Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (769-833)

ΙΟ. ἀλλ᾽ ἵξεται μέν· ἀξία δέ που μαθεῖν
770 κἀγὼ τά γ᾽ ἐν σοὶ δυσφόρως ἔχοντ᾽, ἄναξ.
ΟΙ. κοὐ μὴ στερηθῇς γ᾽ ἐς τοσοῦτον ἐλπίδων
ἐμοῦ βεβῶτος. τῷ γὰρ ἂν καὶ μείζονι
λέξαιμ᾽ ἂν ἢ σοὶ διὰ τύχης τοιᾶσδ᾽ ἰών;
ἐμοὶ πατὴρ μὲν Πόλυβος ἦν Κορίνθιος,
775 μήτηρ δὲ Μερόπη Δωρίς. ἠγόμην δ᾽ ἀνὴρ
ἀστῶν μέγιστος τῶν ἐκεῖ, πρίν μοι τύχη
τοιάδ᾽ ἐπέστη, θαυμάσαι μὲν ἀξία,
σπουδῆς γε μέντοι τῆς ἐμῆς οὐκ ἀξία.
ἀνὴρ γὰρ ἐν δείπνοις μ᾽ ὑπερπλησθεὶς μέθης
780 καλεῖ παρ᾽ οἴνῳ πλαστὸς ὡς εἴην πατρί.
κἀγὼ βαρυνθεὶς τὴν μὲν οὖσαν ἡμέραν
μόλις κατέσχον, θἀτέρᾳ δ᾽ ἰὼν πέλας
μητρὸς πατρός τ᾽ ἤλεγχον· οἱ δὲ δυσφόρως
τοὔνειδος ἦγον τῷ μεθέντι τὸν λόγον.
785 κἀγὼ τὰ μὲν κείνοιν ἐτερπόμην, ὅμως δ᾽
ἔκνιζέ μ᾽ αἰεὶ τοῦθ᾽· ὑφεῖρπε γὰρ πολύ.
λάθρᾳ δὲ μητρὸς καὶ πατρὸς πορεύομαι
Πυθώδε, καί μ᾽ ὁ Φοῖβος ὧν μὲν ἱκόμην
ἄτιμον ἐξέπεμψεν, ἄλλα δ᾽ ἀθλίῳ
790 καὶ δεινὰ καὶ δύστηνα προύφηνεν λέγων,
ὡς μητρὶ μὲν χρείη με μιχθῆναι, γένος δ᾽
ἄτλητον ἀνθρώποισι δηλώσοιμ᾽ ὁρᾶν,
φονεὺς δ᾽ ἐσοίμην τοῦ φυτεύσαντος πατρός.
κἀγὼ ᾽πακούσας ταῦτα τὴν Κορινθίαν
795 ἄστροις τὸ λοιπὸν ἐκμετρούμενος χθόνα
ἔφευγον, ἔνθα μήποτ᾽ ὀψοίμην κακῶν
χρησμῶν ὀνείδη τῶν ἐμῶν τελούμενα.
στείχων δ᾽ ἱκνοῦμαι τούσδε τοὺς χώρους ἐν οἷς
σὺ τὸν τύραννον τοῦτον ὄλλυσθαι λέγεις.
800 καί σοι, γύναι, τἀληθὲς ἐξερῶ. τριπλῆς
ὅτ᾽ ἦ κελεύθου τῆσδ᾽ ὁδοιπορῶν πέλας,
ἐνταῦθά μοι κῆρυξ τε κἀπὶ πωλικῆς
ἀνὴρ ἀπήνης ἐμβεβώς, οἷον σὺ φής,
ξυνηντίαζον· κἀξ ὁδοῦ μ᾽ ὅ θ᾽ ἡγεμὼν
805 αὐτός θ᾽ ὁ πρέσβυς πρὸς βίαν ἠλαυνέτην.
κἀγὼ τὸν ἐκτρέποντα, τὸν τροχηλάτην,
παίω δι᾽ ὀργῆς· καί μ᾽ ὁ πρέσβυς ὡς ὁρᾷ
ὄχους παραστείχοντα, τηρήσας μέσον
κάρα, διπλοῖς κέντροισί μου καθίκετο.
810 οὐ μὴν ἴσην γ᾽ ἔτεισεν, ἀλλὰ συντόμως
σκήπτρῳ τυπεὶς ἐκ τῆσδε χειρὸς ὕπτιος
μέσης ἀπήνης εὐθὺς ἐκκυλίνδεται·
κτείνω δὲ τοὺς ξύμπαντας. εἰ δὲ τῷ ξένῳ
τούτῳ προσήκει Λαΐῳ τι συγγενές,
815 τίς τοῦδέ γ᾽ ἀνδρὸς νῦν ἔτ᾽ ἀθλιώτερος,
τίς ἐχθροδαίμων μᾶλλον ἂν γένοιτ᾽ ἀνήρ,
ὃν μὴ ξένων ἔξεστι μηδ᾽ ἀστῶν τινὶ
δόμοις δέχεσθαι, μηδὲ προσφωνεῖν τινά,
ὠθεῖν δ᾽ ἀπ᾽ οἴκων; καὶ τάδ᾽ οὔτις ἄλλος ἦν
820 ἢ ᾽γὼ ᾽π᾽ ἐμαυτῷ τάσδ᾽ ἀρὰς ὁ προστιθείς.
λέχη δὲ τοῦ θανόντος ἐν χεροῖν ἐμαῖν
χραίνω, δι᾽ ὧνπερ ὤλετ᾽. ἆρ᾽ ἔφυν κακός;
ἆρ᾽ οὐχὶ πᾶς ἄναγνος; εἴ με χρὴ φυγεῖν,
καί μοι φυγόντι μἤστι τοὺς ἐμοὺς ἰδεῖν
825 μήτ᾽ ἐμβατεῦσαι πατρίδος, ἢ γάμοις με δεῖ
μητρὸς ζυγῆναι καὶ πατέρα κατακτανεῖν
Πόλυβον, ὃς ἐξέθρεψε κἀξέφυσέ με.
ἆρ᾽ οὐκ ἀπ᾽ ὠμοῦ ταῦτα δαίμονός τις ἂν
κρίνων ἐπ᾽ ἀνδρὶ τῷδ᾽ ἂν ὀρθοίη λόγον;
830μὴ δῆτα μὴ δῆτ᾽, ὦ θεῶν ἁγνὸν σέβας,
ἴδοιμι ταύτην ἡμέραν, ἀλλ᾽ ἐκ βροτῶν
βαίην ἄφαντος πρόσθεν ἢ τοιάνδ᾽ ἰδεῖν
κηλῖδ᾽ ἐμαυτῷ συμφορᾶς ἀφιγμένην.

***
ΙΟΚ. Θα ᾽ρθει. Μα κάνε μου τη χάρη
να μου πεις,
770 τί σου βαραίνει, βασιλιά μου, την ψυχή;
ΟΙΔ. Δε θα σου κρύψω τίποτα·
στις παρυφές κινούμαι της ελπίδας.
Ποιός άλλος από σένα
δικαιούται περισσότερο
τη δυστυχία μου να δει κατάματα;
Ο Κορίνθιος Πόλυβος ήταν πατέρας μου·
μητέρα μου η Δωρίδα Μερόπη.
Ήμουν ο πρώτος πολίτης εκεί,
πριν να συμβεί κάτι τυχαίο,
κάπως παράξενο στ᾽ αλήθεια,
μα που δεν άξιζε τον κόπο
να μου κεντρίσει την προσοχή.
Κάποιος στο δείπνο μεθυσμένος
και πάνω στο κρασί
είπε πως είμαι ψεύτικος,
780 πλαστός του πατέρα μου γιος.
Το πήρα βαριά· κρατήθηκα την ίδια μέρα.
Όμως την άλλη μέρα
πήγα στη μάνα μου και στον πατέρα
και τους ρώτησα.
Δυσφόρησαν για κείνον που με πρόσβαλε
και ᾽γω χαιρόμουν την οργή τους.
Όμως τ᾽ αγκάθι με τρυπούσε συνεχώς
και πλήγωνε το νου μου.
Πηγαίνω στους Δελφούς
κρυφά απ᾽ τους γονείς μου,
αλλά ο Φοίβος μ᾽ έδιωξε,
με περιφρόνησε,
δεν απάντησε στο ερώτημά μου.
790 Αλλά δεινά και φοβερά προφήτευε
για μένα τον τρισάθλιο
πως με τη μάνα μου θα σμίξω
και πως παιδιά θα φέρω της ντροπής
στο φως της μέρας
και πως φονιάς θα γίνω
του πατέρα που μ᾽ έσπειρε.
Εγώ σαν τ᾽ άκουσα
από την πόλη της Κορίνθου
ξεμακραίνω,
ακολουθώντας την οδό των αστεριών,
δεν ήθελα να δω ν᾽ αληθεύουν
των χρησμών οι ντροπές.
Οδοιπορώντας φτάνω στον τόπο
που μου λες
πως χάθηκεν ο βασιλιάς της χώρας.
800 Θα σου πω όλη την αλήθεια.
Όταν πεζός στο τρίστρατο πλησίασα
αντάμωσα έναν κήρυκα
και πάνω σ᾽ ένα αμάξι
που το ᾽σερναν πουλάρια
καθόταν ένας γέροντας, καθώς τον λες.
Αυτός ο κήρυκας κι ο γέροντας
με πέταξαν βιαίως στης δημοσιάς την άκρη.
Τον οδηγό που μ᾽ έσπρωξε
χτυπώ με λύσσα.
Ο γέροντας το βλέπει,
με παραφύλαξε
κι όπως τ᾽ αμάξι πέρναγε μπροστά μου
με χτύπησε με το διπλό μαστίγιο στο μέτωπο.
810 Το πλήρωσε ακριβότερα·
σαν αστραπή τον τσάκισα
με το ραβδί που κράταγα στο χέρι
κι ανάσκελα κυλίστηκε
στο βάθος τ᾽ αμαξιού.
Ύστερα σκότωσα όλους τους άλλους.
Αν συγγενεύει ο Λάιος μ᾽ αυτόν τον ξένο,
ποιός άνθρωπος γεννήθηκε
πιο θλιβερός απ᾽ τον Οιδίποδα;
Ποιός άλλος μπόρεσε
πιο θεομίσητος να γίνει;
Κανείς πολίτης, κανένας ξένος
δεν επιτρέπεται να τον δεχτεί στο σπίτι του
κανείς δεν επιτρέπεται να του μιλεί,
όλοι θα τον πετούν στο δρόμο.
Άλλος κανείς, μονάχα εγώ
820 τον εαυτό μου καταράστηκα,
βρωμίζω με τα χέρια που τον σκότωσα
του πεθαμένου το κρεβάτι.
Γεννήθηκε κακούργος;
Εγώ είμαι το μίασμα.
Στο σώμα, στην ψυχή, στο νου;
Αν πάρω των ομματιών μου και φύγω
εξόριστος δε θα μπορώ
τους δικούς μου να δω
ούτε το χώμα της πατρίδας να πατήσω,
αλλιώς θα ζευγαρώσω με τη μάνα μου
και θα σκοτώσω τον πατέρα μου
τον Πόλυβο που μ᾽ έσπειρε και μ᾽ έθρεψε.
Θα ᾽ταν λοιπόν παράλογο κάποιος να πει,
αν ζύγιαζε τη μοίρα μου,
πως ανελέητος θεός με κυνηγάει;
830 Ποτέ, μα ποτέ, σεβαστοί θεοί,
μιας τέτοιας ημέρας το φως να μη δω.
Μακάρι να χαθώ, ν᾽ αφανιστώ
απ᾽ των θνητών τα μάτια
παρά να κηλιδώσω την ψυχή
με της ντροπής τη φρίκη.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 12. Το κλέος

12.2.4. Το κλέος ἄφθιτον του Αχιλλέα


Επιφανείς ήρωες της Ιλιάδας, όπως ο Σαρπηδόνας (Μ 310-328), θεωρούν αδιανόητη τη διάζευξη του ρόλου των ηγεμόνων από τον ρόλο των προμάχων. Οι ηγεμόνες, προκειμένου να απολαύσουν τις πλουσιοπάροχες τιμές τους σαν να είναι θεοί αλλά και για να επιτρέψουν στους υπηκόους τους να λένε ότι δεν κυβερνούν ἀκλεεῖς τη χώρα τους (Μ 318), οφείλουν, αρνούμενοι την υπόθεση ότι είναι αγέραστοι και αθάνατοι όπως οι ολύμπιοι, να μάχονται στην πρώτη γραμμή της μάχης, με συνείδηση για τον αναπόδραστό τους θάνατο. Ενόψει αυτής της παράδοξης πραγματικότητας, η διατήρηση της τιμής και της εγκωμιαστικής φήμης των ηρώων εξαρτάται από το εὖχος: από το αν θα σκοτώσουν ή θα σκοτωθούν στο πεδίο της μάχης (πρβ. Μ 305-306). Ο γιος του Δία, ο Σαρπηδόνας, επάξια κερδίζει το κλέος του με τύμβο και στήλη (Π 457 = 675), γυρίζοντας νεκρός στην πατρίδα του Λυκία.

Η ιλιαδική αυτή νόρμα αξιών προβληματοποιείται και δραματοποιείται με το κλέος του Αχιλλέα, που αντιπροσωπεύει όχι μόνο τις απαιτήσεις αλλά και τις αντιφάσεις της ηρωικής ζωής. Ο χολωμένος γιος της Θέτιδας, σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας στη σκηνή της «Πρεσβείας», αντιδρώντας στην πρόταση του Οδυσσέα να επιστρέψει στη μάχη ενόψει τιμών και κύδους, αναφέρεται στη διπλή του μοίρα, όπως, λέει, του την είπε κάποτε η μητέρα του (I 412-416):

Αν μένοντας εδώ πολεμώ γύρω από την πόλη των Τρώων, είναι χαμένος για μένα ο γυρισμός [νόστος], η δόξα μου όμως θα είναι αθάνατη [κλέος ἄφθιτον ἔσται]. Αν πάλι γυρίσω στο σπίτι μου στην αγαπημένη μου πατρική γη, είναι χαμένη για μένα η μεγάλη δόξα [κλέος ἐσθλόν], θα ζήσω όμως πολλά χρόνια, και ούτε που θα με βρει γρήγορα το τέλος του θανάτου.

Το δίλημμα του Αχιλλέα εμφανίζεται κατ᾽ αρχάς ως παράδοξο, δεδομένου» ότι είναι ο μόνος ήρωας στην Ιλιάδα που γνωρίζει ότι είναι «ολιγόζωος» (μινυνθάδιος, ὠκύμορος), ότι δεν πρόκειται να ζήσει για πολύ. Η Θέτιδα στην Ιλιάδα δεν του θέτει παρόμοιο δίλημμα, προλέγει όμως τον επικείμενο θάνατό του (Σ 95-96). Ωστόσο, ο ήρωας σ᾽ αυτό το σημείο της ιλιαδικής αφήγησης, βυθισμένος στον εγωκεντρικό του θυμό για την προσβολή της τιμής του από τον Αγαμέμνονα, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο έξω από τη νόρμα της ηρωικής ηθικής, που θέλει την τιμή και το κλέος να εξαρτώνται από το εὖχος. Ο οργισμένος ήρωας, αρνούμενος να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό με τον βασιλιά των Αχαιών, απειλεί να επιστρέψει στη Φθία, γιατί, όπως έχει ήδη δηλώσει: «τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή» του (I 401). Εξ αποτελέσματος ωστόσο το δίλημμα για κλέος δίχως νόστο ή για νόστο χωρίς κλέος δηλώνεται από τον Αχιλλέα στον Οδυσσέα, για να επιτονιστεί με τραγικό τρόπο το αναπόφευκτο της πρώτης επιλογής.

Με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του κλέους του Αχιλλέα συνδέεται το επίθετο ἄφθιτον («που δεν φθίνει, δεν μαραίνεται και δεν αποσυντίθεται»), λέξη που μόνον εδώ εμφανίζεται να συνοδεύει το κλέος. Η ρίζα (*φθι-) του επιθέτου (από το ρήμα φθίω/φθίνω, φθινύθω) παραπέμπει στον μαρασμό των φυτών, με τον οποίο συγκρίνεται η φυσική απόληξη της ζωής των ανθρώπων. Όπως λέει ο Απόλλωνας, σε αντίθεση προς τους θεούς, οι θνητοί (Φ 464-466):

σαν τα φύλλα κι αυτοί άλλοτε τρώνε τον καρπό της γης και είναι όλο φλόγα, και άλλοτε πεθαίνουν [φθινύθουσιν] χωρίς πνοή.

Το επίθετο ἄφθιτον αναιρεί τη φυσική διαδικασία (της άνθισης και του μαρασμού των φυτών)· κατ᾽ επέκταση, τον φυσικό κύκλο της ζωής των θνητών (της γέννησης και του θανάτου τους, πρβ. Ζ 145-149).

Μέχρι σήμερα δεν έχει συμφωνηθεί αν η έκφραση κλέος ἄφθιτον είναι μια γενική λογοτυπική έκφραση -κληρονομιά της ινδοευρωπαϊκής ηρωικής ποίησης- οπότε το ἄφθιτον κοσμεί απλώς το κλέος (ως αθάνατη δόξα)· ή αν η έκφραση είναι επινόηση του ποιητή, οπότε το ἄφθιτον προσδιορίζει με κατηγορηματικό τρόπο το κλέος (ως δόξα που θα μείνει αιώνια). Πάντως, το ἄφθιτον ἔσται είναι μετρικά ισοδύναμη έκφραση με αντίστοιχες εκφράσεις που αναφέρονται είτε στην έκταση του κλέους, στο πλαίσιο του παρόντος (κλέος οὐρανὸν ἵκει «που έχει φτάσει ως τον ουρανό», Θ 192, ι 20), είτε στη μελλοντική του διάρκεια (κλέος οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται «που δεν θα χαθεί ποτέ», Β 325, Η 91, ω 196). Στη σημασιολογική συγγένεια της έκφρασης ἄφθιτον ἔσται με το οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται εντοπίζεται η εξής ποιοτική διαφορά: το ἄφθιτον κοσμεί και άλλες λέξεις, εκτός από το κλέος, ενώ η περίφραση οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται αναφέρεται μόνο στη δόξα που δεν θα χαθεί ποτέ.

Στην επική παράδοση οι λέξεις που περιγράφονται με το ἄφθιτον έχουν κοινό τους παρονομαστή το αστείρευτο ρεύμα του νερού, τη φωτιά, το σπέρμα ή το φυτικό απόσταγμα, όπως το κρασί. Στον βαθμό που και οι θεοί αναπαριστούν αυτές τις ουσίες/ιδιότητες, μπορεί να κατέχουν τον χαρακτηρισμό ἄφθιτον, όπως και τα αντικείμενα ή οι ιδιότητες που έχουν κατασκευάσει και τους ανήκουν: ἄφθιτον αἰεί, για παράδειγμα, είναι το σκήπτρο του Αγαμέμνονα (Β 46, 186) που έχει κατασκευάσει, μαζί με τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, ο Ήφαιστος, ενώ ἄφθιτα μήδεα ονομάζονται οι ακατάλυτες βουλές του Δία (Ω 88).

Ο ποιητής έτσι έχει φροντίσει να δώσει εξαιρετική σημασία στο κλέος του Αχιλλέα, συνδέοντάς το με τον χώρο των θεών. Σ᾽ αυτό τον χώρο πρόκειται να ενταχθεί ο ήρωας, επιλέγοντας να πεθάνει στην Τροία για να κερδίσει κλέος ἄφθιτον. Σύμφωνα μάλιστα με τη μεθομηρική Αιθιοπίδα, που αποδίδεται στον Αρκτίνο, η Θέτιδα άρπαξε τον γιο της από τη νεκρική πυρά και τον μετέφερε στη Λευκὴν νῆσον, κατά κάποιον τρόπο αποθεώνοντάς τον. Στο ιλιαδικό έπος όμως αυτή η αναφορά που υμνεί τη θνητότητα των ηρώων αποσιωπάται. Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα, όπως ένα λουλούδι, θα μαραθεί πάνω στη νιότη του (ἥβης ἄνθος, Ν 384), όμως το κλέος του δεν θα πέσει, επειδή δεν είναι προϊόν της φύσης αλλά της επικής αοιδής.

Εξάλλου, τον Αχιλλέα απασχολεί η επιβίωση της δόξας του μέσα στο επικό τραγούδι, ώστε και αυτός να γίνει αοίδιμος από τις μέλλουσες γενιές, όπως η Ελένη (Ζ 357-358). Στην αρχή της «Πρεσβείας» οι αχαιοί απεσταλμένοι βρίσκουν τον ήρωα, με τη σιωπηλή συντροφιά του Πατρόκλου, να τέρπεται με τη φόρμιγγά του - λάφυρο από την άλωση της πόλης του Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης (I 189-191):

Μ᾽ αυτήν εκείνος εύφραινε την ψυχή του και τραγουδούσε παλληκαριές αντρών [κλέα ἀνδρῶν]. Μονάχα ο Πάτροκλος καθόταν αντίκρυ του σωπαίνοντας και περίμενε πότε θα πάψει να τραγουδά ο εγγονός του Αιακού.

Με την εξαίρεση της Ελένης, που συστήνεται σαν να παίρνει τη σκυτάλη από τον ποιητή υφαίνοντας στον ιστό της τον πόλεμο Αχαιών και Τρώων (Γ 126-128), ο Αχιλλέας είναι ο μοναδικός ήρωας στην Ιλιάδα που, σαν ποιητής του εαυτού του, εμφανίζεται να ψάλλει κλέα ἀνδρῶν. Αν και πιθανολογείται ότι τα αοίδιμα κλέα συνδέονται με το κατόρθωμα της άλωσης της πόλης του πατέρα της Ανδρομάχης (πρβ. Ζ 395-397, 414-429) συνιστώντας ένα είδος μικρόκοσμου ως προς το θέμα της Ιλιάδας, το περιεχόμενο του τραγουδιού του ήρωα μένει αδήλωτο. Έχει ιδιαίτερη πάντως σημασία ότι εδώ ο Αχιλλέας, λίγο πριν παρατήσει τη φόρμιγγά του για να πιάσει τα όπλα, με μοναδικό και σιωπηλό ακροατή τον Πάτροκλο, ευφραίνεται με το βασικό θέμα, με το οποίο ο ποιητής τέρπει τους ακροατές του. Ο ποιητής έτσι παρουσιάζει λίγο πολύ ως ομότεχνό του τον κεντρικό ήρωα του έπους του.

Και ο Έκτορας ωστόσο κερδίζει αθάνατο κλέος, το οποίο θα συντηρείται και θα διαιωνίζεται με το σῆμα του. Όμως, το κλέος του τρωαδίτη ήρωα προϋποθέτει τον θάνατό του στην Ιλιάδα. Αντίθετα, ο θάνατος του «ολιγόζωου» Αχιλλέα, αν και από την αρχή του έπους προεξαγγέλλεται, διαρκώς αναβάλλεται και δεν εμφανίζεται, μετακινούμενος έξω από τη δράση του ιλιαδικού έπους. Εξάλλου, το κλέος του Αχιλλέα εμφανίζεται κάπως ασφαλέστερο από του Έκτορα. Τα μνημεία, όπως προβλέπεται τουλάχιστον για το ένδοξο τείχος των Αχαιών (Η 451, Μ 17-30), μπορεί μετά το τέλος του τρωικού πολέμου να γκρεμιστούν, για να τα θυμούνται οι μέλλουσες γενιές μόνο μέσα από την επική αοιδή.

Άλλοι ιλιαδικοί ήρωες, όπως ο Σαρπηδόνας και ο Έκτορας, οδηγούνται στο κλέος ενόψει τιμών και της αἰδοῦς, υπερασπιζόμενοι τον λαό και την πόλη τους. Ο Αχιλλέας θα κερδίσει ἄφθιτον κλέος με διαφορετικό τρόπο. Αρνούμενος τιμές, δώρα και φιλότητα, επιστρέφει στη μάχη, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, την προσβεβλημένη δική του τιμή, και για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του Πατρόκλου. Η μῆνις καθήλωσε τον ήρωα στην αποχή του από τον πόλεμο, στερώντας του το ορθόδοξο κλέος που διεκδικούν άλλοι επιφανείς ήρωες. Την ίδια όμως στιγμή, εξαιτίας ακριβώς της πολεμικής του αδράνειας, ο ήρωας θα μείνει για να πεθάνει στην Τροία κερδίζοντας αιώνια δόξα. Και το κλειδί, το εξιλαστήριο θύμα, για τον ένδοξο θάνατο του ήρωα στην Ιλιάδα είναι ο σιωπηλός ακροατής της αοιδής του, ο Πάτροκλος. Ο θάνατος του αγαπημένου εταίρου από τον Έκτορα φέρνει τον Αχιλλέα στη μάχη και τον βάζει στην τροχιά του δικού του θανάτου (Σ 95-96). Από απόσταση ο θάνατος του Πατρόκλου είναι κλέος ἐσθλόν (Ψ 280). Από κοντά ωστόσο η απώλειά του μεταφράζεται σε ἄχος (Σ 22) και πένθος (Σ 73, πρβ. Ψ 283), που οδηγεί τον Αχιλλέα στην κατάκτηση του δικού του κλέους (Σ 121):

Τώρα όμως θα ήθελα να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν].

Νοημοσύνη στο παιδί

Όλοι οι γονείς τείνουν να βλέπουν με μια θετική ματιά τα παιδιά τους – για κάθε γονιό το παιδί του είναι το ‘εξυπνότερο’. Ταυτόχρονα, όλοι μπορούμε να παρατηρήσουμε πως κάποια παιδιά είναι ιδιαίτερα ‘ξύπνια’. Πότε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα παιδί ως ‘έξυπνο’; Γιατί κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερης σημασίας;

Αρχικά η εξυπνάδα χαρακτηρίζεται ανάλογα με την ηλικία και τις προσδοκίες της εκάστοτε φάσης ζωής. Συχνά όμως τείνουμε να μπερδεύουμε την εξυπνάδα με την νοημοσύνη. Η νοημοσύνη, ή αλλιώς το γνωστό σε όλους μας IQ, είναι η λεκτική ή μαθηματική δεξιότητα. Όταν ένα παιδί επιδεικνύει έντονη ανάπτυξη και κατανόηση γλωσσικά ή αριθμητικά χαρακτηρίζεται ως ‘έξυπνο’ ή ως παιδί με υψηλό δείκτη IQ.

Εάν ένα παιδί όμως δεν τα πηγαίνει καλά στην έκφραση ή την αριθμητική, είναι ‘ανόητο’; Παρότι κάτι τέτοιο μπορεί με μια πρώτη ματιά να τρομάξει τους γονείς ή τους εκπαιδευτικούς, η αλήθεια είναι πως δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα.

Η ‘ΕΞΥΠΝΑΔΑ’ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ.

Παρότι η νοημοσύνη οριζόταν ως το IQ, πλέον αναγνωρίζεται πως υπάρχουν πολλά είδη νοημοσύνης. Κατά τον Gardner, υπάρχουν εννέα διαφορετικές κατηγορίες νοημοσύνης. Συμπεριλαμβάνει τις τυπικές κατηγορίες, όπως λογικομαθηματική νοημοσύνη, και γλωσσική, προσθέτει όμως και νέες, όπως χωροταξική, κιναισθητική, μουσική/ ρυθμική, διαπροσωπική, ενδοπροσωπική, υπαρξιακή και νατουραλιστική. Ένα παιδί δηλαδή, μπορεί να έχει αναπτυγμένη μία κατηγορία νοημοσύνης από τις προαναφερθείσες, και να διαπρέπει σε κάποιον από τους τομείς.

Πιο συγκεκριμένα: η λογικομαθηματική κατηγορία αναφέρεται στις μαθηματικές και αριθμητικές δεξιότητες, η γλωσσική στις λεκτικές, η χωροταξική στην ικανότητα αντίληψης του χώρου σε τρισδιάστατο επίπεδο, η κιναισθητική αναφέρεται στην ικανότητα αντίληψης και παραγωγής κινήσεων (ιδιαίτερα συστηματοποιημένων), η μουσική είναι η δεξιότητα αντίληψης του ρυθμού και η εσωτερική μουσικότητα, η διαπροσωπική αναφέρεται στην δεξιότητα κατανόησης και αλληλεπίδρασης των άλλων, η ενδοπροσωπική στην δεξιότητα κατανόησης και διαχείρισης του εαυτού, η υπαρξιακή στην αντίληψη υπαρξιακών εννοιών σε βαθύτερο επίπεδο, και η νατουραλιστική στην ικανότητα αντίληψης των ‘νόμων’ που διέπουν την φυσική πραγματικότητα.

Οι κατηγορίες της νοημοσύνης δείχνουν πως η πνευματική ανάπτυξη δεν περιορίζεται στην μαθηματική ή γλωσσική ικανότητα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωριστεί τόσο από γονείς όσο και από εκπαιδευτικούς. Εάν ένα παιδί δεν επιδεικνύει το τυπικό IQ, δεν σημαίνει πως δεν είναι ‘έξυπνο’ – ίσως σημαίνει ότι δεν έχει ανακαλύψει ακόμα τον τομέα νοημοσύνης στον οποίο διαπρέπει. Η αναγνώριση των διαφορετικών τομέων νοημοσύνης επιτρέπουν στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς να μην ‘χαρακτηρίζουν’ τα παιδιά, και να μην ‘βιάζονται να εγκαταλείψουν’ αυτά.

Τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν να διερευνούν περισσότερο τις πολύπλευρες ικανότητες κάθε παιδιού, ώστε να αναδείξουν τα ισχυρά του σημεία, και να μην το περιορίζουν.

Κάθε είδος νοημοσύνης είναι εξίσου σημαντικό, και πρακτικό, και μπορεί να χαρακτηρίσει ένα παιδί ως ‘έξυπνο’. Καταληκτικά, η νοημοσύνη, ή η ‘εξυπνάδα’ είναι η ανεπτυγμένη δεξιότητα αντίληψης κάποιας πτυχής του κόσμου. Οι πολλές κατηγορίες αυτής αντικατοπτρίζουν την πολύπλευρη φύση του ανθρώπου, και τις διαφορετικές μα εξίσου σημαντικές δεξιότητες που το άτομο μπορεί να αναπτύξει.

Είτε είμαστε γονείς, είτε εκπαιδευτικοί, είτε επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ας μην ξεχνούμε πως το κάθε παιδί είναι μοναδικό, και πως κάθε ένα έχει το δικό του ‘προτέρημα’. Ας μην βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε ή να κατηγοριοποιήσουμε – αντ’ αυτού ας εξερευνήσουμε πολύπλευρα τις ικανότητες κάθε παιδιού, χαρίζοντάς του την δυνατότητα να τις ανακαλύψει και να τις εξελίξει.

Φερνάντο Πεσσόα: Αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας

Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του.

Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.

Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας.

Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια.

Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας.

Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.

Επανάσταση;

Αλλαγή;

Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.

Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Δεν χωράει αναβολή στο όνειρο. Μονάχα τόλμη

Στη ζωή μας είναι γεγονός ότι περνάμε από διάφορες φάσεις.

Πότε είναι όμορφες και ευτυχισμένες και πότε είναι άσχημες και μελαγχολικές.

Το θέμα όμως, είναι να μάθουμε να αφήνουμε πίσω μας τα “τραύματά μας” και να μετατρέπουμε κάθε δυσκολία σε μάθημα ζωής.

Να εστιάζουμε λοιπόν, σε εκείνη τη φωτεινή πλευρά που μπορεί να μας χαρίσει τα πιο ωραία της χρώματα…

Παρακάτω είναι μερικά απλά και σημαντικά μαθήματα:

1. Η ευτυχία είναι στιγμές. Μικρές απλές στιγμές που όλοι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσουμε. Αρκεί να μη ξεχνάμε να τη βρίσκουμε πρώτα μέσα μας και μετά στους άλλους.

2. Η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά σε αυτή τη ζωή. Μπορεί κάποιες φορές να ακούγεται λυπηρό ή δύσκολο αυτό αλλά είναι μια βασική αλήθεια. Κάπου είχα διαβάσει, πως “Καμιά φορά οι αλλαγές που νομίζουμε ότι είναι για κακό, είναι ότι πιο σωστό μας συμβαίνει. Δεν είναι δύσκολο να αλλάξεις. Δύσκολο είναι να το θελήσεις τόσο, ώστε να προσπαθήσεις”.

3. Η φιλία είναι μια όμορφη σχέση που ο καθένας μας χρειάζεται να έχει στη ζωή του. Είναι παρέα, συντροφιά, χαρά, εμπιστοσύνη, στήριξη και πρωτίστως σεβασμός στις ανάγκες του άλλου. Όταν όμως, αυτά, πάψουν να υφίστανται η σχέση δε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει.

4. Ο κόσμος πάντα θα βρίσκει λόγους να κρίνει, να βάζει ταμπέλες και να σχολιάζει κάθε επιλογή. Άλλωστε, είναι πολύ εύκολο να κρίνεις. Το δύσκολο είναι να σκέφτεσαι. Το θέμα είναι πως αντιδρούμε εμείς σε αυτό.

5. Ο Έρωτας δε έχει καμία σχέση με την Αγάπη. Είναι πάθος, είναι έλξη, είναι μια σωματική ανάγκη. Μια έντονη επιθυμία να βλέπεις συνέχεια τον άλλο. Είναι εκείνο το ανεξήγητο χαμόγελο που σε κάνει να τα βλέπεις όλα τέλεια και ιδανικά. Που δεν αντιλαμβάνεται ατέλειες και διαφορές και θέλει να ζήσει τα πάντα.

6. Η Αγάπη δε χωράει σε λέξεις. Ή μάλλον κάπου χωράει. Σε αριθμούς. Είναι η μόνη αριθμητική πράξη που δε διαιρείται. Μονάχα πολλαπλασιάζεται. Δε πρέπει να μας τρομάζει η Αγάπη. Μόνο να μας καθοδηγεί χρειάζεται. Να φωτίζει το δρόμο μας με τρυφερότητα και ασφάλεια.

7. Κάθε μέρα πρέπει να διεκδικούμε τα όνειρά μας. Να οραματιζόμαστε τους στόχους μας. Να εφαρμόζουμε στη πράξη αυτά που αγαπάμε. Δεν χωράει αναβολή στο όνειρο. Μονάχα τόλμη. Και κανείς δε έχει το δικαίωμα να μας εμποδίσει από τη πραγματοποίησή του.

8. Καμιά φορά οι προσδοκίες πληγώνουν. Γι’ αυτό όσο λιγότερα περιμένεις από τους άλλους, τόσο πιο ευτυχισμένος θα είσαι.

9. Ποτέ μη λες “ποτέ” και για “πάντα” για τίποτα και για κανέναν. Η ζωή πάντα βρίσκει ένα τρόπο να αλλάζει τα δεδομένα.

10. Η πίστη είναι η πιο μεγάλη δύναμη που υπάρχει. Αλλάζει ριζικά το τρόπο που βλέπεις τη ζωή. Σε κάνει να αισθάνεσαι μεγάλη γαλήνη και ελπίδα. Γίνεται φάρος σε κάθε σκοτάδι.

Οι πληγές που δεν έκλεισαν αιμορραγούν σε όσους δεν έφταιξαν

Οι πληγές που δεν έκλεισαν ευθύνονται για όσους μαγικούς κόσμους μας παγιδεύτηκαν. Είναι όλες εκείνες οι εμπειρίες που απωθήσαμε στο υποσυνείδητο καθώς κουράγιο δεν βρήκαμε να τις κοιτάξουμε ευθεία στα μάτια, μια κομβική στιγμή του παρελθόντος που αισθανθήκαμε ανήμποροι και την ντροπή της την κουβαλάμε ακόμη στο σώμα και στην ψυχή.

Και αποτελεί καθήκον μας να θεραπευτούμε επειδή αυτές τις πληγές προβάλλουμε και στους γύρω μας, σε κάθε μικρή ή μεγάλη μας επίκριση, οποιοδήποτε λεπτό πιάνουμε τον εαυτό μας να εξαντλεί την αυστηρότητα του πάνω τους. Στην ουσία, τις προσωπικές μας σκιές δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε και το δικό μας φως αμφιβάλλουμε πως αξίζουμε να χαρούμε.

Και αναρωτιέμαι: Αν κάποτε βίωσες ρατσισμό για την καταγωγή σου, γιατί κλείνεις μάτια και αυτιά στα υποτιμητικά σχόλια για τη σεξουαλική προτίμηση, το επιπλέον βάρος ή τα αραιωμένα μαλλιά κάποιου; Ή πολύ περισσότερο γιατί συμμετέχεις με τον οποιοδήποτε τρόπο σε αυτά;

Γιατί διαιωνίζεις τον πόνο που βίωσες, γιατί δε θεωρείς υπέρτατο χρέος σου να προφυλάξεις και τους άλλους από κάτι που σε συνέθλιψε; Ποια συμπλέγματα κατωτερότητας δυσχεραίνουν ακόμη την αναπνοή σου και ποια απεγνωσμένη ανάγκη σε ωθεί να γυρεύεις την ένταξή σου σε μια νόρμα που με αγριότητα σε απέρριψε;

Και αν ως παιδί ταπεινώθηκες γιατί τώρα συμπεριφέρεσαι και εσύ με τη σειρά σου σκληρά; Γιατί δε χαρίζεις γενναιόδωρα την αγκαλιά που μια φορά στερήθηκες;

Για να κλείσουμε τις πληγές μας αρκεί να θυμηθούμε την ίδια την ιστορία μας. Και να προσφέρουμε ένα χέρι βοήθειας στον εαυτό μας. Να μας συγχωρέσουμε. Να μας αγαπήσουμε. Και ύστερα να προχωρήσουμε. Να προχωρήσουμε όμως μαζί με τους υπόλοιπους ανθρώπους, να τους κατανοήσουμε, να τους συμπονέσουμε.

Και να συνθηκολογήσουμε με τον δαίμονα μας. Να κάτσουμε απέναντί του, πιάνοντας ακόμη και κουβέντα μαζί του. ΄Έχει τόσα να μας διηγηθεί άλλωστε: Για ένα σωρό ανηφόρες που συντροφιά μας βάδισε και για εκείνες τις αβύσσους που παρέα μας μέτρησε τα βάθη τους.

Ο δαίμονάς μας συνιστά το κομμάτι μας που πληγώθηκε. Ας τον ακούσουμε.

«Θυμάσαι που ήσουν παιδί και φοβόσουν;» μας ρωτά.

«Και έπειτα;»

«Έπειτα πέτρωσες».

«Γιατί;»

«Για να επιβιώσεις. Άλλη λύση δεν απέμενε».

Πλέον όμως καλά γνωρίζουμε πως η ιστορία διαθέτει την εναλλακτική εκδοχή της και το σενάριο γράφεται με την πένα που εμείς επιλέγουμε. Σηκωνόμαστε από τη θέση μας. Σκουπίζουμε τα δάκρυα που κυλούν στα μάτια του δαίμονά και του εξηγούμε πως σε έναν κόσμο αφάνταστα σκληρό η μόνη αληθινή επιβίωση είναι η διατήρηση μιας ευγενικής καρδιάς.

Η πληγή κλείνει μα ένα σημάδι της μένει για να μας υπενθυμίζει όσες μάχες με το σπαθί μας κερδίσαμε και τη μεγαλειώδη ζωή που με τόλμη διεκδικήσαμε.

Και ο δαίμονάς μας επιτέλους ησυχάζει. Δεν γυρεύει την αναγνώριση με τους πομπώδεις τρόπους του παρελθόντος, δεν αντλεί σαδιστική ικανοποίηση από τον χλευασμό τρίτων, δεν εθελοτυφλεί στην αδικία και δε δικάζει με πρωτοφανή αυστηρότητα τους παραστρατημένους.

Εξάλλου, αν το καλοσκεφτούμε, είμαστε όλοι μας μια στρατιά από συναρπαστικούς παραστρατημένους, ένας μπαξές από απίστευτα γοητευτικούς τύπους του περιθωρίου που πέφτουν και σηκώνονται, επιβεβαιώνοντας περίτρανα πως η αυγή ξεπροβάλλει ύστερα από την εφιαλτικότερη νύχτα.

Υπάρχει ένας ήλιος πέρα από εμένα και από εσένα, ένας φάρος που αθόρυβα καθοδηγεί το πεπρωμένο και ένας ευσπλαχνικός συγγραφέας που μυστικά φροντίζει για την κάθαρσή μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι να υψώσουμε το ανάστημά ψηλότερα από τα τραύματά μας και να πιστέψουμε όσες ευχάριστες ανατροπές τρέχουν ήδη να μας συναντήσουν.

Γιατί νιώθω συνεχώς ότι δεν είμαι αρκετός;

Τα μηνύματα που εκπέμπονται από τους γονείς και εσωτερικεύονται από τα παιδιά, ακόμα κι αν δεν πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια κάποιου σοβαρού προβλήματος, μπορούν και πάλι να επηρεάσουν έντονα τα συναισθήματα ανεπάρκειας, αφήνοντας στην ενήλικη ζωή την επαναλαμβανόμενη σκέψη του «ποτέ δεν είμαι αρκετός». Αυτό ισχύει συχνότερα σε περιπτώσεις όπου ο ένας ή και οι δύο γονείς βρίσκονταν στο φάσμα των ναρκισσιστικών στάσεων και συμπεριφορών.

Οι γονείς με ναρκισσιστικά στοιχεία συχνά δεν μπορούν επαρκώς να παρέχουν ενσυναίσθηση, αγάπη άνευ όρων και αποδοχή στα παιδιά τους. Ο υγιής δεσμός, ο ασφαλής αποχωρισμός και η εξατομίκευση συμβαίνουν όταν αυτές οι ποιότητες βιώνονται ανεξαρτήτως της επίδοσης του παιδιού.

Ένας κόσμος που βασίζεται στην εικόνα και εστιάζει στο πώς φαίνονται τα πράγματα, ειδικά στους άλλους, δεν ανέχεται την αυθεντικότητα και την ατέλεια. Και φυσικά δεν ανέχεται τους ανθρώπους που σχετίζονται με αυτά τα χαρακτηριστικά. Τα παιδιά που βρίσκονται στη διαδικασία μάθησης και ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στο φόβο, την ντροπή και στα αισθήματα εγκατάλειψης επειδή δεν «είμαι όπως με θέλουν».

Η κληρονομιά των μη ανικανοποίητων συναισθηματικών και αναπτυξιακών αναγκών εκφράζεται συχνά συμπεριφορικά με το να προσπαθούμε συνεχώς να ευχαριστήσουμε τους άλλους, με το να αναζητάμε συνεχώς στοιχεία για το πώς να γίνουμε «αρκετά καλοί» και αποδεκτοί. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει αυτάρκεια και αυτοεκτίμηση.

Πολλοί από τους ανθρώπους που εμφανίζουν διαταραχή συσσώρευσης παλεύουν με ερωτήματα όπως «Γιατί νιώθω ότι δεν αξίζω την αγάπη;» «Γιατί δεν νιώθω ποτέ αρκετός;», «Γιατί νιώθω τόσο άδειος;» και «Γιατί πάντα αμφιβάλλω για τον εαυτό μου και τις αποφάσεις που παίρνω;».

Γνωρίζουν ότι θέλουν να νιώσουν καλύτερα και ειλικρινά λαχταρούν να βρουν καλύτερους τρόπους να ζήσουν τη ζωή που θέλουν χωρίς τους σωρούς από πράγματα. Τα εσωτερικά τους μηνύματα συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται με φωνές από το παρελθόν που τους ψιθυρίζουν λόγια όπως «αυτό είναι πιο δυνατό από εσένα… είσαι αποτυχημένος».

Συχνά, έχουν τόσο πολύ αποδεχτεί και εσωτερικεύσει αυτά τα καταστροφικά μηνύματα που είναι εξαιρετικά δύσκολος ο δρόμος της επούλωσης. Η δουλειά μου ξεκινά με το να τους βοηθήσω να γεμίσουν αυτό το εσωτερικό κενό με αυτοσυμπόνοια και αποδοχή, όχι με πράγματα.

Μαθαίνουν ότι τα συναισθήματα ντροπής και αυτό-κατηγορίας δεν σημαίνουν αυτόματα ότι αυτό ισχύει πράγματι και ότι δεν έχουν πετύχει τίποτα το αξιοσημείωτο. Αυτό σταδιακά τους βοηθά να σταματήσουν να αυτοκατηγορούνται, καλύπτοντας εκείνες τις φωνές των αρνητικών κριτών τους.

Με ελπίδα και συμπονετική αυτεπίγνωση, αυτά τα άτομα αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι αν τα πράγματα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, δεν θα χρειάζονταν τόσα πολλά. Τα αντικείμενα δεν θα γεμίσουν ποτέ το κενό και δεν θα τους αγαπήσουν. Ακόμα κι αν εκείνα αγαπούν τα πράγματα αυτά, δεν θα μπορούσαν ποτέ αυτά να γεμίσουν το κενό που νιώθουν.

Είναι σα να βρίσκεται κανείς μεσοπέλαγα σε μια βάρκα χωρίς φρέσκο πόσιμο νερό, αλλά ειρωνικά είναι περιτριγυρισμένος από νερό. Έτσι χρησιμοποιούν τα αντικείμενα ως υποκατάστατο, κατακλύζονται από αυτά και στο τέλος πολλές φορές βάζουν τη ζωή τους σε κίνδυνο. Όταν μιλάμε για ανάγκες, δεν υπάρχουν υποκατάστατα.

Το ίδιο φυσικά ισχύει και για άλλου είδους εθισμούς. Τα αντικείμενα, το φαγητό, οι ουσίες, το αλκοόλ αποτελούν ψευδαισθησιακά υποκατάστατα ανεκπλήρωτων αναγκών, μια κραυγή αγωνίας που ζητά κάτι. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, αλλά ένα είναι κοινό: τα συναισθήματα αναξιότητας πηγάζουν από το παρελθόν ενός πληγωμένου, πολλές φορές και παραμελημένου, παιδιού. Και τι θέλει αυτό το παιδί; Μια αγκαλιά και την άνευ όρων αποδοχή και αγάπη μας.

ΑΤΗ: Η προσωποποίηση της βλάβης του μυαλού και των απερίσκεπτων πράξεων

Η Άτη ήταν θεότητα της ελληνικής μυθολογίας, ενσάρκωση της βλάβης. Στα αρχαία Ελληνικά η λέξη ἀτη[α] σήμαινε τη «σύγχυσιν φρενών», την απερισκεψία που οφειλόταν σε πλάνη που απέστελναν οι θεοί. Η Άτη[β] ήταν η προσωποποίηση της βλάβης του μυαλού και των απερίσκεπτων πράξεων, καθώς και των αποτελεσμάτων αυτών των πράξεων.[γ] Οδηγούσε τόσο τους ανθρώπους, όσο και τους θεούς, στην παρεκτροπή και σε ανεύθυνες πράξεις. Η Άτη ήταν συμφορά που χτυπούσε κατακέφαλα, τυφλώνοντας το νου και επιφέροντας την καταστροφή. Μετά από ό,τι κακό και δυστύχημα είχε αποστείλει η Άτη, προσέρχονταν οι Λιταί για να τα θεραπεύσουν.

Κλασική τραγική ποίηση

Στους αρχαίους Έλληνες τραγικούς η εικόνα της Άτης είναι διαφορετική, αφού η δράση της ομοιάζει με εκείνη της Νεμέσεως και των Ερινυών. Εκδικείται τα δολερά έργα και κατατρέχει και τιμωρεί τους δράστες αυτών των πράξεων, καθώς και τους απογόνους τους. Ο εκδικητικός χαρακτήρας της Άτης είναι πιο εμφανής στον Αισχύλο και λιγότερο στον Ευριπίδη, όπου αναπτύσσεται περισσότερο η «Δίκη» με την έννοια της δικαιοσύνης. Έτσι, στον Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα επικαλείται την Άτη και τις Ερινύες, όταν αναφέρεται στο φόνο του συζύγου της ως «τέλειας εκδίκησης» για το χαμό της Ιφιγένειας: «καὶ τήνδ’ ἀκούεις ὁρκίων ἐμῶν θέμιν· / μὰ τὴν τέλειον τῆς ἐμῆς παιδὸς Δίκην, / Ἄτην Ἐρινύν θ’, αἷσι τόνδ’ ἔσφαξ’ ἐγώ /».

Μοντεσκιέ: Φύση και Αρχή της Διακυβέρνησης

Ο Μοντεσκιέ διακρίνει τρείς τύπους διακυβέρνησης, τη δημοκρατία, τη μοναρχία και το δεσποτισμό. Καθένας από τους τύπους αυτούς ορίζεται σε αναφορά με δύο έννοιες, τις οποίες ο συγγραφέας του Πνεύματος των Νόμων ονομάζει φύση και αρχή της διακυβέρνησης.

Η φύση της διακυβέρνησης είναι εκείνο που την κάνει να είναι ότι είναι. Η αρχή της είναι το αίσθημα που πρέπει να εμπνέει τους ανθρώπους μέσα στο πλαίσιο ενός τύπου διακυβέρνησης, για να μπορεί ο τύπος αυτός να λειτουργεί αρμονικά.

Η φύση κάθε διακυβέρνησης καθορίζεται από τον αριθμό των κατόχων της κυρίαρχης εξουσίας. Ο Μοντεσκιέ γράφει: «Ξεκινώ από τρεις ορισμούς ή μάλλον τρία γεγονότα: το ένα, ότι η αβασίλευτη δημοκρατική κυβέρνηση είναι εκείνη όπου ο λαός σύσσωμος ή ένα μέρος του μόνο έχει την κυρίαρχη εξουσία· η μοναρχική, εκείνη όπου ένας μόνο κυβερνά, αλλά μέσω σταθερών και εδραίων νόμων· ενώ στο δεσποτισμό ένας μόνο, χωρίς νόμο και κανόνα, κινεί τα νήματα με βάση τη θέληση και τα κέφια του». (Πνεύμα των Νόμων, Βιβλίο 2ο, κεφ. 1)

Οι ορισμοί όμως αυτοί δείχνουν αμέσως ότι η φύση μιας κυβέρνησης δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό αυτών που κατέχουν την εξουσία, αλλά και από τον τρόπο που την ασκούν. Έχουμε λοιπόν δύο κριτήρια ή, στην σύγχρονη διάλεκτο, δύο μεταβλητές, για να ορίσουμε με ακρίβεια τη φύση κάθε κυβέρνησης: πρώτο, το ποιος κατέχει την κυρίαρχη εξουσία, και δεύτερο, το με ποιες μορφές ασκείται αυτή.

Πρέπει εδώ να προσθέσουμε και το τρίτο κριτήριο, δηλαδή την αρχή της διακυβέρνησης. Ο τύπος διακυβέρνησης δεν ορίζεται επαρκώς με βάση το (σχεδόν αποκλειστικά νομικό) χαρακτηριστικό γνώρισμα του ποιος κατέχει την κυρίαρχη εξουσία. Χαρακτηρίζεται επιπλέον και από το αίσθημα εκείνο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να διαρκέσει και να προκόψει.

Κατά τον Μοντεσκιέ, λοιπόν, υπάρχουν τρία θεμελιώδη πολιτικά αισθήματα, καθένα από τα οποία διασφαλίζει τη σταθερότητα ενός τύπου διακυβέρνησης. Η δημοκρατία εξαρτάται από την αρετή, η μοναρχία από την τιμή, και ο δεσποτισμός από το φόβο.

Έτσι, αρχή της δημοκρατίας είναι η αρετή, πράγμα που δεν σημαίνει ότι στη δημοκρατία οι άνθρωποι είναι ενάρετοι αλλά ότι θα έπρεπε να είναι και ότι οι δημοκρατίες ευδοκιμούν μόνο στο μέτρο που οι πολίτες είναι ενάρετοι. Η αρετή της δημοκρατίας δεν είναι αρετή ηθική, αλλά πολιτική. Πρόκειται για τον σεβασμό των νόμων και την αφοσίωση του ατόμου στην κοινότητα.

Η τιμή, καθώς λέει ο Μοντεσκιέ, είναι, «από καθαρά φιλοσοφική άποψη κίβδηλη». Πρόκειται για το σεβασμό που οφείλει καθένας στην κοινωνική του θέση.

Όσο για τον φόβο, δεν έχει ανάγκη ορισμού. Είναι ένα αίσθημα στοιχειακό και κατά κάποιο τρόπο υπο-πολιτικό. Κατά τη γνώμη του ένα καθεστώς που στηρίζεται στο φόβο είναι, στην ουσία του διεφθαρμένο και στέκει σχεδόν στο χείλος του πολιτικού εκμηδενισμού. Οι υπήκοοι που υπακούουν μόνο από φόβο σχεδόν δεν είναι άνθρωποι. …

Κατά τον Μοντεσκιέ, καθεμιά από τις τρεις αυτές κυβερνήσεις αντιστοιχεί σε μια ορισμένη έκταση της εξεταζόμενης κοινωνίας. Οι διατυπώσεις αφθονούν:

«Είναι στη φύση μιας δημοκρατίας να έχει μικρό έδαφος· χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 16)

«Ένα μοναρχικό κράτος οφείλει να έχει μέση έκταση …». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 17)

«Μεγάλη έκτασης επικράτεια συνεπάγεται δεσποτική εξουσία για όποιον κυβερνά». (Βιβλ. 8ο, κεφ. 19)

Αν στη δημοκρατία αρετή είναι η αγάπη για τους νόμους και η αφοσίωση στην κοινότητα, δηλαδή ο πατριωτισμός, για να χρησιμοποιήσουμε μια σύγχρονη έκφραση, τότε η αρετή οδηγεί, σε τελευταία ανάλυση, σε κάποια αίσθηση της ισότητας. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα, στο οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται πολίτες, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι και νιώθουν ίσοι μεταξύ τους.

Θα μπορούσα να πω, σχολιάζοντας τον Μοντεσκιέ, ότι ένα κράτος είναι ελεύθερο όταν σ’ αυτό η εξουσία σταματά την εξουσία. Η πιο χτυπητή επιβεβαίωση της ερμηνείας αυτής βρίσκεται στο 11ο βιβλίο, όταν, τελειώνοντας την εξέταση του Αγγλικού πολιτεύματος, ο Μοντεσκιέ επιστρέφει στη Ρώμη και αναλύει το σύνολο της ρωμαϊκής ιστορίας από την άποψη της σχέσης πληβείων και πατρικίων. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι ο ανταγωνισμός των τάξεων. Ο κοινωνικός αυτός ανταγωνισμός είναι η προϋπόθεση του μετριοπαθούς πολιτεύματος, γιατί οι διάφορες τάξεις έχουν την ικανότητα να εξισορροπούνται μεταξύ τους. 

Ένα κείμενο από τις Σκέψεις σχετικά με τις αιτίες του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων συνοψίζει τέλεια το κεντρικό αυτό θέμα του Μοντεσκιέ: «Είναι γενικός κανόνας ότι κάθε φορά που βλέπουμε όλον τον κόσμο ήσυχο σ’ ένα κράτος που ονομάζεται Δημοκρατία, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι στο κράτος αυτό ελευθερία δεν υπάρχει. Εκείνο που ονομάζουμε ένωση, μέσα σ’ ένα πολιτικό σώμα είναι κάτι πολύ διφορούμενο. Η αληθινή ένωση είναι ένωση αρμονίας στην οποία όλα τα μέρη, όσο αντιτιθέμενα κι αν μας φαίνονται, συντρέχουν στο γενικό καλό της κοινωνίας, όπως οι αντιφωνίες στη μουσική συμβάλουν στην γενική αρμονία. Μπορεί να υπάρχει ένωση σ’ ένα κράτος όπου νομίζουμε πως βλέπουμε μόνο αναταραχή, να υπάρχει δηλαδή μια αρμονία από όπου απορρέει η ευτυχία, η μόνη γνήσια ειρήνη. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μέρη του σύμπαντος, που είναι αιώνια δεμένα μεταξύ τους χάρη στη δράση των μεν και στην αντίδραση των δε».

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.17.5-6.18.5)

[6.17.5] Ἤδη δὲ τρίτην ἡμέραν αὐτῷ τοῦ πλοῦ ἔχοντι ἐξαγγέλλεται ὅτι ὁ τῶν Πατάλων ὕπαρχος ξυλλαβὼν τῶν Παταλέων τοὺς πολλοὺς ἀποδεδρακὼς οἴχοιτο ἀπολιπὼν τὴν χώραν ἔρημον· καὶ ἐπὶ τούτῳ πλείονι ἢ πρόσθεν σπουδῇ κατέπλει Ἀλέξανδρος. ὡς δὲ ἀφίκετο ἐς τὰ Πάταλα, τήν τε πόλιν καὶ τὴν χώραν ἔρημον καταλαμβάνει τῶν ἐνοικούντων τε καὶ ἐπεργαζομένων. [6.17.6] ὁ δὲ κατὰ δίωξιν τῶν φευγόντων ἐκπέμψας τῆς στρατιᾶς τοὺς κουφοτάτους, ἐπεί τινες αὐτῶν ξυνελήφθησαν, ἀποπέμπει τούτους παρὰ τοὺς ἄλλους, ἐντειλάμενος ἐπανιέναι θαρροῦντας· εἶναι γὰρ αὐτοῖς τήν τε πόλιν οἰκεῖν ὡς πρόσθεν καὶ τὴν χώραν ἐργάζεσθαι. καὶ ἐπανῆλθον οἱ πολλοὶ αὐτῶν.
[6.18.1] Αὐτὸς δὲ Ἡφαιστίωνι προστάξας τειχίζειν ἐν τοῖς Πατάλοις ἄκραν ἀποπέμπει ἐς τὴν ἄνυδρον τῆς πλησίον γῆς φρέατά τε ὀρύξοντας καὶ οἰκήσιμον τὴν χώραν κατασκευάσοντας. καὶ τούτοις ἐπέθεντο τῶν προσχώρων τινὲς βαρβάρων, καὶ ἔστι μὲν οὓς διέφθειραν αὐτῶν ἄφνω προσπεσόντες, πολλοὺς δὲ καὶ σφῶν ἀποβαλόντες ἔφυγον ἐς τὴν ἔρημον, ὥστε ἐπιτελεσθῆναι τοῖς ἐκπεμφθεῖσι τὰ ἔργα προσγενομένης αὐτοῖς καὶ ἄλλης στρατιᾶς, ἣν Ἀλέξανδρος πυθόμενος τῶν βαρβάρων τὴν ἐπίθεσιν ἐστάλκει μεθέξοντας τοῦ ἔργου.
[6.18.2] Περὶ δὲ τοῖς Πατάλοις σχίζεται τοῦ Ἰνδοῦ τὸ ὕδωρ ἐς ‹δύο› ποταμοὺς μεγάλους, καὶ οὗτοι ἀμφότεροι σώζουσι τοῦ Ἰνδοῦ τὸ ὄνομα ἔστε ἐπὶ τὴν θάλασσαν. ἐνταῦθα ναύσταθμόν τε καὶ νεωσοίκους ἐποίει Ἀλέξανδρος· ὡς δὲ προὐκεχωρήκει αὐτῷ τὰ ἔργα, ὁ δὲ καταπλεῖν ἐπενόει ἔστε ἐπὶ τὴν ἐκβολὴν τοῦ ἐν δεξιᾷ ῥέοντος ποταμοῦ ἐς τὴν θάλασσαν. [6.18.3] Λεοννάτον μὲν δὴ δοὺς αὐτῷ τῶν τε ἱππέων ἐς χιλίους καὶ τῶν ὁπλιτῶν τε καὶ ψιλῶν ἐς ὀκτακισχιλίους κατὰ τὴν νῆσον τὰ Πάταλα ἐκπέμπει ἀντιπαράγειν τῷ στόλῳ, αὐτὸς δὲ τὰς μάλιστα τῶν νεῶν ταχυναυτούσας ἀναλαβὼν ὅσαι τε ἡμιόλιαι καὶ τὰς τριακοντόρους πάσας καὶ τῶν κερκούρων ἔστιν οὓς ἔπλει κατὰ τὸν ποταμὸν τὸν ἐν δεξιᾷ. [6.18.4] οὐκ ἔχοντι δὲ αὐτῷ ἡγεμόνα τοῦ πλοῦ, ὅτι πεφεύγεσαν οἱ ταύτῃ Ἰνδοί, ἀπορώτερα τὰ τοῦ κατάπλου ἦν· χειμών τε ἐπιγίγνεται ἐς τὴν ὑστεραίαν ἀπὸ τῆς ἀναγωγῆς καὶ ὁ ἄνεμος τῷ ῥόῳ πνέων ὑπεναντίος κοῖλόν τε ἐποίει τὸν ποταμὸν καὶ τὰ σκάφη διέσειεν, ὥστε ἐπόνησαν αὐτῷ αἱ πλεῖσται τῶν νεῶν, τῶν δὲ τριακοντόρων ἔστιν αἳ καὶ πάντῃ διελύθησαν. ἔφθησαν δὲ ἐποκείλαντες αὐτὰς πρὶν παντάπασιν διαπεσεῖν ἐν τῷ ὕδατι. [6.18.5] ἕτεραι οὖν ξυνεπήγνυντο. καὶ τῶν ψιλῶν τοὺς κουφοτάτους ἐκπέμψας ἐς τὴν προσωτέρω τῆς ὄχθης χώραν ξυλλαμβάνει τινὰς τῶν Ἰνδῶν, καὶ οὗτοι τὸ ἀπὸ τοῦδε ἐξηγοῦντο αὐτῷ τὸν πόρον. ὡς δὲ ἧκον ἵναπερ ἀναχεῖται ἐς εὖρος ὁ ποταμός, ὡς καὶ διακοσίους ταύτῃ σταδίους ἐπέχειν ᾗπερ εὐρύτατος αὐτὸς αὑτοῦ ἦν, τό τε πνεῦμα κατῄει μέγα ἀπὸ τῆς ἔξω θαλάσσης καὶ αἱ κῶπαι ἐν κλύδωνι χαλεπῶς ἀνεφέροντο, ξυμφεύγουσιν αὖ ἐς διώρυχα, ἐς ἥντινα οἱ ἡγεμόνες αὐτῷ καθηγήσαντο.

***
[6.17.5] Ήταν πλέον η τρίτη μέρα του ταξιδιού του Αλεξάνδρου, όταν του ανήγγειλαν ότι είχε φύγει ο ύπαρχος των Πατάλων, αφού πήρε μαζί του τους περισσότερους κατοίκους των Πατάλων αφήνοντας έρημη τη χώρα του. Για τον λόγο αυτό ο Αλέξανδρος έπλεε με μεγαλύτερη από πριν ταχύτητα. Όταν έφθασε στα Πάταλα και βρήκε την πόλη και την ύπαιθρο χωρίς κατοίκους και εργάτες, [6.17.6] έστειλε τους ελαφρότερα οπλισμένους στρατιώτες του να καταδιώξουν όσους έφευγαν. Όταν οι στρατιώτες συνέλαβαν μερικούς φυγάδες, ο Αλέξανδρος τους έστειλε πίσω στους άλλους με την εντολή να επιστρέψουν πίσω με θάρρος, γιατί αυτός τους επέτρεπε και την πόλη τους να κατοικούν, όπως και πριν, και τη γη τους να καλλιεργούν· και επέστρεψαν οι περισσότεροι από αυτούς.
[6.18.1] Ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κρατερό να οχυρώσει με τείχος την ακρόπολη στα Πάταλα και έστειλε στρατιώτες στη γειτονική άνυδρη περιοχή, για να ανοίξουν πηγάδια και να την κάμουν κατοικήσιμη. Σε αυτούς επιτέθηκαν μερικοί από τους γειτονικούς βαρβάρους, οι οποίοι σκότωσαν λίγους στρατιώτες, επειδή τους αιφνιδίασαν, και έφυγαν, αφού έχασαν και πολλούς δικούς τους. Έτσι οι στρατιώτες που στάλθηκαν εκτέλεσαν τις εργασίες τους, επειδή ενισχύθηκαν και με άλλες δυνάμεις, τις οποίες είχε στείλει ο Αλέξανδρος για να πάρουν μέρος στην επιχείρηση, όταν πληροφορήθηκε την επίθεση των βαρβάρων.
[6.18.2] Κοντά στα Πάταλα το ρεύμα του Ινδού χωρίζεται σε ‹δύο› μεγάλους ποταμούς που διατηρούν και οι δύο το όνομα του Ινδού μέχρι τη θάλασσα. Εδώ ο Αλέξανδρος άρχισε να κατασκευάζει ναύσταθμο και υπόστεγα για τα πλοία. Αφού προχώρησε η κατασκευή των έργων, ο Αλέξανδρος σκεφτόταν να πλεύσει κάτω προς τη θάλασσα ως τις εκβολές του δεξιού βραχίονα του ποταμού. [6.18.3] Έδωσε, λοιπόν, στον Λεοννάτο χίλιους περίπου ιππείς και οκτώ χιλιάδες οπλίτες και τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες, και τον έστειλε στο νησί των Πατάλων με εντολή να βαδίζει παράλληλα προς τον στόλο, ενώ ο ίδιος πήρε μαζί του τα πιο ταχύπλοα πλοία, δηλαδή τις ημιολίες, όλες τις τριακοντόρους και μερικούς από τους κερκούρους και άρχισε να πλέει προς τα κάτω τον ποταμό από τον δεξιό του βραχίονα. [6.18.4] Μη έχοντας όμως πλοηγό, επειδή οι Ινδοί της περιοχής εκείνης είχαν φύγει, το ταξίδι του γινόταν με μεγαλύτερη από πριν δυσκολία. Και την επομένη μέρα από την αναχώρηση των πλοίων ξέσπασε κακοκαιρία. Ο άνεμος, που έπνεε αντίθετος προς το ρεύμα, έκανε να φουσκώνει ο ποταμός και τα πλοία να τραντάζονται τόσο πολύ, ώστε τα περισσότερα από αυτά έπαθαν ζημιές.
Μερικές τριακόντοροι διαλύθηκαν τελείως, πρόλαβαν όμως να τις ρίξουν στη στεριά πριν βυθισθούν μέσα στο νερό. [6.18.5] Ναυπηγήθηκαν, λοιπόν, άλλα πλοία. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους πιο ευκίνητους από τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες στην πιο μακρινή περιοχή της όχθης και συνέλαβε μερικούς Ινδούς, οι οποίοι στο εξής χρησίμευαν ως πλοηγοί στο ταξίδι του. Όταν έφθασαν στο μέρος όπου ο ποταμός διευρύνεται ακόμη και σε διακόσιους σταδίους, που είναι το πλατύτερο σημείο του, έπνεε ισχυρός άνεμος από την έξω θάλασσα και τα κουπιά υψώνονταν με δυσκολία μέσα στον κλυδωνισμό. Κατέφυγαν τότε σε μια διώρυγα εκεί, στην οποία τον οδήγησαν οι πλοηγοί του.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (726-768)

ΟΙ. οἷόν μ᾽ ἀκούσαντ᾽ ἀρτίως ἔχει, γύναι,
ψυχῆς πλάνημα κἀνακίνησις φρενῶν.
ΙΟ. ποίας μερίμνης τοῦθ᾽ ὑποστραφεὶς λέγεις;
ΟΙ. ἔδοξ᾽ ἀκοῦσαι σοῦ τόδ᾽, ὡς ὁ Λάιος
730 κατασφαγείη πρὸς τριπλαῖς ἁμαξιτοῖς.
ΙΟ. ηὐδᾶτο γὰρ ταῦτ᾽ οὐδέ πω λήξαντ᾽ ἔχει.
ΟΙ. καὶ ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ χῶρος οὗτος οὗ τόδ᾽ ἦν πάθος;
ΙΟ. Φωκὶς μὲν ἡ γῆ κλῄζεται, σχιστὴ δ᾽ ὁδὸς
ἐς ταὐτὸ Δελφῶν κἀπὸ Δαυλίας ἄγει.
735 ΟΙ. καὶ τίς χρόνος τοῖσδ᾽ ἐστὶν οὑξεληλυθώς;
ΙΟ. σχεδόν τι πρόσθεν ἢ σὺ τῆσδ᾽ ἔχων χθονὸς
ἀρχὴν ἐφαίνου τοῦτ᾽ ἐκηρύχθη πόλει.
ΟΙ. ὦ Ζεῦ, τί μου δρᾶσαι βεβούλευσαι πέρι;
ΙΟ. τί δ᾽ ἐστί σοι τοῦτ᾽, Οἰδίπους, ἐνθύμιον;
740 ΟΙ. μήπω μ᾽ ἐρώτα· τὸν δὲ Λάιον φύσιν
τίν᾽ εἷρπε φράζε, τίνα δ᾽ ἀκμὴν ἥβης ἔχων.
ΙΟ. μέγας, χνοάζων ἄρτι λευκανθὲς κάρα,
μορφῆς δὲ τῆς σῆς οὐκ ἀπεστάτει πολύ.
ΟΙ. οἴμοι τάλας· ἔοικ᾽ ἐμαυτὸν εἰς ἀρὰς
745 δεινὰς προβάλλων ἀρτίως οὐκ εἰδέναι.
ΙΟ. πῶς φής; ὀκνῶ τοι πρὸς σ᾽ ἀποσκοποῦσ᾽, ἄναξ.
ΟΙ. δεινῶς ἀθυμῶ μὴ βλέπων ὁ μάντις ᾖ.
δείξεις δὲ μᾶλλον, ἢν ἓν ἐξείπῃς ἔτι.
ΙΟ. καὶ μὴν ὀκνῶ μέν, ἃν δ᾽ ἔρῃ μαθοῦσ᾽ ἐρῶ.
750 ΟΙ. πότερον ἐχώρει βαιός, ἢ πολλοὺς ἔχων
ἄνδρας λοχίτας, οἷ᾽ ἀνὴρ ἀρχηγέτης;
ΙΟ. πέντ᾽ ἦσαν οἱ ξύμπαντες, ἐν δ᾽ αὐτοῖσιν ἦν
κῆρυξ· ἀπήνη δ᾽ ἦγε Λάιον μία.
ΟΙ. αἰαῖ, τάδ᾽ ἤδη διαφανῆ. τίς ἦν ποτὲ
755 ὁ τούσδε λέξας τοὺς λόγους ὑμῖν, γύναι;
ΙΟ. οἰκεύς τις, ὅσπερ ἵκετ᾽ ἐκσωθεὶς μόνος.
ΟΙ. ἦ κἀν δόμοισι τυγχάνει τανῦν παρών;
ΙΟ. οὐ δῆτ᾽· ἀφ᾽ οὗ γὰρ κεῖθεν ἦλθε καὶ κράτη
σέ τ᾽ εἶδ᾽ ἔχοντα Λάιόν τ᾽ ὀλωλότα,
760 ἐξικέτευσε τῆς ἐμῆς χειρὸς θιγὼν
ἀγρούς σφε πέμψαι κἀπὶ ποιμνίων νομάς,
ὡς πλεῖστον εἴη τοῦδ᾽ ἄποπτος ἄστεως.
κἄπεμψ᾽ ἐγώ νιν· ἄξιος γὰρ οἷ᾽ ἀνὴρ
δοῦλος φέρειν ἦν τῆσδε καὶ μείζω χάριν.
765 ΟΙ. πῶς ἂν μόλοι δῆθ᾽ ἡμὶν ἐν τάχει πάλιν;
ΙΟ. πάρεστιν. ἀλλὰ πρὸς τί τοῦτ᾽ ἐφίεσαι;
ΟΙ. δέδοικ᾽ ἐμαυτόν, ὦ γύναι, μὴ πόλλ᾽ ἄγαν
εἰρημέν᾽ ᾖ μοι δι᾽ ἅ νιν εἰσιδεῖν θέλω.

***
ΟΙΔ. Ποιό αντάριασμα ψυχής, σάλεμα νου
μου φέρνει αυτός ο λόγος σου, γυναίκα.
ΙΟΚ. Τί έγνοια σε τυραννά, και μιλάς έτσι;
ΟΙΔ. Θαρρώ άκουσα να λες πως θανατώθη
730 σιμά σε αμαξωτό τρίστρατο ο Λάιος.
ΙΟΚ. Έτσι είχαν πει, κι ακόμα το ίδιο λένε.
ΟΙΔ. Και πού είναι ο τόπος όπου εγίνη ο φόνος;
ΙΟΚ. Φωκίδα λεν τη χώρα· σκιστός δρόμος
φέρνει εκεί απ᾽ τους Δελφούς κι από τη Δαύλια.
ΟΙΔ. Και πόσος καιρός πέρασε από τότες;
ΙΟΚ. Λίγο πριν βασιλιάς εσύ να γίνεις
στη χώρα μας, μαθεύτη αυτό στην πόλη.
ΟΙΔ. Ω Δία! Τί μου ετοιμάζεις μες στο νου σου;
ΙΟΚ. Και γιατί αυτό βαραίνει την ψυχή σου;
740 ΟΙΔ. Μη με ρωτάς· μα πες μου ακόμα· ο Λάιος
πώς φαινότανε; νιος ήταν στα χρόνια;
ΙΟΚ. Ψηλός, μόλις ασπρίζαν τα μαλλιά του,
κι έμοιαζε κάπως στη μορφή μ᾽ εσένα.
ΟΙΔ. Αλί μου, του άμοιρου! άθελά μου μαύρες,
θαρρώ, για μέ τον ίδιο είπα κατάρες!
ΙΟΚ. Τί λες; Με τρόμο σε θωρώ, άρχοντά μου.
ΟΙΔ. Φριχτά τρέμω μη βλέπει καλά ο μάντης·
μα θα φανεί τούτο, αν μου πεις κι άλλο ένα.
ΙΟΚ. Τρομάζω, κι όμως θα σου πω ό,τι ξέρω.
750 ΟΙΔ. Με λίγους πήγαινε, ή είχε συνοδειά του,
σαν άρχοντας, πολλούς αρματωμένους;
ΙΟΚ. Πέντε ήταν, με τον κήρυκα μαζί όλοι.
Κι ένα αμάξι το Λάιο έφερνε μόνο.
ΟΙΔ. Αλί! Καθαρά είναι όλα! Και ποιός είναι
που έφερε αυτό το μήνυμα, γυναίκα;
ΙΟΚ. Κάποιος δούλος, που γλίτωσε αυτός μόνο.
ΟΙΔ. Βρίσκεται τάχα εδώ, στο σπίτι τώρα;
ΙΟΚ. Όχι· σαν ήρθε και είδε εσύ στο θρόνο
να είσαι, άμα ο Λάιος πέθανε, μου πήρε
760 το χέρι και θερμά παρακαλούσε
να τον στείλω στις στάνες, στα χωράφια,
πιο μακριά, όσο μπορεί, να ᾽ναι απ᾽ την πόλη.
Και τον έστειλα, τι όσο αν ήταν δούλος
του άξιζε αυτή και πιο μεγάλη χάρη.
ΟΙΔ. Πώς μπορεί εδώ γοργά να ᾽ρθει και πάλι;
ΙΟΚ. Φτάνει αμέσως· μα αυτό γιατί το θέλεις;
ΟΙΔ. Φοβούμαι πως πολύ καθάρια το είπα
γιατί γυρεύω να τον δω, γυναίκα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 12. Το κλέος

12.2.3. Το κλέος-σῆμα


Η πιο αντιπροσωπευτική πηγή κλέους στην Ιλιάδα συνδέεται με τον πρόωρο θάνατο του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης. Το ευκλεές εμπόλεμο τέλος, που στα επόμενα χρόνια εγκωμιάζεται ως καλός (ωραίος) θάνατος, σημαδεύεται από τα σήματα του τύμβου και της στήλης, που υψώνονται προς τιμήν του νεκρού, για να τον θυμούνται και να διηγούνται την ιστορία του οι επόμενες γενιές. Το ταφικό σῆμα ως μνημείο εξασφαλίζει στους βροτούς μια μορφή κοινωνικής αθανασίας, ενώ η αμετακίνητη και διαρκής παρουσία του παραπέμπει στον προσωρινό και παράδοξο χαρακτήρα που έχουν οι αξίες της ηρωικής ζωής· για να τις εξασφαλίσει ο πολεμιστής, πρέπει να τις χάσει, και, για να τις κατέχει αιώνια, πρέπει να πάψει ο ίδιος να υπάρχει.

Θυμίζεται ότι η ταφή του σώματος, με τον παρεπόμενο τύμβο και τη στήλη, θεωρείται τιμητικό δώρο (γέρας θανόντων), που το αξίζουν επιφανείς πολεμιστές όπως ο Σαρπηδόνας και ο Πάτροκλος (Π 457 = 675, Ψ 9). Αντίθετα, η στέρηση της ταφής, όταν μάλιστα σημαδεύεται από την κακοποίηση/αικισμό του σώματος του πολεμιστή, είναι ταπεινωτική πράξη και δηλώνει την πρόθεση του μαινόμενου αντιπάλου να εξαφανίσει εντελώς, διαμελίζοντάς το, το σώμα του θύματος, ώστε να μην το θυμάται κανείς ποτέ. Ο νεκρός Πάτροκλος καλεί τον Αχιλλέα να φροντίσει επιτέλους για την ταφή του (Ψ 71), καθώς, εκδικούμενος την άκοσμη συμπεριφορά του Έκτορα, ο μαινόμενος φίλος του επιφυλάσσει φριχτά έργα για τον μισητό του εχθρό (ἀεικέα ἔργα, Χ 395, πρβ. 336): ατιμάζει (ἀείκιζεν, Ω 22) το σώμα του, πασχίζοντας μάταια να το παραμορφώσει (οὐδ᾽ αἰσχύνει, Ω 418).

Στο κλέος-σῆμα της Ιλιάδας εμπλέκεται κατά κύριο λόγο ο Έκτορας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κλέος του στηρίζεται στο αίσθημα της αἰδοῦς. Ο ήρωας επιλέγει, ενόψει των δεσμεύσεών του απέναντι στον λαό του, να επιστρέψει στη μάχη για να κερδίσει μεγάλη δόξα (Ζ 446) παρά να μείνει μέσα στο κάστρο της Τροίας, ελπίζοντας σε μια μακρά ειρηνική ζωή. Η αἰδώς του Έκτορα τον οδηγεί στο να υπερασπιστεί τον λαό του, πέφτοντας νεκρός στο πεδίο της μάχης, με μοναδικό κέρδος την προάσπιση της τιμής και την υστεροφημία του.

Το κλέος-σῆμα του τρωαδίτη ήρωα προεξαγγέλλεται με ειρωνικό τρόπο από τον ίδιο, όταν, στο τέλος μιας επηρμένης διακήρυξής του προς Αχαιούς και Τρώες, φαντασιώνεται τη δόξα της νίκης του απέναντι στον αντίπαλο, που θα τολμούσε να του αντιπαρατεθεί στη μάχη (Η 87-91):

Και κάποτε θα πει κάποιος από τους ανθρώπους που θα γεννηθούν πιο ύστερα, καθώς θα ταξιδεύει πάνω στην κρασάτη θάλασσα: «Αυτός εδώ ο τάφος [σῆμα] είναι ενός άντρα που πέθανε παλιά· τον σκότωσε ο γενναίος Έκτορας, μ᾽ όλο που πολέμησε αντρειωμένα [ἀριστεύοντα].» Έτσι θα πει κανένας κάποτε και η δόξα μου δε θα χαθεί ποτέ [κλέος οὔ ποτ᾽ ὀλεῖται].

Στην υποσχετική αυτή δήλωση το αθάνατο κλέος αφορά τον επίδοξο νικητή Έκτορα. Κι όμως ο ήρωας δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον υποψήφιο νεκρό του αντίπαλο, καθώς το δικό του αξιομνημόνευτο κλέος εξαρτάται από την αναμνηστική αριστεία του θύματος: το μνήμα που θα σηκώσουν οι συμπολεμιστές του νεκρού αντιπάλου, για να θυμούνται την αριστεία του, θα είναι και η αφορμή μνημόνευσης του εξολοθρευτή του, ο οποίος έτσι θα έχει κερδίσει δόξα «που δεν θα χαθεί ποτέ».

Εξάλλου, ο επίδοξος νικητής έχει ήδη δεσμευτεί (Η 77-86) ότι, στην περίπτωση που θα εξοντώσει τον αντίπαλό του και του δώσει ο Απόλλωνας εὖχος, θα παραδώσει το σώμα του στους Αχαιούς για να το θάψουν και να υψώσουν τύμβο δίπλα στον Ελλήσποντο (Η 86)· ο ίδιος, λέει, θα κρατήσει μόνο τα όπλα του θύματος, φέρνοντάς τα στο Ίλιο ως ανάμνηση της ένδοξης νίκης του. Αν αντίθετα ο υποψήφιος αντίπαλος εξοντώσει τον Έκτορα, τότε αυτός καλείται να κρατήσει τα όπλα του, δίνοντας όμως το σώμα του στους δικούς του για την τιμητική του ταφή.

Ο ειρωνικός χαρακτήρας του λόγου του Έκτορα σε σχέση με τα όπλα (πρβ. Ρ 131, 193 κ.ε.) και το σώμα (πρβ. Χ 256-259 ≈ Η 81-86, Χ 338 κ.ε.) είναι προφανής, σε σημείο που να υποθέτει κάποιος ότι ο τελικός αποδέκτης της προκλητικής αυτής πρόσκλησης θα μπορούσε να είναι ο Αχιλλέας. Εξάλλου, η τοποθεσία του ταφικού σήματος του υποψήφιου θύματος δίπλα στον Ελλήσποντο είναι το σημείο όπου στην Οδύσσεια ο Αγαμέμνονας λέει ότι οι Αχαιοί ύψωσαν τιμητικό τύμβο στον νεκρό Αχιλλέα (ω 82-84, πρβ. Ψ 245-248, 255-257). Όμως, στην εξέλιξη της Ιλιάδας δεν σκοτώνεται ο Αχιλλέας από τον Έκτορα, αλλά ο Έκτορας από τον Αχιλλέα. Ο τρωαδίτης ήρωας τελικά θα είναι αυτός στον οποίο, στο τέλος του ιλιαδικού έπους, οι δικοί του θα υψώσουν ταφικό σῆμα (Ω 799-801), για να θυμάται ο κόσμος την αριστεία του. Για την Ανδρομάχη, που θρηνεί τον νεκρό άντρα της, ο θάνατός του είναι κλέος (Χ 514) μόνο για τους άλλους, αμέτοχους στη θλίψη, Τρώες και τις Τρωαδίτισσες (Χ 514), ενώ στον επίλογο του έπους, όταν ο λαός των Τρώων υποδέχεται τον νεκρώσιμο νόστο του υπερασπιστή της πόλης, κατέχεται από ακατανίκητο πένθος (Ω 708).

Συμπερασματικά λοιπόν, στον βαθμό που η Ιλιάδα κλείνει με την τελετή της ταφής του Έκτορα, ο λόγος του τρωαδίτη ήρωα στην έβδομη ραψωδία ακούγεται σαν συνοπτική προεξαγγελία της δικής του ταφής. Το εξαιρετικό κλέος «που δεν θα χαθεί ποτέ», στο τέλος της Ιλιάδας μετακινείται από τον επίδοξο θύτη-Έκτορα στον Έκτορα-θύμα. Απομένει η άλωση της Τροίας, η οποία έχει ήδη προβλεφθεί νωρίς στο έπος από τον Δία, με σημάδι «που η φήμη του δεν θα χαθεί ποτέ» (κλέος οὔ ποτ᾽ ὀλεῖται, Β 325).

Γιατί συγκρουόμαστε με τους άλλους ανθρώπους;

Όλοι/ες μας έχουμε συγκρουστεί με κάποιον άλλο άνθρωπο στη ζωή μας, έστω και μία φορά. Το αποτέλεσμα, συνήθως, είναι αποκαρδιωτικό. Και αυτό, διότι θυμόμαστε αυτήν την σύγκρουση με δυνατές φωνές, θυμό, προσβολές, έλλειψη επικοινωνίας και επιθετικότητα. Και κάπως έτσι, η σύγκρουση έχει διαμορφωθεί στο μυαλό μας με αρνητικό πρόσημο.

Είναι, όμως, πραγματικά έτσι; Η σύγκρουση έχει μόνο αρνητική υποδήλωση;
Συγκρούσεις

Αρχικά, ας ορίσουμε την έννοια της σύγκρουσης.

Σύγκρουση είναι η διαμάχη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν διαφορετικές θέσεις πάνω σε ένα ζήτημα.

Αυτή η διαφορετικότητα πηγάζει από ποικίλα αίτια:

1. Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις

Οι άνθρωποι πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση, όταν δεν μοιράζονται την ίδια γνώμη για ένα θέμα. Παραδείγματος χάριν, δύο φίλες συζητούν για την θανατική ποινή. Η μία είναι υπέρ της θανατικής ποινής και η άλλη κατά. Κατά την διάρκεια της συζήτησης προσπαθώντας η μία να πείσει την άλλη για την άποψη της αρχίζουν να εκφράζονται με πιο έντονο ύφος η μία στην άλλη με αποτέλεσμα να συγκρουστούν στο τέλος.

2. Υπάρχουν διαφορετικοί στόχοι

Μια διαμάχη μπορεί να προκληθεί, όταν οι άνθρωποι έχουν διαφορετικούς στόχους. Για παράδειγμα, σε μια εταιρεία το τμήμα πωλήσεων επιθυμεί την αγορά banner και αφισών για να συνδράμουν στους μηνιαίους στόχους πωλήσεων, ενώ το τμήμα Λογιστηρίου επιθυμεί την μείωση των εξόδων της εταιρείας. Με αυτήν την διαφορετική στοχοθεσία των τμημάτων, καθώς μία θα επικρατήσει, η σύγκρουση μεταξύ τους είναι αναπόφευκτη.

3. Υπάρχουν διαφορετικές ανάγκες

Η μη ταύτιση των αναγκών μπορεί να επιφέρει σύγκρουση. Λόγου χάρη, μετά από μια πολύ κουραστική ημέρα στην δουλειά ο Βασίλης επιθυμεί να καθίσει στο σπίτι και να ξεκουραστεί, ενώ η γυναίκα του, η Αναστασία, θέλει να πάει στο σινεμά να δει την καινούργια ταινία του αγαπημένου της σκηνοθέτη.

Οι ανάγκες του ζευγαριού είναι διαφορετικές με αποτέλεσμα να συγκρουστούν για το, εάν θα πάνε στον κινηματογράφο ή θα μείνουν στο σπίτι τους.

4. Δεν υπάρχουν σαφείς ρόλοι

Η μη οριοθέτηση των ρόλων, των αρμοδιοτήτων αλλά και των ορίων οδηγεί τους ανθρώπους να συγκρούονται μεταξύ τους. Αν για παράδειγμα, μια εταιρεία προσλάβει δύο υπαλλήλους για το τμήμα του Λογιστηρίου, τότε χρειάζεται να αναθέσει συγκεκριμένα καθήκοντα στον/ην καθένα/μία από αυτούς/ες.

Αν δεν το κάνει, τότε χρειάζεται οι υπάλληλοι να καταμερίσουν τις αρμοδιότητες μόνοι/ες τους. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να υπάρξουν διαφωνίες ως προς το τι χρειάζεται να αναλάβει κάποιος/α και για ποιον λόγο.

5. Υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι προσέγγισης ενός ζητήματος

Πολλές φορές, τα άτομα μπορεί να συμφωνούν σε ένα θέμα αλλά όχι στον τρόπο προσέγγισης του. Λόγου χάρη, δύο φίλοι συζητούν για το θέμα της τηλεργασίας. Και οι δύο συμφωνούν, ότι η τηλεργασία ήταν χρήσιμη την περίοδο της πανδημίας, ωστόσο, το γεγονός ότι ο ένας φωτίζει τις δυνατότητες και τις προοπτικές της τηλεργασίας, ενώ ο άλλος εστιάζει στα προβλήματα και τις αδυναμίες της τους οδηγεί σε μια διαμάχη για το ποιο από τα δύο είναι πιο σημαντικό.

6. Υπάρχουν διαφορετικές αξίες

Όλοι οι άνθρωποι μοιράζονται σε γενικές γραμμές τις ίδιες αξίες. Την υγεία, την οικογένεια, την φιλία, την καριέρα κ.ο.κ. Αυτό, το οποίο δεν μοιράζονται είναι η σειρά προτεραιότητας, όπου τοποθετούν τις αξίες στην ζωή τους. Αν για παράδειγμα, δύο νέοι παντρευτούν κι ο άντρας έχει ως κυρίαρχη αξία έχει την επαγγελματική του σταδιοδρομία, ενώ η γυναίκα έχει την οικογένεια, τότε η σύγκρουση ανάμεσα τους δεν θα αργήσει να επέλθει.

7. Υπάρχουν διαφορετικές πεποιθήσεις και αρχές

Ο κάθε άνθρωπος έχει την δική του κοσμοθεωρία. Τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο, τι είναι ηθικό και τι είναι ανήθικο. Στην περίπτωση, όπου παραδείγματος χάρη, ένας προϊστάμενος κρίνει ότι η απόλυση ενός υπαλλήλου είναι δίκαιη, ενώ ο υπάλληλος, όπου υφίσταται την απόλυση, θεωρεί ότι είναι άδικη, τότε η διαφορά των πεποιθήσεών τους αποτελεί σοβαρό λόγο σύγκρουσης.

8. Υπάρχουν διαφορετικές προσωπικότητες

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Κάποιοι είναι εσωστρεφείς, ενώ άλλοι είναι εξωστρεφείς. Κάποιοι είναι νευρωτικοί, ενώ άλλοι όχι. Κάποιοι είναι δεκτικοί στις νέες εμπειρίες και στο καινούργιο, ενώ κάποιοι είναι συντηρητικοί και παραδοσιακοί.

Η συνύπαρξη διαφορετικών προσωπικοτήτων είναι συχνά λόγος συγκρούσεων. Για παράδειγμα, αν σε μια επιχείρηση ένας Διευθύνων Σύμβουλος, ο οποίος είναι δεκτικός στο καινούργιο, προτείνει μια καινοτόμο τεχνολογική μέθοδο, η οποία θα βοηθήσει στην καλύτερη λειτουργία της εταιρείας, αλλά το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται ως επί το πλείστον από συντηρητικά άτομα, απορρίψει την πρόταση του, τότε είναι πιθανό να υπάρξει σύγκρουση ανάμεσα στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και το Διοικητικό Συμβούλιο.

9. Υπάρχει διαφορετική επικοινωνία

Η επικοινωνία είναι πάρα πολύ σημαντική στην αλληλεπίδραση των ατόμων. Όσο καλύτερα επικοινωνούν τα άτομα μεταξύ τους τόσο καλές και ομαλές είναι οι σχέσεις τους. Σε αντίθετη περίπτωση, δημιουργούνται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις με αποτέλεσμα τη διαμάχη.

Λόγου χάρη, αν μια μητέρα πει με επιτακτικό τρόπο στο παιδί της να συμμαζέψει το δωμάτιο του/ης, τότε το παιδί νιώθοντας, ότι το διατάζει, θα εκνευριστεί και θα της απαντήσει με επιθετικό τρόπο με αποτέλεσμα να τσακωθούν.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό, ότι οι λόγοι, όπου μπορούν να οδηγήσουν δύο ή περισσότερα άτομα στην σύγκρουση είναι πολλοί και διαφορετικοί ανάλογα την περίπτωση. Μπορεί μια διαμάχη να οφείλεται σε έναν από τους παραπάνω λόγους ή ταυτόχρονα σε περισσότερους.

Όταν κάποιος/α συγκρούεται με κάποιον άλλο άτομο από την οικογένεια του/ης, την εργασία του/ης, το φιλικό του/ης περιβάλλον κ.λ.π. χρειάζεται να αναρωτηθεί για ποιον/ους λόγο/ους συγκρούεται μαζί του/ης και με αυτόν τον τρόπο θα κατανοήσει καλύτερα, τόσο τον εαυτό του/ης, όσο και το άλλο άτομο, όπου έχει απέναντι του/ης, έτσι ώστε να συνυπάρξουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Εν συντομία, σύγκρουση σημαίνει δυσαρέσκεια, σημαίνει πρόβλημα προς επίλυση, σημαίνει σχέση με έναν άλλον άνθρωπο. Δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να κατανοήσουν πού βρίσκονται και πού επιθυμούν να πάνε. Συνεπώς, αντί να εκλαμβάνουμε τη σύγκρουση αρνητικά, χρειάζεται να την αντιλαμβανόμαστε ως ένα χρήσιμο εργαλείο της αυτογνωσίας αλλά και της εξέλιξής μας.

Γιατί ο χωρισμός είναι η ιστορία της ζωής μας;

Ζώντας χωρίς εσένα… Από αυτό το στερητικό «χωρίς» μπορεί να απορρέουν διαφορετικά αμφιθυμικά κύματα. Το χωρίς εσένα στη ζωή μου, πότε προσφέρει λύτρωση από μακρά ταλαιπωρία, πότε μας πείθει ότι δόθηκε η οριστική λύση στις ατελείωτες συγκρούσεις, πότε μας προστατεύει από μια ψυχική κακοποίηση.

Μπορεί να μας γεμίζει τύψεις και ανασφάλειες. Άλλοτε μας ρίχνει στην απογοήτευση για τον άλλον και το αίσθημα προδοσίας και άλλοτε μας οδηγεί στην καλύτερη επίγνωση του εαυτού μας.
 
Είναι ο χωρισμός φάρμακο ή φαρμάκι;

Ο χωρισμός δεν παύει να σημαίνει μια σημαντική απώλεια για τον άνθρωπο. Όχι, βέβαια, με την ίδια ένταση και βάθος σε όλες τις περιπτώσεις. Το θέμα είναι ότι αυτή η αλλαγή δύναται να σε θεραπεύσει ή να σε αρρωστήσει. Μπορεί ακόμη να σε αφήσει και αδιάφορο χωρίς να μπεις στην διαδικασία να ασχοληθείς πολύ μαζί της. Για να κατανοήσεις σε ποια από τις τρεις πλευρές γέρνεις, θα πρέπει να κοιτάξεις πολύ βαθιά μέσα σου.

Ο εγωισμός, όπως σκοτώνει τι σχέσεις, έτσι μπορεί να συνεχίζει να σκοτώνει εσένα και με το πέρας της σχέσης δίχως να το συνειδητοποιείς. Πρέπει, λοιπόν, το εγώ να μπει στην άκρη για να ζυγίσεις τις αδυναμίες, τις ανάγκες, τις απαιτήσεις που είχες τόσο εσύ όσο και ο σύντροφός σου στο ταξίδι που διανύσατε μαζί.

Τι είναι αυτό που πυροδοτούσε τις συγκρούσεις; Υπήρχε κάποιος από τους δύο που ασκούσε περισσότερη εξουσία πάνω στον άλλον; Εκφράζατε ελεύθερα αυτά που νιώθατε ή υπήρχαν πράγματα και ανάγκες που ντρεπόσασταν να ζητήσετε ή δεν θέλατε να συζητήσετε για συγκεκριμένους λόγους; Τι πήγε, λοιπόν, στραβά στο τέλος;

Κάνοντας, επομένως, έναν απολογισμό της σχέσης σας όσο πιο αντικειμενικά μπορείτε, υπάρχει περίπτωση να αναθεωρήσετε ορισμένα πράγματα.

Ακόμη και ένα να είναι αυτό το πράγμα μπορεί να σας πάει χιλιόμετρα μπροστά και να καταλάβετε πολλά για τον εαυτό σας. Αναγνωρίζοντας τα δικά σας τρωτά σημεία στη σχέση, ενθαρρύνετε παράλληλα την ικανότητά σας να συγχωρέσετε τον άλλον ακόμη και αν νιώθετε πληγωμένοι ή έχει περάσει καιρός.

Θα αισθάνεστε περισσότερο συμφιλιωμένος με το μέσα σας. Μια ηρεμία έπειτα από το συμπέρασμα ότι πήρατε πολλά πράγματα από αυτή τη σχέση ή ότι δεν δώσατε αρκετά όσα θέλατε αλλά νιώθετε αποφασισμένος να τα επενδύσετε σε μελλοντικές σχέσεις.

Ο χωρισμός μας κάνει επιλεκτικούς;

Συνήθως, όντας πιο μικροί είμαστε πιο ευάλωτοι και παρορμητικοί σε λάθος επιλογές. Γιατί στη νιότη μαθαίνουμε τον έρωτα, τις αντοχές μας σε αυτόν, το πώς είναι να δεσμεύεσαι με έναν άλλον άνθρωπο, γυμνάζοντας κάθε μυ του χαρακτήρα μας στο χρόνο. Στην ουσία μαθαίνουμε τον εαυτό μας.

Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος αριθμός σχέσεων που πρέπει να περάσεις για να πεις ότι «τώρα κατασταλάζω, βρήκα αυτό που έψαχνα» ή για να πεις ότι «τώρα ξέρω τι θέλω από τη ζωή μου». Δεν υπάρχει κανένας παράγοντας που να προδιαθέτει το πότε θα νιώσεις έτοιμος για την καλύτερη επιλογή συντρόφου, ούτε η ηλικία δείχνει το πόσο συνειδητοποιημένος είσαι.

Οι περισσότεροι αν όχι όλοι έχουν στην κασέτα της προσωπικής τους ιστορίας, εμπειρίες που στο τέλος αποφάνθηκαν ως άχρηστες, περιττές, ή ότι δεν είχαν να δώσουν κάτι. Μπορεί κάποιες ερωτικές εμπειρίες να δημιουργήθηκαν επί τούτου άλλοτε για εκδίκηση, από κακία, από θυμό, και από ανάγκη για επιβεβαίωση και συναισθηματική εκτόνωση. Άλλες εμπειρίες θα πούνε ότι άξιζαν τον κόπο, έμαθαν πράγματα κρατώντας τις θετικές αναμνήσεις.

Μια αποτυχημένη σχέση του παρελθόντος, γίνεται πολλές φορές παράδειγμα προς αποφυγή.

Έτσι, έπειτα από προηγούμενους χωρισμούς καταλαβαίνουμε τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε, καθώς και ποιες συμπεριφορές μας κάνουν ευτυχισμένους στον έρωτα και την αγάπη και ποιες μας δυστυχούν.

Συνεπώς, είναι αλήθεια ότι οι παλαιότερες αποτυχημένες σχέσεις μας κάνουν πιο επιλεκτικούς στη μελλοντική επιλογή συντρόφου.

Δεν μπορούμε να κάνουμε και αλλιώς θα έλεγα. Γιατί; Η ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε βρίσκεται στο αυθύπαρκτο της ανθρώπινης φύσης και ο καθένας μόνος πασχίζει με τον δικό του τρόπο να το βρει και να το ζήσει. Δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από ένα βασικό ένστικτο. Η ανάγκη αυτή και η επιθυμία έχει μια εκρηκτική δύναμη, όπως θα λέγαμε για τη συμπαντική ενέργεια της βαρύτητας που τραβάει και ρουφάει ό,τι βρίσκεται κοντά της.

Αυτός ο δρόμος όμως δεν είναι καθολικός για όλους. Συναντάμε ανθρώπους, γυναίκες και άνδρες, που επιλέγουν συντρόφους ανίκανους να αγαπούν, να σέβονται, να εκτιμούν και να συμπεριφέρονται με υγιείς τρόπους. Σαν να κάνουν τα ίδια λάθη, ένα copy paste επιλογών σε κάθε σχέση προσαρμόζοντας απλώς το πρόσωπο και το σώμα. Ναι, είναι γνώριμο για κάποιον να πέφτει στην ίδια παγίδα κάθε φορά που γνωρίζει έναν νέο σύντροφο. Δεν θα λέγαμε, λοιπόν, ότι ένα τέτοιο μοτίβο κάνει το άτομο πιο επιλεκτικό παρόλο που έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν του κάνει καλό.

Όμως, όπως γνωρίζουμε πια, οι σχέσεις μας αποτελούν αναπαραστάσεις του δεσμού μας με τους γονείς μας, επομένως, στοιχεία όπως ο φόβος εγκατάλειψης, η ανασφάλεια, το άγχος αποχωρισμού από το αγαπημένο πρόσωπο, η εξάρτηση, τα αρνητικά πρότυπα συμπεριφοράς, τείνουν να επαναλαμβάνονται στις ενήλικες σχέσεις. Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι έστω και αυτές οι δυσλειτουργικές σχέσεις είναι εκείνες που έχουμε μάθει και συνιστούν μια ζώνη ασφαλείας για εμάς.

Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει έξω από αυτό, δεν ξέρουμε πώς λειτουργούν οι άνθρωποι με άλλα πρότυπα αγάπης και συμπεριφοράς. Έχουμε προσδώσει πολλά χαρακτηριστικά στον εαυτό μας μέσα από τους γονείς μας όπως το εάν είμαστε αδέξιοι, ανίκανοι, αδύναμοι, εάν μας κάνουν να νιώθουμε θύματα, αν μας επιβάλλουν πράγματα ή εάν μας υπερπροστατεύουν και επιδιώκουμε να επιβεβαιώνουμε αυτές τις πεποιθήσεις στον εαυτό μας μέσα από τις συντροφικές σχέσεις. Παίρνουμε ό,τι θεωρούμε ότι μας αξίζει και σε αυτές τις περιπτώσεις, δυστυχώς, πιστεύουμε ότι δεν αξίζουμε.

Χωρισμός και Ψευδαισθήσεις

Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν χωρίζουν ακόμη και όταν έχουν δικά τους παιδιά, πιστεύουν λανθασμένα ότι με τον χωρισμό διευθετούν όλα τα προβλήματα που προέκυψαν μέσα στη σχέση.

Νομίζουν ότι έτσι τελειώνουν όλα και θα κάνουν ένα βήμα μπροστά γιατί φεύγοντας από μια σχέση με συνεχείς διαμάχες είναι ξανά ανοιχτοί σε κάτι διαφορετικό, καινούργιο και ελπιδοφόρο.

Λένε πως για κάθε πρόβλημα υπάρχει και λύση αλλιώς δε θα ήταν πρόβλημα. Η λύση όμως για τον καθένα είναι μια ιδέα και μια πράξη που συσσωρεύουν τις δικές τους μοναδικές αξίες, επιθυμίες και μοτίβα που αναπαράγουν από την παιδική ηλικία και αδυναμίες απέναντι σε πραγματικές προκλήσεις των ανθρωπίνων σχέσεων, όπως ο χωρισμός.

Το να χωρίσουμε επειδή δεν τα βρίσκουμε είναι ένα συμπέρασμα γενικευμένο που εννοεί ότι δεν ταιριάζουμε σε αυτά που κάνουμε ή θέλουμε.

Το να τερματίζουμε τη σχέση γιατί νιώθουμε πίεση, δεν αντέχουμε τις δεσμεύσεις ή μας τρομάζουν οι απαιτήσεις, γιατί νιώθουμε ζήλια, κατωτερότητα, δεν νιώθουμε αρεστοί και αρκετά ικανοί, όμορφοι να σταθούμε δίπλα στον άλλον, είτε γιατί δυσκολευόμαστε να θέσουμε προτεραιότητες (σύντροφος, φίλοι, κοινωνική ζωή, επαγγελματική ζωή, οικογενειακές επιρροές), δε φέρουν την ευθύνη του άλλου για τον χωρισμό ούτε ότι κάναμε ότι μπορούσαμε και δεν πέτυχε.

Γιατί πολύ απλά είμαστε κατάλοιπα των παιδικών μας τραυμάτων, του πρώτου πρώιμου έρωτα - αυτού που βιώσαμε με τη μητέρα μας από την οποία πήραμε το παράδειγμα της αγάπης και αντλήσαμε την αυτοπεποίθηση και την αυταξία. Καταλήγουμε να αναπαράγουμε αυτά τα κατάλοιπα στις ενήλικες ερωτικές σχέσεις μας.

Είναι τόσο απλό και περίπλοκο συγχρόνως. Είναι όμως μαγικό που μια ρομαντική σχέση στο εδώ και τώρα, είναι μια υποσυνείδητη παλινδρόμηση στον πρώιμο έρωτά μας.

Στον έρωτα επί της ουσίας λέμε την ιστορία της ζωής μας.

Χώρισα γιατί δεν αντέχω τις δεσμεύσεις

Ο χωρισμός «Χώρισα γιατί δεν αντέχω τις δεσμεύσεις» που μάλλον φαίνεται επιπόλαιος κι ανώριμος, αρκετές φορές θέλει να εκδηλώσει ελευθερία. Επί της ουσίας το άτομο εδώ χωρίζει επειδή φοβάται μη τυχόν στο τέλος απορριφθεί.

Έχει ήδη βιώσει ματαιώσεις και απογοητεύσεις στον πρώιμο έρωτα που ως ενήλικας παίρνοντας το σαρκικό κομμάτι από τη σχέση (που δε δεσμεύει συναισθηματικά) νιώθει ακέραιος, ότι έχει τον έλεγχο και ότι έτσι δεν θα πληγωθεί. Αν δεσμευτεί και αφεθεί θα είναι σε μια συνεχή αγωνία μην πληγωθεί, μη τον αφήσουν, μη μείνει μόνος, μην εγκαταλειφθεί.

Πόσο συνειδητός και λυτρωτικός είναι αυτός ο χωρισμός λοιπόν; Είναι μια ψευδαίσθηση που αμύνεται στο φόβο της μοναξιάς.

Χώρισα γιατί έχανα τον εαυτό μου μέσα στη σχέση

Το «Χώρισα γιατί έχανα τον εαυτό μου μέσα στη σχέση» μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα. Και καλά και άσχημα. Το να θέλεις να χωρίσεις επειδή αισθάνεσαι ότι χάνεις τον εαυτό σου επειδή για παράδειγμα σε αναγκάζει η σχέση και οι συνθήκες να μεγαλώσεις, να ενηλικιωθείς, να αναλάβεις ευθύνες και να σκέφτεσαι τις συνέπειες της συμπεριφοράς σου απέναντι στον άλλον είναι σαν να κάνεις ένα comeback στην ψευδαίσθηση που ζούσες πριν.

Θέλεις να συνεχίσεις δηλαδή να νιώθεις αυτό το ανέμελο πλάσμα που ήταν απαλλαγμένο από ευθύνες, γιατί έτσι νιώθεις ζωντανός άνθρωπος.

Όμως, η αλήθεια είναι πως χωρίζεις γιατί φοβάσαι να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα, η οποία χρειάζεται ορισμένες φορές και τον ρεαλισμό, αλλά εσένα σου αρέσει να ονειροπολείς και να δίνεις εσύ τη γεύση που σου αρέσει στον κόσμο γύρω σου.

Ο χωρισμός αυτός σημαίνει και την υποτροπή στην ψευδαίσθηση που είχες σε μια ζώνη ασφαλείας όπου ένιωθες καλά και δεν έβλεπες τις αδυναμίες και τους φόβους σου. Όμως, ακολουθώντας μια τέτοια ζωή, περιοριστική, μπορεί και να χάσεις και σημαντικούς ανθρώπους για εσένα.

Χωρίζω γιατί δεν νιώθω μοναδική για αυτόν…

Χωρίζω γιατί είναι σαν να εξαρτάται ο ένας από τον άλλον…

Χωρίσαμε λόγω των παιδιών…

Χωρίσαμε γιατί απλά βαρεθήκαμε και κουραστήκαμε…

Σίγουρα δεν είναι όλα ψευδαισθήσεις και πίσω από κάθε χωρισμό μπορεί να υπάρχουν σοβαρές και λογικές συνειδητές αιτίες, όπως η τοξικότητα, η εξάρτηση, η επιθετικότητα, ο υπέρμετρος εγωισμός, η ασέβεια, η υποτίμηση. Κάθε σχέση οφείλουμε να την προσεγγίζουμε εξατομικευμένα και μέσα σε αυτή εξατομικευμένα να κοιτάζουμε και την ιστορία του καθενός στο ζευγάρι.

Γιατί αγαπώ τους χωρισμούς

Ο χωρισμός έχει πολλαπλές αποχρώσεις, ρηχές, βαθιές, και άλλες που θάβονται κάτω από την άμμο και δεν τις βλέπουμε με τα μάτια γυμνά, όμως υπάρχουν εκεί. Ο χωρισμός μπορεί να βαφτίζεται ως πένθος και απώλεια για κάποιον άνθρωπο, να κλαίει, να έχει καταθλιπτική διάθεση να αισθάνεται μια ζωή δίχως νόημα.

Ο χωρισμός μπορεί να χρωματίζει μια μοναδική περίοδο που αποτραβιόμαστε από όλους και όλα προκειμένου να μαζέψουμε τα κομμάτια μας και να ανασυγκροτηθούμε. Άλλοι προσπαθούν με ξέφρενα χρώματα να κοινωνικοποιηθούν, να κάνουν ένα restart, μπαίνοντας σε καινούργιες ερωτικές περιπέτειες ώστε να ξεπεράσουν το χωρισμό και τον πόνο, πράγματα που μοιάζουν δηλαδή με υποκατάστατα. Είναι σαν να ξεκόβω από μια ουσία αλλά αρχίζω μια άλλη για να καλύψω το στερητικό σύνδρομο που μου δημιουργεί η πρώτη.

Ο χωρισμός ως αυτοαποκάλυψη

Τελικώς, όλα είναι μια αυτοαποκάλυψη.

Όλα δηλώνουν ποιοι είμαστε. Ο πόνος ενός χωρισμού όσο ήπιος ή έντονος και αν είναι εκδραματίζει την ανικανότητά μας να συμβιώσουμε ικανοποιητικά με την ενδότερη σχέση που έχουμε χτίσει με τον σημαντικό άλλο, δηλαδή τον έναν από τους δύο γονείς. Όλα είναι ασυνείδητες απόπειρες επίλυσης μιας πρώιμης τραυματικής σχέσης που έχει αφήσει τα σημάδια της και αδυνατούμε να τα συλλάβουμε και να τα επεξεργαστούμε με τον τωρινό μας σύντροφο ή σύζυγο.

Οι πεποιθήσεις, η αξία που δίνουμε στον εαυτό μας και οι προσωπικές εμπειρίες έχουν άμεση επιρροή στον τρόπο που θα διαμορφώσουμε τον εαυτό μας, τη συμπεριφορά μας και τις σχέσεις. Βιώνουμε τον έρωτα, προσπαθούμε να τον υπερβούμε όμως οι συνέπειες πολλές φορές μας καθηλώνουν και μας ωθούν στο να χωριστούμε.

Παρόλα αυτά, αγαπάμε τους χωρισμούς γιατί χάρη σε αυτούς κάνουμε μια δυνατή βουτιά στην δική μας σχεσιακή πραγματικότητα. Αγαπούμε τους χωρισμούς για να αγαπήσουμε περισσότερο εμάς και να νικήσουμε τους φόβους μας.

Μοιάζει οξύμωρο, όμως ακόμη και αν είναι τραυματικό είναι το πιο δυνατό δίδαγμα για το πώς σχετιζόμαστε με τους σημαντικούς για εμάς ανθρώπους. Όπως όταν είμαστε παθιασμένα ερωτευμένοι νιώθουμε λες και είμαστε αθάνατοι, το ίδιο μπορεί να μας κάνει και ένας χωρισμός, μόνο που στην πρώτη περίπτωση μπορεί να παρασύρεσαι σε ένα παραμύθι, αλλά στη δεύτερη το πετυχαίνεις με τη δύναμη του μυαλού και της ψυχής σου, φιλοσοφώντας για τον εαυτό σου και τη ζωή.

Στον έρωτα αντανακλούμε το εσωτερικό παιδί που κρύβουμε μέσα μας αλλά στον χωρισμό φαίνεται πόσο δυνατό ή τραυματισμένο είναι. Αυτή είναι η πρόκληση που πρέπει να αγκαλιάσουμε και να γίνει κομμάτι μας. Αξίζει να χαθούμε στον έρωτα γιατί συγχρόνως επιτρέπουμε στον εαυτό μας να χαθεί στο άγνωστο μέσα μας. Ο χωρισμός από τον άλλον μπορεί να σημαίνει επανασύνδεση με τον εαυτό μας.

Μια απελευθέρωση, μια νέα αρχή. Και τότε πράγματι μπορούμε να πιστεύουμε ότι οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο.

Η απαγορευμένη λέξη

Δεν ξέρω που είσαι. Ξέρω που ήσουνα όμως.

Δεν ξέρω τι λες. Θυμάμαι όμως πάντα αυτά που έλεγες.

Δεν ξέρω που κοιμάσαι. Νιώθω απλά ακόμα την ηρεμία όταν ξεκουραζόσουν.

Δεν ξέρω αν γελάς. Ακούω όμως ακόμα τον ήχο απ το γέλιο σου.

Δεν ξέρω που είμαι. Ίσως γιατί είμαι ακόμα εκεί που ήμουν κι ας είμαι χιλιόμετρα μακριά.

Δεν θέλω να γράψω τίποτα τετριμμένο. Είμαι σίγουρη ότι μπορώ να το αποφύγω, από την άλλη όμως, οτιδήποτε άλλο γράψω δεν θα το καταλάβει κανείς.

Θα το καταλάβεις εσύ, εγώ, και ίσως εγώ κι εσύ.

Θα το καταλάβουν κάτι τοίχοι που άκουγαν, κάτι βρύσες που στάζανε, κάτι λουλούδια που άνθιζαν μέσα στο χειμώνα.

Θα το καταλάβουν κάτι πέτρες και κάτι θάλασσες.

Ούτε αυτές ξέρουν που είσαι, και πώς να σε βρουν μέσα σε τόσους ανθρώπους.

Ελπίζω μόνο να θυμούνται ότι ήμασταν η εξαίρεση μέσα σ ένα μεγάλο κανόνα.

Αυτός ο κανόνας που έκανε ένα μεγάλο κρακ και έσπασε αθόρυβα. Έσπασε σε χίλια κομμάτια κι ας τον ξανακόλλησες μετά.

Δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένας άθλια κολλημένος κανόνας προκειμένου ν αποφύγει να γίνει η απόλυτη εξαίρεση.

Δεν μπορώ να σου θυμώσω που έγινες πάλι κανόνας, είναι που θυμώνω με τον εαυτό μου που δεν μπορώ να μην είμαι η εξαίρεση.

Ξέρεις ότι προσπαθώ πολύ να μην πω αυτά που λένε τα κοριτσόπουλα στα δεκαπέντε.

Δυσκολεύομαι όμως, γιατί ένιωθα για δεκαπέντε.

Λίγο ο φλεβίτης πίσω απ τα γόνατα που εξαφανίστηκε, λίγο οι ρυτίδες δίπλα απ το στόμα που φαίνονταν σαν προέκταση του χαμόγελου, λίγο οι άσπρες τρίχες που στον ήλιο δεν τις ξεχώριζες.

Είναι που η δύναμη της εξαίρεσης σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να πάρεις όλο τον κόσμο στις πλάτες σου.

Να τον σηκώσεις, να τον στριφογυρίσεις και να τον τοποθετήσεις πάλι στη σωστή του θέση.

Είναι που κάτι λέξεις δεν τις έχεις μάθει ακόμα. Δεν ξέρεις τι σημαίνει «πρέπει», δεν ξέρεις τι σημαίνει «δεν μπορώ».

Τις αγνοείς και προχωράς παρακάτω. Δεν θέλεις να τις μάθεις .

Κοιτάς μπροστά και δεν σε νοιάζει τι υπάρχει πίσω.

Και έχεις δρόμο. Δρόμους. Λεωφόρους.

Και δύναμη, ενέργεια, διάθεση, γνώση μέσα στην άγνοια, επιθυμία, λαχτάρα, Έρωτα.

Να, κοίτα τι κάνεις τώρα, μ έκανες και είπα την απαγορευμένη λέξη.

Αυτήν την τετριμμένη που υποσχέθηκα ότι δεν θα βγάλω απ το στόμα μου. Αυτή που κάποιοι τη μισούν και άλλοι τη σιχαίνονται. Οι μισοί γιατί δεν την ξέρουν και οι άλλοι μισοί γιατί κάποια στιγμή την γνώρισαν καλά.

Εγώ την γνώρισα να ξέρεις.

Όμως σωστό πόρισμα δεν μπορώ να βγάλω. Δεν μπορώ να την περιγράψω, ούτε να την μεταφέρω αυτούσια.

Είναι σαν να μιλάς για κήπους σ ένα κόσμο από βράχους.

Όσοι είδαν τους κήπους δεν χρειάζονται επεξήγηση. Όσοι ζουν στους βράχους δεν μπορείς να τους εξηγήσεις όσο κι αν προσπαθήσεις.

Θυμάσαι τι σου είπα στην αρχή; Είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος.

Μόνο εγώ. Και εσύ.

Να ξέρεις πάντως ότι εγώ δεν τη μίσησα.

Ίσως γιατί η λέξη από μόνη της δεν έχει καμία αξία.

Ίσως γιατί και να μην υπήρχε, θα την είχαμε φτιάξει εμείς.

Ίσως γιατί σ΄ αγάπησα περισσότερο, απ’ όσο μίσησα την καταστροφή μου.

Η αλήθεια μιας αγάπης ποτέ δεν θα είναι κρίμα

Είναι κρίμα.

Και στο κρίμα οι λέξεις που βγαίνουν απ το στόμα σου, δεν περνάνε πρώτα απ' το μυαλό σου.

Δεν μπορείς να τις φιλτράρεις, να τις επηρεάσεις, να τις ομορφύνεις ίσως, προκειμένου να μη βγουν ατόφιες όπως τις αισθάνεσαι.

Είναι κρίμα.

Αυτό το «κρίμα», μόνο πίκρα μπορεί να κρύβει. Κι η πίκρα σε κάνει να λες αλήθειες.

Αλήθειες που έμειναν καιρό κρυμμένες για να μην πληγώσεις ό,τι σε πλήγωσε.

Για να μη γίνεις ίδια μ΄ αυτόν που έκανε την πίκρα φαγητό και στην πρόσφερε να φας.

«Να, πάρε. Αυτό έχω να χορτάσεις.»

Εσύ όμως δεν χόρταινες. Πεινούσες μ’ εκείνη την πείνα των θηρίων.

Κι εκείνες τις λίγες στιγμές που έβρισκες το φαγητό μπροστά σου, ξέχναγες την πίκρα που έκρυβε μέσα του και το έτρωγες για να μην πεθάνεις.

Μέχρι που το σιχάθηκες. Σιχάθηκες την ίδια τροφή που είχες ανάγκη για να ζήσεις.

Είναι κρίμα.

Απ' την αρχή ήταν.

Ένα παιχνίδι στημένο, βασισμένο σε εγωισμό, βασισμένο στην συνύπαρξη της πίττας και του σκύλου μαζί.

Ένα παιχνίδι που είχε αρχή μέση και τέλος. Απ' την αρχή του.

Στημένο, σε όλες τις γλώσσες.

Δεν ξέρω γιατί σκέφτηκες ότι ο σκύλος θα νικήσει στο τέλος. Ίσως γιατί ήσουν αποφασισμένη να νικήσεις.

Ίσως γιατί είχες ανάγκη το έπαθλο, το βραβείο, το ρημάδι το χαρτί που θα έγραφε τ όνομά σου με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα.

Ίσως γιατί είχες ήδη αγοράσει την κορνίζα που θα το τοποθετούσες και δεν ήθελες να πάνε χαμένα τα λεφτά σου.

Ήξερες όμως. Έβλεπες. Άκουγες. Μύριζες. Απλά δεν γινόταν να το αποτρέψεις.

Μέχρι που σταμάτησες να γλύφεις και άρχισες να γαυγίζεις.

Και τότε απ’ το καλό και υπάκουο σκυλάκι που κουνούσε την ουρά του από χαρά, έγινες το ζώο που έπρεπε να πάει για ευθανασία.

Είναι κρίμα.

Είναι κρίμα γιατί η ευθύνη πέρασε πάνω σου ενώ δεν σου ανήκε. Ήταν εξ΄ ολοκλήρου δική του.

Εσύ όμως έπρεπε να βρεις τη λύση.

Έπρεπε να λύσεις το γόρδιο δεσμό, να βγάλεις το μινώταυρο από το λαβύρινθο.

Δεν είχες ούτε σκοινί, ούτε σχέδιο του λαβύρινθου.

Μια αγάπη είχες να πορεύεσαι από εκείνες που κάνουν τα πάντα για να βρίσκουν λύσεις.

Ο μινώταυρος βγήκε και απέμεινες εσύ μέσα στο λαβύρινθο να παλεύεις για τη δική σου έξοδο.

Το σκοινί ήσουν εσύ η ίδια. Η λύση που προσέφερες έγινε και η καταδίκη σου.

Είναι κρίμα.

Είναι κρίμα που μια τέτοια αγάπη πήγε χαμένη από φόβο. Από δειλία.

Τύψεις ερχόμενες από μια άλλη ζωή, μπερδεμένες με το φόβο για το άγνωστο – λες και υπάρχει κανείς που μπορεί να το προβλέψει- έφεραν τα πόδια που έτρεχαν και τα έκαναν πόδια που σέρνονταν.

Πήρες και τους έβαλες δεκανίκια. Έγινες γιατρός, νοσοκόμα, ψυχολόγος, θεραπεύτρια.

Να σώσεις αυτό που πίστευες ότι θα σωνόταν.

Ούτε ο αντίπαλος σε τρόμαξε, ούτε τα όπλα που κρατούσε.

Εσύ κρατούσες το πιο μεγάλο απ΄ όλα. Την αγάπη.

Είναι κρίμα.

Άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ, δεν ξέρουν ν΄ αγαπήσουν.

Μεγάλωσαν με την αγάπη σαν βάρος, σαν μαθητική τσάντα στην πλάτη γεμάτη με βιβλία.

Δεν τους είπε κανείς ότι η αγάπη είναι δώρο και όχι υποχρέωση.

Κι εκείνοι υποχρεώθηκαν να αγαπήσουν με τη σειρά τους κάτι που δεν τους αγάπησε.

Φαύλος κύκλος.

Πέρασαν την αγάπη για ψίχουλα γιατί αυτό έγραφαν μέσα τα βιβλία. Πέρασαν το νιάξιμο για διαγώνισμα που έπρεπε απλά να περάσουν με καλό βαθμό.

Κι όταν ήρθε η ώρα του απολυτηρίου, ευτυχισμένοι που πέρασαν τα μαθήματα, νόμιζαν ότι πήραν το πτυχίο.

Ένα πτυχίο ίδιο με παλιόχαρτο που δεν μπορούσε να τους πάει βήμα παρακάτω.

Εσύ πτυχίο δεν πήρες ποτέ.

Η μεγάλη διαφορά;

Για σένα στην ουσία, ήταν απλά η αλήθεια μιας αγάπης που ποτέ δεν θα είναι κρίμα.

Έκπτωτες σχέσεις

Ανεβάζω ψηλά τους ανθρώπους. Και γρήγορα πέφτουν.

Τους ανεβάζω σε βάθρα αστραφτερά, τους θεοποιώ και τους θαυμάζω. Επευφημώ τα χαρίσματα τους και την ικανότητα τους να μου προσφέρουν όσα χρειάζομαι. Νιώθω ότι σε αυτούς βρίσκω τα κομμάτια που μου λείπουν και χαίρομαι που γεμίζω από την επαφή μαζί τους.

Ίσως αυτό οφείλεται στην ανάγκη μου για επαφή, για ταίριασμα, προσκόλληση και αποδοχή από μια ομάδα.

Σιγά-σιγά όμως τα ψεγάδια τους αναδύονται στην επιφάνεια. Δεν είναι τόσο εντυπωσιακοί όσο μου φάνηκαν στην αρχή.

Φυσικά η άρνηση είναι η πρώτη μου αντίδραση - ποια είμαι εγώ να αναιρέσω θεωρίες ψυχαναλυτικές; Προσπαθώ να εκλογικεύσω και να δικαιολογήσω πράξεις και συμπεριφορές. Γρήγορα συγχωρώ και ξεχνάω, παρέχοντας ελαφρυντικά, αθωωτικές ετυμηγορίες.

Ύστερα από λίγο - πάντα το κακό δεν αργεί να γίνει - ξεπροβάλλουν όλο και περισσότερες πτυχές τους που δε συνάδουν με τα πρότυπα που θέτω, με τις αναμονές και τις απαιτήσεις μου από αυτούς.

Αρχίζει τώρα η εικόνα τους να χάνει λίγο από την πρότερη λάμψη της, να θαμπώνει και αυτοί να αποβάλλουν ένα-ένα τα εγκωμιαστικά χαρακτηριστικά που τους έπλεξα.

Και έρχεται ο θυμός - ναι, φυσικά ο θυμός. Θυμώνω που δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μου. Που δε με σκεφτήκαν όσο εγώ, που δεν αντέδρασαν όπως θα αντιδρούσα εγώ γι’ αυτούς, που φέρθηκαν με τρόπο που δε θαυμάζω και με προσβάλλει, που δε με πρόσεξαν. Και τα λάθη τους, αναρίθμητα, κατακλύζουν τις σκέψεις μου.

Τα γιατί - φυσικά, πάντα κάπου εδώ εμφανίζονται τα γιατί, μια λέξη μόνο κι όμως με βάρος ασήκωτο - με πλημμυρίζουν, η σχέση που για τα καλά είχε αναγορευτεί σε άτρωτη και ουτοπική, τώρα φορά ανθρώπινη μορφή και αναδεικνύει πληγές και ουλές ανθρώπινου σώματος. Ίσως ακόμα και να απομακρύνομαι για λίγο, προσπαθώντας να καταλάβω, κρατώ δήθεν μούτρα και αναζητώ ευκαιριακά άλλες δυνατότητες επικοινωνίας.

Γρήγορα όμως επιστρέφω. Πάντα επιστρέφω. Γιατί το οικοδόμημά μου που μου στοίχισε για να το κατασκευάσω, που έκανα όνειρα γι' αυτό, είναι κομμάτι μου, με πονά και αποφασίζω να διαπραγματευτώ - άλλωστε είναι της μόδας.

Με μια ενδόμυχη ελπίδα αντιστρεψιμότητας της κατάστασης, εκθέτω όσα με προβληματίζουν, τους θέτω προ των ευθυνών του και περιμένω την αναμόρφωση. Την αναγνώριση του λάθους, την παραδοχή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, τη μεταμέλεια, τις απλές δικαιολογίες ή ένα συμφιλιωτικό χαρακτήρα, την αμοιβαία ανάγκη, τη σημασία της συνύπαρξής μας παρά τις αντιθέσεις και διαφωνίες μας.

Περιμένω τουλάχιστον να δω κοινή παραδοχή της άποψης ότι όλοι έχουμε ελαττώματα, αλλά υπάρχει διάθεση προσαρμογής για την επίτευξη του κοινού καλού.

Όμως, τότε αντιλαμβάνομαι ότι η σημασία που έδωσα ήταν μεγάλη και ξεχείλισε γρήγορα από το ποτήρι της πραγματικότητας. Όλο αυτό το εγκώμιο, το παραμύθι, η προδοσία και η λύτρωση συνθέτουν τη δική μου μόνο εναλλακτική πραγματικότητα.

Έτσι είναι, έτσι θα ναι. Δε δίνουν δεκάρα αν μου ταιριάζουν, αν με πληγώνουν. Αυτοί είναι και δεν ενδιαφέρονται για τις προσωπικές μου προσμονές, ευχές και ανάγκες. Η κατάθλιψη, η θλίψη, η απογοήτευση, το ξέσπασμα, η παραίτηση ακολουθούν ως εξελικτικά βήματα, όπως οφείλουν.

Απογοητεύομαι, στενοχωριέμαι που δεν κατάφερα - πάντα γίνεται προσωπικό - να βρω για ακόμα μια φορά άτομα που να πληρούν τις προδιαγραφές που έθεσα και που εκείνοι που επέλεξα - πάντα υπάρχει και μια δόση επίρριψης της ευθύνης - δε στάθηκαν αντάξιοι των περιστάσεων.

Και ύστερα απλά υποχωρώ. Αποδέχομαι τον ρεαλισμό της ζωής. Μέχρι τώρα πετούσα στο ροζ συννεφάκι μου - ποιος θα με κρίνει γι αυτό; Η αποδοχή, σκληρή και τελεσίδικη, έρχεται να επισφραγίζει τη νέα συνθήκη.

Οι άνθρωποι γύρω μου - μακάρι πάντα να το θυμάμαι - είναι γεμάτοι ελαττώματα, αδυναμίες, πληγές, τραύματα, ιδιαιτερότητες, όπως κι εγώ άλλωστε.

Ο καθένας είναι μοναδικής κοπής χαρτονόμισμα, με άλλη αξία, χρήση και δυναμική. Ο καθένας έχει θετικά και αρνητικά, στοιχεία που θαυμάζω, που μισώ, που μου ταιριάζουν, που με απωθούν. Ο καθένας έρχεται να προσθέσει στο δικό μου σενάριο μια άλλη ιστορία και τροπή. Ο καθένας έχει να μου δώσει κάτι διαφορετικό.

Με κάποιους θα υπάρξει γόνιμη ανταλλαγή και ανάπτυξη συναισθημάτων, με άλλους θα γίνει πρόσκαιρο συνταίριασμα σε ορισμένους μόνο τομείς δραστηριότητάς μας. Με άλλους η επαφή θα είναι εικονική και οι ψυχές μας δε θα καταφέρουν να ακουμπήσουν, θα απωθούνται σαν πόλοι μαγνητών που είναι κατασκευασμένοι να μη συναντηθούν ποτέ.

Σκέφτομαι τι μπορεί να φταίει.

Εγώ ερμηνεύω τα σημάδια τους λάθος και μεταφράζω τις ανάγκες και δυνατότητες τους σε κοινή μας γλώσσα. Εγώ έχω την ανάγκη του ανήκειν, την ανάγκη εύρεσης των ομοίων. Και όταν δεν ικανοποιείται αυτή μου η ανάγκη, προσπαθώ εγώ να την ικανοποιήσω προσδίδοντας ψεύτικα χαρακτηριστικά σε αυτούς που με προσεγγίζουν. Ίσως αυτό οφείλεται στην ανάγκη μου να καλύψω δικές μου ανασφάλειες.

Λένε πως βλέπουμε στους άλλους όσα θα θέλαμε να έχουμε εμείς και πως απογοητευόμαστε από τα αρνητικά τους, αυτά που αποτελούν στοιχεία και της δικής μας ταυτότητας και θυμώνουμε που δεν μπορούμε να απαλλαχτούμε από αυτά – πάντα καθρεφτίζονται στους άλλους οι δικές μας ελλείψεις και φιλοδοξίες. «Απογοητεύτηκα από την ανθρώπινη φύση και δεν ασχολήθηκα άλλο επειδή διαπίστωσα ότι έμοιαζε πολύ με τη δική μου», λέει ο J. P. Donleavy.

Η αποδοχή δημιουργεί νηνεμία, λύτρωση και μια αφοπλιστική σιγή.

Αλλά εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να αρκεστώ σε αυτό. Να αποδεχτώ πως ίσως ποτέ δε βρω άτομα που να αφουγκράζονται το είναι μου, να με γεμίζουν και να επενδύουμε ο ένας στον άλλο. Να αποδεχτώ πως πρέπει απλά να συνειδητοποιήσω την ανθρώπινη μας απόσταση, να μην αποζητώ πολλά, να προσαρμόζομαι και να δέχομαι ό,τι ο άλλος έχει να δώσει. Εγώ θέλω - και το θέλω αυτό παίρνει διάσταση γιγαντιαίας καταιγίδας που τα παρασύρει όλα στο πέρασμα της - να συνεχίσω να ψάχνω.

Δεν μπορώ να λέω πια δεν πειράζει, θα αρκεστώ στο λίγο. Δεν μπορώ πια να συγχωρώ συγκαταβατικά. Δεν μπορώ να προσπερνώ τις ανάγκες μου και να τις ρυθμίζω με ό,τι βρίσκω. Μπορεί να συνεχίσω να τρώω τα μούτρα μου για καιρό. Δε θα σταματήσω να αναζητώ, να ενθουσιάζομαι, να απογοητεύομαι και να ψάχνω από την αρχή.

Και μια μέρα – γι’ αυτό να είστε σίγουροι - θα βρω αυτό που ψάχνω.

Όχι το τέλειο. Το ατελές, το όμορφα ατελές που δε δεχτεί να πορευτεί διπλά μου και να είναι περήφανο για τις δικές μου αδυναμίες κι εγώ για τις δικές του, που μπορεί να με πληγώνει και να κάνει λάθη αλλά θα λυπάται γι' αυτά, που θα με σκέφτεται και θα με σέβεται, που θα είναι δίπλα μου και δε θα θέλει να το αλλάξει αυτό με τίποτα. Που δε θα είναι σε βάθρο, αλλά πλάι μου και θα με κρατά.

Η αλήθεια είναι μυστική

Ο κόσμος που ζούμε είναι γεμάτος μυστικά. Εσύ είσαι γεμάτος μυστικά. Μυστικά που ούτε εσύ ο ίδιος δεν τα γνωρίζεις. Ονειρεύεσαι τα βράδια και όταν ξυπνάς έχεις ξεχάσει το όνειρο για να διαφυλάξεις το μυστικό. Μιλάς και δεν λες την αλήθεια για να μην αποκαλυφθεί το μυστικό σου.

Κρύβεις το σημάδι που έχεις στο σώμα σου για να το κρατήσεις μυστικό.

Και έχεις την αφέλεια να πιστεύεις ότι η άποψη που σου πλασάρουν είναι η αλήθεια.

Όχι, φίλε μου. Την αλήθεια την κρύβουν, όπως ακριβώς την κρύβεις κι εσύ. Την αλήθεια την φοβούνται. Γιατί αν μάθεις την αλήθεια, τότε ο κόσμος δεν θα είναι πια ο ίδιος. ‘Άλλωστε αλήθεια ετυμολογικά είναι (α – στερητικό και λήθη) αυτό που δεν ξεχνιέται, κι αν τυχόν μάθεις την αλήθεια δεν πρόκειται να την ξεχάσεις ποτέ.

Νομίζεις ότι ο κόσμος είναι αυτό που βλέπουν τα μάτια σου, μα τα μάτια σου βλέπουν μόνο ότι βρίσκεται σε ορισμένο φάσμα φωτός. Την υπεριώδη ακτινοβολία, τις ακτίνες γ, τις ακτίνες Χ, δεν τις βλέπεις κι όμως υπάρχουν. Εκτός όμως της δεδομένης επιστημονικής ανικανότητας των ματιών σου σε ορισμένα φάσματα, μην ξεχνάς ότι η επεξεργασία της οπτικής εικόνας γίνεται στον εγκέφαλο. Άρα ο εγκέφαλος σου αποφασίζει τι είναι αυτό που βλέπεις. Δηλαδή, βλέπεις το αποτέλεσμα της επεξεργασίας του εγκεφάλου σου και νομίζεις ότι βλέπεις την αλήθεια. Και εκτός αυτού, ο εγκέφαλος εξηγεί τα πάντα σύμφωνα με αυτά που ταιριάζουν στη λογική σου. Ότι δεν ταιριάζει στην λογική σου, το απορρίπτει ως παράλογο και στο εξηγεί ως οφθαλμαπάτη ή φαντασία. Και αυτή τη λογική που απωθεί ως παράλογο ότι δεν της ταιριάζει στην έχουν διδάξει άλλοι, δεν είναι καν δική σου. Οι άλλοι, λοιπόν, σου έχουν μάθει τι να βλέπεις και επομένως αυτό που βλέπεις είναι αυτό που οι άλλοι θέλουν να δεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες τέσσερις αισθήσεις σου. Ακούς , μυρίζεις , γεύεσαι και πιάνεις ότι σου έχουν μάθει να ακούς, να μυρίζεις, να γεύεσαι και να πιάνεις .

Υπάρχουν στιγμές όμως, που κάποιες αστραπές αλήθειας σκίζουν τον μαύρο ουρανό της λογικής σου και τότε αισθάνεσαι ότι κάτι είδες με το πλάι του ματιού σου. Γυρνάς να το αντικρίσεις κατάματα, αλλά δεν το βλέπεις. Κι όμως είχες αισθανθεί ότι κάτι ήταν εκεί. Αλλά η αστραπή της αλήθειας είναι ορατή μόνο με το πλάι του ματιού, ποτέ κατάματα. Γιατί κατάματα ο φράχτης της λογικής γίνεται πανύψηλος και δεν μπορεί τίποτα να τον διαπεράσει.

Δεν λέω ότι είναι εύκολο να αντικρίσεις την αλήθεια. Λέω όμως, ότι αξίζει να προσπαθήσεις. Και το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνεις είναι να αμφισβητήσεις ότι νομίζεις πως είναι αλήθεια.

Σε έχουν εξαπατήσει οι άρχοντες της καθημερινότητας και σε έχουν κάνει υπηρέτη της “κοινής” λογικής. Μα εσύ δεν είσαι κοινός, είσαι μοναδικός. Και το ξέρεις, το αισθάνεσαι, βλέπεις τα σημάδια, αλλά φοβάσαι να ξεκινήσεις . Φοβάσαι γιατί ξέρεις ότι τον δρόμο της αλήθειας τον διασχίζεις μόνος σου . ΨΕΜΑΤΑ. Οι άλλοι έχουν ήδη ξεκινήσει. Σε περιμένουν.

Υ.Γ. Αν κάποια στιγμή νοιώσεις ένα φιλικό άγγιγμα στην πλάτη και γυρίσεις πίσω σου και δεν δεις κανέναν, μην ανησυχήσεις. Θα είμαι εγώ που θα σου υπενθυμίζω ότι ήρθε η ώρα να ξεκινήσεις.

“Διάβαζε όχι για ν’ αντιλέγεις,
να αμφισβητείς, ν’ αναιρείς, να διαψεύδεις και
ανασκευάζεις, όχι για να πιστεύεις,
και να τα παίρνεις όλα για αλήθεια,
άλλα για να κρίνεις και να εκτιμάς σωστά την
κατάσταση και να σκέφτεσαι
σαν λογικός άνθρωπος
”.