Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Μια πολιτισμική γενοκτονία που βαφτίστηκε «Eλληνοχριστιανικός πολιτισμός».

Μετά τη ρωμαϊκή θεομηνία που σάρωσε τους Eλληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς επέρχεται ο χριστιανικός τυφώνας, νέα συμ­φορά για τα ανεπανάληπτα δημιουργήματα του κλασσικού πολιτισμού.
 
Πραγματικά, οι τρομακτικότεροι βανδαλισμοί κατά των αρχαίων ελληνικών μνημείων και έργων τέχνης θα διαπραχθούν μετά την επικράτηση του χριστιανισμού σε Ανατολή και Δύση.
 
Οι κατα­στροφές των κατακτητικών εκστρατειών και των πολεμικών συγκρούσεων από Πέρσες, Ρωμαίους, Φράγκους, Οθωμανούς είναι ασή­μαντες αν συγκριθούν με τον αφανισμό των καλλιτεχνικών θησαυρών στους πρώτους πέντε χριστιανικούς αιώνες.
 
Πυρ και σίδηρος για τους αρχαίους ναούς και τα αγάλματα, για τα κλασσικά κείμενα και τις βιβλιοθήκες.

Ήταν οι χειρότεροι βανδαλισμοί της ιστορίας.
 
Η πολιτι­κή και η εκκλησιαστική εξουσία δεν στάθηκε ικανή να διαχωρίσει τη θρησκευτική πίστη από την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία.
 
Η απόρριψη της παλαιάς θρησκείας συνακολουθείται από τον διωγμό και τον όλεθρο του αρχαίου πολιτισμού.
 
Με εντολή ή συνέργεια των ηγεμόνων του κράτους και της εκκλησίας, οι νεοπροσήλυτοι χριστιανοί συντρίβουν με σφύρες ή πυρπολούν έργα τέχνης, γκρεμίζουν μνημεία, ρίχνουν στο χυτήριο τα χρυσά και αργυρά καλλιτεχνήματα.

Οι αρχαίοι ναοί, όταν δεν κατεδαφίζονται ή δεν καταερειπώνονται με την αφαίρεση της στέγης, μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλη­σίες.
 
Αλλά όχι όλες.

Όπως είναι γνωστό, ο προορισμός του αρχαίου ελληνικού τεμένους δεν ήταν η συγκέντρωση πιοτών στο εσωτερικό αλλά η εκπλήρωση ορισμένων θρησκευτικών τελετουργιών.
 
Περιορισμένος ο χώρος δεν επαρκούσε για μεγάλη σύναξη, για λειτουργίες και κηρύγματα.
 
Σε χριστιανικούς ναούς θα δια­μορφωθούν κυρίως οι βασιλικές, τα ορθογώνια ρωμαϊκά αρχιτεκτονήματα με τις εσωτερικές στοές και τα κλίτη.

Η επικράτηση του χριστιανισμού δεν έγινε παντού με ελεύθερο και ειρηνικό ενστερνισμό των νέων θρησκευτικών ιδεών αλλά και με βίαιη παρέμβαση της εξουσίας, με τρομοκρα­τία και ωμότητες, το ίδιο αποτρόπαιες με τις ρωμαϊκές κακουργίες εναντίον των χριστιανών.

Το πέρασμα από τη μια θρησκεία στην άλλη συνοδευόταν από αναστατώσεις και κρίσεις, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, ηθικές με θύματα τα μνημεία ενός περίλαμπρου πολιτι­σμού.
 
Επιβάλλεται γι' αυτό μια σύντομη επισκό­πηση της μεγάλης Αλλαγής που σημειώθηκε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και μια περιγραφή του δραματικού σκηνικού.
 
Η μελέτη των πηγών οδηγεί στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι θησαυροί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που είχαν διασωθεί από τη ρωμαϊκή διαρπαγή αντιμετώπισαν το καταστροφικό χριστιανικό μένος σε Ανατολή και Δύση. Οι συμφορές που προκάλεσε το χριστια­νικό ιερατείο ξεπερνούσαν συχνά τα δεινά που επέφεραν οι βαρβαρικές επιδρομές.
 
Χωρίς τον καταστροφικό ζήλο της νέας εξουσίας - πολι­τικής και εκκλησιαστικής - τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης θα έλαμπαν ακόμα ακέραια - με τη φθορά που επιφέρουν ο χρόνος και τα φυσικά στοιχεία - και όλα τα έργα των αρχαίων διανοητών θα επιζούσαν, κτήμα της ανθρωπό­τητας.
 
Σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, που όχι μόνο ανεχόταν τις ξένες λατρείες αλλά υιοθετούσε αλλόφυλες θεότητες - δεν υπήρχε άλλωστε ούτε δογματικό πλαίσιο ούτε εξουσία του ιερατείου - οι χριστιανοί αρχηγοί και ιερα­πόστολοι επέδειξαν πνεύμα φανατισμού και αδιαλλαξίας που οδηγούσε συχνά σε εξόντωση των αντιφρονούντων και εξαφάνιση των θρη­σκευτικών τους συμβόλων.

Ακολουθούσαν την εβραϊκή παράδοση της ιδεολογικής μονοκρα­τορίας.
 
Ο προφήτης Ηλίας, με θεϊκή εντολή, θανατώνει τους ιερείς του Βάαλ, θεού των Φοινίκων και τωνΧαναναίων.
 
«Και είπεν Ηλίου προς τον λαόν συλλάβετε τους προφήτας του Βάαλ, μηδείς σωθήτω εξ αυτών και συνέλαβον αυτούς, και κατάγει αυτούς Ηλιου εις τον χεί-μαρρον Κισσών και έσφαξεν αυτούς εκεί».
 
Οι Έλληνες όμως είχαν εντάξει τον Βάαλ στον δικό τους θρησκευτικό κύκλο ταυτίζοντας τον με τον Κρόνο και τον Δία.

Στους πρώτους τρεις αιώνες ο χριστιανισμός θα παραμείνει μειοψηφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
 
Το ρεύμα θα δυναμώσει όταν θα ανακη­ρύξει ο Κωνσταντίνος τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.
 
Ωστόσο η νέα θρησκεία δεν διαδόθηκε με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλες τις περιοχές.
 
Είχε θερμές απηχήσεις περισσότερο στους ελληνόφωνους πληθυ­σμούς παρά στους Λατίνους, περισσότερο στα αστικά κέντρα παρά στις αγροτικές περιοχές, περισσότερο στις κατώτερες και μεσαίες τάξεις παρά στις ισχυρές και προνομιούχες.

Οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών, πιστοί πάντοτε στις παραδόσεις, αντιστέκονται εμμέ­νοντας στην πατροπαράδοτη πίστη και ιδεο­λογία.
 
Ακόμα και στον έκτο και έβδομο αιώνα η παλαιά λατρεία ήταν ακόμα ζωντανή στους αγροτικούς πληθυσμούς που θεωρούσαν τους αρχαίους θεούς προστάτες της παραγωγής, των κοπαδιών και της υγείας.

Η αγροτική μάζα ήταν αδρανής και παθητική μ' όλο που την απομυζούσαν η κρατική εξουσία και οι φεουδάρχες.
 
Υποτασσόταν χωρίς αντίστα­ση στους δυνάστες της.
 
Το 90% των αυτοκρα­τορικών πόρων επί ρωμαιοκρατίας προερχόταν από τους αγροτικούς φόρους, και τα πλούτη των ανώτερων τάξεων από την εκμετάλλευση των δουλοπάροικων στις γαιοκτησίες.

Σπανιότατες οι εξεγέρσεις πληθυσμών της υπαίθρου. Όταν στον Δ αιώνα απαγορεύθηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκε δυναμική αντίδραση στις επιδρομές κατά των ιερών.
 
Η διείσδυση του χριστιανισμού στον αγροτικό κόσμο θα προχωρήσει με αργούς ρυθμούς και θα ολοκληρωθεί στον Ζ' αιώνα.

Επειδή δεν υπήρχαν στις αγροτικές περιο­χές συμπαγείς πληθυσμοί για να προβάλουν αντίσταση, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές εκστρατείες όλα τα σύμβο­λα των αλλοθρήσκων. Κατακρήμνιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας από γενιά σε γενιά, τρομοκρα­τούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαι­θρο, σκόρπιζαν την απόγνωση, προκαλούσαν κοινωνική αναστάτωση και οικονομική κρίση.
 
Έπεφτε η παραγωγή, περιορίζονταν τα κρατικά έσοδα, στέρευε η κυριότερη πηγή φορολογίας.
Τις τραγικές συνέπειες των χριστιανικών επι­δρομών στις αγροτικές περιοχές καταγγέλλει ο Λιβάνιος στην περίφημη επιστολή του προς τον Θεοδόσιο Α. Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνια­σμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο.
 
Οι ναοί, αυτοκράτορα μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους.
 
Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν καθώς χάνουν το θάρρος τους.
 
Και το αποτέλε­σμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το δημόσιο.

Οι τοπικές εκκλησιαστικές Αρχές στρέφο­νταν εναντίον των ανυπεράσπιστων καλλιερ­γητών και χάλκευαν ψευδείς κατηγορίες για τη δήμευση των αγρών τους. Από τη μια μεριά οι εργατικές μέλισσες, γράφει ο Λιβάνιος, κι από την άλλη οι κηφήνες. Επιχειρούν τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του «σωφρονισμού» επιδίδονται σε ληστείες.

Αυτές οι βαρβαρότητες προκάλεσαν συσπει­ρώσεις και αντίσταση των γεωργικών πληθυ­σμών.
 
Ανησυχώντας η εκκλησιαστική ηγεσία απευθύνεται στην αυτοκρατορική εξουσία και εισηγείται τον βίαιο προσηλυτισμό των αγρο­τών.

Ο Ιωάννης Χρυσόστομος καλεί τους γαι­οκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και κολλήγους στα φέου­δα τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες.
Ο διαβόητος Ιωάννης της Εφέσου (ΣΤ αι.) καυχιέται ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία - με την τρομοκρατία και τον κνούτο - βάφτισε 70.000 "ειδωλολάτρες".
 
Στη Δύση, ο πάπας Γρηγόριος, ο επιλεγόμενος Μέγας (Ε'αι.), διαπίστωσε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν, καταβάλλοντος ένα είδος φόρου, τον κυβερνήτη του νησιού, για να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.

Συχνά η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία εξαπέλυε άγριους διωγμούς κατά των πιστών της παλαιάς θρησκείας επιστρατεύοντας τη συκοφαντία.
 
Επειδή απαγορεύονταν, με διά­ταγμα του Κωνσταντίνου, οι θυσίες στα ιερά με την απειλή δημεύσεως περιουσιών, πολλοί χρι­στιανοί, όπως γράφει ο Λιβάνιος, κατέφευγαν σε ψευδείς καταγγελίες για να ενοχοποιήσουν τους αγρότες.

Μαζεύονταν οι γεωργοί για να διασκεδάσουν και έσφαζαν ένα αρνί ή ένα μοσχάρι. Αμέσως οι χριστιανοί τους κατηγο­ρούσαν ότι «έθυσαν», ότι έκαναν ειδωλολατρι­κή θυσία παραβιάζοντας τον αυτοκρατορικό νόμο.
 
Αν μάλιστα τραγουδούσαν αντιμετώπιζαν τη βαρειά κατηγορία ότι ανέμελπαν ύμνους στους αρχαίους θεούς.

Τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύο­νταν και οι αναπότρεπτες κοινωνικές αναταρα­χές έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο στην αναμέτρηση των δύο θρησκειών και υποδαύλιζαν τους βαν­δαλισμούς.
 
Αυτή την πλευρά των αντιθέσεων - τα οικονομικά συμφέροντα - αποκαλύπτει η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο απόστολος Παύλος κατά την προσηλυτιστική του περιοδεία στη Μ. Ασία.
 
Στην 'Εφεσο ξεσηκώθηκε μέγα πλήθος και εμπόδισε την είσοδο του στο θέατρο.
 
Γιατί;
 
Κάποιος Δημήτριος «αργυροκόπος» που διατηρούσε βιοτεχνία κατα­σκευής ομοιωμάτων του ναού της Αρτέμιδος και απασχολούσε μεγάλον αριθμό τεχνιτών, συγκέντρωσε τους εργαζόμενους και τους προειδοποίησε ότι κινδυνεύουν να μείνουν άνεργοι αν επικρατήσει ο χριστιανισμός.
 
Το ιερό της Εφέσου θα σβήσει και θα δυστυχήσουμε.
 
Η πόλη αναστατώθηκε. «Ακούσαντες δε και γενόμενοι πλήρεις θυμού έκραζον λέγοντες:
 
Μεγάλη η Άρτεμις Εφέσου». Ξεσηκώθηκαν οι κάτοικοι «και επλήσθη η πόλις όλη συγχύσεως· ώρμησαν δε ομοθυμαδόν εις το θέατρον».

Ο Λιβάνιος, στην έκκληση του προς τον αυτο­κράτορα Θεοδόσιο για προστασία των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης από τις βαρβαρότη­τες των χριστιανών, υπενθυμίζει τους διωγμούς των αλλοθρήσκων ιερών από τον Κωνσταντίνο.
 
Δεν περιορίσθηκε στις βεβηλώσεις και ανατρο­πές βωμών και στον εμπρησμό και το κλείσιμο των αρχαίων ιερών αλλά και μετέτρεψε ναούς σε πορνεία. Καταγγέλλει επίσης ότι ο διωγμός της παλαιάς θρησκείας είχε ταπεινά ελατήρια.
 
Απέβλεπε δηλαδή στην αρπαγή της περιουσίας των αρχαίων ναών και διανομή της στους ευνο­ουμένους της εξουσίας.

Οι ιεράρχες και ιεραπόστολοι εμπνέονταν στο μένος τους κατά των αγαλμάτων και έργων τέχνης της παλαιάς θρησκείας από την ιδεολογία της εβραϊκής λατρείας που κατα­δίκαζε τα «είδωλα», τονανθρωπομορφισμό, την αναπαράσταση μορφών σε άψυχη ύλη.
 
«Επικατάρατος πας άνθρωπος ος ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίω έργον χει­ρών τεχνίτου».
 
Παραμερίζοντας τη διδασκαλία της ευαγγελικής αγάπης, του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, επικαλούνται την μήνιν του ιουδαϊκού θεού κατά των λατρευτικών αντι­κειμένων των άλλων θρησκειών, τις αρές των προφητών και τις αγριότητες των εγκόσμιων ηγεμόνων.
 
«Και ελάλησε Κύριος»: Αφανίστε όλα τα αγάλματα από μέταλλο και λίθο.
 
«Και εγένετο λόγος Κυρίου»: Να συντριβούν όλα τα γλυπτά της Σαμάρειας, να καταστραφούν οι εικόνες και τα αγάλματα.
 
«Τάδε λέγει Κύριος. Καταθρυμμάτισε και λίχνισε τα επιχρυσωμένα και επάργυρα αγάλματα και πέταξε τα σαν κοπριά».

Και η φωνή του Ησαΐα:
 
Τα αγάλματα να πελεκηθούν όπως τα δέντρα στο δάσος.

Όλα τα αγάλματα στη φωτιά. Γιατί δεν είναι θεοί αλλά χειροποίητα αντικείμενα, ξύλα και πέτρες.
«Λέγει Κύριος Σαβαώθ:
 
Θα εξαφανίσω ακόμα και τα ονόματα των αγαλμάτων, για να σβήσουν ολότελα από τη μνήμη».
 
Δεν θα καταστραφούν μόνο τα αγάλματα σας αλλά και οι θεοί σας.
 
Ο βασιλιάς Ιωσίας αναλαμβάνει εκστρατεία αφα­νισμού των αλλόθρησκων λατρευτικών συμ­βόλων. Γκρεμίζει τους βωμούς, κόβει τα ιερά άλση, θερίζει και τσακίζει τα αγάλματα, καίει τα οστά των ιερέων στους βωμούς, κονιορτοποιεί τα γλυπτά.

Ένας άλλος βασιλιάς, ο Ασά, γκρέμι­σε το λατρευτικό άγαλμα της Αστάρτης.

Οι ιεραπόστολοι των πρώτων χριστιανικών αιώνων καλλιεργούσαν το μίσος αλλά και τον τρόμο για την παλαιά θρησκεία και τα σύμ­βολα της. Διαβεβαίωναν τους πιστούς ότι τα αγάλματα των θεών έκρυβαν επικίνδυνους δαί­μονες.
 
Ταύτιζαν μάλιστα την ειδωλολατρία με την κλασσική παιδεία.

Με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να απορρίπτουν με αποστροφή τον προγονικό πολιτισμό, τα επιτεύγματα του ελλη­νικού πνεύματος και των τεχνών.

Όποιος μελε­τούσε τα αρχαία κείμενα έπαιζε με τη φωτιά...

Πολλοί κάνουν το λάθος να υποτιμούν τους χριστιανούς και την ικανότητά τους να διαστρεβλώνουν τα πράγματα κατά όπως τους εξυπηρετεί. Και δεν αναφέρομαι στους φανατικούς χριστιανούς που βρίζουν και απειλούν αλλά σε εκείνους που παρουσιάζονται «έντιμοι» ενώ παραβλέπουν τα ιστορικά εγκλήματα της θρησκείας αυτής.
 
Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν «απολογητές και ομολογητές» που μελετούν και παρουσιάζουν επιχειρήματα για να υπερασπιστούν την πίστη τους. Παρακολουθούν τις συζητήσεις γύρω από τη θρησκεία τους και είναι σαφώς καλύτερα οργανωμένοι από τους λεγόμενους «αρχαιολάτρες», οι οποίοι συχνά περιορίζονται σε επιφανειακή γνώση ή υπερβολικές εξιδανικεύσεις της αρχαιότητας. Η «Ορθόδοξη Εκκλησία» στην Ελλάδα διαθέτει σε Μητροπόλεις επίσημα τμήματα κατά «αιρέσεων και παραθρησκειών», ενώ παράλληλα λειτουργούν και ανεπίσημα παρεκκλησιαστικά όργανα που παρακολουθούν και αντιδρούν σε όσα θεωρούν απειλητικά για το δόγμα. Η λεγόμενη ΟΟΔΕ είναι ένα παράδειγμα.

Εδώ όμως θα επισημάνω το πιο μεγάλο λάθος που κάνουν οι χριστιανοί όταν επικρίνουν όσους έχουν ελληνότροπο προσανατολισμό. Μέσα στην χριστιανοκεντρικά διαμορφωμένη τους αντίληψη για τον κόσμο και για τα πάντα, προβαίνουν σε παράλογους συνειρμούς και συγκρίνουν ανόμοιες καταστάσεις. Δεν είναι δυνατόν να γίνει μια συνολική σύγκριση μεταξύ χριστιανισμού και ελληνικής αρχαιότητας. Δεν μπορούν να συγκριθούν ανόμοια πράγματα. Η ελληνική παράδοση δεν περιλαμβάνει μόνο την αρχαία θρησκεία· ήταν ένας ολόκληρος πολιτισμός με ιστορική συνέχεια, πλούτο ιδεών, κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, φιλοσοφία και τέχνες.
 
Ο χριστιανισμός, περιορισμένος και μονοδιάστατος, δεν μπορεί να συγκριθεί σε κλίμακα ή πολυπλοκότητα με έναν τόσο εκτενή πολιτισμό. Ακόμη και η σύγκριση επιμέρους στοιχείων δεν επιτρέπει την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων· τα δύο αυτά συστήματα οργάνωσης της κοινωνίας και της σκέψης είναι ριζικά διαφορετικά ως προς τον χαρακτήρα και τις αξίες τους. Άρα είναι μέγα ατόπημα να γίνεται αντιπαραβολή και σύγκριση του χριστιανισμού με τον ελληνικό πολιτισμό και τον αρχαίο κόσμο.

Έπειτα, η κατανόηση της ελληνικής αρχαιότητας στην Ελλάδα παραμένει δυσχερής. Οι χριστιανοί, εξαιτίας της πίστης τους, αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην αντικειμενική προσέγγιση των αρχαίων κειμένων και της ιστορίας. Προσπαθούν να ερμηνεύσουν ως χριστιανικά ή συμβατά με το δόγμα τους όσα στοιχεία τους φαίνονται χρήσιμα, ενώ παράλληλα απορρίπτουν-αγνοούν όσα δεν μπορούν να εκχριστιανίσουν. Οι αρχαιολάτρες, από την άλλη, τείνουν συνήθως να εξιδανικεύουν τα πάντα στην αρχαιότητα, να παραβλέπουν τις σύνθετες και συχνά αντικρουόμενες πτυχές της και να αγνοούν το σύγχρονο περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι ότι κανείς από τους δύο δεν προσεγγίζει την ελληνικότητα με πλήρη αντικειμενικότητα, αν και για διαφορετικούς λόγους. Αυτό προκαλεί τεράστια αδυναμία στην συγκρότηση και εφαρμογή της ελληνότροπης αντίληψης σε ένα σύγχρονο πλαίσιο.
 
Ιστορικά, ο χριστιανισμός είχε καταστροφική επίδραση στην ελληνική ταυτότητα και τον ελληνικό πολιτισμό. Η έννοια του Έλληνα και η εθνική ταυτότητα του λαού επηρεάστηκαν από την καταστολή των -κατά την ιουδαιοχριστιανική αντίληψη- «ειδωλολατρικών» πρακτικών και την επιβολή νέων θρησκευτικών αξιών. Με αποκλειστική ευθύνη του ιουδαιοχριστιανισμού, η λέξη «Έλλην» απέκτησε επί αιώνες αρνητική χροιά και έννοια, ενώ η ελληνικότητα παραγκωνίστηκε για χάρη ενός νέου ανθελληνικού θρησκευτικού πολιτισμού βασισμένου σε ιουδαιοχριστιανικά κριτήρια.

Η καταστροφική επίδραση αυτή δεν σταμάτησε ποτέ. Η πάλη ανάμεσα στον Έλληνα και στον ελληνόφωνο χριστιανό Ρωμιό συνεχίζεται, καθώς δεν υπήρξε συμφιλίωση ούτε παραδοχή της αλήθειας. Το αφήγημα του «ελληνοχριστιανισμού» είναι ψευδές, αντιφατικό, παραπλανητικό και καταδικασμένο σε αποτυχία. Παρατηρούμε ακόμη και σήμερα μια τρομερή σύγχυση με αλλοπρόσαλλες προσπάθειες να παρουσιαστεί η αρχαιότητα ως προάγγελος ή πρόδρομος του χριστιανισμού, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για αναδρομική προσαρμογή ιστορικών γεγονότων σε ένα θρησκευτικό αφήγημα.

Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνικότητα και τον χριστιανισμό είναι ουσιαστική και δομική. Ο ελληνικός πολιτισμός βασιζόταν στην ανοιχτή αναζήτηση της γνώσης, στην πολυμορφία ιδεών και στην αξιολόγηση του ανθρώπου και της κοινωνίας μέσα από την εμπειρία και τη λογική. Ο χριστιανισμός, από την άλλη, ιδίως ο λεγόμενος «ορθόδοξος» οργανώνεται γύρω από ένα στενό θρησκευτικό δόγμα με καθορισμένες αρχές πίστης και αδιαπραγμάτευτες υποχρεωτικές δοξασίες. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά καθιστά οποιαδήποτε ολική σύγκριση αναπόφευκτα αντιεπιστημονική, ακατάλληλη, ανεδαφική και άδικη.

Η ελληνική παράδοση και ο χριστιανισμός δεν είναι ούτε συγγενείς αλλά ούτε και δύο παραλλαγές του ίδιου πράγματος· είναι διαφορετικά συστήματα αξιών, ιστορικών εμπειριών και κοσμοθεωριών. Η ελληνική κληρονομιά αξίζει να μελετάται και να κατανοείται χωρίς παρεμβολές από τα θρησκευτικά συμφέροντα ή τις ιδεολογικές προκαταλήψεις που επέβαλε επί αιώνες ο ιουδαιοχριστιανισμός.
Το χάσμα νοοτροπίας μεταξύ Ελλήνων και χριστιανών φαίνεται και στα ονόματά τους. Ο Έλληνας=Διο-γένης. Ο Χριστιανός=Χριστό-δουλος. Οι χριστιανοί μπορούν να επικεντρωθούν στην αβρααμική-μεσσιανική θρησκεία τους, αφήνοντας την ελληνική παράδοση να μιλήσει με την αυθεντική της φωνή στον σημερινό κόσμο. Παράλληλα, αντί να επικρίνουν και να επιτίθενται σε εμάς, οι χριστιανοί πρέπει να μάθουν να δέχονται την κριτική, να κάνουν έναν ειλικρινή απολογισμό και αυτοκριτική και να αποδεχθούν όσα εγκληματικά λάθη και πράξεις δικαίως τους καταλογίζονται εις βάρος των Ελλήνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου