Οι Άραβες μέσω των επιδρομών που έκαναν τον 8ο, 9ο και 10ο αιώνα αναδείχθηκαν σε μεγάλη στρατιωτική και κατακτητική δύναμη στην Μεσόγειο αναπτύσσοντας ταυτόχρονα και έναν πολιτισμό στηριζόμενο στην διδασκαλία και τις αξίες του Ισλάμ. Το εύρος της αυτοκρατορίας των Αράβων σε συνδυασμό με την θρησκευτική ανεκτικότητα απέναντι σε Χριστιανούς και Εβραίους στην Βυζαντινή Ανατολή και στην Λατινική Δύση αποτέλεσαν τρόπο τινά ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους δύο χριστιανικούς κόσμους με την διάσωση, διάδοση και μεταλαμπάδευση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από το Βυζάντιο στην Δύση.
Η Ελληνική γνώση πέρασε στα χέρια των Αράβων επιστημόνων που, αφού την αφομοίωσαν, την ανέπτυξαν ακόμα περισσότερο». Οι Άραβες της Ανατολής κατά τον 9ο και 10ο αιώνα μελέτησαν και μετέφρασαν στα Αραβικά, Ελληνικά κυρίως αλλά και Περσικά και Ινδικά επιστημονικά έργα, τα οποία και διέδωσαν σε όλον τον αραβικό κόσμο. Οι Άραβες της Ισπανίας από τα μέσα του 10ου αιώνα μετέφεραν τις αραβικές μεταφράσεις όλων αυτών των έργων στη Δύση μεταφράζοντας αρχικά οι ίδιοι στα λατινικά. Μετά την αναχαίτιση των Μουσουλμάνων από την Ισπανία και την Σικελία των 11ο αιώνα «η Χριστιανική Ευρώπη έγινε κάτοχος των μεγάλων κέντρων αραβικής μάθησης» αναλαμβάνοντας το έργο της μετάφρασης με την βοήθεια Αράβων.
Οι Άραβες δεν ήταν μόνο ικανοί μεταφραστές και διακινητές γνώσεων αλλά ανέπτυξαν και ίδιοι πρωτότυπη φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη παρουσιάζοντας σημαντικά επιστημονικά επιτεύγματα. Σημαντικοί Άραβες επιστήμονες κατέχουν διακεκριμένο ρόλο στην Ευρωπαϊκή Επιστήμη όπως οι Αβικέννας (Ibn Sina, 980-1037) στην Ιατρική, ο Αβερρόης (Ibn Rushd, 1126-1198) στην φιλοσοφία και την αστρονομία, ο Al Farabi, ο Al Kvarizmi στα μαθηματικά ως δημιουργός της Άλγεβρας και πολλοί άλλοι. Μεταφράζοντας τους Αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους φιλόσοφους και επιστήμονες κατανόησαν και μπόρεσαν να παράσχουν ιατρικές, θεραπευτικές και φαρμακολογικές γνώσεις. Επίσης ανέπτυξαν ναυτικές και χαρτογραφικές δεξιότητες ενώ σημαντικότερη υπήρξε η συμβολή τους στην αστρονομία. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε επίσης η ενασχόληση τους με τα μαθηματικά (αστρολάβος, άβακας, δεκαδικό σύστημα, άλγεβρα), την οπτική, ακόμα δε την μαγεία και την αλχημεία. Σύμφωνα με τον Lindberg η επένδυση των Αράβων στην μετάφραση δεν ήταν για να δημιουργήσουν γνώση με σκοπό να ωφελήσουν, αλλά ως αυτοσκοπός για την «ένταξή τους στον υψηλότερο πνευματικά πολιτισμό της εποχής τους.
Μία σημαντική ισλαμική συμβολή στην ανάπτυξη των επιστημών αναπτύχθηκε στον κλάδο της αστρονομίας που θεωρείτο και η πλέον ανεπτυγμένη επιστήμη την Μεσαιωνική εποχή. Ισλαμιστές αστρονόμοι προχώρησαν σε σημαντικές αστρονομικές μελέτες. «Στόχος πολλών Αράβων αστρονόμων, από το Ιράν ως την Ανδαλουσία, ήταν ο μετασχηματισμός του πτολεμαϊκού γεωκεντρικού συστήματος, χωρίς όμως να προχωρήσουν στο ηλιοκεντρικό». Στηριζόμενοι στην μελέτη της Μεγίστης Σύνταξης του Πτολεμαίου (την Αλμαγέστη κατ’ αυτούς) οι ισλαμιστές αστρονόμοι ερεύνησαν την αστρονομία, έκριναν ότι έχριζε διορθώσεων και βελτιώσεων τις οποίες και προσπάθησαν να κάνουν τόσο με την σύνταξη πλανητικών πινάκων, μελετών (σχετικά με τις κινήσεις Ήλιου-Σελήνης, με την μετάπτωση των Ισημεριών) και μοντέλων όσο και με την ανάπτυξη οργάνων παρατήρησης.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο για την υλοποίηση αυτού του μετασχηματισμού υπήρξε το γεγονός ότι οι Άραβες χρησιμοποίησαν παρατηρησιακά δεδομένα προκειμένου να το επιτύχουν, ακριβώς όπως και ο Κοπέρνικος (1473-1543) χρόνια αργότερα. Κύριος εκπρόσωπος της προσπάθειας αυτής ήταν Αβερρόης, που έγινε γνωστός στον δυτικό κόσμο λόγω του σχολιασμού που έκανε στα έργα του Αριστοτέλη. Ο Αβερρόης προσπάθησε ανεπιτυχώς να λύσει το πρόβλημα της πραγματικής κίνησης των πλανητών ακολουθώντας την μεθοδολογία του σχολιασμού των κειμένων του Αριστοτέλη αλλά και χρησιμοποιώντας παρατηρησιακά δεδομένα.
Η αποτυχία του Αβερρόη αλλά και άλλων Αράβων φιλοσόφων να προχωρήσουν να προχωρήσουν στις επιστήμες έχει να κάνει κυρίως με τις απαγορεύσεις, τους φραγμούς που έθετε η ισλαμική θρησκεία σε οτιδήποτε δεν συμβάλει στην διάδοση της. Τα ιδρύματα ανώτατης παιδείας στο Ισλάμ, τα madras, τα οποία είναι θρησκευτικά ιδρύματα, δεν μπόρεσαν να εξελιχθούν σε αυτόνομους θεσμούς, όντας μόνιμα κηδεμονευμένοι από τις θρησκευτικές αρχές με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επίσημο πρόγραμμα σπουδών που να προάγει τις επιστήμες. Η διδασκαλία στηριζόταν στην ανάπτυξη επιχειρηματολογίας με σκοπό την κατάδειξη αδυναμιών και όχι στην παραγωγή γόνιμων και νέων συνθέσεων κάτι που συνέβη με τα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, «που αναντίρρητα ήταν η πιο σημαντική εξέλιξη στο χώρο της παιδείας σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα».
Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021
Χαρούν αλ-Ρασίντ: Το νερό του Παράδεισου
Ο βεδουίνος Χαρίς και η γυναίκα του Ναφίσα περιπλανιούνταν στην έρημο από τη μία όαση στην άλλη. Ζούσαν σε μια παλιά σκηνή εκεί όπου έβρισκαν δυο-τρία φοινικόδεντρα, ακανθώδεις θάμνους για την καμήλα τους και καμιά πηγή γλυφού νερού. Έτσι ζούσαν για δεκαετίες. Όλες οι ημέρες του νομάδα έμοιαζαν η μία την άλλη και πολύ σπάνια κάτι άλλαζε την συνηθισμένη τους ροή. Με διάφορες παγίδες έπιανε διάφορα αγρίμια της ερήμου για το κρέας και το δέρμα τους και έκανε σκοινιά από τις ίνες των φοινικόδεντρων. Όλα αυτά, τα πουλούσε και στα καραβάνια που περνούσαν από την έρημο.
Όμως μια φορά, ο Χαρίς βρήκε τυχαία μέσα στην έρημο μια πηγή. Πήρε στην παλάμη του λίγο νερό και το δοκίμασε. Το νερό αυτό ξεχώριζε τόσο από το συνηθισμένο, που του φάνηκε ως νερό του Παραδείσου. Στην πραγματικότητα το νερό ήταν αρκετά αλμυρό και για μας θα ήταν βρώμικο και αλμυρό, όμως ο βεδουίνος ένιωσε μεγάλο ενθουσιασμό.
– Αυτό το νερό, είπε στον εαυτό του, πρέπει να το πάω σ’ εκείνον που θα το εκτιμήσει επάξια.
Ο Χαρίς αμέσως πήρε τον δρόμο για τη Βαγδάτη, για την αυλή του Μεγάλου Χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ, γεμίζοντας δυο ασκούς, ένα για τον εαυτό του και ένα για τον Χαλίφη. Ημέρα και νύχτα χωρίς κούραση βίαζε την καμήλα του και σταματούσε μόνο για να φάει λίγους χουρμάδες. Όταν έφτασε στη Βαγδάτη, ο βεδουίνος κατευθύνθηκε προς το μέγαρο του Χαλίφη. Οι φύλακες τον ακούσανε και έχοντας υπ’ όψιν τις διαταγές του Χαλίφη τον οδήγησαν στην αίθουσα του θρόνου.
– Ω! μεγάλε Βασιλιά! απευθύνθηκε ο Χαρίς στον Χαλίφη, είμαι ένας φτωχός βεδουίνος και γνωρίζω πολύ καλά τις πηγές της ερήμου, αν και γνωρίζω πολύ λίγα για τ’ άλλα πράγματα. Βρήκα στην έρημο μια πηγή με νερό του Παράδεισου και σκέφτηκα πως αυτό το νερό είναι άξιο μόνο για έναν τέτοιο μεγάλο άνδρα σαν κι εσένα. Σε παρακαλώ να δεχτείς το δώρο μου.
Με αυτά τα λόγια, έδωσε στον Χαρούν αλ-Ρασίντ τον ασκό με το νερό. Ο Χαρούν ο Δίκαιος δοκίμασε το νερό και κατάλαβε… γιατί ήξερε καλά το λαό του. Τον ευχαρίστησε και διέταξε τους φύλακες να πάνε τον βεδουίνο στο δωμάτιο για τους επισκέπτες για να ξεκουραστεί. Μετά, ο Χαλίφης είπε στον αρχηγό των φυλάκων:
– Το γλυκό νερό που εμείς έχουμε άφθονο, γι’ αυτόν είναι θησαυρός. Τη νύχτα να οδηγήσεις αυτόν τον βεδουίνο έξω από την πόλη και κοίτα να μη δει τον ποταμό Τίγρη. Δεν πρέπει να γνωρίσει τη γεύση του ποταμίσιου γλυκού νερού. Όταν θα φτάσετε στην όασή του, θα τον ευχαριστήσεις από μένα και θα του δώσεις χίλια χρυσά δηνάρια. Να του πεις ότι τον διορίζω φύλακα αυτής της πηγής του νερού του Παράδεισου και ότι πρέπει να προμηθεύει με νερό όλους τους ταξιδιώτες που περνάνε από την έρημο
-----------------------------
Ο Χαρούν αλ-Ρασίντ (763 – 809), ή αλλιώς Χαρούν αρ-Ρασίντ, Ααρών ο Δίκαιος, ήταν ο 5ος και πιο γνωστός αββασίδης Χαλίφης. Γεννήθηκε κοντά στην Τεχεράνη, και μεγάλωσε στη Βαγδάτη, ενώ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του έζησε στην πόλη Ράκα στο μέσο ρου του ποταμού Ευφράτη.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του υπήρξε άνθιση των επιστημών και γενικώς πολιτιστική και θρησκευτική ακμή. Οι Τέχνες επίσης έφτασαν στη μέγιστη ακμή τους εκείνη την εποχή. Έχτισε επίσης την περίφημη βιβλιοθήκη Μπαγίτ αλ-Χίκμα.
Ο Χαρούν ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος και η ζωή του στο Παλάτι έγινε η αφορμή για τη δημιουργία μύθων. Μερικοί από αυτούς βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα αλλά οι περισσότεροι ήταν αποκυήματα της φαντασίας των συγγραφέων. Ένα παράδειγμα πραγματικής ιστορίας είναι το ρολόι που έστειλε ο Χαρούν ανάμεσα σε άλλα δώρα στον αυτοκράτορα Καρλομάγνο. Ανάμεσα στις φανταστικές ιστορίες βρίσκεται το πασίγνωστο έργο Χίλιες και μία Νύχτες, που περιγράφει φανταστικά γεγονότα σχετικά με τους αυλικούς του Χαρούν αρ-Ρασίντ ή ακόμα και τον ίδιο.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του οδήγησε επίσης το Χαλιφάτο σε πολέμους με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Χαρακτηριστική είναι η πολεμική του επιτυχία εναντίον του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’ που αρνήθηκε να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας που πλήρωνε η αυτοκράτειρα Ειρήνη, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το ποσό του φόρου.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του άνοιξε μέτωπο εναντίον των Σιιτών και προσπάθησε να τους εξαλείψει. Επέβαλε επίσης δυσβάσταχτους φόρους στους αγρότες, τους εμπόρους και τους τεχνίτες ενώ ο ίδιος συντηρούσε περίπου 4.000 σκλάβες και ερωμένες στο παλάτι του.
Όμως μια φορά, ο Χαρίς βρήκε τυχαία μέσα στην έρημο μια πηγή. Πήρε στην παλάμη του λίγο νερό και το δοκίμασε. Το νερό αυτό ξεχώριζε τόσο από το συνηθισμένο, που του φάνηκε ως νερό του Παραδείσου. Στην πραγματικότητα το νερό ήταν αρκετά αλμυρό και για μας θα ήταν βρώμικο και αλμυρό, όμως ο βεδουίνος ένιωσε μεγάλο ενθουσιασμό.
– Αυτό το νερό, είπε στον εαυτό του, πρέπει να το πάω σ’ εκείνον που θα το εκτιμήσει επάξια.
Ο Χαρίς αμέσως πήρε τον δρόμο για τη Βαγδάτη, για την αυλή του Μεγάλου Χαλίφη Χαρούν αλ-Ρασίντ, γεμίζοντας δυο ασκούς, ένα για τον εαυτό του και ένα για τον Χαλίφη. Ημέρα και νύχτα χωρίς κούραση βίαζε την καμήλα του και σταματούσε μόνο για να φάει λίγους χουρμάδες. Όταν έφτασε στη Βαγδάτη, ο βεδουίνος κατευθύνθηκε προς το μέγαρο του Χαλίφη. Οι φύλακες τον ακούσανε και έχοντας υπ’ όψιν τις διαταγές του Χαλίφη τον οδήγησαν στην αίθουσα του θρόνου.
– Ω! μεγάλε Βασιλιά! απευθύνθηκε ο Χαρίς στον Χαλίφη, είμαι ένας φτωχός βεδουίνος και γνωρίζω πολύ καλά τις πηγές της ερήμου, αν και γνωρίζω πολύ λίγα για τ’ άλλα πράγματα. Βρήκα στην έρημο μια πηγή με νερό του Παράδεισου και σκέφτηκα πως αυτό το νερό είναι άξιο μόνο για έναν τέτοιο μεγάλο άνδρα σαν κι εσένα. Σε παρακαλώ να δεχτείς το δώρο μου.
Με αυτά τα λόγια, έδωσε στον Χαρούν αλ-Ρασίντ τον ασκό με το νερό. Ο Χαρούν ο Δίκαιος δοκίμασε το νερό και κατάλαβε… γιατί ήξερε καλά το λαό του. Τον ευχαρίστησε και διέταξε τους φύλακες να πάνε τον βεδουίνο στο δωμάτιο για τους επισκέπτες για να ξεκουραστεί. Μετά, ο Χαλίφης είπε στον αρχηγό των φυλάκων:
– Το γλυκό νερό που εμείς έχουμε άφθονο, γι’ αυτόν είναι θησαυρός. Τη νύχτα να οδηγήσεις αυτόν τον βεδουίνο έξω από την πόλη και κοίτα να μη δει τον ποταμό Τίγρη. Δεν πρέπει να γνωρίσει τη γεύση του ποταμίσιου γλυκού νερού. Όταν θα φτάσετε στην όασή του, θα τον ευχαριστήσεις από μένα και θα του δώσεις χίλια χρυσά δηνάρια. Να του πεις ότι τον διορίζω φύλακα αυτής της πηγής του νερού του Παράδεισου και ότι πρέπει να προμηθεύει με νερό όλους τους ταξιδιώτες που περνάνε από την έρημο
-----------------------------
Ο Χαρούν αλ-Ρασίντ (763 – 809), ή αλλιώς Χαρούν αρ-Ρασίντ, Ααρών ο Δίκαιος, ήταν ο 5ος και πιο γνωστός αββασίδης Χαλίφης. Γεννήθηκε κοντά στην Τεχεράνη, και μεγάλωσε στη Βαγδάτη, ενώ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του έζησε στην πόλη Ράκα στο μέσο ρου του ποταμού Ευφράτη.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του υπήρξε άνθιση των επιστημών και γενικώς πολιτιστική και θρησκευτική ακμή. Οι Τέχνες επίσης έφτασαν στη μέγιστη ακμή τους εκείνη την εποχή. Έχτισε επίσης την περίφημη βιβλιοθήκη Μπαγίτ αλ-Χίκμα.
Ο Χαρούν ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος και η ζωή του στο Παλάτι έγινε η αφορμή για τη δημιουργία μύθων. Μερικοί από αυτούς βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα αλλά οι περισσότεροι ήταν αποκυήματα της φαντασίας των συγγραφέων. Ένα παράδειγμα πραγματικής ιστορίας είναι το ρολόι που έστειλε ο Χαρούν ανάμεσα σε άλλα δώρα στον αυτοκράτορα Καρλομάγνο. Ανάμεσα στις φανταστικές ιστορίες βρίσκεται το πασίγνωστο έργο Χίλιες και μία Νύχτες, που περιγράφει φανταστικά γεγονότα σχετικά με τους αυλικούς του Χαρούν αρ-Ρασίντ ή ακόμα και τον ίδιο.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του οδήγησε επίσης το Χαλιφάτο σε πολέμους με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Χαρακτηριστική είναι η πολεμική του επιτυχία εναντίον του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’ που αρνήθηκε να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας που πλήρωνε η αυτοκράτειρα Ειρήνη, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το ποσό του φόρου.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του άνοιξε μέτωπο εναντίον των Σιιτών και προσπάθησε να τους εξαλείψει. Επέβαλε επίσης δυσβάσταχτους φόρους στους αγρότες, τους εμπόρους και τους τεχνίτες ενώ ο ίδιος συντηρούσε περίπου 4.000 σκλάβες και ερωμένες στο παλάτι του.
Πώς σκέπτονται οι νικητές στη ζωή
Οι νικητές στη ζωή σκέπτονται διαρκώς φράσεις που ξεκινούν με “Μπορώ”, “Θα το κάνω”, “Είμαι”. Οι χαμένοι, από την άλλη πλευρά, συγκεντρώνουν τις σκέψεις τους σε αυτά που έπρεπε να είχαν κάνει ή αυτά που δεν έκαναν.
Αν δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις μας, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε το τοπίο.
Ερευνητές σε θέματα καρκίνου στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου εκπόνησαν μια μακροχρόνια έρευνα σε πενήντα επτά θύματα καρκίνου τον μαστού, τα οποία υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή. Διαπίστωσαν ότι επτά στις δέκα γυναίκες “με μαχητικό πνεύμα” ζούσαν δέκα χρόνια αργότερα, ενώ τέσσερις στις πέντε γυναίκες, “που αισθάνθηκαν απόγνωση” όταν έγινε η διάγνωση, είχαν πεθάνει.
Η μελέτη της ελπίδας και του τρόπου με τον οποίο επιδρά στην υγεία ονομάζεται ψυχονευροανοσολογία. Το Ιατρικό Κέντρο του Harborvίew στο Σηάτλ εκπονεί έρευνες στον τομέα αυτόν, και τα ευρήματά του ενισχύουν τα συμπεράσματα των ερευνητών του Βασιλικού Κολεγίου τον Λονδίνου. Σε μια διετή έρευνα σε ασθενείς με εγκαύματα, η ερευνητική ομάδα του Harborview ανακάλυψε ότι οι ασθενείς που έδειξαν θετική στάση ανάρρωσαν ταχύτερα από εκείνους που κρατούσαν αρνητική.
Βάζω νέες βάσεις σημαίνει: Ίσως να μην μπορώ να αλλάξω τον κόσμο που βλέπω γύρω μου, αλλά μπορώ να αλλάξω τον τρόπο που εγώ βλέπω τον κόσμο μέσα μου.
Καθώς προσπαθείτε να αλλάξετε τρόπο σκέψης, ξεκινήστε αμέσως αλλάζοντας συμπεριφορά. Αρχίστε να παίζετε τον ρόλο του ανθρώπου που θα θέλατε να είστε. Κάντε πράξη τη συμπεριφορά που θαυμάζετε, και υιοθετήστε την. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν πρώτα να νιώσουν και μετά να δράσουν. Δεν πετυχαίνει ποτέ.
Μια μέρα επισκέφθηκα κάποιο ιατρείο, όπου διάβασα το εξής σε ένα ιατρικό περιοδικό: “Το ακούμε σχεδόν κάθε μέρα… αναστεναγμός… αναστεναγμός… αναστεναγμός. ‘Μου είναι αδύνατο να βρω κίνητρο για να χάσω βάρος, να ελέγξω το ζάχαρό μου, κλπ.’ Και τους ίδιους αναστεναγμούς ακούμε από τους διαβητολόγους που δεν μπορούν να κινητοποιήσουν τους ασθενείς τους να τηρήσουν τις απαραίτητες για το διαβήτη και την υγεία τους οδηγίες.
“Έχουμε καλά νέα για σας. Το κίνητρο δε θα εμφανιστεί ξαφνικά σαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Και το κίνητρο δεν είναι κάτι που κάποιος άλλος — νοσοκόμα, γιατρός, μέλος της οικογένειας — μπορεί να σας δώσει ή να σας επιβάλει. Η όλη ιδέα του κινήτρου είναι παγίδα. Ξεχάστε το κίνητρο. Απλώς κάντε το. Αθληθείτε, χάστε βάρος, ελέγξτε το ζάχαρό σας, ή οτιδήποτε άλλο. Κάντε το χωρίς κίνητρο. Και μετά, μήπως το μαντεύετε; Αφού ξεκινήσετε να το κάνετε, τότε θα έλθει και το κίνητρο για να σας διευκολύνει στην προσπάθειά σας να συνεχίσετε.”
“Το κίνητρο,” λέει ο John Bruner, “μοιάζει με την αγάπη και την ευτυχία. Πρόκειται για παραπροϊόν. Όταν συμμετέχεις ενεργά σε αυτό που κάνεις, το κίνητρο για να εξακολουθήσεις να το κάνεις εμφανίζεται ξαφνικά όταν δεν το περιμένεις.” Όπως υποστηρίζει ο ψυχολόγος του Χάρβαρντ Jerome Bruner, είναι ευκολότερο να οδηγηθείς στο συναίσθημα λόγω δράσης παρά στη δράση λόγω του συναισθήματος.
Για το λόγο αυτόν λοιπόν, δράστε! Οτιδήποτε ξέρετε πως πρέπει να κάνετε κάντε το.
Η ανάπτυξη της στάσης ζωής των παιδιών μας έχει μεγάλη σημασία για τη γυναίκα μου και για μένα. Γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό πως ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αναπτύξουμε τη στάση των παιδιών μας είναι να ασχοληθούμε με τη συμπεριφορά τους. Όταν όμως πούμε σε ένα από τα παιδιά, “Άλλαξε στάση”, το μήνυμα είναι πολύ γενικό και η αλλαγή που θέλουμε να πετύχουμε ασαφής. Αποτελεσματικότερη προσέγγιση είναι η ανάλυση συμπεριφορών που φανερώνουν κακή στάση. Αν τα βοηθήσουμε να αλλάξουν συμπεριφορά, η στάση θα αλλάξει μόνη της. Αντί να λέτε στα παιδιά σας, “Να δείχνεις ευγνωμοσύνη”, τους ζητάμε να έχουν κάτι θετικό να πουν για κάθε μέλος της οικογένειας καθημερινά. Καθώς αυτό εξελίσσεται σε συνήθεια της ζωής τους, η στάση ευγνωμοσύνης ακολουθεί.
Αν δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις μας, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε το τοπίο.
Ερευνητές σε θέματα καρκίνου στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου εκπόνησαν μια μακροχρόνια έρευνα σε πενήντα επτά θύματα καρκίνου τον μαστού, τα οποία υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή. Διαπίστωσαν ότι επτά στις δέκα γυναίκες “με μαχητικό πνεύμα” ζούσαν δέκα χρόνια αργότερα, ενώ τέσσερις στις πέντε γυναίκες, “που αισθάνθηκαν απόγνωση” όταν έγινε η διάγνωση, είχαν πεθάνει.
Η μελέτη της ελπίδας και του τρόπου με τον οποίο επιδρά στην υγεία ονομάζεται ψυχονευροανοσολογία. Το Ιατρικό Κέντρο του Harborvίew στο Σηάτλ εκπονεί έρευνες στον τομέα αυτόν, και τα ευρήματά του ενισχύουν τα συμπεράσματα των ερευνητών του Βασιλικού Κολεγίου τον Λονδίνου. Σε μια διετή έρευνα σε ασθενείς με εγκαύματα, η ερευνητική ομάδα του Harborview ανακάλυψε ότι οι ασθενείς που έδειξαν θετική στάση ανάρρωσαν ταχύτερα από εκείνους που κρατούσαν αρνητική.
Βάζω νέες βάσεις σημαίνει: Ίσως να μην μπορώ να αλλάξω τον κόσμο που βλέπω γύρω μου, αλλά μπορώ να αλλάξω τον τρόπο που εγώ βλέπω τον κόσμο μέσα μου.
Καθώς προσπαθείτε να αλλάξετε τρόπο σκέψης, ξεκινήστε αμέσως αλλάζοντας συμπεριφορά. Αρχίστε να παίζετε τον ρόλο του ανθρώπου που θα θέλατε να είστε. Κάντε πράξη τη συμπεριφορά που θαυμάζετε, και υιοθετήστε την. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν πρώτα να νιώσουν και μετά να δράσουν. Δεν πετυχαίνει ποτέ.
Μια μέρα επισκέφθηκα κάποιο ιατρείο, όπου διάβασα το εξής σε ένα ιατρικό περιοδικό: “Το ακούμε σχεδόν κάθε μέρα… αναστεναγμός… αναστεναγμός… αναστεναγμός. ‘Μου είναι αδύνατο να βρω κίνητρο για να χάσω βάρος, να ελέγξω το ζάχαρό μου, κλπ.’ Και τους ίδιους αναστεναγμούς ακούμε από τους διαβητολόγους που δεν μπορούν να κινητοποιήσουν τους ασθενείς τους να τηρήσουν τις απαραίτητες για το διαβήτη και την υγεία τους οδηγίες.
“Έχουμε καλά νέα για σας. Το κίνητρο δε θα εμφανιστεί ξαφνικά σαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Και το κίνητρο δεν είναι κάτι που κάποιος άλλος — νοσοκόμα, γιατρός, μέλος της οικογένειας — μπορεί να σας δώσει ή να σας επιβάλει. Η όλη ιδέα του κινήτρου είναι παγίδα. Ξεχάστε το κίνητρο. Απλώς κάντε το. Αθληθείτε, χάστε βάρος, ελέγξτε το ζάχαρό σας, ή οτιδήποτε άλλο. Κάντε το χωρίς κίνητρο. Και μετά, μήπως το μαντεύετε; Αφού ξεκινήσετε να το κάνετε, τότε θα έλθει και το κίνητρο για να σας διευκολύνει στην προσπάθειά σας να συνεχίσετε.”
“Το κίνητρο,” λέει ο John Bruner, “μοιάζει με την αγάπη και την ευτυχία. Πρόκειται για παραπροϊόν. Όταν συμμετέχεις ενεργά σε αυτό που κάνεις, το κίνητρο για να εξακολουθήσεις να το κάνεις εμφανίζεται ξαφνικά όταν δεν το περιμένεις.” Όπως υποστηρίζει ο ψυχολόγος του Χάρβαρντ Jerome Bruner, είναι ευκολότερο να οδηγηθείς στο συναίσθημα λόγω δράσης παρά στη δράση λόγω του συναισθήματος.
Για το λόγο αυτόν λοιπόν, δράστε! Οτιδήποτε ξέρετε πως πρέπει να κάνετε κάντε το.
Η ανάπτυξη της στάσης ζωής των παιδιών μας έχει μεγάλη σημασία για τη γυναίκα μου και για μένα. Γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό πως ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αναπτύξουμε τη στάση των παιδιών μας είναι να ασχοληθούμε με τη συμπεριφορά τους. Όταν όμως πούμε σε ένα από τα παιδιά, “Άλλαξε στάση”, το μήνυμα είναι πολύ γενικό και η αλλαγή που θέλουμε να πετύχουμε ασαφής. Αποτελεσματικότερη προσέγγιση είναι η ανάλυση συμπεριφορών που φανερώνουν κακή στάση. Αν τα βοηθήσουμε να αλλάξουν συμπεριφορά, η στάση θα αλλάξει μόνη της. Αντί να λέτε στα παιδιά σας, “Να δείχνεις ευγνωμοσύνη”, τους ζητάμε να έχουν κάτι θετικό να πουν για κάθε μέλος της οικογένειας καθημερινά. Καθώς αυτό εξελίσσεται σε συνήθεια της ζωής τους, η στάση ευγνωμοσύνης ακολουθεί.
Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στην ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε- η προσωπικότητά μας
To μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι προκαθορισμένο από την ατομικότητά του. Ιδιαίτερα οι πνευματικές δυνάμεις του είναι εκείνες που καθορίζουν μια για πάντα την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απολαύσεις. Εάν η πνευματική του δυνατότητα είναι περιορισμένη, οποιαδήποτε προσπάθεια έξω από τον ίδιο, οτιδήποτε κι αν κάνουν οι άνθρωποι ή η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα καταφέρει να τον ανυψώσει πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο της ανθρώπινης ευτυχίας και απόλαυσης – που έχει μέσα της και κάτι το ζωώδες. Το μόνο πράγμα που τον ευχαριστεί είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων -στην καλύτερη περίπτωση μια άνετη και χαρούμενη οικογενειακή ζωή- χαμηλού επιπέδου παρέα και χυδαία διασκέδαση. Ακόμα και η εκπαίδευση, γενικά, λίγα μπορεί να προσφέρει -αν όχι τίποτα- για τη διεύρυνση των οριζόντων του. Διότι οι απολαύσεις που είναι ανώτερες, πιο ποικίλες και διαρκούν περισσότερο είναι οι πνευματικές, όσο και εάν τα νιάτα μάς οδηγούν παραπλανητικά προς άλλη κατεύθυνση. Οι πνευματικές απολαύσεις όμως εξαρτώνται κυρίως, από τη δύναμη του πνεύματος. Επομένως, είναι σαφές ότι η ευτυχία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ η τύχη και η μοίρα μας, σε γενικές γραμμές, σηματοδοτούν μόνο αυτό που έχουμε, ή αυτό που είμαστε για τους άλλους. Με την έννοια αυτή, η τύχη μας μπορεί να βελτιωθεί· όμως δεν περιμένουμε και πολλά από αυτήν αν έχουμε εσωτερικό πλούτο. Από την άλλη, ένας ανόητος θα παραμείνει ανόητος και χοντροκέφαλος μέχρι το τέλος της ζωής του, ακόμη και εάν έζησε περιστοιχισμένος από ουρί του παραδείσου.
Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.
Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στηv ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.
ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.
Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στηv ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.
ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Κουβεντιάζομε, αλλά δεν συνεννοούμαστε
Για να παρακολουθήσει ο άλλος τη σκέψη σου και να συλλάβει το σωστό νόημά της, όταν την εκφράζεις προφορικά ή γραπτά, δεν αρκεί να ομιλεί την ίδια γλώσσα μαζί σου, αλλά πρέπει και να θέλει και να μπορεί να σε καταλάβει. Αυτή την αλήθεια τη λησμονούμε πολύ συχνά και για τούτο οι σχέσεις μας με τους συμπατριώτες, τους ομότεχνους, τους φίλους, τους συντρόφους της ζωής μας, δυσκολεύονται πολύ περισσότερο από όσο είναι από την ίδια τη φύση των πραγμάτων δύσκολες. Οι άνθρωποι δεν μιλούν, ούτε ακούνε, πάντοτε με την πρόθεση να επικοινωνήσουν με τον όμοιό τους και να συνεννοηθούν μαζί του.
Όπως και κάθε άλλη πράξη τους, έτσι και αυτή έχει πολλά και ποικίλα ελατήρια. Ο λόγος, ο προφορικός ή ο γραπτός, είναι κι αυτός ένα μέσον που το μεταχειρίζεται καθένας για κάποιο σκοπό. Αλλά οι σκοποί είναι πολλοί, και όχι ένας μόνο: η συνεννόηση. Έρχεται λ.χ. ένας γνώριμος σου στον κύκλο που σε περιστοιχίζει, σε ακούει να αναπτύσσεις τη γνώμη σου απάνω σε κάποιο θέμα, προσέχει και συ νομίζεις ότι προσπαθεί να καταλάβει τι λες. “Όταν όμως αρχίζει κι αυτός να ομιλεί για το ίδιο ζήτημα, ξαφνιάζεσαι- άκουσε, μα δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όσα είπες, γιατί αυτός είχε το νου του σε όσα ο ίδιος ήθελε να διατυπώσει ή να προτείνει, άσχετα με τη δική σου τοποθέτηση των πραγμάτων. Κάποιος άλλος λοιπόν είναι ο σκοπός του: να προβάλει τον εαυτό του, να εκθέσει εσένα ή άλλον ομοϊδεάτη σου, να στρέψει προς άλλη κατεύθυνση τη συζήτηση, γιατί άλλα είναι τα δικά του ενδιαφέροντα ή γιατί κάτι άλλο επιδιώκει που αργότερα θα φανεί κ.ο.κ. Το ίδιo πλήθος και η ίδια ποικιλία ελατηρίων μπορεί να υπάρχει και σε σένα που ομιλείς- δίνεις την εντύπωση ότι είσαι αποκλειστικά προσηλωμένος στη λογικήν ακολουθία ή στην πραγματική θεμελίωση των Ιδεών που εκθέτεις, είναι όμως πολύ πιθανό να έχεις άλλους σκοπούς: να εντυπωσιάσεις, να επικρίνεις, να ειρωνευτείς, να αποσπάσεις μιαν επιδοκιμασία που σκέπτεσαι κατόπι να την εξαργυρώσεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κ.ο.κ.
Δεν είναι λοιπόν καθόλου διπλά και καθαρά τα πράγματα στο διάλογο μεταξύ των ανθρώπων, είτε ο διάλογος αυτός γίνεται με τη συζήτηση είτε αναπτύσσεταιc σιωπηρά, με το διάβασμα λ.χ. ενός άρθρου ή ενός βιβλίου. Στην τελευταία περίπτωση το φαινόμενο είναι ακόμη πιο περίεργο. Τη γνώμη του «άλλου» την έχομε «τυπωμένη» μπροστά μας δεν είναι «φτερωτή», όπως ο προφορικός λόγος, πού όσο καλή μνήμη κι αν έχομε, ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι ότι τον έχομε συγκρατήσει με απόλυτη ακρίβεια. Εδώ υπάρχει το ίδιο το ενυπόγραφο «κείμενο», και μπορούμε (αν αμφιβάλλομε) να το διαβάσομε και να το ξαναδιαβάσομε. Εντούτοις…
Κάνετε μόνοι σας το πείραμα σε κύκλο φίλων σας, του ίδιου έστω κοινωνικού στρώματος, της ίδιας ηλικίας, της ίδιας πάνω—κάτω παιδείας. Δώσετε τους να διαβάσουν από κάποιο βιβλίο ένα κεφάλαιο, μία σελίδα, ένα εδάφιο και ρωτήσετέ τους τι κατάλαβαν. Αν τύχει και το θέμα έχει επικαιρότητα ή άμεση σχέση με ζωτικά διαφέροντα του ερωτώμενου, θα δείτε με μεγάλην έκπληξη πόσο οι ερμηνείες πού δίνονται διαφέρουν (κάποτε ριζικά) η μια από την άλλη. Για τον απλούστατο λόγο ότι ή ψυχική τοποθέτηση του καθενός απέναντι στο κείμενο που διάβασε υπήρξε διαφορετική.
Δεν είναι όλοι ικανοί ούτε πρόθυμοι να «αποσπασθούν» από τον εαυτό τους και να «δοθούν» στον κόσμο των ιδεών πού ανοίγεται μπροστά τους, για να συλλάβουν το περιεχόμενο και την αλληλουχία τούς, έτσι όπως ο συγγραφέας τού κειμένου τις παρουσιάζει και τις διευκρινίζει. Οι περισσότεροι, οι πλείστοι «διαβάζουν» μέσα στο ξένο γραπτό τις δικές τους υποθέσεις, προσδοκίες ή υποψίες —τίς δικές τους συμπαθειες ή αντιπάθειες— τις δικές τους αντιλήψεις ή αντιγνωμίες. Αλίμονο δε αν το όνομα του συγγραφέα είναι «συναισθηματικά χρωματισμένο» μέσα στη συνείδησή τους· τότε οι αποκλίσεις είναι απίθανα μεγάλες. Απορεί κανείς, όταν ακούει τις υποστηριζόμενες ερμηνείες, πώς είναι δυνατόν το ίδιο πράγμα να είναι και άσπρο και μαύρο για την πνευματική όραση υγιών ανθρώπων.
Για να καταλάβεις κάτι που λέγεται ή γράφεται από κάποιον απαιτούνται λοιπόν πολλές προϋποθέσεις. Πρώτα πρέπει όχι μόνο να θέλεις ή μόνο να μπορείς – αλλά ταυτόχρονα και να θέλεις και να μπορείς να καταλάβεις αυτό που ακούς ή διαβάζεις. Γιατί είναι δυνατόν να θέλεις, αλλά να μη μπορείς· όπως είναι δυνατόν να μπορείς, αλλά να μη θέλεις να εννοήσεις. Και τότε φυσικά δεν «καταλαβαίνεις».
Θέλω σημαίνει εδώ ότι εμφορούμαι από την καθαρή πρόθεση να εισδύσω στα λεγόμενα ή γραφόμενα και να συλλάβω το νόημά τους σε συνάρτηση με τη βούληση εκείνου που τα λέγει ή τα γράφει, όχι κατά τη δική μου διάθεση.
Και μπορώ σημαίνει ότι έχω (από μάθηση και ιδιοφυΐα) την ικανότητα να κινούμαι με κάποιαν άνεση μέσα στον κόσμο των εννοιών και των συμβόλων του ανθρώπου που τον ακούω ή τον διαβάζω. Και έτσι κατορθώνω να τον προσεγγίσω πνευματικά από πολύ κοντά, και να κάνω τις ιδέες του ιδέες μου, τα επιχειρήματά του επιχειρήματά μου, τις διακρίσεις του διακρίσεις μου, τις αποχρώσεις του αποχρώσεις μου — και πριν απ’ όλα να κάνω τις λέξεις του λέξεις μου.
Σ’ αυτό το τελευταίο σημείο βρίσκεται ο κόμπος του προβλήματος. Κατά την κοινή αντίληψη, φτάνει να ομιλείς των ίδια εθνική γλώσσα (π.χ ελληνικά, γαλλικά, ή κινέζικα) μ’ έναν άλλο άνθρωπο, για να συνεννοηθείς μαζί του. Αυτό είναι σωστό μόνο έως ένα βαθμό, και μάλιστα πολύ περιορισμένο. Βεβαίως καταλαβαίνομε τον ομόγλωσσο, αλλά στις πολύ κοινές σχέσεις της ζωής, μέσα σ’ αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα. “Όταν όμως εγκαταλείπει κανείς αυτή την επιφάνεια τότε και αρχίζει να μπαίνει παραμέσα σε κάποιο βάθος, τότε ανακαλύπτει με έκπληξη, με αμηχανία, ακόμη και με τρόμο, ότι οι ίδιες «λέξεις» δεν έχουν για όλους μας το ίδιο “νόημα”, ότι συχνότατα τα “ίδια λέμε” και “άλλα καταλαβαίνομε”. Με αποτέλεσμα ή απόσταση που μας χωρίζει από τους ομοίους μας να γίνεται κάποτε πολύ μεγάλη, αγεφύρωτη. Κουβεντιάζομε, αλλά δεν συνεννοούμαστε …
Πώς συμβαίνει αυτό; Η πλήρης εξήγηση θα μας τραβούσε πολύ μακριά. Θά περιοριστώ σε μια πρόχειρη, αλλά επαρκή. Οι «λέξεις» οποιασδήποτε γλώσσας δεν έχουν ούτε μόνιμο νοηματικό περιεχόμενο, ούτε σταθερό λογικό περίγραμμα. Αλλά είναι κάτι ρευστό και κυμαινόμενο που αποκτά κάποιαν ευστάθεια μόνο όταν καθηλωθεί με την πειθαρχία που συμβατικά επιβάλλει μια ορισμένη χρήση. Για να βεβαιωνόμαστε λοιπόν ποιο είναι το νόημά τους την ώρα που τις ακούμε, πρέπει να κάνομε την αναφορά προς αυτή την ορισμένη χρήση. Οι λέξεις λ.χ. έργο, έλξη, ισορροπία άλλο νόημα έχουν στο στόμα ενός φυσικού, και άλλο όταν τις μεταχειρίζεται ένας ψυχολόγος ή ένας κοινωνιολόγος.
‘Έπειτα οι λέξεις ως φορείς εννοιών φορτίζονται διανοητικά και συναισθηματικά μέσα στον ψυχικό κόσμο του καθενός ανάλογα με τη μόρφωση, την πείρα της ζωής, το χαρακτήρα του. Και για τούτο οι ίδιες λέξεις ηχούν μέσα μας διαφορετικά επειδή πέφτουν και χτυπούν απάνω σε διαφορετικό μέταλλο. Άλλα λ.γ . πράγματα νιώθω εγώ, όταν ακούω ή γράφω τις λέξεις αγάπη, πίστη, τιμή, κι άλλα εσείς, γιατί δεν έχομε όλοι την ίδια σύσταση ψυχής, τις ίδιες εμπειρίες, τον ίδιο διανοητικό και συναισθηματικό κόσμο. Θα έλεγα με μιαν αλληγορία: άλλους αρμονικούς διεγείρουν μέσα μου αυτές οι λέξεις, και άλλους μέσα σας, γιατί το δικό μου ψυχικό όργανο (όπως είναι από φυσικού του και όπως διαμορφώθηκε από την ανατροφή που πήρα, από τον τρόπο και τις περιπέτειες της ζωής μου, από τη μόρφωσή μου κ.τ.λ.) είναι διαφορετικό από το δικό σας. Και οι αρμονικοί εδώ δεν δίνουν στον τόνο απλώς μίαν άλλη απόχρωση, όπως συμβαίνει στη Μουσική, αλλά είναι ικανοί να αλλάξουν κάποτε το ίδιο το ποιόν του.
Τα συμπεράσματα απ’ αυτή τη σύντομη ανάλυση αφήνω τον αναγνώστη να τα βγάλει μόνος του. Είναι πολλά και σοβαρά. Το σπουδαιότερο, νομίζω, θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη η επαρκής, και ίσως αδύνατη, εντελώς αδύνατη η πλήρης συνεννόηση με τούς ομοίους μας, γιατί οι άνθρωποι δεν μοιάζουν ο ένας με τον άλλο σαν δύο σταγόνες νερού, ακόμη και όταν ανήκουν στον ίδιο λαό, στην ίδια γενεά, στην ίδια κοινωνική τάξη, στο ίδιο μορφωτικό επίπεδο. Ο καθένας έχει το δικό του μέταλλο ψυχής, το δικό του διανοητικό και συναισθηματικό βάθος. Ας μιλούν λοιπόν την ίδια γλώσσα, ας μεταχειρίζονται τις ίδιες λέξεις — δεν καταλαβαίνουν εντελώς ο ένας τον άλλο.
Μόνον όταν συμπέσει δύο όργανα να βρεθούν πνευματικά και αισθηματικά συντονισμένα με ακρίβεια απόλυτη —πράγμα πολύ, πάρα πολύ σπάνιο— τότε η μεταξύ τους συνεννόηση μπορεί να είναι πλήρης. Και τη χαίρονται σα μιαν ευλογία που δεν την περίμεναν. Όμως των κοινών ανθρώπων η μοίρα δεν είναι αυτή: ακόμη και κοντά, πολύ κοντά ο ένας προς τον άλλο ζουν και πεθαίνουν χωρίς ποτέ να «συνεννοηθούν» εντελώς.
Όπως και κάθε άλλη πράξη τους, έτσι και αυτή έχει πολλά και ποικίλα ελατήρια. Ο λόγος, ο προφορικός ή ο γραπτός, είναι κι αυτός ένα μέσον που το μεταχειρίζεται καθένας για κάποιο σκοπό. Αλλά οι σκοποί είναι πολλοί, και όχι ένας μόνο: η συνεννόηση. Έρχεται λ.χ. ένας γνώριμος σου στον κύκλο που σε περιστοιχίζει, σε ακούει να αναπτύσσεις τη γνώμη σου απάνω σε κάποιο θέμα, προσέχει και συ νομίζεις ότι προσπαθεί να καταλάβει τι λες. “Όταν όμως αρχίζει κι αυτός να ομιλεί για το ίδιο ζήτημα, ξαφνιάζεσαι- άκουσε, μα δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όσα είπες, γιατί αυτός είχε το νου του σε όσα ο ίδιος ήθελε να διατυπώσει ή να προτείνει, άσχετα με τη δική σου τοποθέτηση των πραγμάτων. Κάποιος άλλος λοιπόν είναι ο σκοπός του: να προβάλει τον εαυτό του, να εκθέσει εσένα ή άλλον ομοϊδεάτη σου, να στρέψει προς άλλη κατεύθυνση τη συζήτηση, γιατί άλλα είναι τα δικά του ενδιαφέροντα ή γιατί κάτι άλλο επιδιώκει που αργότερα θα φανεί κ.ο.κ. Το ίδιo πλήθος και η ίδια ποικιλία ελατηρίων μπορεί να υπάρχει και σε σένα που ομιλείς- δίνεις την εντύπωση ότι είσαι αποκλειστικά προσηλωμένος στη λογικήν ακολουθία ή στην πραγματική θεμελίωση των Ιδεών που εκθέτεις, είναι όμως πολύ πιθανό να έχεις άλλους σκοπούς: να εντυπωσιάσεις, να επικρίνεις, να ειρωνευτείς, να αποσπάσεις μιαν επιδοκιμασία που σκέπτεσαι κατόπι να την εξαργυρώσεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κ.ο.κ.
Δεν είναι λοιπόν καθόλου διπλά και καθαρά τα πράγματα στο διάλογο μεταξύ των ανθρώπων, είτε ο διάλογος αυτός γίνεται με τη συζήτηση είτε αναπτύσσεταιc σιωπηρά, με το διάβασμα λ.χ. ενός άρθρου ή ενός βιβλίου. Στην τελευταία περίπτωση το φαινόμενο είναι ακόμη πιο περίεργο. Τη γνώμη του «άλλου» την έχομε «τυπωμένη» μπροστά μας δεν είναι «φτερωτή», όπως ο προφορικός λόγος, πού όσο καλή μνήμη κι αν έχομε, ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι ότι τον έχομε συγκρατήσει με απόλυτη ακρίβεια. Εδώ υπάρχει το ίδιο το ενυπόγραφο «κείμενο», και μπορούμε (αν αμφιβάλλομε) να το διαβάσομε και να το ξαναδιαβάσομε. Εντούτοις…
Κάνετε μόνοι σας το πείραμα σε κύκλο φίλων σας, του ίδιου έστω κοινωνικού στρώματος, της ίδιας ηλικίας, της ίδιας πάνω—κάτω παιδείας. Δώσετε τους να διαβάσουν από κάποιο βιβλίο ένα κεφάλαιο, μία σελίδα, ένα εδάφιο και ρωτήσετέ τους τι κατάλαβαν. Αν τύχει και το θέμα έχει επικαιρότητα ή άμεση σχέση με ζωτικά διαφέροντα του ερωτώμενου, θα δείτε με μεγάλην έκπληξη πόσο οι ερμηνείες πού δίνονται διαφέρουν (κάποτε ριζικά) η μια από την άλλη. Για τον απλούστατο λόγο ότι ή ψυχική τοποθέτηση του καθενός απέναντι στο κείμενο που διάβασε υπήρξε διαφορετική.
Δεν είναι όλοι ικανοί ούτε πρόθυμοι να «αποσπασθούν» από τον εαυτό τους και να «δοθούν» στον κόσμο των ιδεών πού ανοίγεται μπροστά τους, για να συλλάβουν το περιεχόμενο και την αλληλουχία τούς, έτσι όπως ο συγγραφέας τού κειμένου τις παρουσιάζει και τις διευκρινίζει. Οι περισσότεροι, οι πλείστοι «διαβάζουν» μέσα στο ξένο γραπτό τις δικές τους υποθέσεις, προσδοκίες ή υποψίες —τίς δικές τους συμπαθειες ή αντιπάθειες— τις δικές τους αντιλήψεις ή αντιγνωμίες. Αλίμονο δε αν το όνομα του συγγραφέα είναι «συναισθηματικά χρωματισμένο» μέσα στη συνείδησή τους· τότε οι αποκλίσεις είναι απίθανα μεγάλες. Απορεί κανείς, όταν ακούει τις υποστηριζόμενες ερμηνείες, πώς είναι δυνατόν το ίδιο πράγμα να είναι και άσπρο και μαύρο για την πνευματική όραση υγιών ανθρώπων.
Για να καταλάβεις κάτι που λέγεται ή γράφεται από κάποιον απαιτούνται λοιπόν πολλές προϋποθέσεις. Πρώτα πρέπει όχι μόνο να θέλεις ή μόνο να μπορείς – αλλά ταυτόχρονα και να θέλεις και να μπορείς να καταλάβεις αυτό που ακούς ή διαβάζεις. Γιατί είναι δυνατόν να θέλεις, αλλά να μη μπορείς· όπως είναι δυνατόν να μπορείς, αλλά να μη θέλεις να εννοήσεις. Και τότε φυσικά δεν «καταλαβαίνεις».
Θέλω σημαίνει εδώ ότι εμφορούμαι από την καθαρή πρόθεση να εισδύσω στα λεγόμενα ή γραφόμενα και να συλλάβω το νόημά τους σε συνάρτηση με τη βούληση εκείνου που τα λέγει ή τα γράφει, όχι κατά τη δική μου διάθεση.
Και μπορώ σημαίνει ότι έχω (από μάθηση και ιδιοφυΐα) την ικανότητα να κινούμαι με κάποιαν άνεση μέσα στον κόσμο των εννοιών και των συμβόλων του ανθρώπου που τον ακούω ή τον διαβάζω. Και έτσι κατορθώνω να τον προσεγγίσω πνευματικά από πολύ κοντά, και να κάνω τις ιδέες του ιδέες μου, τα επιχειρήματά του επιχειρήματά μου, τις διακρίσεις του διακρίσεις μου, τις αποχρώσεις του αποχρώσεις μου — και πριν απ’ όλα να κάνω τις λέξεις του λέξεις μου.
Σ’ αυτό το τελευταίο σημείο βρίσκεται ο κόμπος του προβλήματος. Κατά την κοινή αντίληψη, φτάνει να ομιλείς των ίδια εθνική γλώσσα (π.χ ελληνικά, γαλλικά, ή κινέζικα) μ’ έναν άλλο άνθρωπο, για να συνεννοηθείς μαζί του. Αυτό είναι σωστό μόνο έως ένα βαθμό, και μάλιστα πολύ περιορισμένο. Βεβαίως καταλαβαίνομε τον ομόγλωσσο, αλλά στις πολύ κοινές σχέσεις της ζωής, μέσα σ’ αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα. “Όταν όμως εγκαταλείπει κανείς αυτή την επιφάνεια τότε και αρχίζει να μπαίνει παραμέσα σε κάποιο βάθος, τότε ανακαλύπτει με έκπληξη, με αμηχανία, ακόμη και με τρόμο, ότι οι ίδιες «λέξεις» δεν έχουν για όλους μας το ίδιο “νόημα”, ότι συχνότατα τα “ίδια λέμε” και “άλλα καταλαβαίνομε”. Με αποτέλεσμα ή απόσταση που μας χωρίζει από τους ομοίους μας να γίνεται κάποτε πολύ μεγάλη, αγεφύρωτη. Κουβεντιάζομε, αλλά δεν συνεννοούμαστε …
Πώς συμβαίνει αυτό; Η πλήρης εξήγηση θα μας τραβούσε πολύ μακριά. Θά περιοριστώ σε μια πρόχειρη, αλλά επαρκή. Οι «λέξεις» οποιασδήποτε γλώσσας δεν έχουν ούτε μόνιμο νοηματικό περιεχόμενο, ούτε σταθερό λογικό περίγραμμα. Αλλά είναι κάτι ρευστό και κυμαινόμενο που αποκτά κάποιαν ευστάθεια μόνο όταν καθηλωθεί με την πειθαρχία που συμβατικά επιβάλλει μια ορισμένη χρήση. Για να βεβαιωνόμαστε λοιπόν ποιο είναι το νόημά τους την ώρα που τις ακούμε, πρέπει να κάνομε την αναφορά προς αυτή την ορισμένη χρήση. Οι λέξεις λ.χ. έργο, έλξη, ισορροπία άλλο νόημα έχουν στο στόμα ενός φυσικού, και άλλο όταν τις μεταχειρίζεται ένας ψυχολόγος ή ένας κοινωνιολόγος.
‘Έπειτα οι λέξεις ως φορείς εννοιών φορτίζονται διανοητικά και συναισθηματικά μέσα στον ψυχικό κόσμο του καθενός ανάλογα με τη μόρφωση, την πείρα της ζωής, το χαρακτήρα του. Και για τούτο οι ίδιες λέξεις ηχούν μέσα μας διαφορετικά επειδή πέφτουν και χτυπούν απάνω σε διαφορετικό μέταλλο. Άλλα λ.γ . πράγματα νιώθω εγώ, όταν ακούω ή γράφω τις λέξεις αγάπη, πίστη, τιμή, κι άλλα εσείς, γιατί δεν έχομε όλοι την ίδια σύσταση ψυχής, τις ίδιες εμπειρίες, τον ίδιο διανοητικό και συναισθηματικό κόσμο. Θα έλεγα με μιαν αλληγορία: άλλους αρμονικούς διεγείρουν μέσα μου αυτές οι λέξεις, και άλλους μέσα σας, γιατί το δικό μου ψυχικό όργανο (όπως είναι από φυσικού του και όπως διαμορφώθηκε από την ανατροφή που πήρα, από τον τρόπο και τις περιπέτειες της ζωής μου, από τη μόρφωσή μου κ.τ.λ.) είναι διαφορετικό από το δικό σας. Και οι αρμονικοί εδώ δεν δίνουν στον τόνο απλώς μίαν άλλη απόχρωση, όπως συμβαίνει στη Μουσική, αλλά είναι ικανοί να αλλάξουν κάποτε το ίδιο το ποιόν του.
Τα συμπεράσματα απ’ αυτή τη σύντομη ανάλυση αφήνω τον αναγνώστη να τα βγάλει μόνος του. Είναι πολλά και σοβαρά. Το σπουδαιότερο, νομίζω, θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη η επαρκής, και ίσως αδύνατη, εντελώς αδύνατη η πλήρης συνεννόηση με τούς ομοίους μας, γιατί οι άνθρωποι δεν μοιάζουν ο ένας με τον άλλο σαν δύο σταγόνες νερού, ακόμη και όταν ανήκουν στον ίδιο λαό, στην ίδια γενεά, στην ίδια κοινωνική τάξη, στο ίδιο μορφωτικό επίπεδο. Ο καθένας έχει το δικό του μέταλλο ψυχής, το δικό του διανοητικό και συναισθηματικό βάθος. Ας μιλούν λοιπόν την ίδια γλώσσα, ας μεταχειρίζονται τις ίδιες λέξεις — δεν καταλαβαίνουν εντελώς ο ένας τον άλλο.
Μόνον όταν συμπέσει δύο όργανα να βρεθούν πνευματικά και αισθηματικά συντονισμένα με ακρίβεια απόλυτη —πράγμα πολύ, πάρα πολύ σπάνιο— τότε η μεταξύ τους συνεννόηση μπορεί να είναι πλήρης. Και τη χαίρονται σα μιαν ευλογία που δεν την περίμεναν. Όμως των κοινών ανθρώπων η μοίρα δεν είναι αυτή: ακόμη και κοντά, πολύ κοντά ο ένας προς τον άλλο ζουν και πεθαίνουν χωρίς ποτέ να «συνεννοηθούν» εντελώς.
Η ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ
Κάθε πρωί, φεύγετε από το στενόχωρο διαμέρισμά σας για να πάτε στην εργασία σας. Θα επιστρέψετε αργά το βράδυ, και οι άνθρωποι που ανήκουν στον κοινωνικό σας κύκλο θα ρωτήσουν αν περάσατε καλή ημέρα – μόνο και μόνο για να φανούν ευγενικοί. Στην εργασία σας, οι άνθρωποι δείχνουν μεγαλύτερο τακτ: φυσικά και δεν περάσατε καλή μέρα – αφού δεν ανακαλύψατε τίποτε στις έρευνες σας. Δεν είστε επισκευαστής ρολογιών. Το γεγονός ότι δεν βρήκατε τίποτε έχει μεγάλη αξία, δεδομένου ότι αποτελεί μέρος της διαδικασίας της ανακάλυψης – ήδη γνωρίζετε πού να μην ψάχνετε. Άλλοι ερευνητές, γνωρίζοντας τα αποτελέσματά σας, θα αποφύγουν να δοκιμάσουν το ειδικό αυτό πείραμα που εσείς κάνετε, αν βέβαια μια επιστημονική επιθεώρηση έχει τη σοβαρότητα να θεωρήσει ότι το «δεν βρήκα τίποτε» αποτελεί πληροφορία και ως εκ τούτου τη δημοσιεύσει.
Εν τω μεταξύ, όμως, ο γαμπρός σας λειτουργεί ως πωλητής δεν παύει να ενθυλακώνει μεγάλες προμήθειες – μεγάλες και σταθερές προμήθειες. «Τα πάει πολύ καλά», δεν παύετε να ακούτε, ιδίως δε, από τον πεθερό σας που μετά από κάθε τέτοια απόφανση αφήνει ένα νανοδευτερόλεπτο κενό ως διάστημα σκέψης – οπότε εσείς συνειδητοποιείτε ότι μόλις έκανε μια σύγκριση. Δεν το ήθελε, αλλά σύγκριση έκανε.
Οι διακοπές είναι μια φρίκη. Πέφτετε πάνω στον ως άνω γαμπρό σας στο πλαίσιο των οικογενειακών συνάξεων και, ανεξαίρετα, βλέπετε ασφαλή σημάδια άγχους να αναπτύσσονται στη γυναίκα σας η οποία, προς στιγμήν, φοβάται ότι παντρεύτηκε τον χαμένο του παιχνιδιού – άσχετα αν ύστερα θυμάται τη λογική του δικού σας επαγγέλματος. Χρειάζεται όμως να καταπολεμήσει το αρχικό της αντανακλαστικό. Η αδελφή της δεν σταματάει να μιλάει για την ανακαίνιση του σπιτιού τους, για τη νέα ταπετσαρία τους. Η γυναίκα σας είναι λίγο περισσότερο σιωπηλή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Τα μούτρα που κρατάει χειροτερεύουν επειδή το αυτοκίνητο που οδηγείτε είναι νοικιασμένο, καθώς δεν μπορείτε να πληρώσετε για γκαράζ. Τι πρέπει να κάνετε; Να μετακομίσετε στην Αυστραλία ώστε να γίνουν πιο σπάνιες οι οικογενειακές συνάξεις, ή να αλλάξετε γαμπρό με το να παντρευτείτε μια γυναίκα με λιγότερο «επιτυχημένο» αδελφό;
Ή μήπως θα ’πρεπε να ντυθείτε χίπικα και να γίνετε προκλητικός; Αυτή η λύση μπορεί να είναι καλή για τον καλλιτέχνη, όχι όμως και για τον επιστήμονα ή για τον επιχειρηματία. Νιώθετε παγιδευμένος.
Εργάζεστε σ’ έναν τομέα που δεν αποδίδει άμεσα ή σταθερά αποτελέσματα. Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι γύρω σας δουλεύουν σε τομείς με τέτοια αποτελέσματα. Μπλέξατε. Αυτή είναι η μοίρα των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των ερευνητών που ζουν χαμένοι στην κοινωνία, αντί να ζουν σε μια απομονωμένη κοινότητα ή σε αποικία καλλιτεχνών.
Σε πολλές απασχολήσεις παρατηρούνται αποσπασματικά τα θετικά αποτελέσματα, τα οποία οδηγούν είτε σε μεγάλα κέρδη είτε σε μηδενικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για τις απασχολήσεις εκείνες που χαρακτηρίζονται από αίσθηση αποστολής, όπως όταν κανείς αναζητά με πείσμα (σ’ ένα βρομερό εργαστήριο) τη θεραπεία για τον καρκίνο που συνεχώς του ξεφεύγει – ή όταν γράφει ένα βιβλίο που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο (ενώ ζει με πενταροδεκάρες) – ή όταν συνθέτει μουσική ή όταν ζωγραφίζει μινιατούρες στα βαγόνια του μετρό και τις θεωρεί υψηλή μορφή τέχνης, παρά τις καταγγελίες του ξεπερασμένου «επιστημονικού κριτικού».
Αν είστε ερευνητής, θα χρειαστεί να δημοσιεύετε άρθρα που δεν θα έχουν συνέχεια αλλά σε «υψηλού κύρους» εκδόσεις, προκειμένου να σας χαιρετάνε καμιά φορά οι άλλοι όταν τους τρακάρετε σε συνέδρια.
Αν έχετε την ευθύνη μιας εισηγμένης εταιρείας, τα πράγματα ήταν θαυμάσια για σας προτού αποκτήσετε μετόχους, μέχρι τότε δηλαδή που εσείς και κάποιοι συνέταιροί σας ήσασταν μόνοι ιδιοκτήτες, ή έστω μαζί με έμπειρους επενδυτές κεφαλαίου υψηλού κινδύνου (venture capital) που αντιλαμβάνονταν το ενδεχόμενο άνισων αποτελεσμάτων και την αποσπασματική φύση της οικονομικής ζωής. Τώρα όμως έχετε έναν τριαντάρη αναλυτή μετοχών, με αργή σκέψη, ο οποίος «κρίνει» τα αποτελέσματά σας και τα υπεραναλύει. Του αρέσουν τα αποτελέσματα που ανταμείβουν σαν ρουτίνα – και αυτά είναι ακριβώς τα αποτελέσματα που δεν μπορείτε να εξασφαλίσετε.
Πολλοί άνθρωποι ζουν με την αίσθηση ότι κάνουν κάτι σωστά, κι όμως δεν έχουν επί πολύ καιρό να δείξουν κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Απαιτείται να έχουν μια ικανότητα για διαρκώς αναβαλλόμενη ικανοποίηση, αν είναι να επιβιώσουν από τη σταθερή επίδειξη σκληρότητας από μέρους των ομοίων τους, χωρίς να χάσουν το ηθικό τους. Φαίνονται ηλίθιοι στα ξαδέλφια τους, φαίνονται ηλίθιοι στους ομοίους τους, χρειάζονται κουράγιο για να συνεχίσουν την πορεία τους. Δεν τους φθάνει η επιβεβαίωση, ούτε η καταξίωση, ούτε η λατρεία των φοιτητών τους, δεν κερδίζουν Νόμπελ, ούτε Σνόμπελ. «Πώς πήγε η χρονιά σου;» Το ερώτημα αυτό τους δημιουργεί έναν μικρό σπασμό – που πάντως κατορθώνουν να τον συγκρατήσουν, βαθιά μέσα τους, καθώς γνωρίζουν ότι σχεδόν όλα τα χρόνια που πέρασαν θα φαίνονται χαμένα σε όλους τους έξω. Κι ύστερα, μπαμ, έρχεται το αποσπασματικό γεγονός που φέρνει τη μεγάλη δικαίωση. Ή μπορεί και να μην έλθει…
Πιστέψτε με, είναι βαρύ πράγμα να αντιμετωπίζεις τις κοινωνικές επιπτώσεις της φαινόμενης συνεχούς αποτυχίας. Είμαστε κοινωνικά ζώα: η κόλασή μας είναι οι άλλοι.
Όπου το εντυπωσιακό είναι το σχετικό
Η διαίσθησή μας δεν είναι φτιαγμένη για μη-γραμμικές καταστάσεις. Σκεφθείτε τη ζωή μας σ’ ένα πρωτόγονο περιβάλλον, όπου η διαδικασία και το αποτέλεσμα είναι στενά συνδεδεμένα. Διψάτε: το να πιείτε σας φέρνει την κατάλληλη ικανοποίηση. Αλλά και σ’ ένα όχι και τόσο πρωτόγονο περιβάλλον, όταν ασχοληθείτε με το χτίσιμο, ας πούμε, ενός σπιτιού ή μιας γέφυρας, όσο περισσότερη δουλειά επενδύετε τόσο περισσότερα εμφανή αποτελέσματα θα έχετε, συνεπώς το ηθικό σας στηρίζεται από συνεχή ορατή ανάδραση.
Σ’ ένα πρωτόγονο περιβάλλον, το εντυπωσιακό είναι εκείνο που μετράει. Αυτό ισχύει για τη γνώση μας. Όταν προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για τον κόσμο γύρω μας, έχουμε την τάση να ακολουθούμε την καθοδήγηση της βιολογίας μας, οπότε η προσοχή μας κατευθύνεται χωρίς προσπάθεια προς το εντυπωσιακό – όχι τόσο προς εκείνο που μετράει, όσο προς το εντυπωσιακό. Κατά κάποιο τρόπο, το σύστημα καθοδήγησής μας στράβωσε όσο εξελισσόμασταν μαζί με το περιβάλλον μας – και μεταφερθήκαμε σ’ έναν κόσμο όπου εκείνο που μετράει είναι συχνά βαρετό, μη-εντυπωσιακό.
Πέραν τούτου, θεωρούμε ότι άμα δυο μεταβλητές είναι συνδεδεμένες με αιτιώδη δεσμό, τότε μια σταθερή εισροή στη μια μεταβλητή θα μεταφράζεται πάντα σε αποτέλεσμα στην άλλη. Το συναισθηματικό μας σύστημα είναι σχεδιασμένο για γραμμική αιτιότητα. Αν, για παράδειγμα, μελετάτε κάθε μέρα, έχετε την προσδοκία να μάθετε κάτι αναλογικά με τη μελέτη σας. Αν αισθάνεστε ότι τα πράγματα δεν οδηγούνται πουθενά, τα συναισθήματά σας θα σας κάνουν να χάσετε το ηθικό σας. Όμως η σύγχρονη πραγματικότητα σπανίως μάς επιφυλάσσει το προνόμιο μιας ικανοποιητικής, γραμμικής, θετικής προόδου: μπορεί να σκέφτεστε ένα πρόβλημα επί μια ολόκληρη χρονιά και να μη μάθετε τίποτε – ύστερα, αν δεν χάσετε το ηθικό σας από την έλλειψη αποτελεσμάτων (και δεν παραιτηθείτε) κάτι θα λάμψει στο μυαλό σας ξαφνικά.
Υπάρχουν ερευνητές που επένδυσαν πολύ χρόνο ασχολούμενοι με αυτή την έννοια της ικανοποίησης: η νευρολογία μάς έχει φωτίσει σχετικά με την ένταση που παρατηρείται μεταξύ της άμεσης ανταμοιβής και της ανταμοιβής με καθυστέρηση. Θα προτιμήσετε ένα μασάζ σήμερα, ή δυο την επόμενη βδομάδα; Λοιπόν: το λογικό τμήμα του νου μας, το «υψηλότερο» τμήμα, εκείνο που μας διακρίνει από τα ζώα, μπορεί και υποτάσσει το ζωώδες ένστικτό μας που ζητάει την άμεση ανταμοιβή. Είμαστε συνεπώς λίγο καλύτεροι από τα ζώα, τελικώς – ίσως όμως όχι και πολύ καλύτεροι. Και αυτό, όχι πάντα.
Μη-γραμμικότητες
Η κατάσταση όμως μπορεί να γίνει λίγο τραγικότερη. Ο κόσμος είναι περισσότερο μη-γραμμικός απ’ όσο νομίζουμε, αλλά και απ’ όσο οι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν.
Όταν ισχύει η γραμμικότητα, οι σχέσεις μεταξύ μεταβλητών είναι σαφείς, ξεκάθαρες και σταθερές – οπότε είναι Πλατωνικά εύκολο να τις συλλάβει κανείς με μια απλή πρόταση, όπως «μια αύξηση κατά 10% των χρημάτων στο λογαριασμό μου στην τράπεζα αντιστοιχεί σε 10% αύξηση του εισοδήματος μου από τόκους και σε 5% αύξηση της δουλοπρέπειας του προσωπικού μου τραπεζίτη». Αν, λοιπόν, έχω περισσότερα χρήματα στην τράπεζα, θα πάρω περισσότερο τόκο. Οι μη-γραμμικές σχέσεις μπορεί να κυμαίνονται. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να τις εκφράσει κανείς, είναι να πει ότι δεν μπορούν να εκφραστούν λεκτικά με ικανοποιητικό τρόπο. Ας πάρουμε τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της απόλαυσης και του νερού που πίνουμε. Αν βρίσκεστε σε κατάσταση επώδυνης δίψας, τότε ένα μπουκάλι νερό αυξάνει σημαντικά την ευημερία σας. Περισσότερο νερό φέρνει περισσότερη απόλαυση. Τι γίνεται όμως άμα σας δώσω μια δεξαμενή νερό; Προφανώς η ευημερία σας δεν αργεί να γίνει αδιάφορη προς τις τυχόν πρόσθετες ποσότητες νερού. Μάλιστα, άμα σας ζητήσω να επιλέξετε ανάμεσα σε ένα μπουκάλι νερό και μια δεξαμενή, θα προτιμήσετε το μπουκάλι. Συνεπώς, η ευχαρίστησή σας μειώνεται με την πρόσθετη ποσότητα.
Αυτές οι μη-γραμμικές σχέσεις βρίσκονται παντού στη ζωή. Οι γραμμικές σχέσεις αποτελούν, πράγματι, την εξαίρεση: τους αποδίδουμε μεγάλη σημασία μόνο στις σχολικές τάξεις και στα εγχειρίδια, και τούτο επειδή είναι ευκολότερες στην κατανόηση. Χθες το απόγευμα προσπάθησα να κοιτάξω γύρω μου και να γράψω ένα κατάλογο εκείνων των πραγμάτων που θα έβλεπα κατά τη διάρκεια της ημέρας και θα ήταν γραμμικά. Δεν κατόρθωσα να βρω τίποτε – όπως ακριβώς κάποιος που ψάχνει για τρίγωνα και τετράγωνα θα τα βρει στο δάσος του Αμαζονίου ούτε, όπως θα δούμε, κάποιος που αναζητά το τυχαίο του τύπου της καμπύλης σε σχήμα καμπάνας θα το βρει κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα.
Παίζεις τένις κάθε μέρα χωρίς να δείχνεις βελτίωση, κι ύστερα ξαφνικά αρχίζεις να κερδίζεις τον δάσκαλο.
Το παιδί σας δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα ομιλίας, όμως δείχνει να μη θέλει να μιλήσει. Η δασκάλα σάς πιέζει να αρχίσετε να σκέφτεστε “άλλες επιλογές”, με άλλα λόγια ψυχοθεραπεία. Διαπληκτίζεστε μαζί της, χωρίς αποτέλεσμα (εκείνη υποτίθεται ότι είναι ειδική). Και τότε, εντελώς ξαφνικά, το παιδί σας αρχίζει να συντάσσει περίπλοκες προτάσεις, ίσως μάλιστα λίγο πιο περίπλοκες απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς για το πλαίσιο της ηλικίας του. Θα το επαναλάβω: η γραμμική πρόοδος, η Πλατωνική αυτή ιδέα, δεν αποτελεί τον κανόνα.
Η ανθρώπινη φύση, η ευτυχία και οι αποσπασματικές μεγάλες ανταμοιβές
Ας αναλύσουμε τώρα τη βασική ιδέα που βρίσκεται πίσω από εκείνο που οι ερευνητές αποκαλούν ηδονική ευτυχία.
Όταν κανείς κερδίζει 1.000.000 δολάρια μέσα σε μια χρονιά, τίποτε όμως στα εννιά χρόνια που προηγήθηκαν, δεν αισθάνεται την ίδια απόλαυση με το αν λάμβανε το ίδιο μεν σύνολο ισοκατανεμημένο όμως στην ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή 100.000 κάθε χρόνο επί δέκα χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για το αντίστροφο – αν, δηλαδή, βγάλεις ένα μεγάλο ποσό την πρώτη χρονιά, ύστερα όμως τίποτε για την υπόλοιπη περίοδο. Κατά κάποιον τρόπο, το σύστημα απόλαυσής σου θα κορεσθεί σχετικά γρήγορα, δεν θα μεταφέρει στην επόμενη χρήση το ηδονικό υπόλοιπο όπως γίνεται με τον φόρο σε μία δήλωση εισοδήματος. Μάλιστα η ευτυχία σου εξαρτάται πολύ περισσότερο από τις φορές που επέρχεται θετική αίσθηση, εκείνο δηλαδή που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «θετική συγκίνηση», παρά από την ένταση με την οποία αυτή καταγράφεται. Με άλλα λόγια, τα καλά νέα είναι πρώτον και κύριον καλά νέα: το πόσο καλά, δεν ενδιαφέρει και τόσο. Προκειμένου να έχεις λοιπόν μια καλή ζωή, θα ’πρεπε να μοιράζεις αυτές τις «συγκινήσεις» όσο το δυνατόν ομαλότερα στον χρόνο. Πολλά μετρίως καλά νέα είναι καλύτερα από μια μεμονωμένη, αποσπασματική περίπτωση υπέροχων νέων.
Ατυχώς, μάλιστα, μάλλον είναι χειρότερο να κερδίσεις 10.000.000 κι ύστερα να χάσεις τα 9.000.000 από το να μην έχεις κερδίσει τίποτε απολύτως! Ασφαλώς θα έχεις αποκτήσει ένα εκατομμύριο (σε σύγκριση με το τίποτε), όμως μπορεί να είναι καλύτερο να είχες μείνει στο τίποτε. (Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν ότι έχεις ενδιαφέρον για τις οικονομικές ανταμοιβές.)
Συνεπώς, από μια στενή λογιστική οπτική γωνία, που θα την ονομάσω εδώ «ηδονικό αλγόριθμο», δεν αποτελεί αποδοτική επιλογή να ρίχνει κανείς τα ζάρια για να πετύχει το ένα μεγάλο κέρδος. Η Μητέρα Φύση μάς προόρισε να αποκομίζουμε απόλαυση από μια σταθερή ροή ευχάριστων μικρών, αλλά πάντως σταθερών, ανταμοιβών. Όπως ήδη είπα, οι ανταμοιβές δεν χρειάζεται να είναι μεγάλες, αρκεί να είναι συχνές – λίγο απ’ εδώ, λίγο απ’ εκεί. Μην ξεχνάτε ότι η κυριότερη ικανοποίησή μας προερχόταν, επί χιλιάδες χρόνια, από το φαγητό και το νερό (συν από κάτι άλλο, πιο ιδιωτικό)· ενώ λοιπόν αυτά τα χρειαζόμαστε σταθερά, δεν αργούμε να φθάσουμε στο σημείο του κορεσμού.
Το πρόβλημα, ασφαλώς, έγκειται στο ότι δεν ζούμε σ’ ένα περιβάλλον όπου τα αποτελέσματα προκύπτουν με σταθερό τρόπο – στην ανθρώπινη ιστορία κυριαρχούν εν πολλοίς οι Μαύροι Κύκνοι. Είναι κρίμα που η σωστή στρατηγική για το τωρινό μας περιβάλλον μπορεί να μη μας επιφυλάσσει εσωτερικές ανταμοιβές και θετική ανάδραση για τις προσπάθειές μας.
Η ίδια ιδιότητα, με αντίστροφη φθορά, εφαρμόζεται και στη δυστυχία μας. Καλύτερα να συγκεντρώνεται όλο το κακό που υφίστασαι σε μια σύντομη περίοδο, παρά να εκτυλίσσεται με μακρότερη διάρκεια.
Όμως, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που κατορθώνουν να υπερβαίνουν την ασυμμετρία δυστυχίας και χαράς, να ξεφεύγουν από το ηδονικό έλλειμμα, να βγάζουν τον εαυτό τους έξω απ’ αυτό το παιχνίδι – και να ζουν με την ελπίδα.
Εν τω μεταξύ, όμως, ο γαμπρός σας λειτουργεί ως πωλητής δεν παύει να ενθυλακώνει μεγάλες προμήθειες – μεγάλες και σταθερές προμήθειες. «Τα πάει πολύ καλά», δεν παύετε να ακούτε, ιδίως δε, από τον πεθερό σας που μετά από κάθε τέτοια απόφανση αφήνει ένα νανοδευτερόλεπτο κενό ως διάστημα σκέψης – οπότε εσείς συνειδητοποιείτε ότι μόλις έκανε μια σύγκριση. Δεν το ήθελε, αλλά σύγκριση έκανε.
Οι διακοπές είναι μια φρίκη. Πέφτετε πάνω στον ως άνω γαμπρό σας στο πλαίσιο των οικογενειακών συνάξεων και, ανεξαίρετα, βλέπετε ασφαλή σημάδια άγχους να αναπτύσσονται στη γυναίκα σας η οποία, προς στιγμήν, φοβάται ότι παντρεύτηκε τον χαμένο του παιχνιδιού – άσχετα αν ύστερα θυμάται τη λογική του δικού σας επαγγέλματος. Χρειάζεται όμως να καταπολεμήσει το αρχικό της αντανακλαστικό. Η αδελφή της δεν σταματάει να μιλάει για την ανακαίνιση του σπιτιού τους, για τη νέα ταπετσαρία τους. Η γυναίκα σας είναι λίγο περισσότερο σιωπηλή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Τα μούτρα που κρατάει χειροτερεύουν επειδή το αυτοκίνητο που οδηγείτε είναι νοικιασμένο, καθώς δεν μπορείτε να πληρώσετε για γκαράζ. Τι πρέπει να κάνετε; Να μετακομίσετε στην Αυστραλία ώστε να γίνουν πιο σπάνιες οι οικογενειακές συνάξεις, ή να αλλάξετε γαμπρό με το να παντρευτείτε μια γυναίκα με λιγότερο «επιτυχημένο» αδελφό;
Ή μήπως θα ’πρεπε να ντυθείτε χίπικα και να γίνετε προκλητικός; Αυτή η λύση μπορεί να είναι καλή για τον καλλιτέχνη, όχι όμως και για τον επιστήμονα ή για τον επιχειρηματία. Νιώθετε παγιδευμένος.
Εργάζεστε σ’ έναν τομέα που δεν αποδίδει άμεσα ή σταθερά αποτελέσματα. Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι γύρω σας δουλεύουν σε τομείς με τέτοια αποτελέσματα. Μπλέξατε. Αυτή είναι η μοίρα των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των ερευνητών που ζουν χαμένοι στην κοινωνία, αντί να ζουν σε μια απομονωμένη κοινότητα ή σε αποικία καλλιτεχνών.
Σε πολλές απασχολήσεις παρατηρούνται αποσπασματικά τα θετικά αποτελέσματα, τα οποία οδηγούν είτε σε μεγάλα κέρδη είτε σε μηδενικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για τις απασχολήσεις εκείνες που χαρακτηρίζονται από αίσθηση αποστολής, όπως όταν κανείς αναζητά με πείσμα (σ’ ένα βρομερό εργαστήριο) τη θεραπεία για τον καρκίνο που συνεχώς του ξεφεύγει – ή όταν γράφει ένα βιβλίο που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο (ενώ ζει με πενταροδεκάρες) – ή όταν συνθέτει μουσική ή όταν ζωγραφίζει μινιατούρες στα βαγόνια του μετρό και τις θεωρεί υψηλή μορφή τέχνης, παρά τις καταγγελίες του ξεπερασμένου «επιστημονικού κριτικού».
Αν είστε ερευνητής, θα χρειαστεί να δημοσιεύετε άρθρα που δεν θα έχουν συνέχεια αλλά σε «υψηλού κύρους» εκδόσεις, προκειμένου να σας χαιρετάνε καμιά φορά οι άλλοι όταν τους τρακάρετε σε συνέδρια.
Αν έχετε την ευθύνη μιας εισηγμένης εταιρείας, τα πράγματα ήταν θαυμάσια για σας προτού αποκτήσετε μετόχους, μέχρι τότε δηλαδή που εσείς και κάποιοι συνέταιροί σας ήσασταν μόνοι ιδιοκτήτες, ή έστω μαζί με έμπειρους επενδυτές κεφαλαίου υψηλού κινδύνου (venture capital) που αντιλαμβάνονταν το ενδεχόμενο άνισων αποτελεσμάτων και την αποσπασματική φύση της οικονομικής ζωής. Τώρα όμως έχετε έναν τριαντάρη αναλυτή μετοχών, με αργή σκέψη, ο οποίος «κρίνει» τα αποτελέσματά σας και τα υπεραναλύει. Του αρέσουν τα αποτελέσματα που ανταμείβουν σαν ρουτίνα – και αυτά είναι ακριβώς τα αποτελέσματα που δεν μπορείτε να εξασφαλίσετε.
Πολλοί άνθρωποι ζουν με την αίσθηση ότι κάνουν κάτι σωστά, κι όμως δεν έχουν επί πολύ καιρό να δείξουν κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Απαιτείται να έχουν μια ικανότητα για διαρκώς αναβαλλόμενη ικανοποίηση, αν είναι να επιβιώσουν από τη σταθερή επίδειξη σκληρότητας από μέρους των ομοίων τους, χωρίς να χάσουν το ηθικό τους. Φαίνονται ηλίθιοι στα ξαδέλφια τους, φαίνονται ηλίθιοι στους ομοίους τους, χρειάζονται κουράγιο για να συνεχίσουν την πορεία τους. Δεν τους φθάνει η επιβεβαίωση, ούτε η καταξίωση, ούτε η λατρεία των φοιτητών τους, δεν κερδίζουν Νόμπελ, ούτε Σνόμπελ. «Πώς πήγε η χρονιά σου;» Το ερώτημα αυτό τους δημιουργεί έναν μικρό σπασμό – που πάντως κατορθώνουν να τον συγκρατήσουν, βαθιά μέσα τους, καθώς γνωρίζουν ότι σχεδόν όλα τα χρόνια που πέρασαν θα φαίνονται χαμένα σε όλους τους έξω. Κι ύστερα, μπαμ, έρχεται το αποσπασματικό γεγονός που φέρνει τη μεγάλη δικαίωση. Ή μπορεί και να μην έλθει…
Πιστέψτε με, είναι βαρύ πράγμα να αντιμετωπίζεις τις κοινωνικές επιπτώσεις της φαινόμενης συνεχούς αποτυχίας. Είμαστε κοινωνικά ζώα: η κόλασή μας είναι οι άλλοι.
Όπου το εντυπωσιακό είναι το σχετικό
Η διαίσθησή μας δεν είναι φτιαγμένη για μη-γραμμικές καταστάσεις. Σκεφθείτε τη ζωή μας σ’ ένα πρωτόγονο περιβάλλον, όπου η διαδικασία και το αποτέλεσμα είναι στενά συνδεδεμένα. Διψάτε: το να πιείτε σας φέρνει την κατάλληλη ικανοποίηση. Αλλά και σ’ ένα όχι και τόσο πρωτόγονο περιβάλλον, όταν ασχοληθείτε με το χτίσιμο, ας πούμε, ενός σπιτιού ή μιας γέφυρας, όσο περισσότερη δουλειά επενδύετε τόσο περισσότερα εμφανή αποτελέσματα θα έχετε, συνεπώς το ηθικό σας στηρίζεται από συνεχή ορατή ανάδραση.
Σ’ ένα πρωτόγονο περιβάλλον, το εντυπωσιακό είναι εκείνο που μετράει. Αυτό ισχύει για τη γνώση μας. Όταν προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για τον κόσμο γύρω μας, έχουμε την τάση να ακολουθούμε την καθοδήγηση της βιολογίας μας, οπότε η προσοχή μας κατευθύνεται χωρίς προσπάθεια προς το εντυπωσιακό – όχι τόσο προς εκείνο που μετράει, όσο προς το εντυπωσιακό. Κατά κάποιο τρόπο, το σύστημα καθοδήγησής μας στράβωσε όσο εξελισσόμασταν μαζί με το περιβάλλον μας – και μεταφερθήκαμε σ’ έναν κόσμο όπου εκείνο που μετράει είναι συχνά βαρετό, μη-εντυπωσιακό.
Πέραν τούτου, θεωρούμε ότι άμα δυο μεταβλητές είναι συνδεδεμένες με αιτιώδη δεσμό, τότε μια σταθερή εισροή στη μια μεταβλητή θα μεταφράζεται πάντα σε αποτέλεσμα στην άλλη. Το συναισθηματικό μας σύστημα είναι σχεδιασμένο για γραμμική αιτιότητα. Αν, για παράδειγμα, μελετάτε κάθε μέρα, έχετε την προσδοκία να μάθετε κάτι αναλογικά με τη μελέτη σας. Αν αισθάνεστε ότι τα πράγματα δεν οδηγούνται πουθενά, τα συναισθήματά σας θα σας κάνουν να χάσετε το ηθικό σας. Όμως η σύγχρονη πραγματικότητα σπανίως μάς επιφυλάσσει το προνόμιο μιας ικανοποιητικής, γραμμικής, θετικής προόδου: μπορεί να σκέφτεστε ένα πρόβλημα επί μια ολόκληρη χρονιά και να μη μάθετε τίποτε – ύστερα, αν δεν χάσετε το ηθικό σας από την έλλειψη αποτελεσμάτων (και δεν παραιτηθείτε) κάτι θα λάμψει στο μυαλό σας ξαφνικά.
Υπάρχουν ερευνητές που επένδυσαν πολύ χρόνο ασχολούμενοι με αυτή την έννοια της ικανοποίησης: η νευρολογία μάς έχει φωτίσει σχετικά με την ένταση που παρατηρείται μεταξύ της άμεσης ανταμοιβής και της ανταμοιβής με καθυστέρηση. Θα προτιμήσετε ένα μασάζ σήμερα, ή δυο την επόμενη βδομάδα; Λοιπόν: το λογικό τμήμα του νου μας, το «υψηλότερο» τμήμα, εκείνο που μας διακρίνει από τα ζώα, μπορεί και υποτάσσει το ζωώδες ένστικτό μας που ζητάει την άμεση ανταμοιβή. Είμαστε συνεπώς λίγο καλύτεροι από τα ζώα, τελικώς – ίσως όμως όχι και πολύ καλύτεροι. Και αυτό, όχι πάντα.
Μη-γραμμικότητες
Η κατάσταση όμως μπορεί να γίνει λίγο τραγικότερη. Ο κόσμος είναι περισσότερο μη-γραμμικός απ’ όσο νομίζουμε, αλλά και απ’ όσο οι επιστήμονες θέλουν να πιστεύουν.
Όταν ισχύει η γραμμικότητα, οι σχέσεις μεταξύ μεταβλητών είναι σαφείς, ξεκάθαρες και σταθερές – οπότε είναι Πλατωνικά εύκολο να τις συλλάβει κανείς με μια απλή πρόταση, όπως «μια αύξηση κατά 10% των χρημάτων στο λογαριασμό μου στην τράπεζα αντιστοιχεί σε 10% αύξηση του εισοδήματος μου από τόκους και σε 5% αύξηση της δουλοπρέπειας του προσωπικού μου τραπεζίτη». Αν, λοιπόν, έχω περισσότερα χρήματα στην τράπεζα, θα πάρω περισσότερο τόκο. Οι μη-γραμμικές σχέσεις μπορεί να κυμαίνονται. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να τις εκφράσει κανείς, είναι να πει ότι δεν μπορούν να εκφραστούν λεκτικά με ικανοποιητικό τρόπο. Ας πάρουμε τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της απόλαυσης και του νερού που πίνουμε. Αν βρίσκεστε σε κατάσταση επώδυνης δίψας, τότε ένα μπουκάλι νερό αυξάνει σημαντικά την ευημερία σας. Περισσότερο νερό φέρνει περισσότερη απόλαυση. Τι γίνεται όμως άμα σας δώσω μια δεξαμενή νερό; Προφανώς η ευημερία σας δεν αργεί να γίνει αδιάφορη προς τις τυχόν πρόσθετες ποσότητες νερού. Μάλιστα, άμα σας ζητήσω να επιλέξετε ανάμεσα σε ένα μπουκάλι νερό και μια δεξαμενή, θα προτιμήσετε το μπουκάλι. Συνεπώς, η ευχαρίστησή σας μειώνεται με την πρόσθετη ποσότητα.
Αυτές οι μη-γραμμικές σχέσεις βρίσκονται παντού στη ζωή. Οι γραμμικές σχέσεις αποτελούν, πράγματι, την εξαίρεση: τους αποδίδουμε μεγάλη σημασία μόνο στις σχολικές τάξεις και στα εγχειρίδια, και τούτο επειδή είναι ευκολότερες στην κατανόηση. Χθες το απόγευμα προσπάθησα να κοιτάξω γύρω μου και να γράψω ένα κατάλογο εκείνων των πραγμάτων που θα έβλεπα κατά τη διάρκεια της ημέρας και θα ήταν γραμμικά. Δεν κατόρθωσα να βρω τίποτε – όπως ακριβώς κάποιος που ψάχνει για τρίγωνα και τετράγωνα θα τα βρει στο δάσος του Αμαζονίου ούτε, όπως θα δούμε, κάποιος που αναζητά το τυχαίο του τύπου της καμπύλης σε σχήμα καμπάνας θα το βρει κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα.
Παίζεις τένις κάθε μέρα χωρίς να δείχνεις βελτίωση, κι ύστερα ξαφνικά αρχίζεις να κερδίζεις τον δάσκαλο.
Το παιδί σας δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα ομιλίας, όμως δείχνει να μη θέλει να μιλήσει. Η δασκάλα σάς πιέζει να αρχίσετε να σκέφτεστε “άλλες επιλογές”, με άλλα λόγια ψυχοθεραπεία. Διαπληκτίζεστε μαζί της, χωρίς αποτέλεσμα (εκείνη υποτίθεται ότι είναι ειδική). Και τότε, εντελώς ξαφνικά, το παιδί σας αρχίζει να συντάσσει περίπλοκες προτάσεις, ίσως μάλιστα λίγο πιο περίπλοκες απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς για το πλαίσιο της ηλικίας του. Θα το επαναλάβω: η γραμμική πρόοδος, η Πλατωνική αυτή ιδέα, δεν αποτελεί τον κανόνα.
Η ανθρώπινη φύση, η ευτυχία και οι αποσπασματικές μεγάλες ανταμοιβές
Ας αναλύσουμε τώρα τη βασική ιδέα που βρίσκεται πίσω από εκείνο που οι ερευνητές αποκαλούν ηδονική ευτυχία.
Όταν κανείς κερδίζει 1.000.000 δολάρια μέσα σε μια χρονιά, τίποτε όμως στα εννιά χρόνια που προηγήθηκαν, δεν αισθάνεται την ίδια απόλαυση με το αν λάμβανε το ίδιο μεν σύνολο ισοκατανεμημένο όμως στην ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή 100.000 κάθε χρόνο επί δέκα χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για το αντίστροφο – αν, δηλαδή, βγάλεις ένα μεγάλο ποσό την πρώτη χρονιά, ύστερα όμως τίποτε για την υπόλοιπη περίοδο. Κατά κάποιον τρόπο, το σύστημα απόλαυσής σου θα κορεσθεί σχετικά γρήγορα, δεν θα μεταφέρει στην επόμενη χρήση το ηδονικό υπόλοιπο όπως γίνεται με τον φόρο σε μία δήλωση εισοδήματος. Μάλιστα η ευτυχία σου εξαρτάται πολύ περισσότερο από τις φορές που επέρχεται θετική αίσθηση, εκείνο δηλαδή που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «θετική συγκίνηση», παρά από την ένταση με την οποία αυτή καταγράφεται. Με άλλα λόγια, τα καλά νέα είναι πρώτον και κύριον καλά νέα: το πόσο καλά, δεν ενδιαφέρει και τόσο. Προκειμένου να έχεις λοιπόν μια καλή ζωή, θα ’πρεπε να μοιράζεις αυτές τις «συγκινήσεις» όσο το δυνατόν ομαλότερα στον χρόνο. Πολλά μετρίως καλά νέα είναι καλύτερα από μια μεμονωμένη, αποσπασματική περίπτωση υπέροχων νέων.
Ατυχώς, μάλιστα, μάλλον είναι χειρότερο να κερδίσεις 10.000.000 κι ύστερα να χάσεις τα 9.000.000 από το να μην έχεις κερδίσει τίποτε απολύτως! Ασφαλώς θα έχεις αποκτήσει ένα εκατομμύριο (σε σύγκριση με το τίποτε), όμως μπορεί να είναι καλύτερο να είχες μείνει στο τίποτε. (Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν ότι έχεις ενδιαφέρον για τις οικονομικές ανταμοιβές.)
Συνεπώς, από μια στενή λογιστική οπτική γωνία, που θα την ονομάσω εδώ «ηδονικό αλγόριθμο», δεν αποτελεί αποδοτική επιλογή να ρίχνει κανείς τα ζάρια για να πετύχει το ένα μεγάλο κέρδος. Η Μητέρα Φύση μάς προόρισε να αποκομίζουμε απόλαυση από μια σταθερή ροή ευχάριστων μικρών, αλλά πάντως σταθερών, ανταμοιβών. Όπως ήδη είπα, οι ανταμοιβές δεν χρειάζεται να είναι μεγάλες, αρκεί να είναι συχνές – λίγο απ’ εδώ, λίγο απ’ εκεί. Μην ξεχνάτε ότι η κυριότερη ικανοποίησή μας προερχόταν, επί χιλιάδες χρόνια, από το φαγητό και το νερό (συν από κάτι άλλο, πιο ιδιωτικό)· ενώ λοιπόν αυτά τα χρειαζόμαστε σταθερά, δεν αργούμε να φθάσουμε στο σημείο του κορεσμού.
Το πρόβλημα, ασφαλώς, έγκειται στο ότι δεν ζούμε σ’ ένα περιβάλλον όπου τα αποτελέσματα προκύπτουν με σταθερό τρόπο – στην ανθρώπινη ιστορία κυριαρχούν εν πολλοίς οι Μαύροι Κύκνοι. Είναι κρίμα που η σωστή στρατηγική για το τωρινό μας περιβάλλον μπορεί να μη μας επιφυλάσσει εσωτερικές ανταμοιβές και θετική ανάδραση για τις προσπάθειές μας.
Η ίδια ιδιότητα, με αντίστροφη φθορά, εφαρμόζεται και στη δυστυχία μας. Καλύτερα να συγκεντρώνεται όλο το κακό που υφίστασαι σε μια σύντομη περίοδο, παρά να εκτυλίσσεται με μακρότερη διάρκεια.
Όμως, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που κατορθώνουν να υπερβαίνουν την ασυμμετρία δυστυχίας και χαράς, να ξεφεύγουν από το ηδονικό έλλειμμα, να βγάζουν τον εαυτό τους έξω απ’ αυτό το παιχνίδι – και να ζουν με την ελπίδα.
Ο μοναδικός ορισμός για την επιτυχία είναι να ζει κανείς μια έντιμη ζωή
Η ανάληψη κινδύνων (μια συγκεκριμένη κατηγορία κινδύνων) αποτελεί διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο και στη μηχανή και (ορισμένοι. μπορεί να διαφωνήσουν) επίσης τρόπο κατάταξης των ανθρώπων.
Αν δεν αναλαμβάνεις κινδύνους για να εκφράσεις τη γνώμη σου, δεν είσαι τίποτα.
Και εγώ θα συνεχίζω να λέω ότι ο μοναδικός ορισμός που έχω για την επιτυχία είναι να ζει κανείς μια έντιμη ζωή. Υπονοήσαμε ότι είναι ανέντιμο να αφήνει κανείς άλλους να πεθαίνουν στη θέση του.
Εντιμότητα σημαίνει ότι υπάρχουν κάποιες πράξεις που δεν θα κάνατε ποτέ, ανεξάρτητα από τις υλικές ανταμοιβές. Δεν θα δεχόσαστε καμία φαουστική συμφωνία, δεν θα πουλούσατε το κορμί σας για πεντακόσια δολάρια που επίσης σημαίνει ότι δεν θα το κάνατε ούτε για ένα εκατομμύριο ούτε για ένα δισεκατομμύριο ούτε για ένα τρισεκατομμύριο. Και δεν αφορά μόνο συμπεριφορές που ακολουθούν τη via negativa, εντιμότητα σημαίνει επίσης ότι υπάρχουν πράγματα που θα κάνατε άνευ όρων, ανεξάρτητα από τις συνέπειες. Αναλογιστείτε τις μονομαχίες, που μας στέρησαν τον σπουδαίο Ρώσο ποιητή Πούσκιν (Pushkin), τον Γάλλο μαθηματικό Γκαλουά (Galois) και, φυσικά, πολλούς άλλους, σε νεαρή ηλικία (και, στην περίπτωση του Γκαλουά, σε πάρα πολύ νεαρή ηλικία ) οι άνθρωποι ρίσκαραν να πεθάνουν για να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους. Επειδή κανείς δεν ήθελε να ζήσει ως δειλός, προτιμούσε τον θάνατο, ακόμη κι αν, όπως στην περίπτωση του Γκαλούα, είχε εφεύρει έναν νέο και σημαντικό κλάδο των μαθηματικών ενώ ήταν ακόμη έφηβος. Όπως έλεγε η Σπαρτιάτισσα μητέρα στον γιο της που πήγαινε στον πόλεμο “Ή ταν ή επί τας”, δηλαδή είτε θα επιστρέψεις με την ασπίδα σου ή δεν θα γυρίσεις ζωντανός (το έθιμο ήταν να μεταφέρουν το νεκρό σώμα πάνω στην ασπίδα): μόνο οι δειλοί ξεφορτώνονται την ασπίδα τους για να τρέξουν πιο γρήγορα.
Για να καταλάβετε πώς ο μοντερνισμός έχει καταστρέψει κάποια από τα θεμέλια των ανθρώπινων αξιών, συγκρίνετε τις παραπάνω απόλυτες θέσεις με μοντερνιστικούς συμβιβασμούς: για παράδειγμα, άτομα που δουλεύουν για απεχθή λόμπι ή άτομα που εν γνώσει τους παίζουν το γνωστό ανήθικο παιχνίδι των ακαδημαϊκών κύκλων, αποδέχονται την κατάστασή τους προτάσσοντας επιχειρήματα όπως «πρέπει να σπουδάσω τα παιδιά μου». Οι άνθρωποι που δεν είναι ηθικά ανεξάρτητοι συνήθως προσπαθούν να ταιριάξουν ηθικές αξίες στο επάγγελμά τους (έπειτα από κάποια ελάχιστη επεξεργασία) παρά να βρουν ένα επάγγελμα που να ταιριάζει στις ηθικές αξίες τους.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση της εντιμότητας: να εμπλέκεται κανείς σε πράξεις που εκτείνονται πέρα από το προσωπικό διακύβευμα, με αποτέλεσμα να διακινδυνεύει για χάρη άλλων, να βάζει το κεφάλι του σε τορβάδες άλλων- να θυσιάζει κάτι σημαντικό για χάρη του συνόλου.
Αν δεν αναλαμβάνεις κινδύνους για να εκφράσεις τη γνώμη σου, δεν είσαι τίποτα.
Και εγώ θα συνεχίζω να λέω ότι ο μοναδικός ορισμός που έχω για την επιτυχία είναι να ζει κανείς μια έντιμη ζωή. Υπονοήσαμε ότι είναι ανέντιμο να αφήνει κανείς άλλους να πεθαίνουν στη θέση του.
Εντιμότητα σημαίνει ότι υπάρχουν κάποιες πράξεις που δεν θα κάνατε ποτέ, ανεξάρτητα από τις υλικές ανταμοιβές. Δεν θα δεχόσαστε καμία φαουστική συμφωνία, δεν θα πουλούσατε το κορμί σας για πεντακόσια δολάρια που επίσης σημαίνει ότι δεν θα το κάνατε ούτε για ένα εκατομμύριο ούτε για ένα δισεκατομμύριο ούτε για ένα τρισεκατομμύριο. Και δεν αφορά μόνο συμπεριφορές που ακολουθούν τη via negativa, εντιμότητα σημαίνει επίσης ότι υπάρχουν πράγματα που θα κάνατε άνευ όρων, ανεξάρτητα από τις συνέπειες. Αναλογιστείτε τις μονομαχίες, που μας στέρησαν τον σπουδαίο Ρώσο ποιητή Πούσκιν (Pushkin), τον Γάλλο μαθηματικό Γκαλουά (Galois) και, φυσικά, πολλούς άλλους, σε νεαρή ηλικία (και, στην περίπτωση του Γκαλουά, σε πάρα πολύ νεαρή ηλικία ) οι άνθρωποι ρίσκαραν να πεθάνουν για να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους. Επειδή κανείς δεν ήθελε να ζήσει ως δειλός, προτιμούσε τον θάνατο, ακόμη κι αν, όπως στην περίπτωση του Γκαλούα, είχε εφεύρει έναν νέο και σημαντικό κλάδο των μαθηματικών ενώ ήταν ακόμη έφηβος. Όπως έλεγε η Σπαρτιάτισσα μητέρα στον γιο της που πήγαινε στον πόλεμο “Ή ταν ή επί τας”, δηλαδή είτε θα επιστρέψεις με την ασπίδα σου ή δεν θα γυρίσεις ζωντανός (το έθιμο ήταν να μεταφέρουν το νεκρό σώμα πάνω στην ασπίδα): μόνο οι δειλοί ξεφορτώνονται την ασπίδα τους για να τρέξουν πιο γρήγορα.
Για να καταλάβετε πώς ο μοντερνισμός έχει καταστρέψει κάποια από τα θεμέλια των ανθρώπινων αξιών, συγκρίνετε τις παραπάνω απόλυτες θέσεις με μοντερνιστικούς συμβιβασμούς: για παράδειγμα, άτομα που δουλεύουν για απεχθή λόμπι ή άτομα που εν γνώσει τους παίζουν το γνωστό ανήθικο παιχνίδι των ακαδημαϊκών κύκλων, αποδέχονται την κατάστασή τους προτάσσοντας επιχειρήματα όπως «πρέπει να σπουδάσω τα παιδιά μου». Οι άνθρωποι που δεν είναι ηθικά ανεξάρτητοι συνήθως προσπαθούν να ταιριάξουν ηθικές αξίες στο επάγγελμά τους (έπειτα από κάποια ελάχιστη επεξεργασία) παρά να βρουν ένα επάγγελμα που να ταιριάζει στις ηθικές αξίες τους.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση της εντιμότητας: να εμπλέκεται κανείς σε πράξεις που εκτείνονται πέρα από το προσωπικό διακύβευμα, με αποτέλεσμα να διακινδυνεύει για χάρη άλλων, να βάζει το κεφάλι του σε τορβάδες άλλων- να θυσιάζει κάτι σημαντικό για χάρη του συνόλου.
Οι εξωγήινοι δεν είναι τα πράσινα ανθρωπάκια που βλέπουμε στις ταινίες
Οι άνθρωποι φαίνονται να πλησιάζουν καθημερινά και πιο πολύ στον εντοπισμό ζωής έξω από τον πλανήτη μας, ειδικότερα μετά την αποστολή στον Άρη που βρίσκεται σε εξέλιξη τον τελευταίο καιρό.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος αστροβιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ Άρικ Κέρσενμπάουμ, δημοσίευσε βιβλίο, στο οποίο αναλύει όλα όσα θα μπορούσαμε να περιμένουμε για την εξωγήινη ζωή, με βάση τους φυσικούς νόμους και την επιστήμη. Ο γνωστός αστροβιολόγος θεωρεί δεδομένη την ύπαρξη εξωγήινης ζωής, ωστόσο... χαμηλώνει τις προσδοκίες, γράφοντας στη διατριβή του ότι η εικόνα που έχει διαμορφώσει ο πολύς κόσμος, μέσα από μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες, δεν θα επιβεβαιωθεί. Με άλλα λόγια, ξεχνάμε... πράσινα ανθρωπάκια από τον Άρη, ή προηγμένα όντα τύπου ΕΤ.
Οι εξωγήινοι θα είναι πιθανόν ανθρωπόμορφοι ή ζωόμορφοι, θα έχουν συμμετρικά σώματα, με χέρια, πόδια, αυτιά και μάτια. Η Δαρβινική θεωρία της φυσικής εξέλιξης και επιλογής δεν είναι δυνατόν, με βάση τους φυσικούς νόμους, να διαφοροποιηθεί, έστω και σε άλλο αστρικό σύστημα, γαλαξία, ή πλανήτη με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Αυτό σημαίνει ότι η εξέλιξη των εξωγήινων έχει... περιορισμένες διαδρομές κα εξαρτάται από το περιβάλλον τους, ωστόσο δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί σε σημείο που να ανατρέπει τους νόμους του σύμπαντος.
Επίσης, οι εξωγήινοι θα είναι έξυπνοι και κοινωνικοί, ανεξάρτητα με το επίπεδο της τεχνολογίας και του πολιτισμού που θα έχουν αναπτύξει.
Το βιβλίο του καθηγητή αστροβιολογίας του Κέιμπριτζ κυκλοφόρησε το τελευταίο 24ωρο και διερευνά την πιθανή εξέλιξη της ζωής εκτός του πλανήτη μας. Ο Κέρσενμπάουμ στηρίζει την έρευνά του στην εξέλιξη των πλασμάτων στη Γη και προβλέπει τη μορφή των κατοίκων σε πλανήτες που βρίσκονται αρκετά έτη φωτός μακριά από το ηλιακό μας σύστημα.
Στο βιβλίο του δεν ασχολείται με συγκεκριμένη μορφή, αλλά κυρίως με την εξέλιξη των ειδών. Στηρίζεται εν μέρει στη δουλειά του Richard Dawkins, διερευνώντας την έννοια του «Καθολικού Δαρβινισμού», με τον ίδιο ο Dawkins να λέει ότι το βιβλίο προσφέρει μια «θαυμάσια διορατική ματιά στη γήινη βιολογία».
Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να περιμένουμε αν ο... ET έφτανε να μας επισκεφθεί;Λοιπόν, σύμφωνα με τον Kershenbaum, δεν θα πρέπει να περιμένουμε... μεγάλες εκπλήξεις. Λέει ότι οι «καθολικοί νόμοι της βιολογίας» που διέπουν όλη τη ζωή στη Γη, πιθανότατα θα ισχύουν και για τους εξωγήινους, με τα είδη να εξελίσσονται με βάση τη φυσική επιλογή. Αυτό θα ισχύει ανεξάρτητα από το ποια είναι τα πλάσματα από χημικά, σε ποια περιβάλλοντα ζουν ή τον τύπο του αστεριού που βρίσκεται σε τροχιά ο πλανήτης τους.
Η θεωρία της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου αφορά την επιβίωση και αναπαραγωγή των ατόμων με βάση την ικανότητά τους να αναπαράγονται με επιτυχία.
Ο Kershenbaum λέει ότι αυτό θα ισχύει και για τα ξένα είδη σε έναν μακρινό κόσμο.
Τονίζει ότι μπορεί να μην μοιάζουν «ακριβώς» σαν πλάσματα στη Γη και μπορεί ακόμη και να αναπνέουν διαφορετικό αέρα, αλλά η εξέλιξή τους θα βασίζεται σε ορισμένες περιοριστικές ιδιότητες που ταιριάζουν καλύτερα στο περιβάλλον τους.
Η φυσική εξέλιξη και η θεωρία του Δαρβίνου
Ο αστροβιολόγους από το Κέιμπριτζ είχε αναφερθεί σχετικά σε άρθρο του στο BBC Science Focus το 2020: «Ο πιο σημαντικός κανόνας είναι ότι η ζωή προκύπτει από τη φυσική επιλογή. Η ζωή προσαρμόζεται στο περιβάλλον της.
Οι σύνθετοι εξωγήινοι θα έχουν εξελιχθεί από απλούς εξωγήινους, για να λύσουν τα προβλήματα στον πλανήτη τους. Προβλήματα όπως η εύρεση τροφής και η αναπαραγωγή θα επιλύονται, όπως επιλύονται και στους ανθρώπους ή στα άλλα είδη του πλανήτη μας.
Προτείνει ότι τα εξωγήινα πλάσματα πιθανότατα θα ακολουθήσουν κάποια γνωστά μοτίβα. Για παράδειγμα θα είναι διμερώς συμμετρικά, δηλαδή ότι η αριστερή πλευρά τους θα αντικατοπτρίζει τη δεξιά πλευρά τους.
Θα υπάρχουν θηρευτές και θηράματα, τα οποία θα οδηγήσουν σε καμουφλάζ και αμυντικούς μηχανισμούς, παρόμοιους με τα πλάσματα στη Γη. Θα είναι κοινωνικοί όσο και ατομικιστές και θα έχουν μια σειρά κινήσεων που έχουν σχεδιαστεί για να αποφύγουν τον κυρίαρχο θηρευτή τους».
Ένα παράδειγμα που έδωσε προήλθε από παρατηρήσεις ψαριών που ζουν στον πυθμένα της θάλασσας στη Γη και τα οποία χρησιμοποιούν ηλεκτρικούς παλμούς για να δείξουν την κοινωνική τους κατάσταση.
Ο Κέρσενμπάουερ είπε ότι ένα κυρίαρχο είδος σε έναν μακρινό κόσμο μπορεί να έχει εξελιχθεί για να χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια σε μία πιο λεπτομερή και πιο προηγμένη επικοινωνία. Θα είχαν επίσης πιθανώς γνωστά σε εμάς άκρα για την κίνησή τους, όπως πόδια, βατραχοπόδαρα για υδάτινους κόσμους, πτερύγια και φτερά.
Οι εκτιμήσεις για την αναπαραγωγή αφορά και πάλι τις μορφές στη Γη, αλλά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το περιβάλλον. Τα πλάσματα πιθανότατα θα είναι έξυπνα, με κυρίαρχα είδη να εξελίσσονται τεχνολογικά, γλώσσα και τρόπους επικοινωνίας, τόνισε ο Kershenbaum. «Όλοι θέλουμε να πιστέψουμε στους ευφυείς εξωγήινους», έγραψε στο βιβλίο, προσθέτοντας ότι «φαίνεται αναπόφευκτο ότι θα υπάρχουν και στην πραγματικότητα».
Περίπλοκη τεχνολογία και προηγμένη επικοινωνία
Ο Κέρσενμπάουμ θεωρεί ότι θα υπάρχουν πολλαπλά συστήματα με κοινωνικούς και ευφυείς οργανισμούς που έχουν την «ικανότητα γλώσσας» και περίπλοκη τεχνολογία.
«Είναι δύσκολο να δούμε πώς είναι δυνατόν να υπάρξει άλλο αποτέλεσμα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο γνωστός αστροβιολόγος. Στην πραγματικότητα πιστεύει ότι θα ήταν δυνατόν να τους συναντήσουμε, καθώς «θα κατασκευάζουν διαστημόπλοια και θα εξερευνούν το σύμπαν», όπως ακριβώς κάνει και ο άνθρωπος τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο συγγραφέας δεν πιστεύει ότι θα συναντήσουμε αυτά τα πλάσματα οποιαδήποτε στιγμή, καθώς η πιθανότητα - εν μέρει λόγω των τεράστιων αποστάσεων μεταξύ των συστημάτων αστεριών - είναι τόσο μικρή «που σχεδόν απορρίπτεται».
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος αστροβιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ Άρικ Κέρσενμπάουμ, δημοσίευσε βιβλίο, στο οποίο αναλύει όλα όσα θα μπορούσαμε να περιμένουμε για την εξωγήινη ζωή, με βάση τους φυσικούς νόμους και την επιστήμη. Ο γνωστός αστροβιολόγος θεωρεί δεδομένη την ύπαρξη εξωγήινης ζωής, ωστόσο... χαμηλώνει τις προσδοκίες, γράφοντας στη διατριβή του ότι η εικόνα που έχει διαμορφώσει ο πολύς κόσμος, μέσα από μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες, δεν θα επιβεβαιωθεί. Με άλλα λόγια, ξεχνάμε... πράσινα ανθρωπάκια από τον Άρη, ή προηγμένα όντα τύπου ΕΤ.
Οι εξωγήινοι θα είναι πιθανόν ανθρωπόμορφοι ή ζωόμορφοι, θα έχουν συμμετρικά σώματα, με χέρια, πόδια, αυτιά και μάτια. Η Δαρβινική θεωρία της φυσικής εξέλιξης και επιλογής δεν είναι δυνατόν, με βάση τους φυσικούς νόμους, να διαφοροποιηθεί, έστω και σε άλλο αστρικό σύστημα, γαλαξία, ή πλανήτη με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Αυτό σημαίνει ότι η εξέλιξη των εξωγήινων έχει... περιορισμένες διαδρομές κα εξαρτάται από το περιβάλλον τους, ωστόσο δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί σε σημείο που να ανατρέπει τους νόμους του σύμπαντος.
Επίσης, οι εξωγήινοι θα είναι έξυπνοι και κοινωνικοί, ανεξάρτητα με το επίπεδο της τεχνολογίας και του πολιτισμού που θα έχουν αναπτύξει.
Το βιβλίο του καθηγητή αστροβιολογίας του Κέιμπριτζ κυκλοφόρησε το τελευταίο 24ωρο και διερευνά την πιθανή εξέλιξη της ζωής εκτός του πλανήτη μας. Ο Κέρσενμπάουμ στηρίζει την έρευνά του στην εξέλιξη των πλασμάτων στη Γη και προβλέπει τη μορφή των κατοίκων σε πλανήτες που βρίσκονται αρκετά έτη φωτός μακριά από το ηλιακό μας σύστημα.
Στο βιβλίο του δεν ασχολείται με συγκεκριμένη μορφή, αλλά κυρίως με την εξέλιξη των ειδών. Στηρίζεται εν μέρει στη δουλειά του Richard Dawkins, διερευνώντας την έννοια του «Καθολικού Δαρβινισμού», με τον ίδιο ο Dawkins να λέει ότι το βιβλίο προσφέρει μια «θαυμάσια διορατική ματιά στη γήινη βιολογία».
Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να περιμένουμε αν ο... ET έφτανε να μας επισκεφθεί;Λοιπόν, σύμφωνα με τον Kershenbaum, δεν θα πρέπει να περιμένουμε... μεγάλες εκπλήξεις. Λέει ότι οι «καθολικοί νόμοι της βιολογίας» που διέπουν όλη τη ζωή στη Γη, πιθανότατα θα ισχύουν και για τους εξωγήινους, με τα είδη να εξελίσσονται με βάση τη φυσική επιλογή. Αυτό θα ισχύει ανεξάρτητα από το ποια είναι τα πλάσματα από χημικά, σε ποια περιβάλλοντα ζουν ή τον τύπο του αστεριού που βρίσκεται σε τροχιά ο πλανήτης τους.
Η θεωρία της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου αφορά την επιβίωση και αναπαραγωγή των ατόμων με βάση την ικανότητά τους να αναπαράγονται με επιτυχία.
Ο Kershenbaum λέει ότι αυτό θα ισχύει και για τα ξένα είδη σε έναν μακρινό κόσμο.
Τονίζει ότι μπορεί να μην μοιάζουν «ακριβώς» σαν πλάσματα στη Γη και μπορεί ακόμη και να αναπνέουν διαφορετικό αέρα, αλλά η εξέλιξή τους θα βασίζεται σε ορισμένες περιοριστικές ιδιότητες που ταιριάζουν καλύτερα στο περιβάλλον τους.
Η φυσική εξέλιξη και η θεωρία του Δαρβίνου
Ο αστροβιολόγους από το Κέιμπριτζ είχε αναφερθεί σχετικά σε άρθρο του στο BBC Science Focus το 2020: «Ο πιο σημαντικός κανόνας είναι ότι η ζωή προκύπτει από τη φυσική επιλογή. Η ζωή προσαρμόζεται στο περιβάλλον της.
Οι σύνθετοι εξωγήινοι θα έχουν εξελιχθεί από απλούς εξωγήινους, για να λύσουν τα προβλήματα στον πλανήτη τους. Προβλήματα όπως η εύρεση τροφής και η αναπαραγωγή θα επιλύονται, όπως επιλύονται και στους ανθρώπους ή στα άλλα είδη του πλανήτη μας.
Προτείνει ότι τα εξωγήινα πλάσματα πιθανότατα θα ακολουθήσουν κάποια γνωστά μοτίβα. Για παράδειγμα θα είναι διμερώς συμμετρικά, δηλαδή ότι η αριστερή πλευρά τους θα αντικατοπτρίζει τη δεξιά πλευρά τους.
Θα υπάρχουν θηρευτές και θηράματα, τα οποία θα οδηγήσουν σε καμουφλάζ και αμυντικούς μηχανισμούς, παρόμοιους με τα πλάσματα στη Γη. Θα είναι κοινωνικοί όσο και ατομικιστές και θα έχουν μια σειρά κινήσεων που έχουν σχεδιαστεί για να αποφύγουν τον κυρίαρχο θηρευτή τους».
Ένα παράδειγμα που έδωσε προήλθε από παρατηρήσεις ψαριών που ζουν στον πυθμένα της θάλασσας στη Γη και τα οποία χρησιμοποιούν ηλεκτρικούς παλμούς για να δείξουν την κοινωνική τους κατάσταση.
Ο Κέρσενμπάουερ είπε ότι ένα κυρίαρχο είδος σε έναν μακρινό κόσμο μπορεί να έχει εξελιχθεί για να χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια σε μία πιο λεπτομερή και πιο προηγμένη επικοινωνία. Θα είχαν επίσης πιθανώς γνωστά σε εμάς άκρα για την κίνησή τους, όπως πόδια, βατραχοπόδαρα για υδάτινους κόσμους, πτερύγια και φτερά.
Οι εκτιμήσεις για την αναπαραγωγή αφορά και πάλι τις μορφές στη Γη, αλλά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το περιβάλλον. Τα πλάσματα πιθανότατα θα είναι έξυπνα, με κυρίαρχα είδη να εξελίσσονται τεχνολογικά, γλώσσα και τρόπους επικοινωνίας, τόνισε ο Kershenbaum. «Όλοι θέλουμε να πιστέψουμε στους ευφυείς εξωγήινους», έγραψε στο βιβλίο, προσθέτοντας ότι «φαίνεται αναπόφευκτο ότι θα υπάρχουν και στην πραγματικότητα».
Περίπλοκη τεχνολογία και προηγμένη επικοινωνία
Ο Κέρσενμπάουμ θεωρεί ότι θα υπάρχουν πολλαπλά συστήματα με κοινωνικούς και ευφυείς οργανισμούς που έχουν την «ικανότητα γλώσσας» και περίπλοκη τεχνολογία.
«Είναι δύσκολο να δούμε πώς είναι δυνατόν να υπάρξει άλλο αποτέλεσμα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο γνωστός αστροβιολόγος. Στην πραγματικότητα πιστεύει ότι θα ήταν δυνατόν να τους συναντήσουμε, καθώς «θα κατασκευάζουν διαστημόπλοια και θα εξερευνούν το σύμπαν», όπως ακριβώς κάνει και ο άνθρωπος τις τελευταίες δεκαετίες.
Ο συγγραφέας δεν πιστεύει ότι θα συναντήσουμε αυτά τα πλάσματα οποιαδήποτε στιγμή, καθώς η πιθανότητα - εν μέρει λόγω των τεράστιων αποστάσεων μεταξύ των συστημάτων αστεριών - είναι τόσο μικρή «που σχεδόν απορρίπτεται».
Οι ηθικώς ορθές απαντήσεις σύμφωνα με τον Αριστοτέλη
Η Ηθική έχει μια ιδιαιτερότητα έναντι των υπολοίπων επιστημών, και τούτη έγκειται στο ότι όλοι μας μετέχουμε σε αυτήν αφ' ενός ενεργά, αφ' ετέρου αναπόδραστα, κάτι που δεν συμβαίνει, φέρ’ ειπείν, με τη βιολογία ή την φυσική. Οι δυο αυτές επιστήμες μπορούν να εξελίσσονται ερήμην ημών: προφανώς όλοι μας επηρεαζόμαστε από τα επιτεύγματά τους, αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συμμετέχουμε στον σχετικό με αυτές διάλογο και να λαμβάνουμε θέση στα ζητήματα που προκύπτουν.
Σε ό, τι αφορά την Ηθική, αντιθέτως, δε γνωρίζω κάποιον που να πορεύεται στην ζωή του χωρίς συγκεκριμένες ηθικές αντιλήψεις και στάσεις - κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα ήταν απολύτως αδύνατο, αφού η πορεία της ζωή μας δεν είναι ευθύγραμμη, αλλά μας φέρνει διαρκώς μπροστά σε σταυροδρόμια, τρίστρατα ή δαιδάλους, και κάθε φορά μπορούμε να επιλέξουμε έναν μόνον από τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά μας. Τις περισσότερες από αυτές τις φορές, αν όχι όλες, επιλέγουμε τον δρόμο μας στηριγμένοι σε ένα «πρέπει» ή σε ένα «δεν πρέπει». Η ζωή μας, συνεπώς είναι μια αέναη αλληλουχία ηθικών επιλογών, ένα αγώνισμα νοηματοδότησης και πρόκρισης του ορθού έναντι του εσφαλμένου. Σε αυτό το αγώνισμα ο Αριστοτέλης συνεισέφερε ένα μεγάλο μέρος των κανόνων αφ' ενός, και έναν καλό οδηγό για πολλούς από εμάς στην καθημερινή μας ζωή.
Στο ερώτημα «ποιο δρόμο να ακολουθήσω;» ή «τι πρέπει να πράξω;» έχουν κατά καιρούς δοθεί ποικίλες απαντήσεις. Πριν από τον Αριστοτέλη (αλλά και μετά από αυτόν) οι περισσότερες εξ αυτών ήταν πάνω κάτω της μορφής: «κάνε αυτό που προστάζει ο θεός, ή εκείνο που επιβάλλει η φύση, ή ό, τι απαιτεί η στιγμή». Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που μεθοδικά και τεκμηριωμένα μας προτείνει να κάνουμε αυτό που συνάδει με την λογική μας φύση.
Συγκεκριμένα, στο ερώτημα «τι πρέπει να πράξω;» απαντά: «Κάνε αυτό που θα επέλεγε ο ενάρετος άνθρωπος».
Και ποιος είναι αυτός; «Εκείνος που διακρίνεται από τις αρετές».
Και τι είναι πάλι ετούτες; «Γνωρίσματα του χαρακτήρα που μας οδηγούν στην ευδαιμονία».
Και πώς θα ξεχωρίσουμε τα γνωρίσματα αυτά; «Αποφεύγουν τα άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη, και αγαπούν την μεσότητα, ανάλογα, βεβαίως, με την περίσταση».
Ο Αριστοτέλης, με λίγα λόγια, μας λέει πως για να αποφασίσουμε σωστά κάθε φορά που βρισκόμαστε σε δίλημμα, είναι αρκετό να εντοπίσουμε τη μέση οδό μεταξύ των δύο άκρων, όπως αυτά διαμορφώνονται κατά περίσταση, και να την επιλέξουμε. Πάνω από όλα, ωστόσο, μας λέει πως η ηθικώς ορθή επιλογή είναι στις άκρες των δακτύλων μας: ο λόγος μας, κοινός σε όλους τους ανθρώπους, είναι επαρκής ώστε να εντοπίσουμε και να επιλέξουμε το σωστό, το δίκαιο, το ενάρετο. Υπό αυτήν την έννοια, ο Αριστοτέλης ανοίγει τον δρόμο τόσο για την καντιανή ηθική όσο και για την συνεπειοκρατική αιώνες αργότερα. Αν σκεφτούμε πως οι τρεις αυτές παραδόσεις καθορίζουν κατά το μάλλον ή ήττον την ηθική του δυτικού ανθρώπου έως και σήμερα, είναι, νομίζω, προφανές πόσα πολλά οφείλουμε στον Αριστοτέλη - όχι μόνον οι ειδικοί, αλλά συνολικά ο δυτικός κόσμος και ο κάθε ένας από εμάς ξεχωριστά.
Σε ό, τι αφορά την Ηθική, αντιθέτως, δε γνωρίζω κάποιον που να πορεύεται στην ζωή του χωρίς συγκεκριμένες ηθικές αντιλήψεις και στάσεις - κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα ήταν απολύτως αδύνατο, αφού η πορεία της ζωή μας δεν είναι ευθύγραμμη, αλλά μας φέρνει διαρκώς μπροστά σε σταυροδρόμια, τρίστρατα ή δαιδάλους, και κάθε φορά μπορούμε να επιλέξουμε έναν μόνον από τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά μας. Τις περισσότερες από αυτές τις φορές, αν όχι όλες, επιλέγουμε τον δρόμο μας στηριγμένοι σε ένα «πρέπει» ή σε ένα «δεν πρέπει». Η ζωή μας, συνεπώς είναι μια αέναη αλληλουχία ηθικών επιλογών, ένα αγώνισμα νοηματοδότησης και πρόκρισης του ορθού έναντι του εσφαλμένου. Σε αυτό το αγώνισμα ο Αριστοτέλης συνεισέφερε ένα μεγάλο μέρος των κανόνων αφ' ενός, και έναν καλό οδηγό για πολλούς από εμάς στην καθημερινή μας ζωή.
Στο ερώτημα «ποιο δρόμο να ακολουθήσω;» ή «τι πρέπει να πράξω;» έχουν κατά καιρούς δοθεί ποικίλες απαντήσεις. Πριν από τον Αριστοτέλη (αλλά και μετά από αυτόν) οι περισσότερες εξ αυτών ήταν πάνω κάτω της μορφής: «κάνε αυτό που προστάζει ο θεός, ή εκείνο που επιβάλλει η φύση, ή ό, τι απαιτεί η στιγμή». Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που μεθοδικά και τεκμηριωμένα μας προτείνει να κάνουμε αυτό που συνάδει με την λογική μας φύση.
Συγκεκριμένα, στο ερώτημα «τι πρέπει να πράξω;» απαντά: «Κάνε αυτό που θα επέλεγε ο ενάρετος άνθρωπος».
Και ποιος είναι αυτός; «Εκείνος που διακρίνεται από τις αρετές».
Και τι είναι πάλι ετούτες; «Γνωρίσματα του χαρακτήρα που μας οδηγούν στην ευδαιμονία».
Και πώς θα ξεχωρίσουμε τα γνωρίσματα αυτά; «Αποφεύγουν τα άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη, και αγαπούν την μεσότητα, ανάλογα, βεβαίως, με την περίσταση».
Ο Αριστοτέλης, με λίγα λόγια, μας λέει πως για να αποφασίσουμε σωστά κάθε φορά που βρισκόμαστε σε δίλημμα, είναι αρκετό να εντοπίσουμε τη μέση οδό μεταξύ των δύο άκρων, όπως αυτά διαμορφώνονται κατά περίσταση, και να την επιλέξουμε. Πάνω από όλα, ωστόσο, μας λέει πως η ηθικώς ορθή επιλογή είναι στις άκρες των δακτύλων μας: ο λόγος μας, κοινός σε όλους τους ανθρώπους, είναι επαρκής ώστε να εντοπίσουμε και να επιλέξουμε το σωστό, το δίκαιο, το ενάρετο. Υπό αυτήν την έννοια, ο Αριστοτέλης ανοίγει τον δρόμο τόσο για την καντιανή ηθική όσο και για την συνεπειοκρατική αιώνες αργότερα. Αν σκεφτούμε πως οι τρεις αυτές παραδόσεις καθορίζουν κατά το μάλλον ή ήττον την ηθική του δυτικού ανθρώπου έως και σήμερα, είναι, νομίζω, προφανές πόσα πολλά οφείλουμε στον Αριστοτέλη - όχι μόνον οι ειδικοί, αλλά συνολικά ο δυτικός κόσμος και ο κάθε ένας από εμάς ξεχωριστά.
ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.5.1-1.8.3)
[1.5.1] Εἰς τοῦτο τὸ νυμφαῖον ὄϊς ἀρτιτόκος συχνὰ φοιτῶσα δόξαν πολλάκις ἀπωλείας παρεῖχε. Κολάσαι δὴ βουλόμενος αὐτὴν καὶ εἰς τὴν πρότερον εὐνομίαν καταστῆσαι, δεσμὸν ῥάβδου χλωρᾶς λυγίσας ὅμοιον βρόχῳ τῇ πέτρᾳ προσῆλθεν, ὡς ἐκεῖ συλληψόμενος αὐτήν. [1.5.2] Ἐπιστὰς δὲ οὐδὲν εἶδεν ὧν ἤλπισεν, ἀλλὰ τὴν μὲν διδοῦσαν πάνυ ἀνθρωπίνως τὴν θηλὴν εἰς ἄφθονον τοῦ γάλακτος ὁλκήν, τὸ δὲ παιδίον ἀκλαυτὶ λάβρως εἰς ἀμφοτέρας τὰς θηλὰς μεταφέρον τὸ στόμα καθαρὸν καὶ φαιδρόν, οἷα τῆς ὄϊος τῇ γλώττῃ τὸ πρόσωπον ἀπολιχμωμένης μετὰ τὸν κόρον τῆς τροφῆς. [1.5.3] Θῆλυ ἦν τοῦτο τὸ παιδίον, καὶ παρέκειτο καὶ τούτῳ σπάργανα γνωρίσματα· μίτρα διάχρυσος, ὑποδήματα ἐπίχρυσα, περισκελίδες χρυσαῖ.[1.6.1] Θεῖον δή τι νομίσας τὸ εὕρημα καὶ διδασκόμενος παρὰ τῆς ὄϊος ἐλεεῖν τε τὸ παιδίον καὶ φιλεῖν ἀναιρεῖται μὲν τὸ βρέφος ἐπ᾽ ἀγκῶνος, ἀποτίθεται δὲ τὰ γνωρίσματα κατὰ τῆς πήρας, εὔχεται δὲ ταῖς Νύμφαις ἐπὶ χρηστῇ τύχῃ θρέψαι τὴν ἱκέτιν αὐτῶν. [1.6.2] Καὶ ἐπεὶ καιρὸς ἦν ἀπελαύνειν τὴν ποίμνην, ἐλθὼν εἰς τὴν ἔπαυλιν τῇ γυναικὶ διηγεῖται τὰ ὀφθέντα, δείκνυσι τὰ εὑρεθέντα, παρακελεύεται θυγάτριον νομίζειν καὶ λανθάνουσαν ὡς ἴδιον τρέφειν. [1.6.3] Ἡ μὲν δὴ Νάπη —τοῦτο γὰρ ἐκαλεῖτο— μήτηρ εὐθὺς ἦν καὶ ἐφίλει τὸ παιδίον, ὥσπερ ὑπὸ τῆς ὄϊος παρευδοκιμηθῆναι δεδοικυῖα, καὶ τίθεται καὶ αὐτὴ ποιμενικὸν ὄνομα πρὸς πίστιν αὐτῷ, Χλόην.
[1.7.1] Ταῦτα τὰ παιδία ταχὺ μάλα ηὔξησε, καὶ κάλλος αὐτοῖς ἐξεφαίνετο κρεῖττον ἀγροικίας. Ἤδη τε ἦν ὁ μὲν πέντε καὶ δέκα ἐτῶν ἀπὸ γενεᾶς, ἡ δὲ τοσούτων, δυοῖν ἀποδεόντοιν, καὶ ὁ Δρύας καὶ ὁ Λάμων ἐπὶ μιᾶς νυκτὸς ὁρῶσιν ὄναρ τοιόνδε τι. [1.7.2] Τὰς Νύμφας ἐδόκουν ἐκείνας, τὰς ἐν τῷ ἄντρῳ, ἐν ᾧ ἡ πηγή, ἐν ᾧ τὸ παιδίον εὗρεν ὁ Δρύας, τὸν Δάφνιν καὶ τὴν Χλόην παραδιδόναι παιδίῳ μάλα σοβαρῷ καὶ καλῷ, πτερὰ ἐκ τῶν ὤμων ἔχοντι, βέλη σμικρὰ ἅμα τοξαρίῳ φέροντι· τὸ δὲ ἐφαψάμενον ἀμφοτέρων ἑνὶ βέλει κελεῦσαι λοιπὸν ποιμαίνειν τὸν μὲν τὸ αἰπόλιον, τὴν δὲ τὸ ποίμνιον.
[1.8.1] Τοῦτο τὸ ὄναρ ἰδόντες ἤχθοντο μὲν εἰ ποιμένες ἔσοιντο καὶ αἰπόλοι ‹οἱ› τύχην ἐκ σπαργάνων ἐπαγγελλόμενοι κρείττονα —δι᾽ ἣν αὐτοὺς καὶ τροφαῖς ἁβροτέραις ἔτρεφον καὶ γράμματα ἐπαίδευον καὶ πάντα ὅσα καλὰ ἦν ἐπ᾽ ἀγροικίας—, ἐδόκει δὲ πείθεσθαι θεοῖς περὶ τῶν σωθέντων προνοίᾳ θεῶν. [1.8.2] Καὶ κοινώσαντες ἀλλήλοις τὸ ὄναρ καὶ θύσαντες τῷ τὰ πτερὰ ἔχοντι παιδίῳ παρὰ ταῖς Νύμφαις —τὸ γὰρ ὄνομα λέγειν οὐκ εἶχον— ὡς ποιμένας ἐκπέμπουσιν αὐτοὺς ἅμα ταῖς ἀγέλαις, ἐκδιδάξαντες ἕκαστα· πῶς δεῖ νέμειν πρὸ μεσημβρίας, πῶς ἐπινέμειν κοπάσαντος τοῦ καύματος· [1.8.3] πότε ἄγειν ἐπὶ ποτόν, πότε ἀπάγειν ἐπὶ κοῖτον· ἐπὶ τίσι καλαύροπι χρηστέον, ἐπὶ τίσι φωνῇ μόνῃ. Οἱ δὲ μάλα χαίροντες ὡς ἀρχὴν μεγάλην παρελάμβανον καὶ ἐφίλουν τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα μᾶλλον ἢ ποιμέσιν ἔθος, ἡ μὲν ἐς ποίμνιον ἄγουσα τῆς σωτηρίας τὴν αἰτίαν, ὁ δὲ μεμνημένος ὡς ἐκκείμενον αὐτὸν αἲξ ἀνέθρεψεν.
[1.6.1] Ο Δρύας πίστεψε πως ήταν θεού θέλημα· η προβατίνα του ᾽δινε το παράδειγμα της συμπόνιας και της αγάπης για το μωρό. Το σήκωσε λοιπόν στα χέρια, έχωσε τα φασκιά στο ταγάρι του και προσευχήθηκε στις Νύμφες να τον βοηθήσουν να μεγαλώσει καλορίζικα την προστατευόμενή τους. [1.6.2] Σαν ήρθε η ώρα να γυρίσει πίσω το κοπάδι πήγε στο σπίτι του, κι αφού διηγήθηκε στη γυναίκα του όσα είδε και της έδειξε τα ευρήματα, της παράγγειλε να θεωρήσει το μωρό κορούλα της και, δίχως να φανερώσει τίποτα σε κανένα, να την αναστήσει σα να ᾽τανε δική της. [1.6.3] Η Νάπη —έτσι την έλεγαν— φέρθηκε από την αρχή σα μάνα κι αγάπησε το παιδάκι, λες και φοβόταν μην την ξεπεράσει σ᾽ αυτό η προβατίνα· και του ᾽δωσε κι εκείνου όνομα τσοπάνικο για να ᾽ναι πιστευτό — Χλόη.
[1.7.1] Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν πολύ γρήγορα κι άρχισαν να δείχνουν ομορφιά ασυνήθιστη για χωρικούς. Τον καιρό που ο ένας ήταν δεκαπέντε χρόνων κι η άλλη δυο χρόνια μικρότερη, είδαν κι ο Δρύας κι ο Λάμων την ίδια νύχτα ένα όνειρο πάνω-κάτω τέτοιο: [1.7.2] πως τάχα οι Νύμφες εκείνες της σπηλιάς (όπου ήταν η πηγή κι ο Δρύας είχε βρει το μωρό) παραδίνανε τον Δάφνη και τη Χλόη σ᾽ ένα πανέμορφο αγόρι που ᾽χε φτερά στους ώμους και βάσταγε μικρές σαΐτες και δοξάρι· και τούτο πάλι άγγιζε και τους δυο με την ίδια σαΐτα και πρόσταζε, από δω κι εμπρός να βόσκουν ο ένας τις γίδες κι η άλλη τα πρόβατα.
[1.8.1] Τ᾽ όνειρο αυτό τους στενοχώρεσε. Βοσκοί προβάτων και γιδιών θα γίνονταν λοιπόν ετούτα τα παιδιά, που ᾽μοιαζαν τα φασκιά τους να τάζουν ριζικό καλύτερο, και που γι᾽ αυτό το λόγο τα μεγάλωναν με διαλεχτές τροφές, τα μάθαιναν γράμματα και γενικά τ᾽ ανάτρεφαν μ᾽ όση πολυτέλεια μπορούσε να βρεθεί σε χωριατόσπιτα; Αποφάσισαν ωστόσο, μιας κι οι θεοί τα ᾽χανε σώσει, να γενεί το θέλημά τους. [1.8.2] Είπαν λοιπόν ο ένας στον άλλον τ᾽ όνειρό τους, και μόλο που δεν ξέραν τ᾽ όνομα του φτερωτού αγοριού, του έκαναν θυσία κοντά στη σπηλιά των Νυμφών. Κατόπι έστειλαν τα παιδιά να βόσκουν τα κοπάδια, αφού τα δασκαλέψανε καλά-καλά: πώς να τα βόσκουν πριν από το μεσημέρι, και πώς μετά το πολύ λιοπύρι· [1.8.3] πότε να τα πηγαίνουνε για πότισμα, πότε να τα φέρνουν πίσω για ύπνο, ποιά ζώα θέλαν γκλίτσα και ποιά φωνή μονάχα. Τα παιδιά μπήκαν στη δουλειά χαρούμενα, λες κι ήταν μεγάλο αξίωμα, κι αγάπησαν τις γίδες και τα πρόβατα περισσότερο απ᾽ ό,τι συνηθίζουν οι βοσκοί — η Χλόη επειδή χρωστούσε τη σωτηρία της σε προβατίνα, κι ο Δάφνης επειδή θυμόταν ότι γίδα τον είχε θρέψει όταν ήταν έκθετος.
[1.8.1] Τοῦτο τὸ ὄναρ ἰδόντες ἤχθοντο μὲν εἰ ποιμένες ἔσοιντο καὶ αἰπόλοι ‹οἱ› τύχην ἐκ σπαργάνων ἐπαγγελλόμενοι κρείττονα —δι᾽ ἣν αὐτοὺς καὶ τροφαῖς ἁβροτέραις ἔτρεφον καὶ γράμματα ἐπαίδευον καὶ πάντα ὅσα καλὰ ἦν ἐπ᾽ ἀγροικίας—, ἐδόκει δὲ πείθεσθαι θεοῖς περὶ τῶν σωθέντων προνοίᾳ θεῶν. [1.8.2] Καὶ κοινώσαντες ἀλλήλοις τὸ ὄναρ καὶ θύσαντες τῷ τὰ πτερὰ ἔχοντι παιδίῳ παρὰ ταῖς Νύμφαις —τὸ γὰρ ὄνομα λέγειν οὐκ εἶχον— ὡς ποιμένας ἐκπέμπουσιν αὐτοὺς ἅμα ταῖς ἀγέλαις, ἐκδιδάξαντες ἕκαστα· πῶς δεῖ νέμειν πρὸ μεσημβρίας, πῶς ἐπινέμειν κοπάσαντος τοῦ καύματος· [1.8.3] πότε ἄγειν ἐπὶ ποτόν, πότε ἀπάγειν ἐπὶ κοῖτον· ἐπὶ τίσι καλαύροπι χρηστέον, ἐπὶ τίσι φωνῇ μόνῃ. Οἱ δὲ μάλα χαίροντες ὡς ἀρχὴν μεγάλην παρελάμβανον καὶ ἐφίλουν τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα μᾶλλον ἢ ποιμέσιν ἔθος, ἡ μὲν ἐς ποίμνιον ἄγουσα τῆς σωτηρίας τὴν αἰτίαν, ὁ δὲ μεμνημένος ὡς ἐκκείμενον αὐτὸν αἲξ ἀνέθρεψεν.
***
[1.5.1] Σε τούτη τη σπηλιά των Νυμφών σύχναζε ταχτικά μια λεχώνα προβατίνα, έτσι που πολλές φορές ο Δρύας την είχε για χαμένη. Αποφασισμένος να την τιμωρήσει για να την ξαναφέρει σε τάξη, έφτιαξε ένας είδος θηλιάς λυγίζοντας ένα χλωρό κλαρί και πήγε κατά το βράχο με σκοπό να την πιάσει. [1.5.2] Φτάνοντας ωστόσο είδε κάτι ολότελα αναπάντεχο: την προβατίνα να δίνει το βυζί της μ᾽ ολωσδιόλου ανθρώπινο τρόπο, έτσι που να τραβιέται άφθονο το γάλα, και το μωρό δίχως κλάματα να πηγαίνει ζωηρά από το ᾽να βυζί στο άλλο με στόμα που ᾽λαμπε από πάστρα — επειδή, όταν χόρταινε, του ᾽γλειφε το πρόσωπο η προβατίνα με τη γλώσσα. [1.5.3] Τούτο το μωρό ήταν κορίτσι, και κοντά του κείτονταν και πάλι σημαδιακά φασκιά: στεφάνι χρυσοστόλιστο, παπούτσια χρυσωμένα και χρυσά κορδόνια για τα σκέλια.[1.6.1] Ο Δρύας πίστεψε πως ήταν θεού θέλημα· η προβατίνα του ᾽δινε το παράδειγμα της συμπόνιας και της αγάπης για το μωρό. Το σήκωσε λοιπόν στα χέρια, έχωσε τα φασκιά στο ταγάρι του και προσευχήθηκε στις Νύμφες να τον βοηθήσουν να μεγαλώσει καλορίζικα την προστατευόμενή τους. [1.6.2] Σαν ήρθε η ώρα να γυρίσει πίσω το κοπάδι πήγε στο σπίτι του, κι αφού διηγήθηκε στη γυναίκα του όσα είδε και της έδειξε τα ευρήματα, της παράγγειλε να θεωρήσει το μωρό κορούλα της και, δίχως να φανερώσει τίποτα σε κανένα, να την αναστήσει σα να ᾽τανε δική της. [1.6.3] Η Νάπη —έτσι την έλεγαν— φέρθηκε από την αρχή σα μάνα κι αγάπησε το παιδάκι, λες και φοβόταν μην την ξεπεράσει σ᾽ αυτό η προβατίνα· και του ᾽δωσε κι εκείνου όνομα τσοπάνικο για να ᾽ναι πιστευτό — Χλόη.
[1.7.1] Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν πολύ γρήγορα κι άρχισαν να δείχνουν ομορφιά ασυνήθιστη για χωρικούς. Τον καιρό που ο ένας ήταν δεκαπέντε χρόνων κι η άλλη δυο χρόνια μικρότερη, είδαν κι ο Δρύας κι ο Λάμων την ίδια νύχτα ένα όνειρο πάνω-κάτω τέτοιο: [1.7.2] πως τάχα οι Νύμφες εκείνες της σπηλιάς (όπου ήταν η πηγή κι ο Δρύας είχε βρει το μωρό) παραδίνανε τον Δάφνη και τη Χλόη σ᾽ ένα πανέμορφο αγόρι που ᾽χε φτερά στους ώμους και βάσταγε μικρές σαΐτες και δοξάρι· και τούτο πάλι άγγιζε και τους δυο με την ίδια σαΐτα και πρόσταζε, από δω κι εμπρός να βόσκουν ο ένας τις γίδες κι η άλλη τα πρόβατα.
[1.8.1] Τ᾽ όνειρο αυτό τους στενοχώρεσε. Βοσκοί προβάτων και γιδιών θα γίνονταν λοιπόν ετούτα τα παιδιά, που ᾽μοιαζαν τα φασκιά τους να τάζουν ριζικό καλύτερο, και που γι᾽ αυτό το λόγο τα μεγάλωναν με διαλεχτές τροφές, τα μάθαιναν γράμματα και γενικά τ᾽ ανάτρεφαν μ᾽ όση πολυτέλεια μπορούσε να βρεθεί σε χωριατόσπιτα; Αποφάσισαν ωστόσο, μιας κι οι θεοί τα ᾽χανε σώσει, να γενεί το θέλημά τους. [1.8.2] Είπαν λοιπόν ο ένας στον άλλον τ᾽ όνειρό τους, και μόλο που δεν ξέραν τ᾽ όνομα του φτερωτού αγοριού, του έκαναν θυσία κοντά στη σπηλιά των Νυμφών. Κατόπι έστειλαν τα παιδιά να βόσκουν τα κοπάδια, αφού τα δασκαλέψανε καλά-καλά: πώς να τα βόσκουν πριν από το μεσημέρι, και πώς μετά το πολύ λιοπύρι· [1.8.3] πότε να τα πηγαίνουνε για πότισμα, πότε να τα φέρνουν πίσω για ύπνο, ποιά ζώα θέλαν γκλίτσα και ποιά φωνή μονάχα. Τα παιδιά μπήκαν στη δουλειά χαρούμενα, λες κι ήταν μεγάλο αξίωμα, κι αγάπησαν τις γίδες και τα πρόβατα περισσότερο απ᾽ ό,τι συνηθίζουν οι βοσκοί — η Χλόη επειδή χρωστούσε τη σωτηρία της σε προβατίνα, κι ο Δάφνης επειδή θυμόταν ότι γίδα τον είχε θρέψει όταν ήταν έκθετος.
Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Δύσκολος (912-945)
‹ΓΕ.› παῖδες καλοί, παῖ, παιδίον, ‹παῖ›, παῖδες. ‹ΚΝ.› οἴχομ᾽, οἴμοι.
ΓΕΤ. Δυο τρία καζάνια θέλω και μια σκάφη. ΚΝΗ. (απειλητικά) Δεν είν᾽ ένας
να με σηκώσει ορθό; ΓΕΤ. Κι εσείς έχετε· αυτό το ξέρω.
Κι εφτά τριπόδια, δώδεκα τραπέζια… Εέ, κοπέλια,
πέστε το στον αφέντη σας και βιάζομαι. ΚΝΗ. Δεν έχω
τίποτα. ΓΕΤ. Μπα! ΚΝΗ. Χίλιες φορές σού το ᾽πα. ΓΕΤ. Τότε, φεύγω.
ΚΝΗ. Α συφορά, πώς βρέθηκα στην πόρτα μπρος; Πώς βγήκα;
920 Και ποιός με πλάγιασε έξω εδώ;
Βλέποντας το Σίκωνα.
Γκρεμίσου εσύ, κι αμέσως.
ΣΙΚ., κάνοντας ό,τι πρωτύτερα ο Γέτας
Γυναίκες! Άντρες! Θυρωρέ! Παιδιά! ΚΝΗ. Μωρέ θα σπάσεις
την πόρτα μου. Τρελάθηκες; ΣΙΚ. Δώσ᾽ μας εννιά κιλίμια.
ΚΝΗ. Πού να τα βρω; ΣΙΚ. Και μια μακριά, ως εκατό ποδάρια,
κουρτίνα ανατολίτικη υφαντή. ΚΝΗ. Μακάρι να είχα.
ΣΙΚ. Έχεις. ΚΝΗ. Πού να τη βρω; Βρε γριά! Πού να ᾽ν᾽ η γριά; ΣΙΚ. Να τρέξω
αλλού λοιπόν;
Κάνει πως φεύγει, αλλά ξαναγυρίζει αμέσως με το Γέτα.
ΚΝΗ. Τραβάτε πια. —Σιμίκη! Γριά! —Κακούργε,
απ᾽ όλους τους θεούς κακό χαμό να βρεις. Τί θέλεις;
ΓΕΤ. Ένα μεγάλο χάλκινο κρατήρα. ΚΝΗ. Δεν είν᾽ ένας
να με σηκώσει ορθό; ΣΙΚ. Καλέ παππούλη, εγώ το ξέρω,
930 έχεις κουρτίνα. ΚΝΗ. Ε όχι, βρε. ΓΕΤ. Παππούλη, ούτε κρατήρα;
ΚΝΗ. Θα τη σκοτώσω αυτή τη γριά. ΓΕΤ. Α, ησύχασε, μη γρούζεις.
Μάχεσαι τη γυναίκα σου, μακριά απ᾽ τον κόσμο φεύγεις,
θυσία προσφέρνουν, σε καλούν, δε θέλεις να σε πάνε·
ε, τώρα τράβα τα όλ᾽ αυτά· κοντά σου δεν είν᾽ ένας
να σε βοηθήσει. Πριόνιζε μονάχος τον εαυτό σου.
ΣΙΚ. Άκου κι αυτά: Η γυναίκα σου κι η κόρη σου κι η σκλάβα
σ᾽ αφήσανε και πήγανε κοντά στους συμπεθέρους.
ΚΝΗ. Και σαν τί γλύκα βρήκανε σ᾽ εσάς, μωρέ, οι γυναίκες;
ΓΕΤ. Τί γλύκα, λέει; Τις δέχτηκαν μ᾽ ευγένεια και μ᾽ αγάπη·
φιλιά, αγκαλιές, και με χαρές την ώρα τους περνούνε.
940 ΣΙΚ. Είχα ετοιμάσει πρώτα εγώ συμπόσιο για τους άντρες.
Κοιμάσαι; Ξύπνα. Δεν ακούς; ΚΝΗ. Κοιμούμαι; Αλίμονό μου.
ΣΙΚ. Θέλεις να πας; Για πρόσεχε και τ᾽ άλλα· πλάι τους είναι
κρασί, σπονδές· με φυλλωσιές το πάτωμα στρωμένο·
τραπέζια εγώ τους έστρωσα· δουλειά δικιά μου· εγώ ᾽μαι
ο μάγερας, μην το ξεχνάς· με νιώθεις; ΓΕΤ. Μαλακώνει.
‹ΓΕ.› τίς οὗτος; ἐντεῦθέν τις εἶ; (ΚΝ.) ‹δη›λονότι. σὺ δὲ τί βούλει;
‹ΓΕ.› λέβητας αἰτοῦμαι παρ᾽ ὑμῶν καὶ σκάφην. (ΚΝ.) τίς ἄν με
915 στήσειεν ὀρθόν; (ΓΕ.) ἔστιν ὑμῖν, ἔστιν ὡς ἀληθῶς.
καὶ τρίποδας ἑπτὰ καὶ τραπέζας δώδεκ᾽· ἀλλά, παῖδες,
τοῖς ἔνδον ‹εἰσ›αγγείλατε· σπεύδω γάρ. (ΚΝ.) οὐδέν ἐστιν.
(ΓΕ.) οὐκ ἔστιν; (ΚΝ.) ‹ἀλλ᾽› ἀκήκοας μυριάκις. (ΓΕ.) ἀποτρέχω δή.
ΚΝ. ὢ δυστυχὴς ἐγώ. τίνα τρόπον ἐνθαδὶ προήχθην;
920 τίς μ᾽ εἰ]ς τὸ πρόσθεν κατατέθηκεν; ἄπαγε δὴ σύ. καὶ δή.
‹ΣΙΚ.› παῖ, παι]δίον, γυναῖκες, ἄνδρες, παῖ θυρωρέ. (ΚΝ.) μαίνει,
ἄνθρωπε· τὴν θύραν κατάξεις. (ΣΙΚ.) δάπιδας ἐννέ᾽ ἡμῖν
χρήσα]τ̣ε. (ΚΝ.) πόθεν; (ΣΙΚ.) καὶ παραπέτασμα βαρβαρικὸν ὑφαντόν
δίδοτε] ποδῶν τὸ μῆκος ἑκατόν. (ΚΝ.) εἴθε μοι γένοιτο.
925 [ΣΙΚ.] . . . [ΚΝ.] πό]θεν; γραῦ. ποῦ ᾽στιν ‹ἡ› γραῦς; (ΣΙΚ.) ἐφ᾽ ἑτέραν βαδίζω
θύραν; (ΚΝ.) ἀπαλλάγητε δή. γραῦ. Σιμίχη. κακὸν δὲ
κακῶς ‹σ᾽› ἅπαντες ἀπολέσειαν οἱ θεοί. τί βούλει;
(ΓΕ.) κρατῆρα βούλομαι λαβεῖν χαλκοῦν μέγαν. (ΚΝ.) τίς ἄν με
στήσειεν ὀρθόν; (ΣΙΚ.) ἔστιν ὑμῖν, ἔστιν ὡς ἀληθῶς
930 τὸ παραπέτασμα, παππία, ‹ΚΝ.› μὰ τὸν Δί᾽. ‹ΓΕ.› οὐδ᾽ ὁ κρατήρ;
‹ΚΝ.› τὴν Σιμίχην ἀποκτενῶ. (ΓΕ.) κάθου ‹σὺ› μη‹δὲ› γρύζων.
φεύγεις ὄχλον, μισεῖς γυναῖκας, οὐκ ἐᾷς κομίζειν
εἰς ταὐτὸ τοῖς θύουσι σαυτόν· πάντα ταῦτ᾽ ἀνέξει.
οὐδεὶς βοηθός σοι πάρεστιν. πρῖε σαυτὸν αὐτοῦ.
935 ‹ΣΙΚ.› ἄκουε δ᾽ ἑξῆς πάντα γα[. . . ]. . .[. . .]τισ̣
‹ΓΕ.› λέβητας αἰτοῦμαι παρ᾽ ὑμῶν καὶ σκάφην. (ΚΝ.) τίς ἄν με
915 στήσειεν ὀρθόν; (ΓΕ.) ἔστιν ὑμῖν, ἔστιν ὡς ἀληθῶς.
καὶ τρίποδας ἑπτὰ καὶ τραπέζας δώδεκ᾽· ἀλλά, παῖδες,
τοῖς ἔνδον ‹εἰσ›αγγείλατε· σπεύδω γάρ. (ΚΝ.) οὐδέν ἐστιν.
(ΓΕ.) οὐκ ἔστιν; (ΚΝ.) ‹ἀλλ᾽› ἀκήκοας μυριάκις. (ΓΕ.) ἀποτρέχω δή.
ΚΝ. ὢ δυστυχὴς ἐγώ. τίνα τρόπον ἐνθαδὶ προήχθην;
920 τίς μ᾽ εἰ]ς τὸ πρόσθεν κατατέθηκεν; ἄπαγε δὴ σύ. καὶ δή.
‹ΣΙΚ.› παῖ, παι]δίον, γυναῖκες, ἄνδρες, παῖ θυρωρέ. (ΚΝ.) μαίνει,
ἄνθρωπε· τὴν θύραν κατάξεις. (ΣΙΚ.) δάπιδας ἐννέ᾽ ἡμῖν
χρήσα]τ̣ε. (ΚΝ.) πόθεν; (ΣΙΚ.) καὶ παραπέτασμα βαρβαρικὸν ὑφαντόν
δίδοτε] ποδῶν τὸ μῆκος ἑκατόν. (ΚΝ.) εἴθε μοι γένοιτο.
925 [ΣΙΚ.] . . . [ΚΝ.] πό]θεν; γραῦ. ποῦ ᾽στιν ‹ἡ› γραῦς; (ΣΙΚ.) ἐφ᾽ ἑτέραν βαδίζω
θύραν; (ΚΝ.) ἀπαλλάγητε δή. γραῦ. Σιμίχη. κακὸν δὲ
κακῶς ‹σ᾽› ἅπαντες ἀπολέσειαν οἱ θεοί. τί βούλει;
(ΓΕ.) κρατῆρα βούλομαι λαβεῖν χαλκοῦν μέγαν. (ΚΝ.) τίς ἄν με
στήσειεν ὀρθόν; (ΣΙΚ.) ἔστιν ὑμῖν, ἔστιν ὡς ἀληθῶς
930 τὸ παραπέτασμα, παππία, ‹ΚΝ.› μὰ τὸν Δί᾽. ‹ΓΕ.› οὐδ᾽ ὁ κρατήρ;
‹ΚΝ.› τὴν Σιμίχην ἀποκτενῶ. (ΓΕ.) κάθου ‹σὺ› μη‹δὲ› γρύζων.
φεύγεις ὄχλον, μισεῖς γυναῖκας, οὐκ ἐᾷς κομίζειν
εἰς ταὐτὸ τοῖς θύουσι σαυτόν· πάντα ταῦτ᾽ ἀνέξει.
οὐδεὶς βοηθός σοι πάρεστιν. πρῖε σαυτὸν αὐτοῦ.
935 ‹ΣΙΚ.› ἄκουε δ᾽ ἑξῆς πάντα γα[. . . ]. . .[. . .]τισ̣
[. . . ]αγκας οὐδὲ τὴν[. . .]ι
[ΚΝ.] [. . .]ον αἱ γυναῖκες .[. . .]παρ᾽ ὑμῶν.
[ΓΕ.] τῇ σῇ γυν]αικὶ τῇ τε παιδὶ [περιβ]ολαὶ τὸ πρῶτον
[. . .] φιλή]ματ᾽· οὐκ ἀηδὴς διατριβή τις αὐτῶν.
940 [ΣΙΚ.] [. . .]ρ[. . .] ἄνωθεν ηὐτρέπιζον συμπόσιον ἐγώ τι
τοῖς ἀνδράσιν· τούτοις — ἀκούεις; μὴ κάθευδε. μὴ γάρ.
‹ΚΝ.› οἴμοι. (ΣΙΚ.) ‹. . .› βούλει παρεῖναι; πρόσ[εχε] καὶ τὰ λοιπά.
σπονδὴ παρῆν· ἐστρώννυτο στιβὰς χαμαί· τραπέζας
ἔγωγε —τοῦτο γὰρ ποεῖν ἐμοὶ προσῆκ᾽— ἀκούεις;
945 μάγειρος ὢν γὰρ τυγχάνω, μέμνησο. ‹ΓΕ.› μαλακὸς ἁνήρ.
[ΚΝ.] [. . .]ον αἱ γυναῖκες .[. . .]παρ᾽ ὑμῶν.
[ΓΕ.] τῇ σῇ γυν]αικὶ τῇ τε παιδὶ [περιβ]ολαὶ τὸ πρῶτον
[. . .] φιλή]ματ᾽· οὐκ ἀηδὴς διατριβή τις αὐτῶν.
940 [ΣΙΚ.] [. . .]ρ[. . .] ἄνωθεν ηὐτρέπιζον συμπόσιον ἐγώ τι
τοῖς ἀνδράσιν· τούτοις — ἀκούεις; μὴ κάθευδε. μὴ γάρ.
‹ΚΝ.› οἴμοι. (ΣΙΚ.) ‹. . .› βούλει παρεῖναι; πρόσ[εχε] καὶ τὰ λοιπά.
σπονδὴ παρῆν· ἐστρώννυτο στιβὰς χαμαί· τραπέζας
ἔγωγε —τοῦτο γὰρ ποεῖν ἐμοὶ προσῆκ᾽— ἀκούεις;
945 μάγειρος ὢν γὰρ τυγχάνω, μέμνησο. ‹ΓΕ.› μαλακὸς ἁνήρ.
***
ΓΕΤ. Ποιός είσαι; Του σπιτιού από δω; ΚΝΗ. Μάλιστα. Εσύ τί θέλεις;ΓΕΤ. Δυο τρία καζάνια θέλω και μια σκάφη. ΚΝΗ. (απειλητικά) Δεν είν᾽ ένας
να με σηκώσει ορθό; ΓΕΤ. Κι εσείς έχετε· αυτό το ξέρω.
Κι εφτά τριπόδια, δώδεκα τραπέζια… Εέ, κοπέλια,
πέστε το στον αφέντη σας και βιάζομαι. ΚΝΗ. Δεν έχω
τίποτα. ΓΕΤ. Μπα! ΚΝΗ. Χίλιες φορές σού το ᾽πα. ΓΕΤ. Τότε, φεύγω.
ΚΝΗ. Α συφορά, πώς βρέθηκα στην πόρτα μπρος; Πώς βγήκα;
920 Και ποιός με πλάγιασε έξω εδώ;
Βλέποντας το Σίκωνα.
Γκρεμίσου εσύ, κι αμέσως.
ΣΙΚ., κάνοντας ό,τι πρωτύτερα ο Γέτας
Γυναίκες! Άντρες! Θυρωρέ! Παιδιά! ΚΝΗ. Μωρέ θα σπάσεις
την πόρτα μου. Τρελάθηκες; ΣΙΚ. Δώσ᾽ μας εννιά κιλίμια.
ΚΝΗ. Πού να τα βρω; ΣΙΚ. Και μια μακριά, ως εκατό ποδάρια,
κουρτίνα ανατολίτικη υφαντή. ΚΝΗ. Μακάρι να είχα.
ΣΙΚ. Έχεις. ΚΝΗ. Πού να τη βρω; Βρε γριά! Πού να ᾽ν᾽ η γριά; ΣΙΚ. Να τρέξω
αλλού λοιπόν;
Κάνει πως φεύγει, αλλά ξαναγυρίζει αμέσως με το Γέτα.
ΚΝΗ. Τραβάτε πια. —Σιμίκη! Γριά! —Κακούργε,
απ᾽ όλους τους θεούς κακό χαμό να βρεις. Τί θέλεις;
ΓΕΤ. Ένα μεγάλο χάλκινο κρατήρα. ΚΝΗ. Δεν είν᾽ ένας
να με σηκώσει ορθό; ΣΙΚ. Καλέ παππούλη, εγώ το ξέρω,
930 έχεις κουρτίνα. ΚΝΗ. Ε όχι, βρε. ΓΕΤ. Παππούλη, ούτε κρατήρα;
ΚΝΗ. Θα τη σκοτώσω αυτή τη γριά. ΓΕΤ. Α, ησύχασε, μη γρούζεις.
Μάχεσαι τη γυναίκα σου, μακριά απ᾽ τον κόσμο φεύγεις,
θυσία προσφέρνουν, σε καλούν, δε θέλεις να σε πάνε·
ε, τώρα τράβα τα όλ᾽ αυτά· κοντά σου δεν είν᾽ ένας
να σε βοηθήσει. Πριόνιζε μονάχος τον εαυτό σου.
ΣΙΚ. Άκου κι αυτά: Η γυναίκα σου κι η κόρη σου κι η σκλάβα
σ᾽ αφήσανε και πήγανε κοντά στους συμπεθέρους.
ΚΝΗ. Και σαν τί γλύκα βρήκανε σ᾽ εσάς, μωρέ, οι γυναίκες;
ΓΕΤ. Τί γλύκα, λέει; Τις δέχτηκαν μ᾽ ευγένεια και μ᾽ αγάπη·
φιλιά, αγκαλιές, και με χαρές την ώρα τους περνούνε.
940 ΣΙΚ. Είχα ετοιμάσει πρώτα εγώ συμπόσιο για τους άντρες.
Κοιμάσαι; Ξύπνα. Δεν ακούς; ΚΝΗ. Κοιμούμαι; Αλίμονό μου.
ΣΙΚ. Θέλεις να πας; Για πρόσεχε και τ᾽ άλλα· πλάι τους είναι
κρασί, σπονδές· με φυλλωσιές το πάτωμα στρωμένο·
τραπέζια εγώ τους έστρωσα· δουλειά δικιά μου· εγώ ᾽μαι
ο μάγερας, μην το ξεχνάς· με νιώθεις; ΓΕΤ. Μαλακώνει.
Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα
10.7.3 Όλα όσα «τελειώνουν» σε -ος να είναι αρσενικά!
Πέρα από τη μεγάλη κατηγορία αρσενικών ουσιαστικών σε -ος υπήρχε και μια μικρή ομάδα θηλυκών ουσιαστικών σε -ος: ἡ κυπάρισσ-ος 'το κυπαρίσσι', ἡ πλίνθ-ος 'το τούβλο, η βάση', ἡ γύψ-ος.
Τέτοιου είδους ουσιαστικά στα χρόνια της κοινής αρχίζουν να εμφανίζονται ως αρσενικά: ὁ κυπάρισσος, ὁ πλίνθος, ὁ γύψος (όπως σήμερα).
Και εδώ πάλι έχουμε μια διαδικασία εξομάλυνσης: τα λίγα ουσιαστικά σε -ος που δεν είναι αρσενικά γίνονται αρσενικά και εξομοιώνονται με τη μεγάλη κατηγορία ουσιαστικών σε -ος που είναι πια πάντα αρσενικά, χωρίς να υπάρχουν εξαιρέσεις.
Εσύ είσαι εκείνος που παραδίδεις την ελευθερία σου στους άλλους
Μην βασίζεσαι σε κάποιον άλλον για την ευτυχία σου, μην ξεχνάς πως η κάθε σχέση είναι μοίρασμα και όχι εξάρτηση.
Μη στηρίζεσαι στους άλλους για να ορίσεις την αξία στον εαυτό σου.
Όσο εξαρτάσαι με αυτόν τον τρόπο από τους άλλους, προσδιορίζεσαι από τις ανάγκες τους και όχι από την επιθυμία σου, που αυτό είναι το ζητούμενο για σένα.
Μόνον εσύ είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου.
Εάν δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις και να σεβαστείς τον εαυτό σου, κανείς δεν θα μπορέσει να το κάνει αυτό για σένα.
Όσο ζητάς την επιβεβαίωση από τους άλλους, φίλους ερωτικό σύντροφο κ.α., για να συμφωνήσουν ή να επιβεβαιώσουν αυτό που κάνεις, ψαλιδίζεις τα φτερά σου και αρνείσαι να πετάξεις.
Εσύ είσαι εκείνος που παραδίδεις την ελευθερία σου στους άλλους, ελπίζοντας πως θα σου δώσουν την άδεια για αυτό, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είναι δική σου ευθύνη και μόνο.
Αποδέξου αυτό που είσαι ολοκληρωτικά -τα καλά και τα άσχημα, τις όμορφες στιγμές του παρελθόντος σου και τις δυσάρεστες μαζί, χωρίς να κρίνεις τον εαυτό σου για αυτές- και κάνε αλλαγές, αυτές που ταιριάζουν σε σένα και όχι αυτές που νομίζεις πως θα σε κάνουν επιθυμητό στους άλλους.
Δέξου τις απώλειες σου, που έχουν να κάνουν κυρίως με μέρη εαυτού, με κομμάτια ενός εξιδανικευμένου εαυτού που δεν μπορείς να γίνεις ποτέ αλλά δεν χρειάζεται κιόλας.
Αν φερθείς εσύ με αξιοπρέπεια και σεβασμό στον εαυτό σου, εκείνος θα στο ανταποδώσει και θα πορευτείτε μαζί σε ένα δρόμο που οδηγεί σε συμπόρευση με άλλους που και εκείνοι τολμούν στις δικές τους αλλαγές, στην δική τους αξία, στη δική τους επιθυμία για ζωή.
Μη στηρίζεσαι στους άλλους για να ορίσεις την αξία στον εαυτό σου.
Όσο εξαρτάσαι με αυτόν τον τρόπο από τους άλλους, προσδιορίζεσαι από τις ανάγκες τους και όχι από την επιθυμία σου, που αυτό είναι το ζητούμενο για σένα.
Μόνον εσύ είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου.
Εάν δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις και να σεβαστείς τον εαυτό σου, κανείς δεν θα μπορέσει να το κάνει αυτό για σένα.
Όσο ζητάς την επιβεβαίωση από τους άλλους, φίλους ερωτικό σύντροφο κ.α., για να συμφωνήσουν ή να επιβεβαιώσουν αυτό που κάνεις, ψαλιδίζεις τα φτερά σου και αρνείσαι να πετάξεις.
Εσύ είσαι εκείνος που παραδίδεις την ελευθερία σου στους άλλους, ελπίζοντας πως θα σου δώσουν την άδεια για αυτό, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είναι δική σου ευθύνη και μόνο.
Αποδέξου αυτό που είσαι ολοκληρωτικά -τα καλά και τα άσχημα, τις όμορφες στιγμές του παρελθόντος σου και τις δυσάρεστες μαζί, χωρίς να κρίνεις τον εαυτό σου για αυτές- και κάνε αλλαγές, αυτές που ταιριάζουν σε σένα και όχι αυτές που νομίζεις πως θα σε κάνουν επιθυμητό στους άλλους.
Δέξου τις απώλειες σου, που έχουν να κάνουν κυρίως με μέρη εαυτού, με κομμάτια ενός εξιδανικευμένου εαυτού που δεν μπορείς να γίνεις ποτέ αλλά δεν χρειάζεται κιόλας.
Αν φερθείς εσύ με αξιοπρέπεια και σεβασμό στον εαυτό σου, εκείνος θα στο ανταποδώσει και θα πορευτείτε μαζί σε ένα δρόμο που οδηγεί σε συμπόρευση με άλλους που και εκείνοι τολμούν στις δικές τους αλλαγές, στην δική τους αξία, στη δική τους επιθυμία για ζωή.
Η ψυχολογίας της μειονεξίας & η παράλογη ενοχή
Είναι αρκετοί οι άνθρωποι που, από παιδιά, νιώθουν να τους κατακλύζει η αίσθηση μιας παράλογης, άδικης ενοχής, κι ένα επακόλουθο συναίσθημα μειονεκτικότητας.
Αισθάνονται δηλαδή ένοχοι όχι για τις βλαπτικές πράξεις ή παραλείψεις τους, γιατί απλά η ενοχή που νιώθουν δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα ενός γεγονότος, μιας συνθήκης που συνέβη στο παρελθόν, στην οποία εκείνοι έκαναν πραγματικά κάποιο λάθος.
Το άτομο που έχει κακοποιηθεί λεκτικά, ψυχικά, ή σωματικά, του οποίου δηλαδή η αθωότητα έχει καίρια τραυματισθεί, συχνά νιώθει μια παράλογη ενοχή.
Νιώθε πως φταίει σε κάτι. Χωρίς όμως να μπορεί να εντοπίσει τι είναι αυτό.
Η άδικη ενοχή είναι στην πραγματικότητα ένας αμυντικός μηχανισμός ενάντια στον πόνο που βίωσε όταν βλάφτηκε ή αδικήθηκε από κάποιον άλλον.
Και μάλιστα, καθώς ήταν ευάλωτος ή αδύναμος να διαχειριστεί την αδικία σε βάρος του.
Όταν κανείς σκέφτεται: «τι λάθος έκανα; Ποιο κακό προκάλεσα; Γιατί δεν είμαι αρκετά καλός σε κάτι ή σε τίποτα;...», τότε ο πόνος που ο ίδιος νιώθει επειδή τον τραυμάτισε ο άλλος με την συμπεριφορά του, αν και δεν εξαφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο αμβλύνεται.
Ο πόνος μειώνεται επειδή ο εαυτός αποφεύγει την άμεση επαφή του με το τραύμα και την μοναξιά που η τραυματική συνθήκη συνήθως προκαλεί στην ψυχή.
Η παράλογη ενοχή στοχεύει στο να χωρίσει τον εαυτό από τα επώδυνα συναισθήματα του πόνου και του θυμού.
Αυτός που έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μια σχέση, και βαθιά τραυματίσθηκε η αίσθηση ελέγχου στην ζωή του, μέσα από το βίωμα της παράλογης ενοχής αντιστρέφει τους όρους του παιχνιδιού:
«Αν μπορέσω να ανακαλύψω ποιο είναι το λάθος με μένα, και το διορθώσω, τότε η σημαντική μου σχέση με τον άλλον δεν θα χρειαστεί να χαλάσει, ή να τελειώσει, κι έτσι θα αποφύγω τον πόνο της απώλειας & της μοναξιάς» σκέφτεται ο παθών.
Η άδικη ενοχή δίνει στον τραυματισμένο μια ψευδαίσθηση ελέγχου, από την οποία προκύπτει συχνά μια καταναγκαστική συμπεριφορά τελειομανίας.
Όσο περισσότερο κάποιος χρησιμοποιεί ασυνείδητα τον μηχανισμό της παράλογης ενοχής για να καταστείλει μέσα του τον πόνο, τόσο πιο πολύ έχει την ανάγκη να πιστεύει ότι, καθώς γίνεται ολοένα και περισσότερο «τέλειος», πιο συνεπής και, ως αποτέλεσμα, περισσότερο απαλλαγμένος από ενοχές, θα είναι σε θέση να αποφεύγει κάθε μελλοντικό πόνο. Να ελέγχει απόλυτα την ζωή του.
Βέβαια συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Όσο κανείς επενδύει την ψυχική του ενέργεια στο παραπάνω μηχανισμό, ως αποφευκτικό σχήμα του πόνου, επειδή ακριβώς δεν υπήρξε ποτέ αδικοπραξία που με την ομολογία της αποκαθίσταται αυτόματα η ενοχή, το αίσθημα της αναμενόμενης κι επιδιωκόμενης ανακούφισης δεν έρχεται ποτέ.
Καθώς το υποκείμενο συνεχώς αναβάλλει κι αποφεύγει τον πόνο, όλο και περισσότερο πόνος συσσωρεύεται στον ήδη πρωταρχικό και προϋπάρχοντα.
Η παρουσία του πόνου κινητοποιεί με την σειρά της όλο και πιο εντατικά το σχήμα της παράλογης ενοχής.
Και το αρχικό τραύμα όλο και περισσότερο επιβαρύνεται και βαθαίνει.
Αισθάνονται δηλαδή ένοχοι όχι για τις βλαπτικές πράξεις ή παραλείψεις τους, γιατί απλά η ενοχή που νιώθουν δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα ενός γεγονότος, μιας συνθήκης που συνέβη στο παρελθόν, στην οποία εκείνοι έκαναν πραγματικά κάποιο λάθος.
Το άτομο που έχει κακοποιηθεί λεκτικά, ψυχικά, ή σωματικά, του οποίου δηλαδή η αθωότητα έχει καίρια τραυματισθεί, συχνά νιώθει μια παράλογη ενοχή.
Νιώθε πως φταίει σε κάτι. Χωρίς όμως να μπορεί να εντοπίσει τι είναι αυτό.
Η άδικη ενοχή είναι στην πραγματικότητα ένας αμυντικός μηχανισμός ενάντια στον πόνο που βίωσε όταν βλάφτηκε ή αδικήθηκε από κάποιον άλλον.
Και μάλιστα, καθώς ήταν ευάλωτος ή αδύναμος να διαχειριστεί την αδικία σε βάρος του.
Όταν κανείς σκέφτεται: «τι λάθος έκανα; Ποιο κακό προκάλεσα; Γιατί δεν είμαι αρκετά καλός σε κάτι ή σε τίποτα;...», τότε ο πόνος που ο ίδιος νιώθει επειδή τον τραυμάτισε ο άλλος με την συμπεριφορά του, αν και δεν εξαφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο αμβλύνεται.
Ο πόνος μειώνεται επειδή ο εαυτός αποφεύγει την άμεση επαφή του με το τραύμα και την μοναξιά που η τραυματική συνθήκη συνήθως προκαλεί στην ψυχή.
Η παράλογη ενοχή στοχεύει στο να χωρίσει τον εαυτό από τα επώδυνα συναισθήματα του πόνου και του θυμού.
Αυτός που έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μια σχέση, και βαθιά τραυματίσθηκε η αίσθηση ελέγχου στην ζωή του, μέσα από το βίωμα της παράλογης ενοχής αντιστρέφει τους όρους του παιχνιδιού:
«Αν μπορέσω να ανακαλύψω ποιο είναι το λάθος με μένα, και το διορθώσω, τότε η σημαντική μου σχέση με τον άλλον δεν θα χρειαστεί να χαλάσει, ή να τελειώσει, κι έτσι θα αποφύγω τον πόνο της απώλειας & της μοναξιάς» σκέφτεται ο παθών.
Η άδικη ενοχή δίνει στον τραυματισμένο μια ψευδαίσθηση ελέγχου, από την οποία προκύπτει συχνά μια καταναγκαστική συμπεριφορά τελειομανίας.
Όσο περισσότερο κάποιος χρησιμοποιεί ασυνείδητα τον μηχανισμό της παράλογης ενοχής για να καταστείλει μέσα του τον πόνο, τόσο πιο πολύ έχει την ανάγκη να πιστεύει ότι, καθώς γίνεται ολοένα και περισσότερο «τέλειος», πιο συνεπής και, ως αποτέλεσμα, περισσότερο απαλλαγμένος από ενοχές, θα είναι σε θέση να αποφεύγει κάθε μελλοντικό πόνο. Να ελέγχει απόλυτα την ζωή του.
Βέβαια συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Όσο κανείς επενδύει την ψυχική του ενέργεια στο παραπάνω μηχανισμό, ως αποφευκτικό σχήμα του πόνου, επειδή ακριβώς δεν υπήρξε ποτέ αδικοπραξία που με την ομολογία της αποκαθίσταται αυτόματα η ενοχή, το αίσθημα της αναμενόμενης κι επιδιωκόμενης ανακούφισης δεν έρχεται ποτέ.
Καθώς το υποκείμενο συνεχώς αναβάλλει κι αποφεύγει τον πόνο, όλο και περισσότερο πόνος συσσωρεύεται στον ήδη πρωταρχικό και προϋπάρχοντα.
Η παρουσία του πόνου κινητοποιεί με την σειρά της όλο και πιο εντατικά το σχήμα της παράλογης ενοχής.
Και το αρχικό τραύμα όλο και περισσότερο επιβαρύνεται και βαθαίνει.
Tη ζωή καθορίζει η ποιότητα
Σε κοινωνίες υπανάπτυκτες (δηλαδή, με μέσον όρο κατά κεφαλήν καλλιέργειας πολύ χαμηλό), ο διάλογος για οποιοδήποτε ζήτημα (από προβλήματα ιστορικής αυτοσυνειδησίας και πολιτιστικής ταυτότητας ώς τις διχογνωμίες για την οικονομία και την πολιτική) είναι μόνο συμβατικός, πραγματικά ανύπαρκτος. Yποδύονται τον «διάλογο» οι λοιδορίες ετικέτες, σκόπιμες παραποιήσεις απόψεων, σπιλωτικοί υπαινιγμοί.
Δεν έχει οπωσδήποτε ένοχη πρόθεση η επιθετική άρνηση του διαλόγου, το συνηθέστερο κίνητρο είναι ασυνείδητο, ενστικτώδες: οι ανασφάλειες. Σε υπανάπτυκτες κοινωνίες (με μέσον όρο κατά κεφαλήν καλλιέργειας πολύ χαμηλό) ενδημεί μια καμουφλαρισμένη με εξιδανικευμένες προφάσεις εκδοχή του νόμου της ζούγκλας: ο καθένας μόνος του εναντίον όλων. Oλοι, ακόμα και συναισθηματικά φίλοι, οι αποδεδειγμένα συμπαραστάτες και συντρέχτες, είναι δυνάμει αντίπαλοι. Oι θέσεις λίγες, ο ορίζοντας της δημοσιότητας στενός, τα αξιώματα προ-ορισμένα. Oσο περισσότεροι θαφτούν στην ανυποληψία (και κυρίως οι ικανότεροι) τόσο διευκολύνεται η άνοδος του ανασφαλούς (και συνήθως ανίκανου).
Oμως, παρά την έμφοβη και μεταξύ τους καχυποψία, οι ανασφαλείς συσπειρώνονται. Λειτουργεί στις υπανάπτυκτες κοινωνίες ένας επιδέξιος συνδικαλισμός των ασημαντοτήτων. Oσφραίνονται οι ανασφαλείς ποιες ιδεολογίες, ποια κόμματα, ποιες «παρατάξεις» προσφέρουν πληρέστερη εξασφάλιση στους υποταχτικούς τους, μεθοδικότερη εξόντωση της απειλητικής ποιότητας. Kαι σπεύδουν να ενταχθούν.
Ο μέτριος στρατιωτικός και ο μειονεκτικός δικαστής έχουν μια και μόνη ελπίδα να υπερκεράσουν τους αξιότερους και ταλαντούχους συναδέλφους τους, να φτάσουν αυτοί και όχι εκείνοι στις λίγες ανώτατες θέσεις: Mόνο αν μεταβληθούν σε λακέδες κάποιου κόμματος εξουσίας. Στα πανεπιστήμια η μαφία των ασημαντοτήτων προτιμάει την ετικέτα της «παράταξης»: Δεν εκλέγεσαι, δεν προάγεσαι, δεν έχεις πρόσβαση σε ακαδημαϊκά αξιώματα, αν δεν αποδείξεις ότι συμπράττεις ενεργά με τους «προοδευτικούς»: Nα συνυπογράφεις πειθήνια απειράριθμες παραταξιακές διαμαρτυρίες, καταγγελίες, αφοριστικούς λιβέλους που συχνά δεν καταλαβαίνεις, ουδέποτε ζητάς να επαληθευθούν, συνήθως δεν σε αφορούν. Nα έχεις εξορίσει από τις δημοσιεύσεις σου κάθε παραπομπή σε συγγραφείς και ερευνητές που δεν εγκρίνει η «παράταξη». Nα εκθειάζεις μόνο τους παραταξιακά προβεβλημένους όσο ατάλαντοι κι αν είναι.
Oι ίδιες φράξιες ασημαντοτήτων και στις εφημερίδες, στα τηλεοπτικά κανάλια, στα καλλιτεχνικά περιβάλλοντα. Aπό τις ίδιες στελεχώνονται διοικητικά συμβούλια κρατικών θεάτρων, μουσείων, ιδρυμάτων «πολιτισμού» εταιρειών του Δημοσίου, οι απειράριθμοι «σύμβουλοι» και μέλη επιτροπών υπουργείων και τραπεζών. Παντού ο ίδιος θηριώδης πόλεμος της ζούγκλας, η αδυσώπητη ανάγκη αυτοσυντήρησης, ορμέμφυτη απαίτηση των ανασφαλών να εξαφανίσουν την ποιότητα, να θάψουν στη σιωπή και να απωθήσουν στο περιθώριο τους ικανούς, να σπιλώσουν τους άξιους.
Γι’ αυτό και οι υπανάπτυκτες κοινωνίες ούτε προβάλλουν ούτε εξάγουν ποιότητα. Oχι επειδή δεν διαθέτουν – ποτέ από μια κοινωνία δεν εξαφανίζεται ολοσχερώς η προικισμένη μαγιά. Aλλά η κατεστημένη ανασφάλεια την κρύβει, την αποσιωπά. Oπου ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας δεν είναι απελπιστικά χαμηλός και οι μνήμες στερημένου βίου οδυνηρές στο συλλογικό ασυνείδητο, εκεί συζητούνται βιβλία, κρίνονται συγγραφείς, τιμώνται δημιουργοί, προβάλλονται επιστημονικά επιτεύγματα, αναγνωρίζεται το ταλέντο, επαινείται η ευφυΐα.
Στις υπανάπτυκτες κοινωνίες τέτοια ζωντάνια ενδιαφέροντος για τις εγχώριες δημιουργικές δυνάμεις απουσιάζει δραματικά. Στα κυριακάτικα φύλλα κυριαρχούν, ακόμα και πολύ δευτερεύουσας ποιότητας, αλλοεθνείς όμως δημιουργοί. Oχι μόνο από ξενομανία, ούτε μόνο για επίδειξη ενημερότητας. Kυρίως επειδή ο ξένος, ο αλλοεθνής και αλλόγλωσσος, δεν απειλεί τους εγχώριους ανασφαλείς. Tα λίγα ντόπια ονόματα που σερβίρονται και αναμηρυκάζονται, ατέλειωτα και πληκτικά, είναι μόνο εκείνα που έτυχε να αναδείξει η διεθνής αγορά, με εμπορικά συνήθως κριτήρια ή η επίμονη επί δεκαετίες παραταξιακή προπαγάνδα. Σε αυτά επικεντρώνεται ευτελισμένος ο πληθωρισμός των επαίνων, ο άμετρος λιβανωτός.
Tελικά, αναξιοκρατία και υπανάπτυξη συνιστούν φαύλο κύκλο: αναπαράγουν η μία την άλλη. Kαι οι επιπτώσεις δεν μετρώνται μόνο με δείχτες παραγωγικότητας, δυσλειτουργίας των θεσμών, αποσύνθεσης της κοινωνικής συνοχής, άμβλυνσης της ιστορικής αυτοσυνειδησίας και της πολιτιστικής ταυτότητας. Η πιο χειροπιαστή συνέπεια του φαύλου κύκλου είναι ο βασανισμός των ανθρώπων: όλων των ανθρώπων, ακόμα και των περισσότερο ευνοημένων της ανακυκλούμενης φαυλότητας. Σε συνθήκες παρακμής και αναξιοκρατίας όλοι βασανίζονται, όλοι στερούνται την εξορισμένη ποιότητα, μοιάζει σχεδόν ουτοπικό να χαίρεται τη ζωή του ο άνθρωπος.
Ο φαύλος κύκλος αναξιοκρατίας και υπανάπτυξης, κυριαρχίας της συνδικαλισμένης ασημαντότητας και διωγμού της ποιότητας είναι πρόβλημα κοινωνικό, πρόβλημα λειτουργίας του συλλογικού βίου, δηλαδή πρόβλημα κυρίως πολιτικό. Δεν ξορκίζεται ούτε με ηθικολογίες και ευχολόγια ούτε με αφηρημένες ιδεολογικές ντιρεχτίβες. Θέλει ταλαντούχους πολιτικούς, έκτακτη πολιτική ευφυΐα και ωριμότητα, σοβαρή και μακρόχρονη επιτελική δουλειά, τόλμη για γόνιμες διακινδυνεύσεις.
Eνα ελάχιστο σημάδι ελπίδας θα ήταν: να μην πάψουν κάποιοι να συνειδητοποιούν το πρόβλημα. Δηλαδή, να αποσπούν την πολιτική από την αποπροσανατολιστική μονομέρεια των επικαιρικών απαιτήσεων, να τη συνδέουν με το μόνο δοκιμαστήριο αντοχής της προσωπικής του καθενός ποιότητας, που είναι (απλά και ρεαλιστικά) ο θάνατος. Λίγες στιγμές ή λίγες ώρες μετά τον θάνατο, το λείψανο του ανθρώπου αποδείχνει άχρηστες όλες τις «πεποιθήσεις», όλα τα ιδεολογήματα, τους φανατισμούς, τις πλεκτάνες της ανασφάλειας. Tο μόνο που κληροδοτεί το λείψανο είναι η ποιότητα που αφήνει πίσω του, όση αγάπη κατόρθωσε να αποτυπώσει στη ζωή των «περιλειπομένων».
Eίναι μέτρο πολιτικής ευφυΐας η μνήμη θανάτου. Για τη «μαγιά» που συνειδητοποιεί προτεραιότητες.
Δεν έχει οπωσδήποτε ένοχη πρόθεση η επιθετική άρνηση του διαλόγου, το συνηθέστερο κίνητρο είναι ασυνείδητο, ενστικτώδες: οι ανασφάλειες. Σε υπανάπτυκτες κοινωνίες (με μέσον όρο κατά κεφαλήν καλλιέργειας πολύ χαμηλό) ενδημεί μια καμουφλαρισμένη με εξιδανικευμένες προφάσεις εκδοχή του νόμου της ζούγκλας: ο καθένας μόνος του εναντίον όλων. Oλοι, ακόμα και συναισθηματικά φίλοι, οι αποδεδειγμένα συμπαραστάτες και συντρέχτες, είναι δυνάμει αντίπαλοι. Oι θέσεις λίγες, ο ορίζοντας της δημοσιότητας στενός, τα αξιώματα προ-ορισμένα. Oσο περισσότεροι θαφτούν στην ανυποληψία (και κυρίως οι ικανότεροι) τόσο διευκολύνεται η άνοδος του ανασφαλούς (και συνήθως ανίκανου).
Oμως, παρά την έμφοβη και μεταξύ τους καχυποψία, οι ανασφαλείς συσπειρώνονται. Λειτουργεί στις υπανάπτυκτες κοινωνίες ένας επιδέξιος συνδικαλισμός των ασημαντοτήτων. Oσφραίνονται οι ανασφαλείς ποιες ιδεολογίες, ποια κόμματα, ποιες «παρατάξεις» προσφέρουν πληρέστερη εξασφάλιση στους υποταχτικούς τους, μεθοδικότερη εξόντωση της απειλητικής ποιότητας. Kαι σπεύδουν να ενταχθούν.
Ο μέτριος στρατιωτικός και ο μειονεκτικός δικαστής έχουν μια και μόνη ελπίδα να υπερκεράσουν τους αξιότερους και ταλαντούχους συναδέλφους τους, να φτάσουν αυτοί και όχι εκείνοι στις λίγες ανώτατες θέσεις: Mόνο αν μεταβληθούν σε λακέδες κάποιου κόμματος εξουσίας. Στα πανεπιστήμια η μαφία των ασημαντοτήτων προτιμάει την ετικέτα της «παράταξης»: Δεν εκλέγεσαι, δεν προάγεσαι, δεν έχεις πρόσβαση σε ακαδημαϊκά αξιώματα, αν δεν αποδείξεις ότι συμπράττεις ενεργά με τους «προοδευτικούς»: Nα συνυπογράφεις πειθήνια απειράριθμες παραταξιακές διαμαρτυρίες, καταγγελίες, αφοριστικούς λιβέλους που συχνά δεν καταλαβαίνεις, ουδέποτε ζητάς να επαληθευθούν, συνήθως δεν σε αφορούν. Nα έχεις εξορίσει από τις δημοσιεύσεις σου κάθε παραπομπή σε συγγραφείς και ερευνητές που δεν εγκρίνει η «παράταξη». Nα εκθειάζεις μόνο τους παραταξιακά προβεβλημένους όσο ατάλαντοι κι αν είναι.
Oι ίδιες φράξιες ασημαντοτήτων και στις εφημερίδες, στα τηλεοπτικά κανάλια, στα καλλιτεχνικά περιβάλλοντα. Aπό τις ίδιες στελεχώνονται διοικητικά συμβούλια κρατικών θεάτρων, μουσείων, ιδρυμάτων «πολιτισμού» εταιρειών του Δημοσίου, οι απειράριθμοι «σύμβουλοι» και μέλη επιτροπών υπουργείων και τραπεζών. Παντού ο ίδιος θηριώδης πόλεμος της ζούγκλας, η αδυσώπητη ανάγκη αυτοσυντήρησης, ορμέμφυτη απαίτηση των ανασφαλών να εξαφανίσουν την ποιότητα, να θάψουν στη σιωπή και να απωθήσουν στο περιθώριο τους ικανούς, να σπιλώσουν τους άξιους.
Γι’ αυτό και οι υπανάπτυκτες κοινωνίες ούτε προβάλλουν ούτε εξάγουν ποιότητα. Oχι επειδή δεν διαθέτουν – ποτέ από μια κοινωνία δεν εξαφανίζεται ολοσχερώς η προικισμένη μαγιά. Aλλά η κατεστημένη ανασφάλεια την κρύβει, την αποσιωπά. Oπου ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας δεν είναι απελπιστικά χαμηλός και οι μνήμες στερημένου βίου οδυνηρές στο συλλογικό ασυνείδητο, εκεί συζητούνται βιβλία, κρίνονται συγγραφείς, τιμώνται δημιουργοί, προβάλλονται επιστημονικά επιτεύγματα, αναγνωρίζεται το ταλέντο, επαινείται η ευφυΐα.
Στις υπανάπτυκτες κοινωνίες τέτοια ζωντάνια ενδιαφέροντος για τις εγχώριες δημιουργικές δυνάμεις απουσιάζει δραματικά. Στα κυριακάτικα φύλλα κυριαρχούν, ακόμα και πολύ δευτερεύουσας ποιότητας, αλλοεθνείς όμως δημιουργοί. Oχι μόνο από ξενομανία, ούτε μόνο για επίδειξη ενημερότητας. Kυρίως επειδή ο ξένος, ο αλλοεθνής και αλλόγλωσσος, δεν απειλεί τους εγχώριους ανασφαλείς. Tα λίγα ντόπια ονόματα που σερβίρονται και αναμηρυκάζονται, ατέλειωτα και πληκτικά, είναι μόνο εκείνα που έτυχε να αναδείξει η διεθνής αγορά, με εμπορικά συνήθως κριτήρια ή η επίμονη επί δεκαετίες παραταξιακή προπαγάνδα. Σε αυτά επικεντρώνεται ευτελισμένος ο πληθωρισμός των επαίνων, ο άμετρος λιβανωτός.
Tελικά, αναξιοκρατία και υπανάπτυξη συνιστούν φαύλο κύκλο: αναπαράγουν η μία την άλλη. Kαι οι επιπτώσεις δεν μετρώνται μόνο με δείχτες παραγωγικότητας, δυσλειτουργίας των θεσμών, αποσύνθεσης της κοινωνικής συνοχής, άμβλυνσης της ιστορικής αυτοσυνειδησίας και της πολιτιστικής ταυτότητας. Η πιο χειροπιαστή συνέπεια του φαύλου κύκλου είναι ο βασανισμός των ανθρώπων: όλων των ανθρώπων, ακόμα και των περισσότερο ευνοημένων της ανακυκλούμενης φαυλότητας. Σε συνθήκες παρακμής και αναξιοκρατίας όλοι βασανίζονται, όλοι στερούνται την εξορισμένη ποιότητα, μοιάζει σχεδόν ουτοπικό να χαίρεται τη ζωή του ο άνθρωπος.
Ο φαύλος κύκλος αναξιοκρατίας και υπανάπτυξης, κυριαρχίας της συνδικαλισμένης ασημαντότητας και διωγμού της ποιότητας είναι πρόβλημα κοινωνικό, πρόβλημα λειτουργίας του συλλογικού βίου, δηλαδή πρόβλημα κυρίως πολιτικό. Δεν ξορκίζεται ούτε με ηθικολογίες και ευχολόγια ούτε με αφηρημένες ιδεολογικές ντιρεχτίβες. Θέλει ταλαντούχους πολιτικούς, έκτακτη πολιτική ευφυΐα και ωριμότητα, σοβαρή και μακρόχρονη επιτελική δουλειά, τόλμη για γόνιμες διακινδυνεύσεις.
Eνα ελάχιστο σημάδι ελπίδας θα ήταν: να μην πάψουν κάποιοι να συνειδητοποιούν το πρόβλημα. Δηλαδή, να αποσπούν την πολιτική από την αποπροσανατολιστική μονομέρεια των επικαιρικών απαιτήσεων, να τη συνδέουν με το μόνο δοκιμαστήριο αντοχής της προσωπικής του καθενός ποιότητας, που είναι (απλά και ρεαλιστικά) ο θάνατος. Λίγες στιγμές ή λίγες ώρες μετά τον θάνατο, το λείψανο του ανθρώπου αποδείχνει άχρηστες όλες τις «πεποιθήσεις», όλα τα ιδεολογήματα, τους φανατισμούς, τις πλεκτάνες της ανασφάλειας. Tο μόνο που κληροδοτεί το λείψανο είναι η ποιότητα που αφήνει πίσω του, όση αγάπη κατόρθωσε να αποτυπώσει στη ζωή των «περιλειπομένων».
Eίναι μέτρο πολιτικής ευφυΐας η μνήμη θανάτου. Για τη «μαγιά» που συνειδητοποιεί προτεραιότητες.
Περί τρέλας
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Τρελοί, που αναγνωρίζουν τη τρέλα τους και τρελοί, που δεν έχουν ιδέα για την ύπαρξη αυτής. Βάση αυτού του συλλογισμού, στη τελική, είμαστε όλοι τρελοί!
Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.
Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;
Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.
Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.
Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.
Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.
Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.
Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).
Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨
Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;
Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).
Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.
Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.
Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.
Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.
Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.
Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.
Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.
Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.
Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨
Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.
Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;
Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.
Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.
Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.
Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.
Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.
Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).
Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨
Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;
Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).
Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.
Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.
Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.
Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.
Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.
Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.
Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.
Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.
Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨
Ενσυναίσθηση: Γιατί δεν μπορείτε να εκφράσετε τα δυσάρεστα συναισθήματα
Οι ενσυναισθητικοί είναι εξαιρετικά οξυδερκείς και μπορούν να συντονίζονται σε υπερβολικό βαθμό με αυτό που οι άνθρωποι γύρω τους επιθυμούν, χρειάζονται και νιώθουν. Γι’ αυτό και πληγώνονται πολύ όταν ένας έμπιστος φίλος, ένα μέλος της οικογένειας ή ένας συνάδελφος στραφεί εναντίον τους.
Και αν και οι ενσυναισθητικοί άνθρωποι είναι πολύ καλοί στο να βοηθούν τους γύρω τους να γίνονται πιο ευαίσθητοι, μπορεί ορισμένες φορές να δυσκολεύονται με την αντιπαράθεση. Όμως είναι κι αυτό ένα αναπόσπαστο κομμάτι των διαπροσωπικών σχέσεων και γι’ αυτό είναι σημαντικό το να αναγνωρίζουμε πότε κάποιος άλλος μας πληγώνει ώστε στη συνέχεια να το αντιμετωπίσουμε.
Πώς μπορούν οι ενσυναισθητικοί άνθρωποι να εκφράζουν με ευκολία τα δυσάρεστα συναισθήματα
1. Ακόμη και αν πονάμε, είναι σημαντικό να κρατάμε για εμάς ενέργεια
Ακριβώς επειδή πονάμε, είναι σημαντικό να διατηρήσουμε σε τέτοιες καταστάσεις ενέργεια ώστε να τη διοχετεύσουμε σε εμάς τους ίδιους. Το ότι είμαστε ενσυναισθητικοί δεν σημαίνει ότι ζούμε συνεχώς για τους άλλους.![]()
2. Κάνουμε «πρόβες» για να νιώθουμε την αντιπαράθεση πιο άνετη
Χρησιμοποιώντας τον δημιουργικό οραματισμό, μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας ήρεμο κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης και της συνειδητοποίησης. Επίσης, μέσω τέτοιων παρόμοιων πρακτικών που μας προετοιμάζουν, μπορούμε να «παρατηρήσουμε» την αντίδραση του άλλο ατόμου χωρίς να συντονιστούμε και να απορροφήσουμε την ενέργεια και τα συναισθήματά του.
3. Συνεχώς διδάσκουμε τους ανθρώπους πώς να μας αντιμετωπίζουν
Οι ενσυναισθητικοί διδάσκουν τους άλλους (χωρίς να το αντιλαμβάνονται) ότι οι δικές τους ανάγκες δεν είναι σημαντικές. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: Πρώτον, η αυξημένη οξυδέρκεια και αντίληψη του ενσυναισθητικού καταλαμβάνει τόσο χώρο που οι άλλοι μπαίνουν στο επίκεντρο και σε αυτή την κατάσταση οι ανάγκες τους δεν έχουν χώρο.
Κατά δεύτερον, αυτοί οι άνθρωποι κάποιες φορές αποφεύγουν να συγκρούονται με άλλους επειδή ξέρουν ότι μια αντιπαράθεση μπορεί να προκαλέσει δυσάρεστα συναισθήματα στο άλλο άτομο. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, ο ενσυναισθητικός πρέπει να φτάσει στην αντιπαράθεση, ώστε να θέσει κι εκείνος τα δικά του όρια.
4. Οι απόψεις των άλλων μπορεί να αλλάξουν όπως και η διάθεση
Οι ενσυναισθητικοί τείνουν επίσης να παίρνουν προσωπικά τα πράγματα. Αλλά να θυμάστε πως όταν κάποιος έχει μια κακή μέρα είναι πιθανό να εμφανιστεί επικριτικός απέναντί σας. Γι’ αυτό είναι σημαντικό πριν το πάρετε προσωπικά, να αφήνετε πρώτα λίγο χώρο και χρόνο μέχρι να είστε βέβαιοι ότι η επίθεση είναι προσωπική.
5. Θυμίζουμε ότι και οι ενσυναισθητικοί μπορεί να φερθούν λάθος
Ακόμη και οι πιο υποστηρικτικοί άνθρωποι μπορεί να εμπλακούν σε μια τοξική συμπεριφορά χωρίς να το θέλουν. Ακόμη κι αν μετά την αντιπαράθεση αντιληφθείτε ότι μπορεί να κάνατε λάθος, δεν υπάρχει λόγος να το μετανιώνετε ή να νιώσετε άσχημα παραπάνω απ’ ότι αναλογεί στην περίπτωση. Τα λάθη είναι ανθρώπινα.
Και αν και οι ενσυναισθητικοί άνθρωποι είναι πολύ καλοί στο να βοηθούν τους γύρω τους να γίνονται πιο ευαίσθητοι, μπορεί ορισμένες φορές να δυσκολεύονται με την αντιπαράθεση. Όμως είναι κι αυτό ένα αναπόσπαστο κομμάτι των διαπροσωπικών σχέσεων και γι’ αυτό είναι σημαντικό το να αναγνωρίζουμε πότε κάποιος άλλος μας πληγώνει ώστε στη συνέχεια να το αντιμετωπίσουμε.
Πώς μπορούν οι ενσυναισθητικοί άνθρωποι να εκφράζουν με ευκολία τα δυσάρεστα συναισθήματα
1. Ακόμη και αν πονάμε, είναι σημαντικό να κρατάμε για εμάς ενέργεια
Ακριβώς επειδή πονάμε, είναι σημαντικό να διατηρήσουμε σε τέτοιες καταστάσεις ενέργεια ώστε να τη διοχετεύσουμε σε εμάς τους ίδιους. Το ότι είμαστε ενσυναισθητικοί δεν σημαίνει ότι ζούμε συνεχώς για τους άλλους.
2. Κάνουμε «πρόβες» για να νιώθουμε την αντιπαράθεση πιο άνετη
Χρησιμοποιώντας τον δημιουργικό οραματισμό, μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας ήρεμο κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης και της συνειδητοποίησης. Επίσης, μέσω τέτοιων παρόμοιων πρακτικών που μας προετοιμάζουν, μπορούμε να «παρατηρήσουμε» την αντίδραση του άλλο ατόμου χωρίς να συντονιστούμε και να απορροφήσουμε την ενέργεια και τα συναισθήματά του.
3. Συνεχώς διδάσκουμε τους ανθρώπους πώς να μας αντιμετωπίζουν
Οι ενσυναισθητικοί διδάσκουν τους άλλους (χωρίς να το αντιλαμβάνονται) ότι οι δικές τους ανάγκες δεν είναι σημαντικές. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: Πρώτον, η αυξημένη οξυδέρκεια και αντίληψη του ενσυναισθητικού καταλαμβάνει τόσο χώρο που οι άλλοι μπαίνουν στο επίκεντρο και σε αυτή την κατάσταση οι ανάγκες τους δεν έχουν χώρο.
Κατά δεύτερον, αυτοί οι άνθρωποι κάποιες φορές αποφεύγουν να συγκρούονται με άλλους επειδή ξέρουν ότι μια αντιπαράθεση μπορεί να προκαλέσει δυσάρεστα συναισθήματα στο άλλο άτομο. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, ο ενσυναισθητικός πρέπει να φτάσει στην αντιπαράθεση, ώστε να θέσει κι εκείνος τα δικά του όρια.
4. Οι απόψεις των άλλων μπορεί να αλλάξουν όπως και η διάθεση
Οι ενσυναισθητικοί τείνουν επίσης να παίρνουν προσωπικά τα πράγματα. Αλλά να θυμάστε πως όταν κάποιος έχει μια κακή μέρα είναι πιθανό να εμφανιστεί επικριτικός απέναντί σας. Γι’ αυτό είναι σημαντικό πριν το πάρετε προσωπικά, να αφήνετε πρώτα λίγο χώρο και χρόνο μέχρι να είστε βέβαιοι ότι η επίθεση είναι προσωπική.
5. Θυμίζουμε ότι και οι ενσυναισθητικοί μπορεί να φερθούν λάθος
Ακόμη και οι πιο υποστηρικτικοί άνθρωποι μπορεί να εμπλακούν σε μια τοξική συμπεριφορά χωρίς να το θέλουν. Ακόμη κι αν μετά την αντιπαράθεση αντιληφθείτε ότι μπορεί να κάνατε λάθος, δεν υπάρχει λόγος να το μετανιώνετε ή να νιώσετε άσχημα παραπάνω απ’ ότι αναλογεί στην περίπτωση. Τα λάθη είναι ανθρώπινα.
Σκέφτεστε το χειρότερο σενάριο σε ό,τι σας συμβαίνει;
Πολλές συνήθεις καταστάσεις στη ζωή μπορεί να πυροδοτήσουν το φόβο ότι κάτι κακό θα συμβεί. Ίσως κάθεστε στον υπολογιστή για να ρίξετε μια ματιά στις διαδικτυακές τραπεζικές κινήσεις. Κάτι περίεργο τραβά την προσοχή σας καθώς εξετάζετε τις πρόσθετες συναλλαγές. Γνωρίζετε ότι επιστρέψατε μια ακριβή συσκευή που σταμάτησε να λειτουργεί, αλλά δεν βλέπετε την επιστροφή χρημάτων. Χωρίς αυτά τα χρήματα, θα δυσκολευτείτε να βγάλετε το μήνα.
Ξαφνικά, νιώθετε την καρδιά σας να χτυπά δυνατά και σα να δυσκολεύεστε να αναπνεύσετε. Αρχίζετε να φαντάζεστε ότι τώρα, πέρα από την οικονομική σας ανασφάλεια, κάτι δεν πάει καλά με το σώμα σας. Η λογική εξήγηση ότι δεν έχει περαστεί ακόμα αυτή η επιστροφή δεν περνά από το νου σας, ή αν περνά, αποτελεί μια απίθανη περίπτωση.
Αν διαβάζοντας αυτό το σενάριο, ταυτίζεστε ή έστω σας θυμίζει κάτι παρόμοιο από τις δικές σας αντιδράσεις, είναι πιθανό να έχετε αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν το γνωστικό στυλ της επικείμενης καταστροφής. Ο ψυχολόγος John Riskind, σε μια μετα-ανάλυση του 2016 περιγράφει το πώς βλέποντας τον κόσμο με τέτοιο τρόπο ενεργοποιούνται δυσλειτουργικά και δυσπροσάρμοστα επίπεδα άγχους. Με άλλα λόγια, παίρνοντας μια αμφίβολη κατάσταση και μετατρέποντάς τη στο χειρότερο πιθανό αποτέλεσμα, ενεργοποιούμε με απόλυτη βεβαιότητα το άγχος. Οι σωματικές μας αποκρίσεις εντείνονται καθώς ο νους «παίζει» ξανά και ξανά το χειρότερο πιθανό σενάριο.
Αυτό που διαφοροποιεί το «ελλοχεύον» γνωστικό στυλ από άλλες προσεγγίσεις στο άγχος που δίνουν έμφαση στις δυσλειτουργικές σκέψεις και πεποιθήσεις είναι πως όταν τα πράγματα αρχίζουν να «επίκεινται», η αίσθηση της απειλής μας βγάζει εκτός ελέγχου και συνεχώς συσσωρεύεται. Αν και μπορεί κατά κάποιο τρόπο να αποτελεί ένα είδος προσαρμογής, το οποίο μας προστατεύει από μια πραγματική απειλή που πλησιάζει, όταν η απειλή είναι φανταστική, τα πράγματα δυσκολεύουν.
Μια μεγάλη ποικιλία ερευνών που βασίζεται στο “looming cognitive style” συνεχίζει να υποστηρίζει το πόσο συνεισφέρει στις αγχώδεις διαταραχές, αναφέροντας επίσης τη σχέση αυτού του γνωστικού στυλ με ποιότητες χαρακτήρα. Τα άτομα με αυτό το ευάλωτο χαρακτηριστικό αντιλαμβάνονται ότι οι απειλές πλησιάζουν γρήγορα και κερδίζουν σε μέγεθος, εγγύτητα και πιθανότητα. Όμως, όταν ο κίνδυνος κλιμακώνεται στο νου μας και μόνο εκεί, ουσιαστικά ακινητοποιούμαστε από αυτή την αίσθηση επερχόμενης «καταστροφής».
Πόσο επιρρεπείς είμαστε σε αυτές τις αδικαιολόγητες υπερβολές περί απειλής; Το παρακάτω σενάριο και οι ερωτήσεις που ακολουθούν είναι ένας ενδεικτικός τρόπος να εξετάσουμε ακριβώς αυτό. Προσπαθήστε να το φανταστείτε όσο πιο ζωηρά μπορείτε. Στη συνέχεια, θέστε στον εαυτό σας τις παρακάτω ερωτήσεις, χρησιμοποιώντας την κλίμακα των 5 σημείων.
Φανταστείτε ότι βρίσκεστε μπροστά από ένα μεγάλο κοινό με αγνώστους. Μιλάτε για ένα θέμα για το οποίο δεν γνωρίζετε πολλά. Κάποιοι από αυτούς δείχνουν βαριεστημένοι ή αδιάφοροι, ενώ άλλοι δείχνουν εκνευρισμένοι. Φαίνεται ότι θα μπορούσατε να έχετε μια πολύ αρνητική αντίδραση από το κοινό.
1. Πόση ανησυχία ή άγχος σας κάνει να νιώθετε αυτή η φανταστική εικόνα;
2. Σε αυτή τη σκηνή, οι πιθανότητες να αντιμετωπίσετε μια δυσκολία με το κοινό αυξάνονται ή μειώνονται με κάθε στιγμή που περνά;
3. Το επίπεδο της απειλής από το κοινό σας παραμένει σχετικά σταθερό ή μεγαλώνει με ταχύτητα κάθε λεπτό που περνά;
4. Πόσο πολύ φαντάζεστε την αντίδραση του κοινού να επιδεινώνεται;
Σε αυτό το σενάριο, τα άτομα που σκέφτονται ολοένα και περισσότερο το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα θα απαντήσουν ότι ο κίνδυνος, η απειλή μεγαλώνει με κάθε λεπτό που περνά, ενώ τίποτε δεν αλλάζει ουσιαστικά στην κατάσταση. Δεν είναι ότι το κοινό θα αρχίζει να πετά πράγματα προς το μέρος μας επειδή δεν φαίνονται να ενδιαφέρονται ή δείχνουν εκνευρισμένοι. Είναι ότι βλέπουμε αυτά τα αποτελέσματα ως βάσιμες πιθανότητες.
Άλλοι ειδικοί αναφέρουν ότι μια άλλη αρνητική επίδραση αυτού του γνωστικού στυλ είναι η βεβαιότητα ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τη διάθεσή μας. Επιστρέφοντας στο παράδειγμά μας, η απειλή συσσωρεύεται συνεχώς στο νου μας και όσο γίνεται αυτό, όλο και πιο πολύ πειθόμαστε ότι χάνουμε εντελώς τον έλεγχο.
Αφού όμως έχουμε αντιληφθεί ότι εμφανίζουμε ένα τέτοιο γνωστικό στυλ, η επόμενη ερώτηση είναι τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; Οι ψυχολόγοι λένε ότι η μείωση της έντασης και του «ανεξέλεγκτου» αυτών των καταστροφολογικών σεναρίων μπορεί να αυξήσει τις πεποιθήσεις μας για την χρησιμότητα που έχουν οι πηγές αντιμετώπισης των δυσκολιών. Όταν νιώθετε ότι η εσωτερική αντίληψη της απειλής επιδεινώνεται, μπορείτε να κυριαρχήσετε στο άγχος σας αναγνωρίζοντας ότι η απειλή δεν έχει πραγματικά αλλάξει και συνεπώς δεν χρειάζεται αν επιτρέψετε σε αυτά τα συναισθήματα να σας κυριεύσουν.
Συμπερασματικά, το να φανταζόμαστε το χειρότερο, όταν πράγματι όμως το χειρότερο είναι μια πραγματικότητα, μπορεί να αποτελέσει μια καλή στρατηγική προστασίας. Όμως, αν αυτά τα συναισθήματα επικείμενης καταστροφής δυσκολεύουν την καθημερινή μας ζωή, θα φανεί ιδιαίτερα βοηθητικό το να βρούμε πιο παραγωγικές διεξόδους στη φαντασία μας που θα μας βοηθούν να αντιδράμε και αποτελεσματικά.
Ξαφνικά, νιώθετε την καρδιά σας να χτυπά δυνατά και σα να δυσκολεύεστε να αναπνεύσετε. Αρχίζετε να φαντάζεστε ότι τώρα, πέρα από την οικονομική σας ανασφάλεια, κάτι δεν πάει καλά με το σώμα σας. Η λογική εξήγηση ότι δεν έχει περαστεί ακόμα αυτή η επιστροφή δεν περνά από το νου σας, ή αν περνά, αποτελεί μια απίθανη περίπτωση.
Αν διαβάζοντας αυτό το σενάριο, ταυτίζεστε ή έστω σας θυμίζει κάτι παρόμοιο από τις δικές σας αντιδράσεις, είναι πιθανό να έχετε αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν το γνωστικό στυλ της επικείμενης καταστροφής. Ο ψυχολόγος John Riskind, σε μια μετα-ανάλυση του 2016 περιγράφει το πώς βλέποντας τον κόσμο με τέτοιο τρόπο ενεργοποιούνται δυσλειτουργικά και δυσπροσάρμοστα επίπεδα άγχους. Με άλλα λόγια, παίρνοντας μια αμφίβολη κατάσταση και μετατρέποντάς τη στο χειρότερο πιθανό αποτέλεσμα, ενεργοποιούμε με απόλυτη βεβαιότητα το άγχος. Οι σωματικές μας αποκρίσεις εντείνονται καθώς ο νους «παίζει» ξανά και ξανά το χειρότερο πιθανό σενάριο.
Αυτό που διαφοροποιεί το «ελλοχεύον» γνωστικό στυλ από άλλες προσεγγίσεις στο άγχος που δίνουν έμφαση στις δυσλειτουργικές σκέψεις και πεποιθήσεις είναι πως όταν τα πράγματα αρχίζουν να «επίκεινται», η αίσθηση της απειλής μας βγάζει εκτός ελέγχου και συνεχώς συσσωρεύεται. Αν και μπορεί κατά κάποιο τρόπο να αποτελεί ένα είδος προσαρμογής, το οποίο μας προστατεύει από μια πραγματική απειλή που πλησιάζει, όταν η απειλή είναι φανταστική, τα πράγματα δυσκολεύουν.
Μια μεγάλη ποικιλία ερευνών που βασίζεται στο “looming cognitive style” συνεχίζει να υποστηρίζει το πόσο συνεισφέρει στις αγχώδεις διαταραχές, αναφέροντας επίσης τη σχέση αυτού του γνωστικού στυλ με ποιότητες χαρακτήρα. Τα άτομα με αυτό το ευάλωτο χαρακτηριστικό αντιλαμβάνονται ότι οι απειλές πλησιάζουν γρήγορα και κερδίζουν σε μέγεθος, εγγύτητα και πιθανότητα. Όμως, όταν ο κίνδυνος κλιμακώνεται στο νου μας και μόνο εκεί, ουσιαστικά ακινητοποιούμαστε από αυτή την αίσθηση επερχόμενης «καταστροφής».
Πόσο επιρρεπείς είμαστε σε αυτές τις αδικαιολόγητες υπερβολές περί απειλής; Το παρακάτω σενάριο και οι ερωτήσεις που ακολουθούν είναι ένας ενδεικτικός τρόπος να εξετάσουμε ακριβώς αυτό. Προσπαθήστε να το φανταστείτε όσο πιο ζωηρά μπορείτε. Στη συνέχεια, θέστε στον εαυτό σας τις παρακάτω ερωτήσεις, χρησιμοποιώντας την κλίμακα των 5 σημείων.
Φανταστείτε ότι βρίσκεστε μπροστά από ένα μεγάλο κοινό με αγνώστους. Μιλάτε για ένα θέμα για το οποίο δεν γνωρίζετε πολλά. Κάποιοι από αυτούς δείχνουν βαριεστημένοι ή αδιάφοροι, ενώ άλλοι δείχνουν εκνευρισμένοι. Φαίνεται ότι θα μπορούσατε να έχετε μια πολύ αρνητική αντίδραση από το κοινό.
1. Πόση ανησυχία ή άγχος σας κάνει να νιώθετε αυτή η φανταστική εικόνα;
2. Σε αυτή τη σκηνή, οι πιθανότητες να αντιμετωπίσετε μια δυσκολία με το κοινό αυξάνονται ή μειώνονται με κάθε στιγμή που περνά;
3. Το επίπεδο της απειλής από το κοινό σας παραμένει σχετικά σταθερό ή μεγαλώνει με ταχύτητα κάθε λεπτό που περνά;
4. Πόσο πολύ φαντάζεστε την αντίδραση του κοινού να επιδεινώνεται;
Σε αυτό το σενάριο, τα άτομα που σκέφτονται ολοένα και περισσότερο το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα θα απαντήσουν ότι ο κίνδυνος, η απειλή μεγαλώνει με κάθε λεπτό που περνά, ενώ τίποτε δεν αλλάζει ουσιαστικά στην κατάσταση. Δεν είναι ότι το κοινό θα αρχίζει να πετά πράγματα προς το μέρος μας επειδή δεν φαίνονται να ενδιαφέρονται ή δείχνουν εκνευρισμένοι. Είναι ότι βλέπουμε αυτά τα αποτελέσματα ως βάσιμες πιθανότητες.
Άλλοι ειδικοί αναφέρουν ότι μια άλλη αρνητική επίδραση αυτού του γνωστικού στυλ είναι η βεβαιότητα ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τη διάθεσή μας. Επιστρέφοντας στο παράδειγμά μας, η απειλή συσσωρεύεται συνεχώς στο νου μας και όσο γίνεται αυτό, όλο και πιο πολύ πειθόμαστε ότι χάνουμε εντελώς τον έλεγχο.
Αφού όμως έχουμε αντιληφθεί ότι εμφανίζουμε ένα τέτοιο γνωστικό στυλ, η επόμενη ερώτηση είναι τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; Οι ψυχολόγοι λένε ότι η μείωση της έντασης και του «ανεξέλεγκτου» αυτών των καταστροφολογικών σεναρίων μπορεί να αυξήσει τις πεποιθήσεις μας για την χρησιμότητα που έχουν οι πηγές αντιμετώπισης των δυσκολιών. Όταν νιώθετε ότι η εσωτερική αντίληψη της απειλής επιδεινώνεται, μπορείτε να κυριαρχήσετε στο άγχος σας αναγνωρίζοντας ότι η απειλή δεν έχει πραγματικά αλλάξει και συνεπώς δεν χρειάζεται αν επιτρέψετε σε αυτά τα συναισθήματα να σας κυριεύσουν.
Συμπερασματικά, το να φανταζόμαστε το χειρότερο, όταν πράγματι όμως το χειρότερο είναι μια πραγματικότητα, μπορεί να αποτελέσει μια καλή στρατηγική προστασίας. Όμως, αν αυτά τα συναισθήματα επικείμενης καταστροφής δυσκολεύουν την καθημερινή μας ζωή, θα φανεί ιδιαίτερα βοηθητικό το να βρούμε πιο παραγωγικές διεξόδους στη φαντασία μας που θα μας βοηθούν να αντιδράμε και αποτελεσματικά.
Κάθε τέλος σηματοδοτεί και μια αρχή
Τα «αντίο» είναι αναπόφευκτα• είναι αλήθεια ότι έρχονται λίγο καιρό μετά από ένα ελπιδοφόρο «Γεια σου». Είναι σαν πάνω από κάθε αρχή να αιωρείται και ένα τέλος.
Εδώ και αρκετό καιρό υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι όλα τα πράγματα έρχονται και φεύγουν, ειδικά οι άνθρωποι. Η μόνη διαφορά ανάμεσά τους είναι η διάρκεια της παραμονής τους – μία εβδομάδα, ένας μήνας, ένας χρόνος. Όταν είμαι τυχερή, κάποιοι στέκονται ακόμα εδώ, δίπλα μου, αλλά τον περισσότερο καιρό αυτοί που φεύγουν από τη ζωή μου είναι αυτοί στους οποίους έχω μεγαλύτερη αδυναμία.
Ενθαρρύνω τον εαυτό μου επίσης συχνά να πιστέψει ότι δεν πειράζει που συμβαίνει αυτό – ότι το να μείνω μόνη μου αποτελεί κι αυτή μια συνηθισμένη κατάσταση. Κι ότι ακόμα κι αν έβαλες τα δυνατά σου να τους κάνεις να μείνουν, πρέπει και πάλι εσύ να κρατάς την πόρτα ανοιχτή για εκείνους.
Μα ποιον κοροϊδεύω; Κάθε αντίο εμπεριέχει και πόνο. Σε αφήνει να αναρωτιέσαι για την αυτο-αξία σου και τη σημασία σου στη ζωή τους. Σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί είναι τόσο εύκολο γι’ αυτούς να σε αφήσουν, γιατί δεν κοίταξαν πίσω τους όταν έφευγαν και γιατί δεν επιστρέφουν. Φυσικά και πειράζει. Και πάντα θα πειράζει. Θα πειράζει να τους αφήνεις να σε πείθουν με αυτό τον τρόπο και ύστερα να σε κάνουν να νιώθεις έναν ασύγκριτο πόνο.
Αλλά πρέπει επίσης να θυμάσαι ότι πειράζει όταν αφήνεις αυτές τις συνθήκες να εμποδίζουν την ευτυχία σου. Χρειάζεται να θυμάσαι ότι μετά από κάθε τέλος έρχεται μια νέα αρχή. Το σύμπαν επιτρέπει στα πράγματα να συμβούν για κάποιο λόγο. Μπορεί να μην τον γνωρίζουμε τώρα, αλλά σύντομα, θα αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια μας ο λόγος για όλα αυτά τα αντίο.
Και ρίξε μια ματιά γύρω σου. Δεν σε έχουν αφήσει όλοι – εκείνοι που πραγματικά αξίζουν είναι ακόμα στο πλευρό σου. Ίσως δεν τους πρόσεξες, επειδή ήσουν απασχολημένος κυνηγώντας ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν πρόθεση να μείνουν στη ζωή σου για πολύ καιρό.
Αναμφίβολα το τέλος πονά, αλλά με τον καιρό, θα προχωρήσεις. Δεν θα γίνεται πάντα εύκολα και γρήγορα, αλλά θα γίνεται. Θα πάρει εβδομάδες, μήνες, ακόμα και χρόνια, αλλά στο τέλος, θα μάθεις να ζεις χωρίς την παρουσία τους.
Η ζωή έχει τόσα να προσφέρει, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων που προσφέρουν απλόχερα τον χρόνο και την προσπάθεια για να μείνεις στη δική τους ζωή. Ήρθε η ώρα να ανοίξεις τα μάτια και την καρδιά σου σε αυτούς που νοιάζονται αυθεντικά για εσένα και να μην σπαταλάς τον χρόνο σου στην ύφανση μιας ιστορίας, ενός χαρακτήρα, που ποτέ δεν θα έχει το θάρρος να είναι μέρος της ιστορίας και να φτάσει μέχρι το τέλος της.
Εδώ και αρκετό καιρό υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι όλα τα πράγματα έρχονται και φεύγουν, ειδικά οι άνθρωποι. Η μόνη διαφορά ανάμεσά τους είναι η διάρκεια της παραμονής τους – μία εβδομάδα, ένας μήνας, ένας χρόνος. Όταν είμαι τυχερή, κάποιοι στέκονται ακόμα εδώ, δίπλα μου, αλλά τον περισσότερο καιρό αυτοί που φεύγουν από τη ζωή μου είναι αυτοί στους οποίους έχω μεγαλύτερη αδυναμία.
Ενθαρρύνω τον εαυτό μου επίσης συχνά να πιστέψει ότι δεν πειράζει που συμβαίνει αυτό – ότι το να μείνω μόνη μου αποτελεί κι αυτή μια συνηθισμένη κατάσταση. Κι ότι ακόμα κι αν έβαλες τα δυνατά σου να τους κάνεις να μείνουν, πρέπει και πάλι εσύ να κρατάς την πόρτα ανοιχτή για εκείνους.
Μα ποιον κοροϊδεύω; Κάθε αντίο εμπεριέχει και πόνο. Σε αφήνει να αναρωτιέσαι για την αυτο-αξία σου και τη σημασία σου στη ζωή τους. Σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί είναι τόσο εύκολο γι’ αυτούς να σε αφήσουν, γιατί δεν κοίταξαν πίσω τους όταν έφευγαν και γιατί δεν επιστρέφουν. Φυσικά και πειράζει. Και πάντα θα πειράζει. Θα πειράζει να τους αφήνεις να σε πείθουν με αυτό τον τρόπο και ύστερα να σε κάνουν να νιώθεις έναν ασύγκριτο πόνο.
Αλλά πρέπει επίσης να θυμάσαι ότι πειράζει όταν αφήνεις αυτές τις συνθήκες να εμποδίζουν την ευτυχία σου. Χρειάζεται να θυμάσαι ότι μετά από κάθε τέλος έρχεται μια νέα αρχή. Το σύμπαν επιτρέπει στα πράγματα να συμβούν για κάποιο λόγο. Μπορεί να μην τον γνωρίζουμε τώρα, αλλά σύντομα, θα αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια μας ο λόγος για όλα αυτά τα αντίο.
Και ρίξε μια ματιά γύρω σου. Δεν σε έχουν αφήσει όλοι – εκείνοι που πραγματικά αξίζουν είναι ακόμα στο πλευρό σου. Ίσως δεν τους πρόσεξες, επειδή ήσουν απασχολημένος κυνηγώντας ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν πρόθεση να μείνουν στη ζωή σου για πολύ καιρό.
Αναμφίβολα το τέλος πονά, αλλά με τον καιρό, θα προχωρήσεις. Δεν θα γίνεται πάντα εύκολα και γρήγορα, αλλά θα γίνεται. Θα πάρει εβδομάδες, μήνες, ακόμα και χρόνια, αλλά στο τέλος, θα μάθεις να ζεις χωρίς την παρουσία τους.
Η ζωή έχει τόσα να προσφέρει, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων που προσφέρουν απλόχερα τον χρόνο και την προσπάθεια για να μείνεις στη δική τους ζωή. Ήρθε η ώρα να ανοίξεις τα μάτια και την καρδιά σου σε αυτούς που νοιάζονται αυθεντικά για εσένα και να μην σπαταλάς τον χρόνο σου στην ύφανση μιας ιστορίας, ενός χαρακτήρα, που ποτέ δεν θα έχει το θάρρος να είναι μέρος της ιστορίας και να φτάσει μέχρι το τέλος της.
Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας
Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο.
Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα.
Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο.
Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο…
Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως!
Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της.
Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή.
Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα…
Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα.
Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο.
Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο…
Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως!
Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της.
Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή.
Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα…
ERICH FROMM: Αυτοί που έχουν το κουράγιο, προχωρούν
Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ότι έχουμε το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία.
Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.
Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.
Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».
Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.
Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.
Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.
Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.
ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ, Να έχεις ή να Είσαι;
Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.
Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.
Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».
Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.
Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.
Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.
Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.
ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ, Να έχεις ή να Είσαι;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)


















