Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Μαθήματα από τους Στωικούς για τον σημερινό τοξικό πολιτικό διάλογο

Πώς θα χαρακτηρίζαμε τον πολιτικό διάλογο σήμερα; Συναισθηματικό, παράλογο, φατριαστικό, τοξικό. Κανένα από αυτά τα επίθετα δεν συμβαδίζει ιδιαίτερα με τον στόχο της καλλιέργειας μιας υγιούς πολιτικής κουλτούρας διαλόγου. Σήμερα ζούμε σε μια πολιτική κουλτούρα γεμάτη από προσωπικούς χαρακτηρισμούς, ύβρεις και απειλές, ενώ καθένας μας έχει τη δική του αγαπημένη αίθουσα ηχούς στην οποία μπορεί να καταφύγει όταν αμφισβητείται η κοσμοθεώρησή του.

Ο τοξικός πολιτικός διάλογος υπονομεύει καταστροφικά τα θεμέλια της δημοκρατίας.

Ευτυχώς για μας, κάποιες ιδέες που ανέπτυξαν περισσότερα από 2.000 χρόνια πριν οι στωικοί φιλόσοφοι μπορούν να μας διδάξουν το πώς να ηρεμούμε το νου μας, να καθαρίζουμε το μυαλό μας και να μπαίνουμε εκ νέου στο δρόμο της λογικής. Χρησιμοποιώντας αυτά τα διδάγματα μπορούμε να συμβάλλουμε στην αποδόμηση της πολιτικής τοξικότητας - και να ανοιχτούμε ξανά στον λογικό πολιτικό διάλογο

1. “Όσο ζεις, συνέχιζε να μαθαίνεις πώς να ζεις” - Σενέκας

Ζήστε ως μαθητές. Αντιμετωπίστε το κάθε άτομο και την κάθε ιδέα σαν έναν δυνητικό δάσκαλο από τον οποίο μπορείτε να μάθετε. Ακόμα και μια ιδέα ή ένα άτομο με το οποίο διαφωνείτε μπορεί να σας διδάξει πολύτιμα ψήγματα γνώσης. Η ταπεινότητα είναι κομβική προκειμένου να είστε πάντα έτοιμοι να μάθετε κάτι στη ζωή σας.

2. “Αν ένα εξωτερικό πράγμα σου προκαλεί πόνο, τότε δεν σε ενοχλεί το πράγμα αυτό, αλλά η δική σου κρίση γι’ αυτό. Και είναι στο χέρι σου να διαγράψεις αυτή την κρίση αυτή την στιγμή” - Μάρκος Αυρήλιος

Δεν μας ενοχλούν οι άλλες πολιτικές θέσεις, αλλά η κρίση μας γι’ αυτές. Θα μας κάνει κανό να αναλογιστούμε τη διαγραφή των άμεσων κρίσεών μας. Όχι μόνο θα κάνουμε έναν καλύτερο πολιτικό διάλογο, αλλά θα απαλλαγούμε και από τον αχρείαστο θυμό και την αγωνία.

3. “Όσο περισσότερο πλησιάζει κανείς στην ηρεμία του νου, τόσο περισσότερο πλησιάζει στη δύναμη” - Μάρκος Αυρήλιος

Ένας βασικός πυλώνας του στωικισμού είναι να μην επιτρέπουμε στα συναισθήματά μας να μας σκλαβώνουν. Ο Αυρήλιος υποστήριξε ότι το να επιτρέπουμε στο νου μας να αντιδρά συναισθηματικά στην αντίπαλη θέση είναι σημάδι αδυναμίας. Με το να επιτρέπουμε να μας κυριαρχούν τα συναισθήματά μας, παραδίδουμε τη λογική μας.

Αυτές οι συναισθηματικές αντιδράσεις είναι το καύσιμο του σημερινού τοξικού πολιτικού περιβάλλοντος. Το να επιδεικνύουμε τον θυμό μας έναντι των ιδεών των πολιτικών μας αντιπάλων δεν συμβάλλει καθόλου στην αντιμετώπιση των λαθών που ενυπάρχουν στη στάση τους.

4. “Πάντα πρέπει να ρωτάμε: “Πρόκειται για κάτι που βρίσκεται στον έλεγχό μου, ή όχι;” - Επίκτητος

Ένα μέρος της σημερινής πολιτικής τοξικότητας πηγάζει από τη λανθασμένη πεποίθηση ότι μπορούμε να επιβάλουμε σε κάποιον να υποστηρίξει τις πολιτικές μας θέσεις.

Τι μπορούμε να ελέγξουμε; Πρώτον, μπορούμε να παραμείνουμε ψύχραιμοι στον διάλογο, ακούγοντας προσεκτικά και κατανοώντας τις λέξεις των αντιπάλων μας αντί να αντιδράσουμε αμέσως σ’ αυτές. Δεύτερον μπορούμε να κρατήσουμε ανοιχτό τον νου μας. Αυτό θα μας επιτρέψει τουλάχιστον να κατανοήσουμε καλύτερα τις θέσεις των αντιπάλων ώστε να μάθουμε στη συνέχεια πώς να απαντάμε σ’ αυτά τα επιχειρήματα ορθολογικά και συνετά.

Σταματήστε να προσπαθείτε να αλλάξετε τις απόψεις ενός ανθρώπου. Επικεντρωθείτε σε όσα μπορείτε να ελέγξετε - μόνο τότε μπορεί να πετύχετε να κάνετε κάποιον να εξετάσει κριτικά τις θέσεις του.

5. “Όσοι αποδέχονται ωμές τις θεωρίες θα θελήσουν αμέσως να τις φτύσουν, όπως ένα ταραγμένο στομάχι το φαγητό. Χωνέψτε πρώτα τις θεωρίες σας και δεν θα τις πετάξετε. Διαφορετικά, αυτές θα είναι ωμές, θα χαλάσουν και δεν θα σας θρέψουν. Αφού τις χωνέψετε δείξτε μας τις αλλαγές στις συνετές σας επιλογές, όπως οι ώμοι των γυμναστών δείχνουν τη διατροφή και την άσκησή τους, και όπως το έργο του τεχνίτη αποκαλύπτει τι έχει αυτός μάθει” - Επίκτητος

Αυτό βοηθά στο να αποδομήσουμε τη ρίζα του σημερινού τοξικού πολιτικού περιβάλλοντος - όλοι προσπαθούν να δημιουργήσουν την περσόνα του “φωτισμένου” πολιτικού προσώπου.

Διαβάζουμε πολιτικές θεωρίες από τους αγαπημένους μας στοχαστές και αμέσως θέλουμε να τις επαναλάβουμε σε ολόκληρο τον κόσμο, φτύνοντας (ουσιαστικά επαναλαμβάνοντας) αυτή την άποψη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε τους παντογνώστες και να ξεκινήσουμε τη μόρφωση.

6. “Έχουμε δύο αυτιά και ένα στόμα για να ακούμε διπλάσια απ’ όσο μιλάμε” - Επίκτητος

Καταναλώστε. Καταναλώστε. Καταναλώστε. Μάθετε όσα περισσότερα μπορείτε πριν εκθέσετε τις ιδέες σας.

Επιτρέποντας στον εαυτό μας να ακούσουμε πολλές απόψεις, ιδέες και οπτικές πριν να διαμορφώσουμε τη δική μας μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο περιβάλλον διαλόγου και να κατευνάσουμε τον πολιτικό φατριασμό.

7. “Αν κρίνεις, ερεύνα” - Σενέκας

Σήμερα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τους συνεχείς κύκλους ενημέρωσης και ένα διαδίκτυο γεμάτο με εντυπωσιοθηρικούς τίτλους, η κατανάλωση της πληροφορίας είναι ουσιαστικά διαρκής.

Ο Σενέκας μάς διδάσκει να κατανοούμε πλήρως την άποψή μας και την πληροφορίας πριν διαμορφώσουμε μια ισχυρή πεποίθηση. Το να διαμορφώνουμε μια στάση πάνω στα τρέχοντα ζητήματα αφού διαβάσουμε απλώς δύο τίτλους και να τη μοιραζόμαστε μετά στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.

Κάντε λοιπόν ένα βήμα πίσω και εξετάστε αν όντως θέλετε να κατανοήσετε τα ζητήματα.

Κέκροπας - αποσυμβολισμός

Ο Κέκροπας, ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας, ήταν «διφυής», φίδι από τη μέση και κάτω, και άνθρωπος από την μέση και επάνω. Υπήρξε ο μυθικός ιδρυτής της πόλης των Αθηνών, και τον τιμούσαν ως «γενάρχη ήρωα, γηγενή και αυτόχθονα», γεννημένο από τη Γαία.

Ο υπόγειος τάφος του βρισκόταν στο βορειοδυτικό τμήμα της στοάς των Καρυάτιδων στο Ερέχθειο (Κεκρόπιο). Λατρευόταν κυρίως στην Ακρόπολη υπό τη μορφή φιδιού, ενώ σ’ αυτόν αποδίδονται η θέσπιση διάφορων νόμων, η εφεύρεση της γραφής, η απογραφή του πληθυσμού, η κατάργηση των ανθρωποθυσιών, η ταφή των νεκρών, ο τρόπος οικοδόμησης οικιών, αλλά και η διαιτησία ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα για την προστασία και ονοματοδοσία της πόλης των Αθηνών.

Ως υιός της Γαίας, εμφανίζεται με φιδίσιο το κάτω μέρος του σώματος του, τονίζοντας τον γηγενή χαρακτήρα του, και την άμεση σχέση με την μητέρα Γη -Γαία, εμφανιζόμενος ταυτόχρονα ως ο ενδιάμεσος κρίκος μετάβασης από το μητριαρχικό σεληνιακό ιερατείο, στο Ολύμπιο, αλλά και ως ο φύλακας της μαγικής γνώσης (όφις -δράκος), η οποία συνδεόταν με την Γαία, και την Πότνια θεά των όφεων και τις ιέρειες της .

Γενικότερα η έννοια του «γηγενούς και αυτόχθονος» αφορούσε όσους ήταν «παιδιά της γης», όπως λ.χ τα τζιτζίκια, των οποίων οι προνύμφες τους βγαίνουν από την γη. Για αυτό τον λόγο οι Αθηναίοι ονομάζονταν και «τέττιγκες» (τζιτζίκια) ως αυτόχθονες. Οι παλιοί Ίωνες έδεναν τα μαλιά τους με ένα χρυσό τζιτζίκι, και τους έλεγαν «τεττιγγοφόρους». Ο Πλάτωνας αναφέρει μέσω του Σωκράτη πως : «…Λέγεται λοιπόν, πως κάποτε, πριν ακόμα γεννηθούν οι Μούσες, τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι», αλλά και στον μύθο του Ερμαφρόδυτου πως: « ...η γέννηση γινόταν όχι επάνω τους αλλά στη γη, όπως και στα τζιτζίκια».

Ως διφυής αλληγορεί τον ιερό γάμο της ύλης με το πνεύμα. Η μορφή του όφεως συμβολίζει την γη, ο άνθρωπος το πνεύμα. Μία πεποίθηση που την συναντούμε αργότερα στις Ορφικές πινακίδες, οι οποίες αναφέρουν: ..«της γης παιδί είμαι και του έναστρου ουρανού, αλλά το γένος μου είναι βεβαίως (μόνον) ουράνιο» (πινακίδα της Πετηλίας), ή όπως ο Πλάτωνας («Φαίδων»), αναφέρει : «Η μεν ψυχή τω θείω, το δε σώμα τω θνητώ».

Έχοντας διπλή φύση, θνητός ως προς το σώμα και αθάνατος ως προς τη ουσία του. Ο άνθρωπος ο οποίος έχει επίγνωση της αθάνατης φύσης του, προχωράει προς την γνώση του υπέρτατου αγαθού και την ένωση με το Θείο, η οποία επιτυγχάνεται με την μυσταγωγική «εις εαυτόν διείσδυση», ή τις κατάλληλες ιερουργίες...

Άρωμα γυναίκας είχαν τα μαθηματικά στην αρχαία Ελλάδα

Άρωμα γυναίκας είχαν τα μαθηματικά στην αρχαία Ελλάδα, όπως αποδεικνύονται σε νέες έρευνες.

Μπορεί να έμεινε στην Ιστορία ως η μητέρα του Θησέα, αλλά πόσοι γνωρίζουν πως η Αίθρα ήταν δασκάλα λογιστικής; Και πως στη σύντροφο του σπουδαίου μαθηματικού Πυθαγόρα, Θεανώ, φέρεται ότι οφείλεται η θεωρία της χρυσής τομής;

Είναι δύο μόλις από τις 40 (τουλάχιστον) άγνωστες αρχαίες Ελληνίδες μαθηματικούς, που αν και συνέβαλαν στην εξέλιξη της επιστήμης βυθίστηκαν στη λήθη της Ιστορίας.

Χρειάστηκε να περάσουν 31 αιώνες για να έρθουν και πάλι στο φως και να διεκδικήσουν μια θέση στον επιστημονικό κόσμο.

Η «σκυταλοδρομία» για την ανακάλυψη των άγνωστων αρχαίων Ελληνίδων μαθηματικών ξεκίνησε από τον Παγκόσμιο Όμιλο για την μελέτη των αρχαίων πολιτισμών όσο και από την Ακαδημία Αθηνών μαθηματικό, όταν ένας μαθητής του ρώτησε «εκτός από την Υπατία, που αναφέρεται στο σχολικό βιβλίο της Γεωμετρίας, δεν υπήρχαν κι άλλες γυναίκες μαθηματικοί στην αρχαιότητα;».«Γύρισα σπίτι, άρχισα να ψάχνω βιβλία, να ρωτάω φίλους και γνωστούς, αλλά ουδείς γνώριζε κάτι», εξηγεί την αφορμή της περιπέτειας στον κόσμο των γυναικών μαθηματικών.

Μια ερευνητική περιπέτεια τεσσάρων ετών μαζί με την επίσης μαθηματικό, κόρη του Ρούλα που είχε ως αποτέλεσμα να εντοπίσει συνολικά 40 γυναίκες μαθηματικούς από τον 10ο αι. π.Χ. έως τον 5ο αι. μ.Χ.

Ποιο ήταν το προφίλ τους; Προέρχονται από διάφορες γωνιές του ελληνικού κόσμου. Οι περισσότερες είχαν σπουδάσει πέραν της βασικής εκπαίδευσης. Εκείνες που ανήκαν στην Πυθαγόρειο Σχολή δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα, διότι ο Πυθαγόρας έκανε δεκτές γυναίκες στη σχολή του.

Υπήρχαν και ορισμένες όμως όπως η Λασθενία από την Αρκαδία που φαίνεται πως φοίτησαν και στην Ακαδημία του Πλάτωνα ντυμένες ως άνδρες, επειδή δεν επιτρέπονταν γυναίκες. Ενδιαφέρον επίσης είναι πως ελάχιστες ήταν παντρεμένες και είχαν παιδιά.

Γιατί έμειναν στην αφάνεια; Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, από τη στάση των αρχαίων κοινωνιών προς «τας πεπαιδευμένας γυναίκας», όπου η γυναίκα αντιμετωπιζόταν πάντα ως η διαφορετική, η διεφθαρμένη, η ανώμαλη ή η περίεργη που ξέφευγε από την κλασική εικόνα της νοικοκυράς, συζύγου και μητέρας.

Κατά ένα μικρότερο όμως η άγνοιά μας για τις γυναίκες αυτές οφείλεται και στην καταστροφή διαφόρων ιστορικών μαρτυριών με προεξάρχουσα την καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, ενώ ρόλο παίζει και το γεγονός πως υπάρχει μια αντιπάθεια τόσο προς τα μαθηματικά όσο και προς τα αρχαία ελληνικά.

Αρκεί να σκεφτείτε πως ενώ έχει εκδοθεί σχεδόν το σύνολο της σωζόμενης αρχαίας ελληνικής γραμματείας, μόλις το 1965 εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα αρχαίο ελληνικό μαθηματικό σύγγραμμα από τον Ευάγγελο Σταμάτη, ενώ από το 2000 έχω καταφέρει να εκδώσω περί τα 26 έργα αρχαίων Ελλήνων μαθηματικών και αστρονόμων.

Υπάρχει πιθανότητα να εντοπιστούν και άλλες γυναίκες επιστήμονες του αρχαίου κόσμου; Η έρευνα συνεχίζεται και τα πάντα είναι πιθανά. Όσο ψάχνουμε ειδικά σε αραβικά χειρόγραφα τα οποία έχουν διασώσει σε μετάφραση αρχαία ελληνικά έργα που κάηκαν μαζί με τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, υπάρχουν ελπίδες.

Ακόμη και σήμερα όμως γυναίκες και μαθηματικά μοιάζουν με έννοιες ασύμβατες. Μάλιστα, ο πρόεδρος του Χάρβαρντ Λόρενς Σάμερς αναγκάστηκε να παραιτηθεί λίγο καιρό μετά τη δήλωσή του πως «οι γυναίκες δεν είναι φτιαγμένες για μαθηματικά!». «Ίσως η αντιμετώπιση των γυναικών που ασχολούνται με τα μαθηματικά να μην έχει αλλάξει πολύ από την αρχαιότητα». «Ακόμη και σήμερα πολλοί παραξενεύονται όταν ακούνε πως μια γυναίκα είναι μαθηματικός, γεγονός που ίσως οφείλεται στο ότι τα μαθηματικά θεωρούνται δύσκολα. Δεδομένου δε, πως εμείς λογιζόμαστε ως το ασθενές φύλο...».

Η πιο γνωστή μαθηματικός της αρχαιότητας και η πρώτη γυναίκα επιστήμονας της οποίας η ζωή έχει καταγραφεί με λεπτομέρειες, η ΥΠΑΤΙΑ η «Γεωμετρική» (4ος αι. μ.Χ.), ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη μηχανική. Κατακρεουργήθηκε από χριστιανούς που έκαψαν το νεκρό σώμα της.

ΑΙΘΡΑ: (10ος – 9ος π.Χ. αιώνας) κόρη του βασιλιά της Τροιζήνος Πιτθέα και μητέρα του Θησέως, με μία άλλη ιδιότητα άγνωστη στους πολλούς. Την ιδιότητα της δασκάλας της αριθμητικής. Ιέρεια λοιπόν των απαρχών της πλέον εγκεφαλικής επιστήμης, η Αίθρα μάθαινε αριθμητική στα παιδιά της Τροιζήνος, με εκείνη την πολύπλοκη μέθοδο, που προκαλεί δέος, μιας και δεν υπήρχε το μηδέν…και οι αριθμοί συμβολίζονταν πολύπλοκα, αφού τα σύμβολά τους απαιτούσαν πολλές επαναλήψεις (Κρητομυκηναϊκό σύστημα αρίθμησης)

ΠΟΛΥΓΝΩΤΗ: (7ος – 6ος π.Χ. αιώνας) Ο ιστορικός Λόβων ο Αργείος αναφέρει την Πολυγνώτη ως σύντροφο και μαθήτρια του Θαλού. Γνώστρια πολλών γεωμετρικών θεωρημάτων, λέγεται (μαρτυρία Βιτρουβίου), πως και αυτή συντέλεσε στην απλούστευση των αριθμητικών συμβόλων με την εισαγωγή της αρχής της ακροφωνίας, δηλαδή με την εισαγωγή αλφαβητικών γραμμάτων που αντιστοιχούσαν το καθένα σε το καθένα στο αρχικό γράμμα του ονόματος του αριθμού. Έτσι το Δ αρχικό του ΔΕΚΑ, παριστάνει τον αριθμό 10. Το Χ, αρχικό του ΧΙΛΙΑ παριστάνει τον αριθμό 1000 κοκ Κατά τον Βιτρούβιο η Πολυγνώτη διετύπωσε και απέδειξε πρώτη την πρόταση “ΕΝ ΚΥΚΛΩ Η ΕΝ ΤΩ ΗΜΙΚΥΚΛΙΩ ΓΩΝΙΑ ΟΡΘΗ ΕΣΤΙΝ”

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΙΑ: (6ος αιώνας π.Χ.). Ο Διογένης ο Λαέρτιος λόγιος-συγγραφέας την αναφέρει ως Αριστόκλεια ή Θεόκλεια. Ο Πυθαγόρας πήρε τις περισσότερες από τις ηθικές του αρχές από την Δελφική ιέρεια Θεμιστόκλεια, που συγχρόνως τον μύησε στις αρχές της αριθμοσοφίας και της γεωμετρίας. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστόξενο (4οςπ.Χ. αιώνας) η Θεμιστόκλεια δίδασκε μαθηματικά σε όσους από τους επισκέπτες των Δελφών είχαν την σχετική έφεση. Ο μύθος αναφέρει ότι η Θεμιστόκλεια είχε διακοσμήσει τον βωμό του Απόλλωνος με γεωμετρικά σχήματα. Κατά τον Αριστόξενο ο Πυθαγόρας θαύμαζε τις γνώσεις και την σοφία της Θεμιστόκλειας γεγονός που τον ώθησε να δέχεται αργότερα και στην Σχολή του γυναίκες.

ΘΕΑΝΩ: (6ος π.Χ. αιώνας) Η Θεανώ από τον Κρότωνα, κόρη του γιατρού Βροντίνου, ήταν μαθήτρια και ένθερμη οπαδός του Πυθαγόρου. Παντρεύτηκε στην Σάμο τον μεγάλο Μύστη με τον οποίο είχε 36 χρόνια διαφορά ηλικίας. Δίδαξε στις πυθαγόρειες σχολές της Σάμου και του Κρότωνος. Η Θεανώ θεωρείται η ψυχή της θεωρίας των αριθμών, που έπαιξαν κυριαρχικό και καίριο ρόλο στην πυθαγόρεια διδασκαλεία. Στην ίδια αποδίδεται η πυθαγόρεια άποψη της “Χρυσής Τομής”. Της αποδίδονται ακόμα διάφορες κοσμολογικές θεωρίες. Μετά τον θάνατο του Πυθαγόρου ή Θεανώ τον διαδέχθηκε ως επικεφαλής της διασκορπισμένης πλέον κοινότητας. Με την βοήθεια των θυγατέρων της (Δαμούς, Μυίας ή Μυρίας και Αριγνώτης) διέδωσε το επιστημονικό και φιλοσοφικό πυθαγόρειο σύστημα σε όλη την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Η Θεανώ έγραψε και βιβλιογραφία του Πυθαγόρου, που χάθηκε. Με τον Πυθαγόρα απέκτησε, εκτός από τις θυγατέρες και δύο υιούς, τον Τηλαύγη και τον Μνήσαρχο. Ο Ιάμβλιχος την μνημονεύει ως ‘μαθηματικόν άξιαν μνήμης κατά παιδείαν’.

ΦΙΝΤΥΣ: (6ος π.Χ. αιώνας) Αναφέρεται και ως Φίλτυς. Μαθήτρια του Πυθαγόρου, θυγατέρα του Θέοφρη από τον Κρότωνα και αδελφή του Βυνδάκου. Δίδαξε στην Σχολή του Κρότωνος. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Βοήθιος την αναφέρει ως εμπνεύστρια της ισότητος που συνδέει τις Πυθαγόρειες τριάδες.

ΜΕΛΙΣΣΑ: (6ος π.Χ. αιώνας) Μαθήτρια του Πυθαγόρου. Ασχολήθηκε με την κατασκευή κανονικών πολυγώνων. Ο Λόβων ο Αργείος γράφει για μία άγνωστη εργασία της: “Ο ΚΥΚΛΟΣ ΦΥΣΙΝ (η Μελίσσα) ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΟΜΕΝΩΝ ΠΟΛΥΓΩΝΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ ΕΣΤΙ”.

ΤΥΜΙΧΑ: (6ος π.Χ. αιώνας) Η Τυμίχα γυναίκα του Κροτωνιάτου Μυλλίου ήταν (σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο) Σπαρτιάτισσα, γεννημένη στον Κρότωνα. Από πολύ νωρίς έγινε μέλος της Πυθαγόρειας κοινότητος. Αναφέρεται από τον Ιάμβλιχο ένα σύγγραμμά της σχετικά με τους “φίλους αριθμούς”(*6). Μετά την καταστροφή της σχολής από τους δημοκρατικούς του Κρότωνος η Τυμίχα κατέφυγε στις Συρακούσες. Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος απαίτησε από την Τυμίχα να του αποκαλύψει τα μυστικά της Πυθαγόρειας διδασκαλείας έναντι μεγάλης αμοιβής. Αυτή αρνήθηκε κατηγορηματικά και μάλιστα έκοψε με τα δόντια την γλώσσα της και την έφτυσε στο πρόσωπο του Διονυσίου. Το γεγονός αυτό αναφέρουν ο Ιππόβοτος και ο Νεάνθης.

ΠΤΟΛΕΜΑΪΣ: (6ος π.Χ. αιώνας) Νεοπυθαγόρεια φιλόσοφος, μουσικός και μαθηματικός. Την αναφέρει ο Πορφύριος στο έργο του “ΕΙΣ ΤΑ ΑΡΜΟΝΙΚΑ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΥ ΥΠΟΜΝΗΜΑ”. Κατά τον Πορφύριο (νέοπλατωνικό φιλόσοφο του 3ου μ.Χ. αιώνα) η Πτολεμαϊς μεταξύ άλλων απέδειξε και την πρόταση: “ΕΑΝ ΔΥΟ ΑΡΙΘΜΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΑΝΤΕΣ ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΠΟΙΩΣΙ ΤΙΝΑΣ, ΟΙ ΓΕΓΟΜΕΝΟΙ ΕΞ ΑΥΤΩΝ ΙΣΟΙ ΑΛΛΗΛΟΙΣ ΕΣΟΝΤΑΙ” (δηλαδή αβ=βα)

ΠΥΘΑΓΟΡΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ: (γύρω στον 6ον–5ον π.Χ. αιώνα) Ο Ιάμβλιχος στο έργο του “ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΙΚΟΥ ΒΙΟΥ” διέσωσε τα ονόματα δεκαεπτά πυθαγορείων γυναικών που ήταν γνώστριες της πυθαγόρειας φιλοσοφίας και των πυθαγορείων μαθηματικών. Ήδη έχουμε αναφέρει μερικές από αυτές.
Οι υπόλοιπες είναι:

Ρυνδακώ, αδελφή Βυνδάκου.
Οκκελώ και Εκκελώ (αδελφές) από τις Λευκάνες.
Χειλωνίς, κόρη Χείλωνος του Λακεδαιμονίου.
Κρατησίκλεια, σύζυγος Κλεάνορος του Λακεδαιμονίου.
Λασθένεια η Αρκάς.
Αβροτέλεια κόρη Αβροτέλους του Ταραντίνου.
Εχεκράτεια η Φλιασία.
Θεανώ γυναίκα του Μεταποντίνου Βροντίνου. (Δεν πρέπει να συγχέεται με την Θεανώ την σύζυγο του Πυθαγόρου και κόρη του Κροτωνιάτη Βροντίνου)
Τυρσηνίς, η Συβαρίτις.
Πεισιρρόδη η Ταραντινίς.
Θεαδούσα η Λάκαινα.
Βοιώ η Αργεία.
Βαβέλυκα η Αργεία.
Κλεαίχμα αδελφή Αυτοχαρίδα του Λάκωνος.
Νισθαιαδούσα.

ΔΙΟΤΙΜΑ: από την Μαντινεία (6ος–5ος π.Χ. αιώνας) Στο “Συμπόσιον” του Πλάτωνος, ο Σωκράτης αναφέρεται στην Δασκάλα του Διοτίμα, ιέρεια στην Μαντίνεια, που υπήρξε Πυθαγόρεια και γνώστρια της πυθαγόρειας αριθμοσοφίας. Κατά μαρτυρία του Ξενοφώντος, η Διοτίμα δεν ήταν άπειρη των πλέον δυσκολονόητων γεωμετρικών θεωρημάτων.

ΒΙΤΑΛΗ: (6ος–5ος π.Χ. αιώνας) Βιτάλη ή και Βιστάλα, κόρη της Δαμούς και εγγονή του Πυθαγόρου. Γνώστρια των πυθαγόρειων μαθηματικών. Η Δαμώ προτού πεθάνει της εμπιστεύτηκε τα “υπομνήματα”, δηλαδή τα φιλοσοφικά κείμενα του πατέρα της.

ΠΕΡΙΚΤΙΟΝΗ: (5ος π.Χ. αιώνας) Πυθαγόρεια φιλόσοφος, συγγραφέας και μαθηματικός. Διάφορες πηγές την ταυτίζουν με την Περικτιόνη την μητέρα του Πλάτωνος και κόρη του Κριτίου. Ο μαθηματικός Πλάτων, όπως και ο φιλόσοφος Πλάτων, οφείλει την πρώτη γνωριμία του με τα μαθηματικά και την φιλοσοφία στην Περικτιόνη. Ο Πλάτων δεν αναφέρει το παραμικρό για την μητέρα του. Ήταν βαθιά χολωμένος μαζί της επειδή αυτή μετά από τον θάνατο του Αρίστωνος (του πατέρα του Πλάτωνος) παντρεύτηκε με κάποιον Αθηναίο, με το όνομα Πυριλάμπης στον οποίο αφοσιώθηκε. Στο γεγονός αυτό ίσως οφείλεται και ο “μισογυνισμός” του μεγάλου φιλοσόφου, που παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του άγαμος. Ο Στοβαίος στο “Ανθολόγιο” του, γράφει για την Περικτιόνη ότι κατείχε τα της γεωμετρίας και της αριθμητικής: “…ΓΑΜΕΤΡΙΑ ΜΕΝ ΩΝ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑΛΛΑ ΤΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΙΝΑ ΤΩΝ ΕΟΝΤΩΝ ΚΑΤΑΣΧΟΛΕΟΝΤΑΙ, Α ΔΕ ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΙ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΓΕΝΗ ΤΩΝ ΕΟΝΤΩΝ, ΟΥΤΩΣ ΓΑΡ ΕΧΕΙ ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΓΕΝΗ ΤΩΝ ΕΟΝΤΩΝ”.

ΛΑΣΘΕΝΕΙΑ: (4ος π.Χ. αιώνας) Η Λασθενία από την Αρκαδία είχε μελετήσει τα έργα του Πλάτωνος και ήλθε στην Ακαδημία (του Πλάτωνος) για να σπουδάσει μαθηματικά και φιλοσοφία. Μετά τον θάνατο του Πλάτωνος συνέχισε τις σπουδές της κοντά στον ανεψιό του Σπεύσιππο. Αργότερα έγινε και αυτή φιλόσοφος και σύντροφος του Σπευσίππου. Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη τον Περιπατητικό στην Λασθένεια οφείλεται και ο επόμενος ορισμός της σφαίρας: “ΣΦΑΙΡΑ ΕΣΤΙΝ ΣΧΗΜΑ ΣΤΕΡΕΟΝ ΥΠΟ ΜΙΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ, ΠΡΟΣ ΗΝ, ΑΦ’ ΕΝΟΣ ΣΗΜΕΙΟΥΤΩΝ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, ΠΑΣΑΙ ΑΙ ΠΡΟΣΠΙΠΤΟΥΣΑΙ ΕΥΘΕΙΑΙ ΙΣΑΙ ΑΛΛΗΛΑΙΣ ΕΙΣΙΝ”.

ΑΞΙΟΘΕΑ: (4ος π.Χ. αιώνας) Μαθήτρια και αυτή, όπως και η Λασθένεια, της ακαδημίας του Πλάτωνος. Ήλθε στην Αθήνα από την Πελοποννησιακή πόλι Φλιούντα. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα μαθηματικά και την φυσική φιλοσοφία. Αργότερα δίδαξε τις επιστήμες αυτές στην Κόρινθο και την Αθήνα..

ΝΙΚΑΡΕΤΗ η Κορίνθια Αναφέρεται ως “ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΣ”. Την αναφέρει ακόμα και ο Ε. Σταμάτης. Από τους αρχαίους συγγραφείς την μνημονεύει ο Στοβαίος. Στην Νικαρέτη οφείλεται η επαναδιατύπωσις και η απόδειξις του θεωρήματος: “ΠΑΝΤΟΣ ΤΡΙΓΩΝΟΥ ΜΙΑΣ ΤΩΝ ΠΛΕΥΡΩΝ ΠΡΟΣΕΚΒΛΕΙΘΕΙΣΗΣ, Η ΕΝΤΟΣ ΓΩΝΙΑ ΕΚΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΓΩΝΙΩΝ ΜΕΙΖΩΝ ΕΣΤΙ”.

ΑΡΕΤΗ η Κυρηνεία (4ος–3ος π.Χ. αιώνας) Κόρη του Αριστίππου, ιδρυτού της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής σχολής, η Αρετή (συναντάται και ως Αρήτη) σπούδασε στην ακαδημία του Πλάτωνος. Λέγεται ότι δίδαξε μαθηματικά, φυσική και ηθική φιλοσοφία στην Αττική για αρκετά χρόνια και ότι έγγραψε σαράντα τουλάχιστον βιβλία ποικίλου περιεχομένου, από τα οποία τα δύο περιελάμβαναν και πραγματείες για τα μαθηματικά. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, τον διαδέχθηκε, κατόπιν εκλογής στην διεύθυνσι της Σχολής. Χαρακτηριστικό είναι ότι ανάμεσα στους μαθητές της συγκαταλέγονταν και 100 περίπου φιλόσοφοι. Ο John Morans στο βιβλίο του “Women in Science” αναφέρει ότι το επίγραμμα του τάφου της έγγραφε: Το μεγαλείο της Ελλάδος, με την ομορφιά της Ελένης, την πέννα του Αριστίππου, την ψυχή του Σωκράτους και την γλώσσα του Ομήρου”.

Ο υιός της Αρετής, ο Αρίστιππος ο Νεώτερος, προήγαγε σημαντικά την Κυρηναϊκή φιλοσοφία. Κατά τον Αθηναίο (λόγιο, σοφιστή και συγγραφέα, 2ος – 3ος μ.Χ. αιώνας), η Αρετή διηγείτο στους μαθητές της το εξής ανέκδοτο: Όταν κάποιος μαθητής της Ακαδημίας ισχυρίστηκε ότι η τέχνη της αρίθμησης οφείλεται στον Παλαμήδη, ο Πλάτων τον ρώτησε “Ώστε χωρίς τον Παλαμήδη ο Αγαμέμνων δεν θα ήξερε πόσα πόδια του έδωσε η φύσις;”

ΠΥΘΑΪΣ: (2ος π.Χ. αιώνας) Γεωμέτρης, κόρη του μαθηματικού Ζηνοδώρου. Ασχολήθηκε, μαζί με τον πατέρα της, με εμβαδά επιπέδων χωρίων. Την αναφέρει ο Ευτόκιος. Ο Θέων ο Αλεξανδρεύς (4ος μ.Χ. αιώνας) στα σχόλιά του στην “ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΙ” του Πτολεμαίου γράφει: “ΠΟΙΗΣΟΜΕΘΑ ΔΗ ΤΗΝ ΤΟΥΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΙΝ ΕΝ ΕΠΙΤΟΜΗ ΕΚ ΤΩΝ ΖΗΝΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΠΥΘΑΪΔΟΣ ΔΕΔΕΙΓΜΕΝΩΝ ΕΝ ΤΩ ΠΕΡΙ ΙΣΟΠΕΡΙΜΕΤΡΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ”.

ΠΑΝΔΡΟΣΙΩΝ: (4ος μ.Χ. αιώνας) Συναντάται κει ως Πάνδροσος. Αλεξανδρινή γεωμέτρης, μάλλον μαθήτρια του Πάππου, ο οποίος της αφιερώνει και το γ’ βιβλίο της “ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ”. Η Πανδροσίων χωρίζει τα γεωμετρικά προβλήματα σε τρεις κατηγορίες: “ΤΡΙΑ ΓΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΕΝ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΝ ΑΥΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΑ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ, ΤΑ ΔΕ ΓΡΑΜΜΙΚΑ”.

Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ

"Η αρχή όλων των πραγμάτων είναι η μονάδα γεννημένη από την μονάδα. Η απροσδιόριστη δυάδα αποτελεί το υλικό υπόστρωμα για την μονάδα που η είναι η αιτία. Από την μονάδα και την απροσδιόριστη δυάδα παράγονται οι αριθμοί. Από τους αριθμούς τα σημείο, από τα σημεία οι γραμμές, από τις γραμμές τα επίπεδα, από τα επίπεδα τα στερεά, από τα στερεά σχήματα παράγονται τα αισθητά σώματα. Τα στοιχεία των σωμάτων είναι τέσσαρα: η φωτιά, το νερό, η γή και ο αέρας. Αυτά τα στοιχεία εναλλάσσονται και το ένα μετατρέπεται σε άλλο πλήρως, και συνδυάζονται για να παράγουν ένα σύμπαν έμψυχο, με σκέψη, σφαιρικό, με τη γη στο κέντρο του. Η γη καθαυτή είναι επίσης σφαιρική και κατοικείται ολόγυρα στην επιφάνειά της. Υπάρχουν δύο αντίποδες και το δικό μας "κάτω" είναι για τον άλλο αντίποδα το "άνω".
(Διασώζεται στον Διογένη Λαέρτιο, VIII 25)

"Το ανώτατο στρώμα του αέρα είναι πάντα σε κίνηση, είναι αγνό, καθαρό και υγιεινό, και όλα όσα υπάρχουν μέσα σε αυτό το στρώμα είναι αθάνατα και, κατά συνέπεια, έχουν θεϊκή φύση. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άλλα αστέρια είναι θεοί, γιατί σ' αυτά υπάρχει υπεροχή της θερμότητας και η θερμότητα είναι πηγή ζωής. Οι Θεοί και οι άνθρωποι έχουν συγγένεια μεταξύ τους, καθότι και ο άνθρωπος μετέχει στην θερμότητα για τον λόγο αυτό ο Θεός προνοεί για τον άνθρωπο. Η Ειμαρμένη δε είναι η αιτία αυτής της διατάξεως, τόσο όσον αφορά στο όλον όσο και στα τμήματά του".
(Διογένης Λαέρτιος, VIII 26-27)

"Η ψυχή διακρίνεται από την έννοια της ζωής. Η ψυχή είναι αθάνατη, επειδή είναι αθάνατο εκείνο από το οποίο έχει αποσπασθεί (ο αιθέρας)".
(Διογένης Λαέρτιος, VIII 28)

"Η ψυχή του ανθρώπου αποτελείται από τρία τμήματα, την αντίληψη, το λογικό και το θυμικό. Η αντίληψη και το θυμικό υπάρχουν και στα άλλα ζώα, αλλά το λογικό υπάρχει μόνο στον άνθρωπο".
(Διογένης Λαέρτιος, VIII 30)

"Η ψυχή αντλεί τροφή από το αίμα, οι ιδιότητες της ψυχής είναι άνεμοι, γιατί και αυτοί, όπως και η ψυχή, είναι αόρατοι, όπως ακριβώς και ο αιθέρας είναι αόρατος. Όταν η ψυχή ρίχνεται προς την γη περιπλανάται στον αέρα, όμοια με το σώμα. Ο Ερμής είναι ο οδηγός των ψυχών. Αυτός είναι που φέρνει πίσω τις ψυχές από τα σώματα διαμέσου της ξηράς και της θάλασσας. Και οι καθαρές ψυχές φέρονται από τον Ερμή προς την ανώτατη περιοχή, αλλά οι μη καθαρές ψυχές δεν έχουν την άδεια να πλησιάζουν τις καθαρές ή η μία να πλησιάζει την άλλη, αλλά είναι δεμένες από τις Ερινύες με δεσμά άθραυστα. Όλος ο αέρας είναι γεμάτος από ψυχές που ονομάζονται πνεύματα ή ήρωες. Αυτές είναι που στέλνουν στους ανθρώπους όνειρα και σημάδια για το μέλλον. Και σ' αυτές τις ψυχές αναφέρονται οι καθαρμοί, ο εξιλασμός, η θέωση, οι οιωνοί και τα παρόμοια".
(Διογένης Λαέρτιος, VIII 31-32)

Ο Μέγας Αλέξανδρος πρώτος ερευνητής πετρελαίου!

Διαρροές πετρελαίου από ρωγμές πετρελαιοφόρων στρωμάτων μικρού βάθους αναφέρονται υπό αρχαίων συγγραφέων ως αναβλύζουσες σε διάφορες χώρες της αρχαιότητας της Μεσογείου της Μικράς Ασίας και της Απω Ανατολής.

Σύμφωνα με γραπτά του Ηρόδοτου (5ος αιώνας π.Χ.) και άλλων συγγραφέων όπως ο Πλούταρχος ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος ο Μάρκος Βιτρούβιος (1ος αιώνας μ.Χ.) διαρροές πετρελαίου είχαν σημειωθεί δε διάφορες περιοχές των Ινδιών Περσίας Συρίας νήσων της Μεσογείου, Μαλαισίας, Κίνας και άλλων χωρών.

Αρχαίοι Ελληνες συγγραφείς οι οποίοι περιέγραψαν την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον 4ο π.Χ. αιώνα αναφέρουν πηγές πετρελαίου στις νότιες ακτές της Κασπίας θαλάσσης και τις όχθες του ποταμού Οχους.

Όταν ο Αλέξανδρος οδήγησε το στράτευμα στη Ζηρκωνία στην νότια ακτή της Κασπίας Θάλασσας στρατοπέδευσε στο Ζαρακατ (σήμερα Αστεραμπαντ του Ιράν).

Το εσπέρας η σκηνή του Αλέξανδρου εφωτίζετο από κάποιες πρωτόγνωρες λυχνίες ασυνήθεις και άγνωστες μέχρι τότε αναδίδουσες ένα πολύ λαμπερό φώς.

Ο Αλέξανδρος ενδιαφέρθηκε για τον τρόπο λειτουργίας των λυχνιών αυτών και διεπίστωσε ότι λειτουργούσαν με ένα κίτρινο υγρό το οποίο έρεε μέσα από ένα φυτίλι διερχόμενο από κάποιο σωλήνα το οποίο καιόμενο ανέδιδε μια πολύ λαμπρή φλόγα.

Οι ιθαγενείς ονόμαζαν αυτή την λάμπα σιράκ (chirαk) και το υγρό το οποίο καιόμενο ανέδιδε την λαμπρή φλόγα naphatha (νάφθα) λέξη που σημαίνει υγρό διαρρέον από τη γή Το υγρό ανέβλυζε σε μια υπάρχουσα τότε πηγή ευρισκόμενη στην δυτική ακτή της Κασπίας θαλάσσης . Από αυτή την πηγή προφανώς υπάρχει μια ιστορική ένδειξη για εμφάνιση πετρελαίου στην ακτή του σύγχρονου Αζερμπαϊτζάν.

Ο Ιπποκράτης ο αρχαίος Έλλην Ιατρός και φιλόσοφος (4ος έως 5ος αιώνας π.Χ.) ο οποίος θεωρείται ως ο πατέρας και θεμελιωτής της ιατρικής επιστήμης περιέγραψε στις διασωθείσες εργασίες του πολλές ιατρικές συνταγές για παρασκευάσματα τα οποία είχαν ως ένα εκ των δραστικών συστατικών τους το πετρέλαιο.

Σε γραπτά κείμενα άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων περιγράφονται πηγές πετρελαίου στην Σικελία εκ των οποίων διέρρεε υγρό φερόμενο ως Σικελικό έλαιον ή πετρέλαιο το οποίο χρησιμοποιείτο για φωτισμό σε λυχνίες περίπου όμοιες με αυτές που περιγράψαμε για την σκηνή του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Αρχαίο Ιράν που εφέροντο με τον όρο σιράκ.

Από τις παραπάνω περιγραφές και από άλλες αναφορές καταγεγραμμένες σε αρχαία ντοκουμέντα προκύπτει το συμπέρασμα ότι το πετρέλαιο ήτο γνωστό ως καύσιμο υγρό πολύ πριν τη τρέχουσα εποχή διαρρέον από ρωγμές πετρωμάτων σε θέσεις ονομαζόμενες ναφθα η πηγές Σικελικού πετρελαίου ή πηγές ελαίου από πέτρα κλπ.

ΟΙ εμφανίσεις υγρού πετρελαίου τότε και σήμερα είναι σπάνιες εντοπιζόμενες σε πετρελαιοφόρα πετρώματα όχι πάντοτε σε υγρή κατάσταση αλλά ενίοτε υπο την μορφή ασφάλτου και βιτουμενίων γαιών ήτοι σκληρά έως ημίσκληρα προϊόντα πετρελαίου που εσχηματίσθησαν από σκλήρυνση υγρού πετρελαίου εκτιθέμενου στις ατμοσφαιρικές επιδράσεις και οξειδώσεις.

Το υγρό πετρέλαιο καθώς διαρρέει στην επιφάνεια του εδάφους βαθμιαία μετατρέπεται σε άσφαλτο η οποία φράζει τις ρωγμές και εμποδίζει την περαιτέρω ροή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς όταν πρόκειται να περιγράψουν εμφάνιση πετρελαίου τις αναφέρουν ως φλέβες ή στρώματα ασφάλτου. Όταν δε το πετρέλαιο διέρρεε ως υγρό το χρησιμοποιούσαν για να τροφοδοτούν λυχνίες σιρακ νάφθα κλπ.

Η εξαγωγή του πετρελαίου στην αρχαιότητα στις περιοχές που υπήρχαν εμφανίσεις εγένετο με πρωτόγονες μεθόδους. Συνήθως κατασκεύαζαν σκαπτά φρέατα έως το πετρελαιοφόρο στρώμα στο οποίο το πετρέλαιο ευρίσκετο σε υγρή κατάσταση.

Είναι γνωστές περιπτώσεις σημαντικών διαρροών πετρελαίου οι οποίες γέμιζαν τις κοιλότητες των φρεατοειδών εκσκαφών η γειτονικών γεωμορφολογικών κοιλοτήτων οπότε εσχηματίζοντο λίμνες πετρελαίου. Σε αυτές τις λίμνες παρερχομένου του χρόνου το πετρέλαιο έχανε τα πτητικά του συστατικά και μετετρέπετο σε λίμνες ασφάλτου.

Σήμερα η μεγαλύτερη λίμνη ασφάλτου γνωστή ως Pitch Lake βρίσκεται στις δυτικές Ινδίες και έχει έκταση περίπου 50 εκτάρια (500 στρέμματα).

Κατά θέσεις η λίμνη αυτή λόγω μακράς εκθέσεως στις ατμοσφαιρικές επιδράσεις έχει αποσαθρωθεί και στερεοποιηθεί σε βαθμό που βαδίζοντας στην επιφάνεια της τις απογευματινές ώρες να μη αφήνονται αποτυπώματα από τα ίχνη βαδίσματος.

Λίμνες ασφάλτου σχηματισθείσες από συνεχή αποσάθρωση πετρελαιοφόρων στρωμάτων υπάρχουν στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ στην Ερυθρή Θάλασσα στην Τασμανία και στη νήσο Σαχαλίνη στην οποία σήμερα διεξάγονται αντλήσεις πετρελαίου από υποθαλάσσιες πετρελαιοπηγές στην βόρεια και στην νότια θάλασσα της νήσου.

Τέτοιες ασφαλτικές λίμνες είναι γνωστές από αρχαιοτάτων χρόνων χρησιμοποιηθείσες σε ορισμένες περιπτώσεις για δομικούς σκοπούς.

Μια τέτοια ασφαλτική λίμνη στην περιοχή της Αρχαίας Βαβυλώνας είχε περιφραχθεί με ένα τοίχωμα το οποίο κατασκευάσθηκε με ασφαλτούχο υλικό προερχόμενο από την Ερυθρά Θάλασσα. Είναι επίσης γνωστές περιπτώσεις κατασκευής στεγανών λιμνών υδατοδεξαμενών των οποίων ο πυθμένας έχει επενδυθεί με επικάλυψη στεγανού ασφαλτούχου πετρώματος.

Σύμφωνα με αρχαίες καταγραφές πετρέλαιο και ασφαλτούχα πετρώματα χρησιμοποιήθηκαν από αρχαιοτάτων χρόνων ως καύσιμη ύλη από τους κατοίκους στις ακτές της Κασπίας για θέρμανση και φωτισμό σε περιοχές στις οποίες υπήρχαν διαρροές πετρελαίου και έλλειψη άλλου τύπου καύσιμου ύλης όπως κάρβουνο τύρφη ή ξυλεία.

Εκτός από τις ακτές της Κασπίας εφαρμογές πετρελαίου για φωτισμό και θέρμανση με λάμπες τύπου σιράκ αναφέρονται από αρχαίους συγγραφείς και για νησιά της Μεσογείου.

Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον πρεσβύτερο οι Ρωμαίοι κατά την πολιορκία της πόλεως Λουκουλα εδέχθησαν επίθεση με αυτοσχέδιους μηχανισμούς πρόκλησης πυρκαϊάς που είχαν βάση το πετρέλαιο.

Άλλες ιστορικές καταγραφές αναφέρουν ότι Πέρσες και Έλληνες χρησιμοποιούσαν εμπρηστικά βέλη δια της εμβαπτίσεως αυτών σε μίγμα πετρελαίου και θείου.

Ο Ιούλιος ο Αφρικανός συγγραφέας του τρίτου αιώνα π.Χ. περιγράφει ένα τέτοιο εύφλεκτο μίγμα με ένα εκ των συστατικών του οποίου ήτο συντρίμματα πετρελαιούχου πετρώματος. Νεότερες καταγραφές αναφέρουν ότι ο στρατός του Τζέκις Χαν 12ος έως 13ος αιώνας Μ.Χ. χρησιμοποίησε εμπρηστικά βέλη τα οποία εβαπτίζοντο σε μίγμα πετρελαίου και θείου.

Σύμφωνα με τον Masudi κάποιο Αραβα συγγραφέα γεωγράφο και ταξιδευτή στο Μπακού υπήρχε παραγωγή πετρελαίου τον 10ο αιώνα το οποίο πλήν τοπικών καταναλώσεων μετεφέρετο σε δερμάτινους σάκους φορτωμένους σε καμήλες και επωλείτο σε άλλες γειτονικές χώρες.

Όπως γράφει ο Μasudi στο Μπακού εγένετο τότε παραγωγή δυο τύπων πετρελαίου ένας τύπος λευκός και ένας κίτρινος και σε ορισμένες πετρελαιοπηγές παράγετο και πετρέλαιο χρώματος μπλέ και μαύρου.

Τον 13ο αιώνα ο Μarko Polo ο Ιταλός ταξιδευτής ο οποίος περιόδευσε και έζησε στην Ινδία Κίνα Περσία και άλλες χώρες όπως η Γεωργία και η Αρμενία αναφέρει παραγωγή πετρελαίου στις χώρες που περιβάλλουν την Κασπία Θάλασσα από τις οποίες το πετρέλαιο μεταφέρετο φορτωμένο σε καμήλες από τα σύνορα της Γεωργίας προς γειτονικές χώρες.

πό τις πληροφορίες αυτές προκύπτει ότι η πρώτη στην ιστορία παραγωγής και εμπορίας πετρελαίου σημειώθηκε στις χώρες πέριξ της Κασπίας Θαλάσσης στις οποίες και σήμερα σημειώνεται έντονη εξορυκτική δραστηριότητα πετρελαίου.

Στις περιοχές αυτές ανεβρέθησαν από Άραβες αρχαιολόγους αμφορείς μεταφοράς πετρελαίου χωρητικότητας 15 λίτρων σε μικρό βάθος στην ακτή.

Από τις ανωτέρω καταγραφές προκύπτει ότι η πρώτη παραγωγή και χρήση πετρελαίου σημειώθηκε 1000 χρόνια πρίν από την σημερινή εποχή στην περιοχή του Μπακού και σε γειτονικές χώρες των ακτών της Κασπίας Θαλάσσης.

Ενας τύπος εκσκαφής που χρησιμοποιείτο στην αρχαιότητα για άντληση πετρελαίου ήτο φρέαρ ορθογώνιας διατομής σε βάθος 20 έως 30μ. εκσκαπτόμενο κατά βαθμίδες μέχρι συναντήσεως του πετρελαιοφόρου στρώματος.

Ένα τέτοιο φρέαρ στην περιοχή Ασφαιρο του Καυκάσου μπορούσε να αποδώσει μέχρι 35 τον. πετρελαίου ανά ημέρα ή 12.800τον/ετος.

Οι προηγουμένως περιγραφείσες εφαρμογές και αντλήσεις πετρελαίου συνεχίσθηκαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Στην Ρωσία η πρώτη κατασκευή φρέατος αντλήσεως πετρελαίου έγινε από τον Μηχανικό F. Semenov στην περιοχή Bibi Eibet της Χερσονήσου Ασφαιρου στον Καύκασο.

Φρέατα του τύπου αυτού κατασκευάσθηκαν και στις περιοχές γύρω από την Κασπία θάλασσα με ημερήσια απόδοση έως 32 τον/ημέρα.

Την ίδια περίπου εποχή δηλαδή στα μέσα του 19ου αιώνα σημειώθηκε και η πρώτη κατασκευή σωληνωτού φρέατος άντλησης πετρελαίου στην πολιτεία της Πενσυλβάνια των ΗΠΑ το έτος 1859 από τον Μηχανικό Ε.Drake .

Η περίοδος 1859-1900 ονομάσθηκε εποχή της κηροζίνης αλλά η μεγάλη εξέλιξη αρχίζει από τις αρχές του 20ου αιώνα με την εφεύρεση και ανάπτυξη των μηχανών εσωτερικής καύσης που ονομάσθηκε ως εποχής της γκαζολίνης (βενζίνη).

Εκτός από τις μηχανές εσωτερικής καύσης το πετρέλαιο βρίσκει εφαρμογές στην βιομηχανία των πετροχημικών που είναι βιομηχανικά προϊόντα με βάση το πετρέλαιο.

Ύπνος και Θάνατος: Οι "δεινοί θεοί"

"Ο Ύπνος είναι πρόσκαιρος Θάνατος και ο θάνατος, αιώνιος Ύπνος " -Ευριπίδης 

Από πανάρχαιους χρόνους γενεές από μύστες μελέτησαν τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου και στη συνέχεια τα δίδαξαν στους άλλους. Το «δεν υπάρχει θάνατος, ο θάνατος είναι ζωή και η ζωή είναι θάνατος» ήταν η ηχώ των Ελευσινίων μυστηρίων και ένας από τους κυριότερους σκοπούς της μύησης παντού ανά τον κόσμο ήταν και εξακολουθεί να είναι η εξοικείωση του ανθρώπου με το ορόσημο που λέγεται «θάνατος».Ένας από τους κυριότερους σκοπούς αυτής της μύησης ήταν να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου και να τον απαλλάξει από τον φόβο. Όταν ο άνθρωπος γνωρίσει τι είναι στην πραγματικότητα ο θάνατος και κατανοήσει αυτό που συμβαίνει στη μεταθανάτια περίοδο, τότε γίνεται γνώστης του μυστηρίου της ζωής. Ο θάνατος είναι ο μεγάλος ευεργέτης της εξέλιξης καθώς ανανεώνει τη μορφή και κάθε κατάσταση ζωής. Κάτι παρόμοιο είναι και ο Ύπνος. Είναι η απώλεια της φυσικής εγρήγορσης για κάποιες ώρες, που όμως είναι σωτήριες και για τη φυσική και την ψυχική υγεία του ανθρώπου.

Ο θεός Ύπνος σύμφωνα με τους Αρχαίους Έλληνες είναι γιος της Νύχτας και του Ερέβους. Σύμφωνα με τον Ησίοδο στη Θεογονία ο Ύπνος και ο δίδυμος αδελφός του, ο Θάνατος, ήταν «δεινοί Θεοί» που κατοικούσαν στον Τάρταρο, «ένθα δε γης δνοφερής και ταρτάρου ηερόεντος», όπου ο Ήλιος ποτέ δεν τους βλέπει, «ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό ούτε όταν κατεβαίνει». Τον Ύπνο τον φαντάζονταν νέο, ωραίο, με φτερά στους ώμους, να αποκοιμίζει τους κουρασμένους καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης ή καθώς τους ποτίζει από ένα κέρας υπνωτικούς χυμούς ή απλά κουνώντας τα φτερά του. Τριγυρίζει αθόρυβα στις στεριές και τις θάλασσες και είναι ήσυχος και καλός με τους ανθρώπους. Τον θεωρούσαν ήσυχο και πράο θεό ή δαίμονα, που πλανιόταν στη γη πότε ως ωραίο νέο, που έσπερνε στη Γη γλυκά όνειρα ή κοιμόταν σε μια κλίνη, πότε ως δαίμονα με φτερά, που μετέφερε ένα νεκρό με το Θάνατο. 

Κατά τον Όμηρο, που τον αποκαλεί νήδυμο (γλυκύ), τόπος κατοικίας του Ύπνου ήταν η νήσος Λήμνος, ενώ από τους μεταγενέστερους συγγραφείς του αποδιδόταν μια δική του φανταστική πατρίδα, η «Νήσος των Ονείρων». Ο Ύπνος λατρευόταν πολύ στην κυρίως Ελλάδα. Σημαντικά κέντρα της λατρείας του Ύπνου ήταν η Επίδαυρος, η Τροιζήνα και η Ολυμπία.

Η δύναμη του θεού Ύπνου είναι πολύ μεγάλη. Μπορεί να κοιμίσει όλους τους θεούς και όλους τους ανθρώπους. Μάλιστα κοίμισε ακόμα και τον αρχηγό των θεών, τον Δία, παρά τη θέλησή του, ύστερα από πιέσεις της θεάς Ήρας η οποία ήθελε να επηρεάσει την εξέλιξη του Τρωικού Πολέμου.
 
Η Ήρα επισκέπτεται τον Ύπνο στη Λήμνο πού κατοικούσε. Τον προσφωνεί «άναξ πάντων τε θεών πάντων τ' ανθρώπων», (άρχοντα, βασιλιά όλων των θεών και των ανθρώπων) για να τον πείσει, αλλά ο Ύπνος το σκέφτεται να τα βάλει με τον Δία, διότι είχαν προηγούμενα από το παρελθόν. Πείθεται να το κάνει, αφού όμως πρώτα η Ήρα του ορκίστηκε να τον παντρέψει με μία από τις νεότερες Χάριτες, την γλυκιά Πασιθέη, πού τόσο επιθυμούσε. Η Πασιθέη είναι η θεά της χαλάρωσης και της ξεκούρασης, και έτσι καταλαβαίνουμε γιατί είναι τόσο πολύ επιθυμητή στον θεό Ύπνο.
 
Ο Ύπνος με την Ήρα αναχωρούν μαζί για να βρουν το Δία. Η Ήρα σκορπάει στην καρδιά του Δία «γλυκιά αγάπη και επιθυμία» και ο Ύπνος μεταμορφωμένος σε πουλί, τον αποκοιμίζει.

Η Πηνελόπη λέει χαρακτηριστικά (Ομήρου Οδύσσεια, Τ 559-566):
 
έχουμε, ώ ξένε, ονείρατα ζαβά, με κούφια λόγια,
κι απ' όσα ονειρευόμαστε, σωστά δε βγαίνουν όλα.
Δυό θύρες τ' αλαφροΐσκιωτα τα όνειρα έχουν πάντα
με κέρατο φτιαστή τη μιά, με φίλντισι την άλλη
όσα όνειρα απ’ το φίλντισι το πριονιστό διαβαίνουν,
χαμένα είναι κι ανώφελα, και τους θνητούς γελάνε.
πάλε όσα απ' τα καλόξεστα τα κέρατα περάσουν,
αληθινά του βγαίνουνε του ανθρώπου που τα βλέπει.
 
Ο Ύπνος λέγεται ότι είχε είτε χίλιους, είτε τρεις γιους ή αδελφούς (εκτός από τον Θάνατο): τον Μορφέα, τον Φοβήτορα και τον Φάντασο. (όνειροι). Κατοικούσαν στις ακτές του ωκεανού, στη Δύση, σε ένα σπήλαιο κοντά στα σύνορα του Άδη. Οι όνειροι, έστελναν τα όνειρα στους θνητούς, μέσα από δύο πύλες που βρίσκονταν εκεί. Η μία πύλη ήταν φτιαγμένη από Κέρατο, και με αυτή έστελναν τα αληθινά όνειρα (προμηνύματα), ενώ με τη δεύτερη που ήταν φτιαγμένη από Ελεφαντόδοντο, έστελναν τα ψεύτικα όνειρα.

Ο αδερφός του ο Θάνατος είναι προσωποποίηση του τέλους της ζωής. Όμως ενώ ο Ύπνος ταξιδεύει ειρηνικά πάνω στη θάλασσα και στη γη και είναι ευχάριστος στους ανθρώπους, ο Θάνατος αντίθετα έχει σκληρή και σιδερένια καρδιά και μισείται από τους ανθρώπους, ακόμη κι από τους αθάνατους. Άλλες φορές ο Θάνατος χαρακτηρίζεται, ιδιαίτερα από τους τραγικούς, ως ευεργέτης και μάλιστα γιατρός, γιατί απαλύνει τους ανθρώπους από τις αρρώστιες και τους πόνους.
 
Στην Ιλιάδα ο Θάνατος εμφανίζεται, με εντολή του Δία και της Ήρας, για να παραλάβει το πτώμα του Σαρπηδόνα και να το μεταφέρει στη Λυκία. Ο Ευριπίδης παριστάνει το Θάνατο σαν βασιλιά των νεκρών, που φορά μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά. Τον παρουσιάζει ως πικρό, αλόγιστο, άκριτο, λυπηρό, κακό δαίμονα.
 
Για τη λατρεία του θεού ελάχιστα πράγματα προσφέρονται, γιατί ο Θάνατος ούτε θέλει, ούτε δέχεται δώρα. Γι αυτόν δεν υπάρχει βωμός. Συνήθως παριστάνεται σαν όμορφος νέος, άλλοτε με μαύρα φτερά και με σβησμένο ή μισοσβησμένο πυρσό. Δεν έδειχνε συμπόνοια σε κανέναν. Μερικές φορές συνοδεύεται από τον αδελφό του Ύπνο.
 
Ο Θάνατος είναι σκληρός και ανάλγητος θεός με σιδερένια καρδιά, μισητός και σ' αυτούς ακόμη τους αθάνατους θεούς. Η προσωποποίηση του Θανάτου που τον παριστάνει ως σκελετό να κρατάει δρεπάνι είναι μεταγενέστερη. Μόνο δύο θνητοί κατάφεραν να τον ξεγελάσουν: ο Ηρακλής (όταν απέσπασε την ψυχή της Άλκηστης) και ο βασιλιάς της Κορίνθου, Σίσυφος.
 
Ο Θάνατος, δίδυμος αδελφός του Ύπνου, σαν προσωποποίηση της λήξης της ζωής, στον Όμηρο συνοδεύεται με το επίθετο «μόρος» και το ουσιαστικό «κηρ», ενώ υποδηλώνεται ακόμη με τις φράσεις «μαύρη μοίρα» «κήρ μέλαινα», «ερεβενή νυξ», «νυξ μέλαινα», «νηλεές ήμαρ», «μόρος αινός», «στυγερόν σκότος», «θανάτου μέλαν νέφος», «μοίρα κακή θανάτοιο», «κηρ κακή μέλανος θανάτου», «τέλος θανάτοιο».

Ως προσωποποιημένος θεός ο Θάνατος, χαρακτηριζόταν επίσης «μελάμπεπλος άναξ νεκρών», «κακός», «τανηλεγής», «αιέννυπνος», «δυσηλεγής», «δυσηχής».
 
Στα ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα χαρακτηρίζεται «κακός δαίμων», «βαρύς», «άκριτος», «λυπηρός», «βάσκανος», «αλόγιστος», «κακός». Μερικές φορές πιστεύεται ότι έπινε και το αίμα των νεκρών.
 
Ο Θάνατος επηρεάζεται από τους θεούς και μάλιστα από τη Μοίρα και την Αίσα. Εκτός από τις Κήρες είχε και άλλους ακολούθους, με τη βοήθεια των οποίων πραγματοποιούσε το άχαρο έργο του, χρησιμοποιώντας ύπουλους τρόπους, «εχθρούς γε θνητοίς και θεοίς στυγουμένους».
 
Ο ίδιος ο Θάνατος ομολογεί ότι ευχαριστείται να παίρνει από τη ζωή πάντα τους νέους. Κλείνοντάς τους τα μάτια και τη μύτη, παίρνει την ψυχή των ανθρώπων, την οποία μερικές φορές σαν ψυχοπομπός μεταφέρει και παραδίδει στον Άδη.
 
Οι αρχαίοι Έλληνες καλλιτέχνες παρίσταναν το Θάνατο, νέο με γενειάδα, με φτερά στους ώμους και βέβαια με σπαθί στη μέση, με το οποίο αφαιρεί την ψυχή ή απλά κόβει τα μαλλιά των ανθρώπων, καθώς το κόψιμο των μαλλιών είναι ένδειξη θανάτου. Επίσης τον παρίσταναν κρατώντας στο χέρι επιπλέον μία πλάστιγγα, είτε για να καθορίζει τη διάρκεια του χρόνου της ανθρώπινης ζωής είτε να ζυγοσταθμίζει τις ανθρώπινες πράξεις.

Ο Θάνατος δε δωροδοκείται, διότι είναι ο μόνος από τους θεούς, ο οποίος «ου δώρων ερά», ευχαριστιέται όμως με τις τιμές που του κάνουν οι άνθρωποι.

Ο Αριστοφάνης και οι υπόλοιποι κωμικοί παρουσιάζουν το Θάνατο σκληρό, αδυσώπητο, αμείλικτο και ανηλεή θεό που δεν συγκινείται ούτε με δώρα ούτε με θυσίες, με άλλα λόγια περιγράφουν τον Θάνατο ως θεό που ο άνθρωπος τρίζει τα δόντια του, όταν τον αντικρίζει. Γι' αυτό εξάλλου, από την εποχή του Αριστοφάνη και μετά, ατόνησαν οι εκδηλώσεις λατρείας και οι ανεγέρσεις ναών και βωμών προς τιμήν του.

Οι τραγικοί ποιητές όμως, όπως π.χ. ο Φρύνιχος στη χαμένη «Άλκηστη», ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ή ο Ευριπίδης στην Άλκηστη, μετριάζουν τη σκληρότητά του και μάλιστα μερικές φορές, όταν απαλλάσσει τους ανθρώπους από συμφορές και αφόρητα βάσανα, τον παρουσιάζουν και ως ευεργέτη και γι' αυτό, όπως γράφει και ο Όμηρος, οι άνθρωποι τον επικαλούνται για «βοήθεια».

Στις περισσότερες παραστάσεις τα δύο αδέλφια ζωγραφίζονται μαζί, όμοια με τους «ανέμους» να μεταφέρουν συντροφικά κάποιον νεκρό στον Άδη. Μάλιστα σε λευκή λήκυθο, υπάρχει η γνωστή παράσταση σχετική με τον Σαρπηδόνα, η οποία εμφανίζει τους δίδυμους αδελφούς: γλυκύς και ήρεμος ο Ύπνος, καταθλιπτικός και σκυθρωπός ο Θάνατος, να μεταφέρουν από κοινού έναν νεκρό με χαρακτηριστική λεπτότητα και προσοχή, σαν να προσπαθούν να μην αισθανθεί το «φορτίο» τους, δηλαδή ο μεταφερόμενος νεκρός, κανένα πόνο ή κανένα δυσάρεστο συναίσθημα. 

Ο Ξενοφών στο έργο του "Κύρου Παιδεία", έλεγε: 

"Να ξέρετε, ότι τίποτα από τα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι πιο κοντινό στον θάνατο από ό,τι ο ύπνος. Τότε φαίνεται η ανθρώπινη ψυχή πως είναι θεϊκή και τότε μπορεί να προβλέψει κάτι από τα μελλούμενα. Τότε, άλλωστε, όπως φαίνεται ελευθερώνεται κυρίως." 

Ευεργέτης, γιατρός ή ανάλγητος και σκληρός, ο θάνατος όταν επισκέπτεται κοντινά μας πρόσωπα είναι το μόνο αίσθημα που μπορεί να μας φτάσει στο...τέρμα. Ας κρατήσουμε όμως για παραμυθία τα τελευταία λόγια του Σωκράτη:

«Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιο από τα δύο είναι το καλύτερο, είναι άγνωστο σε μας. Μόνο ο Θεός το γνωρίζει».

Αρχαία Ιατρική

«Ιητρική δε πάντα πάλαι υπάρχει…» -Ιπποκράτης, Περί αρχαίης ιητρικής

Η ιατρική των αρχαίων Ελλήνων μπορεί αδρά να διακριθεί στην πριν και τη μετά τον Ιπποκράτη πε­ρίοδο. Η πρώτη, που καλείται αρχαία ιατρική α­κόμη και από τον ίδιο τον Ιπποκράτη, είναι «ανοι­χτή» ως προς το απώτερο όριό της, ενώ το εγγύς χρονικό της όριο φθάνει ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Εί­ναι φυσικό για την περίοδο αυτή να σπανίζουν οι άμεσες πηγές πληροφοριών. Έτσι τις γνώσεις και τις πληροφορίες για την περίοδο αυτή προσποριζόμαστε από πηγές έμμεσες: ερείπια ναών, επιγρα­φές, αναθήματα, μη ιατρικά συγγράμματα κ.λπ. [1] Κι ακόμη από μύθους παλαιότερων εποχών που έχουν καταγραφεί από αρχαίους συγγραφείς, είτε ως στοι­χείο της τότε παράδοσης είτε ως πίστη των ανθρώ­πων της εποχής τους.

Έμμεσες λ.χ. είναι οι πηγές για την ιατρική του αιγαιακού χώρου και ιδιαιτέρως της Κρήτης κατά τη μεσομινωική (2000-1700 π.Χ.), ακόμη και την υστερομινωική περίοδο (1700-1100 π.Χ.). Όπως συ­νάγεται από τα έμμεσα στοιχεία, υπήρχαν γνώσεις υγιεινής, καθώς έχουν βρεθεί κλειστά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης. Από διάφορα α­γαλματίδια συμπεραίνεται η ύπαρξηιαματικών θεοτήτων, ορισμένες α­πό τις οποίες κρατούν στα χέρια όφεις (θυμίζουμε και τον όφι που συ­νόδευε αλλά και συμβόλιζε, εν μέρει, τον Ασκληπιό).

Διέθεταν επίσης και βοτανολογικές γνώσεις. Είναι καλά γνωστή η γυναικεία θεότητα που είναι στεφανωμένη με κωδίες της μήκωνος της υπνοφόρου, της παπαρούνας από την οποία βγαίνει το όπιο. Εκχύλισμα ή αφέ­ψημα κωδιών ήταν σε ευρεία χρήση από τα πανάρ­χαια χρόνια ως τα μέσα, σχεδόν, του 20ού αιώνα, τό­σο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Υπάρχουν ενδείξεις για τη χρήση και άλλων φαρμακευτικών φυτών, όπως συμπεραίνεται από παραστάσεις σε δακτυλίδια ή από αναφορές σε πα­πύρους. Όσο για τα νοσήματα που επιπόλαζαν στους μινωικούς Κρήτες, γίνονται υποθέσεις με βάση απεικονίσεις σε αφιερώματα προς τις ιαματι­κές θεότητες από ανθρώπους που είχαν θεραπευ­θεί.[2] Σε μινωικό ιερό στην περιοχή Πετσοφά, ανά­μεσα στα άλλα ευρήματα ανακαλύφθηκαν και πή­λινα αφιερώματα που παριστάνουν ανθρώπινα μέ­λη. [3] Τα αφιερώματα αυτά υπενθυμίζουν τα ανάλο­γα μεταγενέστερα αναθήματα τωνΑσκληπιείων, καθώς και τα σύγχρονα τάματα σε ναούς και εικό­νες που θεωρούνται θαυματουργές.

Για την προφύ­λαξη από διάφορους κινδύνους και νοσήματα, ε­κτός από τα όποια φυσικά μέσα, υπήρχαν και αντι­κείμενα με «μαγικές» δυνάμεις. Ο Πουρναρόπουλος [4] αναφέρεται σε περίαπτο που βρέθηκε στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, διαστάσεως περίπου 1 εκατοστομέτρου, που παρίστανε ανθρώπινη καρδιά. Πάνω σ’ αυτήν ήταν αριστοτεχνικά χαραγμένα δυο φίδια (όφεις), ένας σκορπιός, μια αράχνη και ένα χέρι. θεωρείται δε ότι το φυλακτό αυτό προφύλασσε από τη βασκανία, το τσίμπημα αράχνης και σκορπιού και από το δάγκωμα φιδιού. Είναι πιθανό ότι τα μυ­θολογικά στοιχεία που διαθέτουμε για την απώτερη εποχή αποτελούν το διαστρεβλωμένο απόηχο ή τη μακρινή ανάμνηση ιστορικών γεγονότων.

Από τα αναφερόμενα λ.χ. στον Κένταυρο Χείρωνα, δεν είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε τη διπλή σωματική του υπόσταση, θα αρκούσε να κατανοηθεί ως μέλος μιας φυλής ή μιας ομάδας που μετακινείται έφιπ­πη. Είναι όμως εύκολο να θεωρηθεί ως ένας άρι­στος γνώστης της πλούσιας χλωρίδας της περιοχής του, με δυνατότητα να εφαρμόζει, να συστήνει και να διδάσκει τη θεραπευτική δύναμη των φυτών.

Στο σκοτάδι του μύθου κινείται και ο ιατρομάντης Μελάμπους από το Άργος,που η παράδοση τον θέλει να έχει θεραπεύσει από τη μανία (ή άλλο ψυχοδιεγερτικό σύνδρομο) τις κόρες του βασιλιά Προίτου και άλλες Αργείες γυναίκες. Αναφέρεται επίσης ως θεραπευτής του Αλκάθου, βασιλιά των Μεγάρων, και του αργοναύτη Ιφίκλου, τον οποίο γιάτρεψε α­πό ανικανότητα. [5]

Ο Μελάμπους, που ορισμένοι πι­θανολογούν ότι έζησε δυο αιώνες πριν από τον Ασκληπιό, αποτελούσε το γενάρχη και άλλων ιατρομάντεων όπως ο Αμφιάραος που λατρευόταν στον Ωρωπό. Το ιερό του Αμφιάραου (Αμφιαράειο) μας παρέχει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες γε­νικά για τη δόμηση και τη λειτουργία ανάλογων θε­ραπευτικών κέντρων της αρχαιότητας. [6]

Ο θεραπευ­τής Αντικυρεύς, από την Αντίκυρα, θεωρείται ότι εισήγαγε στη θεραπευτική τον ελλέβορο, με τον ο­ποίο θεράπευσε και τον ήρωα Ηρακλή από τη μα­νία από την οποία είχε προσβληθεί. [7] Τέτοια ονόμα­τα, με ευρύτερη ή πιο περιορισμένη προβολή, ανα­φέρονται κι άλλα στη μυθολογική παράδοση της πριν από τον Ασκληπιό ιατρικής.

«Ει και προ του Ιπποκράτους ιατροί τε και ιατρι­κά συγγράμματα υπήρχον ως βέβαιοι ο Σωκράτης, εν τούτοις ελάχιστα γνωρίζομεν περί της ιατρικής των χρόνων εκείνων, διότι ταύτα πάντα απωλέσθησαν. Την έλλειψιν ταύτην αναπληρούμεν εκ των εμμέσων πηγών, των ομηρικών μεν επών δια την α’ χιλιετηρίδα προ Χριστού, των συγγραμμάτων δε των αρχαίων ιστορικών, λυρικών και δραματικών κ.τ.λ. συγγραφέων δια την μετά ταύτα περίοδον μέ­χρι των ιπποκρατικών χρόνων», γράφει ο Κούζης στα 1929.

Η αναζήτηση των ιατρικών πληροφοριών στα ομηρικά έπη αποτέλεσε θέμα προσφιλές σε γιατρούς, ιστορικούς και φιλολόγους και η υπάρ­χουσα βιβλιογραφία, ελληνική και διεθνής, είναι πολύ πλούσια. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι στα δυο ομηρικά έπη ανευρίσκονται γνώσεις αναφερόμενες στην ανατομία, την υγιεινή, την παθολογία, την ψυχιατρική, τη νευρολογία, τη μαιευτική, τη θεραπευτική, τη φαρμακολογία κ.λπ. [8] Ακόμη υπάρ­χουν πληροφορίες και γνώσεις αναφερόμενες στην καθημερινή ζωή, τη διατροφή, τις συνθήκες ατομι­κής και ομαδικής διαβίωσης, τους λοιμούς, τις νε­κρικές τελετές. Σημαντικός είναι και ο γλωσσικός πλούτος που εκφράζει όργανα και λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, παθήσεις, θεραπείες και άλ­λα, ενώ επισημαίνεται πλήθος λέξεων που εξακο­λουθούν να δίνουν ως σήμερα όρους της ιατρικής και της βιολογίας. [9] Συχνές είναι οι αναφορές σε φυτά με θεραπευτι­κό ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ορισμένα με δράση αιμοστατική, επουλωτική, παυσίπονη. Βότανα για εξωτερική τοποθέτηση ή για εσωτερική λήψη. Άλλα που διώχνουν τη θλίψη κι άλλα που προκα­λούν παραισθήσεις. Φαρμακευτικά φυτά ορισμένα των οποίων είναι ίσως ακόμη σε χρήση κι άλλα που υπάρχουν μόνο μέσα σε μύθους και θρύλους.

Εκτός από τους γιατρούς, τα βότανα γνωρίζουν και άλλοι που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη θεραπευτική. Αναφέρονται ακόμη και κάποιες γυναίκες που έχουν γνώση των βοτάνων. Η θεά Ήβη, η μάγισσα Κίρκη και από τις θνητές η Αγαμήδη, κόρη του Αυγείου, η Τρωάδα Πολυδάμνα που τα δίδαξε και στη σύζυγο του Μενέλαου, Ελένη, η δούλη του Νέστορα, Εκαμήδη.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των ιατρικών πληρο­φοριών των ομηρικών επών αναφέρεται στις πολε­μικές κακώσεις. Υπάρχει ήδη από το 1879 η κλασι­κή μελέτη του Φρέλιχ (Frohlich) που υπομονετικά καταμέτρησε 147 διαφορετικά είδη τραυμάτων, σε ποικίλα μέρη του σώματος και με διάφορα όπλα της εποχής. Ο ίδιος υπολόγισε τη συχνότητα εντοπίσε­ων στα διάφορα μέρη του σώματος, τη θνησιμότητα και άλλες παραμέτρους. Εκτός από τα ίδια τα τραύ­ματα στα ομηρικά έπη γίνονται αναφορές για τρό­πους απομάκρυνσης των τραυματιών από το πεδίο της μάχης, για την περιποίηση των τραυμάτων, για τη χρήση αναλγητικών και αιμοστατικών κ.λπ.[10]

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στις θεραπευτικές γνώσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα είχαν χαθεί αν δεν διασώ­ζονταν μέσα στα μνημειώδη έπη του Ομήρου. Παράλληλα προς την ιατρική των Ασκληπιεί­ων, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και ως τα όρια της ιπποκρατικής ιατρικής, έχουμε την α­νάπτυξη βιοϊατρικών κοσμοθεωριών, αλλά και θε­ραπευτικής κάποτε πράξης, από διαφόρους φιλο­σόφους, περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς.

Ανά­μεσα σ’ εκείνους που ανέπτυξαν θεωρητικές προ­σεγγίσεις των Βιολογικών προβλημάτων είναι ο Θαλής ο Μιλήσιος (7ος αι. π.Χ.) και ο μαθητής τουΑναξιμένης (7ος-6ος αι. π.Χ.), ο Ιππων από το Ρήγιο (6ος αι. π.Χ.) και ο Κρητικός Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος αι. π.Χ.). Σημαντική ροπή έδωσαν στην ιατρική σκέψη ο Πυθαγόρας (6ος-5ος αι. π.Χ.) και οι μαθητές και οπαδοί του, οι λε­γόμενοι Πυθαγόρειοι, όπως ο Φιλόλαος (5ος αι. π.Χ.) και ο Αλκμέων ο Κροτωνιάτης (5ος αι. π.Χ.) που είναι ίσως ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανατομική και τη φυσιολογία. Κι ακόμη ενδιαφέ­ρον έχουν οι γνώσεις και οι θεωρίες του Ξενοφάνη από τον Κολοφώνα (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Παρ­μενίδη (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Ηράκλειτου (6ος-5ος αι. π.Χ) και του Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.).

Ο τελευταίος, τον οποίο ο Γαληνός αποκαλεί εντριβέστατον περί την ιατρικήν τε και την φιλοσοφίαν, έγραψε ειδικό βιβλίο για την προφύλαξη από διάφορες νόσους. Αναλόγως του τόπου που α­ναπτύχθηκαν οι αντιλήψεις αυτές, συνήθως γύρω από κάποια κυρίαρχη προσωπικότητα, οι ειδικοί διακρίνουν τη σχολή της Κυρήνης, του Κρότωνος, της Ρόδου, της Ελέας, της Κνίδου και τέλος τη σχολή της Κω, από την οποία προέρχεται και ο ασκληπιάδης Ιπποκράτης, ο θεμελιωτής της επι­στημονικής ιατρικής.[11]

Η ιατρική των Ασκληπιείων

Στα επιμέρους άρθρα για τα διάφορα φημισμένα Ασκληπιεία γίνεται και η περιγραφή της χωροτα­ξικής τους τοποθέτησης, αλλά και η οικοδομική σύσταση των αρχαίων θεραπευτηρίων. θα αναφερ­θούμε βραχύτατα στη σύνθεση του προσωπικού, γιατί και από αυτή διαφαίνεται η πολλαπλότητα των θεραπευτικών μέσων και των θεραπευτικών ρόλων.

Πρωτεύοντα ρόλο είχαν βεβαίως οι ιερείς- ιατροί και μεταξύ αυτών ο πρωθιερεύς, που εφάρ­μοζε το κύριο μέρος της θεραπείας και δίδασκε την τέχνη στους μυημένους. Τον συνόδευαν οι πυρφό­ροι, που αντιστοιχούσαν ιερατικά σε διακόνους. Οιιερομνήμονες κατέγραφαν τις θεραπείες κατά περίπτωση ασθενείας, ενώ οι θεράποντες ασκούσαν διάφορες θεραπευτικές πράξεις. Την ευταξία του θεραπευτηρίου τηρούσαν κυρίως γυναίκες, οινακόροι (νεωκόροι) ή ζακόροι.

Στις υπηρεσίες των ιερέων-ιατρών και των Ασκληπιείων γενικότερα, υπήρχαν επίσης «ιερά» φίδια και «ιεροί» σκύλοι, εκπαιδευ­μένοι για συγκεκριμένη συμμετοχή στις θεραπευτικές διαδικασίες (γλείψιμο πληγών, πάσχοντος μέλους κ.λπ.). Υπήρχε, δηλαδή, μια μικτή θρησκευτική και ιατρική διοργάνωση, κατά κανόνα πολυάνθρωπη, ώστε να καλύπτει τη μεγάλη προσέλευση πιστών και τις ανάγκες διαμονής τους, διατροφής, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.

Οι παθήσεις για τις οποίες οι πιστοί προσέρχονταν στα Ασκληπιεία δεν ήταν βαριές σωματικές παθήσεις. Αλλιώς δεν θα άντεχαν το ταξίδι ως το ναό ούτε τις εκεί εφαρμοζόμενες θεραπείες. Έπασχαν συνήθως από νοσήματα ψυχικά ή ψυχονευ­ρωτικά, από οφθαλμικές παθήσεις, από δερματο­πάθειες, από ρευματικά νοσήματα, από ελαφρά χειρουργικά νοσήματα, από στομαχικές ή εντερι­κές διαταραχές.
Στο ναό προσέφευγαν επίσης γυ­ναίκες με προβλήματα γονιμότητας, αλλά όχι για τοκετούς. Οι εφαρμοζόμενες θεραπείες ήταν ποικίλες και εξαρτιόνταν όχι μόνο από τη φύση του νοσήματος, αλλά και από το χαρακτήρα και την προσωπικότη­τα του αρρώστου. Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο των Ασκληπιείων περιλαμβάνονταν:

α) Η θεραπευτική δύναμη της πίστης.
β) Η ψυχική ευφροσύνη από την παραμονή σε ευχάριστο περιβάλλον.
γ) Η χρήση λουτρών καθαριότητας ή / και θερα­πευτικών ή / και θαλάσσιων.
δ) Η κατάλληλη διαιτητική φροντίδα.
ε) Η χρήση διαφόρων παρασκευασμάτων από βό­τανα για τοπική ή συστηματική χρήση (εκχυλί­σματα, αφεψήματα, επιθέματα, υπόθετα, αλοιφές, κολλύρια κ.λπ.)
στ) Χειρουργικές μικροεπεμβάσεις σε εξωτερι­κές βλάβες (συλλογές ποικίλων χειρουργικών εργαλείων έχουν βρεθεί σε διάφορα Ασκληπιεία).
ζ) Χειροπρακτικές τεχνικές, μαλάξεις, κινησιο­θεραπεία κ.λπ.
η) Χρησιμοποίηση ζώων για εφαρμογή της «διά του λείχειν θεραπείας» (γλείψιμο εξέλκωσης ή πάσχουσας περιοχής).
θ) Η χρήση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, όπως η υποβοήθηση ή η πρόκληση ύπνου σε ειδικό χώ­ρο (εγκοίμησις), συχνά με τη χρήση κατάλληλων φυτικών παρασκευασμάτων. Τα όνειρα κατά τη διάρκεια του ύπνου στον ειδικό χώρο του Ασκλη­πιείου ερμηνεύονταν προς την κατεύθυνση της ε­πιδιωκόμενης θεραπείας. Επίσης κατά τη διάρκεια της εγκοίμησης μπορούσε να δοθούν συμβουλές, να γίνουν μικροεπεμβάσεις ή άλλων τύπων θερα­πευτικές ενέργειες.

Για την επίτευξη θεραπείαςγίνονταν, γενικά, συνδυασμοί των διαφόρων μεθόδων. Μετά τις κα­θαρτήριες και ψυχοστηρικτικές τελετές εισερχό­ταν ο ασθενής στον προσδιορισμένο χώρο. Όταν ήταν αναγκαίο, γινόταν μεταφορά του αρρώστου με φορείο. Ακολουθούσε η χορήγηση κατασταλτικών υπνωτικών παρασκευασμάτων και η εφαρμο­γή της θεραπείας. Ηεγκοίμηση δεν είχε εφαρμογή στο σύνολο των αρρώστων, αλλά μόνο σ’ εκείνους που είχαν μεγα­λύτερη πίστη και σεβασμό προς τα δρώμενα, ήταν δε ευκολότερα υποβολιμαίοι. Αρκετοί ασθενείς δεν κρίνονταν κατάλληλοι για εγκοίμηση και αντιμε­τωπίζονταν με άλλα μέσα.

Θυμίζουμε και την απομυθοποιητική των «δρωμένων» στα Ασκληπιεία σάτιρα του Αριστοφάνη, ο οποίος στον «Πλούτο» βάζει το δούλο του Χρεμύλου Καρίωνα να διακω­μωδεί τη νυχτερινή επίσκεψη του πρωθιερέα με την εντυπωσιακή ακολουθία του, ανάμεσα στους κατακείμενους προσκυνητές- ασθενείς. [12]Για τα θεραπευόμενα νοσήματα, τους ασθενείς και για τις εφαρμοζόμενες θεραπείες παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες από τα ιάματα, τις εγγραφές των περιστατικών σε πλάκες που υπήρχαν σε ειδικές θέσεις στα Ασκληπιεία. Ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας βρήκε στο Ασκληπιείο Επιδαύρου δυο από τις στήλες, οι οποίες χρονολογούνται από τον 4ο αι. π.Χ. και οι οποίες περιγράφουν 43 περιπτώ­σεις θεραπευθέντων. [13]

Η μεγάλη προσέλευση ασθενών στα Ασκληπι­εία, η αυξανόμενη με τα χρόνια εμπειρία, η καταγραφή των περιστατικών, συνέβαλαν στην πρό­σκτηση σημαντικών ιατρικών γνώσεων. Όμως η ια­τρική των Ασκληπιείων παρέμεινε ουσιαστικά κα­θηλωμένη από τη θρησκευτική φύση της. Όλα έ­πρεπε να αποδοθούν στο θεό, η θεραπεία ή η θε­ραπευτική αστοχία έπρεπε να περιβληθεί με διδακτικό χαρακτήρα, η γνώση δεν περνούσε από κρι­τική και η αμφισβήτηση ήταν απαγορευμένη. Ενδεικτικό είναι αυτό που γράφει ο Κοραής για τον Αλέξανδρο, πρωθιερέα του Ασκληπιείου του Πόντου: «οσάκις ήθελε να ιερουργήσει τας τελετάς του Ασκληπιού, επρόστασσε με φωνήν κήρυκος να εκβαίνωσιν από τον ναόν οι άθεοι, οι επικούρειοι και οι χριστιανοί. Τους αθέους και τους ε­πικούρειους [...] εφοβείτο ο πλάνος ως ολότελα ά­πιστους εις τας τερατουργίας του, και τους χριστια­νούς ως διδαγμένους [...] να διακρίνωσι τα ψευδή από τ’ αληθινά θαύματα».[14] Κι όμως, η αμφισβήτηση ήρθε από μέσα από τους ασκληπιάδες.

Πάλι κατά τον Κο­ραή, «ο μέγιστος αυτών εχθρός έμελλε να γεννηθεί από του Ασκληπιού τους απο­γόνους, και τα θανασιμώτερα κατά των ιε­ρέων βέλη έμελλαν να τοξευθώσιν από αυτό σχε­δόν το ιερόν του θεού των».[15]

Ο Ιπποκράτης, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες, την εχθρότητα και την πολεμική που δέχτηκε από το ιερατείο, έ­μελλε να οργανώσει την ιατρική εμπειρία με φιλο­σοφικό γνώμονα και να την ανεβάσει στην τάξη των επιστημών.
-----------------------
Υποσημειώσεις

[1] Κούζης Αρ. Π., Ιστορία της ιατρικής. Τύποις «Πυρσού». Αθήναι 1929.
[2] Σακελλαράκης I.A., Μουσείο Ηρακλείου. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982.
[3] Μαρινάτος Σπ., Η ιατρική κατά την αρχαίαν εποχήν. Αθήναι 1932.
[4] Πουρναρόπουλος Γ., Εισαγωγή εις τον Ιπποκράτη. Αθήναι 1967.
[5] Τσουκαντάς Γ., Η επίδρασις της διονυσιακής λατρείας στις Προιτίδες και ο Μελάμπους, (Αναδημοσίευση), Κασταλία, τεύχος 123-124, Ιαν. – Ιούν. 1996, σελ. 40-45.
[6] Πετράκος Β., Το Αμφιαράειο του Ωρωπού. Εκδ. Κλειώ, Αθήνα 1992.
[7] Ρηγάτος Γ., Τα βότανα στον πολιτισμό των Ελλήνων. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001.
[8] Μαμαλάκης Μ., Συμβολή στην ιατρική των ραψωδιών του Ομήρου.Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1977.
[9] Ρηγάτος Γ., Ομηρικές λέξεις στη σύγχρονη ιατρική. Κάκτος, Αθήνα 1996.
[10] Ρηγάτος Γ., Οι πολεμικές κακώσεις στην Ιλιάδα. [Εισαγωγικό κεφάλαιο στο βιβλίο] Ομήρου Ιλιάδα. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001, σελ. κε’- υγ’.
[11] Κούζης Αρ. Π., ό.π., Πουρναρόπουλος Γ., ό.π.
[12] Αριστοφάνης, Πλούτος. Εις: Aristophanis Comoedias. Edidit. Th. Berg. Vol. III. In Aedibus Teubueri, Lipsiai 1882, σελ. 227-326.
[13] Καββαδίας Π., To ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία ασθενών.Αθήναι 1900.
[14] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα. Εις: Ιπποκράτους το περί αέρων, υδάτων, τόπων κ.λπ. Εκ της τυπογραφίας Εβεράρτου. Εν Παρισίοις 1816. Βλέπε και: Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Τόμος Β’, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988.
[15] Ο.π.

Το λάθε βιώσας του Επίκουρου αποτελεί απόσυρση του πολιτικού;

Την πολιτική θέση του ο Επίκουρος, που δεν αποτελεί μία προσέγγιση μόνο της εποχής του, αλλά και του καιρού μας, τη συμπύκνωσε σε μία αποφθεγματικού χαρακτήρα φράση: Λάθε βιώσας. Το βασικό αυτό αξίωμα του Επίκουρου, δηλαδή να απέχει κανείς από τις δημόσιες υποθέσεις και τα αξιώματα της εποχής του, δεν ερμηνεύθηκε και δεν ερμηνεύεται με το κοινωνικό είναι της εποχής εκείνης. Η μη ενεργός συμμετοχή του Επίκουρου στα πολιτικά δρώμενα δεν αποτελεί μία πράξη πολιτικής απραγμοσύνης, διότι δεν είναι ο Επίκουρος, ο οποίος αδιαφορεί για τα της πόλεως, αλλά η πόλις είναι αυτή, η οποία με το να σήπονται[1] οι δημοκρατικοί της νόμοι, απεμπολεί την ιδιότητα του ατόμου ως πολίτη.[2] Ισχυρίζονται πολλοί μελετητές ότι ο επικουρισμός κατέτεινε προς τον ατομικισμό, ο οποίος προσδίδει μεγαλύτερη σημασία στα κεκτημένα δικαιώματα του ατόμου παρά στο γενικό καλό. Η ανωτέρω άποψη τείνει, πολλές φορές, να συμπλεύσει με την υπερλαϊκευμένη αντίληψη ότι σε περιόδους κοινωνικής σήψης το ατομικό συμφέρον[3] υπερακοντίζει την κοινωνική χειραφέτηση του ανθρώπου. [4]

Είναι γεγονός ότι, όταν υφίσταται κοινωνική παρακμή, δεν είναι δυνατόν να μεταβληθεί το κοινωνικό γίγνεσθαι, επειδή λείπουν οι κοινωνικές εκείνες δυνάμεις, οι οποίες δυνάμει θα μεταβάλλουν τις παραγωγικές σχέσεις. Κατά συνέπεια, δεν έχει σχηματισθεί το μαζικό κίνημα το οποίο βρίσκεται σε επαναστατική διαδικασία. Σ' αυτές τις κοινωνικές συνθήκες αυτοί που προκάλεσαν την κρίση τάσσονται υπέρ του ατομικισμού. Κι αυτό είναι ερμηνεύσιμο, διότι ο ατομικισμός δεν υιοθετεί την ύπαρξη αντικειμενικών δυνάμεων της ιστορικής νομοτελειακής εξέλιξης και κυρίως καταγίνεται με τη «σωτηρία της ψυχής» και όχι με την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων. Αποτελεί φυγή από το πραγματικό. Αποτελεί, στην ουσία, υιοθέτηση ενός ισχύοντος αρνητικού πραγματικού.[5]

Ο Επίκουρος, όταν δίδασκε ότι ορθόν και σώφρον εί­ναι να μην αναμειγνύεται[6] κανείς στις δημόσιες υποθέσεις και να μην ταυτίζεται με το απαθές και αλλοτριωμένο πλήθος, δεν το έπραττε από ατομικιστική διάθεση, αλλά από βαθιά πεποίθηση ότι ο αγώνας για τη ελευθερία αποσκοπεί στη δημιουργία αδιάφθορων ανθρώπων. Είναι γνωστόν ότι σε εποχές κοινωνικής παρακμής η κυρίαρχη δημόσια εξουσία διαφθείρει τα πάντα και τους πάντες, διότι το πλήθος δεν έχει αποκτήσει κοινωνική, αλλά ούτε και ατομική συνείδηση. Παράλληλα, ο Επίκουρος με τη διαφωτιστική αποστολή του, στόχευε ώστε το πολιτικό του μήνυμα, αν ήταν δυνατόν, να διεισδύσει στις ανθρώπινες μάζες. Και τούτο διότι ο διαφωτισμός εκφράζεται ad hominem, στη συνέχεια είναι δυνατό να γίνει κτήμα των μαζών και να μεταβληθεί σε υλική δυναμική για τη μετάβαση σ' ένα κόσμο καλύτερο, σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, όταν δηλαδή θα είναι ώριμες οι αντικειμενικές συνθήκες. Μέσα σε συνθήκες, όπου η πόλις εσήπετο, πιο επαναστατική πολιτική πράξη δεν υπάρχει. Γι αυτό και ο Κήπος του Επίκουρου έγινε προπύργιο για την ελευθερία και την κοινωνική αλλαγή και πρόοδο.

H μαχητική αυτή στάση του Επίκουρου δεν κατανοήθηκε, αλλά τουναντίον παρανοήθηκε σκανδαλωδώς.[7] Πρέπει να υπογραμμισθεί[8] ότι η στάση του Επίκουρου προς την εποχή του δεν ήταν μία στάση ευπειθής. Αυτή η συνειδητή συμπεριφορά του προσδιόριζε και την εν γένει θέση του προς την κοινωνία: ήταν απορριπτική, γι' αυτό και καταπολεμήθηκε.[9] Πολλοί πολέμιοί του έγραφαν εις βάρος του κατάπτυστα κείμενα.[10] Μάλιστα έφθασαν στο σημείο να γράφουν επιστολές με διαστρεβλωτικό χαρακτήρα και να τις διακινούν ως έργα του στον κόσμο.[11] Με μένος κατέστρεψαν τό συγγραφικό του έργο, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην έχουν διασωθεί τα έργα του Περί Αιρέσεων και Φυγών και Περί Βίων, στα οποία ο Επίκουρος ανέπτυξε διεξοδικά την πολιτική του θεωρία.

Οι επικούρειοι πρότασσαν τη φιλοσοφία του, την ίδια τη δομή του Κήπου και κυρίως τη κοινωνική συμπεριφορά τους. Όλα αυτά υπαγορεύουν ένα εναλλακτικό πρότυπο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, στις δεδομένες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες της παρηκμασμένης εκείνης εποχής, το οποίο εμπνέει τον κόσμο και την πολιτική ζωή. μίας οργάνωσης, που στηρίζει τις αξίες -κοινωνικοποίηση, δικαιοσύνη, φιλία και αποβλέπει στην επανασύσταση της communitas μεταξύ των ανθρώπων (την πόλιν εν πόλει), η οποία θα προσδώσει ανθρωπολογικό νόημα στην αναζή­τηση της ευδαιμονίας.[12] Η μέγιστη άσκηση της συνειδητής ελεύθερης βούλησης, η οποία καθορίζει τον τόπο της ανθρώπινης ελευθερίας, πραγματώνεται και αντικειμενοποιείται στο δεσμό της φιλίας που συνδέει το ένα άτομο με το άλλο. Η φιλία, η πράξη αυτή ελευθερίας αποτελεί την πιο νοηματοδοτημένη ανθρώπινη παρέγκλισιν. Η σχολή του Επίκουρου θεωρείται ως μία συλλογική παρέγκλισις, η οποία στοχεύει να ανασυντάξει την κοινωνική και πολιτική διάσταση της ανθρώπινης ζωής[13] σε όλους τους τομείς, κοι­νωνικούς και πολιτικούς, που στο εσωτερικό της πραγματώνονται οι ανάγκες της. Καταφαίνεται, λοιπόν, ότι ο επικουρισμός ασκούσε μία ριζοσπαστική αλλά και εκλεκτικιστική κριτική της πολιτικής ζωής. Η δε κριτική του στάση απέναντι στις δημόσιες πολιτικές θέσεις αποτελεί μία γενναία πολιτική θέση την εποχή εκείνη και τούτο, διότι οι επικούρειοι δεν υιοθετούσαν μία απολιτική στάση απέναντι στα πολιτικά πράγματα, όπως συχνά τους καταλογίζεται. Και αυτό είναι προφανές, εφόσον οι επικούρειοι δεν αμφισβητούσαν κοινωνικούς θεσμούς και συμβάσεις.

Ως υλιστής, όμως, γνωρίζει ότι η συνείδηση εξαρτάται από εξωτερικά αίτια. Κατά αυτόν τον τρόπο πιστεύει ότι οι εξωτερικοί εχθροί με τη δεδομένη πολιτειακή μορφή της εποχής εκείνης πρέπει να καταστραφούν.[14] Η προσπάθεια αυτή της αποδόμησης αποτελεί ύψιστη επαναστατικά πολιτική πράξη, και η επικούρεια καταδίκη της κοινωνίας απλώνεται εξ ολοκλήρου στην πόλιν του 3ου π. X αιώνα:[15] Υπάρχουν περίοδοι της ιστορίας, όπου η κοινωνική και πολιτική ζωή έχουν τόσο ευτελισθεί, προκαλώντας πάρα πολλά δεινά, ώστε αυτή η εκτροπή φαίνεται ότι είναι μία συνεχής κατάσταση της συλλογικής ζωής. Αν η πολιτική-κοινωνική ζωή αποτελεί το μόνο φυσικό νόμο για τον άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος δε συμπλέει με τους νόμους της φύσης. Αλλά, αν αυτή αποτελεί μία σύμβαση, ο άνθρωπος μπορεί να εξακολουθήσει μέσα από τον Κήπο εκ νέου τη φύση, την οποία αποδήμησε η υπάρχουσα πολιτική ζωή, πιστεύοντας ότι μέσα από την κοινότητα μπορεί να αναδυθεί μία συλλογική ευδαιμονία με κοινωνικο-πολιτικές προεκτάσεις που θα μπορούσε να επεκταθεί και να αποκτήσει έναν οικουμενικό χαρακτήρα.

Πολλοί μελετητές[16] ισχυρίζονται ότι αυτή η στάση του Επίκουρου να ζει ο σοφός λάθρα μακράν των δημοσίων υποθέσεων, εκπορευόταν από τον πολιτικό κάματο της εποχής του. Αυτό είναι δυνατόν να θεωρηθεί εν μέρει ορθό, ο ίδιος, όμως, είχε διίδει ότι το πολιτικώς διάγειν της εποχής του συνιστούσε αποφατική δράση, αποτελούσε αιτία για τον εκμαυλισμό των ανθρώπων, και εξαιτίας της συγκεκριμένης παρηκμασμένης πολιτικής δράσης o λαός μετατρεπόταν σε ένα απρόσωπο, χωρίς βούληση και ταυτότητα πλήθος. Συναφώς, η πολιτική θέση δεν αποτελούσε μία παθητική απολιτική στάση, αλλά μία συνεπή πολιτική θέ­ση-πρόταση, που ανέπτυσσε μία συγκεκριμένη στρατηγική[17] απέναντι στο πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής του. Δεν επιζητούσε την αποχή, τη φυγή, αλλά μετά παρρησίας λάμβανε θαρραλέα θέση στο πιο καίριο πρόβλημα της εποχής του, το πρόβλημα των δούλων. Η μη αποδοχή του θεσμού της δουλείας αποτελεί μία πρωτοποριακά διαφωτιστική πολιτική πράξη. Για τον Επίκουρο, οι δούλοι ήταν άνθρωποι,[18] και όχι πράγμα ή εργαλείο.[19]

Είναι δυνατόν να εμφανισθεί -ίσως τεθεί το ερώτημα-ο επικούρειος διαφωτισμός, σε μία εποχή, κατά την οποία μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι εξέλιπε κάθε δυνάμει επαναστατική πράξη;[20] Το ζήτημα του επικούρειου διαφωτισμού άπτεται του προβλήματος της σχέσης που υφίσταται ανάμεσα στο κοινωνικό είναι και τη συνείδηση. Ο διαλεκτικός υλισμός[21] αυτή τη σχέση την είδε ως σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης. Οι δε απόψεις μίας ιστορικά δεδομένης κοινωνίας αποτελούν την έκφραση των αντιθέσεων που εγκλείει το κοινωνικό[22] είναι το οποίο είναι απότοκο της σύγκρουσης μεταξύ των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων κάθε ιστορικής εποχής. Η δυναμική πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ κοινωνικού είναι και συνείδησης, πέραν της πρωταρχικότατες του κοινωνικού είναι, διαμορφώνει το πραγματικό.[23] (Βέβαια, ο Επίκουρος, δεν προχώρησε σε κά­ποια κοινωνιολογική ανάλυση για τη σχέση μεταξύ κοινωνικού είναι και συνείδησης).

Ο επικούρειος διαφωτισμός, συνεπώς, καταδεικνύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να προτρέξει της εποχής του. Ο διαφωτισμός συμπλέει με την ιστορική πράξη της οιονεί κίνησης για τη γένεση του νέου, βελτίονος και πιο ελεύθερου από το παλαιό.[24] Η πράξη αυτή αποτελεί ύψιστη πολιτική πράξη, επαναστατική πράξη. Ο Επίκουρος έχει αντι­ληφθεί ότι η πόλις νοσεί και δεν είναι δυνατόν να ιαθεί με τις υπάρχουσες απόψεις πολιτικών και φιλοσόφων. Καμία ουτοπιστική πολιτεία (κυνική, πλατωνική, στωική) δε δύναται να ανασύρει την πόλιν από τα ερείπειά της. Η επικούρεια θέση σ' αυτό το σημείο είναι κατηγορηματική. Μάλιστα στο επίπεδο της ενυπόστατης αυτοσυνειδησίας, η στάση του Επίκουρου έναντι της πολιτικής, μπορεί να κατανοηθεί και ως μία αντανακλαστική αντίδραση προς τις πολιτικές θέσεις των φιλοσόφων από τον Πυθαγόρα ως τον Αριστοτέλη.[25] Με την αυστηρή του κριτική για τα πά­ντα και τη συνεχή προσπάθεια για την ορθή γνώση της φύσης και της κοινωνίας, ο Επίκουρος οδηγείται από την ανελευθερία στην ελευθερία, από την στείρα υποτέλεια του ατόμου στην υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, την ελευθερία.[26] Οι παράγοντες, οι οποίοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση της πολιτικής στάσης του Επίκουρου εντοπίζονται στην ταξική διάρθρωση της εποχής εκείνης, η οποία καθόριζε τον κόσμο, αυτόν στον οποίο γεννήθηκε και έδρασε ο Επίκουρος. Ο φιλόσοφος, αγωνιζόταν για τη δημιουργία μίας οικουμενικότητας, που θα στηριζόταν στη κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη και στη ο­ποία ο Άνθρωπος θα αποτελούσε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, και συγκεκριμένα αυτός που ακολουθεί την επαναστατική τάση της εποχής του, δύναται ορθώς να αξιολογήσει τη φιλοσοφική προσφορά του Επίκουρου σ' αυτό τον τομέα. Όταν ένα κοινωνικό σύστημα βρίσκεται σε γενική κρίση, η συμμετοχή στη δημόσια ζωή αποτελεί μία μη πολιτική πράξη. Γι αυτό και ο Επίκουρος, ο οποίος έζησε σε μία ανάλογη ιστορική περίοδο, υιοθέτησε την απόρριψη της συμμετοχής στην υπάρχουσα δημόσια ζωή.[27] Παράλληλα, προέτρεπε τη μη ταύτιση και την αποχή από το άβουλο πλήθος που αποτελεί την κύρια δύναμη για την ανάπτυξη της δημόσιας ζωής σε ιστορικές περιόδους κοινωνικής παρακμής.[28] Ευλόγως, μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί, αν είναι δυνατόν να υπάρξει επαναστατικά πολιτική πράξη, έξω και πέραν των πλαισίων της δημόσιας ζωής και των πολιτικών σχέσεων. Και όμως είναι δυνατόν να υπάρξει, διότι, αν δεν υπήρχε, θα οδηγούμαστε σε κοινωνική αποτελμάτωση. Στο ιστορικό γίγνεσθαι δεν επέρχεται καμία κοινωνική αλλαγή μέσα στο πλαίσιο της διεφθαρμένης δημόσιας ζωής. Αντιθέτως, αυτή επέρχεται με την κάθετη αντίσταση και ρήξη.

Αναμφισβήτητα, οι πολιτικές θέσεις του Επίκουρου δεν απευθύνονται στην υπάρχουσα κυρίαρχη ιδεολογία. Απευθύνονται στις εκάστοτε δυνάμει επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνίας, σε εκείνες τις δυνάμεις, οι οποίες συνειδητά αγωνίζονται για την έλευση της ιστορικής εκείνης εποχής, κατά την οποία δε θα υπάρχει κοινωνική αδικία.[29]

«Οι άνθρωποι, όντας κοινωνικοποιημένοι, θα γίνουν κύριοι της φύσης, του εαυτού τους, ελεύθεροι».[30]

Με το λάθε βιώσας, ο Επίκουρος δεν αποσυρόταν από την πολιτική ζωή, αλλά στρεφόταν εναντίον της ιδιότητας του ατόμου-πολίτη. Διότι, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους με την πολιτειακή και όχι την πολιτική ζωή. Δεν είναι το σύνολο των ατόμων-πολιτών που συντηρούν την πολιτεία, αλλά η πολιτεία η οποία διατηρεί τη ζωή των πολιτών. Γι' αυτό και ο φιλόσοφος δε συνιστούσε μία ζωή ανέμελη, αλλά μία ζωή πολιτική δράσης, συνεπώς μία ζωή έξω από το πλαίσιο του συγκεκριμένου πολίτη, που ακλούθησε την κατάπτωση της Αθήνας, της αποτυχίας της ως πόλεως.

Και στην προκείμενη περίπτωση ο Επίκουρος προπορεύθηκε της εποχής του.[31] Διότι η εποχή της κοινωνίας, στην οποία τα άτομα θα είναι ελεύθεροι άνθρωποι και ο συνδετικός κρίκος μεταξύ τους θα είναι η ελεύθερη πολιτική ζωή, εξακολουθεί να είναι υπόθεση του παρόντος και του μέλλοντος. Κι αυτό που εφάρμοσε μέσα στον Κήπο του ο Επίκουρος προϋπέθετε ανεπτυγμένη κοινωνική-πολιτική συνείδηση για την πορεία του ανθρώπου και στόχευε στην απελευθέρωσή του από τα συγκεκριμένα πολιτικά δεσμά, τα οποία τον κρατούν μέσα στην ανελευθερία. Διότι η ευδαιμονία, το ύψιστο τέλος της ανθρώπινης ζωής συμπλέει με την αυτονομία και την ελευθερία του ανθρώπου. Το λάθε βιώσας, επομένως, δικαιώνεται στον Επίκουρο ως έλλογη επίθεση κατά της αλλοτρίωσης, κοινωνικής και πολιτικής, στην Αθήνα του τέλους του 4ου αιώνος.[32] Και επιβάλλεται να επαναληφθεί και να υπογραμμισθεί μετά το τέλος ενός αιώνος, ο οποίος εβίωσε τις διαβρωτικές συνέπειες του πελοποννησιακού πολέμου και της απώλειας της πολιτικής και πολιτισμικής πρωτοβουλίας. [33]

Σήμερα, στην εποχή της κοινωνικής σήψης, της πολιτικής διαφθοράς και οικονομικής κατάρρευσης, απαιτείται μία αναδόμηση του κοινωνικού είναι, μία πολιτική ουσιαστικής αντίστασης, μία επικούρεια κριτική και αμφισβήτηση των πάντων. Απαιτείται να σταματήσουμε τα σχέδια εκείνων που μας έθιξαν την εθνική μας ανεξαρτησία και μας οδήγησαν στα όρια της φτώχειας. Είναι μύθος ότι, όπως στην εποχή του Επίκουρου έτσι και σήμερα, εφησυχάζουμε, ιδιωτεύουμε. Πρέπει αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε τα σημερινά προβλήματα και αυτό θα το πετύ­χουμε με την άμεση στροφή προς ένα νέο τρόπο πολιτικής σκέψης και δράσης, έξω από τις υπάρχουσες πολιτικές δομές, που να αξιοποιεί τις ικανότητες, τις γνώσεις και τις δεξιότητες όλων μας, για να υπηρετήσει το σύνολο, για να δημιουργηθεί μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης. Είναι απαραίτητο να οργανώσουμε ένα συνασπισμό αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας, και ενεργού λήψης αποφάσεων σε κάθε γειτονιά και κάθε περιοχή που να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τα υπάρχοντα προβλήματα της κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Πρέπει ο σημερινός φιλόσοφος να μην περιορίζεται στην ακαδημαϊκή του απομόνωση, αλλά να αναλάβει ένα πρωτοποριακό-κοινωνικό πολιτικό ρόλο, που θα αποσκοπεί στην αφύπνιση της κοινωνικής συνείδησης, ώστε ο άνθρωπος να αποτελέσει ενεργό υποκείμενο και να εξέλθει, κατά την καντιανή ρήση, από την ανωριμότητά του, για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος.

Είναι προφανές ότι σήμερα είναι αδύνατον να δοθεί οποιαδήποτε λύση από τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, τα οποία για να μπορέσουν να συμβάλλουν στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, πρέπει να ανασυγκροτηθούν σε άλλη πολιτική βάση και με προοπτική το όφελος του λαού. Στη σημερινή εποχή, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός φορέα που θα αποτελούν, κυρίως οι φιλόσοφοι και οι άνθρωποι των γραμμάτων εν γένει, οι αγανακτισμένοι, οι αδικημένοι, και οι νέοι με αποφασιστικότητα και θα αποσκοπεί στην έξοδο της χώρας μας από την κοινωνική κρίση. Κάθε Έλληνας πολίτης με κριτήρια ήθους, εργατικότητας, αφιλοκερδούς κοινωνικής προσφοράς και υψηλής πολιτικής διορατικότητας και με γνώμονα το γενικό καλό, πρέπει να επιφέρει καίριο πλήγμα στη διαφθορά του πολι­τικού συστήματος, γιατί δεν αντέχουμε η Ελλάδα να μας πληγώνει άλλο.
----------------------------
[1] Ψυρούκης, Ν., Ο Επίκουρος και η Εποχή μας, Eπικαιρότητα/ Αθήνα 1984, σσ. 33 - 34.

[2] Bailey, C., The Greek Atomists and Epicurus, Clarendon Press, Oxford 1928, σ. 138.

[3] Seneca, De Otio, 30, 2, στο Επίκουρος, Ηθική, εισ. - μτφρ. - σχόλ. Ζωγραφίδης, Γ., Εξάντας, Αθήνα 1992, σ. 176.

[4] Sharpies, R. W., Στωικοί, Επικούρειοι και Σκεπτικοί, μτφρ. Μ. Λυ-πουρλή, Μ. - Αβραμίδης, Γ., Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 137-138.

[5] Ψυρούκης, Ν., όπ.π., σ. 35.

[6] Plutarchus, Uit. Pyrri 20, στον H. Usener, όπ. π., σ. 327.

[7] Όπ.π., 31, σ. 1125 c, στον H. Usener, όπ. π., σ. 554.

[8] Horatius, Epist., 1,17,10, στον H. Usener, όπ. π., σ. 327,17.

[9] Ouidius, Trist., III, 4, 25, στον H. Usener, όπ. π., σ. 327, 18.

[10] Philostratus, Uit. Apolonii, VIII, 28, σ. 368, στον H. Usener, όπ.π., σ. 327

[11] Gassendi, P., Diogenii Laertii, Cum Nova Interpretatione et Notis στα Opera Omnia, Lyon 11658, Stuttgart 1964. Χ, 3.

[12] Gassendi, P., όπ. π., Χ, 3.

[13] Κοέν, Α., Η Φιλοσοφία του Επίκουρου: Άτομα, Ηδονή, Αρετή, μτφρ. Δημόπουλος, Στ., Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 177-178.

[14] Επικούρου Προσφώνησις, όπ.π., 11.

[15] Επικούρου Προσφώνησις, όπ.π, 51.

[16] Ψυρούκης, Ν., όπ.π., σ. 55. Και Purinton, J., "Epicurus on the Nature of the Gods", Oxford Studies in Ancient Philosophy, τ. 21 (2001), σσ. 181-223.

[17] Ψυρούκης, Ν., όπ. π., σ. 56 - 57 και C. Ruijgh, "A Propos de Lathe Biosas: La Valeur de L' Imperatif Aotiste", Hyperboreus, τ. 6 (2000), σσ. 325-348.

[18] Steckel, H., "Epicuros", Paulys Real: Encyclopadie der Classischen Alter-tums Wissenschaft, τ. 6 (1968), σσ. 579-652.

[19] Konstan, D., Some Aspects of Epicurean Psychology, E. G. Brill, Leiden 1973 (Philosophia Antiqua, 25), σ. 39.

[20] Ψυρούκης, Ν., όπ.π., σ. 40-41.

[21] Όπ.π., σ. 23.

[22] Όπ.π., σ. 65.

[23] Όπ.π., σ. 64.

[24] Όπ.π., σ. 45.

[25] Fisher, B., The Sculpted Word: Epicureanism and Philosophical Recruit­ment in Ancient Greece, University of California Press, Berkeley 1982, σ. 33.

[26] Α. Β. Ράνοβιτς, Ο Ελληνισμός και ο Ιστορικός του Ρόλος, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ινστιτούτο Ιστορίας, Ο Σύγχρονος, Αθήνα 1954, σ. 22.

[27] Sinclair, T. Α., Η Ιστορία της Ελληνικής Πολιτικής Σκέψης, Παπα-ζήσης, Αθήναι 1969, σ. 373.

[28] Gassendi, P., Diogenii Laertii, όπ.π., Χ, 4 κ.ε.

[29] Επικούρου Προσφώνησις, ό.π.π., 66, μτφρ. Ψυρούκης, Ν., όπ.π.

[30] Κατά παράθεση Ψυρούκη, Ν., όπ.π., σ. 57.

[31] Όπ.π., σ. 56.

[32] Όπ.π., σσ. 57 - 58.

[33] Όπ.π., σσ. 58 - 59.

Μια πολιτισμική γενοκτονία που βαφτίστηκε «Eλληνοχριστιανικός πολιτισμός».

Μετά τη ρωμαϊκή θεομηνία που σάρωσε τους Eλληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς επέρχεται ο χριστιανικός τυφώνας, νέα συμ­φορά για τα ανεπανάληπτα δημιουργήματα του κλασσικού πολιτισμού.
 
Πραγματικά, οι τρομακτικότεροι βανδαλισμοί κατά των αρχαίων ελληνικών μνημείων και έργων τέχνης θα διαπραχθούν μετά την επικράτηση του χριστιανισμού σε Ανατολή και Δύση.
 
Οι κατα­στροφές των κατακτητικών εκστρατειών και των πολεμικών συγκρούσεων από Πέρσες, Ρωμαίους, Φράγκους, Οθωμανούς είναι ασή­μαντες αν συγκριθούν με τον αφανισμό των καλλιτεχνικών θησαυρών στους πρώτους πέντε χριστιανικούς αιώνες.
 
Πυρ και σίδηρος για τους αρχαίους ναούς και τα αγάλματα, για τα κλασσικά κείμενα και τις βιβλιοθήκες.

Ήταν οι χειρότεροι βανδαλισμοί της ιστορίας.
 
Η πολιτι­κή και η εκκλησιαστική εξουσία δεν στάθηκε ικανή να διαχωρίσει τη θρησκευτική πίστη από την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία.
 
Η απόρριψη της παλαιάς θρησκείας συνακολουθείται από τον διωγμό και τον όλεθρο του αρχαίου πολιτισμού.
 
Με εντολή ή συνέργεια των ηγεμόνων του κράτους και της εκκλησίας, οι νεοπροσήλυτοι χριστιανοί συντρίβουν με σφύρες ή πυρπολούν έργα τέχνης, γκρεμίζουν μνημεία, ρίχνουν στο χυτήριο τα χρυσά και αργυρά καλλιτεχνήματα.

Οι αρχαίοι ναοί, όταν δεν κατεδαφίζονται ή δεν καταερειπώνονται με την αφαίρεση της στέγης, μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλη­σίες.
 
Αλλά όχι όλες.

Όπως είναι γνωστό, ο προορισμός του αρχαίου ελληνικού τεμένους δεν ήταν η συγκέντρωση πιοτών στο εσωτερικό αλλά η εκπλήρωση ορισμένων θρησκευτικών τελετουργιών.
 
Περιορισμένος ο χώρος δεν επαρκούσε για μεγάλη σύναξη, για λειτουργίες και κηρύγματα.
 
Σε χριστιανικούς ναούς θα δια­μορφωθούν κυρίως οι βασιλικές, τα ορθογώνια ρωμαϊκά αρχιτεκτονήματα με τις εσωτερικές στοές και τα κλίτη.

Η επικράτηση του χριστιανισμού δεν έγινε παντού με ελεύθερο και ειρηνικό ενστερνισμό των νέων θρησκευτικών ιδεών αλλά και με βίαιη παρέμβαση της εξουσίας, με τρομοκρα­τία και ωμότητες, το ίδιο αποτρόπαιες με τις ρωμαϊκές κακουργίες εναντίον των χριστιανών.

Το πέρασμα από τη μια θρησκεία στην άλλη συνοδευόταν από αναστατώσεις και κρίσεις, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, ηθικές με θύματα τα μνημεία ενός περίλαμπρου πολιτι­σμού.
 
Επιβάλλεται γι' αυτό μια σύντομη επισκό­πηση της μεγάλης Αλλαγής που σημειώθηκε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και μια περιγραφή του δραματικού σκηνικού.
 
Η μελέτη των πηγών οδηγεί στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι θησαυροί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που είχαν διασωθεί από τη ρωμαϊκή διαρπαγή αντιμετώπισαν το καταστροφικό χριστιανικό μένος σε Ανατολή και Δύση. Οι συμφορές που προκάλεσε το χριστια­νικό ιερατείο ξεπερνούσαν συχνά τα δεινά που επέφεραν οι βαρβαρικές επιδρομές.
 
Χωρίς τον καταστροφικό ζήλο της νέας εξουσίας - πολι­τικής και εκκλησιαστικής - τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης θα έλαμπαν ακόμα ακέραια - με τη φθορά που επιφέρουν ο χρόνος και τα φυσικά στοιχεία - και όλα τα έργα των αρχαίων διανοητών θα επιζούσαν, κτήμα της ανθρωπό­τητας.
 
Σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, που όχι μόνο ανεχόταν τις ξένες λατρείες αλλά υιοθετούσε αλλόφυλες θεότητες - δεν υπήρχε άλλωστε ούτε δογματικό πλαίσιο ούτε εξουσία του ιερατείου - οι χριστιανοί αρχηγοί και ιερα­πόστολοι επέδειξαν πνεύμα φανατισμού και αδιαλλαξίας που οδηγούσε συχνά σε εξόντωση των αντιφρονούντων και εξαφάνιση των θρη­σκευτικών τους συμβόλων.

Ακολουθούσαν την εβραϊκή παράδοση της ιδεολογικής μονοκρα­τορίας.
 
Ο προφήτης Ηλίας, με θεϊκή εντολή, θανατώνει τους ιερείς του Βάαλ, θεού των Φοινίκων και τωνΧαναναίων.
 
«Και είπεν Ηλίου προς τον λαόν συλλάβετε τους προφήτας του Βάαλ, μηδείς σωθήτω εξ αυτών και συνέλαβον αυτούς, και κατάγει αυτούς Ηλιου εις τον χεί-μαρρον Κισσών και έσφαξεν αυτούς εκεί».
 
Οι Έλληνες όμως είχαν εντάξει τον Βάαλ στον δικό τους θρησκευτικό κύκλο ταυτίζοντας τον με τον Κρόνο και τον Δία.

Στους πρώτους τρεις αιώνες ο χριστιανισμός θα παραμείνει μειοψηφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
 
Το ρεύμα θα δυναμώσει όταν θα ανακη­ρύξει ο Κωνσταντίνος τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.
 
Ωστόσο η νέα θρησκεία δεν διαδόθηκε με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλες τις περιοχές.
 
Είχε θερμές απηχήσεις περισσότερο στους ελληνόφωνους πληθυ­σμούς παρά στους Λατίνους, περισσότερο στα αστικά κέντρα παρά στις αγροτικές περιοχές, περισσότερο στις κατώτερες και μεσαίες τάξεις παρά στις ισχυρές και προνομιούχες.

Οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών, πιστοί πάντοτε στις παραδόσεις, αντιστέκονται εμμέ­νοντας στην πατροπαράδοτη πίστη και ιδεο­λογία.
 
Ακόμα και στον έκτο και έβδομο αιώνα η παλαιά λατρεία ήταν ακόμα ζωντανή στους αγροτικούς πληθυσμούς που θεωρούσαν τους αρχαίους θεούς προστάτες της παραγωγής, των κοπαδιών και της υγείας.

Η αγροτική μάζα ήταν αδρανής και παθητική μ' όλο που την απομυζούσαν η κρατική εξουσία και οι φεουδάρχες.
 
Υποτασσόταν χωρίς αντίστα­ση στους δυνάστες της.
 
Το 90% των αυτοκρα­τορικών πόρων επί ρωμαιοκρατίας προερχόταν από τους αγροτικούς φόρους, και τα πλούτη των ανώτερων τάξεων από την εκμετάλλευση των δουλοπάροικων στις γαιοκτησίες.

Σπανιότατες οι εξεγέρσεις πληθυσμών της υπαίθρου. Όταν στον Δ αιώνα απαγορεύθηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκε δυναμική αντίδραση στις επιδρομές κατά των ιερών.
 
Η διείσδυση του χριστιανισμού στον αγροτικό κόσμο θα προχωρήσει με αργούς ρυθμούς και θα ολοκληρωθεί στον Ζ' αιώνα.

Επειδή δεν υπήρχαν στις αγροτικές περιο­χές συμπαγείς πληθυσμοί για να προβάλουν αντίσταση, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές εκστρατείες όλα τα σύμβο­λα των αλλοθρήσκων. Κατακρήμνιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας από γενιά σε γενιά, τρομοκρα­τούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαι­θρο, σκόρπιζαν την απόγνωση, προκαλούσαν κοινωνική αναστάτωση και οικονομική κρίση.
 
Έπεφτε η παραγωγή, περιορίζονταν τα κρατικά έσοδα, στέρευε η κυριότερη πηγή φορολογίας.
Τις τραγικές συνέπειες των χριστιανικών επι­δρομών στις αγροτικές περιοχές καταγγέλλει ο Λιβάνιος στην περίφημη επιστολή του προς τον Θεοδόσιο Α. Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνια­σμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο.
 
Οι ναοί, αυτοκράτορα μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους.
 
Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν καθώς χάνουν το θάρρος τους.
 
Και το αποτέλε­σμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το δημόσιο.

Οι τοπικές εκκλησιαστικές Αρχές στρέφο­νταν εναντίον των ανυπεράσπιστων καλλιερ­γητών και χάλκευαν ψευδείς κατηγορίες για τη δήμευση των αγρών τους. Από τη μια μεριά οι εργατικές μέλισσες, γράφει ο Λιβάνιος, κι από την άλλη οι κηφήνες. Επιχειρούν τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του «σωφρονισμού» επιδίδονται σε ληστείες.

Αυτές οι βαρβαρότητες προκάλεσαν συσπει­ρώσεις και αντίσταση των γεωργικών πληθυ­σμών.
 
Ανησυχώντας η εκκλησιαστική ηγεσία απευθύνεται στην αυτοκρατορική εξουσία και εισηγείται τον βίαιο προσηλυτισμό των αγρο­τών.

Ο Ιωάννης Χρυσόστομος καλεί τους γαι­οκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και κολλήγους στα φέου­δα τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες.
 
Ο διαβόητος Ιωάννης της Εφέσου (ΣΤ αι.) καυχιέται ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία - με την τρομοκρατία και τον κνούτο - βάφτισε 70.000 "ειδωλολάτρες".
 
Στη Δύση, ο πάπας Γρηγόριος, ο επιλεγόμενος Μέγας (Ε'αι.), διαπίστωσε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν, καταβάλλοντος ένα είδος φόρου, τον κυβερνήτη του νησιού, για να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.

Συχνά η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία εξαπέλυε άγριους διωγμούς κατά των πιστών της παλαιάς θρησκείας επιστρατεύοντας τη συκοφαντία.
 
Επειδή απαγορεύονταν, με διά­ταγμα του Κωνσταντίνου, οι θυσίες στα ιερά με την απειλή δημεύσεως περιουσιών, πολλοί χρι­στιανοί, όπως γράφει ο Λιβάνιος, κατέφευγαν σε ψευδείς καταγγελίες για να ενοχοποιήσουν τους αγρότες.

Μαζεύονταν οι γεωργοί για να διασκεδάσουν και έσφαζαν ένα αρνί ή ένα μοσχάρι. Αμέσως οι χριστιανοί τους κατηγο­ρούσαν ότι «έθυσαν», ότι έκαναν ειδωλολατρι­κή θυσία παραβιάζοντας τον αυτοκρατορικό νόμο.
 
Αν μάλιστα τραγουδούσαν αντιμετώπιζαν τη βαρειά κατηγορία ότι ανέμελπαν ύμνους στους αρχαίους θεούς.

Τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύο­νταν και οι αναπότρεπτες κοινωνικές αναταρα­χές έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο στην αναμέτρηση των δύο θρησκειών και υποδαύλιζαν τους βαν­δαλισμούς.
 
Αυτή την πλευρά των αντιθέσεων - τα οικονομικά συμφέροντα - αποκαλύπτει η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο απόστολος Παύλος κατά την προσηλυτιστική του περιοδεία στη Μ. Ασία.
 
Στην 'Εφεσο ξεσηκώθηκε μέγα πλήθος και εμπόδισε την είσοδο του στο θέατρο.
 
Γιατί;
 
Κάποιος Δημήτριος «αργυροκόπος» που διατηρούσε βιοτεχνία κατα­σκευής ομοιωμάτων του ναού της Αρτέμιδος και απασχολούσε μεγάλον αριθμό τεχνιτών, συγκέντρωσε τους εργαζόμενους και τους προειδοποίησε ότι κινδυνεύουν να μείνουν άνεργοι αν επικρατήσει ο χριστιανισμός.
 
Το ιερό της Εφέσου θα σβήσει και θα δυστυχήσουμε.
 
Η πόλη αναστατώθηκε. «Ακούσαντες δε και γενόμενοι πλήρεις θυμού έκραζον λέγοντες:
 
Μεγάλη η Άρτεμις Εφέσου». Ξεσηκώθηκαν οι κάτοικοι «και επλήσθη η πόλις όλη συγχύσεως· ώρμησαν δε ομοθυμαδόν εις το θέατρον».

Ο Λιβάνιος, στην έκκληση του προς τον αυτο­κράτορα Θεοδόσιο για προστασία των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης από τις βαρβαρότη­τες των χριστιανών, υπενθυμίζει τους διωγμούς των αλλοθρήσκων ιερών από τον Κωνσταντίνο.
 
Δεν περιορίσθηκε στις βεβηλώσεις και ανατρο­πές βωμών και στον εμπρησμό και το κλείσιμο των αρχαίων ιερών αλλά και μετέτρεψε ναούς σε πορνεία. Καταγγέλλει επίσης ότι ο διωγμός της παλαιάς θρησκείας είχε ταπεινά ελατήρια.
 
Απέβλεπε δηλαδή στην αρπαγή της περιουσίας των αρχαίων ναών και διανομή της στους ευνο­ουμένους της εξουσίας.

Οι ιεράρχες και ιεραπόστολοι εμπνέονταν στο μένος τους κατά των αγαλμάτων και έργων τέχνης της παλαιάς θρησκείας από την ιδεολογία της εβραϊκής λατρείας που κατα­δίκαζε τα «είδωλα», τονανθρωπομορφισμό, την αναπαράσταση μορφών σε άψυχη ύλη.
 
«Επικατάρατος πας άνθρωπος ος ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίω έργον χει­ρών τεχνίτου».
 
Παραμερίζοντας τη διδασκαλία της ευαγγελικής αγάπης, του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, επικαλούνται την μήνιν του ιουδαϊκού θεού κατά των λατρευτικών αντι­κειμένων των άλλων θρησκειών, τις αρές των προφητών και τις αγριότητες των εγκόσμιων ηγεμόνων.
 
«Και ελάλησε Κύριος»: Αφανίστε όλα τα αγάλματα από μέταλλο και λίθο.
 
«Και εγένετο λόγος Κυρίου»: Να συντριβούν όλα τα γλυπτά της Σαμάρειας, να καταστραφούν οι εικόνες και τα αγάλματα.
 
«Τάδε λέγει Κύριος. Καταθρυμμάτισε και λίχνισε τα επιχρυσωμένα και επάργυρα αγάλματα και πέταξε τα σαν κοπριά».

Και η φωνή του Ησαΐα:
 
Τα αγάλματα να πελεκηθούν όπως τα δέντρα στο δάσος.

Όλα τα αγάλματα στη φωτιά. Γιατί δεν είναι θεοί αλλά χειροποίητα αντικείμενα, ξύλα και πέτρες.
«Λέγει Κύριος Σαβαώθ:
 
Θα εξαφανίσω ακόμα και τα ονόματα των αγαλμάτων, για να σβήσουν ολότελα από τη μνήμη».
 
Δεν θα καταστραφούν μόνο τα αγάλματα σας αλλά και οι θεοί σας.
 
Ο βασιλιάς Ιωσίας αναλαμβάνει εκστρατεία αφα­νισμού των αλλόθρησκων λατρευτικών συμ­βόλων. Γκρεμίζει τους βωμούς, κόβει τα ιερά άλση, θερίζει και τσακίζει τα αγάλματα, καίει τα οστά των ιερέων στους βωμούς, κονιορτοποιεί τα γλυπτά.

Ένας άλλος βασιλιάς, ο Ασά, γκρέμι­σε το λατρευτικό άγαλμα της Αστάρτης.

Οι ιεραπόστολοι των πρώτων χριστιανικών αιώνων καλλιεργούσαν το μίσος αλλά και τον τρόμο για την παλαιά θρησκεία και τα σύμ­βολα της. Διαβεβαίωναν τους πιστούς ότι τα αγάλματα των θεών έκρυβαν επικίνδυνους δαί­μονες.
 
Ταύτιζαν μάλιστα την ειδωλολατρία με την κλασσική παιδεία.

Με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να απορρίπτουν με αποστροφή τον προγονικό πολιτισμό, τα επιτεύγματα του ελλη­νικού πνεύματος και των τεχνών.

Όποιος μελε­τούσε τα αρχαία κείμενα έπαιζε με τη φωτιά...

Πολλοί κάνουν το λάθος να υποτιμούν τους χριστιανούς και την ικανότητά τους να διαστρεβλώνουν τα πράγματα κατά όπως τους εξυπηρετεί. Και δεν αναφέρομαι στους φανατικούς χριστιανούς που βρίζουν και απειλούν αλλά σε εκείνους που παρουσιάζονται «έντιμοι» ενώ παραβλέπουν τα ιστορικά εγκλήματα της θρησκείας αυτής.
 
Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν «απολογητές και ομολογητές» που μελετούν και παρουσιάζουν επιχειρήματα για να υπερασπιστούν την πίστη τους. Παρακολουθούν τις συζητήσεις γύρω από τη θρησκεία τους και είναι σαφώς καλύτερα οργανωμένοι από τους λεγόμενους «αρχαιολάτρες», οι οποίοι συχνά περιορίζονται σε επιφανειακή γνώση ή υπερβολικές εξιδανικεύσεις της αρχαιότητας. Η «Ορθόδοξη Εκκλησία» στην Ελλάδα διαθέτει σε Μητροπόλεις επίσημα τμήματα κατά «αιρέσεων και παραθρησκειών», ενώ παράλληλα λειτουργούν και ανεπίσημα παρεκκλησιαστικά όργανα που παρακολουθούν και αντιδρούν σε όσα θεωρούν απειλητικά για το δόγμα. Η λεγόμενη ΟΟΔΕ είναι ένα παράδειγμα.

Εδώ όμως θα επισημάνω το πιο μεγάλο λάθος που κάνουν οι χριστιανοί όταν επικρίνουν όσους έχουν ελληνότροπο προσανατολισμό. Μέσα στην χριστιανοκεντρικά διαμορφωμένη τους αντίληψη για τον κόσμο και για τα πάντα, προβαίνουν σε παράλογους συνειρμούς και συγκρίνουν ανόμοιες καταστάσεις. Δεν είναι δυνατόν να γίνει μια συνολική σύγκριση μεταξύ χριστιανισμού και ελληνικής αρχαιότητας. Δεν μπορούν να συγκριθούν ανόμοια πράγματα. Η ελληνική παράδοση δεν περιλαμβάνει μόνο την αρχαία θρησκεία· ήταν ένας ολόκληρος πολιτισμός με ιστορική συνέχεια, πλούτο ιδεών, κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, φιλοσοφία και τέχνες.
 
Ο χριστιανισμός, περιορισμένος και μονοδιάστατος, δεν μπορεί να συγκριθεί σε κλίμακα ή πολυπλοκότητα με έναν τόσο εκτενή πολιτισμό. Ακόμη και η σύγκριση επιμέρους στοιχείων δεν επιτρέπει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων· τα δύο αυτά συστήματα οργάνωσης της κοινωνίας και της σκέψης είναι ριζικά διαφορετικά ως προς τον χαρακτήρα και τις αξίες τους. Άρα είναι μέγα ατόπημα να γίνεται αντιπαραβολή και σύγκριση του χριστιανισμού με τον ελληνικό πολιτισμό και τον αρχαίο κόσμο.

Έπειτα, η κατανόηση της ελληνικής αρχαιότητας στην Ελλάδα παραμένει δυσχερής. Οι χριστιανοί, εξαιτίας της πίστης τους, αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην αντικειμενική προσέγγιση των αρχαίων κειμένων και της ιστορίας. Προσπαθούν να ερμηνεύσουν ως χριστιανικά ή συμβατά με το δόγμα τους όσα στοιχεία τους φαίνονται χρήσιμα, ενώ παράλληλα απορρίπτουν-αγνοούν όσα δεν μπορούν να εκχριστιανίσουν. Οι αρχαιολάτρες, από την άλλη, τείνουν συνήθως να εξιδανικεύουν τα πάντα στην αρχαιότητα, να παραβλέπουν τις σύνθετες και συχνά αντικρουόμενες πτυχές της και να αγνοούν το σύγχρονο περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι ότι κανείς από τους δύο δεν προσεγγίζει την ελληνικότητα με πλήρη αντικειμενικότητα, αν και για διαφορετικούς λόγους. Αυτό προκαλεί τεράστια αδυναμία στην συγκρότηση και εφαρμογή της ελληνότροπης αντίληψης σε ένα σύγχρονο πλαίσιο.
 
Ιστορικά, ο χριστιανισμός είχε καταστροφική επίδραση στην ελληνική ταυτότητα και τον ελληνικό πολιτισμό. Η έννοια του Έλληνα και η εθνική ταυτότητα του λαού επηρεάστηκαν από την καταστολή των -κατά την ιουδαιοχριστιανική αντίληψη- «ειδωλολατρικών» πρακτικών και την επιβολή νέων θρησκευτικών αξιών. Με αποκλειστική ευθύνη του ιουδαιοχριστιανισμού, η λέξη «Έλλην» απέκτησε επί αιώνες αρνητική χροιά και έννοια, ενώ η ελληνικότητα παραγκωνίστηκε για χάρη ενός νέου ανθελληνικού θρησκευτικού πολιτισμού βασισμένου σε ιουδαιοχριστιανικά κριτήρια.

Η καταστροφική επίδραση αυτή δεν σταμάτησε ποτέ. Η πάλη ανάμεσα στον Έλληνα και στον ελληνόφωνο χριστιανό Ρωμιό συνεχίζεται, καθώς δεν υπήρξε συμφιλίωση ούτε παραδοχή της αλήθειας. Το αφήγημα του «ελληνοχριστιανισμού» είναι ψευδές, αντιφατικό, παραπλανητικό και καταδικασμένο σε αποτυχία. Παρατηρούμε ακόμη και σήμερα μια τρομερή σύγχυση με αλλοπρόσαλλες προσπάθειες να παρουσιαστεί η αρχαιότητα ως προάγγελος ή πρόδρομος του χριστιανισμού, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για αναδρομική προσαρμογή ιστορικών γεγονότων σε ένα θρησκευτικό αφήγημα.

Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνικότητα και τον χριστιανισμό είναι ουσιαστική και δομική. Ο ελληνικός πολιτισμός βασιζόταν στην ανοιχτή αναζήτηση της γνώσης, στην πολυμορφία ιδεών και στην αξιολόγηση του ανθρώπου και της κοινωνίας μέσα από την εμπειρία και τη λογική. Ο χριστιανισμός, από την άλλη, ιδίως ο λεγόμενος «ορθόδοξος» οργανώνεται γύρω από ένα στενό θρησκευτικό δόγμα με καθορισμένες αρχές πίστης και αδιαπραγμάτευτες υποχρεωτικές δοξασίες. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά καθιστά οποιαδήποτε ολική σύγκριση αναπόφευκτα αντιεπιστημονική, ακατάλληλη, ανεδαφική και άδικη.

Η ελληνική παράδοση και ο χριστιανισμός δεν είναι ούτε συγγενείς αλλά ούτε και δύο παραλλαγές του ίδιου πράγματος· είναι διαφορετικά συστήματα αξιών, ιστορικών εμπειριών και κοσμοθεωριών. Η ελληνική κληρονομιά αξίζει να μελετάται και να κατανοείται χωρίς παρεμβολές από τα θρησκευτικά συμφέροντα ή τις ιδεολογικές προκαταλήψεις που επέβαλε επί αιώνες ο ιουδαιοχριστιανισμός.
Το χάσμα νοοτροπίας μεταξύ Ελλήνων και χριστιανών φαίνεται και στα ονόματά τους. Ο Έλληνας=Διο-γένης. Ο Χριστιανός=Χριστό-δουλος. Οι χριστιανοί μπορούν να επικεντρωθούν στην αβρααμική-μεσσιανική θρησκεία τους, αφήνοντας την ελληνική παράδοση να μιλήσει με την αυθεντική της φωνή στον σημερινό κόσμο. Παράλληλα, αντί να επικρίνουν και να επιτίθενται σε εμάς, οι χριστιανοί πρέπει να μάθουν να δέχονται την κριτική, να κάνουν έναν ειλικρινή απολογισμό και αυτοκριτική και να αποδεχθούν όσα εγκληματικά λάθη και πράξεις δικαίως τους καταλογίζονται εις βάρος των Ελλήνων.