το τεστ.

Το τεστ βασιζόταν στην ιδέα ότι ούτως ή άλλως τα δεδομένα Νοημοσύνη αλλάζουν τόσο γρήγορα, που δεν χρειάζεται κάποιος που ξέρει καλά τα δεδομένα, αλλά κάποιος που διαχειρίζεται καλά νέα δεδομένα. Αλλά αν διαχειρίζεται καλά νέα δεδομένα, σημαίνει ότι δεν τα ξέρει. Άρα το ζήτημα είναι η ταχύτητα απορρόφησης νέων δεδομένων από κάποιον που δεν ξέρει τίποτε. Αυτός είναι ο “έξυπνος” και τίποτε άλλο. Και είναι και αυτός που παρακολουθεί και τι λένε οι άλλοι.

Τα Θεμέλια της Σταθερής Ευτυχίας

Ο Αριστοτέλης και τα θεμέλια της σταθερής ευτυχίας

Η παράμετρος που θέτει ο Αριστοτέλης για την κατάκτηση ή όχι της ευτυχίας είναι ο χρόνος. Δε φτάνει να νιώσει κανείς ευτυχία για να πούμε ότι είναι ευτυχισμένος. Πρέπει η ευτυχία να έχει σταθερότητα, να έχει δηλαδή διάρκεια: «Ένα, πράγματι, μόνο χελιδόνι δεν κάνει την άνοιξη, ούτε και μια μόνο μέρα· έτσι ακριβώς δε φτάνει να κάνει ευτυχισμένο και ευδαίμονα τον άνθρωπο μια μόνο μέρα ή μια μικρή περίοδος χρόνου». (1098a 7, 21-23).

Οι περιστασιακές στιγμές ευφορίας δεν πρέπει να συγχέονται με την ευτυχία, καθώς, σε τελική ανάλυση, δεν την εξασφαλίζουν. Η ευτυχία, ως έννοια βαθύτερη από κάθε παροδική χαρά, δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την καθημερινότητα. Αυτό που λέμε ευτυχισμένη ζωή αφορά την εκπλήρωση εκείνων των προϋποθέσεων, που δίνουν στον άνθρωπο ικανοποίηση από την ίδια την κανονικότητά τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε χρειάζεται κάποιο μεγάλο γεγονός για να νιώσει χαρά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δε θα ήταν ευπρόσδεκτο ή ότι δε θα είναι σε θέση να το εκτιμήσει), αφού η ίδια η ζωή του είναι η πηγή της χαράς. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για το ακλόνητο της αταραξίας, που μπορεί να έχει ακόμη και θρησκευτικό υπόβαθρο, αλλά για την εύρεση της ισορροπίας που εναρμονίζει τον εαυτό με το περιβάλλον.

Οι προσπάθειες του ανθρώπου να βρει ευτυχία μέσω των πρόσκαιρων απολαύσεων είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, αφού το εφήμερο (για να μην πούμε το στιγμιαίο) είναι αδύνατο να προσφέρει τη σταθερότητα. Το δυστυχισμένο παιδί δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένο, ακόμη κι αν του προσφερθεί το μεγαλύτερο παγωτό του κόσμου. Ομοίως, ένα παιδί που λαμβάνει καθημερινά το ίδιο εξαίσιο παγωτό, δεν είναι βέβαιο ότι ευτυχεί. Η προσωρινή χαρά έχει αξία μόνο όταν συνδυάζεται με εκείνες τις συνθήκες που εξασφαλίζουν την ευτυχία, αλλιώς είναι περιστασιακή ανακούφιση. Κι αυτή ακριβώς είναι η σύγχυση του ανθρώπου, που αντιλαμβάνεται τις εφήμερες ηδονές σαν κλειδί για την ευδαιμονία. Η θεοποίηση του χρήματος, που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση, καταδεικνύει ακριβώς αυτό. Η ευτυχία όμως, δεν είναι καταναλωτικό αγαθό κι ως εκ τούτου δεν αγοράζεται.

Βεβαίως, ο Αριστοτέλης δεν υποτιμά καθόλου τα υλικά αγαθά. Η επάρκειά τους κρίνεται απαραίτητη για να οδηγηθεί κανείς την ευτυχία. Γι’ αυτό και κάνει λόγο για αυτάρκεια. Δεν είναι όμως αυτοσκοπός, είναι το μέσο. Με άλλα λόγια, η υλική επάρκεια δε σηματοδοτεί την εξασφάλιση της ευτυχίας, αλλά την κάλυψη των αναγκών, δηλαδή την προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην ευτυχία, η οποία εν τέλει αφορά την ψυχή: «Με τα αγαθά, λοιπόν, να έχουν χωριστεί σε τρεις κατηγορίες, δηλαδή στα λεγόμενα εξωτερικά, σ’ αυτά που σχετίζονται με την ψυχή και σ’ αυτά που σχετίζονται με το σώμα, ονομάζουμε όλοι κατεξοχήν αγαθά – αγαθά στην κυριολεξία – αυτά που σχετίζονται με την ψυχή». (1098b 8, 15-17).

Ευτυχία χωρίς ψυχική συμμετοχή δεν μπορεί να υπάρξει

Κι όταν λέμε ψυχική συμμετοχή εννοούμε τη σύμπλευση της λογικής με το συναίσθημα. Η άρνηση της λογικής για χάρη μιας παρόρμησης, αν γίνεται επανειλημμένα (σε βαθμό που να θεωρείται μια μόνιμη κατάσταση), δεν καταδεικνύει τη συναισθηματική ολοκλήρωση αλλά το πάθος. Από την άλλη, η καταπίεση των συναισθημάτων στο όνομα της λογικής αποτελεί μια άλλη μορφή παραλόγου, καθώς δεν υπάρχει τίποτε λογικότερο από το να ικανοποιεί κανείς τα συναισθήματά του. Αυτός είναι ο λόγος που η ψυχή πρέπει να ενεργήσει επιφέροντας την απαραίτητη ισορροπία με την ικανοποίηση των συναισθημάτων και τη χαλιναγώγηση των παθών.

Η εξισορρόπηση αυτών είναι που θα κάνει τον άνθρωπο να προβαίνει στις σωστές ενέργειες εξασφαλίζοντας την ευζωία, επιφέροντας δηλαδή την προσωπική ολοκλήρωση: «… το τέλος το ταυτίζουμε με κάποιες πράξεις και κάποιες ενέργειες· γιατί έτσι το τέλος παίρνει θέση μεταξύ των αγαθών που σχετίζονται με την ψυχή και όχι μεταξύ των εξωτερικών αγαθών. Με τον ορισμό μας συνάδει και η πίστη ότι ο ευδαίμων άνθρωπος ζει καλά και πράττει καλά – δεν το είπαμε πράγματι κάπως έτσι, ότι η ευδαιμονία είναι ευζωία και ευ-πραξία;» (1098b 8,22-25).

Όμως, η χαλιναγώγηση των παθών δεν είναι παρά η πραγμάτωση της αρετής. Το πάθος για το χρήμα, ο άκρατος εγωισμός, η δίψα για εξουσία, η εμμονή στις ηδονές που η εκπλήρωσή τους προϋποθέτει την καταπίεση του άλλου, είναι τα κίνητρα που αντιμάχονται στην αρετή. Η παράδοση του ανθρώπου σ’ αυτά είναι η κατάλυση της ψυχικής ισορροπίας, αφού η συναισθηματική παρόρμηση της πρόσκαιρης ικανοποίησης υπερβαίνει τη σταθερότητα της ψυχικής γαλήνης που απαιτεί η ευτυχία. Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά δεν είναι παρά η υπερβολή που διαλύει τη μεσότητα. Και η υπερβολή δε συμπλέει με τη λογική. Ούτε είναι γνώρισμα του σώφρονα ανθρώπου.

Σχεδόν μαθηματικά οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε τέτοια πάθη δεν ευτυχούν. Η γνώση της απόρριψης από τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς δεν το εκφράζει ανοιχτά, η καχυποψία, η αρρωστημένη ανταγωνιστικότητα, το επιφανειακό των σχέσεων, ο φθόνος για τις επιτυχίες του άλλου, η τάση επίδειξης, η άρνηση της αυτογνωσίας και η τελική ανασφάλεια (που μοιραία επέρχεται) καταλύουν κάθε έννοια ισορροπίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευτυχία αντικαθίσταται από την απατηλή ανακούφιση των υλικών απολαύσεων. Όμως, η αντικατάσταση δεν είναι αποκατάσταση – πολύ περισσότερο εκπλήρωση.

Για να φτάσουμε και πάλι στο συμπέρασμα ότι η ψυχή πρέπει να ενεργήσει, ώστε να τεθούν οι σωστές προτεραιότητες, προκειμένου να νιώθει κανείς χαρά με τα πράγματα που αξίζουν στ’ αλήθεια: «Όπως στην Ολυμπία το στεφάνι της νίκης το κερδίζουν όχι οι πιο όμορφοι και οι πιο ρωμαλέοι αλλά αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες (γιατί κάποιοι από αυτούς είναι που αναδεικνύονται νικητές), έτσι και τα ωραία και τα καλά της ζωής τα κερδίζουν αυτοί που ενεργούν σωστά». (1099a 8, 4-8).

Και ενεργούν σωστά όσοι κινούνται σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρετής: «Με αυτούς λοιπόν που ταυτίζουν την ευδαιμονία με την αρετή ή με κάποια αρετή ο ορισμός μας βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία· στην αρετή έχει, πράγματι, την αρχή της η ενάρετη ενέργεια». (1098b 8, 35-38).

Αφού καταδειχθεί ότι η σωστή πράξη είναι αυτή που διέπεται από την αρετή, αυτό που μένει είναι η διασφάλιση της ταυτόχρονης συναισθηματικής ικανοποίησης, για την επίτευξη της πληρότητας που θα επέλθει από τη σύζευξη λογικής και συναισθήματος. Και η συναισθηματική ικανοποίηση σχετίζεται με την εκπλήρωση αυτών που αγαπάει ο καθένας: «στον κάθε άνθρωπο ευχάριστο είναι αυτό που αγαπάει: το άλογο σ’ αυτόν που αγαπάει τα άλογα, το θέαμα σ’ αυτόν που αγαπάει τα θεάματα· με τον ίδιο τρόπο οι δίκαιες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει τη δικαιοσύνη, και, γενικά, οι ενάρετες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει την αρετή». (1099a 8, 10-13). Κι ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει καταδεικνύοντας την προβληματική που αποπροσανατολίζει τους περισσότερους ανθρώπους: «Στην πλειονότητα των ανθρώπων τα ευχάριστα γι’ αυτούς πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους για το λόγο ότι δεν είναι ευχάριστα από τη φύση τους». (1099a 8, 13-14).

Και βέβαια, ευχάριστα από τη φύση τους είναι αυτά που υπηρετούν την αρετή. Κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης του ευχάριστου από την αρετή δεν είναι παρά η σύγχυση ανάμεσα στην πράξη και τα αποτελέσματά της. Γιατί η διάπραξη ενός αδικήματος είναι αδύνατο να θεωρείται ευχάριστη. Ευχάριστα μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μετά από αυτήν, επειδή προφανώς θα επιτευχθούν οικονομικά ή οποιαδήποτε άλλα οφέλη. Με άλλα λόγια, το ότι μπορεί κάποιος να νιώσει ευχαρίστηση από τα αποτελέσματα μιας αδικίας δε σημαίνει ότι είναι ευχάριστη η καθαυτή διάπραξή της. Αυτός που νιώθει ευχαρίστηση πράττοντας το κακό, αυτός δηλαδή που το κάνει γιατί αντλεί ηδονή κάνοντάς το είναι προφανώς διαταραγμένος.

Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα αντίστροφα: «… σ’ αυτά που είπαμε πρέπει να προσθέσουμε και τούτο: ο άνθρωπος που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ωραίες πράξεις δεν είναι καν ένας καλός άνθρωπος. Ποιος θα ονόμαζε δίκαιο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις δίκαιες πράξεις, ή ελευθέριο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ελευθέριες πράξεις, κοκ;» (1099a 8, 19-23).

Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το συναίσθημα της ευχαρίστησης είναι απολύτως καθοριστικό για το χαρακτήρα των ανθρώπων. Δε φτάνει κάποιος να μην διαπράττει αδικίες για να είναι δίκαιος. Πρέπει να νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις. Θα έλεγε κανείς ότι τα συναισθήματα είναι καθοριστικότερα από τις συμπεριφορές. Αυτός που δε νιώθει ευχαρίστηση από τις αρχές του δικαίου δεν είναι δίκαιος ασχέτως αν τελικά τις τηρεί. Ο καλός άνθρωπος νιώθει χαρά από τις ωραίες πράξεις. Αν δεν το κάνει, δεν είναι καλός. Τελικά το τι είναι κάποιος καταδεικνύεται περισσότερο απ’ αυτά που νιώθει παρά απ’ αυτά που κάνει.

Το συναίσθημα είναι το επιστέγασμα της διαμόρφωσης του καθενός. Εφόσον η χαρά προέρχεται απ’ αυτά που αγαπάμε, τότε είναι προφανές ότι αυτά που αγαπάμε θα τα επιδιώκουμε κι αυτά που δεν αγαπάμε όχι. Με δυο λόγια, αυτός που δε νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις, είναι αυτός που εν τέλει δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις. Κι επειδή τελικά το συναίσθημα είναι το κριτήριο που θα διαμορφώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αυτός που δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις, όσο κι αν συγκρατείται υπακούοντας στα όριά τους, όταν του δοθεί η ευκαιρία θα παραβιάσει το πνεύμα τους.

Η αρετή δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι

Πρέπει κανείς να τη θέλει. Πρέπει, δηλαδή, να νιώθει χαρά πραγματώνοντάς την: «Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε οι πράξεις της αρετής θα πρέπει, σκέφτομαι, να είναι ευχάριστες καθεαυτές, μαζί όμως και καλές και ωραίες· έχουν μάλιστα την καθεμιά από τις ιδιότητες αυτές στον ύψιστο βαθμό, αν και είναι αλήθεια ότι ο ενάρετος άνθρωπος είναι καλός κριτής γι’ αυτές τις ιδιότητες – πραγματικά, η κρίση του είναι αυτή που περιγράψαμε». (1099a 8, 24-27).

Η επίκληση της ορθής κρίσης είναι μία ακόμη αναφορά στη λογική. Ο ενάρετος άνθρωπος, ως κάτοχος της ορθής κρίσης, συμπεριφέρεται λογικά και χαίρεται μ’ αυτά που αρμόζουν στην αρετή. Πετυχαίνει δηλαδή της σύμπλευση λογικής και συναισθήματος στην κατεύθυνση της αρετής. Κι αυτός είναι ο λόγος που θα κατακτήσει την ευδαιμονία: «Στους ανθρώπους […] που αγαπούν το ωραίο ευχάριστα είναι αυτά που είναι ευχάριστα από τη φύση τους· τέτοιες είναι οι πράξεις της αρετής· έτσι και σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι ευχάριστες και είναι και καθεαυτές ευχάριστες. Δεν τη χρειάζεται λοιπόν η ζωή αυτών των ανθρώπων την ευχαρίστηση σαν ένα είδος πρόσθετου κοσμήματος· αντίθετα, την έχει μέσα της». (1099a 8, 15-19).

Ο ενάρετος άνθρωπος βιώνοντας την απόλυτη ισορροπία έχει τη χαρά μέσα του. Και δεν υπάρχει σταθερότερη συνθήκη από αυτή. Οι κοινωνίες που απαξιώνουν την αρετή στο όνομα της πρόσκαιρης επιδίωξης έχουν οριστικά χάσει τον προσανατολισμό τους. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον τα σχετικά με την αρετή φαντάζουν αφέλειες. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της αποτυχίας. Αυτό που μένει είναι ο ωφελιμισμός, η ατομικότητα και η χρησιμοθηρική οπτική για τα πάντα. Τα κοινωνικά πρότυπα αυτού του είδους είναι η εσφαλμένη κατεύθυνση που βαφτίζεται πνεύμα των καιρών. Η συνύπαρξη καθίσταται ολοένα και πιο προβληματική. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για ευτυχία.

Παρακολουθώντας την πορεία της ανθρωπότητας είναι μάλλον αδύνατο να βρει κανείς την επικράτηση της αρετής, με τον τρόπο τουλάχιστον που την εννοεί ο Αριστοτέλης. Η βία, το κυνήγι του πλούτου, το συμφέρον και η μάχη της εξουσίας ήταν πάντοτε οι βασικότερες επιδιώξεις του ανθρώπου. Οι νόμοι της ιστορίας ήταν και παραμένουν σκληροί. Το ζήτημα της συνύπαρξης φαίνεται ακόμη μετέωρο. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου που παραμένει ανεκπλήρωτο. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι η ουσία του πολιτισμού. Να εξανθρωπίσει τον άνθρωπο, δηλαδή να πετύχει την πραγμάτωση της αρετής.

Ο άνθρωπος όσο και να λέει ότι παλεύει για το δίκαιο ή την ελευθερία ή την ισότητα ή τα δικαιώματα των συνανθρώπων του κλπ, δε φαίνεται να το εννοεί. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι δεν τα αγαπάει πραγματικά. Δεν βρίσκει αληθινή χαρά σ’ αυτά. Σε τελική ανάλυση δεν έχει καταλάβει ότι η ευτυχία είναι υπόθεση συλλογική. Θεωρεί ότι η ευτυχία των άλλων είναι αδιάφορη, ίσως και αντίπαλη με τη δική του. Όμως η κατάκτηση της αρετής ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση της ευτυχίας αποδεικνύει το αντίθετο, αφού η αρετή ολοκληρώνει τον εαυτό μέσα από το σεβασμό του άλλου. Ο δίκαιος δε θέλει να αδικείται ούτε ο ίδιος ούτε και οι άλλοι. Κι αυτός είναι ο ορισμός της κοινωνικής ισορροπίας. Η ατομική οπτική δεν μπορεί παρά να δράσει συγκρουσιακά. Να αναδείξει τον κακώς εννοούμενο ανταγωνισμό. Να επιλέγει την πολεμική από τη σύμπραξη. Προφανώς ο άνθρωπος χρειάζεται κι άλλο χρόνο. Ας είμαστε αισιόδοξοι.

Αυτό που μένει είναι το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για την ευτυχία: «Συμπέρασμα: Η ευδαιμονία είναι το υπέρτατο αγαθό, και μαζί ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο ευχάριστο: οι τρεις αυτές ιδιότητες δεν πρέπει να χωρίζονται με τον τρόπο που αυτό γίνεται στην επιγραφή της Δήλου:

Το δικαιότερο είναι το πιο όμορφο, η υγεία το καλύτερο·

Το πιο ευχάριστο απ’ όλα νά ‘χει κανείς ό,τι αγαπά·

Ο λόγος είναι ότι όλες αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στις άριστες ενέργειες – αυτές, ή μία από αυτές, η καλύτερη, λέμε πως είναι η ευδαιμονία». (1099a 8, 27-34).

Συγκριτική προσέγγιση του Προμηθέα, του Mātariśvan και των μη ινδοευρωπαϊκών παραδόσεων

Ο Προμηθέας και η κλοπή της φωτιάς: ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά ή πανανθρώπινο μυθολογικό μοτίβο;

Συγκριτική προσέγγιση του Προμηθέα, του Mātariśvan και των μη ινδοευρωπαϊκών παραδόσεων

Ο μύθος του Προμηθέα, ως φορέα της φωτιάς και ευεργέτη της ανθρωπότητας, έχει συχνά θεωρηθεί μία από τις χαρακτηριστικότερες εκφράσεις του «πολιτιστικού ήρωα»: μιας μυθολογικής μορφής η οποία εξασφαλίζει στους ανθρώπους ένα αγαθό, μια τεχνική ή μια γνώση που προηγουμένως ανήκε στους θεούς ή σε υπερφυσικούς φύλακες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομοιότητα του ελληνικού μύθου με τη βεδική παράδοση του Mātariśvan, ο οποίος συνδέεται με την ανάκτηση, την κλοπή, το άναμμα και τη μεταφορά του Agni, της θεϊκής φωτιάς. Η ομοιότητα δεν περιορίζεται στη γενική ιδέα της φωτιάς: η βεδική ρίζα math- «κλέπτω, αρπάζω» έχει προταθεί ως ετυμολογικός συγγενής του ονόματος Προμηθεύς, ενώ τα σχετικά βεδικά χωρία παρουσιάζουν τον Mātariśvan ως εκείνον που αρπάζει ή φέρνει τη φωτιά στους Bhr̥gu.

Ωστόσο, το ίδιο βασικό μυθολογικό μοτίβο απαντά σε πολυνησιακές, αυστραλιανές, βορειοαμερικανικές και άλλες παραδόσεις λαών που δεν ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Ο Māui, το Κοράκι και άλλοι πολιτιστικοί ήρωες αποκτούν ή κλέβουν τη φωτιά από υπερφυσικούς κατόχους και την παραδίδουν στους ανθρώπους. Η διαπολιτισμική αυτή διάδοση καθιστά απίθανο να εξηγηθεί το σύνολο του μοτίβου αποκλειστικά ως αποτέλεσμα κοινής ινδοευρωπαϊκής καταγωγής. Η πιθανότερη μεθοδολογική λύση είναι η διάκριση ανάμεσα σε ένα γενικό, ενδεχομένως πολυγενετικό μοτίβο «απόκτησης της φωτιάς» και σε ένα ειδικότερο ελληνοϊνδικό ή ινδοευρωπαϊκό μυθολογικό σύμπλεγμα, του οποίου ο Προμηθέας και ο Mātariśvan ενδέχεται να αποτελούν απομακρυσμένες κληρονομικές παραλλαγές.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς «ποιος λαός είχε πρώτος τον Προμηθέα», αλλά ποιο μέρος του μύθου είναι τόσο κοινό στην ανθρώπινη εμπειρία ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί ανεξάρτητα και ποιο μέρος παρουσιάζει αρκετά ειδικές αντιστοιχίες ώστε να υποδεικνύει κοινή παράδοση.

Λέξεις-κλειδιά: Προμηθεύς, Mātariśvan, Agni, φωτιά, πολιτιστικός ήρωας, ινδοευρωπαϊκή μυθολογία, συγκριτική μυθολογία, Ησίοδος, Rigveda, Māui.

1. Εισαγωγή: το πρόβλημα της «κλοπής της φωτιάς»

Ανάμεσα στα μυθολογικά θέματα που εμφανίζονται σε διαφορετικούς πολιτισμούς, η απόκτηση της φωτιάς κατέχει ιδιαίτερη θέση. Σε πολλές παραδόσεις η φωτιά δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα φυσικό αντικείμενο αλλά ως ένα αγαθό που προηγουμένως βρισκόταν σε κατοχή θεών, πνευμάτων, υπερφυσικών όντων ή άλλων φορέων. Κάποιος ήρωας —και συχνά ένας πανούργος ή μεταμορφούμενος πολιτιστικός ήρωας— την αποκτά, την κλέβει, την ανακτά ή εξαπατά τον κάτοχό της και τελικά την παραδίδει στην ανθρωπότητα.

Το σχήμα αυτό είναι τόσο διαδεδομένο ώστε δημιουργεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα για τη συγκριτική μυθολογία. Η ομοιότητα μπορεί να έχει δύο διαφορετικές αιτίες.

Η πρώτη είναι η κοινή καταγωγή: διαφορετικοί λαοί μπορεί να κληρονόμησαν έναν παλαιότερο μύθο από κοινό πρόγονο και στη συνέχεια να τον μετασχημάτισαν σύμφωνα με τις δικές τους γλώσσες, θρησκείες και κοινωνικές δομές.

Η δεύτερη είναι η ανεξάρτητη δημιουργία: διαφορετικές κοινωνίες, αντιμετωπίζοντας το ίδιο θεμελιώδες ανθρώπινο πρόβλημα —την απόκτηση, διατήρηση και αναπαραγωγή της φωτιάς— μπορεί να δημιούργησαν ανεξάρτητα παρόμοιες αφηγήσεις.

Στην περίπτωση του Προμηθέα η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η ελληνική παράδοση παρουσιάζει πραγματικά εντυπωσιακές αντιστοιχίες με την ινδική, ενώ ταυτόχρονα το μοτίβο της κλοπής της φωτιάς απαντά και πέρα από κάθε πιθανό ινδοευρωπαϊκό δίκτυο.

2. Ο Προμηθεύς στην ελληνική παράδοση

Η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική λογοτεχνική παράδοση για τον Προμηθέα ανάγεται στον Ησίοδο, του οποίου η δραστηριότητα τοποθετείται περίπου γύρω στις αρχές του 7ου αιώνα π.κ.χ., αν και η ακριβής χρονολόγηση των ησιόδειων ποιημάτων παραμένει αντικείμενο συζήτησης.

Στη Θεογονία και στα Έργα και Ημέρες ο Προμηθεύς συνδέεται με δύο αλληλένδετα επεισόδια: την εξαπάτηση του Διός κατά τη διανομή του θυσιασμένου βοδιού και την κλοπή της φωτιάς.

Στα Έργα και Ημέρες ο Ησίοδος παρουσιάζει με εξαιρετική σαφήνεια τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος: ο Δίας, εξαιτίας της προηγούμενης εξαπάτησης, κρύβει τη φωτιά από τους ανθρώπους· ο Προμηθεύς την κλέβει εκ νέου και τη μεταφέρει στους θνητούς μέσα σε κοίλο βλαστό μάραθου. Ο Δίας αντιδρά επιβάλλοντας νέο κακό στην ανθρωπότητα, την Πανδώρα.

Η ησιόδεια εκδοχή, επομένως, δεν είναι ακόμη ακριβώς η νεότερη εικόνα του Προμηθέα ως απελευθερωτή της ανθρωπότητας. Ο Προμηθεύς είναι συγχρόνως πανούργος αντίπαλος του Διός και παραβάτης της θεϊκής τάξης. Η φωτιά αποτελεί αγαθό για τους ανθρώπους, αλλά η απόκτησή της πραγματοποιείται μέσω μιας παράβασης για την οποία ο Προμηθεύς και οι άνθρωποι υφίστανται συνέπειες.

Αργότερα, και ιδιαίτερα στον «Προμηθέα Δεσμώτη», ο μύθος αποκτά διαφορετική έμφαση. Εκεί η φωτιά γίνεται η αρχή ενός ολόκληρου συμπλέγματος τεχνῶν. Ο Προμηθεύς παρουσιάζεται ως εκείνος που μεταβιβάζει στους ανθρώπους τεχνικές γνώσεις και πρακτικές ικανότητες, ενώ η φωτιά γίνεται η βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης τεχνολογίας. Σύγχρονη έρευνα τονίζει ακριβώς αυτή τη διαφορά ανάμεσα στην ησιόδεια και την αισχύλεια διαμόρφωση του προσώπου.

Έτσι διαμορφώνονται δύο επίπεδα του ελληνικού μύθου:

Προμηθεύς ως κλέπτης της θεϊκής φωτιάς και
Προμηθεύς ως φορέας της τέχνης, της γνώσης και του πολιτισμού.

Το δεύτερο επίπεδο θα καταστήσει αργότερα τον Προμηθέα πρότυπο του πολιτιστικού ήρωα.

3. Ο Mātariśvan και η βεδική παράδοση

Η σύγκριση με την ινδική παράδοση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή αναζήτηση «παρόμοιων μύθων».

Στη Rigveda, ο Mātariśvan συνδέεται επανειλημμένα με την απόκτηση και μεταφορά του Agni. Σε ορισμένα χωρία η φωτιά παρουσιάζεται ως κρυμμένη και ο Mātariśvan ως εκείνος που την ανασύρει ή την φέρνει στους Bhr̥gu. Στο Rigveda 1.148.1 χρησιμοποιείται μάλιστα το ρήμα math, το οποίο η σύγχρονη φιλολογική έρευνα αποδίδει εδώ ως «έκλεψε/άρπαξε». Σε άλλο χωρίο, ο Mātariśvan ανάβει την κρυμμένη φωτιά για τους Bhr̥gu.

Η Rigveda είναι πολύ παλαιότερη ως ποιητικό σώμα από τις σωζόμενες ησιόδειες καταγραφές, αν και η χρονολόγησή της είναι ιδιαίτερα περίπλοκη επειδή πρόκειται για ποίηση που μεταδόθηκε επί μακρόν προφορικά. Η Oxford University Press τοποθετεί τη σύνθεση του κειμένου στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.κ.χ., ενώ επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί μία μοναδική ημερομηνία «σύνθεσης», δεδομένου του χαρακτήρα της προφορικής παράδοσης.

Η ομοιότητα με τον Προμηθέα είναι επομένως αξιοσημείωτη:

  • και οι δύο συνδέονται με φωτιά που βρίσκεται σε θεϊκή ή υπερφυσική σφαίρα,
  • και οι δύο συνδέονται με την απόκτηση ή κλοπή της φωτιάς,
  • η φωτιά μεταφέρεται προς τον κόσμο των ανθρώπων,
  • η πράξη συνδέεται με την έναρξη ή την ανανέωση της ανθρώπινης χρήσης της φωτιάς,
  • και στις δύο παραδόσεις ο φορέας της φωτιάς βρίσκεται ανάμεσα στον θεϊκό και τον ανθρώπινο κόσμο.
Αυτές οι ομοιότητες είναι σημαντικότερες από μια απλή αντιστοιχία του τύπου «ένας ήρωας φέρνει φωτιά».

4. Η ετυμολογία του Προμηθέα και το πρόβλημα της ρίζας *math₂-

Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα σε γλωσσικό επίπεδο.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε προταθεί ότι το όνομα Προμηθεύς συνδέεται με το ελληνικό σημασιολογικό πεδίο της πρόνοιας και της προνοητικότητας, δηλαδή με την παραδοσιακή ερμηνεία «ο προνοών», η οποία συνδέεται φυσικά με την αντίθεση Προμηθεύς–Επιμηθεύς.

Ωστόσο, η συγκριτική ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία έχει αναπτύξει και διαφορετική υπόθεση: ότι το όνομα μπορεί να συνδέεται με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα math₂-, «κλέπτω, αρπάζω». Η υπόθεση αυτή στηρίζεται κυρίως στη σύγκριση με το σανσκριτικό math- και με τη χρήση του ρήματος στην αφήγηση της κλοπής του Agni από τον Mātariśvan.

Η αντιστοιχία είναι αξιοπρόσεκτη:

Mātariśvan → math → κλοπή/αρπαγή της φωτιάς

και

Promētheús → πιθανή συγγένεια με math₂- → κλέπτης της φωτιάς.

Η σύγχρονη φιλολογική συζήτηση, ωστόσο, δεν έχει δώσει οριστική λύση στο θέμα. Ιδίως η παλαιότερη προσπάθεια σύνδεσης του Προμηθέα με το σανσκριτικό pramantha- «τρυπάνι/εργαλείο παραγωγής φωτιάς» θεωρείται φωνολογικά προβληματική. Η έρευνα που παρουσιάζεται στο Classics@ υποστηρίζει ειδικότερα τη σύνδεση με τη ρίζα math₂- «κλέπτω», ενώ απορρίπτει τη φωνολογική ταύτιση με manth₂- «τρίβω, αναδεύω».

Αυτό είναι μεθοδολογικά σημαντικό: η συγκριτική μυθολογία δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στην ομοιότητα των ιστοριών· η γλωσσική αντιστοιχία, όταν είναι φωνολογικά και μορφολογικά υπερασπίσιμη, αποτελεί πολύ ισχυρότερο τεκμήριο κοινής κληρονομιάς.

5. Γιατί όμως το μοτίβο υπάρχει και έξω από τον ινδοευρωπαϊκό κόσμο;

Εδώ βρίσκεται το κεντρικό πρόβλημα.

Αν ο Προμηθεύς και ο Mātariśvan είναι κληρονόμοι ενός κοινού ινδοευρωπαϊκού μυθολογικού σχήματος, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μύθος κλοπής της φωτιάς στον κόσμο προέρχεται από το ίδιο σχήμα.

Υπάρχουν παραδόσεις σε κοινωνίες που δεν έχουν ιστορική ή γλωσσική σχέση με τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς.

Ο Māui στην Πολυνησία

Στις πολυνησιακές παραδόσεις ο Māui αποτελεί κατεξοχήν πολιτιστικό ήρωα και συνδέεται με την απόκτηση της φωτιάς. Στη μαορί παράδοση, η Mahuika είναι θεότητα ή προσωποποίηση της φωτιάς και ο Māui προσπαθεί να αποκτήσει από αυτήν το μυστικό της. Η παράδοση παρουσιάζει πολλές τοπικές παραλλαγές και δεν υπάρχει μία ενιαία πολυνησιακή αφήγηση. Η συγκριτική μελέτη των ανατολικοπολυνησιακών εκδοχών δείχνει σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των νησιών, παρά την κοινή παρουσία του Māui.

Η δομή είναι σαφής:

φωτιά → υπερφυσικός κάτοχος → Māui → απόκτηση → ανθρώπινη χρήση.

Αλλά ο Māui δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν ινδοευρωπαϊκής μετάδοσης.

Το Κοράκι στη Βόρεια Αμερική

Σε βορειοδυτικές βορειοαμερικανικές παραδόσεις, το Κοράκι εμφανίζεται ως δημιουργός, διδάσκαλος και ευεργέτης, ενώ συνδέεται και με την κλοπή της φωτιάς από τον ήλιο. Αρχαιοεθνογραφικές και ανθρωπολογικές καταγραφές έχουν περιγράψει το Κοράκι ως φορέα τόσο της φωτιάς όσο και άλλων πολιτιστικών αγαθών.

Και εδώ το σχήμα είναι εξαιρετικά κοντά:

υπερφυσική κατοχή → κλοπή → πολιτιστικός ήρωας → φωτιά → άνθρωποι.

Αυστραλιανές παραδόσεις

Παρόμοιες ιστορίες έχουν καταγραφεί και στην Αυστραλία, όπου η φωτιά μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή συγκεκριμένων όντων ή προσώπων και να αποκτάται από έναν ήρωα ή ζώο. Οι παλαιότερες συγκριτικές συλλογές μυθολογικού υλικού είχαν ήδη επισημάνει την εξαιρετικά ευρεία γεωγραφική διασπορά του θέματος.

Το γεγονός αυτό είναι κρίσιμο. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε όλες αυτές τις παραδόσεις ως απογόνους ενός υποθετικού πρωτοϊνδοευρωπαϊκού μύθου.

6. Το πρόβλημα της πολυγένεσης

Η παρουσία του ίδιου μοτίβου σε μη συγγενείς πολιτισμούς οδηγεί σε μια δεύτερη ερμηνευτική δυνατότητα: την πολυγένεση, δηλαδή την ανεξάρτητη δημιουργία παρόμοιων μύθων.

Η φωτιά αποτελεί ιδανικό αντικείμενο για μια τέτοια διαδικασία.

Για τον προϊστορικό άνθρωπο η φωτιά έχει μια σχεδόν διπλή φύση. Από τη μία πλευρά είναι απολύτως αναγκαία για θερμότητα, φωτισμό, μαγείρεμα, προστασία και τεχνολογία. Από την άλλη, η φυσική της εμφάνιση —κεραυνός, πυρκαγιά, ηφαιστειακή δραστηριότητα— και η δυνατότητα τεχνητής παραγωγής της θα μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν μυθολογικό χαρακτήρα.

Επιπλέον, η φωτιά δεν είναι απλώς ένα αγαθό που χρησιμοποιείται. Είναι τεχνική γνώση.

Όποιος γνωρίζει πώς να παράγει φωτιά κατέχει μια γνώση που μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους. Επομένως η ερώτηση: «πώς απέκτησαν οι άνθρωποι τη φωτιά;» μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε: «ποιος μας την έδωσε;» και, σε ένα μυθολογικό σύστημα όπου τα θεϊκά όντα κατέχουν τα μεγάλα αγαθά: «Ποιος την πήρε από τους θεούς;»

Η μετάβαση από το «διδάσκω την παραγωγή φωτιάς» στο «κλέβω τη φωτιά» είναι επομένως αφηγηματικά φυσική.

Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία του μοτίβου σε δύο πολιτισμούς δεν αρκεί για να αποδείξει κοινή καταγωγή.

Η συγκριτική μέθοδος πρέπει να εξετάζει:

  1. πόσα στοιχεία συμπίπτουν,
  2. πόσο ειδικά είναι αυτά τα στοιχεία,
  3. αν υπάρχει γλωσσική αντιστοιχία,
  4. αν υπάρχει κοινό τελετουργικό υπόβαθρο,
  5. αν υπάρχουν ενδιάμεσες ιστορικές οδοί μετάδοσης,
  6. και αν το μοτίβο μπορεί να προκύψει φυσικά από την κοινή ανθρώπινη εμπειρία.
Αυτή ακριβώς η ανάγκη να διευρύνεται το συγκριτικό δείγμα πέρα από δύο μόνο πολιτισμούς είναι βασική αρχή της σύγχρονης συγκριτικής μυθολογίας.

7. Το κρίσιμο ζήτημα: κοινή ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά ή ανεξάρτητη δημιουργία;

Η απάντηση δεν είναι διχοτομική.

Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στις δύο ακραίες προτάσεις ότι «Όλοι οι μύθοι της κλοπής της φωτιάς προέρχονται από έναν κοινό ινδοευρωπαϊκό πρόγονο» και ότι «Καμία σχέση δεν υπάρχει ανάμεσα στον Προμηθέα και τον Mātariśvan.»

Μια περισσότερο οικονομική εξήγηση είναι ότι υπάρχουν δύο επίπεδα παράδοσης.

Πρώτο επίπεδο: το γενικό ανθρώπινο μοτίβο

Το σχήμα: υπερφυσικός κάτοχος της φωτιάς → ήρωας την αποκτά → άνθρωποι λαμβάνουν τη φωτιά μπορεί να έχει δημιουργηθεί ανεξάρτητα σε πολλές κοινωνίες.

Δεν απαιτεί κοινή γλωσσική ή πολιτισμική καταγωγή.

Δεύτερο επίπεδο: το ειδικό ινδοευρωπαϊκό σύμπλεγμα

Η σύγκριση Προμηθέα–Mātariśvan είναι διαφορετική επειδή περιλαμβάνει περισσότερα ειδικά στοιχεία:

  • κρυμμένη ή απομακρυσμένη θεϊκή φωτιά,
  • ανάκτηση ή κλοπή της,
  • μεταφορά της προς τον κόσμο των ανθρώπων,
  • σύνδεση με τεχνική/τελετουργική χρήση,
  • ειδικό λεξιλογικό πεδίο γύρω από το math₂-,
  • και αντίστοιχο ρόλο του ήρωα ως μεσολαβητή μεταξύ θεών και ανθρώπων.
Το σύνολο αυτό είναι πολύ ισχυρότερο ως ένδειξη κοινής παράδοσης από την απλή ομοιότητα «ένας ήρωας έφερε τη φωτιά».

Η έρευνα παρουσιάζει ακριβώς αυτή τη σύγκριση και χαρακτηρίζει τον Mātariśvan βεδικό αντίστοιχο του Προμηθέα σε σχέση με την κλοπή και το άναμμα της φωτιάς.

8. Ποιος είναι λοιπόν ο αρχαιότερος Προμηθέας;

Η ερώτηση χρειάζεται ιδιαίτερη ακρίβεια.

Αν εννοούμε: «Ποια είναι η αρχαιότερη καταγεγραμμένη παράδοση που γνωρίζουμε και μοιάζει με τον Προμηθέα», τότε η βεδική παράδοση του Mātariśvan αποτελεί πολύ ισχυρό υποψήφιο και προηγείται χρονικά της σωζόμενης ησιόδειας καταγραφής. Η Rigveda ανάγεται ως ποιητικό σώμα στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.κ.χ., ενώ η ησιόδεια παράδοση τοποθετείται περίπου επτά αιώνες αργότερα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Mātariśvan είναι ο «πρώτος Προμηθέας» στην ανθρώπινη ιστορία.

Η Rigveda δεν είναι η αρχή της βεδικής μυθολογίας. Είναι η παλαιότερη μεγάλη γραπτή μαρτυρία μιας πολύ παλαιότερης προφορικής ποιητικής παράδοσης. Η ίδια η έρευνα για τη χρονολόγησή της υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη δυσκολία.

Αντίστοιχα, ο Ησίοδος δεν δημιούργησε τον Προμηθέα. Κατέγραψε και ποιητικά επεξεργάστηκε ήδη υπάρχουσα ελληνική παράδοση.

Επομένως πρέπει να διακρίνουμε: αρχαιότερη καταγεγραμμένη μαρτυρία ≠ αρχαιότερη προφορική παράδοση ≠ αρχαιότερη δημιουργία του μύθου.

Αυτό είναι θεμελιώδες για κάθε επιστημονική συζήτηση περί «προέλευσης» ενός μύθου.

9. Μπορούμε να ανασυνθέσουμε έναν «Πρωτο-Προμηθέα»;

Η συγκριτική ινδοευρωπαϊκή μυθολογία επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ανασύνθεση παλαιότερων μυθολογικών σχημάτων. Δεν ανασυνθέτει όμως ένα ιστορικό κείμενο.

Εάν οι αντιστοιχίες μεταξύ Προμηθέα και Mātariśvan είναι πράγματι κληρονομημένες, τότε μπορούμε υποθετικά να ανασυστήσουμε έναν προγενέστερο μυθολογικό τύπο περίπου ως εξής:

Ένα υπεράνθρωπο ον αποκτά ή αρπάζει κρυμμένη θεϊκή φωτιά και τη μεταφέρει προς τον κόσμο των ανθρώπων, καθιστώντας δυνατή τη χρήση της σε τελετουργία και τεχνική.

Δεν μπορούμε όμως να ανασυστήσουμε με ασφάλεια:
  • το ακριβές όνομα του ήρωα,
  • την ακριβή μορφή του θεού που κατείχε τη φωτιά,
  • την ακριβή αφήγηση,
  • ούτε το αν η πράξη ήταν αρχικά «κλοπή», «ανάκτηση», «μεταφορά» ή «άναμμα».
Ακόμη και μέσα στη Rigveda η γλώσσα παρουσιάζει διαφορετικές αποχρώσεις: ο Mātariśvan «κλέβει», «ανάβει» και «φέρνει» τη φωτιά, ενώ η ίδια παράδοση συνδέει τη φωτιά με τους Bhr̥gu και με το τελετουργικό σύστημα.

Επομένως η έννοια ενός «Πρωτο-Προμηθέα» είναι χρήσιμη ως συμβατική ονομασία μιας ανασυντιθέμενης μυθολογικής δομής, όχι ως όνομα ενός ιστορικά αποδεδειγμένου θεού.

10. Η περίπτωση του Māui: ανεξάρτητη δημιουργία ή αρχαία διάχυση;

Ο Māui είναι ιδιαίτερα χρήσιμος επειδή η παράδοση έχει μεγάλη εσωτερική διάδοση στην Πολυνησία. Οι διάφορες παραλλαγές της ιστορίας δείχνουν ότι ο μύθος δεν είναι ένα ενιαίο, απαράλλακτο κείμενο αλλά ένα σύνολο τοπικών αφηγήσεων που έχουν κοινό πυρήνα. Η μελέτη των ανατολικοπολυνησιακών παραλλαγών καταλήγει ότι η παρουσία του Māui σε μεγάλο μέρος αυτών των παραδόσεων υποδεικνύει κοινή πολυνησιακή προέλευση της συγκεκριμένης παράδοσης.

Αυτό όμως αποτελεί διαφορετικό είδος κοινής καταγωγής από εκείνο που εξετάζεται στην περίπτωση Προμηθέα–Mātariśvan.

Στην Πολυνησία μπορούμε να μιλήσουμε για κοινή πολυνησιακή παράδοση, επειδή υπάρχει γνωστή ιστορική και γλωσσική συγγένεια των κοινωνιών που τη διατηρούν.

Δεν μπορούμε όμως να μεταφέρουμε αυτόματα την ίδια εξήγηση στον ελληνικό και στον πολυνησιακό κόσμο.

Η ομοιότητα Προμηθεύς — Māui, μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανεξάρτητης μυθοπλαστικής δημιουργίας πάνω σε κοινό ανθρώπινο πρόβλημα.

Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της ομοιότητας. Αντιθέτως, την καθιστά ανθρωπολογικά ενδιαφέρουσα.

11. Ο πολιτιστικός ήρωας ως παγκόσμια μυθολογική κατηγορία

Ο Προμηθεύς δεν είναι μοναδικός ως προς τη βασική λειτουργία του. Σε πολλές μυθολογίες υπάρχει ο τύπος του πολιτιστικού ήρωα: μιας μορφής που μεταφέρει στην ανθρωπότητα στοιχεία τα οποία καθιστούν δυνατή την οργανωμένη ανθρώπινη ζωή.

Το αγαθό αυτό μπορεί να είναι:
  • η φωτιά,
  • η γεωργία,
  • το κυνήγι,
  • η τεχνική,
  • η μεταλλουργία,
  • η γνώση,
  • η γραφή,
  • οι νόμοι,
  • ή ακόμη και συγκεκριμένες τελετουργικές πρακτικές.
Η ιδιαιτερότητα του Προμηθέα έγκειται στο ότι η ελληνική παράδοση συνδέει αυτά τα στοιχεία με μια σύγκρουση μεταξύ ανθρώπινης προόδου και θεϊκής εξουσίας.

Στον Ησίοδο η κλοπή της φωτιάς προκαλεί θεϊκή τιμωρία. Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», η φωτιά γίνεται η απαρχή μιας σειράς τεχνῶν και ο Προμηθεύς αποκτά πολύ εντονότερα τον χαρακτήρα του υπερασπιστή των ανθρώπων.

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσιωδέστερη ιδιαιτερότητα της ελληνικής επεξεργασίας.

Ο μύθος δεν απαντά απλώς στην ερώτηση: «Πώς απέκτησε ο άνθρωπος τη φωτιά;»

Αλλά μετατρέπεται σε βαθύτερη ερώτηση: «Ποιο είναι το τίμημα της ανθρώπινης τεχνολογικής δύναμης;»

12. Φωτιά και τεχνολογία

Η σύνδεση της φωτιάς με την τεχνολογία δεν είναι αυθαίρετη προσθήκη μεταγενέστερων ερμηνευτών. Είναι ήδη ενσωματωμένη στην αισχύλεια διαμόρφωση του μύθου.

Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», η φωτιά παρουσιάζεται ως θεμελιώδης πόρος για την ανάπτυξη των τεχνών. Η γνώση της φωτιάς δεν είναι επομένως απλώς γνώση ενός φυσικού φαινομένου· αποτελεί προϋπόθεση της ανθρώπινης τεχνολογίας.

Έτσι ο Προμηθεύς γίνεται κάτι περισσότερο από «θεός της φωτιάς».

Γίνεται μυθολογική προσωποποίηση της μεταφοράς τεχνικής δυνατότητας από το θείο στο ανθρώπινο επίπεδο.

Αυτή η ιδέα εξηγεί γιατί ο Προμηθεύς απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία στη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή σκέψη. Η μυθολογική φωτιά έγινε σύμβολο της γνώσης, της τεχνικής, της δημιουργικότητας και, ταυτόχρονα, της δυνατότητας η ίδια τεχνολογική δύναμη να υπερβεί τα όρια που θεωρούνταν επιτρεπτά.

Ωστόσο, αυτή η νεότερη συμβολική ανάγνωση δεν πρέπει να αναδρομολογείται αυτούσια στον αρχαιότερο μύθο. Ο ησιόδειος Προμηθεύς δεν είναι απλώς ο νεότερος «επαναστάτης της γνώσης». Το νόημα της μορφής του μεταβάλλεται σημαντικά από τον Ησίοδο στον Αισχύλο και κατόπιν στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα.

13. Τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να αποδείξουμε

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, μπορούν να διατυπωθούν ορισμένα συμπεράσματα διαφορετικού βαθμού βεβαιότητας.

Πρώτον

Μπορούμε να τεκμηριώσουμε ότι το μοτίβο της απόκτησης ή κλοπής της φωτιάς είναι εξαιρετικά ευρέως διαδεδομένο και δεν περιορίζεται στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Πολυνησιακές και βορειοαμερικανικές παραδόσεις παρέχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Δεύτερον

Μπορούμε να τεκμηριώσουμε μια ιδιαίτερα στενή σύγκριση μεταξύ Προμηθέα και Mātariśvan, η οποία δεν στηρίζεται μόνο στο κοινό θέμα της φωτιάς αλλά και σε συγκεκριμένες λεξιλογικές και αφηγηματικές αντιστοιχίες.

Τρίτον

Η βεδική γραπτή παράδοση που περιλαμβάνει τον Mātariśvan είναι αρχαιότερη από τις σωζόμενες ησιόδειες καταγραφές του Προμηθέα. Η Rigveda, όμως, είναι προϊόν μακράς προφορικής παράδοσης, επομένως η χρονολογική προτεραιότητα της σωζόμενης γραπτής μαρτυρίας δεν αποδεικνύει ότι ο ινδικός μύθος «προηγήθηκε» ιστορικά της ελληνικής παράδοσης.

Τέταρτον

Δεν διαθέτουμε άμεση μαρτυρία ενός συγκεκριμένου «πρωτοϊνδοευρωπαϊκού μύθου του Προμηθέα». Η ανασύνθεση ενός τέτοιου μυθολογικού προτύπου είναι υπόθεση συγκριτικής μυθολογίας.

Πέμπτον

Η ύπαρξη αντίστοιχων μη ινδοευρωπαϊκών μύθων καθιστά εξαιρετικά απίθανο να εξηγηθεί ολόκληρο το παγκόσμιο μοτίβο ως αποτέλεσμα μίας μόνο ινδοευρωπαϊκής παράδοσης.

14. Συμπέρασμα

Το ερώτημα «από πού προέρχεται ο μύθος του Προμηθέα;» δεν έχει μία απλή απάντηση, επειδή στην πραγματικότητα περιλαμβάνει περισσότερα από ένα μυθολογικά επίπεδα.

Το γενικό μοτίβο του ανθρώπου που αποκτά τη φωτιά από έναν υπερφυσικό κάτοχο είναι τόσο ευρέως διαδεδομένο, ώστε η ανεξάρτητη δημιουργία του σε διαφορετικούς πολιτισμούς αποτελεί σοβαρή και εύλογη υπόθεση. Η φωτιά είναι παγκόσμιο ανθρώπινο αγαθό, η τεχνογνωσία της έχει θεμελιώδη σημασία και η απόκτησή της μπορεί φυσικά να μετατραπεί σε αφήγηση κλοπής, δώρου, αποκάλυψης ή θεϊκής παραχώρησης. Η παρουσία του ίδιου μοτίβου σε κοινωνίες χωρίς ινδοευρωπαϊκή συγγένεια αποτελεί ισχυρό επιχείρημα εναντίον μιας καθολικής ινδοευρωπαϊκής εξήγησης.

Από την άλλη πλευρά, η σχέση Προμηθέα–Mātariśvan παρουσιάζει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν την απλή σύμπτωση ενός κοινού θέματος. Η βεδική παράδοση περιγράφει τον Mātariśvan ως φορέα της κρυμμένης φωτιάς, χρησιμοποιεί το math- σε συμφραζόμενα κλοπής και συνδέει την πράξη του με το άναμμα και τη μεταφορά του Agni. Η πιθανή ετυμολογική σχέση της ίδιας ρίζας με το όνομα Προμηθεύς προσθέτει ένα γλωσσικό τεκμήριο που δεν υπάρχει στις απλές συγκρίσεις με τον Māui ή το Κοράκι.

Επομένως η πιο συνετή ανασύνθεση είναι η εξής:

Το γενικό αρχέτυπο της απόκτησης της φωτιάς μπορεί να είναι πανανθρώπινο και πολυγενετικό· η ειδικότερη συγγένεια Προμηθέα και Mātariśvan, όμως, μπορεί να αντανακλά κοινή ινδοευρωπαϊκή μυθολογική κληρονομιά.

Αυτές οι δύο προτάσεις δεν αλληλοαναιρούνται.

Αντίθετα, εξηγούν γιατί ο ίδιος βασικός μύθος μπορεί να εμφανίζεται σε τόσο διαφορετικές περιοχές του κόσμου, ενώ ταυτόχρονα ο ελληνικός και ο ινδικός μύθος παρουσιάζουν ασυνήθιστα στενή συγγένεια.

Και το σημαντικότερο, δεν μπορούμε να ονομάσουμε με βεβαιότητα «τον αρχαιότερο μύθο της κλοπής της φωτιάς», διότι η γραφή εμφανίζεται πολύ αργότερα από την ίδια τη χρήση της φωτιάς και από την προφορική δημιουργία των μυθολογιών. Αυτό που μπορούμε να εντοπίσουμε είναι η αρχαιότερη σωζόμενη μαρτυρία ενός συγκεκριμένου μυθολογικού τύπου. Από αυτή την άποψη, η βεδική παράδοση του Mātariśvan αποτελεί σήμερα μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες συγκριτικές μαρτυρίες για το μυθολογικό σύμπλεγμα που στην ελληνική παράδοση ενσαρκώνεται στον Προμηθέα.

Η επιστημονικά ασφαλέστερη διατύπωση, συνεπώς, δεν είναι ότι «ο Προμηθέας προήλθε από την Ινδία», ούτε ότι «όλοι οι λαοί ανεξάρτητα επινόησαν τον ίδιο μύθο». Είναι ότι ένα γενικό ανθρώπινο μυθολογικό μοτίβο φαίνεται να έχει αναπτυχθεί σε πολλούς πολιτισμούς, ενώ μέσα στην ινδοευρωπαϊκή παράδοση διακρίνεται ένα ειδικότερο και γλωσσικά υποστηριζόμενο σύμπλεγμα, στο οποίο ο ελληνικός Προμηθεύς και ο βεδικός Mātariśvan φαίνεται να διατηρούν κοινά κληρονομημένα χαρακτηριστικά.

Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού Προμηθέα και η επίδρασή του στη δυτική σκέψη και τον πολιτισμό

Παρότι το μοτίβο της απόκτησης της φωτιάς απαντά σε διαφορετικές μυθολογικές παραδόσεις, ο ελληνικός μύθος του Προμηθέα απέκτησε μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της δυτικής σκέψης, επειδή συνέδεσε την προσφορά της φωτιάς με την ανθρώπινη γνώση, την τεχνική δημιουργία, την πολιτισμική πρόοδο και τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη πρωτοβουλία και τη θεϊκή εξουσία. Στην Θεογονία και τα Έργα και Ημέραι του Ησιόδου, η πράξη του Προμηθέα εντάσσεται στη σύνθετη σχέση θεών και ανθρώπων, στην ανταγωνιστική αντιπαράθεσή του με τον Δία και στις συνέπειες που αυτή επιφέρει στην ανθρώπινη μοίρα. Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα (320c–322d), αντίστοιχα, η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις παρουσιάζονται ως ουσιώδη μέσα για την επιβίωση του ανθρώπου, χωρίς όμως να αρκούν από μόνες τους για τη συγκρότηση οργανωμένης πολιτικής κοινωνίας. Έτσι, ο μύθος προσφέρεται ήδη από την αρχαιότητα για στοχασμό πάνω στα όρια της τεχνολογικής ισχύος και στις προϋποθέσεις του πολιτισμού. Η μεταγενέστερη ευρωπαϊκή πρόσληψή του ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη συμβολική του δυναμική: από την αναγεννησιακή και νεότερη εικαστική παράδοση έως τον ρομαντισμό, ο Προμηθέας μετατράπηκε σε μορφή που εκφράζει την πνευματική ανεξαρτησία, την αντίσταση στην αυθαίρετη εξουσία και την αξίωση του ανθρώπου να διαμορφώνει ο ίδιος την τύχη του. Ενδεικτικά, ο Γκαίτε τον παρουσίασε ως σύμβολο δημιουργικής αυτονομίας στο ποίημα Prometheus, ενώ ο Πέρσι Μπυς Σέλλεϋ, στο Prometheus Unbound (1820), αναδιαμόρφωσε τον μύθο σε δράμα απελευθέρωσης από την τυραννία. Ακόμη και ο υπότιτλος του μυθιστορήματος της Μαίρη Σέλλεϋ Frankenstein; or, The Modern Prometheus (1818) φανερώνει πόσο πρόσφορη παρέμεινε η προμηθεϊκή μορφή για τον προβληματισμό γύρω από τις δυνατότητες και τους κινδύνους της ανθρώπινης δημιουργίας. Η επιρροή αυτή δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός μύθος υπήρξε η μοναδική πηγή των νεότερων ιδεών περί προόδου ούτε ότι όλες οι μεταγενέστερες ερμηνείες συμφωνούν μεταξύ τους. Σημαίνει, όμως, ότι η ελληνική παράδοση διαμόρφωσε ένα εξαιρετικά γόνιμο συμβολικό σχήμα, μέσα από το οποίο η δυτική γραμματεία και φιλοσοφία επανεξέτασαν επανειλημμένα τη σχέση γνώσης, εξουσίας, ελευθερίας και ευθύνης. Επομένως, η ιδιαιτερότητα του Προμηθέα δεν έγκειται απλώς στο ότι φέρνει τη φωτιά στους ανθρώπους, αλλά στο ότι η πράξη αυτή κατέστη διαχρονικό πεδίο στοχασμού για το τίμημα του πολιτισμού και για τα όρια της ανθρώπινης αυτονόμησης.

Επισκέψου τα εσωτερικά της Γης, θα ανακαλύψεις τον κρυμμένο λίθο

Πολλές φορές, μέσα από όμορφους διαλόγους με ψυχές που αναζητούν την αλήθεια, αναδύεται το ίδιο ερώτημα: είναι δυνατόν να προχωρήσει κανείς στην εσωτερική εργασία χωρίς να πονέσει; Είναι δυνατόν να γνωρίσει τον εαυτό του χωρίς να κατέλθει στα σκοτεινά του βάθη, χωρίς να αντικρίσει όσα επιμελώς αποκρύπτει από τη συνείδησή του;

Και η απάντηση είναι πως, φυσικά, μπορεί να το επιχειρήσει. Μπορεί να οικοδομήσει έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο γύρω από το φως, να κατοικήσει σε υψηλές ιδέες, να περιβληθεί με πνευματικά σύμβολα και να πείσει τον εαυτό του πως έχει υπερβεί εκείνο που στην πραγματικότητα δεν τόλμησε ποτέ να αντικρίσει. Μπορεί να μετατρέψει την πνευματικότητα σε ένα εκλεπτυσμένο καταφύγιο του εγώ, εκεί όπου ακόμη και η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται το τελευταίο του τέχνασμα για να αποφύγει την αλήθεια.

Μα τότε δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ουσιαστική μεταμόρφωση. Έχει απλώς αλλάξει το προσωπείο της πλάνης.

Διότι η αληθινή εσωτερική εργασία δεν αρχίζει εκεί όπου αισθανόμαστε ασφαλείς, αλλά εκεί όπου η ασφάλεια των ψευδαισθήσεών μας αρχίζει να καταρρέει. Δεν αρχίζει με την επιβεβαίωση όσων θέλουμε να πιστεύουμε για τον εαυτό μας, αλλά με την ανελέητη ειλικρίνεια απέναντι σε όσα φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε.

Το μονοπάτι περνά μέσα από τις φοβίες μας, τις προσκολλήσεις μας, τις ανεκπλήρωτες ανάγκες, τις μάταιες επιθυμίες, τις ηδονές και τις σωματικές απολαύσεις που άλλοτε μας προσφέρουν παρηγοριά και άλλοτε γίνονται αλυσίδες που δεσμεύουν τη συνείδησή μας. Δεν πρόκειται να τις αποκηρύξουμε με μια επιφανειακή άσκηση άρνησης, ούτε να τις καταδικάσουμε στο όνομα κάποιας ανώτερης καθαρότητας. Πρόκειται να τις γνωρίσουμε, να διεισδύσουμε στην αιτία τους και να ανακαλύψουμε ποια αόρατη δύναμη τις κινεί μέσα μας.

Διότι εκείνο που δεν γνωρίζουμε μας κυβερνά, ενώ εκείνο που τολμούμε να αντικρίσουμε μπορεί, μέσα από τη συνειδητή εργασία, να πάψει να αποτελεί δεσμά μας.

Στην ερμητική παράδοση, το πρώτο μεγάλο μυστήριο της μεταμόρφωσης αποτυπώνεται στο Nigredo, το Μάυρο Έργο, στη μαύρη νύχτα της αλχημικής διεργασίας. Είναι η στιγμή κατά την οποία η παλαιά μορφή αρχίζει να αποσυντίθεται, τα ακατέργαστα στοιχεία αποκαλύπτονται και η φαινομενική τάξη επιστρέφει στο αρχέγονο χάος από το οποίο μπορεί να αναδυθεί μια νέα συνείδηση.

Το Nigredo δεν είναι απλώς μια περίοδος θλίψης ούτε μια δοκιμασία που πρέπει να υποστεί κανείς για να αποδείξει την αξία του. Είναι το σύμβολο της αναγκαίας συνάντησης με εκείνο που παραμένει αθέατο. Είναι η κάθοδος στον εσωτερικό τάφο, εκεί όπου οι βεβαιότητες του παλαιού εαυτού χάνουν την εξουσία τους και η ψυχή καλείται να διακρίνει την ουσία από το προσωπείο, το αληθινό από το επιθυμητό, το Είναι από την εικόνα που κατασκεύασε για να αντέξει τον κόσμο.

Η σήψη, η διάλυση και η αποσύνθεση συμβολίζουν εδώ τον θάνατο μιας παλαιάς εσωτερικής τάξης. Για να γεννηθεί κάτι ουσιαστικά νέο, δεν αρκεί να προσθέσουμε καινούργιες γνώσεις στην παλαιά μας συνείδηση. Χρειάζεται να εξετάσουμε εάν εκείνη η ίδια η συνείδηση, με τις πεποιθήσεις, τις προσδοκίες και τις κρυφές της επιδιώξεις, αποτελεί το εμπόδιο που δεν μας επιτρέπει να δούμε.

Δεν μπορείς να μεταμορφώσεις εκείνο που αρνείσαι να γνωρίσεις. Και δεν μπορείς να γνωρίσεις σε βάθος εκείνο που επιτρέπεις να παραμένει προστατευμένο από την ειλικρίνειά σου.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η αντίσταση του εγώ.

Το εγώ δεν παραδίδει εύκολα τον θρόνο του. Δεν αντιστέκεται πάντοτε με αλαζονεία ή με φανερή άρνηση. Συχνά εμφανίζεται με τη μορφή της λογικής, της ηθικής υπεροχής, της πνευματικής γνώσης ή ακόμη και της ταπεινοφροσύνης. Θα επινοήσει εξηγήσεις, θα κατασκευάσει δικαιολογίες, θα αναζητήσει δασκάλους που θα του προσφέρουν την επιβεβαίωση που επιθυμεί και θα ερμηνεύσει κάθε εσωτερική αναστάτωση ως ένδειξη ότι πρέπει να επιστρέψει στο γνώριμο καταφύγιό του.

Και το πλέον επικίνδυνο τέχνασμά του είναι να μετατρέψει ακόμη και την αναζήτηση της υπέρβασής του σε ένα νέο πεδίο αυτοθαυμασμού.

Έτσι, πολλές ψυχές εγκαταλείπουν την εργασία πριν ακόμη αγγίξουν τον πυρήνα της. Άλλες επιλέγουν να κατοικήσουν σε μια επίφαση απόλυτου φωτός, σε μια κατάσταση τεχνητής αρμονίας όπου κάθε σκοτεινό στοιχείο εξορίζεται από τη συνείδηση και κάθε αμφιβολία θεωρείται πνευματική αποτυχία. Μα το φως που αρνείται να αναγνωρίσει τη σκιά του κινδυνεύει να γίνει η εκλεπτυσμένη μορφή της ίδιας της τύφλωσης.

Η αληθινή διαύγεια δεν απαιτεί την άρνηση του σκότους. Απαιτεί την ικανότητα να το διακρίνεις χωρίς να γίνεσαι δέσμιός του.

Δεν υπάρχει απόλυτα ασφαλές ταξίδι προς τα βάθη της ψυχής, εάν με τον όρο ασφάλεια εννοούμε την απουσία αμφιβολίας, εσωτερικής αναστάτωσης ή αναθεώρησης όσων θεωρούσαμε δεδομένα. Κάθε ουσιαστική μεταβολή εμπεριέχει το ενδεχόμενο να χάσουμε μια παλαιά βεβαιότητα πριν ακόμη αποκτήσουμε μια βαθύτερη κατανόηση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο πόνος αποτελεί από μόνος του απόδειξη προόδου ή ότι η αυτοκαταστροφή είναι προϋπόθεση της μύησης.

Ο δρόμος απαιτεί διάκριση. Απαιτεί να γνωρίζουμε πότε χρειάζεται να προχωρήσουμε και πότε να σταθούμε, πότε να αποδομήσουμε μια ψευδαίσθηση και πότε να ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις μας. Η αλχημική εργασία δεν είναι τυφλή βία εναντίον του εαυτού, αλλά συνειδητή διεργασία μεταμόρφωσης.

Ούτε όλες οι ψυχές βρίσκονται στο ίδιο σημείο της πορείας ούτε διαθέτουν την ίδια ετοιμότητα να αντιμετωπίσουν όσα κρύβονται κάτω από την επιφάνεια της συνείδησής τους. Άλλος βρίσκεται ακόμη στο κατώφλι της αυτογνωσίας, άλλος έχει αρχίσει να αναγνωρίζει τις αλυσίδες του και άλλος έχει ήδη εισέλθει στο εργαστήριο όπου οι παλαιές του βεβαιότητες δοκιμάζονται. Δεν είναι ζήτημα ανώτερης ή κατώτερης ανθρώπινης αξίας, αλλά διαφορετικού βαθμού ετοιμότητας, επίγνωσης και δυνατότητας εσωτερικής επεξεργασίας.

Γι' αυτό και η πρώτη εργασία δεν είναι να επιδιώξουμε το μέγιστο βάθος, αλλά να εξαντλήσουμε την ειλικρίνειά μας.

Να εξετάσουμε με ακρίβεια πού βρισκόμαστε μέσα στη ροή της συνείδησης. Να αναγνωρίσουμε τις πραγματικές μας προτεραιότητες, τις δυνάμεις μας και τα όριά μας. Να διακρίνουμε εκείνο που είμαστε από εκείνο που επιθυμούμε να φανούμε. Και έπειτα να αρχίσουμε από τα απλούστερα: από τις μικρές προσκολλήσεις, τις καθημερινές αυταπάτες, τις επαναλαμβανόμενες αντιδράσεις και τις επιθυμίες που, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, καθορίζουν τις επιλογές μας.

Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε ολόκληρο τον εσωτερικό μας κόσμο μέσα σε μία νύχτα. Χρειάζεται να πάψουμε να τον οικοδομούμε πάνω σε ψεύδη.

Με τον χρόνο, η συνείδηση αποκτά μεγαλύτερη αντοχή απέναντι στην αλήθεια, όχι επειδή συνηθίζει να υποφέρει, αλλά επειδή μαθαίνει να μην αποστρέφει το βλέμμα. Το σώμα, οι αισθήσεις, τα συναισθήματα και ο νους παύουν σταδιακά να αντιμετωπίζονται ως εχθροί που πρέπει να κατακτηθούν και γίνονται πεδία παρατήρησης, κατανόησης και συνειδητής άσκησης.

Η εσωτερική εργασία βαθαίνει όταν δεν αναζητούμε πλέον την άμεση ανακούφιση από κάθε δυσάρεστη αίσθηση, αλλά ούτε και την οδύνη ως αυτοσκοπό. Μαθαίνουμε να παραμένουμε παρόντες, να παρατηρούμε χωρίς να παρασυρόμαστε και να αναγνωρίζουμε χωρίς να ταυτιζόμαστε.

Και τότε, ίσως, αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε το βαθύτερο νόημα της αλχημικής ρήσης Solve et Coagula: διάλυσε και ανασύνθεσε. Διάλυσε ό,τι στηρίζεται στην πλάνη και διατήρησε ό,τι αντέχει στο φως της επίγνωσης. Άφησε την ψευδή μορφή να καταρρεύσει, ώστε η ουσία να μπορέσει να αποκτήσει μια νέα τάξη.

Το Έργο δεν είναι ο τελικός προορισμός. Είναι η πύλη. Και η διάβασή της δεν εξασφαλίζεται από τη σφοδρότητα του πόνου, αλλά από την ποιότητα της συνείδησης με την οποία προσεγγίζουμε το άγνωστο.

Διότι η αληθινή μύηση δεν συνίσταται στο να συγκεντρώσουμε περισσότερες γνώσεις, να υιοθετήσουμε έναν ανώτερο τίτλο ή να αποκτήσουμε την εικόνα εκείνου που έχει υπερβεί τους άλλους. Συνίσταται στο να πάψουμε να εξαπατούμε τον εαυτό μας. Να απογυμνώσουμε σταδιακά τη συνείδηση από τα πέπλα που την εμποδίζουν να δει και να αντέξουμε την ευθύνη της γνώσης που αποκαλύπτεται.
Κάποια στιγμή, ο αναζητητής καλείται να εγκαταλείψει ακόμη και την προσδοκία ότι στο τέλος του δρόμου θα βρει τον εαυτό που φανταζόταν. Διότι μπορεί να ανακαλύψει πως μεγάλο μέρος εκείνου που ονόμαζε εαυτό ήταν μια σύνθεση φόβων, αναγκών, επιθυμιών και δανεισμένων πεποιθήσεων.

Τότε η εργασία γίνεται βαθύτερη.

Δεν αναζητά πλέον ένα λαμπρότερο προσωπείο, αλλά μια καθαρότερη σχέση με το Είναι. Δεν προσπαθεί να διαφύγει από την ανθρώπινη φύση, αλλά να τη γνωρίσει χωρίς την ομίχλη της αυταπάτης. Δεν επιδιώκει να κατοικήσει μόνιμα στο φως, αλλά να αποκτήσει την επίγνωση που του επιτρέπει να διακρίνει το φως από τη σκιά και την αλήθεια από την προβολή της επιθυμίας.

Η ψυχή δεν εξαγνίζεται επειδή υποφέρει. Μεταμορφώνεται όταν παύει να χρησιμοποιεί την άγνοια ως καταφύγιο.

Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο πραγματικό μυστήριο της Μεγάλης Εργασίας: να τολμήσεις να εισέλθεις στο σκοτάδι χωρίς να λατρεύεις το σκοτάδι, να αναζητήσεις το φως χωρίς να τυφλώνεσαι από αυτό και να προχωρήσεις χωρίς να απαιτείς από το μονοπάτι να σου υποσχεθεί πως δεν θα πονέσεις.
Γιατί εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη του εγώ να προστατεύει την εικόνα του, αρχίζει η δυνατότητα της συνείδησης να αντικρίσει αυτό που πραγματικά υπάρχει.

Και εκεί, μέσα στη σιωπή που ακολουθεί την κατάρρευση των ψευδών βεβαιοτήτων, το Nigredo εκπληρώνει τον συμβολικό του σκοπό: όχι να αφανίσει τον άνθρωπο, αλλά να προετοιμάσει το έδαφος για μια βαθύτερη αναγέννηση.

Visita Interiora Terrae, Rectificando Invenies Occultum Lapidem.

Επισκέψου τα εσωτερικά της Γης, διορθώνοντας, θα ανακαλύψεις τον κρυμμένο λίθο.

Διότι ο λίθος που αναζητά ο αλχημιστής δεν βρίσκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων. Κρύβεται κάτω από τα στρώματα της πλάνης, εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να αναζητά αυτό που θα ήθελε να είναι και αρχίζει, επιτέλους, να εργάζεται πάνω σε αυτό που είναι.

Οι βασικές διαφορές της σκέψης του Αναξάρχου από τον Δημόκριτο

Ο Ανάξαρχος και ο Δημόκριτος κατάγονταν και οι δύο από τα Άβδηρα της Θράκης και συνδέονται με την ατομιστική παράδοση. Ωστόσο, η φιλοσοφική τους πορεία δεν ήταν ίδια. Ο Δημόκριτος προσπάθησε να οικοδομήσει μια ολοκληρωμένη εξήγηση για τη φύση, τη γνώση και την ανθρώπινη ζωή, ενώ ο Ανάξαρχος φαίνεται να κινήθηκε προς μια πιο σκεπτικιστική και πρακτική στάση απέναντι στη γνώση και στις αξίες.

Η βασική διαφορά τους μπορεί να γίνει κατανοητή σε τρεις περιοχές: τη γνώση, την ηθική και τον τρόπο ζωής.

1. Η γνώση: η αναζήτηση της αλήθειας και ο σκεπτικισμός

Ο Δημόκριτος πίστευε ότι πίσω από όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις υπάρχει μια πραγματική, αντικειμενική πραγματικότητα. Σύμφωνα με την ατομική θεωρία του, ο κόσμος αποτελείται από άτομα και κενό. Τα άτομα είναι αδιαίρετα και αμετάβλητα, ενώ οι διαφορετικοί συνδυασμοί τους δημιουργούν όλα τα πράγματα που βλέπουμε.
Ο Δημόκριτος αναγνώριζε βέβαια ότι οι αισθήσεις δεν μας αποκαλύπτουν πάντοτε την πραγματικότητα όπως είναι. Γι’ αυτό διέκρινε τη λεγόμενη «σκοτεινή» γνώση, που βασίζεται στις αισθήσεις, από τη «γνήσια» γνώση, η οποία προσεγγίζει την πραγματικότητα μέσω της σκέψης.
Ο Ανάξαρχος φαίνεται να προχωρά περισσότερο προς τον σκεπτικισμό. Αν ο άνθρωπος δυσκολεύεται να γνωρίσει με βεβαιότητα ακόμη και όσα αντιλαμβάνεται μέσω των αισθήσεων, τότε τίθεται το ερώτημα αν μπορεί πραγματικά να γνωρίσει την ίδια την ουσία των πραγμάτων. Η παράδοση αποδίδει στον Ανάξαρχο την παρομοίωση του κόσμου με σκηνικό θεάτρου, όνειρο ή φανταστική εικόνα.
Έτσι, ενώ ο Δημόκριτος λέει περίπου ότι «οι αισθήσεις μάς εξαπατούν, αλλά η λογική μπορεί να οδηγήσει βαθύτερα στην πραγματικότητα», ο Ανάξαρχος οδηγείται σε μια πολύ πιο επιφυλακτική στάση: «πόσο βέβαιοι μπορούμε τελικά να είμαστε για όσα θεωρούμε πραγματικά;»

2. Η ηθική: ευθυμία και αταραξία

Διαφορετική είναι επίσης η έμφαση που δίνουν οι δύο φιλόσοφοι στην ανθρώπινη ζωή.
Για τον Δημόκριτο, ο σκοπός της ζωής συνδέεται με την ευθυμία. Η ευθυμία δεν σημαίνει απλώς χαρά ή διασκέδαση. Είναι μια κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας, γαλήνης και ψυχικής ευεξίας.
Για να την πετύχει ο άνθρωπος, χρειάζεται μέτρο, αυτοκυριαρχία και φρόνηση. Δεν πρέπει να παρασύρεται από υπερβολικές επιθυμίες ούτε να εξαρτά την ευτυχία του από τον πλούτο, τη δόξα ή τις εξωτερικές απολαύσεις.
Ο Ανάξαρχος, αντίθετα, συνδέεται περισσότερο με την ιδέα της απάθειας, δηλαδή της αδιαφορίας απέναντι σε όσα δεν εξαρτώνται από εμάς. Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη τη σχέση του με τον Πύρρωνα και την ευρύτερη σκεπτικιστική παράδοση.
Επομένως, ο Δημόκριτος φαίνεται να αναζητά την ευτυχία κυρίως μέσα από την εσωτερική ισορροπία και το μέτρο, ενώ στον Ανάξαρχο συναντούμε περισσότερο την προσπάθεια να μην εξαρτάται η ψυχική κατάσταση του ανθρώπου από τις μεταβολές της εξωτερικής πραγματικότητας.

3. Οι ανθρώπινες αξίες και οι συμβάσεις

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις ανθρώπινες αξίες.
Ο Δημόκριτος αντιμετωπίζει την ηθική ως σημαντικό μέρος της φιλοσοφίας του. Η σωστή ζωή απαιτεί φρόνηση, αυτογνωσία, μέτρο και σεβασμό προς τους άλλους. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κάνει το σωστό μόνο επειδή φοβάται την τιμωρία, αλλά επειδή έχει διαμορφώσει έναν σωστό εσωτερικό χαρακτήρα.
Στην παράδοση που συνδέεται με τον Ανάξαρχο, αντίθετα, εμφανίζεται εντονότερα η αμφισβήτηση της απόλυτης ισχύος των ανθρώπινων διακρίσεων και συμβάσεων. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο Ανάξαρχος ήταν «μηδενιστής» με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη φιλοσοφία του είναι περιορισμένες και δεν μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε με βεβαιότητα ένα ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα.

4. Η σχέση με τον Αλέξανδρο

Ο Ανάξαρχος έγινε γνωστός και από τη σχέση του με τον Μέγα Αλέξανδρο. Βρισκόταν στην αυλή του και, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, συμμετείχε σε σημαντικά περιστατικά της εκστρατείας.
Ιδιαίτερα γνωστή είναι η ιστορία που συνδέεται με τη δολοφονία του Κλείτου. Ο Ανάξαρχος παρουσιάζεται σε ορισμένες πηγές να υποστηρίζει μια στάση που δίνει μεγάλη σημασία στη δύναμη και στην εξουσία του ηγεμόνα.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή. Από ένα τέτοιο ιστορικό περιστατικό δεν μπορούμε να συμπεράνουμε με βεβαιότητα ότι ο Ανάξαρχος είχε αναπτύξει μια ολοκληρωμένη θεωρία σύμφωνα με την οποία «το δίκαιο είναι ό,τι θέλει ο ισχυρός». Η εικόνα του προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από μεταγενέστερες μαρτυρίες και ανέκδοτα.

5. Η μεγαλύτερη διαφορά τους

Η βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στους δύο φιλοσόφους βρίσκεται ίσως στον βαθμό εμπιστοσύνης που δείχνουν στην ανθρώπινη γνώση.
Ο Δημόκριτος, παρά την κριτική του στις αισθήσεις, εξακολουθεί να πιστεύει ότι υπάρχει μια πραγματική δομή του κόσμου και ότι η ανθρώπινη σκέψη μπορεί να την προσεγγίσει. Γι’ αυτό η φιλοσοφία του είναι ένα θετικό και συστηματικό κοσμοείδωλο.
Ο Ανάξαρχος, αντίθετα, φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα όρια της ανθρώπινης βεβαιότητας. Η σκέψη του ανοίγει τον δρόμο προς μια πιο έντονη μορφή σκεπτικισμού, όπου ο φιλόσοφος δεν θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να γνωρίσει την πραγματικότητα όπως πραγματικά είναι.
Με απλά λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε:
Ο Δημόκριτος αναζητά την αλήθεια πίσω από τα φαινόμενα, ενώ ο Ανάξαρχος θέτει πιο έντονα το ερώτημα αν μπορούμε πράγματι να είμαστε βέβαιοι ότι την έχουμε βρει.

Συμπέρασμα

Ο Δημόκριτος και ο Ανάξαρχος ξεκινούν από μια κοινή πνευματική παράδοση, αλλά ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Δημόκριτος οικοδομεί μια συστηματική φιλοσοφία της φύσης, της γνώσης και της ηθικής, βασισμένη στην ατομική θεωρία και στην πεποίθηση ότι ο κόσμος έχει αντικειμενική δομή.
Ο Ανάξαρχος, από την άλλη πλευρά, μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς την αμφιβολία, τον σκεπτικισμό και την αδιαφορία απέναντι στις εξωτερικές μεταβολές. Για τον λόγο αυτό θεωρείται σημαντική μορφή στη μετάβαση από τον ατομισμό προς το κλίμα σκέψης που θα οδηγήσει αργότερα στον σκεπτικισμό του Πύρρωνα.
Έτσι, αν ο Δημόκριτος αντιπροσωπεύει την προσπάθεια του φιλοσόφου να εξηγήσει τον κόσμο, ο Ανάξαρχος αντιπροσωπεύει περισσότερο την προσπάθεια να αμφισβητήσει πόσο βέβαιη μπορεί να είναι η γνώση μας γι’ αυτόν.

Η ουσία της διαφοράς τους συνοψίζεται στο εξής:

ο Δημόκριτος χρησιμοποιεί τη λογική για να χτίσει μια βέβαιη αλήθεια (άτομα και κενό), ενώ ο Ανάξαρχος χρησιμοποιεί την αμφιβολία για να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το άγχος της εύρεσης αυτής της αλήθειας, ανοίγοντας τον δρόμο για την απάθεια.

ΕΡΜΗΣ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ: Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥΣ ΣΕ ΘΝΗΤΑ ΣΩΜΑΤΑ

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ -ΠΕΡΙΚΟΠΗ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΧΧΙΙΙ

§29. … Και ο θεός, ο κυρίαρχος του κόσμου πρόσταξε να γεννηθεί το φύλο των ανθρώπων.

§30. «Και εγώ», λέει ο Ερμής «ζήτησα να μάθω ποια ύλη πρέπει να χρησιμοποιήσω (για να κατασκευαστεί το φύλο των ανθρώπων) και παρακαλούσα τον μονάρχη. Και εκείνος πρόσταξε τις ψυχές να δώσουν το υπόλειμμα του κράματος· και σαν το πήρα ήταν ξερό. Γι’ αυτό κατά τη μίξη χρησιμοποίησα πολύ περισσότερο νερό για να κάνω πιο μαλακιά τη σύσταση της ύλης … Έπλασα λοιπόν και ήταν ωραίο και ευχαριστιόμουνα βλέποντας το έργο μου και από κάτω παρακάλεσα τον μονάρχη να το δει». Εκείνος είδε, χάρηκε και πρόσταξε στις ψυχές να ενσωματωθούν.

«§31. Οι ψυχές τότε για πρώτη φορά μαθαίνοντας την καταδίκη τους, κατσούφιασαν και είπαν τα εξής: […] §33. Διότι όταν, θαυμάσιο και ένδοξο παιδί μου, όταν οι ψυχές επρόκειτο να εγκλειστούν στα σώματα, μερικές από αυτές θρηνολογούσαν και στέναζαν με όμοιο ακριβώς τρόπο με αυτόν των ζώων που γεννιούνται άγρια και ελεύθερα, αλλά είναι προορισμένα να ζήσουν σε μια δυστυχισμένη δουλεία … άλλες ψυχές άφηναν δυνατά σφυρίγματα όμοια με φιδιών.

§34. Κάποια ψυχή αφού τσίριξε δυνατά και προτού μιλήσει, αφού έκλαψε αρκετά και πολλές φορές έστρεψε τα μάτια που έτυχε να έχει, επάνω και κάτω, είπε: «Ουρανέ, αρχή της δικής μας γέννησης, αιθέρα και αέρα, και χέρια του μονάρχη θεού και ιερό πνεύμα, και ολόλαμπρα άστρα, μάτια των θεών, και φως του ήλιου και της σελήνης ακούραστο, εσείς που έχετε ανατραφεί με τη δική μου πρώτη αιτία δημιουργίας, από όλους σας αποσπώμενες υποφέρουμε συμφορές, και περισσότερο διότι φεύγοντας από τα μεγάλα και τα λαμπρά και το ιερό περίχυμα και από τον πλούσιο πόλο και ακόμη από την μακάρια πολιτεία των θεών, θα εγκλωβιστούμε στα ανάξια και ταπεινά σώματα.

§35. Τι κάναμε λοιπόν το τόσο τρομερό οι δυστυχισμένες; Ποιο έγκλημα που να αξίζει αυτές τις τιμωρίες; Τι αμαρτίες μας περιμένουν τις δύστυχες! Τι πράξεις θα πρέπει να κάνουμε με την κακή καθοδήγηση των ελπίδων, για να παρέχουμε τα απαραίτητα για τη ζωή σε ένα σώμα χαλαρό και έτοιμο να διαλυθεί γρήγορα!

§36. Στις ψυχές που δεν ανήκουν πια στο θεό, τα μάτια δεν θα έχουν μεγάλη θέση, και μ’ αυτήν τη στρογγυλή και υγρή ουσία που είναι μέσα τους, θα βλέπουμε μικρό τον πρόγονό μας ουρανό, και δεν θα πάψουμε να υποφέρουμε, και κάποτε (μετά από πολλές …μετενσαρκώσεις) δεν θα έχουμε πια(πνευματική) όραση.* Οι δυστυχισμένες καταδικαστήκαμε και … για κατοικία, μας περιμένει αντί για τον εναέριο κόσμο, ο μικρός όγκος της καρδιάς»

«§3 …Και αναισθητοποιεί τα αισθητήρια όργανα, τα πραγματικά και όχι τα νομιζόμενα. Τα όργανα αυτά τα έχουν φράξει με πολλή ύλη και τα έχουν γεμίσει με μισητή ηδονή, έτσι, που να μην ακούς αυτά που πρέπει να ακούς(ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω), μήτε να βλέπεις αυτά που πρέπει να βλέπεις».
----------------------------
* ΕΡΜΗΣ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ, ΛΟΓΟΣ Ζ (ΛΟΓΟΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΣΩΜΑ)