Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Έρωτας: Γιατί ενώ δίνω πολλά παίρνω λίγα;

Συχνά συμβαίνει ο σύντροφός μας να ενδιαφέρεται πο­λύ για μας, αλλά εμείς να μην τον θέλουμε. Όταν όμως απομακρύνει το ενδιαφέρον του, ξαφνικά να αισθανόμαστε έλξη γι' αυτόν. Πού οφείλεται αυτό;
Απάντηση: Πρώτα απ' όλα σκέψου πως αν σε αγαπούσε αληθινά δεν θα σου έδειχνε τη μια ενδιαφέρον και την άλλη θα το απέσυρε.
Για τα δικά σου αισθήματα, σκέψου μήπως:
-Σου είναι συμπαθής, αλλά δεν τον θέλεις, επειδή το υπερβολι­κό ενδιαφέρον του σε πνίγει. Όταν, λοιπόν, αποσύρει το ενδια­φέρον του να ξεχνάς το πνίξιμο που ένιωθες και να επικρατεί στο νου σου η συμπάθεια.
-Οι συμπεριφορές του είναι προβλέψιμες και επειδή έχει απόλυ­τη συγκέντρωση και είναι προσκολλημένος σε σένα, να τον θε­ωρείς δεδομένο. Επειδή λοιπόν τον θεωρείς δεδομένο και προ­βλέψιμο, μπορεί να σου είναι βαρετός.
-Δεν εισπράττεις αγάπη απ' αυτόν και απλά τον θέλεις σαν θαυ­μαστή σου και όχι σαν σύντροφο.
Γι' αυτό όσο έχει την προσοχή του πάνω σου να μην του δίνεις ση­μασία. Όταν την αποσύρει, να θέλεις να τον κάνεις και πάλι να σε προσέξει. Αν συμβαίνει κάτι απ' αυτά, φαίνεται ότι θέλεις να ικανοποι­είς τον εγωισμό σου και όχι να σε ζεσταίνει ή να σε δροσίζει, ανάλογα, η αγάπη του συντρόφου σου.
Ερώτηση: Παραπονιόμαστε οι περισσότεροι ότι στις σχέσεις μας δεν εισπράττουμε αυτό που δίνουμε.
Εμείς δίνουμε αγάπη στον άλλον, έχουμε αυτοπεποίθηση, έχουμε σιγουριά, κάνουμε πράγματα για να νιώσει ευχάριστα κι όμως εκείνος είναι αμέτοχος και απαθής. Δηλαδή, δεν εισπράττουμε αυτό που δί­νουμε.
Πώς μπορούμε να βιώσουμε το πάρε - δώσε στην αγάπη, όταν δεν την εισπράττουμε από τον άλλον;
Απάντηση: Αυτό που περιγράφεις πράγματι το βιώνουμε οι περισσό­τεροι άνθρωποι οε όλες μας τις σχέσεις είτε είναι προσωπικές είτε είναι επαγγελματικές.
Η ερώτηση, όμως, που χρειάζεται να θέσουμε στον εαυτό μας εί­ναι: Ζητάμε από τους άλλους αυτό που θέλουμε ή περιμένουμε να το μαντέψουν;
Σε όποιον θέτω αυτή την ερώτηση μου απαντά: Μα δεν το καταλα­βαίνει ο άλλος; Η επόμενη ερώτηση που του θέτω είναι: 0 άλλος έχει δηλώσει ότι έχει την ικανότητα να μαντεύει αυτό που θέλεις;
Φυσικά και δεν την έχει. Εσύ μαντεύεις τι θέλει εκείνος; Γι’ αυτό σε όλες τις σχέσεις μας χρειάζεται να δηλώνουμε αυτό που μας ευχαρι­στεί, αυτό που περιμένουμε ή θέλουμε από τους άλλους, όπως χρειά­ζεται να ρωτάμε και τον άλλον, τι είναι αυτό που περιμένει να του δώ­σουμε για να τον ευχαριστήσουμε.
Παρατηρούμε ότι οι σχέσεις μας χαλάνε, όταν ο ένας δίνει στον άλ­λον αυτό που θέλει εκείνος και όχι αυτό που χρειάζεται ή έχει ανάγκη.
Τη σχέση όμως τη δημιουργούμε για να μας δώσει ο άλλος αυτό που θέλουμε εμείς και όχι αυτό που θέλει εκείνος.
Σε όλες μας τις σχέσεις, με τα παιδιά, με τη μητέρα, τον πατέρα τον/ την σύντροφο ή σύζυγο, τους φίλους, χρειάζεται να ρωτάμε τι θέλουν από μας. Όπως και εμείς να τους δηλώνουμε καθαρά τι περι­μένουμε από εκείνους.
Αν, λοιπόν, από την αρχή, δηλώσουμε αυτά που θέλουμε και τα προσφέρει ο ένας στον άλλον, με στόχο να αισθανόμαστε ανεμπόδι­στα την αγάπη να ρέει μεταξύ μας, τότε δεν θα υπάρχει πιθανότητα να δίνουμε αλλά να μην παίρνουμε σ’ αυτή τη σχέση.
Σχόλιο: Με το να δίνουμε αυτό που θέλουμε εμείς, θεωρούμε ότι δίνουμε τα πάντα.
Απάντηση: Ακούμε να λένε: Αυτός αγαπάει με τον τρόπο του. Όμως δεν είναι αγάπη να σου δίνω αυτό που θέλω εγώ, αλλά εσύ ού­τε το θέλεις ούτε το χρειάζεσαι.
Μαθαίνουμε την αγάπη στην πράξη όταν εστιαζόμαστε να ευχαριστή­σουμε τον άλλον δίνοντας του αυτό που θέλει, αυτό που τον ευχαριστεί.
Για παράδειγμα: Αυτό που θέλει ένα παιδί είναι η προσοχή των γο­νιών του. Θέλει, δηλαδή, ο γονιός να του δίνει λίγο από το χρόνο του.
Αν το παιδί βλέπει μόνο τη γυναίκα που το φροντίζει και βλέπει τους γονείς του ελάχιστα, πιστεύεις ότι με το να του δίνουν χρήματα ή δώρα καλύπτουν το κενό της παρουσίας τους;
Το παιδί τους αισθάνεται καλά; Μπορεί να θεωρήσει το χαρτζιλίκι και το ακριβό σπίτι σαν ένδειξη αγάπης από τον γονιό του;
Ο γονιός, από την άλλη πλευρά, πιστεύει ότι κάνει το καλύτερο. Λέει: "Εγώ δουλεύω νύχτα μέρα για να τα έχουν όλα τα παιδιά μου".
Η ερώτησή μου προς αυτόν τον γονιό είναι: Ναι, τα έχουν όλα τα παιδιά σου αλλά εσένα σε έχουν;
Τα παιδιά, χρειάζονται και την τρυφερότητα της μητέρας αλλά χρειάζονται και την τρυφερότητα του πατέρα. Τα παιδιά θέλουν οι γο­νείς να είναι δίπλα τους όταν τους χρειάζονται.
Πάρα πολλά παιδιά που δεν έχουν την παρουσία του γονιού τους, γίνονται ανασφαλή και παρουσιάζουν ακραίες συμπεριφορές.
Ερώτηση: Η κριτική που κάνουμε σ' αυτούς που έχουμε σχέση αλ­λά και σε άλλους ανθρώπους είναι μια μορφή βίας;
Απάντηση: Η κριτική δεν έχει καμία σχέση με τη βία. Η κριτική έχει σχέ­ση με τον εγωισμό.
Έχουμε σκεφτεί ποιον κρίνουμε συνήθως; Κρίνουμε αυτόν που θεω­ρούμε ότι δεν σκέπτεται και δεν πράττει σωστά. Κρίνουμε για να επιβεβαι­ώσουμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους.
Ερώτηση: Έχουμε προβλήματα στις σχέσεις μας επειδή σκεπτόμα­στε και λειτουργούμε εγωιστικά, μας ενδιαφέρει ο εαυτός μας, ν' αποκτούμε υλικά αγαθά, πώς να περνάμε καλά και δεν μας ενδιαφέ­ρει τι θέλει ο άλλος;
Απάντηση: Όταν εστιάζουμε την προσοχή μας μόνο στο τι θέλου­με εμείς και δεν σκεφτόμαστε τι θέλει ο άλλος, φυσικά και δεν ασχο­λούμαστε να καλύψουμε τις ανάγκες του και δεν μοιραζόμαστε μαζί του τις δυσκολίες και τις χαρές της ζωής. Αυτό όμως έχει σαν αποτέ­λεσμα να δημιουργείται χάσμα στη σχέση μας.
Αυτός που λέει: "Θέλω να περνάω καλά", το λέει γενικά και αόριστα. Δεν είναι συνειδητή απόφαση και στόχος του. "Το περνάω καλά” το έχει συνδέσει με τα υλικά αγαθά, τις χαρές και απολαύσεις του κόσμου. Γι' αυτόν, το "περνάω καλά" σημαίνει ότι κάνει κάποια πράγματα για να πε­ράσει την ώρα του και να διασκεδάσει, να έχει ένα πολύ ωραίο και ακρι­βό σπίτι, αυτοκίνητο, να έχει καλή εργασία, να έχει χρήματα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτή την ώρα που λέει ότι περνάει κα­λά, που απολαμβάνει τις χαρές και τα αγαθά του κόσμου, ότι αισθάνε­ται μέσα του καλά, ότι αισθάνεται πλήρης. Αν τον κάλυπταν απόλυτα όλα αυτά, δεν θα αναζητούσε κάθε φορά κάτι άλλο και κάτι άλλο.
Όλα αυτά που επιδιώκει και αποκτά ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα απολαύσει μόνος του χωρίς ευχάριστη συντροφιά. Δεν έχω γνωρίσει μέχρι τώρα στη ζωή μου κάποιον χαρούμενο άνθρωπο που να είναι μόνος του και να μη μοιράζεται τίποτα με τους άλλους.
Όταν, λοιπόν, εστιαστούμε στο: "Με τι μπορώ να γεμίσω μέσα μου που να έχει μεγαλύτερη διάρκεια; Με ποιον και με τι αισθάνομαι κα­λά'', τότε θα αλλάξουν πολλά πράγματα στη ζωή μας προς το καλύτε­ρο.
Σχόλιο: Πολλές φορές υπερβαίνουμε τις δυνάμεις μας, προκειμέ- νου να αποκτήσουμε υλικά αγαθά και τελικά χάνουμε το νόημα της ζωή και αρρωσταίνουμε.
Απάντηση: Μόνο όταν σου συμβεί αυτό, μόνο τότε, συνειδητοποι­είς ότι όλα αυτά που απόκτησες δεν σε κάνουν αισθάνεσαι πραγματι­κά καλά.
Ερώτηση: Ντρέπομαι να ζητήσω κάτι. Δεν μου αρέσει να ζητάω. Ίσως να θέλω κάτι, αλλά δεν το ζητάω.
Απάντηση: Σκέψου από ποια αιτία ξεκίνησε αυτό; Ζητούσες από τους γονείς σου αυτό που ήθελες;
Σχόλιο: Όχι. Διότι δεν χρειαζόταν. Προέβλεπαν και κάλυπταν κάθε μου ανάγκη.
Απάντηση: Στο γεγονός αυτό βρίσκεται η απάντηση. Δεν έχεις συ­νηθίσει να ζητάς αυτό που θέλεις και περιμένεις οι άλλοι να το ανα­καλύπτουν ή να σου δίνουν αυτό που θέλουν εκείνοι και εσύ να είσαι ευχαριστήνη.
Συνήθως οι άλλοι θέλουν να μας δίνουν αυτό που θέλουν εκείνοι και όχι αυτό που θέλουμε εμείς.
Οι δικοί σου, με το να αντιλαμβάνονται και να σου καλύπτουν τις ανάγκες, σου πέρασαν το μήνυμα ότι δεν χρειάζεται να ζητάς.
Θεωρώ ότι οι γονείς είναι απαραίτητο να παροτρύνουν τα παιδιά τους να τους λένε αυτό που θέλουν άσχετα αν εκείνοι λόγω της συ­γκέντρωσης και της αγάπης προς τα παιδιά τους αντιλαμβάνονται τις επιθυμίες τους.

Αυτά που θα δώσουν στην επικοινωνία σου με τον/ την σύντροφο ή σύζυγό σου χαρά και διάρκεια, είναι η καλή σου διάθεση και το χιούμορ.
Συντροφικότητα είναι η ανάγκη που έχουμε οι περισσότεροι άν­θρωποι να είμαστε με κάποιον, για να μοιραζόμαστε τις χαρές και να αντιμετωπίζουμε μαζί τις όποιες αντιξοότητες φέρνει η ζωή.
Η συντροφικότητα χωρίς στόχο, δηλαδή, για ποιο λόγο είμαστε μαζί, ποια είναι η ωφέλεια του να είμαστε μαζί, χωρίς χαρούμενη διά­θεση και ευχάριστες εκπλήξεις, μπορεί να καταλήξει να είναι ανιαρή.
Έρωτας είναι η ανάγκη να ενώνεσαι με τον/ την σύντροφό σου μέσα σε μια πανδαισία τρυφερών συναισθημάτων, για να του ή της προσφέρεις σωματική ευχαρίστηση και νοητική εκτόνωση.
Η χημεία στον έρωτα βασίζεται σε μια απλή συνταγή, την οποία αντιγράφω από ένα παλιό λαϊκό τραγούδι: "Και του κάνω τα δικά του και μου κάνει τα δικά μου".
Αν την ώρα που είσαι ερωτικά με τον/ την σύντροφο η σύζυγό σου, δεν εμπνέεστε να κάνετε ο ένας στον άλλον αυτά που σας ευχαρι­στούν, σημαίνει ότι δεν έχετε ούτε ερωτική αλλά ούτε και συντροφική χημεία. Στην περίπτωση αυτή αναρωτήσου:
& Μου αρέσει να δίνω ευχαρίστηση στον ή στην σύντροφό μου, κάνοντας αυτά που θέλει στη συντροφικότητα και στον έρωτα; Κάνει αυτά που θέλω για μένα;
Όταν η συντροφικότητα ή ο έρωτας γίνονται ανιαρά, τότε αρχίζει η προσοχή του ενός ή και των δύο συντρόφων να φεύγει από το πρό­σωπο που ορκιζόταν ότι θα είναι για πάντα μαζί και αναζητά στιγμιαίες και εφήμερες, αλλά ακόμα και μόνιμες σχέσεις με κάποιο άλλο πρό­σωπο.
Εδώ θα ήθελα να σου επιστήσω την προσοχή σ' ένα πολύ σημαντι­κό πράγμα που ξεχνάμε οι περισσότεροι άνθρωποι να βάλουμε στις προσωπικές, επαγγελματικές και ειδικά στις συντροφικές και ερωτικές μας σχέσεις. Τα όρια.
Στο σημείο αυτό σκέψου:
& Έχω βάλει τα ανάλογα όρια σε όλα τα είδη των σχέσεών μου; Στην ερωτική, συντροφική ή επαγγελματική μου σχέση ποια είναι τα όριά μου στο τι μπορώ να ανεχτώ, από συμπεριφορές και από συνήθειες που έχει ο/ η σύζυγος ο σύντροφός μου, ο συνεργάτης, ο συνεταίρος, ο υπάλληλος ο εργοδότης μου;
Ερωτευόμαστε κάποιον/ κάποια για το παρουσιαστικό, για τα ωραία μάτια και δεν δίνουμε σημασία στις ήπιες ή βίαιες εκρήξεις που ξεσπά επάνω μας κάποιες στιγμές.
Γι' αυτό σκέψου:
Τον/ την ερωτεύτηκα για το παρουσιαστικό, για τα ωραία μάτια; Πόσο σοβαρά υπολογίζω τις ήπιες ή βίαιες εκρήξεις που ξεσπά πάνω μου κάποιες στιγμές ή συνέχεια;
Όσο περνάει ο καιρός, αν είσαι ανεκτικός/ ανεκτική σ' αυτά τα ξε­σπάσματα βίας και αρνητικότητας, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Να υποφέρεις. Δεν φταίει ο άλλος αν δεν σου φέρεται καλά. Η ευθύνη είναι δική σου. Από τη στιγμή που δεν του/ της βάζεις όρια, λαμβάνει το μήνυμα ότι του επιτρέπεις να σου φέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο.
Στο Δυναμικό Τρόπο Ζωής, όταν λέμε φταίει ή φταίω, το λέμε με την έννοια της ευθύνης. Δεν το λέμε με την έννοια της κατηγορίας, δεν δημιουργούμε ενοχές ούτε σε μας, αλλά ούτε και στους άλλους.
Δεν ενοχοποιούμε, λοιπόν, κανέναν ούτε τον εαυτό μας, ούτε τους άλλους. Ανάλογα με την περίπτωση, αναγνωρίζουμε την αιτία της αρνητικής συμπεριφοράς του άλλου και ορθώνουμε τα όριά μας. Ή αναγνωρίζουμε το δικό μας λάθος και το διορθώνουμε.
Όταν στη σχέση που δημιουργείς δεν δηλώνεις από την αρχή τα όριά σου, πάντοτε θα έχεις προβλήματα σ’ αυτή τη σχέση.
Γι' αυτό χρειάζεται να αναρωτηθείς:
- Βάζω όρια στις σχέσεις μου;
Επίσης, αναρωτήσου και απάντησε τίμια:
-ποιες δικές μου σκέψεις ή ενέργειες προκαλούν τα προβλήμα­τα στη ζωή μου ή στις σχέσεις μου;
Τις σχέσεις τις δημιουργούμε οι άνθρωποι με την πρόθεση να βαδί­ζουμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Να ανταλλάσσουμε αισθήματα αγά­πης μεταξύ μας. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε χαλάνε οι σχέσεις.

H αόρατη ομπρέλα που προστατεύει από τη βροχή μόνο με αέρα

Πλέον είναι γεγονός η αόρατη ομπρέλα, που προστατεύει μόνο με αέρα. 
 
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο σχέδιο, καθώς ουσιαστικά πρόκειται για μία ομπρέλα που μοιάζει με ραβδί που διαθέτει μοτέρ, επαναφορτιζόμενη μπαταρία λιθίου και ανεμιστήρα. Η Air Umbrella, όπως ονομάζεται, παίρνει αέρα από τη μεριά του ανεμιστήρα και τον ωθεί προς τα έξω με έναν τρόπο που αλλάζει κατεύθυνση στις σταγόνες της βροχής που πέφτει. 
 
Μάλιστα, διαθέτει και ρύθμιση για την ταχύτητα με την οποία λειτουργεί ο κινητήρας, ανάλογα με το πόσο δυνατή είναι η βροχή. Το κακό είναι ότι η μπαταρία της κρατά μόνο 30 λεπτά, οπότε δεν είναι η ιδανική λύση σε περίπτωση που κάποιος βρίσκεται για ώρα στο δρόμο σε μία βροχερή ημέρα. 
 
Ολα αυτά βέβαια κοστίζουν. Οι παραγγελίες ξεκινούν από τα 118 δολάρια, ενώ θα διατεθεί στην αγορά το Δεκέμβριο του 2015.

Λαϊκή κυριαρχία στην αρχαία Αθήνα

Η Δημοκρατία και η κορυφαία έκφρασή της, οι εκλογές, αποτελούν ελληνική έμπνευση. Καθιερώθηκαν το 508 π.Χ. με εισήγηση του Κλεισθένη, όμως, η ζύμωση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα
Ο σοφός Σόλων, από το 594 π.Χ., είχε ήδη επιβάλει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία σε Ασία και Αφρική οι απόλυτοι μονάρχες ούτε καν διανοούνταν να ρωτήσουν κάποιον, πέρα από τους επαγγελματίες συμβούλους τους.
Ανάμεσα στα άλλα, ο Σόλων επέβαλε και την Εκκλησία του Δήμου, μια αναβίωση των συνελεύσεων της ομηρικής εποχής αλλά με καθορισμένα και καταλυτικά καθήκοντα. Τους νόμους πια τους ψήφιζε η Βουλή των 400 (εκατό από κάθε φυλή) αλλά κι αυτής οι αποφάσεις υπόκειντο στην έγκριση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι ελεύθεροι πολίτες, ανεξάρτητα από το μέγεθος της περιουσίας τους.
Μεσολάβησε, βέβαια, η «τυραννίδα» του Πεισίστρατου, αλλά αφότου το 514 π.Χ. οι τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων κατάφεραν να σκοτώσουν τον αδερφό του Ιππαρχο, ο Ιππίας, γιος και διάδοχος του τυράννου έγινε ακόμα πιο καταπιεστικός.

Ξεγελώντας τους Θεούς
Αντιμέτωπος με τα δεινά της τυραννίας ο Αλκμεωνίδης Κλεισθένης κατέφυγε στην παλιά τέχνη των Αθηναίων: τη δωροδοκία. Είχε αναλάβει να κατασκευάσει καινούριο ναό του θεού Απόλλωνα στους Δελφούς. Το συμβόλαιο προέβλεπε να χτιστεί ο ναός με πωρόλιθο. Ο Κλεισθένης, όμως, ναύλωσε πλοία και τα έστειλε στην Πάρο να φορτώσουν από το φημισμένο της μάρμαρο. Οταν τα πλοία έφτασαν στο λιμάνι κι άρχισαν να ξεφορτώνουν το πολύτιμο φορτίο, οι προϊστάμενοι της Πυθίας τον ρώτησαν για πού προορίζεται.
Ο Κλεισθένης απάντησε: «Σκέφτηκα πως η κατοικία του θεού Απόλλωνα δεν μπορεί να είναι φτιαγμένη από ασήμαντο πωρόλιθο. Του πρέπει μαρμάρινη και μάλιστα από το πιο φημισμένο υλικό. Δεν θα σας κοστίσει ούτε μια μνα παραπάνω. Ομως, όποτε έρχονται εδώ Σπαρτιάτες για να ζητήσουν χρησμό, κάποιος να προσθέτει στα λόγια της Πυθίας μια φρασούλα: Η Σπάρτη να βοηθήσει τους Αθηναίους να διώξουν τον Ιππία». Συμφώνησαν.
Ο Κλεισθένης μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι ήταν ο πρώτος Αθηναίος που κατάφερε να δωροδοκήσει έναν θεό. Τον Απόλλωνα! Με το «πες, πες», λοιπόν, στη Λακωνία άρχισε να δημιουργείται ρεύμα κατά του Ιππία, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν «κολλητός» με τους εκεί βασιλιάδες. Οργανώθηκε ένα εκστρατευτικό σώμα με αρχηγό τον Αγχίμολο, επιβιβάστηκε στα πλοία και κατευθύνθηκε στο Φάληρο.

Λαϊκή κυριαρχία στην αρχαία Αθήνα
Την ίδια στιγμή, ο Ιππίας ειδοποίησε τους φίλους στηΘεσσαλία με πρώτο να καταφτάνει τον ταγό Κινέα με χίλιους καβαλάρηδες. Οταν οι Σπαρτιάτες αποβιβάστηκαν, το θεσσαλικό ιππικό έπεσε πάνω τους και τους τσάκισε. Ο Αγχίμολος σκοτώθηκε στη μάχη και όσοι σώθηκαν, γύρισαν με τα πλοία στη Σπάρτη. Εκεί, ο λαός ζητούσε εκδίκηση.
Ο βασιλιάς Κλεομένης μπήκε επικεφαλής του στρατού και στη μάχη που έγινε στην Αττική οι Θεσσαλοί κατατροπώθηκαν. Ο Κινέας το έσκασε στην πατρίδα του και ο Ιππίας με τους μισθοφόρους του οχυρώθηκαν στην ακρόπολη όπου Σπαρτιάτες κι αθηναϊκός λαός τους πολιόρκησαν. Ο Ιππίας θέλησε να φυγαδεύσει την οικογένειά του αλλά τελικά τον συνέλαβαν και τον υποχρέωσαν να δεχτεί συμφωνία.
Αφού ο τύραννος έφυγε, οι φυγάδες και οι εξόριστοι ξαναγύρισαν στην Αθήνα. Μαζί τους και οι Αλκμεωνίδεςμε αρχηγό τον Κλεισθένη. Τρεις νόμοι πέρασαν με συνοπτικές διαδικασίες: Διαγραφή από τους καταλόγους πολιτών όλων εκείνων που είχαν γίνει Αθηναίοι παράνομα, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όλων εκείνων που είχαν στηρίξει τη δικτατορία και απαγόρευση των βασανιστηρίων. Ομως, στις εκλογές για την ανάδειξη νέου επώνυμου άρχοντα, ο Κλεισθένης έχασε. Τις κέρδισε ο επικεφαλής των αριστοκρατών Ισαγόρας.
Ο Κλεισθένης δεν πτοήθηκε. Ως απλός πολίτης, εισηγήθηκε στην Εκκλησία του Δήμου σειρά μέτρων που καταργούσαν την οργάνωση του κράτους με βάση τις φατρίες κι αναδείκνυαν τον πολίτη ενεργό κύτταρο της πόλης, ενώ παράλληλα πρότεινε τη δημιουργία της Βουλής των 500, που θα εκλέγονταν και ουσιαστικά θα κυβερνούσαν. Οι προτάσεις του εγκρίθηκαν κι έγιναν νόμοι του κράτους. Ηταν το 508 π.Χ. κι έτσι γεννήθηκε στην Αθήνα η Δημοκρατία πριν από 2.515 χρόνια.

Το καλό το παλικάρι…
Ο Ισαγόρας γρήγορα κατάλαβε ότι βρέθηκε με έναν τίτλο χωρίς αντίκρισμα αφού η εξουσία είχε περάσει στηΒουλή και στην Εκκλησία του Δήμου, έτσι, κατέφυγε κι αυτός στη δωροδοκία. Η σύζυγος του βασιλιά της Σπάρτης, Κλεομένη, ανήκε στην κατηγορία των γυναικών που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τις πει όμορφες. Αντίθετα, η σύζυγος του Ισαγόρα ήταν ονομαστή για τα κάλλη της. Ο Κλεομένης εντυπωσιάστηκε όταν την είδε και ο Ισαγόρας δεν είχε κανένα ενδοιασμό. Σ ελάχιστο χρονικό διάστημα, το «παράνομο ζευγάρι» ήταν γεγονός και ο Ισαγόρας πήρε την εξουσία της Αθήνας με τα όπλα του Σπαρτιάτη βασιλιά.
Αρχικά, εξόρισε την οικογένεια των Αλκμεωνίδων και τον αρχηγό της, μαζί με ακόμη 700 οικογένειες αντιπάλων του. Μετά, θέλησε να καταργήσει την εκλεγμένη Βουλή και να διορίσει τριακόσιους δικούς του. Ομως, η νεαρή Δημοκρατία δεν κατέθεσε τα όπλα. Βουλευτές και λαός ξεσηκώθηκαν και πολιόρκησαν τους δύο βασιλείς και τους δικούς τους που οχυρώθηκαν στην ακρόπολη.
Ο Κλεομένης σκέφτηκε το ζήτημα. Καλή η κυρία τουΙσαγόρα αλλά αυτός είχε μπλέξει άσχημα και καμία όρεξη δεν είχε να βλέπει τους άνδρες του να σκοτώνονται για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην εξουσία της Αθήνας. Δυο μέρες μετά το κλείσιμό του στον ιερό βράχο, ήρθε σε επαφή με τους πολιορκητές οι οποίοι δέχτηκαν να τον αφήσουν να επιστρέψει με τον στρατό του στη Σπάρτη.Μέσα στη σύγχυση, ο Ισαγόρας βρήκε ευκαιρία να το σκάσει αλλά οι οπαδοί του πέρασαν από δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Κλεισθένης ξαναγύρισε θριαμβευτής. Με τις εισηγήσεις του που ψηφίστηκαν χωρίς τροπολογίες, το νέο πολίτευμα, η Δημοκρατία, ολοκληρώθηκε και παγιώθηκε, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι ξεπέρασε και τους κινδύνους.
Στη Σπάρτη, ο Κλεομένης δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ουσιαστικά έγινε υποχείριο των Αθηναίων που τον χρησιμοποίησαν για να απαλλαγούν από τον φίλο του, Ιππία. Συνεννοήθηκε με τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς να χτυπήσουν από τα βόρεια, ενώ ο ίδιος με τους Πελοποννήσιους πέρασε τον Ισθμό. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία για ακόμη μια φορά αποδείχτηκε ατσάλινη. Ο Κλεομένης γύρισε στη Σπάρτη και ξεκάθαρα, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να παλινορθώσει τον Ιππία.
Ο εκπρόσωπος των Κορινθίων, Σωσικλής, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους λέγοντας: «Αν σας αρέσει τόσο πολύ η τυραννίδα, εφαρμόστε την πρώτα στη Σπάρτη και μετά προσπαθήστε να την επιβάλετε και αλλού». Το συνέδριο διαλύθηκε. Ήταν το 506 π.Χ. Ο Κλεισθένης έζησε τιμημένος την υπόλοιπη ζωή του. Η εγγονή του, Αγαρίστη, παντρεύτηκε τον Ξάνθιππο. Στα 490 π.Χ. το ζευγάρι ευτύχησε να αποκτήσει ένα γιο. Ηταν ο Περικλής, ο άνθρωπος που οδήγησε την Αθηναϊκή Δημοκρατία στον χρυσό της αιώνα.
Όμως, στη δεύτερη δεκαετία του5ου αιώνα, πριν ακόμα να γίνει χρυσός, δυο κόμματα ανταγωνίζονταν για την εξουσία  στην εκκλησία του δήμου. Το δημοκρατικό με αρχηγό τον Θεμιστοκλή και το αριστοκρατικό με τον Αριστείδη. Οι καβγάδες τους θυμίζουν σύγχρονη ελληνική Βουλή σε συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών πριν από την ημερήσια διάταξη. Κι όταν ο Θεμιστοκλής έλεγχε την εξουσία, το ρουσφέτι πήγαινε σύννεφο. Σε μια συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, ο Αριστείδης τον κατηγόρησε ανοιχτά ότι χαρίζεται στους δικούς του. «Μα, αν δεν βολέψω τους φίλους μου τώρα που είμαι στα πράγματα, πότε θα τους βολέψω;», απάντησε αφοπλιστικά εκείνος.
Σε άλλη περίπτωση, ο Θεμιστοκλής εισηγήθηκε έναν νόμο. Ο Αριστείδης θύμωσε, επειδή δεν το είχε σκεφτεί εκείνος. Σηκώθηκε κι άρχισε να ρητορεύει εναντίον της εισήγησης του Θεμιστοκλή. Η εκκλησία πείστηκε και τον απέρριψε. Μετά τη συνεδρίαση, ο Αριστείδης είχε τύψεις. Το απόγευμα, τον άκουσαν να φωνάζει: «Αθηναίοι, ένας μόνον τρόπος υπάρχει να γλιτώσετε. Να πάρετε και τον Θεμιστοκλή κι εμένα και να μας φουντάρετε στη θάλασσα».

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι εφηύραν το λάδωμα, εφηύραν τα κόμματα και το ρουσφέτι αλλά εφηύραν και την ειλικρίνεια.

ΟΙ ΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ ΩΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι Έλληνες αρχικά προωθήθηκαν αργά προς τον εχθρό ψέλνοντας τον παιάνα “Απόλλων, σωτήρα θεέ” καθώς ο «Δελφίνιος Απόλλων» εθεωρείτο προστάτης των ναυτικών. Μόλις άρχισαν να δέχονται βλήματα από την Ψυτάλλεια άρχισαν να κωπηλατούν προς τα πίσω αλλά με τις πρώρες στραμμένες προς τον εχθρό. Ο περσικός στόλος άρχισε να προχωρεί με αυτοπεποίθηση αλλά και να αντιμετωπίζει τα πρώτα προβλήματα καθώς έπρεπε να στενέψει το μέτωπό του για να μπει στο χώρο μεταξύ της Κυνόσουρας και της νησίδας του Αι Γιώργη. Οι Έλληνες είχαν πάψει να «ανακρούουν πρύμνα» καθώς πλέον τα πλευρά τους ήταν εξασφαλισμένα. Και δεν έψαλλαν πλέον τον ύμνο του Απόλλωνα. Μια βοή σηκώθηκε  από τον ελληνικό στόλο, υπόκωφη σαν απειλή; ένας καινούργιος παιάνας ακούστηκε:
«Παιδιά των Ελλήνων! Εμπρός ελευθερώστε πατρίδες,
ελευθερώστε τα παιδιά, τις γυναίκες, των πατρώων θεών τα ιερά,
τους τάφους των προγόνων, τώρα είναι υπέρ πάντων ο αγώνας!»
Όσοι από τον περσικό στόλο καταλάβαιναν ελληνικά πάγωσαν. Δεν ήταν απλό εμβατήριο για να δίνει απλώς κουράγιο. Απευθυνόταν στους επίστρατους Έλληνες του περσικού στόλου και ήταν κάλεσμα σε ανταρσία και εξέγερση. Σίγουρα έσκιζε την καρδιά των Ιώνων κωπηλατών σαν πυρωμένο μαχαίρι! Βλαστήμιες και κατάρες ήταν η απάντηση των Περσών αγηματαρχών που ίσως και να χρησιμοποίησαν μαστίγια για να αποτρέψουν πιθανή απειθαρχία. Στα φοινικικά και καρικά πλοία, δύσμοιροι αιχμάλωτοι θυσιάστηκαν πάνω στις πλώρες για να εξευμενιστούν οι θεοί των βαρβάρων και να τους συνδράμουν στη μάχη αλλά και για να εκφοβιστούν οι αντίπαλοι.
Αυτό ήταν πάρα πολύ για τον Αθηναίο τριήραρχο Αμεινία από την Παλλήνη. Έδωσε διαταγή στον κελευστή του να χτυπήσει τα κρόταλα «πρόσω ολοταχώς» και η τριήρης του όρμησε σαν ξύλινη τορπίλη πάνω στο πλησιέστερο φοινικικό πλοίο που πάλευε με τα ρεύματα. Η βαρύτερη αθηναϊκή τριήρης τράνταξε τη φοινικική. Μερικοί κωπηλάτες σουβλίστηκαν από τα σπασμένα κουπιά και άλλοι σακατεύτηκαν. Αρκετοί Φοίνικες πεζοναύτες πετάχτηκαν στο νερό και μερικοί έπεσαν στο διάκενο μεταξύ των καταστρωμάτων για να σακατευτούν κι αυτοί. Ώσπου να συνέλθουν οι υπόλοιποι, οι Αθηναίοι οπλίτες όρμησαν στο κατάστρωμά τους και άρχιζαν να τους σφάζουν.
 
Οι αρμενιστές του Αμεινία όρμησαν πίσω από τους οπλίτες με λοστούς και τσεκούρια και άρχισαν να πελεκούν το ακρόπρωρο του εχθρού. Οι Φοίνικες προσπάθησαν να παραδοθούν αλλά οι αγανακτισμένοι Αθηναίοι τους σκώτωσαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Κανένα έλεος για τους ιερόσυλους ανθρωποσφάχτες! Το ακρόπρωρο του φοινικικού πλοίου έπεσε με παφλασμό στη θάλασσα, σπάζοντας θα έλεγε κανείς την αρπάγη του φόβου που έσφιγγε τις καρδιές των Ελλήνων καταδεικνύοντας ότι ο εχθρός δεν μπορούσε να τους κάμψει ψυχολογικά.
Οι Αθηναίοι που είχαν υποστεί την αγωνία από την αρχική τους αδυναμία να εμποδίσουν τον εχθρό να ρημάζει τη γη τους έδιναν διέξοδο στην αγανάκτησή τους κωπηλατώντας όσο ποτέ άλλοτε. Κάθε πλοίο με το έμβολό του είχε γίνει όργανο εκδίκησης. Οι Αθηναίοι εκμεταλλευόμενοι των συνωστισμό, τα ευνοϊκά ρεύματα και την εκδικητική μανία των πεζοναυτών τους άρχισαν να παίρνουν το πάνω χέρι σε σχέση με τους Φοίνικες αντιπάλους τους. Πολλά πλοία της δεύτερης και τρίτης φοινικικής γραμμής μάχης βλέποντας τους Αθηναίους πεζοναύτες να σφάζουν τα εχθρικά πληρώματα χωρίς να πιάνουν αιχμαλώτους τρομοκρατήθηκαν και εξώκοιλαν τα πλοία τους στη ακτή του Περάματος για να τους αποφύγουν.
 
Ο Πέρσης ναύαρχος βλέποντας τους Φοίνικες να κάμπτονται διέταξε τις εφεδρείες να προωθηθούν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη σύγχυση καθώς τα πλοία, λόγω του συνωστισμού έμπλεξαν τα κουπιά τους ή συγκρούονταν, δίνοντας έτσι ευκαιρίες στους Έλληνες πλοιάρχους να τα εμβολίσουν. Έξαλλος από θυμό ο Αριαβίγνης προσπάθησε να βάλει τάξη στο χάος αλλά καθώς δεν είχε εμπειρία στα ναυτικά όπως οι περισσότεροι Πέρσες μάλλον χειροτέρευε την κατάσταση.
Ο Αριαβίγνης ξαφνικά είδε την τριήρη του Θεμιστοκλή και διέταξε τον πλοηγό του να την εμβολίσει. Σκέφτηκε πως αν σκότωνε τον Αθηναίο ναύαρχο θα ανέτρεπε την κατάσταση υπέρ των Περσών. Λογάριαζε όμως χωρίς τον πανταχού παρόντα Αμεινία που όρμησε και τον εμβόλισε πρώτος. Απτόητος ο Πέρσης πρίγκιπας διέταξε τους άντρες του να καταλάβουν το πλοίο του Αμεινία. Όρμησε πρώτος κρατώντας τα χρυσοποίκιλτα όπλα του στα χέρια, πιστός στις περσικές πολεμικές παραδόσεις. Ο Αμεινίας και ο ύπαρχος του Λυκομήδης κατάφεραν να τον λογχίσουν σε μέρος που δεν τον προστάτευε ο θώρακας του και τον σκότωσαν. Ο θάνατος του αρχιναυάρχου τσακισε το ηθικό των Ασιατών συμβάλοντας αποφασιστικα στη νίκη.
 
Το επόμενο πρωί οι Έλληνες ετοιμάστηκαν να ναυμαχήσουν πάλι. Αυτή τη φορά η Ψυτάλλεια φρουρείτο από τους Αθηναίους. Ο στόλος έπλεε σε μία θάλασσα σκεπασμένη πτώματα και σπασμένα ξύλα. Δεν υπήρχε όμως εχθρός στον ορίζοντα. Έφτασαν μέχρι τα ζεμένα φορτηγά πλοία στην εξέδρα εφόδου που ετοίμαζε ο Ξέρξης και δεν βρήκαν κανέναν. Τότε μόνο κατάλαβαν το μέγεθος της νίκης τους. Τα καράβια τραντάχτηκαν από τις ζητωκραυγές χαράς ανακουφισμένων ανθρώπων. Σε μία τριήρη από τον αττικό δήμο της Ελευσίνας, ένας πεζοναύτης από το αρχαίο βασιλικό γένος των Κοδριδών ανασήκωσε το κράνος του και ατένισε γύρω του. Τον έλεγαν Αισχύλο και στο έργο του «Πέρσες» θα μας άφηνε την πιο συγκλονιστική μαρτυρία εκείνης της τρομερής ημέρας. Οι άνθρωποι αυτοί ατένιζαν πλέον το μέλλον με ελπίδα και απλώς σκεφτόντουσαν μόνο να ξαναφτιάξουν τις ζωές τους. Σήμερα ξέρουμε ότι με το αίμα τους έδωσαν στο Δυτικό πολιτισμό το δικαίωμα  να υπάρξει!

Θεός Καιρός: Ο νεότερος γιός του Δία

Στην ελληνική μυθολογία ο Καιρός ήταν θεότητα, το πνεύμα που προσωποποιούσε τηνευνοϊκή χρονική στιγμή, τηνευκαιρία, η οποία μπορούσε να αξιοποιηθεί μόνο όταν πλησίαζε.
Γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 5ο αιώνα π.χ. (στα ομηρικά έπη δεν συναντάται ο Καιρός, παρά μόνο το επίθετο «καίριος»)…

Προς τιμή του Καιρού συνέθεσε ποίημα ο Ίων ο Χίος, όπου τον αποκαλεί «τον νεότερο γιο του Δία», μάλλον μία ποιητική έκφραση και όχι μαρτυρία μιας παλαιότερης γενεαλογίας.
Κατά μία άποψη ο ύμνος αυτός σχετίζεται με την έναρξη της λατρείας του Καιρού στην Ολυμπία. Και ο Μένανδρος ονόμαζε τον Καιρό, θεό. Η αντίστοιχη ρωμαϊκή θεότητα ήταν ο Occasio ή Tempus.
Σχετικά με τη λατρεία του Καιρού υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις.
Κατά τον Παυσανία υπήρχε βωμός του Καιρού στην Ολυμπία, στην είσοδο του σταδίου, κοντά στον βωμό του «Εναγωνίου» Ερμή (δηλαδή του Ερμή προστάτη των αγώνων).
Στους μεταγενέστερους αιώνες η λατρεία του Καιρού αναπτύχθηκε περισσότερο, όπως συνάγεται από την ύπαρξη πολλών αντιγράφων του αγάλματός του που είχε φιλοτεχνήσει ο Λύσιππος.
Σύμφωνα με άλλη άποψη, αγάλματα του Καιρού στόλιζαν τα αρχαία γυμνάσια.
Αργότερα ο θεός λογιζόταν ως συγγενής προς την Τύχη και τη Νέμεση: σε καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις παρατηρείται μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στον Καιρό και τη Νέμεση.
Βαθμιαία η λέξη «καιρός» έχασε την αρχική σημασία της και ταυτίσθηκε προς τη λέξη «χρόνος». Πολλοί βυζαντινοί συγγραφείς (Τζέτζης, Βλεμμύδης, Κεδρηνός) ονομάζουν το άγαλμα του Λυσίππου«Χρόνο» και όχι «Καιρό».
Πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα του αγάλματος αυτού απεικόνιζαν τον θεό όχι πια νεαρό, αλλά γενειοφόρο. Οι καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του Καιρού αποτελούν σημαντικό στοιχείο για τις γνώσεις μας σχετικά με τον θεό αυτό.
Η πληροφορία ότι ο Φειδίας είχε φιλοτεχνήσει άγαλμα του Καιρού είναι μάλλον εσφαλμένη, ενώ αντίθετα είναι πιθανό να φιλοτέχνησε τέτοιο άγαλμα ο Πολύκλειτος.
Ονομαστό ήταν το χάλκινο άγαλμα του Καιρού του Λυσίππου, που βρισκόταν στα «πρόθυρα» της Σικυώνας, όπως μαρτυρεί ο Ποσείδιππος.
Το άγαλμα αυτό παρίστανε ένα γυμνό έφηβο με κοντά μαλλιά και φτερούγες στα πόδια. Σύμφωνα με μαρτυρία του Καλλίστρατου, ήταν  το πιο όμορφο από τα αγάλματα.
Ο «Καιρός», με λυγισμένα γόνατα, με φτερά στην πλάτη και στα ποδοστράγαλα, τρέχει βαστώντας στο αριστερό χέρι ζυγαριά στηριγμένη σε ακμή ξυραφιού, υποδηλώνοντας πόσο εύκολο είναι να διαταραχτεί η ισορροπία των πραγμάτων. Τα μακριά μαλλιά του πέφτουν πλάγια και μπροστά, αφήνοντας γυμνό το κρανίο, ώστε, αν δεν αδράξει κάποιος την ευκαιρία από τα μαλλιά… τη στιγμή που αυτή περνάει δίπλα του, τη χάνει οριστικά.
Πρόκειται για μορφοποίηση ενός «πιστεύω» με αλληγορικό χαρακτήρα.
Το πραγματικό χάλκινο, αλληγορικό άγαλμα του Λυσίππου ήταν τοποθετημένο έξω από το σπίτι τουστην Αγορά της Ελληνιστικής Σικυώνας. Ο «Καιρός» ήταν στημένος μπροστά από οικοδόμημα, σύμφωνα με τον επιγραμματοποιό Ποσείδιππο, ώστε να αποτελεί διδαχή για τους περαστικούς.

Όμηρος ο μεγάλος ραψωδός

Όμηρος ο μεγάλος ραψωδόςΟ διηγηματοποιός της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» και η άγνωστη ζωή του. Ο άνθρωπος που θα άφηνε το στίγμα του βαθιά στον ελληνικό πολιτισμό και κατόπιν στον δυτικό κόσμο δεν έχει ανάγκη από εισαγωγές.

Γεννημένος κάπου μεταξύ 12ου-8ου αιώνα π.κ.ε. στα παράλια πιθανότατα της Μικράς Ασίας, ο Όμηρος θα δημιουργούσε μια μακρά λογοτεχνική παράδοση, με το αφηγηματικό του ύφος να μένει φάρος στους κατοπινούς συγγραφείς της οικουμένης.
Κι όμως, για κάποιον με τέτοια παγκόσμια επίδραση συναίνεση φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά! Οι ακαδημαϊκοί δεν έχουν σταματήσει να ερίζουν για τη ζωή και το έργο του, με μερίδα μελετητών να αμφισβητεί ακόμα και την ίδια την ύπαρξή του.
Ας δούμε λοιπόν τι ξέρουμε και κυρίως τι δεν ξέρουμε για τον άνθρωπο που τραγούδησε τις αρχετυπικές επικές ιστορίες…

Το μυστήριο του Ομήρου: Δεν είναι μυστικό ότι ο Όμηρος αποτελεί ένα από τα διαπρεπέστερα μυστήρια της φιλολογίας. Ο ποιητής που μας χάρισε τα λαμπρά έπη συνεχίζει να είναι δυσεπίλυτο αίνιγμα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της ζωής του.
Κάποιοι ακαδημαϊκοί έχουν φτάσει μάλιστα σε σημείο να ισχυριστούν ότι δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο, αλλά για μακρά λογοτεχνική παράδοση, την ίδια ώρα που διαπρεπείς φιλόλογοι ορκίζονται ότι οι ομηρικές ιστορίες αποτελούν συλλογική δουλειά ομάδας προσώπων.
Η πεποίθηση για τη συλλογικότητα της ομηρικής αφήγησης έλκει την καταγωγή της από το γεγονός ότι η προφορική διήγηση μύθων αποτελούσε μακρά αρχαιοελληνική παράδοση, με μια σειρά από περίφημους ραψωδούς να μένουν στην Ιστορία. Κάτω από τη συλλογιστική αυτή, στον Όμηρο αποδίδεται απλώς η αναφορά των προϋπαρχόντων θρύλων και μύθων.
Το αφηγηματικό στιλ του Ομήρου, όποιος κι αν ήταν, εμπίπτει εξάλλου περισσότερο στην κατηγορία του παραδοσιακού ραψωδού παρά του επικού ποιητή που είναι γέννημα μιας ιδιαίτερης λογοτεχνικής στιγμής, όπως για παράδειγμα ο Βιργίλιος. Στις ομηρικές ιστορίες συναντάμε επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, όμοια με χορικά άσματα ή επωδούς, γεγονός που συνηγορεί στη μουσικότητα των συνθέσεών του.
Ο αντίλογος βλέπει στην ομηρική δουλειά την ξεκάθαρη πρόθεση του ποιητή να φιλοτεχνήσει έπη παρά λυρική ποίηση, η οποία συνοδευόταν αρχικά με λύρα, απομακρυνόμενος έτσι από την παράδοση της «τραγουδιστής» ποίησης. Όλες βέβαια οι θεμιτές αυτές υποθέσεις θα οδηγούσαν προοδευτικά στο ερώτημα ποιος ήταν τελικά ο Όμηρος και αν πράγματι υπήρξε, η απάντηση του οποίου θα αποδειχτεί ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά παράδοξα της Ιστορίας…

Πότε γεννήθηκε: Να το ξεκαθαρίσουμε εξαρχής: ιστορική και φιλολογική συναίνεση δεν υπάρχει σε τίποτα που να αφορά στον Όμηρο, περιβάλλοντας το Ομηρικό Ζήτημα με εικασίες και ακαδημαϊκές έριδες. Οι υποθέσεις δίνουν και παίρνουν λοιπόν για το πότε γεννήθηκε ο ποιητής, καθώς η έλλειψη πρωτότυπων πηγών είναι εξοργιστικά ενοχλητική για τους φιλολόγους.
Οι εικασίες για τη γέννησή του κυμαίνονται από το 750 π.κ.ε. μέχρι και πολύ πιο πίσω, φτάνοντας ακόμα και στο 1200 π.κ.ε. Κι αυτό γιατί η Ιλιάδα συμπυκνώνει τον Τρωικό Πόλεμο, με μερίδα ακαδημαϊκών να τοποθετεί τον ποιητή (άρα και χρονογράφο) κοντύτερα στα χρόνια των εχθροπραξιών. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι το ποιητικό του ύφος υπαινίσσεται μεταγενέστερη περίοδο, ώστε να είναι συμβατός με την ποιητική παράδοση της εποχής. Όσο για τον «πατέρα της Ιστορίας» Ηρόδοτο (484-425 π.κ.ε.), τοποθετεί τον Όμηρο γύρω στο 850 π.κε.
Η εποχή που έζησε ο ποιητής και το διαφορετικό σύστημα χρονολόγησης της κλασικής Ελλάδας κάνουν την απόδοση ακριβούς χρονολογίας γέννησης άσκηση για γερούς λύτες…

Πού γεννήθηκε: Για άλλη μια φορά, η ακριβής τοποθεσία γέννησης του ποιητή δεν μπορεί να εντοπιστεί, γεγονός που δεν αποτρέπει βέβαια τους ερευνητές από το να προσπαθήσουν: άλλοι τον τοποθετούν στην Ιωνία, άλλοι στη Σμύρνη, άλλοι στα παράλια της Μικράς Ασίας, άλλοι στη Χίο και δεν συμμαζεύεται. Είναι άλλωστε περίφημο το γεγονός ότι εφτά ελληνικές πόλεις διεκδικούν τον Όμηρο ως δικό τους παιδί.
Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι βέβαια αστήρικτες: η ιδιαίτερη διάλεκτος των ομηρικών επών «μυρίζει» ενδεχομένως Μικρά Ασία και ειδικότερα Ιωνία. Η συχνή ομηρική αναφορά μάλιστα σε τοπικά καιρικά φαινόμενα, όπως οι βοριάδες που πνέουν από τα βορειοδυτικά, υποδεικνύει εντοπιότητα στην περιοχή, με μερίδα ιστορικών να τον τοποθετούν λοιπόν στην Ιωνία.
Κι ενώ το ομηρικό ιδιόλεκτο βοηθά τους μελετητές να περιορίσουν τη διάρκεια της ζωής του «ταυτοποιώντας» το με την ανάπτυξη και χρήση της γλώσσας γενικότερα, η δημοφιλία ωστόσο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας στην εποχή τους έκαναν την ομηρική γλώσσα να διαχέεται σε όλη τη λογοτεχνική παράδοση των καιρών, συσκοτίζοντας εντέλει το τοπίο…

Πώς ήταν ο Όμηρος: Όλα ανεξαιρέτως τα βιογραφικά στοιχεία που αποδίδονται στον Όμηρο προκύπτουν από τα δικά του έπη, τα οποία και δεχόμαστε ως αληθή. Θεωρείται λοιπόν ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, με την πεποίθηση να βασίζεται αποκλειστικά σε έναν χαρακτήρα από την Οδύσσεια, τον τυφλό ραψωδό Δημόδοκο. Ο τρόπος λοιπόν που γινόταν δεκτός με τιμές ο ομηρικός αοιδός, διασκεδάζοντας τα ακροατήριά του με μουσική και επικές ιστορίες μαχών και ηρώων, έχει μεταφραστεί από τους ερευνητές ως υπαινιγμός του Ομήρου στην προσωπική του βιογραφία.
Ως αποτέλεσμα, πιστεύουμε ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός, την ίδια στιγμή που είχε πλούσια κατσαρά μαλλιά και γενειάδα, όπως τον αναπαριστούν άλλωστε όλες οι προτομές και τα αγάλματά του. «Ο Όμηρος και ο Σοφοκλής διέκριναν καθαρά, ένιωθαν έντονα και αποτραβιόνταν από τους πολλούς», έγραφε ο διαπρεπής Lane Cooper στο περίφημο σύγγραμμά του «The Greek Genius and Its Influence» το 1917, στην προσπάθειά του να αποτυπώσει τον συναισθηματικό κόσμο του ποιητή.
Και βέβαια δεν ήταν ο πρώτος ούτε βέβαια ο τελευταίος που θα προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τη ζωή και την προσωπικότητα του συγγραφέα από το περιεχόμενο των ομηρικών επών και τους υπαινιγμούς του ποιητή στην προσωπική του ζωή. Αν οι υπαινιγμοί είναι όντως εκεί ή επιμένουν να τους βλέπουν οι μελετητές, ποιος να πει.

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια: Τα δύο ομηρικά έπη έχουν γίνει αρχετυπικά πρότυπα στην παγκόσμια μυθιστορία. Την ώρα που παρέχουν μια πρώτη και καθαρή ματιά στην ανθρώπινη προϊστορία και τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες, αποκαλύπτουν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια πόσο λίγα έχουν αλλάξει από τότε. Ακόμα κι αν η Ιλιάδα είναι σε κάποιον άγνωστη, το χρονικό της πολιορκίας της Τροίας και της αρπαγής της Ωραίας Ελένης -της ωραιότερης γυναίκας του κόσμου!- έχει αποτελέσει τη βάση για τόσες και τόσες ερωτικές ιστορίες, κάνοντάς τη κατάφωρα οικεία. Κάποιοι μάλιστα ομηρικοί μελετητές ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της γεωγραφικής ακρίβειας της Ιλιάδας, ο Όμηρος πρέπει να γνώριζε από πρώτο χέρι την περιοχή.
Και βέβαια μετά έρχεται η Οδύσσεια, που πιάνει τον μίτο της ιστορίας από την πτώση της Τροίας και έπειτα, όχι βέβαια χωρίς ακαδημαϊκές έριδες. Η πατρότητα της Οδύσσειας αμφισβητείται στη βάση των σαφώς διαφορετικών αφηγηματικών δομών που συναντάμε στα δύο έπη, κάτι που για μερίδα φιλολόγων υποδεικνύει ότι τα δύο ποιήματα απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν αιώνα και δεν μπορούν έτσι να έχουν αναφερθεί απ; τον ίδιο άνθρωπο.
Άλλοι πάλι ερευνητές θέλουν τη διαφορά των ποιημάτων να ανέρχεται σε μερικές μόλις δεκαετίες, με τη διαφορά στο στιλ προφορικής παραδοσης, να αποκαλύπτει τη λογοτεχνική ωρίμαση του ποιητή: η στιβαρή δομή της Ιλιάδας αποκαλύπτει έναν Όμηρο που έχει φτάσει στην ακμή του, ενώ η πιο μυθιστορηματική και σαφώς «λαϊκότερη» Οδύσσεια αποδίδεται στον ηλικιωμένο πλέον ποιητή.
Ο τρόπος μάλιστα που ο Όμηρος φιλοτεχνούσε τις περιγραφές του με ευρύτατη χρήση παρομοιώσεων και περιγραφών θα γινόταν λογοτεχνική πεπατημένη στους αιώνες που θα ακολουθούσαν, εμπνέοντας μια μακρά σειρά συγγραφέων του κόσμου άμεσα ή έμμεσα.
Κι άλλα προφορικά έργα έχουν μάλιστα αποδοθεί κατά καιρούς στον κορυφαίο έλληνα ποιητή μέσα στους αιώνες, με πλέον αξιομνημόνευτους τους Ομηρικούς Ύμνους, συναίνεση υπάρχει ωστόσο για την ώρα μόνο για τα δύο έπη, τα οποία του αποδίδονται καθολικά και χωρίς απόπειρες «ιστορικής ανασυγκρότησης»…

Κληρονομιά «Ο Πλάτωνας μας λέει ότι στον καιρό του πολλοί πίστευαν ότι ο Όμηρος ήταν ο παιδαγωγός όλης της Ελλάδας. Από τότε, η επίδραση του Ομήρου έχει εξαπλωθεί πολύ μακρύτερα από τα σύνορα της Ελλάδας», γράφει ο Werner Jaeger στην «Paideia: The Ideals of Greek Culture» και έχει απόλυτο δίκιο.
Κι αν η πραγματική του ζωή παραμένει μυστήριο, η πραγματικότατη επίδραση του έργου του συνεχίζει να διαπνέει τον κόσμο μας ακόμα και σήμερα. Επι καλό, επί ελέγου του ανθρώπου; Ποιός μπορεί να μας πει ειδικα όταν γνωρίζουμε πως ο Ομηρος δεν έγραψε ποτε τίποτε όπως και ο Σωκράτης ο Ηράκλειτος κλπ κλπ άρα ό,τι έχουμε από αυτούς τους ανθρώπους, δεν είναι “από πρωτο χέρι” ούτε γνωρίζουμε αν αυτά που τους αποδίδονται πραγματι είναι δικά τους ή των κατοπινών συγγραφεων.

Πώς μετριέται η ευτυχία;

Πώς μετριέται η ευτυχία;«Είμαστε άραγε οι μόνοι χαζοί άνθρωποι στον πλανήτη που δεν μπορούν να προβλέψουν πόσο ευτυχισμένοι θα είναι αν τους συμβεί κάτι;» είπε ο ένας φίλος στον άλλο κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος από τη δουλειά.
Είχαν να βρεθούν ένα χρόνο, ένα χρόνο που και για τους δύο ήταν πολύ δύσκολος. Ο ένας χώρισε με τη σύντροφό του και είχε προβλήματα στη δουλειά του. Ο γάμος του άλλου διαλυόταν, ενώ ο έφηβος γιος του είχε συνεχώς μπελάδες.
Περιέργως, αισθάνονταν αμφότεροι ευτυχισμένοι. Και ο δεύτερος αποφάσισε να το ψάξει λίγο περισσότερο. Mετά 20 χρόνια έρευνας, 100 επιστημονικές δημοσιεύσεις, ένα μπεστ σέλερ, μία σειρά ντοκιμαντέρ, δεκάδες αναμεταδιδόμενες διαλέξεις με εκατομμύρια θεατές, έναν δεύτερο γάμο, έναν γιο που τον έκανε παππού και με αφορμή την ομιλία του στο αθηναϊκό TEDx Academy 2014, ο Ντάνιελ Γκίλμπερτ, καθηγητής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο Harvard, εξηγεί ότι, όπως ο ίδιος σκόνταψε πάνω στην επιστήμη που τον έκανε διάσημο, έτσι και ο καθένας μας σκοντάφτει πάνω στη δική του ευτυχία.

Αν βγούμε στο δρόμο και ρωτήσουμε τους ανθρώπους τι θέλουν από τη ζωή τους, πόσοι θα μας απαντήσουν ότι θέλουν την ευτυχία; Όχι πολλοί, αλλά όλοι τους την εννοούν. Θέλουμε υγεία, μακροβιότητα, οικονομική ευημερία. Γιατί; Επειδή θεωρούμε ότι αυτά θα κάνουν πιο ευτυχισμένους εμάς και τους ανθρώπους που αγαπάμε. Κατονομάζουμε πολλά διαφορετικά πράγματα, όλα όμως είναι σπόροι ευτυχίας.

Φυτρώνουν τελικά αυτοί οι σπόροι; Άλλοι ναι και άλλοι όχι. Κάποια πράγματα όντως μας κάνουν ευτυχισμένους, ενώ για άλλα κάνουμε λάθος. Το λέω αυτό με σιγουριά, γιατί εδώ και 20 χρόνια η επιστήμη έχει μπει στο πεδίο της ευτυχίας και με επιστημονικά και στατιστικά εργαλεία αναζητά απαντήσεις στο τι κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ευτυχείς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Πώς μετριέται κάτι τόσο υποκειμενικό; Αρκετές φορές έρχονται βιολόγοι, χημικοί και άλλοι επιστήμονες και με ρωτούν με δυσπιστία: «Πώς γίνεται να κάνεις επιστημονική έρευνα πάνω στα ανθρώπινα λεγόμενα;». Εντάξει, αν δεν το πιστεύεις, πέταξε τα γυαλιά σου στα σκουπίδια, απαντώ. Και τους εξηγώ ότι, όταν πήγαν στον οπτομέτρη, τους έβαλε να δοκιμάσουν διαφορετικούς φακούς και με βάση τις απαντήσεις τους συνταγογράφησε τα γυαλιά που φορούν.
Να πώς κάνεις επιστήμη πάνω σε ανθρώπινες εξιστορήσεις! Αυτά που λένε οι άνθρωποι σχετικά με τις υποκειμενικές τους εμπειρίες είναι πολύ σημαντικά. Και αν τους ακούσεις προσεκτικά, συγκεντρώσεις πολλά δεδομένα και υπακούσεις στους κανόνες της επιστήμης, μπορείς να μάθεις πολλά σχετικά με το τι τους κάνει ευτυχισμένους.

Τι φέρνει ευτυχία σύμφωνα με την επιστήμη; Το σημαντικότερο είναι οι καλές ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις, οικογενειακές ή φιλικές. Αυτό μετράει πολύ πάνω και από τα χρήματα, αλλά και από την υγεία. Με μία όμως εξαίρεση, τα παιδιά. Ολοι θα σου πουν ότι «τα παιδιά είναι η μεγαλύτερη πηγή ευτυχίας».
Αν ισχύει κάτι τέτοιο, θα πρέπει οι μετρήσεις μας να δείχνουν ότι αυτοί που έχουν παιδιά είναι πιο ευτυχισμένοι από αυτούς που δεν έχουν, ότι όσο περισσότερα παιδιά έχεις τόσο πιο ευτυχισμένος είσαι, ότι, όταν είσαι με τα παιδιά σου, είσαι πιο ευτυχισμένος από ό,τι όταν είσαι μακριά τους.
Δεν βρήκαμε να ισχύει κανένα από τα παραπάνω! Και όταν λέω «δεν βρήκαμε», δεν εννοώ μόνο εμένα και τους φοιτητές μου, αλλά εκατοντάδες ψυχολόγους, οικονομολόγους και κοινωνιολόγους, οι οποίοι εδώ και δεκαετίες κάνουν μετρήσεις.
Πιθανώς ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς τη βιβλιογραφία πάνω στη σχέση παιδιών και ευτυχίας είναι ότι: τα παιδιά δεν παίζουν ρόλο. Σε κάποιες έρευνες, μάλιστα, φαίνεται και μια μικρή αρνητική συσχέτιση, δηλαδή άνθρωποι με παιδιά είναι λίγο λιγότερο ευτυχισμένοι από εκείνους χωρίς παιδιά.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα παιδιά δίνουν νόημα στη ζωή, αλλά την ίδια στιγμή αποτελούν το μοναδικό είδος σχέσης στην οποία ο άλλος χρειάζεται συνεχώς πράγματα από εσένα και συνήθως, τουλάχιστον για καιρό, δίνει πολύ λίγα πίσω.

Τι φταίει και συχνά οι προβλέψεις σχετικά με το τι θα μας κάνει ευτυχισμένους δεν είναι έγκυρες; Ο εγκέφαλός μας και οι γύρω μας. Για να προβλέψουμε το μέλλον, χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας και εκεί κάνουμε ένα προβλέψιμο σετ σφαλμάτων. Το δεύτερο σετ αιτιών είναι ότι είμαστε όλοι μέλη μιας κουλτούρας.
Περιβαλλόμαστε από ανθρώπους, γονείς, θείους, παρουσιαστές τηλεόρασης, ιερείς, μπάρμαν, ταξιτζήδες, και όλοι αυτοί έχουν μια θεωρία για το τι φέρνει ευτυχία και δεν διστάζουν να τη μοιραστούν.

Ποια λάθη κάνει ο εγκέφαλός μας; Αν σου πω κλείσε τα μάτια και φαντάσου πώς θα ήταν εάν έτρωγες ένα κομμάτι σοκολάτα ή αν παντρευόσουν ή οτιδήποτε άλλο, ο εγκέφαλός σου αρχίζει να φτιάχνει μια εικόνα του γεγονότος και πολύ γρήγορα μπορείς να κρίνεις αν κάτι τέτοιο θα ήταν θαυμάσιο ή απαίσιο. Τη μελέτη τού πώς ο εγκέφαλος φτιάχνει αυτές τις εικόνες και ερμηνεύει αυτή την πληροφορία την ονομάζουμε νοητική προσομοίωση του μέλλοντος.
Εκεί είναι όπου γίνονται μια σειρά από σφάλματα και έχω ξοδέψει τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής μου στη μελέτη τους. Ενα είναι ότι προσομοιώνουμε το κεντρικό κομμάτι ενός επεισοδίου και όχι τις λεπτομέρειες.
Πες, για παράδειγμα, ότι σου ζητώ να φανταστείς ότι πηγαίνεις στον οδοντίατρο. Εάν, όταν τελειώσεις, σε ρωτήσω πού πάρκαρες το αυτοκίνητο ή τι μουσική έπαιζε στο οδοντιατρείο ή εάν ήταν ευγενική η γραμματέας, δεν θα ξέρεις, γιατί αυτό που προσομοίωσες είναι μόνο το κεντρικό μέρος του γεγονότος: εσύ στην καρέκλα, με το στόμα ανοιχτό, και ο γιατρός να κάνει κάτι. Οι λεπτομέρειες όμως που δεν κατάφερες να φανταστείς είναι πολύ σημαντικές στην εκτίμηση του κατά πόσο θα απολαύσεις ή όχι την επίσκεψη.
Ενα άλλο πρόβλημα είναι ότι φανταζόμαστε την αρχή των επεισοδίων.
Για παράδειγμα, σου ζητώ να επιλέξεις μεταξύ ενός πόνου στη μέση για την υπόλοιπη ζωή σου ή την απώλεια της όρασής σου, τι διαλέγεις; Ολοι απαντούν τον πόνο στη μέση. Και η απάντησή τους είναι λανθασμένη! Ο διαρκής πόνος στη μέση θα σε κάνει δυστυχισμένη. Αντίθετα, οι τυφλοί δεν είναι δυστυχισμένοι. Κάνεις αυτό το λάθος γιατί στην πραγματικότητα φαντάζεσαι τη στιγμή που χάνεις την όρασή σου.
Πράγματι, το να χάσεις την όρασή σου είναι πολύ άσχημο τις πρώτες μέρες, όχι όμως και τη χιλιοστή ή δεκάκις χιλιοστή ημέρα. Το αρχικό στάδιο ενός επεισοδίου είναι μια ασυνήθιστη μεταβατική στιγμή και δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτά που θα ακολουθήσουν. Όταν όμως φτιάχνεις τη νοητική εικόνα, τραβάς συνήθως φωτογραφία και όχι βίντεο.
Μια άλλη έμφυτη τάση του εγκεφάλου μας είναι να φτιάχνει νοητικές προσομοιώσεις του μέλλοντος που μοιάζουν πάρα πολύ με το παρόν. Για να το αποδείξουμε αυτό, κάναμε ένα πείραμα στο οποίο ζητήσαμε από 28χρονους να αξιολογήσουν το κατά πόσον άλλαξαν τα τελευταία 10 χρόνια. Ολοι τους δήλωσαν ότι άλλαξαν πάρα πολύ. Μετά, ρωτήσαμε 18χρονους να μας πουν κατά πόσον πιστεύουν ότι θα αλλάξουν μέσα στα επόμενα 10 χρόνια.
Ολοι τους δήλωσαν ότι δεν θα αλλάξουν σχεδόν καθόλου. Αφού έχεις 28χρονους να κοιτούν πίσω και 18χρονους να κοιτούν μπροστά, αυτά τα νούμερα θα έπρεπε να είναι τα ίδια. Για να βεβαιωθούμε ότι αυτό δεν είναι μόνο ένα σφάλμα της νεότητας, κάναμε το ίδιο πείραμα σε ανθρώπους 58 και 68 χρόνων και τα αποτελέσματα ήταν ακριβώς τα ίδια!
Μοιάζει λοιπόν σαν να κινούμαστε μέσα στη ζωή με την εντύπωση ότι έχουμε αλλάξει πάρα πολύ μέχρι σήμερα, αλλά θα παραμείνουμε οι ίδιοι για την υπόλοιπη ζωή μας. Αυτό το αποκαλούμε «η ψευδαίσθηση του τέλους της ιστορίας» (Τhe end of history illusion).
Πώς μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτά τα ευρήματα στη ζωή μας, ώστε να κάνουμε λιγότερα τέτοια σφάλματα και να έχουμε πιο ευτυχισμένη ζωή;
Δεν υπάρχει μυστικό ευτυχίας, όπως δεν υπάρχει και το μυστικό του αδυνατίσματος. Τρως λιγότερο και ασκείσαι περισσότερο. Ετσι και με την ευτυχία, δεν υπάρχουν πράγματα που ξαφνικά σε κάνουν πιο ευτυχισμένο. Υπάρχουν όμως πράγματα τα οποία αν κάνεις κάθε μέρα για κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα χρόνο ή και περισσότερο, θα δεις τη ζωή σου να αλλάζει. Και επειδή δεν είμαστε καλοί στο να τα προβλέψουμε μόνοι μας, η επιστήμη τα έχει εντοπίσει για εμάς.
Περισσότερος και πιο ποιοτικός ύπνος, επένδυση χρόνου στις κοινωνικές σχέσεις, διαλογισμός, ακόμη και ασκήσεις ευγνωμοσύνης, να καταγράφεις δηλαδή θετικά πράγματα που έχεις στη ζωή σου, μπορούν να αυξήσουν την ευτυχία μας.

Το χρήμα τελικά φέρνει ευτυχία; Όποιος είπε ότι «το χρήμα δεν αγοράζει ευτυχία» ίσως ήταν ποιητής, αλλά σίγουρα όχι επιστήμονας. Και αν κάποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο, μάλλον δεν έχει δει ποτέ του άνθρωπο να ζει σε χαρτόκουτο, χωρίς σπίτι και φαγητό. Παρ’ όλα αυτά, το να είσαι πλούσιος δεν σε κάνει ευτυχισμένο.
Κάνει πολύ μεγάλη διαφορά στην ευτυχία των ανθρώπων όταν ανεβαίνουν από τη φτώχεια στη μεσαία τάξη, μικρότερη διαφορά όταν ανεβαίνουν από τη μεσαία στην υψηλή τάξη και ελάχιστη διαφορά όταν γίνονται πολύ πλούσιοι.
Αποδεικνύεται και επιστημονικά ότι δεν χρειάζεται να έχεις πολλά χρήματα για να αποκτήσεις σχεδόν όλη την ευτυχία που τα λεφτά μπορούν να σου αγοράσουν.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Το παιδί μέσα μας είναι ζωντανό

«Ο άνθρωπος που δεν παίζει, έχει χάσει για πάντα το παιδί που ζούσε μέσα του και που θα του λείψει τρομερά.»
Pablo Neruda

Καθόμαστε σε μια γωνιά και παρακολουθούμε τον αυθορμητισμό και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας με νοσταλγία. Γυρνάμε στο χθες, θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια, απορούμε πώς γινόταν να είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. «Αποκλείεται να ήμασταν τόσο χαρούμενοι.» λέμε συνήθως από μέσα μας. «Έχουμε ωραιοποιήσει το παρελθόν. Δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα.» Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν. Αλλά σίγουρα ήταν πιο όμορφα, πιο ξέγνοιαστα, πιο ζωντανά.

Και ποιος μας είπε ότι πρέπει να ζούμε μια ζωή άχρωμη; Κανείς δεν μας το είπε άμεσα, παρόλο που η κοινωνία βιάζεται να μας βάλει σε καλούπια και να μας δέσει με τα λεπτά της σκοινιά, να μας κουνά κατά πώς πάνε τα κέφια της, κι εμείς να χορεύουμε σαν μαριονέτες για να την διασκεδάζουμε.

Μεγαλώνοντας, χάνουμε όσα μας χαρακτήριζαν σαν παιδιά. Αφοσιωνόμαστε τόσο στις εργασίες μας, στα προβλήματα της καθημερινότητας, που ξεχνάμε πώς να γελάμε, να χαιρόμαστε, να ζούμε. Καταλήγουμε άχρωμοι, άγευστοι, άδειοι, σαν τις ζωές που υποτίθεται πως επιβάλλεται να ζούμε. Ακολουθούμε τους άγραφους κανόνες που οι ίδιοι έχουμε επιβάλλει στους εαυτούς μας, απλά για να είμαστε «φυσιολογικοί», να ανακατευτούμε με το πλήθος, να μην ξεχωρίσουμε.

Μα η αλήθεια είναι πως όσο κι αν προσπαθήσουμε να κρυφτούμε από το παιδί μέσα μας, εκείνο θα συνεχίσει να φωνάζει για να τραβήξει την προσοχή μας. Πάντα θα υπάρχουν στιγμές που θα βρει ένα άνοιγμα, μια ελάχιστη χαραμάδα, για να βγει κι αυτό λίγο στο φως, να μας θυμίσει την ύπαρξή του. Αυτές οι λίγες στιγμές, είναι που μπαίνει ξανά το χρώμα στις ζωές μας.

Ο Paulo Coelho λέει το εξής: «Ένα παιδί μπορεί να διδάξει τρία πράγματα σε έναν ενήλικα: να είναι χαρούμενος χωρίς λόγο, να είναι πάντα απασχολημένος με κάτι, και να διεκδικεί αυτό που επιθυμεί με όλη του την θέληση.» Διακρίνει λοιπόν κανείς στα παιδιά μία σοφία καθαρή και ακατέργαστη, που σπάνια συναντά σε κάποιον ενήλικα. Είναι στα αλήθεια δάσκαλοι, αν βέβαια δώσει κανείς πραγματική σημασία στα διδάγματά τους.

Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν αφήναμε το εσωτερικό μας παιδί να εκφραστεί; Να βγει από την κρυψώνα του, να παίξει, να γελάσει, να είναι αυθόρμητο, να κάνει αυτό που επιθυμεί με όλη του την καρδιά, να είναι ο εαυτός του.

Ας το παραδεχτούμε, και θα νιώσουμε καλύτερα: όλοι μας θελήσαμε να σκαρφαλώσουμε στο μεγάλο δέντρο στο κέντρο του πάρκου, να διασχίσουμε τρέχοντας την αμμουδιά και να βουτήξουμε με φόρα στη θάλασσα ένα καλοκαίρι, να τραγουδήσουμε δυνατά, έστω και παράφωνα, το αγαπημένο μας τραγούδι, αγνοώντας εκείνους που θα μας στραβοκοιτάξουν, πίσω από τις ψεύτικες και ασφαλείς μάσκες της σοβαροφάνειάς τους.

Αρκετά με τους κανόνες. Ας σταματήσουμε να είμαστε δάσκαλοι κι ας πάρουμε τον ρόλο του μαθητή. Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα που μας δίνουν τα παιδιά: Ας είμαστε για μια φορά αληθινοί.

Ας κόψουμε τα σκοινιά που μας καθιστούν μαριονέτες, ας σπάσουμε τις μάσκες μας, ας ντύσουμε την καθημερινότητα με χρώματα. Και τότε, ίσως, ο κόσμος να γίνει ένα πιο όμορφο μέρος για να ζούμε. Ίσως, γυρίσουν πίσω σε μας όλα όσα χάσαμε με το πέρασμα του χρόνου: η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ελπίδα… Η ζωή.

Αλήθειες που θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο

Όσο και αν δεν θα το παραδεχτούμε ποτέ, σε όλους μας αρέσει να διαβάζουμε λίστες με αποφθέγματα του τύπου «τα μεγάλα ρίσκα και οι μεγάλες δυσκολίες οδηγούν σε μεγάλες κατακτήσεις» (που είναι στην πραγματικότητα μια λίγο μετριασμένη εκδοχή του «όταν θέλεις κάτι πολύ, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις»). Υπάρχουν όμως και εκείνες οι «άλλες» αλήθειες, αυτές που δεν απολαμβάνεις να διαβάζεις, γιατί σε ξεβολεύουν. Αυτές συνήθως είναι πιο χρήσιμες. Μερικές από αυτές είναι οι παρακάτω.

Με εξαίρεση τους ανθρώπους που σε αγαπάνε, ο κόσμος νοιάζεται μόνο για το τι μπορεί να πάρει από εσένα. Δεν έχει σημασία αν είσαι καλό παιδί, συνεπής και ευγενικός. Πρέπει να κάνεις και κάτι (και να το κάνεις καλά) για να σε εκτιμούν.

Όλο σου το είναι, σε κάθε φάση της ζωής σου, θα αντιμάχεται οποιαδήποτε μορφή εξέλιξης και βελτίωσης. Κάθε φορά που θέλεις να κάνεις κάτι σημαντικό στη ζωή σου, θα πρέπει να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου που θα σου βάζει εμπόδια. Γιατί έτσι είναι προγραμματισμένος ο ανθρώπινος εγκέφαλος: να σιχαίνεται τις αλλαγές.

Κανείς δεν μπορεί να σου δώσει τις απαντήσεις που χρειάζεσαι για να είσαι ευτυχισμένος. Γκουρού δεν υπάρχουν πουθενά –ή υπάρχουν, αλλά είναι «γκουρού» για τον εαυτό τους και μόνο.

Η ζωή δεν θα είναι ποτέ τέλεια. Και αν περιμένεις την κατάλληλη στιγμή για να κάνεις κάτι (να ξεκινήσεις τη δική σου επιχείρηση, να μετακομίσεις σε άλλη πόλη…) θα περιμένεις αιώνια.

Το αύριο δεν είναι εγγυημένο. Όπως σοφά το έθεσε ο Steve Jobs, «το να θυμάμαι ότι σύντομα θα πεθάνω ήταν το σπουδαιότερο εργαλείο που με βοήθησε να πάρω τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής μου. Γιατί όλα, όλες οι προσδοκίες των άλλων, όλη μου η περηφάνια, όλοι μου οι φόβοι ότι θα αποτύχω ή θα ντροπιαστώ, όλα είναι ασήμαντα μπροστά στον θάνατο».

Το ότι είσαι απασχολημένος, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι καταφέρνεις και κάτι. Το multitasking είναι ένα από τα πιο υπερτιμημένα ταλέντα του κόσμου, γιατί στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Αν κάνεις δύο πράγματα ταυτόχρονα, δεν κάνεις καλά κανένα από τα δύο. Απλώς κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Και κουράζεσαι.

Έχεις πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο (σου αρέσει να) πιστεύεις. Μία εβδομάδα έχει 168 ώρες. Την επόμενη φορά που θα σκεφτείς «δεν έχω χρόνο γι’ αυτό», παραδέξου στον εαυτό σου ότι το όποιο «αυτό» απλά δεν είναι προτεραιότητα. Αν δεν έχεις χρόνο να πας στο γυμναστήριο, η γραμμή σου δεν είναι προτεραιότητα. Αν δεν έχεις χρόνο να φτιάξεις μια σαλάτα, η υγεία σου δεν είναι προτεραιότητα. Αν δεν έχεις χρόνο να δεις έναν φίλο, η φιλία σας δεν είναι προτεραιότητα. Σκληρό, αλλά αληθινό.

Υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να είσαι καλύτερα χωρίς ορισμένους ανθρώπους στη ζωή σου. Το ακόμα σκληρότερο είναι ότι αυτοί είναι συνήθως άνθρωποι τους οποίους αγαπάς, αλλά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε κρατάνε πίσω, σου χαλάνε την διάθεση ή δεν σε αφήνουν να αλλάξεις προς το καλύτερο. Και θα χρειαστεί αργά ή γρήγορα να τους βγάλεις από την ζωή σου.

Σε ό,τι αφορά την συμπεριφορά σου (που διαμορφώνει ένα μεγάλο κομμάτι του χαρακτήρα σου) είσαι ο μέσος όρος των πέντε ανθρώπων που συναναστρέφεσαι περισσότερο. Διάλεξέ τους προσεκτικά.

Λάδων. Ο Ακοίμητος Δράκων

Στην ελληνική μυθολογία, ο Λάδωνας (Λάδων) ήταν ο δράκος που φύλαγε τα χρυσά «Μήλα των Εσπερίδων» στο δένδρο της ζωής, μαζί με τις Εσπερίδες. Αναφέρεται συνήθως ως δράκοντας ή όφις, χωρίς το ιδιαίτερο όνομά του. Το όνομα «Λάδων» προέρχεται όπως φαίνεται από το όνομα του ομώνυμου ποταμού).

Ο Λάδων αναφέρεται ως γιος της Γαίας. Ο Ησίοδος τον θεωρούσε «χθόνιον όφιν» (του εσωτερικού της γης) και στη Θεογονία του γράφει ότι ο Λάδων ήταν παιδί του Φόρκυος και της Κητούς.

Σύμφωνα πάλι με άλλη παράδοση ήταν γιος του Τυφώνα και της Εχίδνης. Σε αυτή την εκδοχή είναι αδελφός του Λέοντα της Νεμέας, του Κερβέρου, της Ύδρας και άλλων τεράτων. Κατά την αρχαιότερη παράδοση, ο Λάδωνας ορίσθηκε από τη θεά Ήρα ως φύλακας των μήλων για να πολεμήσει αναγκαστικά με τον Ηρακλή, ή επειδή οι κόρες του Άτλαντα έκλεβαν τα μήλα. Πιθανώς όμως να ορίσθηκε στη θέση αυτή και από τον Άτλαντα.

Οι αρχαίοι συγγραφείς φαντάζονταν τον Λάδωνα «υπερμεγέθη», με εκατό κεφάλια, και πίστευαν ότι είχε την ικανότητα να παραμένει συνεχώς άυπνος. Αναφέρεται και το επίθετο «πολυκάρηνος» = «πολυκέφαλος». Αλλού απαντάται ως «δράκων αθάνατος», κι όμως σκοτώθηκε από τον Ηρακλή όταν αυτός πραγματοποιούσε τον άθλο του να φέρει τα Μήλα των Εσπερίδων και μεταμορφώθηκε σε αστερισμό από τον Δία. Αυτός κατά τον Υγίνο είναι ο αστερισμός Δράκων.

Ο Λάδων απεικονίζεται σε πολλές παραστάσεις που σχετίζονται με τον μύθο των Εσπερίδων. Συνήθως είναι ένα φίδι τυλιγμένο γύρω από δέντρο ή στη ρίζα του, ενώ κοντά στέκεται ο Ηρακλής με το ρόπαλό του, έτοιμος να το χτυπήσει. Παραστάσεις του Λάδωνα σώζονται σε αγγεία, τοιχογραφίες, νομίσματα (τετράδραχμα της Κυρήνης του 5ου αιώνα π.Χ.) και δακτυλιολίθους. Το φίδι απεικονίζεται συνήθως με μία κεφαλή και σπανιότερα με δύο ή με τρεις. Το αρχαιότερο από γνωστά έργα τέχνης ήταν ένα ξυλόγλυπτο ειδώλιο που απεικόνιζε ένα δέντρο με δράκοντα, έργο που είχε κατασκευάσει ο Θεοκλής ο Ηγύλου μαζί με τον γιο του και το περιγράφει ο Παυσανίας που το είδε στην Ολυμπία.

Διαβατήρια – Η αρχαία Ελληνική τελετή για όσους περνούσαν τα σύνορα της χώρας


Tελετή με θυσία που πρόσφερε στους θεούς ο επικεφαλής κάθε εκστρατείας, είτε όταν επρόκειτο να περάσει τα σύνορα της χώρας του, είτε όταν επρόκειτο να διασχίσει κάποιο ποτάμι. Αν τα σημάδια της θυσίας δεν ήταν ευνοϊκά ο στρατός δεν έβγαινε από τα σύνορα της χώρας κι επέστρεφε πίσω.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ήταν έτοιμοι να εισβάλουν στο Άργος επέστρεψαν τελικά πίσω γιατί τα σημάδια από τις θυσίες που έκαναν για να διαβούν τα σύνορα δεν ήταν ευνοϊκά.

Διαβατήρια ονομαζόταν κι η ευχαριστήρια θυσία μετά από κάθε επιτυχημένη διάβαση ποταμού.
Στην αρχαία Σπάρτη οι θυσίες αυτές ονομάζονταν Υπερβατήρια. Θυσία που γινόταν για εξευμενισμό των θεών, όταν ο στρατός επρόκειτο να βγει από τα σύνορα της χώρας. Στη Σπάρτη τη θυσία την έκανε ο βασιλιάς στο βωμό του Αγήτορα Δία. Αν τα σημάδια της θυσίας ήταν ευνοϊκά, ο στρατός ξεκινούσε για τα σύνορα της χώρας. Μπροστά από τα στρατεύματα πήγαινε ο πυρφόρος, ο οποίος κρατούσε μια αναμμένη δάδα με φωτιά από το βωμό που είχε γίνει η θυσία.

Όταν έφταναν στα σύνορα έκαναν και πάλι θυσία στο Δία και στην Αθηνά. Αν τα σημάδια της θυσίας ήταν αίσια ο στρατός συνέχιζε την πορεία του. Ο πυρφόρος άναβε τη δάδα από τη φωτιά της νέας θυσίας και συνέχιζε να προπορεύεται του στρατεύματος.

Υπερβατήρια γίνονταν κατά τη διάρκεια της μετακίνησης του στρατού όποτε ήταν αναγκαίο. Τα ζώα που θυσιάζονταν τα μετέφεραν από την αρχή της εκστρατείας μαζί τους.

Τα Υπερβατήρια γίνονταν πάντα πριν το ξημέρωμα.

Τα 7 πρώτα πολιτεύματα της Αθήνας και η Δημοκρατία

Τί πολίτευμα θέλουμε να έχουμε; Αν κάνουμε αυτή την απλή ερώτηση σε έναν πολίτη, ανεξαρτήτως εθνικότητας, η πιθανότερη απάντηση είναι μία: Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α. . .
Τί έκανε όμως αυτό το πολίτευμα τόσο φημισμένο κι επιθυμητό σε όλους  Για δύο λόγους κυρίως: Πρώτον γιατί είναι συμφέρον για τους πολίτες να διοικούν και να αποφασίζουν για τον τόπο τους και δεύτερον γιατί στο παρελθόν υπήρξε μια λαμπερή εφαρμογή του δημοκρατικού πολιτεύματος κι αυτή η ανάμνηση λειτουργεί ως φάρος και πρότυπο για κάθε πολίτευμα στο παρόν και στο μέλλον. Και φυσικά μιλάμε για την αθηναϊκή δημοκρατία όπως διαμορφώθηκε στο Χρυσό αιώνα.
Τί έκανε όμως τους Αθηναίους να εφαρμόσουν αυτό το πολίτευμα κι όχι κάποιο άλλο; Είναι πράγματι τόσο λαμπερό όσο νομίζουμε; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα δεν μπορούμε να απαντήσουμε παρά μόνο αν δούμε την ιστορική εξέλιξη των πολιτευμάτων στη συγκεκριμένη πόλη και πώς ακριβώς διαμορφώθηκε το πολίτευμα μετά από μια συνεχής διαμάχη για το τί είναι δίκαιο και συμφέρον για την πολιτεία να έχει ως πολίτευμα και ποιές ιστορικές συγκυρίες ευννόησαν τη μεταβολή του πολιτεύματος προς το δημοκρατικότερο ή προς την αριστοκρατία ή την τυραννία.
Εκ του αποτελέσματος, όλες αυτές οι μεταβολές αποδείχτηκαν “σωστές” γιατί κάθε φορά ήταν προς το συμφέρον της πολιτείας, ακόμη και στην περίοδο της τυραννίας του Πεισίστρατου η πόλη ευνοήθηκε, γιατί η ηθική του τυράννου, ως αποτέλεσμα της αγωγής που έδινε η πόλη στα παιδιά της, δεν του επέτρεπε να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο εκτός από το καλό της πόλης του, άσχετα αν οι προσωπικές του φιλοδοξίες τον ώθησαν σε προσωπικά πάθη, που οι συμπολίτες του τα βίωσαν με συγκεκριμένο τρόπο.
Ας αρχίσουμε όμως την ιστορία μας. Τα στοιχεία που παρατίθονται πάρθηκαν κυρίως από το “Αθηναίων πολιτεία” του Αριστοτέλη, το “οι ελληνικοί μύθοι” του Γκρέϊβς και την παγκόσμια ιστορία του Ουέλλς. Θα μιλήσουμε για την εγκατάσταση του Ίωνα στην Αττική, για τον τοπικό ήρωα-βασιλιά Θησέα που έδειξε το δρόμο προς τη δημοκρατία, το Δράκοντα,  το Σόλωνα, τον Πεισίστρατο, τον Κλεισθένη, τον Άρειο Πάγο και τέλος τον Περικλή που έχει γίνει ένα είδος συμβόλου της αθηναϊκής δημοκρατίας και ευημερίας -κι όχι άδικα-, αλλά που αδικεί, κατά μίαν έννοια, εξέχοντες αθηναίους πολίτες όπως ο Αριστείδης ο Δίκαιος, ο Εφιάλτης και ο Κίμωνας.

Η εγκατάσταση του Ίωνα
Ξεκινάμε με λίγη μυθολογία, όπως όλα πρέπει να ξεκινάνε. Ποιός ήταν ο Ίωνας και ποιό ήταν το γένος του; Το οικογενειακό του δέντρο ξεκινάει από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, γιο του Προμηθέα και κόρη  Επιμηθέα -του αδελφού του Προμηθέα-. Όπως σίγουρα έχετε ακούσει ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα ήταν οι μόνοι άνθρωποι που ειδοποιήθηκαν για τον επερχόμενο κατακλυσμό που θα εξαπέλυε ο Δίας, με σκοπό να εξαφανίσει το παρηκμασμένο και ανήθικο πλέον, ανθρώπινο γένος. Αφορμή σε αυτό στάθηκε η ύβρις του Λυκάωνα και των υιών του, που ο πρώτος θυσίασε αγόρι προς τιμήν του και τιμωρήθηκε μετατρεπόμενος σε λύκο, ενώ τα παιδιά του δε δίστασαν να προσφέρουν στον ίδιο το Δία, που τους επισκέφτηκε μεταμορφωμένος σε ταξιδιώτη, εντόσθια του ενός αδερφού τους, ανακατεμένα με κατσίκας και αρνιού.
Το κατάλαβε ο Δίας, αναποδογύρισε το τραπέζι κι όταν επέστρεψε στον Όλυμπο αποφάσισε να δώσει τέλος σε αυτό το γένος των ανήθικων ανθρώπων. Ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα όμως ειδοποιήθηκαν εγκαίρως από τον Προμηθέα και επέζησαν του κατακλυσμού που διήρκησε 9 ημέρες. Για να μην τα πολυλογούμε λοιπόν, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα απέκτησαν έναν γιό, τον Έλληνα. Αυτός παντρέυτηκε τη νύμφη Ορσηίδα κι από αυτήν απέκτησαν 3 παιδιά. Τον Αίολο, τον Ξούθο και το Δώρο. Ο Ξούθος εγκαταστάθηκε στην Αττική μετά την κατηγορία για κλοπή από τα αδέρφια του και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Ερεχθέα της Αθήνας, την Κρέουσα. Η Κρέουσα του χάρισε δύο γιούς τον Ίωνα και τον Αχαιό. Κατά τον αθηναϊκό μύθο ο Ίωνας ήταν γιός του Απόλλωνα και μεγάλωσε στο μαντείο των Δελφών.
Κάποτε λοιπόν ο Ίωνας επέστρεψε στην Αττική, κατά το μύθο τον έφερε ο Ξούθος, ενώ κατά άλλους γύρισε ως πολέμαρχος για να βγάλει τους Αθηναίους από τη δύσκολη θέση, επειδή ο τότε βασιλιάς τους ήταν μαλθακός στα πολεμικά. Έτσι ο Ίωνας ήταν ο πρώτος πολέμαρχος κι από την εγκατάστασή του και ύστερα οι κάτοικοι της Αττικής ονομάζονται Ίωνες. Ήταν η πρώτη μεταβολή του πολιτεύματος, η δημιουργία του θεσμού του πολέμαρχου, γιατί μέχρι τότε υπεύθυνος για όλα ήταν ο βασιλιάς και κανένας άλλος.
Επίσης ο Ίωνας ήταν ο πρώτος που χώρισε τους Αθηναίους σε 4 φυλές. Μία φυλή για κάθε εποχή του χρόνου και με κάθε φυλή να έχει τον φυλο-βασιλιά της. Κάθε φυλή είχε 3 τριτύες, όσοι είναι οι μήνες της κάθε εποχής. Κάθε τριτύα είχε 30 φρατρίες, όσες είναι και οι ημέρες κάθε μήνα. Τέλος κάθε φατρία αποτελείτω από 30 γένη και κάθε γένος από 30 άνδρες. Αυτή ήταν η πρώτη ομαδοποίηση των κατοίκων της Αττικής, που έδειξε το δρόμο και στους μελλοντικούς μεταρρυθμιστές. Αυτά έκανε ο Ίωνας, ο απόγονος του Έλληνα.

1.) Θησέας – ο πρώτος βασιλιάς που παρέκλινε προς τον απλό λαό
Λίγη ακόμη μυθολογία για να δούμε ποιό ήταν το γένος του Θησέα και πώς γινόταν η μοιρασιά της εξουσίας κατά την περίοδο των βασιλέων. Ο Ερεχθέας (ο δεύτερος, όχι αυτός που σκότωσε ο Ποσειδώνας) είχε 4 γιούς: τον Κέκροπα (τον δεύτερο, όχι αυτός που επέλεξε για τον προστάτη θεό της πόλης) που ήταν και ο μεγαλύτερος, τον Πάνδωρο, τον Μητίων και τον Ορνεύς. Οι δύο μικρότεροι γιοί συνωμότησαν ενάντια στον Κέκροπα κι αυτός αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα για να σώσει τη ζωή του. Ο Κέκροπας έκανε ένα παιδί, τον Πανδίων και κατάφερε να τον κάνει για λίγο βασιλιά της Αθήνας, εως ότου όμως οι γιοί των αδερφών του που συνωμότησαν εναντίον του, συνωμότησαν και ενάντια στο παιδί του κατά τα πρότυπα των πατέρων τους. Έφυγε αρχικά ο Πανδίων, αλλά αργότερα επανήλθε πάλι ως βασιλιάς κι αυτή τη φορά μόνιμα και μοίρασε την Αττική στους τέσσερις γιούς του:
  • Στον Αιγέα, τον μεγαλύτερο, έδωσε την περιοχή γύρω από το άστυ.
  • Στον Πάλλαντα τα παραθαλάσσια.
  • Στον Λύκο, τη λοφώδη περιοχή γύρω από το άστυ.
  • Και στον Νίσσο έδωσε τη Μεγαρίδα.
Αυτοί μάχονταν συνέχεια μεταξύ τους για την εξουσία και ιδιαίτερα ο Λύκος και ο Νίσσος απένατι στον Αιγέα. Ο Αιγέας, που δεν είχε παιδιά έκανε με τη βοήθεια της Μήδειας έναν γιό, το Θησέα. Μητέρα του Θησέα ήταν η Αίθρα. Κατά το μύθο ο Θησέας ήταν γιός του Ποσειδώνα, που πλάγιασε την ίδια νύχτα με την Αίθρα, όπως και ο Αιγέας. Όπως και να ‘χει ο Θησέας μεγάλωσε, κι αφού απέδειξε τη βασιλική του καταγωγή και τη θεϊκή του δύναμη, με τον τρόπο που οι μύθοι περιγράφουν, πήρε το θρόνο του Αιγέα, όταν αυτός αυτοκτόνησε νομίζοντας πως ο γιος του σκοτώθηκε από το Μινώταυρο.
Βλέπουμε λοιπόν, πως την περίοδο των βασιλιάδων, οι κληρονόμοι μοιράζονταν την εξουσία και πολλές φορές δημιουργούσαν έρριδες μεταξύ τους για το ποιός θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι.

Όταν ανέλαβε όμως ο Θησέας τα πράγματα άλλαξαν. Αρχικά εκτέλεσε όλους σχεδόν τους αντιπάλους του εκτός από τον Πάλλαντα κι όσους από τους 50 γιούς του είχαν μείνει. Αργότερα εκτέλεσε κι αυτούς προληπτικά. Απέδειξε όμως πως ήταν νομοταγής άρχων, ξεκινώντας μια πολιτική συνοικισμού, που αποτέλεσε τη βάση της μετέπειτα αθηναϊκής ευημερίας. Μέχρι τότε η Αττική ήταν χωρισμένη σε 12 κοινότητες, καθεμιά από τις οποίες διευθετούσε τις υποθέσεις της χωρίς την παρέμβαση του Αθηναίου βασιλιά, εκτός από περιστάσεις έκτακτης ανάγκης. Παράδειγμα οι Ελευσίνιοι είχαν κυρήξει τον πόλεμο στον ίδιο τον Ερεχθέα κι αφθονούσαν κι άλλες αλληλοκτόνες διαμάχες.
Στόχος του Θησέα ήταν να ενώσει την Αττική. Για να δεχτούν όμως οι κοινότητες να παραιτηθούν από την ανεξαρτησία τους, ο Θησέας έπρεπε να πλησιάσει μία-μία τις φυλές και τις οικογένειες , πράγμα που έκανε. Ήταν ο πρώτος βασιλιάς που απέκλινε προς τον απλό λαό κι εγκατέλειψε τη μοναρχική διακυβέρνηση. Έκανε τις εξής κινήσεις:
  1. Βρήκε τους μικροκτηματίες και τους δουλοπάροικους που ήταν έτοιμοι να τον υπακούσουν.
  2. Έπεισε τους περισσότερους από τους μεγαλοκτηματίες να συμφωνήσουν με το σχέδιό του, υποσχόμενος την εγκαθίδρυση δημοκρατίας, παραμένοντας όμως αρχηγός κι ανώτερος κριτής.
  3. Όσοι δεν πείστηκαν με επιχειρήματα, στο τέλος πείστηκαν από τη δύναμή του.
Διέλυσε όλες τις τοπικές κυβερνήσεις και συγκάλεσε τους αντιπροσώπους τους στην Αθήνα, όπου τους παραχώρησε ένα κοινό βουλευτήριο και ένα Πρυτανείο. Ύστερα ένωσε τα προάστια με την πόλη και τις κτήσεις προς το νότο, συμπεριελαμβανομένων και των ιερών ναών. Απέφυγε όμως να συγκρουστεί με τους νόμους ιδιοκτησίας.
Για να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την πόλη του ο Θησέας, κάλεσε όλους τους αξιόλογους ξένους να γίνουν συμπολίτες του. Αμέσως άρχισαν να κινούνται μεγάλα πλήθη προς την Αθήνα. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό, χώρισε τον πληθυσμό της Αθήνας σε 3 τάξεις:
  • τους Ευπατρίδες, αυτούς δηλαδή που είναι αντάξιοι της πατρικής γης, που ανέλαβαν τις θρησκευτικές υποθέσεις, αναπλήρωναν τους δικαστές, ερμήνευαν τους νόμους και γενικά είχαν τα υψηλότερα αξιώματα (αριστοκρατία)
  • τους Γεώμορους, οι αγρότες δηλαδή, που καλλιεργούσαν τη γη κι αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του κράτους.
  • και τους Δημιουργούς, τους τεχνίτες δηλαδή, που υπερείχαν σε αριθμό και ήταν διαφόρων ειδών, όπως μάντεις, μαραγκοί, γλύπτες, χειρούργοι κι άλλοι.
Τέλος ο Θησέας ήταν ο πρώτος βασιλιάς που έκοψε νόμισμα. Χάραξε επάνω στο νόμισμα τη μορφή ενός ταύρου. Κατά άλλους ήταν ο ταύρος του Ποσειδώνα ένώ κατά άλλους ήθελε να ενθαρύνει τη γεωργία. Έδωσε στο νόμισμα αυτό σταθερή αξία. Αυτά έκανε ο Θησέας ως βασιλιάς της Αθήνας, πέρα από τα άλλα κατορθώματά του που εξυμνούνται στους μύθους. Δηλαδή αφαίρεσε τη δυνατότητα πραξικοπήματος εξολοθρεύοντας όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους και στη συνέχεια έδωσε το χέρι του προς τον απλό λαό, χωρίς προφανή λόγο, κι ένωσε την Αττική κάτω από τον ίδιο, πετυχένοντας δίκαιη σύμβαση με όλες τις πλευρές. 

Αρχαϊκή Κοινωνία (προ Δράκοντα)
Μετά το θάνατο του Θησέα κι αφού πέρασαν πολλές γενιές κατώτερων από αυτών αρχόντων, το πολίτευμα των Αθηνών είχε διαμορφωθεί περίπου ως εξής:
Υπήρχε ολιγαρχία: 
  • Τα δημόσια αξιώματα καταλαμβάνονταν βάσει της αριστοκρατικής καταγωγής ή του πλούτου. Στην αρχή μάλιστα ισόβεια κι αργότερα για δέκα χρόνια. (το σχολικό βιβλίο της Α Γυμνασίου λέει “επί μία δυναστεία” λες και μιλάμε για αυτοκράτορες στην Κίνα… αυτό ως σχόλιο)
  • ολόκληρη η γη ανήκε σε λίγους
  • όποιος ήθελε να καλλιεργεί έπρεπε να καταβάλει μίσθωμα στον μεγαλοκτηματία
  • όποιος δεν κατάφερνε να τον εξοφλήσει γινόταν δούλος κι αυτός και τα παιδιά του
  • όλα τα δάνεια συνάπτονταν με υποθήκη την ελευθερία
  • οι φτωχοί, οι γυναίκες και τα παιδιά τους ήταν δούλοι των πλουσίων κι όνομάζονταν πελάτες ή εκτήμοροι
Όμως υπήρχαν διάφορα αξιώματα, τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα εκ των οποίων ήταν:
  • του βασιλιά – υπήρχαν 4 φυλοβασιλείς, όσες ήταν και οι φυλές και ήταν αξίωμα πατροπαράδοτο
  • του πολέμαρχου – που ιδρύθηκε επειδή ορισμένοι βασιλείς έδειξαν μαλθακότητα στα πολεμικά
  • και του άρχοντα – όταν τον καιρό του Ακάστου οι απόγονοι του Κόδρου αποσύρθηκαν από τη βασιλεία, πήραν συμπληρωματικές αρμοδιότητες (θρησκευτικές κι άλλες)
Υπήρχαν λοιπόν μακροχρόνιες διαμάχες μεταξύ των πλουσίων-ευγενών και του απλού λαού που με τη βοήθεια ορισμένων νεο-πλουτων βιοτεχνών κι εμπόρων, διεκδικούσαν μερίδιο στην εξουσία.

Δράκοντας και οι νόμοι του
Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. ήταν φανερό πλέον ότι η Αθήνα είχε ανάγκη από νέους νόμους, γιατί τους παλιούς τους ερμήνευε κατά βούληση η ολιγαρχία -μιας και δεν ήταν γραπτοί-. Ανέθεσαν λοιπόν στον Αθηναίο Δράκοντα το 624 π.Χ. να νομοθετήσει. Οι νόμοι του γράφτηκαν σε μαρμάρινες πλάκες και τοποθετήθηκαν στην αγορά, για να μπορεί ο καθένας να τις διαβάζει. Οι πλάκες αυτές ονομάστηκαν θεσμοί.
Οι νόμοι όμως του Δράκοντα ήταν υπερβολικά σκληροί κατά κοινή ομολογία. Δηλαδή τιμωρούσε με τον ίδιο τρόπο διαφορετικά αδικήματα. Παρόλαυτά διαχώρισε το φόνο εκ προμελέτης με το φόνο εξ’αμελείας, πράγμα πρωτοποριακό. Πέραν όμως από τους νόμους του, ο Δράκοντας έκανε και κοινωνικές και πολιτειακές μεταρρυθμίσεις. Για να δούμε ποιές ήταν αυτές:
  • Πολίτης πλέον θεωρείται όποιος είναι σε θέση να φέρει όπλα.
  • Οι 9 άρχοντες και οι ταμίες – εκλέγονται από όσους κατέχουν περιουσία τουλάχιστον 10 μνών.
  • Οι στρατηγοί και οι Ίππαρχοι – εκλέγονται από αυτούς που αποδεδειγμένα έχουν περιουσία άνω των 100 μνων κι έχουν γνήσια παιδιά από νόμιμο γάμο, μεγαλύτερα των 10 ετών.
  • Υπήρχαν κι άλλοι κατώτεροι αξιωματούχοι.
Επίσης ο Δράκων συγκρότησε και Βουλή με 400 + 1 πολίτες. Η επιλογή γινόταν από ένα σώμα πολιτών με κλήρωση, που είχαν κλείσει τα 30 τους χρόνια, ενώ κανείς δεν επιτρεπόταν να εκλέγεί δεύτερη φορά στο ίδιο αξίωμα, αν προηγουμένως δεν είχαν περάσει από αυτό όλοι οι πολίτες.
Ένα επίσης πρωτοποριακό για την εποχή του -αλλά και για σήμερα όπως φαίνεται- μέτρο ήταν να θεσπίσει πρόστημο σε όποιον έλλειπε από τη βουλή ανάλογο του εισοδήματός του:
  • οι πεντακοσιομέδιμνοι πλήρωναν 3 δραχμές
  • οι ιππείς 2 δραχμές
  • και οι ζευγίτες 1 δραχμή
Τέλος έδωσε εποπτικό ρόλο στη βουλή του Άρειου Πάγου. Πιο συγκεκριμένα:
  1. Ήταν φύλακας των νόμων
  2. Επέβλεπε τους αξιωματούχους ώστε να κυβερνούν σύμφωνα με τους νόμους
  3. Κάποιος που θεωρούσε πως αδικήτω, μπορούσε να το καταγγείλει στον Άριο Πάγο, υποδεικνύοντας το νόμο κατά παράβαση του οποίου αδικήτω.
Όμως ο Δράκοντας δεν άλλαξε τους όρους δανειοδότησης από τους πλούσιους. Δηλαδή εξακολουθούσαν τα δάνεια να συνάπτονται με υποθήκη την ελευθερία και η γη συνέχιζε να ανήκει σε λίγους.

3.) Ο Σόλωνας και οι φημισμένες μεταρρυθμίσεις του
Επειδή οι πολλοί ήταν δούλοι των λίγων, εξεγέρθηκε ο δήμος εναντίον των ευγενών. Κι επειδή η σύγκρουση ήταν βίαιη και για τις δυο παρατάξεις και μάχονταν για πολύ καιρό, επέλεξαν από κοινού το Σόλωνα ως μεσολαβητή κι άρχοντα και του ανέθεσαν την οργάνωση  της πολιτείας. Τότε ο Σόλωνας, λειτουργώντας ως διαιτητής, παρακίνησε και τους δυο να σταματήσουν τη φιλονικία.
Ο Σόλωνας ήταν από τους πρώτους πολίτες στην καταγωγή και στη φήμη (ανήκε στη γενιά του Κόδρου), αλλά κατά την περιουσία και τη θέση ανήκε στη μεσαία τάξη και θεωρούσε υπαίτιους της φιλονικίας αυτήτς τους πλούσιους.
Όταν ο Σόλων λοιπόν έγινε κύριος των πολιτικών πραγμάτων, ελευθέρωσε το δήμο και στο παρόν και στο μέλλον, απαγορεύοντας το δανεισμό με υποθήκη την ελευθερία και πραγματοποίησε παραγραφές των χρεών, τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημοσίων, οι οποίες αποκαλούνται ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ επειδή απέλεσαν τα βάρη (άχθος).

Νομοθετικό Έργο του Σόλωνα
  • Από τους νόμους του Δράκοντα κράτησε αυτούς μόνο που αφορούσαν στο φόνο
  • Ανέγραψε τους νέους νόμους σε κύβρεις και τους σφράγισε για 100 χρόνια
  • Ρύθμισε το πολίευμα με τον εξής τρόπο:
  1. Χώρισε τους πολίτες σε 4 τάξεις, ανάλογα με το εισόδημά τους: τους πεντακοσιομέδημνους, τους ιππείς ή τριακοσιομέδιμνους, τους ζευγίτες και τους θήτες.
  2. Από τις 3 πρώτες τάξεις όρισε να εκλέγονται όσοι ασκούν τις σημαντικότερες εξουσίες, δηλαδή των 9 αρχόντων, των ταμίων, των πωλητών κι άλλων.
  3. οι θήτες είχαν μόνο συμμετοχή σε λαϊκές συνελεύσεις και λαϊκά δικαστήρια (μάλλον στην Ηλιαία).
Ο Σόλωνας όρισε να αναδεικνύονται με κλήρωση οι άρχοντες από ένα κατάλογο υποψηφίων που εκλέγονται από κάθε φυλή. Για το θεσμό των 9 αρχόντων κάθε φυλή πρότεινε από 10 υποψηφίους και η κλήρωση γινόταν ανάμεσα σε αυτούς. Παλαιότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ποιό από τα μέλη του θα γινόταν άρχων και του ανέθετε την αντίστοιχη εξουσία για ένα χρόνο.
Ίδρυσε επίσης τη βουλή των 400, εκατό από κάθε φυλή κι ανέθεσε στη βουλή του Άρειου Πάγου να ελέγχει την τήρηση των νόμων και να παραμείνει φύλακας των νόμων όπως ήταν και πριν. Δηλαδή οι Αρεοπαγίτες μπορούσαν  να εγκαλούν όσους έσφαλαν έχοντας απόλυτο δικαίωμα να επιβάλουν χρηματικές κι άλλες ποινές. Επίσης δίκαζε όσους συνωμοτούσαν για την κατάλυση της δημοκρατίας σύμφωνα με το νόμο περί εισαγγελείας που είχε θεσπίσει γι’αυτούς ο Σόλωνας.

Για τις συχνές εμφύλιες διαμάχες όρισε τα εξής:
όποιος κατά τη διάρκεια των ταραχών, δεν λαμβάνει τα όπλα υπέρ της μιας ή της άλλης μερίδας να κηρύσσεται άτιμος και να χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα.
κι αυτό το όρισε έτσι επειδή κάποιοι πολίτες, από ραθυμία, άφηναν τα πράγματα στην τύχη τους.
Έκανε επίσης και νομισματική μεταρρύθμιση πέραν της σεισάχθειας. Και φαίνεται πως από το πολίτευμα του Σόλωνος 3 μέτρα είναι τα πιο δημοκρατικά:
  • Πρώτο και σπουδαιότερο, η απαγόρευση του δανεισμού με ενέχυρο την ελευθερία
  • Δεύτερο, το δικαίωμα που έδωσε σε όποιον ήθελε να υποβάλει αγωγή υπέρ των αδικουμένων.
  • Τρίτο, έδωσε το δικαίωμα έφεσης στο λαϊκό δικαστήριο – πράγμα που έδωσε μεγάλη δύναμη στο λαό, διότι όταν ο δήμος γίνεται κύριος της ψήφου, γίνεται κύριος και της πολιτείας.
Μετά από αυτά, ο Σόλων, έφυγε για 10 χρόνια λέγοντας πως δεν ήθελε να βρίσκεται ο ίδιος εκεί και να εξηγεί τους νόμους, αλλά καθένας όφειλε να τηρεί τα θεσπισμένα.
Μετά το Σόλωνα
Όταν αναχώρησε ο Σόλων από την πόλη, μολονότι ήταν ακόμη ταραγμένη, επί τέσσερα χρόνια επικρατούσε ησυχία. Αλλά τον 5ο χρόνο μετά από αυτό δεν υπήρξε άρχοντας (585 π.Χ.). Αργότερα εκλέχθηκε άρχοντας ο Δαμασίας κι άσκησε την εξουσία για 2 χρόνια και 2 μήνες, εως ότου καθαιρέθηκε δια της βίας.
Αργότερα λόγω της εμφύλιας διαμάχης, αποφάσισαν να εκλέξουν 10 άρχοντες, πέντε από τους ευπατρίδες, τρείς από τους γεωργούς και δύο από τους τεχνίτες κι αυτοί άσκησαν την εξουσία για έναν χρόνο. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο άρχων είχε μεγάλη δύναμη, διότι γίνονταν αδιάκοπα διαμάχες γιαυτό το αξίωμα και συγκρούονταν μεταξύ τους συνεχώς:
  • Άλλοι έβρισκαν ως λόγο και πρόφαση την παραγραφή των χρεών – γιατί είχαν περιέλθει σε ένδεια εξαιτίας της.
  • Άλλοι ήταν δυσαρεστημένοι με το πολίτευμα, επειδή είχε περιέλθει σε αυτό μεγάλη μεταβολή.
  • Μερικοί τέλος έρχονταν σε σύγκρουση από προσωπικές φιλονικίες.
Εκείνη την περίοδο λοιπόν τρείς ήταν οι φατρίες και είχαν πάρει τα ονόματά τους από τους τόπους που καλλιεργούσαν:
  1. των παραλίων, με επικεφαλής τον Μεγακλή, γιο του Αλκμέωνος, που φαίνεται να επεδίωκαν τη μέση μορφή του πολιτεύματος
  2. των πεδιακών, με αρχηγό το Λυκούργο, που επιζητούσαν το ολιγαρχικό πολίτευμα
  3. και των διακρίων, με επικεφαλής τον Πεισίστρατο, που θεωρούνταν κατεξοχήν φίλος του λαού. Σε αυτή τη φατρία ανήκαν εκείνοι που είχαν απαλλαγεί από τα χρέη τους κι εκείνοι που δεν είχαν και τους δυο γονείς ελεύθερους κι ανήκαν εκεί εξαιτίας του φόβου τους.
4. Ο Πεισίστρατος – δίκαιος αλλά τύραννος
Ο Πεισίστρατος είχε διακριθεί στον πόλεμο κατά των Μεγαρέων. Κατόρθωσε τραυματίζοντας ο ίδιος τον εαυτό του να πείσει το δήμο να του παραχωρήσει σωματοφυλακή, δήθεν για προστασία από τους αντιπάλους του. Με τη βοήθεια αυτών, επαναστάτησε ενάντια στο δήμο και κατέλαβε την ακρόπολη 32 χρόνια μετά τη θέσπιση των νόμων από το Σόλωνα.
Και λέγεται πως όταν ο Πεισίστρατος ζήτησε φρουρά, ο Σόλων -που τότε είχε επιστρέψει- αντιτάχθηκε στο αίτημά του αυτό και δήλωσε πως ο ίδιος ήταν σοφότερος από αυτούς που δεν καταλάβαιναν πως ο Πεισίστρατος επεδίωκε την τυραννία και γενναιότερος από εκείνους που το γνώριζαν και σιωπούσαν. Επειδή όμως δεν τους έπειθε με τα λόγια, σήκωσε τα όπλα του και τα κρέμασε έξω από την πόρτα του, λέγοντας ότι ο ίδιος είχε βοηθήσει την πατρίδα του όσο του ήταν δυνατό (γιατί ήταν ήδη πολύ γέρος) και τώρα είχε την αξίωση και οι άλλοι να κάνουν το ίδιο.
Αλλά οι εκκλήσεις του Σόλωνα δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και ο Πεισίστρατος κατέλαβε την εξουσία. Πριν ριζώσει όμως η νέα διακυβέρνηση, ο Μεγακλής ήρθε σε συμφωνία με το Λυκούργο και τον έδιωξαν από την πόλη, έξι χρόνια μετά την πρώτη άνοδό του. Δώδεκα χρόνια αργότερα όμως ο Πεισίστρατος επανήλθε, με τη βοήθεια του Μεγακλή που αναγκάστηκε κάτω από την πίεση των φατρίων να υποκύψει. Και τον έφερε στην πόλη με άρμα που το οδηγούσε μια κοπέλα που την έντυσαν θεά Αθηνά, για να δείξουν πως η επιστροφή του Πεισίστρατου ήταν θέλημα της θεάς κι ο λαός τον υποδέχθηκε υποκλινόμενος με δέος.

Η διακυβέρνηση του Πεισίστρατου
Ο Πεισίστρατος εγκαθίδρυσε εξαρχής τυραννικό πολίτευμα. Διοικούσε όμως την πόλη με μετριοπάθεια και μάλλον ως πολιτικός παρά ως τύραννος. Γενικά ήταν φιλάνθρωπος, πράος και φιλέσπλαχνος στους παραβάτες και μάλιστα δάνειζε χρήματα στους απόρους για τις ιδιωτικές τους εργασίες, ώστε να συντηρούνται όσο καλλιεργούσαν τη γη. Κι αυτό το έκανε για δύο λόγους κυρίως:
  • Πρώτον, για να μην παραμένουν στο άστυ, αλλά να είναι διεσπαρμένοι στο ύπαιθρο
  • Δεύτερον, για να έχουν πόρους και να επιδίδονται στις δικές τους ιδιωτικές υποθέσεις ώστε να μην έχουν την επιθυμία, ούτε το χρόνο να ασχοληθούν με τα κοινά.
Ταυτόχρονα όμως αύξανε τα δικά του έσοδα, γιατί εισέπρατε ως φόρο το ένα δέκατο της σοδείας (τη λεγόμενη δεκάτη).
Με την ίδια λογική οργάνωνε τα κατά δήμους δικαστήρια κι ο ίδιος έβγαινε συχνά στην ύπαιθρο για να επιβλέπει και να επιλύει τις διαφορές, ώστε να μην κατεβαίνουν οι αγρότες στο άστυ και να παραμένουν στις δουλειές τους.
Και λένε πως σε μια από τις εξόδους του Πεισίστρατου του συνέβη το εξής περιστατικό με ένα γεωργό που καλλιεργούσε στον Υμηττό:
Βλέποντας ο Πεισίστρατο κάποιον να σκάβει και να καλλιεργεί ένα κομμάτι γης που ήταν σκέτη πέτρα, απόρησε και πρόσταξε τον δούλο του να ρωτήσει τί παράγει εκείνη η περιοχή. Κι εκείνος αποκρίθηκε “μόνο βάσανα και πόνους. Κι από τα βάσανα και τους πόνους πρέπει ο Πεισίστρατος να λάβει τη δεκάτη…”. Ο άνθρωπος βέβαια δεν ήξερε σε ποιόν μιλούσε, αλλά ο Πεισίστρατος ευχαριστήθηκε από την παρρησία και την φιλεργία του και τον απάλλαξε από κάθε φόρο.
Το σπουδαιότερο από όσα λένε γι’αυτόν είναι η αγάπη του προς το λαό και η φιλανθρωπία του. Εκείνο που ήθελε είναι να διευθετεί όλα τα ζητήματα σύμφωνα με τους νόμους, χωρίς να διεκδικεί κανένα πλεονέκτημα για τον εαυτό του.
Βλέπουμε λοιπόν πως ο Πεισίστρατος κρατούσε τους πολίτες διεσπαρμένους, μακριά από το άστυ κι απασχολημένους ώστε να μην έχουν το χρόνο να σκέφτονται ή να συναθροίζονται. Μια τακτική που ακολουθείται και σήμερα. Κι επίσης πλούτιζε από τον κόπο των πολιτών, πράγμα που συμβαίνει και σήμερα, αλλά απέδιδε το δίκαιο σε τοπικά δικαστήρια και επιβραβευε την αρετή, πράγμα που φυσικά και δεν συμβαίνει σήμερα…

5. Ο Κλεισθένης – ο πατέρας της δημοκρατίας
Ο Κλεισθένης γεννήθηκε το 570 π.Χ. και καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνίδων. Πατέρας του ήταν ο Μεγακλής, αρχηγός των παραλίων, δηλαδή ανήκε στη μεσαία τάξη. Μητέρα του ήταν η Αγαρίστη, θυγατέρα του επίσης Κλεισθένους, τυράννου της Σικυώνος.
Μετά την κατάλυση της τυραννίδας, ξέσπασαν συγκρούσεις ανάμεσα στον Ισαγόρα, γιο του Τεισάνδρου, που ήταν φίλος των τυράννων και του Κλεισθένη. Κι επειδή ο Κλεισθένης υστερούσε σε πολιτικές φατρίες, προσεταιρίστηκε το δήμο, υποσχόμενος πως θα δώσει σ’αυτόν τη διακυβέρνηση της πόλης. Τότε ο Ισαγόρας που πλέον υστερούσε σε δύναμη, καλεί σε βοήθεια τον Κλεομένη (Σπαρτιάτη Βασιλιά) που ήταν φίλος του από φιλοξενία, με την πρόφαση πως πρέπει να εξαγνίσει την πόλη από τους Αλκμεωνίδες. Πράγματι ο Κλεομένης τον βοήθησε ερχόμενος ο ίδιος με ολιγάριθμο στρατό. Ο Κλεισθένης κατάφερε να ξεφύγει και ο Ισαγόρας μαζί με τον Κλεομένη εξόρισε 700 οικογένειες ως εναγείς.
Κι όταν έκανε αυτά, επιχείρησε να διαλύσει τη βουλή και να εγκαταστήσει τον Ισαγόρα κι άλλους 300 οπαδούς του στην εξουσία. Τότε όμως η βουλή αντιστάθηκε, ο δήμος συναθροίστηκε και πολιόρκησαν τον Κλεομένη και τον Ισαγόρα στην ακρόπολη, όπου πρόλαβαν να μπουν. Τους πολιορκούσαν επί δύο μέρες και την τρίτη παραδόθηκαν και κάλεσαν τον Κλεισθένη και τους εξόριστους πίσω.
Έτσι ο Κλεισθένης έγινε προστάτης του δήμου κι αρχηγός των δημοκρατικών.
Οι Μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη
Ο Κλεισθένης έκανε τα εξής:
  • Χώρισε τους Αθηναίους σε 10 φυλές, αντί για 4 θέλοντας να τους αναμείξει, ώστε να μετέχουν περισσότεροι στη διακυβέρνηση του κράτους.
  • Θέσπισε να έχει η βουλή 500 μέλη (από 400), δηλαδή 50 ανά φυλή (από 100 που ήταν πριν).
  • Διαίρεσε την Αττική σε 30 δήμους, δέκα του άστεως, δέκα της παραλίας και δέκα των μεσογείων και κατένειμε με κλήρο από 3 δήμους σε κάθε φυλή, ώστε κάθε φυλή να περιέχει μέλη από διάφορα μέρη.
Με αυτόν τον τρόπο κατέστησε συνδημότες όλους όσους κατοικούσαν σε ένα δήμο κι όρισε δημάρχους αντικαθιστώντας τους ναύκραρους. Ονομάτησε τους δήμους με ονομασίες που προέρχονταν είτε από τις τοποθεσίες τους, είτε από τους ιδρυτές τους -διότι δεν αντιστοιχούσαν όλοι οι δήμοι σε τοποθεσίες-. Επίσης άφησε τα γένη και τις φατρίες ως έχουν, όπως και τους θρησκευτικούς θεσμούς, ενώ οι επώνυμοι των 10 φυλών ήταν 10 ήρωες από κατάλογο 100 που προέκρινε η Πυθία.
Εως τότε έργο της βουλής ήταν να προετοιμάζει αυτά που θα συζητούσε η εκκλησία του δήμου. Πλέον η εκκλησία του δήμου μπορούσε να επικυρώσει ή να ακυρώσει αποφάσεις καταδίκης σε θανατική ποινή τις οποίες είχε πάρει ο Άρειος Πάγος.

Από κοινωνικής άποψης, το σημαντικότερο μέτρο ήταν η πολιτικογράφηση όλων των μετοίκων και των απελεύθερων, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός κατοίκων της Αττικής να αποκτήσει δικαιώματα Αθηναίου πολίτη.
Για την εκλογή των στρατηγών όρισε να εκλέγεται ένας από κάθε φυλή κι αρχηγός του στατού να είναι ο πολέμαρχος. Για την εκλογή των αρχόντων όρισε να γίνεται με κλήρωση, ενώ εως τότε ήταν αιρετοί. Επίσης οι βουλευτές έπαψαν να εκλέγονται μόνο από την τάξη των πεντακοσιομεδίμνων κι εκλέγονταν πλέον κι από τους τριακοσιομέδιμνους κι από τους ζευγίτες. Μόνο η τάξη των θητών, έτσι ακριβώς όπως τις είχε διαχωρίσει ο Σόλωνας, δεν είχε δικαίωμα στο εκλέγην.

Για να προστατέψει το πολίτευμα από την πιθανότητα επιβολής τυραννίδας, απομάκρυνε από την κορυφή της πολιτείας τον επώνυμο άρχοντα και τον αντικατέστησε με έναν απλό βουλευτή από τους 500, ο οποίος επιλέγεται με κλήρο κι αλλάζει κάθε μέρα κι όχι κάθε χρόνο.
Άλλο ένα μέτρο για την προστασία του πολιτεύματος ήταν ο οστρακισμός, και πρωτοεφαρμόστηκε 2 χρόνια μετά τη μάχη του Μαραθώνα όταν είχε αναθαρίσει ο λαός. Ο θεσμός του οστρακισμού είχε ως εξής:
Οι κάτοικοι της Αττικής μπορούσαν να γράψουν πάνω σε ένα όστρακο το όνομα όποιου θεωρούνταν απειλή για το πολίτευμα. Αν οι ψήφοι έφταναν τις 6000 τότε ο άνθρωπος αυτός εξοριζόταν από την Αθήνα για 10 χρόνια, χωρίς όμως να χάσει ούτε τα πολιτικά του δικαιώματα, ούτε την περιουσία του, δεδομένου ότι μπορούσε να επιστρέψει νωρίτερα με την ίδια διαδικασία ή με το πέρας των δέκα ετών.
Μετά την καθιέρωση των μέτρων ο Κλεισθένης εξαφανίστηκε από την πολιτική ζωή της Αθήνας και καμία πηγή δεν αναφέρει πώς πέθανε…

Θεμιστοκλής
Το 483 π.Χ. επί άρχοντος Νικοδήμου, βρέθηκαν τα Μεταλλεία στα Μαρώνεια κι απέκτησε η Αθήνα πλεόνασμα 100 ταλάντων από την εκμετάλλευσή τους κι ενώ μερικοί συμβούλευαν να μοιραστούν τα χρήματα στο λαό, ο Θεμιστοκλής το εμπόδισε, χωρίς να πει για πιο σκοπό θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα.
Παρακινούσε μόνο τους Αθηναίους να δανείσουν από ένα τάλαντο στον καθένα από τους πιο πλούσιους πολίτες κι έπειτα αν αυτοί δαπανούσαν το ποσό αυτό με ικανοποιητικό τρόπο η δαπάνη να επιβαρύνει την πόλη, ειδάλως να απαιτηθεί η επιστροφή των χρημάτων από εκείνους που τα είχαν δανειστεί.
Και παίρνοντας τα χρήματα με αυτούς τους όρους, ναυπήγησε τις 100 τριήρεις με τις οποίες ναυπήγησαν οι Αθηναίοι ενάντια των Περσών στη Σαλαμίνα λίγα χρόνια αργότερα.
Τον ίδιο καιρό εξοστρακίστηκε ο Αριστείδης, ο γιος του Λυσιμάχου, ο επονομαζόμενος κι ως Δίκαιος Αριστείδης.

6. Διακυβέρνηση υπό τον Άρειο Πάγο
Ως τότε λοιπόν έτσι προχώρησε η πόλη, αναπτυσσόμενη σιγά σιγά μαζί με τη δημοκρατία.
Και μετά τα Μηδικά, απέκτησε νέα δύναμη η βουλή του Αρείου Πάγου κι άρχισε να διοικεί την πόλη, χωρίς να λάβει την εξουσία με κάποια επίσημη απόφαση, αλλά μόνο επειδή έγινε αιτία της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα. Διότι όταν οι στρατηγοί περιήλθαν σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και κήρυξαν να σώσει ο καθένας τον εαυτό του, ο Άρειος Πάγος βρήκε τους πόρους να μοιράσει από 8 δραχμές στον κάθε πολίτη και παρακίνησε το λαό να επιβιβαστεί στα πλοία.
Γι’αυτό το λόγο λοιπόν οι Αθηναίοι παραχώρησαν στον Άρειο Πάγο την εξουσία κι εκείνη την εποχή η Αθήνα διοικήθηκε καλά. Γιατί σε εκείνη την εποχή και στον πόλεμο διέπρεψε και οι Έλληνες την είχαν σε υπόληψη και κυριάρχησε στη θάλασσα ενάντια στη θέληση των Λακεδαιμονίων.
Προστάτες του δήμου εκείνη την εποχή ήταν ο Αριστείδης, ο γιος του Λυσιμάχου, και ο Θεμιστοκλής ο γιος του Νεοκλή. Ο Θεμιστοκλής διακρινόταν για την ικανότητά του στα πολεμικά, ενώ ο Αριστείδης ασχολούνταν με τα πολιτικά και ξεχώριζε ανάμεσα στους σύγχρονούς του για το αίσθημα δικαιωσύνης του. Γι’αυτό και οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν τον έναν ως στρατηγό και τον άλλο ως σύμβουλο.
Έτσι μολονότι ήταν αντίπαλοι, διηύθυναν από κοινού την ανοικοδόμηση των τοιχών. Προκειμένου όμως για την αποστασία των Ιώνων από τη συμμαχία των Λακεδαιμονίων, ήταν ο Αριστείδης που την κίνησε εκμεταλλευόμενος την ανυποληψία στην οποία είχαν περιπέσει οι Λακεδαιμόνιοι λόγω του Παυσανία. Γιαυτό και ήταν εκείνος που επέβαλε τους πρώτους φόρους στις πόλεις, δυο χρόνια μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και πρότεινε στους Ίωνες τον όρκο ότι θα έχουν τους ίδιους φίλους κι εχθρούς με τους Αθηναίους και τον επικύρωσαν ρίχνοντας στο πέλαγος ένα πυρωμένο κομμάτι σίδερο.
Όταν πια τα πράγματα είχαν ανακάμψει και είχαν συγκεντρωθεί πολλά χρήματα, ο Αριστείδης άρχισε να παρακινεί τους πολίτες να γίνουν ηγεμόνες της συμμαχίας κι αφήνοντας τους αγρούς, να εγκατασταθούν στο άστυ. Εκεί, έλεγε, όλοι θα έβρισκαν πόρους ζωής, είτε μετέχοντας σε εκστρατείες, είτε φρορώντας τη χώρα, είτε ασχολούμενοι με τα κοινά. Έτσι θα εξασφάλιζαν την αρχηγία της συμμαχίας. Πείστηκαν οι Αθηναίοι κι αφού κέρδισαν την αρχηγία, άρχισαν να φέρονται πιο δεσποτικά από όλους τους συμμάχους, εκτός από τους Χίους, τους Λέσβιους και τους Σαμίους. Αυτούς τους χρησιμοποιούσαν ως φύλακες της εξουσίας τους αφήνοντάς τους να διατηρούν το προηγούμενο πολίτευμά τους και να εξουσιάζουν όλους τους υπηκόους τους.
Κι έδωσαν στο λαό τα μέσα να ζεί άνετα, όπως τους είχε εισηγηθεί ο Αριστείδης, γιατί από τους φόρους, τους δασμούς και τις συμμαχικές εισφορές συντηρούνταν πολλοί.

7. Η μεταρρύθμιση του Εφιάλτη και η διακυβέρνηση του Περικλή
Έτσι λοιπόν συντηρούταν ο
δήμος και η εξουσία του Αρείου Πάγου διατηρήθηκε για περίπου 17 χρόνια, αν και παρακμάζοντας λίγο-λίγο. Και καθώς αυξανόταν η δύναμη του λαού έγινε προστάτης του δήμου ο Εφιάλτης ο γιος του Σωφωνίδη, ο οποίος εκμεταλλευόμενος τη φήμη του ως αδωροδόκητου και δίκαιου στη διαχείριση των κοινών, επιτέθηκε εναντίον της βουλής. Πρώτα από όλα καθαίρεσε πολλούς από τους Αρεοπαγίτες εισάγοντάς τους σε δίκη για τον τρόπο που είχαν διοικήσει. Έπειτα στέρησε από τη βουλή του Αρείου Πάγου όλα τα πρόσθετα προνόμια που την καθιστούσαν θεματοφύλακα του πολιτεύματος και παραχώρησε κάποια από αυτά στη βουλή των 500, άλλα στο δήμο κι άλλα στα δικαστήρια. Σε όλα αυτά συνυπαίτιος στάθηκε ο Θεμιστοκλής.
Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν η βουλή των Αρεοπαγιτών έχασε την εποπτεία του πολιτεύματος. Ύστερα όμως σημειώθηκε μεγάλη χαλάρωση του πολιτεύματος λόγω τις προσπάθειας μερικών να γίνουν αρχηγοί το λαού. Γιατί εκείνον τον καιρό οι επιφανείς πολίτες δεν είχαν αρχηγό -ο Κίμων, ο γιος του Μιλτιάδη, ήταν ακόμη νέος-. Και γενικά η διακυβέρνηση της πόλης ασκούνταν χωρίς την προηγούμενη προσοχή στην τήρηση των νόμων.
Μετά από δύο χρόνια, οι πολίτες άκουσαν τον Περικλή κι αποφάσισαν να μην παρέχουν πολιτικά δικαιώματα παρά μόνο σε εκείνους που είχαν και τους δυο γονείς τους Αθηναίους
Ο Περικλής (από τις λέξεις περί και κλέος δηλαδή o περιτριγυρισμένος από δόξα) ήταν γιός του Ξάνθιππου που ήταν ο επίσης πολιτικός και στρατηγός και της Αγαρίστης από το γένος των Αλκμεωνίδων. Θείος του Περικλή από την πλευρά της μητέρας του ήταν ο Κλεισθένης. 
Και ύστερα ανέλαβε την ηγεσία του λαού ο Περικλής και το πολίτευμα έγινε ακόμη πιο δημοκρατικό. Διότι αφαίρεσε μερικές εξουσίες από τον Άρειο Πάγο και παρακίνησε τους πολίτες να στραφούν προς τη ναυτική δύναμη, με αποτέλεσμα να αποκτήσει ο λαός μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να πάρει όλη την εξουσία στα χέρια του.
Και 49 χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος κατά τη διάρκεια του οποίου οι πολίτες κλείστηκαν στο άστυ και συνηθισμένος να παίρνει μισθό για τις εκστρατείες αναγκάστηκε θέλοντας και μη, να διοικήσει ο ίδιος την πόλη.
Πρώτος ο Περικλής καθιέρωσε το δικαστικό μισθό για να ανταγωνιστεί τη δημοτικότητα του Κίμωνα. Ο Κίμωνας κέρδιζε τη συμπάθεια με γενναιοδωρίες. Γιατί ο Κίμων διέθετε περιουσία τυράννου κι αφ’ενός διαχειριζόταν λαμπρά τις δημόσιες υποθέσεις κι αφ’ετέρου συντηρούσε πολλούς από τους συνδημότες του: όποιος ήθελε μπορούσε να πηγαίνει σπίτι του και να παίρνει τα απαραίτητα για τις καθημερινές του ανάγκες κι ακόμα τα κτήματα του Κίμωνα ήταν όλα άφρακτα, ώστε να μπορεί όποιος το επιθυμεί να παίρνει τους καρπούς του.

Ο Περικλής, που υστερούσε σε μέσα και παροχές δέχτηκε τη συμβουλή του Δαμωνίδη από την Οία, δηλαδή να δίνει στο λαό αυτά που του ανήκαν μιας και δεν μπορούσε να τον συντέξει εξ’ιδίων. Έτσι καθιέρωσε το δικαστικό μισθό. Όμως το μέτρο αυτό χειροτέρεψε τα πράγματα, επειδή άνθρωποι τυχάρπαστοι προσέρχονταν κάθε φορά στην κλήρωση με μεγαλύτερη προθυμία από τα διακεκριμένα πρόσωπα. Από τότε μάλιστα άρχισε και η δωροδοκία των δικαστών.
Είναι πραγματικά πολλοί εκείνοι που έγραψαν για το δημοκρατικό πολίτευμα της εποχής του Περικλή, αλλά ίσως ο πιο χαρακτηριστικός από όλους, εκείνος που πραγματικά υπήρξε ένας εραστής της δημοκρατίας και θαυμαστής της προσωπικότητας του Περικλή, είναι ο Θουκυδίδης. Ο Επιτάφιός του, είναι φαινομενικά αφιερωμένος στους νεκρούς του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου, στην πραγματικότητα όμως είναι ένας ύμνος στη δημοκρατία της Αθήνας. Ο ίδιος βέβαια ο ιστορικός, σκιαγραφώντας το πορτρέτο του Περικλή, λέει ότι δημοκρατία λεγόταν βέβαια το πολίτευμα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν η εξουσία του πρώτου άντρα της πόλης, του Περικλή. Εκείνου που αγαπούσε πολύ την Αθήνα και που φρόντιζε να την οδηγεί πάντα στο σωστό δρόμο, ακόμη κι αν χρειαζόταν για αυτό να πει στους συμπολίτες του πράγματα που δεν τους άρεσαν και που δεν ήθελαν να ακούσουν. Γιατί τον Περικλή, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει με κάθε καλό πολιτικό, δεν τον ενδιέφερε, όπως λέει ο ιστορικός, να κολακεύει το πλήθος, αλλά να υπηρετήσει όσο πιο σωστά μπορούσε την πατρίδα του. Ήταν πραγματικά ένας χαρισματικός ηγέτης, που ήξερε το σωστό και μπορούσε να πείσει το λαό της Αθήνας για αυτό. 
Ο Περικλής, διαθέτοντας την επιβολή που αντλούσε από το κύρος του και την πνευματική του υπεροχή και επειδή είχε αποδειχτεί αναμφισβήτητα εντελώς αδωροδόκητος, κρατούσε χωρίς καταναγκασμό το λαό στην εξουσία του δεν ήταν το πλήθος που του επέβαλε τις αποφάσεις, αλλά περισσότερο αυτός το καθοδηγούσε. Και αυτό, γιατί η πολιτική του δύναμη δεν προερχόταν από άπρεπες πηγές, ώστε να νιώθει την ανάγκη να τους μιλά κολακευτικά, αλλά το κύρος του τού έδινε τη δυνατότητα να λέει σε ορισμένα θέματα τα αντίθετα, ώστε να προκαλεί την οργή τους. Έτσι, όποτε αντιλαμβανόταν ότι από υπερβολική αλαζονεία που δεν ταίριαζε στην περίπτωση έδειχναν θρασύτητα, με τις δημηγορίες του τους τιθάσευε ώστε να φοβηθούν. Κι όταν πάλι τους έπιανε παράλογος φόβος, αναστήλωνε ξανά το ηθικό τους. Λοιπόν, το όνομα του πολιτεύματος ήταν βέβαια δημοκρατία, όμως την εξουσία στην πραγματικότητα ασκούσε ο πιο άξιος πολίτης.
Και για όσο ο Περικλής ήταν προστάτης του δήμου τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, όταν πέθανε όμως ο Περικλής, έγιναν πολύ χειρότερα.
Ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά του, αναφερόμενος στα είδη της δημοκρατίας, λέει ότι υπάρχει μια μορφή δημοκρατίας, στην οποία υπέρτατη αρχή είναι ο νόμος, ενώ σε άλλο είδος, υπέρτατη αρχή είναι ο λαός. Σχετικά με αυτό το δεύτερο είδος αναφέρει:
«είναι η περίπτωση κατά την οποία τα ψηφίσματα έχουν μεγαλύτερη ισχύ από το νόμο αυτό συμβαίνει στην πόλη όταν υπάρχουν και δρουν δημαγωγοί. Στις δημοκρατικές πόλεις που κυβερνιούνται κατά το νόμο, δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή του ο δημαγωγός, αλλα είναι οι άριστοι πολίτες που έχουν την πρωτοκαθεδρία. Οι δημαγωγοί κάνουν την εμφάνισή τους εκεί όπου οι νόμοι δεν αποτελούν την υπέρτατη αρχή».
Ένα σωστό δημοκρατικό πολίτευμα πρέπει να φροντίζει για το κοινό καλό, αναγνωρίζοντας και προστατεύοντας συγχρόνως τα δικαιώματα του ανθρώπου – πολίτη του. Αν η Αθήνα κατάφερε να φτάσει σε τέτοιο σημείο ακμής την εποχή του Περικλή ήταν γιατί η σχέση πόλης-πολίτη ήταν αλληλένδετες. Ένας υπεύθυνος και σωστά διαμορφωμένος πολίτης τοποθετεί το καλό του συνόλου πάνω από το δικό του συμφέρον, επειδή καταλαβαίνει ότι αν το σύνολο δεν ευημερεί, μακροπρόθεσμα ούτε ο ίδιος θα ευημερεί. Και πάνω από όλα καταλαβαίνει ότι η δική του συμβολή είναι σημαντικότατη.
Η δημοκρατία χρειάζεται υπεύθυνους πολίτες. Πολίτες που να αναλαμβάνουν το μερίδιο της ευθύνης τους για όσα γίνονται, πολίτες που καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις και που κατανοούν σωστά το πνεύμα του εθελοντισμού σαν μια ανιδιοτελή προσφορά προς την κοινωνία. Πολίτες με ευρύτητα πνεύματος, απαλλαγμένους από φανατισμό, που ξέρουν να σέβονται την προσωπικότητα του διπλανού τους και να του αναγνωρίζουν το δικαίωμα να είναι διαφορετικός από αυτούς. Και από την άλλη μεριά, η πολιτεία οφείλει να σέβεται τους πολίτες της και να φροντίζει για το καλό όλων. Να δίνει σε όλους χωρίς διάκριση το δικαίωμα να μορφωθούν και να αναπτυχθούν ως προσωπικότητες. Να παρέχει ευκαιρίες για όλους και να στηρίζεται στην αξιοκρατία. Καθένας έχει μια θέση, ανεξάρτητα από το ποια είναι αυτή, στην οποία μπορεί να αποδώσει καλύτερα και να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο.
Το τέλος της αθηναϊκής Δημοκρατία
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου οι Αθηναίοι δημιούργησαν αντι-μακεδονικό συνασπισμό με την ελπίδα της απελευθέρωσης. Περιέργως σε αυτή την κρίσιμη καμπή για την ιστορία της δημοκρατίας, στρατηγός του εγχειρήματος ήταν ο Λεωσθένης, δηλαδή το σθένος του λαού. Η πρώτη μάχη μεταξύ Λεωσθένους και Αντιπάτρου δίδεται στις Θερμοπύλες με νικητές τους Αθηναίους. Όμως τελικά ηττούνται από τον ανώτερο μακεδονικό στρατό του Αντίπατρου κι αποδέχονται βαρείς όρους.

Τον Οκτώβρη του 322 π.Χ. εγκαθίσταται μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία, καταλύεται η δημοκρατία και επιβάλλεται τιμοκρατία, δηλαδή να θεωρούνται πολίτες της Αθήνας οι έχοντες περιουσία τουλάχιστον 2.000 αττικών δραχμών.

Οι διώξεις των Δημοκρατικών Αθηναίων ήταν ανηλεείς. Ο Δημοσθένης που είχε κληθεί από την εξορία για να βοηθήσει την Αθήνα στις δύσκολες αυτές στιγμές πίνει δηλητήριο για να γλιτώσει τα φριχτά βασανιστήρια. Στον Υπερείδη ακρωτηριάζουν τη γλώσσα και εν συνεχεία τον θανατώνουν. Όλοι οι γνωστοί δημοκρατικοί διώκονται και θανατώνονται σε όλη την Ελληνική επικράτεια.

Την δημοκρατία την γεννούσε ο φτωχός Αθηναϊκός λαός. Ο Αντιπάτρος εκπάτρισαν μία ολόκληρη κοινωνική τάξη, τους Θήτες στα έλη της Θράκης.
Η δημοκρατία των Αθηναίων, η πολιτεία των απλών πολιτών είχε πεθάνει για πάντα.

Τι μας διδάσκουν τα δέντρα για τη ζωή...


"Για μένα τα δέντρα υπήρξαν πάντα οι πιο διεισδυτικοί ιεροκήρυκες. Τα σέβομαι όταν ζουν σε οικογένειες και φυλές, σε δάση και άλση. Και ακόμη περισσότερο τα σέβομαι όταν στέκονται μόνα τους. Είναι σαν τα μοναχικά άτομα. Όχι σαν τους ερημίτες που έχουν αποσυρθεί μακριά για να κρύψουν κάποια αδυναμία τους , αλλά σαν τα υπέροχα μοναχικά άτομα, όπως ήταν ο Μπετόβεν και ο Νίτσε.

Στα ψηλά κλαδιά τους θροΐζει ο κόσμος, ενώ οι ρίζες τους αναπαύονται στο άπειρο. Όμως δεν χάνουν τον εαυτό τους, παλεύουν με όλη τους τη δύναμη για ένα και μόνο πράγμα: να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, να δημιουργήσουν το δικό τους σχηματισμό, να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους. Τίποτα δεν είναι πιο ιερό, τίποτα δεν είναι πιο υποδειγματικό από ένα όμορφο και δυνατό δέντρο.

Όταν ένα δέντρο κόβεται και αποκαλύπτεται η θανατηφόρος πληγή του, μπορεί κανείς να διαβάσει όλη την ιστορία του στο φωτεινό δίσκο του κορμού του: στα δαχτυλίδια του φαίνονται τα χρόνια του, ενώ στα σημάδια του φαίνονται ο αγώνας, τα δεινά, όλες οι ασθένειες, η ευτυχία και η ευημερία, τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα ωραία, οι επιθέσεις που άντεξε, οι καταιγίδες που έχει υπομείνει. Και κάθε νέο παιδί του χωριού σίγουρα γνωρίζει ότι το σκληρότερο και το πιο ευγενές ξύλο είναι αυτό που έχει στενότερα δαχτυλίδια, κι ότι εκεί ψηλά στα βουνά και μέσα στο συνεχή κίνδυνο αναπτύσσεται το πιο άφθαρτο, το ισχυρότερο, το ιδανικό δέντρο.


Τα δέντρα είναι ιερά. Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.

To δέντρο λέει: Ένας πυρήνας είναι κρυμμένος μέσα μου, μια σπίθα, μια σκέψη, είμαι ζωή από την αιώνια ζωή. Μοναδικά είναι η μορφή και οι φλέβες του δέρματος μου, το μικρότερο φύλλο στα κλαδιά μου, αλλά και η μικρότερη ουλή στο φλοιό μου. Έγινα για να σχηματοποιήσω και να αποκαλύψω την αιωνιότητα στη μικρότερη μου λεπτομέρεια.'

To δέντρο λέει: Η δύναμή μου είναι η εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω τίποτα για τον πατέρα μου, δεν ξέρω τίποτα για τα χιλιάδες παιδιά που κάθε άνοιξη σπέρνονται από μένα. Ζω μέχρι τέλος για το μυστικό του σπόρου μου, και δεν με νοιάζει για τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μέσα μου. Πιστεύω ότι η εργασία μου είναι ιερή. Μ αυτή την αλήθεια ζω.'

Όταν απογοητευόμαστε και δεν μπορούμε να αντέξουμε τη ζωή μας, τότε το δέντρο έχει κάτι να μας πει: Σταθείτε! Σταθείτε! Κοιτάξτε εμένα! Η ζωή δεν είναι εύκολη, η ζωή δεν είναι δύσκολη. Αυτές είναι παιδαριώδεις σκέψεις. . . . Το σπίτι δεν είναι ούτε εδώ ούτε εκεί. Το σπίτι είναι μέσα σας, αλλιώς δεν είναι πουθενά .

Ενώ τα δέντρα θροίζουν το βράδυ, ενώ είμαστε ανήσυχοι μέσα στις δικές μας παιδαριώδεις σκέψεις: Τα δέντρα έχουν μακρές σκέψεις, μεγάλες και ξεκούραστες αναπνοές, όπως έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις δικές μας. Όσο εμείς δεν τ ακούμε, παραμένουν σοφότερα από εμάς. Αλλά όταν μάθουμε πώς να ακούμε τα δέντρα, η στενότητα η ταχύτητα και η παιδική βιασύνη των σκέψεών μας, θα αντικατασταθούν από ανείπωτη χαρά. Όποιος έχει μάθει πώς να ακούει τα δέντρα δεν θέλει πλέον να είναι ένα δέντρο. Δεν θέλει να είναι τίποτα εκτός από αυτό που είναι."

 Hermann Hesse