Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Η ισορροπία στις σχέσεις κρύβεται στις σωστές αποστάσεις

Η ισορροπία στις σχέσεις κρύβεται στις σωστές αποστάσεις. Υπάρχουν σχέσεις που ισορροπούν σε λίγα μόνο εκατοστά, άλλες σε μερικά μέτρα και κάποιες άλλες σε χιλιόμετρα... και μάλιστα πολλά (μεταφορικά και κυριολεκτικά όλα αυτά βεβαίως).

Ο λαός λέει «από μακριά κι αγαπημένοι» και έχει δίκιο στις περισσότερες περιπτώσεις, αφού οι μεγάλες αποστάσεις αμβλύνουν συνήθως τα συναισθήματα, εξομαλύνοντας έτσι τις διαφορές – έστω επιφανειακά – ή μειώνοντας τις προστριβές και τις αντιθέσεις.

Η απόσταση δρα επουλωτικά δίνοντας τον απαιτούμενο χρόνο για επανορθωτικές κινήσεις και δίνοντας την ψευδαίσθηση μιας νέας αρχής, που πολλές φορές είναι η μόνη ελπίδα διατήρησης ή συντήρησης της σχέσης. Η απόσταση έχει το προσόν να καλύπτει προσωρινά τα σκοτεινά σημεία της σχέσης δύο ανθρώπων, λειτουργώντας σαν επικάλυψη ενός καμένου γλυκού από ζάχαρη άχνη. Πόσο γρήγορα ξεχνάς τι υπάρχει από κάτω αν έχεις υπογλυκαιμία και το αχνισμένο γλυκό μπροστά σου...

Όλες οι σχέσεις χρειάζονται απόσταση για να ισορροπούν. Μικρότερη ή μεγαλύτερη, ανάλογα με το βαθμό και το είδος των αντιθέσεων που τις εμποδίζουν να αναπτύξουν εγγύτητα, να ωριμάσουν και να αναπτυχθούν ουσιαστικά.

Υπάρχουν όμως κι εκείνες οι σχέσεις που δεν στηρίζουν στην απόσταση την ύπαρξή τους και την ισορροπία τους. Εκείνες που ισορροπούν σε απόσταση αναπνοής και το κάνουν με ευκολία. Είναι εκείνες οι λιγοστές που, αν δεν ζεις μια τέτοια κι εσύ, σε κάνουν να ζηλεύεις (στην καλύτερη περίπτωση) ή να κατηγορείς (στη χειρότερη) σαν την αλεπού αυτά που δεν μπορούσε να φτάσει. Εκείνες οι λιγοστές, που ισορροπούν κρατώντας τόση απόσταση μόνο, όση είναι απαραίτητη για την ισορροπία του καθενός ξεχωριστά ώστε να μη γίνεται βάρος ο ένας στον άλλο. Μα μέχρι εκεί.

Δεν είναι όλες οι σχέσεις φυσικά ικανές για την ίδια απόσταση. Ίσως όμως θα έπρεπε να παρατηρούμε την κάθε μία ξεχωριστά και να ελέγχουμε τις αιτίες των αποστάσεων που βάζουμε ανάμεσά μας, ειδικά σε εκείνες που μας είναι σημαντικές. Γιατί όπως λέει και ο Χαλίλ Γκιμπράν: «Οι κολώνες του ναού πρέπει να στέκουν σε απόσταση η μία από την άλλη για να είναι σταθερό το οικοδόμημα». Όσο πιο μακριά όμως είναι η μία από την άλλη (θα μου επιτραπεί να συμπληρώσω), τόσο πιο δύσκολο γίνεται να μείνει σταθερό το οικοδόμημα αυτό.

Ο άνθρωπος επαναστάτης και ο επαναστατημένος άνθρωπος

Κάθε προορισμό μακρινό ή κοντινό, ορεινό ή πεδινό, θαλάσσιο ή εναέριο υπάρχουν πάντα δύο τρόποι για να τον προσεγγίσεις. Ο δρόμος και ο παράδρομος. Το σύνηθες και το αλλιώτικο - να σημειωθεί πως παρά το πλήθος των συνήθων και των αλλιώτικων, η επιλογή περιορίζεται στις δύο αυτές κατηγορίες- για να γενικεύσουμε και λίγο. Κατά αυτό το μοτίβο λοιπόν λειτουργεί ο κόσμος, η φύση εν ευρεία εννοία. Ο αέρας ή θα φυσήξει ή θα σιγήσει. Ο σκύλος ή θα κυνηγήσει την γάτα ή θα συζεί μαζί της. Ο παπαγάλος ή θα επαναλάβει αυτό που θα ακούσει ή θα σιωπήσει.

Και του ανθρώπου βέβαια η φύση δεν διαφοροποιείται από τον παραπάνω δίλημμα του άσπρου-μαύρου. Μόνο που εμείς οι άνθρωποι τείνουμε να υφαίνουμε αξιολογικά πουλόβερ σε συμπεριφορές, φαινόμενα και παραδρόμους. Έτσι λοιπόν έχουμε δύο λογής ανθρώπους, τον άνθρωπο που θα επαναστατήσει και τον άνθρωπο που θα επαναστατηθεί, τον επαναστατημένο άνθρωπο κατά Καμύ.

Προτού ξετυλίξουμε το κουβάρι, οφείλουμε όμως να ξεμπλέξουμε τα μπλεξίματα. Να εξαγνίσουμε τον όρο επανάσταση από την σχεδόν κακουργηματικής φύσεως ταύτιση του πρωτίστως με την πολιτική και δευτερευόντως με την συλλογικότητα. Αφενός ο όρος επανάσταση είναι μια αμιγώς προσωπική υπόθεση- η επανάσταση του ενός απέχει από την επανάσταση του άλλου στην καλύτερη των περιπτώσεων, όσο απέχει ο Πλούτωνας από τον Άρη- και αφετέρου η πολιτική δεν είναι παρά ένας προσωρινός ξενώνας για τον επαναστάτη. Ο άνθρωπος που επιλέγει να επαναστατήσει κατά κυριολεξία, δεν καλουπώνεται σε μια δήθεν ιδεοληψία του, ούτε και όμως προφασίζεται μια αντι-συνταγματική/λαϊκη/εθνική πολιτική για να κατασκευάσει δικαιολογητικά επί των πράξεων του.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τον επαναστατημένο-επιλογή προβοκατόρικη, αναγκαία όμως για την μεθοδολογική πορεία της σκέψης-, τον άνθρωπο που εν ολίγοις εθίζεται στο να λέει ναι σε όσα του προκαλούν δυστυχία και όχι σε όσα του προκαλούν χαρά. Ας σκεφτούμε λοιπόν έναν άνθρωπο με χειροπέδες που ενώ έχει τα κλειδιά, συνεχίζει να περπατά με τα χέρια του δεμένα. Έτσι λοιπόν και ο επαναστατημένος άνθρωπος καθημερινά ενώ παραπονιέται ότι του λείπει ο ελεύθερος χρόνος, καταπνίγει τον εαυτό του με δουλειές που τον εξαντλούν. Ενώ ποθεί το πράσινο, επιλέγει συνειδητά να ζει στο άστυ. Δεν αγαπάει την γυναίκα του, όμως συνεχίζει να είναι μαζί της. Γκρινιάζει γιατί τον ενοχλούν τα στενά παντελόνια, αλλά αγοράζει μόνο τέτοια. και πάει λέγοντας… Η κατρακύλα δεν έχει τελειωμό. Ο άνθρωπος αυτός στερείται και στερεί. Στερεί από τον εαυτό του τις επιθυμίες του και συνάμα στερείται την ευτυχία. Ο άνθρωπος αυτός επαναστατήθηκε ολικά, καθώς υπόκυψε νοητικά αλλά και σωματικά σε μια ανώτερη από αυτόν θέληση, μονολεξί συμβιβάστηκε.

Τώρα στην άλλη πλευρά της όχθης συναντάμε έναν άνθρωπο τρομερό. Μια από τις φιγούρες που ενδέχεται κανείς να παρατηρήσει αν κοιτάξει προσεκτικά την κόλαση του Δάντη. Το αμάρτημα του εκδηλώνεται με την χρήση ενός επιθετικού προσδιορισμού και είναι από αυτά που καμία θρησκεία δεν τολμάει να συγχωρήσει. Ασυμβίβαστος. Με το επίθετο αυτό επιχειρούμε να περιγράψουμε τον άνθρωπο αυτόν. Περιφρονεί αλλά και οικτίρει τους πρεπισμούς και υποβιβάζει το προσήκον σε ανούσιο. Αρνείται συνειδητά να συμμετάσχει σε μια στυφνή πολιτική συζήτηση, ενώ ονειροπολεί παραλίες και ταξίδια με τα μάτια ανοικτά κατά την διάρκεια μιας βαρετής εργασιακής σύσκεψης. Λέει όχι από αίσθηση καθήκοντος στην τυπολογία του ‘’ευχαριστώ’’ και του ‘’συγγνώμη’’ και επιλέγει να μετουσιώνει τις λέξεις αυτές σε πράξεις. Το λεπτό που θα αντιληφθεί ότι η ζωή του ‘’ανιαριεύει’’ θα κινήσει γη και ουρανό για να το αποτρέψει. Άρχει και άρχεται. Άρχει επί της πραγματικότητας που τον περιλούζει ενώ άρχεται από την συνείδηση του. Αδιαφορεί για την κοινωνική κατακραυγή, την ώρα που υπερβαίνει το σύμπλεγμα της απραγίας. Ομοιάζει με τον υπεράνθρωπο του Νίτσε.

Τις δύο αυτές αντικρουόμενες προσωπικότητες, ένα κοινό στοιχείο της συνθέτει, μολονότι γίνεται δύσκολα ανιχνεύσιμο, ακόμα και αν χρησιμοποιήσεις μικροσκόπιο. Το στοιχείο αυτό ακούει στο όνομα ρίσκο. Ο πρώτος παίρνει το ρίσκο για τις παραλείψεις του και γίνεται υπόλογος της αδράνειας του, ενώ ο δεύτερος ρισκάρει για τις πράξεις του και κρίνεται περί της φυσιογνωμίας του.

Έκαστος χάνει και νικά ταυτόχρονα.

Χάμσα, το Πνευματικό Χέρι της Φατιμά

Τι συμβολίζει το περίφημο χέρι χάμσα, που αλλιώς ονομάζεται και Χέρι της Φατιμά; Ποιές είναι οι πνευματικές του ιδιότητες;

Το χέρι της Φατιμά

Μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστό ως προς την σημασία του, ωστόσο φέτος το καλοκαίρι σίγουρα έγινε πολύ γνωστό μιας και υπήρχε σε μπλούζες, σκουλαρίκια, βραχιολάκια ενώ έγινε πολύ της μόδας και ως τατού. Ναι, μιλάμε για το χέρι της Φατιμά. Παρακάτω θα δούμε τι ακριβώς πρεσβεύει το συγκεκριμένο σύμβολο.


Αρχαϊκό σύμβολο

Το χέρι της Φατιμά έχει πολλές ονομασίες, ανάλογα την γεωγραφική περιοχή και τον εκάστοτε πολιτισμό. Αν και έγινε δάνειο από τις αβρααμικές θρησκείες, προϋπήρχε αυτών τόσο στη Μέση Ανατολή, όσο και στον αφρικανικό κόσμο.

Η πρώιμη μορφή του εντοπίζεται στην Μεσοποταμία (σημερινό Ιράκ) και αποτελεί φυλαχτό της Ιστάρ/ Ινάνα. Παράλληλα συναντάται και σε απεικονίσεις του Βούδα ξανά ως σύμβολο προστασίας.

Αίγυπτος

Όσον αφορά τον αιγυπτιακό κόσμο, το σύμβολο αυτό συνδέεται με το Mano Pantea γνωστό ως Χέρι όλων των Θεών. Τα δύο δάχτυλα αντιπροσωπεύουν την Ίσιδα και τον Όσιρι, ενώ ο αντίχειρας το παιδί τους τον Ώρο. Λόγω αυτού μάλιστα, αρκετοί είναι που συνδέουν την Χάμσα με το Μάτι του Ώρου, ακόμα ένα πολύ δυνατό αιγυπτιακό σύμβολο.

Αβρααμικές θρησκείες

Το ανοιχτό χεράκι με το μάτι στη μέση της παλάμης ονομάζεται Χάμσα, στα αραβικά σημαίνει ακριβώς πέντε δάκτυλα.

Στο Ισλάμ συναντάται με την πιο γνωστή του ονομασία «Χέρι της Φατιμά» εις τιμή της κόρης του Μωάμεθ. Ονομάζεται επίσης «Καφ» λόγω της ανοιχτής παλάμης. Το πέντε συμβολίζει του Πέντε Στύλους Τήρησης του Ισλάμ. Παρόμοια με τον αιγυπτιακό συμβολισμό, ο αντίχειρας συμβολίζει τον Μωάμεθ, ο δείκτης και ο μέσος την Φατιμά και τον σύζυγο της αντίστοιχα, ενώ τα δύο τελευταία δάχτυλα τους δυο γιούς της.

Στον Ιουδαϊσμό αποκαλείται «Χέρι της Μύριαμ» της αδελφής του Μωϋσή με παρόμοιο συμβολισμό των πέντε δακτύλων.

Τέλος, για τον Χριστιανισμό αναγνωρίζεται ως «Χέρι της Παναγίας».

Σε κάθε του μορφή ωστόσο το σύμβολο έχει την ίδια ισχύ. Είναι ένα πανίσχυρο φυλαχτό από κάθε αρνητική ενέργεια. Το σύμβολο με τα δάχτυλα ανοιχτά αποκρούει κάθε κακό, ενώ με τα δάχτυλα κλειστά φέρνει καλοτυχία.

Σήμερα

Δεν είναι δύσκολο να συνδέσουμε όλα τα παραπάνω με αυτό που λέγαμε ως παιδιά «σου κάνω καθρεφτάκι». Το καθρεφτάκι που δείχναμε ήταν ακριβώς αυτό. Σηκώναμε το χέρι μας και φέρναμε την παλάμη μας με κλειστά δάχτυλα μπροστά από αυτόν που μας κορόιδευε ή μας κακολογούσε.

Η παράδοση πανάρχαια, πράτταμε κάτι ασυναίσθητα χωρίς κάποιος από μας να γνωρίζει το γιατί. Ήταν οι γιαγιάδες μας, το ακούγαμε ως μικρά κάπου? Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι καθόλου, παρόλο που ξέρω πως το έκανα πάρα πολλές φορές.

Η γυναικεία φύση

Το σύμβολο αυτό εμπεριέχει και την γυναικεία φύση. Μη ξεχνάμε ότι το αρχέτυπο του δημιουργήθηκε σε μια περίοδο που η θηλυκή φύση και ενέργεια όχι μόνο δεν είχαν δαιμονοποιηθεί, αλλά λατρεύονταν ως θεία. Το χέρι της γυναίκας σε όλες της μητριαρχικές θρησκείες συμβολίζει ακριβώς την προσοχή, την φροντίδα, την προστασία. Είναι το μητρικό χάδι, η μητρική στοργή, η μητρική προστασία από κάθε τι κακό, γιατί η μαμά αυτό κάνει’ προστατεύει τα παιδιά της από κάθε κακό.

Έτσι ξεκινώντας από την Ιστάρ, το σύμβολο αυτό πήρε αυτήν την έννοια, η οποία έμεινε τόσο δυνατή ακόμα και στις μετέπειτα ανδροκρατούμενες θρησκείες όπως π.χ το Ισλάμ. Παρόλο που η θέση της γυναίκας είναι πολύ υποδεέστερη στο Ισλάμ, το χεράκι της Φατιμά τιμάται και θεωρείται ίσως από τα πιο ισχυρά φυλαχτά ακόμα και σήμερα. Παρόλο που είναι γυναικείο, παρόλο που εκφράζει το γυναικείο φύλο.

Μαθημένη απελπισία

Η αποτυχία είναι αναπόφευκτη, το ίδιο και τα αρνητικά γεγονότα στη ζωή. Αλλά το πώς τα διαχειριζόμαστε, καθορίζει την ανθεκτικότητά μας και τον τρόπο που προσεγγίζουμε μελλοντικούς στόχους.

Οι ψυχικά υγιείς άνθρωποι θεωρούν ότι έχουν τη δύναμη να αλλάξουν μια στρεσογόνα κατάσταση· ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Γιατί ορισμένες φορές νιώθουμε ότι κουβαλάμε για πολύ καιρό το βάρος και κουραζόμαστε. Μας φαίνεται ότι οι προσπάθειές μας δεν έχουν κάνει καμία διαφορά, οπότε παλεύαμε χωρίς αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, παραιτούμαστε με έντονη την αίσθηση της απελπισίας.

Έρευνα πάνω στη μαθημένη απελπισία έχει δείξει πως όταν οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε έλεγχο σε ό,τι συμβαίνει, τα παρατάμε και δεχόμαστε ό,τι βρεθεί στο δρόμο μας. Τι είναι όμως η μαθημένη απελπισία;

Περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1967 από τους ψυχολόγους J. Bruce Overmier και Martin E. P. Seligman. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που συμβαίνει όταν ένα άτομο αντιμετωπίζει επανειλημμένως ανεξέλεγκτες, στρεσογόνες καταστάσεις. Μετά από μια σειρά ατυχών γεγονότων, αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε αβοήθητοι και δεν προσπαθούμε πια να αλλάξουμε τίποτα. «Μαθαίνουμε» ότι δεν υπάρχουν επιλογές και συνεπώς χάνουμε τον έλεγχο που τελικά είχαμε πάνω στα πράγματα.

Η μαθημένη απελπισία κατακερματίζει την αυτοπεποίθηση και μας κάνει να χάνουμε τα κίνητρα αλλά και τις ευκαιρίες που εμφανίζονται. Το φαινόμενο έχει επίσης συσχετιστεί με κατάθλιψη, άγχος και φοβίες.

Γιατί εμφανίζεται;

Η μαθημένη απελπισία μπορεί να ξεκινήσει πολύ νωρίς στη ζωή. Για παράδειγμα, τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρυματοποιημένα περιβάλλοντα ή εκείνα με ιστορικό κακοποίησης και παραμέλησης, συχνά εμφανίζουν συμπτώματα απελπισίας.

Όταν ένα παιδί αποτυγχάνει σε μια απλή εργασία ξανά και ξανά και δεν υπάρχει κανείς δίπλα του να το ενθαρρύνει να συνεχίσει, το παιδί μπορεί να μάθει ότι δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση. Είναι πιθανό αυτή η συμπεριφορά να επιμείνει και στην ενήλικη ζωή.

Όμως, αν το άτομο δεν βιώσει κάτι τέτοιο σε νεαρή παιδική ηλικία, ένας παράγοντας που συνεισφέρει στη μαθημένη απελπισία είναι αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «επεξηγηματικός τρόπος». Πρόκειται για τον τρόπο που το άτομο αφηγείται μια εμπειρία και παίζει σημαντικό ρόλο στο να καθορίσει αν κάποιος μπορεί να επηρεαστεί από την μαθημένη απελπισία.

Για παράδειγμα τα άτομα με έναν πεσιμιστικό επεξηγηματικό τρόπο είναι πιθανότερο να την αναπτύξουν. Τείνουν να θεωρούν ότι οι καταστάσεις είναι αναπόφευκτες και συχνά παίρνουν την ευθύνη για όσα κακά τους συμβαίνουν.

Μια σειρά τραυματικών γεγονότων μπορεί επίσης να πυροδοτήσει τη μαθημένη απελπισία. Είναι φυσιολογικό να νιώθουμε ότι θέλουμε να τα παρατήσουμε όταν τα πράγματα δεν είναι καθόλου με το μέρος μας, αλλά ο βαθμός στον οποίο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βιώσει τέτοια συναισθήματα κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια κακή μέρα και σε μια κακή ζωή.

Πώς να ξεπεράσουμε τη μαθημένη απελπισία

Όπως μαρτυρά και το όνομά της, η απελπισία αποτελεί μαθημένη συμπεριφορά, οπότε τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να την ξε-μάθουμε. Αυτό ασφαλώς απαιτεί χρόνο και κόπο, αλλά τόσο η βραχυπρόθεσμη όσο και η μακροπρόθεσμη μαθημένη απελπισία μπορούν να μειωθούν.

Αυτή η συμπεριφορά μαθαίνεται μέσω συσχετίσεων και αποκρίσεων στο περιβάλλον. Έχει να κάνει με την ανταμοιβή και την τιμωρία. Αν ανταμειβόμαστε, είναι πιθανότερο να επαναλάβουμε μια συμπεριφορά και αν τιμωρούμαστε, θα προσπαθούμε να το αποφύγουμε στο μέλλον.

Αρχικά, πρέπει να ξεκινήσετε με το να θέτετε ερωτήσεις στον εαυτό σας που θα σας βοηθήσουν να αναγνωρίσετε και να αποδεχτείτε τη συμπεριφορά σας. Πότε ξεκινήσατε να νιώθετε απελπισμένοι; Ποιο είναι το βασικό ερέθισμα που συνεισφέρει στον σημερινό σας τρόπο σκέψης;

Επίσης, χρειάζεται να δώσετε προσοχή στο πώς μιλάτε στον ίδιο σας τον εαυτό. Είστε αυστηρός κριτής του ή έχετε κάποιο βαθμό αυτο-ενσυναίσθησης; Μην τον μαστιγώνετε για τα λάθη που κάνει, αλλά αναρωτηθείτε τι μπορείτε να κάνετε την επόμενη φορά για να βελτιωθείτε. Επιπροσθέτως, χρειάζεται να υιοθετήσετε ένα πιο αισιόδοξο επεξηγηματικό τρόπο. Τέλος, αν είναι αναγκαίο, αλλάξτε το περιβάλλον σας.

Μπορεί ο τόπος, η εργασία, οι άνθρωποι με τους οποίους αλληλεπιδράτε να συνεισφέρουν στη μαθημένη απελπισία. Βγείτε από την ζώνη άνεσής σας και αναζητήστε υγιέστερο περιβάλλον.

Γιατί οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό.

Βλέποντας το πρόσωπο της Ελένης στο φεγγάρι όλα έγιναν φανερά στο Θαλή. Η Ελένη ήταν η ίδια η θεά του φεγγαριού. Γι’ αυτό χανόταν και πάλι εμφανιζόταν. Γι’ αυτό κανείς ποτέ δεν την κράτησε, ούτε ακόμα κι ο Θησέας. Αυτό ήταν το μυστικό της γέννησής της. Και πώς αλλιώς; Αφού και οι δυο γονείς της ήταν αθάνατοι θεοί. Γι’ αυτό και δεν ήταν δυνατόν να την έχει ούτε ο Μενέλαος ούτε ο Πάρης. Ούτε ακόμα κι ο Θησέας, ήρωας πιο μεγάλος από τους άλλους δύο, δε στάθηκε δυνατόν να την κρατήσει κοντά του. Όμως, αυτό θα ήταν από την αρχή και για πάντα το νόημα στον πόλεμο που έγινε για χάρη της:

Ο αγώνας των ανθρώπων για το καλύτερο, για να κάνουν δικό τους το καλύτερο και χάρη σε αυτό να πάνε ψηλά, όλο και πιο ψηλά… Γιατί οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό και μέσα τους αυτά τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν, πότε πολεμώντας το ένα το άλλο και πότε συμφιλιωμένα σε γόνιμη αρμονία. Η γη τους καλεί να ζήσουν τη ζωή τους εδώ κάτω, να αδράξουν την κάθε τους ημέρα σαν να είναι η πρώτη τους και συνάμα η τελευταία τους. Ο ουρανός που έχουν μέσα τους τούς καλεί να παλέψουν για να κρατήσουν στο δικό τους κόσμο την αθάνατη ομορφιά, που μόνο στους θεούς ανήκει.

Ο Θαλής τώρα, που είχε πια αποκρυπτογραφήσει το μυστικό του τρίποδα, έβλεπε με κάπως διαφορετικό τρόπο το μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τη Μίλητο, αλλά και την Ελλάδα ολόκληρη. Εξακολουθούσε, βέβαια, να ανησυχεί για την ανεξέλεγκτη επέκταση του κράτους των Περσών, όμως ήξερε πια, χάρη σε εκείνο το μήνυμα από το παρελθόν, πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό. Και δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως που να μπορεί να σκλαβώσει τη γη, τον ουρανό.

Λιμοκτονούν ηθικά οι άνθρωποι που δεν βρίσκουν μέσα στην παιδεία τα στοιχεία που θα θρέψουν το πνεύμα τους

Cultura (Kultur) ονομάζεται στη διεθνή γλώσσα, ως εξαντικειμενικευμένο πνεύμα (objektiver
Geist), το ιστορικό περιβάλλον. Στην ελληνική μεταφράζαμε τον όρο με τη λέξη «πολιτισμός»
(πλάσμα των αρχών του 19ου αιώνα)∙ θα προτιμούσα όμως στη θέση της την αρχαία ελληνική παιδεία (που καταχρηστικά τη μεταχειριζόμαστε σήμερα για να δηλώσομε αυτό που κυριολεκτικά πρέπει να ονομάζεται εκπαίδευση—instruction).

Την παιδεία αποτελούν τα δοκιμασμένα και κατακυρωμένα από το χρόνο προϊόντα της πνευματικής παραγωγής του ανθρώπου ως όντος κατ’ εξοχήν κοινωνικού. Συγκεκριμένα:

1. Η γλώσσα και οι κανόνες της σκέψης
2. Ο μύθος και οι τύποι της λατρείας
3. Τα έθιμα του οικογενειακού βίου
4. Οι πολιτικοί θεσμοί και το δίκαιο
5. Οι μέθοδοι της εργασίας και της συναλλαγής
6. Οι καλαισθητικές και οι ηθικές αποτιμήσεις
7. Οι τρόποι της κοινωνικής συμπεριφοράς.

(Επισημαίνω τα κυριότερα στοιχεία. Η σειρά δεν είναι ένδειξη αξιολογικής προτεραιότητας).

Με το νόημα τούτο η παιδεία είναι ένα κεφάλαιο από πνευματικά αγαθά που σχηματίζεται
σιγά ‐ σιγά μέσα στην ιστορία και από την ιστορία ενός λαού (ή μιας οικογένειας λαών) και
καθώς περνάει από γενεά σε γενεά μεγαλώνει σαν τη χιονόσφαιρα, ή συμπιέζεται και φθίνει.
Στις εποχές της πνευματικής στειρότητας το κεφάλαιο τούτο, μένοντας ανεκμετάλλευτο,
φθείρεται, λιγοστεύει, χάνει ένα μικρό ή μεγάλο μέρος της αξίας του. Όταν πάλι μπαίνουν
στον ιστορικό στίβο γενεές με πνεύμα γενναίο και δημιουργικό, που όχι μόνο «παίρνουν»
από την παιδεία του λαού τους, αλλά και της «δίνουν» με τη φαντασία, την ευαισθησία, την
οξύνοια, την πρωτοβουλία τους, το κεφάλαιο πολλαπλασιάζεται, επενδύεται σε αξίες
υψηλότερου επιπέδου, και τότε είναι τυχερώτερες οι επερχόμενες γενεές, γιατί θα ζήσουν
μέσα σ’ ένα ευνοϊκότερο για την προκοπή τους πνευματικό περιβάλλον, στους κόλπους μιας
παιδείας πλουσιότερης, βαθύτερης, λεπτότερης. Είναι λοιπόν αγαθή τύχη και δώρο ακριβό
για ένα λαό, για μια γενεά, ή για ένα άτομο να διατρέξει την τροχιά της ζωής του μέσα στον
κύκλο ενός μεγάλου πολιτισμού, και δύστηνος εκείνος που ο χώρος και ο χρόνος του τον
ανάγκασαν να γίνει τρόφιμος μιας παιδείας αποτελματωμένης, φτωχής και ανάπηρης. Όπως
ένας οργανισμός αρρωσταίνει ή φυτοζωεί όταν δεν βρίσκει στο φυσικό περιβάλλον τις ουσίες
που χρειάζεται για να συντηρηθεί και να ευδοκιμήσει, έτσι και λιμοκτονούν ηθικά οι
άνθρωποι που δεν βρίσκουν μέσα στην παιδεία του τόπου και του καιρού των τα στοιχεία
που θα θρέψουν το πνεύμα τους, για να δυναμώσει και ν’ ακτινοβολήσει. Ακόμη και εκλεκτά
άτομα δεν μπορούν κατά το μέγεθός τους να λάμψουν στο θολό στερέωμα μιας
μισοσβησμένης παιδείας. Έχει και σ’ αυτή την περίπτωση εφαρμογή η παρατήρηση του
Θεμιστοκλή: ούτε ο Σίφνιος στην Αθήνα ούτε αυτός στη Σίφνο θ’ αξιωνόταν να τελέσει τα
έργα που τον εδόξασαν.

Άγιοι καταστροφείς: Άγιος Ακάκιος

Άγιοι της χριστιανοσύνης που φέρονται ως καταστροφείς του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ή των αντιπάλων τους ή και δολοφόνοι!

Ένας από τους γνωστούς ισχυρισμούς των χριστιανών απολογητών είναι ότι: "Οι χριστιανοί δεν έκαναν καταστροφές, ο ελληνικός πολιτισμός κατέπεσε από μόνος του και αν έγιναν κάποιες ελάχιστες καταστροφές από κάποιους φανατικούς· αυτό έγινε λόγω των διωγμών που υπέστησαν από τους εθνικούς". Θα δούμε αν ευσταθεί αυτός ο πολύ συχνός ισχυρισμός τους, με βάση τα δικά τους κείμενα που είναι τα συναξάρια των αγίων, από τα οποία θα δούμε αποσπάσματα καταστροφών, όπως και από την ιστορία, τι αναφέρει για όσους από αυτούς τους αγίους, έχουμε ιστορικά στοιχεία.

Τα Συναξάρια είναι οι βιογραφίες των αγίων του Χριστιανισμού, άσχετα αν περιλαμβάνουν πλήθος μυθικών και υπερφυσικών στοιχείων, ή πολλές από αυτές είναι δημιουργήματα μεταγενέστερης ανάγκης για ύπαρξη πληθώρας μαρτύρων.

Τα σχετικά με καταστροφές αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι κυρίως από την συλλογή του Άγιου Νικόδημου του Αγιορείτη. Ακολουθεί ο "σύνδεσμος 1" στο πρωτότυπο. Ο δεύτερος "σύνδεσμος 2", είναι ένα διαδομένο συναξάρι στο Διαδίκτυο, που έχει μεταφρασμένα τα κείμενα, και ίσως πληροφορίες και από άλλα συναξάρια, αλλά όπως θα διαπιστώσετε και αρκετά αλλοιωμένα. Όταν ο δεύτερος σύνδεσμος είναι σε παρένθεση, υπάρχει αλλοίωση που συνήθως σημειώνεται δίπλα του σε παρένθεση. Για τα ιστορικά πρόσωπα χρησιμοποιήθηκαν και άλλες πηγές.

Άγιος Ακάκιος (εορτάζει για την Εκκλησία στις 28 Ιουλίου).

“Eκεί δε εμβαίνωντας εις τον ναόν των ειδώλων, επρόσταξεν αυτά να πέσουν κάτω εις την γην. Όθεν ευθύς πεσόντα, εσυντρίφθησαν. Φερθείς δε εις άλλον ειδωλικόν ναόν, έκαμε και εκεί το ίδιον"
σύνδεσμος

Η αλήθεια είναι ότι τα συναξάρια είναι σε απίστευτο βαθμό μυθολογήματα και εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ως αληθή τα εξόφθαλμα θαύματα που περιέχουν, άλλο τόσο και τις ιστορίες τους. Αυτά όμως μαζί και με τις πράξεις των ιστορικών αγίων, αλλά και ότι έχουμε δει ήδη για το πως επικράτησε ο Χριστιανισμός, δείχνουν την ιδεολογία των χριστιανών διαχρονικά στο πως έβλεπαν τις άλλες θρησκείες και το μίσος τους για τις θεωρήσεις των άλλων που δεν άντεχαν, κυρίως των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν "μιαρούς", και "διεφθαρμένους". Αντικατοπτρίζουν τελικά το ποιοι κατέστρεφαν τα αρχαία ιερά, επίσης αντικατοπτρίζει τον πραγματικό λόγο που έγιναν οι σχετικά λίγοι διωγμοί των χριστιανών: Έγιναν εξαιτίας της επιθετικής τους δράσης κατά της αρχαίας θρησκείας, αφού εκείνη την εποχή και μέχρι να επικρατήσουν, υπήρχε πραγματική ανεξιθρησκεία.

Βλέπετε, για τους χριστιανούς τότε δεν εθεωρείτο κακό να καταστρέψεις τον ναό μιας άλλης θρησκείας ή τα αγάλματα της, υπήρχαν άλλωστε και οι κανόνες του Δευτερονομίου που δεν φαίνεται κανείς στον Χριστιανισμό να τους θεωρεί ως άκυρους, το αντίθετο. Υπάρχουν επίσης και οι εντολές του ίδιου του Ιησού, που είπε: ότι όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του, ότι θα φέρει διχόνοια και ότι όποιος είναι έξω από την διδασκαλία του, πρέπει να αποβληθεί και να ριφθεί στην φωτιά. Έτσι δεν μας κάνουν εντύπωση τα κατορθώματα και οι καταστροφές αγίων χριστιανών, αφού συμφωνούν και με την θεωρία του. Μια θεωρία που η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να ξεχάσει ή να συμβολοποιήσει.

Η μελέτη αυτή μπήκε για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά, ότι ο Χριστιανισμός στην ουσία του και συχνά με την πράξη του, δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη και την ειρήνη που δήθεν θέλει να μας πει, ειδικά στον τρόπο που εξαπλώθηκε. Ήταν φονταμενταλιστικός, δηλαδή επικροτούσε και εφάρμοσε την βία στους άλλους όπως κάνουν τώρα οι μουσουλμάνοι, το προβάλει αυτό σαν επίτευγμα στα κείμενα αλλά και σε εικόνες του. Έτσι εξαπλώθηκε και δυστυχώς δεν υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι δεν μπορεί να ξαναγίνει κάποια στιγμή το ίδιο.

ΔΕΣ: Άγιοι καταστροφείς

Καθοδόν προς τον κόσμο των Προσωκρατικών

Η γένεση της προσωκρατικής φιλοσοφίας

§1. Ανήκει στη μοίρα του ανθρώπου να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και να επισταθμεύει σε περιόδους, που κυοφορούν μια φωτεινή απαρχή της ανθρώπινης σκέψης, παρά και ενάντια ενίοτε στο σκοταδισμό των καιρών. Αυτό είναι εξάλλου το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας, που παρηγορεί την απαρηγόρητη, κατά τα άλλα, ανθρώπινη ζωή. Μια τέτοια περίοδος είναι εκείνη της γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας, που μας διανοίγει ολοταχώς προς την ζωοδότρα εστία της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Η τελευταία αρχίζει να αναδύεται στην ιστορική σκηνή, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ως ορθολογικός στοχασμός ορισμένων διανοητών έναντι του ασύντακτου, αλλά άκρως παντοδύναμου ακόμη μυθολογικού τρόπου σκέψης. Υπόσχεται να καθιδρύσει ένα νέο σκέπτεσθαι στη ζωή του ανθρώπου και του πολιτισμού του, που να συνδυάζει θεωρητική ερμηνεία του σύμπαντος κόσμου και πρακτική αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης του ανθρώπινου κόσμου. Γι’ αυτό και ο λόγος των προσωκρατικών διανοητών δεν εκτυλίσσεται ερήμην του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά σε συνδυασμό με πρακτικές τους συμβολές για τη θεσμική συγκρότηση της πόλεως, για τη χάραξη αποτελεσματικής πολιτικής στρατηγικής, για την αντιμετώπιση δυσοίωνων καταστάσεων, για μια στοχαστική θεώρηση του θείου κ.λπ. Πρόκειται για ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα της ιστορίας, το οποίο όμως δεν προέκυψε στιγμιαία και αιφνίδιαˑ κυοφορήθηκε καθ’ όλο τον προηγούμενο χρόνο και δέσποσε στο κέντρο της ζωής, ευθύς με την ωρίμανση όλων των υλικών και πνευματικών συνθηκών. Παρόμοιο επίτευγμα πάνω σε ελληνικό έδαφος και από αληθινούς δημιουργούς είναι και εκείνο της δημοκρατίας.

§2. Γενέθλιος τόπος της δημοκρατίας είναι η Αθήναˑ όχι όμως και της ελληνικής φιλοσοφίας. Γενέθλιος τόπος της τελευταίας, υπό τη μορφή του προσωκρατικού στοχασμού, είναι οι ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, με βασική κοιτίδα τη Μίλητο, από όπου κατάγονται οι τρεις Μιλήσιοι διανοητές: Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης. Επίσης η Κολοφώνα, πατρίδα του Ξενοφάνη, η Έφεσος (Ηράκλειτος), η Σάμος (Πυθαγόρας-Μέλισσος), οι Κλαζομενές (Αναξαγόρας) τα Άβδηρα (Λεύκιππος και Δημόκριτος) κ.α. ή ακόμη και οι εποικισμένες περιοχές της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, η Ελέα και ο Ακράγαντας (Ζήνων, Παρμενίδης, Εμπεδοκλής). Ωστόσο, η Αθήνα αναδείχτηκε, στα μετέπειτα χρόνια, σε κέντρο πνευματικών ζυμώσεων, οι οποίες δεν θα έπρεπε να αμφισβητούν τα καθιερωμένα όρια του υγιούς κοινού νου. Κάθε υπέρβαση του status της μαζικής κουλτούρας τιμωρούνταν με θάνατο ή εξορία, όπως συνέβη με τον Σωκράτη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα κ.α., και θα συνέβαινε επίσης με τον Αριστοτέλη, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, εάν δεν έφευγε από την Αθήνα. Τέτοια φαινόμενα αποτελούν ιστορικά τεκμήρια για το πώς η φιλοσοφία, χωρίς να εχθρεύεται την καθημερινότητα, είναι το ευθέως αντίθετο προς την επιδερμική, τη λεγόμενη μαζική, κουλτούρα αυτής της καθημερινότητας. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η φιλοσοφία θεωρείται για τον κοινό νου μια ανεστραμμένη Λογική. Η καλλιέργεια συνεπώς της φιλοσοφίας, πολύ περισσότερο δε η άσκησή της, εκκινεί από την αναγκαιότητα να δίνει νέα πνοή στο πνεύμα της εποχής (Zeitgeist) και να το ανυψώνει σε αυθεντικό θεωρεῖν, που σημαίνει: σε εποπτική σκέψη, σε κατανοητική ερμήνευση του πραγματικού. Εδώ έγκειται και η μεγάλη αξία του γεμάτου ελληνική ιδιοφυία συμβάντος της σκέψης, που ονομάζεται προσωκρατική φιλοσοφία.

§3. Για τον άνθρωπο, επομένως, που θέλει να φιλοσοφεί αληθινά, η φιλοσοφία δεν αποτελεί μια απλώς επαγγελματική απασχόληση, δικαιολογητική για υποχθόνιες σκοπιμότητες και ιδιοτελείς υπολογισμούς, όπως συμβαίνει κατά πολύ σήμερα με ορισμένους κηφήνες, που από καθέδρας ασχολούνται με τη φιλοσοφία ως διορισμένοι υπάλληλοι των διαφόρων κέντρων ή παράκεντρων εξουσίας, εκείνα δηλαδή που ο Σαρτρ αποκαλούσε παρακράτος. Η τάση της ελληνικής φιλοσοφίας, από τις απαρχές της ακόμη, αποβλέπει στην υπηρέτηση θεωρητικών σκοπών, στενά συνυφασμένων με πρακτικούς σκοπούς. Αυτή είναι η χαρακτηριστική κορυφογραμμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Δυνάμει αυτής της γραμμής, η φιλοσοφία επανέρχεται στην επι-φάνεια της ανθρώπινης πραγματικότητας ως αληθινή φιλοσοφία, ως η διαλεκτική ερμηνεία του κόσμου. Όπως μας λέει ο Πλάτων, ο αληθινός φιλόσοφος δεν έχει καμιά σχέση με εκείνον τον τύπο ανθρώπου, που ασωτεύει αχαλίνωτα, ενίοτε μάλιστα μεταμφιέζεται σε φιλομαθή και διαλαλεί πως τάχα του αρέσει η φιλοσοφία, την ίδια στιγμή που η «ακρόπολη της ψυχής του … είναι άδεια από γνώσεις και ωραίες ενασχολήσεις και από αληθινούς στοχασμούς» (Πολιτεία 560b). Απεναντίας, ο πραγματικός φίλος της σοφίας [=φιλό-σοφος] αντιμετωπίζει το ρεύμα της ζωής μέσα από την πιο βαθιά γνωριμία με την ιδέα του αγαθού, ώστε να αγαπά τη σοφία και να την αγαπά ολοκληρωτικά. Προς τούτο καλλιεργεί την έμφυτη ορμή της φιλομάθειας –έμφυτη σε κάθε άνθρωπο– εξευγενίζει ενθουσιαστικά την ψυχή του ως τα απώτερα ύψη και βάθη της, για να επιτύχει τελικά, σε κάποια ευλογημένη στιγμή, την πλήρη ταύτισή του με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια ταύτιση σημαίνει πως ο φιλομαθής μετουσιώνει σε ύψιστη αρχή του βίου του τη διαλεκτική και μάλιστα ως την πιο ακαταμάχητη ερμηνευτική δύναμη.

§4. Εάν λοιπόν ο Πλάτων έφτασε να συλλάβει σε μια εντελή μορφή τη διαλεκτική, είναι γιατί προηγήθηκε όλη η, κατά την ορολογία του Νίτσε, προπλατωνική, κοινώς προσωκρατική φιλοσοφία, της οποίας ο Λόγος εν γένει σμιλεύτηκε με εξόχως διαλεκτικό τρόπο, ανεξάρτητα, εάν η έννοια της διαλεκτικής δεν είχε εισαχθεί ακόμη ως αντικείμενο έρευνας. Πώς εξηγείται αυτή η διαλεκτική αφύπνιση του Λόγου, χωρίς την προ-απαιτούμενη διανοητική/φιλοσοφική προπαιδεία. Εξηγείται από το γεγονός ότι αυτή τούτη η διαλεκτική δεν αντανακλά απλώς έναν τρόπο εξωτερικής επικοινωνίας, κοινής συνομιλίας ή εμπειρικής αποτίμησης, αλλά τη βαθύτερη ουσία του ανθρωπίνως υπάρχειν. Πώς έχει αυτό το υπάρχειν στα χρόνια γένεσης της ελληνικής φιλοσοφίας; Σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής είναι ενεργές ποικίλες θεολογικές δοξασίες, όχι σπάνια με τη μορφή Θεογονιών και Κοσμογονιών, και αποτελούν την πρωταρχική ύλη για την εξήγηση της καταγωγικής αρχής των όντων. Το σύνολο σχεδόν των δοξασιών του ελληνικού κόσμου διέπεται από την παντοκρατορία του μύθου, που αποτελεί αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων, εμπνεύσεων, φαντασιακών εκλεπτύνσεων ή παρορμήσεων για υψηλή ποίηση (π.χ. Όμηρος ή Ησιοδος), για μεταφυσικές, ήτοι μυστικιστικές συλλήψεις (π.χ. Ορφισμός), ή για εξυμνήσεις του ήθους ή του θείου. Στην δομική ενδοχώρα ωστόσο του μυθολογικού πλούτου μπορεί να εντοπίσει κανείς και κάποια φιλοσοφικά προμηνύματα, που προοιωνίζονται, κατά κάποιο τρόπο, την έλευση του φιλοσοφικού στοχασμού των προσωκρατικών. Πάντως, το κύριο γνώρισμα αυτού του στοχασμού είναι η τιτάνια προσπάθεια να δώσει ορθολογικές εξηγήσεις στα φαινόμενα της φύσης και του κόσμου σε συνδυασμό πάντα και με ένα πρότυπο κοινωνικοπολιτικής ηθικής. Έτσι, όταν η προσωκρατική σκέψη εκκινεί από την ερμηνεία της φύσης, νοούμενης ως οντολογικής αρχής του κόσμου, δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με συναφή οντολογικά, γνωσιοθεωρητικά ή ηθικά προβλήματα, σχετικά με τη δημόσια ή ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, ως ζωτικών μελών της πόλεως, και να κατανοήσει την ενδότερη Λογική κίνηση της εν λόγω πραγματικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει έναν Λόγο, που ενσαρκώνει, κατά το δυνατόν, αυτή την κίνηση και αποστέργει μυθολογικές εξηγήσεις. Βέβαια, μια τέτοια δυναμική εκδίπλωση του προσωκρατικού Λόγου δεν ήταν ούτε μπορούσε να είναι ενιαίαˑ ήταν ωστόσο κατ’ εξοχήν διεισδυτική και διαλεκτική.

ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (218c-220b)

Καὶ δὴ καὶ αὐτὸς ἐγὼ πάνυ ἔχαιρον, ὥσπερ θηρευτής τις, ἔχων ἀγαπητῶς ὃ ἐθηρευόμην. κἄπειτ᾽ οὐκ οἶδ᾽ ὁπόθεν μοι ἀτοπωτάτη τις ὑποψία εἰσῆλθεν ὡς οὐκ ἀληθῆ εἴη τὰ ὡμολογημένα ἡμῖν, καὶ εὐθὺς ἀχθεσθεὶς εἶπον· Βαβαῖ, ὦ Λύσι τε καὶ Μενέξενε, κινδυνεύομεν ὄναρ πεπλουτηκέναι.
[218d] Τί μάλιστα; ἔφη ὁ Μενέξενος.
Φοβοῦμαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, μὴ ὥσπερ ἀνθρώποις ἀλαζόσιν λόγοις τισὶν τοιούτοις [ψευδέσιν] ἐντετυχήκαμεν περὶ τοῦ φίλου.
Πῶς δή; ἔφη.
Ὧδε, ἦν δ᾽ ἐγώ, σκοπῶμεν· φίλος ὃς ἂν εἴη, πότερόν ἐστίν τῳ φίλος ἢ οὔ; ―Ἀνάγκη, ἔφη. ―Πότερον οὖν οὐδενὸς ἕνεκα καὶ δι᾽ οὐδέν, ἢ ἕνεκά του καὶ διά τι; ―Ἕνεκά του καὶ διά τι. ―Πότερον φίλου ὄντος ἐκείνου τοῦ πράγματος, οὗ ἕνεκα φίλος ὁ φίλος τῷ φίλῳ, ἢ οὔτε φίλου οὔτε ἐχθροῦ; [218e] ―Οὐ πάνυ, ἔφη, ἕπομαι. ―Εἰκότως γε, ἦν δ᾽ ἐγώ· ἀλλ᾽ ὧδε ἴσως ἀκολουθήσεις, οἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ μᾶλλον εἴσομαι ὅτι λέγω. ὁ κάμνων, νυνδὴ ἔφαμεν, τοῦ ἰατροῦ φίλος· οὐχ οὕτως; ―Ναί. ―Οὐκοῦν διὰ νόσον ἕνεκα ὑγιείας τοῦ ἰατροῦ φίλος; ―Ναί. ―Ἡ δέ γε νόσος κακόν; ―Πῶς δ᾽ οὔ; ―Τί δὲ ὑγίεια; ἦν δ᾽ ἐγώ· ἀγαθὸν ἢ κακὸν ἢ οὐδέτερα; ―Ἀγαθόν, [219a] ἔφη. ―Ἐλέγομεν δ᾽ ἄρα, ὡς ἔοικεν, ὅτι τὸ σῶμα, οὔτε ἀγαθὸν οὔτε κακὸν ‹ὄν›, διὰ τὴν νόσον, τοῦτο δὲ διὰ τὸ κακόν, τῆς ἰατρικῆς φίλον ἐστίν, ἀγαθὸν δὲ ἰατρική· ἕνεκα δὲ τῆς ὑγιείας τὴν φιλίαν ἡ ἰατρικὴ ἀνῄρηται, ἡ δὲ ὑγίεια ἀγαθόν. ἦ γάρ; ―Ναί. ―Φίλον δὲ ἢ οὐ φίλον ἡ ὑγίεια; ―Φίλον. ―Ἡ δὲ νόσος ἐχθρόν. ―Πάνυ γε. ―Τὸ οὔτε κακὸν οὔτε [219b] ἀγαθὸν ἄρα διὰ τὸ κακὸν καὶ τὸ ἐχθρὸν τοῦ ἀγαθοῦ φίλον ἐστὶν ἕνεκα τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φίλου. ―Φαίνεται. ―Ἕνεκα ἄρα τοῦ φίλου ‹τοῦ φίλου› τὸ φίλον φίλον διὰ τὸ ἐχθρόν. ―Ἔοικεν.
Εἶεν, ἦν δ᾽ ἐγώ. ἐπειδὴ ἐνταῦθα ἥκομεν, ὦ παῖδες, πρόσσχωμεν τὸν νοῦν μὴ ἐξαπατηθῶμεν. ὅτι μὲν γὰρ φίλον τοῦ φίλου τὸ φίλον γέγονεν, ἐῶ χαίρειν, καὶ τοῦ ὁμοίου γε τὸ ὅμοιον φίλον γίγνεται, ὅ φαμεν ἀδύνατον εἶναι· ἀλλ᾽ ὅμως τόδε σκεψώμεθα, μὴ ἡμᾶς ἐξαπατήσῃ τὸ νῦν λεγόμενον. [219c] ἡ ἰατρική, φαμέν, ἕνεκα τῆς ὑγιείας φίλον. ―Ναί. ―Οὐκοῦν καὶ ἡ ὑγίεια φίλον; ―Πάνυ γε. ―Εἰ ἄρα φίλον, ἕνεκά του. ―Ναί. ―Φίλου γέ τινος δή, εἴπερ ἀκολουθήσει τῇ πρόσθεν ὁμολογίᾳ. ―Πάνυ γε. ―Οὐκοῦν καὶ ἐκεῖνο φίλον αὖ ἔσται ἕνεκα φίλου; ―Ναί. ―Ἆρ᾽ οὖν οὐκ ἀνάγκη ἀπειπεῖν ἡμᾶς οὕτως ἰόντας ἢ ἀφικέσθαι ἐπί τινα ἀρχήν, ἣ οὐκέτ᾽ ἐπανοίσει ἐπ᾽ ἄλλο φίλον, ἀλλ᾽ ἥξει ἐπ᾽ ἐκεῖνο ὅ ἐστιν [219d] πρῶτον φίλον, οὗ ἕνεκα καὶ τὰ ἄλλα φαμὲν πάντα φίλα εἶναι; ―Ἀνάγκη. ―Τοῦτο δή ἐστιν ὃ λέγω, μὴ ἡμᾶς τἆλλα πάντα ἃ εἴπομεν ἐκείνου ἕνεκα φίλα εἶναι, ὥσπερ εἴδωλα ἄττα ὄντα αὐτοῦ, ἐξαπατᾷ, ᾖ δ᾽ ἐκεῖνο τὸ πρῶτον, ὃ ὡς ἀληθῶς ἐστι φίλον. ἐννοήσωμεν γὰρ οὑτωσί· ὅταν τίς τι περὶ πολλοῦ ποιῆται, οἷόνπερ ἐνίοτε πατὴρ ὑὸν ἀντὶ πάντων τῶν ἄλλων χρημάτων προτιμᾷ, ὁ δὴ τοιοῦτος ἕνεκα τοῦ τὸν [219e] ὑὸν περὶ παντὸς ἡγεῖσθαι ἆρα καὶ ἄλλο τι ἂν περὶ πολλοῦ ποιοῖτο; οἷον εἰ αἰσθάνοιτο αὐτὸν κώνειον πεπωκότα, ἆρα περὶ πολλοῦ ποιοῖτ᾽ ἂν οἶνον, εἴπερ τοῦτο ἡγοῖτο τὸν ὑὸν σώσειν; ―Τί μήν; ἔφη. ―Οὐκοῦν καὶ τὸ ἀγγεῖον, ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἐνείη; ―Πάνυ γε. ―Ἆρ᾽ οὖν τότε οὐδὲν περὶ πλείονος ποιεῖται, κύλικα κεραμέαν ἢ τὸν ὑὸν τὸν αὑτοῦ, οὐδὲ τρεῖς κοτύλας οἴνου ἢ τὸν ὑόν; ἢ ὧδέ πως ἔχει· πᾶσα ἡ τοιαύτη σπουδὴ οὐκ ἐπὶ τούτοις ἐστὶν ἐσπουδασμένη, ἐπὶ τοῖς ἕνεκά του παρασκευαζομένοις, ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἐκείνῳ οὗ ἕνεκα πάντα τὰ [220a] τοιαῦτα παρασκευάζεται. οὐχ ὅτι πολλάκις λέγομεν ὡς περὶ πολλοῦ ποιούμεθα χρυσίον καὶ ἀργύριον· ἀλλὰ μὴ οὐδέν τι μᾶλλον οὕτω τό γε ἀληθὲς ἔχῃ, ἀλλ᾽ ἐκεῖνό ἐστιν ὃ περὶ παντὸς ποιούμεθα, ὃ ἂν φανῇ ὄν, ὅτου ἕνεκα καὶ χρυσίον καὶ πάντα τὰ παρασκευαζόμενα παρασκευάζεται. ἆρ᾽ οὕτως φήσομεν; ―Πάνυ γε. ―Οὐκοῦν καὶ περὶ τοῦ φίλου ὁ αὐτὸς λόγος; ὅσα γάρ φαμεν φίλα εἶναι ἡμῖν ἕνεκα φίλου [220b] τινὸς ἑτέρου, ῥήματι φαινόμεθα λέγοντες αὐτό· φίλον δὲ τῷ ὄντι κινδυνεύει ἐκεῖνο αὐτὸ εἶναι, εἰς ὃ πᾶσαι αὗται αἱ λεγόμεναι φιλίαι τελευτῶσιν. ―Κινδυνεύει οὕτως, ἔφη, ἔχειν. ―Οὐκοῦν τό γε τῷ ὄντι φίλον οὐ φίλου τινὸς ἕνεκα φίλον ἐστίν; ―Ἀληθῆ.

***
Αλλά κι εγώ είχα μεγάλη χαρά, σαν τον κυνηγό που χαίρεται γι᾽ αυτό που πάει να πιάσει. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πώς, άρχισε να περνά από το μυαλό μου μια παράξενη υποψία, ότι τα συμπεράσματα, στα οποία είχαμε καταλήξει, δεν ήταν σωστά, και τούτο με γέμισε αμέσως λύπη. Τους είπα τότε, Πω πω, Λύσι και Μενέξενε, μου φαίνεται ότι ο θησαυρός που βρήκαμε είναι άνθρακας.
[218d] Γιατί αυτό; ρώτησε ο Μενέξενος.
Φοβάμαι, είπα εγώ, ότι όσα είπαμε για το φιλικό πράγμα μοιάζουν με κούφιους ανθρώπους.
Πώς αυτό; είπε.
Ας το δούμε έτσι, είπα. Εκείνος που είναι φίλος, είναι φίλος κάτινος ή όχι; ―Αναγκαστικά, είπε. ―Ακόμη: είναι φίλος χωρίς να αποβλέπει σε τίποτε και χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος να είναι φίλος ή, απεναντίας, είναι φίλος για χάρη κάποιου σκοπού και εξαιτίας κάποιου πράγματος; ―Για χάρη κάποιου σκοπού και εξαιτίας κάποιου πράγματος. ―Εκείνο το πράγμα, που για χάρη του ο φίλος είναι φίλος του φίλου, είναι κι αυτό φιλικό ή δεν είναι ούτε φιλικό ούτε εχθρικό; [218e] ―Δεν μπορώ, είπε, να σε παρακολουθήσω. ―Φυσικά, είπα εγώ. Ίσως το καταλάβεις αν το διατυπώσω ως εξής, νομίζω άλλωστε ότι έτσι θα καταλάβω κι εγώ πιο καλά τί θέλω να πω. Τώρα δα λέγαμε ότι ο άρρωστος είναι φίλος του γιατρού· έτσι δεν είναι; ―Ναι. ―Είναι λοιπόν φίλος του γιατρού εξαιτίας κάποιας αρρώστιας και για χάρη της υγείας; ―Ναι. ―Η αρρώστια είναι κάτι κακό; ―Ασφαλώς. ―Και η υγεία; ρώτησα εγώ· είναι καλό, κακό ή ούτε το ένα ούτε το άλλο; ―Καλό, [219a] είπε. ―Λέγαμε λοιπόν, μου φαίνεται, ότι εξαιτίας της αρρώστιας, δηλαδή εξαιτίας του κακού, το σώμα, που καθαυτό δεν είναι ούτε αγαθό ούτε κακό, γίνεται φίλο της ιατρικής, η οποία είναι κάτι καλό. Κι από την άλλη μεριά ότι η ιατρική έχει κατακτήσει αυτή τη φιλία του σώματος χάρη της υγείας, που κι αυτή είναι κάτι καλό. Δεν είναι έτσι; ―Ναι. ―Και η υγεία είναι ή δεν είναι κάτι φιλικό και αγαπητό; ―Είναι. ―Η αρρώστια όμως είναι κάτι για το οποίο αισθανόμαστε απέχθεια. ―Βεβαιότατα. ―Επομένως, αυτό που δεν είναι ούτε κακό ούτε [219b] αγαθό αισθάνεται φιλία για το αγαθό εξαιτίας του κακού και του μισητού και για χάρη του αγαθού και του φιλικού. ―Είναι φανερό. ―Συνεπώς το φιλικό είναι φιλικό για χάρη του φιλικού και εξαιτίας του εχθρικού. ―Έτσι φαίνεται.
Πολύ καλά, είπα εγώ. Μια και φτάσαμε ως εδώ ας προσέξουμε, παιδιά, μην πέσουμε σε πλάνη. Καταρχήν αφήνω κατά μέρος ότι η συζήτησή μας κατέληξε στο συμπέρασμα πως το φιλικό είναι φιλικό του φιλικού — που σημαίνει δηλαδή πως ένα όμοιο πράγμα είναι φιλικό με το όμοιό του, ενώ προηγουμένως είπαμε ότι αυτό είναι αδύνατο. Ας εξετάσουμε όμως το εξής, για να μη μας παραπλανήσει αυτό που λέμε τώρα. [219c] Υποστηρίζουμε ότι η ιατρική είναι αγαπητή για χάρη της υγείας. ―Ναι. ―Αλλά η υγεία δεν είναι κι αυτή κάτι φιλικό; ―Βεβαιότατα. ―Κι αφού είναι φιλικό, θα είναι φιλικό για χάρη κάτινος άλλου. ―Ναι. ―Που κι αυτό θα είναι φιλικό, εφόσον βέβαια θα ισχύσουν όσα δεχτήκαμε προηγουμένως. ―Βεβαιότατα. ―Δεν θα είναι όμως κι εκείνο με τη σειρά του φιλικό για χάρη κάποιου άλλου φιλικού και αγαπητού πράγματος; ―Ναι. ―Δεν είναι, λοιπόν, αναγκαίο είτε να αποκάμουμε ακολουθώντας αδιάκοπα αυτόν το δρόμο είτε να καταλήξουμε σε μια πρώτη αρχή που δεν θα χρειάζεται πια να αναχθεί σε κάποιο άλλο φιλικό πράγμα, αλλά θα έχει φτάσει [219d] στο πρωταρχικά φιλικό, σ᾽ αυτό που για χάρη του είναι φιλικά όλα εκείνα τα άλλα, στα οποία δώσαμε αυτό το χαρακτηρισμό; ―Κατανάγκη. ―Αυτό ακριβώς λέω: Φοβάμαι, δηλαδή μήπως όλα τα άλλα που για χάρη εκείνου τα χαρακτηρίσαμε αγαπητά και φιλικά, καθώς είναι κάτι σαν απεικονίσεις και ομοιώματά του, μας εξαπατούν, ενώ στην πραγματικότητα αληθινά φιλικό και αγαπητό είναι εκείνο, το πρωταρχικό. Ας δούμε το ζήτημα από την εξής πλευρά: Όταν κάποιος αποδίδει μεγάλη σημασία σε κάτι, όπως λ.χ. συμβαίνει καμιά φορά με έναν πατέρα, για τον οποίο τίποτε απολύτως δεν είναι τόσο σημαντικό όσο το παιδί του. Δεν είναι δυνατό ο πατέρας αυτός να θεωρήσει πολύ σημαντικό και κάτι άλλο, [219e] ακριβώς επειδή το παιδί του είναι γι᾽ αυτόν το παν; Αν λ.χ. έβλεπε ότι ο γιος του είχε πιει κώνειο, άραγε δεν θα θεωρούσε πολύτιμο το κρασί, εφόσον πίστευε ότι το κρασί θα σώσει το παιδί του; ―Ασφαλώς, είπε. ―Και δεν θα γινόταν το ίδιο και με το κύπελλο, στο οποίο θα ήταν το κρασί; ―Βέβαια, είπε. ―Σ᾽ αυτή την περίπτωση, λοιπόν, δεν θα έκανε καμία διάκριση ανάμεσα σ᾽ ένα πήλινο ποτήρι και στο γιο του, ή ανάμεσα σε μια μικρή ποσότητα κρασιού και στο γιο του; Ή μήπως το πράγμα έχει ως εξής: όλη αυτή η εκτίμηση δεν απευθύνεται στα πράγματα που γίνονται για χάρη κάτινος άλλου, αλλά σ᾽ εκείνο ακριβώς το άλλο που για χάρη του [220a] γίνονται όλα αυτά. Και λέμε, βέβαια, συχνά ότι αποδίδουμε πολλή αξία στο χρυσάφι ή στο ασήμι, ίσως όμως τούτο δεν είναι αλήθεια, αλλά ουσιαστικά πάνω απ᾽ όλα τα άλλα βάζουμε εκείνο —οτιδήποτε κι αν είναι αυτό— για χάρη του οποίου χρησιμοποιούμε και το χρυσάφι και όλα τα άλλα αντικείμενα. Συμφωνούμε; ―Και πολύ μάλιστα. ―Δεν μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι το ίδιο ισχύει και για τη φιλία; Όταν, δηλαδή, λέμε ότι ένα πράγμα μάς είναι αγαπητό και φιλικό για χάρη κάποιου άλλου πράγματος [220b] που κι αυτό είναι αγαπητό, φαίνεται ότι τούτο είναι μόνο και μόνο τρόπος του λέγειν· γιατί αληθινά φιλικό και αγαπητό φαίνεται ότι είναι αποκλειστικά εκείνο, στο οποίο καταλήγουν όλες αυτές οι ας τις πούμε φιλίες. ―Φαίνεται, είπε, ότι έτσι είναι. ―Συνεπώς το αληθινό αγαπητό και φιλικό δεν είναι αγαπητό για χάρη κάποιου άλλου αγαπητού πράγματος. ―Σωστά.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (843-873)

ΛΥΤΤΑ
ἐξ εὐγενοῦς μὲν πατρὸς ἔκ τε μητέρος
πέφυκα, Νυκτὸς Οὐρανοῦ τ᾽ ἀφ᾽ αἵματος·
845 †τιμάς τ᾽ ἔχω τάσδ᾽ οὐκ ἀγασθῆναι φίλοις†
οὐδ᾽ ἥδομαι φοιτῶσ᾽ ἐπ᾽ ἀνθρώπων φίλους.
παραινέσαι δέ, πρὶν σφαλεῖσαν εἰσιδεῖν,
Ἥραι θέλω σοί τ᾽, ἢν πίθησθ᾽ ἐμοῖς λόγοις.
ἁνὴρ ὅδ᾽ οὐκ ἄσημος οὔτ᾽ ἐπὶ χθονὶ
850 οὔτ᾽ ἐν θεοῖσιν, οὗ σύ μ᾽ ἐσπέμπεις δόμους·
ἄβατον δὲ χώραν καὶ θάλασσαν ἀγρίαν
ἐξημερώσας θεῶν ἀνέστησεν μόνος
τιμὰς πιτνούσας ἀνοσίων ἀνδρῶν ὕπο.
ὥστ᾽ οὐ παραινῶ μεγάλα βουλεῦσαι κακά.
855 ΙΡ. μὴ σὺ νουθέτει τά θ᾽ Ἥρας κἀμὰ μηχανήματα.
ΛΥ. ἐς τὸ λῶιον ἐμβιβάζω σ᾽ ἴχνος ἀντὶ τοῦ κακοῦ.
ΙΡ. οὐχὶ σωφρονεῖν γ᾽ ἔπεμψε δεῦρό σ᾽ ἡ Διὸς δάμαρ.
ΛΥ. Ἥλιον μαρτυρόμεσθα δρῶσ᾽ ἃ δρᾶν οὐ βούλομαι.
εἰ δὲ δή μ᾽ Ἥραι θ᾽ ὑπουργεῖν σοί τ᾽ ἀναγκαίως ἔχει,
860 τάχος ἐπιρροιβδεῖν ὁμαρτεῖν θ᾽ ὡς κυνηγέτηι κύνας.
εἶμί γ᾽· οὔτε πόντος οὕτω κύμασι στένων λάβρος
οὔτε γῆς σεισμὸς κεραυνοῦ τ᾽ οἶστρος ὠδῖνας πνέων
οἷ᾽ ἐγὼ στάδια δραμοῦμαι στέρνον εἰς Ἡρακλέους·
καὶ καταρρήξω μέλαθρα καὶ δόμους ἐπεμβαλῶ,
865 τέκν᾽ ἀποκτείνασα πρῶτον· ὁ δὲ κανὼν οὐκ εἴσεται
παῖδας οὓς ἔτικτεν ἐναρών, πρὶν ἂν ἐμὰς λύσσας ἀφῆι.
ἢν ἰδού· καὶ δὴ τινάσσει κρᾶτα βαλβίδων ἄπο
καὶ διαστρόφους ἑλίσσει σῖγα γοργωποὺς κόρας,
ἀμπνοὰς δ᾽ οὐ σωφρονίζει, ταῦρος ὣς ἐς ἐμβολήν,
870 δεινὰ μυκᾶται δέ. Κῆρας ἀνακαλῶ τὰς Ταρτάρου
τάχα σ᾽ ἐγὼ μᾶλλον χορεύσω καὶ καταυλήσω φόβωι.
στεῖχ᾽ ἐς Οὔλυμπον πεδαίρουσ᾽, Ἶρι, γενναῖον πόδα·
ἐς δόμους δ᾽ ἡμεῖς ἄφαντοι δυσόμεσθ᾽ Ἡρακλέους.

***
ΛΥΤΤΑΕγώ από σόι γεννήθηκα πατρός και μάνας,
απ᾽ της Νυχτός και τ᾽ Ουρανού το ευγενικό αίμα·
κι είναι τιμή μου να μη μ᾽ αγαπούν οι φίλοι
κι όντας με τους ανθρώπους δεν ευχαριστιέμαι.
Και θέλω εσένα και την Ήρα να ορμηνέψω,
πριν να ιδώ να σφάλετε, κι αν θέτε, πεισθείτε.
Ο άντρας αυτός δεν είναι ασήμαντος στη γη ούτε
850 μέσα στους θεούς, που εις το παλάτι του με στέλνεις·
μα την απάτητη τη γη και τα πελάγη
τ᾽ άγρια μερώνοντας, των θεών σήκωσε μόνος
τις τιμές που έπεφταν από ασεβείς ανθρώπους.
ΙΡΙ. Το τί θα κάν᾽ η Ήρα κι εγώ, συ μη μας τ᾽ ορμηνεύεις!
ΛΥΤ. Σε φέρνω στον καλύτερον, αντίς στον κακό, δρόμο.
ΙΡΙ. Του Δία δεν σ᾽ έστειλε η γυναίκα εδώ για φρονιμάδα.
ΛΥΤ. Ας μου είναι ο Ήλιος μάρτυρας πως κάμν᾽ ό,τι δεν θέλω,
κι αν να δουλεύω σας ανάγκ᾽ είναι και ν᾽ ακλουθάω
860 γοργά καθώς τον κυνηγόν οι σκύλοι του, θα τρέξω·
ούτε το λάβρο πέλαο, που εις την τρικυμιά στενάζει,
κι ούτε σεισμός της γης κι ορμή του κεραυνού, που πνέει
πόνους, δεν τρέχουν όσο εγώ μες στου Ηρακλή το στήθος·
θεν᾽ αλωνίσω και θενα γκρεμίσω το παλάτι
σκοτώνοντας τα τέκνα του πρώτα· και δεν θα νιώσει
τη γέννα του πως θανατώνει, πριν τη λύσσ᾽ αφήσει.
Και νά! τινάζει το κεφάλι πα στις κλειδωσές του
και γουρλωμένα, σιωπηλός, τα μάτια γοργοστρέφει
και σαν ταύρος στο πάλαιμα πληθαίνει την ανάσα
870 και προσκαλεί μουγκρίζοντας τις Μοίρες του θανάτου.
Τώρα θα σε χορέψω εγώ πλιότερο με τον φόβο.
Φέρε, Ίριδα, στον Όλυμπο το ευγενικό σου πόδι·
κι εγώ άφαντη θα βυθιστώ μες στου Ηρακλή το δώμα.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της πρώιμης κλασικής εποχής

4.3.2. Το «παιδί του Κριτίου», ο «ξανθός έφηβος» και η εμφάνιση του contrapposto

Ανάμεσα στα πολυάριθμα γλυπτά που έφεραν στο φως οι ανασκαφές στην Ακρόπολη της Αθήνας, ένα από τα σημαντικότερα για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης είναι το άγαλμα ενός όρθιου γυμνού αγοριού που επικράτησε να αποκαλείται «παιδί του Κριτίου». Η ονομασία αυτή οφείλεται στην ομοιότητα των χαρακτηριστικών του προσώπου του με εκείνα του αγάλματος του νεότερου από τους Τυραννοκτόνους, του Αρμόδιου, που κάνει πολύ πιθανή την απόδοση του αγάλματος στον Κρίτιο, έναν από τους δύο δημιουργούς των Τυραννοκτόνων, που πρότεινε ο Γερμανός αρχαιολόγος Adolf Furtwängler. Το «παιδί του Κριτίου» στηρίζει το σώμα του στο αριστερό σκέλος (το στάσιμο), ενώ το δεξιό (το άνετο) πατάει χαλαρά στο έδαφος και λυγίζει ελαφρά στο γόνατο. Οι ώμοι δεν είναι οριζόντιοι και η δεξιά πλευρά του σώματος προβάλλει ελαφρά προς τα εμπρός, ακολουθώντας την κίνηση του δεξιού χεριού, που κρατούσε πιθανότατα μια φιάλη και την πρότεινε για να προσφέρει σπονδή. Είναι δύσκολο να πούμε αν ο νέος στέκεται ή βαδίζει· στην πραγματικότητα η στάση του σώματός του δείχνει ότι είναι έτοιμος να κινηθεί, ανασηκώνοντας το δεξιό σκέλος και προτείνοντας το δεξί χέρι.
 
Το στήσιμο των ανθρώπινων μορφών που αντιπαραθέτει μια σταθερή και μια χαλαρή πλευρά του σώματος, δηλώνοντας έτσι τη δυνατότητα για κίνηση, λέγεται (με έναν όρο δανεισμένο από τη γλώσσα της ιταλικής Αναγέννησης) contrapposto και χαρακτηρίζει την αρχαία ελληνική τέχνη από το 480 π.Χ. και έπειτα. Το «παιδί του Κριτίου» χρονολογείται πιθανόν λίγο μετά το 480 π.Χ.
 
Λίγο παλαιότερο είναι ένα κεφάλι νέου από την Ακρόπολη της Αθήνας, που ονομάζεται «ξανθός έφηβος», επειδή στα μαλλιά του σώζονται ίχνη κόκκινου χρώματος. Το κεφάλι αυτό παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με την κόρη που αφιέρωσε ο Ευθύδικος γύρω στο 490 π.Χ. καθώς και με το κεφάλι του Ερμή στον θαυμάσιο αμφορέα του «ζωγράφου του Βερολίνου», που τοποθετείται, όπως είδαμε, στα ίδια χρόνια. Από το άγαλμα στο οποίο ανήκε το κεφάλι του «ξανθού εφήβου» σώζεται ένα κομμάτι από την περιοχή του ισχίου. Οι ασυμμετρίες και η ελαφρά κεκλιμένη θέση των γλουτών δείχνουν ότι το άγαλμα αυτό ήταν όρθιο, αλλά όχι στο εικονογραφικό σχήμα του κούρου, μετωπικό και με ελαφρά προτεταμένο το αριστερό σκέλος. αλλά με στάσιμο και άνετο σκέλος, δηλαδή σε contrapposto, όπως το «παιδί του Κριτίου». Επομένως, ο νέος αυτός τρόπος στησίματος των ανθρώπινων μορφών εμφανίστηκε στην πλαστική κατά την πρώτη εικοσαετία του 5ου αιώνα. Το ίδιο στήσιμο το συναντούμε άλλωστε, όπως είδαμε, και σε αγγειογραφίες του «ζωγράφου του Βερολίνου» και του «ζωγράφου του Κλεοφράδη», που χρονολογούνται στην ίδια περίοδο.

Μαθητεύοντας στον πόνο

«Κυρία μου, μπορώ να καθίσω στο κέντρο της καρδιάς σας;» είπε ο Πόνος στέκοντας επιβλητικά μπροστά της.

«Δεν είχα ποτέ κάτι μαζί σας, ούτε και με κανέναν άλλον άλλωστε. Πώς μπορώ να σας διώξω; Παρακαλώ περάστε!» του απάντησε η Αγάπη κι ας ήξερε ποιες θα ’ταν οι συνέπειες.

Ο Πόνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

«Είναι αλήθεια πως πάντα ήμουν καλοδεχούμενος από ’σας κυρία μου, σ’ αντίθεση με τους περισσότερους που με πετούν σαν κλωτσοσκούφι μόλις με δουν να πλησιάζω», της είπε.

«Έλα, θρονιάσου εδώ κι άπλωσε τα χέρια σου στην ψυχή μου, όπως κάνεις κάθε φορά που μ’ επισκέπτεσαι. Εσύ, Πόνε, μ’ έμαθες πολλά και με δυνάμωσες κι ας πληρώνω κάθε μάθημα που μου δίνεις με το αίμα της καρδιάς μου.

Μείνε αφού το θέλεις, δε θα σε διώξω. Μα ξέρεις τις αντοχές μου, ελπίζω να μην τις ξεπεράσεις. Κοίτα με! Τώρα πια είμαι ολομόναχη, χωρίς τα παιδιά μου, χωρίς τους ανθρώπους που αγαπώ. Όλοι αυτοί που ευεργέτησα κάποτε, τώρα είναι εναντίον μου.

Μείνε, μα πρόσεχε να ’ναι ελαφρύ το χτύπημα, μη με λυγίσεις πάλι», είπε η Αγάπη και έσκυψε ταπεινά το κεφάλι.

Ο Πόνος με μια δρασκελιά βρέθηκε όσο πιο κοντά της μπορούσε και την κοίταξε κατάματα.

«Ξέρεις πως η δουλειά μου είναι να οργώνω τις ακαλλιέργητες ψυχές των ανθρώπων και ξέρω καλά πως ψυχές σαν και τη δική σου μετά από βαθύ όργωμα δίνουν πλούσιο τον καρπό. Γι’ αυτό θα μείνω εδώ όσο περισσότερο καιρό γίνεται και θα χαράξω τις γραμμές μου όσο πιο βαθιά μπορώ», της δήλωσε ο Πόνος.

Η Αγάπη υποκλίθηκε με σεβασμό και αρνούμενη να ζητήσει χάρη, του άνοιξε τη θύρα της ψυχής της να περάσει. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά.

Παντού σκοτάδι και ησυχία και μόνος σύντροφός της πια ο Πόνος. Καμιά στάση άμυνας δεν πήρε. Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια, ξέροντας καλά και οι δύο τι θα γινόταν στη συνέχεια.

Ο Πόνος την άρπαξε με δύναμη, τα δάχτυλα του σχηματίστηκαν στο άσπρο της δέρμα και με βία την έσπρωξε καταγής. Η Αγάπη ακολουθώντας τις προσταγές του βλέμματός του, έμεινε ακίνητη και αφέθηκε στα χέρια του δεχόμενη βουβά κάθε βάναυσο άγγιγμά του.

Ο Πόνος καθόλου δε συμμερίστηκε τα λόγια της και κάθε φορά που την ακουμπούσε την πονούσε όλο και πιο πολύ.

«Πονάς;» την ρώτησε κάποια στιγμή.

«Πονάω, μα όχι για εμένα, όχι για την κακία, μήτε για τη λησμονιά απ’ τους δικούς μου ανθρώπους. Πονάω για εκείνους, για τον δρόμο που αποφάσισαν να διαβούν, γιατί είναι αδιέξοδος και σκοτεινός», του απάντησε και βυθίστηκε και πάλι στη σιωπή.

Ο Πόνος ακούγοντας όσα του είπε, έπιασε να την σφίγγει ακόμη πιο πολύ αποφασισμένος να γίνει ένα μαζί της. Την ήθελε τόσο! Τη λαχταρούσε εδώ και καιρό και τώρα δε θα έχανε την ευκαιρία να περπατήσει σε κάθε μονοπάτι της ψυχής της, αφήνοντας παντού τ’ αποτυπώματά του.

Η ανάσα της κοβόταν σε κάθε του χτύπημα. Προσπαθούσε να εισπνεύσει, να πάρει δύναμη για ν’ αντέξει το επόμενο χτύπημά του, μα δεν προλάβαινε.

«Δεν αντέχω άλλο», ξεστόμισε ξέπνοα και ξεψυχισμένα κάποια στιγμή νιώθοντας όλες τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. «Είμαστε ένα χτύπημα πριν το τέλος», της είπε, «αντέχεις κι ας μην το ξέρεις. Εγώ το ξέρω.

Το ξέρω πολύ καλά. Σ’ έχω δοκιμάσει τόσες φορές. Αυτή τη φορά όμως θα γίνεις δική μου! Ολόδική μου!»

Το πρόσωπό του ήταν αναψοκοκκινισμένο και με δύναμη της έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Έπειτα, ανασηκώθηκε παραμένοντας από πάνω της για να καμαρώσει την ολοκλήρωση του έργου του. Την κοίταζε να κείτεται χάμω αιμόφυρτη με ξεσκισμένη την ψυχή. Το απαίσιο, όλο ευχαρίστηση γέλιο του απλώθηκε σ’ όλο το δάσος.

Σε λίγο ακούστηκαν τα βιαστικά βήματα των αστεριών που κατατρομαγμένα έτρεξαν να δουν τι γίνεται.

Η επιστήμη του αφηγήματος

Αναγνωρίζουμε αμέσως μια καλή ιστορία. Η επιστήμη έχει αρχίσει να μας εξηγεί με ποιο τρόπο συμβαίνει αυτό.

Τις ιστορίες τις αφηγούμαστε με το σώμα

Αυτό αρχικά μοιάζει παράδοξο. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι οι ιστορίες αναβλύζουν από τη συνειδητότητα – από τα όνειρα ή τις φαντασιώσεις και μέσω των λέξεων ή των εικόνων, ταξιδεύουν στο μυαλό των άλλων ανθρώπων. Θεωρούμε πως βρίσκονται εκτός του σώματός μας, μέσα σε κάποιες σελίδες ή σε μια οθόνη και όχι κάτω από το δέρμα μας. Και όμως τις ιστορίες, τις νιώθουμε. Αναγνωρίζουμε άμεσα μια καλή ιστορία και η επιστήμη έχει αρχίσει να κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει αυτό. Το βίωμα μιας ιστορίας τροποποιεί τις νευροχημικές μας διεργασίες κι έτσι οι ιστορίες είναι ένας ισχυρός παράγοντας διαμόρφωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με αυτό τον τρόπο, οι ιστορίες δεν είναι απλά εργαλεία σύνδεσης και ψυχαγωγίας, αλλά και ελέγχου.

Δεν χρειαζόμαστε την αφηγηματολογία για να πούμε μια ιστορία. Ωστόσο, χρειαζόμαστε την επιστήμη αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις απαρχές του ενστίκτου της αφήγησης και τον τρόπο με τον οποίο τα παραμύθια διαμορφώνουν τις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά, συχνά σε υποουδικό επίπεδο συνειδητότητας. Όπως θα συζητήσουμε, η επιστήμη μπορεί να μας βοηθήσει να προστατευόμαστε από έναν κόσμο όπου καθένας μπορεί να μας εκνευρίσει με τις ιστορίες που λέει.

Γροθιά στο στομάχι

Φανταστείτε την προσοχή σας ως προβολέα. Όταν κάποιος σας αφηγείται μια ιστορία, αποπειράται να ελέγξει αυτό τον προβολέα. Σας χειρίζεται. Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα διαρκώς. Προσπαθείτε να κρατήσετε αμείωτη την προσοχή των συναδέλφων σας κατά τη διάρκεια του καφέ, εγώ προσπαθώ αυτή τη στιγμή να διατηρήσω την προσοχή σας καθώς σας μιλάω για την επιστήμη της αφηγηματολογίας. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι να διεκδικήσετε τον προβολέα της προσοχής των άλλων ανθρώπων και όλοι συνδέονται ενστικτωδώς ή εμπρόθετα με θεμελιώδεις ενορμήσεις των ανθρώπων. Για παράδειγμα, δείτε εδώ μια πολύ σύντομη ιστορία που αποδίδεται στον Έρνεστ Χεμινγουεϊ: “Πωλούνται: Παιδικά παπούτσια, εντελώς αφόρετα.”

Πώς σας κάνει να αισθάνεστε αυτή η φράση; Όταν πρωτοσυνάντησα αυτό το αφήγημα ως προπτυχιακός φοιτητής μου τράβηξε αμέσως την προσοχή. Κι όταν μια ανάσα αργότερα συνειδητοποίησα τη σημασία της, ένιωσα σαν να με είχαν χτυπήσει στο στομάχι. Το αφήγημα αυτό είναι αποτελεσματικό γιατί πυροδοτεί τη φυσική μας τάση να εστιάζουμε στα αρνητικά, να συγκεντρωνόμαστε στα δύσκολα, απειλητικά και επικίνδυνα γεγονότα της ζωής. Ενεργοποιεί το φόβο και την απελπισία που θα νιώθαμε αν πέθαινε το δικό μας παιδί, ακόμα και αν δεν έχουμε γίνει ακόμα γονείς.

Είμαστε εξαιρετικά καλοί στο να εστιάζουμε την προσοχή μας σε οτιδήποτε μπορεί να βλάψει εμάς ή τα παιδιά μας. Τι συμβαίνει στο σώμα μας όταν συγκεντρωνόμαστε σε κάτι απειλητικό; Αγχωνόμαστε. Τι είναι το άγχος; Είναι ένα φυσικό εργαλείο με το οποίο μας προίκισε η φύση για να επιβιώνουμε ακόμα και όταν μας επιτίθενται λιοντάρια – με άλλα λόγια το άγχος κινητοποιεί τα λειτουργικά συστήματα του σώματος έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά μια άμεση απειλή. Τα επίπεδα αδρεναλίνης ανεβαίνουν και το σώμα μας απελευθερώνει κορτιζόλη, ακονίζοντας την αντίληψή μας και πολλαπλασιάζοντας τη δύναμη και την ταχύτητά μας.

Ωστόσο, αντίθετα με άλλα ζώα, οι άνθρωποι έχουν το πλεονέκτημα και ταυτόχρονα το μειονέκτημα να είναι επιρρεπείς στο άγχος ακόμα και όταν δεν αντιμετωπίζουν κάποια άμεση απειλή κατά της σωματικής τους ακεραιότητας. Αυτό συμβαίνει όταν αφηγούμαστε ιστορίες στον εαυτό μας αλλά και στους άλλους ανθρώπους. Είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουμε στη διάθεσή μας για να επικοινωνήσουμε πιθανές απειλές σε άλλους ανθρώπους και να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο να προετοιμαστεί κατάλληλα για να υπερκεράσει αυτά τα εμπόδια.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν θα αντιμετωπίσουμε ποτέ ένα λιοντάρι στην πραγματικότητα, όμως στις ιστορίες που αφηγούμαστε ο ένας στον άλλο μετατρέπουμε τα λιοντάρια σε ισχυρά σύμβολα ενός όμορφου θανάτου. Αυτή είναι η ουσία πολλών ιστοριών: Να αντιμετωπίσουμε και να ξεπεράσουμε κινδύνους και δυσκολίες που επανέρχονται, επιμένουν, πολλαπλασιάζονται και μεταλλάσσονται στο μυαλό μας και σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν μεταφορές για πιο άμεσους κινδύνους. Όπως γράφει ο Neil Gaiman στο μυθιστόρημά του Coraline: «Τα παραμύθια είναι περισσότερο από αληθινά: Όχι επειδή μας λένε ότι οι δράκοι υπάρχουν στην πραγματικότητα, αλλά επειδή μας λένε ότι μπορούμε να τους νικήσουμε».

Όταν κάποιος ξεκινά μια ιστορία με ένα δράκο, ενεργοποιεί τους μηχανισμούς άγχους των ακροατών του ανεξάρτητα από το αν αυτή ήταν η αρχική του πρόθεση. Μας ελκύουν οι αγωνιώδεις αφηγήσεις επειδή φοβόμαστε διαρκώς ότι μπορούν να συμβούν σε μας, όποιες και αν είναι αυτές και χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας για να εξετάσουμε πιθανούς τρόπους να αντιμετωπίσουμε κάθε είδους απειλής που ενδέχεται να προκύψει στη ζωή μας από οικογενειακές διαμάχες, ως απολύσεις ή και εγκληματικές ενέργειες.

Δεν χρειαζόμαστε απαραιτήτως δράκους για να τραβήξουμε την προσοχή των άλλων, σωστά; Στην αρχή του πρώτου βιβλίου της σειράς βιβλίων Harry Potter από την J.K Rowling, μας συστήνεται ένα έκθετο βρέφος που βρίσκεται σε κίνδυνο. Ενστικτωδώς τασσόμαστε υπέρ του «αγοριού που επέζησε» επειδή είναι τόσο εύθραυστος στην αρχή της ιστορίας. Οι περισσότερες ταινίες της σειράς Star Wars ακολουθούν μια άλλη προσέγγιση προσπαθώντας να μας εμπνεύσουν δέος – το συναίσθημα που νιώθουμε όταν συναντάμε κάτι τόσο απέραντο που δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αμέσως – γεγονός που σύμφωνα με έρευνες οδηγεί σε συμπεριφορές που σχετίζονται με την περιέργεια και την ανάγκη των ανθρώπων να στρέφονται στους άλλους για να πάρουν απαντήσεις.

Με ποιο τρόπο εκτυλίσσονται οι ιστορίες στο σώμα μας;

Ενώ οι συγγραφείς αιχμαλωτίζουν την προσοχή μας με διαφορετικούς τρόπους, αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί ο κακός της ιστορίας και η πλοκή θα εξελιχθεί σε σύγκρουση. Το βιβλίο «Ο Χάρι Πότερ και η φιλοσοφική λίθος» αρχίζει μεν τρυφερά, αλλά ο Λόρδος Βόλντεμορτ καραδοκεί. Καθώς η δράση κορυφώνεται και η κοινωνία των μάγων ετοιμάζεται για εμφύλιο πόλεμο, η προσοχή μας εντείνεται και το σώμα μας εκκρίνει περισσότερη κορτιζόλη. Αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, χάνουμε το ενδιαφέρον μας και η προσοχή μας στρέφεται αλλού. Δεν αρκεί όμως η κορτιζόλη για να κρατήσει τα σώματά μας συνδεδεμένα με μια αφήγηση. Οι συγκρούσεις της σειράς των βιβλίων Harry Potter και των κινηματογραφικών ταινιών Star Wars τραβούν την προσοχή μας και η σκηνογραφία προκαλεί θαυμασμό και δέος αλλά αυτά δεν επαρκούν αν δεν περιλαμβάνουν ήρωες που να μας ενδιαφέρουν. Η προσοχή μας φθίνει και αποσύρεται.

Καθώς παρακολουθούμε την αλληλεπίδραση των χαρακτήρων της μυθοπλασίας, τα σώματά μας τείνουν να απελευθερώνουν ένα νευροπεπτίδιο που ονομάζεται οξυτοκίνη, το οποίο οι επιστήμονες εντόπισαν αρχικά στις θηλάζουσες μητέρες. Η οξυτοκίνη έχει βρεθεί παρούσα επανειλημμένως σε έρευνες για τη σχέση ανάμεσα στα ζευγάρια και στους δεσμούς που συνδέουν τις ομάδες. Φαίνεται πως την συναντάμε όταν οι άνθρωποι προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο ή ακόμα και όταν φαντάζονται ότι είναι κοντά. Αυτός είναι ο λόγος που οι αφηγήσεις πυροδοτούν την παραγωγή οξυτοκίνης: Όταν η πριγκίπισσα Leia εκμυστηρεύεται στον Han Solo τον έρωτά της στην ταινία «Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται», το σώμα μας απελευθερώνει σίγουρα οξυτοκίνη σε ανιχνεύσιμο επίπεδο.

Αυτό δεν είναι το μόνο που συμβαίνει καθώς εμπλεκόμαστε με μια αφήγηση και τους χαρακτήρες της. Η εγκεφαλική δραστηριότητα εκείνων που αφηγούνται μια ιστορία και εκείνων που την απολαμβάνουν τείνει να συντονίζεται χάρις στους καθρεπτικούς νευρώνες, τα κύτταρα που «παίρνουν φωτιά» όχι μόνον όταν κάνουμε κάποια πράξη αλλά και όταν παρατηρούμε κάποιον άλλο να την κάνει. Καθώς βυθιζόμαστε μέσα σε μια αφήγηση, τα στοιχεία της αφήγησης μοιάζουν να συμβαίνουν στα αλήθεια, στο σώμα μας. Ο αφηγητής περιγράφει ένα γευστικότατο γεύμα και ο ακροατής αρχίζει να το λιγουρεύεται. Όταν οι ήρωες της αφήγησης είναι θλιμμένοι, ενεργοποιείται ο προμετωπιαίος λοβός του ακροατή ή του θεατή και έτσι αισθάνεται θλίψη και εκείνος.

Καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή, ο καλός αφηγητής εμπλέκει τους χαρακτήρες που μας ενδιαφέρουν σε σύγκρουση με τον εχθρό. Οι παλάμες μας ιδρώνουν, αρπάζουμε το χέρι του διπλανού μας – που είναι πολύ πιθανό να έχει την ίδια αντίδραση με εμάς. Αισθανόμαστε ένταση στον αυχένα. Το σώμα μας προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει κάποια απειλή, που όμως είναι εντελώς φανταστική. Τότε συμβαίνει το θαύμα της αφήγησης: Καθώς η κορτιζόλη, η ορμόνη που ενισχύει την συγκέντρωση αναμειγνύεται με την οξυτοκίνη, την ορμόνη της φροντίδας, βιώνουμε ένα φαινόμενο που ονομάζεται «μεταφορά». Η μεταφορά συμβαίνει όταν η συγκέντρωση και η αγωνία ενώνονται με το αίσθημα της συμπόνιας.

Με άλλα λόγια έχουμε απορροφηθεί. Για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η αφήγηση, το πεπρωμένο μας διαπλέκεται με αυτό των φανταστικών χαρακτήρων που παρακολουθούμε. Αν η ιστορία έχει καλό τέλος, ενεργοποιείται το λεμφικό σύστημα και το κέντρο αμοιβής του εγκεφάλου δίνει εντολή να απελευθερωθεί η ορμόνη ντοπαμίνη. Μπορεί να πλημμυρίσουμε με το αίσθημα της αισιοδοξίας, εκείνο ακριβώς που βιώνουν και οι χαρακτήρες στο χαρτί ή στην οθόνη.

Που τελειώνουμε εμείς και που αρχίζει η ιστορία;

Με τις πιο έντονες, τις καθηλωτικές ιστορίες, είναι δύσκολο να προσδιοριστούν τα όρια.

Οι ιστορίες ενώνουν τους ανθρώπους

Για ποιο λόγο η εξέλιξη μας έδωσε αυτή τη δυνατότητα; Γιατί η φύση μας έκανε να επιθυμούμε την εμβύθιση στις ιστορίες και έκανε την μεταφορά τόσο απολαυστική; Έχω ήδη προτείνει ένα μέρος της απάντησης: έχουμε ανάγκη να γνωρίζουμε σχετικά με τα προβλήματα και την επίλυσή τους, ώστε να βελτιώσουμε τους όρους επιβίωσης μας τόσο ατομικά όσο και ως είδος. Αν οι χαρακτήρες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα, δεν υπάρχει ιστορία.

Αλλά ενδέχεται να υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι η διαδικασία της μεταφοράς στην πλοκή της αφήγησης αυξάνει τα επίπεδα της ενσυναίσθησής μας στην πραγματική ζωή. Έρευνες που δημοσιεύτηκαν το 2013 και το 2015 εξέθεσαν τους ανθρώπους σε ερεθίσματα λογοτεχνικών έργων και τηλεοπτικών προγραμμάτων υψηλής ποιότητας και τους έδωσαν μια σειρά από τεστ στα οποία τους ζητούσαν να αντιστοιχίσουν φωτογραφίες βλεμμάτων με το συναίσθημα που τα δημιούργησε. Στην έρευνα του 2015, οι συμμετέχοντες που παρακολουθούσαν τις τηλεοπτικές σειρές Mad Men ή The Good Wife συγκέντρωσαν σημαντικά μεγαλύτερη βαθμολογία από εκείνους που παρακολουθούσαν ντοκυμαντέρ ή απλά έκαναν το τεστ χωρίς να έχουν παρακολουθήσει κάτι νωρίτερα.

Με άλλα λόγια, η δυνατότητά μας να συμπάσχουμε με τους ήρωες των αφηγήσεων μεταφέρεται και στην υπόλοιπη ζωή μας: Mας δίνουν προβάδισμα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τη διαίσθησή μας για να κατανοήσουμε τι σκέφτεται ή τι αισθάνεται κάποιος άλλος – για παράδειγμα όταν θέλουμε να διαπραγματευτούμε μια συμφωνία, όταν χρειάζεται να αναμετρηθούμε με έναν αντίπαλο ή να κατανοήσουμε την βαθύτερη επιθυμία του αγαπημένου μας προσώπου.

Αυτές οι δυνατότητες έχουν επιτρέψει στις ιστορίες να προσαρμοστούν και να επιβιώσουν με όρους εξέλιξης. Δεν είναι απλώς ευχάριστες. Μπορούν πραγματικά να αυξήσουν τα ποσοστά της επιβίωσής μας.

Οι αφηγήσεις αλλάζουν τη συμπεριφορά

Επαναλαμβανόμενες μελέτες καταδεικνύουν ότι οι αφηγήσεις δεν παρουσιάζουν απλώς τα γεγονότα. Μια για παράδειγμα, υποστήριξε ότι η αφήγηση μιας ιστορίας ήταν πιο αποτελεσματική στο να πειστούν οι Αφροαμερικανοί που κινδύνευαν από υπέρταση να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους ώστε να μειώσουν την πίεσή τους. Μια έρευνα σε μαθητές με χαμηλή σχολική επίδοση έδειξε ότι η ανάγνωση ιστοριών για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν διάσημοι επιστήμονες οδήγησε στην καλυτέρευση των βαθμών των μαθητών. Σε ένα επιστημονικό άρθρο που δημοσιεύτηκε πέρσι, υποστηριζόταν ότι η παρακολούθηση αλτρουιστικών και ηρωικών πράξεων σε ταινίες οδηγούσε σε περισσότερη δοτικότητα στην αληθινή ζωή.

Πράγματι, οι αφηγήσεις φαίνεται ότι πυροδοτούν νευροχημικές διαδικασίες που επιτρέπουν κάποια είδη αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Αυτή η βιολογική δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει σε βαθιές αλλαγές στη συμπεριφορά ακόμη και στις πιο επίπονες πράξεις αλτρουισμού. Αυτή η νευροχημική διαδικασία επιτρέπει να συμβαίνουν οι έρανοι και η φορολόγηση και ωθεί τους ανθρώπους να κινητοποιούνται για μεγάλης κλίμακας έργα όπως πολιτικές καμπάνιες, εκκλησίες, πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες ή για την ίδρυση εθνών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Οι ιστορίες μας ωθούν να σχετιζόμαστε με αγνώστους και να τους ζητάμε να κάνουν μικρές θυσίες για έναν μεγαλύτερο σκοπό, που τους υπερβαίνει.

Επέλεξα τις ταινίες «Star Wars» και τη σειρά βιβλίων και ταινιών «Harry Potter» ως παραδείγματα μεγάλων αφηγήσεων που έχουν γνωρίσει μεγάλη απήχηση κερδίζοντας την προτίμηση δισεκατομμυρίων ανθρώπων, χωρίς υπερβολή. Υπάρχει κάτι που προκαλεί δέος στην ιδέα ότι αυτές οι ιστορίες έχουν επηρεάσει τόσους πολλούς ανθρώπους σε μοριακό επίπεδο. Όλοι ένιωσαν την αύξηση της κορτιζόλης όταν εμφανίστηκε ο Darth Vader ή την ροή της οξυτοκίνης όταν η Ερμιόνη αγκαλιάζει το Ρον αφού γλιτώνουν από κάποιος Θανατοφάγους, τα σώματά μας συντονίζονται το ένα με το άλλο ξεπερνώντας το χώρο και το χρόνο. Αυτές οι παγκόσμιες αφηγήσεις δεν μας διασκεδάζουν απλώς, αλλά μέσω αυτών μοιραζόμαστε τα ιδανικά του ηρωισμού, της συμπόνιας και της αυτοθυσίας.

Η σκοτεινή πλευρά των αφηγήσεων

Μια απότομη αύξηση της κορτιζόλης μπορεί να μας κάνει επιθετικούς- είναι άλλωστε μέρος του ενστίκτου πάλης ή φυγής για το οποίο έχουμε ακούσει ήδη πολλά και η οξυτοκίνη εμπλέκεται στις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των ομάδων. Άνθρωποι στους οποίους χορηγήθηκε οξυτοκίνη στο εργαστήριο ευνοούν την ενδο-ομάδα τους όπως και αν αυτή ορίζεται, από σχολικά συγκροτήματα ως συλλόγους και οργανισμούς. Η οξυτοκίνη φαίνεται να παίζει ρόλο στην προσπάθεια προσεταιρισμού των πόρων της εξω-ομάδας. Οι άνθρωποι στους οποίους χορηγήθηκε οξυτοκίνη είναι περισσότερο πιθανό να προτιμήσουν να σκεφτούν συλλογικά και να πάρουν αποφάσεις ομαδικά ακόμα και αν θεωρούν πως αυτές οι αποφάσεις είναι λανθασμένες.

Συνοπτικά, οι αφηγήσεις δημιουργούν ομάδες, εξαιτίας της διευκόλυνσης αυτής της διαδικασίας από την ορμόνη οξυτοκίνη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κοινότητες των θαυμαστών που συσπειρώνονται γύρω από το Harry Potter και το Star Wars, εκδηλώνουν ορισμένες φορές ένα είδους παιγνιώδους ανταγωνισμού. Είναι ακίνδυνη διασκέδαση για τους θαυμαστές αλλά δεν είναι όλες οι ιστορίες ανταγωνισμού τόσο καλοπροαίρετες όσο αυτές, ούτε έχουν τόσο αγαθά αποτελέσματα. Οι αφηγήσεις μπορούν να μας στρέψουν προς καταστροφικά ιδανικά που να στρέφονται ειδικά κατά της εξω-ομάδας (της ομάδας στην οποία δεν ανήκουμε εμείς). Οι αφηγήσεις ασκούν μια μορφή εξουσίας στα σώματα, αλλά είναι μια δύναμη την οποία μπορούμε να επιλέξουμε να χρησιμοποιήσουμε θετικά ή να καταχραστούμε.

Αισθάνομαι τις λέξεις τους στο σώμα μου, αλλά δεν είμαι αβοήθητος. Οι έρευνες επίσης δείχνουν ότι οι άνθρωποι είναι σίγουρα σε θέση να αμυνθούν ενάντια στην εξουσία που έχουν οι αφηγήσεις. Μπορούμε να ξεπεράσουμε γνωστικά την συναισθηματική ταύτιση και το αίσθημα της μεταφοράς που μας προκαλούν οι αφηγήσεις, αντιπαραβάλλοντάς τες με τα γεγονότα. Καλλιεργώντας την επαγρύπνηση σχετικά με το είδος του αντίκτυπου που έχει μια αφήγηση, μπορούμε να την αντικαταστήσουμε με κάποια άλλη ή να την επανεξετάσουμε για να διαπιστώσουμε αν ταυτίζεται με τη δική μας εμπειρία. Ζούμε σε έναν κόσμο έμπλεο αφηγήσεων – που φτάνουν σε μας μέσω της οθόνης, του χαρτιού, των παραστατικών τεχνών και της μουσικής – και σήμερα, πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε όλοι τους τρόπους με τους οποίους ηγέτες και οργανισμοί προσπαθούν να μας χειραγωγήσουν ώστε να πιστέψουμε εκείνο που επιθυμούν.

Η ψυχοθεραπεία στις μέρες μας, επιδιώκει όλο και περισσότερο να στρέψει το ενδιαφέρον των ανθρώπων στις ιστορίες που αφηγούνται στους εαυτούς τους. Στο θεραπευτικό πλαίσιο, μας ενθαρρύνουν να αναρωτηθούμε: Αφηγούμαι στον εαυτό μου μια ιστορία που με βοηθάει να αναπτυχθώ και να προοδεύσω ή επιλέγω μια που περιορίζει τις δυνατότητές μου; Είναι αναγκαίο να κάνουμε το ίδιο και με τις ιστορίες που μας αφηγούνται οι άλλοι.

Επιπλέον, χρειάζεται να αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες για την ευζωία των άλλων και να καλλιεργήσουμε την επίγνωση του αντίκτυπου των δικών μας ιστοριών και της εξουσίας που ασκούν στα σώματα των άλλων ανθρώπων. Ποιες είναι οι προθέσεις μας όταν αφηγούμαστε ιστορίες; Χρησιμοποιούμε τις δυνάμεις μας για να ενδυναμώσουμε τους ανθρώπους ώστε να τους βοηθήσουμε να βρουν λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ατομικά ή και ως ομάδες; Ή χρησιμοποιούμε τις δυνάμεις μας για να αποκαλύψουμε το χειρότερό μας εαυτό στους άλλους και με αυτό τον τρόπο να στρέψουμε τον ένα εναντίον του άλλου; Επικοινωνούμε τις πληροφορίες που μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά για τον εαυτό μας ή εκείνες που μας αποδυναμώνουν;

Οι ιστορίες μπορούν να μας ενώσουν αλλά και να μας διχάσουν. Μπορούν να μας φέρουν χαρά αλλά και να προξενήσουν μίσος. Όλοι έχουμε γεννηθεί με την ικανότητα να αφηγούμαστε ιστορίες. Είναι μια δύναμη που χρειάζεται να μάθουμε να χρησιμοποιούμε με σύνεση και σοφία.

Η αναλυτική σκέψη προάγει σκεπτικισμό & αθεΐα

Η αναλυτική σκέψη μπορεί να μειώσει τη θρησκευτική και μεταφυσική πίστη ακόμα και σε αφοσιωμένους πιστούς, σύμφωνα με νέα έρευνα Καναδών ψυχολόγων, η οποία επιβεβαιώνει ότι ο λογικός τρόπος σκέψης υποσκάπτει τη θρησκευτικότητα και προάγει τον σκεπτικισμό και την αθεΐα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας Άρα Νορενζαγιάν του Τμήματος Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Science», ανέφεραν ότι πολλοί παράγοντες επηρεάζουν την πνευματικότητα του καθενός και η τάση για περισσότερη ή λιγότερη αναλυτική σκέψη είναι ένας από αυτούς.

Οι ψυχολόγοι έκαναν διάφορα τεστ και πειράματα με 650 εθελοντές, συσχετίζοντας τον βαθμό αναλυτικής σκέψης του καθενός με την ένταση των θρησκευτικών και άλλων μεταφυσικών πεποιθήσεών του (π.χ. πίστη σε αγγέλους), διαπιστώνοντας ότι αυτά τα δύο πράγματα είναι γενικά αντιστρόφως ανάλογα. Όσο περισσότερο οι εθελοντές ανέπτυσσαν αναλυτικούς συλλογισμούς και έκαναν λογικές σκέψεις, τόσο έτεινε να μειώνεται η θρησκευτική πίστη τους και, αντίθετα, αυξανόταν ο αθεϊσμός ή έστω ο αγνωστικισμός και ο σκεπτικισμός τους σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα.

Η έρευνα δείχνει ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις σχετίζονται όχι τόσο με το πιο αργό και αναλυτικό σύστημα λειτουργίας του νου, όσο με το διαισθητικό – συναισθηματικό, που είναι πιο γρήγορο και αυτόματο. Όταν ενεργοποιείται περισσότερο το αναλυτικό σύστημα, τότε «σκεπάζει» το διαισθητικό και αντίστροφα. Αυτό εξηγεί γιατί οι περισσότεροι (αν και όχι όλοι) επιστήμονες, που καλλιεργούν την αναλυτική σκέψη, τείνουν να είναι άθεοι ή αγνωστικιστές.

Με πιο απλά λόγια, όσοι άνθρωποι τείνουν να λειτουργούν ενστικτωδώς, είναι πιο πιθανό να πιστεύουν στον Θεό, σε σχέση με όσους σκέφτονται πιο πολύ και είναι λιγότερο ενστικτώδεις και αυτό γιατί η πίστη είναι περισσότερο συναίσθημα παρά σκέψη.

Μελλοντικές έρευνες από τους ίδιους ψυχολόγους θα μελετήσουν κατά πόσον είναι πρόσκαιρη, ή διαρκής, η επίδραση της αναλυτικής σκέψης στη θρησκευτική πίστη και αν αυτή η επίδραση ισχύει σε όλους τους πολιτισμούς της Γης και όχι μόνο στη Δύση.

Οι πιο πρόσφατες έρευνες της κοινής γνώμης αποκαλύπτουν ότι η μεγάλη πλειονότητα της ανθρωπότητας πιστεύει στον Θεό, αν και οι αγνωστικιστές και οι άθεοι είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια.

Οι ερευνητές ξεκαθάρισαν, πάντως, ότι δεν αρκεί η αναλυτική σκέψη για να μετατρέψει έναν πιστό σε άπιστο. Άλλοι ισχυροί υποσυνείδητοι παράγοντες, όπως ο φόβος του θανάτου και η επιθυμία για διαιώνιση της ζωής, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανατροφοδότηση της πίστης στη θρησκεία και σε άλλες πνευματικές παραδόσεις.

Οι ερευνητές, επίσης, φρόντισαν να διευκρινίσουν ότι η μελέτη τους δεν έχει να κάνει με την ίδια την αξία της θρησκείας, αλλά με τους γνωσιακούς – νοητικούς μηχανισμούς, που την υποσκάπτουν ή την ενισχύουν.

Ο διάσημος νομπελίστας ψυχολόγος Ντάνιελ Κάνεμαν, του πανεπιστημίου Πρίνστον, δήλωσε ότι «αυτό ουσιαστικά που δείχνει η νέα έρευνα, είναι πως όταν κανείς σκέφτεται με πιο κριτικό τρόπο, απορρίπτει πεποιθήσεις που αλλιώς θα τις υιοθετούσε. Δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις που οι άνθρωποι πιστεύουν και τις οποίες δεν θα υιοθετούσαν, αν σκέφτονταν πιο κριτικά».
 

Βαρβαρότητα ή ανία;

«Δεν υπάρχει μέση οδός; Πρέπει να είναι μόνο ή βαρβαρότητα ή ανία;» Ο κύριος Γκρι διαμαρτύρεται, αλλά φταίει και αυτός. Γαλλομαθής ων –σε θλιβερή αντίθεση με μένα–, απέστειλε ένα μέιλ με μια γαλλική φράση: «Plutot la barbarie que l’ ennui!» (καλύτερα η βαρβαρότητα παρά η ανία). Λείπουν κάποιοι ειδικοί τονισμοί από τη γαλλική φράση που μόλις παρέθεσα, αλλά αυτά έχουν οι «αγγλοθρεμμένοι» υπολογιστές…

Η πατρότητα της φράσης ανήκει στον Γάλλο συγγραφέα του 19ου αιώνα Θεόφιλο Γκοτιέ και την παραθέτει ο Τζορτζ Στάινερ στη μελέτη του «Ο πύργος του Κυανοπώγωνα» (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta), θεωρώντας την την «πιο προφητική κραυγή αγανάκτησης» του αιώνα εκείνου: «Καλύτερα η βαρβαρότητα παρά η ανία: αν καταφέρουμε να κατανοήσουμε τις πηγές αυτού του διεστραμμένου ίμερου, αυτού του πόθου για χάος», γράφει ο Στάινερ, «θα έχουμε αρχίσει να κατανοούμε τη δική μας θέση και τη σχέση της σημερινής μας συνθήκης με το επιτιμητικό ιδανικό του παρελθόντος».

Ο Στάινερ κάνει αυτές τις σκέψεις το 1970-71, μετά τον Μάιο του 1968, τις αιματηρές ταραχές στο πανεπιστήμιο Κεντ της Αμερικής, τις θηριωδίες της ομάδας του Τσαρλς Μάνσον στην Καλιφόρνια και των Αμερικανών στρατιωτών στο βιετναμέζικο Μάι Λάι – μετά τη μαγεία του Γούντστοκ και της προσσελήνωσης, αλλά εν μέσω διαφόρων δικτατοριών ανά τον κόσμο (μέσα σε αυτές και εκείνης των Ελλήνων συνταγματαρχών).

«Γιατί τότε αυτές οι σκέψεις ηχούν αλλόκοτα σημερινές;», αναρωτήθηκε ο κύριος Γκρι, ο οποίος τραβάει το ερώτημα παραπέρα, όταν με το κινητό του φωτογραφίζει συνθήματα στους τοίχους της Αθήνας: ανώνυμοι «συγγραφείς» μιλούν με πόθο που ξεχειλίζει για την «καταστροφή του πολιτισμού» σε διάφορες παραλλαγές.

Η «ανία» του Γκοτιέ είναι βέβαια απότοκος της καταθλιπτικής ανίας του Μποντλέρ, όπως την εξέφρασε στα «Άνθη του κακού». «Η ανία, καρπός της βαθιάς αδιαφορίας/ Παίρνει τις διαστάσεις της αθανασίας./ Ναρκωμένος στο βάθος της ανταριασμένης Σαχάρας» κτλ., κτλ. «Για κάθε κείμενο όπου δηλώνεται μια αυτοπεποίθηση τύπου Μπένθαμ, μια υπερήφανη “βελτιοδοξία”, υπάρχει η αντιστρόφως ανάλογη δήλωση περί νευρικής κόπωσης. Η σύνδεση του τεράστιου οικονομικοτεχνικού δυναμισμού με μία ως επί το πλείστον επιβεβλημένη κοινωνική ακινησία, μια σύνδεση πάνω στην οποία χτίστηκε ο φιλελεύθερος, αστικός πολιτισμός ολόκληρου αιώνα, δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα. Στη ζωή της τέχνης και της διανόησης προκάλεσε ορισμένες ιδιαίτερες και εντέλει καταστροφικές αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, το νόημα καθαυτό του Ρομαντισμού. Από αυτές θα γεννηθεί η νοσταλγία για την καταστροφή». Από αυτήν τη ρομαντική αντίδραση θα γεννηθούν, στις αρχές του 20ού αιώνα, ο απόλυτος ολοκληρωτισμός, ο ολοκληρωτικός πόλεμος, ο ολοκληρωτικός αφανισμός, η γενοκτονία, τα γκουλάγκ. Και ο Στάινερ αναρωτιέται: «Αραγε είναι λογικό να υποθέσουμε ότι κάθε υψηλός πολιτισμός αναπτύσσει ενδορρηκτικές εντάσεις και αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις;».

Στα δικά μας τώρα: τόσο μεγάλη ανία έφερε η ευμάρεια των προηγούμενων ετών ώστε σήμερα, εν μέσω της βαρβαρότητας των ανέργων και των αστέγων, ανώνυμοι του πλήθους μα και επώνυμοι πολιτευτές να ορέγονται αγχόνες, εμπρησμούς και βανδαλισμούς; Φτάσαμε σε τόσο υψηλό πολιτισμικό δείκτη ώστε να αναπτύξουμε «ενδορρηκτικές εντάσεις και αυτοκαταστροφικές παρορμήσεις»;

Μήπως όμως δεν φτάσαμε σε «υψηλό πολιτισμό», αλλά συρθήκαμε απλώς σε μια μεθυστική μείξη ανίας και βαρβαρότητας πολύ πριν η κρίση μάς χτυπήσει την πόρτα; Μήπως τώρα μας παρασύρει στη δίνη των «αυτοκαταστροφικών του παρορμήσεων» ένας όντως υψηλός πολιτισμός, ο δυτικός, αλλά εμείς, από μόνοι μας, συρθήκαμε σε τέλμα βαρβαρότητας και ανίας εν μέσω μιας επίπλαστης αφθονίας; Αν ναι, μια αντίσταση ίσως να είναι η επίμονη αγωνία του κυρίου Γκρι: η αναζήτηση μιας δημιουργικής μέσης οδού. Ούτε βαρβαρότητα ούτε ανία.

Διάσημοι επιστήμονες που πίστευαν στο υπερφυσικό

Οι διασημότεροι επιστήμονες της ιστορίας συχνά θεωρούνται άνθρωποι με αυστηρή ιδεολογία και χαρακτήρα παρόμοιο με τις επιστημονικές τους μεθόδους, σοβαρό και μετρημένο. Όμως φαίνεται πως υπήρξαν μία σειρά από ιδιαίτερους ανθρώπους με τεράστια συμβολή στην ανθρωπότητα, που πίστευαν στο υπερφυσικό και τις μεταφυσικές επιστήμες, συνδυάζοντας το όνομά τους με την απόκρυφη επιστήμη.

Διάσημοι επιστήμονες που πίστευαν στο υπερφυσικό

Βοήθησε άραγε το σοβαρό ενδιαφέρον τους για το υπερφυσικό και τον Μυστικισμό στην εξαιρετική φύση του μυαλού τους αλλά και τις πρωτοποριακές τους ανακαλύψεις; Για αρκετούς η απάντηση είναι ναι, αν και μερικές φορές η αναζήτηση του Εσωτερισμού από εκείνους σήκωσε εμπόδια στο επιστημονικό τους έργο.

Ισαάκ Νεύτων

Η κύρια εμμονή το Νεύτωνα σχετικά με το απόκρυφο και τις μυστικιστικές επιστήμες ήταν η Αλχημεία. Ο ίδιος ήταν πεπεισμένος πως υπήρχε κάποια μέθοδος ώστε να ανακαλυφθεί η περίφημη Αλχημική Φιλοσοφική Λίθος, η ουσία δηλαδή που θα μετέτρεπε οποιοδήποτε μέταλλο σε χρυσό. Ο Ισαάκ Νεύτων έγραψε ένα χειρόγραφο με τις προσπάθειες που κατέβαλλε ώστε να δημιουργήσει διάφορα αλχημικά στοιχεία, ενώ πίστευε τόσο πολύ στην Αλχημεία που δεν την ξεχώριζε απο τις άλλες επιστημονικές του αναζητήσεις. Αρκετοί είναι εκείνοι που θεώρησαν πως ήταν το σκαλοπάτι που τον οδήγησε στις διάσημες μαθηματικές του ανακαλύψεις.

Ο Νεύτων ήταν επίσης κατά κάποιο τρόπο ιστορικός, με το βιβλίο του The Chronology of Ancient Kingdoms, που βασίστηκε στο έργο αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων και ανθρώπων της Διανόησης όπως ο Πλάτων και ο Όμηρος. Σε αυτό το χρονολόγιο ο Νεύτων ανέφερε χαρακτηριστικά την πίστη του στην ύπαρξη της Ατλαντίδας.

Jack Parsons

Ο Parsons είναι μία από τις πιο extreme περιπτώσεις αυτών των ανθρώπων, αφού συνδέθηκε με τον Άλιστερ Κρόουλι και τον Ρον Χάμπαρντ. Ο Parsons κατείχε μονάχα απολυτήριο Λυκείου, όμως το πάθος του για την επιστήμη των πυραύλων κέρδισε τον σεβασμό των Πανεπιστημιακών καθηγητών, παρά το γεγονός πως αυτή η τεχνολογία θεωρούταν επιστημονική φαντασία εκείνη την εποχή. Η Προσπάθειά του να δημιουργήσει καύσιμα για τους πυραύλους τον οδήγησε σε μία επιτυχημένη καριέρα στην επιστήμη αυτή, που κατέληξε όμως στον θάνατό του από έκρηξη τριάντα χρόνια αργότερα.

Κατά την διάρκεια της καριέρας του ο Parsons απέκτησε εμμονή με το υπερφυσικό και το απόκρυφο, αφού ακολουθούσε τον Κρόουλι στο τάγμα Ordo Templi Orientis, με τα σκοτεινά τελετουργικά και τις πρακτικές. Ο ίδιος έψελνε ύμνους του Κρόουλι πριν τις απογειώσεις των πυραύλων και ήταν γνωστός στους επιστημονικούς κύκλους για τις απόκρυφες πεποιθήσεις του, τις οποίες οι επιστήμονες θεωρούσαν χαζές.

Ο Parsons συχνά έκανε στην οικεία του σεξομαγικά πάρτι γεμάτα με ναρκωτικές ουσίες, τα οποία φιλοξενούσαν Φυσικούς αλλά και λάτρεις του Αποκρυφισμού. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Ρον Χάμπαρντ, που εκείνη την εποχή ήταν Συγγραφέας του Φανταστικού και αργότερα μετατράπηκε στον Ιδρυτή της Σαιεντολογίας. Δυστυχώς ο Χάμπαρντ πρόδωσε τον Parsons, ο οποίος δεν είχε ακούσει τις προειδοποιήσεις του Κρόουλι, αφού έκλεψε την τότε κοπέλα του και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.

Pierre και Marie Curie

Το ζεύγος Κιουρί που είναι πασίγνωστο για την εργασία του πάνω στην Χημεία και την Φυσική, ήταν γνωστοί λάτρεις του παραφυσικού. Συχνά λάμβαναν μέρος σε συνεδρίες επικλήσεων πνευμάτων, τις οποίες πραγματοποιούσε η φίλη τους και Διάμεσο Eusapia Palladino. Παρά το επιστημονικό τους υπόβαθρο, οι Κιουρί πίστευαν ακράδαντα στις υπερφυσικές τεχνικές της Palladino, ενώ έχει αναφερθεί πως κατά την διάρκεια των συνεδριών τα τραπέζια αιωρούνταν και τα πνεύματα επικοινωνούσαν αυξάνοντας την παραφυσική δραστηριότητα στον χώρο.

Παρά το γεγονός πως το ζεύγος Κιουρί πραγματοποίησε μία σειρά από εξαιρετικά επιστημονικά επιτεύγματα και κέρδισε βραβεία Νόμπελ, δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει το υπερφυσικό υπόβαθρο στις συνεδρίες της Palladino, και τελικά το ζευγάρι απέδωσε τις δραστηριότητες αυτές στην Μαγεία και το παραφυσικό, αφού πρώτα υπέβαλλαν την φίλη τους σε ελεγχόμενα δωμάτια (όπως το Ινστιτούτο Ψυχολογίας του Παρισιού) ώστε να διαπιστώσουν αν υπάρχει απάτη στις συνεδρίες. Όμως οι μυστηριώδεις δυνάμεις της Palladino παρείχαν στο ζεύγος κιουρί ατράνταχτες αποδείξεις για την ύπαρξη του υπερφυσικού, παρά τις όποιες προσπάθειες απόδειξης του αντιθέτου.

Carl Jung

Αν και δεν ήταν επιστήμονας με την στενή έννοια του όρου, οι θεωρίες του πάνω στην ανθρώπινη ψυχολογία είναι ευρέως γνωστές και έχουν μελετηθεί πάρα πολύ, Ο Jung αλλά και ο Φρόιντ, ειδικότερα αφού ήταν άνθρωποι που εξέτασαν διεξοδικά τον συνειδητό αλλά και τον ασυνείδητο Νου, πίστευαν στην Τηλεπάθεια και τα Ψυχικά φαινόμενα. Βέβαια ο Φρόιντ δεν επιθυμούσε να μιλά για αυτές τις πεποιθήσεις του, όμως ο Jung είχε εντυπωσιαστεί από τα φαινόμενα συγχρονικότητας και την Τηλεπάθεια.

Συχνά μάλιστα επικοινωνούσε και συζητούσε σχετικά με τα ζητήματα αυτά, με τον ΚβαντοΦυσικό Βολφγκανγκ Πάουλι, ο οποίος λέγεται πως πίστευε πως η Τηλεπάθεια είναι αποτέλεσμα της Κβαντικής Φυσικής – θεωρία που εξακολουθεί να υποστηρίζεται ακόμα και σήμερα. Η Πίστη του Jung στο υπερφυσικό συμπεριελάμβανε τις επιθανάτιες εμπειρίες, την αστρική προβολή και πολλά ακόμη.

Νικολά Τέσλα

Ο Νίκολα Τέσλα, που ήταν ένας πασίννωστος εκκεντρικός επιστήμονας, αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του στην δημιουργία απίστευτων εφευρέσεων και τεχνολογικών θαυμάτων. Στις ημέρες μας χρησιμοποιούμε πάρα πολλές από τις δικές του εφευρέσεις, ενώ λέγεται πως δημιούργησε υπερόπλα, τα οποία και χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις, όπως η “Ακτίνα Θανάτου” και η μηχανή δημιουργίας σεισμών. Ο Τέσλα είχε εμμονή με τις εφευρέσεις που πιθανόν θα παρείχαν ελεύθερη ενέργεια στον κόσμο.

Επίσης φημολογείται πως ο Τέσλα είχε κατορθώσει να λάβει ραδιοκύματα από μία εξωγήινη πηγή, υποστηρίζοντας πως άκουσε κάτι σαν συζήτηση, ενώ πίστευε πως αυτές οι αναμεταδόσεις προέρχονταν από μία εξωγήινη φυλή στον Άρη, τις οποίες και απέστειλαν με την μορφή αριθμών που είναι η Συμπαντική γλώσσα.

Όταν σε καλεί η αγάπη ακολούθησέ την

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά και απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την, μόλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρα σου σαν το βοριά, που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου. Κι όπως ανεβαίνει ως την κορυφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου, που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο, έτσι κατεβαίνει και ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σαν δέματα σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από φόβο σου γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις την γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στο χωρίς εποχές κόσμο, όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου, και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της, και δεν παίρνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Η αγάπη δεν είναι καμιά άλλη επιτυχία εκτός από την εκπλήρωση της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου:

Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στην νύχτα. Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρει ευχαριστίες για μια ακόμη μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης. Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο μ’ ευγνωμοσύνη στην καρδιά.

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Συγχρονικότητα, η χαμένη ψυχή της ψυχολογίας και ψυχιατρικής

Η συγχρονικότητα σχετίζεται με τις βαρυσήμαντες συμπτώσεις που συμβαίνουν με μυστηριώδη τρόπο και φαίνονται να πηγαίνουν καλά πέρα από την τύχη. Στους αμύητους, αυτό μπορεί να είναι ως αποτέλεσμα σε κάποιον που ψάχνει συμπτώσεις ή απλώς η ανταπόκριση στην ανθρώπινη τάση για την εύρεση μοτίβων των οποίων λαμβάνουμε.

Σε αυτούς που έχουν βιώσει την συγχρονικότητα σε αμέτρητες περιστάσεις, γίνεται τελικά γιατί κάποιες συμπτώσεις συμβαίνουν με μυστηριώδεις τρόπους, οι οποίες αντικειμενικά υπερβαίνουν την τύχη. Η κύρια ψυχολογία που βασίζεται σε μια επιστημονική προσέγγιση, δέχεται μια υπόθεση ως έγκυρη εάν υποστηρίζεται από αποτελέσματα ερευνών τα οποία έχουν λιγότερη από 1 στις 20 πιθανότητα να ληφθούν τυχαία. Κάποιες εμπειρίες συγχρονικότητας, συμπεριλαμβανομένου και των ψυχικών προβλέψεων που έχουν αποδειχθεί ακριβής, συμβαίνουν με πιθανότητα λιγότερη από 1 στο δισεκατομμύριο σύμφωνα με τους επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και του Dean Radin που δούλευε στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών για την εξερεύνηση τέτοιων φαινομένων. Αυτό έχει επίσης αποδειχθεί στα πειράματα του JW Rhine, που αναφέρεται από τον Καρλ Γιουνγκ και την πιο πρόσφατη δουλειά του αξιότιμου ψυχολόγου Darryl Bem.

Η ανάπτυξη της ικανότητας του να βιώνουμε την συγχρονικότητα σε καθημερινή βάση σχετίζεται όχι τόσο με τις προλήψεις ή με την ευπιστία όπως κάποιοι υποθέτουν, αλλά από την διαδικασία διαφώτισης σε πιο προχωρημένα επίπεδα της ανθρώπινης ανάπτυξης. Η κύρια ψυχολογία αποτυγχάνει στο να αναγνωρίσει αυτό που οφείλει στην γενική έλλειψη ικανότητας να εκτιμήσει πνευματικά ή διασωματικά φαινόμενα, ως αποτέλεσμα των υπερβολικά περιορισμένων παραδειγμάτων της. Αυτό συμβαίνει με το κόστος του. Ο όρος “ψυχολογία” ετυμολογικά σημαίνει “η μελέτη της ψυχής”. Δεν υπάρχει αυτή η ψυχή στην κύρια ψυχολογία και ακόμα λιγότερη στην μοντέρνα ψυχιατρική, ένα πεδίο ακόμα πιο περιορισμένο.

Είναι μια βασική αποτυχία αυτών των κλάδων. Πάρα πολλοί άνθρωποι θεωρούν τις έννοιες της ψυχής πως είναι εξίσου σημαντικές με κάθε άλλη έννοια όταν σκεφτόμαστε τη ζωή του συνόλου ή βγάζοντας νόημα από το μονοπάτι της ζωής κάποιου. Αν η κύρια ψυχολογία και η ψυχιατρική φιλοδοξούν στο να είναι οι βασικοί κλάδοι στην κατανόηση του ανθρώπινου μυαλού, τότε πως μπορούν να αποκλείουν τις αντιλήψεις της ψυχής; Πιστεύω πως η μοντέρνα αποσύνδεση της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής από τις ετυμολογικές τους ρίζες συμβάλλει στις διαταραχές αίσθησης σύνδεσης πολλών ανθρώπων με τους άλλους και με τους εαυτούς τους σε ένα βαθύτερο πνευματικό επίπεδο. Πριν από περίπου 100 χρόνια, ο Γιουνγκ πρότεινε πως η νεύρωση συχνά έχει ως αποτέλεσμα την απόσπαση από την πνευματική εμπειρία. Του ήταν οδυνηρό αυτό, ειδικότερα αφού πίστευε πως δε θα έπρεπε οι διαπροσωπικές πεποιθήσεις να γίνονται ακαδημαϊκές, όπως προοπτικές που ήταν περισσότερο συνεπής με την μοντέρνα φυσική από τις αντιλήψεις που απέκλειαν τις έννοιες σύνδεσης μεταξύ εσωτερικής συνείδησης και εξωτερικής ύλης.

Όταν είχε να κάνει με τις πολύπλοκες και ισχυρές συνδέσεις μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, ο Γιουνγκ ένιωσε αυτόν τον τρόπο πιο αποκαλυπτικό σχετικά με το φαινόμενο της συγχρονικότητας.