Από ερμητική άποψη, ο κόσμος μπορεί να θεωρηθεί ένα μεγάλο σύμβολο, ένα βιβλίο γραμμένο χωρίς λέξεις, όπου κάθε μορφή είναι ένα γράμμα και κάθε γεγονός ένας υπαινιγμός. Γι’ αυτό και η φράση «σε όλα» αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν αφήνει χώρο για ένα απόλυτο χάσμα ανάμεσα στο ιερό, ανάμεσα στο πνευματικό και το υλικό. Υπονοεί ότι η ίδια η φύση είναι εμποτισμένη από έναν μυστικό λόγο και ότι η ύλη, όταν ιδωθεί με καθαρό βλέμμα, δεν είναι φυλακή του πνεύματος αλλά το πέπλο μέσα από το οποίο το πνεύμα φανερώνεται.
Το «εκ φύσεως» είναι ίσως το βαθύτερο σημείο του γνωμικού. Το θείο δεν εμφανίζεται περιστασιακά, ούτε χαρίζεται ως εξωτερικό προνόμιο, βρίσκεται μέσα στην ίδια τη φύση των όντων. Η λέξη αυτή μετατοπίζει ολόκληρη την αναζήτηση από το «πού βρίσκεται ο Θεός;» στο «τι υπάρχει ήδη μέσα σε αυτό που είμαι;». Ο άνθρωπος συχνά αναζητά το υπερβατικό σε μακρινούς ουρανούς, σε τελετουργίες, σε σύμβολα και σε τόπους που θεωρεί ιερούς, ενώ το μυστήριο μπορεί να βρίσκεται ακριβώς μπροστά του: στην αναπνοή, στη συνείδηση, στην κίνηση του σώματος, στη γέννηση μιας σκέψης, στη σιωπή ανάμεσα σε δύο λέξεις. Το ιερό δεν χρειάζεται πάντοτε να φανερωθεί, χρειάζεται να αναγνωριστεί.
Από αυτή την άποψη, ο άνθρωπος μοιάζει με ναό που έχει ξεχάσει ότι είναι ναός. Η εξωτερική ζωή τον απορροφά, οι επιθυμίες πολλαπλασιάζονται, ο νους θορυβεί και η συνείδηση διασκορπίζεται στα αντικείμενα. Έτσι, το θείο που βρίσκεται μέσα του δεν χάνεται, αλλά καλύπτεται. Όπως ο ήλιος εξακολουθεί να υπάρχει πίσω από τα σύννεφα, έτσι και ο εσωτερικός σπινθήρας παραμένει ακόμη και όταν η επίγνωσή μας σκοτεινιάζει. Η πνευματική αναζήτηση δεν είναι, επομένως, τόσο η απόκτηση ενός ξένου φωτός όσο η αφαίρεση των πέπλων που εμποδίζουν το ήδη υπάρχον φως να φανεί. Δεν πρόκειται να γίνουμε κάτι άλλο, πρόκειται να επιστρέψουμε σε εκείνο που, σε βαθύτερο επίπεδο, πάντοτε ήμασταν.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ο πραγματικός αποσυμβολισμός του γνωμικού: κάθε πράγμα αποτελεί ένα μικρό μυστήριο της μεγάλης πραγματικότητας. Το άνθος είναι η εικόνα της άνθησης. Ο σπόρος είναι η σιωπηλή υπόσχεση μιας μορφής που ακόμη δεν έχει φανερωθεί. Η φωτιά είναι σύμβολο μεταμόρφωσης. Το νερό είναι εικόνα της ροής και της επιστροφής. Η νύχτα είναι ο χώρος όπου το αθέατο προετοιμάζει τη γέννησή του. Και ο άνθρωπος, μέσα σε όλα αυτά, είναι ο τόπος όπου το σύμπαν αποκτά τη δυνατότητα να στραφεί προς τον εαυτό του και να ρωτήσει ποιο είναι το νόημά του.
Το «θείο» μπορεί τότε να νοηθεί ως η κρυφή ενότητα πίσω από την πολλαπλότητα. Τα πράγματα φαίνονται χωρισμένα, αλλά ίσως η βαθύτερη πραγματικότητα δεν γνωρίζει τέτοιους απόλυτους διαχωρισμούς. Όπως αμέτρητες ακτίνες ξεκινούν από μία πηγή, έτσι και τα όντα, μέσα στην ποικιλία και την ατομικότητά τους, μπορούν να θεωρηθούν εκφράσεις μιας ενιαίας αρχής. Ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται αυτή την ενότητα παύει σταδιακά να βλέπει τον κόσμο ως συλλογή νεκρών αντικειμένων και αρχίζει να τον βιώνει ως ζωντανό σύμβολο. Τότε ακόμη και το ελάχιστο αποκτά άπειρο βάθος, διότι το άπειρο μπορεί να καθρεφτίζεται στο ελάχιστο.
Ίσως, λοιπόν, το βαθύτερο μήνυμα της φράσης να είναι ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά κοινό όταν το βλέμμα έχει αφυπνιστεί. Το θείο δεν κρύβεται επειδή είναι μακριά, κρύβεται επειδή βρίσκεται τόσο κοντά ώστε ο νους να αδυνατεί να το διακρίνει. Είναι το μυστικό που βρίσκεται μέσα στο προφανές, το άρρητο που αναπνέει μέσα στο ορατό, η αιωνιότητα που αφήνει το αποτύπωμά της πάνω στο εφήμερο. Και ίσως η αληθινή μύηση να αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να ζητά σημάδια από τον ουρανό και αρχίζει να διαβάζει τα σημάδια που βρίσκονται ήδη μέσα στη φύση, μέσα στον κόσμο και, πάνω απ’ όλα, μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί αν «σε όλα υπάρχει εκ φύσεως κάτι το θείο», τότε ολόκληρη η δημιουργία είναι ένα κλειστό βιβλίο που περιμένει τον αναγνώστη του — και κάθε άνθρωπος, χωρίς να το γνωρίζει, κρατά μέσα του ένα από τα κλειδιά που μπορούν να το ανοίξουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου