Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Ο ρυθμός της ζωής μας αποτελεί σοβαρή παράμετρο της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς μας

Οι κάτοικοι της γης συγκροτούνται όχι μόνο κατά φυλή, έθνος, θρησκεία ή ιδεολογία, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, και σύμφωνα με τη θέση τους στο χρόνο. Εξετάζοντας τους σημερινούς πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ένα πολύ μικρό ποσοστό που ακόμα ζει κυνηγώντας και λεηλατώντας για τροφή, όπως έκαναν οι άνθρωποι πριν από χιλιετηρίδες. Οι άλλοι, η μεγάλη πλειονότητα του ανθρώπινου είδους, δεν εξαρτώνται από το κυνήγι της αρκούδας ή από τη συλλογή καρπών, αλλά από τη γεωργία. Ζουν, από πολλές απόψεις, όπως οι πρόγονοί τους, πριν από αιώνες. Αυτές οι δύο ομάδες μαζί αποτελούν ίσως το 70% όλων των ανθρώπινων υπάρξεων. Είναι οι άνθρωποι του παρελθόντος.

Αντίθετα, ένα ποσοστό κάπως μεγαλύτερο από το 25% του πληθυσμού της γης, βρίσκεται στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες. Η ζωή τους είναι σύγχρονη· Αποτελούν προϊόντα των πρώτων πενήντα χρόνων του 20ού αιώνα, βγαλμένοι από ομοιόμορφα καλούπια της μηχανοποίησης και της μαζικής εκπαίδευσης, διαπαιδαγωγημένοι με τις επίμονες αναμνήσεις του αγροτικού παρελθόντος της χώρας τους. Αυτοί ουσιαστικά, είναι οι άνθρωποι του παρόντος.

Ωστόσο, το υπόλοιπο 2% ή 3% του πληθυσμού της γης, δεν μπορεί πια να ενταχθεί ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν. Διότι μέσα στις κύριες εστίες της τεχνολογικής και πολιτισμικής αλλαγής, στη Σάντα Μόνικα, στην Καλιφόρνια και στο Καίμπριτζ, στη Μασσαχουσέτη, στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και στο Τόκιο, υπάρχουν εκατομμύρια άντρες και γυναίκες, που μπορούν να θεωρηθούν ότι ήδη ζουν με τον τρόπο ζωής του μέλλοντος. Οι πρωτοπόροι, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ζουν σήμερα όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι θα ζήσουν αύριο. Και ενώ αποτελούν μόνο ένα μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού, σχηματίζουν ήδη μια διεθνή κοινότητα του μέλλοντος ανάμεσά μας. Είναι οι προελαύνοντες αντιπρόσωποι των ανθρώπων, οι πρώτοι πολίτες στις ωδίνες της γέννησης της παγκόσμιας υπερ-βιομηχανικής κοινωνίας.

Τι είναι αυτό που τους κάνει να διαφέρουν απ’ το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος; Σίγουρα είναι πλουσιότεροι, πιο μορφωμένοι, πιο δραστήριοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Εκτός αυτού, ζουν και περισσότερο. Αλλά αυτό που ιδιαίτερα προσδιορίζει τον άνθρωπο του μέλλοντος είναι ο ήδη σαφής προσανατολισμός του σε έναν νέο, γρήγορο ρυθμό ζωής. «Ζει πιο γρήγορα» από τους άλλους γύρω του.

Μερικούς ανθρώπους τους συναρπάζει αυτός ο έντονος ρυθμός ζωής —στην προσπάθειά τους να τον προκαλέσουν ξεπερνούν ακόμη και τον εαυτό τους και αισθάνονται αμηχανία, άγχος και ένταση όταν ο ρυθμός επιβραδύνεται. Διεκδικούν εναγωνίως να είναι παρόντες εκεί όπου «βρίσκεται η δράση». (Είναι αλήθεια ότι κάποιοι αδιαφορούν πλήρως για το αντικείμενο της δράσης, αρκεί να γίνεται με την αρμόζουσα μεγάλη ταχύτητα). Ο Τζέημς Α. Ουίλσον θεωρούσε, για παράδειγμα, ότι η γοητεία του γρήγορου ρυθμού ζωής συνιστά μια απ ’ τις κρυφές κινητήριες δυνάμεις της ευρέως γνωστής μαζικής μετανάστευσης Ευρωπαίων επιστημόνων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Αφού μελέτησε τις περιπτώσεις 517 Βρετανών επιστημόνων και τεχνικών, ο Ουίλσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά που τους δελέασαν, δεν ήταν μόνο οι υψηλότεροι μισθοί ή οι καλύτερες συνθήκες έρευνας, αλλά και ο ταχύτερος ρυθμός ζωής. Οι μετανάστες, γράφει, «δεν αποθαρρύνονται καθόλου από τον ταχύτερο ρυθμό της Β. Αμερικής. Πέρα από οτιδήποτε άλλο, δείχνουν να προτιμούν αυτόν το ρυθμό ζωής». Ακόμη, ένας λευκός βετεράνος του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στον Μισσισιπή, αναφέρει: «Οι άνθρωποι που είναι συνηθισμένοι σε μια έντονη αστική ζωή… δεν μπορούν να αντέξουν για πολύ στον Αγροτικό Νότο. Αυτός είναι ο λόγος που οδηγούν συνεχώς χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και σκοπό. Τα ταξίδια είναι το βάλσαμο του Κινήματος». Αν και επιφανειακά άσκοπη, αυτή η περιπλάνηση αποτελεί έναν αντισταθμιστικό μηχανισμό. Όταν αντιληφθούμε τη δυνατή έλξη που μπορεί να ασκήσει στο άτομο ένας ορισμένος ρυθμός ζωής, τότε μόνο θα είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε πολλά που, διαφορετικά, συνιστούν μια ανεξήγητη ή «άσκοπη» συμπεριφορά.

Αλλά αν κάποιοι άνθρωποι ευημερούν με τον νέο ταχύ ρυθμό , κάποιοι άλλοι τον αποστρέφονται έντονα και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον σταματήσουν. Απαραίτητη προϋπόθεσή για να συμβαδίσει κανείς με την ανατέλλουσα υπερ-βιομηχανική κοινωνία, είναι να συμβαδίζει με έναν κόσμο που κινείται ταχύτερα από ποτέ άλλοτε. Αυτοί όμως προτιμούν να αποσυρθούν, να πορευτούν σύμφωνα με τους δικούς τους αργούς ρυθμούς και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ένα μιούζικαλ με τίτλο Σταματήστε τον κόσμο – Θέλω να κατέβω, σημείωσε εκπληκτική επιτυχία στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη.

Ο εφησυχασμός και η αναζήτηση νέων τρόπων «απόσυρσης» ή «απόδρασης» που χαρακτηρίζει κάποιους, αν όχι όλους τους χίπις, μπορεί να οφείλεται λιγότερο στην κραυγαλέα αποστροφή τους για τις αξίες ενός τεχνολογικού πολιτισμού και πιο πολύ σε μια ασυνείδητη προσπάθεια να αποδράσουν από ένα ρυθμό ζωής που πολλοί βρίσκουν αβάσταχτο. Προφανώς δεν αποτελεί απλή σύμπτωση το γεγονός ότι περιγράφουν την κοινωνία σαν ένα διαρκή «αθέμιτο ανταγωνισμό» — με έναν όρο δηλαδή που παραπέμπει πολύ συγκεκριμένα στον ταχύ βηματισμό της κοινωνίας.

Μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι είναι ακόμα πιο πιθανόν να αντιδράσουν έντονα ενάντια σε οποιαδήποτε περαιτέρω επιτάχυνση της αλλαγής. Υπάρχει μια στέρεη μαθηματική βάση για το γεγονός ότι συχνά η μεγάλη ηλικία συσχετίζεται με τον συντηρητισμό: για τους ηλικιωμένους ο χρόνος κυλάει πιο γρήγορα.

Όταν ένας πενηντάχρονος πατέρας λέει στον δεκαπεντάχρονο γιο του ότι θα πρέπει να περιμένει δύο χρόνια για να αποκτήσει δικό του αυτοκίνητο, αυτό το μεσοδιάστημα των 730 ημερών αντιπροσωπεύει χρονικά μόνο ένα 4% της περιόδου ζωής του πατέρα και περισσότερο από 13% της ζωής του παιδιού. Δεν είναι καθόλου παράξενο που στο παιδί η καθυστέρηση φαίνεται τρεις ή τέσσερις φορές μεγαλύτερη απ ’ ό,τι στον πατέρα. Για τον ίδιο λόγο, δύο ώρες στη ζωή ενός τετράχρονου παιδιού αποτελεί το ακριβές αντίστοιχο των δώδεκα ωρών στη ζωή της εικοσιτετράχρονης μητέρας του. Όταν ζητάμε από το παιδί να περιμένει ένα κομμάτι γλυκό, είναι σαν να ζητάμε από τη μητέρα να περιμένει δεκατέσσερις ώρες για έναν καφέ.

Μπορεί, επίσης να υπάρχει και μία βιολογική βάση για αυτές τις διαφορές στην υποκειμενική αντίδραση στο χρόνο. Ο ψυχολόγος Τζον Κοέν, του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, γράφει ότι με το πέρασμα της ηλικίας, τα ημερολογιακά χρόνια προοδευτικά φαίνονται να συρρικνώνονται. Εκ των υστέρων, κάθε χρόνο φαίνεται συντομότερος από αυτόν που μόλις συμπληρώθηκε, πιθανόν σαν αποτέλεσμα μιας βαθμιαίας επιβράδυνσης των «μεταβολικών Εργασιών». Στους ηλικιωμένος, σε σχέση με επιβράδυνση των δικών τους βιολογικών ρυθμών, ο κόσμος φαίνεται να κινείται ταχύτερα, ακόμα κι αν αυτό στην πραγματικότητα δε συμβαίνει.

‘Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι οποιαδήποτε επιτάχυνση της αλλαγής, που έχει σαν αποτέλεσμα τη συσσώρευση περισσότερων καταστάσεων μέσα στο εμπειρικό κανάλι σ * ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, στη συνείδηση του ηλικιωμένου υπερβάλλεται. Καθώς ο ρυθμός της αλλαγής στην κοινωνία αυξάνεται, ολοένα και πιο πολλοί μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι αισθάνονται τη διαφορά πολύ έντονα. Γίνονται κι αυτοί απόβλητοι της κοινωνίας, αποσυρόμενοι σ’ ένα περιχαρακωμένο περιβάλλον, μειώνοντας στο ελάχιστο την επικοινωνία με τον ταχέως κινούμενο εξωτερικό κόσμο και, τελικά, υπολειτουργούν μέχρι το θάνατό τους. Μπορεί ποτέ να μην μπορέσουμε να λύσουμε τα ψυχολογικά προβλήματα των ηλικιωμένων, αν δεν ανακαλύψουμε τους τρόπους — μέσω της βιοχημείας ή της επιμόρφωσης— που θα μας επιτρέψουν να αλλάξουμε την αντίληψή τους για το χρόνο, ή να τους προσφέρουμε καλά στεγανοποιημένους χώρους, μέσα στους οποίους ο ρυθμός της ζωής θα ελέγχεται, ή ακόμη και θα διευθετείται σύμφωνα με ένα ημερολόγιο «κινητής κλίμακας», το οποίο θα αντανακλά τη δική τους υποκειμενική αίσθηση του χρόνου.

Πολλές συγκρούσεις που, διαφορετικά, θα ήταν ακατανόητες ανάμεσα στις γενιές, στους γονείς και τα παιδιά, στους συζύγους— μπορούν να αποδοθούν στις διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στην επιτάχυνση του ρυθμού της ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τις αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς.

Κάθε πολιτισμός έχει τον δικό του χαρακτηριστικό βηματισμό. Ο F. Μ. Esfantaiary, ο Ιρανός συγγραφέας, αναφέρθηκε στη σύγκρουση δύο συστημάτων διαφορετικών ρυθμών, όταν Γερμανοί μηχανικοί πριν από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέλαβαν την κατασκευή ενός σιδηροδρόμου στη χώρα του. Οι Ιρανοί και, γενικότερα, οι προερχόμενοι από τη Μέση Ανατολή, χαρακτηρίζονται από μια πιο χαλαρή στάση απέναντι στο χρόνο έναντι των Αμερικανών και των Δυτικοευρωπαίων. Όταν τα συνεργεία των Ιρανών καθυστερούσαν συστηματικά κατά δέκα λεπτά για να φτάσουν στο χώρο εργασίας, οι Γερμανοί, απόλυτα συνεπείς οι ίδιοι και, πάντα βιαστικοί, προέβαιναν σε μαζικές απολύσεις, οι Ιρανοί μηχανικοί δυσκολεύτηκαν να τους πείσουν ότι, με τα δεδομένα της Μ. Ανατολής, οι εργάτες ήταν ηρωικά συνεπείς και ότι αν οι απολύσεις συνεχίζονταν πολύ σύντομα δε θα έμενε κάνεις για να εργαστεί, παρά μόνο γυναίκες και παιδιά.

Αυτή η απάθεια απέναντι στο χρόνο εξοργίζει τους ανθρώπους που κινούνται με γρήγορους και προγραμματισμένους ρυθμούς. Έτσι οι Ιταλοί από τις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά, το Μιλάνο ή το Τορίνο, περιφρονούν τους σχετικά βραδύρρυθμους Σικελούς, των οποίων η ζωή ακόμα χαρακτηρίζεται από τους βραδύτερους αγροτικούς ρυθμούς. Οι Σουηδοί της Στοκχόλμης ή του Γκαίτεμπουργκ αισθάνονται την ίδια περιφρόνηση για τους κατοίκους του Λαπλάντ. Οι Αμερικανοί λοιδορούν τους Μεξικανούς, για τους οποίους το manana σημαίνει, στην πραγματικότητα, αρκετά σύντομα. Στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Βόρειοι θεωρούν τους Νότιους αργοκίνητους, και οι μεσοαστοί Μαύροι κατακρίνουν τους ομοφύλους τους της εργατικής τάξης που συμμετέχουν στην οργάνωση «Η εποχή των Μαύρων». Αντίθετα, σε σύγκριση με όλους σχεδόν τους άλλους, οι λευκοί Αμερικανοί και Καναδοί θεωρούνται δραστήριοι και πολυμήχανοι.

Οι λαοί μερικές φορές αντιστέκονται σθεναρά σε μια αλλαγή του ρυθμού. Αυτό το γεγονός εξηγεί και την παθολογική αντίδρασή ενάντια στη λεγάμενη «Αμερικανοποίηση» της Ευρώπης. Η νέα τεχνολογία στην οποία βασίζεται η θεωρία του υπερ-βιομηχανισμού και, σε μεγάλο βαθμό, προγραμματίζεται στα Αμερικάνικα ερευνητικά εργαστήρια, συνεπάγεται μια αναπόφευκτη επίσπευση της κοινωνικής αλλαγής και μια συνακόλουθη επιτάχυνση του ρυθμού της ιδιωτικής ζωής. Οι αντι-Αμερικανοί ρήτορες, αν και επιλέγουν για στόχο τους τους κομπιούτερ και την Κόκα-Κόλα, η πραγματική τους αντίρρηση μπορεί εύκολα να εντοπιστεί στην εισβολή στην Ευρώπη μιας ξένης αντίληψης για τον χρόνο. Η Αμερική, ως η αιχμή του δόρατος του υπερ-βιομηχανισμού, αντιπροσωπεύει έναν νέο, ταχύτερο και άκρως ανεπιθύμητο ρυθμό.

Αυτό ακριβώς το πρόβλημα αποκαλύπτει χαρακτηριστικά η έντονη αποδοκιμασία ‘μα την πρόσφατη εμφάνιση των αμερικανικού τύπου καταστημάτων αναψυκτικών, καλλυντικών και φάρμακων στο Παρίσι. Για πολλούς Γάλλους, η ύπαρξή τους συνιστά κραυγαλέα μαρτυρία ενός δυσοίωνου «πολιτισμικού ιμπεριαλισμού» των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν μια τόσο εμπαθή αντίδραση σε ένα, απόλυτα αθώο, πρατήριο αναψυκτικών, όπου ο δικασμένος Γάλλος πίνει γρήγορα ένα μιλκ-σέικ, αντί να χασομερά για δύο ώρες με κάποιο απεριτίφ σε ένα υπαίθριο μπιστρό. Αξίζει να σημειωθεί ότι, καθώς η νέα τεχνολογία τα τελευταία χρόνια έχει επεκταθεί, περίπου 30.000 μπιστρό έκλεισαν, θύματα, σύμφωνα με το Time ενός «βραχυπρόθεσμου πολιτισμού». (Πράγματι, μπορεί οι λόγοι της ευρέως διαδεδομένης Ευρωπαϊκής αντιπάθειας για το Time να μην είναι εξ ολοκλήρου πολιτικοί, αλλά, ασυνείδητα, να απορρέει από τους συνειρμούς που δημιουργεί ο τίτλος του. To TIME με την ακριβολογία του και το, χωρίς ανάσα, στιλ, του, εξάγει κάτι πολύ περισσότερο από τον Αμερικάνικο Τρόπο Ζωής. Ενσαρκώνει και εξάγει τον Αμερικάνικο Ρυθμό Ζωής).

Η προσδοκία της διάρκειας

Για να κατανοήσουμε γιατί η επιτάχυνση του ρυθμού ζωής μπορεί να αποδείχνει ενοχλητική και αποδιοργανωτική, είναι πολύ σημαντικό να να συλλάβουμε την έννοια της «προσδοκίας της διάρκειας».

Η αντίληψη του ανθρώπου για το χρόνο συνδέεται στενά με τους εσωτερικούς του ρυθμούς. Αλλά η αντίδρασή του στο χρόνο βρίσκεται σε αντιστοιχία με την πολιτισμική του τοποθέτηση. Ένα μέρος αυτής της αντιστοιχίας συνίσταται στη δημιουργία μιας σειράς προσδοκιών στο παιδί, σε σχέση με τη διάρκεια των γεγονότων, των λειτουργιών ή των σχέσεων. Πράγματι, ένα απ ’ τα πιο σημαντικά είδη γνώσεων που μεταδίδουμε στο παιδί, είναι η γνώση της διάρκειας των πραγμάτων. Αυτή η γνώση μεταβιβάζεται με αδιόρατους, άτυπους και συχνά μηχανικούς τρόπους. Παρ’ όλ ’ αυτά, χωρίς ένα πλούσιο σύνολο κοινωνικά αποδεκτών προσδοκιών της διάρκειας, κανένα άτομο δε θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά.

Από τη βρεφική ηλικία το παιδί μαθαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν ο μπαμπάς φεύγει το πρωί για τη δουλειά του, αυτό σημαίνει ότι δε θα επιστρέφει πριν περάσουν πολλές ώρες. (Εάν επιστρέφει, κάτι δεν πάει καλά, το πρόγραμμα χάλασε. Το παιδί το διαισθάνεται. Ακόμη και ο σκύλος της οικογένειας —έχοντας κι αυτός αποκτήσει μια σειρά προσδοκιών της διάρκειας— έχει επίγνωση της αλλαγής της ρουτίνας). Το παιδί, πολύ σύντομα, μαθαίνει ότι η ώρα του φαγητού δεν είναι υπόθεση ενός λεπτού, ούτε πέντε ωρών, αλλά ότι συνήθως διαρκεί από δεκαπέντε λεπτά έως μία ώρα. Μαθαίνει ότι ένα φιλμ διαρκεί δύο έως τέσσερις ώρες, αλλά μια επίσκεψη στον παιδίατρο σπάνια ξεπερνά τη μία ώρα. Μαθαίνει ότι η σχολική μέρα συνήθως διαρκεί έξι ώρες και η σχέση του με έναν καθηγητή, ένα σχολικό έτος, αλλά ότι η σχέση του με τον παππού και τη γιαγιά του προορίζεται να είναι πολύ μεγαλύτερης διάρκειας. Πραγματικά, κάποιες σχέσεις προορίζονται να διαρκέσουν μια ολόκληρη ζωή.
Η συμπεριφορά των ενηλίκων, ουσιαστικά όλες οι πράξεις μας, από το να ταχυδρομήσουμε ένα γράμμα μέχρι το να κάνουμε έρωτα, υπόκεινται σε συγκεκριμένες, ειπωμένες ή μη, προϋποθέσεις σχετικά με τη διάρκεια.

Αυτές ακριβώς οι προσδοκίες της διάρκειας, διαφορετικές σε κάθε κοινωνία, αλλά από νωρίς διαμορφωμένες και βαθιά ριζωμένες, είναι που κλονίζονται όταν αλλάζει ο ρυθμός της ζωής.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο φαίνεται και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σ ’ εκείνους που υποφέρουν από τον εντεινόμενο ρυθμό ζωής και σ’ εκείνους που είναι σε θέση να τον αξιοποιήσουν δημιουργικά. Αν ένα άτομο δεν προσαρμόσει τις προσδοκίες του για τη διάρκεια, έτσι ώστε να αντιστοιχούν στη συνεχή επιτάχυνση, είναι πιθανόν να φανταστεί ότι δύο καταστάσεις που, κατά τα άλλα, μοιάζουν μεταξύ τους, ταυτίζονται και ως προς τη διάρκεια. Είναι όμως βέβαιο ότι οι ορισμένες τουλάχιστον καταστάσεις θα συμπτυχθούν χρονικά, σαν αποτέλεσμα της επιταχυντικής ώθησης.

Το άτομο, το οποίο έχει αφομοιώσει την αρχή της επιτάχυνσης -που αισθάνεται, φυσικά και διανοητικά, ότι τα πράγματα στον κόσμο γύρω του κινούνται ταχύτερα— δημιουργεί ένα αυτόματο, ασυνείδητο αντιστάθμισμα της χρονικής σύμπτυξης. Προβλέποντας ότι οι καταστάσεις θα διαρκέσουν λιγότερο, σπάνια παρουσιάζεται απροετοίμαστο ή συγκλονισμένο, σε αντίθεση με το άτομο, που δεν προβλέπει σταθερά τη συνεχή συρρίκνωση της διάρκειας των καταστάσεων, αλλά οι προσδοκίες του για τη διάρκεια είναι στατικές.

Εν ολίγοις, ο ρυθμός της ζωής πρέπει να θεωρείται σαν κάτι περισσότερο από μία τετριμμένη φράση, μια αιτία αστεϊσμών, παραπόνων ή εθνικών καταστολών. Αποτελεί μία ψυχολογική μεταβλητή κρίσιμης σημασίας. Σε προηγούμενες εποχές, όταν οι ρυθμοί της κοινωνικής αλλαγής ήταν αργοί, οι άνθρωποι παρέμεναν ανυποψίαστοι σε σχέση μ ’ αυτή τη μεταβλητή. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ζωής ενός ανθρώπου, ο ρυθμός είναι δυνατόν, σε κάποιο βαθμό, να ποικίλλει, αλλά η επιταχυντική ώθηση τον μεταβάλλει ριζικά. Διότι, ακριβώς μέσα από την επιτάχυνση του ρυθμού ζωής, η αυξημένη ταχύτητα μιας ευρείας επιστημονικής, τεχνολογικής αλλαγής, μετατρέπεται σε δύναμη δύναμη πίεσης στη ζωή του ατόμου. Ένα μεγάλα μέρος της της ανθρώπινης συμπεριφοράς, προκαλείται από την έλξη ή τον ανταγωνισμό απέναντι στον ρυθμό ζωής, που επιβάλλεται στο άτομο από την κοινωνία ή από την κοινωνική στην οποία είναι ενταγμένο. Η αποτυχία του να αφομοιώσει αυτή τη γενική αρχή, οφείλεται στην επικίνδυνη ανικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και της ψυχολογίας να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για τη δημιουργική συμμετοχή τους σε μια υπερ-βιομηχανική κοινωνία.

Η αρετή ανταμείβεται με ευτυχία, ηρεμία, αταραξία

Η καλοσύνη όπως γράφει η Σάρον Λέμπελ στο βιβλίο της Η τέχνη του ζην, είναι μια επιχείρηση ίσων ευκαιριών, διαθέσιμη στον καθένα την κάθε στιγμή – φτωχό ή πλούσιο, μορφωμένο ή απλοϊκό-, δεν είναι αποκλειστική δικαιοδοσία των «επαγγελματιών» του πνεύματος, όπως είναι, υποτίθεται, οι μοναχοί, οι άγιοι ή οι ασκητές. Η αρετή («η αρμονική διάθεση» όπως έλεγε ο Ζήνων) και η ευτυχία είναι προσιτές σε όλους και μάλιστα σε τούτο εδώ τον κόσμο, όχι σ’ ένα φανταστικό επέκεινα. Η στωική σκέψη είναι μια μορφή υλισμού και πραγματισμού.

Ο Επίκτητος πρόβαλε μια αντίληψη της αρετής απλή, συνηθισμένη και καθημερινή στη διατύπωση της. Αντί των πράξεων εντυπωσιασμού και επίδειξης καλοσύνης, ήταν υπέρ μιας ζωής που να τη ζει κανείς σταθερά, σύμφωνα με τη θεία θέληση. Η συνταγή του για την καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντά σου και να να σκέφτεσαι καθαρά για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ανθρώπινη κοινωνία. Το αληθινό έργο ενός ανθρώπου είναι να μάθει πώς να απαλλάσσει τη ζωή του από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «αχ, εγώ ο έρμος», τα «πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές.

Ο Δημοσθένης έλεγε ότι δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς σταθερή δύναμη με αδικίες, επιορκίες και ψευτιές. Κάποτε έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Η αρετή -η καλοσύνη, η ευγένεια, η επιείκεια, το αίσθημα δικαιοσύνης, η ευαισθησία, η σεμνότητα- μοιάζει με εμπόλεμη κατάσταση: πρέπει διαρκώς να επαγρυπνούμε για να κάνουμε το Καλό. Δεν πρέπει να συγχέουμε την αρετή με τη σεμνοτυφία και τον συντηρητισμό, αλλά να την ταυτίσουμε με τη σύνεση, τη δύναμη και τη σωστή αξιοποίηση της καλής τύχης. Βασική αρετή, λέει ο Ζήνων αποτελεί η φρόνηση, από την οποία απορρέουν -σύμφωνα με τον Πλάτωνα- η ανδρεία και η δικαιοσύνη.

Ποιος είναι λοιπόν ο στόχος μας αν όχι η ευτυχία, η ηρεμία και η αταραξία και ποιες οι προϋποθέσεις για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος; Πολλοί θα πουν ότι η αρετή δεν οδηγεί στην επίτευξη του στόχου επειδή η ζωή είναι άδικη και ο κόσμος κακός. Ωστόσο, αυτός είναι μονάχα ένας τρόπος για να βλέπουμε τα πράγματα- ένας άλλος τρόπος σχετίζεται με τη βαθύτερη ψυχική μας κατάσταση και δεν εξαρτάται από τους κοινωνικούς παράγοντες. Ο ευτυχισμένος, ήρεμος και ατάραχος άνθρωπος έχει κατακτήσει όσα έχει κατακτήσει μέσω του αυτοσεβασμού και μέσω της σοφίας του, όχι μέσω κοινωνικών προνομίων. Σύμφωνα με τους Στωικούς, η αρετή είναι και μέσον και σκοπός.

Το πάθος είναι για τους Στωικούς μια αφύσικη κίνηση της ψυχής, μια ορμή πλεονάζουσα, πού μας παρασύρει σε επικίνδυνες αντιδράσεις για την ηθική ισορροπία και την ευτυχία μας. Ωστόσο η απάθεια δεν ταυτίζεται με την απραξία˙ αντιθέτως, η αδικία δεν συνδέεται πάντοτε με κάποια πράξη- συχνά συνδέεται με την απραξία. Όποιος πράττει σύμφωνα με τις ιδέες του έχει συχνά άδικο -αλλά όποιος δεν πράττει ποτέ έχει πάντοτε άδικο. Ο στωικός φιλόσοφος δεν προτείνει λοιπόν την αποχή από τις διάφορες δραστηριότητες.

Πώς να γίνεις αθόρυβα αποτελεσματικός

Ποτέ δεν θα κερδίσεις αν έχεις ανάγκη να αποδεικνύεις ότι ανήκεις στους κερδισμένους. Αυτό είναι περίπου το μήνυμα του κεφαλαίου αυτού, που σας συμβουλεύει πώς να γίνετε αθόρυβα αποτελεσματικοί στις επιδιώξεις της ζωής σας. Οι απαντήσεις σας στο παρακάτω τεστ θα σας δείξουν πόσο αθόρυβα αποτελεσματικοί είσαστε τώρα.

1. Εκνευρίζεσαι όταν δεν καταφέρνεις να εξηγήσεις κάτι στους άλλους;

2. Νιώθεις υποχρεωμένος να αναγγείλεις τα επιτεύγματά σου στους άλλους;

3. Νιώθεις υποχρεωμένος να πεις στους άλλους ότι νίκησες κάποιον σε κάτι;

4. Θίγεσαι εύκολα από τα λόγια και τη συμπεριφορά των άλλων;

5. Δυσκολεύεσαι να πεις ψέματα, ακόμα κι αν αυτό είναι πιο λογικό ή πρακτικό;

6. Σου είναι δύσκολο να διεκδικήσεις το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, χωρίς να νιώθεις ενοχή;

7. Νιώθεις να σε παρασύρει η κακή διάθεση των άλλων;

8. Σου συμβαίνει συχνά να λες ή να σκέφτεσαι; «Αυτός/αυτή δε με καταλαβαίνει»;

9. Νιώθεις ότι ο πόνος είναι κάτι φυσικό, ότι πρέπει να υποφέρεις σ’ αυτή τη γη;

10. Δυσκολεύεσαι ν’ απομακρυνθείς από ανθρώπους που θεωρείς ενοχλητικούς, όπως είναι οι μεθυσμένοι, οι φλύαροι κ.λπ.;

11. Συνήθως εξηγείς υπερβολικά τον εαυτό σου και θυμώνεις που είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις;

12. Καταναλώνεις πολύ χρόνο αναλύοντας τις σχέσεις σου με τους φίλους και τους συγγενείς σου;
Οι καταφατικές απαντήσεις δείχνουν περιοχές θυματοποίησης, στην εξάλειψη των οποίων μπορείς να ασκηθείς. Αν πρέπει να εξηγείσαι στους άλλους, να τους κάνεις συνεχώς να σε καταλάβουν ή αν προσπαθείς πάντα ν’ αποδείξεις την αξία σου με τη συμπεριφορά και τα λόγια σου, τότε πάσχεις από την ασθένεια «έλλειψη αθόρυβης αποτελεσματικότητας».

ΠΩΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΑΘΟΡΥΒΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΣ

Τι σημαίνει αθόρυβα αποτελεσματικός; Η λέξη που υπογραμμίζεται εδώ είναι το αθόρυβα, αφού έχουμε μιλήσει λεπτομερώς σε άλλα μέρη του βιβλίου, για την αποτελεσματικότητα. Το να είσαι αθόρυβα αποτελεσματικός, σημαίνει να μη χρειάζεται να αναγγέλλεις στους άλλους τις νίκες σου για να αποκτήσουν νόημα για σένα. Συχνά, βέβαια, είναι χρήσιμο να μιλάς στους άλλους για τα γεγονότα της ζωής σου θα γίνεις, όμως, ένα θύμα αν έχεις ανάγκη να πληροφορείς τους άλλους για να νιώσεις ικανοποίηση. Μόλις βάλεις τη λέξη ανάγκη στο λεξιλόγιό σου, θα βρεθείς στο έλεος των άλλων κι αν για οποιοδήποτε λόγο, αυτοί αρνηθούν ν’ αναγνωρίσουν την αξία ή τα επιτεύγματά σου, τότε εσύ θα καταρρεύσεις κι εκείνοι θα κινούν τα νήματά σου.

Η αθόρυβη αποτελεσματικότητα σημαίνει ακόμη ότι δε χρειάζεται να βομβαρδίζεις τους άλλους με τις νίκες σου. Αν έχεις ανάγκη να το κάνεις αυτό, θα δεις ότι οι άλλοι αντεπιτίθενται και προσπαθούν να σε υποβιβάσουν με κάποιο τρόπο. Κλειδί της αθόρυβης αποτελεσματικότητας είναι το πώς νιώθεις εσύ. Αν έχεις αυτοπεποίθηση, τότε θα σου αρκεί να είσαι εσύ ικανοποιημένος, γιατί ο εαυτός που ευχαριστείς έχει αξία. Αν, όμως, δεν έχεις αρκετή αυτοεκτίμηση, τότε θα ζητάς από τους άλλους να σε τροφοδοτούν με την εκτίμηση τους· κι εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Αν είσαι αναγκασμένος να αντλήσεις αυτή την ενθάρρυνση απ’ έξω, γίνεσαι εθελοντικά θύμα.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ

Όταν αρχίσεις να αναπτύσσεις την αυτοπεποίθηση σου, θα πάψεις να ζητάς από τους άλλους να ακούν πρόθυμα τις ιστορίες σου και θα βρίσκεις τη μοναξιά πιο παραδεκτή. Η προσωπική σου ζωή είναι σημαντικό μέρος της ύπαρξής σου και απαραίτητη για την αίσθηση της εσωτερικής σου ισορροπίας. Το να θέλεις να καταλαβαίνουν όλοι και να μοιράζονται οτιδήποτε σκέφτεσαι, νιώθεις, λες ή κάνεις, είναι μια αυτοθυματοποιητική στάση.

Επιπλέον, όταν δεν προσπαθείς πάντα να σε καταλαβαίνουν οι άλλοι και κρατάς κάποια πράγματα για σένα, αποφεύγεις να παρασύρεσαι από τους άλλους. Αυτό που συμβουλεύουμε δεν είναι μια στάση ερημίτη· σας προκαλούμε μόνο να θυμηθείτε πως έχετε το δικαίωμα της προσωπικής ζωής, καθώς και να προσέξετε αυτούς που είναι έτοιμοι να σας θυματοποιήσουν, εισβάλλοντας στις προσωπικές σας περιοχές ή, ακόμα χειρότερο, αρνούμενοι το δικαίωμά σας σε μια ιδιωτική ζωή. Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, που έζησε γύρω στα δύο χρόνια μόνος του στη λίμνη Γουόλντεν, έγραψε γι’ αυτό το συναίσθημα της προσωπικής ζωής στο έργο του Γουόλντεν:

Συχνά μου λένε: «Θα πρέπει να νιώθεις μοναξιά εδώ κάτω και να επιθυμείς να ‘σαι πιο κοντά με ανθρώπους»… Θα ‘θελα να τους πω τότε: «Γιατί να νιώσω μοναξιά; Δεν είναι ο πλανήτης μας στο Γαλαξία; Είναι καλό να είναι κανείς μόνος τον περισσότερο καιρό. Η συντροφιά με άλλους ανθρώπους, ακόμη και με τους καλύτερους, σύντομα σε κουράζει και σε ξεστρατίζει. Μ’ αρέσει να είμαι μόνος».

Βέβαια δε μπορούμε να είμαστε όλοι Θορώ, κι αυτός εδώ είναι ο εικοστός αιώνας παρ’ όλα αυτά οι παρατηρήσεις του ισχύουν και σήμερα. Δε χρειάζεται να βρίσκεσαι περιτριγυρισμένος από ανθρώπους ή να ζητάς πάντα να σε καταλαβαίνουν οι άλλοι για να νιώθεις ολοκληρωμένος. Αντίθετα, αν έχεις τέτοιες προσδοκίες ή αν αφήσεις τους άλλους να έχουν τέτοιες προσδοκίες από σένα, θα γίνεις θύμα.
Χρειάζεται κάποιο θάρρος για να επιμείνεις στην προσωπική σου ζωή, κυρίως αν οι άλλοι επιμένουν ότι η επιθυμία σου για προσωπική ζωή ισοδυναμεί με απόρριψή τους. Είναι ανώφελο να το εξηγήσει κανείς αυτό στους περισσότερους ανθρώπους. Η μόνη λύση είναι να ασκήσεις το δικαίωμά σου πρακτικά. Κάνοντας το αυτό αρκετά συχνά, θα τους διδάξεις πώς θέλεις να σου φέρονται. Αν αποπειραθείς να μιλήσεις γι' αυτό, όσο περισσότερο το αναλύεις, τόσο πιο πολύ θα νιώθεις θυματοποιημένος και θα καταλήξεις να παραιτηθείς από την προσωπική σου ζωή.

Οι αναφορές του Επίκτητου στην θρησκεία

Οι αναγνώστες του Επίκτητου δεν γίνεται να μην προσέξουν τις συχνές του αναφορές στη θρησκεία. Ο Δίας αναφέρεται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, με εξαίρεση τον Σωκράτη. Για να καταλάβετε καλύτερα τον ρόλο που έχει ο Δίας στον στωικισμό, σκεφθείτε έναν υποψήφιο μαθητή στη σχολή του Επίκτητου. Εάν το άτομο αυτό ρωτούσε τι πρέπει να κάνει κανείς για να εφαρμόσει πρακτικά τον στωικισμό, ο Επίκτητος ίσως να του περιέγραφε τις διάφορες τεχνικές που κήρυτταν οι Στωικοί. Εάν ο υποψήφιος μαθητής ρωτούσε γιατί έπρεπε να εφαρμόζει αυτές τις τεχνικές, ο Επίκτητος μπορεί να απαντούσε ότι έτσι θα είχε τη δυνατότητα να κατακτήσει τη γαλήνη.

Όλα καλά έως εδώ: υποθέστε όμως ότι αυτός ο μαθητής είχε υπόψη και άλλες σχολές φιλοσοφίας και αναρωτιόταν γιατί η σχολή του Επίκτητου να ήταν καλύτερη από εκείνες. Υποθέστε, πιο συγκεκριμένα, ότι αυτός ο μαθητής ρωτούσε τον Επίκτητο τι λόγους είχε να πιστεύει πως οι τεχνικές που προωθούσαν οι Στωικοί θα του έδιναν όντως τη δυνατότητα να κατακτήσει την ψυχική γαλήνη. Απαντώντας σε αυτή την ερώτηση, ο Επίκτητος θα ξεκινούσε μιλώντας για τον Δία.

Μας δημιούργησε θα έλεγε στον μαθητή, ο Δίας. Κι ο μαθητής του, το πιο πιθανό είναι ότι θα δεχόταν αυτό τον ισχυρισμό, στον βαθμό που ο αθεϊσμός φαίνεται πως σπάνιζε στην αρχαία Ρώμη. (Αλλά και πάλι, αυτό που εννοούσε ο Επίκτητος , όταν αναφερόταν στον Δία, μάλλον διέφερε από αυτό που εννοούσαν οι περισσότεροι Ρωμαίοι. Συγκεκριμένα , ο Επίκτητος πιθανότατα ταύτιζε τον Δία με τη Φύση.) Ο Επίκτητος θα συνέχιζε εξηγώντας ότι ο Δίας μάς έχει πλάσει διαφορετικούς από τα άλλα ζώα υπό μια σημαντική έννοια: Είμαστε έλλογοι, όπως και οι θεοί. Συνεπώς, είμαστε ένα περίεργο υβρίδιο, μισοί ζώα και μισοί θεοί.

Ο Δίας, ως γνωστόν, είναι ένας θεός συμπονετικός, αγαθός και γεμάτος αγάπη, και μας δημιούργησε έχοντας τις καλύτερες προθέσεις για μας. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι δεν ήταν παντοδύναμος κι έτσι, όταν μας δημιουργούσε, υπήρχαν όρια σε όσα μπορούσε να κάνει. Στις Διατριβές του, ο Επίκτητος φαντάζεται ότι συζητά με τον Δία και στον διάλογο αυτόν ο Δίας εξηγεί το αδιέξοδό του με τα ακόλουθα λόγια: «Επίκτητε, εάν ήταν δυνατό, θα είχα κάνει και το ευτελές σου σώμα και την ασήμαντη περιουσία σου ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Επειδή όμως αυτό δεν μπόρεσα να το κάνω, σου δώσαμε κάτι δικό μας, αυτή τη δύναμη της επιλογής και της αποτροπής, της επιθυμίας και της απόρριψης.» Προσθέτει ότι, εάν ο Επίκτητος μάθει να χρησιμοποιεί κατάλληλα αυτή την ικανότητα, δεν θα νιώσει ποτέ απελπισία ή δυσαρέσκεια.

Με άλλα λόγια, θα διατηρεί τη γαλήνη του ακόμα και χαρά θα βιώνει- παρά τα χτυπήματα που μπορεί να του επιφέρει η Μοίρα. Αλλού στις Διατριβές, ο Επίκτητος λέει ότι, ακόμα και αν ο Δίας μπορούσε να μας είχε πλάσει ελεύθερους και ανεμπόδιστους, θα επέλεγε να μην το κάνει. Ο Επίκτητος πλάθει μια εικόνα του Δία σαν προπονητή: «Οι δυσκολίες είναι που αναδεικνύουν τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν προκύψει μια δυσκολία, θυμήσου ότι ο θεός , σαν ένας προπονητής , σε έχει βάλει να παλέψεις με κάποιον σκληροτράχηλο νέο.» Γιατί να το κάνει αυτό; Για να σε σκληραγωγήσει και να σε ενδυναμώσει, ώστε να μπορέσεις να γίνεις «Ολυμπιονίκης»: με άλλα λόγια, για να ζήσεις την καλύτερη δυνατή ζωή. Παρεμπιπτόντως, και ο Σενέκας είχε μια παρόμοια θεωρία: Ο θεός, έλεγε, “δεν φτιάχνει κακομαθημένα κατοικίδια από καλούς ανθρώπους τους περνά από δοκιμασίες, τους σκληραγωγεί και τους καθιστά ικανούς να τον υπηρετήσουν.” Συγκεκριμένα, οι αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε μετρούν ως «απλή εξάσκηση» και «αυτά τα πράγματα που όλοι μας μπροστά τους ριγούμε και τρέμουμε είναι για το καλό εκείνων στους οποίους έχουν ενσκήψει».

Έπειτα, ο Επίκτητος θα έλεγε στον υποψήφιο μαθητή ότι, εάν θέλει να ζήσει μια καλή ζωή, πρέπει να αναλογιστεί τη φύση του και τον σκοπό για τον οποίο τον δημιούργησε ο θεός και να ζήσει σύμφωνα με αυτόν. Πρέπει, όπως το θέτει ο Ζήνωνας, να ζήσει σύμφωνα με τη φύση. Ο άνθρωπος που ζει έτσι δεν επιδιώκει απλώς την ευχαρίστηση, όπως θα έκανε ένα ζώο αντίθετα, θα χρησιμοποιήσει την έλλογη ικανότητά του για να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη. Τότε, θα ανακαλύψει τον λόγο για τον οποίο δημιουργηθήκαμε όλοι και τον ρόλο που παίζουμε στο κοσμικό σχέδιο. Θα συνειδητοποιήσει ότι, για να ζει μια καλή ζωή, πρέπει να επιτελεί σωστά τη λειτουργία των ανθρώπινων όντων, τον σκοπό για την εκπλήρωση του οποίου τον έχει σχεδιάσει ο Δίας. Κι έτσι θα επιδιώξει την αρετή, με την αρχαία σημασία της λέξης, που σημαίνει ότι θα προσπαθήσει σκληρά να γίνει ένα εξαιρετικό ανθρώπινο ον. Θα καταλήξει να συνειδητοποιήσει επίσης, ότι εάν ζει σε συμφωνία με τη φύση, θα ανταμειφθεί με τη γαλήνη που μας έχει υποσχεθεί ο Δίας.

Αυτή η εξήγηση μπορεί να ικανοποιούσε τους ανθρώπους την εποχή του Επίκτητου, αλλά μάλλον είναι άτοπη σήμερα , αφού σχεδόν κανείς δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Δία και πολλοί δεν πιστεύουν ότι είμαστε δημιουργήματα κάποιου θείου όντος που ήθελε το καλύτερο για μας. Πολλοί αναγνώστες, επομένως, σε αυτό το σημείο θα σκεφτούν: Εάν πρέπει να πιστεύω στον Δία και στη θεία δημιουργία για να εφαρμόσω τον στωικισμό, τότε δεν έχω πιθανότητες επιτυχίας». Όμως, οι αναγνώστες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι απολύτως εφικτό να εφαρμόσει κανείς τον στωικισμό -και, συγκεκριμένα, να επιστρατεύσει Στωικές στρατηγικές για να κατακτήσει τη γαλήνη-χωρίς να πιστεύει στον Δία ή, ακόμα, στη θεία δημιουργία.

Επίκτητος, Οδηγός για την καλή ζωή

Ερευνητικές ομάδες από CERN και Fermilab ανακοίνωσαν σημαντική ανακάλυψη μιας διαφεύγουσας κατάστασης τριών γλοιονίων

Η συνεργασία TOTEM στον LHC, με την συνεργασία DØ στον επιταχυντή σύγκρουσης Tevatron, στο Fermlab, ανακοίνωσαν την ανακάλυψη του odderon – μιας διαφεύγουσας κατάστασης τριών βασικών σωματίων αποκαλούμενων γλοιόνια που προβλέφθηκε περίπου πριν από 50 χρόνια. Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια διαδικτυακής συνάντησης στο CERN. «Το αποτέλεσμα διερευνά τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της θεωρίας της κβαντικής χρωμοδυναμικής, ιδίως ότι τα γλοιόνια αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους και ότι ένας περιττός αριθμός γλοιονίων μπορεί να είναι «άχρωμος», προστατεύοντας έτσι την ισχυρή αλληλεπίδραση. Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της εργασίας αυτής είναι ότι τα αποτελέσματα παρήχθησαν με συνδυασμό δεδομένων από LHC και Tevatron, σε διαφορετικές ενέργειες», σημειώνει ο Simone Giani, εκπρόσωπος τύπου του TOTEM, στο CERN.

Καταστάσεις που συνίστανται από δυο, τρία ή περισσότερα γλοιόνια συνήθως καλούνται «γλοιομπάλλες» (glueballs) και είναι περίεργα αντικείμενα φτιαγμένα μόνο από φορείς της ισχυρής δύναμης. Ο ερχομός της κβαντικής χρωμοδυναμικής (QCD) οδήγησε τους θεωρητικούς να προβλέψουν την ύπαρξη του odderon το 1973. Η επαλήθευση της ύπαρξής του υπήρξε μια σημαντική πειραματική πρόκληση, που – ωστόσο – απαιτεί λεπτομερείς μετρήσεις των πρωτονίων καθώς εξοστρακίζει το ένα το άλλο σε συγκρούσεις υψηλής ενέργειες.

Το 2018, στο πείραμα TOTEM αναφέρθηκαν μετρήσεις σε υψηλές ενέργειες που θα μπορούσαν όχι εύκολα να εξηγηθούν με την ιδέα της ανταλλαγής μιας «χρωματικά ουδέτερης» εικονικής γλοιομπάλλας, που αποτελείται από άρτιο αριθμό γλοιονίων (pomeron). Αντίθετα, ένα άλλο αντικείμενο QCD έμοιαζε να παίζει ρόλο, υποστηρίζοντας μοντέλα στα οποία ανταλλάχθηκε μια ένωση τριών γλοιονίων ή μια που περιλαμβάνει μεγαλύτερους περιττούς αριθμούς γλοιονίων. Τα αποτελέσματα ήταν αρκετά για να υπάρξει ο ισχυρισμός στοιχείων για το odderon, αν και όχι ακόμη η οριστική του παρατήρηση.

Η νέα εργασία βασίζεται σε ένα μοντέλο ανάλυσης δεδομένων. Οι ομάδες TOTEM και DØ σύγκριναν δεδομένα συγκρούσεων πρωτονίων στο LHC (που καταγράφηκαν σε ενέργειες σύγκρουσης 2,76, 7,8 και 13 TeV και προεκτεινόμενες στα 1,96 TeV), με τα δεδομένα πρωτονίων-αντιπρωτονίων που μετρήθηκαν στο Tevatron στα 1,96 TeV και βρήκαν και πάλι στοιχεία το το odderon. Όταν οι ομάδες συνδύασαν το αποτέλεσμα με μετρήσεις σε πολύ μικρότερες γωνίες σκέδασης στα 13 TeV από τη συνεργασία TOTEM, η σημαντικότητα του αποτελέσματος εκτοξεύθηκε στο επίπεδο τη ανακάλυψης: η σημαντικότητα του αποτελέσματος είναι στην περιοχή 5,2 – 5,7 τυπικές αποκλίσεις και έτσι συνιστά την πρώτη πειραματική παρατήρηση του odderon. Είναι μια σημαντική ανακάλυψη από το CERN και το Fermilab.

Νέες υποθέσεις για τις σκουληκότρυπες εξερευνούν εάν θα μπορούσαν να είναι διελεύσιμες από ανθρώπους

Μια «σκουληκότρυπα» θεωρείται ότι είναι μια υποθετική παράκαμψη – μια σήραγγα μέσω του χωροχρόνου – που θα μπορούσε να συνδέσει μια μεριά ενός γαλαξία με μια άλλη. Η ιδέα της σκουληκότρυπας είναι τόσο παλιά όσο και η ιδέα της μαύρης τρύπας. Αν και η επιστημονική φαντασία τις έχει χρησιμοποιήσει στις ιστορίες της, η ύπαρξη των σκουληκότρυπων είναι δύσκολο να αιτιολογηθεί θεωρητικά και η ύπαρξή της παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα. Ακόμη και αν θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια σκουληκότρυπα, η βαρυτική έλξη της ύλης στο εσωτερικό της θα προκαλούσε κατά πάσα πιθανότητα το κλείσιμο του λαιμού της (το στενότερο σημείο της σήραγγας), εμποδίζοντας το ταξίδι από την μια μεριά στην άλλη.

Βέβαια, θεωρητικοί έχουν προτείνει τρόπους να κρατηθεί μια σκουληκότρυπα ανοιχτή, συνήθως προσθέτοντας εξωτική ύλη της οποίας οι ιδιότητες αντιστέκονται στην βαρυτική κατάρρευση. Το καινούργιο που κομίζει η νέα εργασία του Jose Blázquez-Salcedo και των συνεργατών του στο Complutense University of Madrid, είναι ότι έχουν βρει μια λύση διελεύσιμης σκουληκότρυπας η οποία δεν απαιτεί εξωτική ύλη. Η ομάδα μοντελοποίησε την σκουληκότρυπά της χρησιμοποιώντας ένα ημικλασικό πλαίσιο, στο οποίο η ύλη αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο κοινών φερμιονίων (σωμάτια με σπιν -1/2, όπως τα ηλεκτρόνιο και ποζιτρόνιο) που περιγράφονται με κβαντικές κυματοσυναρτήσεις. Η ύλη αλληλεπιδρά μέσω ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, πράγμα που απλοποιεί τις εξισώσεις.

Μεταβάλλοντας παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένων του φορτίου και της μάζας των φερμιονίων, ο Blázquez-Salcedo και οι συνεργάτες του βρήκαν ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν διελεύσιμες σκουληκότρυπες όταν ο λόγος του ολικού φορτίου προς την ολική μάζα μέσα στη σκουληκότρυπα υπερβαίνει ένα θεωρητικό όριο που εφαρμόζεται στις μαύρες τρύπες. Οι ερευνητές εικάζουν ότι η λύση αυτή θα μπορούσε να παραμείνει έγκυρη σε ένα πιο πλήρες μοντέλο, όπου τα πεδία που αντιστοιχούν στις αλληλεπιδράσεις της ύλης είναι κβαντισμένα.

Όμως οι σκουληκότρυπες που ο Blázquez-Salcedo και οι συνεργάτες του οραματίζονται είναι μικροσκοπικές – πολύ μικρές για να χωρέσει οποιοσδήποτε άνθρωπος. Από τη μεριά τους, ο Juan Maldacena από το Ινστιτούτο Προχωρημένων Σπουδών, στο New Jersey και ο Alexey Milekhin από το Πανεπιστήμιο Princeton ερεύνησαν για σκουληκότρυπες που θα παρείχαν ασφαλές πέρασμα σε έναν θαρραλέο ταξιδιώτη. Το μοντέλο τους υποθέτει σκουληκότρυπες σε έναν πενταδιάστατο χωρόχρονο, όπως προτείνεται σε ορισμένες κοσμολογίες θεωρίας των χορδών. Οι ερευνητές δείχνουν ότι μια φιλική στον άνθρωπο σκουληκότρυπα – με επιτάχυνση μικρότερη από 20g – θα μπορούσε να επιτρέψει μια διαγαλαξιακή εκδρομή σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Αυτή η σύντομη διάρκεια θα ίσχυε μόνο για ένα άτομο στην σκουληκότρυπα, καθώς ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μετρούσε το ταξίδι να κρατάει χιλιάδες χρόνια.

Ο ρομαντισμός και τα ιδεώδη του

Πού όμως σημειώθηκε η απαρχή του ρομαντικού κινήματος; Σαφώς όχι στην Αγγλία, αν και, τυπικά, αυτό έχει μια κάποια αλήθεια - έτσι θα σας πουν και όλοι οι ιστορικοί. Δεν είναι πάντως στην Αγγλία που έκανε την εμφάνισή της η πλέον δραματική μορφή του ρομαντικού κινήματος. Ως εκ τούτου σκοπεύω να εστιάσω την προσοχή μου σε ό,τι συνέβη κατά το δεύτερο τρίτο του δέκατου όγδοου αιώνα. Κι είναι κάτι που δεν συνέβη ούτε στην Αγγλία ούτε στη Γαλλία, αλλά κατά μείζονα λόγο στη Γερμανία.
 
Η κοινή θεώρηση της ιστορίας και της ιστορικής αλλαγής μάς λέει τα εξής. Έχουμε, κατ' αρχάς, τον γαλικό dix-huitième - αιώνα καλαίσθητο, στον οποίο καθετί ξεκινά την πορεία του ήρεμα ήρεμα, ομαλά, οι άνθρωποι ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες στην τέχνη και στη ζωή, ο Λόγος εν γένει προωθείται, η ορθολογικότητα προοδεύει, η Εκκλησία υποχωρεί, το παράλογο υποκύπτει στα δεινά πλήγματα που δέχεται από τους Γάλλους philosophes. Επικρατεί ειρήνη, ηρεμία, οικοδομούνται καλαίσθητα κτίρια, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι ο οικουμενικός Λόγος πρέπει να χαρακτηρίζει τόσο τις ανθρώπινες υποθέσεις, όσο και την καλλιτεχνική πρακτική, την ηθική, την πολιτική, τη φιλοσοφία. Και τότε επέρχεται μια αιφνίδια, καταφανώς ανεξήγητη αναστάτωση. Μια βίαιη έκρηξη συναισθημάτων, μια έκρηξη ενθουσιασμού. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τα γοτθικά κτίρια και την ενδοσκόπηση. Εντελώς ξαφνικά αποκτούν νευρώσεις και γίνονται μελαγχολικοί· αρχίζουν να θαυμάζουν τις ανεξήγητες εκφάνσεις του διανοητικού αυθορμητισμού. Σημειώνεται μια γενική απομάκρυνση από την υφιστάμενη συμμετρική, καλαίσθητη, άψυχη κατάσταση πραγμάτων. Παράλληλα όμως λαμβάνουν χώρα και άλλες αλλαγές. Μια μεγάλη επανάσταση ξεσπά· επικρατεί δυσαρέσκεια· το κεφάλι του βασιλιά πέφτει· η Τρομοκρατία είναι γεγονός.

Δεν είναι ξεκάθαρη η σχέση μεταξύ αυτών των δύο επαναστάσεων. Καθώς διαβάζουμε ιστορία, μας δημιουργείται γενικώς η αίσθηση πως κάτι καταστροφικό συνέβη περί τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Ενώ στην αρχή όλα έδειχναν ωραία και καλά, εντελώς ξαφνικά επήλθε μια επανάσταση. Άλλοι την καλοδέχονται, άλλοι την καταδικάζουν. Αυτοί που την καταδικάζουν θεωρούν πως η εποχή τους είναι μια εποχή καλαίσθητη και γαλήνια: όσοι δεν τη γνώρισαν, δεν γνώρισαν την πραγματική plaisir de vivre, όπως είπε ο Talleyrand. Κάποιοι άλλοι διατείνονται πως επρόκειτο για μια κίβδηλη και υποκριτική εποχή και πως η Επανάσταση ήταν απότοκη της γενικής ανάγκης για περισσότερη δικαιοσύνη, ανθρωπιά, ελευθερία, αλληλοκατανόηση. Όπως κι αν έχει το πράγμα, το ερώτημα παραμένει εκκρεμές: Ποια η σχέση μεταξύ της καλούμενης ρομαντικής επανάστασης -της ξαφνικής επανάστασης στους κόλπους της τέχνης και της ηθικής αυτής της νέας και τρικυμιώδους τάσης- και της επανάστασης που έγινε κοινώς γνωστή ως Γαλλική Επανάσταση; Οι άνθρωποι που χόρεψαν πάνω στα ερείπια της Βαστίλης, οι άνθρωποι που πήραν το κεφάλι του Λουδοβίκου ΙΣΤ', ήταν άραγε οι ίδιοι που επηρεάστηκαν από την ξαφνική λατρεία του πνεύματος, την ξαφνική έκρηξη του αισθηματισμιού, για την οποία μαθαίνουμε, ή τις ξαφνικές αναταραχές που κατέκλυσαν τον δυτικό κόσμο; Προφανώς όχι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρχές εν ονόματι των οποίων έγινε η Γαλλική Επανάσταση ήταν συνδεδεμένες με τον οικουμενικό Λόγο, την τάξη, τη δικαιοσύνη, αλλά κατ' ουδένα τρόπον με την αίσθηση της μοναδικότητας, τη βαθιά αισθηματική ενδοσκόπηση, τη συναίσθηση των διαφορών μεταξύ των πραγμάτων, των ανομοιοτήτων μάλλον παρά των ομοιοτήτων, με τις οποίες συνδέεται συνήθως το ρομαντικό κίνημα.

Κι ο Rousseau; Ο Rousseau, πολύ σωστά, τοποθετείται εντός του ρομαντικού κινήματος ως, κατά κάποιον τρόπο, ένας από τους πατέρες του. Εν τούτοις ο Rousseau που ήταν υπεύθυνος για τις ιδέες του Robespierre, ο Rousseau που ήταν υπεύθυνος για τις ιδέες των Γάλλων ιακωβίνων, δεν είναι, έχω την εντύπωση, ο Rousseau που συνδέεται τόσο έκδηλα με τον ρομαντισμό. Αυτός ο Rousseau είναι ο Rousseau που έγραψε το Κοινωνικό Συμβόλαιο, μια κατ' εξοχήν κλασική πραγματεία που μιλά για την επιστροφή του ανθρώπου σε εκείνες τις βασικές, θεμελιακές αρχές που είναι κοινές για όλους τους ανθρώπους· την κυριαρχία του οικουμενικού Λόγου, που ενώνει τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τα συναισθήματα, που τους χωρίζουν την κυριαρχία της οικουμενικής δικαιοσύνης και της οικουμενικής ειρήνης, σε αντίθεση με τις συγκρούσεις και τις θυελλώδεις αναταραχές που αποκολλούν την καρδιά από τον νου, χωρίζουν τον άνθρωπο από τον συνάνθρωπό του και τον στρέφουν εναντίον του.
Δεν είναι, λοιπόν, εύκολο να κατανοήσει κανείς τη σχέση της μεγάλης ρομαντικής εξέγερσης με τη γνωστή πολιτική επανάσταση. Από την άλλη μεριά, έχουμε και τη Βιομηχανική Επανάσταση, της οποίας ο ρόλος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραβλεφθεί. Γιατί είναι βέβαιο πως οι ιδέες δεν καλλιεργούν ιδέες. Στη ρίζα των μεγάλων εξεγέρσεων της ανθρώπινης συνείδησης βρίσκονται, χωρίς άλλο, κάποιοι κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες. Ιδού, λοιπόν, ένα σημαντικό πρόβλημα. Έχουμε τη Βιομηχανική Επανάσταση, έχουμε τη μεγάλη γαλλική πολιτική επανάσταση που έγινε υπό κλασική αιγίδα, κι έχουμε, τέλος, και τη ρομαντική επανάσταση.

Tο ρομαντικό κίνημα, μας λεν όλοι οι ιστορικοί, ήταν μια παθιασμένη διαμαρτυρία ενάντια σε κάθε είδους οικουμενικότητα. Το πρόβλημα, συνεπώς, εντοπίζεται, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, στο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς συνέβη.

Aπό το 1760 έως το 1830, έλαβε χώρα μια ριζική αλλαγή, ότι σημειώθηκε ένα μεγάλο ρήγμα στην ευρωπαϊκή συνείδηση - να σας δώσω, εν πάση περιπτώσει, κάποια προκαταρκτικά στοιχεία που θα στηρίξουν τη συλλογιστική μου. Για τον λόγο αυτόν, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε πως ταξιδεύατε σε διάφορα μέρη της Δυτικής Ευρώπης -τη δεκαετία του 1820 και μιλούσατε εκεί με τους ανθρώπους. Θα είχατε τότε διαπιστώσει πως το ιδεώδες τους στη ζωή ήταν σε γενικές γραμμές το ακόλουθο:

§ Οι αξίες στις οποίες απέδιδαν τη μεγαλύτερη σημασία ήταν αξίες όπως η ακεραιότητα, η ειλικρίνεια, η προθυμία να θυσιάσουν τη ζωή τους στον βωμό ενός εσώτερου φωτός, η αφοσίωση σε κάποιο ιδεώδες για το οποίο αξίζει να θυσιάσεις όλα όσα είσαι και έχεις, για το οποίο αξίζει να ζήσεις ή να πεθάνεις.
§ Θα βλέπατε πως κατά βάση δεν τους ενδιέφερε η γνώση ή η εξέλιξη της επιστήμης, δεν τους ενδιέφερε η πολιτική εξουσία ή η ευτυχία - δεν τους ενδιέφερε, προπάντων, να προσαρμοστούν στη ζωή, να βρουν μια θέση μέσα στην κοινωνία, να συνυπάρξουν αρμονικά με την κυβέρνησή τους, να είναι πιστοί στον βασιλιά τους ή στη δημοκρατία τους.
§ Θα βλέπατε πως έννοιες όπως ο κοινός νους και η μετριοπάθεια δεν τους απασχολούσαν στο ελάχιστο.
§ Θα βλέπατε πως πίστευαν στην αναγκαιότητα του να παλεύεις για τα πιστεύω σου μέχρις εσχάτων, και θα βλέπατε επίσης πως πίστευαν στην αξία του μαρτυρίου αυτού καθ' εαυτό, ανεξάρτητα δηλαδή από τον λόγο για τον οποίο έστεργε κανείς το συγκεκριμένο μαρτύριο.
§ Θα διαπιστώνατε πως θεωρούσαν τις μειονότητες πιο ιερές από τις πλειονότητες, την αποτυχία πιο ευγενή από την επιτυχία, την οποία μάλιστα συνέδεαν με κάτι το αγοραίο και το χυδαίο. Αυτός τούτος ο ιδεαλισμός, όχι με τη φιλοσοφική του έννοια, μα με την έννοια που του δίνουμε συνήθως, ήτοι το πνεύμα του ανθρώπου ο οποίος είναι διατεθειμένος να θυσιάσει πολλά στον βωμό κάποιων αρχών ή κάποιων πεποιθήσεων, ο οποίος δεν είναι διατεθειμένος να ξεπουληθεί, ο οποίος είναι διατεθειμένος να καεί στην πυρά για κάτι που πιστεύει, διότι έχει βαθιά πίστη σε αυτό - η στάση αυτή ήταν σχετικά καινούργια.
§ Αν θαύμαζαν κάτι οι άνθρωποι, ήταν η ολόψυχη αφοσίωση, η ειλικρίνεια, η αγνότητα της ψυχής, η ένθερμη προσήλωση σε ένα ιδεώδες, όποιο κι αν ήταν αυτό.

Αυτό είναι το πνεύμα με το οποίο οι άνθρωποι πρέπει να λεν: «Αν εγώ πιστεύω ένα πράγμα κι εσύ ένα άλλο, τότε είναι σημαντικό να πολεμήσουμε ο ένας τον άλλον. Είναι, ίσως, καλό να με σκοτώσεις ή να σε σκοτώσω εγώ· κι ίσως, σε μια μονομαχία, το καλύτερο θα ήταν να σκοτωθεί και ο ένας και ο άλλος· το χειρότερο όμως απ' όλα θα ήταν ο συμβιβασμός, γιατί αυτό θα σήμαινε πως έχουμε και οι δύο προδώσει τα ιδεώδη που έχουμε στην καρδιά μας».

Μέχρι τη δεκαετία του 1820, παρατηρούμε πως κυριαρχεί η αντίληψη ότι το πνεύμα, το κίνητρο, είναι πιο σημαντικό από τη συνέπεια και η πρόθεση πιο σημαντική από το αποτέλεσμα. Η αγνότητα της ψυχής, η ακεραιότητα, η αφοσίωση, η αφιέρωση -όλα αυτά τα στοιχεία, που και οι ίδιοι θαυμάζουμε χωρίς κανένα δισταγμό και που έχουν εισχωρήσει στην ίδια την υφή της ηθικής μας στάσης- έγιναν, θα έλεγα, με τον καιρό, κοινοί τόποι: αρχικά μεταξύ των μειονοτήτων· κατόπιν εξαπλώθηκαν σταδιακά και προς τα έξω.
 
Επιτρέψτε μου να δώσω ένα παράδειγμα σχετικά με το τι σημαίνει για μένα αυτή η στροφή. Ας δούμε το θεατρικό έργο του Voltaire για τον Μωάμεθ. Ο Voltaire δεν έτρεφε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Μωάμεθ και, με το συγκεκριμένο έργο, είχε, χωρίς καμιά αμφιβολία, την πρόθεση να επιτεθεί στην Εκκλησία. Παρ' όλα αυτά ο Μωάμεθ εμφανίζεται εδώ ως ένα δεισιδαίμον, άσπλαχνο και φανατισμένο τέρας, που συντρίβει οποιαδήποτε προσπάθεια γίνεται προς την κατεύθυνση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, του Λόγου· ως εκ τούτου, καταγγέλλεται ως εχθρός όλων εκείνων των στοιχείων που ο Voltaire θεωρεί περισσότερο σημαντικά: της ανοχής, της δικαιοσύνης, της αλήθειας, του πολιτισμού. Σκεφτείτε, τώρα, τι είπε πολύ αργότερα ο Carlyle. Ο Μωάμεθ περιγράφεται από τον Carlyle -ο οποίος, σημειωτέον, είναι χαρακτηριστικότατος, αν και κάπως ακραίος, εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος- σε ένα βιβλίο με τίτλο On Heroes, Hero-Worship, and the Heroic in History [Περί ηρώων, ηρωολατρίας και ηρωικού στοιχείου στην ιστορία], στις σελίδες του οποίου απαριθμείται και αναλύεται μεγάλος αριθμός ηρώων. Ο Μωάμεθ περιγράφεται ως «πύρινη μάζα Ζωής που εκτινάχθηκε απ’ τον μεγάλο κόρφο της Φύσης». Ακτινοβολεί ειλικρίνεια και δύναμη, και για τούτο είναι αξιοθαύμαστος. Το στοιχείο στο οποίο αντιπαρατίθεται, στοιχείο διόλου αγαπητό, είναι ο δέκατος όγδοος αιώνας, ο αφυδατωμένος και ευτελής δέκατος όγδοος αιώνας που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Carlyle, είναι επίσης νοσηρός και υποδεέστερος. Ο Carlyle δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις αλήθειες του Κορανίου, δεν θεωρεί πως το Κοράνιο μπορεί να περιέχει κάτι που ο ίδιος θα έπρεπε να πιστεύει. Θαυμάζει τον Μωάμεθ επειδή είναι μια ανεξέλεγκτη δύναμη, φοβερή σαν στοιχείο της φύσης, επειδή ζει έντονη ζωή και έχει πάμπολλους οπαδούς. Κάτι φοβερό, ένα φαινόμενο τρομαχτικό, ένα άκρως συνταρακτικό κεφάλαιο γράφτηκε στη ζωή της ανθρωπότητας, κι ο Μωάμεθ αποτελεί την ενσάρκωσή του.

Σημασία, σχετικά με τον Μωάμεθ, έχει ο χαρακτήρας του και όχι οι πεποιθήσεις του. Το ερώτημα κατά πόσον τα όσα πίστευε ο Μωάμεθ ήταν σωστά ή εσφαλμένα θα είχε φανεί στον Carlyle εντελώς άσχετο.

Όποια κι αν ήταν η αιτία ή η αφορμή της, εμφανίστηκε, πιστεύω, κάπου μεταξύ 1760 και 1830. Ξεκίνησε στη Γερμανία και εξαπλώθηκε με γοργό ρυθμό.

Το σημαντικό είναι οι άνθρωποι να αφοσιώνονται ολόψυχα σε αυτές τις αξίες. Αν το κάνουν αυτό, τότε είναι ήρωες κατάλληλοι για τραγωδία. Αν όχι, τότε είναι φιλισταίοι, μέλη της μπουρζουαζίας· δεν ωφελεί και δεν αξίζει να γράψει κανείς γι' αυτούς.

Σκοπός της τέχνης είναι να υπηρετεί το ωραίο· έστω δε κι αν ο καλλιτέχνης είναι ο μόνος που αντιλαμβάνεται την ωραιότητα του δημιουργήματός του, αυτό δεν παύει να αποτελεί επαρκή στόχο στη ζωή.

Δεν χωρεί αμφιβολία πως κάτι σημαντικό πρέπει να συνέβη, για να σημειωθεί μια τόσο μεγάλη στροφή της συνείδησης: από την ιδέα ότι υπάρχουν οικουμενικές αλήθειες, οικουμενικοί κανόνες για την τέχνη, ότι όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν ως απώτερο σκοπό να κατανοήσουμε το καθετί σωστά, και ότι τα κριτήρια αυτής της κατανόησης είναι κοινά, αποδεικτά, ότι όλοι οι ευφυείς άνθρωποι μπορούν να τα ανακαλύψουν χρησιμοποιώντας τη διάνοιά τους - απ' αυτή, λοιπόν, την ιδέα, προς μιαν ολότελα διαφορετική στάση απέναντι στη ζωή και απέναντι στη δράση. Αναμφίβολα κάτι συνέβη. Ρωτώντας τι, μαθαίνουμε ότι σημειώθηκε μια μεγάλη στροφή προς την κατεύθυνση του αισθηματισμού, ότι επικράτησε ένα αιφνίδιο ενδιαφέρον για το πρωτόγονο και το απόμακρο -το απόμακρο τόσο σε χρονικό, όσο και σε χωρικό επίπεδο-, ότι επήλθε μια υπερεκχείλιση της νοσταλγίας για το άπειρο. 

Επιτρέψτε μου να παραθέσω εδώ μερικούς ορισμούς του ρομαντισμού, τους οποίους ερανίστηκα από τα κείμενα μερικών από τους πλέον διακεκριμένους ανθρώπους που έγραψαν σχετικά με αυτό το θέμα. Οι ορισμοί αυτοί αφήνουν να φανεί πως το θέμα μας δεν είναι κατ' ουδένα τρόπον εύκολο.

v Ο Stendhal λέει ότι ο ρομαντισμός είναι το μοντέρνο και το ενδιαφέρον, ενώ ο κλασικισμός είναι το παρωχημένο και το ανιαρό. Το σχόλιο αυτό δεν είναι ίσως τόσο απλό όσο φαίνεται: ο Stendhal εννοεί ότι ο ρομαντισμός στηρίζεται στην κατανόηση των δυνάμεων που κινούνται μέσα στην ίδια μας τη ζωή, και όχι στη φυγή προς κάτι το απαρχαιωμένο.
v Ο σύγχρονός του Goethe υποστηρίζει, από την άλλη, ότι ο ρομαντισμός είναι αρρώστια, αδυναμία, ευπάθεια, η πολεμική ιαχή μιας σχολής έξαλλων ποιητών και καθολικών αντιδραστικών, ενώ ο κλασικισμός είναι δυνατός, φρέσκος, χαρούμενος, υγιής, όπως ο Όμηρος και το Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν [Nibelungenlied].
v Ο Nietzsche λέει ότι δεν είναι αρρώστια, αλλά θεραπεία - ίαση της αρρώστιας.
v Ο Sismondi, ένας λίαν ευφάνταστος Ελβετός κριτικός, παρότι δεν διαπνέεται από τις πλέον φιλικές διαθέσεις για τον ρομαντισμό, καίτοι φίλος της Madame de Staël, λέει ότι ο ρομαντισμός είναι μια σύζευξη αγάπης, θρησκείας και ιπποτισμού.
v Ο Friedrich von Gentz, ωστόσο, που ήταν ο κυριότερος πράκτορας του Metternich εκείνη την περίοδο και έζησε την ίδια ακριβώς εποχή με τον Sismondi, λέει πως ο ρομαντισμός είναι το ένα από τα κεφάλια μιας τρικέφαλης ύδρας, τα άλλα δύο από τα οποία είναι η μεταρρύθμιση και η επανάσταση.
v Ο Heine λέει ότι ο ρομαντισμός είναι το παθανθές που φύτρωσε από το αίμα του Χριστού, το ξύπνημα της ποίησης του υπνοβάμονος Μεσαίωνα, «ονειρικοί οβελίσκοι» που σε κοιτάζουν με τα βαθιά, πονεμένα μάτια χαμογελαστών φασμάτων.
v Οι μαρξιστές έρχονται να προσθέσουν πως ήταν πράγματι μια απόδραση από τα δεινά της Βιομηχανικής Επανάστασης, και ο Ruskin, συμφωνώντας, θα πει πως ήταν η αντίθεση του όμορφου παρελθόντος προς το τρομαχτικό και μονότονο παρόν: πρόκειται για τροποποίηση της άποψης του Heine, που όμως αφήνει ουσιαστικά ανέπαφο το νόημά της.
v Ο Taine, πάλι, λέει ότι ο ρομαντισμός εμφανίζεται ως επανάσταση της μπουρζουαζίας ενάντια στην αριστοκρατία από το 1789 και μετά· ο ρομαντισμός είναι η έκφραση της ενέργειας και της ορμής των νέων arrivistes - το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή. Είναι η έκφραση των επίμονων και σφοδρότατων δυνάμεων της νέας μπουρζουαζίας ενάντια στις παλαιές, αξιοσέβαστες, συντηρητικές αξίες της κοινωνίας και της ιστορίας. Δεν αποτελεί έκφραση αδυναμίας ή απόγνωσης, αλλά αδυσώπητου οπτιμισμού.
v Ο Friedrich Schlegel, ο μεγαλύτερος προάγγελος, ο μεγαλύτερος κήρυκας και προφήτης του ρομαντισμού που έζησε ποτέ, λέει ότι υπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου ένας τρομερός κι ωστόσο ανεκπλήρωτος πόθος να εκτιναχθεί στο άπειρο· μια διακαής επιθυμία να σπάσει τα ασφυκτικά δεσμά της ατομικότητας. Παρόμοια συναισθήματα μπορεί κανείς να αναζητήσει στον Coleridge, όπως επίσης και στον Shelley.
v Ο Ferdinand Brunetière, εν τούτοις, γύρω στα τέλη του αιώνα, λέει ότι ο ρομαντισμός είναι φιλολογικός εγωτισμός, υπερτονισμός της ατομικότητας εις βάρος του ευρύτερου κόσμου, το ακριβώς αντίθετο της αυτοϋπέρβασης: η αυτοπροβολή· ο βαρόνος Seillère συμφωνεί, προσθέτοντας την εγωμανία και τον πρωτογονισμό· κι ο Irving Babbit έρχεται να ενισχύσει την άποψη αυτή.
v Ο αδελφός τού Friedrich Schlegel, ο August Wilhelm Schlegel, και η Madame de Staël ήταν της γνώμης πως ο ρομαντισμός προέρχεται από τις χώρες της Ρομανίας ή, τουλάχιστον, από τις ρομανικές γλώσσες· ότι, κατ' ουσίαν, εκπηγάζει από μια παραλλαγή της ποίησης των τροβαδούρων της Προβηγκίας.
v Ο Renan όμως λέει πως ο ρομαντισμός είναι κελτικής καταγωγής· και ο Gaston Paris, βρετονικής.
v Ο Seillière λέει ότι προήλθε από ένα μείγμα Πλάτωνα και Ψευδοδιονύσιου του Αρεοπαγίτου.
v Ο Joseph Nadler, ελλόγιμος Γερμανός κριτικός, λέει ότι ο ρομαντισμός είναι, ουσιαστικά, η νοσταλγία των Γερμανών που ζούσαν μεταξύ 'Ελβα και Νέμαν - η νοσταλγία τους για την πάλαι ποτέ Κεντρική Γερμανία, όπου και είχαν τις ρίζες τους· πως είναι, δηλαδή, οι ονειροπολήσεις των εξορίστων και των αποίκων.
v Ο Eichendorff λέει ότι είναι η αποζήτηση της Καθολικής Εκκλησίας από μεριάς των προτεσταντών.
v Ο Chateaubriand, όμως, ο οποίος ποτέ δεν έζησε μεταξύ Έλβα και Νέμαν και άρα ποτέ δεν ένιωσε τα συγκεκριμένα συναισθήματα, λέει πως ο ρομαντισμός είναι η μυστική και ανέκφραστη απόλαυση της ψυχής που παίζει με τον εαυτό της: «Μιλώ εσαεί για τον εαυτό μου».
v Ο Joseph Aynard λέει ότι είναι η επιθυμία ν' αγαπήσεις κάτι· μια ορισμένη συμπεριφορά ή ένα ορισμένο συναίσθημα που σχετίζεται με τους άλλους, και όχι με τον εαυτό σου, το ακριβώς αντίθετο της επιθυμίας για εξουσία.

Αν εξετάσουμε με προσοχή τις ρήσεις αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι, αν μη τι άλλο, είναι αξιανάγνωστοι συγγραφείς και έχουν πλειστάκις αποδειχτεί εμβριθείς και λαμπροί αναλυτές πληθώρας θεμάτων, θα διαπιστώσουμε πως είναι σχετικά δύσκολο να ανακαλύψουμε ποιο είναι το κοινό σημείο όλων αυτών των γενικεύσεων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Northrop Frye στάθηκε αρκετά σώφρων, ώστε να αποθαρρύνει τη διατύπωση γενικεύσεων για τον ρομαντισμό. Όλοι αυτοί οι αλληλοαναιρούμενοι ορισμοί ποτέ, απ' όσο γνωρίζω, δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο κάποιας διαμαρτυρίας· ποτέ δεν υπέστησαν το έντονο εκείνο κριτικό μένος το οποίο θα είχε εξαπολυθεί εάν κάποιος διατύπωνε γενικεύσεις ή ορισμούς που θα θεωρούνταν απ' όλους αβάσιμοι ή άσχετοι.

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.1.1-1.4.3)

ΛΟΓΟΣ Α’

[1.1.1] Πόλις ἐστὶ τῆς Λέσβου Μιτυλήνη, μεγάλη καὶ καλή· διείληπται γὰρ εὐρίποις ὑπεισρεούσης τῆς θαλάσσης, καὶ κεκόσμηται γεφύραις ξεστοῦ καὶ λευκοῦ λίθου. Νομίσαις οὐ πόλιν ὁρᾶν ἀλλὰ νῆσον. [1.1.2] Ταύτης τῆς πόλεως τῆς Μιτυλήνης ὅσον ἀπὸ σταδίων διακοσίων ἀγρὸς ἦν ἀνδρὸς εὐδαίμονος, κτῆμα κάλλιστον· ὄρη θηροτρόφα, πεδία πυροφόρα· γήλοφοι κλημάτων, νομαὶ ποιμνίων· καὶ ἡ θάλασσα προσέκλυζεν ἠϊόνι ἐκτεταμένῃ ψάμμου μαλθακῆς.
[1.2.1] Ἐν τῷδε τῷ ἀγρῷ νέμων αἰπόλος, Λάμων τοὔνομα, παιδίον εὗρεν ὑπὸ μιᾶς τῶν αἰγῶν τρεφόμενον. Δρυμὸς ἦν καὶ λόχμη βάτων καὶ κιττὸς ἐπιπλανώμενος καὶ πόα μαλθακή, καθ᾽ ἧς ἔκειτο τὸ παιδίον. Ἐνταῦθα ἡ αἲξ θέουσα συνεχὲς ἀφανὴς ἐγίνετο πολλάκις καὶ τὸν ἔριφον ἀπολιποῦσα τῷ βρέφει παρέμενε. [1.2.2] Φυλάττει τὰς διαδρομὰς ὁ Λάμων οἰκτείρας ἀμελούμενον τὸν ἔριφον, καὶ μεσημβρίας ἀκμαζούσης κατ᾽ ἴχνος ἐλθὼν ὁρᾷ τὴν μὲν αἶγα πεφυλαγμένως περιβεβηκυῖαν, μὴ ταῖς χηλαῖς βλάπτοι πατοῦσα, τὸ δὲ ὥσπερ ἐκ μητρῴας θηλῆς τὴν ἐπιρροὴν ἕλκον τοῦ γάλακτος. [1.2.3] Θαυμάσας, ὥσπερ εἰκὸς ἦν, πρόσεισιν ἐγγὺς καὶ εὑρίσκει παιδίον ἄρρεν, μέγα καὶ καλὸν καὶ τῆς κατὰ τὴν ἔκθεσιν τύχης ἐν σπαργάνοις κρείττοσι· χλανίδιόν τε γὰρ ἦν ἁλουργὲς καὶ πόρπη χρυσῆ καὶ ξιφίδιον ἐλεφαντόκωπον.
[1.3.1] Τὸ μὲν οὖν πρῶτον ἐβουλεύσατο μόνα τὰ γνωρίσματα βαστάσας ἀμελῆσαι τοῦ βρέφους· ἔπειτα αἰδεσθεὶς εἰ μηδὲ αἰγὸς φιλανθρωπίαν μιμήσεται, νύκτα φυλάξας κομίζει πάντα πρὸς τὴν γυναῖκα Μυρτάλην, καὶ τὰ γνωρίσματα καὶ τὸ παιδίον καὶ τὴν αἶγα αὐτήν. [1.3.2] Τῆς δὲ ἐκπλαγείσης εἰ παιδία τίκτουσιν αἶγες, πάντα αὐτῇ διηγεῖται, πῶς εὗρεν ἐκκείμενον, πῶς εἶδε τρεφόμενον, πῶς ᾐδέσθη καταλιπεῖν ἀποθανούμενον. Δόξαν δὴ κἀκείνῃ, τὰ μὲν συνεκτεθέντα κρύπτουσι, τὸ δὲ παιδίον αὑτῶν νομίζουσι, τῇ δὲ αἰγὶ τὴν τροφὴν ἐπιτρέπουσιν. Ὡς δ᾽ ἂν καὶ τοὔνομα τοῦ παιδίου ποιμενικὸν δοκοίη, Δάφνιν αὐτὸν ἔγνωσαν καλεῖν.
[1.4.1] Ἤδη δὲ διετοῦς χρόνου διικνουμένου, ποιμὴν ἐξ ἀγρῶν ὁμόρων νέμων, Δρύας τὸ ὄνομα, καὶ αὐτὸς ὁμοίοις ἐπιτυγχάνει καὶ εὑρήμασι καὶ θεάμασι. Νυμφῶν ἄντρον ἦν, πέτρα μεγάλη, τὰ ἔνδοθεν κοίλη, τὰ ἔξωθεν περιφερής. [1.4.2] Τὰ ἀγάλματα τῶν Νυμφῶν αὐτῶν λίθοις ἐπεποίητο· πόδες ἀνυπόδητοι, χεῖρες εἰς ὤμους γυμναί, κόμαι μέχρι τῶν αὐχένων λελυμέναι, ζῶμα περὶ τὴν ἰξύν, μειδίαμα περὶ τὴν ὀφρύν· τὸ πᾶν σχῆμα χορεία ἦν ὀρχουμένων. Ἡ ὤα τοῦ ἄντρου τῆς μεγάλης πέτρας ἦν τὸ μεσαίτατον. [1.4.3] Ἐκ πηγῆς ἀναβλύζον ὕδωρ ῥεῖθρον ἐποίει χεόμενον, ὥστε καὶ λειμὼν πάνυ γλαφυρὸς ἐκτέτατο πρὸ τοῦ ἄντρου, πολλῆς καὶ μαλακῆς πόας ὑπὸ τῆς νοτίδος τρεφομένης. Ἀνέκειντο δὲ καὶ γαυλοὶ καὶ αὐλοὶ πλάγιοι καὶ σύριγγες καὶ κάλαμοι, πρεσβυτέρων ποιμένων ἀναθήματα.

***
ΒΙΒΛΙΟ Α’

[1.1.1] Στη Λέσβο είναι μια μεγάλη κι ωραία πόλη, η Μυτιλήνη. Την αυλακώνουν διώρυγες όπου μπαίνει η θάλασσα, και τη στολίζουν γέφυρες από άσπρη γυαλισμένη πέτρα. Θαρρείς πως δε βλέπεις πόλη, αλλά νησί.
[1.1.2] Κάπου σαράντα χιλιόμετρα έξω απ᾽ αυτή την πόλη της Μυτιλήνης βρισκόταν το υποστατικό ενός καλότυχου ανθρώπου. Ήταν ένα θαυμάσιο κτήμα: βουνά με κυνήγι, κάμποι με σπαρτά, βοσκές για κοπάδια κι απέραντος γιαλός όπου χάιδευεν η θάλασσα τη μαλακή αμμουδιά. [1.2.1] Σ᾽ αυτό το κτήμα έβοσκε το κοπάδι του ένας γιδάς —Λάμων τ᾽ όνομά του—, όταν βρήκε ένα μωρό να βυζαίνει μιαν από τις γίδες. Στο δάσος ήταν, μέσα σε μια λόχμη από βάτα που τη σκέπαζε από πάνω κισσός, και το μωρό ήταν πλαγιασμένο σε τρυφερό χορτάρι. Εκεί πήγαινε ολοένα τρεχάτη εκείνη η γίδα και συχνά χανόταν, παρατώντας το γίδι της για να μένει με το μωρό. [1.2.2] Ο Λάμων, που λυπόταν το έρημο το γίδι, άρχισε να την παραφυλάει να δει πού πηγαίνει και μια φορά, καταμεσήμερα, ακολουθάει τ᾽ αχνάρια της και τη βρίσκει να στέκεται πάνω απ᾽ το μωρό, με τα σκέλια προσεκτικά ανοιγμένα μην το πατήσει και το πληγώσει με τα νύχια της, ενώ εκείνο ρούφαγε το γάλα της λες και βύζαινε τη μάνα του. [1.2.3] Κατάπληκτος, όπως ήταν φυσικό, σιμώνει και βρίσκει ένα όμορφο, μεγαλοκαμωμένο αγοράκι με φασκιά που ᾽δειχναν μεγαλύτερη γενιά απ᾽ ό,τι θα περίμενε κανένας σ᾽ έκθετο: πορφυρό πανωφοράκι, χρυσή καρφίτσα και σπαθάκι με φιλντισένια λαβή.
[1.3.1] Η πρώτη σκέψη του Λάμωνος ήταν να σηκώσει μονάχα τα φασκιά και ν᾽ αφήσει το μωρό· κατόπι ωστόσο ντράπηκε να δειχτεί λιγότερο σπλαχνικός κι από μια γίδα. Περίμενε λοιπόν να νυχτώσει και τα κουβάλησε όλα στη γυναίκα του Μυρτάλη — και τα φασκιά, και το παιδάκι, και την ίδια τη γίδα. [1.3.2] Και καθώς εκείνη σάστισε, πώς γίνεται γίδες να γεννάνε παιδιά, της τα διηγήθηκε όλα: πώς το βρήκε παραριγμένο, πώς το είδε να βυζαίνει, πώς ντράπηκε να τ᾽ αφήσει να πεθάνει. Εκείνη συμφώνησε μαζί του. Έκρυψαν λοιπόν τα φασκιά, υιοθέτησαν το παιδί και κανόνισαν να το τρέφει η γίδα. Και για να ταιριάζει τ᾽ όνομά του σε τσοπάνο, αποφάσισαν να τ᾽ ονομάσουν Δάφνη.
[1.4.1] Είχαν περάσει κιόλας δυο χρόνια από τότε, όταν ένας προβατοβοσκός που δούλευε σε γειτονικό υποστατικό και λεγόταν Δρύας, έτυχε ν᾽ απαντήσει όμοιο θέαμα και να κάνει όμοια ανακάλυψη. Υπήρχε εκεί μια σπηλιά των Νυμφών, ένας μεγάλος βράχος κούφιος από μέσα και κυρτός απ᾽ έξω. [1.4.2] Τ᾽ αγάλματα των ίδιων των Νυμφών ήταν πέτρινα και τις έδειχναν ξυπόλητες, με γυμνά τα μπράτσα ως τους ώμους, μαλλιά που χύνονταν στο λαιμό, ζωνάρι στη μέση και χαμόγελο στο πρόσωπο: το σύνολο παράσταινε μια γραμμή από χορεύτριες. Το άνοιγμα της σπηλιάς ήταν στη μέση ακριβώς του μεγάλου βράχου. [1.4.3] Από μια πηγή ανάβλυζε νερό και σχημάτιζε ρυάκι, έτσι ώστε μπρος στη σπηλιά απλωνόταν ένα πανέμορφο λιβάδι μ᾽ άφθονο μαλακό γρασίδι που τρεφόταν από την υγρασία. Κρέμονταν εκεί και καρδάρες, σουραύλια, φλογέρες και σφυρίχτρες, αφιερώματα παλιότερων βοσκών.

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Δύσκολος (874-911)

ΣΙΜ. ἄπειμι νὴ τὴν Ἄρτεμιν κἀγώ. μόνος
875 ἐνταῦθα κατακείσει. τάλας σὺ τοῦ τρόπου.
πρὸς τὸν θεόν σε βουλομένων [τούτων ἄγειν
ἀντεῖπας. ἔσται μέγα κακὸν πάλιν [τί σοι,
νὴ τὼ θεώ, ‹καὶ› μεῖζον ἢ νῦν εὖ πά[νυ.
ΓΕ. ἐγὼ προσελθὼν ὄψομαι δεῦρ᾽ [ὡς ἔχει
αὐλεῖ.
880 τί μοι προσαυλεῖς, ἄθλι᾽ οὗτος; οὐδέπω σχολή [μοι.
πρὸς τὸν κακῶς ἔχοντα πέμπουσ᾽ ἐνθαδί μ᾽· ἐπίσ[χες.
ΣΙΜ. καὶ παρακαθήσθω γ᾽ εἰσιὼν αὐτῷ τις ἄλλος ὑμῶν.
ἐγὼ δ᾽ ἀποστέλλουσα τροφίμην βούλομαι λαλῆσαι
ταύτῃ, προσειπεῖν, ἀσπάσασθαι. (ΓΕ.) νοῦν ἔχεις· βάδιζε.
885τοῦτον δὲ θεραπεύσω τέως ἐγώ. πάλαι δ̣[έδοκται
τ[ούτο]υ̣ λαβεῖν τὸν καιρόν, ἀλλὰ διαπον̣[εῖν ἔδει με.
[. . . ]ετει καὶ τῶν β[
ο]ὔπω δυνησ[[. . . ]ι, μάγειρε.
Σίκων, πρόελθε δεῦρό μοι [σὺ θᾶττο]ν. ὦ Πόσειδον,
890 οἵαν ἔχειν οἶμαι διατριβήν. (ΣΙΚ.) σύ με καλεῖς; (ΓΕ.) ἔγωγε.
τιμωρίαν βούλει λαβεῖν ὧν ἀρτίως ἔπασχες;
(ΣΙΚ.) ἐγὼ δ᾽ ἔπασχον ἀρτίως; οὐ λαικάσει φλυαρῶν;
(ΓΕ.) ὁ δύσκολος [γέρ]ων καθεύδει μόνος. (ΣΙΚ.) ἔχει δὲ ‹δὴ› πῶς;
[ΓΕ.] οὐ παντάπασιν ἀθλίως. (ΣΙΚ.) οὐκ ἂν δύναιτό γ᾽ ἡμᾶς
895 τύπτειν ἀναστάς; (ΓΕ.) οὐδ᾽ ἀναστῆναι ‹γάρ›, ὡς ἐγᾦμαι.
(ΣΙΚ.) ὡς ἡδὺ πρᾶγμά μοι λέγεις. αἰτήσομ᾽ εἰσιών τι·
ἔξω γὰρ ἔσται τῶν φρενῶν. (ΓΕ.) ‹τί δ᾽ ἄν,› τὸ δεῖνα, πρῶτον
ἔξω προελκύσωμεν αὐτόν, εἶτα θέντες αὐτοῦ
κόπτωμεν οὕτω τὰς θύρας, αἰτῶμεν, ἐπιφλέγωμεν;
900 ἔσται τις ἡδονή, λέγω. (ΣΙΚ.) τὸν Γοργίαν δέδοικα
μὴ καταλαβὼν ἡμᾶς καθαίρῃ. ΓΕ. θόρυβός ἐστιν ἔνδον,
πίνουσιν. οὐκ αἰσθήσετ᾽ οὐδείς. τὸ δ᾽ ὅλον ἐστὶν ἡμῖν
ἅνθρωπος ἡμερωτέος· κηδεύομεν γὰρ αὐτῷ,
οἰκεῖος ἡμῖν γίνετ᾽· εἰ δ᾽ ἔσται τοιοῦτος αἰεί,
905 ἔργον ὑπενεγκεῖν, ‹ΣΙΚ.› πῶς γὰρ οὔ; (ΓΕ.) λαθεῖν μόνον ἐπιθύμει
αὐτὸν φέρων δεῦρ᾽ εἰς τὸ πρόσθεν. πρόαγε δὴ σύ. ‹ΣΙΚ.› μικρὸν
πρόσμεινον, ἱκετεύω σε· μή με καταλιπὼν ἀπέλθῃς.
καὶ μὴ ψόφει, πρὸς τῶν θεῶν. (ΓΕ.) ἀλλ᾽ οὐ ψοφῶ μὰ τὴν Γῆν.
εἰς δεξιάν. (ΣΙΚ.) ἰδού. ‹ΓΕ.› θὲς αὐτοῦ. νῦν ὁ καιρός. εἶἑν·
910 ἐγὼ προάξω πρότερος. ἤν. καὶ τὸν ῥυθμὸν σὺ τήρει.
‹παῖ›, παιδίον, παῖδες ‹καλοί›, παῖ, παιδία. ‹ΚΝ.› οἴχομ᾽, οἴμοι.

***
ΣΙΜ. Κι εγώ πια, μά την Άρτεμη, θα πάω.
Και θα κείτεσαι μόνος, τέτοιος που είσαι.
Μες στο ιερό ζητούσαν να σε πάρουν,
κι εσύ όχι κι όχι· συμφορά θα γίνει
και πάλι, και χειρότερη απ᾽ την πρώτη.
ΓΕΤ. Εγώ θα πάω κοντά, να δω τί κάνει.
Κάνει λίγα βήματα προς το σπίτι του Κνήμωνα,
αλλά σταματά, γιατί ένας αυλητής βγήκε
από το ιερό και παίζει τον αυλό.

880 Βρε, τί μου παίζεις τον αυλό; Καιρό δεν έχω ακόμα.
Με στέλνουν δίπλα, ξέρε το, στον άρρωστο· σταμάτα.
ΣΙΜ. Ναι, συντροφιά από σας κανείς ας πάει να του κρατήσει.
Του αφέντη μου παντρεύεται η κορούλα, και θα πάω
να την ξεπροβοδίσω εγώ, να της μιλήσω λίγο,
να τη φιλήσω, στο καλό να πω… ΓΕΤ. Καλά θα κάμεις·
το γέρο τον φροντίζω εγώ την ώρα που θα λείπεις.
Η Σιμίκη μπαίνει στο ιερό.
Σιγύρισμα που από καιρό σκοπό είχα να του κάμω.
Πηγαίνει και ρίχνει μια ματιά στο σπίτι του Κνήμωνα
και αμέσως ξαναγυρίζει προς το ιερό και φωνάζει.

Μάγερα! Σίκωνα! Έλα δω. Κουνήσου. — Ω Ποσειδώνα,
890 τί αστείο που θα ᾽ναι, αλήθεια αυτό!
ΣΙΚ., βγαίνοντας από το ιερό
Ποιός με φωνάζει; ΓΕΤ. Εγώ ᾽μαι.
Θέλεις να βγάλεις το άχτι σου για το κακό που σου ᾽ρθε;
ΣΙΚ. Εμένα μου ήρθε, βρε, κακό; Δεν παρατάς τις σάχλες;
ΓΕΤ. Ο γέρος το στραβόξυλο κοιμάται μέσα μόνος.
ΣΙΚ. Πώς πάει; Σε τί κατάσταση; ΓΕΤ. Δεν είναι και για διάβα.
ΣΙΚ. Και δεν μπορεί να σηκωθεί, να πιάσει να μας δέρνει;
ΓΕΤ. Ούτε και να σταθεί, θαρρώ, στα πόδια του. ΣΙΚ. Τί ωραία!
Θες να τον κάμω έξω φρενών; Θα μπω να του ζητήσω…
ΓΕΤ. Κάλλιο, βρε φίλε, λέω εγώ, να τον τραβήξουμε έξω
κι αφού τον ακουμπήσουμε δω χάμω, να χτυπούμε
την πόρτα, να γυρεύουμε, κι εκείνος να σκυλιάσει.
900 Βρε πλάκα που θα σπάσουμε. ΣΙΚ. Φοβούμαι το Γοργία·
θα μας τις βρέξει σα μας δει. ΓΕΤ. Και ποιός θ᾽ ακούσει; Μέσα
πίνουν και κάνουν σαματά. Το κάτω κάτω κιόλας
πρέπει να τον μερέψουμε· τώρα είναι πια δικός μας·
βλέπεις, συμπεθεριάσαμε. Μ᾽ αν μείνει πάντα τέτοιος,
να ᾽χουμε πρέπει υπομονή. ΣΙΚ. Σωστά.
Πηγαίνουν προς την πόρτα του Κνήμωνα.
ΓΕΤ. Το νου σου μόνο,
σα θα τον φέρνεις έξω εδώ, να μη σε δουν. Προχώρα.
ΣΙΚ. Κοντά κι εσύ, να ζεις· και μη μ᾽ αφήσεις και το σκάσεις.
Προς θεού, μην κάνεις θόρυβο. ΓΕΤ. Ναι, μά τη Γη· δεν κάνω.
Μπαίνουν στο σπίτι του Κνήμωνα και τον φέρνουν έξω κοιμισμένο.
Δεξιά. ΣΙΚ. Καλά. ΓΕΤ. Και βάλ᾽ τονε δω χάμω. Τώρα είν᾽ ώρα.
910 Πρώτος, γιά δες, θα πάω εγώ. (Στον αυλητή) Και το ρυθμό εσύ κράτα.
Χτυπά δυνατά την πόρτα και ταυτόχρονα φωνάζει.
Καλόπαιδα! Παιδί! Μικρέ! Κοπέλια! ΚΝΗ. (ξυπνώντας) Είμαι χαμένος.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα

10.7.2 Και τώρα τα ουσιαστικά: πώς ο γέρων έγινε γέρος

Ανάλογες εξομαλύνσεις εμφανίζονται και στην κλίση των ουσιαστικών. Στα αρχαία Eλληνικά, όπως και στα νέα Eλληνικά, υπήρχε μια μεγάλη κατηγορία (κλίση) αρσενικών ουσιαστικών σε -ος: ἂνθρωπ-ος, ἱατρ-ός, γεωργ-ός κλπ. Υπήρχαν όμως και άλλα αρσενικά ουσιαστικά που ανήκαν σε άλλη κλίση. 



Δείτε λ.χ. το ουσιαστικό γέρων > 'γέρος'.

Ονομ.  γέρων

Γεν.     γέροντος

Δοτ.     γέροντι

Με τον ίδιο τρόπο κλινόταν και το ουσιαστικό Χάρων > 'Χάρος':

Ονομ.  Χάρων

Γεν.     Χάροντος

Δοτ.     Χάροντι

Στην κοινή αυτή η μορφή κλίσης σιγά σιγά εγκαταλείπεται και τα ουσιαστικά που την αποτελούν εξομοιώνονται, δηλαδή εξομαλύνονται, με τη μεγάλη κατηγορία των αρσενικών ουσιαστικών σε -ος. Έτσι, ο γέρων γίνεται γέρος και ο Χάρων γίνεται Χάρος, όπως στα σημερινά Eλληνικά.

Συμβαίνουν όμως και άλλες εξομαλύνσεις. Ο συγκριτικός του επιθέτου ταχύς ήταν θάσσων στα αρχαία Eλληνικά. Και ήταν «ανώμαλος», επειδή δεν εμφάνιζε τη μορφή -τερος. Αυτή η ανωμαλία εξομαλύνεται και έτσι δημιουργείται ο τύπος ταχύτερος.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι

Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.


Γνωρίζουμε τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς – τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.

Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

Δυο άνθρωποι είναι καθρέφτης ο ένας για τον άλλο

Μα γιατί ερωτευόμαστε;

-Συνήθως οι λόγοι που επικαλούμαστε για να εξηγήσουμε γιατί ερωτευτήκαμε ή και παντρευτήκαμε τον άνθρωπο που είναι δίπλα μας είναι προφανείς και κατανοητοί από το κοινωνικό πλαίσιο: ο χαρακτήρας, η μόρφωση, η εξωτερική εμφάνιση, η σεξουαλική επαφή, λόγοι οικονομικοί ή και κοινωνικοί.

Οι βαθύτεροι όμως λόγοι είναι καλά κρυμμένοι μέσα μας. Η επιλογή συντρόφου την οποία εμείς οι ψυχαναλυτές ονομάζουμε ανακλητική είναι η ωριμότερη, αυτή που οδηγεί στο μικρό ποσοστό του 10 με 20% που είναι οι ευτυχισμένοι γάμοι.

Τι σημαίνει αυτό; Όταν έχουμε μια καλή μαμά και περάσουμε καλά, μαθαίνουμε να συγχωρούμε και τα ελαττώματά της, όπως ένας ώριμος άνθρωπος. Αποδεχόμαστε λοιπόν και τα ελαττώματα του συντρόφου μας και φτιάχνουμε μια καλή σχέση. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε περάσει ομαλά και το οιδιπόδειο, δεν έχουμε μεγάλο άγχος αποχωρισμού, προδοσίας.

Αποδεχόμαστε, π.χ., ότι η μαμά έκανε κι άλλο παιδί. Ή ξέρω ως παιδί ότι μ" αγαπάει, αλλά ανακάλυψα ότι αγαπά και τον μπαμπά, αλλά κι εγώ αγαπάω τον μπαμπά, άρα όλοι αγαπιόμαστε! Οπότε θα κάνω κι εγώ το ίδιο όταν μεγαλώσω με το σύντροφό μου. Οι λόγοι λοιπόν της επιλογής του ερωτικού συντρόφου βασίζονται στη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα, τη δική τους σχέση και τη σχέση μας μαζί τους.

Αναζητώντας τη ρίζα του προβλήματος

-Οι περισσότεροι μεγαλώνουμε με μαμάδες που δεν είναι επαρκείς, με μαμάδες που δεν έχουν μάθει να προσφέρουν αγάπη, να καταλαβαίνουν τις ανάγκες του μωρού. Και το μωρό επικοινωνεί με μη λεκτική συμπεριφορά για να ζητήσει αυτά που του λείπουν, κλαίει, αρρωσταίνει, γρατζουνάει, κλοτσάει κ.λπ.

Στα ζευγάρια είναι πολύ έντονη αυτή η μεταβίβαση της πρώτης σχέσης, των πρώτων μη λεκτικών φόβων και συναισθημάτων. Γι' αυτό και τα ζευγάρια μαλώνουν, ιδιαίτερα αν ο πρώτος χρόνος δεν ήταν καλός, αν ήταν στερημένος από ζεστασιά, χάδια, αγκαλιές. Ξέρετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να χαϊδέψουν τρυφερά ο ένας τον άλλο; Η επιλογή λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις κουβαλά πάρα πολλά πράγματα που δεν έχουν λυθεί μέσα μας.

Στόχος η επιθυμητή μητέρα

Τα προβλήματα της πρώτης μας σχέσης με τη μητέρα δημιουργούν και τους προβληματικούς έρωτες. Περιμένεις τότε όχι μόνο να βρεις μια κανονική γυναίκα, έναν κανονικό άντρα, αλλά ένα σύντροφο που θα την αντικαταστήσει σε καλύτερη έκδοση, θέλεις την επιθυμητή μητέρα. Αυτό δημιουργεί τον έρωτα, τον πιο παθιασμένο. Όχι όμως τον πραγματικό έρωτα.

Γιατί σε αυτή την περίπτωση ψάχνουμε ένα ιδανικό που θα μας αγαπήσει, θα μας εκτιμήσει γι αυτό που είμαστε, όπως έπρεπε να το κάνει η μαμά. Κι όσο πιο πολύ περιμένει κανείς την επιθυμητή μητέρα, τόσο πιο πολύ την εξιδανικεύει. Είναι μια ναρκισσιστική ανάγκη. Όταν ακούσετε: Μια μόνο γυναίκα με έχει καταλάβει, εσύ, οι άλλες ήταν όλες... να καταλάβετε ότι πρέπει να απομακρυνθείτε γρήγορα απ αυτόν τον άνθρωπο! Σας βάζει στοιχεία που πιθανώς δεν έχετε!.

Διαλέγουμε αυτόν που μας μοιάζει

Έχετε σκεφτεί γιατί παραπονιόμαστε ότι τραβάμε μόνο προβληματικές περιπτώσεις στην ερωτική μας ζωή; Μήπως δεν φταίνε μόνο οι άλλοι;

-Γιατί δεν τράβηξες κανέναν άλλο; θα ρωτούσα εγώ. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να ταιριάξουμε με κάποιον ωριμότερο ψυχικά από εμάς. Δεν θα συντονιστούμε. Και δεν έχει να κάνει ούτε με την ευφυΐα ούτε με την ικανότητά μας σε άλλους τομείς όπως το εργασιακό. Εκεί μπορεί να διαπρέπουμε. Άλλο όμως είναι η συναισθηματική ωριμότητα!

Ο πραγματικός έρωτας!

-Ο έρωτας κρατάει το πολύ ένα χρόνο. Ο ανακλητικός έρωτας, ο πρώτος για τον οποίο μιλήσαμε, που δεν είναι τόσο έντονος αρχικά, ωριμάζει σιγά σιγά. Αρχίζει ο ένας να ερωτεύεται τον άλλο με το χρόνο που του αφιερώνει και τον γνωρίζει. Αυτόν λέω εγώ πραγματικό έρωτα. Αντιλαμβάνομαι ότι ο άλλος είναι κάτι εξαιρετικό για μένα, γιατί με έπεισε και τον έπεισα γι' αυτό.

Τα στάδια της ψυχικής ανάπτυξης

-Για να έχεις μια καλή σχέση πρέπει να περάσεις τις ανάγκες του πρώτου έτους, τη μεγάλη εξάρτηση. Δεν πήρα πολλά από τη μάνα μου στον πρώτο χρόνο; Τότε ψάχνω μια γυναίκα – μαμά. Δεν δίνω και τόση σημασία στο σεξουαλικό. Κι αυτή η σχέση δεν πάει καλά γιατί διαλέγεις παρόμοιο τύπο συντρόφου. Στην αρχή φαίνεται ότι ο ένας θα φροντίσει τον άλλο και μετά και οι δυο περιμένουν τον άλλο να τους φροντίσει.

Στο δεύτερο έτος, το πρωκτικό στάδιο, το παιδί μαθαίνει με τη μάνα την αυτονομία, είναι η περίοδος της εναντίωσης. Αν δεν πάει καλά, αργότερα στη σχέση ο ένας θα προσπαθεί να επιβληθεί στον άλλο! Το τρίτο στάδιο είναι το φαλλικό, όπου το σεξ πηγαίνει στα γεννητικά όργανα. Αν πάει κάτι στραβά, διαλέγεις μια γυναίκα που σου αρέσει σεξουαλικά, αλλά αυτό εξαντλείται γρήγορα. Κι από εκεί και πέρα έχεις άλλες ανάγκες που δεν σου τις καλύπτει. Ο τέταρτος χρόνος που πάλι δεν πάει καλά είναι ο οιδιποδειακός, στάδιο που στην ανάπτυξη αντιστοιχεί γύρω στα 5 χρόνια του παιδιού. Εκεί υπάρχει πρόβλημα γιατί δεν θέλεις πολύ ερωτικά το σύντροφό σου. Αν καταφέρεις και πάρεις κάποιον που σου θυμίζει τη μαμά (ή τον μπαμπά), έχεις προβλήματα σεξουαλικά: στύσης, πρόωρης εκσπερμάτισης κ.λπ.

Ζήτημα ισορροπίας

-Μια καλή σχέση προϋποθέτει ότι έχουμε περάσει σχετικά ομαλά αυτά τα στάδια: θέλεις να έχεις ένα μίνιμουμ εξάρτησης, να έχεις αυτονομία, αλλά δεν σου αρέσει να πατάς τον άλλο στο λαιμό. Θέλεις να κάνεις σεξ και να σου αρέσει, δεν ικανοποιείσαι όμως μόνο με αυτό. Τότε η σχέση εξελίσσεται σε αγάπη, σε έρωτα και μπορεί να κρατήσει. Δεν περιμένεις τόσο πολλά από τον άλλο, ενώνεις δυο ζωές, οι οποίες όμως δεν γίνονται ποτέ μια!

Και τώρα τι κάνουμε;

-Μπορεί να ακούγονται λίγο απαισιόδοξα όλα αυτά, αλλά είναι η πραγματικότητα. Το πρώτο πράγμα που λέω είναι να βρεις μια καλή μαμά, με την ψυχοθεραπεία, ατομικά ή σε ομάδες, που βοηθούν πάρα πολύ τους ανθρώπους. Λέω επίσης κι έχω παρεξηγηθεί γι' αυτό να μπορούν οι γυναίκες να είναι κοντά στο παιδί τους τον πρώτο χρόνο της ζωής του.

Προτείνω συχνά και κάτι που ακόμα μοιάζει ουτοπικό: να γίνονται μαθήματα ζωής από το δημοτικό στα σχολεία, υπό μορφή ομάδας με εκπαιδευμένους δασκάλους. Το άλλο βήμα είναι ο διάλογος, που είναι δύσκολο βέβαια. Πάντα είχαν οι άνθρωποι προβλήματα και πάντα έβρισκαν τρόπους να τα αντιμετωπίσουν. Πρέπει να είμαστε και λιγάκι αισιόδοξοι! ΄

Άλλο έρωτας, άλλο αγάπη

-Δυο άνθρωποι είναι καθρέφτης ο ένας για τον άλλο. Οι ερωτευμένοι κοιτάζονται και θαυμάζονται αυτό δεν είναι αγάπη! Είναι ένα πολύ ευχάριστο αίσθημα, που οδηγεί σχεδόν πάντα σε φασαρίες. Γιατί την επόμενη μέρα που θα τον/τη δείτε θα έχετε ήδη μια μικρή απογοήτευση. Στην πρώτη επαφή δεν ξέρουμε τίποτα για τον άλλο, όσο προχωρά η επαφή όμως αρχίζει η απο-εξιδανίκευση. Εκεί εμφανίζεται η εσωτερική παλινδρόμηση, που δηλώνει την τάση του ανθρώπου να υπαναχωρήσει φοβισμένος και να κλείσει τις πόρτες επικοινωνίας για τη νέα σχέση.

Το “Σύνδρομο του Απατεώνα”

Το Σύνδρομο του Απατεώνα (IS) αναφέρεται σε μία εσωτερική εμπειρία του ατόμου, η οποία έχει να κάνει με την πεποίθηση του, ότι δεν είναι τόσο ικανό, όσο οι άλλοι το αντιλαμβάνονται. Αυτή είναι μία σκέψη η οποία απαντάται συχνά στα ευφυή άτομα, στα άτομα με σημαντικά επιτεύγματα, και συνδέεται στενά με την τελειομανία.

Το άτομο χαρακτηρίζεται από την αδυναμία να εσωτερικεύσει τα επιτεύγματά του και από έναν επίμονο φόβο ότι θα εκτεθεί. Παρά τα εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία της ικανότητας του, το άτομο παραμένει πεπεισμένο ότι είναι «απατεώνας» και δεν αξίζει την όποια επιτυχία. Κάθε αποδεικτικό για την επιτυχία του απορρίπτεται ως τύχη ή ως αποτέλεσμα της εξαπάτησης των άλλων, ώστε να πιστέψουν ότι είναι πιο ευφυές και ικανό από ότι πιστεύει το ίδιο ότι είναι.

Ο όρος IS χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους ψυχολόγους Suzanna Imes και Pauline Rose Clance τη δεκαετία του 1970. Όταν εισήχθη η έννοια του IS, αρχικά θεωρήθηκε ότι ισχύει κυρίως για γυναίκες με υψηλές επιδόσεις και επιτυχίες, από τότε όμως εντοπίζεται σε άτομα ανεξαρτήτως φύλου και επιτευγμάτων.


Ενδείξεις ύπαρξης του Συνδρόμου του Απατεώνα (ΙS)

• Αυτοαμφιβολία, Αυτοαμφισβήτηση.

• Αδυναμία ρεαλιστικής εκτίμησης των ικανοτήτων και δεξιοτήτων.

• Απόδοση της επιτυχίας του ατόμου σε εξωτερικούς παράγοντες.

• Υποτίμηση της απόδοσης.

• Φόβος για μη ανταπόκριση στις προσδοκίες του ίδιου και των άλλων.

• Υπέρβαση στις δραστηριότητες (φόρτος εργασίας) προκειμένου να αποδειχθεί η αξία του ατόμου.

• Αυτοσαμποτάζ.

• Επιλογή, από το άτομο, εξαιρετικά απαιτητικών και μη ρεαλιστικών στόχων και αίσθημα απογοήτευσης όταν αποτύχει.

Σε κάποιες περιπτώσεις το Σύνδρομο του Απατεώνα (IS) μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για δράση, όμως αυτό έρχεται παράλληλα με το κόστος του συνεχόμενου άγχους. Μπορεί, για παράδειγμα, το άτομο να προετοιμαστεί υπερβολικά ή να εργαστεί πολύ πιο σκληρά από ό,τι είναι απαραίτητο, για να «βεβαιωθεί» ότι κανένας δεν θα καταλάβει ότι είναι «απατεώνας».

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο πιστεύει ότι ο μόνος λόγος που, για παράδειγμα, έφερε εις πέρας μία παρουσίαση εργασίας μέσα στην τάξη ήταν ότι ξενύχτησε διαβάζοντας ασταμάτητα. Ή, να θεωρεί ότι ο μόνος λόγος που δεν «εκτέθηκε» σε μία οικογενειακή συγκέντρωση ήταν ότι απομνημόνευσε λεπτομέρειες για όλους τους καλεσμένους, ώστε να έχει πάντα ιδέες για συζήτηση.

Το άτομο με IS, παρά το γεγονός ότι μπορεί να τα καταφέρνει καλά σε κάτι, δεν αρκείται σε αυτό για να αλλάξει τις εσφαλμένες πεποιθήσεις του. Ακόμα κι αν μπορεί να απολαύσει π.χ. ένα ταξίδι ή ένα γεύμα με φίλους, η σκέψη που εξακολουθεί να έρχεται στο μυαλό του είναι: «Τι μου δίνει το δικαίωμα να είμαι εδώ;» (ένοχες απολαύσεις – guilty pleasures). Όσο περισσότερο επιτυγχάνει, τόσο περισσότερο αισθάνεται απατεώνας. Είναι σαν να μην μπορεί με κανένα τρόπο να αποδεχθεί την επιτυχία ή την ευτυχία του.

Αυτό μπορεί να πηγάζει και να βασίζεται σε επικριτικές παρελθοντικές συμπεριφορές, εάν π.χ. το άτομο είχε λάβει σχόλια και αρνητική κριτική, ότι δεν τα πήγε πολύ καλά σε κάποια κοινωνική κατάσταση. Οι βασικές πυρηνικές πεποιθήσεις που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του είναι τόσο ισχυρές, που δεν αλλάζουν, ακόμη και όταν υπάρχουν στοιχεία για το αντίθετο.

Η διαδικασία σκέψης του είναι: «Εάν το κάνω καλά, είναι αποτέλεσμα τύχης, επειδή ένα κοινωνικά ανεπαρκές άτομο σαν εμένα, δεν μπορεί να τα καταφέρει σε αντίστοιχη περίπτωση».

Όλες αυτές οι σκέψεις επιδεινώνουν το άγχος και μπορεί να το οδηγήσουν σε κατάθλιψη. Το άτομο με IS τείνει επίσης να μην μιλά για το πώς αισθάνεται σε κανέναν και ταλαιπωρείται σιωπηλά, όπως συμβαίνει και στα άτομα με διαταραχή Κοινωνικού Άγχους.

Αιτίες

Γνωρίζουμε ότι ορισμένοι παράγοντες, όπως το οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί να συμβάλλουν στην εκδήλωση του IS. Για παράδειγμα, μπορεί το άτομο με IS να προέρχεται από μία οικογένεια που είχε υψηλές απαιτήσεις από αυτό ως παιδί, με αποτέλεσμα να του ασκεί πίεση και πολλαπλές επικρίσεις. Ή από γονείς που υπήρξαν αμφιθυμικοί ως προς το τι «ζητούσαν» από το παιδί και κατ’ επέκταση αμφιταλαντευόμενοι ως προς τον έπαινο και την κριτική. Έτσι ακόμα και στις περιπτώσεις όπου μπορεί να τα κατάφερνε πολύ καλά, αυτό που εισέπραττε ήταν το αίσθημα ότι δεν ήταν αρκετά καλό ή ότι έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο.

Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι η τοποθέτηση του ατόμου σε ένα νέο, μη γνώριμο ρόλο, με πολλές απαιτήσεις μπορεί να προκαλέσει το IS. Για παράδειγμα, η έναρξη και η ένταξη του στο Πανεπιστήμιο μπορεί να κάνει το άτομο να αισθάνεται ότι δεν ανήκει εκεί (non belonging) και ότι είναι ανεπαρκές.

Σύνδρομο του Απατεώνα (IS) και Κοινωνικό Άγχος

Το IS και το Κοινωνικό Άγχος είναι πιθανό σε ορισμένες περιστάσεις να αλληλεπικαλύπτονται. Ένα άτομο με διαταραχή Κοινωνικού Άγχους συχνά αισθάνεται να μην είναι ικανό να ανταποκριθεί σε διάφορες κοινωνικές περιστάσεις, πράγμα το οποίο παρατηρείται και στο IS.

Μπορεί, για παράδειγμα, το άτομο να συζητά με κάποιον και να αισθάνεται σαν να ξεμπροστιάζεται και να είναι εμφανής σε όλους η υποτιθέμενη ανεπάρκεια του. Άλλο παράδειγμα αποτελεί, το να έχει μία παρουσίαση σε κοινό και να αισθάνεται σαν να χρειάζεται να βιαστεί να ολοκληρώσει, πριν κάποιος αντιληφθεί ότι πραγματικά δεν ανήκει εκεί και δεν ανταποκρίνεται στην θέση του.

Ενώ τα συμπτώματα του Κοινωνικού Άγχους μπορούν να τροφοδοτήσουν τα συναισθήματα του Συνδρόμου του Απατεώνα, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο με IS έχει Κοινωνικό Άγχος ή και το αντίστροφο. Άτομα χωρίς Κοινωνικό Άγχος μπορούν επίσης να αισθανθούν έλλειψη εμπιστοσύνης και ικανότητας. Το Σύνδρομο του Απατεώνα προκαλεί συχνά και σε «μη ανήσυχα» άτομα το αίσθημα του στρες, όταν βρίσκονται σε καταστάσεις όπου αισθάνονται ανεπαρκείς.

Τύποι IS

Το IS μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους. Μερικοί διαφορετικοί τύποι του Συνδρόμου του Απατεώνα που έχουν εντοπιστεί είναι οι εξής ακόλουθοι:

• Ο τελειομανής: Ο τελειομανής δεν είναι ποτέ ικανοποιημένος και αισθάνεται πάντα ότι η δουλειά του θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Αντί να επικεντρώνεται στις δυνάμεις του, τείνει να διορθώνει συνεχώς τον εαυτό του σε τυχόν ελαττώματα ή λάθη. Αυτό οδηγεί συχνά σε μεγάλη πίεση και σε υψηλά επίπεδα άγχους.

• Ο υπερήρωας: Επειδή το άτομο αισθάνεται ανεπαρκές, έχει την υποχρέωση να ωθήσει τον εαυτό του να εργαστεί όσο το δυνατόν πιο σκληρά.

• Ο ειδικός: Στην εν λόγω περίπτωση το άτομο προσπαθεί πάντα να μάθει περισσότερα και δεν είναι ποτέ ικανοποιημένο από το επίπεδο κατανόησής του. Παρόλο που είναι συχνά πολύ εξειδικευμένο, υποτιμά την εμπειρία του.

• Η «ιδιοφυΐα»: Το άτομο θέτει υπερβολικά υψηλούς, πιθανόν και ανέφικτους, στόχους για τον εαυτό του και στη συνέχεια αισθάνεται συντριμμένο όταν δεν επιτύχει στην πρώτη του προσπάθεια.

• Ο μοναχικός: Το άτομο τείνει να είναι πολύ συγκεντρωτικό και προτιμά να εργάζεται μόνο του. Η αυτοεκτίμηση απορρέει συχνά από την παραγωγικότητά του, επομένως απορρίπτει συχνά την βοήθεια που του προσφέρεται. Νομίζει ότι όταν ζητά βοήθεια, αυτό θα θεωρηθεί ως ένδειξη αδυναμίας ή ανικανότητας.

Στρατηγικές Αντιμετώπισης

Για να ξεπεραστεί το ΙS, θα χρειαστεί το άτομο να αναρωτηθεί για τις βασικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του, για το αν νιώθει άξιο αγάπης και για το αν χρειάζεται να είναι τέλειο για να το εγκρίνουν οι γύρω του.

Η τελειομανία παίζει σημαντικό ρόλο στο Σύνδρομο του Απατεώνα. Ίσως το άτομο να θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο ιδανικό «σενάριο» π.χ για μία συζήτηση, μία δουλειά και ότι δεν μπορεί να κάνει λάθος αναφορικά με το σενάριο που έχει φανταστεί ότι ισχύει. Πιθανότατα έχει δυσκολία στο να ζητήσει βοήθεια από τους άλλους και μπορεί να καθυστερήσει λόγω των δικών του υψηλών προδιαγραφών.

Για να ξεπεράσει αυτά τα συναισθήματα, πρέπει να νιώσει άνετα και να τροποποιήσει μερικές από αυτές τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις που έχει για τον εαυτό του. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο γιατί ίσως να μην συνειδητοποιεί ότι τις έχει, αλλά εδώ παρατίθενται μερικές τεχνικές που μπορεί να είναι βοηθητικές:

• Έκφραση συναισθημάτων. Είναι βοηθητική η συζήτηση με άλλα άτομα για το πώς αισθάνεται. Αυτές οι παράλογες πεποιθήσεις τείνουν να εντείνονται όταν είναι κρυμμένες και δεν συζητούνται.

• Εστίαση της προσοχής στους άλλους. Παρόλο που αυτό μπορεί να μοιάζει περίεργο γενικά, στο IS προσπαθώντας το άτομο να βοηθήσει τους άλλους, οι οποίοι βρίσκονται ίδια κατάσταση, τελικά ωφελείται. Εάν εντοπίζει κάποιον που φαίνεται αμήχανος ή μόνος του, μπορεί να τον ρωτήσει τι του συμβαίνει. Καθώς εξασκεί αυτές του τις δεξιότητες, χτίζει την εμπιστοσύνη στις δικές του ικανότητες.

• Αξιολόγηση ικανοτήτων. Εάν έχει από καιρό πεποιθήσεις σχετικά με την «ανικανότητα» του σε κοινωνικές περιστάσεις, μπορεί να προβεί σε μία ρεαλιστική αξιολόγηση των ικανοτήτων του. Σημειώνοντας τα επιτεύγματά του και σε τι αποδίδει με επάρκεια, μπορεί στην συνέχεια να συγκρίνει τον εαυτό του με την πρόοδο του σε σχέση με το παρελθόν.

• Ένα βήμα τη φορά. Δεν είναι βοηθητικό για το άτομο να εστιάζει στο να γίνουν τα πράγματα τέλεια, αλλά μάλλον, στο να κάνει τα πράγματα αρκετά καλά και να ανταμείψει τον εαυτό του γι’αυτό. Για παράδειγμα, σε μια ομαδική συνομιλία, προσφέρει μία γνώμη ή μοιράζεται μία ιστορία για τον εαυτό του.

• Διερεύνηση των σκέψεων. Καθώς αρχίζει να αξιολογεί τις ικανότητές του και να κάνει το πρώτο βήμα, βοηθιέται στο να αναρωτηθεί αν οι σκέψεις του είναι λογικές.

• Όχι στις συγκρίσεις. Κάθε φορά που το άτομο συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους, θα βρει κάποιο σφάλμα, που τροφοδοτεί την αίσθηση ότι δεν είναι αρκετά καλό ή ότι δεν ταιριάζει στην εκάστοτε συνθήκη. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης μπορεί να εστιάσει στο να ακούσει τι λέει το άλλο άτομο. Να ενδιαφερθεί πραγματικά να μάθει περισσότερα.

• Περιορισμός στην χρήση των Social Media. Γνωρίζουμε ότι η υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να σχετίζεται με αισθήματα κατωτερότητας. Εάν προσπαθήσει λοιπόν το άτομο να μιμηθεί μία εικόνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία δεν ταιριάζει με αυτό που είναι πραγματικά ή που είναι αδύνατο να επιτευχθεί, θα εντείνει τα συναισθήματα μειονεξίας του.

• Αποδοχή των Συναισθημάτων. Δεν είναι βοηθητικό να πολεμάμε τα συναισθήματα του ότι π.χ. «δεν ανήκουμε» ή δεν νιώθουμε επαρκείς. Επομένως θα χρειαστεί το άτομο να προσπαθήσει να τα δεχθεί, και μόνο αναγνωρίζοντάς τα, μπορεί να ξεδιπλώσει και στην συνέχεια να αντιμετωπίσει αυτές τις πεποιθήσεις που το κρατούν πίσω.

• Ανεξάρτητα από το πόσο περίεργα αισθάνεται, θα χρειαστεί να μην αφήσει αυτά τα συναισθήματα να το εμποδίσουν να επιτύχει τους στόχους του.

Όταν το άτομο αισθάνεται «απατεώνας», σημαίνει ότι τον όποιο βαθμό επιτυχίας έχει στη ζωή του, τον αποδίδει στην τύχη. Αντί αυτού χρειάζεται να προσπαθήσει να μετατρέψει αυτό το συναίσθημα μοιρολατρίας σε ευγνωμοσύνη. Να εντοπίσει τι έχει καταφέρει, τι πραγματικά είναι, στη ζωή του και να είναι ευγνώμων στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι σημαντικό να μην αφεθεί στο φόβο του και να επιτρέψει στους άλλους να δουν τον πραγματικό του εαυτό. Εάν προσπαθεί συνεχώς και όμως εξακολουθεί να αισθάνεται «απατεώνας», είναι αναγκαίο να μιλήσει γι’ αυτό.

Βρες χρόνο να υπάρχεις

Μην στέκεσαι αδιάφορος στην ευτυχία σου, ξυπνά!

Ζήσε αληθινά γιατί μόνο εάν ζεις αληθινά, θα έχεις την ευκαιρία να έχεις δίπλα σου αληθινούς ανθρώπους.

Επέλεξε να είσαι πάντα ο εαυτός σου.

Μάθε να είσαι αυθεντικός, και μην μπεις στον πειρασμό να αλλάξεις για να ικανοποιήσεις τα θέλω κάποιου άλλου.

Και αν το κάνεις μάθε πως, θα αδιαφορήσουν για το πια θα είναι τα συναισθήματα σου και θα δυσκολευτούν το εκτιμήσουν την προσπάθειά σου.

Αντίθετα κράτα τις αξίες σου σταθερές, μην τις αντικαταστήσεις με άλλες που δεν σου ανήκουν και δεν σε εκφράζουν.

Και προτίμησε καλύτερα λίγες και ποιοτικές στιγμές πάρα πολλές που θα σε αδειάζουν.

Κάνε την ζωή σου ουσιαστική.

Φρόντισε την κάθε σου στιγμή να είναι αληθινή και αυτό θα το κάνεις μόνο εάν σ’αυτές τις στιγμές θα είσαι μέσα και εσύ.

Βρες χώρο λοιπών να χωρέσεις στην ζωή σου και μην βάζεις τους άλλους πάνω από τον εαυτό σου.

Αναγνώρισε τους ανθρώπους που πραγματικά ενδιαφέρθηκαν για την ύπαρξή σου, θα τους καταλάβεις όταν εσύ πρώτα ενδιαφερθείς για τον εαυτό σου.

Άρχισε να ζεις και να υπάρχεις για αυτό που είσαι και μάθε να αγαπάς το κάθε σου στοιχείο.

Βρες λόγους να γελάς γιατί δεν υπάρχει κάτι που να αξίζει τόσο, για να σου στερήσει το χαμόγελο.

Εσύ φωτεινό και γλυκό πλάσμα θυμήσου… δεν είσαι μόνο πια , και μην σπαταλάς την ζωή σου με ανθρώπους που σε φθείρουν.

Μην κρύβεσαι, βγες έξω από το σκοτάδι, δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι, τίποτα πια. Και νοιώσε κάθε νότα της μελωδίας της ζωής σου, να σου χαϊδεύει τα αυτιά.

Μην στέκεσαι ούτε στα λάθη σου, όχι πια.

Δες καλύτερα τη πρόοδο σου και μην σταματάς.

Μάθε πως δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι για να μας δίνουν αγάπη.

Η αγάπη δεν βάζει προϋποθέσεις στην δική της ύπαρξή.

Μάθε πως απλά μερικοί άνθρωποι δεν ξέρουν να αγαπάνε. Αγνόησέ τους και προσπέρασέ τους .Δεν αξίζει να τους αφήσεις να σε πληγώσουνε ούτε να σε φθείρουνε.

Πάρε τον έλεγχο και επέλεξε εσύ την ροή της ζωής σου.

Ακολούθησε την φωνή της ψυχής σου που σε φωνάζει

Ζήσε και βρες χρόνο για την δική σου ύπαρξη.

Πύρρων: Τίποτε δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, αλλά η ανθρώπινη ζωή κυβερνάται από τις συμβάσεις

Ο Πύρρων ο Ηλείος γεννήθηκε περίπου το 365π.Χ. και ασχολήθηκε με τη φιλοσοφική σκέψη από πολύ μικρή ηλικία. Τον φαντάζομαι ως φοιτητή τέχνης, ο οποίος εκτέθηκε σε ριζοσπαστικές ιδέες στα νιάτα του, και ενθαρρύνθηκε να πειραματιστεί με την πρακτική τους εφαρμογή. «Η Ζωή μιμείται την Τέχνη πολύ περισσότερο από ό,τι η Τέχνη μιμείται τη Ζωή», έγραψε ο Όσκαρ Γουάιλντ στην πραγματεία του Παρακμή του Ψεύδους. Ο Πύρρων μπορεί να συμφωνούσε μ’ αυτό.

Αρχικά, εντυπωσιάστηκε από τον Στίλπωνα τον Μεγαρέα και, στη συνέχεια, από τον Ανάξαρχο τον Αβδιρίτη. Και οι δύο αυτοί φιλόσοφοι ήσαν γνωστοί για την αδιαφορία τους προς τα υλικά πράγματα, όπως δείχνουν κάποιες δραματικές ιστορίες. Ο Στίλπων λέγεται ότι άφησε ληστές να λεηλατήσουν το σπίτι του χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε μία φορά. Η σοφία του ήταν το μοναδικό πολύτιμο κτήμα του, έλεγε, κι αυτό δεν μπορούσαν να του το πάρουν. Ο Ανάξαρχος, επίσης γνωστός ως «ευδαιμονικός», καταδικάστηκε σε θάνατο από έναν Κύπριο τύραννο που τον φθονούσε και επρόκειτο να εκτελεστεί με έναν αποτρόπαιο τρόπο: θα τον κοπανούσαν σε ένα τεράστιο γουδί. Απάντησε ότι αυτό που θα κοπανούσαν θα ήταν το γουδί και όχι ο Ανάξαρχος.

Ο Ανάξαρχος ταξίδεψε και στην Ινδία, ακολουθώντας τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πύρρων, πλέον τριάντα πέντε περίπου ετών, τον συνόδευσε, και το ταξίδι αυτό άλλαξε τη ζωή του. Ως νεαρός άνδρας, είχε επιθυμήσει τη δόξα και αναζητούσε απελπισμένα την έγκριση των άλλων, μία δίψα για αναγνώριση που δημιούργησε ένα ανήσυχο πνεύμα κι έναν ορμητικό χαρακτήρα – τον μαθητή της τέχνης που επιδιώκει να αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο. Όμως, στην Ινδία, ο Πύρρων φαίνεται ότι είχε κάποια εμπειρία μεταστροφής ή, τουλάχιστον, το μέρος αυτό τον βοήθησε να κατανοήσει ότι οι επιθυμίες του θα τον κατέστρεφαν, αν δεν τις χρησιμοποιούσε με σύνεση.

Έμεινε εκεί για περίπου δεκαοκτώ μήνες, ένα μέρος του διαστήματος αυτού το πέρασε στα Τάξιλα, στο σημερινό Πακιστάν, κοντά στους λόφους Μουρέ και κατά μήκος του ποταμού Τάμρα-Νάλα. Εδώ ζούσαν οι περίφημοι «γυμνικοί φιλόσοφοι», οι Γυμνοσοφιστές, οι οποίοι αποκαλούνται έτσι προφανώς επειδή κυκλοφορούσαν χωρίς ρούχα. Κάποια ημέρα άκουσε έναν από αυτούς να μαλώνει τον δάσκαλό του, τον Ανάξαρχο, επειδή δίδασκε την καλή ζωή, ενώ έκανε ελάχιστη προσπάθεια να καλλιεργήσει το καλό μέσα του. «Δεν θα μπορέσεις ποτέ να διδάξεις στους άλλους τι είναι καλό, όσο υπηρετείς δουλικά τους βασιλείς και τις αυλές τους», είπε ο σοφός. Αυτό έθιξε κάποια ευαίσθητη χορδή του Πύρρωνος. Ήταν κι ο ίδιος ένοχος, αφού κολάκευε κάποιον άλλον με δουλοπρέπεια. Από κείνη τη στιγμή και μετά, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να προσπαθήσει να εφαρμόσει τη φιλοσοφία του, αντί απλώς να τη διατυπώνει ή να την εκφράζει. Αποφάσισε να ξεχάσει τους παιδιάστικους τρόπους του και να μάθει να είναι σοβαρός και ήρεμος.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου της ζωής του, ανέπτυξε διάφορες τεχνικές που είχαν ως στόχο τον αναπροσανατολισμό των νεανικών του τάσεων. Ίσως, η προφανέστερη ήταν να αποσυρθεί προσωρινά από τις υποθέσεις του κόσμου, να βρει ένα καταφύγιο και να περάσει κάποιο διάστημα απομονωμένος. Επίσης, υιοθέτησε κι ένα μάντρα, έναν στίχο του Ομήρου: «Όπως τα φύλλα στα δέντρα, έτσι και η ζωή του ανθρώπου». Τον επαναλάμβανε διαρκώς, σαν προσευχή: να, μία συμβουλή για να ανακτήσουμε κάποια ισορροπία, όσον αφορά την ηρεμία και τη βεβαιότητα.

Επίσης, έμαθε να δίνει αξία στις συζητήσεις με οποιονδήποτε συναντούσε, σημαντικό και ισχυρό ή συνηθισμένο και απλό. Δεν υποτιμούσε πλέον κανέναν και. επιπλέον, αισθανόταν απολύτως ήρεμος όταν οι ακροατές του δεν τον πρόσεχαν και απομακρύνονταν, αφήνοντάς τον μόνο του. Ολοκλήρωνε με ηρεμία αυτό που έλεγε και συνέχιζε την πορεία του.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, πήγε να ζήσει με την αδελφή του, και δεν ντρεπόταν να κάνει γυναικείες δουλειές – να ξεσκονίζει το σπίτι, να πηγαίνει τα γουρούνια και τα πουλερικά στην αγορά. Είχε ανακαλύψει την αταραξία. Υπάρχει μία ιστορία που αναφέρει ότι ενώ ταξίδευε στη θάλασσα, παρέμεινε ατάραχος κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, η αγριότητα της οποίας κατατρόμαξε όλους τους υπόλοιπους επιβάτες.

Ο Πύρρων, επίσης, ανακάλυψε την ικανότητα να γελά με τον εαυτό του. Κάποια ημέρα, τον είδαν να πέφτει κάτω τρομαγμένος, όταν ένα άγριο σκυλί του επιτέθηκε. Ένας περαστικός, και επικριτής του, σκέφθηκε ότι έπιασε τον ασυγκίνητο στα πράσα. Ο Πύρρων, έχοντας ξαναβρεί την ψυχραιμία του, γέλασε. «Δεν είναι πάντα εύκολο να παραμένεις ήρεμος», παραδέχθηκε. «Πρέπει να προσπαθούμε να εφαρμόζουμε αυτά που διδάσκουμε».

Ο Πύρρων έμοιαζε με τον Σωκράτη, από την άποψη ότι δεν έγραψε τίποτε. Είχε εσωτερικεύσει πλήρως το μάθημα των Ινδών γιόγκι:

Η πρακτική εφαρμογή είναι το πάν, το προσωπικό παράδειγμα είναι ισχυρότερο από τα λόγια. Δεν είναι μόνο ότι αυτό που έχει σημασία είναι η πρακτική, αλλά και το ταξίδι που πραγματοποιείται. Μόνο όταν διατηρεί κάποιος την πορεία του, μπορεί να κατανοήσει την αλήθεια, αντίθετα από όταν απλώς μιλά γι’ αυτήν. Το δόγμα τείνει να είναι στατικό. Οι τύποι αυτοί εμφανίζονται μετά από περίσκεψη, αποτελούν προϊόν έρευνας και αν οι άνθρωποι απλώς επαναλαμβάνουν τους τύπους, τότε μπορεί ποτέ να μην βασανιστούν από την περίσκεψη, την εμπειρία της αβεβαιότητας που είναι τόσο πολύτιμη στην πραγματικότητα. Διότι, πάνω απ’ όλα, ο Πύρρων ήθελε να μάθουν ένα πράγμα: πως να αναστέλλουν τη δυσπιστία, να είναι ευτυχείς στην άγνοιά τους, να καλλιεργούν την αρνητική ικανότητα. Αυτή ήταν η στάση και το πνεύμα που χαρακτήριζαν την ώριμη πίστη του.

Μπορούμε να εξετάσουμε περισσότερα του τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό αναλύοντας κάποιες ρήσεις του. Σώζονται κάποιες από αυτές και είναι συναρπαστικές. Για να τις λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν, πρέπει να διαπεράσετε αυτά που υποτίθεται ότι λένε επιφανειακά και να φθάσετε σε αυτό που μπορεί να υπονοούν βαθύτερα, δηλαδή να είστε προετοιμασμένοι από την αρχή να μην αναρωτηθείτε απλώς αν είναι αλήθεια ή ψέματα. Ορίστε μία από αυτές:

Τίποτε δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, αλλά η ανθρώπινη ζωή κυβερνάται από τις συμβάσεις

Αυτή είναι μία λίαν υπερβολική δήλωση. Φαινομενικά υπονοεί ότι ο κόσμος της εμπειρίας και των γεγονότων αποτελεί παραίσθηση και ότι όλα όσα κάνουμε και σκεπτόμαστε είναι ένα είδος συμφωνίας ή συνθήκης και όχι αληθινά από μόνα τους.

Ο Πύρρων ο Ηλείος, περί αναστολής της δυσπιστίας

Είναι πολύ λίγοι εκείνοι που ξέρουν να σκέφτονται πραγματικά

Είναι πολύ ενδιαφέρον, ξέρετε, ν’ ανακαλύψει κανείς τι είναι μάθηση. Μαθαίνουμε από κάποιο βιβλίο ή από κάποιο δάσκαλο μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία- μαθαίνουμε πού βρίσκονται το Λονδίνο, η Μόσχα ή η Νέα Υόρκη- μαθαίνουμε πώς λειτουργεί κάποιο μηχάνημα, πώς χτίζουν τις φωλιές τους τα πουλιά και πώς φροντίζουν τα μικρά τους. Μαθαίνουμε μελετώντας και παρατηρώντας. Αυτός είναι ο ένας τρόπος μάθησης.

Υπάρχει, όμως, κι ένας άλλος τρόπος μάθησης: Η μάθηση που έρχεται μέσα από την εμπειρία. Όταν βλέπουμε ένα καΐκι στο ποτάμι, με τα πανιά του να καθρεφτίζονται στα ήσυχα νερά, αυτό δεν είναι μια εκπληκτική εμπειρία; Και τι συμβαίνει μετά; Το μυαλό μας αποθηκεύει αυτή την εμπειρία ακριβώς όπως αποθηκεύει τη γνώση, και το επόμενο απόγευμα πηγαίνουμε πάλι στο ίδιο μέρος για να δούμε το καΐκι, ελπίζοντας ότι θα νιώθουμε το ίδιο πράγμα – χαρά και γαλήνη, που έρχονται τόσο σπάνια στη ζωή μας. Έτσι, το μυαλό μας αποθηκεύει επιμελώς εμπειρίες, και αυτή η αποθήκευση εμπειριών με τη μορφή μνήμης είναι που δημιουργεί τη σκέψη, έτσι δεν είναι; Αυτό που ονομάζουμε σκέψη είναι αντίδραση της μνήμης.

Βλέπετε, είναι πολύ λίγοι εκείνοι που ξέρουν να σκέφτονται πραγματικά. Οι περισσότεροι από εμάς απλώς επαναλαμβάνουμε ό,τι έχουμε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο ή ό,τι μας έχει πει κάποιος άλλος, ή η σκέψη μας είναι αποτέλεσμα της δικής μας πολύ περιορισμένης εμπειρίας. Ακόμη κι αν ταξιδέψουμε σε ολόκληρο τον κόσμο και αποκτήσουμε αμέτρητες εμπειρίες, ακόμη κι αν συναντήσουμε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και ακούσουμε τι έχουν να μας πουν, ακόμη κι αν μελετήσουμε τα έθιμά τους, τη θρησκεία τους, τις συνήθειές τους, εκείνο που θα συγκρατήσουμε θα είναι η ανάμνηση όλων αυτών, στην οποία βασίζεται αυτό που ονομάζουμε σκέψη. Συγκρίνουμε, κατακρίνουμε, επιλέγουμε, και από αυτή τη διαδικασία ελπίζουμε να βρούμε κάποια λογική στάση ζωής. Αλλά αυτού του είδους οι σκέψεις είναι πολύ περιορισμένες, είναι κλεισμένες μέσα σε μια πολύ μικρή περιοχή. Έχουμε κάποια εμπειρία, όπως όταν βλέπουμε μια βάρκα στο ποτάμι ή κάποιο σώμα που το μεταφέρουν για να το κάψουν ή μια χωριάτισσα που κουβαλάει ένα βαρύ φορτίο, όλες αυτές οι εμπειρίες είναι εκεί, μπροστά στα μάτια μας, αλλά είμαστε τόσο αναίσθητοι που δεν μπαίνουν βαθιά μέσα μας για να ωριμάσουν. Αλλά μόνο μέσα από την ευαισθησία για τα πάντα γύρω μας μπορεί ν’ αρχίσει να υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης που δεν θα είναι περιορισμένος από τη διαμόρφωσή μας.

Αν προσκολληθείτε σε κάποια θρησκεία ή σε μια ιδεολογία, θα βλέπετε τα πάντα μέσα από το πρίσμα των αντίστοιχων πιστεύω ή παραδόσεων και δεν θα έχετε καμία επαφή με την πραγματικότητα. Έχετε προσέξει ποτέ τις γυναίκες του γειτονικού χωρίου την ώρα που κουβαλάνε κάποιο βαρύ φορτίο στο κεφάλι τους για να το πάνε στην πόλη; Όταν το κάνετε, τι συμβαίνει μέσα σας, τι νιώθετε; Ή εκείνο που συμβαίνει είναι ότι έχετε δει αυτές τις γυναίκες τόσο πολλές φορές που δεν νιώθετε τίποτα πια, επειδή απλώς έχετε συνηθίσει το θέαμα; Αλλά ακόμη κι όταν παρατηρείτε κάτι για πρώτη φορά, τι συμβαίνει; Αυτομάτως ερμηνεύετε αυτό που βλέπετε σύμφωνα με τα πιστεύω σας, έτσι δεν είναι; Βιώνετε αυτό που βλέπετε σύμφωνα με τις ιδέες στις οποίες πιστεύετε, είστε κομμουνιστής, σοσιαλιστής, καπιταλιστής, θεϊστής ή οτιδήποτε άλλο σε “-ιστής”. Αντιθέτως, αν δεν είστε τίποτε από όλα αυτά κι έτσι δεν αντιλαμβάνεστε την πραγματικότητα μέσα από κάποιο φίλτρο ιδεών ή πιστεύω, αλλά έχετε πραγματικά άμεση επαφή με αυτή, τότε θα δείτε τι εξαιρετική σχέση υπάρχει ανάμεσα σε εσάς και σε ό,τι παρατηρείτε. Αν δεν είσαι προκατειλημμένος και είσαι ανοιχτός σε όλα, τότε τα πάντα γύρω σου αποκτούν εξαιρετικό ενδιαφέρον, είναι απίστευτα ζωντανά.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, όσο είναι νέος κανείς, να παρατηρεί τα πάντα: τη βάρκα που κυλάει στο ποτάμι, το τρένο που περνάει, τη γυναίκα που κουβαλάει κάποιο βαρύ φορτίο, την αναίδεια του πλούσιου, την υπεροψία των υπουργών, των «μεγάλων», εκείνων που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Πρέπει απλώς να παρατηρείς χωρίς να κάνεις κριτική, επειδή από τη στιγμή που κάνεις κριτική παύεις να έχεις επαφή με τους άλλους, έχεις ήδη σηκώσει έναν τοίχο ανάμεσα σε σένα και σ’ εκείνους. Αν όμως παρατηρείς απλώς, τότε έχεις άμεση επαφή με τους ανθρώπους και με τα πράγματα. Αν μπορείς να παρατηρείς διαρκώς, με οξυδέρκεια, αλλά χωρίς να κρίνεις, χωρίς να βγάζεις συμπεράσματα, θα ανακαλύψεις ότι η σκέψη σου θα γίνει εντυπωσιακά ακριβής. Τότε δεν σταματάς να μαθαίνεις.

Παντού γύρω σας υπάρχουν η γέννηση και ο θάνατος, το κυνήγι του χρήματος, κάποιας θέσης, της εξουσίας, όλα αυτά τα πράγματα που εμείς ονομάζουμε ζωή. Αναρωτιέστε καμιά φορά, ακόμη κι εσείς που είστε πολύ νέοι, για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά; Οι περισσότεροι από εμάς, βλέπετε, ζητάμε κάποια απάντηση, θέλουμε να μας πει κάποιος για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά, κι έτσι διαβάζουμε βιβλία -πολιτικά ή θρησκευτικά- ή περιμένουμε από κάποιον «φωτισμένο» να μας απαντήσει. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να το κάνει αυτό, επειδή η ζωή δεν είναι κάτι που μπορεί να κατανοηθεί μέσα από κάποιο βιβλίο, ούτε μπορείς να βρεις το νόημά της ακολουθώντας κάποιον ή κάνοντας προσευχές. Εσείς κι εγώ πρέπει να την κατανοήσουμε από μόνοι μας, πράγμα που μπορούμε να κάνουμε μόνο αν είμαστε γεμάτοι ζωντάνια, πολύ σβέλτοι, προσεκτικοί, παρατηρητικοί, δείχνοντας ενδιαφέρον για τα πάντα γύρω μας, και τότε θα ανακαλύψουμε τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι, και είναι δυστυχισμένοι επειδή δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά τους. Η αγάπη γεννιέται μέσα στην καρδιά σου όταν δεν υπάρχει τοίχος ανάμεσα σε σένα και τον άλλο- όταν τους ανθρώπους που συναντάς τους παρατηρείς χωρίς να τους κρίνεις· όταν κοιτάς μια βάρκα μ’ ανοιχτά πανιά να κυλάει στο ποτάμι και απλώς θαυμάζεις την ομορφιά της. Μην αφήνετε τις προκαταλήψεις σας να σας εμποδίζουν να παρατηρείτε τους ανθρώπους και όσα συμβαίνουν. Απλώς να παρατηρείτε, και θα ανακαλύψετε ότι με αυτού του είδους την απλή παρατήρηση, των δέντρων, των πουλιών, των ανθρώπων- που περπατάνε, που δουλεύουν, που χαμογελάνε, κάτι γίνεται μέσα σας. Χωρίς να γίνεται αυτό το εξαιρετικό πράγμα μέσα σας, χωρίς την εμφάνιση δηλαδή της αγάπης στην καρδιά σας, η ζωή έχει πολύ λίγη σημασία.

Κατάθλιψη: θέμα χημείας;

Όταν ο Ιπποκράτης έφερε επανάσταση στην ιατρική τον 5ο αιώνα π.Χ., διέκρινε τη «μελαγχολία» ως τη μία από τις τρεις κύριες διανοητικές διαταραχές, μαζί με τη μανία και τη φρενίτιδα (εγκεφαλικός πυρετός). Όταν η ένταση της δυσθυμίας και της θλίψης ήταν τόση που μπορούσαν να θεωρηθούν ασθένεια, το αίτιο αποδιδόταν σε ασυμμετρία της μέλαινας χολής, ενός από τους τέσσερις «χυμούς» που ρυθμίζουν την υγεία.

Παρ’ ότι η θεωρία του Ιπποκράτη έχει προ πολλού εγκαταλειφθεί, η αντίληψη ότι οι οργανικές ανισορροπίες μπορούν να προκαλέσουν ψυχολογικές ασθένειες, όπως η κατάθλιψη, έχει αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου.

Ο Θλιμμένος Εγκέφαλος

Μια πρόσφατη επανάσταση που συμβάλλει στην κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι η Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων ή, αλλιώς, ΤΕΠ, που μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ποιες περιοχές του εγκεφάλου δραστηριοποιούνται κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Οι σαρώσεις ΤΕΠ έδειξαν ότι ένα τμήμα του εγκεφαλικού επιχειλίου συστήματος, ο έλικας του προσαγωγίου, είναι ιδιαίτερα ενεργό όταν οι άνθρωποι είναι θλιμμένοι ή πάσχουν από κατάθλιψη. Πολύ κοντά βρίσκεται ο πρόσθιος αύλακας του προσαγωγίου, που όπως εικάζεται σχετίζεται με την αισιοδοξία, αλλά που ενδέχεται να αλλάξει αν το άτομο βιώσει αρκετές κρίσεις κατάθλιψης.

Ο προμετωπιαίος φλοιός, το τμήμα του εγκεφάλου που μεταφέρει τις πιο σύνθετες σκέψεις και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, σχετίζεται με τα συναισθήματα. Συνήθως οι καταθλιπτικοί εμφανίζουν μειωμένη δραστηριότητα στο αριστερό τμήμα του προμετωπιαίου φλοιού και είναι αυξημένες οι πιθανότητες κάποιος να εμφανίσει κατάθλιψη, εάν αυτή η περιοχή του εγκεφάλου υποστεί βλάβη.

Χημικές Επιδράσεις

Υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες χημικές ανισορροπίες σχετίζονται με την κατάθλιψη. Ίσως θυμάστε, από τη σελίδα 13. ότι οι νευροδιαβιβαστές είναι οι χημικοί μαντατοφόροι που αποστέλλονται από το ένα εγκεφαλικό κύτταρο στο άλλο. Δύο από αυτές τις χημικές ουσίες, η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη, ανιχνεύονται συνήθως σε αρκετά χαμηλά ποσοστά συγκέντρωσης σε άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη, ενώ υψηλά επίπεδα νοραδρεναλίνης παρατηρούνται συνήθως στους πάσχοντες από μανία.

Πολλές από τις ποικίλες σωματικές και φαρμακευτικές θεραπευτικές αγωγές για την κατάθλιψη φαίνεται πως αυξάνουν την ποσότητα των χημικών αυτών ουσιών στον εγκέφαλο. Η στέρηση του ύπνου REM (των ονείρων), τα ηλεκτροσόκ (δείτε απέναντι) και η έκθεση στο φως του ήλιου, για άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη τον χειμώνα, μπορεί να συμβάλουν στον περιορισμό του προβλήματος και στην αύξηση των επιπέδων αυτών των νευροδιαβιβαστών. Επιπλέον, οι τρεις κυριότεροι τύποι φαρμάκων που περιορίζουν επιτυχώς την κατάθλιψη,αυξάνουν τη διαθεσιμότητα αυτών των χημικών ουσιών. Περιέργως, ωστόσο, πριν προλάβουν τα φάρμακα να δράσουν, τα επίπεδα των χημικών ουσιών πέφτουν στα επίπεδα όπου βρίσκονταν κατά την περίοδο της κατάθλιψης.

Για Όλα Ευθύνεται το Σώμα;

Εάν η κατάθλιψη μπορεί να συνδεθεί με οργανικές καταστάσεις όπως οι ανισορροπίες των χημικών ουσιών σε υπερ-ενεργά τμήματα του εγκεφάλου, καθίστανται περιττές οι ψυχολογικές θεραπείες; Ούτε κατά διάνοια! Ο ψυχολόγος Μάρτιν Σέλιγκμαν έχει αποκαλύψει το μικρό ένοχο μυστικό’ της ψυχοφαρμακολογίας: Τα φάρμακα και η σωματική θεραπευτική αγωγή δεν θεραπεύουν τους ασθενείς, τούς βοηθούν μόνο να διαχειριστούν τα συμπτώματα (δηλαδή, είναι «ημίμετρα»). Οι ψυχολόγοι έχουν διαπιστώσει ότι όσοι πάσχουν από κατάθλιψη όχι μόνο αισθάνονται διαφορετικά, αλλά συχνά σκέφτονται και διαφορετικό. Η κατάθλιψη συχνά επανέρχεται και παρ’ ότι τα φάρμακα μπορεί να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της ασθένειας, όταν αυτή εκδηλώνεται δεν εμποδίζουν την επανεμφάνισή της. Η μεταβολή του τρόπου που οι καταθλιπτικοί αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διαχείριση της κατάστασης.