Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Ποια θρησκεία μπορεί να είναι λογική για έναν άθεο;

Με ρωτάνε μερικές φορές, απορρίπτουν οι άθεοι όλες τις θρησκείες ή κάποια/κάποιες μπορεί να θεωρούνται λογικές και γίνονται αποδεκτές; Λοιπόν, αυτή η ερώτηση μπορεί να απαντηθεί μόνο από κάθε άθεο ξεχωριστά. Μερικοί άθεοι παραμένουν στη θρησκεία που ανατράφηκαν, επειδή κάθε θρησκεία έχει επίσης διάφορες κοινωνικές λειτουργίες που εξυπηρετούν στην καθημερινή ζωή και κανείς δεν θέλει να την στερηθεί. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι ενδιαφερόμενοι άθεοι θεωρούν ότι αυτή η θρησκεία έχει νόημα ή προτεραιότητα από πλευράς περιεχομένου.

Αυτό που οι περισσότεροι άθεοι απορρίπτουν είναι κυρίως οι μεγάλοι μονοθεϊσμοί: Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ και οι πολυάριθμες παραλλαγές τους. Στο Θεϊσμό (deism), αυτή η απόρριψη είναι ήδη πολύ ασθενέστερη, αν πράγματι ένας Θεός θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει το σύμπαν και έκτοτε προφανώς δεν ενδιαφέρεται πλέον για την τύχη του.

Αυτό έχει πάλι κάποιες επιπτώσεις: είτε ο συγκεκριμένος θεός δεν ήθελε ή δεν ήξερε να φτιάξει εξ αρχής ένα αυτοσυντηρούμενο σύμπαν, πράγμα που περιορίζει τη θεϊκότητά του, είτε ένας θεός παρέλαβε ένα προϋπάρχον σύμπαν και προσπαθεί ακόμα στις μέρες μας να το οργανώσει!

Όλα αυτά δεν απαντούν βέβαια στην ερώτηση που πάντα ακολουθεί, ακόμα και στα παιδικά μυαλά: πού βρέθηκε ο θεός και τι ιδιότητες έχει, κάτι που δεν πρόκειται να απαντηθεί στο διηνεκές και με όποιες αλχημείες σκαρφίζονται οι επαγγελματίες πιστοί και οι ακόλουθοί τους. Ως συμπέρασμα προκύπτει ότι, κάθε θρησκεία που λατρεύει έναν ή πολλούς θεούς είναι ανούσια και περιττή. Αυτή η κατάληξη είναι επίσης συμβατή με τον ανθρωπισμό.

Εμείς οι άθεοι δεν ισχυριζόμαστε ότι δεν υπάρχει Θεός. Αλλά μόνο: Δεν πιστεύουμε στον Θεό, ειδικά όχι σε αυτόν που λατρεύεται στους μεγάλους μονοθεϊσμούς. Πιστεύουμε ότι είναι παράλογη η λατρεία ενός όντος που μπορεί και να μην υπάρχει, ή ότι, αν υπάρχει, σίγουρα δεν αντιστοιχεί στο Θεό οποιασδήποτε θρησκείας. Γιατί ακόμη και αν κάποιος αποδεχόταν τα παράλογα επιχειρήματα για τον Θεό, τα οποία προβάλλονται από τους πιστούς, υπάρχει ένα τέτοιο τεράστιο κενό μεταξύ του θεού που “αποδείχθηκε” με αυτό τον τρόπο (ακαδημαϊκή θεολογία) και των ειδωλοποιημένων θεών που λατρεύονται (λαϊκή θεολογία), ώστε καμιά εισαγωγική ή συγκροτημένη προσπάθεια δεν θα βοηθούσε να γεμίσει το κενό με οτιδήποτε.

Μερικές φορές τείνω να απαντήσω, όταν κάποιος με ρωτάει αν πιστεύω στον Θεό: «Ναι, αλλά πιστεύω σε έναν Θεό που αργότερα θα τιμωρήσει αυστηρά όποιον είναι τόσο αβυσσαλέα ηλίθιος στην πίστη του, ο οποίος παρενοχλεί αυτό το θεό διαρκώς με προσευχές και τον ταλαιπωρεί με την αφελή λατρεία του." Αυτό είναι το ίδιο αληθοφανές, όσο και το ουράνιο φάντασμα που περιφέρεται ως θεός στους εγκεφάλους των πιστών.

Εμείς οι άθεοι, τουλάχιστον στην πλειοψηφία, το βλέπουμε ως πνευματικό καταναγκασμό να προσπαθούμε να απαντήσουμε σε ισχυρισμούς που σαφώς δεν έχουν καλοσκεφτεί οι θεόπιστοι. Προσπαθούν π.χ. να μας πουν ότι ο αθεϊσμός είναι «απλά μια θρησκεία», ότι «ο αθεϊσμός ήταν υπεύθυνος για τα χειρότερα εγκλήματα στην ανθρώπινη ιστορία», ότι «ακόμη και οι άθεοι πιστεύουν σε κάτι” (και υπονοούν: ακριβώς όπως εμείς οι πιστοί) και παρόμοιες ανοησίες. Αυτό προσβάλλει το μυαλό μας. Είναι σαν να μας λένε ευθέως ότι είμαστε ηλίθιοι.

Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση για όλους τους άθεους γενικά. Υπάρχουν μερικοί από εμάς που πιστεύουν ότι κάθε θρησκεία είναι αποδεδειγμένη ανοησία, ενώ άλλοι αποδέχονται κάποιες ιδιότυπες θρησκείες.

Μπορώ μόνο να πω ότι για μένα ο “διαφωτισμένος παγανισμός” δίνει μια πιο λογική εικόνα για τη ζωή και τον κόσμο. Ανακάλυψα για τον εαυτό μου μέσω του παγανισμού, τι είναι απολύτως λογικό σε μια θρησκεία. Όποιος πιστεύει τώρα ότι αυτό σημαίνει πως πιστεύω στους θεούς και ως εκ τούτου δεν είμαι πλέον άθεος, κάνει σοβαρότατο λάθος.

Για μένα, οι θεοί είναι “ηθικά μοντέλα” που περιγράφονται στους μύθους. Υπάρχουν αυτοί οι μύθοι σε όλους τους πολιτισμούς, οι οποίοι συνοδεύονται από περιγραφές των θεών που αξιοποιούνται για να λειτουργήσουν ως ηθικά πρότυπα. Αυτοί οι θεοί είναι άνθρωποι που υπήρξαν κάποια προγενέστερη εποχή και διασώθηκε η μνήμη τους, πράγμα που έχει επίσης νόημα: για να χρησιμεύσει ως πρότυπο ένας τέτοιος Θεός πρέπει να είναι άνθρωπος - δεν μπορούμε να μιμηθούμε τίποτα υπεράνθρωπο. Δεν χρειάζεται πίστη γι' αυτό.

Ο Γιαχβέ είναι ένας από τα “ηθικά μοντέλα” που περιγράφονται στους μύθους, όπως και ο Μίθρας, ο Διόνυσος, ο Ιησούς ή ο Αλλάχ. Ο μονοθεϊσμός προσπαθεί μόνο να απολυτοποιήσει αυτά τα μοντέλα και να τα αναδιαμορφώσει ως τυραννικούς δεσπότες που διοικούν τα ανθρώπινα όντα και, τελικά, να επιβάλλουν στους πιστούς μια ηθική. Αλλά η ηθική δεν μπορεί να επιβληθεί, πρόκειται για θρησκευτική εμμονή των μονοθεϊστών. Εάν υπάρχουν αποδεκτές κατευθυντήριες αρχές, τότε θα πρέπει να υπάρχει επιλογή μεταξύ διαφορετικών εκδοχών, αλλιώς δεν έχει νόημα.

Οι μονοθεϊστές το κατάλαβαν πολύ καλά αυτό και προσπάθησαν να ξεφύγουν από τον κανόνα των πολλαπλών εκδοχών. Δημιουργούσαν πάντα έναν Θεό που έχει ακριβώς τη δική τους ηθική – ο θεός καθ’ ομοίωση του ανθρώπου (ή της ομάδας ανθρώπων) που τον επινοεί. Στη συνέχεια, προσπαθούσαν και προσπαθούν να επιβάλουν αυτή την επινοημένη αντίληψη σε άλλους, και αυτό τους καθιστά εξαιρετικά αντιπαθείς και επικίνδυνους.

Έτσι, περνάνε από τους πολλούς θεούς στον ένα θεό, με εμμονή που οδηγεί στην αναγκαστική νεύρωση, όπως διαπίστωσε ο Sigmund Freud. Τι μπορεί να αποτελεί πρόοδο ο μονοθεϊσμός σε σύγκριση με τον πολυθεϊσμό, είναι ανεξήγητο για μένα. Θεωρώ ότι ο μονοθεϊσμός είναι μια οπισθοδρόμηση, ακόμη και ως προς τον προληπτικό πολυθεϊσμό, στον οποίο οι θεοί είναι στην πραγματικότητα ανεξάρτητα όντα και όχι εξατομικευμένες δυνάμεις της φύσης.

Όποιος νομίζει ότι ο Δίας περπατάει με τα δύο πόδια του στον Όλυμπο -μια ιδέα που θεωρήθηκε καθαρή δεισιδαιμονία από τους φωτισμένους ειδωλολάτρες ήδη πριν από περισσότερα από 2.000 χρόνια- δεν είναι πιο προληπτικός κατά την άποψή μου από έναν Χριστιανό που πιστεύει ότι υπάρχει ένα καθαρό πνεύμα που δημιούργησε ένα γιγαντιαίο σύμπαν χωρίς προορισμό, μόνο και μόνο για να τον λατρεύουν οι άνθρωποι! Όποιος νομίζει ότι ο φανταστικός Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε ξανά είναι ακόμα πιο προληπτικός.

Ο παλιός παγανισμός είναι συμβατός με τον νατουραλισμό, επειδή το αντικείμενο της θρησκευτικής λατρείας ήταν η φύση, όχι κάτι υπερφυσικό. Ο Βουδισμός έχει επίσης περισσότερο νόημα για μένα, ειδικά ως ΖΕΝ Βουδισμός. Στο ΖΕΝ δεν υπάρχει πίστη στο Θεό ή στους θεούς, σε κάτι υπερφυσικό, σε μια ζωή μετά το θάνατο ή στην αναγέννηση. Το ΖΕΝ είναι αμιγώς μια θρησκεία του παρόντος κόσμου.-

Πόση σημασία έχει να είσαι συνεπής στις πράξεις σου;

Πόση σημασία έχει να είσαι συνεπής στις πράξεις σου; Έχει πολύ μεγάλη σημασία, μπορεί να είναι η πρώτη απάντηση, αφού η συνέπεια είναι η ουσία της αυθεντικότητας. Οπότε, σκέπτεται ο Μονταίνι, κοίταξε μέσα σου:

Όχι μόνο ο άνεμος των τυχαίων πραγμάτων με κινεί σύμφωνα με την τάση του, αλλά επίσης κινούμαι και ενοχλούμαι από την αστάθεια της στάσης μου: οποιοσδήποτε στρέφει τη βασική του προσοχή στον εαυτό του, δύσκολα θα βρει τον εαυτό του δύο φορές στην ίδια κατάσταση… Μιλώ για τον εαυτό μου με διαφορετικούς τρόπους: κι αυτό επειδή κοιτάζω τον εαυτό μου με διαφορετικούς τρόπους. 

Κάθε είδους αντίφαση μπορεί να βρεθεί μέσα μου, ανάλογα με κάποια αλλαγή ή ιδιότητα: ντροπαλός, αυθάδης, αγνός, λάγνος, ομιλητικός, λιγομίλητος, σκληρός, ασθενικός, έξυπνος, ανόητος, σοβαρός, πρόσχαρος, ψεύτης, ειλικρινής, μορφωμένος, αδαής, γενναιόδωρος, τσιγκούνης και, πάλι, άσωτος.

Το μάθημα είναι να μην ανησυχούμε και τόσο πολύ γι’ αυτήν την «περιστροφή» και «αταξία». Είναι σοφία να την αναγνωρίζουμε και, απλώς, άγνοια να αρνούμαστε ότι αλλάζουμε στο όνομα της συνέπειας.

NINON DE L’ ENCLOS: Ένας λογικός άντρας που είναι ερωτευμένος μπορεί να φέρεται σαν τρελός, αλλά δεν μπορεί να φέρεται σαν βλάκας

Αλλά, έχω παρατηρήσει πως είσαι συνεσταλμένος με όσες έχουν εντυπωσιάσει την καρδιά σου. Η ιδιότητα αυτή μπορεί να επηρεάσει μια αστή, αλλά εσύ πρέπει να επιτεθείς στην καρδιά μιας γυναίκας του κόσμου (εννοεί της ανώτερης κοινωνίας) με άλλα όπλα…

Σου λέω εκ μέρους των γυναικών: δεν υπάρχει ούτε μία από εμάς που δεν θα προτιμούσε μια κάπως πιο τραχιά μεταχείριση από το πολύ ενδιαφέρον. Οι άντρες χάνουν τις περισσότερες καρδιές όχι γιατί οι γυναίκες είναι ενάρετες αλλά γιατί οι ίδιοι κάνουν ανόητα λάθη. Όσο περισσότερη ατολμία δείχνει ένας εραστής απέναντί μας τόσο περισσότερο μας κάνει η περηφάνια μας να τον παροτρύνουμε. Όσο περισσότερο σεβασμό δείχνει για την αντίστασή μας, τόσο περισσότερο σεβασμό απαιτούμε απ’ αυτόν.

Εμείς οι γυναίκες θα λέγαμε σε σας τους άντρες, ευχαρίστως: «Αχ! Για όνομα του Θεού μη μας θεωρείτε και τόσο ενάρετες. Εσείς μας αναγκάζετε να είμαστε υπερβολικά ενάρετες…» Διαρκώς πασχίζουμε να κρύβουμε το γεγονός ότι έχουμε επιτρέψει στους εαυτούς μας να αγαπηθούν. Βάλε μία γυναίκα να πει ότι έχει ενδώσει μόνο εξαιτίας ενός είδους βίας ή έκπληξης: πείσε την ότι δεν την υποτιμάς και θα εγγυηθεί για την καρδιά της. Λίγη … περισσότερη τόλμη από μέρους σου θα έκανε και τους δύο να νοιώθετε πιο άνετα.

Θυμάσαι τι σου είπε ο Κύριος Ντε Λα Ροσφουκώ πρόσφατα: «Ένας λογικός άντρας που είναι ερωτευμένος μπορεί να φέρεται σαν τρελός, αλλά δεν πρέπει και δεν μπορεί να φέρεται σαν βλάκας».

ΝΙΝΟΝ ΝΤΕ ΛΑΝΚΛΟ, 1620-1705

Η αγάπη είναι ο εχθρός του φόβου.

Όταν κάποιος αγαπάει, δεν φοβάται...

Νιώθει μια απεριόριστη δύναμη να τον πλημμυρίζει. Δεν υπάρχει τίποτα να τον περιορίσει. Νιώθει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα!

Αψηφά ακόμα και τον θάνατο γιατί η ζωή του είναι γεμάτη.

Όταν όμως δεν αγαπάει...

Φοβάται ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα. Ακόμα και οι πιο ασήμαντοι φόβοι του θεριεύουν και αναζητά την ασφάλεια ολοένα και περισσότερο, περιορίζοντας τον εαυτό του και τις δυνατότητες του.

Αν θέλουν κάποιοι επιτήδειοι να περιορίσουν τον άνθρωπο, να τον εκμεταλλευτούν και να κυριαρχήσουν στην ανθρωπότητα ο τρόπος είναι απλός. Τον οδηγούν στον φόβο. Μπορεί να χρησιμοποιούν όμορφα λόγια λέγοντας: «Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω και να σου εξασφαλίσω μια καλύτερη ζωή» ταυτόχρονα όμως τον εγκλωβίζουν, με αριστοτεχνικό τρόπο μέσα στα τείχη του φόβου.

Κι όσο περισσότερο ο άνθρωπος φοβάται, κλείνεται και απομονώνεται, αφήνοντας την δυστυχία μέσα του να μεγαλώνει και να τον αποδυναμώνει. Αρχίζει να μην εκτίμα τον εαυτό του, η Αυτο-αγάπη γίνεται άγνωστη λέξη γι' αυτόν, χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του και άγετε και φέρετε όπως του ορίζουν οι «έξυπνοι».

Γίνεται θύμα και σκορπά παραχωρητήρια δύναμης δεξιά και αριστερά, ψάχνοντας κάποιον να βάλει σε τάξη στην ζωή του. Σταματά να κύλα με την ροή της ζωής και αφήνεται χωρίς να το καταλαβαίνει στην ροή του θανάτου.

Οι μεγάλοι μύστες λένε:

Αν θέλεις να αποδυναμώσεις την ανθρωπότητα τότε κράτα τους ανθρώπους χωριστά. Απομάκρυνέ τους… 

Καν' τους μοναχικούς και σπείρε τον φόβο. Κι αυτοί, σταδιακά θα κτίσουν την φυλακή τους. Θα μπουν σε μεγάλα κουτιά υψώνοντας γύρω τους τεράστια τείχη. Και όσο αποφεύγουν την αγάπη, όσο αποφεύγουν το άγγιγμα, τόσο ο φόβος θα μεγαλώνει. Θα γίνονται άχρωμοι και σκεπτικοί (όχι σκεπτόμενοι), θα ψάχνουν συνεχώς την ασφάλεια και θα απαρνιούνται την ζωή.

Υπάρχει όμως κάποιος τόσο έξυπνος, τόσο πονηρός, που μπορεί να μας το κάνει αυτό; 

ΕΣΥ ΤΙ ΛΕΣ;

Ο Αριστοτέλης, η αυτογνωσία ως προϋπόθεση της μεγαλοπρέπειας και η μεσότητα ως εξασφάλιση κάθε αρετής

Ολοκληρώνοντας τη διερεύνηση της μεγαλοπρέπειας ο Αριστοτέλης καταλήγει σε τέσσερις εκδοχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς εκ των οποίων μονάχα η μία κρίνεται σωστή κι ως εκ τούτου αντάξια της μεγαλοπρεπούς πράξης: «ανάμεσα σε τέσσερις εκδοχές πρέπει να αναζητηθεί ο μεγαλόψυχος» (1232b 37-38).

Για να γίνει αναλυτικότερος: «Μπορεί ο πρώτος να είναι άξιος για μεγάλα και παράλληλα να θεωρεί τον εαυτό του άξιο γι’ αυτά· μπορεί, δεύτερον, κάποιος άλλος να είναι άξιος για μικρά και να θεωρεί τον εαυτό του άξιο για μικρά· μπορεί και το αντίστροφο για την καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις· δηλαδή, ένας τρίτος να αξίζει για μικρά αλλά να θεωρεί τον εαυτό του άξιο για τα μεγάλα και πολυτίμητα αγαθά, μπορεί κι ένας τέταρτος να αξίζει για μεγάλα αλλά να θεωρεί τον εαυτό του για μικρά» (1232b 38-44).

Εκείνος που υπερεκτιμά τον εαυτό του αποδίδοντάς του αξία που στην πραγματικότητα δεν έχει όχι μόνο δεν είναι μεγαλόψυχος, αλλά κρίνεται αξιόμεμπτος ως άνθρωπος ανόητος: «Αυτός, λοιπόν, που ενώ αξίζει για μικρά νομίζει ότι αξίζει για μεγάλα, είναι αξιόμεμπτος (πρόκειται βέβαια για άνθρωπο ανόητο· δεν είναι ωραίο να ζητάει κάτι που δεν του αξίζει)» (1232b 44-47). Ένας τέτοιος άνθρωπος, επί της ουσίας, εκπληρώνει τη μικρότητα της κενοδοξίας.

Όμως, και εκείνος που υποτιμά τον εαυτό του και, ενώ αξίζει πολλά, θεωρεί ότι αξίζει λίγα, κρίνεται επίσης κατακριτέος: «Επίσης αξιόμεμπτος είναι και εκείνος που αξίζει όσα έχει αλλά ο ίδιος δε θεωρεί τον εαυτό του άξιο γι’ αυτά» (1233a 1-2).

Οι άνθρωποι αυτού του είδους για τον Αριστοτέλη δεν εκπροσωπούν ούτε τη μετριοπάθεια ούτε τη μετριοφροσύνη, αφού, εν τέλει, η συμπεριφορά τους δεν εκπληρώνει τα πρότυπα της μεσότητας. Η μεσότητα –στην αριστοτελική εκδοχή της– δεν έχει να κάνει με την υποτίμηση του εαυτού –πολύ περισσότερο την αδικία– αλλά με την ορθή απόδοση αυτών που πράγματι αξίζει. Ο άνθρωπος που υποτιμά τις δυνατότητές του κρίνεται μικρόψυχος, αφού αδυνατεί να κατανοήσει (κι ως εκ τούτου να εκφράσει) το μεγαλείο της ψυχής του.

Η μεγαλοπρέπεια τίθεται ανάμεσα στην υπερβολή της κενοδοξίας και την έλλειψη της μικροψυχίας: «η μεγαλοψυχία θα είναι μια μεσότητα μεταξύ δύο αντιθέτων ακροτήτων: την κενοδοξία, ιδιότητα εκείνων που θεωρούν ότι αξίζουν τα μεγάλα ενώ είναι ανάξιοί τους (λέμε κενόδοξους ακριβώς αυτούς που νομίζουν ότι αξίζουν τα μεγάλα, ενώ δεν τα αξίζουν), και την μικροψυχία, ιδιότητα εκείνων που ενώ αξίζουν τα μεγάλα, οι ίδιοι δε θεωρούν τον εαυτό τους γι’ αυτά (γνώρισμα του μικρόψυχου είναι ακριβώς αυτό, να έχει πράγματα για τα οποία δίκαια θα κρινόταν άξιος, αλλά αυτός να θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο για τα πάντα). Συνεπάγεται ότι η μεγαλοψυχία είναι μεσότητα μεταξύ κενοδοξίας και μικροψυχίας» (1233a 10-21).

Είναι σαφές ότι η υψηλή ατομική αξία δεν αποτελεί μοναδικό κριτήριο μεγαλοπρέπειας, αφού ο μικρόψυχος, αν και την έχει, δεν κρίνεται μεγαλοπρεπής. Η αξία πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από την επίγνωσή της, δηλαδή από το βάθος της γνώσης του εαυτού και την αμερόληπτη κρίση του με βάση τον ορθό λόγο. Ούτε αυτός που υπερεκτιμά τον εαυτό του ούτε αυτός που τον υποτιμά μπορεί να κριθεί μεγαλόψυχος.

Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η αυτογνωσία, ως κριτήριο της μεγαλοπρέπειας, τίθεται με τρόπο ακόμη πιο εμφατικό κι από την ίδια την αξία. Η περίπτωση του μικρόψυχου το καταδεικνύει σαφώς, αφού η αξία που δε συνοδεύεται από τη δέουσα αυτογνωσία κρίνεται αξιοκατάκριτη, με τον ίδιο τρόπο που κατακρίνεται και η έλλειψή της ως κενοδοξία. (Αν και ο κενόδοξος είναι μάλλον χειρότερη περίπτωση, αφού δεν έχει ούτε αξία ούτε αυτογνωσία).

Εντύπωση προκαλεί η άποψη του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο που έχει μικρή αξία κι έχει επίγνωση αυτού χωρίς να υπερεκτιμά τον εαυτό του: «Αυτός δεν είναι ούτε απολύτως αξιόμεμπτος ούτε όντως μεγαλόψυχος, αφού δε συσχετίζεται με κανένα μεγάλο μέγεθος: μήτε άξιος για μεγάλα είναι μήτε τον εαυτό του θεωρεί άξιο γι’ αυτά· έτσι δεν είναι καν αντίθετος στον μεγαλόψυχο, μολονότι φαίνεται να είναι αντίθετοι αυτός που αξίζει τα μεγάλα προς αυτόν που δεν τα αξίζει, και αυτός που θεωρεί τον εαυτό του άξιο για μεγάλα προς αυτόν που (τον θεωρεί άξιο) μόνο για μικρά» (1233a 21-26).

Η άποψη ότι ο άνθρωπος που έχει επίγνωση της μικρής του αξίας «δεν είναι απολύτως αξιόμεμπτος» (σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της κενοδοξίας και της μικροψυχίας που κρίνονταν πλήρως αξιόμεμπτες) καθιστά σαφές ότι ο κάτοχος της αυτογνωσίας κρίνεται προτιμότερος, ακόμη κι αν οι περαιτέρω ικανότητές του είναι περιορισμένες. Η προτίμηση που δείχνει ο Αριστοτέλης σε έναν τέτοιο άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο από την ανάδειξη της αυτογνωσίας σε υπέρτατη αξία. Ο έχων αυτογνωσία κρίνεται λιγότερο κατακριτέος, έστω κι αν η αξία του είναι μικρή, από εκείνον που δεν γνωρίζει τις δυνατότητές του, ακόμη κι αν είναι μεγάλες.

Η επίγνωση κάποιου της μικρής του αξίας δεν τον κάνει μεγαλόπρεπο αλλά εξασφαλίζει ότι δεν πρόκειται για το αντίθετό της μεγαλοπρέπειας (όπως προφανώς η κενοδοξία και η μικροπρέπεια). Ο Αριστοτέλης εξηγεί: «Και δεν είναι αντίθετος, για το λόγο αφενός ότι δεν είναι αξιόμεμπτος (συμπεριφέρεται ασφαλώς όπως επιτάσσει η λογική), αφετέρου ότι είναι στη φύση ίδιος με τον μεγαλόψυχο (αυτό βεβαίως που αξίζουν, αυτό κι οι δύο θεωρούν ότι τους πρέπει)» (1233a 26-29).

Κι όχι μόνο αυτό: «Άλλωστε, αυτός έχει τη δυνατότητα να γίνει μεγαλόψυχος (διότι θα θεωρήσει τον εαυτό άξιο γι’ αυτά που όντως αξίζει), ενώ ο μικρόψυχος, που έχει πολυτίμητα αγαθά κι όμως δε θεωρεί τον εαυτό του άξιο γι’ αυτά, τι θα γινόταν αν άξιζε μόνο για μικρά; Είτε κενόδοξος θα ήταν, αν θεωρούσε ότι αξίζει για μεγάλα, είτε ακόμη πιο λίγα θα αξίωνε» (1233a 30-35).

Η παραδοχή ότι ο μικρής αξίας που έχει αυτογνωσία είναι πιθανότερο να φτάσει στη μεγαλοπρέπεια από τον μικρόψυχο (που, αν όντως βρεθεί με λίγα, είτε θα γίνει κενόδοξος είτε θα αξίωνε ακόμη λιγότερα) καταδεικνύει ότι η αυτογνωσία κρίνεται προτιμότερη κι από την ίδια την έννοια της αξίας. Το ότι ο μικρόψυχος είναι αδύνατο να φτάσει στη μεγαλοψυχία καθιστά σαφές ότι χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει καμία ελπίδα για την κατάκτηση της αρετής.

Όσο για τον κενόδοξο, δεν γίνεται η ελάχιστη αναφορά προφανώς γιατί κρίνεται επουσιώδης. Ο κενόδοξος, ως άνθρωπος δίχως αξία και δίχως αυτογνωσία, κρίνεται ανάξιος λόγου εκπροσωπώντας τη χειρότερη περίπτωση που μπορεί να συμβεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος κρίνεται μάλλον ανίατος από θέση αρχής.

Όπως και να έχει, μεγαλόπρεπος είναι αυτός που κατέχει αξία και το γνωρίζει. Είναι δηλαδή ο άνθρωπος που συνδυάζει την υψηλή αξία με την αυτογνωσία: «Δεν απομένει παρά ένας, αυτός που αξίζει τα μεγάλα και μαζί θεωρεί ο ίδιος τον εαυτό του άξιο γι’ αυτά. Αυτός είναι επαινετός και βρίσκεται στο μέσον των δύο προηγουμένων» (εννοείται της κενοδοξίας και της μικροψυχίας). (1233a 2-5).

Από κει και πέρα, δεν πρέπει να συγχέεται η μεγαλοψυχία με τη μεγαλοπρέπεια: «Ο μεγαλόπρεπος δεν έχει να κάνει με την οποιαδήποτε πράξη και επιλογή, αλλά με τη χρηματική δαπάνη (εκτός αν μιλούμε μεταφορικά)· χωρίς τέτοια δαπάνη δεν υφίσταται μεγαλοπρέπεια. Διότι στην περίπτωση αυτή το πρέπον εντοπίζεται στην εντυπωσιακή καλαισθησία, και η εντυπωσιακή καλαισθησία δεν προκύπτει από τυχαία έξοδα, αλλά από το να ξοδέψεις πολύ περισσότερα από τα αναγκαία» (1233a 39-45).

Το ότι ο μεγαλόπρεπος διατίθεται να ξοδέψει περισσότερα από τα αναγκαία υπηρετώντας την «εντυπωσιακή καλαισθησία» δε σημαίνει ότι η μεγαλοπρέπεια σχετίζεται με την υπερβολή. Αντιλαμβανόμενοι ότι η εξασφάλιση των αναγκαίων ταυτίζεται με το ζην γίνεται σαφές ότι οι επιπλέον δαπάνες έχουν να κάνουν με το ευ ζην που είναι αδύνατο να εκληφθεί ως απλή κάλυψη των αναγκών. Όμως, η γνώση ότι οι δαπάνες πρέπει να ξεπεράσουν το κόστος των αναγκών υπηρετώντας την καλαισθησία που θα σηματοδοτήσει την καλή ζωή δεν πρέπει να εκληφθεί ως δίχως όρια κατανάλωση.

Κι αυτό ακριβώς είναι το γνώρισμα του μεγαλόπρεπου, ο οποίος διατίθεται να ξοδέψει περισσότερα εξασφαλίζοντας ποιότητα στη ζωή του, χωρίς όμως να αγνοεί τις ισορροπίες, δηλαδή τη μεσότητα που ορίζεται και πάλι από τη λογική. Η υπερβολή σε τέτοιες δαπάνες δεν αφορά τον μεγαλόπρεπο, αλλά τον ξιπασμένο: «Όποιος, λοιπόν, επιλέγει τη μεγάλη δαπάνη και ξοδεύει αυτά και περισσότερα, και δείχνει έφεση γι’ αυτή τη μεσότητα και την απολαμβάνει είναι ο μεγαλόπρεπος. Ενώ αυτός που τείνει σε δαπάνη πιο μεγάλη από το πρέπον, φτάνοντας στη δυσαρμονία, δεν έχει όνομα· πάντως, γειτνιάζουν μεταξύ τους οι λεγόμενοι απειρόκαλοι και οι ξιπασμένοι» (1233a 45-49 και 1233b 1-2).

Ο Αριστοτέλης θα γίνει σαφέστερος: «Ένα παράδειγμα: στο γάμο του αγαπημένου του μοναχογιού και στις σχετικές δαπάνες, ένας πλούσιος νομίζει ότι του ταιριάζει προετοιμασία αντίστοιχη του να πιούνε οι συνδαιτυμόνες μια γουλίτσα προς τιμή του θεού· αυτός είναι μικροπρεπής. Ο άλλος, πάλι, που τους υποδέχεται με τρόπο αταίριαστο στη φήμη και την εξουσία του φέρνει προς τον ξιπασμένο. Εκείνος, όμως, που λειτουργεί όπως ταιριάζει στην αξία του και όπως το επιβάλλει η λογική, αυτός είναι μεγαλόπρεπος» (1233b 3-9).

Η μία γουλιά κρασιού ως κέρασμα στο γάμο παραπέμπει στην έλλειψη που σηματοδοτεί τη μικροπρέπεια. Από την άλλη, οι υπερβολές σχετίζονται με την επίδειξη του ξιπασμένου. Για τον Αριστοτέλη η μεγαλοπρέπεια έχει να κάνει με το μέτρο που ξεπερνά την απλή κάλυψη των αναγκών, αλλά δεν ξεφεύγει και από τα πρέποντα όρια.

Σε τελική ανάλυση, ο μεγαλόπρεπος ξέρει να όρια που του αρμόζουν, τα οποία είναι σύμφωνα με την αξία του: «Διότι το πρέπον ορίζεται ανάλογα με την αξία του καθενός. Οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει το πρέπον (και γι’ αυτό είναι πρέπον, γιατί ταιριάζει στην πρέπουσα αξία) τόσο εν σχέσει με το αντικείμενο της δαπάνης (άλλο, βέβαια, είναι το πρέπον για το γάμο ενός δούλου και άλλο για το γάμο του ερωμένου) όσο και με το υποκείμενό της και το τι αυτός δαπανά από άποψη ποσότητας και ποιότητας» (1233b 9-14).

Με δυο λόγια, άλλο είναι το μέτρο των εξόδων για το γάμο ενός δούλου (οι απόψεις του Αριστοτέλη για τη δουλεία είναι γνωστές και αναλύονται στο έργο του «Πολιτικά») κι άλλο για το γάμο του ελεύθερου ανθρώπου, όπως άλλο το μέτρο για το γάμο του μοναχογιού κι άλλο για κάποιο πιο μακρινό πρόσωπο. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να διαφοροποιούν το μέγεθος των εξόδων, αφού οι εκάστοτε συνθήκες διαμορφώνουν το πλαίσιο της πρέπουσας συμπεριφοράς, αλλά δεν αναιρούν την αξία του μέτρου που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεπεραστεί.

Το μέτρο τίθεται ως θεμέλιο για το σύνολο της αριστοτελικής ηθικής φιλοσοφίας: «Σχεδόν όλα όσα επαινούνται ή ψέγονται, εν σχέσει με το ήθος, αποτελούν είτε υπερβολές ή ελλείψεις είτε μεσότητες στα πάθη» (1233b 21-23).

Με τον ίδιο τρόπο θα καθοριστεί και η ορθή συμπεριφορά ανάμεσα στο φθόνο και τη χαιρεκακία: «Ανάλογα με τις έξεις που τους χαρακτηρίζουν, ο μεν φθόνος του ενός είναι λύπη για όσους δίκαια ευτυχούν, ενώ η αντίστοιχη ιδιότητα του χαιρέκακου (είναι να) χαίρεται με τις άδικες συμφορές των άλλων» (1233b 24-29).

Η μεσότητα θα εκφραστεί από τον άνθρωπο της νεμέσεως: «Μέσος ανάμεσά τους» (εννοείται του χαιρέκακου και του φθονερού) «είναι ο άνθρωπος της νεμέσεως, και νέμεση (δίκαιη αγανάκτηση) είναι αυτό που ονόμαζαν οι παλαιοί, το να λυπάται κανείς με τις άδικες ευτυχίες ή δυστυχίες των άλλων, αλλά να χαίρεται με τις δίκαιες» (1233b 29-32).

Η μεσότητα σε κάθε περίπτωση ταυτίζεται με το δίκαιο που ορίζεται από τον ορθό λόγο. Η χαιρεκακία και ο φθόνος αποτελούν ανισορροπίες της ψυχής που αδυνατεί να γεννήσει τα συναισθήματα που αρμόζουν στις επιταγές του δικαίου.

Αντίστοιχα, η αιδώς αποτελεί το κριτήριο της μεσότητας όσον αφορά την αναισχυντία και την ακοινώνητη συστολή: «Η αιδώς είναι μεσότητα μεταξύ αναισχυντίας και ακοινώνητης συστολής· αναίσχυντος είναι αυτός που δε νοιάζεται καθόλου για την εντύπωση που θα προκαλέσει στους άλλους, ενώ ο ακοινώνητα συνεσταλμένος τα χάνει τελείως από ντροπή, καθώς νοιάζεται εξίσου για την εντύπωση του καθενός» (1233b 33-36).

Σ’ αυτό το ζευγάρι των αντιθέτων κακών η μεσότητα εκφράζεται από την αιδημοσύνη: «Αιδήμον είναι εκείνος που νοιάζεται μόνο για την εντύπωση των ανθρώπων που του φαίνονται σπουδαίοι» (1233b 37).

Η ειλικρινής φιλική διάθεση αποτελεί μέσο για τις κακίες της εχθρότητας και της κολακείας: «Η ειλικρινής φιλική διάθεση είναι μεσότητα ανάμεσα στην εχθρότητα και την κολακεία· ο κόλακας, από τη μια, λέει τα πάντα όπως θέλει να τα ακούσει ο άλλος· ο εχθρικός, από την άλλη, συγκρούεται με κάθε επιθυμία του άλλου. Αντίθετα, όποιος έχει την ειλικρινή φιλική διάθεση δεν ακολουθεί ούτε και συγκρούεται με κάθε επιθυμία του άλλου, αλλά επικεντρώνεται σε αυτό που του φαίνεται το καλύτερο από όλα» (1233b 38-43).

Με τον ίδιο τρόπο η αλαζονεία και η δουλοπρέπεια ως κακίες των άκρων, όταν επέρχεται η μεσότητα αντικαθίστανται από την αξιοπρέπεια: «Η σοβαρότητα-αξιοπρέπεια είναι μεσότητα ανάμεσα στην αυθάδεια-αλαζονεία και τη δουλοπρέπεια· ο αυθάδης-αλαζών, από τη μία, ζει σαν να μην υπάρχει ο άλλος καταφρονώντας τον· ο δουλοπρεπής, από την άλλη, τα δίνει όλα στον άλλο ταπεινώνοντας τον εαυτό του έναντι όλων. Αντίθετα, ο σοβαρός-αξιοπρεπής άλλοτε δίνει στη σχέση με τον άλλο, άλλοτε όχι, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως ποιοι είναι άξιοι γι’ αυτό» (1233b 43-48).

Τέλος, ο αυθέκαστος αποτελεί το μέσον ανάμεσα στον κρυψίνου και τον ψευτοπερήφανο: «Ο ειλικρινής και απλός άνθρωπος, ο καλούμενος αυθέκαστος, βρίσκεται στο μέσον του κρυψίνου και του ψευτοπερήφανου. Ο κρυψίνους, από τη μια, ψεύδεται εις βάρος του εαυτού του, παρουσιάζοντας εν γνώσει του τα πράγματα κατώτερα από ό,τι είναι· ο ψευτοπερήφανος, από την άλλη, τα παρουσιάζει ανώτερα· ο ειλικρινής τα παρουσιάζει όπως είναι αυτός είναι φιλαλήθης, ενώ οι προηγούμενοι ρέπουν προς το ψέμα» (1233b 48-50 και 1234a 1-4).

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Ισλαμισμός κι απανθρωποποίηση

«Δεν υπάρχει πιο τραγικό λάθος από αυτό της αντιμετώπισης της ισλαμικής τρομοκρατίας και των φορέων της με δυτικά κριτήρια. Ακόμα χειρότερα, η ερμηνεία της τρομοκρατίας με τα ίδια κριτήρια κάνει πολύ πιο δύσκολη την κατανόηση της επικινδυνότητάς της από το ευρύ κοινό».

Ο άνθρωπος που επισημαίνει τα παραπάνω δεν είναι άλλος από τον Γάλλο δικηγόρο και συγγραφέα κόμικς Ριχάρδο Μαλκά, ο οποίος το 2007 υπερασπίστηκε επιτυχώς τον εκδότη του περιοδικού Charlie Hebdo, που είχε κατηγορηθεί για ρατσισμό. Κατηγορία που τότε είχε στηριχτεί στην δημοσίευση στο περιοδικό περιπαιχτικών για τον Μωάμεθ σκίτσων. Κάποια χρόνια αργότερα, πωρωμένοι ισλαμιστές δολοφονούσαν 12 συνεργάτες του περιοδικού, που δεν το βάζει κάτω. Πρόσφατα λοιπόν το περιοδικό επανήλθε με τα σκίτσα, γεγονός που κόστισε το κεφάλι του Γάλλου καθηγητή Σαμουέλ Πατί, ο οποίος με βάση την δημοσίευση αυτή θέλησε να κάνει μάθημα ελευθερίας της έκφρασης στους μαθητές του.

«Για τους ισλαμιστές, έννοιες όπως αυτές του λαϊκού κράτους είναι άγνωστες, ενοχλητικές και καταραμένες», τονίζει ο Γάλλος δικηγόρος και προσθέτει ότι όσοι νομίζουν ότι οι «τρελοί του Αλλάχ» σκέπτονται όπως εμείς πλανώνται πλάνην οικτράν. Ας σημειωθεί δε ότι αυτός είναι και ο στόχος που θέλουν να πετύχουν οι δολοφόνοι του Ισλάμ. Για παράδειγμα, όταν αυτοί που καταδικάζουν την ισλαμική τρομοκρατία κατηγορούνται για ισλαμοφοβία και ρατσισμό, το δώρο είναι σημαντικό για τους εμπνευστές της δολοφονίας αθώων.

Η πρακτική αυτή θυμίζει όλους αυτούς που στο παρελθόν κατηγορούσαν για «χυδαίο αντικομμουνισμό» κάθε σοβαρό και δημοκρατικό πολίτη που αντιδρούσε απέναντι στα Γκουλάγκ και τα φρικαλέα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κολύμα και αλλού. Επίσης, δεν είναι λίγοι οι δήθεν δημοκράτες που αποδίδουν την ισλαμική τρομοκρατία στις ανισότητες και γενικά στην λειτουργία του συστήματος της μικτής οικονομίας.

Με την ερμηνεία αυτή, οι μαρξίζοντες αναλυτές δίνουν μια οικονομική και κοινωνική διάσταση, σ’ ένα θέμα που για τους ισλαμιστές έχει πριν απ’ όλα θρησκευτικό χαρακτήρα. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τα πολυάριθμα ισλαμικά δίκτυα στο Διαδίκτυο, να ακούσει κηρύγματα των ιμάμηδων στα διάφορα γαλλικά τζαμιά και να μελετήσει τις αρχές των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο και θα καταλάβει ότι στον χώρο του Ισλάμ, οι νεοφονταμενταλιστές, αυτοί δηλαδή που διατηρούν άσβεστο μίσος για την Δύση και κυρίως το πνεύμα της, έχουν το πάνω χέρι. Υπό αυτή την έννοια, ο νεοφονταμενταλισμός δεν αποτελεί μια πλάνη του Ισλάμ.

Αντιθέτως είναι μια ιστορική στιγμή του, γεγονός που αυτό καταλάβαμε και το αναμασάμε με το απαραίτητο ιστορικό βάθος, μας προσφέρει κλειδιά ερμηνείας για τις ενέργειες και την ρητορική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Στην Ευρώπη της πρώτης εικοσαετίας του 21ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ζουν πάνω από 70 εκατομμύρια μουσουλμάνοι. Και από τους τελευταίους, τα 18 εκατομμύρια περίπου κατοικούν στην Γαλλία, στο Βέλγιο και την Ολλανδία.

Επίσης, στις χώρες αυτές οι μουσουλμάνοι καλύπτουν το 46% των νέων γεννήσεων, γεγονός που από μόνο του λέει πολλά. Ετσι, το πρώτο πράγμα που μαθαίνουν τα νεογέννητα, όπως έχουμε εξ ιδίων διαπιστώσει σε αμέτρητες περιπτώσεις, είναι ότι τελούν «υπό χριστιανική κατοχή».

Στην Γαλλία και στο Βέλγιο, αυτού του είδους η «κατήχηση» έχει προσλάβει απίστευτες διαστάσεις, τις οποίες τις βλέπει κανείς στον αριθμό των νέων που τα πέντε τελευταία χρόνια πήγαν στην Συρία και αλλού, για να πολεμήσουν τους «άπιστους» παρέα με τους λοιπούς μισθοφόρους του ισλαμικού κράτους.

Ενα ισλαμικό κράτος, το οποίο κάνει την εμφάνισή του σε συνδυασμό με μια σειρά από γεγονότα και εξελίξεις.

Παρά την απέχθεια των νεοφονταμεταλιστών για την σύγχρονη τεχνολογία, οι ηγετικές ομάδες τους χρησιμοποιούν κατά κόρον το διαδίκτυο και τα ψηφιακά μέσα για να διαδίδουν τις θέσεις και απόψεις τους, να στρατολογούν δολοφόνους και να προσδιορίζουν στόχους. Συνεπώς, η διαδικτυακή παγκοσμιοποίηση αποτελεί ιδιαιτέρως σημαντική ευκαιρία για το αποκαλούμενο «ακραίο Ισλάμ» να διευρύνει την επιρροή του με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς σημαντικές επενδύσεις.

Ενα δεύτερο στοιχείο που τροφοδοτεί την νεοφονταμενταλιστική ιδεολογία είναι η περίφημη «Αραβική Ανοιξη». Την τελευταία, οι ακραίοι ισλαμιστές την εμφανίζουν ως δυτική προσπάθεια εισαγωγής στον ισλαμικό κόσμο δυτικών θεσμών, όπως η κοινοβουλευτική δημοκρατία, η ανεξιθρησκεία, το κράτος δικαίου και η ελευθερία της σκέψης και έκφρασης.

Κατά τους ισλαμιστές, οι παραπάνω αρχές αποτελούν παγίδες που απομακρύνουν από το Κοράνι και τις ερμηνείες που δίνουν σε αυτό σαλαφιστές, βαχαμιστές κι άλλοι ερμηνευτές.

Αρκετοί ιμάμηδες έτσι, ιδιαίτερα στο Βέλγιο, την Ολλανδία και την Γαλλία, υπενθυμίζουν στους πιστούς ότι ο Μωάμεθ δεν ήταν μόνον προφήτης αλλά και στρατηγός. Υπό αυτήν του δε την ιδιότητα, πολεμούσε κατά των εχθρών του θεού. Υπό αυτή την έννοια, οι «μαχητές του Ισλάμ», μάχονται κατά ανθρώπων που επιβουλεύονται την θεϊκή βούληση και κυριαρχία.

Αν αυτό δεν είναι απανθρωποποίηση, τότε ας μας πουν οι θεωρητικοί της αντιισλαμοφοβίας περί τίνος πρόκειται.

Ετσι για να εξηγούμεθα…

Ο Πόλεμος του Καλού και του Κακού

Αιώνες ολόκληρους κρατάει η φιλοσοφική συζήτηση για την φύση του Καλού και του Κακού, και πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο έχουν γραφτεί βιβλιοθήκες που θα μπορούσαν να καλύψουν την απόσταση από την Γη στη Σελήνη… Τα ζητήματα και τα συμπεράσματα αυτής της αιώνιας συζήτησης είναι ατέρμονα και απείρως πολύπλοκα, (για να φιλοδοξώ να τα παρουσιάσω εδώ μέσα σε λίγες σελίδες), κι έτσι περιορίζομαι εδώ απλά στο να καταθέσω δύο γενικά συμπεράσματα:

α) Ότι, στην ουσία, συγκαλυμμένα, η συζήτηση για την φύση του Καλού και του Κακού είναι μια συζήτηση για τα πάντα, κυριολεκτικά, και άρα μπορεί να προεκταθεί οπουδήποτε και σε οτιδήποτε, γι’ αυτό και είναι τόσο μεγάλη, β) ότι ο Πόλεμος του Καλού και του Κακού διεξάγεται ακόμη και μέσα σε αυτήν την ίδια την ατέρμονη συζήτηση, μέσω των ανάλογων -και καθόλου τυχαίων- διαφωνιών και αντίθετων κοσμοθεωριών, αλλά και, δυστυχώς, καθώς διαρκεί αυτή η χωρίς κατάληξη συζήτηση, ο πόλεμος διεξάγεται και εκεί έξω στον κόσμο -και μέσα μας- αδιαφορώντας για τις δικές μας διαφωνίες και κοσμοθεωρίες ή φιλοσοφικές σχολές…

Θεωρώ δεδομένο ότι από την προσωπική μας εμπειρία στη ζωή (αν όχι από την μελέτη μας ή τις πνευματικές αναζητήσεις μας) γνωρίζουμε πάνω-κάτω την φύση του Καλού και του Κακού, ακόμη και ενδόμυχα, και μπορούμε να τα διακρίνουμε με κάποια σχετική ασφάλεια ή κατανόηση. Γι’ αυτό και δεν το θεωρώ ουσιαστικά απαραίτητο ως εισαγωγή να αναφερθώ λεπτομερώς στην ατέρμονη φιλοσοφική συζήτηση που ανέφερα παραπάνω, (ας πούμε ότι είναι μια πολύ ειδική εξερεύνηση).

'Εχει νόημα, όμως, εκτός από τα δύο γενικά συμπεράσματα που κατέθεσα, να προσθέσω και μερικές μάλλον σημαντικές επισημάνσεις, που σχετίζονται με μερικά πολύ συνηθισμένα ζητήματα που προκύπτουν πάντα στα πρώτα στάδια αυτής της συζήτησης όποτε συμβαίνει: Η άποψη ότι το Καλό και το Κακό είναι κάτι «σχετικό», α) φαίνεται να ανακαλύπτει επιλεκτικά την «σχετικότητα», ενώ με την ίδια λογική θα έπρεπε να την ανακαλύπτει στα πάντα και να αρχίζει να προβληματίζεται για την φύση της πραγματικότητας, β) αυτός που έχει αυτήν την άποψη, θεωρητικά, δεν συνεχίζει να το βλέπει ως κάτι «σχετικό» όταν το καλό ή το κακό συμβεί στον ίδιο προσωπικά…

Το να πεις ότι το Κακό είναι απλά κάτι της «Συνείδησης», είναι πρόχειρο, αφελές και μάλλον παιδιάστικο, είναι σαν να λες ότι ο αέρας είναι «κάτι των πνευμόνων μας». ('Αλλωστε, υπάρχει κάτι που να μην είναι απλά «κάτι της Συνείδησης»; Τα πάντα, «υπάρχουν», επειδή υπάρχουν στην Συνείδησή μας.)

Αν κάποιος σε μια τέτοια συζήτηση θεωρεί ότι, το Κακό ή το Καλό, είναι μία σύμβαση λέξεων και εννοιών, ή ένα κοινωνικό πρότυπο, ή κάτι αυστηρά υποκειμενικό, αυτό συμβαίνει διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι μία σύμβαση εννοιών, η ίδια η συζήτηση διέπεται από ένα κοινωνικό πρότυπο ή πολλά, και τα πάντα θα μπορούσαν να είναι αυστηρά υποκειμενικά, ακόμη και η ίδια έννοια του αντικειμενικού (που κι αυτή είναι απλά μία λέξη με σύμβαση έννοιας) που παραδόξως είναι σαφώς υποκειμενική –κι ακόμη και αυτό που λέω εδώ. Και, φυσικά, αυτό που λέω εδώ, δεν είναι επιχειρήματα για την φύση του Κακού ή του Καλού, είναι επιχειρήματα για την φύση των επιχειρημάτων. Όμως, το Κακό ή το Καλό, είναι απλώς επιχειρήματα;

Αν θα πρέπει να διερευνηθεί βαθύτερα το Καλό ή το Κακό σαν έννοια, εγώ προτείνω πρώτα να διερευνηθεί βαθύτερα και η διερεύνηση σαν έννοια.

Και μια –κατά την γνώμη μου– σημαντική επισήμανση: Το Καλό και το Κακό, δεν είναι απλά το Δίκαιο και το 'Αδικο. Το Δίκαιο και το 'Αδικο είναι το Δίκαιο και το 'Αδικο. Αλλά, βέβαια, μπορούμε πάντα να προτείνουμε ότι οι πολλές διαφορετικές λέξεις είναι περιττές στο λεξιλόγιο, και ίσως να μπορέσουμε έτσι να περιορίσουμε τα λεξικά π.χ. στο 1/10 του όγκου τους. Σε πολλές περιπτώσεις, λανθασμένα μάλλον θεωρούμε ότι ένα πράγμα μπορεί να είναι καλό «ή» κακό, ενώ μπορεί να είναι καλό «και» κακό, αναλόγως. Το δημοφιλές παραβολικό παράδειγμα για το μαχαίρι ή για την πρίζα.

Λανθασμένα μάλλον ταυτίζουμε το Καλό με το χρήσιμο, (π.χ. ο μαρτυρικός και σαδιστικός θάνατός μου μπορεί να είναι χρήσιμος για την ανθρωπότητα). Το χρήσιμο είναι καλό, το Καλό δεν είναι πάντα χρήσιμο (αντίθετα, πιο συχνά το Κακό είναι χρήσιμο). Είναι πρόχειρο και αυθαίρετο να λέμε ότι αυτό που είναι κακό για μένα ίσως είναι καλό για κάποιον άλλον, διότι τότε δεν συζητάμε για το Κακό αλλά για την ωφέλεια.

Στην δική μου κρίση και ηθική εποπτεία, αν αυτό που κάνεις είναι καλό για σένα αλλά κάνει κακό σε κάποιον άλλον, αυτό που κάνεις είναι κακό, δεν είναι καλό. Τελεία.

Αν κάτι από μόνο του έκανε καλό σε σένα, αλλά το ίδιο κάτι με το ίδιο πράγμα έκανε κακό σε έναν άλλον ταυτόχρονα, μιλάμε για κάτι καλό και για κάτι κακό, δεν μιλάμε για το ίδιο πράγμα (που θα αμφισβητούσε τις έννοιες του Καλού και του Κακού), αλλά για δύο διαφορετικά πράγματα. Μιλάμε για ένα καλό κάτι, και για ένα κακό κάτι. Τα συσχετίζουμε τελείως αυθαίρετα, και αφήνουμε αυτόν τον υποτιθέμενο συσχετισμό να μας μπερδεύει…

Η αντίληψη του Καλού και του Κακού δεν είναι κάτι που απλά έχει προκύψει/επινοηθεί από τα θρησκευτικά/ηθικά/κοινωνικά/νομικά/φιλοσοφικά/κλπ συστήματα, αλλά απλά έχει διερευνηθεί/χρησιμοποιηθεί/επιστρατευτεί/περιγραφεί/κλπ από αυτά τα συστήματα.

Το Καλό και το Κακό, δεν πρέπει να ξεχνάμε, είναι δύο λέξεις που σκοπό έχουν να καταδείξουν κάτι που συμβαίνει, οι λέξεις αυτές καθ’ αυτές δεν είναι αυτό που συμβαίνει. Έτσι, δεν ισχύει και τόσο εδώ το δημοφιλές ζήτημα του «Διπολισμού» τελικά (που, για κάποιον λόγο, συχνά νοείται ως κάτι κακό και μη αποδεκτό, αν και δεν μας ενοχλεί π.χ. στις μπαταρίες, που δεν θα δούλευαν αλλιώς), κατά το παράδειγμα του Άσπρου και του Μαύρου.

Όπως και στο παράδειγμα, έτσι και στο Καλό και στο Κακό, δεν υπάρχει απλά 'Ασπρο και Μαύρο, κάτι αυστηρά διπολικό και άρα απλουστευμένο, αλλά μια ολόκληρη κλίμακα που περιγράφεται από –ή καταλήγει στο– 'Ασπρο και στο Μαύρο, πολλές διαβαθμίσεις του Άσπρου, πολλά χρώματα ή αποχρώσεις, που σταδιακά καταλήγουν στο Μαύρο, και πολλές διαβαθμίσεις του Μαύρου, πολλά χρώματα ή αποχρώσεις, που σταδιακά καταλήγουν στο Άσπρο. Αν δούμε αυτήν την κλίμακα γραφικά, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μια «μεσαία» μικρή περιοχή, ένα σύνορο, που από εκεί και πέρα τα πράγματα αλλάζουν προς τα δεξιά ή τα αριστερά, (δηλαδή έχουν μία σαφή τάση), ένα σύνορο που διαχωρίζει τελικά τα «άσπρα» χρώματα από τα «μαύρα» χρώματα. Ουσιαστικά, μιλώντας για το 'Ασπρο και το Μαύρο, μιλάμε για τα «άσπρα» χρώματα με μία λέξη και για τα «μαύρα» χρώματα με μία λέξη, αλλά ουσιαστικά μιλάμε για ένα φάσμα, για μια κλίμακα με ένα σύνορο στη μέση της, και αναφέρουμε χαρακτηριστικά τα δύο απώτατα άκρα της για να μιλήσουμε γι’ αυτό το περίτεχνο πράγμα με απλούς όρους.

Το ίδιο ισχύει και για το Καλό και το Κακό, δεν είναι απλώς ένα ζήτημα διπολισμού, είναι απλουστευτικά ένα ζήτημα διπολισμού. Όταν αναφερόμαστε στο Καλό και στο Κακό, ουσιαστικά δεν αναφερόμαστε σε έναν διπολισμό, αλλά σε μία κατάσταση των πραγμάτων (ή, αν προτιμάτε, μία κατάσταση μέσα στις καταστάσεις των πραγμάτων), που μπορεί να περιγραφεί με μία κλίμακα, ένα φάσμα, ένα σύνολο τάσεων, επιρροών, επιδράσεων, ενεργειών, που διαχωρίζονται –περιεκτικά σε δύο ευρύτερες περιοχές– από ένα σύνορο…

Να και μια άλλη συχνή άποψη στις σχετικές συζητήσεις: Αν π.χ. ένας λύκος φάει ένα μωράκι, υπάρχει η άποψη ότι ναι μεν μπορεί αυτό να είναι κακό για το μωράκι, ή για εμάς που ταυτιζόμαστε με το μωράκι, αλλά, από την πλευρά του λύκου, αυτό δεν ήταν κακό γιατί «υπακούει απλά στο ένστικτο της πείνας», (δηλαδή ο λύκος δεν είναι κακός, «εμείς το βλέπουμε έτσι»). Η άποψη αυτή λέει ότι «δεν υπάρχει κακό στη Φύση», κι ότι αυτά τα πράγματα είναι απλά «φυσικά».

Η άποψη αυτή, όμως, δεν εξηγεί για ποιον λόγο απενοχοποιεί την Φύση, έτσι αυτόματα σαν κάτι δεδομένο, (ούτε τι ακριβώς είναι αυτή η κυρία, η «Φύση»), και γιατί την θεωρεί ως κάτι εξαγνισμένο και υπεράνω κριτικής.

Για παράδειγμα, αν ο λύκος τρώει το μωράκι και αυτό είναι κάτι φυσικό, γιατί η άποψη αυτή θεωρεί ότι αυτό δεν είναι κακό, και δεν θεωρεί ότι η φύση είναι κακή; Το ότι ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο πολλά από τα κακόμοιρα πλάσματα του είναι αναγκασμένα να τρώνε το ένα το άλλο για να επιβιώσουν, άραγε, γιατί αυτός δεν είναι ένας κακός κόσμος; Αλλά είναι κάτι «φυσικό»; Τι σημαίνει «φυσικό»; (Κατά βάθος αυτή η άποψη δεν συνειδητοποιεί ότι υποστηρίζει πως το Κακό είναι φυσικό –ότι υπάρχει ακόμη και στην Φύση– νομίζει ότι υποστηρίζει ότι το Κακό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα!).

Αλλά, μήπως θα έπρεπε να ξεχωρίσουμε π.χ. το Κακό, από αυτό που νομίζω εγώ ως «κακό»; Δυστυχώς, η νέα ελληνική γλώσσα, σε αντίθεση με μερικές άλλες γλώσσες, δεν μάς βοηθά και πολύ σε αυτό, χρησιμοποιεί την ίδια λέξη και για τα δύο: κακό. Για παράδειγμα, η αγγλική γλώσσα μάς βοηθά περισσότερο σε αυτόν τον διαχωρισμό: Evil – Βad. Έτσι, γενικά εδώ μιλάμε για το Evil όχι απλά για κάτι Bad…

Αυτές ήταν μερικές, μάλλον σημαντικές, επισημάνσεις, που σχετίζονται με μερικά πολύ συνηθισμένα ζητήματα που προκύπτουν πάντα στα πρώτα στάδια αυτής της συζήτησης για τη φύση του Καλού και του Κακού όποτε συμβαίνει. (Αν είχα τον χώρο θα μπορούσα να προσθέσω πολλές άλλες επισημάνσεις, απλά αυτές ήταν μερικές από τις πολύ κομβικές).

Για να κατανοήσουμε το Καλό και το Κακό, και για να διακρίνουμε τον συνεχή πόλεμό τους που επηρεάζει τα πάντα, μέσα μας και έξω μας, δεν απαιτείται να εισχωρήσουμε σε δαιδαλώδεις φιλοσοφικές συζητήσεις ή σοφιστείες, αλλά απλά να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας, μέσα μας, έξω μας, παντού, (και να ενεργοποιήσουμε τη βαθύτερη κατανόησή μας, που όλοι την έχουμε για να καταλαβαίνουμε τα σημαντικά πράγματα, αλλιώς θα ήμασταν ζώα και όχι άνθρωποι).

Το Καλό και το Κακό και με πνευματικούς και με υλικούς τρόπους, πολεμούν μέσα από τα πάντα και μέσα στα πάντα (αλλά και πίσω από τα πάντα και πάνω από τα πάντα), και ο πόλεμος τους φαίνεται να είναι η μεγαλύτερη αναμέτρηση δυνάμεων στον κόσμο –και κατ’ επέκταση στο Σύμπαν, ή αντιστρόφως.

(Προσοχή: Το να αλλάξουμε τις λέξεις Καλό και Κακό, π.χ. επειδή δεν μας αρέσουν ή επειδή δεν ταιριάζουν στην κοσμοθεωρία μας ή δεν μας βολεύουν, και να τις αντικαταστήσουμε με τις λέξεις Θετικό και Αρνητικό, Τάξη και Χάος, Δημιουργία και Καταστροφή, Ανώτερο και Κατώτερο, Φωτεινό και Σκοτεινό, Ζωή και Θάνατος, κ.ά. δεν έχει ιδιαίτερη σημασία –αν και χρήσιμο ως λογοτεχνία– και θα πρέπει μάλλον τελικά να καταλάβουμε ότι με αυτές τις αντικαταστάσεις λέξεων κατά βάθος περιγράφουμε τι είναι το Καλό και το Κακό, παρά τα ανατρέπουμε ως έννοιες ή δυνάμεις.)

Αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας, αυτό που είναι καθοριστικό για τα πράγματα, είναι ένας ατέρμονος πόλεμος του Καλού και του Κακού. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό συνέβαινε από πάντα, ή αν θα συμβαίνει για πάντα, (κι αυτό είναι μια σημαντική επισήμανση), είναι φανερό όμως ότι συμβαίνει αυτήν τη στιγμή.

Επειδή, μέσα στις καταστάσεις ή μέσα από τις καταστάσεις, το Κακό και το Καλό, μοιάζουν να είναι αιτία ή αιτιατό (και ίσως γι’ αυτό να είναι μέσα στα πάντα, επειδή τα πάντα προκύπτουν από αιτίες και προκαλούν αιτιατά), είναι πολύ σημαντικό για το θέμα να παρατηρήσουμε ένα μεγάλο μυστικό: ας το πούμε έτσι: το ζήτημα των αλυσιδωτών αντιδράσεων.

Τα πάντα, όλες οι καταστάσεις του κόσμου μας, (και του Σύμπαντος, και της ανθρωπότητας, και της προσωπικής μας ζωής), προκύπτουν από αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κάτι που προκαλεί κάτι άλλο που προκαλεί κάτι άλλο, κ.ο.κ.. Αν παρατηρήσουμε πώς προέκυψε κάτι, θα δούμε ότι προέκυψε σαν αποτέλεσμα μιας άλλης δράσης, που ήταν το αποτέλεσμα αντίδρασης σε μια άλλη δράση, κλπ, μια αλυσίδα που ταξιδεύει αιτιατά προς το απώτατο παρελθόν. Μπορούμε, ενδεχομένως, σε οτιδήποτε, να ανιχνεύσουμε αυτήν την αλυσίδα ως το κοντινό παρελθόν, αλλά, από κάποιο σημείο και έπειτα, αδυνατούμε να συνεχίσουμε αυτήν την ανίχνευση προς το μακρινό παρελθόν, λόγω περιορισμένης ή ελλιπούς εποπτείας.

Αυτή η αλυσίδα, για οποιοδήποτε συμβάν, γεγονός ή κατάσταση παρατηρούμε αυτή τη στιγμή, ταξιδεύει πίσω μέχρι την απαρχή του κόσμου μας, ακόμη και μέχρι την απαρχή του Σύμπαντος. Και συνεχίζεται από αυτήν την στιγμή μέχρι το ύστατο μέλλον, το δικό μας, του κόσμου, του Σύμπαντος. (Για παράδειγμα, τράκαρες σήμερα με το αυτοκίνητό σου διότι ο Ναπολέων ηττήθηκε στη μάχη του Βατερλό, και αν δεν είχε ηττηθεί –κάτι που μέσω αλυσιδωτών καταστάσεων οδήγησε μέχρι την σύγκρουση του αυτοκινήτου σου– δεν θα γινόταν τώρα η σύγκρουση, και επειδή έγινε τώρα, στο μέλλον αυτό θα οδηγήσει π.χ. στον βίαιο θάνατο ενός συγκεκριμένου ελέφαντα –και όλα αυτά μπορεί να «ξεκίνησαν» από μια έκλειψη ηλίου ή να καταλήξουν στην καταστροφή ενός άστρου).

Ουσιαστικά, αυτή η αλυσίδα των γεγονότων και των καταστάσεων, είναι αυτή που δημιουργεί ή προκαλεί συνεχώς τα πάντα, στα πάντα, για τα πάντα.

Για να ανιχνεύσουμε το Καλό και το Κακό μέσα στις καταστάσεις και στα πράγματα, στις αιτίες και στα αιτιατά, (αναζητώντας το τι ακριβώς κάνουν και το πώς το κάνουν), πρέπει να ανιχνεύσουμε το Καλό και το Κακό –και τις επιδράσεις τους και τις επιρροές τους– μέσα σε αυτήν την αλυσίδα, μέσα στην ροή των πραγμάτων. Εκεί, θα εντοπίσουμε την «αλυσίδα του Κακού», το πώς δηλαδή το ένα κακό φέρνει το άλλο κακό, και, αυτό το «ντόμινο» είναι το Κακό, έτσι λειτουργεί.

Επίσης, θα εντοπίσουμε και πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, αν μπορούμε να δούμε την κατάσταση με λεπτομέρειες. Να εντοπίσουμε π.χ. πώς «συμπλέκονται» οι αλυσίδες του Κακού με τις αλυσίδες του Καλού, προσπαθώντας να επηρεάσει η μία την άλλη. Και να εντοπίσουμε π.χ. με ποιους τρόπους φαίνεται να γίνονται διάφορες «επεμβάσεις» στα πράγματα, από κάποιους –θα λέγαμε– αόρατους σκηνοθέτες, (διότι, πραγματικά, παρατηρώντας αυτά τα πράγματα, συχνά οι καταστάσεις ή τα γεγονότα μοιάζουν να είναι σκηνοθετημένα, με καθόλου σπάνια την εμφάνιση παράξενων «συμπτώσεων» ή Συγχρονικότητας, ενώ συχνά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχουν συγκεκριμένους προκαθορισμένους σκοπούς ή στόχους, που επιτυγχάνονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ή συναντούν κάποιον «πόλεμο» για να αποτύχουν).

Με αυτήν την αλυσίδα φαίνεται να σχετίζεται και η διδασκαλία που λέει ότι πρέπει να «απαντάμε» στο Κακό πάντα με το Καλό. Διότι απαντώντας πάντα με Καλό στο Κακό, σπάζουμε την «αλυσίδα του Κακού», και το Κακό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί εύκολα να συνεχιστεί προς το άπειρο. Αυτό είναι και το νόημα της επιταγής που λέει ότι «αν κάποιος σε χτυπήσει στο ένα μάγουλο, γύρνα να σε χτυπήσει και στο άλλο μάγουλο» (δηλαδή, μη συνεχίσεις το Κακό, αντέταξε του ένα εμπόδιο, ανάγκασε τον φορέα του να σταματήσει, από μια ξαφνική συνείδηση, ντροπή ή μετάνοια, αλλά και αν δεν γίνει έτσι, τουλάχιστον θα περιοριστεί η εξάπλωσή του, και όσο πιο πολύ θα γίνεται κάτι τέτοιο, τόσο πιο πολύ θα περιορίζεται).

Επίσης, με αυτήν την αλυσίδα φαίνεται να σχετίζεται π.χ. η ρήση της λαϊκής σοφίας που λέει «Κάνε το Καλό και ρίξ’ το στο γιαλό», διότι ο γιαλός έχει την ιδιότητα να επιστρέφει, μέσω του κύματος, αυτό που ρίχνεις σ’ αυτόν, πίσω σ’ εσένα. Κι εκείνη η αινιγματική ρήση: όταν κάνεις το Καλό, «να μη γνωρίζει η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».

Η μεταφυσική οπτική του Καλού και του Κακού, -σε σχέση πάντα με αυτήν την ατέρμονη αλυσίδα των γεγονότων και των καταστάσεων, των αιτίων και των αιτιατών, και των διαπλεκόμενων δικτύων που δημιουργεί- είναι ότι υπάρχουν δύο υπερνοήμονες αντίρροπες δυνάμεις, οι οποίες, με κάποιον ανεξιχνίαστο τρόπο, έχουν την δυνατότητα να παρατηρούν από πολύ υψηλή εποπτεία αυτήν την εκάστοτε αλυσίδα, να προβλέπουν προς τα πού αυτή οδηγεί μελλοντικά, και, αμφότερες, να κάνουν «παρεμβάσεις» για να οδηγηθεί προς την κατάληξη που είναι η επιδίωξη της καθεμιάς τους.

Ας πούμε, η μία δύναμη γνωρίζει ότι αυτό που σου συμβαίνει αυτή την στιγμή, έχει προκληθεί ως αποτέλεσμα από παρεμβάσεις της άλλης δύναμης, και παρεμβαίνει για να ανατρέψει αυτό που συμβαίνει και να το οδηγήσει σε δικό της αποτέλεσμα. Και αντιστρόφως. Και οι δύο δυνάμεις –μέσα από αυτήν την μεταφυσική οπτική των πραγμάτων– έχουν την απόλυτη εποπτεία του παρελθόντος που οδήγησε στο συγκεκριμένο παρόν, και έχουν και την απόλυτη εποπτεία του μέλλοντος στο οποίο θα οδηγηθεί το συγκεκριμένο παρόν.

Μόνο που το μέλλον στο οποίο θα οδηγηθεί το συγκεκριμένο παρόν, είναι, ας πούμε, μια κβαντική κατάσταση (η λεγόμενη κβαντική επιλογή –π.χ. όπως με τη θρυλική «Γάτα του Σρέντιγκερ»), το μέλλον αυτό «παίζεται», και μπορεί να οδηγηθεί είτε προς την μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση/κατάληξη, και αυτό μπορεί να αλλάξει μέσω «παρεμβάσεων», με τις οποίες γίνεται ένας ειδικός και λεπτομερής κανονικός πόλεμος των δύο δυνάμεων, ως προς το ποια θα ωθήσει τα πράγματα προς το συγκεκριμένο μέλλον των σκοπών της.

Και, αυτό, ισχύει, ας πούμε, «φρακταλικά», δηλαδή συμβαίνει σε συμπαντική κλίμακα, στην κλίμακα του κόσμου μας, στην κλίμακα της ανθρωπότητας, στο περιβάλλον σου, στην προσωπική σου ζωή, σε κάθε σημαντική κατάσταση για σένα, και για όλους τους άλλους προσωπικά, σε κάθε χορταράκι, σε κάθε απειροελάχιστο μόριο.

Και υπάρχει αυτός ο συνεχής και λεπτομερής πόλεμος του Καλού και του Κακού, μέσω εποπτείας, στρατηγικής και παρεμβάσεων: ένας μυστικός πόλεμος, στον οποίο σε κάθε στιγμή, για το οτιδήποτε, παίζονται όλα για όλα. Αλλά και, αν χαθεί μια μάχη, δεν σημαίνει ότι χάθηκε και ο πόλεμος, έτσι κι αλλιώς. Πολλές χαμένες μάχες, όμως, σημαίνει όλο και πιο πολύ χαμένος πόλεμος για κάποιον, και όλο και μεγαλύτερη ενδυνάμωση του αντιπάλου. Και πάντα υπάρχει μια κρίσιμη μάζα χαμένων ή κερδισμένων μαχών, που είναι καθοριστική για την έκβαση του πολέμου.

Το μυστικό σε όλα αυτά, είναι το ότι πάντα υπάρχουν κάποιες καταστάσεις, γεγονότα, άνθρωποι, συμβάντα, στιγμές, επιλογές, επιδράσεις, κλπ, που είναι ιδιαίτερα «κομβικές» στο δίκτυο των αλυσίδων, (διότι ανάλογα με την τάση που θα ακολουθήσουν, οι συγκεκριμένες θα επηρεάσουν απίστευτα πολλά πράγματα –π.χ. είτε σε μία κατάσταση πραγμάτων, είτε στην προσωπική σου ζωή, είτε στην ανθρωπότητα, στον κόσμο, στο Σύμπαν, κλπ). Και σε αυτά τα «κομβικά» σημεία, γίνεται πάρα πολύ μεγάλη μάχη, με όλα τα διαθέσιμα μέσα.

Και, ας σημειωθεί, ότι τα «κομβικά» σημεία νοούνται ως «κομβικά» από μια πολύ υψηλή εποπτεία ως προς την πορεία τους, και αυτό σημαίνει ότι συχνά μπορεί να είναι πράγματα που σ’ εμάς ίσως να μοιάζουν μικρά και αμελητέα, αλλά δεν είναι, και το αντίστροφο. Οι πιο παρατηρητικοί, όμως, αυτοί που με διάφορους τρόπους έχουν αρχίσει να παρακολουθούν την, ας την πούμε, «κοσμική σκηνοθεσία», τα καταλαβαίνουν με κάποιον τρόπο. Ίσως να τα καταλαβαίνουν διότι αυτά τα «κομβικά» πράγματα να προκαλούν μέσω δονήσεων κάποια «αρμονική» στο «περιβάλλον», να προκαλούν διάφορα φαινόμενα, «σημάδια», κλπ. Και ανάλογα με το αναγνωριστικό «είδος» ή το «ύφος» αυτής της «αρμονικής», να μπορούν να ξεχωρίσουν από ποια δύναμη γίνεται η «παρέμβαση» και πού θέλει να οδηγήσει ή τι να αποτρέψει, και ακόμη και γιατί. Σε αυτό, φαίνεται να βασίζεται και η εμμονή με τους «Οιωνούς», των αρχαίων μας προγόνων.

Αυτά τα «κομβικά» σημεία, είναι, ας πούμε, σταυροδρόμια, όπου η πορεία θα ακολουθήσει τη μία ή την άλλη διαδρομή. «Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο, και αυτό έκανε όλη τη διαφορά», λέει ο ποιητής Robert Frost στο ποίημά του Τhe Road Not Taken. Και, ας πούμε, ο δρόμος είναι σιδηροδρομική γραμμή, στο σταυροδρόμι της οποίας δύο σταθμάρχες παλεύουν με τους δύο μοχλούς, για το προς τα πού θα οδηγήσουν την αμαξοστοιχία που έρχεται, για το προς τα πού θα αλλάξουν οι γραμμές, το ρεύμα…

Όπως καταλαβαίνετε, εδώ δεν ισχύει αυτό που λέμε «ακολούθα το ρεύμα» («go with the flow»), διότι, αν το ακολουθήσεις συνειδητά, για ποιο ρεύμα πρόκειται; Πρέπει να αποκτήσεις κι εσύ μία, έστω μικρή, εποπτεία των «ρευμάτων», για να ξέρεις πάνω-κάτω πού βαδίζεις, προς τα πού και γιατί.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αποδίδουν τις περισσότερες καταστάσεις στην Τύχη, (ενώ κανείς δεν ξέρει να εξηγήσει τι είναι η «Τύχη»), εφευρίσκοντας την έννοια του «Τυχαίου» επειδή δεν μπορούν να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν κάποια αίτια και κάποια αιτιατά, πρόκειται για αόριστη εφευρημένη πανάκεια απέναντι στο ανεξήγητο και στο άγνωστο. Η επίπλαστη επίφαση του «Τυχαίου» προκύπτει απλά από την έλλειψη εποπτείας.

Για παράδειγμα, (ένα παράδειγμα που τα λέει όλα, αν μπορείς να τα δεις), βλέπουμε δύο οχήματα να συγκρούονται μπροστά μας στον δρόμο, ή είμαστε οι οδηγοί τους, και λέμε ότι ήταν κάτι «τυχαίο» ή μία κακή «σύμπτωση», ή «η κακιά ώρα». Αυτό φαίνεται έτσι λόγω της περιορισμένης εποπτείας μας, και το λέμε εξαιτίας της άγνοιάς μας, για να πούμε κάτι και να μην παραδεχτούμε ότι έχουμε άγνοια, και δεν θα ίσχυε αν είχαμε υψηλότερη εποπτεία.

Π.χ. αν ήμασταν σε ένα ελικόπτερο, πολύ ψηλά πάνω από τον δρόμο, και βλέπαμε την πορεία των δύο οχημάτων, θα μπορούσαμε, εκτός απροόπτου (δηλ. «παρέμβασης»), να προβλέψουμε την επικείμενη σύγκρουσή τους, βλέποντας ότι σταδιακά οδηγούνται το ένα πάνω στο άλλο χωρίς οι οδηγοί τους να το γνωρίζουν. Θα βλέπαμε, δηλαδή, μέσα από το παρόν, το μέλλον.

Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να το υπολογίσουμε ακόμη και μέσω μαθηματικών ή γεωμετρίας, αναλύοντας την πορεία τους και την ταχύτητά τους, και να υπολογίσουμε το ακριβές σημείο και την ακριβή στιγμή της σύγκρουσής τους, (που δεν θα είναι καθόλου «τυχαία», και, μάλιστα, ακόμη περισσότερο αν είχαμε ακόμη υψηλότερη ειδική εποπτεία στον χωρόχρονο, βλέποντας πώς οδηγήθηκαν σε αυτήν την πορεία, από τι, πότε, πώς, κλπ, κλπ). Αν, μάλιστα, λόγω υψηλής εποπτείας και υψηλών μέσων, έχουμε και υψηλή δύναμη, θα μπορούσαμε να παρέμβουμε και να αποτρέψουμε το συμβάν, χωρίς κανείς εκεί κάτω να μάθει ποτέ τίποτε γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει), ή θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε το συμβάν βάζοντάς τα σε αυτήν την πορεία (μέσω παρεμβάσεων στην αλυσίδα των πρότερων καταστάσεων, χωρίς κανείς εκεί κάτω να μάθει ποτέ τίποτε για το ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί.

Και, τι γίνεται, στο παράδειγμα, αν υπάρχουν δύο υψηλές εποπτείες, δύο υψηλών δυνάμεων, που έχουν διαμετρικά διαφορετική άποψη και διαφορετικές επιδιώξεις; Που πολεμούν μεταξύ τους και που θεωρούν ότι η συγκεκριμένη φάση είναι «κομβική» για την έκβαση της μάχης τους; Θα μάθει ποτέ κανείς εκεί κάτω για τη σύγκρουσή τους στη συγκεκριμένη φάση, όταν απλά θα είναι μάρτυρας του αποτελέσματος, αν είναι;

Και οι δυνάμεις αυτές, παρ’ όλο που μοιάζουν να είναι ισχυρές, στο ανθρώπινο πεδίο περισσότερο εκδηλώνονται μέσω των ανθρώπων, και οι άνθρωποι δεν είναι άβουλα όντα, μπορούν να συμμετέχουν σε αυτόν τον πόλεμο με τις επιλογές τους, τις ιδέες τους, τις πράξεις τους, το πείσμα ή την γενναιότητά τους, την διαίσθησή τους, την διορατικότητά τους, την έμπνευσή τους, την κατανόησή τους, την γνώση τους, την σοφία τους, την καλοσύνη ή την κακία τους, τα ελαττώματα ή τις αρετές τους, κλπ.

Αυτό είναι και το αληθινό νόημα της αρχαίας ιερατικής ρήσης «Συν Αθηνά και χείρα κίνει». (Δεν εννοεί κινήσου και θα κινηθεί και η Αθηνά. Εννοεί όταν «βλέπεις» την Αθηνά να κινείται, βάλε κι εσύ ένα χέρι. Γιατί να το βάλεις; Για να ενισχυθεί αυτό που κάνει, αλλιώς μπορεί να ανατραπεί από τον εχθρό –ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο εχθρός έχει κι αυτός χέρια που τον ενισχύουν εδώ γύρω). Αυτό εννοεί και ο Καζαντζάκης όταν λέει ότι είμαστε Salvatores Dei, «Σωτήρες του Θεού», και ότι ο Θεός χρειάζεται την βοήθειά μας.

Σε κάθε περίπτωση, οι δύο δυνάμεις συγκρούονται πολεμικά, κι εμείς βρισκόμαστε στην μέση. Εν μέσω δύο πυρών. Συνεχώς. Και, αν δεν έχουμε συγκεκριμένη θέση στην εκάστοτε μάχη, βαλλόμαστε και από τις δύο παρατάξεις, διότι, σαν εκκρεμή, μια είμαστε με την μία και μια με την άλλη, ασυνείδητα, ανόητα, ή είμαστε πιόνια! Εξελισσόμενοι στην εποπτεία μας στον εαυτό και στον κόσμο, καταλαβαίνουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να «λάβουμε το βάπτισμα του πυρός», να συμμετέχουμε κι εμείς συνειδητά στον πόλεμο αυτόν, ανάλογα, βέβαια, με το ποια δύναμη θα μάς κερδίσει (προσωρινά ή μόνιμα) ή με ποια θα συμμαχήσουμε. Αλλιώς, είμαστε κάτι σαν άμαχος πληθυσμός, αναπόφευκτες στατιστικές απώλειες αμάχων πολιτών.

Αυτά, βέβαια, πάντα μέσα από την μεταφυσική οπτική του Πολέμου του Καλού και του Κακού… Κι, εδώ που τα λέμε, δεν ξέρω ποια είναι η φυσική οπτική, πέρα από την ψυχολογία ή την κοινωνιολογία.

Δημοφιλής είναι η απλοϊκή κι αποπροσανατολιστική ατάκα του Paolo Coelho που λέει ότι «όταν θέλεις πολύ κάτι, το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις» Παραβλέπει, πρόχειρα ή εσκεμμένα, ότι στο Σύμπαν υπάρχουν δύο συνωμοσίες.

Το Σύμπαν μοιάζει να έχει δύο τάσεις

Την στάση και την κατάσταση, μέσω των οποίων εμφανίζει τις περιστάσεις. Το Σύμπαν θέλει να διατηρεί την απόλυτη τάξη, δηλαδή έχει μία τάση προς την «ακινησία», προς την επαναλαμβανόμενη πεπατημένη, δεν ευνοεί τις μεγάλες αλλαγές, και τελικά τείνει προς την καταστροφή, την Εντροπία, την συνεχή φθορά και παρακμή. Από την άλλη, στο Σύμπαν υπάρχει μια δύναμη δημιουργίας, που θέλει τις αλλαγές, την «κίνηση», την ζωή, την εξερεύνηση δυνατοτήτων, την απόδραση από τα δεδομένα, την προέκταση.

Όταν αυτό που θέλεις πολύ, όταν αυτό που πας να κάνεις, είναι κάτι σημαντικό, είναι κάτι «κομβικό», που θα προκαλέσει πολλές αλυσιδωτές αλλαγές, κατ’ επέκταση και στο Σύμπαν, το Σύμπαν που δεν θέλει να αλλάξει, σου επιτίθεται. 'Οσο πιο πολύ σημαντικό και με μεγάλη αλυσιδωτή αντίδραση (είτε το αντιλαμβάνεσαι εσύ ως τέτοιο είτε όχι), τόσο πιο πολύ.

Εδώ ίσως έχουμε μια εφαρμογή της ανακάλυψης του Αρχιμήδη «Εύρηκα!» με το νερό και την γεμάτη μπανιέρα. 'Οσο μεγαλύτερος ο όγκος του σώματος, τόσο πιο πολύ το νερό που πέφτει έξω. Είναι, δηλαδή, δεδομένο, ότι τα «μεγάλα» πράγματα, (είτε τα κατανοούμε ως τέτοια είτε όχι), τα σημαντικά πράγματα, όταν ξεκινούν για να γίνουν, για να υλοποιηθούν, συναντούν τεράστια εμπόδια. Αυτό, μέσα από την χρόνια παρατήρησή μου, έχω ανακαλύψει ότι είναι ένας νόμος. Μπορείς, μάλιστα, αν δεν ξέρεις αν αυτό που θέλεις ή πας να κάνεις θα είναι σημαντικό, να το καταλάβεις αν συναντήσεις μεγάλα και συνεχή εμπόδια, όσο πιο πολλά εμπόδια τόσο πιο πολύ σημαντικό. (Δεν είναι, δηλαδή, καθόλου όπως το λέει η ατάκα του Coelho, συνήθως, αλλά το αντίθετο). Μπορείς να χρησιμοποιείς τα εμπόδια ως πυξίδα, για το τι θα αποδειχθεί ότι έχει μεγάλη σημασία και τι όχι, για το τι είναι «κομβικό» για μεγάλες αλλαγές στην αλυσίδα των καταστάσεων και τι δεν είναι…

Πού είναι ο θησαυρός; Από ποια κατεύθυνση, σε ποιο σημείο; Μα, εκεί όπου υπάρχουν τα τέρατα, οι φύλακες, εκεί απ’ όπου θα εμποδιστείς να πας. Εκεί που είναι δύσκολο, που φοβάσαι. Διότι, ο θησαυρός δεν είναι αφύλακτος. Αν είναι αφύλακτος, κι ο δρόμος είναι ανοιχτός, και τα πάντα ξεκλείδωτα, δεν υπάρχει θησαυρός εκεί.

Από την άλλη, όπως είπαμε, υπάρχει και η άλλη όψη του Σύμπαντος, η άλλη δύναμη, που αν δει ότι πάνε να προκληθούν δημιουργικές αλλαγές, θα σπεύσει να βοηθήσει, με διάφορους τρόπους. Συνήθως, μάλιστα, -πως έχω καταλάβει μέσω εξειδικευμένων παρατηρήσεων- δραστηριοποιείται διότι εντοπίζει ότι δραστηριοποιήθηκε η άλλη δύναμη για να αποτρέψει ή να εμποδίσει κάτι, λόγω της έντονης επιστράτευσης και δραστηριοποίησης μεγάλων εμποδίων στην αλυσίδα των καταστάσεων, (και στις δύο περιπτώσεις, αλληγορικά, όπως περίπου η αράχνη καταλαβαίνει από τις δονήσεις ότι κάτι πιάστηκε στον ιστό της ή τον ενοχλεί).

Όταν, η καλή δύναμη κινητοποιηθεί, εντοπίζει την κίνησή της η κακή δύναμη κι αυξάνει την δική της δραστηριότητα, κ.ο.κ. Κοντολογίς, γίνεται τελικά μεγάλη σύγκρουση! Και μέσω καταστάσεων που παρεμβαίνουν, και μέσω παράξενων γεγονότων και συμβάντων, και μέσω ανθρώπων, και μέσω των πάντων, (και απαιτεί καλύτερη κατανόηση αυτό το «μέσω», το οποίο είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση για να μπορεί να γίνει σ’ αυτές τις σελίδες).

Και εδώ απαιτείται το «συν Αθηνά και χείρα κίνει», που λέγαμε, αν κάποιος έχει κατανόηση της όλης κατάστασης.

Το πρόβλημα είναι η συνείδηση του εμπλεκόμενου ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει, ότι βρίσκεται στην μέση μιας σύγκρουσης δύο μεγάλων δυνάμεων, που κινούνται η μία ενάντια στην άλλη, με πεδίο μάχης τον χωρόχρονο δράσης του, δύο μεγάλων κυμάτων στον χώρο πλεύσης του. Διότι, όπως φαίνεται, αν κινηθεί άτσαλα ή ασυνείδητα, θα χτυπηθεί όχι μόνο από το κακό κύμα, αλλά γενικά από την ωστική δύναμη της σύγκρουσης των δύο κυμάτων, και θα πρέπει, όπως κάνει κάποιος στο σερφ, να «καβαλήσει» το σωστό κύμα, και όχι να πάει από κάτω του. Εδώ μπαίνουμε στο ειδικό ζήτημα της «πλεύσης με το ρεύμα» (του «Go With the Flow») που λέγαμε.

Πρέπει να περιμένει το σωστό κύμα, και με προσπάθεια να το φτάσει και να παραδοθεί σε αυτό. (Μια τέτοια συγκλονιστική συγκαλυμμένη παραβολή γι’ αυτό το πράγμα, έχει καταδειχθεί πολύ ωραία και συνθηματικά στο τέλος της ταινίας απόδρασης «Ο Πεταλούδας» που σχετίζεται με αυτά τα παράξενα πράγματα που λέγονται εδώ.)

Η ιστορία της εποπτείας, των εντοπισμών, και των παρεμβάσεων και επεμβάσεων, των εισβολών και των καταλήψεων, και των συμμαχιών, και των μεταλλάξεων και μεταστοιχειώσεων, είναι η ιστορία του Πολέμου του Καλού και του Κακού…

Σε αυτόν τον πόλεμο, άλλωστε, οι άνθρωποι συχνά λειτουργούν ως «ξενιστές», του ενός ή του άλλου, σε διάφορες φάσεις, ακόμη και ευκαιριακά και ασυνείδητα, ως πιόνια, ή συμμαχικά και συνειδητά, ως παίκτες…

Έχουμε όλοι μας ακούσει την παράξενη αρχαία φράση «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Αυτό σχετίζεται με την προφανή –γι’ αυτούς που την διακρίνουν– πολύ συχνή μέθοδο του Καλού, στον Πόλεμο, να μετατρέπει την δράση του Κακού σε αποτελέσματα του Καλού, όταν το καταφέρνει. Ακριβώς επειδή το πράγμα δουλεύει με αλυσιδωτές αντιδράσεις, όταν δεν μπορεί να γίνει η καλή παρέμβαση στην αλυσίδα σε ένα σημείο, γίνεται παρακάτω, σε άλλο σημείο. Η μέθοδος της μεταστοιχείωσης του Κακού, σε Καλό, ετεροχρονισμένα.

Υπάρχει, από την άλλη, η προφανής -γι’ αυτούς που τη διακρίνουν- πολύ συχνή μέθοδος του Κακού, στον Πόλεμο, να μεταμφιέζεται σε Καλό. 'Ετσι, αυτός που κάνει το κακό ή βοηθά το Κακό, νομίζει ότι κάνει το καλό, ότι λειτουργεί για το Καλό. Γίνεται έτσι μεγάλο μπέρδεμα στα στρατεύματα. Και, αυτός, λειτουργεί ως ασυνείδητος διπλός πράκτορας.

Η μέθοδος είναι η εξής:

Το Κακό λειτουργεί με την φήμη του (όπως ένα μεγάλο ισχυρό στράτευμα που προελαύνει, και από την φήμη του πολλές φορές δεν χρειάζεται να πολεμήσει, γιατί πολλοί παραδίνονται με το που μαθαίνουν ότι έρχεται ή με το που το βλέπουν ή το νιώθουν). Το Κακό, με την φήμη του, προκαλεί το Κακό, περισσότερο Κακό, διαδίδεται γρήγορα και άμεσα, και μεταμφιεσμένα. Κάποιος που φοβάται το Κακό, για να το αποφύγει να μην του συμβεί, για προληπτική «άμυνα», κάνει το Κακό. Και νομίζει ότι το κάνει για να αποφύγει το Κακό, προληπτικά, ένα κακό που προς το παρόν δεν υπάρχει, και έτσι κάνει ο ίδιος το κακό! Και το Κακό έτσι διαδίδεται ακάθεκτο, από όλους αυτούς που το κάνουν ακριβώς επειδή θέλουν να το αποφύγουν.

Φανταστείτε κάποιον που λέει: αυτός θα μού κάνει κακό, πρέπει να αμυνθώ, για το καλό μου, είναι κακός, θα του επιτεθώ για να αμυνθώ πρώτος. Και κάνει το κακό χωρίς κάποιος να του έχει κάνει κακό. Αλλά, δείτε το κι έτσι: Ακόμη κι αν δεν το κάνει πρώτος, και του κάνει κάποιος κακό όντως, θα απαντήσει πάλι με το κακό, για άμυνα ή εκδίκηση. Η διάδοση του Κακού, με τους δύο αυτούς τρόπους, σαν «μόλυνση», είναι ραγδαία, είτε με έμμεσο μεταμφιεσμένο τρόπο, ως «Καλό», είτε με άμεσο εκδηλωμένο τρόπο, ως «αναγκαίο Κακό».

Θυμάμαι μια παλιά ωραία ποιητική ατάκα: «Το Κακό είναι Τερατώδες». Όταν είσαι με το Κακό, δηλαδή, είσαι με τα τέρατα. Και συμβολίζεται με τέρατα -σε αντίθεση με το Καλό που εμφανίζει ανθρωποειδή σύμβολα και εμφανίζει τέρατα. Και, όπως λέει ο Νίτσε, «αυτός που κυνηγάει τέρατα πρέπει να προσέχει για να μη γίνει τέρας ο ίδιος» και «όταν κοιτάς την άβυσσο, κι αυτή κοιτάει μέσα σε σένα…»

Είναι δεδομένο, ή θα έπρεπε να είναι, ότι το Κακό υπάρχει και μέσα μας, είναι κομμάτι του εαυτού μας. Είναι ο κατώτερος εαυτός, ο εχθρός, τα ένστικτα, το ασυνείδητο (αντιδιαμετρικά με την συνείδηση), το απομονωμένο εγώ, που δεν βρίσκεται σε σύνδεση με το Ολον, η έλλειψη κατανόησης, αυτή η «σκιά» μας με την οποία κατά την «μύηση» πρέπει να μονομαχήσουμε και να την νικήσουμε, να νικήσουμε τον φύλακα κατώτερο εαυτό μας για να περάσουμε το κατώφλι για τα υψηλά πράγματα, να τον μεταστοιχειώσουμε σε κάτι ανώτερο, καλύτερο, να εξελιχθούμε, να προεκταθούμε, να πεθάνουμε τον «μικρό θάνατο» (η κάμπια που γίνεται πεταλούδα).

Ο Πόλεμος του Καλού και του Κακού, μέσα μας, είναι ο πόλεμος του κατώτερου και του ανώτερου εαυτού μας, ο πόλεμος του ζώου μας και του ανθρώπου μας, με στόχο τον υπάνθρωπο ή τον υπεράνθρωπο, με στόχο την εντροπία ή την εξέλιξη, τον θάνατο ή την ζωή, την στάση ή την ανάσταση, την παρανόηση ή την κατανόηση, το σκότος ή το φως.

Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε για αυτόν τον συγκλονιστικό αιώνιο πόλεμο, που διεξάγεται παντού και πάντα, και που ελπίζουμε -ή είναι αναπόφευκτο αν όλα πάνε καλά- να υπερισχύσει το Καλό και να νικήσει. Μέσα μας, έξω μας, γύρω μας, στα πάντα, παντού. Αλλά δεν μπορούμε να πούμε πολλά, ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε πολεμική κατάσταση.

Και όλα αυτά περιγράφουν την τραγωδία του ανθρώπου, το τραγικό έπος των Θεών, το «Δράμα του Κόσμου». Μπορούμε να πούμε ότι όλος ο κόσμος είναι ένα πεδίο μάχης, κι εμείς πολεμιστές, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ που λέει ότι όλος ο κόσμος είναι μία θεατρική σκηνή, κι εμείς ηθοποιοί που αλλάζουμε ρόλους.

Carpe Diem.
Disce Pati.
Ad Astra Per Aspera.
Fictio Cedit Veritati.
Veritas Omnia Vincit.

ΔΕΣ: 

Ο χριστιανικός… Θεός, μερικές ιδιότητές του και η… Κόλαση

Στην σκακιέρα του βιβλικού «Θεού»

Προσωκρατικοί και Heidegger

Η αλήθεια χτες και σήμερα


§1. Στη φιλοσοφία της ελληνικής αρχαιότητας και πρωτίστως κατά την αρχαϊκή περίοδο, η λέξη αλήθεια αποκτά την πρωταρχική της σημασία, ως ακρυπτότητα ή εκκάλυψη, από την ετυμολογική της προέλευση: στερητικό α + ρίζα ληθ- του λανθάνω (=διαφεύγω την προσοχή κάποιου, μένω απαρατήρητος, κρυφός). Ο Σέξτος Εμπειρικός, πρώτος και μοναδικός ουσιαστικά στην ιστορία της φιλοσοφίας, αναφέρεται ρητά στην εν λόγω σημασία του αληθούς, με βάση την ετυμολογία του:

«ὃθεν καὶ ἀληθὲς φερωνύμως εἰρῆσθαι τὸ μὴ λῆθον τὴν κοινὴν γνώμην=να γιατί και το αληθές έχει ονομαστεί φερωνύμως αυτό που δεν μένει κρυφό για την κοινή αντίληψη» (Προς Μαθηματικούς 8, 8-9).

Μια τέτοια σύλληψη της αλήθειας κατηύθυνε θεμελιωδώς τη σκέψη γύρω από την αλήθεια, κατά την προκλασική κυρίως εποχή, αλλά εξίσου ουσιωδώς επηρέασε και τις ποικίλες θεωρίες της αλήθειας που έχουν αναπτυχθεί έως και σήμερα. Ο Χάιντεγκερ είναι ο κατ’ εξοχήν σύγχρονος φιλόσοφος, που επιχείρησε να κατανοήσει την έννοια της αλήθειας με βάση αυτή την ελληνική σημασία της, ακολουθώντας την ως άνω ετυμολογία, ανεξάρτητα εάν δεν αναφέρεται στην εν λόγω πηγή, είτε γιατί του διέφευγε είτε γιατί δεν το θεωρούσε σκόπιμο. Α-λήθεια, για τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, σημαίνει μη-λήθη, αποκάλυψη, αφαίρεση του πέπλου (Entschleierung). Με τούτο εννοεί αποκάλυψη του Είναι, αφαίρεση του πέπλου, της εργαλειακής σκέψης, των πρό-χειρων [=προ των χειρών] εργαλείων που συσκοτίζουν τη σκέψη του Είναι.

§2. Από την εν λόγω αρχέγονη κατανόηση της αλήθειας, σε επίπεδο γενικής μορφής (δηλαδή ανεξάρτητα από τα εκάστοτε επί μέρους περιεχόμενα), αναδεικνύονται βασικές όψεις της έννοιας της αλήθειας: πρώτα και κύρια, η οντολογική όψη, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια ως αποκάλυψη παραπέμπει σε μια κατάσταση πραγμάτων, εξόχως αυθεντική και όχι λιγότερο πραγματική. Κατ’ αυτήν την έννοια, το να λέμε, για παράδειγμα, ότι μιλάμε περί του αληθούς δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να ρίχνουμε άπλετο φως στον κόσμο του αντικειμένου, από το να μην αποκρύπτουμε τίποτα από το εκάστοτε υφιστάμενο πράγμα, έτσι ώστε εκείνος που παρακολουθεί το λόγο ή σχετίζεται με το λέγειν και το διαλέγεσθαι να μην μένει στα σκοτεινά, αλλά να έρχεται σε επαφή με γνώμες, αποφάνσεις, κρίσεις, ερμηνείες κ.λπ., που έχουν μια δυνατή αντικειμενική ισχύ και του επιτρέπουν περαιτέρω να καλλιεργεί έναν όλο και πιο έγκυρο ‒αληθή ερμηνευτικό λόγο. Κατά βάση, εδώ πρόκειται για μια θεωρία της ανταπόκρισης ως προς την αλήθεια (Korrespondenztheorie der Wahrheit), που συστηματοποιήθηκε εν πολλοίς κατά τους νέους χρόνους. Ένα από τα κύρια ερωτήματα αυτής της θεωρίας είναι: πώς μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι μια απόφανση ή κρίση είναι σωστή; Ο Ξενοφάνης ανέπτυξε έναν σημαντικό προβληματισμό επ’ αυτού, διακρίνοντας τις απλές γνώμες από τη γνώση γύρω από το αληθές/σαφές (Diels-Kranz: Οι Προσωκρατικοί, απ. 34). Όσο αληθείς κι αν είναι οι γνώμες, δεν αποτυπώνουν τη γνώση της αλήθειας. Με αυτό τον τρόπο διατύπωνε την ανάγκη για την ερευνητική οδό της αλήθειας, που απασχόλησε ουσιαστικά τον Παρμενίδη.

§3. Ο Παρμενίδης, κορυφαίος στοχαστής όχι μόνο στον καιρό του, αλλά διαχρονικά, συλλαμβάνει οντολογικά την αλήθεια. Στο φιλοσοφικό του Ποίημα, ένα από τα πιο σημαίνοντα κείμενα της φιλοσοφικής γραμματείας στην ιστορική της συνέχεια, αναζητεί την ουσία της αλήθειας, αλλά και τη δυνατότητα παρ-ουσίας της, μέσα από τη διάκριση ανάμεσα στη δόξα [= δοξασία, γνώμη] και την επιστήμη [=γνώση]. Στο προοίμιο χαρακτηρίζει την αλήθεια ως εὔκυκλο, δηλαδή μπορούμε να τη σκεφτούμε ως έναν ολόκληρο, ολοκληρωμένο και τέλειο κύκλο: ξαναγυρίζουμε στο σημείο, από το οποίο ξεκινήσαμε, αφού διανύσουμε όλο τον κύκλο. Πρόκειται για το δρόμο/την οδό της αλήθειας, που θα πραγματευθεί στο πρώτο μέρος του Ποιήματος, ενώ στο δεύτερο μιλάει για το δρόμο/την οδό της δοξασίας. Η οδός της αλήθειας σχετίζεται με το Είναι, ενώ η οδός της δοξασίας με το μη-Είναι:

«Εμπρός λοιπόν, εγώ θα σου μιλώ, κι εσύ, αφού ακούσεις τον λόγο μου, σκέψου ποιοι είναι οι μοναδικοί δρόμοι έρευνας που μπορούμε να σκεφτούμε· ο ένας, πως το Είναι υπάρχει και δεν μπορεί να μην υπάρχει, είναι ο δρόμος της Πειθούς· γιατί ακολουθεί την αλήθεια· ο άλλος όμως πως δεν υπάρχει και πως είναι ανάγκη να μην υπάρχει· αυτό το μονοπάτι, σου λέω, είναι εντελώς απρόσιτο· γιατί ούτε να γνωρίσεις θα μπορούσες το μη ον, κάτι δηλαδή το ανέφικτο· ούτε να το εκφράσεις, να το πεις» (Απόσπασμα Β).

§4. Η αλήθεια συνδέεται με αυτό που αιωνίως είναι και ως τέτοια συνιστά την Ανάγκη, την υποχρεωτική οδό, η οποία όμως δεν είναι προσιτή στον καθένα, αλλά γνωρίζεται μέσα από την ύψιστη μύηση, δηλαδή από την πρόσβαση στη γνώση, ήτοι σοφία, που φυλάσσεται μέσα στο οριοθετημένο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, πεδίο της αλήθειας. Μια τέτοια πρόσβαση, ενώ δεν είναι εφικτή με άμεσο τρόπο, τείνει να γίνεται εφικτή ως μεθ-οδική αναζήτηση. Όσοι, επομένως, δεν έχουν ακολουθήσει την ερευνητική οδό της αλήθειας και δεν έχουν μυηθεί στην αναζήτησή της, δεν τους έχει δηλαδή αποκαλυφτεί η αλήθεια, ζουν μέσα στον κόσμο της δοξασίας, της πλάνης, του ψεύδους. Αν ρίξει, για παράδειγμα, μια ματιά κανείς στις κοκορομαχίες των πολιτικών εντός και εκτός κοινοβουλίου, θα κατανοήσει το βάθος και το αληθές της σύλληψης του Παρμενίδη: τα κακαρίσματα των εν λόγω πολιτικών είναι συνειδητά ή μη-συνειδητά πλάσματα σκότους, ψεύδους, πλάνης κ.λπ. Ελαφρά τη καρδία απέχουν από κάθε ερευνητική διάθεση της αλήθειας, γιατί, αν δεν απείχαν, θα έπρεπε να αναιρέσουν την ίδια την ψευδή τους ύπαρξη, ήτοι να αυτοκαταργηθούν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω, σύμφωνα με τον Παρμενίδη, πως ανάμεσα στο Είναι και το μη-Είναι, στο ον και το μη-ον, ανάμεσα στον αληθινό και τον φαινομενικό κόσμο υπάρχει αγεφύρωτη αντίθεση. Η αντίθεση τούτη δεν αίρεται παρά μόνο καθιδρύεται ως η απαράβατη και απαραβίαστη αρχή, ως η ανάγκη να δεσπόζει μέσα σε ένα άχρονο παρόν ο πρώτος κόσμος έναντι του δεύυτερου. Κατά ένα παραπλήσιο, αλλά μέσα από τη δική του χαρακτηριστική ερευνητική οδό, ο Χάιντεγκερ δεν ταυτίζει την αλήθεια με κάποια ενύπαρκτη λογικότητα ή οποιαδήποτε παραδοσιακής υφής θεωρία της ανταπόκρισης, αλλά με την ερωτηματική σκέψη: βλέπει τη συγκάλυψη και ερωτά, ερευνά, διερωτάται για την αποκάλυψη. Το ερώτημα, αυτό τούτο, είναι ό,τι δείχνεται και καταδείχνεται ως Είναι εκείθεν της συνήθους υποκειμενικής ‒αντικειμενικής σύμπλεξης, υποκειμένου και αντικειμένου, εκείθεν εν τέλει της ίδιας της αντικειμενικότητας ή εξωτερικότητας. Η αποκάλυψη του Είναι, η αφαίρεση του πέπλου από αυτό ανήκει αποκλειστικά στις δυνατότητες της γλώσσας.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (521b-522c)

[521b] Ἔχεις οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, βίον ἄλλον τινὰ πολιτικῶν ἀρχῶν καταφρονοῦντα ἢ τὸν τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας;Οὐ μὰ τὸν Δία, ἦ δ᾽ ὅς.
Ἀλλὰ μέντοι δεῖ γε μὴ ἐραστὰς τοῦ ἄρχειν ἰέναι ἐπ᾽ αὐτό· εἰ δὲ μή, οἵ γε ἀντερασταὶ μαχοῦνται.
Πῶς δ᾽ οὔ;
Τίνας οὖν ἄλλους ἀναγκάσεις ἰέναι ἐπὶ φυλακὴν τῆς πόλεως ἢ οἳ περὶ τούτων τε φρονιμώτατοι δι᾽ ὧν ἄριστα πόλις οἰκεῖται, ἔχουσί τε τιμὰς ἄλλας καὶ βίον ἀμείνω τοῦ πολιτικοῦ;
Οὐδένας ἄλλους, ἔφη.
[521c] Βούλει οὖν τοῦτ᾽ ἤδη σκοπῶμεν, τίνα τρόπον οἱ τοιοῦτοι ἐγγενήσονται, καὶ πῶς τις ἀνάξει αὐτοὺς εἰς φῶς, ὥσπερ ἐξ Ἅιδου λέγονται δή τινες εἰς θεοὺς ἀνελθεῖν;
Πῶς γὰρ οὐ βούλομαι; ἔφη.
Τοῦτο δή, ὡς ἔοικεν, οὐκ ὀστράκου ἂν εἴη περιστροφή, ἀλλὰ ψυχῆς περιαγωγὴ ἐκ νυκτερινῆς τινος ἡμέρας εἰς ἀληθινήν, τοῦ ὄντος οὖσαν ἐπάνοδον, ἣν δὴ φιλοσοφίαν ἀληθῆ φήσομεν εἶναι.
Πάνυ μὲν οὖν.
Οὐκοῦν δεῖ σκοπεῖσθαι τί τῶν μαθημάτων ἔχει τοιαύτην [521d] δύναμιν;
Πῶς γὰρ οὔ;
Τί ἂν οὖν εἴη, ὦ Γλαύκων, μάθημα ψυχῆς ὁλκὸν ἀπὸ τοῦ γιγνομένου ἐπὶ τὸ ὄν; τόδε δ᾽ ἐννοῶ λέγων ἅμα· οὐκ ἀθλητὰς μέντοι πολέμου ἔφαμεν τούτους ἀναγκαῖον εἶναι νέους ὄντας;
Ἔφαμεν γάρ.
Δεῖ ἄρα καὶ τοῦτο προσέχειν τὸ μάθημα ὃ ζητοῦμεν πρὸς ἐκείνῳ.
Τὸ ποῖον;
Μὴ ἄχρηστον πολεμικοῖς ἀνδράσιν εἶναι.
Δεῖ μέντοι, ἔφη, εἴπερ οἷόν τε.
Γυμναστικῇ μὴν καὶ μουσικῇ ἔν γε τῷ πρόσθεν [521e] ἐπαιδεύοντο ἡμῖν.
Ἦν ταῦτα, ἔφη.
Καὶ γυμναστικὴ μέν που περὶ γιγνόμενον καὶ ἀπολλύμενον τετεύτακεν· σώματος γὰρ αὔξης καὶ φθίσεως. ἐπιστατεῖ.
Φαίνεται.
Τοῦτο μὲν δὴ οὐκ ἂν εἴη ὃ ζητοῦμεν μάθημα.
[522a] Οὐ γάρ.
Ἀλλ᾽ ἆρα μουσικὴ ὅσην τὸ πρότερον διήλθομεν;
Ἀλλ᾽ ἦν ἐκείνη γ᾽, ἔφη, ἀντίστροφος τῆς γυμναστικῆς, εἰ μέμνησαι, ἔθεσι παιδεύουσα τοὺς φύλακας, κατά τε ἁρμονίαν εὐαρμοστίαν τινά, οὐκ ἐπιστήμην, παραδιδοῦσα, καὶ κατὰ ῥυθμὸν εὐρυθμίαν, ἔν τε τοῖς λόγοις ἕτερα τούτων ἀδελφὰ ἔθη ἄττα ἔχουσα, καὶ ὅσοι μυθώδεις τῶν λόγων καὶ ὅσοι ἀληθινώτεροι ἦσαν· μάθημα δὲ πρὸς τοιοῦτόν τι [522b] ἄγον, οἷον σὺ νῦν ζητεῖς, οὐδὲν ἦν ἐν αὐτῇ.
Ἀκριβέστατα, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀναμιμνῄσκεις με· τῷ γὰρ ὄντι τοιοῦτον οὐδὲν εἶχεν. ἀλλ᾽, ὦ δαιμόνιε Γλαύκων, τί ἂν εἴη τοιοῦτον; αἵ τε γὰρ τέχναι βάναυσοί που ἅπασαι ἔδοξαν εἶναι—
Πῶς δ᾽ οὔ; καὶ μὴν τί ἔτ᾽ ἄλλο λείπεται μάθημα, μουσικῆς καὶ γυμναστικῆς καὶ τῶν τεχνῶν κεχωρισμένον;
Φέρε, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἰ μηδὲν ἔτι ἐκτὸς τούτων ἔχομεν λαβεῖν, τῶν ἐπὶ πάντα τεινόντων τι λάβωμεν.
Τὸ ποῖον;
[522c] Οἷον τοῦτο τὸ κοινόν, ᾧ πᾶσαι προσχρῶνται τέχναι τε καὶ διάνοιαι καὶ ἐπιστῆμαι — ὃ καὶ παντὶ ἐν πρώτοις ἀνάγκη μανθάνειν.
Τὸ ποῖον; ἔφη.
Τὸ φαῦλον τοῦτο, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὸ ἕν τε καὶ τὰ δύο καὶ τὰ τρία διαγιγνώσκειν· λέγω δὲ αὐτὸ ἐν κεφαλαίῳ ἀριθμόν τε καὶ λογισμόν. ἢ οὐχ οὕτω περὶ τούτων ἔχει, ὡς πᾶσα τέχνη τε καὶ ἐπιστήμη ἀναγκάζεται αὐτῶν μέτοχος γίγνεσθαι;
Καὶ μάλα, ἔφη.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἡ πολεμική;
Πολλή, ἔφη, ἀνάγκη.

***
[521b] Γνωρίζεις λοιπόν κανένα άλλο είδος ζωής που να περιφρονεί τα πολιτικά δικαιώματα εκτός από τη ζωή της αληθινής φιλοσοφίας;
Όχι, μα την αλήθεια.
Αλλά είπαμε όμως πως στην εξουσία πρέπει να έρχουνται όσοι δεν έχουν τον έρωτά της, ειδεμή η αντιζηλία εκείνων που τον έχουν αυτόν τον έρωτα θα τους φέρει σε πόλεμο μεταξύ τους.
Πώς όχι;
Ποιούς λοιπόν άλλους θα αναγκάσεις να αναλάβουν τη φύλαξη της πολιτείας παρά εκείνους που, ενώ γνωρίζουν κατά βάθος και πλάτος όσα χρειάζονται για να κυβερνηθεί άριστα μια πόλη, θα έχουν μαζί και άλλες τιμές και ζωή πολύ καλύτερη από την πολιτική;
Ποιούς άλλους βέβαια απ᾽ αυτούς;
[521c] Θέλεις λοιπόν τώρα να εξετάσομε πώς θα δημιουργηθούν οι τέτοιοι και πώς θα τους ανεβάσει κανείς στο φως, όπως λέγουν για μερικούς που ανέβηκαν από τον Άδη στους θεούς;
Πώς να μη θέλω;
Εννοείς πως δεν πρόκειται τώρα εδώ για το γύρισμα του οστράκου που παίζουν τα παιδιά, αλλά για την περιαγωγή της ψυχής, για την επιστροφή της δηλαδή από μια νυχτερινή μέρα στην αληθινή του όντος, που θα την πούμε πια εμείς αληθινή φιλοσοφία.
Πολύ καλά.

Τα μαθήματα που αποτελούν την αληθινή παιδεία. Η Αριθμητική

Δεν πρέπει λοιπόν να εξετάσομε ποιό από τα μαθήματα έχει αυτή τη [521d] δύναμη;
Πώς όχι;
Ποιό λοιπόν, φίλε μου Γλαύκων, να είναι εκείνο το μάθημα που μπορεί να τραβήξει την ψυχή από τα φθαρτά πράγματα στο καθαυτό ον; Και λέγοντας αυτό, μου έρχεται στο νου μου και κάτι άλλο: δεν είπαμε πως πρέπει αυτοί στα νιάτα τους να είναι αθλητές γυμνασμένοι για τον πόλεμο;
Το είπαμε πραγματικώς.
Ώστε πρέπει το μάθημα που ζητούμε, εκτός από κείνο το άλλο, να έχει και τούτο ακόμα;
Ποιό;
Να μην είναι άχρηστο για ανθρώπους πολεμικούς.
Πρέπει βέβαια, αν είναι κατορθωτό.
Βάση όμως, πρωτύτερα τουλάχιστο, για το εκπαιδευτικό μας σύστημα [521e] είχαμε δεχτεί τη γυμναστική και τη μουσική.
Μάλιστα.
Αλλά η γυμναστική, θαρρώ, αποβλέπει σε πράγμα που γεννιέται και που χάνεται· γιατί δουλειά της έχει να φροντίζει για την αύξηση και την ελάττωση της σωματικής μας δύναμης.
Φαίνεται.
Ώστε δε μπορεί να᾽ ναι το μάθημα αυτό που ζητούμε.
[522a] Όχι βέβαια.
Μήπως τώρα άραγε να είναι η μουσική, όπως και όση τη δεχτήκαμε πρωτύτερα;
Μα εκείνη πάλι, αν θυμάσαι, ήταν το αντίστροφο της γυμναστικής, γιατί δουλειά της είχε να μορφώνει τους φύλακές μας με καλές συνήθειες και να τους μεταδώσει με το μέσο της αρμονίας μιαν ευαρμοστία, όχι όμως επιστήμη, και με το μέσο του ρυθμού μιαν ευρυθμία· και στους λόγους πάλι είχε κάποια άλλα συγγενικά μ᾽ αυτά μέσα, τις διηγήσεις και τις μυθικές και τις αληθινότερες· μάθημα όμως [522b] που να οδηγεί σ᾽ ένα τέτοιο αγαθό, που ζητάς εσύ τώρα, κανένα δεν είχε.
Με το νι και με το σίγμα μού τα θυμίζεις όλ᾽ αυτά· γιατί πραγματικώς κανένα τέτοιο δεν είχε. Μα, ω ευλογημένε μου Γλαύκων, ποιό επιτέλους να είναι αυτό; όχι βέβαια οι χειρωνακτικές τέχνες, γιατί όλες αυτές τις εθεωρήσαμε, θαρρώ, βάναυσες.
Και πώς όχι; Μα λοιπόν τότε ποιό άλλο μένει, ξέχωρα από τη γυμναστική και τη μουσική και τις τέχνες;
Έλα λοιπόν, αφού δεν έχομε πια να πάρομε τίποτ᾽ άλλο έξω απ᾽ αυτά, ας πάρομε κάποιο από κείνα που εφαρμόζονται πάνω σ᾽ όλα τ᾽ άλλα.
Σαν ποιό;
[522c] Νά, αυτό παραδείγματος χάρη το κοινό, που το χρησιμοποιούν σ᾽ όλες τις τέχνες και τις διανοήσεις και τις επιστήμες και που είναι το πρώτο και απαραίτητο μάθημα για τον καθένα.
Μα ποιό λοιπόν;
Το τιποτένιο αυτό, που μας μαθαίνει να ξέρομε και να διακρίνομε το ένα δύο τρία, και το λέγω μ᾽ ένα γενικό όνομα αριθμητική και λογιστική. Ή δεν είναι αλήθεια πως κάθε τέχνη και επιστήμη είναι αναγκασμένη να παίρνει το μερδικό της απ᾽ αυτές;
Και πολύ μάλιστα.
Ώστε λοιπόν και η πολεμική;
Κι αυτή αναγκαστικά.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (1017-1051)

ΙΦ. πῶς οὖν γένοιτ᾽ ἂν ὥστε μήθ᾽ ἡμᾶς θανεῖν,
λαβεῖν θ᾽ ἃ βουλόμεσθα; τῇδε γὰρ νοσεῖ
νόστος πρὸς οἴκους· ἡ δὲ βούλησις πάρα.
1020 ΟΡ. ἆρ᾽ ἂν τύραννον διολέσαι δυναίμεθ᾽ ἄν;
ΙΦ. δεινὸν τόδ᾽ εἶπας, ξενοφονεῖν ἐπήλυδας.
ΟΡ. ἀλλ᾽ εἰ σὲ σώσει κἀμέ, κινδυνευτέον.
ΙΦ. οὐκ ἂν δυναίμην· τὸ δὲ πρόθυμον ᾔνεσα.
ΟΡ. τί δ᾽, εἴ με ναῷ τῷδε κρύψειας λάθρᾳ;
1025 ΙΦ. ὡς δὴ σκότος λαβόντες ἐκσωθεῖμεν ἄν;
ΟΡ. κλεπτῶν γὰρ ἡ νύξ, τῆς δ᾽ ἀληθείας τὸ φῶς.
ΙΦ. εἴσ᾽ ἔνδον ἱεροῦ φύλακες, οὓς οὐ λήσομεν.
ΟΡ. οἴμοι διεφθάρμεσθα· πῶς σωθεῖμεν ἄν;
ΙΦ. ἔχειν δοκῶ μοι καινὸν ἐξεύρημά τι.
1030 ΟΡ. ποῖόν τι; δόξης μετάδος, ὡς κἀγὼ μάθω.
ΙΦ. ταῖς σαῖς ἀνίαις χρήσομαι σοφίσμασι.
ΟΡ. δειναὶ γὰρ αἱ γυναῖκες εὑρίσκειν τέχνας.
ΙΦ. φονέα σε φήσω μητρὸς ἐξ Ἄργους μολεῖν.
ΟΡ. χρῆσαι κακοῖσι τοῖς ἐμοῖς, εἰ κερδανεῖς.
1035 ΙΦ. ὡς οὐ θέμις σε λέξομεν θύειν θεᾷ,
ΟΡ. τίν᾽ αἰτίαν ἔχουσ᾽; ὑποπτεύω τι γάρ.
ΙΦ. οὐ καθαρὸν ὄντα· τὸ δ᾽ ὅσιον δώσω φόβῳ.
ΟΡ. τί δῆτα μᾶλλον θεᾶς ἄγαλμ᾽ ἁλίσκεται;
ΙΦ. πόντου σε πηγαῖς ἁγνίσαι βουλήσομαι,
1040 ΟΡ. ἔτ᾽ ἐν δόμοισι βρέτας, ἐφ᾽ ᾧ πεπλεύκαμεν.
ΙΦ. κἀκεῖνο νίψαι, σοῦ θιγόντος ὥς, ἐρῶ.
ΟΡ. ποῖ δῆτα; πόντου νοτερὸν εἶπας ἔκβολον;
ΙΦ. οὗ ναῦς χαλινοῖς λινοδέτοις ὁρμεῖ σέθεν.
ΟΡ. σὺ δ᾽ ἤ τις ἄλλος ἐν χεροῖν οἴσει βρέτας;
1045 ΙΦ. ἐγώ· θιγεῖν γὰρ ὅσιόν ἐστ᾽ ἐμοὶ μόνῃ.
ΟΡ. Πυλάδης δ᾽ ὅδ᾽ ἡμῖν ποῦ τετάξεται πόνου;
ΙΦ. ταὐτὸν χεροῖν σοὶ λέξεται μίασμ᾽ ἔχων.
ΟΡ. λάθρᾳ δ᾽ ἄνακτος ἢ εἰδότος δράσεις τάδε;
ΙΦ. πείσασα μύθοις· οὐ γὰρ ἂν λάθοιμί γε.
1050 ΟΡ. καὶ μὴν νεώς γε πίτυλος εὐήρης πάρα.
ΙΦ. σοὶ δὴ μέλειν χρὴ τἄλλ᾽ ὅπως ἕξει καλῶς.

***
ΙΦΙ. Μα πώς να γίνει, μήτε κι η ζωή μας
να πάθει, και να πάρουμε ό,τι πρέπει;
Ο γυρισμός στον τόπο μας σκοντάφτει
σ᾽ αυτό μονάχα· η διάθεση δε λείπει.
1020 ΟΡΕ. Το βασιλιά αν σκοτώναμε; Μπορούμε;
ΙΦΙ. Τον ντόπιο, εμείς, ξενοφερμένοι; Φρίκη.
ΟΡΕ. Πρέπει να το τολμήσουμε, αν μας σώζει.
ΙΦΙ. Το θάρρος σου μ᾽ αρέσει· αδύνατο όμως.
ΟΡΕ. Μες στο ναό αν με κρύψεις; Πώς το κρίνεις;
ΙΦΙ. Λες, λυτρωμό να βρούμε στο σκοτάδι;
ΟΡΕ. Νύχτα ζητά η κλεψιά, και φως η αλήθεια.
ΙΦΙ. Είναι φύλακες μέσα· θα μας νιώσουν.
ΟΡΕ. Χαμένοι! Αχ πού θα βρούμε σωτηρία;
ΙΦΙ. Θαρρώ πως βρήκα ένα καινούριο σχέδιο.
1030 ΟΡΕ. Σαν τί; Κι εμένα πες το, να το ξέρω.
ΙΦΙ. Τα πάθια σου για τέχνασμα θα πάρω.
ΟΡΕ. Στα τέτοια φοβερές είν᾽ οι γυναίκες.
ΙΦΙ. Θα πω: φονιάς της μάνας του ήρθε απ᾽ τ᾽ Άργος...
ΟΡΕ. Βάλε μπρος τα δεινά μου, αν βγαίνει ωφέλεια.
ΙΦΙ. Θα πω πως δε βολεί να σε θυσιάσω...
ΟΡΕ. Για ποιάν αιτία; σαν κάτι να μαντεύω.
ΙΦΙ. Σα μολυσμένον· μόνο αγνούς προσφέρνω.
ΟΡΕ. Και παίρνεται μ᾽ αυτό της θεάς η εικόνα;
ΙΦΙ. Η θάλασσα, θα πω, θα σ᾽ εξαγνίσει.
1040 ΟΡΕ. Η εικόνα η ποθητή στο ναό είν᾽ ακόμα.
ΙΦΙ. Την άγγιξες, θα πω, και θα την πλύνω.
ΟΡΕ. Και πού λοιπόν; εκεί σε κάτι ρήχες;
ΙΦΙ. Όπου λινά σκοινιά το πλοίο σου δένουν.
ΟΡΕ. Τ᾽ άγαλμα εσύ θα το σηκώνεις ή άλλος;
ΙΦΙ. Δεν επιτρέπεται άλλος να τ᾽ αγγίξει.
ΟΡΕ. Κι η θέση του Πυλάδη σε όλα τούτα;
ΙΦΙ. Θα ᾽χει κι εκείνος το ίδιο μίασμα τάχα.
ΟΡΕ. Κι αυτά κρυφά απ᾽ το ρήγα ή θα τα ξέρει;
ΙΦΙ. Θα τον πλανέσω· αλλιώς δεν του ξεφεύγω.
1050 ΟΡΕ. Έτοιμο και το πλοίο με τα κουπιά του.
ΙΦΙ. Για τ᾽ άλλα πια η φροντίδα είναι δική σου.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Τα μυστικά της γλώσσας

1.6 Η γλώσσα αλλάζει αλλά δεν χαλάει

Η γλώσσα, λοιπόν, όπως όλα τα πράγματα, αλλάζει μέσα στον χρόνο. Και αλλάζει με τον ίδιο τρόπο που αλλάζει καθετί που χρησιμοποιούμε. Το παντελόνι που φοράμε αλλάζει από τη χρήση του: παλιώνει, αλλάζει χρώμα, σκίζεται κλπ. Η γλώσσα αλλάζει όπως το ρούχο, αλλά δεν χαλάει και δεν φθείρεται. Και δεν χαλάει, γιατί δεν παύει ποτέ να είναι το εργαλείο με το οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι. Η γλώσσα περνάει από γενιά σε γενιά, από τη μάνα στο παιδί και από το παιδί στο δικό του παιδί, και έτσι συνεχίζει να κάνει τη δουλειά της. Μέσα στον χρόνο αλλάζουν οι ήχοι (οι φθόγγοι είδαμε ένα παράδειγμα παραπάνω) και χρησιμοποιούνται καινούργιες λέξεις για να μιλήσουμε για καινούργια πράγματα. Η λέξη υπολογιστής ή κομπιούτερ π.χ. χρησιμοποιείται για να ονομάσει ένα καινούργιο εργαλείο που δεν υπήρχε παλιά. Αντίθετα, η λέξη βοεβόδας, που σήμαινε έναν αξιωματούχο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ή η λέξη γαλέρα, που σήμαινε έναν παλιό τύπο καραβιού με πανιά, δεν χρησιμοποιούνται σήμερα, γιατί δεν υπάρχουν πια βοεβόδες και γαλέρες. Τις λέξεις αυτές τις χρησιμοποιούν μόνο αυτοί που ασχολούνται ειδικά με παλιότερες εποχές.

Και τις δύο αυτές λέξεις, βοεβόδας και γαλέρα, τις πήρε η ελληνική γλώσσα από άλλες γλώσσες, τις δανείστηκε. Αυτό γίνεται συνεχώς. Όλες οι γλώσσες δανείζουν η μία στην άλλη. Σήμερα στα ελληνικά υπάρχουν πολλές λέξεις που προέρχονται από τα αγγλικά: μπαρ, κομπιούτερ· από τα γαλλικά: ασανσέρ- από τα τουρκικά: καβγάς, μεράκι. Αλλά και οι γλώσσες αυτές έχουν με τη σειρά τους δανειστεί από τα ελληνικά. Η λέξη ντίσκο, που μας φαίνεται αγγλική, προέρχεται από την ελληνική λέξη δίσκος (δισκοθήκη*). Η λέξη anahtar[anaχtár] στα τουρκικά σημαίνει «κλειδί» και βγαίνει από την ελληνική λέξη ανοιχτήρι. Οι γλώσσες λοιπόν δεν έχουν σύνορα. Καθώς αλλάζει ο κόσμος γύρω μας, δανειζόμαστε από άλλες γλώσσες ή δανείζουμε σε άλλες γλώσσες, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για καινούργια πράγματα. Μπορούμε λοιπόν να καταλάβουμε γιατί η γλώσσα, σε αντίθεση με το παντελόνι που φοράμε, αλλάζει χωρίς να χαλάει. Προσαρμόζεται πάντα στις καινούργιες συνθήκες.

Μπορεί όμως κάποτε να χαθεί μια γλώσσα. Μια γλώσσα χάνεται, όταν δεν έχει πια ανθρώπους να τη μιλούν, δηλαδή δεν έχει ομιλητές. Και αυτό συμβαίνει, όταν μια κοινότητα ανθρώπων που μιλάει μια γλώσσα ζει σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί μια άλλη γλώσσα. Κυριαρχεί γιατί τη μιλούν πολύ περισσότερο, και γιατί αυτοί που τη μιλούν έχουν πολιτική και κοινωνική δύναμη. Έτσι, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κοινότητες που μιλούσαν ελληνικά (ελληνόφωνες κοινότητες) αλλά ήταν απομονωμένες στα βάθη της Ανατολής έπαψαν να μιλούν ελληνικά και έγιναν τουρκόφωνες. Οι Ιρλανδοί, που ζούσαν κάτω από την κυριαρχία των Άγγλων, έχασαν τη δική τους παλιά γλώσσα και έγιναν, οι περισσότεροι, αγγλόφωνοι.
--------------------------
*Οι λέξεις μιας γλώσσας που καταρχήν τις δανείστηκαν άλλες γλώσσες και μετά ξαναγύρισαν με την «ξένη» τους μορφή στην αρχική γλώσσα λέγονται αντιδάνεια.

Ο νέος «επιστημονικός» Δημιουργισμός

Δημιουργισμό
ς, είναι η δογματική, δηλαδή η αναπόδεικτη επιστημονικά θρησκευτική πεποίθηση ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός όλων των υλικών και άυλων φαινομένων του Σύμπαντος και με τη θαυματουργό παρέμβασή Του μπορεί να καθορίζει ή να αλλάζει κατά βούληση τη δυναμική των φυσικών και των ανθρώπινων πραγμάτων.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι ο Δημιουργισμός είναι ένα θρησκευτικό-πολιτισμικό φαινόμενο που περιορίζεται στις ΗΠΑ. Δεν είναι όμως έτσι. Μολονότι εμφανίστηκε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού πριν από έναν αιώνα, την τελευταία δεκαετία έχει μεταφερθεί και εξαπλώνεται ταχύτατα στη γηραιά ήπειρο. Βέβαια, στην Ευρώπη αυτά τα φαινόμενα δεν είναι -για την ώρα!- τόσο μαζικά και οργανωμένα όσο στις ΗΠΑ: σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες ο δημιουργισμός εκδηλώνεται μόνο σε περιθωριακές θρησκευτικές κοινότητες, ενώ σε άλλες ασκεί μεγαλύτερη επιρροή. Πάντως, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Ε.Ε. είναι ιδιαίτερα ανήσυχο γι’ αυτές τις εξελίξεις και θεωρεί ήδη ως απειλή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό την ενδεχόμενη διάδοση τέτοιων μισαλλόδοξων σκοταδιστικών ιδεών.

Από τις αρχές του εικοστού αιώνα είναι φανερό ότι οι θεοσεβούμενοι πολίτες των ΗΠΑ είχαν και εξακολουθούν να έχουν ένα σοβαρό πρόβλημα με τις εξελικτικές ιδέες. Ομως δεν είναι οι μόνοι· στις χώρες της Λατινικής Αμερικής υπάρχει ένας απίστευτα μεγάλος αριθμός ανθρώπων που είναι πεπεισμένοι ότι τα έμβια όντα δεν εξελίσσονται ποτέ, αλλά είναι το προϊόν θεϊκής δημιουργίας.

Ο Δημιουργισμός, πάντως, δεν περιορίζεται στην αμερικανική ήπειρο, αφού επί αιώνες αποτελούσε την κυρίαρχη λαϊκή κοσμοθεώρηση όλων των μονοθεϊστικών θρησκειών: εβραϊκής, χριστιανικής και μουσουλμανικής. Στη γειτονική μας Τουρκία, για παράδειγμα, μόνον ένας στους τέσσερις υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι ενδέχεται να έχουν κοινούς προγόνους με τα άλλα ζωικά είδη.

Και θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι η Τουρκία είναι η μοναδική χώρα στην ευρωπαϊκή ήπειρο όπου ανθεί ο δημιουργισμός.

Σύμφωνα με πρόσφατες στατιστικές μελέτες, μικρές κοινότητες χριστιανών δημιουργιστών εμφανίζονται, όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια, σε Σκανδιναβία, Κάτω Χώρες, Ρωσία, Πολωνία, Βουλγαρία, αλλά και στην Ελλάδα.

Τον Νοέμβριο του 2006 εμφανίστηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Nature» η πρώτη σοβαρή μελέτη των Almut Graebsch και Quirin Schiermeier στην οποία αναφέρονταν παραδείγματα από γερμανικά σχολεία όπου διδάσκονταν οι αντιεπιστημονικές απόψεις των δημιουργιστών· στην Ιταλία, επίσης, όπου η τότε υπουργός παιδείας Letizia Moratti αφαίρεσε τη διδασκαλία της εξελικτικής θεωρίας από τη μέση εκπαίδευση προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία μια οργάνωση υπέρ του δημιουργισμού που ονομάζεται «Truth in Science» έστελνε στα βρετανικά σχολεία πληροφοριακό υλικό κατά της εξελικτικής θεωρίας.

Ποια είναι, όμως, τα βασικά «επιστημονικά» επιχειρήματα των δημιουργιστών και πώς αυτά αντικρούονται από τα δεδομένα της εξελικτικής βιολογίας;

Πριν παρουσιάσουμε αναλυτικά τις θέσεις των σύγχρονων δημιουργιστών θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο δημιουργισμός δεν είναι μια στατική και αμετάβλητη στον χρόνο αντιεξελικτική άποψη· αντίθετα, προσαρμόζεται και οικειοποιείται επιλεκτικά τα δεδομένα που συσσωρεύει η επιστημονική έρευνα, διαστρέφοντας το πραγματικό νόημά τους.

Έτσι, θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει την πρώτη γενιά δημιουργιστών, οι οποίοι στις αρχές του 20ού αιώνα στις ΗΠΑ προκάλεσαν τη «δίκη του πιθήκου», από τη δεύτερη γενιά, που υποστηρίζει ότι είναι απολύτως νόμιμη η «επιστημονική ερμηνεία» της Βίβλου και συνεπώς οι απόψεις των πιστών έχουν ίσα δικαιώματα να διδάσκονται σε σχολεία και πανεπιστήμια με τις απόψεις των εξελικτικών βιολόγων.

Ο ευφυής σχεδιασμός

Η τρίτη και πιο πρόσφατη γενιά δημιουργιστών είναι ένα πιο επιστημονικοφανές ρεύμα, το οποίο εκμεταλλευόμενο τα γνωστικά κενά και την προσωρινή αδυναμία εξήγησης ορισμένων εξελικτικών φαινομένων διατείνεται ότι η θεωρία της εξέλιξης όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή επιστημονική εξήγηση, αλλά ότι είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη.

Συνεπώς, υποστηρίζουν, η επίκληση ενός πάνσοφου δημιουργού και σχεδιαστή είναι όχι μόνον επιστημονικά θεμιτή αλλά αναγκαία!

Μήπως τελικά έχουν δίκιο; Για να απαντήσουμε θα πρέπει να εξετάσουμε αναλυτικά τα τέσσερα βασικά επιχειρήματα των σύγχρονων δημιουργιστών:

1. Η εξέλιξη είναι μόνο μία θεωρία και όχι φυσικός νόμος.

Με αυτό το επιχείρημα οι δημιουργιστές συσκοτίζουν τη θεμελιώδη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε μία επιστημονική υπόθεση και μία επιστημονική θεωρία.

Τόσο από γνωσιολογική όσο και από μεθοδολογική άποψη, «θεωρία» είναι η επαρκώς επιβεβαιωμένη εξήγηση ορισμένων φυσικών φαινομένων, η οποία βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα και παρατηρήσεις που ενισχύουν ή διαψεύδουν τις αρχικές υποθέσεις. Συνεπώς, όταν οι επιστήμονες μιλάνε για την εξελικτική θεωρία, για την ατομική θεωρία ή για τη θεωρία της σχετικότητας, δεν υπονοούν καθόλου ότι υπάρχουν επιφυλάξεις για την αλήθεια της συγκεκριμένης θεωρίας.

2. Η φυσική επιλογή βασίζεται σε ένα κυκλικό επιχείρημα: επιβιώνουν οι πιο προσαρμοσμένοι και θεωρούνται πιο προσαρμοσμένοι αυτοί που επιβιώνουν.

Η «επιβίωση του καταλληλότερου» είναι μια κοινότοπη και εκλαϊκευτική εκδοχή της περίπλοκης διεργασίας της φυσικής επιλογής. Μία πιο ακριβής περιγραφή θα απαιτούσε την αναφορά στις διαφοροποιήσεις ως προς την ικανότητα επιβίωσης και της αναπαραγωγής ορισμένων ατόμων ενός πληθυσμού ο οποίος ζει σε συγκεκριμένο περιβάλλον.

Πράγματι, αντί για την ασαφή και γενικόλογη «προσαρμογή του καταλληλότερου», οι σύγχρονοι εξελικτικοί βιολόγοι θωρούν την «αρμοστικότητα» ως ένα πολύ πιο ασφαλές μέτρο ή κριτήριο της εξελικτικής επιτυχίας: το πώς δηλαδή ορισμένα ιδιαίτερα και παρατηρήσιμα βιολογικά χαρακτηριστικά συμβάλλουν στην επιβίωση και την αναπαραγωγική επιτυχία των ατόμων ενός πληθυσμού.

3. Η εξέλιξη δεν είναι επιστημονική θεωρία, επειδή αναφέρεται σε μοναδικά και μη επαναλαμβανόμενα ιστορικά γεγονότα, φαινόμενα που δεν μπορούν ούτε να επιβεβαιωθούν ούτε να διαψευσθούν.

Αυτό το επιχείρημα παραβλέπει σκοπίμως το γεγονός ότι υπάρχει σαφής διαφορά ανάμεσα στις «μικροεξελικτικές» και τις «μακροεξελικτικές» διεργασίες που από κοινού διαμορφώνουν όλα τα εξελικτικά φαινόμενα. Οι μικροεξελικτικές διεργασίες περιγράφουν τις αλλαγές που συντελούνται στην πορεία του χρόνου στο εσωτερικό ενός συγκεκριμένου ζωικού είδους, ενώ οι μακροεξελικτικές διεργασίες περιγράφουν το πώς σχετίζονται μεταξύ τους και πώς αλλάζουν στον χρόνο οι ευρύτερες ταξινομικές ομάδες. Είναι -ή μάλλον θα έπρεπε να είναι- σαφές ότι πρόκειται για δύο διακριτές εξελικτικές διεργασίες: η μικροεξέλιξη αφορά τις τρέχουσες εξελικτικές αλλαγές που καταγράφονται σε ένα είδος, ενώ τα μακροεξελικτικά γεγονότα είναι ευρύτερες αλλαγές ιστορικού χαρακτήρα, που καταγράφονται στα παλαιοντολογικά απολιθώματα.

Η σύγχρονη εξελικτική θεωρία θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένη επειδή ακριβώς στηρίζεται σε μικροεξελικτικά όσο και σε μακροεξελικτικά δεδομένα. Αν, αντίθετα, από την ανάλυση των μικρο- ή των μακρο-εξελικτικών δεδομένων προέκυπτε ότι τα περισσότερα είδη οργανισμών δεν σχετίζονται μεταξύ τους, ούτε και έχουν κάποια κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά, τότε (και μόνο τότε) η εξελικτική θεωρία θα διαψευδόταν από τις μέχρι σήμερα παρατηρήσεις. Και μολονότι τα επιμέρους βιολογικά φαινόμενα είναι ιστορικά και μοναδικά, η γενική θεωρία που περιγράφει την εξέλιξή τους είναι επιστημονική, διότι είναι επαρκώς επιβεβαιωμένη και δυνητικά διαψεύσιμη!

4. Αν το ανθρώπινο είδος προήλθε από τους πιθήκους, τότε γιατί υπάρχουν ακόμα πίθηκοι;

Αυτό το συχνά επαναλαμβανόμενο επιχείρημα μας αποκαλύπτει το μέγεθος της επιστημονικής σύγχυσης των δημιουργιστών. Κατ’ αρχάς, η εξελικτική θεωρία δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι οι άνθρωποι κατάγονται ή προήλθαν από τους πιθήκους.

Οι εξελικτικοί βιολόγοι υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι τόσο οι άνθρωποι όσο και οι μεγάλοι ή ανθρωποειδείς πίθηκοι προήλθαν αμφότεροι από έναν κοινό πρόγονο, ο οποίος ζούσε στην Αφρική πριν από 6-7 εκατομμύρια χρόνια.

Εκτοτε, αυτοί οι δύο εξελικτικά συγγενείς -αλλά διακριτοί!- κλάδοι των ανώτερων θηλαστικών εξελίχθηκαν παράλληλα, ακολουθώντας ο καθένας τη δικιά του ιδιαίτερη και μοναδική πορεία.

Το μοιραίο σφάλμα του επιχειρήματος των δημιουργιστών είναι ότι, θέλοντας να κατανοήσουν και, κυρίως, να επιβεβαιώσουν τη μοναδικότητα του ανθρώπινου είδους, καταφεύγουν σε υπερφυσικές εξηγήσεις.

Λες και η διαχρονικά απάνθρωπη και καταστροφική συμπεριφορά του είδους μας δικαιολογείται ή νομιμοποιείται αν την αποδώσουμε σ’ έναν... πάνσοφο Δημιουργό.

Η παπική «αναβάθμιση» της εξελικτικής θεωρίας

Μιλώντας στην Ποντιφική Ακαδημία των Επιστημών, στις 27-10-2014, ο Πάπας Φραγκίσκος έκρινε απαραίτητο να υπογραμμίσει το εξής: «Ο Θεός δεν είναι ένας θείος πρωτοτεχνίτης ή ένας μάγος, αλλά ο Δημιουργός που δίνει οντότητα σε όλες τις υπάρξεις.

«Η απαρχή του κόσμου δεν είναι έργο του χάους που οφείλει σε κάτι άλλο την προέλευσή του, αλλά προέρχεται άμεσα από την υπέρτατη Αρχή που δημιουργεί από αγάπη».

«Διαβάζοντας στο βιβλίο της “Γένεσης”», συνέχισε ο Πάπας, «τη διήγηση της Δημιουργίας, υπάρχει ο κίνδυνος να φανταστούμε τον Θεό σαν έναν ταχυδακτυλουργό που με το μαγικό ραβδάκι στο χέρι μπορεί να κάνει οτιδήποτε.

«Όμως, δεν είναι έτσι. Δημιούργησε τα έμβια όντα και τα άφησε να εξελιχθούν σύμφωνα με τους εσωτερικούς νόμους που Αυτός έδωσε στο καθένα, ώστε από μόνα τους να αναπτυχθούν και να επιτύχουν την πληρότητα της ύπαρξής τους».

Εξ ου και η προτροπή που απηύθυνε, στο τέλος της ομιλίας του, σε όλους τους επιστήμονες -χριστιανούς και μη- να συμμετέχουν ενεργά στη διατήρηση της δημιουργίας και με το έργο τους «να συμβάλουν στην κατασκευή ενός πιο ανθρώπινου κόσμου για όλους και όχι για μια ομάδα ή τάξη προνομιούχων».

Αυτές οι βαρυσήμαντες δηλώσεις του Πάπα έρχονται, φαινομενικά τουλάχιστον, σε ρήξη με την καθιερωμένη εκκλησιαστική παράδοση που, εδώ και αιώνες, επέβαλλε την απόρριψη -ενίοτε και την καταδίκη!- κάθε αμιγώς φυσικής-επιστημονικής εξήγησης σχετικά με τη δημιουργία του Σύμπαντος και την εξέλιξη της ζωής πάνω στη Γη.

Πράγματι, η αποδοχή της ιδέας μιας μη τελεολογικής ζωικής εξέλιξης αποτελούσε έννοια ταμπού, αφού αμφισβητούσε και κατέρριπτε επιστημονικά τις θεμελιακές αρχές της δυτικής θεολογίας.

Ωστόσο, με αυτήν την ιστορική παρέμβασή του, ο 266ος Πάπας της Καθολικής Εκκλησίας, κατά κόσμον Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο, υποδεικνύει σαφώς πως όχι μόνον είναι μάταιο αλλά και εξαιρετικά επιβλαβές για τη χριστιανική θρησκεία το να αμφισβητεί τις κατακτήσεις της σύγχρονης επιστήμης.

Πολύ πιο επωφελές θα ήταν να καταφέρει, επανερμηνεύοντας κατάλληλα το νόημα των επιστημονικών θεωριών, να τις ενσωματώσει στις βασικές θρησκευτικές της αρχές. Και αυτό ακριβώς επιχείρησε να κάνει ο Πάπας με αυτήν τη φαινομενικά ρηξικέλευθη και ανανεωτική παρέμβασή του.

Στην πραγματικότητα, ο Πάπας Φραγκίσκος Α’ δεν ήταν ο πρώτος ποντίφικας που αποδέχεται την ισχύ των δαρβινικών θεωριών.

Στις 22 Νοεμβρίου του 1951, πρώτος ο Πάπας Πίος ΙΒ’ με σχετική εγκύκλιο ανακοίνωσε σε πιστούς και ιερείς της Καθολικής Εκκλησίας ότι η βιολογική εξέλιξη είναι συμβατή με τη χριστιανική πίστη. Υπό δύο όμως προϋποθέσεις: 1) ότι δεν πρέπει να θεωρείται ως μία οριστικά αποδεδειγμένη θεωρία και 2) ότι η άυλη ψυχή των ανθρώπων δεν υπήρξε ποτέ ούτε προϊόν ούτε αντικείμενο της βιολογικής εξέλιξης.

Πολύ αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου 1996, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ σε μια ανάλογη ομιλία του στην Ποντιφική Ακαδημία των Επιστημών αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η συσσώρευση αποδείξεων υπέρ της εξέλιξης των ειδών καθιστούσε πλέον την εξελικτική θεωρία «κάτι περισσότερο από μία απλή εικασία· αλλά, αντίθετα, πρόκειται για αποδεδειγμένη φυσική διεργασία».

Με αφορμή αυτές τις τρεις εντυπωσιακές δηλώσεις θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε το ακανθώδες ερώτημα: είναι όντως εφικτή η ειρηνική συμβίωση της επιστήμης με τη θρησκεία, της θρησκευτικής πίστης με την επιστημονική έρευνα;

Και πόσο συμβατή με το δόγμα της θεϊκής Δημιουργίας και Πρόνοιας είναι η ανατρεπτική ιδέα της αέναης, χωρίς κανένα τελικό σκοπό, βιολογικής εξέλιξης;

Ο Θεός και η θρησκεία ως προϊόντα της εξέλιξης

Μολονότι είμαστε βιολογικά «εξοπλισμένοι» για να διαπιστώνουμε εγκαίρως τη λογική συνοχή των πληροφοριών που δεχόμαστε από το περιβάλλον μας, πολύ συχνά αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε σε μια «νοητική παρακαμπτήριο», μια «επιλογή» που εγκυμονεί ουκ ολίγους κινδύνους.

Για παράδειγμα, υιοθετούμε πολύ συχνά τη στρατηγική της «κοινωνικής εμπειρίας», την οποία περιέγραψε πρώτος το 1984 ο Αμερικανός ψυχολόγος Ρόμπερτ Τσαλντίνι (Robert Cialdini).

Οπότε βρισκόμαστε σε κατάσταση γνωστικής αβεβαιότητας έχουμε την τάση να διαμορφώνουμε τις πεποιθήσεις μας με βάση αυτό που μας φαίνεται ικανό να πείσει τους περισσότερους συνανθρώπους μας.

'Οσο ευρύτερα αποδεκτή φαίνεται να είναι κάποια πεποίθησή μας τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να γίνει αποδεκτή από το γνωστικό μας περιβάλλον.

Αυτή η ικανοποιητική σε πολλές περιπτώσεις στρατηγική ενδέχεται ενίοτε να μας οδηγήσει στην αποδοχή εντελώς εσφαλμένων ιδεών.

Κάτι που φαίνεται ότι το γνωρίζουν πολύ καλά από καιρό οι πνευματικές, θρησκευτικές και πολιτικές σέχτες, όταν οργανώνουν αυστηρά τη ζωή των οπαδών τους και καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να περιβάλλονται πάντα από άτομα που έχουν κοινές με αυτούς απόψεις.

Η σύγχρονη νευροεπιστήμη μόλις τώρα αρχίζει να κατανοεί τους νευροεγκεφαλικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτά τα πολύπλοκα κοινωνικά παιχνίδια. Οι άνθρωποι ακολουθούν δεκάδες θρησκείες, για να περιοριστούμε στις πιο βασικές.

Πώς όμως εξηγεί η σύγχρονη επιστήμη την καθολική και διαχρονική παρουσία του «θρησκευτικού αισθήματος», της προδιάθεσης των περισσότερων ανθρώπων σε αυτήν τη φαινομενικά «ανορθολογική» αλλά τόσο επίμονη και καθολική ψευδαίσθηση;

Μήπως πίσω από τις εμφανείς πολιτισμικές, γεωγραφικές και ιστορικές διαφοροποιήσεις των επιμέρους θρησκειών κρύβεται ένα κοινό στοιχείο που το μοιράζονται όλοι οι πιστοί; Αυτό ακριβώς υποστηρίζει η Νευροθεολογία και αυτόν τον κοινό θρησκευτικό παρονομαστή αναζητά.

Σε ό,τι αφορά, όμως, την εξήγηση αυτού του κοινού θρησκευτικού αισθήματος, δηλαδή της «αυθόρμητης» προδιάθεσης για πίστη σε υπερφυσικά όντα, οι απόψεις των ειδικών διίστανται.

Μια σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι η βιολογική εξέλιξη, μέσω της φυσικής επιλογής, ενίσχυσε την προδιάθεσή μας για θρησκευτική πίστη επειδή αυτή προωθούσε την υπακοή στους καινοφανείς και «αφύσικους» κανόνες της ανθρώπινης κοινωνικότητας.

Για παράδειγμα, ο επιφανής κοινωνικός βιολόγος Ντέιβιντ Σλόαν Γουίλσον (David Sloan Wilson) υποστηρίζει ότι η καλλιέργεια του κοινού θρησκευτικού αισθήματος θα πρέπει να ευνοήθηκε από τη φυσική επιλογή επειδή ενίσχυσε την κοινωνική συνοχή και τη συνεργασία μεταξύ των πρωτόγονων κοινωνικά ομάδων.

Μια διαφορετική εξελικτική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η θρησκευτική προδιάθεση και η πίστη σε υπερφυσικά όντα δεν υπήρξαν ποτέ αντικείμενο της φυσικής επιλογής.

Αντίθετα, αποτελούν απλώς τα «υποπροϊόντα» των νοητικών και γνωστικών λειτουργιών του πολύπλοκου εγκεφάλου μας, τα οποία διαμορφώθηκαν από την εξέλιξη, κατά το μακρινό παρελθόν, για να επιτελούν εντελώς διαφορετικές λειτουργίες.

Μήπως τελικά, παρά τους ευσεβείς πόθους ή τις επίμονες ψευδαισθήσεις μας, αυτή η προδιάθεση μας για το υπερβατικό που εκφράζεται ως βαθιά θρησκευτική πίστη σε θεούς και δαίμονες δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από ένα εξελικτικό ατύχημα;