Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Δευτέρα Παρουσία: Η μωρία της νεκραναστάσεως

Μία θρησκεία διαφέρει από μία κοσμική φιλοσοφία, μεταξύ άλλων, γιατί δίνει εξηγήσεις για τον μετά τον θάνατο κόσμο, υπόσχεται μεταθανάτια ζωή και οι υποσχέσεις αυτές είναι πίστη για πολλούς ανθρώπους. Ο Χριστιανισμός πήρε από την Ελλάδα την πλατωνική αντίληψη περί ψυχής, αλλά την μετέτρεψε για να ταιριάζει στην ιουδαϊκή παράδοση. Η ψυχή, κατά τον Πλάτωνα, είναι αυθύπαρκτη και αιώνια και σ’ αυτή τη ζωή αναμιμνήσκεται μέρος της αλήθειας από τον προηγούμενο κόσμο των ιδεών, ενώ για τους χριστιανούς γεννιέται κατά την σύλληψη και δεν έχει καμμιά μνήμη από κανένα βασίλειο ιδεών. Η ψυχή του χριστιανού δεν μπορούσε ποτέ να φτάσει στο ύψος του Θεού και να γίνει θεός, αφού ήταν φτιαγμένοι από διαφορετικές ποιότητες, και ο άνθρωπος παρέμενε αιωνίως δούλος κάτω από το φοβερό σχέδιο τρόμου προς συνετισμό των πιστών.

Για τους Έλληνες, η ψυχή μπορούσε, διά ανθρωπίνων ηρωικών πράξεων, να θεοποιηθεί, ο άνθρωπος μπορούσε να γίνει ημίθεος και θεός, διότι, θεοί και άνθρωποι αποτελούντο εκ της ιδίας ουσίας. Πήραν επίσης την ορφική αντίληψη περί του Άδη, που τον θεωρούσε σαν έναν ενδιάμεσο σταθμό της ψυχής μέχρι να ξαναγεννηθεί, και έβαλαν εκεί τους κοιμούμενους νεκρούς, οι οποίοι βρίσκονται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο αναμένοντες την νεκρανάσταση. Τέλος δε, τα Ηλύσια Πεδία των αρχαίων μετατράπηκαν σε Παράδεισο και ο Χάρος αντικαταστάθηκε με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. Αφού λοιπόν σχημάτισαν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο περί ψυχής με ελληνικά στοιχεία, τα προσάρμοσαν στην ιουδαϊκή κοσμοαντίληψη με προσθήκη νέων χριστιανικών αντιλήψεων.

Ο χρόνος μεταξύ θανάτου και της παρά φύσιν χριστιανικής αναστάσεως, θεωρείται ότι είναι χρόνος αναμονής. Κατ’ αυτούς, η ψυχή, μετά τον χωρισμό της από το σώμα, μεταβαίνει «εις τίνα κατάστασιν αειδή και ασώματον στον Άδη», λέει ο Γρηγόριος Νύσσης. Μη νομίζετε τον Άδη του βασιλείου του Πλούτωνα· πρόκειται για χριστιανικό Άδη. Επειδή η ψυχή είναι ασώματη, ο Άδης δεν είναι τόπος, «διότι αυτή η ψυχή ουδεμίαν ανάγκη έχειν της φύσεως τόποις τισίν εγκατέχεσθαι». Εκεί στον Άδη, πλανώνται λοιπόν οι ψυχές των χριστιανών, αναμένουσες την κρίση, αφού θα έχουν περάσει μια προσωρινή κρίση και ταξινόμηση, ώστε οι άδικοι να τιμωρούνται σε μία προσωρινή Κόλαση και οι δίκαιοι να αμείβονται σ’ έναν προσωρινό Παράδεισο, δηλαδή θα βρίσκονται σε μια προσωρινή ευδαιμονία.

Αυτό βέβαια το ανήκουστο, έχει γίνει πίστη για το χριστεπώνυμο ποίμνιο. Όταν δε το άκουσαν οι Έλληνες από τον Παύλο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, το θεώρησαν σκάνδαλο κατά της νοημοσύνης και προσβολή, και όταν αυτός άρχισε να τους μιλάει για την ανάσταση των νεκρών εισέπραξε τον γέλωτα. Γι’ αυτό, αναγκάστηκε να γράψει στους δικούς του και να τους βεβαιώσει ότι λέει την αλήθεια. «Ιδού, σας λέγω την αλήθεια που ήτο άγνωστος και με θείαν αποκάλυψιν μας εφανερώθη», λέει στην «Α’ προς Κορινθίους» επιστολή του. Συνέβαινε δε, όλοι οι περίφημοι Ιουδαίοι να έχουν «Αποκαλύψεις» για τους παραλογισμούς τους, αλλά αυτό καταλάβαιναν οι αδελφοί τους Εβραίοι. Και συνεχίζει: «Όταν θα ηχήσει η εσχάτη σάλπιγγα, τότε οι νεκροί θ’ αναστηθούν και ζώντες και αναστημένοι θ’ αποκτήσουν άφθαρτο σώμα, διότι πρέπει το φθαρτόν αυτό σώμα να ενδυθεί την αθανασία. Τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος του Ησαΐα που λέει: “Εξηφανίσθη ολότελα ο θάνατος και κατενικήθη”.» («Α’ προς Κορινθίους», κεφ. 25: 50-58).

Οι πεθαμένοι, λοιπόν, δεν είναι νεκροί οριστικώς και αμετακλήτως, αλλά κοιμούμενοι, γι αυτό λέγεται το νεκροταφείο «κοιμητήριο». Μια ψυχή λοιπόν, η «προ τεσσάρων χιλιάδων ετών καταλιπούσα το σώμα θα επανέλθη ως εκ μακράς αποδημίας εις την ιδίαν οικίαν», λέει ο Γρηγόριος Νύσσης. (Προφανώς πίστευαν ότι οι πρώτες ψυχές άρχισαν το 4000 π.Χ., γιατί κατά την εβραϊκή γενεαλογία, τότε δημιουργήθηκε ο κόσμος από τον Κύριο, ενώ για τους σκεπτομένους Έλληνες, ήταν αιώνιος και άπειρος). Τα δισεκατομμύρια ψυχές, λοιπόν, θα επανέλθουν στα σώματά τους. Αλλά πού θα βρουν τα γήινα χημικά στοιχεία που είχαν πριν στην ζωή; «Μη στενοχωρήσθε», έλεγε η οσία Μακρίνα και ο Γρηγόριος Νύσσης. «Η αθάνατη ψυχή γνωρίζει και μετά την διάλυση τον σώματος τα στοιχεία που το απάρτιζαν και θα τα επανασυνδέσει όταν αναστηθεί».

Αν σκεφτούμε όμως λίγο λογικά και με τα δεδομένα της σύγχρονης επιστήμης, ορισμένα χημικά στοιχεία κάποιου πεθαμένου θα περάσουν στα φυτά, άλλα στο νερό, άλλα στον αέρα και ορισμένα θα περάσουν σ’ έναν άλλο άνθρωπο μέσω των τροφών. Το ίδιο θα συμβεί όταν εκείνος πεθάνει για τον επόμενο και ούτω καθ’ εξής. Πώς θα γίνει η φυσική ανασύσταση από τα ίδια χημικά στοιχεία που μοιράζονται τόσοι πολλοί, αν ακόμη υποθέσουμε πως μπορεί να συμβεί αυτό το σκάνδαλο; Σ’ αυτά απαντούν οι χριστιανοί με το γνωστό τους, «μυστήριο οι πράξεις του Κυρίου και ό,τι είναι αδύνατο για τους ανθρώπους είναι εύκολο για τον Θεό», κι εκεί τελειώνει ο λόγος και αρχίζει ο παραλόγος.

Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, θέτει εκτός λειτουργίας τον κοσμικό και συμπαντικό νόμο, τον οποίο, υποτίθεται, ότι αυτός ή ο πατέρας του, δημιούργησε και τον αντικαθιστά με το παράλογο. Ο κοσμικός νόμος γίνεται τότε χριστιανική αυθαιρεσία και η διά του νόμου λειτουργία του σύμπαντος αντικαθίσταται με αυτή της διά προσώπου, του Χριστού και της αυθαιρεσίας του. Αν μεταφέρουμε αυτή την αντίληψη στην κοινωνία, ο δικτάτορας αντικαθιστά την διά νόμου λειτουργία και διακυβέρνηση της πολιτείας με την διά του προσώπου του αυθαιρεσία. Γι’ αυτό γεννάει η Ρωμανία δικτατορίες.

Ο Ωριγένης, αντιθέτως, ίσως περισσότερο λογικός από τους Ιουδαίους, ορμώμενος από την πλατωνική αντίληψη περί ψυχής, υποστήριζε ότι η ψυχή επανέρχεται στον αρχικό της κόσμο, αφού εδώ είχε εκπέσει. Η νεκρανάσταση λοιπόν δεν είναι γήινη ακριβώς. Το νεκραναστημένο σώμα θα είναι πνευματοποιημένο και η ανάσταση θα είναι πνευματική. Οι Ιουδαίοι όμως ήθελαν πιο συγκεκριμένα πράγματα και, αφού αφόρισαν τον Ωριγένη, έκαναν την ανάσταση φυσική με σωματικά στοιχεία. Εδώ έπεφταν όμως σε αντίφαση, γιατί το μεν νέο σώμα της αναστάσεως θα είναι άφθαρτο, αθάνατο, χωρίς γήινες ανάγκες, τα δε υλικά της συστάσεώς του γήινα. Μ’ άλλα λόγια, μόνο πρόβατα μπορούν να πιστέψουν τις ανοησίες του παραλογισμού, και πρόβατα έγιναν συν τω χρόνω τα ποίμνιά τους.

Γιατί όμως, οι κατά τα άλλα νοήμονες ποιμάντορες, έφτιαξαν την ανοησία και το σκάνδαλο της νεκραναστάσεως; Ασφαλώς, εξυπηρετούσε πολλές σκοπιμότητες. Ήταν η υπόσχεση του Παραδείσου και ο φόβος της Κολάσεως, αλλά επί πλέον και βασικότερο, η αιτιολόγηση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Γιατί, τι θα έκανε ο Κύριος αν ξαναρχόταν, αν δεν εγκαθιστούσε το αιώνιο βασίλειό του και δεν αποκαθιστούσε τους πιστούς του; Κατ’ αυτόν τον έξυπνο αλλά πανουργικό τρόπο, έβαζαν τους πιστούς να φοβούνται και να ελπίζουν και ευκόλως να μαντρώνονται στο ιερό ποιμνιοστάσιο.

Εξέχουσα όμως σημασία έχει η έλευση της «Εσχάτης Ημέρας» και η προπαρασκευή προς αυτήν. Πριν από την τελική εμφάνιση του Κυρίου θα έλθει ο Αντίχριστος (άγνωστο βέβαια, γιατί και πώς, θα το επιτρέψει ο Θεός), ο οποίος θα κυριαρχήσει και βασιλέψει για μικρό σχετικά διάστημα. Στην αρχή θα είναι εξαίρετος κυβερνήτης, με σκοπό να ξεγελάσει το χριστεπώνυμο πλήθος, θα δείξει σημεία μεγάλα και τέρατα, «ώστε να πλανήσωσιν και τους εκλεκτούς» (Ματθαίος, 24: 25), αλλά κατόπιν θα δείξει το δεινό πρόσωπό του και θα εγκαταστήσει την αμαρτία επί της γης. Πολλοί δε, θα τον ακολουθήσουν για να καταδικαστούν τελικώς και αιωνίως στην ημέρα της Κρίσεως, ενώ οι χριστιανοί που δεν θα έχουν ακολουθήσει τον Σατανά και θα παραμείνουν πιστοί στον Χριστό, θα απολαύσουν την αιώνια βασιλεία. Αλίμονο όμως στους αλλαξοπιστήσαντες, θα καίγονται αιωνίως στα λεβέτια της Κολάσεως από τον ίδιο τον Σατανά. Γι’ αυτό πιστέ, πρόσεχε μην παρασυρθείς από τον Αντίχριστο, γιατί σε περιμένει η οργή του Κυρίου. Για να είσαι σίγουρος προς αυτό, πρέπει να ακολουθείς την ποιμαντορία, να δεθείς αιωνίως στο ποίμνιο, να αρμέγεσαι και μαντρώνεσαι κανονικά, γιατί έξω από το μαντρί παραμονεύει αιωνίως ο Αντίχριστος και όποιον πιάσει «τον παίρνει ο Διάβολος», που λέμε.

Από της εμφανίσεως του Αντίχριστου, έρχονται τα σημεία των καιρών, τα οποία σημεία είναι τόσο εύπλαστα και ακαθόριστα που κάθε στιγμή μπορεί η ποιμαντορία να λέγει: «Ιδού τα σημεία των καιρών δείχνουν ότι έφτασε η εσχάτη ημέρα». Αυτό χρησιμοποιείται συστηματικά από τον καιρό της εδραιώσεως της χριστιανικής Εκκλησίας. Κήρυτταν μάλιστα, ότι «δεν θέλει παρέλθει η γενεά αυτή, εωσού γείνωσι πάντα ταύτα. Ο ουρανός και η γη θέλουσι παρέλθει, οι δε λόγοι μου δεν θέλουσι παρέλθει» (Ματθαίος, 24: 34)· δηλαδή θα εμφανιστεί ο Αντίχριστος, θ’ ακολουθήσουν οι καταστροφές και τέλος θα εμφανιστεί θριαμβευτής ο Κύριος. Οι γενεές παρήρχοντο όμως και τίποτα δεν εμφανιζόταν, ενώ ουρανός και γη παραμένουν στη θέση τους επί δισεκατομμύρια χρόνια τώρα.

Γι’ αυτό, στην εποχή των πρώτων μεγάλων «πατέρων», όπως του Βασιλείου, του Γρηγορίου, του Χρυσοστόμου, υπήρχε το θέμα της ελεύσεως της Δευτέρας Παρουσίας, όπου ο Χριστός, ως νικητής και επί χρυσού θρόνου καθήμενος, θα εμφανιστεί για να κρίνει του ανθρώπους αφενός, και για να εδραιώσει την βασιλεία του οριστικώς επί της γης αφετέρου. Πώς όμως να εξηγήσουν ή να προβλέψουν το απρόβλεπτο, ή πώς να μαντέψουν τις βουλές του Θεού τους; Για τον σκοπό αυτό, ξεκίνησαν από την εβραϊκή «Γένεση» και εξήγησαν τις «έξη ημέρες της δημιουργίας» σαν έξι χιλιάδες χρόνια ζωής του κόσμου από την αρχή μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, αφού μία ημέρα θεωρήθηκε να αντιστοιχεί σε χίλια χρόνια στα μάτια του Θεού. Η μία αυθαιρεσία, δηλαδή η αυθαιρεσία της δημιουργίας σε έξι μέρες, έφερε την άλλη αυθαιρεσία για την καταστροφή του κόσμου. Υπολογίζοντας μάλιστα την ακριβή ημερομηνία της αρχής κόσμου το 5.492 π.Χ., θα ερχόταν το τέλος το 508 μ.Χ., για να κλείσουν τα 6.000 χρόνια της ζωής του κόσμου.

Όταν πλησίαζε το 508, τότε, επιτήδειοι καπηλευτές της ανθρώπινης αδυναμίας έσπειραν την ιδέα του τέλους του κόσμου, ερμήνευσαν έναν λιμό, ως σημείο εμφανίσεως του Αντίχριστου, και περίμεναν μάλιστα ορισμένη ημέρα και ώρα την τρομερή ημέρα της Κρίσεως. Το ποίμνιο κατελήφθη από πανικό, θεώρησε ότι έρχεται η ώρα της αιώνιας τιμωρίας ή αμοιβής, και επειδή είχαν γαλουχηθεί να πιστεύουν ότι είναι αμαρτωλοί, έπρεπε γρήγορα να πράξουν κάτι για να συγχωρεθούν από τις αμαρτίες. Προς αυτό, και επειδή ήταν ανώφελο να έχει κανείς επίγεια περιουσία πλέον, έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν στην Εκκλησία των αντιπροσώπων του Κυρίου για να συγχωρεθούν, δωροδοκώντας τον Κύριο. Η ποιμνιακή τους κατάσταση, είχε αφαιρέσει την λογική, ώστε να μη μπορούν να σκεφτούν τι θα έκανε η Εκκλησία τα χωράφια μετά από την καταστροφή του κόσμου. Η καταστροφή δεν έγινε και η ποιμαντορία βρέθηκε με γαίες και πλούτη, που ήταν ο πρώτος μαζικός θησαυρός με την βοήθεια του οποίου συνέχισε τον κινδυνολογικό της αγώνα και την βαθύτερη πομνιοποίηση των πιστών. Για να δικαιολογηθεί μάλιστα, είπε ότι η καταστροφή του κόσμου αναβλήθηκε γι’ αργότερα.

Όταν στις αρχές του εβδόμου αιώνα εμφανίστηκε το Ισλάμ όμως, το θεώρησαν ως έλευση του Αντίχριστου και ξεκίνησε μια νέα εσχατολογία και κινδυνολογία, που θα κατέληγε στην έλευση του Κυρίου και την τελική κατατρόπωση του Αντίχριστου. Αλλά τα χρόνια, οι δεκαετίες και εκατονταετίες περνούσαν και το αντίχριστο Ισλάμ αυξανόταν, μέχρι που υποδούλωσε την χώρα των χριστιανών, το Βυζάντιο, ενώ ο Χριστός δεν εμφανιζόταν. Παρ’ όλες τις αναβολές και παρ’ όλα τα εκάστοτε σημεία του Αντίχριστου, η Δευτέρα Παρουσία συνεχώς μετατοπίζεται στο μέλλον, αλλά παραμένει ως μία τεράστια, αιωρούμενη δαμόκλεια σπάθη πάνω από τα κεφάλια των πιστών. «Θα εμφανιστεί δε ο Κύριος, σε ώρα που κανένας δε θα γνωρίζει ειμή ο Πατήρ μόνος». Εκεί που οι άνθρωποι θα ενασχολούνται με τα καθημερινά τους, θα τρώνε και θα πίνουν και θα γαμεύονται, έτσι ξαφνικά θα έλθει ο Κύριος. Γι’ αυτό πιστέ, μην επαναπαύεσαι και ξεχνάς τη συντέλεια του κόσμου, μη γλεντάς και μη χαίρεσαι, γιατί θα πιαστείς εξ απίνης. «Διά τούτο και εσείς γίνεσθε έτοιμοι, διότι καθ’ ην ώραν δεν στοχάζεσθε έρχεται ο Υιός τον ανθρώπου» (Ματθαίος, 25: 39-44). Φοβού συνεχώς την ώρα εκείνη και σκέψου συνεχώς τον τρόμο και τον φόβο. Το ποίμνιο διαρκώς εκφοβίζεται με τα σημεία του Αντίχριστου, τρομοκρατείται από την επικείμενη κυριαρχία του και πανικοβάλλεται από την πανουργία του. Μ’ αυτόν τον τρόμο και φόβο στην καρδιά, ελαχιστοποιείται ο φοβισμένος ανθρωπάκος του Χριστιανισμού και γιγαντώνεται η δύναμη της χρισμένης ποιμαντορίας, για να αναπαράγει ες αεί την ποιμνιοποίηση των ποιμνίων.

Με την κυριαρχία του Αντίχριστου επίκειται η μεγάλη μάχη, που τα Σαβαώθ θα πολεμήσουν το κακό, αφού πρώτα θα φανεί ο Αρμαγεδών και τα τέρατα της «Αποκαλύψεως», για να πλημμυρίσουν την ανθρωπότητα στο αίμα. Μεγάλο εύρημα, η «Αποκάλυψη του Ιωάννη» και τεράστιο όπλο στα χέρια της ποιμαντορίας. Εκεί συνθλίβεται ο πιστός από την οργή του Θεού, χάνει το λογικό του, χάνεται η ψυχή του μπροστά στο δέος και στην καταστροφή. Θα σωθούν δε οι λίγοι, οι ευυπόληπτοι χριστιανοί, οι απολύτως πιστοί ή αλλιώς ποιμνιωμένοι, οι οποίοι θα έχουν αποβάλλει τον εαυτό τους και θα έχουν ταυτιστεί με τον Χριστό, όπως ασφαλούς το καθορίζει η ποιμαντορία, γιατί ο Χριστός ιδέα δεν έχει από τα ευρήματα των ποιμεναρχούν που εξουσιάζουν τον κόσμο επικαλούμενοι το όνομά του. Γιατί, αν ήξερε τι γίνεται στον κόσμο που άφησε, θα καθαιρούσε την ποιμεναρχία.

Αφού λοιπόν γίνουν σημεία και τέρατα, αφού καταστραφεί ο κακός πληθυσμός της γης που δεν υπέκυπτε στο Ευαγγέλιο, δηλαδή οι άπιστοι και αμαρτωλοί οπαδοί του Σατανά, και μείνουν οι πιστοί, θα πέσει το στερέωμα του ουρανού επί της γης (τον ουρανό τον φαντάστηκαν σαν ένα τεράστιο ταψί να κρέμεται πάνω από τη γη), και θα εμφανιστεί ενθρονισμένος ο Κύριος, και θα πει το περίφημο «ειρήνη υμίν». Θα απορείτε, γιατί να μην εμφανιστεί νωρίτερα, πριν καταστραφεί ο κόσμος και με την θεϊκή παντοδυναμία του να επιβάλλει την αιώνια ειρήνη και το καλό επί της γης. Αν έκανε αυτό όμως, πώς θα υπήρχε ο αιώνιος φόβος του Αντίχριστου και της ένεκα αυτού καταστροφής; Πώς θα υπήρχε ο τρόμος της πτώσεως του στερεώματος και πώς θα υπήρχε η μεγάλη δίκη ζώντων και νεκρών; Πού θα υπήρχαν δηλαδή τα υπέροχα όπλα της ποιμαντορίας για να υποτάσσουν το ποίμνιο, για να εκμηδενίζουν την αξιοπρέπεια και τον λόγο του ανθρώπου;

Τότε, «την Εσχάτην Ημέραν εν βρονταίς και αστραπαίς θα φανεί αποστράπτων ο Κύριος», και θα αναστηθούν οι νεκροί με τα σώματά τους και θα γίνει η μεγάλη Δίκη και ο τελικός χωρισμός των ψυχών σε δίκαιες και αμαρτωλές. «Και θέλουσι ουναχθή έμπροσθεν αυτού άπαντα τα έθνη και θέλει χωρίσει τα πρόβατα από των εριφίων, και θέλει στήσει τα πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ αριστερών. Τότε ο βασιλεύς θέλει ειπεί προς τους εκ δεξιών αυτού: “Έλθετε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένη εις εσάς βασιλείαν”… Τότε θέλει είπει και προς τους εξ αριστερών: “Υπάγετε απ’ εμού, οι κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον δια τον Διάβολον”.» (Ματθαίος, 25: 31-41).

Αφού γίνει ο καθαρισμός προβάτων και κατσικιών, οι μεν αμαρτωλοί θα φύγουν από το βασίλειο του Θεού και θα περάσουν στην απέναντι πύλη της Κολάσεως του φοβερού Σατανά και οι δε δίκαιοι θα παραμείνουν στην αιώνια βασιλεία του Κυρίου ως υπηρέτες αυτού. Τότε θα ιδρυθεί το χιλιετές βασίλειο που θα άρχουν, εκτός από τον Χριστό και τους αγίους ταξιάρχες, οι 144.000 επίλεκτοι. Για όσους όμως δεν είχαν προλάβει να ασπαστούν το ιερό Ευαγγέλιο, δίνεται μία προθεσμία διδασκαλίας για να μπορέσουν να επιλέξουν. Έτσι μεθοδικά τακτοποιούνται οι προχριστιανικοί πληθυσμοί, οι οποίοι, αν και είχε απλωθεί σ’ αυτούς ο «σπερματικός λόγος», δεν είχαν κατανοήσει, λόγω της «καθυστερήσεώς» τους, την μεγαλοπρέπεια του Γιαχβέ. Από τον προχριστιανικό κόσμο της Ελλάδας, λένε οι χριστοκάπηλοι, μερικοί εκλεκτοί του Κυρίου έχουν ήδη σωθεί, όπως ο Πλάτων, ο οποίος διδάχτηκε και απεδέχθη το «ιερό Ευαγγέλιο» κατά την τριήμερη παραμονή του Χριστού στον Άδη. Μέχρι εκεί φτάνει η χριστιανική ψευδολογία και κοροϊδία. Τελικώς, σ’ εκείνον το θεϊκό κόσμο, θα ρέει μέλι και γάλα, θα είναι ο αιώνιος Παράδεισος, η αιώνια βασιλεία των δικαίων, όπου δεν θα υπάρχει στεναγμός και βάσανα, αλλά ζωή ατελεύτητος. Τα βάσανα των δικαίων που πέρασαν μέχρι να φτάσουν εκεί θα αμειφθούν με ζωή αιώνια. Οι μουσουλμάνοι μάλιστα καθόρισαν τις αμοιβές και υπόσχονται παρθένες και πιλάφι, ειδικά στους μάρτυρες και μόνο οι άντρες φαίνεται πως αμείβονται, αλλά οι χριστιανοί, πιο έξυπνοι, άφησαν συγκεγχυμένη την αμοιβή για να την ονειρεύεται ο καθένας όπως θέλει. Μ’ αυτή την φοβερή αλλά αποτελεσματική υπόσχεση ζει ο πιστός χριστιανός, για να υπομείνει την ποιμνιοποίησή του. Μετά την οργή του Γιαχβέ, έρχεται το αιώνιο βασίλειο, όπως υπόσχεται ένας σαδιστής στο θύμα του. Τελικώς ωχριά η φαντασία και του πιο αρρωστημένου σαδιστή μπροστά στα τρομερά και δεινά και στις αμοιβές του μαζοχισμού των χριστιανών.

Ο πιστός πρέπει διαρκώς να σκέπτεται την φοβερή ημέρα της Κρίσεως, όπου θα εμφανιστεί ο τρομερός Θεός με οργή για να επιβάλλει την τελική καταδίκη των αμαρτωλών. Επειδή δε, όλοι οι άνθρωποι έχουν πρωτίστως κηρυχθεί αμαρτωλοί από την ποιμαντορία, απομένουν δύο πράγματα: Συνεχής μετάνοια και συνεχής υπαγωγή στα μυστήρια, εφ’ όσον βρίσκεται κανείς στην επίγεια ζωή. Όταν πεθάνει κάποιος, πρέπει οι επιζώντες να παρακαλούν τον Θεό για να συγχωρέσει την ψυχή του κεκοιμημένου δούλου του και να την κατατάξει στους δροσερούς κόλπους του Αβραάμ, σε τόπο χλοερό ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται. Οι επιζώντες πρέπει να προσφεύγουν στον χρισμένο ποιμένα να μεσολαβήσει στον Κύριο, αφού ο ίδιος ο πιστός δεν έχει το νήμα επαφής, δηλαδή το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος. Για την εκδούλευση των τρισάγιων, ο ποιμένας αμείβεται αναλόγως προς την οικονομική ευρωστία του ζώντος. Διότι έχει περάσει η αντίληψη ότι οι άνθρωποι πρέπει να προσφέρουν στην Εκκλησία αναλόγως προς τα υπάρχοντά τους.

Μ’ αυτό το επιχειρησιακό σκεπτικό, οι νεκροί των πολυπληθών πόλεων έχουν σήμερα καταστεί μία από τις πολύ προσοδοφόρες επιχειρήσεις των ρασοφόρων, ώστε να αλληλοσκοτώνονται, πάντοτε στο όνομα του Χριστού βέβαια, για το ποιος θα είναι ιερέας «κοιμητηρίου» και το ποιος θα πάρει καλή περιοχή ή καλό μέρος του «κοιμητηρίου». Για να αποφεύγονται μάλιστα οι «ιεροί» καβγάδες, έχει καθιερωθεί να περνούν όλοι και με σειρά, για ένα διάστημα, να υπηρετούν το άγιο και προσοδοφόρο βασίλειο των κοιμουμένων. Επειδή δε, το ποίμνιο έχει πειστεί ότι ο πεθαμένος πάντοτε έχει την ανάγκη των τρισάγιων για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του μέχρι την τελική κρίση, φροντίζει απερισκέπτως και αιωνίως να αναπαράγει την νεκροκαπηλεία των ποιμεναρχών. Ίσως, από τα πολλά τρισάγια να υποκύψει τελικώς ο Κύριος και θα συγχωρέσει την αμαρτωλή ψυχή του θανόντος συγγενούς, γιατί στο πολύ «Κύριε ελέησον», κουράζεται και ο Θεός των χριστιανών. Βλέπετε, πόσο καλοστημένος είναι αυτός ο εμπαιγμός των ανθρώπων; Όταν είναι στην επίγεια ζωή, ανακηρύσσονται εξ αρχής και καθ’ όλον τον βίο αμαρτωλοί, ώστε διαρκώς να βρίσκονται υπό μετάνοια, να εξομολογούνται, να κοινωνούν και να συγχωρούνται οι αμαρτίες μέσω του χρισμένου ποιμενάρχη. Όταν πεθαίνουν είναι και πάλι αμαρτωλοί, επειδή δεν πρόλαβαν φαίνεται να ζητήσουν άφεση όλων των αμαρτιών πριν από τον θάνατό τους και κληροδοτούν στους απογόνους την υποχρέωση να ζητούν την περίφημη άφεση μέσω των τρισάγιων, μνημόσυνων και όλων των νεκροτελετών, από κόλλυβα μέχρι ειδικές λειτουργίες. Έτσι, κάθε ζωντανός, είναι ποίμνιο προς ποιμνιακή εκμετάλλευση δύο φορές. Είναι ποίμνιο για τον εαυτό του και ποίμνιο για τους πεθαμένους συγγενείς του. Δεν γνωρίζουμε αν έχουν κατορθώσει να εισπράττουν, κατά κάποιο τρόπο, και από τις ψυχές των πεθαμένων αμαρτωλών, προκειμένου οι ίδιοι να εξαγοράζουν την ποινή τους. Όλα είναι πιθανά από την εφευρετικότατη ποιμαντορία.

Το εύρημα της Εσχάτης Κρίσεως και της Δευτέρας Παρουσίας έχει την ιστορική του διάσταση επίσης στην εβραϊκή δεοντολογία. Οι Εβραίοι περιμένουν επί χιλιάδες χρόνια τον Μεσσία που θα εμφανιστεί για να κάνει το πραγματικό Ισραήλ, δηλαδή την κυριαρχία τους με την παρουσία του Θεού. Αυτός ο Μεσσίας ήταν όντως ένα φανταστικό εύρημα, αφού διαρκώς δίνει ελπίδα και νόημα στον λαό των Εβραίων να περιμένουν τον Θεό, αλλά και την κυριαρχία τους επί όλων των λαών. Έτσι, ο Εβραίος βρίσκεται σε μια διαρκή αναμονή της ελεύσεως του Κυρίου. Οι χριστιανοί, αντιθέτως, έφεραν την Πρώτη Παρουσία του Μεσσία, πράγμα που τους αφόπλιζε από την μελλοντική προσδοκία και φόβο. Όταν κατάλαβαν την ανοησία στην οποία περιέπεσαν, έφτιαξαν την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Πιο νοήμονες και πανούργοι από τους αδελφούς τους Φαρισαίους, έκαναν την Δευτέρα Παρουσία να είναι δεινή και τρομερή, ώστε και φόβο να σπέρνει και ελπίδα αιώνιας κυριαρχίας του «ιερού Ευαγγελίου» να δίνει.

Έτσι, διόρθωσαν το αρχικό λάθος τους με ένα ισχυρότερο όπλο: Την τρομερή και φοβερή Δευτέρα Παρουσία. Εκεί ολοκληρώνεται ο κύκλος του χριστιανικού σαδισμού. Ξεκίνησε από την νευρωτική αγάπη προς τον Θεό και του Θεού προς το ποίμνιο, πέρασε στην ενοχοποίηση και αιώνια αμαρτία, κατόπιν στην οργή και στην τιμωρία, με αποκορύφωμα την τρομερή ημέρα της Κρίσεως, όπου θα κριθούν ζωντανοί και πεθαμένοι. Ποιό νομίζετε, είναι τώρα το είδος της χριστιανικής αγάπης; Είναι πράγματι αγάπη, ή είναι ένα σαδιστικό εργαλείο για την πλήρη ποιμνίωση των ανθρώπων;
------------------
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α'

Η Γέννηση του Παραδείσου

Πότε γεννήθηκε η έννοια του παραδείσου; Τι είναι ο παράδεισος; Που είναι ο παράδεισος; Αιώνιος ή άχρονος, γήινος ή επουράνιος, ανταμοιβή ή δικαίωμα; Που βρίσκονται λοιπόν σήμερα τα όρια του παραδείσου ή πως ορίζει η εποχή μας το ιδεώδες που αποκαλεί παράδεισο;

Η λέξη “παράδεισος” προέρχεται από την Μηδική λέξη paridaiza, (περίφραξη κι άρα με οριοθέτηση) με το pari να σημαίνει “περί” και το daiza “τείχος / τοίχος”. Όπως συχνά συνέβη, οι Έλληνες πήραν τα ιρανικά δάνειά τους από τους Μήδους παρά από τους Πέρσες: π.χ. η λέξη σατράπης είναι η μηδική μορφή αυτού του ιρανικού τίτλου (xšaθrapā(van) -περσική μορφή xšaçapāvan). Το αρχαίο Περσικό ισοδύναμο του Παραδείσου είναι paridaida. Η εμφάνιση ενός τέτοιου Μηδικού όρου ως δανείου στην Ελληνική γλώσσα, αλλά και στην Ακκαδική, την Εβραϊκή και την Αραμαϊκή, είναι μία ακόμη απόδειξη για την επίδραση των αινιγματικών Μηδών.

Η ίδια η φυλή έχει αφήσει πολύ λίγα ίχνη, η πρώιμη ιστορία της είναι δύσκολο να ανασυσταθεί, αλλά το γεγονός ότι οι Έλληνες ονόμαζαν τους ανατολίτες αντιπάλους τους πρώτα Μήδους και μόνο πολύ αργότερα Πέρσες, επιβεβαιώνει την προηγούμενη σημασία τους. Ομοίως οι Εβραίοι μιλούν για Μήδους στον Ησαΐα και στον Ιερεμία, αλλά για Μήδους και Πέρσες στα μεταιχμαλωσιακά βιβλία των Έσδρα, Νεεμία, Εσθήρ και Δανιήλ.

Σχεδόν αμέσως μετά την περσική κατάληψη της Βαβυλώνας το 539 π.κ.ε βρίσκουμε βαβυλώνια έγγραφα των τελευταίων δεκαετιών του έκτου αιώνα, στα οποία οι αρχές των ναών είναι υπεύθυνες για τη διατήρηση και την ίδρυση pardesu. Ένας από αυτούς είναι αμπελώνας, ένας άλλος σχετίζεται με τη φύτευση φοινικόδεντρων και την κατασκευή τούβλων. Περισσότερες πληροφορίες υπάρχουν στα μόνο λίγο μεταγενέστερα Ελαμιτικά κείμενα.

Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας των Ελαμιτών τον έβδομο αιώνα, οι Πέρσες εγκαταστάθηκαν στο έδαφός της και κράτησαν τα Ελαμιτικά ως επίσημη γλώσσα της γραφειοκρατίας τους στην Περσίδα μέχρι γύρω στο 460π.κ.ε . Εδώ βρίσκουμε αναφορές στους partetas, λέξη που αντιστοιχεί στην αρχαία Περσική paridaida. Από τα κείμενα αναδύονται οι ακόλουθες σημασίες: partetas είναι αποθηκευτικοί χώροι για φυτικά προϊόντα, όπως σύκα, χουρμάδες, ροδάκινα, βερίκοκα, ρόδια και βασιλικά σιτηρά, ως επί το πλείστον αρκετά κοντά στην Περσέπολη.

Αν και το μέγεθος ενός partetas ήταν μάλλον μέτριο, ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να περιέχει τα πρόβατα για τον εορτασμό μιας θρησκευτικής τελετής, μιας θυσίας στον Ahuramazda. Τέλος, υπάρχει μια σαφής σύνδεση με τα δέντρα. Η κυρίαρχη παρουσία των δέντρων οφείλεται στο ότι οι Πέρσες απέδιδαν ιδιαίτερη αξία στα δέντρα. Αυτό ήδη φαίνεται από επιστολή του Δαρείου Α’ σε κάποιον Gadatas, τον επιστάτη του τοπικού “Παραδείσου”, τον Παραδεισάριο, ένας όρος που επαναλαμβάνεται στη Συριακή ως pardayspana, στα παλαιότερα κείμενα των Αρμενίων ως partizpan και στο νεοπερσικό έπος ως palezban.

Στην επιστολή ο βασιλιάς επαινεί τον Gadatas για την καλλιέργεια των οπωροφόρων δένδρων της Συρίας στη Δυτική Μικρά Ασία και τον επιτιμά για τη φορολόγηση των ιερών κηπουρών του Απόλλωνα. Κάποιος Πύθιος, ίσως ο εγγονός του Κροίσου, έδωσε στο Δαρείο ένα χρυσό αμπέλι και πλατάνι, που παρέμειναν πολύ γνωστά έως ότου ο Αντίγονος τα έλιωσε το 316 π.κ.ε. Όταν βρήκε έναν πλάτανο ανατολικά των Σάρδεων, ο Ξέρξης τον διακόσμησε με χρυσό και όρισε έναν μόνιμο φύλακα γι’ αυτόν. Ο Κύρος ο νεότερος έδειξε στον Λύσανδρο τον παράδεισο στις Σάρδεις και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε φυτεύσει προσωπικά μερικά από τα δέντρα.

Συνεπώς, στις αρχές της Περσικής Αυτοκρατορίας δύο στενά συνδεδεμένες λέξεις ήταν σε τρέχουσα χρήση για τον παράδεισο: ο μηδικός όρος paridaiza και ο αρχαίος περσικός paridaida. Η τελευταία λέξη υιοθετήθηκε στην Ελαμιτική, η πρώτη υιοθετήθηκε από τους Βαβυλώνιους, τους Έλληνες και τους Εβραίους. Δεύτερον στην πρώιμη ιρανική ο παράδεισος δεν είχε σταθερή σημασία. Θα μπορούσε να είναι ένα μέρος για αποθήκευση, ένας αμπελώνας, οπωρώνας, ένας στάβλος, δάσος ή φυτώριο δέντρων. Προφανώς, το πιο σημαντικό και ενοποιητικό στοιχείο ήταν ο Οριοθετημένος Περίβολος. Τρίτον, καμία από αυτές τις περιγραφές δεν ταιριάζει ακόμα με τον βιβλικό Κήπο της Εδέμ.

Η σύνδεση ανάμεσα στα δέντρα και τον Παράδεισο εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη, όπου στον Νεεμία (2.8) ο ομώνυμος πρωταγωνιστής ζητά ξύλο από τον επιστάτη του pardes του βασιλιά για να κάνει δοκάρια για τις πύλες του παλατιού. Το χωρίο φαίνεται να προέρχεται από τα αρχικά απομνημονεύματα του Νεεμία, τα οποία χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα και ως εκ τούτου είναι μια πολύτιμη μαρτυρία για την ύπαρξη των περσικών παραδείσων, όχι μόνο στη Μικρά Ασία, αλλά και σε άλλα σημεία της περσικής αυτοκρατορίας. Ο Νεεμίας δεν αναφέρει τη θέση του παραδείσου του, αλλά μπορεί να βρισκόταν στον Λίβανο. Δέντρα αναφέρονται επίσης στο Άσμα Ασμάτων (4,13 – 14) που ίσως να γράφτηκε στην Ιερουσαλήμ γύρω στο 400 π.κ.ε. Εδώ θα βρούμε έναν pardes από ρόδια, με ευχάριστα φρούτα, νάρδο, κρόκο, κάλαμο και κανέλα, με όλα τα δέντρα του λιβανιού.

Υπάρχει η πιθανότητα ότι η λέξη “παράδεισος” εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία τον πέμπτο αιώνα. Ο Κλέαρχος (απ. 43a) λέει ότι οι Λυδοί στην πολυτέλειά τους έφτιαξαν παραδείσους, διαμορφώνοντάς τους σαν πάρκα και έτσι ζούσαν στη σκιά. Καθώς ο Κλέαρχος αλλού χρησιμοποίησε τον ιστορικό Ξάνθο από τη Λυδία, έναν αρχαιότερο σύγχρονο του Ηρόδοτου, φαίνεται πιθανό ότι ο Ξάνθος ίσως ήταν ο πρώτος Έλληνας που χρησιμοποίησε γραπτώς τον όρο παράδεισος. Αυτό δεν είναι απίθανο, δεδομένου ότι καταγόταν από τη Λυδία και ο ίδιος μπορεί κάλλιστα να γνώριζε τους παραδείσους των Σάρδεων προσωπικά. Όπως ταίριαζε σε παράδεισους, αποτελούνταν από δέντρα, αλλά οι Σάρδιοι προφανώς τους είχαν μετατρέψει σε ένα πιο καλλιεργημένο περιβάλλον από τους τυπικούς περσικούς παραδείσους, ίσως με περίπτερα για τους επισκέπτες τους.

Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε ένα σπίτι και ένα μέρος με κρεβάτι με ουρανό στον βαβυλώνιο παράδεισο, όπου πέθανε ο Αλέξανδρος. Εκ πρώτης όψεως μπορεί να είναι έκπληξη το γεγονός ότι ο Κλέαρχος μιλάει για παράδεισους στον πληθυντικό, αλλά τα κείμενα συχνά μιλούν μ’ αυτό τον τρόπο. Ορισμένα παραδείγματα είναι οι παράδεισοι στα Σούσα (Αιλιανός, Περί ζώων 7.1), τα άγρια πάρκα του Φαρνάβαζου (Ξεν., Ελλ. 4.1.15, 33) οι παράδεισοι κυνηγιού που δόθηκαν στον Δημήτριο Πολιορκητή στον τόπο της εξορίας του (Πλούταρχος, Δημήτριος 50) και οι συριακοί παράδεισοι με κυπαρίσσια που αναφέρονται από τον Θεόφραστο (Περί φυτών ιστ. 5.8.1).

Από τις μαρτυρίες του Ξενοφώντα (Οικονομικός, Ελληνικά, Κύρου ανάβασις, Κύρου παιδεία) και άλλων Ελλήνων συγγραφέων, αλλά και από τα βιβλικά χωρία, μπορούμε να βγάλουμε τα εξής συμπεράσματα για την έννοια των παραδείσων στην ύστερη αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών: πρώτον, τα χωρία του Νεεμία και το Άσμα Ασμάτων φαίνεται να δείχνουν ότι, εκτός από τους παράδεισους κυνηγιού που βεβαιώνονται από τον Ξενοφώντα, άλλες σημασίες του περσικού παραδείσου, όπως οπωρώνας και τόπος ανάπτυξης δέντρων, παρέμειναν ζωντανές.

Δεύτερον, οι πρώιμοι ελληνικοί παράδεισοι συνδέονται με τους ιρανικούς μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Δεν είναι οπωρώνες, αμπελώνες ή θέσεις αποθήκευσης – έννοιες για τις οποίες οι Έλληνες βέβαια είχαν τις δικές τους λέξεις. Από την άλλη πλευρά, όπως αναφέρεται ρητά στα Ελλ. 4.1.15, ήταν περιφραγμένοι (δηλ. οριοθετημένοι) και από αυτή την άποψη αντικατοπτρίζουν την ιρανική προέλευσή τους.

Τρίτον, φαίνεται να είναι ένα σχετικά άγνωστο φαινόμενο για τους Έλληνες, αφού στον Οικονομικό του ο Ξενοφών καλύπτει αποτελεσματικά τον όρο λέγοντας ότι υπάρχουν πάρκα, οι λεγόμενοι παράδεισοι, όπου πηγαίνει ο βασιλιάς. Τέταρτον, αυτοί οι συγκεκριμένοι παράδεισοι χαρακτηρίζονταν από περιορισμένο μέγεθος, την γειτνίαση με άλλους παραδείσους, την παρουσία ζώων, ύδατος (είτε πρόκειται για ποτάμι ή μια λίμνη), τη σημασία των δέντρων και, σε γενικές γραμμές, από πλούσια βλάστηση. Οι εν λόγω παράδεισοι δεν απουσιάζουν από την περσική ενδοχώρα, αφού ο παράδεισος στα Σούσα αρδευόταν (Κτησίας FGrH 688 F 34) και ο τάφος του Κύρου στους Πασαργάδες βρισκόταν σε έναν παράδεισο με ένα άλσος από κάθε λογής δέντρα, αρδευόμενος και βαθύ χόρτο είχε αναπτυχθεί στο λιβάδι.

Πέμπτον, οι παράδεισοι ήταν στην κατοχή της υψηλότερης τάξης της Περσικής αριστοκρατίας. Ως εκ τούτου έγιναν το σύμβολο της περσικής αρχής, όπως φαίνεται να υποδεικνύει η επιλογή των Φοινίκων να θέσουν ως πρώτο στόχο τους στην εξέγερσή τους το 351 π.κ.ε. τον βασιλικό παράδεισο.

Έκτον και τελευταίο, σε αντίθεση με τον παράδεισο της Γένεσης, οι παράδεισοι κυνηγιού ήταν γεμάτοι με άγρια ζώα και μ’ αυτόν τον τρόπο επέτρεπαν στους Πέρσες να διατηρούν τον εαυτό τους γυμνασμένο και καλά προετοιμασμένο για πόλεμο.

Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών οι παράδεισοι κυνηγιού γρήγορα εξαφανίστηκαν, αφού το κυνήγι δεν παίζει τον ίδιο ρόλο στη ζωή των διαδόχων του Αλέξανδρου, όπως μεταξύ των Περσών αρχόντων. Ωστόσο, άλλοι παράδεισοι συνέχισαν να υπάρχουν, αλλά χωρίς τα άγρια ζώα. Μπορούμε να σημειώσουμε αυτή την αλλαγή ήδη αρκετά νωρίς στο τρίτο αιώνα, αφού το 246 π.κ.ε. η μικρή κρητική πόλη της Ιτάνου αφιέρωσε ένα “ιερό τέμενος” κοντά στην πύλη, πιθανώς ένα είδος δημόσιου κήπου, ως έναν παράδεισο για τον Πτολεμαίο Γ’ (246-221).

Αυτό σίγουρα δεν ήταν ένα πάρκο κυνηγιού. Ούτε, προφανώς, ήταν οι παράδεισοι που συνδέονται με βασιλικές κατοικίες, οι οποίες αναφέρονται σε παπύρους στα τέλη του τρίτου αιώνα. Άλλοι συνδυασμοί ανακτόρων και πάρκων δείχνουν σαφώς ότι οι εν λόγω παράδεισοι ήταν πάρκα. Στο τρίτο και δεύτερο αιώνα, ο παράδεισος συνδέεται με νερό (Αριθμοί 24.6, Ησαΐας 1.30), δέντρα (Ιεζεκιήλ 31.8,9), έρχεται σε αντίθεση με την έρημο (Ησαΐας 51,3) και αποτελεί ένα σημάδι του μεγάλου πλούτου (Ιεζεκιήλ 28.13), αλλά πουθενά δεν ακούμε για ζώα. Στον Εκκλησιαστή, που φαίνεται να χρονολογείται στον τρίτο αιώνα π.κ.ε., ο Σολομών λέει: “έχω κάνει εγώ κήπους και pardesim και φύτεψα δέντρα σε αυτά με όλων των ειδών τα φρούτα” (2.5).

Όπως στην προαναφερθείσα περίπτωση στο Άσμα Ασμάτων, σύγχρονες μεταφράσεις χρησιμοποιούν τον όρο “οπωρώνας” και μάλιστα, στα σύγχρονα εβραϊκά η λέξη “οπωρώνας” είναι pardes. Περισσότεροι οπωρώνες αναφέρονται σε μεταγενέστερους παπύρους από την Αίγυπτο, που περιέχουν πολλές αναφορές σε παραδείσους. Αυτοί οι παράδεισοι ήταν χρηστικοί κήποι, αφού το μέσο μέγεθος τους είναι εξαιρετικά μικρό, μικρότερο από ένα εκτάριο. Ως εκ τούτου, δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι ακούμε γι’ αυτούς να πωλούνται ή να αγοράζονται. Στα ρωμαϊκά χρόνια οι παράδεισοι έγιναν ακόμη πιο καλλιεργημένοι, όπως προκύπτει ευθέως από τους παράδεισους στα ελληνικά μυθιστορήματα του Λόγγου και του Αχιλλέα Τατίου. Εξακολουθούν να υπάρχουν πηγές και δέντρα, αλλά το τοπίο έχει γίνει πολύ πιο τεχνητό. Βλέπουμε τώρα την παρουσία λιβαδιών και λουλουδιών: τριαντάφυλλα, νάρκισσους και υάκινθους. Αντί για άγρια ζώα ο παράδεισος κατοικείται τώρα από κύκνους, παπαγάλους και παγώνια.

Πριν απαντηθεί το ερώτημα γιατί οι εβδομήκοντα δύο, τον τρίτο αιώνα π.κ.ε. επέλεξαν τον όρο “παράδεισος” για να μεταφράσουν την εβραϊκή έκφραση Gan Eden, έχουμε να λύσουμε ένα άλλο πρόβλημα. Γιατί οι μεταφραστές δεν προτιμούν τον εξίσου πιθανό ελληνικό όρο “κήπος”; Όπως ο παράδεισος, ο κήπος είναι συνδεδεμένος με το νερό (Ησαΐας 1.29) αλλά είναι σαφώς απλούστερος από το μαγευτικό παράδεισο (Δευτερονόμιο 11.10, 1 Βασιλέων 20.2). Αυτοί οι κήποι καλλιεργούνταν κατά κύριο λόγο για την παραγωγικότητα τους και ήταν στενά συνδεδεμένοι με τα συγκροτήματα κατοικιών. Ήταν μικροί, περιφραγμένοι, (οριοθετημένοι) καλλιεργούνταν εντατικά και φημίζονταν για τα λαχανικά και τα λουλούδια τους. Με άλλα λόγια, για τους Εβραίους μεταφραστές η λέξη “κήπος” δύσκολα έφερνε στο μυαλό την εικόνα ενός βασιλικού πάρκου αντάξιου του Γιαχβέ.

Αλλά αν οι μεταφραστές προτίμησαν τη λέξη “παράδεισος”, ποιον παράδεισο έχουν κατά νου; Μπορούμε να απορρίψουμε τις παλιές περσικές έννοιες “αποθήκη” ή “αμπελώνας” και τη χρήση για κυνήγι στον Ξενοφώντα, δεδομένου ότι ούτε ο θεός τους ούτε ο Αδάμ εμφανίζουν κανένα ενδιαφέρον για το κυνήγι, ούτε πίνουν αλκοόλ. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι μπορούμε να αγνοήσουμε επίσης τους παραδείσους της μεταγενέστερης ελληνιστικής και ρωμαϊκής Αιγύπτου, δεδομένου ότι ήταν πάρα πολύ μικροί, πάρα πολύ απλοί και πολύ χρηστικοί για να είναι αντάξιοι του Γιαχβέ. Αυτό μας αφήνει τους σύγχρονους βασιλικούς παραδείσους των ελληνιστικών χρόνων, όπως είναι ορατοί σε διάφορες περιγραφές: βασιλικά πάρκα με πολλά δέντρα, κατάλληλα για περπάτημα, λιγότερο άγριοι ​​από τους περσικούς προδρόμους τους, αλλά πιο δασώδεις από τους ύστερους ρωμαϊκούς απογόνους τους.

Τέτοια πάρκα φυσικά ταιριάζουν με την εποχή των εβδομήκοντα  δύο, δηλαδή την Αλεξάνδρεια κατά το δεύτερο τέταρτο του τρίτου αιώνα π.κ.ε. Οι γνώσεις μας της πρώιμης Αλεξάνδρειας είναι ατελείς, αλλά αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ότι το βασιλικό παλάτι του Πτολεμαίου Β’ άντλησε έμπνευση από τα περσικά παλάτια με τους παραδείσους. Ο παράδεισός του φαίνεται πράγματι να αποτυπώνεται στην περιγραφή του παλατιού του βασιλιά Αιήτη στην Κολχίδα από τον Απολλώνιο τον Ρόδιο (Αργοναυτικά 3.219 – 29).

Υπάρχει επίσης μια σαφής ένδειξη για τη σύνδεση του παραδείσου του Γιαχβέ με τον κόσμο των Πτολεμαίων: η μετάφραση της έκφρασης Gan Eden στη Γένεση (3.23) ως “παράδεισος της τρυφής”. Η “τρυφή” ήταν ένας όρος που χρησιμοποιείται ευρέως στη μοναρχία των Πτολεμαίων για να χαρακτηρίσει την ήρεμη ζωή με την ευημερία και τη μεγαλοπρέπειά της. Τρεις βασιλείς επονομάστηκαν “Τρύφων” και διάφορες πριγκίπισσες “Τρύφαινα”. Στους ρωμαϊκούς χρόνους η τρυφή έγινε συνώνυμο με την “καλή ζωή”, εξ ου και “τρυφιλή ζωή”. Σαφώς η εποχή των Πτολεμαίων δεν ήταν πλέον η εποχή του Κύρου με τη σωματική ταλαιπωρία και τον ιδρώτα, αλλά ο κόσμος του πλούτου, της άνεσης και της πολυτέλειας. Πίσω από τον παράδεισο του ουράνιου βασιλιά στη μετάφραση των εβδομήκοντα δύο υποκρύπτονται οι καλλιεργημένοι παράδεισοι των επίγειων Ελλήνων αρχόντων της σύγχρονης Αιγύπτου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β'

Πώς είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση στις μεγάλες θρησκείες

Μετά θάνατον ζωή την έχουν αποκαλέσει και είναι η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση πως ένα ουσιαστικό κομμάτι της ταυτότητας ή της συνείδησής μας συνεχίζει να ζει ακόμα και μετά το τέλος του φθαρτού σώματος.

Οι θρησκείες επιμένουν εξάλλου πως η επίγεια ζωή δεν είναι παρά ένα προπαρασκευαστικό στάδιο για τον «άλλο» κόσμο, τον αιώνιο, τον αληθινό, τον παντοτινό. Και είναι οι πράξεις μας στο σύντομο αυτό πέρασμά μας από τη ζωή που θα καθορίσουν την τύχη μας όταν η ψυχή ή το πνεύμα περάσει στο επέκεινα.

Ο θάνατος δεν είναι λοιπόν το τέλος, παρά ένα πέρασμα σε μια άλλη σφαίρα, μια σφαίρα που έχουν βαλθεί να περιγράψουν οι πάντες, από τα θρησκευτικά δόγματα και τη μεταφυσική μέχρι και κάθε εσωτερική, ερμητική και μυστικιστική λατρεία.

Είναι ωστόσο οι μεγάλες αφηγήσεις για το υπέρτατο ον που μονοπωλούν όχι μόνο το ενδιαφέρον, αλλά και την ίδια την ουσία της μετά θάνατον κατάστασης. Ο Θεός, ή ένας θεός τέλος πάντων, που θα καθορίσει με την πάνσοφη κρίση του τα ανθρώπινα πεπραγμένα στη Γη απονέμοντας την αιώνια επιβράβευση ή τα παντοτινά μαρτύρια.

Τον Παράδεισο ή την Κόλαση, κοντολογίς, έννοιες που έχουν ριζώσει στο φαντασιακό μας για περισσότερο απ’ όσο μπορεί να θυμηθεί ο άνθρωπος. Έννοιες κοσμολογικές, εσχατολογικές, υπερβατικές και εξόχως θρησκευτικές που περιλαμβάνουν τα πάντα, από θεούς, δαίμονες, αγίους και προγόνους μέχρι φριχτά βασανιστήρια και εσαεί τιμωρίες.

Από τη μία έχουμε τον ιερό Παράδεισο, το ανώτατο μέρος όπου πηγαίνουν οι ενάρετοι και οι δίκαιοι, και από την άλλη την καταραμένη Κόλαση, αυτόν τον κάτω κόσμο που κανείς δεν θέλει να βρεθεί εντός του.

Πώς γεννήθηκαν όμως αυτές οι έννοιες; Τις έφερε πράγματι στις βαλίτσες του ο χριστιανισμός ή μήπως προϋπήρχαν ως δοξασίες σε ακόμα πιο αρχαίες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στη δική μας γλώσσα για Παράδεισο πρωτομίλησε ο Ξενοφώντας, τόσο στην «Κύρου Ανάβαση» και την «Κύρου Παιδεία» όσο και τα «Ελληνικά» του, αναφερόμενος στους περιφραγμένους λειμώνες (λιβάδια) του πέρση βασιλιά.

Ως «Παράδεισο» απέδωσαν αργότερα οι έλληνες λόγιοι στην κοινή ελληνιστική τον εβραϊκό Κήπο της Εδέμ, τον τόπο όπου τοποθέτησε ο Θεός τους Πρωτόπλαστους, στη σπουδαιότερη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης («Εβδομήκοντα») στα ελληνικά.

Όσο για την Κόλαση, εκεί που τιμωρούνται οι αμαρτωλοί και οι φαύλοι, μαθαίνουμε γι’ αυτή από τον Ματθαίο (25:46): «ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ο Μάρκος μάς λέει μάλιστα (9:47) πως πρέπει να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να μη βρεθούμε εκεί, ακόμα και τα μάτια μας να βγάλουμε αν είναι αυτά που θα μας φέρνουν στην αμαρτία: «καὶ ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, ἔκβαλε αὐτόν· καλὸν σοί ἐστι μονόφθαλμον εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἢ τοὺς δύο ὀφθαλμοὺς ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός».

Αλλά και ο Ιωάννης δεν μασά καθόλου τα λόγια του στην «Αποκάλυψή» του (21:8) για το τι εστί Κόλαση: «Οι δειλοί όμως, οι άπιστοι, οι βδελυροί, οι φονιάδες, οι πόρνοι, οι μάγοι, οι ειδωλολάτρες κι όσοι αντιστρατεύονται την αλήθεια, θα ’χουν το μερίδιό τους στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος».

Ο πιστός χριστιανός ξέρει καλά τι είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση, αν και οι έννοιες φαίνεται να προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν άλλωστε τον Άδη τους, τον κύριο του Κάτω Κόσμου που λειτούργησε ως βάση για πολλές θρησκευτικές κολάσεις. Αλλά και ο ζωροαστρισμός φαίνεται πως έχει επηρεάσει βαθύτατα τις αβρααμικές θρησκείες, ως παλαιότερος των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών παραδόσεων και κυρίαρχο ρεύμα στη Μεσοποταμία. Και ήταν αυτός πιθανότατα που μας κληροδότησε τη βάση για τον Παράδεισο και την Κόλαση, μπολιάζοντας τα μυαλά των πρώτων πιστών των άλλων θρησκειών με την αιώνια ανταμοιβή ή το μαρτύριο της ψυχής μετά το μοιραίο.

Να πώς κατάλαβαν και μεταμόρφωσαν τον Παράδεισο και την Κόλαση του Ζωροάστρη μια σειρά από μεγάλες και ιστορικές θρησκείες…

Ιουδαϊσμός

Θα περίμενε κανείς πως ο εβραϊσμός, ως μια από τις παλαιότερες και με μεγαλύτερη διάχυση στις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες παράδοση, θα είχε μια ξεκάθαρη άποψη για τον Παράδεισο. Στην πραγματικότητα όμως η Παλαιά Διαθήκη κάνει ελάχιστες και αποσπασματικές αναφορές για τα μετά της ζωής, καθώς αυτό που κυρίως την ενδιαφέρει είναι η επίγεια ζωή και η άμεση, φυσική και συγκεκριμένη επιβράβευση ή τιμωρία για τις πράξεις σου σε αυτόν τον κόσμο (όπως μας λέει, για παράδειγμα, στο Λευιτικόν 26:3-9 και το Δευτερονόμιο 11:13-15).

Κι έτσι ό,τι έχουμε από την ιουδαϊκή ιδέα περί Παραδείσου δεν είναι παρά ερμηνείες μεταγενέστερων. Αυτοί μας λένε, για παράδειγμα, πως οι εβραίοι έχουν Παράδεισο, μόνο που θα συμβεί μόνο μετά την έλευση του Μεσσία, όταν οι νεκροί σηκωθούν από τους τάφους τους. «Σαμάγιμ» (ουρανοί) είναι στα εβραϊκά ο τόπος όπου κατοικεί ο Θεός και οι άγγελοί του, αλλά και οι ενάρετοι νεκροί, μόνο που δεν μας λέει η Πεντάτευχος τίποτα περισσότερο.

Τα ιερά κείμενα των ιουδαίων δεν περιλαμβάνουν ενδείξεις για τη μετά θάνατον ζωή και όταν αυτή αναφέρεται, είναι σε ραβινικές ερμηνείες που ήρθαν αρκετές εκατοντάδες χρόνια αργότερα. Η Τορά αναφέρει ωστόσο πως ο Αβραάμ, ο Ισμαήλ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Μωϋσής και ο Ααρών συνάντησαν τους ανθρώπους τους μετά θάνατον. Αυτή η κοινή συνάντηση ερμηνεύτηκε ως κάτι διαφορετικό από τον απλό θάνατό τους.

Αυτό δεν σημαίνει πως ο ιουδαϊσμός πιστεύει πως ο φυσικός θάνατος είναι το τέλος του ανθρώπου, δεν έχει απλώς συνεκτική εξήγηση για το τι ακριβώς συμβαίνει στην ψυχή. Κάποιας μορφής ανταμοιβή φαίνεται πάντως να υπάρχει και έχει να κάνει με τον Κήπο της Εδέμ, που δεν είναι ωστόσο ο ίδιος με τον Παράδεισο του Αδάμ και της Εύας.

Η εβραϊκή Κόλαση είναι ωστόσο πιο επαρκώς καθορισμένη από τον Παράδεισο, και πάλι όμως οι αναφορές της ενυπάρχουν κυρίως στον εβραϊκό μυστικισμό (Καμπαλά) και όχι στον κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης. Η Κόλαση των ιουδαίων φαίνεται να είναι κάτι σαν καθαρτήριο, μια μεταβατική κατάσταση δηλαδή που δεν έχει τον τελεσίδικο χαρακτήρα του χριστιανισμού. Και προσλαμβάνεται περισσότερο συμβολικά παρά κυριολεκτικά.

Η εβραϊκή Βίβλος αναφέρεται και πάλι ελάχιστα στην έννοια της Κόλασης, περιγράφοντάς τη απλώς ως το μέρος όπου κατοικούν οι ψυχές των νεκρών. Η Καμπαλά, που δεν περιλαμβάνεται στα επίσημα κείμενα της θρησκείας, εξηγεί πάντως πως Κόλαση υπάρχει και είναι μια κοιλάδα όπου θυσιάζονται παιδιά στον δαίμονα Μολώχ. Και πάλι έχει όμως μια μεταβατική φύση, καθώς κανείς δεν παραμένει εκεί εις το διηνεκές.

Στον «Εκκλησιαστή» και τον «Ιώβ» αναφέρεται μάλιστα πως όλοι οι νεκροί πάνε στο μέρος αυτό με τις φωτιές που καίνε, είτε ήταν καλοί είτε κακοί στη ζωή, είτε δούλοι είτε ελεύθεροι, είτε φτωχοί είτε πλούσιοι. Οι βιβλικοί μελετητές μάς λένε πως ο πρώιμος εβραϊσμός δεν είχε καν έννοιες για τη μετά θάνατον ζωή και τις απέκτησε κατά τα ελληνιστικά χρόνια, από την επαφή του με τα ελληνικά βασίλεια…

Χριστιανισμός

Ακόμα και οι πιστοί χριστιανοί πιστεύουν πως ξέρουν πώς είναι υποτίθεται ο Παράδεισος, μόνο που η πεποίθησή τους δεν είναι ακριβώς σωστή. Ο Παράδεισος των χριστιανών έλκει την καταγωγή του από την Ιερουσαλήμ με τις 12 πύλες, καθεμία εκ των οποίων έχει το όνομα μιας από τις φυλές του Ισραήλ, αλλά και έναν άγγελο για φύλακα.

Έχει ακόμα 12 πηγές, για καθέναν από τους αποστόλους, αλλά και ένα πελώριο τείχος φτιαγμένο από υλικά που δεν συναντάς στη Γη. Εκεί θα βρεις το ποτάμι με το «νερό της ζωής», που πηγάζει από τον Θρόνο του Θεού, και τα δέντρα που παράγουν κάθε μήνα τα «φρούτα της ζωής». Όποιος ζει στον Παράδεισο, έχει το όνομα του Θεού γραμμένο στο μέτωπό του και δεν νιώθει πόνο. Ούτε χύνει δάκρυα.

Ο Παράδεισος των χριστιανών είναι ένας τόπος γαλήνης. Αντανακλά μάλιστα τις ρίζες της θρησκείας στον ιουδαϊσμό, καθώς περιλαμβάνει μια πόλη που ονομάζεται Νέα Ιερουσαλήμ, την οποία περιγράφει διεξοδικά η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Έχει υποστηριχθεί πάντως από σπουδαίους θεολόγους πως πολλά από αυτά λειτουργούν ως μεταφορές και ο Παράδεισος δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να εκλαμβάνεται ως ένας πραγματικός τόπος «εκεί πάνω». Αλλά και πως δεν είναι η τελική κατοικία των ενάρετων, καθώς όλα θα κριθούν μετά τη Δευτέρα Παρουσία.

Η Κόλαση των χριστιανών μοιάζει αρκετά με τον Κάτω Κόσμο των αρχαίων Ελλήνων. Με φωτιές ολόγυρα, εκεί καίγονται και βασανίζονται αιωνίως οι ψυχές των αμαρτωλών. Ο Μάρκος την περιγράφει χαρακτηριστικά ως το μέρος που δεν σβήνει ποτέ η φλόγα. Στον καθολικισμό μάλιστα αρκετές ιδέες περί Κολάσεως έχουν προέλθει από την «Κόλαση» του Δάντη.

Η Καινή Διαθήκη την αφηγείται πάντως ως συνδυασμό της εβραϊκής ιδέας περί αιώνιας φωτιάς (Γέεννα) και της αρχαιοελληνικής ως αιώνιας τιμωρίας (Άδης). Για τον καθολικισμό είναι περισσότερο η τιμωρία της απομάκρυνσης της ψυχής από τον Θεό και το καλό, καθώς για να βρεθεί κάποιος στο εσωτερικό της πρέπει να πεθάνει ως αμαρτωλός και να μην έχει μετανοήσει για τα κρίματά του.

Μόνο που αυτή η Κόλαση έχει και μεταβατικό και τελεσίδικο χαρακτήρα, καθώς μετά τη Μέρα της Κρίσης και την ανάσταση των νεκρών εκεί θα καταλήξουν οι ψυχές όσων κριθούν ακατάλληλοι για τον Παράδεισο. Και θα ζήσουν εις το διηνεκές διαχωρισμένοι από τον Θεό, κάτι που δέχονται όλα τα δόγματα της χριστιανικής πίστης…

Ισλαμισμός

Αν ζήσεις τη ζωή σου ως ενάρετος μουσουλμάνος, τότε θα περάσεις την αιωνιότητα σε έναν κήπο όπου η θερμοκρασία είναι πάντοτε ιδανική. Εκεί, στους άνετους χρυσοποίκιλτους καναπέδες, θα σε περιμένουν καλοσχηματισμένες κοπέλες με μεγάλα, όμορφα μάτια και μεταξωτά φορέματα, θα γεύεσαι όλα τα καλά του κόσμου και θα περιβάλλεσαι από όλους σου τους αγαπημένους.

Η ισλαμική εκδοχή του Παραδείσου είναι ο τελικός τόπος προορισμού του ενάρετου και του ευσεβούς πιστού και έχει πολλά κοινά με τον εβραϊκό Κήπο των Πρωτόπλαστων. Οι μουσουλμάνοι χρησιμοποιούν αρκετές λέξεις για να περιγράψουν διάφορες βαθμίδες του Παραδείσου, οι οποίες έχουν αποκτήσει με τον χρόνο το ίδιο πάνω-κάτω νόημα. Ο δικός τους Παράδεισος είναι ένας τόπος που εκλαμβάνεται κυριολεκτικά, ένα μαγικό μέρος όπου πραγματοποιούνται όλες οι επιθυμίες σου. Εκεί θα ζήσεις αιώνια ευτυχισμένος, χωρίς να έχεις ποτέ αρνητικά συναισθήματα.

Η μουσουλμανική κοσμολογία αναγνωρίζει 7 στρώματα στον Παράδεισο και άλλα 7 στην Κόλαση. «Ουρανούς» τους αποκαλεί το Κοράνι και εκεί καταλήγουν οι ενάρετοι μετά τον θνητό θάνατό τους. Υπάρχουν ωστόσο αρκετές διαφοροποιήσεις εντός του ισλαμισμού. Οι σουφιστικές παραδόσεις, για παράδειγμα, τοποθετούν τον Παράδεισο μετά τον έβδομο ουρανό, μεταξύ ογδόου και ενάτου. Στο Κεφάλαιο (Σουράτ) 21:30, για παράδειγμα (αλλά και στο 67:5), μαθαίνουμε πως ο κατώτατος ουρανός είναι το Σύμπαν, το οποίο έχει πάνω του άλλους έξι ουρανούς.

Το Κοράνι βρίθει από αναφορές (13:15, 18:31, 38:49-54, 35:33-35, 52:17-27, 78:31-34) για τις ανταμοιβές της ισλαμικής Εδέμ. Ο κήπος περιλαμβάνει ποτάμια, φρούτα και παχυλές σκιές, αλλά και κοπέλες (ή παρθένες, σε κάποιες μεταφράσεις) που περιμένουν τον πιστό. Οι μουσουλμάνοι απορρίπτουν μάλιστα την έννοια του Προπατορικού Αμαρτήματος, πιστεύοντας πως κάθε άνθρωπος γεννιέται καθαρός. Τα παιδιά που πεθαίνουν πηγαίνουν αυτομάτως στον Παράδεισο, ανεξαρτήτως της θρησκείας των γονέων τους.

Για τους μωαμεθανούς το ισοζύγιο καλών και κακών πράξεων είναι μετρήσιμο και όσο πιο πολύ κλίνει ο ζυγός προς το καλό, σε τόσο ανώτερη παραδείσια βαθμίδα θα φτάσει η άφθαρτη ψυχή. Ακόμα και η κατώτερη βαθμίδα του Παραδείσου όμως λέγεται πως είναι τουλάχιστον εκατό φορές καλύτερη από την επίγεια ζωή. Στην έβδομη μάλιστα βαθμίδα, τα σπίτια των ανθρώπων χτίζονται από χέρια αγγέλων με αποκλειστικό δομικό υλικό τον χρυσό.

Από την άλλη, υπάρχει η Κόλαση. Παράδεισος και Κόλαση αναφέρονται συνήθως στα ίδια εδάφια του Κορανίου και σε χτυπητή αντίθεση μεταξύ τους. H Κόλαση του μωαμεθανού είναι ένας τόπος για τους κακούς με τις γνώριμες φωτιές που επικρατούν στις αβρααμικές θρησκείες. Από αυτή την Κόλαση δεν γλιτώνει ο καταδικασμένος, καθώς όποιος προσπαθήσει να αποδράσει θα υποστεί χειρότερα βασανιστήρια. Και τα βασανιστήρια είναι εδώ όσο πιο φριχτά παίρνει.

Η φωτιά δεν είναι άλλωστε παρά η αρχή των βασανιστηρίων, μιας και πρόκειται ουσιαστικά για ένα πύρινο τείχος που περιβάλλει τους φαύλους. Όποιος διαμαρτύρεται, λούζεται με καυτό νερό, «καυτό σαν λιωμένο ορείχαλκο», το οποίο καίει το πρόσωπό του. Αν και γίνεται χειρότερο, μιας και οι κολασμένοι φορούν πύρινα ρούχα και μαστιγώνονται με σιδερένιες ράβδους.

Το Κοράνι μάς λέει πως όλα αυτά θα συμβούν κατά τη Μέρα της Κρίσης, όταν ο κόσμος θα καταστραφεί και όλοι, ζωντανοί και νεκροί, θα κριθούν από τον Αλλάχ. Στην Κόλαση θα κατευθυνθούν όλοι οι άθεοι, όσοι έχουν παραβεί τους θείους νόμους ή έχουν απορρίψει τις Γραφές. Οι «εχθροί του Ισλάμ» στέλνονται κατευθείαν στην Κόλαση μετά τον θάνατό τους.

Ο βαθμός του βασανισμού έγκειται στην ποσότητα των αμαρτιών που θα έχει διαπράξει στον βίο του ο κολασμένος και τα δεινά που θα υποστεί δεν είναι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά.
Και η Κόλαση έχει εφτά επίπεδα, αλλά και εφτά πύλες, τις οποίες διαβαίνουν διαφορετικές κατηγορίες αμαρτωλών, αν και εδώ υπάρχει μερίδα θεολόγων που αμφισβητούν τη μονιμότητα της Κόλασης για την καταδικασμένη ψυχή, πιστεύοντας πως είναι και στον μουσουλμανισμό μια μεταβατική κατάσταση κάθαρσης, ώστε να μετανοήσει ο άνθρωπος, να συγχωρεθεί και να μετακομίσει τελικά στον Παράδεισο…

Ινδουισμός

Οι θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής δεν έχουν συνήθως προσδιορισμένους Παραδείσους, καθώς εκλαμβάνονται συμβολικά ως αποδέσμευση από τα δεινά της ύπαρξης. Οι ινδουιστές πιστεύουν εξάλλου στη μετενσάρκωση και ο Παράδεισος αποκτά εδώ την έννοια της απελευθέρωσης από τον αέναο αυτό κύκλο της ζωής. Και ο μόνος τρόπος να ξεφύγεις από τις απανωτές ζωές είναι μέσω του διαφωτισμού.

Στον ινδουισμό (βραχμανισμό) υπάρχει μια απόλυτη πραγματικότητα που υπερβαίνει την αισθητηριακή εμπειρία. Όλα είναι ρευστά και εύπλαστα και εξελίσσονται μάλιστα στον ιστορικό χρόνο, καθώς η θρησκεία έχει μεταμορφωθεί εντυπωσιακά από την αρχαιότητα ως και τις μέρες μας, ανταποκρινόμενη στην εκάστοτε εποχή.

Ιερά κείμενα δεν υπάρχουν, με τον τρόπο τουλάχιστον των δυτικών μονοθεϊστικών θρησκειών, παρά «δρόμοι σωτηρίας» για το σώμα και το πνεύμα. Για τους ινδουιστές εξάλλου ο κόσμος φτάνει συνεχώς σε ένα τέλος και αρχίζει πάλι από την αρχή, με τον ρευστό αυτό χωροχρόνο να μην αφήνει περιθώρια για παγιωμένες και προϋπάρχουσες καταστάσεις.

Σύμφωνα πάντως με τα παλαιότερα κείμενα της θρησκείας, τις Βέδες, αυτό που θα θεωρούσαμε ως Παράδεισο εμείς οι Δυτικοί είναι ένα συμβολικό μέρος που σε απελευθερώνει από την πλάνη του επίγειου κόσμου. Οι πράξεις μας (κάρμα) είναι αυτές που μας συνδέουν με τον πλαστό αισθητό κόσμο -καθώς αγνοούμε τον άλλο, τον αληθινό- και μας αναγκάζουν στον ατέρμονο αυτό κύκλο ζωής και αναγέννησης, από τον οποίο δύσκολα γλιτώνεις.

Μόνο αν αποδεσμευτείς από την άγνοιά σου και συνειδητοποιήσεις την πραγματική, υπερβατική, ζωή θα απαλλαχθείς από το φορτίο της ύπαρξης. Σε κάποια ινδουιστικά δόγματα υπάρχουν ωστόσο περισσότερο ορισμένοι Παράδεισοι, μια σαφής ινδουιστική κοσμολογία δηλαδή, που αποτελείται από οχτώ επίπεδα. Μια σειρά από παραδεισένιους κόσμους κοντολογίς όπου περνούν λίγο καιρό οι δίκαιοι και οι ενάρετοι μέχρι την επόμενη μετενσάρκωσή τους.

Αυτοί που έχουν κάνει καλό δηλαδή στο συγκεκριμένο επίγειο πέρασμά τους, μόνο που δεν είναι έτοιμοι ακόμα για το μεγάλο βήμα της απελευθέρωσης. Κάποιες ινδουιστικές παραδόσεις μιλούν για τον Παράδεισο, την υψηλότερη βαθμίδα των ουράνιων κόσμων, και είναι το μέρος όπου θα κατοικήσει η απελευθερωμένη ψυχή μέσα στην αιώνια ομορφιά και το φως.

Για τον ινδουισμό δεν είναι τελικός σκοπός ο Παράδεισος, καθώς όπου υφίσταται δεν είναι παρά εφήμερος και συνδέεται με το σώμα. Ο Παράδεισος είναι κι αυτός ατελής λοιπόν, άλλο ένα όνομα για την εγκόσμια υλική ζωή. Πάνω από τον επίγειο κόσμο υπάρχουν εξάλλου κι άλλοι νοητοί κόσμοι και πολλά μπορούν να συμβούν από την αλληλεπίδρασή τους.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και η Κόλαση (Σαμσάρα). Καθώς όλα συνδέονται με την αέναη αυτή αλληλουχία γέννησης-θανάτου-μετενσάρκωσης, κάθε ένοικος Κόλασης ή Παραδείσου θα επιστρέψει αναγκαστικά σε κάποια σφαίρα και θα κατοικήσει σε μια νέα ύπαρξη, μέχρι να ολοκληρωθεί κι αυτός ο κύκλος.

Όπως είπαμε, ο ινδουισμός δεν διέπεται από σταθερές αρχές και παραδεδομένες δοξασίες, κι έτσι σε κάποια δόγματά του υφίσταται μιας μορφής Κόλαση (Ναράκα), ένας κυριολεκτικός Κάτω Κόσμος όπου οι ψυχές περνούν διάφορα βασανιστήρια σύμφωνα με τις αμαρτίες τους στον πλαστό επίγειο κόσμο προκειμένου να εξιλεωθούν. Όποιος έκλεψε τον πλούτο του άλλου, τη γυναίκα ή τα παιδιά του στην επίγεια ζωή, για παράδειγμα, θα δεθεί με σχοινιά και θα αφεθεί να λυσσάξει της πείνας και της δίψας και θα δαρθεί μετά μέχρι λιποθυμίας. Όσο γι’ αυτόν που έζησε σε βάρος των άλλων, θα τιμωρηθεί από ένα τρομακτικό πλάσμα που τρέφεται με τις σάρκες του.

Η παραμονή των κολασμένων όμως είναι κι εδώ προσωρινή και ανάλογα με την κάθαρση της ψυχής, ο καταδικασμένος θα επιστρέψει (γιατί θα επιστρέψει αναγκαστικά) στη ζωή σε ανώτερα ή κατώτερα επίπεδα. Κάποια κείμενα περιγράφουν αυτόν τον τόπο ως έναν απύθμενο σκοτεινό λάκκο και υφίστανται δεινά για τις αμαρτίες.

Παρά το γεγονός ότι ινδουισμός, βουδισμός και ταοϊσμός έχουν τελείως διαφορετικές προσλαμβάνουσες για τη μεταθανάτια ζωή, περισσότερο μεταφορικές Κολάσεις και Παραδείσους δηλαδή παρά υλιστικές, υπάρχουν ρεύματά τους που εκλαμβάνουν τις έννοιες με παραπλήσιο τρόπο με τον μονοθεϊστικό δυτικό…
Βουδισμός

Ο μόνος τρόπος να περάσει ο βουδιστής στον Παράδεισο, τη Νιρβάνα, είναι να μην το θέλει! Κι αυτό γιατί το κλειδί της φώτισης, ώστε να γίνει κάποιος πεφωτισμένος και να μπορεί να εισέλθει στην ανώτερη αυτή μορφή ζωής δηλαδή, είναι η απάρνηση της επιθυμίας, κάθε επιθυμίας.

Το εγώ θα πρέπει να καταστρατηγηθεί ολότελα για να αγγίξει ο πιστός τη Νιρβάνα, ώστε να ζήσει μετά χωρίς έννοιες και θέλω. Για τον βουδισμό εξάλλου όλα τα δεινά και τα βάσανα εκπορεύονται από την επιθυμία, μια παγίδα που μας κρατά εγκλωβισμένους στον ιστό της ψευδαίσθησης που αποκαλούμε «εαυτό». Ο Βούδας κήρυξε πως η επιθυμία είναι η φλόγα που μας καίει, προκαλεί όλα τα πάθη και μας κρατά δέσμιους σε αυτόν τον αιώνιο κύκλο ζωής και θανάτου, μιας και δεν σταματά με το επίγειο τέλος.

Η Νιρβάνα είναι ο νοητός τόπος όπου σβήνει αυτή η φωτιά, παίρνοντας μαζί της όλα όσα μας ταλαιπωρούν στη ζωή και ολοκληρώνοντας τον κύκλο της μετενσάρκωσης. Ο Βούδας άντλησε πολλά από τη βραχμανική παράδοση, όπως τις επίγειες πράξεις (κάρμα) αλλά και τις έννοιες του Παραδείσου και της Κόλασης, όπως αναδύονταν αυτές με τον γνώριμο ρευστό τρόπο στις ινδουιστικές λατρείες.

Ο Παράδεισος του βουδιστή χαρακτηρίζει μια υπερβατική κατάσταση που επιτυγχάνεται με την άσκηση και τον διαλογισμό. Στη Νιρβάνα εξαλείφεται ο πόνος που εκπορεύεται από τις διαδοχικές μετενσαρκώσεις και το εγώ χάνει τελικά τους λόγους και τα στοιχεία της ύπαρξής του, καθώς η φώτιση υποδεικνύει την αληθινή ζωή, μια ζωή που δεν έχει καμία σχέση με την ψευδαίσθηση του αισθητού κόσμου.

Κάποιες βουδιστικές παραδόσεις εκλαμβάνουν ωστόσο τη Νιρβάνα λιγότερο συμβολικά, μιλώντας μας για μια απόλυτη κατάσταση όπου το είναι και το μη είναι παύουν να διαπερνιούνται αντιφατικά, καθώς λούζονται από αυτό το αρχέγονο φως της συνείδησης. Επίσης αφηρημένος και συχνά αμφίσημος, ο βουδιστικός Παράδεισος ανοίγεται στον πιστό μόνο όταν εκείνος απωλέσει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του και κυρίως τις θνητές επιθυμίες του. Όταν εκμηδενίσει ουσιαστικά την ύπαρξή του, ώστε να περάσει στην απολύτρωση της ψυχής από τα εγκόσμια δεινά. Και τον καταλαβαίνεις φυσικά μόνο όταν τον βιώσεις.

Άλλες πάλι παραδόσεις της θρησκείας δέχονται αρκετούς Παραδείσους, μόνο που είναι όλοι τους τμήμα της αισθητηριακής πλάνης. Όσοι συγκεντρώσουν αρκετό καλό κάρμα (προβούν σε επίγειες ηθικές πράξεις δηλαδή), μπορεί να αναγεννηθούν σε έναν από αυτούς, αν και θα παραμείνουν μόνο για λίγο, καθώς η ατελής ψυχή θα τραβήξει αναγκαστικά τον δρόμο της για τη μετενσάρκωση σε κάποιο ανθρώπινο ή μη ον. Ακόμα και γι’ αυτές όμως, ο πραγματικός, αιώνιος, Παράδεισος είναι μόνο η απόδραση από την απαράβατη αναγκαιότητα των διαδοχικών μετενσαρκώσεων και η αφύπνιση (φώτιση).

Στο ίδιο μήκος κύματος πάντα, η βουδιστική κοσμολογία αναγνωρίζει ένα παροδικό Σύμπαν στο οποίο τα όντα μετακινούνται μεταξύ διαφορετικών κόσμων. Ο κόσμος του ανθρώπου δεν είναι έτσι παρά ένας μόνο «τόπος» ή «μονοπάτι» σε αυτό το κατακόρυφο συνεχές με τους -προσωρινούς- Παραδείσους που υπάρχουν πάνω από την ανθρώπινη σφαίρα και τους αντίστοιχους κόσμους των ζώων, των πνευμάτων και των δαιμονικών υπάρξεων που υφίστανται στη βάση.

Η Κόλαση είναι και για τον βουδιστή η ατέρμονη αυτή αλληλουχία ζωής και θανάτου, αν και υπάρχουν ρεύματα που κάνουν λόγο για μια άλλης μορφής Κόλαση. Είναι εκεί που θα παραμείνει η ψυχή για 49 ημέρες μετά τον θάνατο του θνητού και είτε θα περάσει στη Νιρβάνα είτε θα αναγεννηθεί ξανά.

Η Κόλαση είναι αυτή η μεταβατική κατάσταση, ένα «μεταξύ», αν και στην ουσία υπάρχουν πολλά «μεταξύ». Η ινδουιστική Κόλαση (Ναράκα) ενυπάρχει σε κάποια δόγματα του βουδισμού -περισσότερο ως Καθαρτήριο-, αν και διαφέρει από τη χριστιανική Κόλαση σε δύο βασικά σημεία: πρώτον, όσοι καταλήγουν εδώ δεν είναι αποτέλεσμα θείας κρίσης ή τιμωρίας και δεύτερον, η παραμονή στη Ναράκα είναι προσωρινή, έστω κι αν η προσωρινότητα μετρά ακόμα και εκατοντάδες εκατομμύρια ή ακόμα και πεντάκις εκατομμύρια χρόνια.

Στην Κόλαση δεν πηγαίνει εξάλλου ο άνθρωπος, αλλά (ξανα-)γεννιέται εκεί ως αποτέλεσμα του κάρμα του, που μετρήθηκε και βρέθηκε λειψό. Ή σώθηκε στην πορεία των τόσων μετενσαρκώσεων. Υπάρχουν πάντως ιερά κείμενα του βουδισμού στα οποία ο Βούδας περιγράφει λεπτομερώς τις Κολάσεις ως μια σειρά από σπηλιές που εκτείνονται κάτω από τον κόσμο των ανθρώπων (τη Γη). Εκεί ενυπάρχουν οχτώ Καυτές Κολάσεις και οχτώ Ψυχρές Κολάσεις και τα κατώτερα επίπεδά τους περιέχουν, πλάι στην αγωνία και το μαρτύριο της ύπαρξης, ακόμα και βασανιστήρια, «ατέλειωτο πόνο», όπως λέει.

Όπως όμως και σε κάθε άλλη σφαίρα αναγέννησης, η μετενσάρκωση στην Κόλαση είναι προσωρινή, παρά το γεγονός ότι τα δεινά μπορεί να επιμείνουν για αιώνες ή και χιλιάδες χρόνια πριν ξαναγεννηθείς στον αισθητό κόσμο. Ο βουδισμός διδάσκει πως μόνο αν ξεφύγεις από τον ατέλειωτο κύκλο των μετενσαρκώσεων θα βρεις την αιώνια λύτρωση και όλα τα άλλα δεν είναι παρά εφήμερα πράγματα μιας ύπαρξης που ζει στην πλάνη…

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ'

Η Κόλαση είναι εξώθερμη ή εσώθερμη;

Η πιο εκπληκτική απάντηση που δόθηκε ποτέ σε τεστ χημείας

Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί μια πραγματική απάντηση που δόθηκε σε ενδιάμεσες εξετάσεις/προόδου στη χημεία στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον.

Η απάντηση ήταν τόσο βαθιά σε νόημα που ο καθηγητής θέλησε να τη μοιραστεί με τους συναδέλφους του μέσω ιντερνετ και έτσι κάνει το γύρω του κόσμου.

Η ερώτηση είχε ως εξής και βαθμολογούταν με έξτρα βαθμούς:

Η Κόλαση είναι εξώθερμη ή εσώθερμη; (στη χημεία η εξώθερμη δίνει θερμότητα ενώ η άλλη απορροφά)

Οι περισσότεροι φοιτητές έδωσαν απαντήσεις παρέχοντας αποδείξεις βασισμένες στο Νόμο του Boyle (ένα αέριο ψύχεται όταν μεγαλώνει ο όγκος και θερμαίνεται όταν συμπιέζεται) ή κάτι παρόμοιο.

Ωστόσο, ένας έγραψε τα εξής:

Πρώτον πρέπει να γνωρίζουμε αν ο όγκος της κόλασης αυξάνεται προς το χρόνο.

Επομένως χρειάζεται να ξέρουμε το ρυθμό με τον οποίο οι ψυχές εισρέουν στην κόλαση και το ρυθμό με τον οποίο διαφεύγουν. Νομίζω ότι μπορούμε ασφαλώς να υποθέσουμε ότι όταν μια ψυχή πάει στην κόλαση, δεν πρόκειται να φύγει.

Επομένως, δεν διαφεύγουν ψυχές. Τώρα για το πόσες ψυχές μπαίνουν, ας δούμε πόσες διαφορετικές θρησκείες υπάρχουν σήμερα στον κόσμο. Οι περισσότερες από αυτές δηλώνουν ότι αν δεν είσαι οπαδός τους τότε θα πας στη κόλαση.

Εφόσον υπάρχουν περισσότερες από μία τέτοια θρησκεία και εφόσον οι άνθρωποι δεν ανήκουν σε περισσότερη από μία θρησκεία τότε μπορούμε να εξαγάγουμε ότι όλες οι ψυχές πάνε στην κόλαση. Και όπως έχουν οι ρυθμοί γεννήσεων και θανάτων, θα πρέπει να αναμένουμε ότι ο αριθμός των ψυχών στην κόλαση θα αυξηθεί εκθετικά.

Τώρα, ο λόγος για τον οποίο εξετάζουμε το ρυθμό αλλαγής του όγκου της κολάσεως είναι γιατί ο Νόμος του Μπόυλ δηλώνει ότι για να παραμείνει σταθερή η θερμοκρασία και η πίεση στην κόλαση, ο όγκος της πρέπει να αυξάνεται αναλόγως με τις ψυχές που προστίθενται.

Αυτό μας δίνει 2 περιπτώσεις:

1.Εάν η Κόλαση διαστέλλεται με πιο αργό ρυθμό από αυτόν με το οποίο εισέρχονται ψυχές, τότε η θερμοκρασία και η πίεση θα αυξάνονται μέχρι να σκάσει η Κόλαση και να ξεχυθούν οι ψυχές.

2.Εάν η Κόλαση διαστέλλεται με ρυθμό πιο γρήγορο από την αύξηση των ψυχών, τότε η θερμοκρασία και ή πίεση θα πέφτουν μέχρι να παγώσουν τα καζάνια της.
Ποια από τις 2 περιπτώσεις ισχύει;

Αν αποδεχθούμε το αξίωμα το οποίο μου είπε η Τερέζα όταν ήμουν πρωτοετής ότι «Θα πρέπει να παγώσει η Κόλαση πριν κοιμηθούμε μαζί» και συνθεωρήσουμε και το γεγονός ότι χθες το βράδυ κοιμήθηκα μαζί της, τότε ισχύει η δεύτερη υπόθεση και επομένως είμαι σίγουρος ότι η Κόλαση είναι εξώθερμη και ότι ήδη έχει παγώσει.

Απόρροια αυτής της θεωρίας είναι ότι η κόλαση αφού έχει παγώσει άρα δεν δέχεται άλλες ψυχές και επομένως έχει εκλείψει.... αφήνοντας μόνο τον Παράδεισο. Αυτό με τη σειρά του αποδεικνύει την ύπαρξη ενός Θεϊκού Οντος, το οποίο εξηγεί γιατί χθες το βράδυ η Τερέζα φώναζε συνεχώς: «Θεέ μου, Θεέ μου».

Αυτός ο μαθητής πήρε το μοναδικό "Α"

Οι “κύκλοι” ανάπτυξης και ύφεσης στις οικονομίες των δυτικών χωρών

Ιστορικά οι οικονομίες των δυτικών χωρών από τις αρχές του 19ου αιώνα διαγράφουν αλλεπάλληλους “κύκλους” ανάπτυξης και ύφεσης. Οι τετραετίες ή πενταετίες άνθησης ακολουθούνται από ένα ή δύο χρόνια κάμψης, ενώ κατά καιρούς παρατηρείται και μια γενικευμένη κρίση που διαρκεί πέντε ή έξι χρόνια. Το γράφημα του εθνικού προϊόντος στις χώρες αυτές μοιάζει με το σκαρίφημα μιας τραχιάς οροσειράς. Κάθε «βουτιά» στο γράφημα, ισοδυναμεί με τη χρεοκοπία εταιρειών που είχαν μακρά ιστορία, με την απόλυση εργαζομένων, με το κλείσιμο εργοστασίων, με την άντληση του αποθεματικού. Μερικοί υποκύπτουν ενδεχομένως στον πειρασμό και αποδίδουν τα γεγονότα αυτά σε αφύσικες «εκδηλώσεις» της οικονομικής ζωής, ορισμένοι δε υποστηρίζουν ότι κάποια μέρα θα καταστεί μάλλον εφικτό να αποφεύγονται. Αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών, δε φαίνεται να υπάρχουν και πολλοί τρόποι για να αποσοβούνται αυτές οι αναταράξεις.

Κάθε κύκλος χαρακτηρίζεται από τις ίδιες λίγο πολύ εξελίξεις. Αρχίζει όταν εντείνεται η ανάπτυξη καθώς οι επιχειρήσεις επενδύουν εκ νέου στον τομέα της παραγωγής, για να καλύψουν τις ανάγκες που θεωρούν ότι θα προκόψουν στο μέλλον. Τότε τα κόστη παραγωγής τείνουν να αυξάνονται, όπως και η αξία του ενεργητικού, ιδίως οι μετοχές και τα ακίνητα, πράγμα που σε κάποιο βαθμό οφείλεται και στη δραστηριότητα των κερδοσκόπων. Στο σημείο αυτό το κόστος του δανεισμού είναι χαμηλό, πράγμα που ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να πραγματοποιούν επενδύσεις «εντάσεως κεφαλαίου» σε εγκαταστάσεις, όπως εργοστάσια και γραφεία. Ενώ όμως η ζήτηση και η τρέχουσα παραγωγή αρχίζουν να επιβραδύνονται, ο ρυθμός της κατανάλωσης εξακολουθεί να αυξάνεται. Με τις αποταμιεύσεις σε χαμηλό επίπεδο, ο δανεισμός για τους ιδιώτες όσο και για τις εταιρείες επεκτείνεται.

Προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της χώρας, αυξάνονται οι εισαγωγές και μειώνονται οι εξαγωγές, οπότε δημιουργείται έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών. Η οικονομία τώρα πάσχει: υπερεπενδύσεις, υπερκατανάλωση, υπερδανειοδότηση, υπερδανειοληψία. Στο σημείο αυτό αρχίζει η ολίσθηση προς την ύφεση. Οι τιμές αυξάνονται λόγω ενός συνδυασμού χρήσης λιγότερο αποδοτικής
παραγωγικής ικανότητας αφενός και αύξησης της προσφοράς χρήματος και της κερδοσκοπίας αφετέρου. Το κόστος των ανείσπρακτων χρεών επιβαρύνεται από το δανεισμό, που έχει πλέον υψηλότερο επιτόκιο και στενότερο περιθώριο αποπληρωμής. Η αξία τον ενεργητικού, που έχει υπερτιμηθεί κατά την ανοδική πορεία, υποτιμάται. Οι δανειολήπτες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη, οι δε εγγυήσεις για λήψη νέων δανείων είναι δεσμευμένες. Τα εισοδήματα, οι επενδύσεις και η κατανάλωση μειώνονται. Αρκετές εταιρείες και επιχειρηματίες παραπαίουν ή χρεοκοπούν· η ανεργία αυξάνεται. Καθώς εξανεμίζεται το αίσθημα ασφάλειας, παρατηρείται νέα μείωση στη χορήγηση δανείων και στις δαπάνες. Οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις που είχαν γίνει κατά την περίοδο ανάπτυξης αρχίζουν να υλοποιούνται, πράγμα που αυξάνει την προσφορά ενώ ταυτόχρονα συμπιέζει τις τιμές, αφού η ζήτηση ελαττώνεται. Οι εταιρείες και τα νοικοκυριά υποχρεώνονται να πωλήσουν περιουσιακά στοιχεία κάτω του κόστους, πράγμα που επιτείνει την κρίση. Οι δυνητικοί αγοραστές περιμένουν να «πιάσει πάτο» η αγορά πριν προβούν σε αγορές, πράγμα που καθυστερεί ακόμη περισσότερο την ανάκαμψη.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, το διαρκές άγχος που βιώνουμε δε φαίνεται να αποτελεί ένδειξη υστερίας αλλά μια λογική ενδεχομένως απόκριση στις πραγματικές απειλές του οικονομικού περιβάλλοντός μας.

Η προσέγγισή μας στη ζωή γίνεται σήμερα ολοένα και πιο μηχανική

Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν αριθμοί

Η προσέγγισή μας στη ζωή γίνεται σήμερα ολοένα και πιο μηχανική. Ο βασικός στόχος μας είναι να παράγουμε πράγματα και στη διαδικασία αυτής της ειδωλολατρίας των πραγμάτων μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας σε εμπορεύματα. Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν αριθμοί. Το ερώτημα εδώ δεν είναι κατά πόσο τους συμπεριφερόμαστε καλά και αν είναι καλοταϊσμένοι (μπορεί κανείς να συμπεριφέρεται καλά και στα αντικείμενα)- το ερώτημα είναι κατά πόσο οι άνθρωποι είναι πράγματα ή έμβια όντα. Οι άνθρωποι αγαπούν τα μηχανικά μαραφέτια περισσότερο από τα έμβια όντα. Προσεγγίζουμε τους ανθρώπους νοητικά-αφαιρετικά. Ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους σαν αντικείμενα, τα κοινά τους χαρακτηριστικά, τους στατιστικούς κανόνες της μαζικής συμπεριφοράς, και όχι για τα ζωντανά άτομα.

Όλα αυτά συμβαδίζουν με τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των γραφειοκρατικών μεθόδων. Σε τεράστια κέντρα παραγωγής, τεράστιες πόλεις, τεράστιες χώρες, οι άνθρωποι διοικούνται σαν να ήταν πράγματα- οι άνθρωποι και οι διοικητές τους μετασχηματίζονται σε πράγματα και υπακούν στους νόμους των πραγμάτων. Όμως ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι ένα πράγμα. Καταστρέφεται αν γίνει πράγμα- και προτού συμβεί αυτό, φτάνει σε απόγνωση και επιθυμεί να σκοτώσει κάθε ζωή.

Σε ένα γραφειοκρατικά οργανωμένο και συγκεντρωτικό βιομηχανισμό, οι προτιμήσεις χειραγωγούνται, ώστε οι άνθρωποι να καταναλώνουν όσο το δυνατόν περισσότερο και σε προβλέψιμες και προσοδοφόρες κατευθύνσεις. Η ευφυΐα και ο χαρακτήρας τους κανονικοποιείται από τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των τεστ που επιλέγουν τους μέτριους και δειλούς σε σύγκριση με τους ευρηματικούς και τολμηρούς. Μάλιστα, ο γραφειοκρατικός-βιομηχανικός πολιτισμός, που έχει επικρατήσει στην Ευρώπη και στη βόρεια Αμερική, έχει δημιουργήσει έναν νέο τύπο ανθρώπου- μπορούμε να τον περιγράψουμε ως τον οργανωτικό άνθρωπο, ως τον αυτόματο άνθρωπο και ως τον homo mechanicus (μηχανικός άνθρωπος). Με αυτό εννοώ έναν άνθρωπο των “συσκευών” (gadget), που έλκεται βαθιά από οτιδήποτε μηχανικό και έχει μια τάση κατά οτιδήποτε ζωντανού. Είναι αλήθεια ότι ο βιολογικός και φυσιολογικός εξοπλισμός του ανθρώπου τον εφοδιάζει με τόσο ισχυρές σεξουαλικές παρορμήσεις, που ακόμη και ο homo mechanicus συνεχίζει να έχει σεξουαλικές επιθυμίες και να αποζητά γυναίκες. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον του για τις γυναίκες μειώνεται. Μια γελοιογραφία στην εφημερίδα New Yorker το υπέδειξε αυτό με πολύ κωμικό τρόπο. Μια πωλήτρια που προσπαθεί να πουλήσει μια συγκεκριμένη μάρκα αρώματος σε μια νεαρή πελάτισσα το προτείνει λέγοντας: “Μυρίζει σαν καινούριο σπορ αυτοκίνητο”. Πράγματι, κάθε παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς σήμερα θα επιβεβαιώσει ότι αυτό το σκίτσο είναι κάτι παραπάνω από ένα έξυπνο αστείο. Υπάρχει, όπως φαίνεται, μεγάλος αριθμός αντρών που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα σπορ αυτοκίνητα, τις συσκευές τηλεόρασης και ραδιοφώνου, τα διαστημικά ταξίδια και ένα σωρό άλλα μαραφέτια, απ’ ό,τι για τις γυναίκες, την αγάπη, τη φύση, την τροφή- άντρες που διεγείρονται περισσότερο από τη μεταχείριση μη οργανικών, μηχανικών πραγμάτων παρά από τη ζωή. Δεν θα ήταν υπερβολικό ακόμη και να υποθέσουμε ότι ο homo mechanicus περισσότερο γοητεύεται και νιώθει υπερηφάνεια για συσκευές που μπορούν να σκοτώσουν εκατομμύρια ανθρώπους σε απόσταση αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων μέσα σε μερικά λεπτά, παρά αισθάνεται φόβο και θλίψη από την πιθανότητα μιας τέτοια μαζικής καταστροφής. Ο homo mechanicus συνεχίζει να απολαμβάνει το σεξ και το ποτό. Όμως όλες αυτές τις ηδονές τις αναζητά μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του μηχανικού και του άβιου. Περιμένει ότι πρέπει να υπάρχει ένα κουμπί που, αν το πατήσει, θα φέρει ευτυχία, αγάπη, ικανοποίηση. (Πολλοί πηγαίνουν σε ψυχαναλυτή έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τους διδάξει πώς να βρουν αυτό το κουμπί.) Κοιτάζει τις γυναίκες όπως θα κοίταζε κανείς ένα αυτοκίνητο: ξέρει ποια είναι τα σωστά κουμπιά που πρέπει να πατήσει, απολαμβάνει τη δύναμη που έχει να την κάνει να “τρέξει” και παραμένει ένας ψυχρός παρατηρητής. Τον homo mechanicus τον ενδιαφέρει ολοένα και περισσότερο η μεταχείριση των μηχανών παρά η συμμετοχή και η αντίδραση στη ζωή. Έτσι, γίνεται αδιάφορος απέναντι στη ζωή.

Σκεφτείτε τον ρόλο που παίζει ο σκοτωμός στις διασκεδάσεις μας. Ο κινηματογράφος, τα κόμικς, οι εφημερίδες είναι τόσο συναρπαστικά, επειδή είναι γεμάτα με αναφορές καταστροφής, σαδισμό και βαρβαρότητα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μια ανιαρή αλλά άνετη ζωή- και τίποτα δεν τους συναρπάζει περισσότερο από το να παρακολουθούν ή να διαβάζουν για σκοτωμούς, είτε πρόκειται για έναν φόνο είτε για ένα μοιραίο ατύχημα σε έναν αυτοκινητιστικό αγώνα. Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη για το πόσο βαθύ έχει γίνει ήδη αυτό το πάθος για τον θάνατο; Ή σκεφτείτε εκφράσεις όπως “μέχρι θανάτου” ή “πεθαίνω να” κάνω αυτό ή εκείνο ή την έκφραση “με σκοτώνει”. Σκεφτείτε την αδιαφορία για τη ζωή που εκδηλώνεται στα ποσοστά των τροχαίων ατυχημάτων.

Εν συντομία, η διανοητικοποίηση, η ποσοτικοποίηση, η αφαιρετικοποίηση, η γραφειοκρατικοποίηση και η πραγματικοποίηση – οι οποίες αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας- όταν εφαρμόζονται στους ανθρώπους, αντί στα πράγματα, δεν αποτελούν τις αρχές της ζωής αλλά της μηχανικής. Οι άνθρωποι που ζουν σε ένα τέτοιο σύστημα αναπτύσσουν αδιαφορία προς τη ζωή ή ακόμη και έλξη προς τον θάνατο. Οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται. Περνούν τις εξάψεις των συγκινήσεων για τις χαρές της ζωής και ζουν με την ψευδαίσθηση ότι είναι ζωντανοί όταν έχουν πολλά πράγματα στην κυριότητά τους ή προς χρήση. Η έλλειψη διαμαρτυρίας κατά του πυρηνικού πολέμου, οι συζητήσεις των “ατομολόγων” μας για το ισοζύγιο της ολοκληρωτικής ή σχεδόν ολοκληρωτικής καταστροφής δείχνει πόσο βαθιά έχουμε προχωρήσει ήδη στην “κοιλάδα της σκιάς του θανάτου”.

Το Ξυράφι του Όκαμ

Όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε ‘άλογο’ και όχι ‘ζέβρα’

Το Ξυράφι του Όκαμ (αποδίδεται και ως Λεπίδα του Όκαμ), είναι επιστημονική αρχή, η οποία αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο Λογικής και φραγκισκανό μοναχό του 14ου αιώνα, Γουλιέλμο του Όκαμ. Η αρχή αυτή αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας.

Στην απλούστερη διατύπωσή του, το Ξυράφι του Όκαμ εκφράζεται ως εξής: «Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες».

Η αρχή αυτή πρωτοδιατυπώνεται από τους Πυθαγόρειους δυο χιλιετίες νωρίτερα, όπως μας πληροφορεί ο φιλόσοφος Πρόκλος, του οποίου το Πανεπιστήμιο είναι στην οδό Ηρώδου Αττικού, θαμμένο κάτω από το πεζοδρόμιο, μπροστά στο θέατρο του Διονύσου. Στα Ελληνικά διατυπώνεται ως εξής “τῶν μὲν Πυθαγορείων … παρακέλευσμα ἦν …… δι’ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς κλεινοῖς Πυθαγορείοις” και “δεῖν γὰρ ἐπ’ ἐκείνων καὶ αὐτὸν παρακελεύεσθαι τὸν Πυθαγόραν ζητεῖν ἐξ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων δεικνύναι τὰ ζητούμενα·”

Στα λατινικά διατυπώνεται ως:
Pluralitas non est ponenda sine necessitate

Η φράση αυτή θα μπορούσε να αποδοθεί πολύ ελεύθερα ως εξής: Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη.

Παράδειγμα: Παρατηρούμε ότι ένα δέντρο έχει πέσει μετά από μια θύελλα. Βάσει του δεδομένου της θύελλας συνδυασμένου με αυτό του πεσμένου δέντρου, μια λογική εικασία θα ήταν να υποθέσουμε ότι η ισχύς της θύελλας ξερίζωσε και έριξε κάτω το δέντρο. Αυτή η υπόθεση δεν προσβάλλει την κριτική μας σκέψη, καθότι υπάρχουν ισχυροί λογικοί δεσμοί μεταξύ αυτού που ήδη γνωρίζουμε και αυτού που υποθέτουμε ότι έγινε (δηλ. το ότι βλέπουμε και ακούμε τις θύελλες αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξή τους και για το ότι είναι ικανές να ξεριζώσουν και να ρίξουν κάτω δέντρα). Μία εναλλακτική υπόθεση θα ήταν ότι ένας γιγάντιος εξωγήινος ξερίζωσε το δέντρο. Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διάφορες λογικές αδυναμίες που προκύπτουν από ασυνέπειες με τα όσα ήδη γνωρίζουμε (αναφορικά με την ύπαρξη των εξωγήινων, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να εκτελούν διαστρικά ταξίδια, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να ξεριζώνουν δέντρα—είτε επίτηδες είτε όχι—καθώς και την ύπαρξη εξωγήινης βιολογίας που τους επιτρέπει να έχουν 200 μέτρα ύψος παρά την βαρύτητα της γης), πράγμα που την καθιστά απορριπτέα.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν ένας ασθενής χειρουργείται και πριν την εγχείριση ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι οι πιθανότητες επιβίωσης του είναι μηδαμινές. Εάν τελικά ο ασθενής επιβιώσει η λογική με τις λιγότερες εικασίες είναι ότι ο γιατρός έκανε λανθασμένη εκτίμηση του κινδύνου. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις επικρατεί η λογική του θαύματος, η οποία προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες. Στην αντίθετη περίπτωση που ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για μια απλή εγχείριση και τελικά ο ασθενής πεθαίνει, η απλή εικασία του ιατρικού λάθους όμως υπερισχύει.

Το ξυράφι του Όκαμ συχνά διατυπώνεται ως Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem, ή, αλλιώς, «Οι οντότητες δεν θα πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέραν του απολύτως απαραίτητου». Αυτή η διατύπωση, ωστόσο, είναι μεταγενέστερη και δεν βρίσκεται σε κανένα από τα συγγράμματα του Όκαμ. Το ίδιο ισχύει και για την διατύπωση non est ponenda pluralitas sine necessitate που κυριολεκτικά σημαίνει «δεν θα πρέπει να προϋποτίθενται επαυξήσεις χωρίς να είναι απαραίτητο».

Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο ελάχιστα διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, από όλες τις θεωρίες που εξηγούν επαρκώς τα δεδομένα, προτιμάται η απλούστερη. Σύμφωνα με τον δεύτερο, προτιμάται το απλούστερο υποσύνολο μιας οποιασδήποτε θεωρίας η οποία εξηγεί επαρκώς τα δεδομένα. Η διαφορά έγκειται στο ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο διαφορετικές θεωρίες οι οποίες να εξηγούν τα δεδομένα επαρκώς και οι οποίες να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και κανένα κοινό στοιχείο. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι σε αυτήν την περίπτωση το Ξυράφι του Όκαμ δεν εισηγείται κάποιας προτίμησης και ότι ισχύει μόνον όταν σε μια αυτάρκη θεωρία προστίθεται κάτι το οποίο δε βελτιώνει τα όσα η θεωρία ήδη προβλέπει. Έτσι, το Ξυράφι του Όκαμ απλώς κόβει και αφαιρεί όλα αυτά τα επιπρόσθετα θεωρητικά στοιχεία.

Η αρχή του Ξυραφιού του Όκαμ έχει αποτελέσει την έμπνευση για πολλές άλλες διατυπώσεις, όπως: «Οικονομία των αιτημάτων», «αρχή της απλούστευσης» και την έκφραση (σε ορισμένες ιατρικές σχολές του εξωτερικού) «όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε ‘άλογο’ και όχι ‘ζέβρα’».

Μία επαναδιατύπωση του Ξυραφιού του Όκαμ σε πιο επίσημη ορολογία υπάρχει διαθέσιμη από τη Θεωρία της Πληροφορίας στα πλαίσια του μηνύματος ελαχίστου μεγέθους.

«Όταν πρέπει να επιλεγεί ένα από δύο μοντέλα με ταυτόσημες προβλέψεις, επιλέγεται το απλούστερο». Αυτή η διατύπωση θέλει να πει ότι ένα απλούστερο μοντέλο δε μπορεί να συμπεριληφθεί μεταξύ των μοντέλων που πληρούν τα κριτήρια της διατύπωσης, εάν οι προβλέψεις του δεν είναι ταυτόσημες.

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, που έζησε μετά τον Όκαμ διατύπωσε μία παραλλαγή του Ξυραφιού του Όκαμ. Η παραλλαγή του βραχυκυκλώνει την ανάγκη για απλότητα, εξισώνοντας την τελευταία με την επιτήδευση:

Η απλότητα είναι η υπέρτατη επιτήδευση.

Το Ξυράφι του Όκαμ επίσης διατυπώνεται ως εξής:
Μεταξύ δύο θεωριών ή εξηγήσεων, όταν όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες είναι ταυτόσημοι, προτιμάται η απλούστερη.

Εφόσον αυτή η διατύπωση είναι κάπως ασαφής, ίσως να είναι προτιμητέα αυτή του Νεύτωνα:
Δεν αποδεχόμαστε περισσότερες αιτίες για φυσικά φαινόμενα από όσες είναι ταυτόχρονα αληθείς και επαρκείς όσον αφορά την δικαιολόγηση της ύπαρξής τους.

Στο πνεύμα του ίδιου του «Ξυραφιού», πολλές φορές λέγεται ότι:
«Η απλούστερη εξήγηση είναι συνήθως η καλύτερη».

Αυτό αποτελεί υπεραπλούστευση και είναι τουλάχιστον παροδηγητικό. Βλέπε παρακάτω «Στην επιστήμη».

Άλλωστε, αυτή η επαναδιατύπωση ενέχει πολλά σφάλματα και το μεγαλύτερο όλων είναι ότι το Ξυράφι του Όκαμ χρησιμεύει μόνο για τον διαχωρισμό μεταξύ δύο επιστημονικών θεωριών, οι οποίες κάνουν τις ίδιες προβλέψεις. Το δεύτερο σφάλμα είναι ότι το Ξυράφι του Όκαμ δεν διατείνεται ότι κάνει την επιλογή της «καλύτερης» θεωρίας, αλλά απλώς ότι η απλότητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή μεταξύ δύο κατά τα άλλα ίσων θεωριών. Είναι δυνατόν, με την πάροδο του χρόνου, να γίνουν γνωστές πληροφορίες οι οποίες να καταστήσουν την περιπλοκότερη θεωρία ορθότερη. Το Ξυράφι του Όκαμ δεν διατείνεται σαφώς ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αλλά μας προτρέπει να δεχόμαστε την απλούστερη θεωρία έως ότου έχουμε λόγους για να μην το κάνουμε.

Υποστήριξη
Το Ξυράφι του Όκαμ είναι γνωστό με πολλές άλλες ονομασίες, όπως Αρχή της Οικονομίας, Αρχή της Απλότητας, διότι υπάρχει μία εμφανής σύνδεση μεταξύ της απλότητας, της οικονομίας και του Ξυραφιού. Πριν από τον 20ο αιώνα, επικρατούσε η αντίληψη ότι η υπεράσπιση του Ξυραφιού μεταφυσικώς αποτελούσε απλότητα, ότι η φύση ήταν κατά βάση απλή και ότι, συνεπώς, οι φυσικές θεωρίες θα πρέπει να αντανακλούν αυτή την απλότητα. Από την αρχή του 20ου αιώνα, ωστόσο, αυτές οι αντιλήψεις άρχισαν να χάνουν την δημοτικότητά τους, διότι οι επιστήμονες άρχισαν να σχηματίζουν μια όλο και πιο περίπλοκη εικόνα του φυσικού σύμπαντος. Αντιστοίχως, οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν τη μεταφυσική υποστήριξη του Ξυραφιού και κατέφυγαν στην επιστημολογία, παρέχοντας επαγωγικά, πραγματολογικά και πιθανοτητολογικά επιχειρήματα, κατάσταση η οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Έτσι, το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί πλέον αρχή μεθοδολογίας. Ο Έλιοτ Σόμπερ δεν συμφωνεί με την επιστημολογική υποστήριξη του Ξυραφιού και πιστεύει ότι πρέπει να υφίσταται κάποια μεταφυσική προκατάληψη πίσω του, μολονότι δεν προσφέρει πιθανές αναλύσεις. (Sober, 1990).

Η αντιλογία του Chatton
Ο Walter του Chatton, ο οποίος ήταν σύγχρονος του Γουλιέλμου του Όκαμ (1287-1347), αντιτέθηκε στο Ξυράφι του Όκαμ και στις εφαρμογές του. Ως αντίλογο, επινόησε το αντι-ξυράφι του: «Εάν τρεις θέσεις δεν επαρκούν για να επιβεβαιώσουν μία καταφατική πρόταση για κάποιο ζήτημα, τότε πρέπει να προστεθεί και μια τέταρτη, και ούτω καθ’ εξής». Αν και αρκετοί άλλοι φιλόσοφοι έχουν διατυπώσει παρόμοια «αντι-ξυράφια» μετά από τον Chatton, το αξίωμα του Chatton ποτέ δεν γνώρισε την επιτυχία του Ξυραφιού του Όκαμ. Άλλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι διετύπωσαν δικά τους αντι-ξυράφια ήταν οι Γοτεφρείδος Ουλιέλμος Λάιμπνιτς (1646-1716), Εμμανουήλ Κάντ (1724-1804) και Καρλ Μένγκερ (20ός αιώνας). Η εκδοχή του Λάιμπνιτς ονομάστηκε «αρχή της πληρότητας» (Άρθουρ Λάβτζοϊ). Η ιδέα πάνω στην οποία βασιζόταν ήταν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο με τον μέγιστο δυνατό αριθμό διαφορετικών πλασμάτων. Ο Καντ θεώρησε ότι η αρχή του Όκαμ έπρεπε να μετριαστεί κάπως και έτσι διατύπωσε το δικό του αντι-ξυράφι: «Η ποικιλία των οντοτήτων δεν θα πρέπει να μειώνεται αβασάνιστα». Ο Κάρλ Μένγκερ θεωρούσε ότι τα μαθηματικά κάνουν υπερβολική οικονομία σε ό,τι αφορά τις μεταβλητές και συνεπώς διαμόρφωσε τον Νόμο κατά της Τσιγκουνιάς, σύμφωνα με τον οποίο «Οι οντότητες δεν θα πρέπει να μειώνονται σε βαθμό ανεπάρκειας», ή, αλλιώς, «είναι μάταιο να περιορίζουμε στο λίγο αυτό που χρειάζεται πολύ». Ένα λιγότερο σοβαρό, ή (όπως θα έλεγαν κάποιοι) ακόμη πιο ακραίο αντι-ξυράφι είναι η Παταφυσική, η «επιστήμη των φανταστικών λύσεων», την οποία επινόησε ο Άλφρεντ Τζάρι (1873-1907). Η Παταφυσική, ο απόλυτος αντι-απαγωγισμός, θεωρεί ότι το κάθε συμβάν εντός του σύμπαντος είναι εντελώς μοναδικό και διέπεται από δικούς του ιδιαίτερους νόμους. Ο αργεντίνος συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ανέπτυξε αργότερα παραλλαγές σε αυτό το θέμα στο διήγημά του/ψευδοδιατριβή Tlön, Uqbar, Orbis Tertius. Επιπλέον, υπάρχει και το Ρόπαλο του Κάμπτρι, του οποίου η κυνική διατύπωση υπαγορεύει: «Δεν μπορεί να υφίσταται σύνολο αμοιβαία ασυνεπών παρατηρήσεων, για το οποίο η ανθρώπινη διάνοια να μην μπορεί να συλλάβει μία συνεκτική εξήγηση, ανεξάρτητα από το πόσο περίπλοκη θα είναι αυτή».

Στην επιστήμη
Το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί θεμελιώδη αρχή για όσους ακολουθούν την επιστημονική μεθοδολογία. Το Ξυράφι αποτελεί ευρετικό επιχείρημα και δεν αποδίδει απαραιτήτως ορθά αποτελέσματα. Είναι, στην ουσία, μία πυξίδα που δείχνει προς τη γενική κατεύθυνση η οποία πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να επιλεγεί η επιστημονική υπόθεση που (επί του παρόντος) περιέχει τον μικρότερο αριθμό μη αποδεδειγμένων εικασιών. Συχνά, πολλές θεωρίες είναι εξίσου «απλές», με αποτέλεσμα το Ξυράφι του Όκαμ να μην παρέχει καμία διαφοροποίηση.

Από την άλλη μεριά, χωρίς το Ξυράφι του Όκαμ επιστήμη δεν υφίσταται. Η πρωταρχική πράξη της επιστήμης, αυτή της σύνθεσης θεωριών και της επιλογής της πλέον αξιόλογης θεωρίας με βάση την συλλογική ανάλυση των δεδομένων, θα ήταν αδύνατη δίχως κάποια μεθοδολογία επιλογής μεταξύ των θεωριών που εκφράζουν τα διαθέσιμα στοιχεία.

Αυτό οφείλεται στο ότι για κάθε σύνολο δεδομένων αντιστοιχεί άπειρος αριθμός θεωριών που είναι συνεπείς ως προς τα εν λόγω δεδομένα (αυτό είναι γνωστό ως το Πρόβλημα του Υποπροσδιορισμού). Έστω, για παράδειγμα ότι κάποιος ερευνά την περίφημη θεωρία του Ισαάκ Νεύτωνα περί του ότι κάθε δράση έχει μία ίση αντίδραση. Είναι πολύ εύκολο να επινοηθούν εναλλακτικές θεωρίες οι οποίες εξηγούν τα δεδομένα εξίσου αποτελεσματικά. Μία τέτοια θεωρία θα μπορούσε να υποστηρίζει ότι για κάθε δράση υπάρχει μία αντίδραση κατά το ήμισυ της αρχικής, ενώ ταυτόχρονα καλοπροαίρετα αόρατα πλάσματα ενισχύουν την αντίδραση με δική τους ενέργεια, ώστε η αντίδραση να γίνεται ίση με την δράση. Όλα αυτά τα πλάσματα θα πεθάνουν το έτος 2055 και τότε η φύση του παρατηρήσιμου σύμπαντος θα αλλάξει. Αυτή η θεωρία περιγράφει εξίσου καλά τις παρατηρήσεις μας όσο και η θεωρία του Νεύτωνα. Επιπλέον, δεν μας είναι δυνατόν να επιλέξουμε μέσω άμεσων αποδείξεων οποιαδήποτε θεωρία μέχρι το 2055. Επειδή η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι τα εν λόγω πλάσματα είναι αόρατα και μη ανιχνεύσιμα, δεν μπορούμε να κάνουμε διαχωρισμό μεταξύ των δύο θεωριών μέχρι το 2055. Από την άλλη μεριά, κάθε θεωρία έχει εξαιρετικά μεγάλη επιρροή όσον αφορά το τι προσδοκούμε για το μέλλον (για παράδειγμα, ίσως επιλέξουμε να ζήσουμε διαφορετικά τις ζωές μας, εάν γνωρίζουμε ότι ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα πάψει να υπάρχει το 2055). Τελικά, διαφαίνεται επίσης ότι δημιουργείται άπειρος αριθμός παρόμοιων θεωριών, απλώς και μόνον αλλάζοντας το έτος. Με το έτος 2056 δημιουργείται νέα θεωρία. Το 2057 ορίζει άλλη μία, και ούτω καθεξής. Επειδή υπάρχει ένας άπειρος αριθμός θεωριών οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε σύνολο παρατηρήσεων εξίσου καλά και οι προβλέψεις της καθεμίας είναι εξίσου πρωτότυπες, εάν η επιστήμη είναι ανίκανη να επιλέξει μεταξύ τους, τότε ποτέ δεν θα κατορθώσει να καθορίσει την χρήσιμη θεωρία. Μέχρι τώρα, ο μόνος γνωστός τρόπος για να επιλέγεται η χρήσιμη θεωρία μεταξύ των απείρων θεωριών που αντιστοιχούν σε ένα σύνολο παρατηρήσεων είναι το Ξυράφι του Όκαμ. Για αυτόν τον λόγο, το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της επιστήμης, χωρίς το οποίο η επιστήμη παύει να λειτουργεί.

Το Ξυράφι του Όκαμ δεν σημαίνει «απλότητα ίσον τελειότητα». Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν πιθανότατα αναφερόταν σε αυτό όταν έγραψε το 1933 ότι «ο υπέρτατος σκοπός κάθε θεωρίας είναι να καταστήσει τα ανεπίδεκτα μείωσης στοιχεία όσο απλά και λιγότερα είναι δυνατόν χωρίς να εγκαταλείπει την επαρκή παράσταση έστω και ενός εμπειρικού δεδομένου». Αυτό το σχόλιο συχνά παραφράζεται ως «Μία θεωρία πρέπει να είναι όσο απλή είναι δυνατόν, αλλά όχι απλούστερη». Συχνά, η πιο ενδεδειγμένη εξήγηση είναι πιο απλή από την απλούστερη δυνατή εξήγηση επειδή απαιτεί λιγότερες εικασίες. Το να διατυπώσει κανείς το Ξυράφι του Όκαμ ως «Η απλούστερη εξήγηση είναι και η καλύτερη (ή η αληθέστερη)» αποτελεί υπεραπλούστευση καθ’ αυτό.

Στην ιστορία της επιστήμης, το Ξυράφι του Όκαμ χρησίμευσε με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν η οντολογική παραγωγή δι’ απαλοιφής και ο άλλος ο διαρητορικός συναγωνισμός. Ορισμένα παραδείγματα της πρώτης περίπτωσης: Η ορμή της αριστοτέλειας φυσικής, οι «αγγελικές» μηχανές της μεσαιωνικής επουράνιας μηχανικής, τα τέσσερα πνεύματα της αρχαίας και μεσαιωνικής ιατρικής, ο δαιμονισμός ως εξήγηση των διανοητικών παθήσεων, το «Φλογιστόν» της μεταμεσαιωνικής χημείας και τα ζωτικά πνεύματα της μεταμεσαιωνικής βιολογίας.

Στην δεύτερη περίπτωση, έχουμε τρία παραδείγματα από την ιστορία της επιστήμης, όπου επιλέχθηκε η απλούστερη των δύο συναγωνιζόμενων θεωριών και όχι η οντολογική αντίπαλός της, παρά το ότι και οι δύο θεωρίες εξηγούσαν πλήρως τα φαινόμενα. Το πρώτο παράδειγμα είναι το ηλιοκεντρικό μοντέλο του Κοπέρνικου έναντι του γεωκεντρικού μοντέλου του Πτολεμαίου. Το δεύτερο είναι η μηχανική θεωρία της θερμότητας έναντι της Καλορικής θεωρίας. Τέλος, τρίτο είναι η θεωρία του Αϊνστάιν περί ηλεκτρομαγνητισμού έναντι της θεωρίας του φωσφόρου αιθέρα. Στην πρώτη περίπτωση, το μοντέλο του Κοπέρνικου επελέγη έναντι αυτού του Πτολεμαίου χάριν της απλότητάς του. Το μοντέλο του Πτολεμαίου, προκειμένου να εξηγήσει την φαινομενική οπισθοδρομική κίνηση του Ερμή σε σχέση με την Αφροδίτη, αιτούσε την ύπαρξη επικυκλίων στην τροχιά του Ερμή. Το μοντέλο του Κοπέρνικου (όπως διαμορφώθηκε από τον Κέπλερ) μπόρεσε να εξηγήσει αυτήν την κίνηση μεταθέτοντας την Γη από το κέντρο του ηλιακού συστήματος και αντικαθιστώντας την με τον Ήλιο ως κέντρο όλων των τροχιακών κινήσεων, ενώ ταυτόχρονα αντικατέστησε τις κυκλικές τροχιές του μοντέλου του Πτολεμαίου με ελλειπτικές. Επιπλέον, το μοντέλο του Κοπέρνικου δεν έκανε καμία αναφορά στις κρυστάλλινες σφαίρες στις οποίες υποτίθεται ότι περιέχονταν οι πλανήτες, σύμφωνα με το μοντέλο του Πτολεμαίου. Με μία κίνηση το μοντέλο του Κοπέρνικου μείωσε κατά δύο τα οντολογικά στοιχεία της Αστρονομίας. Σύμφωνα με την Καλορική θεωρία περί θερμότητας, η θερμότητα είναι μία αβαρής ουσία, η οποία μετακινείται από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Αυτή η θεωρία προήλθε από την μελέτη των κανονιών και την ανακάλυψη της ατμομηχανής. Όταν ο Λόρδος Ράμφορντ μελετούσε την κατασκευή κανονιών, διαπίστωσε ότι οι παρατηρήσεις του αντίβαιναν της Καλορικής θεωρίας. Έτσι διετύπωσε την δική του μηχανική θεωρία προς αντικατάσταση της προηγούμενης, η οποία εκτόπισε την Καλορική και ήταν οντολογικά απλούστερη από όλες τις προηγούμενες. Επίσης, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, οι φυσικοί πίστευαν ότι για να ταξιδέψει το φως απαιτείται κάποιο μέσο, όπως συμβαίνει και με τα ηχητικά κύματα. Προϋποτέθηκε ότι αυτό το μέσο ήταν ο αιθέρας και συντελέστηκαν πολλά πειράματα προκείμενου να ανιχνευτεί. Ένα από τα γνωστότερα πειράματα με αρνητικό αποτέλεσμα στην ιστορία της επιστήμης, το πείραμα των Μίκελσον-Μόρλεϊ δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ύπαρξη του αιθέρα. Ο Αινστάιν βασίστηκε σε αυτό το πόρισμα και σχημάτισε την θεωρία του χωρίς καμία αναφορά στον αιθέρα, παρέχοντας, έτσι, ακόμα ένα παράδειγμα μιας θεωρίας που προσφέρει μεγαλύτερη οντολογική απλότητα.

Στη βιολογία
Βιολόγοι και φιλόσοφοι της Βιολογίας χρησιμοποιούν το ξυράφι του Όκαμ σε δύο τομείς της Εξελικτικής Βιολογίας: στην αντιπαράθεση σχετικά με τις μονάδες [φυσικής] επιλογής και την Συστηματική. Στο βιβλίο του Adaptation and Natural Selection (Προσαρμογή και Φυσική Επιλογή, 1966) ο George C. Williams διατείνεται ότι ο αλτρουισμός μεταξύ των ζώων εξηγείται καλύτερα εάν δεχτούμε ως βάση του μία χαμηλού επιπέδου (δηλ. προσωπική) επιλογή σε αντίθεση με την υψηλού επιπέδου ομαδική επιλογή. Ο αλτρουισμός ορίζεται ως συμπεριφορά που ωφελεί την ομάδα και όχι την μονάδα, ενώ θεωρείται ότι η ομαδική επιλογή αποτελεί τον εξελικτικό μηχανισμό ο οποίος επιλέγει τα αλτρουιστικά χαρακτηριστικά. Άλλοι θεωρούν την φυσική επιλογή ως τον μηχανισμό ο οποίος δικαιώνει τον αλτρουισμό μόνον ως το σύνολο συμπεριφορών των διαφόρων ζώων, τα οποία δρουν με βάση το προσωπικό συμφέρον, χωρίς να νοιάζονται για την ομάδα. Ο Williams υποστηρίζει ότι η θεωρία της προσωπικής επιλογής είναι η πιο φειδωλή. Κατ’ αυτό τον τρόπο επικαλείται μία παραλλαγή του Ξυραφιού του Όκαμ που ονομάζεται Κανόνας του Μόργκαν.

Ωστόσο, τα πιο πρόσφατα συγγράμματα βιολόγων όπως το The Selfish Gene (Το εγωκεντρικό γονίδιο) του Ρίτσαρντ Ντόκινς, έχουν αποκαλύψει ότι η άποψη του Williams δεν ήταν ούτε η απλούστερη, ούτε η στοιχειωδέστερη. Ο Ντόκινς υποστηρίζει ότι η λειτουργία της εξέλιξης εξαρτάται από το πλήθος των γονιδίων τα οποία πολλαπλασιάζονται στα περισσότερα δυνατά αντίγραφα, διότι αυτά καθορίζουν την πρόοδο κάθε συγκεκριμένου είδους. Δηλαδή, γίνεται φυσική επιλογή ορισμένων γονιδίων και αυτό αποτελεί ουσιαστικά την θεμελιώδη υποφώσκουσα αρχή η οποία καθιστά την μοναδική και ομαδική επιλογή αναδυόμενα χαρακτηριστικά της εξέλιξης.

Μπορούμε να ανατρέξουμε στο εξής παράδειγμα από την Ζωολογία: Οι μοσχοβόες, όταν απειλούνται από λύκους, σχηματίζουν ένα κύκλο με τα αρσενικά στην εξωτερική μεριά και τα θηλυκά και τα μικρά τους στο εσωτερικό. Αυτό είναι ένα παράδειγμα συμπεριφοράς των αρσενικών που φαίνεται να είναι αλτρουιστική. Αυτή η συμπεριφορά είναι δυσμενής για τα αρσενικά ως μεμονωμένα ζώα, αλλά ευεργετική για το σύνολο και συνεπώς πολλοί θεώρησαν ότι υποστηρίζει την θεωρία της ομαδικής επιλογής.

Παρ’ όλα αυτά, μία πολύ καλύτερη εξήγηση προσφέρεται εάν κάποιος θεωρήσει ότι η φυσική επιλογή λειτουργεί στα γονίδια. Αν ο μοσχόβους φύγει, αφήνοντας τους απογόνους του εκτεθειμένους στους λύκους, τα γονίδιά του δεν θα προωθηθούν. Αν, όμως, παλέψει για την προστασία τους, τότε τα γονίδια θα διαφυλαχθούν στους απογόνους. Και έτσι το αντίστοιχο γονίδιο το οποίο επιτάσσει αυτή τη συμπεριφορά πολλαπλασιάζεται. Αυτό είναι ένα παράδειγμα φυσικής επιλογής μέσω γονιδίων και μαζικής μακροπρόθεσμης αλλαγής, το οποίο είναι μία γενική αρχή που προσφέρει μία πολύ απλούστερη εξήγηση, χωρίς να καταφεύγει σε ειδικές αρχές όπως την ομαδική επιλογή.

Η Συστηματική είναι ο κλάδος της Βιολογίας που επιχειρεί να τεκμηριώσει γενεαλογικές σχέσεις μεταξύ οργανισμών. Ασχολείται ακόμα με την ταξινόμησή τους. Υπάρχουν τρία κύρια στρατόπεδα της συστηματικής, οι κλαδιστές, οι φενετιστές και οι εξελικτικοί ταξινομιστές. Οι κλαδιστές θεωρούν ότι μόνο η γενεαλογία θα πρέπει να καθορίζει την ταξινόμηση, οι φενετιστές αντιλέγουν ότι η ομοιότητα στη συγγένεια της καταγωγής είναι το αποφασιστικό κριτήριο, ενώ οι εξελικτικοί ταξινομιστές ισχυρίζονται ότι τόσο η γενεαλογία όσο και η ομοιότητα παίζουν ρόλο στην ταξινόμηση.

O Φράνσις Κρικ έχει κάνει σχόλια για τους πιθανούς περιορισμούς της εφαρμογής του Ξυραφιού του Όκαμ στη βιολογία. Θέτει το επιχείρημα ότι, καθώς τα βιολογικά συστήματα είναι προϊόντα μιας (συνεχιζόμενης) φυσικής επιλογής, οι μηχανισμοί δεν είναι αναγκαστικά βέλτιστοι κατά κάποια προφανή έννοια. Εφιστά την προσοχή: «Παρόλο που το Ξυράφι του Όκαμ είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στις φυσικές επιστήμες, μπορεί να είναι ένα πολύ επικίνδυνο όργανο στη βιολογία. Είναι, λοιπόν, πολύ παράτολμο να χρησιμοποιηθούν η απλότητα και η κομψότητα ως οδηγός στη βιολογική έρευνα».

Στην ιατρική
Όταν στην σύγχρονη Ιατρική γίνεται αναφορά στο Ξυράφι του Όκαμ, οι γιατροί και οι φιλόσοφοι της ιατρικής κάνουν λόγο για την διαγνωστική οικονομία (φειδώ). Η διαγνωστική οικονομία επιτάσσει ότι όταν γίνεται διάγνωση ενός τραυματισμού, μιας ασθένειας, αρρώστιας ή πάθησης, ο γιατρός πρέπει να προσπαθεί να εστιάσει την προσοχή του σε όσο το δυνατόν λιγότερες αιτίες που θα ανταποκρίνονται και θα ερμηνεύουν όλα τα συμπτώματα.

Τα «τέρατα χιονιού» της Ιαπωνίας

Στις πλαγιές του βουνού Zaō, στην κεντρική Ιαπωνία, οι κρύοι, υγροί άνεμοι που προέρχονται από τη Σιβηρία τείνουν να δημιουργούν ένα φυσικό θαύμα που προσελκύει χιλιάδες τουρίστες κάθε χειμώνα από όλη την Ιαπωνία.

Τα σταγονίδια νερού που μεταφέρει ο ισχυρός άνεμος παγώνουν πάνω στα πεύκα του βουνού Zaō και στα κλαδιά τους σχηματίζεται μια επικάλυψη από πάγο. Όταν στα πεύκα από αυτή τη στρώση πάγου πέφτει το χιόνι δημιουργείται η… ψευδαίσθηση ότι τα πεύκα μοιάζουν με πανύψηλα, γκροτέσκο λευκά στοιχεία που οι Ιάπωνες αποκαλούν «τέρατα χιονιού» ή juhyo στα ιαπωνικά.

Ο συνδυασμός ισχυρών ανέμων, χαμηλών θερμοκρασιών και χιονοπτώσεων στα αειθαλή κωνοφόρα δέντρα είναι απαραίτητος για να σχηματίσουν τα «τέρατα χιονιού». Το περίεργο φαινόμενο εντοπίζεται σε λίγες περιοχές της Ιαπωνίας συνολικά, αν  και το Mount Zaō είναι το πιο εύκολα προσβάσιμο μέρος και άρα το πιο δημοφιλές για τους τουρίστες.

Εκτός από την Ιαπωνία κάτι παρόμοιο παρατηρείται και στη Φινλανδία στο Εθνικό Πάρκο Riisitunturi. Η φινλανδική λέξη που χαρακτηρίζει και περιγράφει το φαινόμενο είναι «tykky».

Τεχνολογία και Μεταφυσική

Τεχνολογία και ΜεταφυσικήΗ θετικιστική φιλοσοφία που κινεί το μεγαλύτερο μέρος της μοντέρνας επιστήμης και τεχνολογίας (και το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης φιλοσοφίας) αντιλαμβάνεται τη «μεταφυσική» ως μια άνευ νοήματος αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήσεις που δεν επιδέχονται απάντηση· αλλά ο Karl Popper, ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε ο Emil Meyerson, έδειξε ότι δεν υπάρχει κανενός είδους επιστημονικό (ή επιπλέον, τεχνολογικό) ερευνητικό πρόγραμμα που να μην εδράζεται σε ένα σύνολο γενικών υποθέσεων σχετικά με τη δομή του κόσμου. Σίγουρα, αυτές οι μεταφυσικές αντιλήψεις δεν είναι εμπειρικά ελέγξιμες και δεν υπόκειται σε «διάψευση».

Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν είναι ενδιαφέρουσες, ουσιώδης και ότι δεν παίζουν έναν θεμελιώδη ρόλο στην πρόοδο της επιστήμης. Αυτοί που αρνούνται τη μεταφυσική απλά την καθιστούν αόρατη και είναι πολύ πιθανόν, η δική τους κρυμμένη μεταφυσική να είναι κακή ή δίχως συνοχή. Προς έκπληξη όσων τον εξέλαβαν λανθασμένα ως θετικιστή, ο Karl Popper ισχυρίστηκε ότι το καθήκον του φιλόσοφου ή του ιστορικού της επιστήμης είναι διπλό: πρώτον, να αποκαλύψει και να καταστήσει ορατές τις μεταφυσικές ιδέες που υπόκεινται κάθε ερευνητικού προγράμματος προκειμένου να τις κάνει δεκτικές στην κριτική· δεύτερον, να προχωρήσει σε μια κριτική εξέταση αυτών των μεταφυσικών θεωριών, κατά ένα τρόπο που είναι διαφορετικός από την κριτική που ασκούν οι επιστημονικές θεωρίες, μιας και αν και κανενός είδους εμπειρικός έλεγχος δεν είναι εν προκειμένω δυνατός, παρόλα αυτά δεν παύει να είναι ορθολογικός.

Δύο σημαντικοί φιλόσοφοι του 17ου και του 18ου αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ότι ενσάρκωσαν τη μεταφυσική που κείται στα θεμέλια της νέας επιστήμης, στην άνθιση της οποίας υπήρξαν μάρτυρες: ο René Decartes και ο Giambattista Vico. O Decartes θεώρησε ότι η επιστήμη και η τεχνολογία στοχεύουν στο να κάνουν τον άνθρωπο αφέντη και κτήτορα της φύσης και του εαυτού του.

Πιο έμμεσα, ο Vico διατύπωσε το αξίωμα της «νέας επιστήμης» (1725) με μια διάσημη φράση: Verum et factum convertuntur [Το αληθές και το κατασκευασμένο είναι εναλλάξιμα] Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αποκτήσουμε ορθολογική γνώση μόνο για αυτό του οποίου είμαστε η αιτία, για αυτό που εμείς οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει. Η αρχή του verum factum αρχικά θεωρήθηκε ότι συνεπάγεται μια ανεπάρκεια ή μια έλλειψη εκ μέρους των ανθρώπων: δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε τη φύση με τον τρόπο που μπορεί ο Θεός, γιατί ο Θεός δημιούργησε μόνο αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε.

Γρήγορα, ωστόσο, η αρχή απέκτησε μια θετική σημασία σε μεγαλύτερη συμφωνία προς την αυξανόμενη εδραίωση του μοντέρνου υποκειμενισμού: ό,τι κατασκευάζουν οι άνθρωποι μπορεί να το γνωρίσουν ορθολογικά -δηλ. αποδείξιμα και επαγωγικά- παρά το πεπερασμένο της ανθρώπινης κατανόησης. Ανάμεσα στους κλάδους της γνώσης, διαβαθμισμένοι σε κατιούσα σειρά σύμφωνα με τον βαθμό της τελειότητας τους, τα μαθηματικά, σύμφωνα με αυτό το κριτήριο, έρχονται φυσικά πρώτα, ακολουθούμενα, ωστόσο, όχι από τις φυσικές επιστήμες, αλλά από τις ηθικές και πολιτικές επιστήμες, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι περισσότερο επιστημονικές, επειδή σχετίζονται με τα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ωστόσο, όσον αφορά την επιστήμη της φύσης, η πρώτη αρχή της, σύμφωνα με την Hannah Arendt, πρέπει να είναι ότι κάποιος μπορεί να γνωρίζει μόνο κατασκευάζοντας κάτι ή, μάλλον, μόνο ανακατασκευάζοντας κάτι. Ο επιστήμονας, παρά τους περιορισμούς που έχει ως άνθρωπος, «την προσέγγισε ωστόσο εξαρχής [τη φύση] από τη σκοπιά Εκείνου, ο οποίος τη δημιούργησε» Αυτό δεν εξηγεί μόνο την έμφαση του επιστήμονα στο «πως» των φυσικών διαδικασιών, απ’ ότι στο είναι των πραγμάτων, αλλά εξηγεί εξίσου τον αξιοσημείωτο ρόλο που αποδίδεται από την επιστήμη στο πείραμα.

Με τις αναπτυγμένες τεχνολογίες που επίκεινται θα κάνουμε ένα μεγάλο βήμα παραπέρα. Σκέφτομαι πιο συγκεκριμένα την λεγόμενη Nano-Bio-Info-Cogno (NBIC) σύγκλιση που αυτοπαρουσιάζεται ως η ύστατη κορύφωση της αρχής verum factum. Δεν είναι πια απλά μόνο με το να κάνουν πειράματα πάνω στη φύση, δεν είναι πια απλά μόνο με το να την μοντελοποιούν, που οι άνθρωποι θα καταφέρουν να τη γνωρίσουν. Είναι με το να την ανακατασκευάσουν.

Όμως, με αυτόν τον τρόπο, δεν είναι πια η φύση αυτό που θα γνωρίσουν, αλλά αυτό που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Ή, μάλλον, είναι η ίδια η ιδέα της φύσης, δηλαδή μιας δοσμένης πραγματικότητας που υφίσταται εξωτερικά προς τον εαυτό, που θα φαντάζει ξεπερασμένη. Με την NBIC σύγκληση, η ίδια η διάκριση ανάμεσα στο να γνωρίζεις και στο να κατασκευάζεις θα χάσει κάθε σημασία, όπως και η διάκριση που εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα ανάμεσα στον επιστήμονα και στον μηχανικό.

Ήδη στις μέρες μας, στην περίπτωση των βιοτεχνολογιών, η διάκριση μεταξύ ανακάλυψης και επινόησης, στην οποία βασίζεται ο νόμος περί ευρεσιτεχνίας, αποδεικνύεται εξαιρετικά επισφαλής για να μπορέσει να διατηρηθεί, όπως δείχνουν οι συζητήσεις για την κατοχύρωση πατέντας πάνω σε μορφές ζωής.

Κάτω από αυτό τον γενικό τίτλο, μπορούμε να συμπεριλάβουμε αυτό που ορισμένοι φιλόσοφοι αποκαλούν «μετατροπή της φύσης σε τεχνούργημα» και πιο συγκεκριμένα, της Ζωής και του Νου. Το μεταφυσικό πρόγραμμα που κατευθύνει την NBIC σύγκλιση, το δίχως άλλο ένα προμηθεϊκό πρόγραμμα, έγκειται στο να μετατρέψει τον άνθρωπο σε δημιουργό ή, ελάχιστα πιο σεμνά διατυπωμένο, σε «μηχανικό των εξελικτικών διαδικασιών».

Η βιολογική εξέλιξη, με το αδέξιο μαστόρεμα της, συχνά τα έχει κάνει θάλασσα, και δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα περήφανη για το τελευταίο της έργο, τον άνθρωπο. Έγκειται, λοιπόν, στον ίδιο τον άνθρωπο να προσπαθήσει να τα πάει καλύτερα. Αυτό τον βάζει στη θέση του θεϊκού κατασκευαστή του κόσμου, του δημιουργού, ενώ την ίδια στιγμή τον καταδικάζει να βλέπει τον εαυτό του ως ξεπερασμένο.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το εξαιρετικό παράδοξο της σύμπτωσης αντιθέτων, που έχει επισημανθεί από φιλοσόφους όπως ο Martin Heidegger, η Hannah Arendt ή ο Günther Anders: η υπερβολική φιλοδοξία και περηφάνια ενός ορισμένου επιστημονικού ανθρωπισμού οδηγεί κατευθείαν στην απαρχαίωση του ανθρώπου. Υπό αυτή την ευρεία προοπτική είναι που πρέπει πάντα να θέτουμε εκείνα τα ερωτήματα που ορίζονται ως «ηθικά» και που έχουν να κάνουν με την μηχανική κατασκευή του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Η ανθρώπινη κατάσταση είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα πραγμάτων δοσμένων και πραγμάτων κατασκευασμένων. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος, σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να διαμορφώσει ό,τι τον διαμορφώνει, μπορεί να συντηρήσει ό,τι τον συντηρεί, ενώ συνεχίζει να σέβεται την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο δοσμένο και το κατασκευασμένο. Βέβαια, ήδη από τη δεκαετία του 1950, η Arendt προφήτευε μια ανθρώπινη εξέγερση ενάντια στο δοσμένο. Έγραφε:

Εδώ και κάμποσο καιρό, πάρα πολλές επιστημονικές προσπάθειες κατευθύνονται προς τη δημιουργία ζωής, εξίσου «τεχνητής», προς την αποκοπή και του έσχατου δεσμού που κάνει τον άνθρωπο ν’ ανήκει κι αυτός στα τέκνα της φύσης.[…] Αυτός ο μελλοντικός άνθρωπος, τον οποίο οι επιστήμονες μας λένε ότι θα παραγάγουν σε λιγότερα από εκατό χρόνια, μοιάζει κυριευμένος από την εξέγερση ενάντια στην ανθρώπινη ύπαρξη όπως μας έχει δοθεί, ένα δώρο χωρίς δωρητή (για να μιλήσουμε μια εκκοσμικευμένη γλώσσα), που θέλει να το ανταλλάξει, για να το πούμε έτσι, με κάτι που έφτιαξε ο ίδιος.

Πράγματι, η μεταφυσική της NBIC σύγκλισης ονειρεύεται να υπερβεί μια και καλή καθετί δοσμένο που αποτελεί μέρος της ανθρώπινης κατάστασης, ειδικά τον πεπερασμένο χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής- την θνητότητα της και το ξεκίνημα της με τη γέννηση. Αν και η αθανασία είχε πάντοτε μια θέση στις σκέψεις και στα όνειρά του ανθρώπου, είναι μόνο πολύ πρόσφατα που ο θάνατος έφτασε να θεωρείται ως ένα «πρόβλημα» το οποίο η επιστήμη και η τεχνολογία μπορούν να επιλύσουν, εξαλείφοντας το.

Όσον αφορά τη γέννηση, το γεγονός ότι γεννιόμαστε μέσα στον κόσμο χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουμε συμβάλλει κατά οποιονδήποτε τρόπο σε αυτό, έχει γίνει πηγή ντροπής για εμάς (Günther Anders). Ανακαλύπτουμε ότι έχουμε ριχτεί μέσα στον κόσμο (η χαϊντεγγεριανή ερριμενότητα) και νιώθουμε εγκαταλελειμμένοι. Νιώθουμε μόνοι όταν συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε το θεμέλιο της ύπαρξης μας. Η τεχνολογία μας υπόσχεται φαντασματικά μια θεραπεία για αυτό το συναίσθημα ναυτίας: το να (ξανα)σχεδιάσουμε τους εαυτούς μας, εν μέρει ή συνολικά, σαν να ήταν ο εαυτός μας μια μηχανή που μας ανήκει.

Στην καρδιά του μεταφυσικού ερευνητικού προγράμματος που κινεί το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης τεχνολογίας βρίσκεται ένα τεράστιο παράδοξο. Η υπό κρίση μεταφυσική θέλει ξεκάθαρα να είναι μονιστική: κανείς δεν θα ισχυρίζονταν πια σήμερα ότι καθετί στο σύμπαν πηγάζει από την ίδια ουσία, αλλά θα ισχυρίζονταν ότι καθετί υπόκειται στις ίδιες αρχές οργάνωσης: η φύση, η ζωή και ο νους. Το σύνθημα της γνωσιακής επιστήμης είναι «φυσικοποίηση του νου». Το ζήτημα έγκειται στην πλήρη αποκατάσταση του νου (και της ζωής) στη θέση που τους αρμόζει εντός του φυσικού κόσμου.

Βέβαια, οι αρχές οργάνωσης που υποτίθεται ότι είναι κοινές για καθετί που υπάρχει στο σύμπαν τυγχάνει να είναι μηχανιστικές αρχές. Μια συσκευή που επεξεργάζεται την πληροφορία σύμφωνα με σταθερούς κανόνες, δηλαδή ένας αλγόριθμός, συγκροτεί το μοναδικό μοντέλο για καθετί που υπάρχει. Χρονολογικά, και παρά το τι μπορεί να ισχυρίζονται ορισμένες πρότερες εννοιολογήσεις, ο νους ήταν αυτός που εξομοιώθηκε πρώτα με αλγόριθμό (ή Μηχανή Turing: το μοντέλο των McCulloch και Pitt, 1943), μετά ήταν η σειρά της ζωής, με τη γέννηση της μοριακής βιολογίας (ο Max Delbrück και η «ομάδα phage», 1949)· και μόνο αργότερα εδραιώθηκε η θέση ότι οι νόμοι της φυσικής είναι αλγοριθμικά προσδιορίσιμοι (ή υπολογίσιμοι με μηχανή Turing). Η φυσικοποίηση του νου συγκλίνει, έτσι, με την μηχανοποίηση του νου.

Βρίσκεται η φιλοδοξία του να (ξανα)φτιάξουμε τον κόσμο, ως μια προσπάθεια ελέγχου του, σε συμφωνία με την καρτεσιανή μεταφυσική; Το να πιστεύουμε πως ναι σημαίνει να παραμένουμε τυφλοί μπροστά σε μια θεμελιακή μετατόπιση στη φιλοσοφία της σύγχρονης τεχνολογίας. Η φιλοσοφία που ενυπάρχει υπόρρητα σε ένα νέο πεδίο συχνά συμβαίνει να προδίδεται, κατ’ ομολογία με ένα χοντροκομμένο τρόπο, από τους οραματιστές και τους ιδεολόγους της.

Από αυτή τη άποψη είναι δύσκολο να είναι κανείς πιο ρητός απ’ ότι ο Kevin Kelly όταν γράφει: «Μας πήρε πολύ καιρό μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι η δύναμη μιας τεχνολογίας είναι ανάλογη προς τον εγγενή χαρακτήρα της να βρίσκεται εκτός ελέγχου, την εγγενή ικανότητα της να εκπλήσσει και να δημιουργεί νέα δεδομένα. Για την ακρίβεια, αν μια τεχνολογία δεν μας προκαλεί αρκετή ανησυχία, δεν είναι αρκετά επαναστατική»

Το 1948 ο μεγάλος αμερικάνος μαθηματικός Jon von Neumann, ο εφευρέτης της θεωρίας παιγνίων και της θεωρίας των αυτόματων, αλλά και με μία εξίσου σημαντική συμβολή στο σχεδιασμό της ατομικής βόμβας και της βόμβας υδρογόνου, προφήτευσε ότι σύντομα ο κατασκευαστής των αυτόματων θα βρεθεί αβοήθητος ενώπιον της δημιουργίας του, όπως νιώθουμε να είμαστε μπροστά σε περίπλοκα φυσικά φαινόμενα. Θεμελίωνε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη λεγόμενη από-τα-κάτω προσέγγιση, που έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της νανοτεχνολογίας. Σύμφωνα με αυτή την φιλοσοφία, οι μηχανικοί του μέλλοντος δεν θα είναι πια αυτοί που θα επινοούν και θα σχεδιάζουν μια δομή ικανή να εκπληρώσει μια λειτουργία που τους έχει ανατεθεί. Οι μηχανικοί του μέλλοντος θα είναι αυτοί που θα γνωρίζουν ότι πετυχαίνουν όταν θα εκπλήσσονται από τις δικές τους δημιουργίες.

Το παράδειγμα των περίπλοκων αυτό-οργανωμένων συστημάτων που οραματίστηκε ο von Neumann επελαύνει με επιταχυνόμενο ρυθμό τόσο στην επιστήμη όσο και στην τεχνολογία. Έγκειται στη διαδικασία του ξεπεράσματος και της αντικατάστασης των παλαιών μεταφορών που κληρονομήθηκαν από το παράδειγμα της κυβερνητικής (αυτό που ως κεντρική έννοια του έχει τον «έλεγχο»), όπως τις αναπαραστάσεις που περιγράφουν το νου ή το γονιδίωμα ως υπολογιστικά προγράμματα.

Η περιπλοκότητα έχει ήδη μετατραπεί σε σλόγκαν στη βιολογία.
Δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή -και μπορεί να μην έρθει ποτέ- που θα μπορέσουμε να κατασκευάσουμε αυτό-αναπαραγώμενες μηχανές που μιμούνται την αυτό-αναπαραγωγή της ζωντανής ύλης. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερο χρησιμοποιούμε τη ζωντανή ύλη και την ικανότητα της για αυτό-οργάνωση για να κατασκευάσουμε, μέσα από τη μίμηση της, έξυπνες μηχανές ή για να επιτελέσουμε μηχανικές λειτουργίες.

Κατασκευάζουμε την αυτό-οργάνωση και σύντομα θα είμαστε ικανοί να αφήσουμε την περιπλοκότητα αχαλίνωτη, που σημαίνει να δημιουργήσουμε μη αντιστρέψιμες διαδικασίες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν ποτέ δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση. Θα μπορέσουμε να φτάσουμε στο ύψος αυτής της φιλοδοξίας όταν ή εάν γίνουμε ικανοί να κατασκευάσουμε την ίδια την ζωή· όχι αναγκαστικά το είδος της ζωής που αναδύθηκε αυθόρμητα πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη πριν ένα δισεκατομμύριο χρόνια και εξελίχθηκε σε όλο και περισσότερο περίπλοκες μορφές, αλλά οργανισμούς που φέρουν τις βασικές ιδιότητες τις οποίες αποδίδουμε στη ζωή: αυτό-αναπαραγωγή και αυτό-περιπλοκοποίηση.

Από εκείνη τη στιγμή θα αποτελεί αναπόφευκτο πειρασμό, για να μην πούμε υποχρέωση ή καθήκον, για τους τεχνολόγους του μέλλοντος να πυροδοτήσουν διαδικασίες επί των οποίων δεν έχουν κανένα έλεγχο.

Ο μύθος του μαθητευόμενου μάγου πρέπει να ανανεωθεί: ο άνθρωπος δε θα αποστερηθεί όσων δημιούργησε του ούτε λόγω σφάλματος ούτε λόγω φόβου, αλλά λόγω σχεδιασμού.

Η Κρυφή Ιστορία του Κλωνισμού

Ο όρος «Κλώνος» (Clone) όπως τον χρησιμοποιούμε σήμερα, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη φυτολογία, από τον βιολόγο Χέρμπερτ Τζων Γουέμπερ. Ο αρχαιότερος σχετικός όρος που χρησιμοποιήθηκε για το ζήτημα ήταν «Homunculus» (Χομούνκουλους), αναφορικά σε ένα μικροσκοπικό ανθρωποειδές που υποτίθεται ότι κατασκεύαζαν βιο-τεχνητά στα μυστικά εργαστήρια τους οι αλχημιστές. Όπως ίσως καταλαβαίνετε, το ζήτημα του Κλωνισμού μέχρι πρόσφατα συνδεόταν με τις παράδοξες εργασίες μιας γραφικής φιγούρας του σύγχρονου Φανταστικού: του «τρελού επιστήμονα». Παλαιότερα, ανήκε στο πεδίο της «μαύρης μαγείας» που όπλιζε με μυστικές γνώσεις το χέρι ενός εωσφορικού μάγου ο οποίος φιλοδοξούσε να αντιγράψει βλάσφημα το έργο της “θεϊκής” Δημιουργίας!

Η παλαιότερη αναφορά που γνωρίζω πάνω στην ιδέα του Homunculus έχει «μαγικό» και όχι «αλχημιστικό» χαρακτήρα και περιλαμβάνεται σε ένα αρχαίο βιβλίο με τον τίτλο Magia Divina (Θεϊκή Μαγεία) αγνώστου συγγραφέα: «Πάρτε ένα μεγάλο καθαρό δοχείο φτιαγμένο από πολύ καλό κρύσταλλο. Χύστε μέσα σ’ αυτό ένα μέρος της πιο καθαρής μαγιάτικης δροσιάς που έχει μαζευτεί όταν επικρατεί ημισέληνος. Προσθέστε δύο μέρη αίματος που πάρθηκε από υγιές νεαρό άτομο. Αφήστε αυτό το μίγμα μόνο του επί ένα μήνα, ώσπου να γίνει ένας κοκκινωπός πηλός μέσα σε καθαρό νερό. Βγάλτε το καθαρό νερό και χύστε το σε μια γαβάθα. Προσθέστε ένα δράμι ζωικού χρώματος. Αφήστε το κοκκινωπό υλικό μέσα στην πρώτη γαβάθα και ταυτόχρονα να το ζεστάνετε ελαφρά και συνεχώς …» Σύμφωνα με αυτή τη μαγική συνταγή, το υλικό θα σχηματίσει «ένα είδος κύστης» καλυμμένης με ένα λεπτό δίκτυο φλεβών και νεύρων. Αυτό πρέπει να ραντίζεται, κατά διαστήματα τεσσάρων εβδομάδων, με υγρό από τη δεύτερη γαβάθα.

Ο αναγνώστης του βιβλίου προειδοποιείται ότι, ως το τέλος του τέταρτου μήνα, θα παρατηρούσε «ένα τσιριχτό ήχο και κινήσεις που θα υποδήλωναν ζωή». Μέσα στο δοχείο θα εμφανιστεί «ένα πολύ ωραίο ζευγάρι, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τα οποία μπορείτε να κοιτάξετε με αληθινό θαυμασμό…». Αυτά τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια θα έχουν ύψος 15 εκατοστών κι αν τα ταΐζει κανείς με δύο κόκκους «ζωικού βάμματος» το μήνα, θα ζήσουν επί έξι χρόνια και «θα κινούνται και θα περπατούν μέσα στο δοχείο». Θα μπορούσαν να μεταδώσουν «πολλά μυστικά» μόλις γίνουν ενός χρόνου, θα είχαν «γλυκό χαρακτήρα» και θα ήταν «πολύ υπάκουα». Μετά τον έκτο χρόνο, θα αυτοκαταστραφούν μέσα σε μια μάζα καπνού.

Εκεί που οι αλχημιστές ερευνούσαν την Prima Materia (Αρχέγονη Ύλη), δηλαδή την βασική ουσία της ζωής, η τεχνολογία του 20ου αιώνα μας πρόσφερε μια πολύ μεγαλύτερη βαθιά αντίληψη για όλα αυτά. Η αρχαία ιατρική σκέψη φανταζόταν ότι το σπέρμα του άντρα περιείχε πραγματικά και ακριβώς ένα μικροσκοπικό άτομο, το οποίο, σαν το μικροσκοπικό κοτόπουλο στο αυγό, τελικά αναπτύσσεται και γίνεται άνθρωπος. Αυτή η αντίληψη προηγήθηκε της πεποίθησής μας ότι η μοριακή ανάπτυξη και ο κώδικας του DNA επιτυγχάνουν μια μεταμόρφωση των κυττάρων σε όλες τις πολύπλοκες λεπτομέρειες, ενός πλήρως διαπλασμένου ανθρώπινου σώματος. Οι αρχαίοι στοχαστές και οι αλχημιστές δεν είχαν ειδικές συσκευές, όπως το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, αλλά –μιλώντας γενικά– μάλλον ακολουθούσαν τον σωστό δρόμο.

Ο Παράκελσος (1490-1541), συγκεκριμένα, έβλεπε τον άνθρωπο ως ένα μικρόκοσμο, του οποίου οι ουσίες και οι ενέργειες βρίσκονται σε «συμφωνία» μ’ εκείνες του μακρόκοσμου και  με κάθε ζωή του σύμπαντος. Στους μελετητές της Αλχημείας, είναι αρκετά γνωστή η φήμη ότι ο Παράκελσος δημιούργησε, πραγματικά, ένα ανθρωποειδές πλάσμα στο εργαστήριο του.

Έγραψε για την ιδέα του Homunculus, κυρίως στο σύγγραμμα του De Homunculis et Monstris. Εκεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα αινιγματικά πράγματα, γράφει: «Υπάρχει μια τάξη που φαίνεται να είναι επιβεβλημένη από μια Δύναμη, στην οποία πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι. Μόλις παραβιαστεί αυτή η τάξη, γίνονται πράγματα τα οποία παίρνουν πολλές μορφές, κι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργούνται ανθρωπάκια και τέρατα. Αυτά τα μικρά τέρατα μπορούν να συγκριθούν με ένα αδειανό καρύδι, ένα απλό κέλυφος, χωρίς περιεχόμενο, ή σαν σιτάρι που είναι τσόφλι χωρίς κόκκους. Μολονότι καταγόμαστε από αυτή την Δύναμη, πολλοί από εμάς δεν έχουμε τη δύναμη του κόκκου, δεν έχουμε τον αληθινό σπόρο και δεν έχουμε ούτε ψυχή ούτε δημιουργικό περιεχόμενο.

»Να ξέρετε το εξής: ο άνθρωπος και τα ζώα αναπτύσσονται από τον ίδιο σπόρο. Ο σπόρος αναπτύσσεται μέσα στο σπέρμα και δεν μπορεί να επιλέξει την κατεύθυνση του χωρίς αυτό. Αλλά όπως το αυγό αποτελείται από κρόκο και ασπράδι, έτσι είναι κατασκευασμένος και ο σπόρος. Αν η ουσία του σπόρου χάσει τη συνοχή της και διαλυθεί, τότε ο σπόρος χάνει το σπέρμα του και μπορεί να δημιουργηθεί ένα τέρας. Ανάλογα με την ανάμιξη της ουσίας στον πυρήνα του σπόρου, το τέρας μπορεί να μοιάζει ή να μη μοιάζει με αληθινό άνθρωπο. Αλλά δεν εμφανίζεται ψυχή εκεί όπου ο πυρήνας δεν είναι πλήρης».

Ο Παράκελσος θεωρούσε τη δημιουργία ενός μικρού τεχνητού ανθρώπου, ως ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά που αποκαλύφθηκαν στον θνητό άνθρωπο: «ένα μυστήριο πάνω από όλα τα μυστήρια, που αξίζει να κρατηθεί μυστικό ως τους τελευταίους καιρούς, όταν πλέον δεν θα υπάρχει τίποτε κρυφό εξαιτίας των φιλόδοξων ανθρώπων, αλλά όλα τα μυστικά θα φανερωθούν. Και μολονότι ως τώρα δεν αποκαλύφθηκε στους πολλούς ανθρώπους η τέχνη της δημιουργίας τεχνητών ανθρωπάριων, της επαναδημιουργίας ενός νεκρού και της αναπαραγωγής πανομοιότυπων ανθρώπων, ήταν πάντως γνωστό στις νεράιδες των δασών, στα ξωτικά και στους γίγαντες που έζησαν στη Γη πριν από πολλά χρόνια, γιατί αυτά τα ίδια πλάσματα ξεπήδησαν απ’ αυτή την πηγή, γιατί από τέτοια τεχνητά ανθρωπάκια, όταν ενηλικιώνονται, παράγονται γίγαντες, πυγμαίοι και άλλοι θαυμαστοί άνθρωποι, κατά την επιθυμία του δημιουργού τους και μπορούν να κατορθώσουν πολλά θαυμαστά πράγματα».

Ο ψυχολόγος Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ ερεύνησε προσεκτικά τα οράματα και τα αινιγματικά συγγράμματα ενός από τους αρχαιότερους αλχημιστές, του Ζώσιμου από την Πάνοπλη, που έζησε τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. Σ’ αυτά ο Γιούνγκ εντόπισε και τα εξής ενδιαφέροντα: Ο Ζώσιμος μιλά για έναν ιερέα σε έναν μυστικό ναό που του λέει για μια «διαδικασία εξαΰλωσης του σώματος». Ο ιερέας λέει στον Ζώσιμο ότι μπορεί να πάρει ένα μικρό κομμάτι από το δάχτυλο του και να φτιάξει απ’ αυτό έναν άνθρωπο πανομοιότυπο με αυτόν.

Έπειτα του περιγράφει ότι μπορεί να εξαϋλώσει τον Ζώσιμο, μεταμορφώνοντας τον σε πνεύμα, ενώ όλοι θα νομίζουν ότι το αντίγραφο του θα είναι ο ίδιος. Ο Ζώσιμος διηγείται ότι ο ιερέας του παρουσίασε και ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι που είχε δημιουργήσει ο ίδιος, με το οποίο συνομίλησε και μάλιστα παραθέτει ολόκληρη τη συνομιλία τους. Κι αυτό δεν είναι παρά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τις αμέτρητες αναφορές που μπορεί να ανακαλύψει ένας συνετός μελετητής για όλα αυτά, σε αρχαία κείμενα σοφών και αλχημιστών.

Ακόμη κι όταν η αλχημεία έδωσε τη θέση της στη σύγχρονη επιστημονική μέθοδο, οι φιλόσοφοι συνέχισαν να γοητεύονται από τις συνδυασμένες υποσχέσεις και τους πιθανούς κινδύνους που προσφέρουν τα μυστικά πειράματα, η μαγεία και η φαντασία του ανθρώπου.

Ο Γάλλος εγκυκλοπαιδιστής Ντενίς Ντιντερό (1713-1784) φαντάστηκε το 1780 την πιθανότητα ανθρώπων φτιαγμένων κατά παραγγελία κάτω από εργαστηριακές συνθήκες. Διατύπωσε τις τολμηρές εικασίες του στο βιβλίο του Το Όνειρο του Αλμπέρ. Ο Ντιντερό παρουσίασε την ιδέα ότι η ευαισθησία είναι γενική ιδιότητα της ύλης, απορρίπτοντας τη θεωρία περί «προ-δημιουργίας» της αναπαραγωγής (απ’ όπου προέρχεται και η λέξη procreation στις ευρωπαϊκές γλώσσες, που σημαίνει τεκνοποίηση ή αναπαραγωγή), σύμφωνα με την οποία το άτομο προϋπάρχει σε κάποιον πρόγονο του και με μια απλή διαδικασία αναπτύσσεται από εξαρτημένο μικροσκοπικό ον σε ανεξάρτητο ον με φυσιολογικές διαστάσεις.

Πρότεινε την υπόθεση της «επιγένεσης» σύμφωνα με την οποία το έμβρυο σχηματίζεται με μια σειρά διαμορφώσεων και διαφοροποιήσεων, από αδρανή ύλη σε ευαίσθητη ύλη κι έτσι γίνεται έμβιο ον. Στο τελικό μέρος του έργου του, ο Ντιντερό πρότεινε τις θεωρίες του για τη διασταύρωση και την υβριδοποίηση. Πρόβλεψε τη μαζική παραγωγή ανθρώπινων όντων, περιγράφοντας πως διάφορες ικανότητες και επαγγέλματα μπορούν να προβλεφθούν και να επωασθούν «μέσα σ’ ένα ζεστό δωμάτιο με το πάτωμα καλυμμένο με μικρά δοχεία». Έγραψε ότι «σε καθένα απ’ αυτά τα δοχεία θα υπήρχε μια ετικέτα που να δείχνει ότι το βιοχημικό περιεχόμενο του προορίζεται να παράγει στρατιώτες, δικαστές, φιλόσοφους, ποιητές, πόρνες και βασιλιάδες».

Ο μεγάλος Γάλλος γενετιστής Δρ. Ζαν Ροστάν, σχολιάζοντας τις περιγραφές του Ντιντερό παρατήρησε ότι πρόβλεψε με ακρίβεια ένα μεγάλο μέρος των σημερινών μεθόδων που χρησιμοποιούνται στα εργαστήρια και η μόνη διαφορά είναι ότι «αντί για ζεστό δωμάτιο πρέπει να έχουμε κρύο δωμάτιο»

Το 1816, η Μαίρη Σέλλεϋ (σύζυγος του ποιητή Πέρσυ Σέλλεϋ) έγραψε το κλασσικό έργο του Φανταστικού, Φρανκενστάιν ή Ο Σύγχρονος Προμηθέας, ένα κωδικό βιβλίο για την προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει θεός, δίνοντας ζωή σε ένα νεκρό σώμα, κατασκευάζοντας ζωντανά όντα στο εργαστήριο. Η ίδια έγραψε για τη συγγραφή του βιβλίου της:

«Πολλές και μεγάλες ήταν οι συζητήσεις ανάμεσα στον Λόρδο Μπάιρον και στον Σέλλεϋ, τις οποίες παρακολουθούσα χωρίς να μιλώ καθόλου. Σε κάποιες απ’ αυτές, συζητούσαν για τη φύση της Αρχής της Ζωής και για το αν μπορούσε να γίνει γνωστή. Μιλούσαν για τα πειράματα του Δαρβίνου, ότι κράτησε για αρκετό καιρό ένα σκουλήκι, κομμένο στα δύο, μέσα σ ‘ έναν δοκιμαστικό σωλήνα, ώσπου από κάποια άγνωστη δύναμη άρχισε ξαφνικά να κινείται από μόνο του. Έλεγαν ότι ένα νεκρό σώμα μπορεί να ξαναζωντανέψει. Ο Γαλβανισμός και τα πειράματα μ’ αυτόν, είχαν δώσει πολλές ελπίδες να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Ίσως μπορούν να δημιουργηθούν στο εργαστήριο τα μέρη που συνθέτουν έναν οργανισμό, να ενωθούν τεχνητά και να τους δοθεί μια τεχνητή ζωική θερμότητα. Ο Μπάιρον ήταν πεπεισμένος ότι μπορούμε να αναπαράγουμε τεχνητά τους εαυτούς μας, παρακάμπτοντας την φυσιολογική γονιμοποίηση».

Ένας Ιταλός πρωτοπόρος ερευνητής, ο Τζιόρτζιο Γκαλέζιο, διατύπωσε από το 1818 τις βασικές ιδέες που σήμερα μας προκαλούν και μας τρομάζουν. Έγραψε μια μελέτη με τίτλο Teoridella Reprodujione Vegetale, στην οποία διακήρυξε: «Αποκαλώ Άτομο τη συλλογή όλων των φυτών, τα οποία προέρχονται από ένα έμβρυο μόνο και τα οποία συνεπώς αποτελούν ένα φυτό και μόνο, χωρίς μεταβολή. Αυτό το Άτομο, αν και πολλαπλασιάζεται ασταμάτητα, θα φέρνει πάντοτε μαζί του κάθε μια από τις αναρίθμητες υποδιαιρέσεις της ύπαρξης του, των ίδιων χαρακτήρων και της ίδιας γενικής όψης με τα οποία εμφανίστηκε κατά τη γέννηση του. Ένα τέτοιο ξεχωριστό φυτό είναι ικανό να ανανεώσει τη ζωή του για εκατομμυριοστή φορά. Ο άνθρωπος, ως Άτομο που αποτελείται από μικρότερα άτομα, τα κύτταρα, μπορεί να αναπαράγει τον εαυτό του από τα κύτταρα του, τα οποία είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο που τα Άτομα στα οποία μπορεί να διασπαστεί το ον, θα είναι επίσης πανομοιότυπα μεταξύ τους»

Το 1886 έγινε η πρώτη εντυπωσιακή ανακάλυψη από έναν Ρώσο ερευνητή, τον Αλεξάντερ Τιτσομίροφ. Άρχισε με τη γνώση ότι, στα περισσότερα είδη, κάποια μορφή σεξουαλικής ένωσης είναι ουσιώδης, το ωάριο γονιμοποιείται μόνο από το σπέρμα. Αν δεν γονιμοποιηθεί, το μέσο ωάριο πεθαίνει σε λίγη ώρα. Αλλά ο Τιτσομίροφ ανακάλυψε, επίσης, ότι υπάρχουν εξαιρέσεις σ’ αυτή τη θεωρητικά απόλυτη βιολογική αρχή. Μια απ’ αυτές τις εξαιρέσεις είναι η μητέρα μεταξοσκώληκας, η οποία μπορεί να γονιμοποιηθεί με απλό χημικό τρόπο. Ωστόσο κανένας δεν έδωσε μεγάλη σημασία σε όλα αυτά. Όμως, οι μεταξοσκώληκες μπορούν να εφαρμόσουν τον Κλωνισμό χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Κατόπιν ήρθαν οι αχινοί και τα σκουλήκια, τα οποία οι Δόκτορες Τ. Χ. Μόργκαν και Α. Μιντ επεξεργάστηκαν με ορισμένα υγρά, όπως το συμπυκνωμένο θαλάσσιο νερό, πετυχαίνοντας αναπαραγωγή. Αυτή η δουλειά αντιγράφηκε και βεβαιώθηκε το 1900, από τον Δρ. Ζακ Λομπ. Σιγά-σιγά, αυτή η ιδέα διευρύνθηκε, και οι βιολόγοι άρχισαν να βλέπουν ότι σχεδόν οποιοδήποτε μη γονιμοποιημένο ωάριο θα μπορούσε να υποβληθεί στην τεχνητή παρθενογένεση. Ωστόσο, ο τρόπος διέφερε πολύ από είδος σε είδος.

Οι μελέτες πάνω σ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε Κλωνισμό, άρχισαν από το 1889, από τον Δρ. Φρήντριχ Μίσερ –ο οποίος είναι και ο πατέρας των ερευνών για το DNA, στο πανεπιστήμιο του Τίμπιγκεν της Γερμανίας, το οποίο συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ο βασικός χορηγός των ευρωπαϊκών πειραμάτων Κλωνισμού.

Το 1902, ο Δρ. Γκότλιμπ Χάμπερλαντ, ένας Αυστριακός βιολόγος, υπολόγισε ότι τα κύτταρα των φυτών είναι «Totipotent». Αυτή η λέξη σημαίνει ότι κάθε μικροσκοπικό φυτικό κύτταρο έχει την ικανότητα να αναπτύσσεται σε ώριμο φυτό. Δεν μιλούσε για ένα σπόρο, αλλά για οποιοδήποτε κύτταρο που μπορεί να ληφθεί από το φύλλο, το κοτσάνι ή το λουλούδι ενός φυτού. Δημοσίευσε τη θεωρία του και τα αποτελέσματα των πειραμάτων του στα πρακτικά εργασιών της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, απ’ όπου λίγο αργότερα ενέπνευσαν το έργο του Άγγλου Δρ. Φρέντερικ Στιούαρτ, ο οποίος στο σύγγραμμα του Συνολική Ατομική Δύναμη, Παραλλαγή και Κλαδική Ανάπτυξη των Καλλιεργημένων Κυττάρων, γράφει (το 1908):

«Οι προφητείες του Χάμπερλαντ δικαιώνονται τώρα. Το πρόβλημα θα αποκτήσει στο μέλλον ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί αυτή η αρχή προεκτείνεται σε απίστευτα ζητήματα, στην κλαδική ανάπτυξη από επιζώντα κύτταρα του σώματος ανώτερων ζώων, ακόμη και του ανθρώπου» Ο ίδιος ανέπτυξε μια επιτυχημένη μέθοδο για τον κλωνισμό των καρότων, ενώ είναι σχετικά γνωστό στους ακαδημαϊκούς κύκλους ότι πειραματίστηκε και με βατράχους και κότες.

Ο μεγάλος συγγραφέας του Φανταστικού, Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ, έγραψε το 1927 μια νουβέλα με τον τίτλο: Η περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Γουώρντ (The Case of Charles Dexter Ward). Στις σελίδες της, ο Τσάρλς Ντέξτερ Γουώρντ από το Πρόβιντενς (μια λογοτεχνική μεταμφίεση του ίδιου του Λάβκραφτ), ακολουθεί τα ίχνη που άφησε πίσω του ένας πρόγονός του, με το όνομα Τζόζεφ Κάρβεν. Οι ανίερες μελέτες που έκανε ο πρόγονός του, παγιδεύουν με την απαγορευμένη γοητεία τους τον νεαρό Γουώρντ, που ανακαλύπτει τα συγγράμματα και την αλληλογραφία αυτού του αμφιλεγόμενου προσώπου.

Μέσα από τη μελέτη της αινιγματικότατης αλληλογραφίας του Κάρβεν με τους πιο περίεργους ανθρώπους, ο Γουώρντ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα στοιχεία που συνθέτουν το μυστικό της εκμετάλλευσης των αλάτων των οργανισμών, για την αναβίωση νεκρών όντων! Η ανησυχητική αυτή διήγηση του Λάβκραφτ θα ξετυλιχθεί σε έρευνες παράδοξων γενεαλογικών δέντρων, σε αποκρυπτογραφήσεις των κωδίκων επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων που προσπαθούν να μελετήσουν ένα τρομερό μυστικό, σε σκοτεινά υπόγεια εργαστήρια γεμάτα από τα δείγματα από νεκροζώντανα όντα του παρελθόντος, στην αποκάλυψη των βασανιστηρίων που έκανε ο Κάρβεν και οι σύντροφοί του σε νεκρά ανθρώπινα πλάσματα (όπως μούμιες, κλπ.) που ξαναζωντάνευαν με τις μεθόδους τους για να τα ανακρίνουν και να μάθουν τα μυστικά της αρχαίας γνώσης.

Ο Λάβκραφτ περιγράφει το 1927 όχι μόνο όλες τις βασικές αρχές Κλωνισμού από τμήματα νεκρών ανθρώπινων σωμάτων, αλλά και όλες τις ανίερες πρακτικές που μπορεί να εφαρμοστούν με αυτή τη μυστική γνώση.

Το 1932, ο Άλντους Χάξλεϋ, δημοσίευσε το φουτουριστικό μυθιστόρημα Brave New World (Γενναίος Νέος Κόσμος), στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς εκκολαπτήρια ανθρώπινων κλώνων, οι οποίοι αργότερα περνούσαν από τη «Διαδικασία Μποκανόφσκυ» μια μέθοδο με την οποία γινόντουσαν υποβολές στους τεχνητά δημιουργημένους πανομοιότυπους ανθρώπους για να αναπτύξουν συγκεκριμένα διανοητικά χαρακτηριστικά.

Το 1940, ο Δρ. Χάιντς Γκάισελ, ένας από τους επικεφαλείς του Γραφείου Φυλετικής Πολιτικής του Ναζιστικού κόμματος, δημοσίευσε μια μελέτη με τίτλο: Οι Φυλετικές Προσμίξεις, Τα Αποτελέσματα τους, η Άμεση Ανάγκη Ανάπτυξης της Ευγονικής και η Γενετική Επανάσταση Επέμβασης στις Διαδικασίες Αναπαραγωγής. Στις σελίδες του περιγράφει εκτός των άλλων, τις μελέτες των επιστημόνων των Ναζί πάνω σ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε Κλωνισμό.

Ήδη από το 1935, ο περιβόητος Ναζί επιστήμονας, Δρ. Γιόζεφ Μένγκελε, ήταν ο πρωτοπόρος στα γενετικά πειράματα, τα οποία συμπεριλάμβαναν πειράματα σε ανθρώπους για την επίτευξη Κλωνισμού. Ο ίδιος έχει κατηγορηθεί για τον θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων-πειραματόζωων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι οποίοι έπεσαν θύματα των ανομολόγητων πειραμάτων στα μυστικά εργαστήρια του, χρηματοδοτημένα και συντονισμένα από το Γραφείο Φυλετικής Πολιτικής. Ο Μένγκελε διέφυγε την σύλληψη και συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ο Νο1 καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου, φυσικά όχι μόνο για το ναζιστικό παρελθόν του αλλά και για τις ειδικές γνώσεις του πάνω στα ζητήματα αυτά [και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, είναι φανερό ότι αν συλλαμβανόταν δεν θα αποκαλυπτόταν η σύλληψή του].

Φήμες και urban legends τον παρουσιάζουν να συνεχίζει το έργο του κάπου στη Νότιο Αμερική, αγέραστος εξαιτίας των γενετικών μεθόδων αναζωογόνησης που γνωρίζει, ενώ ο Εβραίος συγγραφέας Ίρα Λεβίν που έχει ερευνήσει επισταμένα την περίπτωση Μένγκελε, τον παρουσιάζει στο βιβλίο του Τα Παιδιά από την Βραζιλία, να έχει αναπαράγει κλώνους του Άντολφ Χίτλερ. Πολλά έχουν ειπωθεί και για τα κέντρα «Λέμπενσμπορν» (Πηγή Ζωής) των πειραμάτων Ευγονικής των Ες-Ες, στα οποία μεταξύ άλλων λειτουργούσαν προγράμματα έρευνας για τη δημιουργία «Αρίων» βρεφών…

Το 1951, πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Ινστιτούτο Αντικαρκινικών Ερευνών της Φιλαδέλφειας, οι Δόκτορες Μπριγκς και Κινγκ, πήραν τον πυρήνα ενός γονιμοποιημένου αυγού βατράχου και έβαλαν στη θέση του τον πυρήνα ενός σωματικού κυττάρου από έναν αγέννητο βάτραχο. Με όλα τα 46 χρωματοσώματα από το κύτταρο του αγέννητου βατράχου μέσα στο αυγό, το τοποθέτησαν σε ένα πιάτο με νερό από τη λίμνη, που είναι το φυσικό περιβάλλον των βατράχων. Αποτέλεσμα ήταν να αναπτυχθεί ένα έμβρυο.

Το πείραμα τους απέδειξε επίσημα ότι οι ιδέες του Γκότλιμπ Χάμπερλαντ για τον Κλωνισμό των φυτών, μπορούσαν να εφαρμοστούν στα αμφίβια ζώα: τα κύτταρα ενός οργανισμού περιλαμβάνουν ένα πλήρες γενετικό πρόγραμμα για ολόκληρο τον οργανισμό, είτε είναι φυτό, είτε είναι ζώο, είτε άνθρωπος. Αυτό οι επιστήμονες το ήξεραν πλέον στα σίγουρα, τουλάχιστον από το 1951, όπως ήξεραν και τη σχεδόν ακριβή μέθοδο με την οποία μπορούσαν να επιτύχουν τον Κλωνισμό. Φυσικά, αυτά που μαθαίνουμε σήμερα, είναι απλώς όσα αποφάσισαν να ανακοινώσουν στη δημοσιότητα, παρ’ όλο που οι επιτεύξεις αυτές είναι γνωστές από τότε και το θεωρώ τελείως απίθανο να μην πειραματίστηκαν καθόλου από τότε.

Το 1963 ο μεγάλος Βρετανός ειδικός της γενετικής του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, Δρ. Ι. Γκόρντον, δημιούργησε μαζικά βατράχους με τη μέθοδο του Κλωνισμού και ξεκίνησε να πειραματίζεται με τον Κλωνισμό βοδιών στα εργαστήρια που του παραχωρήθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό στο πανεπιστήμιο του Κολοράντο, ενώ ο ίδιος είχε ανακοινώσει σε κλειστούς επιστημονικούς κύκλους πως «ο κλωνισμός του ανθρώπου θα καταστεί δυνατός μέσα στην επόμενη πενταετία».

Η πρώτη επίσημη επερώτηση που κατατέθηκε για τους κινδύνους της πιθανότητας ανθρώπινου Κλωνισμού, έγινε στις 28 Ιανουαρίου 1971 από τον Δρ. Τζέημς Ντιούι Γουάτσον (βραβείο Νόμπελ Ιατρικής του 1962, καθηγητής της Βιολογίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ) στην Επιτροπή Επιστήμης και Αστροναυτικής της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων. Γιατί άραγε; Ήταν ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο συγκαλύφθηκε από τον ίδιο τον πρόεδρο της επιτροπής, Τζωρτζ Π. Μίλερ, βουλευτή της Καλιφόρνια.

Το 1972, υπήρχε ήδη ειδικό άρθρο στους κανονισμούς του αμερικανικού Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας σύμφωνα με το οποίο «απαγορεύεται ο Κλωνισμός των θηλαστικών, εκτός αν αυτός ο Κλωνισμός εγκριθεί πρώτα από την Εθνική Συμβουλευτική Επιτροπή περί Ηθικής» που, ούτε λίγο ούτε πολύ, σημαίνει «εγκρίνουμε μόνο ό,τι ελέγχουμε, για να ξέρουμε τι γίνεται».

Όπως καταλαβαίνετε, τα σημερινά δημοσιεύματα του είδους, προφανώς απευθύνονται σε ανθρώπους που δεν είναι καλά ενημερωμένοι πάνω στο ζήτημα, το οποίο δεν είναι καθόλου καινούργιο.

Αυτή είναι η κρυφή ιστορία του Κλωνισμού, τουλάχιστον σύμφωνα με την προσωπική μου μελέτη πάνω στο ζήτημα. Η επίσημη γνωστή ιστορία του Κλωνισμού αρχίζει το 1978, με τη δημοσιοποίηση των εργασιών των Δρ. Λέντερμπεργκ και Μακ Κίνελ, καθώς και άλλων επιστημόνων που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, μέχρι τα προ μερικών ετών δημοσιευμένα εκπληκτικά αποτελέσματα των πειραμάτων. Αν ερευνήσει κάποιος, με δυσκολία θα ανακαλύψει μια-δυο αναφορές σε όλα αυτά πριν από το 1978!

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Προλεγόμενα στη Λυρική Ποίηση, Το λυρικό γένος

Ιστορική εξέλιξη

Η λυρική ποίηση είναι ένα από τα τρία γένη της ποίησης. Τα άλλα δύο είναι το έπος και το δράμα. Στον αντίποδα της τριτοπρόσωπης αφήγησης μιας μυθικής ιστορίας από το έπος, η λυρική ποίηση περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο μια εικόνα ή μια κατάσταση αποφεύγοντας τον αρχαίο μύθο ή κάνοντας περιορισμένη και παραδειγματική χρήση του. Το δράμα παριστάνει επί σκηνής μια μυθική υπόθεση ενώ ο λόγος των δρώντων προσώπων διασταυρώνεται άμεσα χωρίς την παρέμβαση του ποιητή, πλην των χορικών που συγγενεύουν με τη λυρική ποίηση και των αγγελικών ρήσεων που προέρχονται από το έπος.
 
Η εσωτερική νομοτέλεια που καθόριζε τάχα τη διαδοχική εμφάνιση των τριών ποιητικών γενών στο ιστορικό γίγνεσθαι, όπως τουλάχιστον αναδείχθηκε από γραμματολόγους του 19ου αι. σήμερα έχει πια πάψει να ισχύει. Και αυτό γιατί το απλό, ανώνυμο ή δημώδες, προλογοτεχνικό τραγούδι που συνοδεύει όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων συνιστά, σε τελευταία ανάλυση, την ουσία της λυρικής ποίησης. Τα ίχνη λυρικών τραγουδιών που εντοπίζονται στα ομηρικά κείμενα συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης και λογοτεχνημένης λυρικής ποίησης ταυτόχρονα με το έπος.
 
Ένας παιάνας που άδεται προς εξιλέωση του οργισμένου Απόλλωνα (1. 472), ένας θρήνος για την απώλεια του Πατρόκλου (18. 50) και του Έκτορα, ένας υμέναιος (18. 493), ένα τραγούδι (λῖνος) για τον τρύγο (18. 570).
 
Η λυρική ποίηση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, έγινε η κύρια έκφραση της ποίησης από το 650-450 π.Χ. Η ποιοτική εξέλιξη που σημείωσαν τόσο η μονωδία όσο και η χορική ποίηση ήταν τόσο σημαντική, ώστε γραμματολογικά είμαστε σε θέση να διακρίνουμε δύο περιόδους της αρχαϊκής λυρικής ποίησης: τον πρώιμο και τον όψιμο λυρισμό. Στην πρώτη περίοδο, μορφές όπως ο Τέρπανδρος ή αργότερα ο Στησίχορος φαίνεται να ακολουθούν τον δρόμο του Ομήρου μελοποιώντας μυθικές αφηγήσεις επικού τύπου. Αντίθετα, το ποιητικό πρόγραμμα του αρχηγέτη της πρώιμης λυρικής ποίησης, Αρχίλοχου, που με γλώσσα απερίφραστη και φυσική, στοχεύει στη χάραξη μιας νέας λυρικής πορείας, χαρακτηρίζεται από έντονη επαναστατική διάθεση και διεκδικητικό έναντι του έπους πνεύμα σε επίπεδο θεματικό, μετρικό-τεχνικό και ιδεολογικό. Ο ρομαντικός και μονομερής θαυμασμός του έπους για την παλαιά αρετή (ως ανδρεία) υποχωρεί· τώρα ο άνθρωπος καθρεφτίζεται ως εφήμερο ον και μεταβαλλόμενο ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής. Με τη Σαπφώ συντελείται η δεύτερη ανατροπή των παραδοσιακών συντεταγμένων της παλαιάς ποίησης με σημαντικές φιλοσοφικές προεκτάσεις, ενώ με τον Αλκαίο η οξύτητα των πολιτικών αγώνων μεταφράζεται σε γνήσια ποίηση. Με τον Ανακρέοντα, τέλος, η ώριμη πια μονωδία στρέφεται προς τη μεταειδολογική ειρωνική κομψότητα και εξελίσσεται σε μια ραφιναρισμένη τέχνη.
 
Η δεύτερη περίοδος είναι η χρυσή εποχή της λυρικής ποίησης. Ο λυρισμός απομακρύνεται από την προηγούμενη γραμμική (παρατακτική) ανάπτυξη του ποιήματος του Αλκμάνα και αποκτά αίγλη ειδικά με προθήκη τον χορικό λυρισμό του Ίβυκου. Τώρα πια οι μεγαλοπρεπείς περιστάσεις, για τις οποίες προοριζόταν η πολυπρόσωπη και δαπανηρή δημόσια εκτέλεση ενός χορικού άσματος, απαιτούν ένα πολυεπίπεδο μουσικό μπαρόκ με μια προκλασική αίσθηση οργανικής ενότητας και συνοχής. Μόνον, όμως, με τον Πίνδαρο αγγίζουμε την κορυφή του αρχαιοελληνικού λυρισμού. Ο μύθος επανεγκαθίσταται με λειτουργία πρωτίστως παραδειγματική, ενώ η ανάγκη ενσωμάτωσής του δημιουργεί «λυρική αφήγηση» ωθώντας τον χορικό λυρισμό ως τα ακραία ειδολογικά σύνορά του. Με τον Βακχυλίδη υπερτονίζεται η θεατρική δομή του χορικού άσματος και προετοιμάζεται το έδαφος για τη μεγάλη περιοχή του δράματος. Τέλος, η στοχαστική και η θρηνητική ποίηση του Σιμωνίδη προτείνει μιαν εκδοχή του οικουμενικού ανθρωπισμού που συγκλονίζει τον σημερινό αναγνώστη.
 
Σε ό,τι αφορά την πρώιμη ελεγεία, μετά το παραινετικό πολεμιστήριο άσμα του Καλλίνου και την πιο σύνθετη πολεμική παραίνεση του Τυρταίου, ο νομοθέτης-ποιητής Σόλων εκφράζει με τους στίχους του μια βαθιά θεολογική πολιτική πρόταση που συνιστά το θεωρητικό υπόβαθρο της νομοθεσίας του για την πόλη της Αθήνας και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για την ανάπτυξη του κεντρικού προβληματισμού της αρχαίας τραγωδίας. Πλάι στον γνωμολογικό Θέογνη, διαρκώς παραπονούμενο για την έκπτωση των αξιών της παλαιάς αριστοκρατίας, ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος ανεβάζει την αισχρολογία και το προσωπικό σκώμμα σε έκφραση κοινωνικής κριτικής. Στην απαισιοδοξία του Σημωνίδη, οι ελάχιστες γνώσεις μας για τη γλυκιά μελαγχολία του Μίμνερμου ολοκληρώνουν την εικόνα της ελεγειακής και ιαμβικής ποίησης.
 
Λυρική ποίηση εξακολουθεί να γράφεται και μετά το 450 ως το τέλος της κλασικής εποχής, είτε αυτόνομα είτε με τη μορφή του ανανεωμένου «νόμου» και του «νέου διθυράμβου». Άλλοτε μετενσαρκώνεται στα χορικά τμήματα του αττικού δράματος. Ενώ στο πρώτο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. η κλασική ελεγεία και ο ίαμβος στερεύουν ολοσχερώς, στο τελευταίο τέταρτο του ίδιου αιώνα, αναβιώνουν όλα συνειδητά: πλέον γίνεται λόγος για την «αλεξανδρινή ποίηση». Τώρα, εμφανίζονται υβριδικές μορφές λυρικής «ποίησης βιβλίου» και το κεφάλαιο της δημιουργικής σύνθεσης κλείνει οριστικά. Εφεξής καλλιεργούνται επιβιωτικά ή αναβιωτικά, προπάντων η ποίηση του ελεγειακού διστίχου, και λιγότερο των ανακρεοντείων και της σαπφικής στροφής. Στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση διαπιστώνεται το παράλληλο ρεύμα λόγιας λυρικής ποίησης με επιλεκτική μόνον συνέχεια προς τον αρχαϊκό λυρισμό, στα θέματα και στις εκφραστικές προτιμήσεις, στη στιχουργική και στην περιγραφική επιμονή.
 
Στα νεότερα χρόνια, στη μεταβεβλημένη πλέον σχέση ατόμου και κοινότητας αντιστοιχεί η λυρική ποίηση του ατόμου με επιπόλαιη και παραπλανητική σχέση προς τον αρχαίο λυρισμό. Στην Ευρώπη η αναβίωση, με τα κινήματα του κλασικισμού και του παρνασσισμού, επανέφερε σε κυκλοφορία κάποιες από τις παλαιές συμβάσεις του αρχαίου λυρισμού, στα θέματα και στην τεχνική, ευνοώντας μιμητικές αποδράσεις με τη μορφή της ανακρεόντειας ή της πινδαρικής ποίησης. Στη νεοελληνική ποίηση η επανασύνδεση του λυρισμού με τις αρχαίες πηγές του έγινε έμμεσα, μέσω των ευρωπαϊκών λογοτεχνικών κινημάτων. Ουσιαστικότερη σύνδεση επεδίωξαν οι εκπρόσωποι της γενιάς του '30 στο πλαίσιο της αναζήτησής τους για τις ρίζες της ελληνικότητας.